Πώς λειτουργεί η ολομέλεια 

Αποκορύφωμα της δραστηριότητας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η συνεδρίαση ολομελείας αντιπροσωπεύει την ολοκλήρωση του νομοθετικού έργου που συντελείται στις κοινοβουλευτικές επιτροπές και στις πολιτικές ομάδες. Η συνεδρίαση ολομελείας είναι επίσης ο χώρος όπου οι αντιπρόσωποι των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης – οι ευρωπαίοι βουλευτές – συμμετέχουν στην κοινοτική λήψη αποφάσεων και προβάλλουν την άποψή τους απέναντι στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο.

Για πολύ καιρό το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο λειτουργούσε ως απλό φόρουμ συζήτησης και συμβουλευτικό όργανο.

Από τότε που εκλέγεται με άμεση και καθολική ψηφοφορία, και χάρη στη δραστηριότητα των βουλευτών του, κατόρθωσε να ενισχυθεί και να συναποφασίζει ισότιμα με το Συμβούλιο για τα τρία τέταρτα της κοινοτικής νομοθεσίας. Σήμερα η ολομέλεια του Κοινοβουλίου περιλαμβάνει 751 βουλευτές, προερχόμενους από τα 28 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συζητά σε 24 γλώσσες. Βουλευτές, υπάλληλοι, διερμηνείς και μεταφραστές υπόκεινται σε επακριβώς καθορισμένους κανόνες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική διεξαγωγή της συνεδρίασης.

Οι πρωταγωνιστές της ολομέλειας 

Οι συνεδριάσεις ολομελείας προεδρεύονται από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επικουρείται στο έργο αυτό από τους δεκατέσσερις Αντιπροέδρους. Ο Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη της συνεδρίασης, ενίοτε με μια ομιλία ή μια απότιση φόρου τιμής, ανάλογα με την τρέχουσα επικαιρότητα. Πράγματι, το Κοινοβούλιο παρακολουθεί άγρυπνα τις εξελίξεις των σημαντικών θεμάτων της επικαιρότητας και δεν διστάζει να τροποποιήσει αναλόγως την ημερήσια διάταξή του, προκειμένου να καλέσει την Ένωση να αναλάβει δράση. Η επιρροή του Προέδρου του Κοινοβουλίου μπορεί εν προκειμένω να είναι καθοριστική.

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης ο Πρόεδρος δίνει τον λόγο στους βουλευτές και φροντίζει για την καλή διεξαγωγή των συζητήσεων. Επίσης διευθύνει τις ψηφοφορίες, θέτει τις τροπολογίες και τα νομοθετικά ψηφίσματα στην κρίση των βουλευτών και διαπιστώνει τις πλειοψηφίες που διαμορφώνονται στους κόλπους της συνέλευσης. Το κύρος του επιτρέπει να επιβάλλεται ένας ρυθμός στις ψηφοφορίες, οι οποίες είναι ενίοτε παρατεταμένες και πολύπλοκες.

Οι 751 ευρωπαίοι βουλευτές κατανέμονται σήμερα σε 8 πολιτικές ομάδες που εκπροσωπούν όλο το ιδεολογικό φάσμα. Ορισμένοι βουλευτές δεν ανήκουν σε καμιά πολιτική ομάδα, οπότε θεωρούνται "μη εγγεγραμμένοι". Οι πολιτικές ομάδες αποφασίζουν ποια θέματα θα εξεταστούν σε συνεδρίαση ολομελείας. Μπορούν επίσης να υποβάλλουν τροπολογίες στις εκθέσεις που ψηφίζονται από την ολομέλεια. Ωστόσο, η πολιτική ομάδα του βουλευτή δεν μπορεί να του υπαγορεύσει τι να ψηφίσει.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμμετέχουν στις συνεδριάσεις ολομελείας με στόχο να διευκολύνουν τη συνεργασία των θεσμικών οργάνων στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Επίσης, όταν αυτό ζητηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι αντιπρόσωποι των δύο θεσμικών οργάνων προβαίνουν σε δηλώσεις ή δίνουν λογαριασμό για τη δραστηριότητα των θεσμικών οργάνων τους απαντώντας σε ερωτήσεις που τους θέτουν οι βουλευτές. Οι συζητήσεις αυτές ενδέχεται να περατωθούν με την ψήφιση ενός ψηφίσματος.

Καθώς περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων, η συνεδρίαση ολομελείας δεν επιδέχεται αυτοσχεδιασμούς και πρέπει επομένως, στο μέτρο του δυνατού, να διέπεται από μια προκαθορισμένη οργάνωση. Γι’ αυτό η ημερήσια διάταξη της ολομέλειας καθορίζεται με ακρίβεια από τη Διάσκεψη των Προέδρων των Πολιτικών Ομάδων.

Παράλληλα, η Διάσκεψη των Προέδρων των Επιτροπών (που απαρτίζεται από τους προέδρους όλων των μόνιμων ή προσωρινών κοινοβουλευτικών επιτροπών) μπορεί να διατυπώνει συστάσεις προς τη Διάσκεψη των Προέδρων όσον αφορά τις εργασίες των επιτροπών και την κατάρτιση της ημερήσιας διάταξης.

Οι εργασίες της ολομέλειας 

Το Κοινοβούλιο συνέρχεται σε ολομέλεια κάθε μήνα (πλην Αυγούστου) στο Στρασβούργο, για μια περίοδο συνόδου τετραήμερης διάρκειας (από τη Δευτέρα έως την Πέμπτη). Πρόσθετες περίοδοι συνόδου διεξάγονται στις Βρυξέλλες. Η περίοδος συνόδου υποδιαιρείται σε ημερήσιες συνεδριάσεις.

Οι δραστηριότητες της ολομέλειας αφιερώνονται κυρίως στις συζητήσεις και στις ψηφοφορίες. Μόνο τα κείμενα που έχουν ψηφιστεί από την ολομέλεια και οι γραπτές δηλώσεις που έχουν προσυπογραφεί από την πλειοψηφία των μελών του αποτελούν επίσημες πράξεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Οι πράξεις αυτές αφορούν διάφορα είδη κειμένων, ανάλογα με το εξεταζόμενο θέμα και την εφαρμοζόμενη νομοθετική διαδικασία:

  • οι νομοθετικές εκθέσεις είναι τα κείμενα που εξετάζονται από το Κοινοβούλιο στο πλαίσιο διάφορων κοινοτικών νομοθετικών διαδικασιών: συναπόφαση, σύμφωνη γνώμη και διαβούλευση. Μόνο η διαδικασία συναπόφασης δίνει στο Κοινοβούλιο ρόλο νομοθέτη σε βάση ισοτιμίας με το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, ορισμένες κοινοβουλευτικές εκθέσεις έχουν μεγαλύτερη νομοθετική « βαρύτητα« από άλλες.
  • η διαδικασία του προϋπολογισμού: το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συναποτελούν την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που κάθε χρόνο καθορίζει τις δαπάνες και τα έσοδα της Ένωσης.
  • οι μη νομοθετικές εκθέσεις εκπονούνται από το Κοινοβούλιο με δική του πρωτοβουλία, στο πλαίσιο της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής. Εγκρίνοντας τα κείμενα αυτά, το Κοινοβούλιο απευθύνεται στα άλλα ευρωπαϊκά θεσμικά ή επικουρικά όργανα, στις εθνικές κυβερνήσεις, ή ακόμη σε τρίτες χώρες, για να επιστήσει την προσοχή τους σε ένα συγκεκριμένο θέμα και να τα ωθήσει να λάβουν θέση. Μολονότι δεν έχουν νομοθετική ισχύ, οι πρωτοβουλίες αυτές βασίζονται σε μια κοινοβουλευτική νομιμοποίηση που μπορεί να παρακινήσει την Επιτροπή να διατυπώσει προτάσεις.

