Διαδικασία : 2015/2232(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0199/2016

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0199/2016

Συζήτηση :

PV 23/06/2016 - 2
CRE 23/06/2016 - 2

Ψηφοφορία :

PV 23/06/2016 - 8.14
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2016)0293

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 722kWORD 246k
2.6.2016
PE 575.188v02-00 A8-0199/2016

σχετικά με την έκθεση που αφορά την εφαρμογή της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση (2012/27/ΕΕ)

(2015/2232(INI))

Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας

Εισηγητής: Markus Pieper

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την έκθεση που αφορά την εφαρμογή της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση (2012/27/ΕΕ)

(2015/2232(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 114 και 194,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 2015, με τίτλο «Δέσμη μέτρων για την ενεργειακή ένωση - Στρατηγική πλαίσιο για μια ανθεκτική ενεργειακή ένωση με μακρόπνοη πολιτική για την κλιματική αλλαγή» (COM(2015)0080),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (2010/31/EΕ),

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου, της 23ης και 24ης Οκτωβρίου 2014, σχετικά με το πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια με χρονικό ορίζοντα το έτος 2030,

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία του Παρισιού που επιτεύχθηκε τον Δεκέμβριο του 2015 κατά την 21η διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών (COP21) της UNFCCC,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2011, με τίτλο «Ενεργειακός χάρτης πορείας για το 2050» (COM(2011)0885),

–  έχοντας υπόψη την τρίτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για την ενεργειακή απόδοση, την τροποποίηση των οδηγιών 2009/125/ΕΚ και 2010/30/ΕΕ και την κατάργηση των οδηγιών 2004/8/ΕΚ και 2006/32/ΕΚ(1),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Δεκεμβρίου 2015 με τίτλο «Η πορεία προς μια Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Ένωση»(2),

–  έχοντας υπόψη έκθεση της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 2015, με τίτλο «Αξιολόγηση της προόδου των κρατών μελών προς τους εθνικούς στόχους ενεργειακής απόδοσης για το 2020 και της εφαρμογής της Οδηγίας για την Ενεργειακή Απόδοση 2012/27/ΕΕ όπως ορίζεται από το Άρθρο 24, παράγραφο 3 της Οδηγίας για την Ενεργειακή Απόδοση 2012/27/ΕΕ»(3),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 8ης Μαρτίου 2011 με τίτλο «Χάρτης πορείας για τη μετάβαση σε μια ανταγωνιστική οικονομία χαμηλών επιπέδων ανθρακούχων εκπομπών το 2050»(4),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2011, με τίτλο «Ενεργειακός χάρτης πορείας για το 2050»(5),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 5ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με ένα πλαίσιο για τις πολιτικές που αφορούν το κλίμα και την ενέργεια με χρονικό ορίζοντα το έτος 2030(6),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 9ης Ιουλίου 2015, για την αποδοτικότητα των πόρων: προς μια κυκλική οικονομία(7),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 2016, με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για τη θέρμανση και την ψύξη»(8),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A8-0199/2016),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και η εξοικονόμηση ενέργειας αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για την προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος, την ενίσχυση της οικονομικής ανταγωνιστικότητας, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού και την καταπολέμηση της ενεργειακής ένδειας, και έχουν γεωπολιτικές και δημοκρατικές διαστάσεις για την ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία για την ενεργειακή απόδοση παρέχει μια σημαντική βάση στο πλαίσιο αυτό· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόταση της Επιτροπής για τη σύσταση μιας ενεργειακής ένωσης εκλαμβάνει την ενεργειακή απόδοση ως αφ' εαυτής πηγή ενέργειας·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ σημειώνει συνολικά ικανοποιητική πρόοδο όσον αφορά τους κλιματικούς και ενεργειακούς στόχους της για το 2020, σύμφωνα με προβλέψεις που λαμβάνουν ως υπόθεση την πλήρη εφαρμογή του συνόλου της σχετικής νομοθεσίας έως το 2020, (μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, αύξηση του μεριδίου χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τόνωση της ενεργειακής απόδοσης) και πρέπει να διατηρήσει τον ηγετικό ρόλο της σε παγκόσμιο επίπεδο·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μεγαλύτερη εξοικονόμηση αναμένεται από τις πολυτομεακές οριζόντιες πολιτικές (44 %), ακολουθούμενες από τα κτίρια (42 %), τη βιομηχανία (8 %) και τις μεταφορές (6 %)·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υφίστανται σημαντικές αβεβαιότητες σε σχέση με την αξιοπιστία των εκτιμήσεων για την εξοικονόμηση ενέργειας που παρέχουν τα κράτη μέλη·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κτίρια ευθύνονται για το 40 % της τελικής χρήσης ενέργειας και για το 36 % των εκπομπών CO2 ότι, επιπλέον, το 50% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας αντιστοιχεί στη θέρμανση και την ψύξη, το 80 % της οποίας χρησιμοποιείται σε κτίρια και μεγάλο μέρος του σπαταλάται· λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να αναπτυχθεί σε εθνικό επίπεδο δείκτης ενεργειακής ζήτησης για θέρμανση και ψύξη όσον αφορά τις ανάγκες των κτιρίων· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 50 % των περικοπών των εκπομπών που απαιτούνται για να περιοριστεί η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη σε επίπεδα κάτω των 2 βαθμών Κελσίου πρέπει να προέλθει από την ενεργειακή απόδοση· ότι η μείωση της ενεργειακής ζήτησης των κτιρίων αποτελεί επίσης τον αποδοτικότερο από πλευράς κόστους τρόπο για τη βελτίωση της ενεργειακής ασφάλειας και τη μείωση των εκπομπών CO2, ενώ συμβάλλει παράλληλα στην επίτευξη των στόχων επανεκβιομηχάνισης της ΕΕ·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενεργειακή απόδοση πρέπει να θεωρείται αφ’ εαυτής ενεργειακή πηγή, η οποία αντιπροσωπεύει την ποσότητα σε Nw (αρνητικά watt) της εξοικονομούμενης ενέργειας, όπως προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας από την πρόσφατη παγκόσμια και ευρωπαϊκή ιστορία·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 61 % του εισαγόμενου φυσικού αερίου προορίζεται για κτίρια (από το οποίο το 75 % για κατοικίες). ότι, όπως προκύπτει από έρευνες, με μια φιλόδοξη πολιτική ανακαίνισης κτιρίων σε επίπεδο ΕΕ, το μέγεθος των εισαγωγών (που χρησιμοποιούνται στον κατασκευαστικό τομέα) θα μπορούσε να μειωθεί με οικονομικά αποδοτικό τρόπο κατά 60 % σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα (δηλ. εντός 15 ετών), ενώ σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα οι εισαγωγές θα μπορούσαν να εξαλειφθούν πλήρως (το ευρωπαϊκό κτιριακό απόθεμα θα κατανάλωνε το 2040 ποσότητα ίση με την εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου της ΕΕ το 2011)·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι θεμελιώδους σημασίας η ΕΕ και τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν τη σημασία της συμπερίληψης πρωτοβουλιών που βασίζονται στους πολίτες, όπως συνεταιρισμοί και κοινοτικά έργα υπέρ της ενεργειακής απόδοσης· ότι επιβάλλεται η άρση των οικονομικών, ρυθμιστικών και διοικητικών φραγμών, η οποία θα επιτρέψει στους πολίτες να συμμετέχουν ενεργά στο ενεργειακό σύστημα

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία για την ενεργειακή απόδοση αποτελεί βασική οδηγία η οποία αναγνωρίζει τη σημασία της εξοικονόμησης ενέργειας ως παράγοντα αλλαγής των δεδομένων για την πραγμάτωση των φιλοδοξιών μετά τη συμφωνία COP21, ενώ προσφέρει παράλληλα τα περισσότερα πολλαπλά οφέλη· ότι η δημιουργία θέσεων εργασίας χάρη στην πραγματοποίηση επενδύσεων στην ανακαίνιση κτιρίων και σε άλλα μέτρα ενεργειακής απόδοσης, βελτίωση του βιοτικού επιπέδου μέσω της μείωσης της ένδειας καυσίμων, ευκαιρίες απασχόλησης στον τομέα των ΜΜΕ, αύξηση της αξίας των ακινήτων, αύξηση της παραγωγικότητας, βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας, βελτιώσεις της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα, βελτίωση της φορολογικής βάσης και αύξηση του ΑΕγχΠ·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αύξηση της ενεργειακής απόδοσης, ιδίως στον κατασκευαστικό τομέα, προσφέρει πρόσθετα οφέλη μέσω της ευελιξίας του εφοδιασμού και της μείωσης του συνολικού βασικού φορτίου και της περιόδου αιχμής του συστήματος·

Η οδηγία για την ενεργειακή απόδοση: εφαρμόζεται ανεπαρκώς αλλά παρέχει πλαίσιο για την επίτευξη εξοικονόμησης ενέργειας

1.  τονίζει ότι η ενεργειακή απόδοση είναι καίριας σημασίας για την επίτευξη των κλιματικών και ενεργειακών μας στόχων, στο πλαίσιο των στόχων που όρισε η συμφωνία του Παρισιού που εγκρίθηκε στη διάσκεψη COP21· τονίζει ότι η ενεργειακή απόδοση έχει κεφαλαιώδη σημασία για τη μείωση της εξάρτησής μας από ενεργειακές εισαγωγές, τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, τη μείωση της ενεργειακής ένδειας, τη βελτίωση της άνεσης και της ασφάλειας και την τόνωση της οικονομίας μας· τονίζει ότι η οδηγία για την ενεργειακή απόδοση έδωσε το έναυσμα για πολλές θετικές εξελίξεις στα κράτη μέλη, αλλά η πλημμελής εφαρμογή της εμποδίζει την πλήρη ανάπτυξη του δυναμικού της·

2.  τονίζει ότι είναι σημαντικό να αρχίσει η μετάβαση προς ένα πιο βιώσιμο ενεργειακό σύστημα βασισμένο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η ταχύτερη δυνατή αποδέσμευση από τα ορυκτά καύσιμα· εκφράζει την ανησυχία του διότι η μείωση των τιμών των ορυκτών καυσίμων μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη για την πολιτική απεξάρτησης από τον άνθρακα και την πολιτική ενεργειακής απόδοσης·

3.  ζητεί να καταρτιστούν σχέδια με στόχο τη σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα και τη διάθεση χρηματοδοτικών πόρων για σχέδια ενεργειακής απόδοσης ώστε να υλοποιηθεί ο στόχος της ΕΕ για απαλλαγή του τομέα της ενέργειας από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα έως το 2050·

4.  διαπιστώνει ότι, έως τώρα, η οδηγία για την ενεργειακή απόδοση (ΟΕΑ) του 2012 και η οδηγία για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων του 2010 δεν έχουν εφαρμοστεί πλήρως από τα κράτη μέλη· παρατηρεί ότι η προθεσμία για τη μεταφορά της ΟΕΑ στο εθνικό δίκαιο ήταν μόνο η 5η Ιουνίου 2014· θεωρεί ότι η μείωση του κόστους και η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας είναι προς το συμφέρον πολιτών και επιχειρήσεων· επισημαίνει ότι είναι σημαντικό να θεσπιστεί ισχυρό κανονιστικό πλαίσιο που θα αποτελείται από στόχους και μέτρα προκειμένου να παρασχεθούν κίνητρα για επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση και σε χαμηλή κατανάλωση και κόστος ενέργειας, με υποστήριξη της ανταγωνιστικότητας και της βιωσιμότητας· προσθέτει ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν αξιοποιούν δεόντως τη στήριξη της ΕΕ που είναι διαθέσιμη για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης των κατοικιών· επισημαίνει τις σημαντικές δυνατότητες για δημιουργία ποιοτικής απασχόλησης που προσφέρει η πλήρης εφαρμογή των μέτρων ενεργειακής απόδοσης, λαμβανομένου υπόψη ότι περίπου 900 χιλιάδες θέσεις εργασίας συνδέονται με την παροχή ενεργειακά αποδοτικών αγαθών και υπηρεσιών (σύμφωνα με δεδομένα του 2010)·

5.  επαναλαμβάνει ότι η ενεργειακή απόδοση πρέπει να θεωρείται το πλέον βιώσιμο μέτρο στο πλαίσιο της υποχρέωσης μείωσης της ενεργειακής μας κατανάλωσης και όχι να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την αύξηση της κατανάλωσης·

6.  συμφωνεί με την Επιτροπή ότι οι χαμηλότερες τιμές καυσίμων και οι προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης μπορεί να θέσουν σε περαιτέρω κίνδυνο την επίτευξη του στόχου του 20 %· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να βελτιώσουν το καθεστώς παρακολούθησης, επαλήθευσης, ελέγχου και συμμόρφωσης προκειμένου να εξασφαλιστεί το κατάλληλο επίπεδο φιλοδοξίας·

7.  αναγνωρίζει ότι τα κράτη μέλη αναμένεται να επιτύχουν ποσοστό εξοικονόμησης πρωτογενούς ενέργειας μόλις 17,6% έως το 2020 και ότι εξακολουθεί να υφίσταται κίνδυνος μη επίτευξης του στόχου του 20% εκτός εάν εφαρμοστεί πλήρως η υφιστάμενη νομοθεσία της ΕΕ, επιταχυνθούν οι προσπάθειες και αρθούν οι υφιστάμενοι φραγμοί σε επενδύσεις· σημειώνει, ωστόσο, ότι οποιαδήποτε αξιολόγηση της εφαρμογής της ΟΕΑ μπορεί, στο στάδιο αυτό, να προσφέρει μια μερική μόνο εικόνα της κατάστασης δεδομένης της σχετικά πρόσφατης έναρξης ισχύος της εν λόγω οδηγίας και προθεσμίας μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο· παροτρύνει τα κράτη μέλη να υλοποιήσουν πλήρως και ταχέως την οδηγία· καλεί την Επιτροπή να ενεργήσει άμεσα για την υποβολή αιτημάτων, όπου αυτό απαιτείται, για ευθυγράμμιση των εθνικών σχεδίων με τους στόχους της οδηγίας, και να χρησιμοποιεί όλα τα νομικά μέσα προκειμένου να εξασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη παρέχουν επικαιροποιημένες και ακριβείς πληροφορίες·

