menu.mainnavigation
Η διαδικασία συναπόφασης καθιερώθηκε με η Συνθήκη του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Ένωση (1992), ενώ με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1999) διευρύνθηκε και έγινε πιο αποτελεσματική. Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009, μετονομάστηκε σε συνήθη νομοθετική διαδικασία και έγινε η βασική νομοθετική διαδικασία στο σύστημα λήψης αποφάσεων της ΕΕ.
Η συνήθης νομοθετική διαδικασία θέτει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ίδιο επίπεδο με το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ευρύ φάσμα τομέων (για παράδειγμα οικονομική διακυβέρνηση, μετανάστευση, ενέργεια, μεταφορές, περιβάλλον, προστασία των καταναλωτών, κ.λπ.). Η μεγάλη πλειονότητα των ευρωπαϊκών νόμων θεσπίζονται από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
Η Επιτροπή στέλνει την πρότασή της στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
Το γενικό περίγραμμα της διαδικασίας αυτής έχει ως εξής:
Συνήθως εκείνος που υποβάλλει πρόταση νομοθετικής πράξης είναι η Επιτροπή. Ωστόσο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί επίσης να αναλάβει νομοθετική πρωτοβουλία, ενώ στην περίπτωση του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης η πρόταση είναι δυνατόν να προέρχεται είτε από την Επιτροπή είτε από ένα τέταρτο των κρατών μελών. Αίτημα έγκρισης νομοθετικής πράξης μπορούν επίσης να υποβάλουν το Δικαστήριο και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να υποβάλει σύσταση για νομοθετική πράξη.
Η νομοθετική πρόταση υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και διαβιβάζεται στα κοινοβούλια των κρατών μελών.
Εντός οκτώ εβδομάδων, τα εθνικά κοινοβούλια μπορούν να στείλουν στους προέδρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής αιτιολογημένη γνώμη ως προς το αν ένα σχέδιο νομοθετικής πράξης συμμορφώνεται προς την αρχή της επικουρικότητας.
Το Κοινοβούλιο καθορίζει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση σχετικά με τη νομοθετική πρόταση. Δεν έχει τεθεί χρονικό όριο για την πρώτη ανάγνωση.
Ο εισηγητής του Κοινοβουλίου εκπονεί σχέδιο έκθεσης, το οποίο εν συνεχεία συζητείται στο πλαίσιο των πολιτικών ομάδων και τροπολογείται στο πλαίσιο της αρμόδιας επιτροπής (ή επιτροπών) του ΕΚ.
Στην ολομέλεια, το Κοινοβούλιο καθορίζει τη θέση του με απλή πλειοψηφία.
Η θέση μπορεί να περιέχει τροπολογίες επί της αρχικής νομοθετικής πρότασης.
Εάν η θέση του Κοινοβουλίου δεν περιέχει τροπολογίες και το Συμβούλιο κάνει επίσης δεκτή την αρχική πρόταση, η πράξη εγκρίνεται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία και ύστερα υπογράφεται από τους προέδρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα.
Εάν το Κοινοβούλιο εγκρίνει τη θέση του με τροπολογίες:
Εάν το Συμβούλιο εγκρίνει όλες τις τροπολογίες και δεν τροποποιήσει κατ’ άλλον τρόπο την αρχική πρόταση, η πράξη εγκρίνεται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία και εν συνεχεία υπογράφεται και δημοσιεύεται.
Εάν το Συμβούλιο δεν εγκρίνει όλες τις τροπολογίες ή τις απορρίψει, καθορίζει με ειδική πλειοψηφία τη θέση του, η οποία διαβιβάζεται στο Κοινοβούλιο για δεύτερη ανάγνωση. Το Συμβούλιο οφείλει να παράσχει πλήρη εξήγηση των λόγων για τους οποίους καθόρισε τη θέση αυτή. Η Επιτροπή ενημερώνει το Κοινοβούλιο σχετικά με τη θέση της.
Στη δεύτερη ανάγνωση το Κοινοβούλιο εξετάζει τη θέση του Συμβουλίου. Εντός προθεσμίας 3 μηνών (η οποία είναι δυνατόν να παραταθεί σε 4 μήνες), το Κοινοβούλιο μπορεί:
να εγκρίνει τη θέση του Συμβουλίου ή να μη λάβει απόφαση εντός της προθεσμίας. Η πράξη θεωρείται ότι εκδόθηκε και εν συνεχεία υπογράφεται και δημοσιεύεται·
να απορρίψει τη θέση του Συμβουλίου με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του. Η διαδικασία κλείνει οριστικά·
να προτείνει τροπολογίες στη θέση του Συμβουλίου με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του. Τότε η θέση του Κοινοβουλίου υποβάλλεται στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή. Το Συμβούλιο έχει στη διάθεσή του 3 μήνες (προθεσμία που μπορεί να παραταθεί σε 4 μήνες) για να ενεργήσει.
Συγκαλείται επιτροπή συνδιαλλαγής, στην οποία συμμετέχουν αντιπρόσωποι των 27 κρατών μελών και ισάριθμοι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συγκεντρωμένοι σε αντιπροσωπεία του ΕΚ η οποία αντανακλά τη σχετική ισχύ των πολιτικών ομάδων.
Η επιτροπή εξετάζει τη θέση του Συμβουλίου και τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου από τη δεύτερη ανάγνωση. Έχει στη διάθεσή της 6 εβδομάδες (προθεσμία που μπορεί να παραταθεί σε 8 εβδομάδες) για να βρει συμβιβαστική λύση και να συντάξει κοινό σχέδιο.
Εάν η επιτροπή συνδιαλλαγής δεν εγκρίνει κοινό σχέδιο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η πράξη θεωρείται μη εκδοθείσα και η διαδικασία περατώνεται.
Εάν η επιτροπή συνδιαλλαγής εγκρίνει το κοινό σχέδιο, το κείμενο αυτό υποβάλλεται προς έγκριση στο Συμβούλιο και στο Κοινοβούλιο. Το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο έχουν στη διάθεσή τους 6 εβδομάδες (προθεσμία που μπορεί να παραταθεί σε 8 εβδομάδες) για να το εγκρίνουν.
Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, ενώ το Κοινοβούλιο με την πλειοψηφία των ψηφισάντων. Εάν το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο εγκρίνουν το κοινό σχέδιο, η πράξη υπογράφεται και δημοσιεύεται.
Η (1) Επιτροπή υποβάλλει νομοθετικό κείμενο στο (2) Κοινοβούλιο και στο (3) Συμβούλιο ταυτόχρονα.
Το Κοινοβούλιο καθορίζει (4) τη θέση του και τη διαβιβάζει στο Συμβούλιο
Αν το Συμβούλιο συμφωνεί με το αποτέλεσμα της πρώτης ανάγνωσης του Κοινοβουλίου : (5) το νομοθετικό κείμενο εγκρίνεται
Αν το (1) Συμβούλιο δεν δέχεται τη θέση που έλαβε το Κοινοβούλιο στην πρώτη ανάγνωση, καθορίζει (2) τη δική του θέση.
Το (3) Κοινοβούλιο έχει στη διάθεσή του 3 μήνες (είναι δυνατόν να ζητηθεί η παράταση της προθεσμίας σε 4 μήνες) για να διαμορφώσει την άποψή του. Το Κοινοβούλιο μπορεί να εγκρίνει τη θέση του Συμβουλίου, οπότε : (4) εγκρίνεται το νομοθετικό κείμενο με τη διατύπωση της θέσης του Συμβουλίου.
Ή το Κοινοβούλιο μπορεί να προτείνει τροπολογίες στη θέση του Συμβουλίου (με κάποιους περιορισμούς). Στην περίπτωση αυτή :
Εφόσον επιτευχθεί συμφωνία, η (1) επιτροπή συνδιαλλαγής εγκρίνει (2) κοινό σχέδιο με βάση τη θέση του Συμβουλίου και τις τροπολογίες που εισήγαγε το ΕΚ στη δεύτερη ανάγνωση.
Αν το Συμβούλιο και το (3) Κοινοβούλιο εγκρίνουν το ‘κοινό σχέδιο’ στο σύνολό του, (4) η πράξη υιοθετείται.
Αν η επιτροπή συνδιαλλαγής αδυνατεί να καταλήξει σε ‘κοινό σχέδιο’ ή αν το Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο το απορρίψουν : (5) η πράξη θεωρείται ότι δεν υιοθετήθηκε.