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης ολομελείας, το Κοινοβούλιο μπορεί να αποφασίσει να εκφράσει τη γνώμη του για οποιοδήποτε θέμα που του φαίνεται σημαντικό. Μπορεί επίσης να ζητήσει από την Επιτροπή να υποβάλει κατάλληλη πρόταση για ζητήματα που κατά τη γνώμη του απαιτούν την κατάρτιση κοινοτικής νομοθεσίας. Η συνεδρίαση ολομελείας περιλαμβάνει εξάλλου μια ώρα των ερωτήσεων προς το Συμβούλιο και/ή την Επιτροπή. Κατά κανόνα η ώρα των ερωτήσεων προς την Επιτροπή διεξάγεται την Τρίτη, και προς το Συμβούλιο την Τετάρτη. Οι ερωτήσεις πρέπει προηγουμένως να έχουν υποβληθεί γραπτώς στον Πρόεδρο του Κοινοβούλιο, ο οποίος αποφασίζει αν είναι παραδεκτές.

Το ετήσιο χρονοδιάγραμμα των εργασιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εγκρίνεται κάθε χρόνο από την ολομέλεια, συνήθως τον Ιούνιο, ύστερα από πρόταση της Διάσκεψης των Προέδρων των Πολιτικών Ομάδων. Το χρονοδιάγραμμα αναφέρει επίσης τις εβδομάδες συνεδρίασης των κοινοβουλευτικών επιτροπών και των πολιτικών ομάδων. Ηημερήσια διάταξη της ολομέλειας αναφέρει αν, μετά τις δηλώσεις του Συμβουλίου, της Επιτροπής ή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και τις προφορικές ερωτήσεις προς το Συμβούλιο και την Επιτροπή, θα ακολουθήσει ψηφοφορία σχετικά με πρόταση ψηφίσματος. Οι συζητήσεις για περιπτώσεις παραβίασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, μεταξύ άλλων, μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε προτάσεις ψηφίσματος. Τα κείμενα αυτά υποβάλλονται κατά κανόνα από επιτροπή, πολιτική ομάδα ή τουλάχιστον σαράντα βουλευτές.

Τα Συνοπτικά Πρακτικά κάθε συνεδρίασης είναι το έγγραφο που απεικονίζει τη διεξαγωγή της συνεδρίασης και τις δραστηριότητές της (κατατεθέντα έγγραφα, συζητήσεις, ψηφοφορίες, επεξηγήσεις ψήφου, διορισμοί κτλ.). Επίσης, στα Συνοπτικά Πρακτικά επισυνάπτονται τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών.

Η ολομέλεια εν δράσει 

Πριν από την απόφαση, ο χρόνος της συζήτησης

Μια κοινοβουλευτική έκθεση που υποβάλλεται σε ψηφοφορία έχει συνήθως αποτελέσει προηγουμένως αντικείμενο συζήτησης, κατά τη διάρκεια της οποίας εκφράζουν την άποψή τους η Επιτροπή, οι εκπρόσωποι των πολιτικών ομάδων καθώς και οι βουλευτές. Ο χρόνος αγόρευσης, συχνά πολύ περιορισμένος, εξαρτάται από τον αριθμό των βουλευτών που έχουν ζητήσει τον λόγο.

Αντίθετα από τις ψηφοφορίες, που συχνά είναι σύντομες, οι συζητήσεις διαρκούν ενίοτε αρκετές ώρες, ανάλογα με τον αριθμό των βουλευτών που επιθυμούν να παρέμβουν. Οι βουλευτές εκφράζονται τις περισσότερες φορές στη μητρική τους γλώσσα, ενώ ταυτόχρονα η ομιλία τους μεταφράζεται από τους διερμηνείς της συνόδου στις άλλες επίσημες γλώσσες της Ένωσης.

Στο ημικύκλιο, ο χρόνος αγόρευσης κατανέμεται σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: ένα πρώτο τμήμα κατανέμεται εξίσου μεταξύ των πολιτικών ομάδων και έπειτα ένα δεύτερο τμήμα κατανέμεται κατ’ αναλογία προς τον συνολικό αριθμό των μελών τους. Οι βουλευτές που ζητούν τον λόγο εγγράφονται σε έναν κατάλογο αγορητών ανάλογα με τη σειρά μεγέθους της ομάδας τους. Προτεραιότητα αγόρευσης μπορεί πάντως να δοθεί στους εισηγητές της αρμόδιας επιτροπής και των γνωμοδοτικών επιτροπών.

Εξάλλου, οι βουλευτές υποδέχονται τακτικά πολλές προσωπικότητες στο ημικύκλιο, εκ των οποίων τους αρχηγούς κρατών κατά κανόνα σε πανηγυρική συνεδρίαση.

12 το μεσημέρι: ο μαραθώνιος της ψηφοφορίας

Οι ψηφοφορίες διεξάγονται συνήθως προς το μεσημέρι. Ο ρυθμός γίνεται τότε αρκετά εντατικός: μερικές φορές οι βουλευτές ψηφίζουν εκατοντάδες τροπολογίες.

Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας σχετικά με κοινοβουλευτική έκθεση ή ψήφισμα, οι βουλευτές μπορούν να τροποποιήσουν με τροπολογίες το κείμενο που τους υποβάλλεται. Οι τροπολογίες μπορεί να έχουν στόχο να διαγράψουν, να αναδιατυπώσουν, να αντικαταστήσουν ή να εμπλουτίσουν το περιεχόμενο του εξεταζόμενου κειμένου. Οι βουλευτές ψηφίζουν πρώτα για κάθε τροπολογία χωριστά και έπειτα για το σύνολο του κειμένου όπως τροποποιήθηκε.

Οι βουλευτές ψηφίζουν συνήθως με ανάταση του χεριού, και ο πρόεδρος της συνεδρίασης διαπιστώνει τις πλειοψηφίες. Σε περίπτωση αβεβαιότητας ο πρόεδρος ζητά ηλεκτρονική ψηφοφορία, ώστε να υπάρξει ακριβέστερο αποτέλεσμα. Εξάλλου, οι βουλευτές ψηφίζουν με ονομαστική κλήση αν το ζητήσει μια πολιτική ομάδα ή τουλάχιστον σαράντα βουλευτές την ημέρα που προηγείται της ψηφοφορίας. Στην περίπτωση αυτή, η ατομική ψήφος κάθε βουλευτή καταγράφεται και στη συνέχεια δημοσιοποιείται, σε παράρτημα των Συνοπτικών Πρακτικών, εκτός αν έχει κατατεθεί και αίτηση μυστικής ψηφοφορίας.

Στην ολομέλεια, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφασίζει συνήθως με την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών που ψήφισαν. Η απαρτία (ελάχιστος αριθμός παρόντων βουλευτών προκειμένου να είναι έγκυρο το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας) επιτυγχάνεται όταν είναι παρόντες στο ημικύκλιο το ένα τρίτο των βουλευτών. Αν ο πρόεδρος, ύστερα από αίτηση τουλάχιστον σαράντα βουλευτών, διαπιστώσει ότι αυτό δεν συμβαίνει, η ψηφοφορία αναβάλλεται για την επόμενη συνεδρίαση.

Η Επιτροπή μπορεί να τοποθετηθεί μετά την ψηφοφορία και να γνωστοποιήσει τα συμπεράσματά της. Στο τέλος του χρόνου της ψηφοφορίας, οι βουλευτές που το επιθυμούν μπορούν να πάρουν τον λόγο για να προβούν σε αιτιολόγηση ψήφου διατυπώνοντας τη δική τους ερμηνεία και εξηγώντας την επιλογή των ίδιων ή της ομάδας τους.