8.  υπενθυμίζει τα ψηφίσματά του της 5ης Φεβρουαρίου 2014, της 26ης Νοεμβρίου 2014 και 15ης Οκτωβρίου 2015, τα οποία ζητούν, μεταξύ άλλων, στόχο ενεργειακής απόδοσης 40 % για το 2030· θεωρεί ότι η θέσπιση δεσμευτικού συνολικού στόχου με επιμέρους εθνικούς στόχους για το 2030 θα αυξήσει την ανεξαρτησία της ΕΕ από τις εισαγωγές ενέργειας, θα ενθαρρύνει την καινοτομία και θα συμβάλει στην εξασφάλιση του τεχνολογικού προβαδίσματος της ΕΕ στους τομείς αυτούς· θεωρεί επίσης ότι η θέσπιση δεσμευτικών απαιτήσεων έχει ζωτική σημασία για την επίτευξη μέγιστου επιπέδου φιλοδοξίας και προσπάθειας στα κράτη μέλη, ενώ θα πρέπει να παρέχεται επαρκής ευελιξία για την προσαρμογή του συνδυασμού εργαλείων και μέσων σε εθνικό επίπεδο·

9.  σημειώνει ότι οι τοπικές αρχές έχουν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη διευκόλυνση της εφαρμογής της οδηγίας, μέσω της συμμετοχής τους σε φιλόδοξα μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας μέσω τοπικών σχεδίων δράσης, για παράδειγμα στο πλαίσιο του Συμφώνου των Δημάρχων για το κλίμα και την ενέργεια· θεωρεί ότι τα δεδομένα από τα τοπικά σχέδια δράσης – όπως οι πολιτικές και τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης που περιγράφονται σε περισσότερα από 5 000 σχέδια δράσης για βιώσιμη ενέργεια στο πλαίσιο του Συμφώνου των Δημάρχων για το κλίμα και την ενέργεια – μπορούν να συμβάλουν αποτελεσματικά στον από κοινού σχεδιασμό και στην αύξηση του επιπέδου φιλοδοξίας των εθνικών στόχων ενεργειακής απόδοσης·

10.  θεωρεί ότι πρέπει να αξιοποιηθούν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό οι δυνατότητες της τοπικής εξοικονόμησης ενέργειας, καθώς οι τοπικές και περιφερειακές αρχές διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην προώθηση της ενεργειακής απόδοσης και της ενεργειακής μετάβασης συνολικά· καλεί την Επιτροπή να ενισχύσει τα αστικά δίκτυα, όπως είναι το Σύμφωνο των Δημάρχων, η πρωτοβουλία «Έξυπνες πόλεις και κοινότητες» και οι κοινότητες που χρησιμοποιούν ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές σε ποσοστό 100 %, τα οποία επιτρέπουν την ανταλλαγή γνώσεων και βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των πόλεων, των τοπικών αρχών, των περιφερειών και των κρατών μελών στους τομείς του τοπικού σχεδιασμού της ενεργειακής μετάβασης από τη βάση προς την κορυφή, του σχεδιασμού και της εφαρμογής μέτρων ενεργειακής απόδοσης και της αυτοπαραγωγής, καθώς και της πρόσβασης σε χρηματοδοτική στήριξη·

11.  εκφράζει τη λύπη του για τον ελάχιστα φιλόδοξο στόχο (βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά τουλάχιστον 27 % το 2030) που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 2014, πράγμα που δικαιολογείται κυρίως από ένα ιδιαίτερα μη ρεαλιστικό υψηλό προεξοφλητικό επιτόκιο που περιεχόταν σε προηγούμενη εκτίμηση επιπτώσεων· υπενθυμίζει ότι αυτό το προεξοφλητικό επιτόκιο (17,5%) είναι υπέρμετρα υψηλό· καλεί την Επιτροπή να προχωρήσει σε ολοκληρωμένη ανάλυση κόστους-οφέλους λαμβάνοντας υπόψη τα πολλαπλά οφέλη της ενεργειακής απόδοσης, και σε ένα κοινωνικό προεξοφλητικό επιτόκιο, σύμφωνα με τις δικές της κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας· ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να επανεξετάσουν τον στόχο ενεργειακής απόδοσης 27% για το 2030 υπό το πρίσμα της συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, με σκοπό την επίτευξη του στόχου για περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα από τους 2 βαθμούς Κελσίου, και να συνεχίσουν τις προσπάθειες για περιορισμό της αύξησης αυτής σε 1,5 βαθμό, σύμφωνα με τον στόχο ενεργειακής απόδοσης που υιοθέτησε το Κοινοβούλιο· καλεί την Επιτροπή να ορίσει δεσμευτικό στόχο ενεργειακής απόδοσης 40% για το 2030, κάτι που θα αντικατοπτρίζει το δυναμικό οικονομικά συμφέρουσας ενεργειακής απόδοσης·

12.  τονίζει ότι πρέπει να προωθηθεί περαιτέρω στην ΕΕ μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για τη μείωση της ενεργειακής ζήτησης·

13.  τονίζει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η ευελιξία της οδηγίας επέτρεψε σε πολλά κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για την ενεργειακή απόδοση και θεωρεί ότι αυτή η ευελιξία σε εναλλακτικά μέτρα έχει καίρια σημασία για τη μελλοντική υλοποίηση προγραμμάτων και έργων ενεργειακής απόδοσης από τα κράτη μέλη· ζητεί να εξαλειφθούν τα κενά της ισχύουσας οδηγίας, τα οποία είναι υπεύθυνα για την ανεπαρκή υλοποίηση της οδηγίας, ιδίως στο άρθρο 7, διατηρώντας παράλληλα επαρκή ευελιξία των κρατών μελών να επιλέγουν μεταξύ των μέτρων· παρατηρεί ότι η μελέτη της EPRS σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 7(9) , η οποία βασίζεται σε στοιχεία που έχουν κοινοποιηθεί από τα κράτη μέλη, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μέτρα όπως το να επιτρέπεται τα κράτη μέλη να εισάγουν σταδιακά τον στόχο, να λαμβάνουν υπόψη πρώιμες δράσεις ή να εξαιρούν τους τομείς των μεταφορών και τους υπαγόμενους στο σύστημα εμπορίας εκπομπών από τον υπολογισμό του στόχου τους έχουν σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις οδηγήσει σε ετήσιο συνολικό στόχο εξοικονόμησης ενέργειας μόνο στο ήμισυ (0.75 %)· παρατηρεί ότι οι συντάκτες της μελέτης έχουν δηλώσει ότι η ποιότητα της ανάλυσης εξαρτάται από την ποιότητα των δεδομένων· επιμένει ότι τα εναλλακτικά μέτρα δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 9 πρέπει να καθοριστούν σαφέστερα και να είναι εύκολα ποσοτικοποιήσιμα·

14.  παρατηρεί ότι η σταδιακή εφαρμογή και οι πρώιμες δράσεις βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 2 δεν έχουν πλέον αντικείμενο· υπενθυμίζει ότι το άρθρο 7 αναμένεται να υλοποιήσει πάνω από το ήμισυ του στόχου του 20 % που έχει οριστεί στην οδηγία·

15.  επισημαίνει ότι η βασική αδυναμία της ισχύουσας οδηγίας είναι ότι τα περισσότερα μέτρα θα εκπνεύσουν το 2020, εκτός αν τροποποιηθεί κατάλληλα η οδηγία, πράγμα που σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι οι βασικές της διατάξεις, ιδίως το άρθρο 7, θα πρέπει να επεκταθούν όχι μόνο έως το 2030, αλλά και πέρα από αυτό το χρονικό σημείο, καθώς και ότι η ισχύουσα οδηγία πρέπει να αξιολογηθεί σε αυτό το πλαίσιο, με στόχους που πρέπει να καθοριστούν ανάλογα με τις εξελίξεις (αποτελέσματα, τεχνολογικές καινοτομίες και καινοτομίες της αγοράς κ.λπ.)· αναμένει ότι αυτό θα ευνοήσει τα μακροπρόθεσμα μέτρα· επισημαίνει, επιπλέον, την ανάγκη να θεσπιστεί μια ενδιάμεση αναθεώρηση προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι στόχοι θα επιτευχθούν έως το 2030·

16.  τονίζει ότι η περαιτέρω εναρμόνιση των μεθόδων υπολογισμού της προσθετικότητας (ικανότητα προώθησης τεχνολογιών με επιδόσεις ανώτερες του μέσου όρου της αγοράς) και της σημαντικότητας (προώθηση δράσεων που σε διαφορετική περίπτωση δεν θα υλοποιούνταν), καθώς και των διαδικασιών μέτρησης και επαλήθευσης της εξοικονόμησης ενέργειας θα μπορούσε να συμβάλει στην αποτελεσματικότερη εφαρμογή του άρθρου 7·

17.  προτείνει να αλλάξει ο τίτλος του άρθρου 7 σε «καθεστώτα στήριξης για την εξοικονόμηση ενέργειας», προκειμένου να δοθεί έμφαση στην ανάγκη να βοηθούν τα κράτη μέλη τους καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, να εξοικονομούν ενέργεια και να μειώσουν τις ενεργειακές τους δαπάνες, και να θεσπίσουν μέτρα που καθιστούν δυνατή την επίτευξη της εν λόγω εξοικονόμησης μέσω καθεστώτων ενεργειακών υποχρεώσεων και με άλλα μέτρα·

18.  προτείνει το άρθρο 7, και ιδίως το Καθεστώς Υποχρέωσης Ενεργειακής Απόδοσης (ΚΥΕΑ), να δώσουν προτεραιότητα στις δράσεις στον τομέα των κτιρίων, προωθώντας ιδίως την εφαρμογή των εθνικών μακροπρόθεσμων στρατηγικών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4, οι οποίες πρέπει να σχεδιαστούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αξιοποιούν όλες τις δυνατότητες για επενδύσεις στην ενεργειακή ανακαίνιση κτιρίων·

19.  τονίζει ότι, μεταξύ των προκλήσεων και των σοβαρότερων εμποδίων που αντιμετωπίζει η εφαρμογή του άρθρου 7, βαρύνουσα σημασία έχει η έλλειψη γνώσεων και ικανοτήτων εκ μέρους των εμπλεκόμενων μερών, καθώς και η ανεπαρκής ενημέρωση των τελικών καταναλωτών σχετικά με τα υποχρεωτικά συστήματα ενεργειακής απόδοσης ή τα εναλλακτικά μέτρα και το περιορισμένο χρονικό πλαίσιο (2014-2020) για την ολοκλήρωσή τους· ζητεί, ως εκ τούτου, από την ΕΕ να προχωρήσει σε μεγαλύτερες επενδύσεις με στόχο την υλοποίηση προγραμμάτων ενημέρωσης και στήριξης στα επιμέρους κράτη μέλη·

20.  τονίζει ότι η απουσία δεικτών αναφοράς ενεργειακής απόδοσης σε σχέση με την κατανάλωση ενέργειας ανά μονάδα του κατά κεφαλήν εθνικού εισοδήματος, καθιστά αδύνατη σε ορισμένα κράτη μέλη την κινητοποίηση των πολιτών και των επιχειρήσεων ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της ενεργειακής απόδοσης στο πλαίσιο της πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια·

21.  επισημαίνει ότι η διάταξη του άρθρου 7, δυνάμει της οποίας τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν την κατά προτεραιότητα υλοποίηση μεριδίου των μέτρων ενεργειακής απόδοσης σε νοικοκυριά που πλήττονται από ενεργειακή ένδεια ή στην κοινωνική κατοικία, έχει χρησιμοποιηθεί μέχρι τώρα μόνο από δύο κράτη μέλη· ζητεί την ενίσχυση αυτής της διάταξης·

22.  θεωρεί ότι τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης για τα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν ενεργειακή ένδεια και χρήζουν προστασίας πρέπει να εφαρμοστούν κατά προτεραιότητα προκειμένου να διασφαλιστεί η βιώσιμη μείωση του ενεργειακού κόστους, ιδίως για τα εν λόγω νοικοκυριά·

23.  προτείνει ότι τα εθνικά σχέδια δράσης για την ενεργειακή απόδοση, που απαιτούνται από το άρθρο 24 της ισχύουσας οδηγίας, θα μπορούσαν να ζητούν από τα κράτη μέλη να ορίζουν στόχους για την αξιοποίηση των μέτρων ενεργειακής απόδοσης με στόχο τη μείωση του κινδύνου ενεργειακής ένδειας και να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με την πορεία επίτευξης αυτών των στόχων·

24.  πιστεύει ότι τα μέτρα ενεργειακά αποδοτικής ανακαίνισης των υφιστάμενων κτιρίων πρέπει να απευθύνονται κατά προτεραιότητα στα άτομα που βρίσκονται σε μεγαλύτερη ενεργειακή ένδεια· καλεί την Επιτροπή να προτείνει έναν στόχο για τη βελτίωση της απόδοσης του οικιστικού κτιριακού αποθέματος, παράλληλα με μελλοντικά ελάχιστα πρότυπα απόδοσης για τις ενοικιαζόμενες κατοικίες, στο πλαίσιο της αναθεώρησης της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση·

25.  διαπιστώνει ότι 16 κράτη μέλη επέλεξαν να θεσπίσουν καθεστώς υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης (άρθρο 7 παράγραφος 1) και ότι 24 κράτη μέλη έχουν αξιοποιήσει σε κυμαινόμενο βαθμό τη δυνατότητα εναλλακτικών μέτρων, ενώ 18 κράτη μέλη προτίμησαν εναλλακτικά μέτρα αντί του ποσοστού ανακαίνισης (άρθρο 5)· επικρίνει το γεγονός ότι επτά κράτη μέλη δεν έχουν θεσπίσει ενεργειακούς ελέγχους (άρθρο 8)·

26.  τονίζει ότι ορισμένα βασικά στοιχεία της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση (π.χ. ευφυείς μετρητές, ευφυή δίκτυα, συμπαραγωγή και σχέδια ανακαίνισης) απαιτούν περισσότερο χρόνο και ότι ένα σταθερό πλαίσιο για την ενεργειακή απόδοση την περίοδο μετά το 2020 είναι απαραίτητο ώστε να προσφερθεί η απαραίτητη εμπιστοσύνη και κανονιστική σταθερότητα σε επενδυτές, δημόσιες αρχές και επιχειρήσεις προκειμένου να δρομολογούν έργα και καινοτομίες, δεδομένου ότι έχουν μεγάλο δυναμικό για μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και έτσι για μείωση του κόστους για τον καταναλωτή· παρατηρεί ότι η ζήτηση από πλευράς κοινού και η αγορά συνιστούν κεφαλαιώδεις κινητήριους μοχλούς για τα εν λόγω έργα·

27.  αναγνωρίζει ότι τα ανεπαρκή μηνύματα των τιμών είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο υπονομεύεται η ανταπόκριση στη ζήτηση· καλεί τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν αυτόν τον φραγμό και να προωθήσουν την έξυπνη μέτρηση και τη διαφανή τιμολόγηση ως τρόπο προώθησης μιας καταναλωτικής συμπεριφοράς με μεγαλύτερη ανταπόκριση όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας και τις επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση·

28.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις νέες καινοτόμες και έξυπνες λύσεις για την εξισορρόπηση της προσφοράς και της ζήτησης ενέργειας, για την καλύτερη χρήση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας κατά τις περιόδους αιχμής· ζητεί χρηματοδότηση έρευνας και ανάπτυξης για αυτές τις νέες λύσεις, ειδικά στον τομέα των ΜΜΕ·

29.  τονίζει ότι η απουσία άμεσης συνεκτικότητας μεταξύ των τριών πολιτικών στόχων για το κλίμα και την ενέργεια, ιδίως όσον αφορά την ισοδύναμη αμοιβαία μετατροπή της δυναμικής της αλλαγής μεταξύ αυτών των στόχων με βάση την ποσοστιαία αύξηση της απόδοσης και την αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ ανά μονάδα πιστοποιητικών εκπομπής CO2 , δεν δημιουργεί τα κατάλληλα κίνητρα για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας·

30.  τονίζει τον καίριο ρόλο των καταναλωτών, των πολιτών και των διαχειριστών συστημάτων διανομής στο ολοένα και πιο αποκεντρωμένο ενεργειακό τοπίο και τη σημασία της συμμετοχής τους για την επίτευξη των στόχων ενεργειακής απόδοσης· επισημαίνει, ως εκ τούτου, ότι πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα για την ενίσχυση του ρόλου τους μέσω, μεταξύ άλλων, της διευκόλυνσης της ανταπόκρισης στη ζήτηση, της αποθήκευσης μικρής κλίμακας, των ανακαινίσεων κτιρίων και των συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, τόσο σε ατομική όσο και σε συνεργατική βάση·

31.  επισημαίνει ότι η Οδηγία για την Ενεργειακή απόδοση όχι μόνο υποστηρίζει την ενεργειακή απόδοση αλλά περιέχει επίσης στοιχεία εξοικονόμησης ενέργειας μέσω της δεσμευτικής υποχρέωσης του άρθρου 7 για ετήσια εξοικονόμηση ενέργειας· ζητεί να επικεντρωθεί η οδηγία σε θέματα ενεργειακής απόδοσης· τονίζει τη σημασία ενός στόχου ενεργειακής απόδοσης για το 2030 σύμφωνου με τους στόχους για το κλίμα που συμφωνήθηκαν στην COP21 προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι μας για το κλίμα και να μειωθεί η εξάρτησή μας από τρίτες χώρες· σημειώνει ότι τα κτίρια αντιπροσωπεύουν το 40 % της χρήσης ενέργειας στην ΕΕ και ότι το 50 % αυτής της ενέργειας χρησιμοποιείται για σκοπούς θέρμανσης και ψύξης· υπογραμμίζει συνεπώς ότι η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων έχει πρωταρχική σημασία για τη μείωση των εκπομπών CO2, τη βελτίωση της ενεργειακής ασφάλειας, τη μείωση της ενεργειακής ένδειας και την τόνωση της οικονομίας μας· καλεί τα κράτη μέλη να δρομολογήσουν μεγάλες επενδύσεις που θα βελτιώσουν σημαντικά την ενεργειακή απόδοση με χρηματοδότηση της ΕΕ, δεδομένου ότι αυτό όχι μόνο θα οδηγήσει σε χαμηλότερους λογαριασμούς ενέργειας αλλά και θα δημιουργήσει πολλές θέσεις εργασίας και θα βοηθήσει να επιτευχθούν οι στόχοι της επανεκβιομηχάνισης·

32.  υπογραμμίζει ότι το 85 % της ενεργειακής κατανάλωσης σε ένα κτίριο πραγματοποιείται για τη θέρμανση χώρων και τη θέρμανση νερού οικιακής χρήσης και ότι, ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να επισπευσθεί ο εκσυγχρονισμός των παλαιών και αναποτελεσματικών συστημάτων θέρμανσης στην Ευρώπη προκειμένου να αυξηθεί τουλάχιστον κατά 20 % η ενεργειακή απόδοση με τις διαθέσιμες τεχνολογίες, μεταξύ άλλων, με ανανεώσιμα συστήματα θέρμανσης·

Ανταγωνιστικές νομοθετικές διατάξεις επιβραδύνουν την περιβαλλοντική πρόοδο, δημιουργούν γραφειοκρατία και αυξάνουν το ενεργειακό κόστος

33.  επισημαίνει ότι οι απαιτήσεις υποβολής στοιχείων στον τομέα της ενέργειας ως μέρος ενός πλαισίου είναι απαραίτητες για την αξιολόγηση της προόδου και την εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας περί ενεργειακής απόδοσης· εκφράζει ωστόσο τη λύπη του για τις υπερβολικές υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων στον τομέα της ενέργειας που επιβάλλονται, επίσης στο πλαίσιο κανονιστικού υπερθεματισμού από τα κράτη μέλη, σε επιχειρήσεις, παραγωγούς ενέργειας, καταναλωτές και δημόσιες αρχές, οι οποίες περιορίζουν το δυναμικό ανάπτυξης και καινοτομίας· τονίζει ότι τα καθήκοντα υποβολής στοιχείων πρέπει να απλουστεύονται οποτεδήποτε είναι δυνατόν, για να μειώνεται η διοικητική επιβάρυνση και το κόστος· επικρίνει το γεγονός ότι τα στοιχεία που λαμβάνονται στο πλαίσιο των απαιτήσεων υποβολής συχνά δεν είναι συγκρίσιμα σε επίπεδο ΕΕ, λόγω των διαφορών σε αναλυτικές κατανομές, μεθοδολογίες και πρότυπα· καλεί την Επιτροπή να μειώσει, μεταξύ άλλων μέσω ψηφιακών λύσεων, τον διοικητικό φόρτο που συνδέεται με τις υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων και να εκπονήσει περισσότερες κατευθυντήριες γραμμές για τη συγκρισιμότητα των δεδομένων, ώστε να βελτιωθεί η αξιολόγηση των δεδομένων· ζητεί να ευθυγραμμιστούν οι προβλέψεις για την ενεργειακή ζήτηση με το δυναμικό της οικονομικά αποδοτικής εξοικονόμησης ενέργειας σε βασικούς τομείς και πιστεύει ότι η μείωση της γραφειοκρατίας θα επιταχύνει την εφαρμογή μέτρων ενεργειακής απόδοσης· επισημαίνει ότι η εφαρμογή της αρχής «προτεραιότητα στην ενεργειακή απόδοση» απαιτεί την επανεξέταση του σχεδιασμού και της υποβολής στοιχείων στον τομέα της ενέργειας, καθώς και τη βελτίωση της συνοχής των πολιτικών, προκειμένου να διασφαλιστεί η αμοιβαία ενίσχυση τους, αναγνωρίζοντας ότι η εξοικονόμηση ενέργειας αποτελεί για την Ευρώπη την πρώτη και πιο ασφαλή πηγή ενέργειας· σημειώνει ότι η ενεργειακή απόδοση μπορεί να αποτελέσει την καλύτερη επένδυση σε «πηγή» ενέργειας, καθώς βελτιώνει την οικονομική προσιτότητα της ενέργειας, μειώνει την ανάγκη για πρόσθετες και δαπανηρές υποδομές εφοδιασμού και συμβάλλει στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής·

34.  τονίζει ότι οι κανόνες υπολογισμού της εξοικονόμησης ενέργειας και οι ερμηνείες σχετικά με τα επιλέξιμα μέτρα, όπως ορίζονται στα παραρτήματα της οδηγίας, χαρακτηρίζονται από υπερβολική περιπλοκότητα και, συνεπώς, είναι αδύνατο να ακολουθηθούν με ακρίβεια. καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι η αναθεώρηση της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση θα παράσχει μια ριζικά απλούστερη μέθοδο υπολογισμού της ενεργειακής απόδοσης και να εξετάσει το ενδεχόμενο να προτείνει νέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που θα απλουστεύσουν τις μεθόδους υπολογισμού που προβλέπει η ισχύουσα οδηγία·

35.  ζητεί από την Επιτροπή να αναθεωρήσει τον συντελεστή μετατροπής για την ηλεκτρική ενέργεια που ορίζεται στο παράρτημα IV της οδηγίας, προκειμένου να αποτυπώνει καλύτερα την εν εξελίξει μετάβαση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας·

36.  τονίζει ότι δεν είναι δυνατόν όλοι οι κίνδυνοι που συνδέονται με τις επενδύσεις στην εξοικονόμηση ενέργειας να αντιμετωπιστούν από το σύστημα εμπορίας εκπομπών (ETS), δεδομένου ότι αυτό καλύπτει μόνο το 45% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου της ΕΕ· επισημαίνει ότι η οδηγία για την ενεργειακή απόδοση είναι αλληλένδετη με άλλες ενωσιακές νομοθετικές διατάξεις που συνδέονται με την ενέργεια και έχει έναν ορισμένο αντίκτυπο στο αποτύπωμα άνθρακα και στο σύστημα εμπορίας εκπομπών (τιμές πιστοποίησης)· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει την αλληλοσύνδεση και να εξασφαλίσει συμπληρωματικότητα· διαπιστώνει ότι οι χαμηλές τιμές των δικαιωμάτων του συστήματος εμπορίας εκπομπών αποτελούν έναν από τους πολλούς παράγοντες που μειώνουν τα κίνητρα για βιομηχανικές επενδύσεις στην εξοικονόμηση ενέργειας·

37.  τονίζει τη σημασία της ορθής εφαρμογής του αποθεματικού για τη σταθερότητα της αγοράς, το οποίο μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης μέσω της ενίσχυσης της συνοχής μεταξύ του συστήματος εμπορίας εκπομπών της ΕΕ και των ενεργειακών πολιτικών για τη μείωση των εκπομπών άνθρακα·

38.  αναμένει με ενδιαφέρον τη μελλοντική σύσταση του ταμείου εκσυγχρονισμού, το οποίο θα έχει στόχο τον εκσυγχρονισμό των ενεργειακών συστημάτων και τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης στα οικονομικά ασθενέστερα κράτη μέλη της ΕΕ, και ζητεί από την Επιτροπή να προτείνει κατάλληλη δομή διακυβέρνησης, αναλύοντας μεταξύ άλλων τους ρόλους των δικαιούχων κρατών μελών, της ΕΤΕπ και άλλων θεσμικών οργάνων·

39.  τονίζει ότι η έλλειψη συντονισμού ανάμεσα σε διάφορα στοιχεία της εθνικής νομοθεσίας μπορεί να παρεμποδίσει αποτελεσματικές λύσεις ενεργειακής απόδοσης που προσφέρουν τα καλύτερα αποτελέσματα από πλευράς οικονομικής απόδοσης, και ακυρώνει τα τιμολογιακά πλεονεκτήματα που προκύπτουν από την εξοικονόμηση ενέργειας· καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να εκπονήσουν μέτρα συντονισμού για την πλήρη πραγμάτωση του δυναμικού της ενεργειακής απόδοσης, που θα οδηγούσαν σε μεγαλύτερη συνεκτικότητα μεταξύ των κρατών μελών χωρίς να περιορίζεται η ικανότητά τους να προσαρμόζουν την πολιτική τους σύμφωνα με την τοπική αγορά ενέργειας και τις τιμές, τις διαθέσιμες τεχνολογίες και λύσεις, και το εθνικό ενεργειακό μίγμα· ζητεί το σύστημα εμπορίας εκπομπών να λαμβάνει καλύτερα υπόψη τα εθνικά μέτρα που επηρεάζουν τον αριθμό των δικαιωμάτων και την τιμή τους·

40.  τονίζει την ανάγκη βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης του δημόσιου τομέα, και ζητεί να ενσωματώνονται καλύτερα οι πρωτοβουλίες για εξοικονόμηση ενέργειας στις δημόσιες συμβάσεις·

41.  σημειώνει ότι οι απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης στις δημόσιες συμβάσεις δεν γίνονται πλήρως κατανοητές από όλους τους αρμόδιους για τις προμήθειες φορείς· καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει σαφέστερες κατευθυντήριες γραμμές για να διευκολύνει τη συμμόρφωση με το άρθρο 6 της οδηγίας και την καλύτερη ενσωμάτωση στους ευρύτερους κανόνες της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις·

42.  ζητεί από την Επιτροπή να εξασφαλίσει τη συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών με στόχο την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, καθώς και σε επίπεδο πολιτών·

43.  επισημαίνει ότι μολονότι οι ευρωπαϊκές λιανικές τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος για μικρούς και μεσαίους βιομηχανικούς και εμπορικούς χρήστες και ιδιώτες καταναλωτές είναι σχετικά υψηλές σε πολλά κράτη μέλη, η πραγματοποίηση επενδύσεων στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης μπορεί να τονώσει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και να μειώσει το κόστος της ενέργειας για τους ιδιώτες καταναλωτές· τονίζει, ωστόσο, ότι ο λογαριασμός του ηλεκτρικού ρεύματος στην ΕΕ αποτελείται κατά μέσο όρο κατά το ένα τρίτο από έμμεσους φόρους και τέλη που επιβάλλονται από το κράτος στα ιδιωτικά νοικοκυριά, που όταν επιβάλλονται ως πάγια στοιχεία στους λογαριασμούς μπορεί να μην επιτρέπουν στους καταναλωτές να αντιλαμβάνονται εύκολα τα οφέλη της εξοικονόμησης ενέργειας, κάτι που συμβάλλει στην ενεργειακή ένδεια· παρατηρεί ότι τα τέλη που διοχετεύονται στη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια αποτελούν τη μικρότερη συνιστώσα του λογαριασμού· και υπογραμμίζει ότι οι υψηλές τιμές της ενέργειας στην ΕΕ έχουν ως αποτέλεσμα διαφορές στις τιμές της ενέργειας μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ και των βασικών ανταγωνιστών μας, κάτι που υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών ενεργοβόρων βιομηχανιών· σημειώνει ότι η καινοτομία ενισχύεται επίσης με την αύξηση των επενδύσεων στην ενεργειακή απόδοση, τοποθετώντας τη βιομηχανία της ΕΕ σε ηγετική θέση παγκοσμίως·

44.  σημειώνει ότι η ενεργειακή απόδοση μπορεί να αποτελέσει την καλύτερη επένδυση σε «πηγή» ενέργειας, καθώς βελτιώνει την οικονομική προσιτότητα της ενέργειας, μειώνει την ανάγκη για πρόσθετες και δαπανηρές υποδομές και συμβάλλει στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής·

45.  σημειώνει ότι η αρχή «προτεραιότητα στην ενεργειακή απόδοση» επιτρέπει μια περισσότερο αποδοτική από την άποψη του κόστους επέκταση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο μίγμα· τονίζει ότι οι υποχρεώσεις εξοικονόμησης πρέπει να είναι συμβατές με την ανάπτυξη βιώσιμων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ότι πρέπει να ενισχυθούν οι συνεργίες για μια αποτελεσματική μετάβαση προς ένα ανθεκτικό και ευφυές ενεργειακό σύστημα χωρίς εκπομπές άνθρακα· θεωρεί ότι η βελτίωση των υπερπεριφερειακών συστημάτων διανομής, αποθήκευσης και διαχείρισης από την πλευρά της ζήτησης παρέχει πολλές δυνατότητες για περαιτέρω ανάπτυξη τοποθεσιών που ενδείκνυνται για τη χρήση αιολικής, υδραυλικής και ηλιακής ενέργειας για τον εφοδιασμό ολόκληρης της Ευρώπης· είναι πεπεισμένο ότι αυτό θα ασκήσει καθοδική επίδραση στις τιμές της ενέργειας·

46.  υπογραμμίζει ότι η ενεργειακή απόδοση αποτελεί το πιο αποδοτικό, οικονομικά, μέτρο στην προσπάθεια εκπλήρωσης των δεσμεύσεων της ΕΕ για μείωση των εκπομπών CO2·

Απαιτείται περισσότερη συνοχή στην ενεργειακή νομοθεσία

47.  καλεί την Επιτροπή να τηρεί την αρχή για τη βελτίωση της νομοθεσίας, να εξετάσει καλύτερα μέσα συντονισμού των κανόνων της ΕΕ για την ενέργεια και την κλιματική αλλαγή ώστε να βελτιωθεί η νομοθετική αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα, και να προτείνει μέτρα για τη βελτίωση της τρέχουσας νομοθεσίας· καλεί επίσης την Επιτροπή να συνεχίσει να βελτιώνει τις μεθοδολογίες για τη συνολική, μακροπρόθεσμη αξιολόγηση των πρωτοβουλιών για την ενεργειακή απόδοση, συμπεριλαμβάνοντας όλες τις κύριες εξωγενείς επιπτώσεις· ζητεί μια κοινωνική οπτική στην προτυποποίηση και την αξιολόγηση του συνολικού κόστους και οφέλους των διαφόρων επιπέδων φιλοδοξίας σχετικά με την ενεργειακή απόδοση, και ζητεί την αντιμετώπιση της ενεργειακής απόδοσης ως αφ' εαυτής πηγής ενέργειας·

48.  καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίζει την ενεργειακή απόδοση ως προτεραιότητα στον τομέα των υποδομών, αναγνωρίζοντας ότι πληροί τον ορισμό της υποδομής που χρησιμοποιεί το ΔΝΤ και άλλοι οικονομικοί θεσμοί(10), και να την αναδείξει σε καίριο στοιχείο και προτεραιότητα των μελλοντικών αποφάσεων για επενδύσεις στις ενεργειακές υποδομές της Ευρώπης·

49.  επισημαίνει ότι η ενεργειακή απόδοση μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας του ενεργειακού συστήματος και, συνεπώς, να συμβάλει στη μετάβαση προς μια βιώσιμη και ασφαλή κατάσταση·

50.  τονίζει ότι η λειτουργική εσωτερική αγορά ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της εσωτερικής αγοράς για υπηρεσίες ενεργειακής απόδοσης, θα βελτιστοποιήσει το κόστος των ενεργειακών συστημάτων, κάτι που θα ωφελήσει όλους τους καταναλωτές και που θα βελτιώσει σημαντικά την ενεργειακή απόδοση και την ανταγωνιστικότητα σε ολόκληρη την Ευρώπη· καλεί, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν πλήρως την τρίτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια, προκειμένου να διασφαλιστεί η δημιουργία πλήρως λειτουργικών, ανταγωνιστικών και διασυνδεδεμένων ενεργειακών αγορών·

51.  επισημαίνει ότι πρέπει να συμβάλουν και οι βιομηχανίες έντασης ενέργειας, και ότι εν προκειμένω είναι πολύ σημαντικό να υπάρξουν ίσοι όροι ανταγωνισμού στο εσωτερικό της ΕΕ·

52.  υπογραμμίζει ότι η ενεργειακή απόδοση αποτελεί μέρος των θεμελιωδών στόχων της ΕΕ και, ως εκ τούτου, οι ευρωπαϊκές χώρες θα πρέπει να ενθαρρύνονται για την πρόληψη της σπατάλης που προκαλείται από την κατανάλωση στη βιομηχανία, στις μεταφορές και τις κατασκευές, που αποτελούν τους τομείς που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μερίδιο κατανάλωσης·

53.  χαιρετίζει τον θετικό αντίκτυπο των καθεστώτων πιστοποίησης ή υποχρεώσεων εξοικονόμησης (άρθρο 7) σε πολλά κράτη μέλη· θεωρεί ότι η δυνατότητα της επιλογής εναλλακτικών μέτρων ισοδύναμης φιλοδοξίας αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την εξασφάλιση της αποδοχής τους· επισημαίνει ότι είναι σημαντικό να διασφαλίζεται ότι η πιστοποιημένη εξοικονόμηση αντιστοιχεί σε πραγματική εξοικονόμηση ενέργειας και δεν είναι απλώς θεωρητική· τονίζει τον ρόλο των ενεργειακών επιχειρήσεων κοινής ωφελείας για την ενεργό ανάπτυξη μέτρων ενεργειακής απόδοσης· ζητεί να μην παρεμποδίζεται ο υπολογισμός των καθεστώτων πιστοποίησης και των μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας· καλεί την Επιτροπή να εκτιμήσει κατά πόσον είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη οι πρωτογενείς εξοικονομήσεις ενέργειας μέσω ενσωματωμένων μονάδων συμπαραγωγής (συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας - ΣΠΗΘ)·

54.  επισύρει την προσοχή στην έκθεση που εκπόνησε η Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην οποία διαπιστώνεται ότι η πλειονότητα των καθεστώτων υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης (ΚΥΕΑ) έχουν αποδεδειγμένα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επίτευξη βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης σε εθνικό επίπεδο και έχουν αποφέρει οικονομικά αποδοτική εξοικονόμηση σε μεγάλο αριθμό νοικοκυριών και οργανισμών· επισημαίνει επίσης το συμπέρασμα της έκθεσης σύμφωνα με το οποίο τα ΚΥΕΑ είναι ιδιαίτερα αποδοτικά από πλευράς κόστους και ότι υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι, όταν σχεδιάζονται και εφαρμόζονται κατάλληλα, τα ΚΥΕΑ μπορούν να αποφέρουν έως το 100 % της εξοικονόμησης μιας χώρας δυνάμει του άρθρου 7· προτείνει, ως εκ τούτου, να καταρτίσει η Επιτροπή κατάλογο ορθών και κακών πρακτικών και να αναπτύξει σύνολο κριτηρίων για τη διασφάλιση καλά σχεδιασμένων και αποτελεσματικών ΚΥΕΑ·

55.  ζητεί να ληφθούν μέτρα για να διασφαλιστεί ότι οι υπολογισμοί της εξοικονόμησης και της απόδοσης είναι ορθοί και χωρίς περιττή γραφειοκρατία· θεωρεί ότι η οδηγία για την ενεργειακή απόδοση θα μπορούσε επίσης να λειτουργήσει ως πλαίσιο νομοθεσίας εν προκειμένω· θεωρεί ότι θα μπορούσαν να ενσωματωθούν συγκεκριμένα μέτρα και κριτήρια απόδοσης σε υφιστάμενες οδηγίες (π.χ. οδηγία για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων) ή σε μια συνολική υποχρέωση επισήμανσης (επισήμανση της ενεργειακής απόδοσης, οικολογικός σχεδιασμός, κυκλική οικονομία, σήμανση CE)·

56.  πιστεύει ότι οι στόχοι της ΕΕ για την προστασία του κλίματος και την ενεργειακή απόδοση πρέπει να αλληλοενισχύονται και ότι η θέσπιση δεσμευτικών απαιτήσεων για την ενεργειακή απόδοση έχει ζωτική σημασία για την επίτευξη μέγιστου επιπέδου φιλοδοξίας και προσπάθειας στα κράτη μέλη, ενώ πρέπει επίσης να παρέχεται επαρκής ευελιξία για την προσαρμογή του συνδυασμού εργαλείων και μέσων σε εθνικό επίπεδο·

57.  ζητεί η αναθεωρημένη οδηγία για την ενεργειακή απόδοση να είναι σύμφωνη με τους στόχους της ΕΕ για την προστασία του κλίματος και τον στόχο της συμφωνίας COP21· υπογραμμίζει ότι η συνέχιση και η βελτίωση των υφιστάμενων μέτρων και η εξάλειψη των αντιφάσεων και των κενών πρέπει να είναι τμήμα της αναθεώρησης της οδηγίας προκειμένου να διασφαλιστούν η κανονιστική προβλεψιμότητα και η εμπιστοσύνη των επενδυτών μακροπρόθεσμα·

Περισσότερη ενεργειακή απόδοση - περισσότερες θέσεις εργασίας και ανάπτυξη

58.  εκφράζει τη λύπη του για τα όχι και τόσο αποτελεσματικά έργα ενεργειακής απόδοσης που στηρίχθηκαν από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ (2007-2013), τα οποία επέκρινε η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου· καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει χωρίς καθυστέρηση τις αντίστοιχες βελτιώσεις με ιδιαίτερη έμφαση στην αιτιολόγηση, την παρακολούθηση και τη μείωση της περιόδου αποπληρωμής των χρηματοδοτούμενων έργων· ζητεί βελτιωμένες κατευθυντήριες γραμμές και πιο εντατική παρακολούθηση από την Επιτροπή για την καλύτερη αξιοποίηση των διαρθρωτικών ταμείων και του ΕΤΣΕ, σε συνδυασμό με ιδιωτικές επενδύσεις, για βιώσιμα έργα ενεργειακής απόδοσης, ιδίως στον τομέα των κτιρίων· θεωρεί ότι η χρηματοδότηση έργων ενεργειακής απόδοσης από τα διαρθρωτικά ταμεία και το ΕΤΣΕ πρέπει να στοχεύει στους καταναλωτές που είναι περισσότερο ευαίσθητοι στο ενεργειακό κόστος, όπως η βιομηχανία που διατρέχει κίνδυνο διαρροής άνθρακα, οι ΜΜΕ και τα νοικοκυριά που κινδυνεύουν από ενεργειακή ένδεια· θεωρεί απόλυτη προτεραιότητα την ανάπτυξη χρηματοδοτικών μέσων, εργαλείων και καινοτόμων μοντέλων για την κινητοποίηση δημόσιων κονδυλίων και τη μόχλευση ιδιωτικής χρηματοδότησης σε τοπικό, σε εθνικό, σε περιφερειακό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για την υποστήριξη των επενδύσεων σε καίριους τομείς ενεργειακής απόδοσης όπως η ανακαίνιση κτιρίων, με ιδιαίτερη μέριμνα για τις ευάλωτες ομάδες, λαμβάνοντας παράλληλα ιδιαιτέρως υπόψη τις ιδιαιτερότητες των μακροπρόθεσμων επενδύσεων·

59.  καλεί τα κράτη μέλη να προωθήσουν τις επενδύσεις στον τομέα των κατασκευών, μεταξύ άλλων εντείνοντας τις προσπάθειές τους για την παροχή κινήτρων για τη ριζική ανακαίνιση του κτιριακού αποθέματος στην ΕΕ που δεν διαθέτει επαρκή μόνωση·

60.  τονίζει ότι εάν τα κράτη μέλη θεσπίσουν καθεστώς ενεργειακής απόδοσης που χρηματοδοτείται από εισφορές, θα πρέπει να οριστεί ελάχιστο κατώτατο όριο, το οποίο θα στοχεύει στα νοικοκυριά που πλήττονται από ενεργειακή ένδεια· τονίζει επίσης ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταδείξουν πώς το καθεστώς ενεργειακής απόδοσης που χρηματοδοτείται από εισφορές συμβάλλει στη βελτίωση των χειρότερων κατοικιών από το υφιστάμενο απόθεμα στεγαστικού δυναμικού·

61.  υπογραμμίζει τη σημασία των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών μέσων υπό μορφή δανείων, εγγυήσεων και ιδίων κεφαλαίων για τη μόχλευση ιδιωτικής χρηματοδότησης για έργα ενεργειακής απόδοσης· τονίζει, ωστόσο, την ανάγκη να παρέχεται η χρηματοδότηση υπό μορφή επιχορηγήσεων για έργα στον κοινωνικό τομέα·

62.  τονίζει ότι η ΕΕ πρέπει να προτείνει έναν φιλόδοξο στόχο σε σχέση με την εξοικονόμηση ενέργειας και να ενθαρρύνει την καινοτομία όσον αφορά τις επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση, καθώς είναι κερδοφόρες και μπορούν να αποσβεσθούν αρκετά γρήγορα·

