Διαδικασία : 2013/0255(APP)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0055/2015

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0055/2015

Συζήτηση :

PV 28/04/2015 - 12
CRE 28/04/2015 - 12

Ψηφοφορία :

PV 29/04/2015 - 10.64
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2015)0173

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 275kWORD 245k
18.3.2015
PE 546.675v02-00 A8-0055/2015

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που αφορά τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

(COM(2013)0534 – 2013/0255(APP))

Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

Εισηγήτρια: Monica Macovei

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

(COM(2013)05342013/0255(APP))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (COM(2013)0534),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Μαρτίου 2014 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που αφορά τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας(1),

–   έχοντας υπόψη την πρόταση οδηγίας σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (COM(2012)0363),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 23ης Οκτωβρίου 2013 σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: συστάσεις για δράσεις και πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν(2),

–   έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (Eurojust) (COM(2013)0535),

–   έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, τα άρθρα 2, 6 και 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου της 30ής Νοεμβρίου 2009 σχετικά με έναν οδικό χάρτη για την ενίσχυση των δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων ή κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες,

–   έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως τα άρθρα 86, 218, 263, 265, 267, 268 και 340,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 99 παράγραφος 3 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την προσωρινή έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A8-0055/2015),

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει και αναλύσει η Επιτροπή, οι φερόμενες απάτες εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης ανέρχονται κατά μέσο όρο σε ποσό περίπου 500 000 000 EUR ετησίως, αν και υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι απάτες αυτές μπορεί να αφορούν ποσό ακόμη και 3 δισεκατομμυρίων EUR ετησίως·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το ποσοστό των διώξεων είναι χαμηλό – ανήλθε περίπου στο 31% στα οκτώ χρόνια από το 2006 έως το 2013 – συγκρινόμενο με τον αριθμό των συστάσεων που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) προς τα κράτη μέλη για προσφυγή στη δικαιοσύνη· λαμβάνοντας υπόψη ότι από τους στόχους της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας συνίσταται στη γεφύρωση του χάσματος αυτού·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα κράτη μέλη ενδέχεται να είναι λιγότερο αποτελεσματικά όσον αφορά τον εντοπισμό και τη δίωξη της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, με αποτέλεσμα να πλήττονται οι φορολογούμενοι όλων των κρατών μελών που συνεισφέρουν στον ενωσιακό προϋπολογισμό·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, με το ψήφισμά του της 12ης Μαρτίου 2014, το Κοινοβούλιο ζήτησε από το Συμβούλιο να συμμετέχει σε μεγάλο βαθμό στις νομοθετικές εργασίες μέσω μιας συνεχούς ροής πληροφοριών και αδιάλειπτης διαβούλευσης·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ύπαρξη διαφορετικών δικαιοδοτικών συστημάτων, νομικών παραδόσεων, καθώς και μηχανισμών επιβολής του νόμου και δικαστικών συστημάτων στα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να παρεμποδίζουν ή να υπονομεύουν την καταπολέμηση της απάτης και των εγκληματικών πράξεων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης·

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η τρομοκρατία χρηματοδοτείται και από το οργανωμένο έγκλημα και ότι οι εγκληματικές ομάδες συγκεντρώνουν χρηματικά ποσά μέσω της απάτης·

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 86 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπει την επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ώστε να συμπεριλάβει τις σοβαρές εγκληματικές πράξεις με διασυνοριακή διάσταση· λαμβάνοντας υπόψη ότι δυνατότητα αυτή μπορεί να εξεταστεί από το Συμβούλιο μόλις η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συσταθεί και λειτουργεί ομαλά·

1.   επιβεβαιώνει την ισχυρή βούλησή του να ανταποκριθεί στις προτεραιότητες που απαιτούνται για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και να προσδιορίσει τις αρχές και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να παράσχει την έγκρισή του·

2.   επισημαίνει το περιεχόμενο της προηγούμενης προσωρινής έκθεσής του που εγκρίθηκε στο ψήφισμά του της 12ης Μαρτίου 2014, προτίθεται δε να το συμπληρώσει και να το επικαιροποιήσει σύμφωνα με τις πρόσφατες εξελίξεις των συζητήσεων στο Συμβούλιο·

3.   καλεί το Συμβούλιο να διασφαλίσει τη διαφάνεια και τη δημοκρατική νομιμοποίηση τηρώντας το Κοινοβούλιο πλήρως ενήμερο και ζητώντας τακτικά τη γνώμη αυτού· καλεί μετ’ επιτάσεως το Συμβούλιο να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις του Κοινοβουλίου, ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση της συναίνεσής του για την έγκριση του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία·

4.   υπενθυμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να έχει αρμοδιότητα για αδικήματα που σχετίζονται με την απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης· υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι σχετικές αξιόποινες πράξεις πρέπει να καθορίζονται στην προτεινόμενη οδηγία για την καταπολέμηση της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω του ποινικού δικαίου (οδηγία ΠΟΣ)· αν και αναγνωρίζει την πρόοδο που επιτεύχθηκε από τους συν-νομοθέτες κατά τις διαπραγματεύσεις για την έγκριση της οδηγίας ΠΟΣ, καλεί το Συμβούλιο να επαναλάβει τις προσπάθειές του για την επίτευξη συμφωνίας επί της οδηγίας αυτής όσον αφορά τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

5.   φρονεί ότι, για τη διερεύνηση, τη δίωξη και την προσαγωγή στη δικαιοσύνη όσων διαπράττουν απάτες εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, απαιτείται μια καινοτόμος προσέγγιση, προκειμένου να αυξηθεί η αποδοτικότητα των μέτρων καταπολέμησης της απάτης, το ποσοστό της ανάκτησης χρηματικών ποσών και η εμπιστοσύνη των φορολογουμένων στα όργανα της ΕΕ·

6.   θεωρεί ζωτικής σημασίας τη σύσταση μιας ενιαίας, ισχυρής και ανεξάρτητης Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία θα μπορεί να ερευνά, να διώκει και να παραπέμπει ενώπιον της δικαιοσύνης όσους διαπράττουν ποινικά αδικήματα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, και εκτιμά ότι οποιαδήποτε λιγότερο δραστική λύση θα επιβάρυνε τον προϋπολογισμό της Ένωσης·

Mία ανεξάρτητη Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

7.   τονίζει ότι η δομή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να την καθιστά πλήρως ανεξάρτητη από τις εθνικές κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και να την προστατεύει από πολιτικές επιρροές και πιέσεις· ζητεί, ως εκ τούτου, να υπάρχει ανοικτός χαρακτήρας, αντικειμενικότητα και διαφάνεια κατά τις διαδικασίες επιλογής και διορισμού του Ευρωπαίου Γενικού Εισαγγελέα, των αναπληρωτών του, των ευρωπαίων εισαγγελέων, και των εντεταλμένων των ευρωπαίων εισαγγελέων· θεωρεί ότι προκειμένου να αποφεύγεται κάθε σύγκρουση συμφερόντων, η θέση του ευρωπαίου εισαγγελέα πρέπει να είναι μόνιμης απασχόλησης·

8.   τονίζει τη σημασία της συμμετοχής του στις διαδικασίες διορισμού των ευρωπαίων εισαγγελέων και προτείνει να οργανώνεται γενικός διαγωνισμός για υποψήφιους που πληρούν τα απαραίτητα κριτήρια ακεραιότητας, επαγγελματισμού, πείρας και ικανοτήτων· εκτιμά ότι οι ευρωπαίοι εισαγγελείς θα πρέπει να διορίζονται από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο με κοινή συμφωνία βάσει καταλόγου προεπιλεγμένων υποψηφίων που καταρτίζει η Επιτροπή, μετά από αξιολόγηση από ανεξάρτητη επιτροπή εμπειρογνωμόνων που έχουν επιλεγεί μεταξύ δικαστών, εισαγγελέων και δικηγόρων αναγνωρισμένης ικανότητας· Ο Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας θα πρέπει να διορίζεται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία μετά από ακρόαση από το Κοινοβούλιο·

9.   φρονεί ότι τα μέλη του Σώματος θα πρέπει να απολύονται μετά από απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατόπιν αιτήσεως του Συμβουλίου, της Επιτροπής, του Κοινοβουλίου και/ή του Ευρωπαίου Γενικού Εισαγγελέα·

10. τονίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέψουν τη συμμετοχή των εθνικών αυτοδιοικούμενων δικαστικών οργάνων στις διαδικασίες διορισμού των εντεταλμένων των ευρωπαίων εισαγγελέων, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές·

11. επιδοκιμάζει την πρόβλεψη για την υποβολή ετήσιας έκθεσης στα θεσμικά όργανα της ΕΕ προκειμένου να διασφαλίζεται η συνεχής αξιολόγηση των δραστηριοτήτων του νέου οργάνου, όπως αναφέρεται στο κείμενο του Συμβουλίου· καλεί το Συμβούλιο να διασφαλίσει ότι η ετήσια έκθεση θα περιέχει, μεταξύ άλλων, πληροφορίες σχετικά με την προθυμία των εθνικών αρχών να συνεργάζονται με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία·

Σαφής διάκριση αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των εθνικών αρχών

12. πιστεύει ότι οι διατάξεις σχετικά με τη διάκριση αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των εθνικών αρχών πρέπει να είναι σαφείς και να αποτρέπουν τυχόν αβεβαιότητα ή εσφαλμένη ερμηνεία κατά τη φάση της λειτουργίας της: η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πρέπει να έχει αρμοδιότητα να ερευνά και να διώκει τα αδικήματα που συνιστούν απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σύμφωνα με την οδηγία σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης· φρονεί ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να αποφασιστεί καταρχάς αν έχει αρμοδιότητα, και ενώπιον των εθνικών αρχών, να κινήσει τις δικές της έρευνες, προκειμένου να αποφευχθούν οι παράλληλες έρευνες που συνιστούν αναποτελεσματική μέθοδο·

13. επιμένει ότι οι εθνικές αρχές που διενεργούν έρευνες για αδικήματα που μπορεί να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας πρέπει να υποχρεούνται να ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τις έρευνες αυτές· επαναλαμβάνει την ανάγκη να έχει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία το δικαίωμα να αναλαμβάνει τέτοιες έρευνες, εάν κρίνει ότι αυτό είναι σκόπιμο, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία και η αποτελεσματικότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

14. επαναλαμβάνει ότι οι εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας πρέπει να εκτείνονται σε αδικήματα διάφορα εκείνων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης μόνον στις περιπτώσεις όπου σωρευτικά:

(α)         η συγκεκριμένη πράξη στοιχειοθετεί ταυτόχρονα αδίκημα που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης και άλλα αδικήματα· και

         (β)         τα αδικήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης έχουν εξέχοντα χαρακτήρα και τα άλλα είναι απλώς δευτερεύοντα· και

(γ)         τα άλλα αδικήματα θα έπρεπε να παραγραφούν στην περίπτωση που δεν ασκείτο δίωξη και δεν εκδικάζοντο από κοινού με τα αδικήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης· πιστεύει, επίσης, ότι σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των εθνικών διωκτικών αρχών σχετικά με την άσκηση αρμοδιότητας, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να αποφασίσει, σε κεντρικό επίπεδο, ποιά αρχή θα πραγματοποιήσει την έρευνα και θα ασκήσει τη δίωξη· πιστεύει, περαιτέρω, ότι ο προσδιορισμός της αρμοδιότητας, σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά, θα πρέπει πάντοτε να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο·

Μία συνεκτική δομή για την αποτελεσματική διαχείριση των υποθέσεων

15. θεωρεί λυπηρό ότι τα κράτη μέλη, αντί της ιεραρχικής δομής που πρότεινε αρχικά η Επιτροπή, εξετάζουν την εναλλακτική μιας συλλογικής δομής· πιστεύει, στη συνάρτηση αυτή, ότι η απόφαση για την άσκηση δίωξης, η επιλογή του αρμόδιου δικαστηρίου, η απόφαση εκ νέου παραπομπής της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο ή για την κατάργηση της δίκης και η απόφαση δικαστικού συμβιβασμού πρέπει να λαμβάνονται σε κεντρικό επίπεδο από τα τμήματα·

16. υπογραμμίζει το γεγονός ότι τα τμήματα πρέπει να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις έρευνες και διώξεις και οι δραστηριότητές τους να μην εξαντλούνται απλώς σε συντονιστικά καθήκοντα αλλά, αντιθέτως, θα πρέπει να εποπτεύουν επί τόπου το έργο των εντεταλμένων των ευρωπαίων εισαγγελέων·

17. εκφράζει επιφυλάξεις για την αυτόματη σύνδεση μεταξύ ενός Ευρωπαίου Εισαγγελέα σε κεντρικό επίπεδο και προσφυγής που ασκήθηκε στο κράτος μέλος του, επειδή αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει πρόδηλα προβλήματα όσον αφορά την ανεξαρτησία των εισαγγελέων και την ομαλή κατανομή των υποθέσεων·

18. ζητεί, συνεπώς, την ορθολογική οργάνωση των εργασιών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε κεντρικό επίπεδο· επισημαίνει, σε αυτή τη συνάρτηση, ότι το σύστημα κατανομής των υποθέσεων μεταξύ των τμημάτων θα πρέπει να ακολουθεί προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια· προτείνει, επίσης, ότι σε ένα μεταγενέστερο στάδιο θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο εξειδίκευσης των τμημάτων·

19. είναι πεπεισμένο ότι η απαραίτητη γνώση, πείρα και εμπειρογνωμοσύνη των εθνικών συστημάτων επιβολής του νόμου θα διασφαλίζεται και από το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε κεντρικό επίπεδο·

Μέτρα έρευνας και παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων

20. καλεί τον νομοθέτη να διασφαλίσει ενιαίες διαδικασίες προκειμένου η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να εξουσιοδοτείται να διερευνά υποθέσεις διασυνοριακού χαρακτήρα, σύμφωνα με τη νομοθεσία των κρατών μελών από τα οποία ζητήθηκε και στα οποία διενεργείται η σχετική έρευνα· υπενθυμίζει ότι οι συν-νομοθέτες συμφώνησαν για τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία τα κράτη μέλη θα υποβάλλουν αιτήσεις όσον αφορά ερευνητικά μέτρα βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης της οδηγίας 2014/41/ΕΕ σχετικά με την Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας σε ποινικές υποθέσεις· φρονεί ότι τα ίδια κριτήρια πρέπει να εφαρμόζονται όσον αφορά τη διενέργεια ερευνών που θα εγκρίνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ιδίως όσον αφορά τους λόγους άρνησης·

21. καλεί το Συμβούλιο να διασφαλίσει το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενώ παράλληλα θα τηρείται πλήρως η σχετική ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία σε ολόκληρη την Ένωση, δεδομένου ότι αυτό είναι καίριας σημασίας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των διώξεων, σύμφωνα με το άρθρο 6 ΣΕΕ, τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου·

22. επαναλαμβάνει ότι είναι απαραίτητο η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να αναζητεί όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, είτε αυτά είναι ενοχοποιητικά είτε απαλλακτικά· επιμένει, περαιτέρω, ότι είναι απαραίτητο να χορηγούνται στους ύποπτους ή κατηγορουμένους σε κάθε έρευνα που αναλαμβάνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ορισμένα δικαιώματα σχετικά με την αποδεικτική διαδικασία, και ειδικότερα:

(α)         ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία προς εξέταση από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία·

(β)         ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητεί από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να προβαίνει στη συλλογή κάθε αποδεικτικού στοιχείου που σχετίζεται με τις έρευνες, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος διορισμού εμπειρογνωμόνων και ακρόασης μαρτύρων·

23. εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές πολλαπλές δικαιοδοσίες για τις διασυνοριακές παραβάσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ότι είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι οι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς, οι εντεταλμένοι των Ευρωπαίων Εισαγγελέων και οι εθνικές αρχές δίωξης θα σέβονται πλήρως την αρχή "ne bis in idem" σε σχέση με διώξεις που αφορούν αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

Άσκηση ενδίκων μέσων

24. επιβεβαιώνει ότι το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων σε συνάρτηση με τη δραστηριότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να διασφαλίζεται ανά πάσα στιγμή και αναγνωρίζει, επίσης, ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πρέπει να λειτουργεί αποτελεσματικά· φρονεί, ως εκ τούτου, ότι όλες οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από το αρμόδιο δικαστήριο· υπογραμμίζει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνουν τα τμήματα, όπως η επιλογή δωσιδικίας για τη δίωξη, η κατάργηση της δίκης ή η εκ νέου παραπομπή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο ή ο δικαστικός συμβιβασμός, θα πρέπει να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης·

25. πιστεύει ότι, για τους σκοπούς του δικαστικού ελέγχου όλων των ερευνητικών και λοιπών δικονομικών μέτρων που λαμβάνονται στο πλαίσιο των διωκτικών της αρμοδιοτήτων, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να θεωρείται εθνική αρχή ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων των κρατών μελών·

Συνεκτική νομική προστασία των υπόπτων ή των κατηγορουμένων

26. υπενθυμίζει ότι η νέα Υπηρεσία θα πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές της με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων των υπόπτων ή των κατηγορουμένων τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 ΣΕΕ, στο άρθρο 16 ΣΛΕΕ και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και σε εκείνα τα νομοθετικά μέτρα που έχουν ήδη εγκριθεί σε ενωσιακό επίπεδο σχετικά με τα δικονομικά δικαιώματα των υπόπτων και των κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες και σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

27. υποστηρίζει ότι η μελλοντική οδηγία για τη δικαστική αρωγή θα πρέπει να εφαρμόζεται εξίσου σε όλους τους υπόπτους ή κατηγορούμενους που υπόκεινται σε έρευνα ή διώκονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· καλεί τα κράτη μέλη, ελλείψει οδηγίας της ΕΕ, να διασφαλίσουν την αποτελεσματική πρόσβαση στη νομική αρωγή σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές νομοθεσίες·

28. τονίζει ότι όλοι οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι που υπόκεινται σε έρευνα ή διώκονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δικαιούνται προστασίας των οικείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· υπογραμμίζει, εν προκειμένω, το γεγονός ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υπόκειται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001· τονίζει ότι κάθε ειδική διάταξη για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιέχεται στον κανονισμό του Συμβουλίου σχετικά με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μπορεί μόνο να συμπληρώνει και να αποσαφηνίζει τις διατάξεις που περιέχονται στον κανονισμό 45/2001, και μόνο στον αναγκαίο βαθμό·

29.  επιβεβαιώνει την ισχυρή βούλησή του για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και για τη μεταρρύθμιση της Eurojust, όπως προβλέπεται από την Επιτροπή σε αμφότερες τις προτάσεις της· ζητεί από την Επιτροπή να αναπροσαρμόσει τις εκτιμήσεις της σχετικά με τον δημοσιονομικό αντίκτυπο της συλλογικής δομής· ζητεί να αποσαφηνιστούν οι σχέσεις μεταξύ Eurojust, Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και OLAF προκειμένου να διαφοροποιηθούν οι αντίστοιχοι ρόλοι τους στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ· καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να εξετάσουν τη δυνατότητα μιας ισχυρότερης ολοκληρωμένης προσέγγισης των οργανισμών αυτών προκειμένου οι έρευνες να καταστούν αποτελεσματικότερες·

30. καλεί το Συμβούλιο να ακολουθήσει τις συστάσεις αυτές και υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις είναι απαραίτητες για να δώσει το Κοινοβούλιο τη συγκατάθεσή του στην πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου·

31. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Το πρόσθετο όφελος από τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας συνίσταται στη διενέργεια ποινικών ερευνών και διώξεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο από μια ενιαία και ανεξάρτητη υπηρεσία σε υποθέσεις που αφορούν απάτη εις βάρος των κονδυλίων της ΕΕ, στην αύξηση του αριθμού των διώξεων, στην ανάκτηση χρηματικών ποσών και στην εμπέδωση της εμπιστοσύνης των φορολογουμένων στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Το ισχύον σύστημα, ακόμη και αν λειτουργεί ικανοποιητικά σε ορισμένα κράτη μέλη, έχει αποδειχθεί μάλλον ανεπαρκές σε επίπεδο Ένωσης όσον αφορά τις διώξεις και την ανάκτηση χρηματικών ποσών.

Σε γενικές γραμμές, η σύσταση Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας επιβάλλεται από τη συγκεκριμένη ανάγκη να διορθωθεί η σημερινή κατάσταση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το ποσοστό άσκησης δίωξης βάσει των συστάσεων της OLAF να ανέρχεται σε διάστημα οκτώ ετών (2006-2013), κατά μέσο όρο σε 31%. Κατά συνέπεια, η ανάκτηση των χρημάτων των πολιτών κινήθηκε σε χαμηλά επίπεδα και αυτό είναι απαράδεκτο και πρέπει να τροποποιηθεί άρδην.

Η εισηγήτρια επιθυμεί να υποβάλει μια νέα προσωρινή έκθεση στην οποία εκθέτει τις πολιτικές προτεραιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τονίζει τις αρχές και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να εγκρίνει την πρόταση του Συμβουλίου. Μετά την έγκριση της πρότασης της Επιτροπής τον Ιούλιο του 2013, το Κοινοβούλιο έχει επιδείξει μεγάλο ενδιαφέρον και διάθεση να συμμετάσχει στη νομοθετική διαδικασία. Στο ψήφισμά του της 12ης Μαρτίου 2014, το Κοινοβούλιο ζήτησε από το Συμβούλιο να συμμετάσχει εκτενώς στις εργασίες του και διετύπωσε σειρά πολιτικών προτάσεων προκειμένου να αντιμετωπισθούν ορισμένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα, όπως δομή, ανεξαρτησία, διαδικασία λήψης αποφάσεων, αρμοδιότητα, ερευνητικά μέσα, παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων, ένδικα μέσα και έννομη προστασία.

Οι γενικές γραμμές που έχουν μέχρι τούδε διατυπωθεί στο Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων κινούνται προς την κατεύθυνση ενός συλλογικού οργάνου, το οποίο θα απαρτίζεται από ένα Ευρωπαίο Εισαγγελέα ανά κράτος μέλος και του οποίου θα προΐσταται ένας ·Γενικός Εισαγγελέας, καθώς και μιας συντρέχουσας αρμοδιότητας μεταξύ της νέας υπηρεσίας και των εθνικών διωκτικών υπηρεσιών. Οι αποφάσεις επί των θεμάτων αυτών θα επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά την αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας καθώς και τη συνολική προσαυξητική αξία από το νέο αυτό ενωσιακό όργανο.

26.2.2015

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων

προς την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που αφορά τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

(COM(2013)05342013/0255(APP))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Victor Negrescu

PA_Consent_Interim

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να ενσωματώσει στην έκθεσή της τις ακόλουθες προτάσεις :

Αιτιολογικές αναφορές

–   έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της 3ης Μαρτίου 2014 που υπέβαλε η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων στην Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Μαρτίου 2014 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που αφορά τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας(3),

Συστάσεις

1.  επισημαίνει το περιεχόμενο της γνωμοδότησης της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων της 3ης Μαρτίου 2014 και προτίθεται να εξετάσει ορισμένα επιπλέον στοιχεία, όπως μεταξύ άλλων τις νέες εξελίξεις στο πλαίσιο των συζητήσεων που διεξάγονται στους κόλπους του Συμβουλίου·

2.  τονίζει ότι είναι σημαντικό να διασφαλισθεί η ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, του Ευρωπαίου Γενικού Εισαγγελέα και των αναπληρωτών του, των ευρωπαίων εισαγγελέων, και των εντεταλμένων ευρωπαίων εισαγγελέων, κυρίως από κάθε αθέμιτη επιρροή εκ μέρους πολιτικο-κομματικών φορέων και εθνικών πολιτικών, διοικητικών ή δικαστικών αρχών, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων· πιστεύει ότι η θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα θα πρέπει να είναι μια θέση πλήρους απασχόλησης·

3.  επιβεβαιώνει την ισχυρή βούλησή του για τη σύσταση μιας Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και για τη μεταρρύθμιση της Eurojust, όπως προβλέπεται από την Επιτροπή στην πρότασή της για έναν κανονισμό σχετικά με την Eurojust· είναι, ωστόσο, πεπεισμένη ότι η μεταρρύθμιση της Eurojust θα πρέπει να τεθεί σε αναμονή έως ότου το Συμβούλιο υιοθετήσει μια γενική προσέγγιση σχετικά με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· επιμένει σε μια συνολική λύση λόγω της στενής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Eurojust·

4.  θεωρεί ότι το πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να οριστεί σαφώς, προκειμένου να αποφευχθεί η νομική αβεβαιότητα όσον αφορά τα ποινικά αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της· καλεί, προς τούτο, το Συμβούλιο να αποσαφηνίσει την αρμοδιότητα των Eurojust, Europol και OLAF, έτσι ώστε οι εκάστοτε ρόλοι όλων των φορέων που είναι επιφορτισμένοι με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ να είναι σαφώς καθορισμένοι και οριοθετημένοι·

5.  επιδοκιμάζει την πρόταση σύμφωνα με την οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πρέπει να υποβάλει ετήσια έκθεση στα όργανα της ΕΕ προκειμένου να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η αξιολόγηση των γενικών κατευθύνσεων της δραστηριότητάς της και υπογραμμίζει ότι αυτό δεν θα πρέπει να αποτελεί ένα μέσο με το οποίο τα όργανα της ΕΕ θα επηρεάζουν στο μέλλον τη δραστηριότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

6.  τονίζει την ανάγκη για μια ανοικτή, διαφανή και ανεξάρτητη διαδικασία επιλογής για τον διορισμό του Ευρωπαίου Εισαγγελέα και των αναπληρωτών του και προτείνει έναν ανοικτό διαγωνισμό για τους υποψηφίους με ανάλογο επαγγελματισμό, εμπειρία και επάρκεια, οι οποίοι θα προεπιλέγονται από την Επιτροπή και θα αξιολογούνται από ανεξάρτητη επιτροπή ειδικών· προτείνει να διαβιβάζεται ο κατάλογος των επικρατέστερων υποψηφίων στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και να εξουσιοδοτούνται το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να αποφασίσουν τη διεξαγωγή περαιτέρω συνεντεύξεων με τους υποψηφίους, των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στον κατάλογο· ως εκ τούτου, ζητεί την πλήρη συμμετοχή του Κοινοβουλίου στη διαδικασία επιλογής του Ευρωπαίου Εισαγγελέα και των αναπληρωτών του, η δε τελική απόφαση για το διορισμό να λαμβάνεται από το Συμβούλιο και να εγκρίνεται από το Κοινοβούλιο·

7.  συνιστά να δίνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ιδιαίτερη προσοχή στον διορισμό των ευρωπαίων εισαγγελέων και των εντεταλμένων ευρωπαίων εισαγγελέων καθώς και στην εκπλήρωση των κριτηρίων που αφορούν τα προσόντα, την επαγγελματική πείρα και την ανεξαρτησία τους, διασφαλίζοντας μια ισόρροπη γεωγραφική εκπροσώπηση·

8.  υπογραμμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πρέπει να εξετάζει και να ερευνά με την ίδια αυστηρότητα υποθέσεις σοβαρών ποινικών αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, προερχόμενες από όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από γεωγραφικούς παράγοντες, προηγηθείσες υποθέσεις ή μελέτες και να υιοθετεί μία ποιοτική προσέγγιση που να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια·

9.  υπογραμμίζει την ανάγκη να διευκρινιστεί σαφώς ο τρόπος με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα συνεργάζεται αποτελεσματικά με όλα τα κράτη μέλη·

10. συνιστά να καταβάλει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ιδιαίτερες προσπάθειες για να αντιμετωπίσει τη διασυνοριακή εγκληματικότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τον σύνθετο χαρακτήρα του προβλήματος αυτού καθώς και την μεγάλη απειλή και ζημία που αυτό προκαλεί· επιβεβαιώνει, εντούτοις, ότι οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να ορισθούν επακριβώς, ώστε να καταστεί δυνατόν οι εγκληματικές πράξεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της να προσδιορίζονται εκ των προτέρων και να υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των αρμοδιοτήτων των εθνικών εισαγγελέων· προς τούτο, προτείνει μια προσεκτική επανεξέταση των ορισμών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 13 της πρότασης της Επιτροπής σχετικά με την παρεπόμενη αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, προκειμένου να αποφεύγεται η διπλή δίωξη και τα δικαστικά κενά· προτείνει περαιτέρω να διασφαλιστεί ότι τα ερευνητικά μέσα και μέτρα που έχει στη διάθεσή της η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, θα είναι ενιαία, επακριβώς προσδιορισμένα και συμβατά με τα νομικά συστήματα όλων των κρατών μελών, προκειμένου να αποτρέπεται η επιλογή της ευνοϊκότερης δωσιδικίας («forum shopping»)·

11. επισημαίνει ότι οι εισαγγελείς και οι συνεργάτες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας πρέπει, στο πλαίσιο των ενεργειών και των ερευνών στις οποίες προβαίνουν, να τηρούν πλήρως τις αρχές του δικαίου, ιδίως όσον αφορά τα δικαιώματα των υπόπτων ή των κατηγορουμένων, όπως ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας έως ότου εκδοθεί μία τελεσίδικη και αμετάκλητη δικαστική απόφαση, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, το δικαίωμα άρνησης κατάθεσης, το δικαίωμα υπεράσπισης από συνήγορο και το δικαίωμα νομικής συνδρομής, και την αρχή της απαγόρευσης νέας δίωξης για το ίδιο αδίκημα («ne bis in idem»)· καλεί τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για τη θέσπιση εναρμονισμένων διατάξεων σχετικά με την αναγνώριση και το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· φρονεί, ειδικότερα, ότι οι προϋποθέσεις για το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων πρέπει να διαμορφωθούν κατά τρόπο ώστε να τηρούνται όλα τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση· φρονεί ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να αναζητεί ενεργά όλα τα σχετικά αποδεικτικά μέσα, είτε αυτά είναι ενοχοποιητικά είτε απαλλακτικά·

12. αποδοκιμάζει το γεγονός ότι στην παρούσα πρόταση για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας το πεδίο της αρμοδιότητάς της περιορίζεται σε υποθέσεις απάτης· ζητεί, συνεπώς, από την Επιτροπή να προτείνει, μόλις συσταθεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, τη διεύρυνση των καθηκόντων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ώστε να καλύπτει ορισμένες κατηγορίες σοβαρών διασυνοριακών αδικημάτων, όπως το οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία·

13. καλεί το Συμβούλιο να παράσχει λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τον αντίκτυπο που θα έχει η προτεινόμενη συλλογική δομή στον προϋπολογισμό της ΕΕ· πιστεύει ότι οι εκάστοτε αποφάσεις σχετικά με την επιλογή του αρμόδιου δικαστηρίου, την άσκηση ποινικής δίωξης, τη θέση στο αρχείο ή την εκ νέου παραπομπή μιας υπόθεσης, καθώς και η απόφαση για τη κίνηση της διαδικασίας συμβιβασμού, πρέπει σε κάθε περίπτωση να λαμβάνονται σε κεντρικό επίπεδο·

14. επιβεβαιώνει ότι το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων σε συνάρτηση με τη δραστηριότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να διασφαλίζεται ανά πάσα στιγμή· θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι όλες οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από το αρμόδιο δικαστήριο· επιμένει, στο πλαίσιο αυτό ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τον Ευρωπαίο Εισαγγελέα πριν ή ανεξάρτητα από τη δίκη, όπως η απόφαση για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, η επιλογή του αρμόδιου για τη δίωξη δικαστηρίου, η θέση της υπόθεσης στο αρχείο ή η απόφαση για την απόρριψη ενός συμβιβασμού, θα πρέπει να υπόκεινται σε έλεγχο από τα δικαστήρια της Ένωσης· τονίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να αποκαθιστά κάθε ζημία, βάσει του εθνικού δικαίου, που προκαλείται από παράνομη ή καταχρηστική ποινική δίωξη·

15. φρονεί ότι ο κανονισμός, εκτός από την ετήσια έκθεση για τις γενικές δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, θα πρέπει να προβλέπει μια ρήτρα επανεξέτασης προκειμένου να ελέγχεται εάν επιτεύχθηκαν οι επιδιωκόμενοι με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στόχοι και τα αποτελέσματα, ώστε να διαπιστωθούν τα κενά και οι αδυναμίες που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

24.2.2015

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

16

3

4

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Joëlle Bergeron, Marie-Christine Boutonnet, Jean-Marie Cavada, Therese Comodini Cachia, Mady Delvaux, Andrzej Duda, Rosa Estaràs Ferragut, Laura Ferrara, Mary Honeyball, Sajjad Karim, Gilles Lebreton, António Marinho e Pinto, Jiří Maštálka, Evelyn Regner, Pavel Svoboda, József Szájer, Axel Voss, Tadeusz Zwiefka, Κώστας Χρυσόγονος

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Pascal Durand, Heidi Hautala, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Victor Negrescu, Viktor Uspaskich

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Krisztina Morvai

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού

H πρόεδρος

IPOL-COM-CONT D(2015)3294

Κύριο Claude Moraes

Πρόεδρο

της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

ASP 13G205

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Θέμα:      Επικαιροποιημένη προσωρινή έκθεση σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (COM(2013)05342013/0255(APP))

Αξιότιμε Κύριε Moraes,

Σας απευθύνω την παρούσα επιστολή σχετικά με την πρότασή σας να σας διαβιβάσει η Επιτροπή Προϋπολογισμών (CONT) την άποψή της όσον αφορά την επικαιροποιημένη προσωρινή έκθεση σχετικά με την πρόταση για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, με την οποία η επιτροπή σας ετοιμάζεται να εκφράσει τη θέση του Κοινοβουλίου ανταποκρινόμενη στις πρόσφατες συζητήσεις των κρατών μελών. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τη συνεχιζόμενη καλή συνεργασία επί του θέματος αυτού.

Όπως τονίζεται στο ψήφισμα του ΕΚ της 12ης Μαρτίου 2014, η σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας συνιστά ένα περαιτέρω βήμα για την εγκαθίδρυση ενός ευρωπαϊκού χώρου ποινικής δικαιοσύνης και συμβάλλει στην ενίσχυση των μέσων που χρησιμοποιούνται για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και για την καταπολέμηση της απάτης, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στην αύξηση της εμπιστοσύνης των φορολογούμενων στην ΕΕ. Δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εμπίπτει στην αποκλειστική νομοθετική αρμοδιότητα του Συμβουλίου, η Επιτροπή CONT καλεί το Συμβούλιο να εμπλέξει πλήρως το Κοινοβούλιο στις εργασίες του.

Η Επιτροπή CONT θεωρεί ότι θα πρέπει να έχει τη βεβαιότητα ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία λειτουργεί τηρώντας πλήρως τα θεμελιώδη δικαιώματα και συμμορφούμενη προς αυτά, αλλά και ότι θα πρέπει επίσης να είναι ευέλικτη, εξορθολογισμένη, αποτελεσματική και ικανή να επιτυγχάνει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να είναι πλήρως ανεξάρτητη από τις εθνικές κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και να προστατεύεται από κάθε πολιτική πίεση και/ή επιρροή. Επίσης, το πεδίο της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να οριστεί σαφώς, προκειμένου να αποφευχθεί η νομική αβεβαιότητα όσον αφορά τα ποινικά αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της· Είναι άκρως σημαντικό το Συμβούλιο να αποσαφηνίσει τις αρμοδιότητες των Eurojust και OLAF, έτσι ώστε οι αντίστοιχοι ρόλοι των τριών υφιστάμενων φορέων που είναι επιφορτισμένοι με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ να είναι σαφώς καθορισμένοι και οριοθετημένοι.

Επιπλέον, ζητούμε τα ερευνητικά μέσα και μέτρα που έχει στη διάθεσή της η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να είναι ενιαία, επακριβώς προσδιορισμένα και συμβατά με τα νομικά συστήματα των κρατών μελών στα οποία πρόκειται να εφαρμοστούν. Οι κανόνες για το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων, και για την αξιολόγησή τους σύμφωνα με το άρθρο 30 της πρότασης της Επιτροπής, πρέπει να είναι σαφείς και να εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε κάθε δικαιοδοσία που καλύπτεται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, και με πλήρη τήρηση των δικονομικών εγγυήσεων.

Εξάλλου, η Επιτροπή CONT ζητεί να διαθέτει το οργανωτικό μοντέλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σε κεντρικό επίπεδο, τις κατάλληλες δεξιότητες, πείρα και γνώση ούτως ώστε αυτοί που θα πρέπει να διεξαγάγουν τις έρευνες να έχουν τις απαραίτητες δεξιότητες για να διαχειρίζονται τέτοιες έρευνες στα νομικά συστήματα των ενεχομένων κρατών μελών.

Επισημαίνουμε ότι στο Συμβούλιο η πλειονότητα των κρατών μελών θεωρεί ότι ένα Σώμα Ευρωπαίων Εισαγγελέων θα ήταν η πλέον κατάλληλη δομή προκειμένου να διασφαλιστεί ότι διατίθεται το απαιτούμενο επίπεδο επάρκειας και πείρας κατά τη διεξαγωγή ερευνών. Ωστόσο, υποπτευόμαστε ότι η εν λόγω δομή θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια ανεξαρτησίας ή σε αναποτελεσματικότητα εντός της Υπηρεσίας, και ως εκ τούτου εκφράζουμε την ανησυχία μας για τις συζητήσεις που διεξάγονται στο Συμβούλιο σχετικά με τη δομή και τις αρμοδιότητες της Υπηρεσίας.

Χαιρετίζουμε την πρόθεση του Συμβουλίου να χορηγήσει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και στα κράτη μέλη συντρέχουσα αρμοδιότητα για τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, γεγονός που θα επιτρέψει να διασφαλιστεί ότι οι έρευνες διεξάγονται στο κατάλληλο επίπεδο.

Η Επιτροπή CONT ζητεί από την Επιτροπή LIBE να προτρέψει το Συμβούλιο να σεβαστεί τις ακόλουθες αρχές:

 μια ανοικτή και διαφανή διαδικασία επιλογής για τον διορισμό των Ευρωπαίων Εισαγγελέων, με πλήρη συμμετοχή του Κοινοβουλίου στη διαδικασία επιλογής του Ευρωπαίου Γενικού Εισαγγελέα και των αναπληρωτών του, προκειμένου να καταστεί η Υπηρεσία ένα πραγματικά ευρωπαϊκό όργανο και να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία του από τις εθνικές κυβερνήσεις·

 ανάθεση των υποθέσεων στους Εισαγγελείς ανάλογα με την εμπειρογνωμοσύνη τους,

 δημιουργία μιας αποκεντρωμένης δομής – όπως προτείνεται από την Επιτροπή – που θα επιτρέπει στους εντεταλμένους των Ευρωπαίων Εισαγγελέων να κινούν και να διεξάγουν έρευνες στο κράτος μέλος τους ή σε άλλο κράτος μέλος, με αποτέλεσμα οι έρευνες να παραμένουν εντός των εθνικών διωκτικών συστημάτων, ενώ ταυτόχρονα η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα ενημερώνεται από τον Εισαγγελέα όταν κινείται έρευνα· έτσι θα αποφεύγονται τα προβλήματα που αντιμετωπίζει επί του παρόντος η OLAF, η οποία πρέπει να βασίζεται στις αρχές των κρατών μελών για την παροχή ορισμένων πληροφοριών που της επιτρέπουν να εκπληρώνει τα καθήκοντά της·

 τέλος, και προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώνει η Υπηρεσία πρέπει να είναι παραδεκτά από τα δικαστήρια των κρατών μελών και να συμμορφώνονται πλήρως με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο διεξήχθη η έρευνα, καθώς και με τους οικείους κανόνες που ορίζονται στον κανονισμό.

Εκφράζουμε τη λύπη μας για το γεγονός ότι η πρόταση για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν συνοδεύεται ούτε από πρόταση για τη σύσταση Ευρωπαϊκού Ποινικού Δικαστηρίου ως ειδικευμένου δικαστηρίου υπαγόμενου στο Γενικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 257 της ΣΛΕΕ, ούτε από πρόταση για ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο δικονομικού δικαίου· Η επιτροπή της οποίας προεδρεύω ζητεί από το Συμβούλιο να αναλύσει τις προτάσεις αυτές.

Επιπλέον η Επιτροπή CONT θεωρεί αναγκαίο να τεθούν οι υπάλληλοι της ΕΕ σε ισότιμη βάση με τους υπόλοιπους πολίτες της ΕΕ και ως εκ τούτου ζητεί να τροποποιηθεί αναλόγως το άρθρο 11 στοιχείο α) του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 19 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της Ένωσης, προκειμένου να δοθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία η δυνατότητα να αναλαμβάνει άμεση δράση.

Ομοίως, η επιτροπή ζητεί η πρόταση για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να ευθυγραμμιστεί πλήρως με την ισχύουσα νομοθετική πρόταση που καθορίζει τους κοινούς ελάχιστους κανόνες που διέπουν το δικαίωμα προσωρινής νομικής αρωγής για υπόπτους ή κατηγορουμένους σε ποινικές διαδικασίες (2013/0409(COD)).

Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε εκ του σύνεγγυς τις διαπραγματεύσεις του Συμβουλίου και ευελπιστούμε ότι θα μπορέσετε να λάβετε υπόψη τα αιτήματά μας κατά την εκπόνηση του σχεδίου προσωρινής έκθεσης.

Με εκτίμηση,

Dr Inge Gräßle

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

9.3.2015

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

41

13

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jan Philipp Albrecht, Martina Anderson, Malin Björk, Michał Boni, Caterina Chinnici, Ignazio Corrao, Agustín Díaz de Mera García Consuegra, Frank Engel, Tanja Fajon, Laura Ferrara, Lorenzo Fontana, Ana Gomes, Jussi Halla-aho, Monika Hohlmeier, Brice Hortefeux, Sophia in ‘t Veld, Eva Joly, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Timothy Kirkhope, Kashetu Kyenge, Marju Lauristin, Juan Fernando López Aguilar, Monica Macovei, Barbara Matera, Roberta Metsola, Louis Michel, Claude Moraes, József Nagy, Péter Niedermüller, Soraya Post, Judith Sargentini, Birgit Sippel, Helga Stevens, Traian Ungureanu, Harald Vilimsky, Udo Voigt, Beatrix von Storch, Josef Weidenholzer, Cecilia Wikström, Kristina Winberg, Tomáš Zdechovský, Мария Габриел, Илияна Йотова

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Janice Atkinson, Hugues Bayet, Carlos Coelho, Pál Csáky, Dennis de Jong, Teresa Jiménez-Becerril Barrio, Gilles Lebreton, Angelika Mlinar, Maite Pagazaurtundúa Ruiz, Barbara Spinelli, Josep-Maria Terricabras, Axel Voss, Μιλτιάδης Κύρκος

(1)

     Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0234.

(2)

     Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0444.

(3)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0234.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου