Ιστορικό

πότε συστήθηκε η ομάδα


Πριν από την προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας την 1η Μαΐου 2004, η ΕΕ επαναλάμβανε επανειλημμένα τη δέσμευσή της για συνολική διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος[1], καταδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο τη σαφή προτίμησή της για την ένταξη μιας επανενωμένης Κύπρου[2]. Έτσι, στις 24 Απριλίου 2004, ζητήθηκε η γνώμη των Κυπρίων, σε δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε παράλληλα και στις δύο κοινότητες, σχετικά με τη συνολική διευθέτηση του κυπριακού ζητήματος, το αποκαλούμενο σχέδιο Ανάν. Οι τουρκοκύπριοι ψηφοφόροι ενέκριναν τη συμφωνία, ενώ οι ελληνοκύπριοι ψηφοφόροι την απέρριψαν.

Κατά συνέπεια, παρ’ όλο που η Κύπρος ως σύνολο έγινε κράτος μέλος της ΕΕ, η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου ανεστάλη στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου η κυβέρνησή της δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο[3].
 
Αμέσως μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν από τους Ελληνοκυπρίους, το Συμβούλιο επανέλαβε τη βούλησή του να διασφαλίσει ότι οι Κύπριοι θα βιώσουν σύντομα την κοινή τους μοίρα ως πολίτες μιας ενωμένης Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θέτοντας τέλος στην απομόνωση της τουρκοκυπριακής κοινότητας και διευκολύνοντας την επανένωση της νήσου ενισχύοντας την οικονομική ανάπτυξη της συγκεκριμένης κοινότητας[4]. Ως εκ τούτου, προσκάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει συνολικές προτάσεις προς τον σκοπό αυτόν, με ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομική ολοκλήρωση της νήσου και στη βελτίωση των επαφών των δύο κοινοτήτων τόσο μεταξύ τους όσο και με την ΕΕ. Αυτό ήταν σύμφωνο με το πρωτόκολλο αριθ. 10, στο οποίο αναφέρεται ότι «τίποτε στο παρόν Πρωτόκολλο δεν αποκλείει τη λήψη μέτρων για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης» του βόρειου τμήματος της νήσου.
 
Στις 7 Ιουλίου 2004, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε δέσμη μέτρων για την αναπτυξιακή βοήθεια και το εμπόριο, με σημαντικότερα ένα σχέδιο κανονισμού για τη σύσταση νομικού μέσου ώστε να ενθαρρυνθεί η οικονομική ανάπτυξη της τουρκοκυπριακής κοινότητας[5] (κανονισμός για τις ενισχύσεις) και ένα σχέδιο κανονισμού για τους ειδικούς όρους εμπορικών συναλλαγών µε τις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας στις οποίες η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο[6] (σχέδιο κανονισμού για το απευθείας εμπόριο). Το σχέδιο κανονισμού για τις ενισχύσεις, με χρηματοδοτικό κονδύλιο που ανέρχεται σε 259 εκατομμύρια ευρώ, εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 27 Φεβρουαρίου 2006, ενώ το σχέδιο κανονισμού για το απευθείας εμπόριο τελεί ακόμη υπό εξέταση.

Επιπλέον, το Συμβούλιο ενέκρινε στις 29 Απριλίου 2004 κανονισμό για το καθεστώς βάσει του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 10 της πράξης προσχώρησης (γνωστός ως «κανονισμός για την Πράσινη Γραμμή»)[7], ο οποίος τροποποιήθηκε τελευταία φορά στις 16 Ιουνίου 2008 από τον κανονισμό (ΕΚ) του Συμβουλίου 587/2008.

                                                                     

Υποσημειώσεις
1 Πρωτόκολλο αριθ. 10 της συνθήκης προσχώρησης.
2 Συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης και 26ης Μαρτίου 2004, και πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αριθ. 389/2006 του Συμβουλίου της 27ης Φεβρουαρίου 2006 για τη σύσταση μέσου χρηματοδοτικής στήριξης.
3 Πρωτόκολλο αριθ. 10 της συνθήκης προσχώρησης.
4 Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της 26ης Απριλίου 2004.
5 COM(2004) 465 final.
5 COM(2004) 465 τελικό.
6 COM(2004) 466.
7 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 866/2004 του Συμβουλίου, που τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 293/2005 του Συμβουλίου και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 587/2008 του Συμβουλίου.

 

Περισσότερες πληροφορίες διατίθενται στην ιστοσελίδα μας στις ενότητες  Έγγραφα και Σύνδεσμοι.