63.  καλεί τα κράτη μέλη να συμπεριλάβουν διάταξη η οποία θα προβλέπει ένα σημαντικό ελάχιστο ποσοστό μέτρων τα οποία θα απευθύνονται σε καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα, στο πλαίσιο των καθεστώτων επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης·

64.  σημειώνει ότι τα έργα ενεργειακής απόδοσης είναι συχνά μικρής κλίμακας και πρέπει να συγκεντρώνονται σε μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια· ζητεί, για τον σκοπό αυτόν, από την Επιτροπή, την ΕΤΕπ και τα κράτη μέλη να παρέχουν μεγαλύτερη τεχνική στήριξη και βοήθεια στην ανάπτυξη έργων προκειμένου να διευκολύνουν τις επενδύσεις·

65.  θεωρεί ότι απαιτείται χάραξη μακροπρόθεσμης στρατηγικής για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων και περαιτέρω προώθηση της ενεργειακά αποδοτικής ανακαίνισης κτιρίων, προκειμένου να εγκαταλειφθεί η πρακτική των απλών και χαμηλού κόστους μέτρων στον κατασκευαστικό τομέα·

66.  ζητεί βελτιωμένο συντονισμό και ανταλλαγή ιδεών και βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τις υποχρεώσεις εξοικονόμησης και τα σχέδια κτιρίων και ανακαίνισης (άρθρα 4, 5, 6, και 7) με στόχο την ταχύτερη εφαρμογή υφιστάμενων και νέων μέσων (φορολογικές ελαφρύνσεις, προγράμματα ενίσχυσης, υποδείγματα συμβάσεων και κοινωνικές στεγαστικές επενδύσεις)· πιστεύει ότι το άρθρο 5 πρέπει να επεκταθεί ώστε να καλύπτει όλους τους δημόσιους φορείς όποτε είναι δυνατόν· ζητεί από την Επιτροπή να καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές για μελλοντικά εθνικά σχέδια, προκειμένου να διασφαλίζονται η διαφάνεια και η συγκρισιμότητα· επικροτεί την παροχή τεχνικής υποστήριξης από την Επιτροπή για την εφαρμογή της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση· ζητεί να καταρτισθούν υποχρεωτικά πρότυπα για εθνικά σχέδια, προκειμένου να διασφαλίζονται η διαφάνεια και η συγκρισιμότητα· ζητεί από τα κράτη μέλη να εξετάσουν καινοτόμα καθεστώτα στήριξης με γνώμονα την αγορά·

67.  σημειώνει ότι η μικρότερη πρόοδος έχει σημειωθεί στον τομέα των κατοικιών, και καλεί ως εκ τούτου τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν εταιρείες παροχής ενεργειακών υπηρεσιών και συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης, να εφαρμόζουν φορολογικά καθεστώτα και προγράμματα δανειοδότησης με στόχο την αύξηση των χαμηλών ποσοστών ανακαίνισης του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος στην Ευρώπη, και να ανταμείβουν τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης όπως τη χρήση ενεργειακά αποδοτικής θέρμανσης και ψύξης·

68.  καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν και να βελτιώσουν τις λύσεις ελέγχου, μέτρησης και διαχείρισης της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων με σκοπό την εξοικονόμηση σημαντικής ενεργειακής απόδοσης σε κτίρια στην ΕΕ·

69.  ζητεί οι στρατηγικές ανακαίνισης των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 4 να περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη θα επιτύχουν, κατά την επόμενη αναθεώρηση των στρατηγικών (Απρίλιος 2017), την ενεργειακή ανακαίνιση του κτιριακού τους αποθέματος· και, ως εκ τούτου, να πραγματώσουν το πανενωσιακό όραμα για κτιριακό απόθεμα με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας έως το 2050·

70.  πιστεύει ότι η επέκταση του παραδειγματικού ρόλου των δημόσιων κτιρίων σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας διοίκησης και όχι μόνο στην κεντρική κυβέρνηση θα βοηθήσει να αξιοποιηθεί πλήρως το οικονομικά αποδοτικό δυναμικό των κτιρίων, τα οποία έχουν αποδειχθεί ως ο τομέας με τις μεγαλύτερες δυνατότητες, όχι μόνο για εξοικονόμηση ενέργειας, αλλά και για την επίτευξη άλλων ευρύτερων οφελών, μεταξύ των οποίων η αυξημένη άνεση και η ευημερία· θεωρεί, εν προκειμένω, ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεωθούν να θεσπίσουν εθνικούς μηχανισμούς επιμερισμού των προσπαθειών για την επίτευξη του στόχου του 3%, και ότι θα πρέπει να διατηρηθεί η ευελιξία να επιλέγονται άλλα μέτρα, ως εναλλακτική προσέγγιση σε σχέση με εκείνη των παραγράφων 1 και 2·

71.  καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να προσπαθήσουν περισσότερο για να ανακαινίσουν τα μη οικιστικά κτίρια καθώς παρουσιάζουν σημαντικό δυναμικό αποδοτικότητας σε βραχυπρόθεσμο διάστημα·

72.  προτείνει να δοθεί στο άρθρο 4 της οδηγίας ο τίτλος «μακροπρόθεσμες στρατηγικές για την εις βάθος ανακαίνιση του εθνικού κτιριακού αποθέματος, καθώς και για την κινητοποίηση επενδύσεων»·

73.  ζητεί να διατεθούν οι απαραίτητοι πόροι για την κατάρτιση των υπευθύνων εγκατάστασης έτσι ώστε να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο ποιότητας στις ανακαινίσεις·

74.  ζητεί να ακολουθήσει η Επιτροπή μια στρατηγική προσέγγιση για αύξηση της ενημέρωσης σχετικά με τις νέες τεχνολογικές εξελίξεις (σε τομείς όπως τα ψυκτικά μέσα, τον φωτισμό, τη μόνωση, τους θερμοστάτες, τις μετρήσεις, την υαλόφραξη κ.ά.)·

75.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να δώσουν προτεραιότητα στο άρθρο 4 της οδηγίας, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της δεύτερης έκδοσης των στρατηγικών, η οποία πρόκειται να ολοκληρωθεί το 2017 και θα πρέπει να βασίζεται στην κατάλληλη συνεργασία με τους ενδιαφερόμενους φορείς, ακολουθώντας υποχρεωτικά πρότυπα και συμπεριλαμβάνοντας ενδιάμεσους πενταετείς στόχους και σχέδια εφαρμογής, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος για κτιριακό απόθεμα με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας σε επίπεδο ΕΕ έως το 2050, δεδομένου ότι αυτό θα είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση των στόχων της COP21·

76.  θεωρεί ότι οι ενεργειακοί έλεγχοι για τις επιχειρήσεις αποτελούν καθιερωμένο εργαλείο για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης και υπογραμμίζει τα οφέλη τους για την ανταγωνιστικότητα· ζητεί έναν ενιαίο ορισμό και την ενιαία εφαρμογή των κριτηρίων που ορίζονται στο άρθρο 8 (ορισμός των ΜΜΕ, έλεγχοι, αποφυγή διπλής πιστοποίησης για εταιρικές δομές διασυνοριακού χαρακτήρα) και για την επεξεργασία μιας ομοιόμορφης προσέγγισης ως προς το κατώτατο όριο που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 4· ζητεί να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου ώστε να καλύπτει όλες τις εταιρείες με υψηλή κατανάλωση ενέργειας· ζητεί αξιολόγηση με στόχο να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των συστημάτων ενεργειακών ελέγχων· ζητεί να καταστεί υποχρεωτική η εφαρμογή των συστάσεων των ενεργειακών ελέγχων σε σχέση με την οικονομική απόδοση, σε συνδυασμό με την προγραμματισμένη συντήρηση, σύμφωνα με τους στόχους των εταιρειών·

77.  προτείνει να αναθεωρηθεί ο ορισμός της μικρομεσαίας επιχείρησης (ΜΜΕ) που ισχύει στην εν λόγω οδηγία (άρθρο 2 σημείο 26) ώστε να αναφέρεται μόνο στον αριθμό των απασχολούμενων ατόμων και στον ετήσιο κύκλο εργασιών, ούτως ώστε να μπορούν να θεωρούνται ΜΜΕ και οι εταιρείες που βρίσκονται υπό τον έλεγχο δημόσιων φορέων κατά ποσοστό 25% ή μεγαλύτερο·

78.  εκφράζει ικανοποίηση για το γεγονός ότι η Επιτροπή επεξεργάζεται κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των άρθρων 9 έως 11 της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση, προκειμένου να βοηθηθούν οι καταναλωτές να ελέγχουν καλύτερα την ενεργειακή τους κατανάλωση· θεωρεί ότι η τεχνική εφικτότητα και η ανάπτυξη ευφυών μετρητών - λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση κόστους-αποδοτικότητας και τη διαφάνεια του κόστους - είναι σημαντικοί παράγοντες για την εξοικονόμηση ενέργειας· υποστηρίζει ότι για λόγους συνοχής όλες οι υφιστάμενες διατάξεις σχετικά με τις μετρήσεις και τους λογαριασμούς πρέπει να συγκεντρωθούν σε ένα σημείο·

79.  επισημαίνει ότι οι λογαριασμοί ενέργειας των καταναλωτών εξακολουθούν να είναι ασαφείς και ανακριβείς· συνιστά να βελτιωθεί η διαφάνεια και η σαφήνεια των λογαριασμών μέσω της θέσπισης αρχών υψηλού επιπέδου για τους λογαριασμούς σε επίπεδο ΕΕ, ώστε να διατίθενται στους καταναλωτές βασικές πληροφορίες σε συγκρίσιμη μορφή με στόχο να βοηθούνται να προσαρμόζουν τα πρότυπα κατανάλωσης· τονίζει ότι οι καταναλωτές έχουν διαφορετικές προτιμήσεις και προσβάσιμα εργαλεία και ότι, ως εκ τούτου, η πρόσβαση στις πληροφορίες πρέπει να διαμορφώνεται μέσω ερευνών καταναλωτών σε εθνικό επίπεδο·

80.  θεωρεί ότι η πρόσβαση σε ανεξάρτητες και αξιόπιστες πληροφορίες και συμβουλές σχετικά με κατάλληλα μέτρα ενεργειακής απόδοσης και χρηματοδοτικά καθεστώτα είναι καίριας σημασίας προκειμένου τα νοικοκυριά ιδίως, αλλά και οι περιφερειακές και τοπικές αρχές, να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν τεκμηριωμένες ενεργειακά συνειδητές αποφάσεις και να διαχειρίζονται καλύτερα την ενεργειακή τους κατανάλωση, μεταξύ άλλων μέσω της χρήσης ευφυών μετρητών και της ατομικής μέτρησης της κατανάλωσης ενέργειας για θέρμανση και ψύξη·

81.  ζητεί τη θέσπιση αυστηρών προτύπων διασφάλισης της ποιότητας, εθνικών προγραμμάτων κατάρτισης και ενιαίων, απλουστευμένων εθνικών συστημάτων πιστοποίησης για τους παρόχους ενεργειακής απόδοσης, τα οποία θα υποστηριχθούν από συντονισμένα και εύκολα προσβάσιμα πλαίσια παροχής συμβουλών και έννομης προστασίας· τονίζει ότι τούτο προτείνεται προκειμένου να αρθούν ορισμένοι μη χρηματοοικονομικοί φραγμοί στην αποδοχή των προϊόντων και υπηρεσιών ενεργειακής απόδοσης από τους καταναλωτές, π.χ. με το να γίνεται δυνατό να εντοπίζονται οι αξιόπιστοι εμπορευόμενοι:

82.  αναμένει περαιτέρω επενδύσεις στην εξοικονόμηση ενέργειας υψηλής απόδοσης μέσω της εφαρμογής των κανόνων περί συμπαραγωγής του άρθρου 14·

83.  τονίζει ότι εάν τα κράτη μέλη θεσπίσουν καθεστώς ενεργειακής απόδοσης που χρηματοδοτείται από εισφορές (άρθρο 20), το καθεστώς αυτό θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στα νοικοκυριά που πλήττονται από ενεργειακή ένδεια· επιμένει ότι η αναθεωρημένη οδηγία για την ενεργειακή απόδοση θα πρέπει να παρέχει στα κράτη μέλη μακροπρόθεσμο σταθερό περιβάλλον πολιτικής, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιώσιμη ενίσχυση των επενδύσεων στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης, ιδίως σε τοπικό επίπεδο· απαιτεί από την ΕΕ και την ΕΤΕπ να εντείνουν τις προσπάθειές τους για ανάπτυξη ικανοτήτων και παροχή τεχνικής βοήθειας με στόχο την ανάπτυξη έργων ενεργειακής απόδοσης με δυνατότητα τραπεζικής χρηματοδότησης, τα οποία προσελκύουν ιδιωτικές επενδύσεις από την αγορά· ζητεί τα χρηματοδοτικά προγράμματα της ΕΕ (π.χ. διαρθρωτικά ταμεία, σχέδιο Juncker, ELENA-ΕΤΕπ) να αυξήσουν την αναλογία των κονδυλίων που διατίθενται στην ανάπτυξη ικανοτήτων και την παροχή τεχνικής βοήθειας στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης·

84.  εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το χαμηλό επίπεδο δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων στα ευφυή δίκτυα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας· καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ενισχύσει την εφαρμογή του άρθρου 15 της οδηγίας προκειμένου να προωθήσει την ανάπτυξη των εν λόγω δικτύων·

85.  ζητεί να προβλεφθεί υποχρέωση διενέργειας εθνικών εκτιμήσεων κόστους-οφέλους των προγραμμάτων ενεργειακής απόδοσης που εφαρμόζονται από ή, από κοινού, με τις τοπικές αρχές, η δε προσέγγιση αυτή να ακολουθείται μέχρι τέλους στους τομείς όπου επιτυγχάνει αποδοτικότητα και εξοικονόμηση κόστους για τους καταναλωτές·

86.  εκφράζει την ανησυχία του για την αυξανόμενη ρύπανση που οφείλεται σε ορισμένα συστήματα οικιακής θέρμανσης που τροφοδοτούνται με στερεά βιομάζα και παράγουν μεγάλες ποσότητες λεπτόκοκκης σκόνης, οξειδίων του αζώτου, μονοξειδίου του άνθρακα και διοξινών, στοιχείων άκρως επιζήμιων για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και, συνεπώς, για την υγεία του ανθρώπου· προτρέπει, επομένως, τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν αποδοτικές και φιλικές προς το περιβάλλον εναλλακτικές λύσεις·

87.  υπογραμμίζει την άμεση ανάγκη να αναπτυχθεί μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης του συστήματος μεταφορών συνολικά, η οποία δεν θα βασίζεται μόνο στην τεχνολογική ανάπτυξη των οχημάτων ή των συστημάτων πρόωσης· προτρέπει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναλάβουν φιλόδοξες πρωτοβουλίες για τη θέσπιση νέων μέτρων για την προώθηση της μετάβασης στους πλέον ενεργειακά αποδοτικούς τρόπους μεταφοράς, και για την πλήρη υλοποίηση έξυπνων συστημάτων μεταφορών (ITS) με στόχο την περαιτέρω βελτίωση της αποδοτικότητας και του ποσοστού χρήσης του διαθέσιμου δυναμικού, τόσο των οχημάτων όσο και των υποδομών, μεταξύ άλλων και στους τομείς της εφοδιαστικής και των αεροπορικών και θαλάσσιων μεταφορών·

88.  υπενθυμίζει ότι η ενεργειακή απόδοση μπορεί να ενισχυθεί με τη θέσπιση προτύπων CO2 και την ενημέρωση των χρηστών σχετικά με την κατανάλωση καυσίμου των οχημάτων τους· καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει προτάσεις για την ενημέρωση των χρηστών σχετικά με την κατανάλωση καυσίμου των νέων φορτηγών, λεωφορείων και πούλμαν, και να καθορίσει όρια για τις εκπομπές CO2 των εν λόγω οχημάτων·

89.  εκφράζει τη λύπη του για τη χαμηλή συμβολή του τομέα των μεταφορών στην εξοικονόμηση ενέργειας, με ποσοστό μόλις 3% επί του συνόλου της τομεακής κατανομής της εξοικονόμησης, παρά τη σταθεροποίηση της επιβατικής κίνησης και την πτώση της εμπορευματικής κίνησης κατά την περίοδο 2005-2013 λόγω της οικονομικής κρίσης· καλεί τα κράτη μέλη να αυξήσουν τον αριθμό των μέτρων που στοχεύουν στον τομέα των μεταφορών·

90.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην ΕΕ μειώθηκαν κατά 23% από το 1990 έως το 2014. Κατά την ίδια περίοδο, το ΑΕγχΠ της ΕΕ αυξήθηκε κατά 46%. Παρόλο που ο αντίκτυπος στο κλίμα μειώνεται σταθερά, οι επιχειρήσεις και οι πολίτες παράγουν περισσότερη ανάπτυξη και, συνεπώς, δημιουργούν θέσεις εργασίας και φορολογικά έσοδα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση σημειώνει θετική πρόοδο όσον αφορά την επίτευξη των στόχων για το 2020 που συνίστανται στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 20%, την αύξηση του μεριδίου ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη συνολική ενεργειακή κατανάλωση κατά 20% και την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης κατά 20%. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο επιτυχημένο σύστημα εμπορίας εκπομπών. Πέρα από την παροχή κινήτρων για τη μείωση των εκπομπών, το σύστημα αυτό ενθαρρύνει επίσης τις επενδύσεις σε τεχνολογίες ενεργειακής απόδοσης. Είναι αναμφίβολο ότι η επίτευξη των στόχων μπορεί επίσης να αποδοθεί εν μέρει στην οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση που αντιμετωπίζουν ορισμένες χώρες.

Η γραφειοκρατία της υποβολής στοιχείων στον τομέα της ενέργειας και οι υψηλές τιμές ενέργειας για μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις και για ιδιωτικά νοικοκυριά εγείρουν ορισμένες ανησυχίες. Η μείωση του κόστους που επιτυγχάνεται μέσω της εξοικονόμησης ενέργειας ακυρώνεται μέσω ειδικών εθνικών εισφορών και σύνθετων υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων. Αυτό εν μέρει οφείλεται στους ανταγωνιστικούς κανόνες της ΕΕ για την προστασία του κλίματος (άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στις τιμές πιστοποίησης του συστήματος εμπορίας εκπομπών), στην πολυπλοκότητα της νομοθεσίας που αφορά την ενεργειακή απόδοση (οδηγία για την ενεργειακή απόδοση, επισήμανση της ενεργειακής απόδοσης, οικολογικός σχεδιασμός, σύστημα εμπορίας εκπομπών, μελλοντική κυκλική οικονομία), καθώς και στις διαφορετικές εθνικές προσεγγίσεις για την ενεργειακή πολιτική (αγορές ηλεκτροπαραγωγικής ικανότητας, συστήματα αμοιβών για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, εγκατάλειψη του άνθρακα), ορισμένες από τις οποίες επηρεάζουν σημαντικά τις ευρωπαϊκές προσεγγίσεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καλείται να καταβάλει πρόσθετες προσπάθειες για μια συνεκτική κλιματική και ενεργειακή πολιτική και για τον σχεδιασμό μιας πανευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Η εφαρμογή της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση έχει επίσης μεγάλη σημασία. Καταρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτυγχάνει τον στόχο του 20% για το 2020 παρόλο που η οδηγία δεν εφαρμόζεται πλήρως στα περισσότερα κράτη μέλη. Αυτό αποδεικνύει την ισχύ της αγοράς. Εάν οι επιχειρήσεις και οι πολίτες κατανοήσουν το συμφέρον τους από την ενεργειακή απόδοση και την εξοικονόμηση ενέργειας, δεν θα χρειάζεται πλέον ρύθμιση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εντούτοις, η οδηγία παρέχει ταυτόχρονα περαιτέρω ενθάρρυνση για σημαντικές καινοτομίες όσον αφορά τα συστήματα υποχρεώσεων και κινήτρων στα κράτη μέλη. Πρέπει να δοθεί χρόνος στην νέα αυτή οδηγία και στα κράτη μέλη που είναι αρμόδια για την εφαρμογή της, ούτως ώστε να υπάρξει αποτέλεσμα. Εν τω μεταξύ η επανεξέταση θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως ευκαιρία για να καταστεί η νομοθεσία της ΕΕ για την εξοικονόμηση ενέργειας πιο συνεκτική και για να συνενωθούν βασικά σημεία της. Η παρούσα έκθεση παρέχει ορισμένα σημεία εκκίνησης.

27.4.2016

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων

προς την Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας

σχετικά με την έκθεση που αφορά την εφαρμογή της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση (2012/27/ΕΕ)

(2015/2232(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Peter Liese

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων καλεί την Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά την επιτυχή συμφωνία της COP21 στο Παρίσι, η ΕΕ είναι περισσότερο από ποτέ υποχρεωμένη να επιτύχει τους στόχους της για το κλίμα, και η ενεργειακή απόδοση είναι ένας από τους πιο οικονομικά αποδοτικούς τρόπους επίτευξης της μείωσης των εκπομπών CO2·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2014 η ΕΕ δαπάνησε 358 δισεκατομμύρια ευρώ σε ένα έτος για εισαγωγές ενέργειας, δηλαδή σχεδόν 1 δισεκατομμύριο ευρώ ανά ημέρα(11), ποσό που υπερβαίνει το συνολικό έλλειμμα της Ελλάδας (317 δισεκατομμύρια ευρώ)(12) και είναι σχεδόν ίσο με τον συνολικό κύκλο εργασιών της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας (367,9 δισεκατομμύρια ευρώ)(13) το 2014·

1.  τονίζει ότι η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης είναι καίριας σημασίας για την επίτευξη των κλιματικών μας στόχων, στο πλαίσιο των στόχων που όρισε η συμφωνία του Παρισιού που εγκρίθηκε στη διάσκεψη COP21, και τη μείωση της εξάρτησής μας από ενεργειακές εισαγωγές·

2.  τονίζει ότι είναι σημαντικό να αρχίσει η μετάβαση προς ένα πιο βιώσιμο ενεργειακό σύστημα βασισμένο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η ταχύτερη δυνατή αποδέσμευση από τα ορυκτά καύσιμα·

3.  υπενθυμίζει ότι αυτό έχει επίσης ζωτική σημασία για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη βιώσιμη ανάπτυξη –ειδικά στις ΜΜΕ και τη βιομηχανία– και για την αύξηση της παραγωγικότητας και τη βελτίωση της άνεσης και της υγείας·

4.  εκφράζει τον προβληματισμό του για την εκτίμηση της Επιτροπής, όπως διατυπώθηκε στην ανακοίνωση της 23ης Ιουλίου 2014 προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, σύμφωνα με την οποία εάν η ΕΕ συνεχίσει με αυτούς τους ρυθμούς, δεν θα επιτευχθεί ο στόχος εξοικονόμησης ενέργειας κατά 20% έως το 2020 αλλά το αποτέλεσμα θα είναι 1% έως 2% χαμηλότερο· καλεί την Επιτροπή να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να καταβάλουν περισσότερες προσπάθειες και να λάβουν μέτρα για να διασφαλιστεί η επίτευξη αυτού του ευρωπαϊκού στόχου·

5.  εκφράζει την ανησυχία του για όλους τους τομείς που επισημαίνονται στην έκθεση της Επιτροπής, οι τιμές των οποίων εξακολουθούν να απέχουν πολύ από την επίτευξη του στόχου της ενεργειακής απόδοσης για το 2020· ζητεί, ως εκ τούτου, από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν αποφασιστικά μέτρα στους τομείς των κτιρίων, των μεταφορών, των υπηρεσιών και της παραγωγής ενέργειας, προκειμένου να ενισχυθεί η ευημερία και η δημιουργία πράσινων θέσεων εργασίας στην ΕΕ· επισημαίνει ότι τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να εντάσσονται στο πλαίσιο της μετάβασης προς μια κυκλική οικονομία·

6.  υποστηρίζει ότι η συμφωνία του Παρισιού (COP21) πρέπει να συνοδεύεται από εθνικά σχέδια για τις εκπομπές με σαφείς και επαληθεύσιμες δεσμεύσεις σχετικά με τις εκπομπές και την ενέργεια οι οποίες θα διασφαλίζουν ότι καταβάλλονται προσπάθειες για την πρόληψη της παγκόσμιας αύξησης της θερμοκρασίας πέραν του ορίου των 2°C·

7.  σημειώνει ότι τα ιδιωτικά και τα δημόσια κτίρια αντιπροσωπεύουν το 40% της τελικής χρήσης ενέργειας στην ΕΕ και το 36% των εκπομπών CO2, ενώ το 50% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας οφείλεται στη θέρμανση και την ψύξη· θεωρεί, συνεπώς, ότι η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων έχει πρωταρχική σημασία για τη μείωση των εκπομπών CO2 και τη βελτίωση της ενεργειακής ασφάλειας, καθώς και για τον τερματισμό της ενεργειακής ένδειας και τη βελτίωση της υγείας·

8.  καλεί τα κράτη μέλη να προωθήσουν τις επενδύσεις στον τομέα των κατασκευών, μεταξύ άλλων εντείνοντας τις προσπάθειές τους για την παροχή κινήτρων για τη ριζική ανακαίνιση του κτιριακού αποθέματος στην ΕΕ που δεν διαθέτει επαρκή μόνωση·

9.  προτείνει να αναδιατυπωθεί το άρθρο 4 της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση ώστε να αναφέρεται σε «μακροπρόθεσμες στρατηγικές για την ανακαίνιση του εθνικού κτιριακού αποθέματος, καθώς και για την κινητοποίηση επενδύσεων»·

10.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να δώσουν προτεραιότητα στο άρθρο 4 της οδηγίας, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της δεύτερης έκδοσης των στρατηγικών, η οποία πρόκειται να ολοκληρωθεί το 2017 και θα πρέπει να βασίζεται στην κατάλληλη συνεργασία με τους ενδιαφερόμενους φορείς, ακολουθώντας υποχρεωτικά πρότυπα, συμπεριλαμβανομένων ενδιάμεσων πενταετών στόχων και σχεδίων εφαρμογής, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος για κτιριακό απόθεμα με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας σε επίπεδο ΕΕ έως το 2050, καθώς αυτό θα είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση των στόχων της COP21·

11.  ζητεί να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 της οδηγίας ώστε να καλύπτει όλα τα επίπεδα δημόσιας διοίκησης· θεωρεί, εν προκειμένω, ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεωθούν να θεσπίσουν εθνικούς μηχανισμούς επιμερισμού των προσπαθειών για την επίτευξη του στόχου του 3%, και ότι θα πρέπει να διατηρηθεί η ευελιξία να επιλέγονται άλλα μέτρα, ως εναλλακτική προσέγγιση σε σχέση με εκείνη των παραγράφων 1 και 2·

12.  σημειώνει ότι η μικρότερη πρόοδος σημειώθηκε στον τομέα των κατοικιών, και καλεί ως εκ τούτου τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν εταιρείες παροχής ενεργειακών υπηρεσιών και συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης, να εφαρμόζουν φορολογικά καθεστώτα και προγράμματα δανειοδότησης με στόχο την αύξηση των χαμηλών ποσοστών ανακαίνισης του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος στην Ευρώπη, και να ανταμείβουν τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης όπως τη χρήση ενεργειακά αποδοτικής θέρμανσης και ψύξης·

13.  πιστεύει ότι τα μέτρα ενεργειακά αποδοτικής ανακαίνισης των υφιστάμενων κτιρίων πρέπει να απευθύνονται κατά προτεραιότητα στα άτομα που βρίσκονται σε μεγαλύτερη ενεργειακή ένδεια· καλεί την Επιτροπή να προτείνει έναν στόχο για τη βελτίωση της απόδοσης του οικιστικού κτιριακού αποθέματος, παράλληλα με μελλοντικά ελάχιστα πρότυπα απόδοσης για τις ενοικιαζόμενες κατοικίες, στο πλαίσιο της αναθεώρησης της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση·

14.  τονίζει ότι οι κοινές προσπάθειες εκ μέρους της ΕΕ θα συμβάλουν στη δημιουργία μιας κοινής αγοράς αγαθών και υπηρεσιών που θα βοηθούν στην εξοικονόμηση ενέργειας, γεγονός που θα οδηγήσει σε μείωση του κόστους για όλους τους καταναλωτές και θα καταστήσει τις ενεργειακές υπηρεσίες πιο προσιτές, ιδίως για ευάλωτα άτομα, θα συμβάλει στη δημιουργία ίσων όρων για τη βιομηχανία, και θα οδηγήσει σε τόνωση της ανταγωνιστικότητάς και δημιουργία νέων ευκαιριών·

15.  επισημαίνει ότι πρέπει να συμβάλουν και οι βιομηχανίες έντασης ενέργειας, και ότι εν προκειμένω είναι πολύ σημαντικό να υπάρξουν ίσοι όροι ανταγωνισμού στο εσωτερικό της ΕΕ·

16.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι περισσότερες από τις μισές επενδύσεις που είναι απαραίτητες για την απαλλαγή του ενεργειακού συστήματος της ΕΕ από τις εκπομπές άνθρακα έως το 2050 πρέπει να εστιάζουν στην ενεργειακή απόδοση· τονίζει ότι αυτή η προσέγγιση θα εξασφαλίσει την προσαρμογή της παραγωγής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα σε ένα επίπεδο επαρκές για να ικανοποιηθεί η μελλοντική ζήτηση και να αποφευχθεί η απώλεια της αξίας των πόρων· ζητεί να αντιμετωπίζεται η ενεργειακή απόδοση ως προτεραιότητα των επενδύσεων σε έργα υποδομής, ώστε να καταστεί δυνατή η ανάπτυξή της στο πλαίσιο ευρύτερων ενωσιακών και εθνικών διαδικασιών σχεδιασμού και χρηματοδότησης έργων υποδομής·

17.  τονίζει ότι η οδηγία για την ενεργειακή απόδοση έδωσε το έναυσμα για πολλές θετικές εξελίξεις στα κράτη μέλη, αλλά η πλημμελής εφαρμογή της εμποδίζει την πλήρη ανάπτυξη του δυναμικού της· εκφράζει την ικανοποίησή του για την ενίσχυση της τεχνικής υποστήριξης που παρέχεται από την Επιτροπή, με στόχο την εξασφάλιση της ορθής και ταχείας εφαρμογής·

18.  υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή πρέπει να παρέχει περισσότερη καθοδήγηση, προκειμένου να βοηθά τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν πιο αποτελεσματικά την οδηγία και να υποβάλλουν εκθέσεις προόδου·

19.  καλεί την Επιτροπή να ενεργήσει άμεσα για την υποβολή αιτιολογημένων αιτημάτων, όπου αυτό απαιτείται, για ευθυγράμμιση των εθνικών σχεδίων με τους στόχους της οδηγίας, και να χρησιμοποιεί όλα τα νομικά μέσα προκειμένου να εξασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη παρέχουν επικαιροποιημένες και ακριβείς πληροφορίες·

20.  καλεί την Επιτροπή να προωθήσει την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών, προκειμένου να επιταχυνθούν η επίτευξη των στόχων και η διάδοση καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών, και να προωθηθεί η σύγκλιση μεταξύ των χωρών όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση·

21.  σημειώνει ότι τα κράτη μέλη που εξακολουθούν να απέχουν από την επίτευξη του στόχου του 20% έως το 2020 χρειάζονται καθοδήγηση από την Επιτροπή, προκειμένου να μπορέσουν να αναπτύξουν εθνικές πολιτικές και συγκεκριμένα μέτρα στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης και της αποδοτικής χρήσης των πόρων· προτρέπει, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν και να διατηρήσουν ένα σταθερό σύστημα κινήτρων που θα διευκολύνει την ύπαρξη σταθερής ροής επενδύσεων και χρηματοδότησης, με ιδιαίτερη έμφαση στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης στα κτίρια·

22.  επισημαίνει ότι η βασική αδυναμία της ισχύουσας οδηγίας είναι ότι τα περισσότερα μέτρα θα εκπνεύσουν το 2020, εκτός αν τροποποιηθεί κατάλληλα η οδηγία, πράγμα που σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι οι βασικές της διατάξεις, ιδίως το άρθρο 7, θα πρέπει να επεκταθούν όχι μόνο έως το 2030, αλλά και πέρα από αυτό το χρονικό σημείο, καθώς και ότι η ισχύουσα οδηγία πρέπει να αξιολογηθεί σε αυτό το πλαίσιο, με στόχους που πρέπει να καθοριστούν ανάλογα με τις εξελίξεις (αποτελέσματα, τεχνολογικές καινοτομίες και καινοτομίες της αγοράς κ.λπ.)· αναμένει ότι αυτό θα ευνοήσει τα μακροπρόθεσμα μέτρα· επισημαίνει, επιπλέον, την ανάγκη να θεσπιστεί μια ενδιάμεση αναθεώρηση προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι στόχοι θα επιτευχθούν έως το 2030·

23.  εκφράζει τη λύπη του για τον μη φιλόδοξο στόχο που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 2014 για βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά τουλάχιστον 27% έως το 2030, σε αντίθεση με τον δεσμευτικό στόχο που είχε εγκρίνει το Κοινοβούλιο για βελτίωση κατά 40% μέσω επιμέρους εθνικών στόχων· σημειώνει ότι το ποσοστό 27% δικαιολογείται κυρίως από ένα ιδιαίτερα μη ρεαλιστικό υψηλό προεξοφλητικό επιτόκιο σε προηγούμενη εκτίμηση επιπτώσεων· υπενθυμίζει ότι το προεξοφλητικό επιτόκιο 17,5% είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο για ενεργειακές επενδύσεις στο Ιράκ (15%)· καλεί την Επιτροπή να προχωρήσει σε ολοκληρωμένη ανάλυση κόστους-οφέλους και σε ένα κοινωνικό προεξοφλητικό επιτόκιο, σύμφωνα με τις δικές της κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας(14)·

24.  ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να επανεξετάσουν τον στόχο ενεργειακής απόδοσης 27% για το 2030 υπό το πρίσμα της συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, και καλεί την Επιτροπή να προτείνει έναν στόχο για το 2030 που να αντανακλά το επίπεδο του οικονομικά αποδοτικού δυναμικού ενεργειακής απόδοσης, ο οποίος να μπορεί να επιτευχθεί εάν εξαλειφθούν οι δυσλειτουργίες και ατέλειες της αγοράς, αναγνωρίζοντας την κοινωνική αξία που έχει η αντιμετώπιση της εξοικονόμησης ενέργειας ως αυτοτελούς πηγής ενέργειας·

25.  υπενθυμίζει την έκκληση που διατυπώθηκε στο ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 5ης Φεβρουαρίου 2014 και επαναλήφθηκε στα ψηφίσματά του της 26ης Νοεμβρίου 2014 και της 14ης Οκτωβρίου 2015 για θέσπιση τριών δεσμευτικών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα για το 2030, ιδίως του στόχου για ενεργειακή απόδοση 40%· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να επανεξετάσουν τον στόχο ενεργειακής απόδοσης 27% για το 2030 και να ορίσουν έναν δεσμευτικό στόχο ενεργειακής απόδοσης 40% και, επιπλέον, να ορίσουν στόχους ενεργειακής απόδοσης μέχρι το 2050 σύμφωνα με τις φιλόδοξες δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο των συμφωνιών του Παρισιού για τη διατήρηση της παγκόσμιας αύξησης της θερμοκρασίας κάτω από τους 1,5°C· τονίζει ότι ο στόχος ενεργειακής απόδοσης της ΕΕ για την περίοδο μετά το 2020 θα πρέπει να είναι δεσμευτικός και να υλοποιηθεί μέσω επιμέρους εθνικών στόχων· προτρέπει την Επιτροπή να αξιολογήσει διάφορα σενάρια ενεργειακής απόδοσης για το 2030, συμπεριλαμβανομένου ενός στο επίπεδο του 40%·

26.  τονίζει ότι, για την επίτευξη των στόχων ενεργειακής απόδοσης για το 2030, η ΕΕ θα πρέπει να διευκολύνει την υιοθέτηση μιας ευρύτερης επιλογής μέσων και στοιχείων, όπως για παράδειγμα ενεργειακούς ελέγχους και συστήματα ενεργειακής διαχείρισης, στατιστικές και δείκτες επιδόσεων, μητρώα κτιρίων με στοιχεία γεωαναφοράς και ενεργειακής κατανάλωσης, συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης, προηγμένα μέσα χρηματοδότησης και συστήματα επαγγελματικής κατάρτισης·

27.  τονίζει ότι ένα υψηλό προεξοφλητικό επιτόκιο θα αντικατόπτριζε τη μη ρεαλιστική υπόθεση ότι δεν θα υλοποιηθούν οικονομικά αποδοτικές επενδύσεις στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης λόγω διαφόρων εμποδίων, ενώ καταρχάς τα εμπόδια αυτά έχουν υπερεκτιμηθεί από την Επιτροπή και επιπλέον είναι καθήκον των πολιτικών παραγόντων να αίρουν τα εμπόδια για επενδύσεις που έχουν δυνατότητες απόδοσης σε βάθος χρόνου·

28.  σημειώνει, επιπλέον, ότι το τρέχον υψηλό προεξοφλητικό επιτόκιο λαμβάνει ως δεδομένο ότι η ενεργειακή απόδοση επιτυγχάνεται μόνο μέσω μεμονωμένων δράσεων, παραβλέποντας το γεγονός ότι ο ρόλος των δημόσιων φορέων είναι καθοριστικός για την προώθηση των βελτιώσεων ενεργειακής απόδοσης, ιδίως όσον αφορά τα κτίρια·

29.  αναγνωρίζει ότι τα ανεπαρκή μηνύματα των τιμών είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο υπονομεύεται η ανταπόκριση στη ζήτηση· καλεί τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν αυτόν τον φραγμό και να προωθήσουν την έξυπνη μέτρηση και τη διαφανή τιμολόγηση ως τρόπο προώθησης μιας καταναλωτικής συμπεριφοράς με μεγαλύτερη ανταπόκριση όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας και τις επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση·

30.  υπενθυμίζει το συμπέρασμα της στρατηγικής πλαισίου για την ενεργειακή ένωση ότι η ενεργειακή απόδοση αποτελεί αυτοτελή πηγή ενέργειας· θεωρεί συνεπώς ότι το υψηλό προεξοφλητικό επιτόκιο υπονομεύει τον ενεργειακό εφοδιασμό και την ενεργειακή ανεξαρτησία της ΕΕ·

31.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις νέες καινοτόμους και έξυπνες λύσεις για την εξισορρόπηση της προσφοράς και της ζήτησης ενέργειας, για την καλύτερη χρήση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας κατά τις περιόδους αιχμής· ζητεί χρηματοδότηση έρευνας και ανάπτυξης για αυτές τις νέες λύσεις, ειδικά στον τομέα των ΜΜΕ·

32.  υπογραμμίζει τη σημασία των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών μέσων υπό μορφή δανείων, εγγυήσεων και ιδίων κεφαλαίων για τη μόχλευση ιδιωτικής χρηματοδότησης για έργα ενεργειακής απόδοσης· τονίζει, ωστόσο, την ανάγκη να παρέχεται η χρηματοδότηση υπό μορφή επιχορηγήσεων για έργα στον κοινωνικό τομέα·

33.  συμφωνεί με την Επιτροπή ότι οι χαμηλότερες τιμές καυσίμων, σε συνδυασμό με τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης, μπορεί να θέσουν σε περαιτέρω κίνδυνο την επίτευξη του στόχου του 20%· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να βελτιώσουν το καθεστώς παρακολούθησης, επαλήθευσης, ελέγχου και συμμόρφωσης προκειμένου να εξασφαλιστεί το κατάλληλο επίπεδο φιλοδοξίας·

34.  υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να εξαλειφθούν τα κενά της ισχύουσας οδηγίας, ιδίως στο άρθρο 7, και παράλληλα να διασφαλίζεται η ευελιξία των κρατών μελών να επιλέγουν μεταξύ μέτρων· υπογραμμίζει, στο πλαίσιο αυτό, τη δυνατότητα να επιλέγονται εναλλακτικά μέτρα χωρίς να υπονομεύεται η επίτευξη των ετήσιων στόχων εξοικονόμησης ενέργειας·

35.  ζητεί να αναθεωρηθεί το άρθρο 7 κατά τρόπο που θα επιτρέπει την ποσοτικοποίηση των στόχων και την επίτευξη της απαίτησης για εξοικονόμηση ενέργειας 1,5% ετησίως·

36.  σημειώνει, ειδικότερα, ότι η σταδιακή εφαρμογή και οι πρώιμες δράσεις δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 2 έχουν καταστεί πλέον άνευ αντικειμένου, και ότι το κριτήριο ευελιξίας της τάξης του 25% έχει περιορίσει την αποτελεσματικότητα της απαίτησης για εξοικονόμηση ενέργειας 1,5% ετησίως· επιμένει ότι τα εναλλακτικά μέτρα δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 9 πρέπει να είναι αυστηρά καθορισμένα και να ποσοτικοποιούνται εύκολα· υπενθυμίζει ότι το άρθρο 7 έχει ως στόχο να οδηγήσει στην υλοποίηση ποσοστού πάνω από το ήμισυ του στόχου του 20% που ορίζεται στην οδηγία·

37.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι οι ενεργειακοί έλεγχοι και τα συστήματα ενεργειακής διαχείρισης που προβλέπει το άρθρο 8 συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των εταιρειών της ΕΕ· ζητεί να καταστεί υποχρεωτική η εφαρμογή των συστάσεων των ενεργειακών ελέγχων σε σχέση με την οικονομική απόδοση, σε συνδυασμό με την προγραμματισμένη συντήρηση, και να παρέχονται επιπλέον κίνητρα όπου είναι αναγκαίο· ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την ταχεία μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή των απαιτήσεων του άρθρου 8, καθώς και να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου ώστε να καλύπτει όλες τις εταιρείες με υψηλή κατανάλωση ενέργειας·

38.  επιμένει ότι είναι σημαντικό να διενεργούνται ενεργειακοί έλεγχοι πριν από την κατάρτιση σχεδίων ενεργειακής απόδοσης που βασίζονται στη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και συμβάλλουν στην καταπολέμηση της ενεργειακής ένδειας·

39.  τονίζει την ανάγκη βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης του δημόσιου τομέα, και ζητεί να ενσωματώνονται καλύτερα οι πρωτοβουλίες για εξοικονόμηση ενέργειας στις δημόσιες συμβάσεις·

40.  σημειώνει ότι οι απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης στις δημόσιες συμβάσεις δεν γίνονται πλήρως κατανοητές από όλους τους αρμόδιους για τις προμήθειες φορείς· καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει σαφέστερες κατευθυντήριες γραμμές για να διευκολύνει τη συμμόρφωση με το άρθρο 6 της οδηγίας και την καλύτερη ενσωμάτωση στους ευρύτερους κανόνες της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις·

41.  επαναλαμβάνει ότι η ενεργειακή απόδοση πρέπει να θεωρείται το πλέον βιώσιμο μέτρο στο πλαίσιο της υποχρέωσης μείωσης της ενεργειακής μας κατανάλωσης και όχι να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την αύξηση της κατανάλωσης·

42.  τονίζει ότι, μεταξύ των προκλήσεων και των σοβαρότερων εμποδίων που αντιμετωπίζει η εφαρμογή του άρθρου 7, βαρύνουσα σημασία έχει η έλλειψη γνώσεων και ικανοτήτων εκ μέρους των εμπλεκόμενων μερών, καθώς και η ανεπαρκής ενημέρωση των τελικών καταναλωτών σχετικά με τα υποχρεωτικά συστήματα ενεργειακής απόδοσης ή τα εναλλακτικά μέτρα και το περιορισμένο χρονικό πλαίσιο (2014-2020) για την ολοκλήρωσή τους· ζητεί, ως εκ τούτου, από την ΕΕ να προχωρήσει σε μεγαλύτερες επενδύσεις με στόχο την υλοποίηση προγραμμάτων ενημέρωσης και στήριξης στα επιμέρους κράτη μέλη·

43.  τονίζει ότι η περαιτέρω εναρμόνιση των μεθόδων υπολογισμού της προσθετικότητας (ικανότητα προώθησης τεχνολογιών με επιδόσεις ανώτερες του μέσου όρου της αγοράς) και της σημαντικότητας (προώθηση δράσεων που σε διαφορετική περίπτωση δεν θα υλοποιούνταν), καθώς και των διαδικασιών μέτρησης και επαλήθευσης της εξοικονόμησης ενέργειας θα μπορούσε να συμβάλει στην αποτελεσματικότερη εφαρμογή του άρθρου 7·

44.  προτείνει να αλλάξει ο τίτλος του άρθρου 7 σε «καθεστώτα στήριξης για την εξοικονόμηση ενέργειας», προκειμένου να δοθεί έμφαση στην ανάγκη να βοηθούν τα κράτη μέλη τους καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, να εξοικονομούν ενέργεια και να μειώσουν τις ενεργειακές τους δαπάνες, και να θεσπίσουν μέτρα που καθιστούν δυνατή των επίτευξη της εν λόγω εξοικονόμησης·

45.  εκφράζει την ανησυχία του για την αυξανόμενη ρύπανση που οφείλεται σε ορισμένα συστήματα οικιακής θέρμανσης που τροφοδοτούνται με στερεά βιομάζα και παράγουν μεγάλες ποσότητες λεπτόκοκκης σκόνης, οξειδίων του αζώτου, μονοξειδίου του άνθρακα και διοξινών, στοιχείων άκρως επιζήμιων για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και, συνεπώς, για την υγεία του ανθρώπου· προτρέπει, επομένως, τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν αποδοτικές και φιλικές προς το περιβάλλον εναλλακτικές λύσεις·

46.  υπογραμμίζει την άμεση ανάγκη να αναπτυχθεί μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης του συστήματος μεταφορών συνολικά, η οποία δεν θα βασίζεται μόνο στην τεχνολογική ανάπτυξη των οχημάτων ή των συστημάτων πρόωσης· προτρέπει, αντ’ αυτού, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναλάβουν φιλόδοξες πρωτοβουλίες για τη θέσπιση νέων μέτρων για την προώθηση της μετάβασης στους πλέον ενεργειακά αποδοτικούς τρόπους μεταφοράς, και για την πλήρη υλοποίηση έξυπνων συστημάτων μεταφορών (ITS) με στόχο την περαιτέρω βελτίωση της αποδοτικότητας και του ποσοστού χρήσης του διαθέσιμου δυναμικού, τόσο των οχημάτων όσο και των υποδομών, μεταξύ άλλων και στους τομείς της εφοδιαστικής και των αεροπορικών και θαλάσσιων μεταφορών·

47.  υπενθυμίζει ότι η ενεργειακή απόδοση μπορεί να ενισχυθεί με τη θέσπιση προτύπων CO2 και την ενημέρωση των χρηστών σχετικά με την κατανάλωση καυσίμου των οχημάτων τους· καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει προτάσεις για την ενημέρωση των χρηστών σχετικά με την κατανάλωση καυσίμου των νέων φορτηγών, λεωφορείων και πούλμαν, και να καθορίσει όρια για τις εκπομπές CO2 των εν λόγω οχημάτων·

48.  ζητεί από την Επιτροπή να εξασφαλίσει τη συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών με στόχο την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, καθώς και σε επίπεδο πολιτών·

49.  ζητεί να καταρτιστούν σχέδια με στόχο τη σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα και τη διάθεση χρηματοδοτικών πόρων για σχέδια ενεργειακής απόδοσης ώστε να υλοποιηθούν οι στόχοι της ΕΕ για απαλλαγή του τομέα της ενέργειας από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα έως το 2050·

50.  προτείνει αυτά τα «καθεστώτα στήριξης για την εξοικονόμηση ενέργειας» να δώσουν προτεραιότητα στις δράσεις στον τομέα των κτιρίων, προωθώντας ιδίως την εφαρμογή των εθνικών μακροπρόθεσμων στρατηγικών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4·

51.  τονίζει ότι απαιτείται μια φιλόδοξη, ισχυρή και διαφανής κλιματική διακυβέρνηση, η οποία θα εγγυάται την επίτευξη του στόχου απόδοσης· θεωρεί ότι, στο πλαίσιο της αναθεώρησης της οδηγίας, θα πρέπει να θεσπιστούν σχετικοί κανόνες· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την πλήρη συμμετοχή του Κοινοβουλίου στην ανάπτυξη της κλιματικής διακυβέρνησης, και να υποβάλουν προτάσεις στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας·

52.  καλεί τα κράτη μέλη να συμπεριλάβουν διάταξη η οποία θα προβλέπει ένα σημαντικό ελάχιστο ποσοστό μέτρων τα οποία θα απευθύνονται σε καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα, στο πλαίσιο των καθεστώτων επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης·

53.  επαναλαμβάνει την έκκλησή του για ένα πρόγραμμα σημαντικών επενδύσεων στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης στην Ευρώπη, το οποίο θα κινητοποιεί πλήρως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ) και τα διαρθρωτικά ταμεία· σημειώνει ότι τα έργα ενεργειακής απόδοσης είναι συχνά μικρής κλίμακας και πρέπει να συγκεντρώνονται σε μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια· ζητεί, για τον σκοπό αυτόν, από την Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και τα κράτη μέλη να παρέχουν μεγαλύτερη τεχνική στήριξη και βοήθεια στην ανάπτυξη έργων προκειμένου να διευκολύνουν τις επενδύσεις·

54.  εκφράζει τη λύπη του για τη χαμηλή συμβολή του τομέα των μεταφορών στην εξοικονόμηση ενέργειας, με ποσοστό μόλις 3% επί του συνόλου της τομεακής κατανομής της εξοικονόμησης, παρά τη σταθεροποίηση της επιβατικής κίνησης και την πτώση της εμπορευματικής κίνησης κατά την περίοδο 2005-2013 λόγω της οικονομικής κρίσης· καλεί τα κράτη μέλη να αυξήσουν τον αριθμό των μέτρων που στοχεύουν στον τομέα των μεταφορών·

55.  ζητεί από την Επιτροπή να μειώσει τη γραφειοκρατία όσον το δυνατό περισσότερο για τις ΜΜΕ και τους δημόσιους φορείς·

56.  προτείνει να αναθεωρηθεί ο ορισμός της μικρομεσαίας επιχείρησης (ΜΜΕ) που ισχύει στην εν λόγω οδηγία (άρθρο 2 σημείο 26) ώστε να αναφέρεται μόνο στον αριθμό των απασχολούμενων ατόμων και στον ετήσιο κύκλο εργασιών, ούτως ώστε να μπορούν να θεωρούνται ΜΜΕ και οι εταιρείες που βρίσκονται υπό τον έλεγχο δημόσιων φορέων κατά ποσοστό 25% ή μεγαλύτερο·

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

26.4.2016

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

56

10

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Marco Affronte, Margrete Auken, Pilar Ayuso, Zoltán Balczó, Ivo Belet, Simona Bonafè, Biljana Borzan, Lynn Boylan, Soledad Cabezón Ruiz, Nessa Childers, Alberto Cirio, Birgit Collin-Langen, Mireille D’Ornano, Seb Dance, Angélique Delahaye, Jørn Dohrmann, Ian Duncan, Stefan Eck, Bas Eickhout, Eleonora Evi, José Inácio Faria, Karl-Heinz Florenz, Francesc Gambús, Elisabetta Gardini, Gerben-Jan Gerbrandy, Jens Gieseke, Julie Girling, Matthias Groote, Françoise Grossetête, Andrzej Grzyb, György Hölvényi, Anneli Jäätteenmäki, Jean-François Jalkh, Benedek Jávor, Karin Kadenbach, Kateřina Konečná, Giovanni La Via, Peter Liese, Norbert Lins, Susanne Melior, Miroslav Mikolášik, Massimo Paolucci, Gilles Pargneaux, Piernicola Pedicini, Bolesław G. Piecha, Pavel Poc, Daciana Octavia Sârbu, Davor Škrlec, Estefanía Torres Martínez, Nils Torvalds, Jadwiga Wiśniewska, Дамиано Дзофоли

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Clara Eugenia Aguilera García, Nicola Caputo, Fredrick Federley, Merja Kyllönen, Gesine Meissner, Marijana Petir, Gabriele Preuß, Jasenko Selimovic, Kay Swinburne, Keith Taylor, Mihai Ţurcanu, Tom Vandenkendelaere, Γιώργος Γραμματικάκης

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Marie-Christine Boutonnet

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

23.5.2016

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

34

25

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Zigmantas Balčytis, Bendt Bendtsen, Xabier Benito Ziluaga, José Blanco López, David Borrelli, Jerzy Buzek, Pilar del Castillo Vera, Christian Ehler, Fredrick Federley, Ashley Fox, Adam Gierek, Theresa Griffin, Hans-Olaf Henkel, Barbara Kappel, Krišjānis Kariņš, Seán Kelly, Jeppe Kofod, Jaromír Kohlíček, Janusz Lewandowski, Paloma López Bermejo, Ernest Maragall, Edouard Martin, Angelika Mlinar, Csaba Molnár, Dan Nica, Morten Helveg Petersen, Miroslav Poche, Carolina Punset, Michel Reimon, Herbert Reul, Paul Rübig, Algirdas Saudargas, Antonio Tajani, Dario Tamburrano, Patrizia Toia, Evžen Tošenovský, Claude Turmes, Adina-Ioana Vălean, Henna Virkkunen, Martina Werner, Lieve Wierinck, Hermann Winkler, Anna Záborská, Flavio Zanonato, Εύα Καϊλή, Νεοκλής Συλικιώτης, Владимир Уручев

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Amjad Bashir, Jens Geier, Benedek Jávor, Constanze Krehl, Barbara Kudrycka, Olle Ludvigsson, Vladimír Maňka, Markus Pieper, Massimiliano Salini, Anne Sander, Indrek Tarand, Pavel Telička, Anneleen Van Bossuyt

(1)

ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 1.

(2)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2015)0444.

(3)

COM(2015)0574.

(4)

COM(2011)0112.

(5)

COM(2011)0885.

(6)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0094.

(7)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0266.

(8)

COM(2016)0051.

(9)

Βλ. Tina Fawcett and Jan Rosenow: The Member States' plans and achievements towards the implementation of Article 7 of the Energy Efficiency Directive, μελέτη της EPRS.

(10)

‘Energy efficiency as infrastructure: leaping the investment gap’ - έκθεση των συμβούλων E3G, 3 Μαρτίου 2016.

(11)

Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

(12)

Eurostat (2015): Bereitstellung der Daten zu Defizit und Schuldenstand 2014 - erste Meldung. http://ec.europa.eu/eurostat/documents/2995521/6796753/2-21042015-AP-DE.pdf/28a7cf93-61e6-4a81-85c7-1a168866e3ba

(13)

Statistica (2016): Umsatz der Automobilindustrie in Deutschland in den Jahren 2005 bis 2014 (in Milliarden Euro). http://de.statista.com/statistik/daten/studie/160479/umfrage/umsatz-der-deutschen-automobilindustrie/

(14)

Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας SWD(2015)0111, εργαλείο αριθ. 54: «Το κοινωνικό προεξοφλητικό επιτόκιο είναι ο συντελεστής που χρησιμοποιείται συχνότερα στις εκτιμήσεις επιπτώσεων, καθώς αυτές κατά κανόνα εξετάζουν παράλληλα το κόστος και τα οφέλη από τη σκοπιά της κοινωνίας συνολικά (και όχι από τη σκοπιά μιας μεμονωμένης ομάδας ενδιαφερομένων). Το προτεινόμενο κοινωνικό προεξοφλητικό επιτόκιο είναι 4%... Γενικά, δεν ενδείκνυται να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά κοινωνικά προεξοφλητικά επιτόκια, καθώς η σταθερή χρήση του συντελεστή 4% στις εκτιμήσεις επιπτώσεων και σε μια αξιολόγηση εξασφαλίζει συνοχή και συγκρισιμότητα.»

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου