Διαδικασία : 2017/2013(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0357/2017

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0357/2017

Συζήτηση :

PV 12/12/2017 - 2
CRE 12/12/2017 - 2

Ψηφοφορία :

Κείμενα που εγκρίθηκαν :


ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 2376kWORD 278k
16.11.2017
PE 604.514v03-00 A8-0357/2017

σχετικά με την έρευνα για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή

(2017/2013(INI))

Εξεταστική επιτροπή για τη διερεύνηση καταγγελλόμενων παραβιάσεων και περιπτώσεων κακοδιοίκησης κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή

Εισηγητές Petr Ježek, Jeppe Kofod

ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΑ/ ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
 OVERVIEW OF ACTIVITIES DURING THE MANDATE
 I. COMMITTEE COMPOSITION
 II. COMMITTEE MEETINGS and MISSIONS
 III. ACTIVITIES OF THE COMMITTEE
 1. Programme of hearings and missions
 2. List of speakers (hearings and missions)
 3. Fact-finding missions of the PANA Committee Mission reports
 3.01. Mission to United Kingdom (9-10 February 2017)
 3.02. Mission to Malta (20 February 2017)
 3.03. Mission to Luxembourg (2-3 March 2017)
 3.04. Mission to United States (21-24 March 2017)
 3.05. Mission to Portugal (22-23 June 2017)
 3.06. Mission to Cyprus (7 July 2017)
 3.07. Mission to Switzerland (14-15 September 2017)
 4. State of play on ‘Who refused to participate in hearing/delegation and why?’
 IV. LIST OF EXTERNAL STUDIES
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

σχετικά με την έρευνα για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή

H εξεταστική επιτροπή για τη διερεύνηση περιπτώσεων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 226 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 116 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση 95/167/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 1995, περί των λεπτομερών διατάξεων άσκησης του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο(1),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουνίου 2016 σχετικά με τη σύσταση, τον καθορισμό αρμοδιοτήτων, την αριθμητική σύνθεση και τη διάρκεια θητείας της εξεταστικής επιτροπής για τη διερεύνηση καταγγελλόμενων παραβιάσεων και περιπτώσεων κακοδιοίκησης κατά την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή(2),

–  έχοντας υπόψη τις αποκαλύψεις της Διεθνούς Σύμπραξης Ερευνητών Δημοσιογράφων (ICIJ) σχετικά με τη χρήση υπεράκτιων εταιρειών, που έχουν γίνει γνωστές ως «έγγραφα του Παναμά»,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα που ενέκρινε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 27 Ιουλίου 2015 σχετικά με το πρόγραμμα δράσης της Αντίς Αμπέμπα,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας(3),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση μέτρων εφαρμογής της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον ορισμό του πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου και τα τεχνικά κριτήρια για την εφαρμογή της απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και την εφαρμογή της εξαίρεσης σε περιπτώσεις άσκησης χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας σε περιστασιακή ή πολύ περιορισμένη βάση(4),

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο δράσης της Επιτροπής για την ενίσχυση της καταπολέμησης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, του Φεβρουαρίου του 2016,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής(5),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ(6),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2011/16/EE του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ(7),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2014/107/ΕΕ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 2014, για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/16/ΕΕ όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον φορολογικό τομέα(8),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου(9),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος και την κατάργηση της απόφασης 2005/909/ΕΚ της Επιτροπής(10),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2014/56/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών(11),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2012/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2012, για την τροποποίηση της οδηγίας 89/666/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2005/56/ΕΚ και 2009/101/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τη διασύνδεση των κεντρικών και των εμπορικών μητρώων καθώς και των μητρώων εταιρειών(12),

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση 2012/771/ΕΕ της Επιτροπής, της 6ης Δεκεμβρίου 2012, όσον αφορά μέτρα με σκοπό να ενθαρρυνθούν οι τρίτες χώρες να εφαρμόζουν ελάχιστα πρότυπα χρηστής διακυβέρνησης στον φορολογικό τομέα(13), και τη σύσταση 2012/772/ΕΕ της Επιτροπής, της 6ης Δεκεμβρίου 2012, σχετικά με τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό(14),

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 25ης Νοεμβρίου 2015(15) και της 6ης Ιουλίου 2016(16) σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και άλλα μέτρα παρόμοιου χαρακτήρα ή αποτελέσματος,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την επίτευξη διαφάνειας, συντονισμού και σύγκλισης στις πολιτικές όσον αφορά τη φορολογία των εταιρειών στην Ένωση(17),

–  έχοντας υπόψη την Πλατφόρμα των ΜΧΠ της ΕΕ «mapping exercise and gap analysis on EU FIUs’ powers and obstacles for obtaining and exchanging information» (15 Δεκεμβρίου 2016),

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη της τρομοκρατίας, της 16ης Μαΐου 2005 (Σύμβαση της Βαρσοβίας),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 28ης Ιανουαρίου 2016, προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με μια εξωτερική στρατηγική για πραγματική φορολόγηση (COM(2016)0024),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της 7ης Μαρτίου 2017 της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων του Κοινοβουλίου(18) σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/101/ΕΚ (COM(2016)0450 – C8 0265/2016 – 2016/0208(COD)),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του ΟΟΣΑ με τίτλο «Improving Co-operation between Tax and Anti-Money Laundering Authorities: Access by tax administrations to information held by financial intelligence units for criminal and civil purposes» η οποία δημοσιεύθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2015,

–  έχοντας υπόψη την τελική έκθεση, η οποία δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο 2013, του προγράμματος ECOLEF για την οικονομική και νομική αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, το οποίο χρηματοδοτείται από τη ΓΔ Εσωτερικών Υποθέσεων της Επιτροπής, (JLS/2009/ISEC/087),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (πρόταση CbCR),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση οδηγίας της Επιτροπής για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/16/ΕΕ όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας οι οποίες συνδέονται με ανακοινώσιμες διασυνοριακές ρυθμίσεις (COM(2017)0335),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την έκδοση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με την κοινή ενοποιημένη βάση φορολογίας εταιρειών (COM(2016)0685),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής για την έκδοση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με την κοινή ενοποιημένη βάση φορολογίας εταιρειών (ΚΕΒΦΕ) (COM(2016)0683),

–  έχοντας υπόψη την Πολυμερή σύμβαση του ΟΟΣΑ για την εφαρμογή μέτρων σχετιζόμενων με τις φορολογικές συνθήκες για την πρόληψη της διάβρωσης της φορολογικής βάσης και της μεταφοράς κερδών (Multilateral Convention to Implement Tax Treaty Related Measures to Prevent Base Erosion and Profit Shifting) του Ιουνίου 2017,

–  έχοντας υπόψη τη δημοσίευση της τελικής μελέτης του ΟΗΕ της 15ης Ιανουαρίου 2015 σχετικά με τις παράνομες χρηματοοικονομικές ροές, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το θεματολόγιο του 2030 για τη βιώσιμη ανάπτυξη (Final study on illicit financial flows, human rights and the 2030 Agenda for Sustainable Development) του Ανεξάρτητου Εμπειρογνώμονα για τις επιπτώσεις του εξωτερικού χρέους και άλλες συναφείς διεθνείς χρηματοπιστωτικές υποχρεώσεις των κρατών σχετικά με την πλήρη άσκηση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και ειδικότερα των οικονομικών, κοινωνικών και μορφωτικών δικαιωμάτων,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της ειδικής εισηγήτριας των Ηνωμένων Εθνών για την ακραία φτώχεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα Magdalena Sepúlveda Carmona, της 22ας Μαΐου 2014,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 198 του Κανονισμού του,

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στις 8 Ιουνίου 2016 το Κοινοβούλιο σύστησε εξεταστική επιτροπή για να διερευνήσει τις καταγγελλόμενες παραβιάσεις και τις περιπτώσεις κακοδιοίκησης κατά την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή (PANA)·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι «παραβίαση» σημαίνει παράνομη συμπεριφορά, δηλαδή πράξη ή παράλειψη που έρχεται σε αντίθεση με τον νόμο, εκ μέρους θεσμικών οργάνων, οργανισμών ή κρατών μελών της Ένωσης, κατά την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι «κακοδιοίκηση» σημαίνει πλημμελής ή κατώτερης ποιότητας διοίκηση, η οποία προκύπτει, για παράδειγμα, όταν ένα θεσμικό όργανο δεν τηρεί τις αρχές της χρηστής διοίκησης, και λαμβάνοντας υπόψη ότι στις περιπτώσεις κακοδιοίκησης περιλαμβάνονται, για παράδειγμα, διοικητικές παρατυπίες και παραλείψεις, κατάχρηση εξουσίας, δωροδοκία και δωροληψία, παράβαση των κανόνων δικαίου, παράνομες διαδικασίες, κακή επιτέλεση λειτουργήματος ή ανικανότητα, διακρίσεις, μη αναπόφευκτες καθυστερήσεις, αδυναμία ή άρνηση παροχής πληροφοριών, αμέλεια και άλλες ελλείψεις που αντικατοπτρίζουν δυσλειτουργία κατά την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας σε οποιονδήποτε τομέα καλύπτει το εν λόγω δίκαιο·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η «νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες» συνδέεται με τη συγκάλυψη παράνομου χρήματος, μεταξύ άλλων μέσω διεθνών εγκληματικών δικτύων, με σκοπό την απόκρυψη της ταυτότητας παράνομων προσόδων ούτως ώστε να εμφανίζεται ότι οι πρόσοδοι αυτές έχουν προέλθει από νόμιμες πηγές· λαμβάνοντας υπόψη ότι τέτοια αδικήματα είναι γνωστά ως βασικά αδικήματα και περιλαμβάνουν τα φορολογικά εγκλήματα, σύμφωνα με τις συστάσεις της ομάδας χρηματοοικονομικής δράσης (FATF) του 2012 και την τέταρτη οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (AMLD), που τέθηκαν σε ισχύ την 26η Ιουνίου 2017·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στο Ευρωπαϊκό Θεματολόγιο για την Ασφάλεια, του Απριλίου 2015, τονίστηκε η ανάγκη αντιμετώπισης της σχέσης μεταξύ της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι το οργανωμένο έγκλημα τροφοδοτεί την τρομοκρατία μέσω διάφορων διαύλων, π.χ. μέσω της προμήθειας όπλων, της χρηματοδότησης μέσω διακίνησης ναρκωτικών, και της διείσδυσης στις χρηματοπιστωτικές αγορές·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιτροπή αυτή συστάθηκε μετά τη δημοσίευση των λεγόμενων εγγράφων του Παναμά· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα έγγραφα του Παναμά αποτελούν τη μεγαλύτερη διαρροή πληροφοριών σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή που έχει συμβεί μέχρι σήμερα· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα 2,6 terabyte εμπιστευτικών πληροφοριών που διέρρευσαν από τη Mossack Fonseca, νομική εταιρεία και εξουσιοδοτημένη εταιρεία διαχείρισης εμπιστευμάτων (trust company), περιείχαν 11,5 εκατομμύρια έγγραφα, ορισμένα από τα οποία αντιπροσωπεύουν περισσότερα δεδομένα από τα Wikileaks (2010), Offshore Leaks (2013), Luxleaks (2014) και Swissleaks (2015) μαζί.

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων του Παναμά ήταν το αποτέλεσμα ενδελεχών ερευνών που διενήργησαν δημοσιογράφοι από 107 οργανισμούς μέσων ενημέρωσης σε 80 χώρες, μέλη της Διεθνούς Σύμπραξης Ερευνητών Δημοσιογράφων (ICIJ), οι οποίοι ανέλυσαν έγγραφα στα οποίο παρουσιάζονται λεπτομερώς οι δραστηριότητες της εταιρείας Mossack Fonseca, χρησιμοποιώντας προηγμένο λογισμικό για την επεξεργασία του τεράστιου όγκου δεδομένων που διέρρευσαν·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στα έγγραφα του Παναμά καταδεικνύονται τόσο η σημασία των ελεύθερων μέσων ενημέρωσης και της ερευνητικής δημοσιογραφίας όσο και ο ρόλος των καταγγελτών σε μια λειτουργούσα δημοκρατία, τα οποία το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ως πολύτιμη πηγή πληροφοριών και απολύτως αναγκαίο παράγοντα για την προαγωγή της ακεραιότητας, της διαφάνειας και της λογοδοσίας τόσο στους δημόσιους όσο και στους ιδιωτικούς οργανισμούς·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταγγελίες σχετικά με τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης μπορούν να οριστούν ως η αποκάλυψη ή αναφορά ατασθαλιών, στις οποίες μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται κρούσματα διαφθοράς, απάτης, σύγκρουσης συμφερόντων, φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διείσδυσης από το οργανωμένο έγκλημα καθώς και ενέργειες για την συγκάλυψη των προαναφερθέντων φαινομένων·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αποκάλυψη από τους καταγγέλτες πληροφοριών για πρακτικές που θα μπορούσαν να απειλήσουν ή να βλάψουν το δημόσιο συμφέρον γίνεται με βάση την ελευθερία έκφρασης και ενημέρωσης αυτών των ανθρώπων, οι οποίες κατοχυρώνονται αμφότερες στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, και είναι συνυφασμένη με μια έντονη αίσθηση ευθύνης και ηθικής· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταγγέλτες συχνά διακινδυνεύουν την προσωπική τους ασφάλεια η οποία προστατεύεται βάσει του άρθρου 6 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι οποιοδήποτε είδος αντιποίνων κατά των καταγγελτών θα τιμωρείται καταλλήλως καθώς, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, περισσότερο από το ένα τρίτο των οργανισμών που έχουν μηχανισμό υποβολής αναφορών είτε δεν διαθέτουν είτε δεν γνωρίζουν ότι διαθέτουν εγγράφως κατοχυρωμένη πολιτική που να προστατεύει τους καταγγέλτες από αντίποινα·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, για παράδειγμα, η Επιτροπή δήλωσε στην ανακοίνωσή της στις 5 Ιουλίου 2016 ότι η προστασία των υπαλλήλων που καταγγέλλουν δυσλειτουργίες, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, συμβάλλει στην αντιμετώπιση της κακοδιαχείρισης και των παρατυπιών, συμπεριλαμβανομένης της διασυνοριακής διαφθοράς, τονίζοντας ότι η τελευταία στερεί από τις ευρωπαϊκές φορολογικές αρχές νόμιμα φορολογικά έσοδα·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι η νομοθεσία τηρείται από τις περισσότερες εταιρείες και τους ιδιώτες· λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει, ως εκ τούτου, καίρια σημασία να αποκαλυφθούν οι παράνομες δραστηριότητες και να κλείσουν τα κενά χωρίς να δημιουργηθεί περιττή επιβάρυνση στους νομοταγείς φορολογούμενους·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στα δεδομένα που διέρρευσαν στην περίπτωση των εγγράφων του Παναμά περιλαμβάνονταν εμπιστευτικά αρχεία 213 634 υπεράκτιων εταιρειών, συνοδευόμενα από τα ονόματα δώδεκα νυν και πρώην αρχηγών κρατών, σχεδόν 200 πολιτικών από όλο τον κόσμο, καθώς και αρκετών διασημοτήτων από διάφορους χώρους· λαμβάνοντας υπόψη ότι μεταξύ του 1970 και του 2015 η Mossack Fonseca ίδρυσε και διαχειριζόταν τις εν λόγω εταιρείες, εκ των οποίων 55 728 εξακολουθούσαν να είναι ενεργές την περίοδο που διέρρευσαν τα δεδομένα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η συντριπτική πλειονότητα των οντοτήτων που λειτουργούσαν ακόμη –περίπου το 90 %– είχαν ως έδρα τις βρετανικές Παρθένες Νήσους, τον Παναμά ή τις Σεϋχέλλες·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το ένα τέταρτο των ΑΞΕ παγκοσμίως συγκεντρώνεται σε δύο κράτη μέλη, την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο(19)· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, η Ολλανδία είναι το κράτος μέλος με τον υψηλότερο αριθμό εταιρειών-γραμματοθυρίδων στην ΕΕ·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι με μερίδιο περίπου 5% με 10% της αγοράς υπεράκτιου απορρήτου και με οντότητες εταιρικής μορφής σε 21 δικαιοδοσίες(20) η Mossack Fonseca δεν είναι η μεγαλύτερη εταιρεία στον κλάδο του υπεράκτιου επιχειρηματικού απορρήτου· λαμβάνοντας υπόψη ότι το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι τα έγγραφα του Παναμά μπορούν να ερμηνευθούν μόνο ως η κορυφή του παγόβουνου·

ΙΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπόλ, τα έγγραφα του Παναμά αντιπροσωπεύουν μόλις το 0,6 % του συνόλου των υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που καταγράφονται ετησίως·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εξεταστική επιτροπή του Κοινοβουλίου για τα έγγραφα του Παναμά (PANA) συγκάλεσε συνεδριάσεις, πραγματοποίησε διευρευνητικές αποστολές και ανέθεσε την εκπόνηση μελετών προκειμένου να διερευνήσει περαιτέρω πρακτικές πέραν εκείνων που τεκμηριώνονται στα έγγραφα του Παναμά(21)·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η φορολογική απάτη και η φοροδιαφυγή αποτελούν παράνομες δραστηριότητες που έχουν ως αποτέλεσμα την αποφυγή φορολογικών υποχρεώσεων, ενώ, ταυτόχρονα, η «φοροαποφυγή» είναι η αθέμιτη ή αμφιβόλου ορθότητας χρήση των φορολογικών καθεστώτων με σκοπό τον περιορισμό ή την αποφυγή των φορολογικών υποχρεώσεων με ταυτόχρονη παραβίαση τουλάχιστον τους πνεύματος του νόμου ο οποίος υποτίθεται ότι εφαρμόζεται(22)· λαμβάνοντας υπόψη ότι επικρατεί η άποψη πως ο επιθετικός φορολογικός σχεδιασμός επωφελείται από την εκμετάλλευση τεχνικών πτυχών ενός φορολογικού συστήματος ή από τις αναντιστοιχίες μεταξύ δύο ή περισσότερων φορολογικών συστημάτων για τον σκοπό της μείωσης της φορολογικής υποχρέωσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα έγγραφα του Παναμά έχουν αποκαλύψει διάφορες υποθέσεις χρήσης υπεράκτιων εταιρειών με στόχο τη σκόπιμη φοροαποφυγή, φοροδιαφυγή ή νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· λαμβάνοντας υπόψη ότι στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης(23) όσον αφορά την αρχή της καταπάτησης του νόμου σε σχέση με τη φορολόγηση, έχει κριθεί ότι οι υπήκοοι ενός κράτους μέλους δεν μπορούν να προσπαθούν να εκμεταλλευθούν τις διατάξεις της ενωσιακής νομοθεσίας με αθέμιτο ή δόλιο τρόπο· λαμβάνοντας υπόψη ότι αρκετά κράτη μέλη εφαρμόζουν την έννοια της καταπάτησης του νόμου σε φορολογικά ζητήματα(24)·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, λόγω των διαρροών στοιχείων που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια, έχει αυξηθεί σημαντικά η ευαισθητοποίηση σε θέματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φοροδιαφυγής, καθεστώτων φορολογικής απάτης και διαφθοράς, θέματα που αποτελούν μείζονα προτεραιότητα της διεθνούς πολιτικής, καθώς και αιτία έντονου προβληματισμού μεταξύ των πολιτών της ΕΕ·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αποτελεσματική επίλυση αυτών των προβλημάτων απαιτεί μεγαλύτερη πολιτική συνοχή μεταξύ των φορολογικών πολιτικών και άλλων μορφών οικονομικής διακυβέρνησης, όπως εμπορικών πολιτικών και συμφωνιών διαιτησίας επενδύσεων·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μη δηλωθέντα και αφορολόγητα εισοδήματα μειώνουν τα εθνικά φορολογικά έσοδα των κρατών μελών και συνιστούν απειλή για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος(25)· λαμβάνοντας υπόψη ότι η φοροδιαφυγή και η φοροαποφυγή δημιουργούν αθέμιτο ανταγωνισμό, ο οποίος επηρεάζει κυρίως τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τις μεγάλες εταιρείες που δεν χρησιμοποιούν περίπλοκες δομές· λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η φοροαποφυγή και η φοροδιαφυγή υπονομεύουν τη δίκαιη κατανομή των φορολογικών εσόδων στα κράτη μέλη της ΕΕ και, ως εκ τούτου, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά· λαμβάνοντας υπόψη ότι η τεράστια φοροαποφυγή στην οποία επιδίδονται ιδιώτες με μεγάλη περιουσία και επιχειρήσεις όχι μόνο αποβαίνει σε βάρος των απλών φορολογούμενων, των δημόσιων οικονομικών και των κοινωνικών δαπανών, αλλά συνιστά επίσης απειλή για τη χρηστή διακυβέρνηση, τη μακροοικονομική σταθερότητα, την κοινωνική συνοχή και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) είναι μία από τις βασικές πηγές εσόδων των κρατών μελών και, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η συνολική διαφορά μεταξύ των προσδοκώμενων και των πραγματικών εσόδων από τον ΦΠΑ, το λεγόμενο «έλλειμμα ΦΠΑ», ανέρχεται σε 159,5 δισεκατομμύρια ευρώ·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε όλη την Ευρώπη θα μπορούσαν να έχουν υποστηριχθεί 1,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας με τα χρήματα που έχασαν οι φορολογικές αρχές λόγω της φορολογικής ζημίας που σχετίζεται με τα έγγραφα του Παναμά(26).

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δημόσιες αρχές είναι αρμόδιες για το κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο, καθώς και για τη φορολογία· λαμβάνοντας υπόψη ότι, μέσω κανονιστικών ρυθμίσεων, μητρώων εταιρειών, φορολογικού δικαίου και εποπτείας, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ύπαρξη φορολογικών παραδείσων και υπεράκτιων χρηματοπιστωτικών κέντρων· λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην πραγματικότητα, τα κέντρα αυτά μπορούν να λειτουργούν μόνο όταν οι κυβερνήσεις δημιουργούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν θα ήταν δυνατή η ύπαρξη υπεράκτιων δομών παροχής προτιμησιακών καθεστώτων χωρίς την παρέμβαση φορέων που διευκολύνουν και μεσολαβούν, όπως τράπεζες, λογιστικές εταιρείες, φορολογικοί σύμβουλοι, διαχειριστές πλούτου και δικηγόροι, τόσο σε φορολογικούς παραδείσους όσο και σε άλλες δικαιοδοσίες·

ΚΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένες κυβερνήσεις και δικαιοδοσίες, μεταξύ άλλων και στην ΕΕ, έχουν ειδικευτεί ή συμμετέχουν στη δημιουργία προτιμησιακών φορολογικών καθεστώτων που επιφέρουν στρέβλωση του ανταγωνισμού προς όφελος πολυεθνικών εταιρειών και ιδιωτών με μεγάλη περιουσία, που, στην ουσία, δεν έχουν οικονομική υπόσταση στις εν λόγω δικαιοδοσίες αλλά απλώς εκπροσωπούνται από εταιρείες-βιτρίνες·

ΚΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι αντίθετα με την υπόθεση LuxLeaks, η υποτιθέμενη ανάμειξη πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων σε πιθανόν παράνομες δραστηριότητες όπως αποκαλύφθηκε στα έγγραφα του Παναμά οδηγεί ενδεχομένως σε μία κατάσταση στην οποία ορισμένες κυβερνήσεις δεν είναι διατεθειμένες να ερευνήσουν δεόντως αυτές τις υποθέσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι σε κάποιες χώρες εκτός της ΕΕ οι οποίες επιδεικνύουν ανοχή σε χαμηλό επίπεδο διαφάνειας και στις οποίες υπάρχουν υποψίες για διεφθαρμένους κυβερνητικούς αξιωματούχους, δεν υπάρχει ενδιαφέρον για τη λήψη μέτρων κατόπιν των πληροφοριών που αποκαλύφθηκαν στα έγγραφα του Παναμά·

ΚΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει παραθέσει εκτιμήσεις σύμφωνα με τις οποίες οι ετήσιες απώλειες εσόδων λόγω φοροδιαφυγής και φορολογικής απάτης ανέρχονται, μόνο εντός της ΕΕ, σε τουλάχιστον 1 τρισεκατομμύριο EUR(27)· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό επηρεάζει άμεσα τόσο τους εθνικούς προϋπολογισμούς όσο και τον προϋπολογισμό της ΕΕ· Λ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνολική «ζημία για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης» στις αναπτυσσόμενες χώρες (δηλ. η απώλεια φορολογικών εσόδων και τα επανεπενδυόμενα έσοδα που χάνονται ως κέρδος) ανέρχεται σε περίπου 250 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως·

ΛΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2014, τουλάχιστον 7,6 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ από τα 95,5 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ στα οποία ανήλθε ο συνολικός ιδιωτικός πλούτος παγκοσμίως δεν καταγράφηκαν λογιστικά· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 8% του ιδιωτικού πλούτου παγκοσμίως παραμένει σε υπεράκτιες εταιρείες, γεγονός που οδηγεί σε παγκόσμιες απώλειες φορολογικών εσόδων της τάξης των 190 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις, 2,6 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ του ιδιωτικού πλούτου στην Ευρώπη παραμένει σε υπεράκτιες εταιρείες, γεγονός που οδηγεί σε απώλειες φορολογικών εσόδων της τάξης των 78 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ ετησίως(28)·

ΛΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2011, σύμφωνα με εκτιμήσεις, 3,1 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ χάνονταν ετησίως λόγω φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών(29)·

ΛΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια πολύ διάσημη περίπτωση υπερεθνικής νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε σχέση με τα έγγραφα του Παναμά αποκαλύφθηκε από τον ρώσο δικηγόρο Sergei Magnitsky και αποτέλεσε αντικείμενο σχετικών ερευνών σε κράτη μέλη της ΕΕ και σε όλο τον κόσμο·

ΛΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης απηύθυνε έκκληση για βελτίωση της διεθνούς συνεργασίας στη διερεύνηση της πορείας που ακολουθούν τα κεφάλαια που προέρχονται από τις παράνομες επιστροφές φόρων που κατήγγειλε ο κ. Magnitsky· λαμβάνοντας υπόψη ότι ούτε οι δράστες των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν εις βάρος του Sergei Magnitsky και των εγκλημάτων που ο ίδιος αποκάλυψε ούτε τα πρόσωπα που ωφελήθηκαν από τα εγκλήματα αυτά δεν έχουν προσαχθεί στη δικαιοσύνη·

ΛΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις, το μέγεθος της διεθνούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εκτιμάται ότι ανέρχεται σε ποσοστό 2 %-5 % του ΑΕΠ παγκοσμίως· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Eurojust(30), οι περιπτώσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αυξάνονται και απαιτείται συντονισμένη αντίδραση σε πολλές δικαιοδοσίες ταυτόχρονα για την καταπολέμηση αυτών των υπερεθνικών αδικημάτων·

ΛΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλά κράτη μέλη της ΕΕ και υπερπόντιες χώρες και εδάφη (ΥΧΕ) συγκαταλέγονται μεταξύ των 100 χωρών με τον υψηλότερο βαθμό μυστικότητας(31)· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Λουξεμβούργο και η Γερμανία καταλαμβάνουν την 6η και 8η θέση αντίστοιχα·

ΛΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στα έγγραφα του Παναμά τεκμηριώνεται και δημοσιοποιείται η συστηματική χρήση παράνομων πρακτικών, όπως η προχρονολόγηση εγγράφων, και αποκαλύπτεται η κατάφωρη παράβλεψη βασικής δέουσας επιμέλειας, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση της εξωτερικής ανάθεσης, εκ μέρους των εμπλεκόμενων δικηγόρων, διαχειριστών πλούτου και άλλων φορέων μεσολάβησης, γεγονός που τεκμηριώνεται, για παράδειγμα, από τη διατήρηση επαγγελματικών σχέσεων με εταιρείες των οποίων οι εντεταλμένοι διευθυντές εκπροσωπούν έως και 1000 εταιρείες-βιτρίνες ή έχουν πεθάνει εδώ και αρκετά έτη·

ΛΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα έγγραφα του Παναμά αποκαλύπτουν, επίσης, την τεράστια αποτυχία των κυβερνήσεων, των κοινοβουλίων και των εθνικών και ευρωπαϊκών αρχών να θεσπίσουν νόμους και να επιβάλουν ελέγχους για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και φορολογικούς ελέγχους, διευκολύνοντας με αυτόν τον τρόπο τα οικονομικά εγκλήματα·

ΛΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη έχουν κινήσει συνολικά τουλάχιστον 1 300 διαδικασίες ανακρίσεων, ελέγχων και ερευνών σχετικά με τις αποκαλύψεις των εγγράφων του Παναμά· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη έχουν εντοπίσει πάνω από 3 000 φορολογούμενους και εταιρείες στην ΕΕ που συνδέονται με τα έγγραφα του Παναμά· λαμβάνοντας υπόψη ότι, χάρη στο γεγονός αυτό, τους τελευταίους δώδεκα μήνες, οι εθνικές αρχές έχουν ήδη ανακτήσει δεκάδες εκατομμύρια δολάρια ή ευρώ σε φόρους αδήλωτων έως τότε πόρων(32)·

Μ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διεθνής Σύμπραξη Ερευνητών Δημοσιογράφων (ICIJ) συμπεριέλαβε στην έκθεσή της για τα έγγραφα του Παναμά αναφορά για τις μετοχές στον κομιστή, και τις περιέγραψε ως έναν τρόπο προστασίας της ανωνυμίας των ιδιοκτητών μιας εταιρείας, δυσχεραίνοντας την εξακρίβωση της τελικής ιδιοκτησίας της· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πραγματική και η τελική ιδιοκτησία μπορούν να μεταβιβάζονται από τον έναν στον άλλον με πλήρη ανωνυμία, χωρίς κανένα ίχνος και περαιτέρω τεκμήρια· λαμβάνοντας υπόψη ότι μέσω των μετοχών στον κομιστή, ένα άτομο ή μια οντότητα μπορεί να ελέγχει μια εταιρεία αναπτύσσοντας ταυτόχρονα επιχειρηματικές δραστηριότητες με δημόσιο χρήμα·

ΜΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ είναι ο παγκόσμιος ηγέτης στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρωτοκαθεδρία αυτή πρέπει να διατηρηθεί μέσω της υπέρβασης των διεθνών προτύπων και συστάσεων σε αυτούς τους τομείς, προκειμένου να ανέβει ο πήχης σε παγκόσμιο επίπεδο·

1. Φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή

1.1. Υπεράκτιες δομές

1.  σημειώνει ότι υπάρχουν διάφοροι ορισμοί ως προς το τι είναι υπεράκτιο χρηματοπιστωτικό κέντρο (ΥΧΕ), φορολογικός παράδεισος, παράδεισος απορρήτου, μη συνεργάσιμη δικαιοδοσία ή χώρα υψηλού κινδύνου όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· επισημαίνει ότι καθαυτή η έλλειψη ενιαίων ορισμών αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που εμποδίζουν τη θέσπιση κατάλληλης και αποτελεσματικής νομοθεσίας για την καταπολέμηση των φαινομένων φοροαποφυγής, φοροδιαφυγής και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

2.  υπενθυμίζει ότι ανάλογα με τον επιλεγμένο ορισμό του υπεράκτιου χρηματοπιστωτικού κέντρου, ο αριθμός και ο όγκος των υπεράκτιων οικονομικών δραστηριοτήτων κυμαίνονται μεταξύ 1 έως 21 τρισεκατομμυρίων δολαρίων(33).

3.  αναγνωρίζει ότι τα υπεράκτια χρηματοπιστωτικά κέντρα παρουσιάζουν γενικά τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: 1) βασικός προσανατολισμός της επιχείρησης σε μόνιμους κατοίκους αλλοδαπής· 2) χαμηλές ή μέτριες εποπτικές και οικονομικές απαιτήσεις ή/και ελάχιστη δημοσιοποίηση πληροφοριών· 3) ύπαρξη καθεστώτων χαμηλής (αδιευκρίνιστου ποσού) ή μηδενικής φορολογίας(34)·; 4) χρηματοπιστωτικά συστήματα με εξωτερικό ενεργητικό και παθητικό δυσανάλογο με την εσωτερική χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση· 5) ύπαρξη πολύ συγκεκριμένων και περιορισμένων φορολογικών πλεονεκτημάτων ή ορισμένων διοικητικών πρακτικών που εξασφαλίζουν επιλεκτικά πλεονεκτήματα στους υπεύθυνους φορολογικού σχεδιασμού·

4.  σημειώνει ότι η «ελεύθερες ζώνες» μπορεί να συνιστούν επίσης χώρους υπεράκτιας αποθήκευσης, διευκολύνοντας τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και το αφορολόγητο εμπόριο πολύτιμων ειδών· τονίζει ότι ο ΟΟΣΑ έχει υιοθετήσει επικριτική στάση απέναντι στις ελεύθερες ζώνες, με την έννοια ότι οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης αυτού του τύπου θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς παρακάμπτουν τους διεθνείς κανόνες περί διαφάνειας·

5.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή και η Ομάδα «Κώδικας Δεοντολογίας» καταρτίζουν επί του παρόντος κοινό ενωσιακό κατάλογο των μη συνεργάσιμων φορολογικών δικαιοδοσιών·

6.   εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει καταρτίσει και ενημερώνει τακτικά τον ενωσιακό κατάλογο τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου με στρατηγικές ελλείψεις στα καθεστώτα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που θέτουν σε κίνδυνο το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης ·

7.  αναγνωρίζει ότι οι δύο προαναφερθέντες κατάλογοι ενδέχεται να αλληλεπικαλύπτονται όσον αφορά ορισμένες χώρες που παρουσιάζονται σε αυτούς, μολονότι έχουν διαφορετικούς στόχους, διαφορετικά κριτήρια, διαφορετική διαδικασία κατάρτισης και διαφορετικές συνέπειες· πιστεύει, ωστόσο, ότι οι δύο κατάλογοι θα πρέπει να αλληλοσυμπληρώνονται και ότι και οι δύο μαζί θα εξασφαλίσουν υψηλή προστασία της φορολογικής βάσης των κρατών μελών, την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ και την ορθή λειτουργία της ενιαίας αγοράς·

8.  σημειώνει ότι τα έργα που βρίσκονται υπό τη διαχείριση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων συμπεριελάμβαναν τη Mossack Fonseca και ότι η Επιτροπή παρεμπόδισε 18 έργα το 2016, προλαμβάνοντας την κατάληξη 1 δισεκατομμυρίου ευρώ σε φορολογικούς παραδείσους·

9.  σημειώνει με ανησυχία την υψηλή συσχέτιση μεταξύ του αριθμού των εταιρειών που λειτουργούν ως βιτρίνες και των φορολογικών αποφάσεων και ορισμένων φορολογικών δικαιοδοσιών και κρατών μελών της ΕΕ·

1.2. Κοινός ενωσιακός κατάλογος των μη συνεργάσιμων φορολογικών δικαιοδοσιών

10.  επικροτεί το γεγονός ότι το Συμβούλιο αποσκοπεί στην κατάρτιση, έως τα τέλη του 2017, ενός «κοινού ενωσιακού καταλόγου των μη συνεργάσιμων φορολογικών δικαιοδοσιών» με στόχο την αντιμετώπιση των εξωτερικών κινδύνων που διατρέχουν οι φορολογικές βάσεις στα κράτη μέλη λόγω της άρνησης τρίτων χωρών και κοντινών στην ΕΕ δικαιοδοσιών να τηρήσουν τα διεθνή πρότυπα χρηστής φορολογικής διακυβέρνησης· σημειώνει, ωστόσο, ότι η διαδικασία ελέγχου, όπως διεξάγεται και επιτηρείται από την υποομάδα για τις τρίτες χώρες της Ομάδας «Κώδικας Δεοντολογίας» (φορολογία των επιχειρήσεων), δεν είναι πλήρως διαφανής και δεν επιτρέπει στο ΕΚ να ασκεί τις εξουσίες του στον τομέα του ελέγχου· τονίζει ότι ο προαναφερθείς κατάλογος θα πρέπει να είναι ρεαλιστικός και αντικειμενικός, προκειμένου να είναι αξιόπιστος και να επαναφέρει την εμπιστοσύνη στις δράσεις της ΕΕ για την καταπολέμηση των φορολογικών παραδείσων·

11.  σημειώνει ότι ο εν λόγω κατάλογος(35) αποσκοπεί στην παροχή μιας κοινής μεθοδολογίας της ΕΕ για την αξιολόγηση, τον έλεγχο και την καταχώριση των φορολογικών δικαιοδοσιών τρίτων χωρών, δίνοντας τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εντοπίσουν δικαιοδοσίες που συμβάλλουν στη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή(36)· σημειώνει ότι η Ομάδα «Κώδικας Δεοντολογίας» (φορολογία των επιχειρήσεων) έχει αποσύρει τη σαφή αναφορά του μηδενικού ή σχεδόν μηδενικού φορολογικού συντελεστή για τις εταιρείες ως κριτήριο για τον ορισμό των φορολογικών παραδείσων και τον εντοπισμό τους στον εν λόγω κατάλογο·

12.  επικροτεί το γεγονός ότι τον Μάιο του 2016 το Συμβούλιο ενέκρινε την προτεινόμενη διαδικασία καταχώρισης και ζήτησε να ολοκληρωθεί η κατάρτιση του καταλόγου της ΕΕ έως το τέλος του 2017· εκφράζει τη λύπη του για την έλλειψη διαφάνειας της Ομάδας «Κώδικας Δεοντολογίας» (φορολογία των επιχειρήσεων) στη διαδικασία αυτή·

1.3. Ανταλλαγή πληροφοριών

13.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το κοινό πρότυπο αναφοράς του ΟΟΣΑ, οι δικαιοδοσίες υποχρεούνται να λαμβάνουν πληροφορίες από τα χρηματοπιστωτικά τους ιδρύματα και να ανταλλάσσουν αυτόματα τις εν λόγω πληροφορίες με άλλες δικαιοδοσίες σε ετήσια βάση· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν δεσμευθεί να τηρήσουν το νέο αυτό διεθνές πρότυπο· επισημαίνει ότι το κοινό πρότυπο αναφοράς έχει αδυναμίες, και επικροτεί το γεγονός ότι ο ΟΟΣΑ καταβάλλει προσπάθειες για την τελειοποίηση του προτύπου, ώστε να γίνει πιο αποτελεσματικό· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι μόλις οι μισές από τις δικαιοδοσίες που έχουν αναλάβει σχετικές δεσμεύσεις θα έχουν εφαρμόσει το κοινό πρότυπο αναφοράς έως το τέλος του 2017·

14.  υπενθυμίζει ότι στις 15 Φεβρουαρίου 2011 το Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων (ECOFIN) ενέκρινε την οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ (ΕΑΒ 1)· υπενθυμίζει ότι η εν λόγω οδηγία καθιστά υποχρεωτική για τις εθνικές φορολογικές αρχές την παροχή πληροφοριών σχετικά με φορολογούμενο σε άλλο κράτος μέλος, κατόπιν αιτήματος, έστω κι αν ο κάτοχος των πληροφοριών είναι τράπεζα ή άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα· σημειώνει ότι την 1η Ιανουαρίου 2013 τέθηκαν σε ισχύ οι εθνικές νομοθεσίες, οι κανονισμοί και οι διοικητικές διατάξεις για την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, με εξαίρεση τις διατάξεις σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών για συγκεκριμένες κατηγορίες(37), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2015·

15.  υπενθυμίζει ότι η ΕΑΒ 1 επεκτάθηκε επιτυχώς με διάφορες αναδιατυπώσεις, ώστε να καλύψει την αυτόματη ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών, την αυτόματη ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών στις φορολογικές αποφάσεις και τις συμφωνίες προκαθορισμένων τιμών, την υποχρεωτική ανταλλαγή πληροφοριών ανά χώρα και την ανταλλαγή πληροφοριών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και ότι, στο πλαίσιο αυτό, οι εθνικές φορολογικές αρχές των κρατών μελών θα έχουν πρόσβαση στα κεντρικά μητρώα των πραγματικών ιδιοκτητών που τηρούνται από τις μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών·

16.  επικροτεί την πρόταση της Επιτροπής της 21ης Ιουνίου 2017 σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 2011/16/ΕΕ όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας οι οποίες συνδέονται με ανακοινώσιμες διασυνοριακές ρυθμίσεις (ΕΑΒ 6)·

1.4. Διαπιστώσεις

17.  παρατηρεί ότι οι υπεράκτιες οντότητες μπορούν να έχουν τη μορφή εταιρειών-βιτρινών(38), χωρίς να διαθέτουν έρεισμα οικονομικής φύσης ή οικονομική υπόσταση στη χώρα εγκατάστασης·

18.  υπογραμμίζει ότι μεταξύ των κύριων κινήτρων για σύσταση υπεράκτιων οντοτήτων πολύ συχνά περιλαμβάνονται η απόκρυψη της προέλευσης χρημάτων και περιουσιακών στοιχείων και η συγκάλυψη της ταυτότητας του τελικού πραγματικού δικαιούχου(39), η αποφυγή ή η διαφυγή καταβολής φόρου κληρονομιάς ή εισοδήματος ή κεφαλαιακών κερδών στις χώρες που έχουν τη μόνιμη κατοικία τους οι τελικοί πραγματικοί δικαιούχοι(40), η κάλυψη περιουσιακών στοιχείων από πιστωτές ή κληρονόμους, η αποφυγή κυρώσεων, η κάλυψη εγκληματικής δραστηριότητας και η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από ιδιώτη ή εταιρεία προς μια νέα εταιρεία χωρίς κάλυψη των οφειλών του πρώτου, ή η εναπόθεση των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται σε αφορολόγητο κεφάλαιο διαχείρισης· σημειώνει ότι αρκετά από τα έγγραφα του Παναμά απέδειξαν ότι οι διαμεσολαβητές, καθώς και η Mossack Fonseca, είχαν επίγνωση αυτών των κινήτρων.

19.  προσθέτει ότι, στην περίπτωση πολυεθνικών εταιρειών, οι εταιρείες-βιτρίνες και οι εικονικές εταιρείες χρησιμοποιούνται επίσης στο πλαίσιο των συστημάτων επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταβιβαστική τιμολόγηση· υπενθυμίζει τη θέση του Κοινοβουλίου ότι η διεξαγωγή επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού από τις πολυεθνικές εταιρείες είναι ασυμβίβαστη με την εταιρική κοινωνική ευθύνη(41)·

20.  επισημαίνει ότι, μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο είχε τον μεγαλύτερο αριθμό υπεράκτιων εταιρειών στα έγγραφα Παναμά (17 973 οντότητες), ακολουθούμενο από το Λουξεμβούργο (10 877 οντότητες), την Κύπρο (6 374 οντότητες), καθώς και την Λετονία, την Ιρλανδία, την Ισπανία, την Εσθονία και τη Μάλτα(42)· επισημαίνει, για παράδειγμα, ότι σε δεδομένη στιγμή, η Mossack Fonseca δημιούργησε 115 εταιρείες στο Λουξεμβούργο μόλις σε μία εβδομάδα(43)· τονίζει ότι από τις 21 χώρες που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως από τη Mossack Fonseca για τη σύσταση εταιρειών-βιτρινών ή άλλων περίπλοκων δομών, 12 χώρες, εκτός από το ίδιο το ΗΒ, ανήκουν στα βρετανικά υπερπόντια ή εξαρτώμενα εδάφη ή είναι μέλη της Κοινοπολιτείας· 

21.  σημειώνει με ανησυχία ότι οι αποκαλύψεις των Football Leaks και οι διάφορες μεμονωμένες περιπτώσεις φοροδιαφυγής στον κόσμο του ποδοσφαίρου που αποκαλύφθηκαν πρόσφατα, έχουν αποδείξει ότι ακόμη υπάρχουν πολλά κενά και ασυμφωνίες στην εθνική νομοθεσία όσον αφορά τη φορολόγηση των δικαιωμάτων επί εικόνων και τη φορολόγηση των διεθνών μεταγραφών ποδοσφαιριστών· 

22.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι, βάσει του αριθμού των μετόχων που έχουν χαρακτηριστεί ως φυσικά πρόσωπα, οι πολίτες της ΕΕ κατέχουν περίπου το 9 % των υπεράκτιων οντοτήτων που έχουν λάβει εταιρική μορφή από τη Mossack Fonseca(44)·

23.  υπογραμμίζει ότι την περίοδο που διέρρευσαν τα στοιχεία 55 728 οντότητες ήταν ακόμη ενεργές και περίπου το 90 % είχαν ως έδρα τις βρετανικές Παρθένες Νήσους, τον Παναμά ή τις Σεϋχέλλες·

24.  επισημαίνει ότι στις υπεράκτιες δικαιοδοσίες και σε ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ τα εταιρικά μητρώα και οι αρχές συχνά είτε δεν ζητούν είτε δεν κοινοποιούν ούτε τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον εντοπισμό των πραγματικών δικαιούχων, των προσώπων που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, των μελών του εποπτικού συμβουλίου, των μελών του διοικητικού συμβουλίου και των γενικών διευθυντών, ούτε πληροφορίες σχετικά με ισολογισμούς ούτε καταστάσεις αποτελεσμάτων· επισημαίνει ότι σε ορισμένες χώρες η ταυτοποίηση των τελικών πραγματικών δικαιούχων βασίζεται στην υποβολή υπεύθυνης δήλωσης σχετικά με πληροφορίες για την πραγματική κυριότητα, χωρίς καμία περαιτέρω επαλήθευση(45)·

25.  επισημαίνει ότι στους περισσότερους υπεράκτιους προορισμούς είναι ανύπαρκτες οι υποχρεώσεις φορολόγησης και αναφοράς(46)· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι πολλές από αυτές τις δικαιοδοσίες περιλαμβάνουν στην εθνική τους νομοθεσία ή στις διοικητικές πρακτικές εμπόδια για την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες ξένες αρχές·

26.  επισημαίνει ότι καμία από τις τρεις δικαιοδοσίες, δηλαδή ούτε οι βρετανικές Παρθένες Νήσοι, ούτε ο Παναμάς ούτε οι Σεϋχέλλες, δεν περιλαμβάνεται επί του παρόντος στον κατάλογο των «μη συνεργάσιμων φορολογικών παραδείσων» της επιτροπής φορολογικών θεμάτων του ΟΟΣΑ· υπενθυμίζει ότι οι βρετανικές Παρθένες Νήσοι, οι Σεϋχέλλες και ο Παναμάς διαγράφηκαν από τον κατάλογο μεταξύ του 2000 και του 2002, αφού είχαν αναλάβει επίσημες δεσμεύσεις για την εφαρμογή των παγκόσμιων προτύπων του ΟΟΣΑ σχετικά με τη διαφάνεια και την ανταλλαγή πληροφοριών, χωρίς, ωστόσο, να εξακριβωθεί η αποτελεσματική εφαρμογή των εν λόγω προτύπων και μολονότι οι χώρες αυτές εξακολουθούν να λειτουργούν ως φορολογικοί παράδεισοι· αποδοκιμάζει το γεγονός ότι από τον Ιούλιο του 2017 ο κατάλογος φορολογικών παραδείσων του ΟΟΣΑ περιλαμβάνει από τον Ιούλιο του 2017 μία μόνο χώρα·

27.  υπογραμμίζει ότι ορισμένες δικαιοδοσίες παρέχουν τη δυνατότητα μόνιμης διαμονής σε πολλαπλές δικαιοδοσίες με τη χρήση διπλών διαβατηρίων ή μέσω προγραμμάτων χορήγησης επενδυτικών θεωρήσεων, στο πλαίσιο των οποίων επιτρέπεται η χορήγηση άδειας διαμονής ως αντάλλαγμα για την πραγματοποίηση επένδυσης στις εν λόγω δικαιοδοσίες(47)· επισημαίνει παραδείγματα και συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες τα εν λόγω προγράμματα χορήγησης επενδυτικών θεωρήσεων εισόδου έχουν χρησιμοποιηθεί για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες(48)·

28.  τονίζει ότι κάθε υπεράκτια δικαιοδοσία παρέχει σε ιδιώτες και εταιρείες υπηρεσίες ειδικά προσαρμοσμένες στο επιχειρηματικό μοντέλο τους· επισημαίνει ότι οι υπεράκτιοι πάροχοι υπηρεσιών εκμεταλλεύονται τα φορολογικά οφέλη και τα ειδικά καθεστώτα που προσφέρονται από κάποιες δικαιοδοσίες για να δημιουργήσουν δομές που αποκρύπτουν την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου και μπορούν να μεταφέρουν τις εν λόγω δομές μέσα σε λίγα λεπτά σε άλλη δικαιοδοσία, εάν χρειαστεί (για παράδειγμα, όταν οι φορολογικές αρχές κινήσουν τη διεξαγωγή έρευνας στην πρώτη δικαιοδοσία)·

29.  επισημαίνει ότι, όπως αποκαλύφθηκε στα έγγραφα του Παναμά, οι περισσότερες υπεράκτιες δομές συστήθηκαν από το Λουξεμβούργο, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Κύπρο και ότι οι εν λόγω χώρες θα έπρεπε να είχαν υποψιαστεί ότι το γεγονός αυτό θα συνεπαγόταν απώλεια της φορολογικής βάσης άλλων κρατών μελών όπου είχαν τη μόνιμη κατοικία τους οι τελικοί πραγματικοί δικαιούχοι· σημειώνει ότι στο Λουξεμβούργο, για παράδειγμα, πολλές υπεράκτιες εταιρείες συστήθηκαν με μοναδικό σκοπό την παράκαμψη της παρακράτησης φόρου(49) (η οποία ίσχυε μόνο για τα φυσικά πρόσωπα, όχι για τις υπεράκτιες εταιρείες) και ότι ορισμένες από αυτές εξακολούθησαν να ασκούν τις δραστηριότητές τους μετά την έναρξη ισχύος της ΕΑΒ 1· σημειώνει ότι η ύπαρξη μεγαλύτερης διαφάνειας σχετικά με την ταυτότητα των τελικών πραγματικών δικαιούχων μέσω της θέσπισης δημόσιων μητρώων, θα λειτουργούσε ως αποτρεπτικός παράγοντας για παραβάσεις·

30.  σημειώνει ότι στο ΗΒ, πάνω από το 75 % των υποθέσεων διαφθοράς που αφορούν ιδιοκτησία και ερευνώνται από τις αρχές, συμπεριελάμβαναν ανώνυμες εταιρείες που είχαν συσταθεί σε δικαιοδοσίες όπου ισχύει καθεστώς απορρήτου· προσθέτει ότι το 78% των εμπλεκόμενων εταιρειών είχαν συσταθεί είτε στα υπερπόντια είτε στα εξαρτώμενα εδάφη του ΗΒ· σημειώνει ότι η κυβέρνηση του ΗΒ έχει την εξουσία να επικαλεστεί ειδικά προνόμια που θα υποχρέωναν τα υπερπόντια και εξαρτώμενα εδάφη του ΗΒ να θεσπίσουν κεντρικά δημόσια μητρώα ιδιοκτητών εταιρειών και να θέσουν τέλος στο καθεστώς φορολογικού απορρήτου τους·

31.  σημειώνει ότι στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης γίνεται κατάχρηση των ειδικών οικονομικών ζωνών, όπως της Μαδέρα, από μεγάλες εταιρείες και εύπορους ιδιώτες για την απόκρυψη κερδών χωρίς να πληρώνουν φόρους· θεωρεί, επομένως, ότι η Επιτροπή πρέπει να αναθεωρήσει το καθεστώς των επίμαχων συστημάτων εάν δεν έχουν επιτευχθεί οι αρχικοί στόχοι, καθώς και να αναθεωρήσει τις κατευθυντήριες γραμμές για τις περιφερειακές ενισχύσεις της ΕΕ με βάση πιο αυστηρούς φορολογικούς όρους·

32.  επισημαίνει την ελλιπή διάθεση επαρκούς ικανότητας, συμπεριλαμβανομένων ειδικών ανθρώπινων, τεχνολογικών και χρηματοδοτικών πόρων στις ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές, καθώς και στις αρχές και τους φορείς επιβολής του ισχύοντος φορολογικού δικαίου στα κράτη μέλη της ΕΕ· σημειώνει, για παράδειγμα, ότι μόνο η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) διαθέτει πόρους για τη διασφάλιση του συντονισμού της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες με άλλες χρηματοπιστωτικές αρχές της ΕΕ, αλλά ότι διαθέτει μόνο 0,8 υπαλλήλους αρμόδιους για το θέμα αυτό· εκφράζει τη λύπη του για την έλλειψη κοινών ευρωπαϊκών ορισμών για τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή, δεδομένου ότι αυτό θα διευκόλυνε τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών· επισημαίνει ότι η διοικητική συνεργασία και η δικαστική συνδρομή σε ποινικά θέματα μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών μελών όσον αφορά τη φοροδιαφυγή, τη φορολογική απάτη και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες παρεμποδίζονται λόγω ασυμφωνιών στις εθνικές νομοθεσίες· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι σε ορισμένα κράτη μέλη, όπως στο Λουξεμβούργο, η απλή φοροδιαφυγή ήταν ή εξακολουθεί να είναι ένα φαινόμενο που δεν αντιμετωπίζεται ως διακεκριμένο έγκλημα, με αποτέλεσμα να εμποδίζονται η διασυνοριακή διοικητική συνεργασία και η δικαστική συνδρομή σε ποινικά θέματα· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι σε ορισμένα κράτη μέλη, στα οποία και πάλι συγκαταλέγεται το Λουξεμβούργο, ο χρόνος διάπραξης του εγκλήματος εξακολουθεί να θεωρείται ως το σημείο εκκίνησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας παραγραφής, γεγονός που πιθανώς να παρεμποδίζει τη διασυνοριακή διοικητική συνεργασία και τη δικαστική συνδρομή σε ποινικά θέματα· επικροτεί το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη, όπως για παράδειγμα το Λουξεμβούργο, ήδη έχουν τροποποιήσει ή σχεδιάζουν να τροποποιήσουν την εθνική τους νομοθεσία ώστε να καταργήσουν τα εμπόδια της διασυνοριακής διοικητικής συνεργασίας και της δικαστικής συνδρομής σε ποινικά θέματα·

33.  σημειώνει ότι η Επιτροπή άνοιξε εναντίον κρατών μελών 18 υποθέσεις παράβασης όσον αφορά τη μη μεταφορά της ΕΑΒ 1 στο εθνικό δίκαιο(50), 13 υποθέσεις όσον αφορά την εφαρμογή της ΕΑΒ 2(51) και 8 υποθέσεις όσον αφορά την εφαρμογή της ΕΑΒ 3· υπενθυμίζει ότι η οδηγία για τη διοικητική συνεργασία σχετικά με την υποβολή εκθέσεων ανά χώρα μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων έπρεπε να είχε μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών έως τις 4 Ιουνίου 2017· σημειώνει ότι εκκρεμούν ακόμη οι προσφυγές σε 11 κράτη μέλη (Βουλγαρία, Κύπρος, Κροατία, Εσθονία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία, Πορτογαλία, Τσεχία και Σλοβακία)(52)·

34.  τονίζει αφενός ότι η εν λόγω έλλειψη πόρων που χαρακτηρίζει τις φορολογικές διοικήσεις παρεμποδίζει την ικανότητα αποτελεσματικής συμμόρφωσης με την αυθόρμητη ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο της ΕΑΒ, και αφετέρου ότι πρόκειται για συστημικό πρόβλημα στην ΕΕ·

35.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι διατάξεις της ΕΑΒ, ιδίως τα άρθρα 1, 2 και 8 παράγραφος 1 –σχετικά με την αυθόρμητη ανταλλαγή πληροφοριών – δεν εφαρμόστηκαν, με αποτέλεσμα να προκύψουν περιπτώσεις κακοδιαχείρισης λόγω αμέλειας ή παράλειψης· τονίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν λόγους να θεωρούν ότι σημειώθηκε απώλεια φορολογικών εσόδων σε άλλα κράτη μέλη λόγω υπεράκτιων δομών, αλλά δεν διαβίβασαν τις φορολογικές αυτές πληροφορίες στα εν λόγω άλλα κράτη μέλη· επισημαίνει ότι, ήδη από το 2012, η Ομάδα «Κώδικας Δεοντολογίας» του Συμβουλίου σχετικά με τη φορολογία των επιχειρήσεων είχε αναγνωρίσει την απουσία αυθόρμητης ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με φορολογικές αποφάσεις(53)· καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή απέτυχε να επιβάλει αποτελεσματικά τις διατάξεις της ΕΑΒ·

2. Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

2.1. Νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες  

36.  υπενθυμίζει ότι η ομάδα χρηματοοικονομικής δράσης (FATF) θέσπισε τα παγκόσμια πρότυπα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (AML/CFT), και ότι όλα τα μέλη της, συμπεριλαμβανομένων των βασικών υπεράκτιων χρηματοπιστωτικών κέντρων που παρατίθενται στα έγγραφα του Παναμά (βρετανικές Παρθένες Νήσοι, Παναμάς και Σεϋχέλλες), δεσμεύτηκαν να εφαρμόσουν τα εν λόγω πρότυπα·

37.  σημειώνει ότι η Σύμβαση της Βαρσοβίας του Συμβουλίου της Ευρώπης αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη διεθνή σύμβαση για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ζητώντας από τα συμβαλλόμενα μέρη να θεσπίσουν νομοθετικά μέτρα για την ενίσχυση της πρόληψης, της διερεύνησης και της δίωξης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και της αποτελεσματικής δέσμευσης και δήμευσης προϊόντων και οργάνων εγκλήματος· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Σύμβαση της Βαρσοβίας έχει επικυρωθεί έως τώρα μόνο από 18 κράτη μέλη(54)·

38.  αναγνωρίζει ότι το σημερινό πλαίσιο της ΕΕ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (AMLD IV), η οποία κατατάσσει τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε τρία επίπεδα, δηλαδή σε υπερεθνικό επίπεδο, σε επίπεδο κράτους μέλους και στο επίπεδο των υπόχρεων οντοτήτων στο πλαίσιο της δέουσας επιμέλειάς τους ως προς τον πελάτη (CDD)· εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του για την απουσία μεγαλύτερης εναρμόνισης στις προσεγγίσεις των κρατών μελών ως προς την καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος(55)·

39.  τονίζει ότι η οδηγία AMLD ΙΙΙ περιλαμβάνει τέσσερις βασικές διατάξεις, ήτοι δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη, υποχρεώσεις αναφοράς, υποχρεώσεις φύλαξης αρχείων και επιβολή· υπενθυμίζει ότι η ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας AMLD III ήταν η 15η Δεκεμβρίου 2007·

40.  επισημαίνει ότι η οδηγία AMLD IV βελτιώνει το πεδίο εφαρμογής της ενισχυμένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη για την πραγματοποίηση δραστηριοτήτων σε χώρες υψηλού κινδύνου, καθώς και για τους ορισμούς και τις υποχρεώσεις που αφορούν πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα και τελικούς πραγματικούς δικαιούχους, μειώνει το κατώτατο όριο για τις πληρωμές με μετρητά από 15 000 EUR σε 10 000 EUR και επεκτείνει το πεδίο των υπόχρεων οντοτήτων ώστε να περιλαμβάνει ολόκληρο τον τομέα των τυχερών παιχνιδιών και όχι μόνο τα καζίνα· υπενθυμίζει ότι ένα κριτήριο για τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων των εταιρικών οντοτήτων είναι η εταιρική συμμετοχή 25 % συν μία μετοχή ή το ιδιοκτησιακό δικαίωμα άνω του 25 %· υπενθυμίζει ότι η οδηγία AMLD IV τέθηκε σε ισχύ στις 26 Ιουνίου 2017, αλλά μόνο έξι κράτη μέλη έχουν γνωστοποιήσει εγκαίρως την πλήρη εφαρμογή της στο εσωτερικό δίκαιο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή(56)· καλεί τα λοιπά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να μεταφέρουν επειγόντως την οδηγία AMLD IV στο δίκαιό τους·

2.2. Ενωσιακός κατάλογος τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου για καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

41.  υπενθυμίζει ότι στις 14 Ιουλίου 2016 η Επιτροπή ενέκρινε, με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2016/1675 για τη συμπλήρωση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάρτιση καταλόγου έντεκα τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου που χαρακτηρίζονται από στρατηγικές ανεπάρκειες όσον αφορά τα οικεία καθεστώτα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, στον οποίο συμπεριλήφθηκαν συγκεκριμένα το Αφγανιστάν, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η Γουιάνα, το Ιράκ, η Λαϊκή Δημοκρατία του Λάος, η Συρία, η Ουγκάντα, το Βανουάτου, η Υεμένη, το Ιράν και η Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας (ΛΔΚ)·

42.  επισημαίνει το γεγονός ότι πρόκειται για αντίγραφο του καταλόγου που καταρτίστηκε από την ομάδα χρηματοοικονομικής δράσης (FATF) και δεν περιλαμβάνει καμία από τις χώρες που παρατίθενται στα έγγραφα του Παναμά·

43.  υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή προτείνει την τροποποίηση του καταλόγου, με διαγραφή της Γουιάνα και προσθήκη της Αιθιοπίας· υπενθυμίζει τις αντιρρήσεις του Κοινοβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου και της 17ης Μαΐου 2017, για τις εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις·

44.  επισημαίνει ότι, από το 2007, η FATF έχει εξετάσει τη συμμόρφωση και τις ελλείψεις σε περισσότερες από 80 χώρες, και ότι 61 χώρες έχουν ενταχθεί στον δημόσιο κατάλογο που προσδιορίζει χώρες με στρατηγικές ελλείψεις στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας· εφιστά την προσοχή στους ισχυρισμούς της FATF, σύμφωνα με τους οποίους, έκτοτε, 51 χώρες έχουν κάνει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για την αντιμετώπισή τους, για παράδειγμα, με τη θέσπιση νομικών και κανονιστικών πλαισίων και μεταρρυθμίσεων, αναλαμβάνοντας τη δέσμευση να τηρούν διεθνή φορολογικά πρότυπα, όπως τα κοινά πρότυπα αναφοράς του ΟΟΣΑ, και διαγράφηκαν από τον κατάλογο· επισημαίνει ότι η αφαίρεση μιας χώρας από τον δημόσιο κατάλογο δεν θα πρέπει να ακολουθεί αυτόματα μετά την ανάληψη δεσμεύσεων για μεταρρυθμίσεις, αλλά μόνο μετά τη σχολαστική αξιολόγηση από τη FATF, η οποία θα διαβεβαιώσει ότι έχουν γίνει πράγματι αλλαγές·

45.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η διαδικασία της αξιολόγησης από τη FATF και από ομοτίμους έχει οδηγήσει σε έναν κατάλογο που δεν είναι χρήσιμος για την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

2.3. Μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ)

46.  υπενθυμίζει ότι, δυνάμει της οδηγίας AMLD ΙΙΙ, κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να συστήσει μια μονάδα χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ) για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των διάφορων υπηρεσιών πληροφοριών των κρατών μελών, με σκοπό την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ότι κάθε εθνική ΜΧΠ πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους προκειμένου να είναι σε θέση να φέρει εις πέρας τα καθήκοντά της, και ότι οι ΜΧΠ πρέπει να είναι εξοπλισμένες προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και έγκαιρη πρόσβαση στις πληροφορίες χρηματοοικονομικής και διοικητικής φύσεως και στις πληροφορίες που αφορούν την επιβολή του νόμου, τις οποίες ζητούν προκειμένου να επιτελέσουν σωστά τα καθήκοντά τους, συμπεριλαμβανομένης της διαλειτουργικότητας μεταξύ των βάσεων δεδομένων των σχετικών αρχών·

47.  υπενθυμίζει ότι τα ιδρύματα, οι οργανισμοί και τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που καλύπτονται από την οδηγία(57) πρέπει αφενός να ενημερώνουν τις ΜΧΠ εάν υποψιάζονται διάπραξη ή απόπειρα διάπραξης των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και, αφετέρου, να συμπληρώνουν αναφορές ύποπτων συναλλαγών, και ότι επιπλέον οφείλουν να παρέχουν όλες τις σχετικές πληροφορίες κατόπιν αιτήματος·

48.  επισημαίνει ότι δεν υπάρχει κοινός ορισμός των ύποπτων συναλλαγών και ότι ο υφιστάμενος ορισμός κρίνεται ανεπαρκής σε ορισμένες περιπτώσεις·

49.  υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να απαιτούν από τα οικεία πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς να διαθέτουν συστήματα που τους επιτρέπουν να ανταποκρίνονται πλήρως και γρήγορα στα αιτήματα των ΜΧΠ, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο·

50.  επισημαίνει και επικροτεί τη θέσπιση του δικτυακού τόπου συνεργασίας FIU.net στο πλαίσιο της Ευρωπόλ· υπενθυμίζει ότι η Egmont Group, ένας διεθνής φορέας για τη συνεργασία μεταξύ των ΜΧΠ, απαρτίζεται από 154 ΜΧΠ παγκοσμίως· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι αρκετές ΜΧΠ στην Ευρώπη ακόμη δεν έχουν τη δυνατότητα, σύμφωνα με το εθνικό νομοθετικό τους πλαίσιο, να ανταλλάσσουν δεδομένα απευθείας με τις ξένες αρχές επιβολής του νόμου· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Ευρωπόλ δεν έχει εξουσίες έρευνας για τη δίωξη της φοροδιαφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

2.4. Διαπιστώσεις

51.  παρατηρεί ότι ένας αριθμός διαμεσολαβητών, όπως η τράπεζα Berenberg στη Γερμανία ή η τράπεζα Pilatus στη Μάλτα, δεν εφάρμοσαν επαρκώς τα υποχρεωτικά μέτρα ενισχυμένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, είτε κατά τη σύναψη της επαγγελματικής σχέσης με τους πελάτες τους είτε κατά τη διάρκεια της εν λόγω επαγγελματικής σχέσης, ακόμα και σε περιπτώσεις υπόνοιας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· τονίζει, ως εκ τούτου, την αδυναμία ή το άνισο επίπεδο υποβολής αναφορών εκ μέρους υπόχρεων οντοτήτων στις αρμόδιες ΜΧΠ σχετικά με υπόνοιες για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες(58)·

52.  διαπιστώνει ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν διεξάχθηκε καμία έρευνα ή διεξάχθηκαν ανεπαρκείς μόνο έρευνες για τον εντοπισμό των τελικών πραγματικών δικαιούχων υπεράκτιων οντοτήτων· υπογραμμίζει την συνακόλουθη αδυναμία προσδιορισμού της δομής κυριότητας και ελέγχου της οντότητας και/ή την αδυναμία εξασφάλισης πληροφοριών σχετικά με τον σκοπό και τον επιδιωκόμενο χαρακτήρα της επαγγελματικής σχέσης34· τονίζει ότι τα δημόσια έγγραφα από τα έγγραφα του Παναμά αποδεικνύουν ότι η Mossack Fonseca γνώριζε ότι δεν εφαρμοζόταν πάντα ορθώς η δέουσα επιμέλεια ως προς τους πελάτες από ορισμένους πελάτες ή θυγατρικές της(59)· επισημαίνει ότι η Mossack Fonseca παραδέχθηκε ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, δεν γνώριζε ποιος ήταν ο πραγματικός δικαιούχος των εγγεγραμμένων οντοτήτων(60)·

53.  καταδικάζει το γεγονός ότι, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ειδικοί σκοποί των πελατών της, η Mossack Fonseca χρέωνε πιο ακριβές υπηρεσίες χωρίς τους κατάλληλους ελέγχους δέουσας επιμέλειας, ενώ είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι οι εν λόγω υπηρεσίες ενείχαν υψηλότερο κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες(61)·

54.  υπογραμμίζει ότι, ως εκ τούτου, η τεκμηρίωση που διατίθεται στις εθνικές ΜΧΠ ή σε άλλες αρμόδιες αρχές δεν επαρκεί για τη διεξαγωγή κατάλληλων ερευνών και αναλύσεων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο·

55.  επισημαίνει ότι αρκετές χώρες, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων κρατών μελών, ανέπτυξαν προσφάτως προγράμματα ιθαγένειας για κατοίκους χωρών εκτός της ΕΕ, τα λεγόμενα προγράμματα «Golden Visa» ή προγράμματα επενδυτών, χορηγώντας ιθαγένεια με αντάλλαγμα χρηματοοικονομικές επενδύσεις στην χώρα τους χωρίς την κατάλληλη επαλήθευση της προέλευσης των κεφαλαίων ή τη διενέργεια κατάλληλων ελέγχων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, αποδυναμώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τους ελέγχους για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· τονίζει ότι η διπλή ιθαγένεια που προκύπτει από τα συγκεκριμένα προγράμματα μπορεί να υπονομεύει επίσης τους στόχους της αυτόματης ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών·

56.  επισημαίνει ότι η έλλειψη τεκμηρίωσης και έρευνας χαρακτηρίζει επίσης συγκεκριμένες πολιτικές ασφάλειας ζωής που εφαρμόζονται από τις ασφαλιστικές εταιρείες και παρέχονται σε πελάτες μέσω ασφαλιστικών διαμεσολαβητών ή μέσω οποιασδήποτε άλλης οντότητας που αναγνωρίζεται ως χρηματοπιστωτικός οργανισμός δυνάμει της AMLD III·

57.  υπενθυμίζει το αίτημα που εξέφρασαν κάποιες ΜΧΠ για μεγαλύτερη πρόσβαση σε πληροφορίες μέσω της ενισχυμένης συνεργασίας με τους ομολόγους τους και για πρόσβαση σε περισσότερες πληγές πληροφόρησης, όπως σε συγκεντρωτικά δεδομένα από τραπεζικούς λογαριασμούς ή μητρώα για ακίνητη περιουσία ή ασφαλιστικά προϊόντα(62)·

58.  επισημαίνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι φορολογικές ή άλλες διοικητικές ή εποπτεύουσες αρχές ανακάλυψαν την ύπαρξη υπεράκτιων δομών όμως δεν υπέβαλαν σχετική αναφορά στην ΜΧΠ(63)·

59.  σημειώνει ότι ένα μείζον ζήτημα στις έρευνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην ΕΕ είναι ο χρονοβόρος και αναποτελεσματικός μηχανισμός καθώς και τα νομικά και τεχνικά εμπόδια που εμποδίζουν ή/και καθυστερούν σημαντικά τη συνεργασία μεταξύ των ΜΧΠ της ΕΕ. επισημαίνει ότι οι ΜΧΠ των κρατών μελών της ΕΕ διαφέρουν ως προς τη δομή, το μέγεθος και της αρμοδιότητές τους, ότι συχνά χαρακτηρίζονται από έλλειψη πόρων στα κράτη μέλη και ότι οι διαφορές αυτές επηρεάζουν τους τρόπους με τους οποίους οι ΜΧΠ των κρατών μελών συλλέγουν, αναλύουν και διαδίδουν πληροφορίες και, τελικά, επηρεάζουν τη μεταξύ τους ανταλλαγή πληροφοριών· υπογραμμίζει ότι αυτό οδηγεί σε κατακερματισμένες, ασύμμετρες και μη συγκρίσιμες αποκρίσεις από τις ΜΧΠ των κρατών μελών της ΕΕ(64)·

60.  υπενθυμίζει τη σημασία της ύπαρξης ανεξάρτητων και αυτόνομων ΜΧΠ οι οποίες θα λαμβάνουν αναφορές ύποπτων συναλλαγών άμεσα και αποκλειστικά, γεγονός το οποίο δεν συμβαίνει σε όλα τα κράτη μέλη·

61.  εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να διεξάγει τη δική της δέουσα αξιολόγηση των τρίτων χωρών που παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς δεν διαθέτει επαρκές εξειδικευμένο προσωπικό για την εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσης δυνάμει της οδηγίας AMLD·

62.  επισημαίνει, ειδικότερα, τον αυξανόμενο αριθμό αναφορών ύποπτων συναλλαγών, ο οποίος οφείλεται στη νέα νομοθεσία, καθώς και το γεγονός ότι η έλλειψη πόρων συνεπάγεται ότι οι ΜΧΠ είναι σε θέση να διευθετήσουν ένα μόνο μέρος του προβλήματος(65)· σημειώνει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Κάτω Χώρες αντιπροσωπεύουν το 67% των αναφορών ύποπτων συναλλαγών που υποβάλλονται στην Ένωση· σημειώνει ότι το επίπεδο των αναφορών ύποπτων συναλλαγών σε ορισμένες χώρες δεν φαίνεται να αντιστοιχεί στις δραστηριότητες των ρυθμιζόμενων κλάδων(66)· σημειώνει ότι οι αναφορές βάσει κατώτατου ορίου που λαμβάνουν ορισμένες ΜΧΠ μπορούν να εμπλουτίσουν την πρόσβασή τους σε πληροφορίες(67)·

63.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το έργο που επιτελεί το FIU.net υπό την αιγίδα της Ευρωπόλ, όμως εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η υφιστάμενη πλατφόρμα FIU.net δεν είναι αρκετά αποτελεσματική λόγω των ποικίλων επιπέδων χρήσης από τα κράτη μέλη, καθώς και λόγω της έλλειψης πόρων και αρμοδιοτήτων σε επίπεδο ΕΕ·

64.  σημειώνει ότι, σύμφωνα με την Europol, τα κρυπτονομίσματα αποτελούν απειλή σε επίπεδο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και ότι επομένως οι στρατηγικές για την καταπολέμησή της θα πρέπει να επικεντρώνονται επίσης στις νέες τεχνικές νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες(68)·

65.  επισημαίνει ότι η Ευρωπόλ συνέκρινε τη βάση δεδομένων που τηρεί με τα άτομα και τις εταιρείες που είναι ύποπτοι για εγκληματική ανάμειξη με τα έγγραφα του Παναμά και εντόπισε 3 469 πιθανές αντιστοιχίες· λαμβάνοντας υπόψη ότι 1 722 από αυτές τις αντιστοιχίες σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και 116 με τρομοκρατία· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις εντοπίστηκαν στο ΗΒ, κυρίως λόγω του μεγέθους του χρηματοπιστωτικού του κλάδου· σημειώνει ότι οι τράπεζες που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του Ισλαμικού Κράτους έχουν πρόσβαση στο σύστημα SWIFT και, επομένως, μπορούν να μεταφέρουν κεφάλαια προς την ΕΕ και μέσω αυτής· σημειώνει ότι οι τράπεζες έχουν επιβεβαιώσει στα μέλη της εξεταστικής επιτροπής ότι έχουν υποβάλει πολυάριθμες αναφορές ύποπτων συναλλαγών για χρηματοδότηση τρομοκρατών· επισημαίνει ότι ούτε η Επιτροπή, ούτε το Συμβούλιο, ούτε οι τράπεζες ούτε οι ΜΧΠ μπορούσαν να στείλουν πληροφορίες για τον αριθμό των τραπεζικών λογαριασμών που είχαν δεσμευτεί σε κράτη μέλη της ΕΕ λόγω χρηματοδότησης τρομοκρατών·

66.  επισημαίνει ότι οι χρονικές καθυστερήσεις όσον αφορά τις απαντήσεις σε αιτήματα επηρεάζουν τη συνεργασία των ΜΧΠ, και ότι οι απαντήσεις στα εν λόγω αιτήματα είναι συχνά κακής ποιότητας και ελλιπείς, γεγονός που συνιστά εμπόδιο για τη διεθνή συνεργασία από την πλευρά των ίδιων των ΜΧΠ· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ορισμένες ΜΧΠ περιορίζουν τη χρήση των πληροφοριών που λαμβάνουν, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης της χρήσης τους για λόγους δικαστικής δίωξης ή φορολογικής έρευνας· σημειώνει ότι κάποιες ευρωπαϊκές ΜΧΠ έχουν διαπιστώσει ότι τα αιτήματά τους για συνεργασία με μη ευρωπαϊκούς ομολόγους τους κωλύονται λόγω νομικών ή διοικητικών εμποδίων στις δικαιοδοσίες τρίτων χωρών·

67.  εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι δεν είναι όλες οι ΜΧΠ της ΕΕ εξουσιοδοτημένες να προσεγγίζουν υπόχρεες οντότητες με αιτήματα παροχής πληροφοριών, και ότι σε πολλές περιπτώσεις τα εν λόγω αιτήματα εξαρτώνται από την προηγούμενη παραλαβή αναφορών ύποπτων συναλλαγών· επισημαίνει ότι, για τους λόγους αυτούς, ορισμένες ΜΧΠ δεν μπορούν να υποβάλουν αίτημα παροχής πληροφοριών σε φορείς υποβολής αναφορών εξ ονόματος ΜΧΠ της αλλοδαπής εάν δεν διαθέτουν στη βάση δεδομένων τους σχετική αναφορά ύποπτων συναλλαγών·

68.  επισημαίνει ότι σε ορισμένα κράτη μέλη δεν υφίστανται σαφείς κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την αμοιβαία συνεργασία μεταξύ εθνικών ΜΧΠ και εθνικών φορολογικών αρχών προκειμένου να διασφαλίζεται φορολογική συνέπεια·

69.  επικροτεί το γεγονός ότι τα φορολογικά εγκλήματα αναγνωρίστηκαν πρόσφατα ως βασικά αδικήματα συναφή με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δυνάμει της οδηγίας AMLD IV της οποίας η προθεσμία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο έληξε στις 26 Ιουνίου 2017· επισημαίνει ότι στην οδηγία αναφέρεται ρητά ότι οι διαφορές μεταξύ των ορισμών των φορολογικών εγκλημάτων στο εθνικό δίκαιο δεν εμποδίζουν την ικανότητα των ΜΧΠ να ανταλλάσσουν πληροφορίες· εκφράζει τη λύπη του αφενός για την έλλειψη ενός κοινού ευρωπαϊκού ορισμού των φορολογικών εγκλημάτων(69), γεγονός το οποίο έχει παρεμποδίσει μέχρι σήμερα τις έρευνες και τις διώξεις σε υποθέσεις φορολογικών εγκλημάτων στην Ένωση, και αφετέρου για το γεγονός ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες θεωρούν μόνο τα πολύ σοβαρά φορολογικά αδικήματα ως φορολογικά εγκλήματα· σημειώνει ότι η διεθνής συνεργασία μεταξύ ΜΧΠ μπορεί να απορριφθεί λόγω σημαντικών διαφορών όσον αφορά τον ορισμό και την ποινικοποίηση των βασικών αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μεταξύ των κρατών μελών· σημειώνει τις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις για την πρόταση οδηγίας σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του ποινικού δικαίου, η οποία θα έχει ως στόχο τη θέσπιση στοιχειωδών κανόνων σχετικά με τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και κυρώσεων στον τομέα των εν λόγω αδικημάτων·

70.  επισημαίνει ότι στην οδηγία AMLD IV περιλαμβάνεται η υποχρέωση θέσπισης κεντρικών μητρώων για τους τελικούς πραγματικούς δικαιούχους· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν εκπληρώσει όλα τα κράτη μέλη την εν λόγω υποχρέωση ούτε έχουν όλες οι ΜΧΠ πρόσβαση στις συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τους τελικούς πραγματικούς δικαιούχους· παρατηρεί ότι η παροχή δυνατότητας πρόσβασης στα εν λόγω κεντρικά μητρώα θα διευκόλυνε την ταυτοποίηση των τελικών πραγματικών δικαιούχων και/ή τυχόν ασυνήθιστων ή ύποπτων δραστηριοτήτων από τους ενδιαφερόμενους, συμπεριλαμβανομένων αρμόδιων αρχών, υπόχρεων οντοτήτων και πολιτών, ενώ θα αύξανε και τη λογοδοσία·

71.  τονίζει ότι η πλατφόρμα ΜΧΠ της ΕΕ εντόπισε αρκετές ελλείψεις κατά τη διαδικασία χαρτογράφησης και ανάλυσης των αδυναμιών των ΜΧΠ· επισημαίνει ότι αυτό οφείλεται στην ακατάλληλη εφαρμογή ή στην μη εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας AMLD III, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση σε πληροφορίες τραπεζικού λογαριασμού, καθώς και σε σημαντικές διαφορές μεταξύ των εθνικών προσεγγίσεων·

72.   αποδοκιμάζει το γεγονός ότι έως τον Μάιο του 2016, 16 κράτη μέλη είχαν θέσει σε εφαρμογή ή ετοιμάζονταν να δημιουργήσουν αυτοματοποιημένους μηχανισμούς που τους επιτρέπουν να εντοπίζουν κατόχους τραπεζικών λογαριασμών και λογαριασμών πληρωμών(70)· επισημαίνει επίσης ότι στην έκθεση υπογραμμίστηκε η έλλειψη επαρκούς ικανότητας των ΜΧΠ να λαμβάνουν πληροφορίες από υπόχρεες οντότητες και να διενεργούν κοινή ανάλυση διασυνοριακών υποθέσεων για τον εντοπισμό απειλών, κινδύνων και τάσεων όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας(71)·

73.  υπογραμμίζει ότι κατά τη διαδικασία χαρτογράφησης, η πλατφόρμα ΜΧΠ της ΕΕ κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι υπάρχει έλλειψη επαρκώς λεπτομερών και εναρμονισμένων ευρωπαϊκών κανόνων όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

74.  υπογραμμίζει ότι ορισμένα θεσμικά όργανα των κρατών μελών που είναι αρμόδια για την εφαρμογή και την επιβολή κανόνων σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή φαίνεται ότι δεν είναι εντελώς ανεξάρτητα από πολιτικές επιρροές38· επισημαίνει ότι η διακριτική ευχέρεια των αστυνομικών αρχών ορισμένων κρατών μελών ως προς τη διερεύνηση ή μη πληροφοριών που λαμβάνονται και επιβεβαιώνονται από τη ΜΧΠ μπορεί, σε περίπτωση αδράνειας, να έχει ως αποτέλεσμα κακοδιοίκηση· επισημαίνει ότι αν και η ΜΧΠ της Μάλτας εκπόνησε έκθεση σχετικά με υπόνοιες περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όπου εμπλέκονται πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα της Μάλτας, δεν έχει διεξαχθεί μέχρι στιγμής έρευνα από τις αστυνομικές αρχές· εκφράζει την ανησυχία του για τους ισχυρισμούς περί ενδεχόμενης μη συμμόρφωσης αρμόδιων αρχών με τις διατάξεις για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που κατοχυρώνονται στην οδηγία IV περί κεφαλαιακών απαιτήσεων (CRD IV), και ειδικότερα με τις απαιτήσεις για τους κατόχους ειδικών συμμετοχών και τις απαιτήσεις καταλληλότητας για τα διοικητικά όργανα κατά τη χορήγηση τραπεζικής άδειας(72)·

75.  επισημαίνει ότι μεταξύ των πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων που αναφέρονται στα έγγραφα του Παναμά συμπεριλαμβάνεται εν ενεργεία υπουργός τουλάχιστον ενός κράτους μέλους, της Μάλτας· επισημαίνει ότι στα περισσότερα κράτη μέλη στα οποία μετέβη η επιτροπή στο πλαίσιο διερευνητικής αποστολής(73) ξεκίνησαν έρευνες μετά τις αποκαλύψεις των εγγράφων του Παναμά· εκφράζει, ωστόσο, τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι σε ορισμένες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Μάλτας, δεν διεξήχθη καμία έρευνα από τις αστυνομικές αρχές, παρά τα αποδεικτικά στοιχεία της ΜΧΠ για σοβαρούς κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η εν λόγω απουσία έρευνας εμπόδισε τον εντοπισμό και την ενίοτε αναγκαία επιβολή κυρώσεων στους διαμεσολαβητές στη Μάλτα, οι οποίοι δεν συμμορφώνονταν ενδεχομένως με τις υποχρεώσεις τους, συμπεριλαμβανομένης της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη· εφιστά την προσοχή στον τομέα των διαδικτυακών τυχερών παιχνιδιών και στις διαδικασίες αδειοδότησής τους στη Μάλτα, που είναι πιθανό να μην συμμορφώνονται με τη νομοθεσία, δεδομένου ότι ο τομέας των διαδικτυακών τυχερών παιχνιδιών είναι ένας τομέας υψηλού κινδύνου λόγω του τεράστιου όγκου των συναλλαγών/χρηματικών ροών και της απουσίας φυσικής παρουσίας των συμμετεχόντων, όπως διαπιστώθηκε στην υπερεθνική εκτίμηση των κινδύνων(74)· καταδικάζει την αδυναμία της Επιτροπής να προβεί σε περαιτέρω διερεύνηση ενδεχόμενης μη συμμόρφωσης της Μάλτας με την AMLD, παρά το γεγονός ότι ήταν ενήμερη για το θέμα· 

76.  εκφράζει την ανησυχία του για το χαμηλό επίπεδο συμμόρφωσης ορισμένων κρατών μελών της ΕΕ με τα διεθνή πρότυπα ΚΞΧ/ΧΤ, όπως κατέδειξαν οι αξιολογήσεις από ομοτίμους της FATF ή της ομάδας Moneyval· τονίζει ότι απεστάλησαν επιστολές επί παραβάσει σε 22 κράτη μέλη λόγω μη εφαρμογής της οδηγίας AMLD III, και ότι έξι κράτη μέλη (Βέλγιο, Γαλλία, Ισπανία, Ιρλανδία, Πολωνία και Σουηδία) παραπέμφθηκαν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Οκτώβριο του 2008· επισημαίνει ότι η υπόθεση της Πολωνίας αποσύρθηκε, όμως επιβλήθηκαν κυρώσεις στα άλλα πέντε κράτη μέλη για μη έγκαιρη εφαρμογή της οδηγίας· τονίζει, ωστόσο, ότι το γεγονός αυτό εγείρει ερωτήματα ως προς το αν οι διαδικασίες επί παραβάσει επαρκούν για να εξακριβωθεί η ποιότητα της εφαρμογής από τα κράτη μέλη·

77.  διαβεβαιώνει εκ νέου, σύμφωνα με τις συστάσεις του ψηφίσματός του της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και άλλα μέτρα παρόμοιου χαρακτήρα ή αποτελέσματος(75) (2015/2066(INI)), ότι τάσσεται υπέρ του καθοριστικού ρόλου της Επιτροπής ως αρμόδιας αρχής ανταγωνισμού στο πλαίσιο των διεξαγόμενων ερευνών για υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων σε σχέση με φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» που εκδίδουν τα κράτη μέλη για πολυεθνικές εταιρείες και αποδοκιμάζει την απόφαση της ιρλανδικής κυβέρνησης να προσφύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την οποία η Ιρλανδία υποχρεούνταν να ανακτήσει μη καταβληθέντες φόρους ύψους 13 δισ. ευρώ από την Apple, Inc.·

78.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανεπαρκής αντιμετώπιση των εν λόγω ελλείψεων από τα κράτη μέλη οδήγησε στη μη αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας AMLD III· ανησυχεί σοβαρά για το γεγονός ότι τα κράτη μέλη παραβίασαν το άρθρο 4 της ΣΛΕΕ για την καλόπιστη συνεργασία(76), διότι δεν χορήγησαν στις ΜΧΠ εξουσιοδότηση συνεργασίας, όπως προβλέπεται στην οδηγία AMLD III· τονίζει επίσης ότι η Επιτροπή δεν κίνησε διαδικασίες επί παραβάσει, γεγονός που ενδεχομένως ευθύνεται για την αδυναμία της να επιβάλει την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων· 79.  επισημαίνει ότι ορισμένα κράτη μέλη παρείχαν συχνά φορολογικές αμνηστίες για τη νομιμοποίηση αδήλωτων υπεράκτιων περιουσιακών στοιχείων, νομιμοποιώντας περιουσιακά στοιχεία που ενδεχομένως αποκτήθηκαν παράνομα και εμποδίζοντας την ορθή διεξαγωγή ερευνών για υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εντός της δικαιοδοσίας τους·

80.  εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η Επιτροπή, λόγω έλλειψης προσωπικού, δεν κατάφερε να ασκήσει κατάλληλη εποπτεία όσον αφορά την εφαρμογή της AMLD στα κράτη μέλη· επισημαίνει επίσης ότι η Επιτροπή δεν διενήργησε ανεξάρτητη αξιολόγηση του ενωσιακού καταλόγου τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου για καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

81.  εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι από το 2011 έως το 2014 τα ευρωπαϊκά και εθνικά όργανα εποπτείας των τραπεζών και οι εθνικές φορολογικές αρχές δεν επέδειξαν την δέουσα προσοχή για τις υπεράκτιες μεταφορές κεφαλαίων από την Πορτογαλία, σε βαθμό που επέτρεψε τη μεταφορά, χωρίς φορολογικό έλεγχο ή έλεγχο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κυρίως στον Παναμά, τουλάχιστον 10 δισεκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων 8 δισεκατομμύρια μεταφέρθηκαν από εταιρείες συνδεδεμένες με τον όμιλο Espírito Santo, πριν από την κατάρρευση της τράπεζας Bank Espírito Santo, και σε μια περίοδο κατά την οποία οι ρυθμιστικές αρχές ερευνούσαν ήδη την τράπεζα και τον όμιλο· σημειώνει ότι ο όμιλος Espírito Santo δωροδόκησε τον πρώην Πρωθυπουργό José Sócrates, σύμφωνα με τις πρόσφατες κατηγορίες που διατύπωσε ο εισαγγελέας που κίνησε την διαδικασία·

3 Διαμεσολαβητές(77)

3.1. Νομικό πλαίσιο

82.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την AMLD IV, στον ισχύοντα ορισμό των υπόχρεων οντοτήτων περιλαμβάνονται χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και πιστωτικά ιδρύματα, ελεγκτές, εξωτερικοί λογιστές και φορολογικοί σύμβουλοι, συμβολαιογράφοι, φορείς παροχής υπηρεσιών σε εταιρείες εμπιστευματικής διαχείρισης ή επιχειρήσεις, κτηματομεσίτες, πάροχοι υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών και άλλοι ελεύθεροι επαγγελματίες νομικοί· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την AMLD IV, τα κράτη μέλη καλούνται να εξασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες εποπτικές αρχές τους θα διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς και τεχνικούς πόρους και ανθρώπινο δυναμικό για την εκτέλεση των καθηκόντων τους (άρθρο 37 της AMLD III και άρθρο 48 της AMLD IV) και επισημαίνει ότι οι ελλείψεις που συνδέονται με τους πόρους εντοπίστηκαν μέσω των εκθέσεων αμοιβαίας αξιολόγησης της FATF και της ομάδας Moneyval·

83.  υπενθυμίζει την υποχρέωση των υπόχρεων οντοτήτων να διεξάγουν διαδικασία δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και να αναφέρουν υπόνοιες για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σύμφωνα με την AMLD· επισημαίνει ότι, όσον αφορά τους επαγγελματίες νομικούς, κάτι τέτοιο ισχύει μόνο όταν δεν υπέχουν υποχρέωση τήρησης επαγγελματικού απορρήτου ή προστασίας του απορρήτου της επικοινωνίας·

84.  υπενθυμίζει ότι απαιτείται ενισχυμένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη, ιδίως για πελάτες που είναι πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα και άλλους πελάτες υψηλού κινδύνου, προκειμένου να διαπιστωθεί η πηγή του πλούτου ή η προέλευση των κεφαλαίων· υπενθυμίζει ότι οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να διαθέτουν συστήματα που τους επιτρέπουν να ανταποκρίνονται πλήρως και γρήγορα στα αιτήματα των ΜΧΠ, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο·

85.  επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη έχουν συγκροτήσει ένα ευρύ φάσμα εποπτικών φορέων για τον έλεγχο των διαφόρων τύπων υπόχρεων οντοτήτων υποβολής αναφορών δυνάμει της οδηγίας AMLD, και ότι, ως εκ τούτου, οι σύμβουλοι και οι διαμεσολαβητές υπόκεινται σε ρυθμιστικό πλαίσιο και εποπτεία που ασκείται από κυβερνητικούς φορείς ή αυτορρυθμιζόμενους επαγγελματικούς φορείς·

86.  υπενθυμίζει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αυτορρυθμιζόμενοι επαγγελματικοί φορείς έλαβαν μέτρα κατά των αθέμιτων πρακτικών των διαμεσολαβητών μόνο μετά τις αποκαλύψεις των εγγράφων του Παναμά, αποδεικνύοντας έτσι ότι έχουν ανεπαρκείς ή αναποτελεσματικούς μηχανισμούς ρύθμισης και επιβολής κυρώσεων.

87.  υπογραμμίζει ότι σε πολλά κράτη μέλη η φοροδιαφυγή, την οποία ενισχύουν οι εν λόγω παράγοντες διευκόλυνσης, δεν συνιστά βασικό αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διότι, σύμφωνα με τον οικείο ποινικό κώδικα, δεν εμπίπτει στην κατηγορία των σοβαρών εγκλημάτων και ότι σε ορισμένα κράτη μέλη η φοροδιαφυγή είναι πλημμέλημα και, συνεπώς, θεωρείται απλώς διοικητική παράβαση· επισημαίνει ότι σκοπός της οδηγίας AMLD IV, της οποίας η προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο έληξε στις 26 Ιουνίου 2017, είναι να επιφέρει εναρμόνιση ως προς το συγκεκριμένο σημείο·

88.  επισημαίνει ότι το Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να «εξετάσει νομοθετικές πρωτοβουλίες σχετικά με κανόνες υποχρεωτικής γνωστοποίησης σύμφωνα με το πνεύμα της Δράσης 12 του σχεδίου του ΟΟΣΑ για τη BEPS, με στόχο την εισαγωγή πιο αποτελεσματικών αντικινήτρων για διαμεσολαβητές που συνεργούν σε σχεδιασμούς φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής»·

89.  επικροτεί την πρόταση της Επιτροπής της 21ης Ιουνίου 2017 για την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας σχετικά με δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις· λαμβάνει υπό σημείωση το γεγονός ότι σε όλα τα διακριτικά που συνδέονται με διασυνοριακές συναλλαγές έχει συμπεριλάβει ρυθμίσεις εφόσον ο αποδέκτης είναι κάτοικος για φορολογικούς σκοπούς σε μια δικαιοδοσία που δεν επιβάλλει φόρο εταιρειών ή επιβάλλει φόρο εταιρειών με μηδενικό συντελεστή ή με νόμιμο συντελεστή φορολογίας εταιρειών κατώτερο από το ήμισυ του μέσου νόμιμου συντελεστή φορολογίας εταιρειών στην Ένωση·

90.  εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η πρόταση προβλέπει μόνο την υποχρέωση υποβολής στοιχείων και όχι την άμεση απαγόρευση του γνωστοποιημένου καθεστώτος αφού εξεταστεί και θεωρηθεί ότι χρησιμοποιεί αθέμιτα φορολογικό σύστημα.

91.  υπενθυμίζει ότι η οδηγία 2013/36/ΕΕ σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (CRD IV) απαιτεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την εφαρμογή διοικητικών κυρώσεων σε χρηματοδοτικά ιδρύματα που κηρύχθηκαν υπεύθυνα για σοβαρές παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίστηκαν δυνάμει της οδηγίας AMLD III· υπενθυμίζει ότι η οδηγία CRD IV απαιτεί από τις αρμόδιες αρχές να αρνούνται την άδεια έναρξης δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος εάν, ενόψει της αναγκαιότητας να εξασφαλιστεί η υγιής και συνετή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, δεν έχουν πειστεί για την καταλληλότητα των μετόχων ή των εταίρων, δηλ. εάν, μεταξύ άλλων, υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι πιθανό να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο·

92.  υπενθυμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με την ψηφοφορία επί των εκθέσεων των ειδικών επιτροπών TAXE και TAX2, ψήφισε υπέρ της αυστηρής ρύθμισης των δραστηριοτήτων των συμβούλων, προκειμένου να αποτραπεί οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων, και υπέρ του διαχωρισμού των συμβουλευτικών δραστηριοτήτων τους για τις φορολογικές αρχές και τους ιδιώτες πελάτες·

93.  υπενθυμίζει ότι η οδηγία για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, του 2006, (SAD 2006) θα έπρεπε να είχε τεθεί σε εφαρμογή το αργότερο έως τις 29 Ιουνίου 2008·

94.  επισημαίνει ότι η τροποποιηθείσα οδηγία για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, του 2014, (SAD 2014) και η SARPIE (για τις οντότητες δημοσίου συμφέροντος) θα έπρεπε να είχαν τεθεί σε εφαρμογή το αργότερο έως τις 17 Ιουνίου 2016, με εξαίρεση το άρθρο 16 παράγραφος 6 της SARPIE, το οποίο θα έπρεπε να είχε τεθεί σε εφαρμογή το αργότερο έως τις 17 Ιουνίου 2017· επισημαίνει ότι τα έγγραφα του Παναμά αποκάλυψαν την ανάγκη αναθεώρησης της οδηγίας 2014/56/ΕΕ·

3.2. Διαπιστώσεις

95.  επισημαίνει ότι τα έγγραφα του Παναμά περιλαμβάνουν συνολικά 14 000 διαμεσολαβητές, εκ των οποίων περίπου 2 700, ή το 19 %, είναι εγκατεστημένοι στην ΕΕ(78)·

96.  επισημαίνει ότι οι διαμεσολαβητές της ΕΕ που αναφέρονται στα έγγραφα του Παναμά ευθύνονται για τη σύσταση περίπου του 20 %, ή 39 700, επί του συνολικού αριθμού οντοτήτων που συστάθηκαν από την εταιρεία Mossack Fonseca·

97.  επισημαίνει ότι οι νομικές εταιρείες, οι λογιστές, οι εταιρείες εμπιστευματικής διαχείρισης, καθώς και οι τράπεζες είναι οι πιο διαδεδομένοι τύποι διαμεσολαβητών, αλλά ότι φορολογικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, όπως σύσταση υπεράκτιων εταιρειών και φορολογικός σχεδιασμός, μπορούν να παρασχεθούν και από πολλούς άλλους αυτορρυθμιζόμενους και μη αυτορρυθμιζόμενους επαγγελματίες·

98.  επισημαίνει ότι ιδίως οι τράπεζες, οι διαχειριστές πλούτου, οι ελεγκτές και οι φορολογικοί και νομικοί σύμβουλοι δεν ορίζονται και δεν ρυθμίζονται επαρκώς ούτε στη νομοθεσία της ΕΕ ούτε στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών και τρίτων χωρών· θεωρεί ότι ο πολυεθνικός χαρακτήρας των υπηρεσιών που παρέχουν δημιουργεί ιδιαίτερη πρόκληση για την ορθή και δέουσα παρακολούθηση και την επιβολή κυρώσεων στις δραστηριότητές τους·

99.  παρατηρεί ότι η εποπτεία ή η αυτορρύθμιση των διαμεσολαβητών εξαρτάται από τη δικαιοδοσία και το είδος του διαμεσολαβητή ή συμβούλου· επισημαίνει ότι πολλές από τις εν λόγω δομές έχουν την έδρα τους εκτός της δικαιοδοσίας των υπόχρεων οντοτήτων και, ως εκ τούτου, πολλές περιπτώσεις δεν καλύπτονται από νομοθετικές απαιτήσεις· επισημαίνει ότι η πλειονότητα των διαμεσολαβητών στην ΕΕ έχουν την έδρα τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Λουξεμβούργο και την Κύπρο(79), που συγκαταλέγονται στις δέκα πρώτες χώρες με τους πλέον ενεργούς διαμεσολαβητές που παρατίθενται στα έγγραφα του Παναμά(80), καθώς και σε άλλες χώρες που ανήκουν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (π.χ. Λιχτενστάιν) και στην Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών (π.χ. Ελβετία)·

100.  παρατηρεί ότι οι εταιρείες εμπιστευματικής διαχείρισης και άλλες εταιρείες διαχείρισης, καθώς και οι φορείς παροχής υπηρεσιών σε εταιρείες, αποτελούν τη σημαντικότερη ομάδα που ζητεί τη σύσταση υπεράκτιων οντοτήτων από τη Mossack Fonseca, με δεύτερους σε σειρά τους λογιστές, ακολουθούμενους από τους φορολογικούς συμβούλους, τους δικηγόρους και τους συμβούλους, οι οποίοι ευθύνονται για τη σύσταση περίπου του ενός τρίτου των υφιστάμενων υπεράκτιων οντοτήτων(81)· υπενθυμίζει ότι η Mossack Fonseca απέκτησε πελάτες κυρίως κατόπιν σύστασης από διαμεσολαβητές και ότι οι εν λόγω νέοι πελάτες ελέγχονταν πλημμελώς στο πλαίσιο των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη(82)·

101.  υπογραμμίζει ότι οι διαμεσολαβητές συμβάλλουν στη σύσταση εταιρειών-βιτρινών και στο άνοιγμα λογαριασμών, συχνά ορίζοντας κάποιον εντεταλμένο διευθυντή ο οποίος διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία και εργάζεται για λογαριασμό του πραγματικού δικαιούχου, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της ανωνυμίας του τελικού πραγματικού δικαιούχου· υπενθυμίζει ότι, βάσει στοιχείων της ΜΧΠ της Γαλλίας, τράπεζες, νομικές εταιρείες, λογιστές και άλλοι διαμεσολαβητές είναι οι κύριοι σχεδιαστές των υπεράκτιων οντοτήτων και δικτύων των πελατών τους, ενώ η Mossack Fonseca παρέχει κυρίως υπηρεσίες για την υλοποίηση αυτών των σχεδιασμών·

102.  υπογραμμίζει ότι η αγορά ακινήτων παρέχει στους ιδιώτες μια σημαντική οδό νομιμοποίησης ή επένδυσης κεφαλαίων που έχουν αποκτηθεί παράνομα, δεδομένου ότι η αγορά ακινήτων πραγματοποιείται μέσω ανώνυμων εταιρειών-βιτρινών ή εταιρειών εμπιστευματικής διαχείρισης, χωρίς να υπόκειται σε δέουσα επιμέλεια, ιδίως όταν η νομοθεσία κρατών μελών επιτρέπει σε ξένες εταιρείες και άλλες νομικές δομές να αγοράζουν ακίνητα χωρίς να αποκαλύπτουν την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου(83), όπως αποδεικνύεται, για παράδειγμα, στην περίπτωση της αγοράς ακινήτων του Λονδίνου· τονίζει ότι είναι αναγκαίο να ενισχυθούν οι έλεγχοι και οι κανόνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στον συγκεκριμένο τομέα· υπογραμμίζει, εν προκειμένω, ότι είναι σημαντικό να καταστούν οι πληροφορίες σχετικά με την ιδιοκτησία και τον έλεγχο των ακινήτων πλήρως προσβάσιμες για τις αρχές και το κοινό μέσω ενός ευρωπαϊκού κεντρικού κτηματολογίου·

103.  υπογραμμίζει ότι τα ασφαλιστικά προϊόντα, και ιδίως η ασφάλιση ζωής, αποτελούν ιδιαιτέρως ελκυστικό και απλό μέσο για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και ότι οι μετερχόμενοι τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και οι τρομοκρατικές οργανώσεις λαμβάνουν ακραία μέτρα για την απόκρυψη των χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων τους και την παρουσίασή τους ως νόμιμων συναλλαγών·

104.  εκφράζει την ανησυχία του για την πρόσφατη τάση δημιουργίας νέων στρατηγικών διαύλων και καινοτόμων μορφών νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως η διέλευση και η νομιμοποίηση παράνομων κεφαλαίων μέσω της ανάπτυξης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στον τομέα των πολυτελών ακινήτων και μέσω της πώλησης τίτλων και ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής· παρατηρεί ότι τα παράνομα ποσά που καταβάλλονται στο πλαίσιο αυτών των συναλλαγών μετατρέπονται σε νόμιμους πόρους που προέρχονται από νόμιμες συναλλαγές· ελπίζει, για τον λόγο αυτό, ότι οι κανόνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες θα επεκταθούν και στην αγορά πολυτελών ακινήτων με στόχο την πρόληψη νέων παράνομων φαινομένων·

105.  υπογραμμίζει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι υπόχρεες οντότητες ανέθεταν τις οικείες υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε τρίτους, γεγονός που συχνά οδηγούσε σε μηδαμινή ή ανύπαρκτη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη· υπογραμμίζει ότι οι υποχρεώσεις κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εφαρμόζονται μόνο στις υπόχρεες οντότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας AMLD IV και όχι σε τρίτους· επισημαίνει ότι η εντολή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο πλαίσιο των τριμερών διαπραγματεύσεων για την AMLD V προτρέπει τα κράτη μέλη να απαιτήσουν από τις αρμόδιες αρχές να παρακολουθούν αποτελεσματικά τις δραστηριότητες των ατόμων στα οποία υπόχρεες οντότητες και αυτορρυθμιζόμενοι φορείς έχουν αναθέσει καθήκοντα ΚΞΧ/ΧΤ·

106.  επισημαίνει ότι συγκεκριμένες υπόχρεες οντότητες χρησιμοποίησαν το νομικό αρμπιτράζ μεταξύ διαφορετικών δικαιοδοσιών προκειμένου να αποφύγουν τη συμμόρφωση με υποχρεωτικές διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και να διασφαλίσουν έτσι την ανωνυμία του τελικού πραγματικού δικαιούχου·

107.  επισημαίνει ότι σε ορισμένα κράτη μέλη και τρίτες χώρες η φοροαποφυγή δεν συνιστά ποινικό αδίκημα, γεγονός που ενδέχεται να ενισχύει το φαινόμενο· επισημαίνει ότι οι φορολογικοί σύμβουλοι οφείλουν να εντοπίζουν τις ευνοϊκότερες φορολογικές δομές για τους πελάτες τους, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση είναι υποχρεωμένοι να τους καταβάλλουν αποζημίωση·

108.   παρατηρεί με ανησυχία ότι, σύμφωνα με τη νομοθεσία ορισμένων κρατών μελών, κάποιοι διαμεσολαβητές δεν υπόκεινται σε δίωξη για το αδίκημα της φοροαποφυγής, σε περίπτωση που το αδίκημα έχει διαπραχθεί σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα·

109.  επισημαίνει την έλλειψη εποπτικής συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών στα κράτη μέλη και σε ολόκληρη την ΕΕ συνολικά·

110.  τονίζει ότι η ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ δεν επιβάλλεται επαρκώς, και ότι το γεγονός αυτό επιτρέπει στους διαμεσολαβητές να εκτελούν επισήμως τα καθήκοντά τους, όπως οι διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και άλλες υποχρεώσεις υποβολής αναφορών, ενώ παράλληλα παρακάμπτουν το πνεύμα του νόμου, επικαλούμενοι κυρίως το «επαγγελματικό απόρρητο» ή το «τραπεζικό απόρρητο»· αποδοκιμάζει το γεγονός ότι οι διαμεσολαβητές, και ιδίως οι χρηματοπιστωτικές οντότητες, υιοθετούν μια αποκεντρωμένη προσέγγιση, διαφοροποιώντας σε μεγάλο βαθμό τα πρότυπα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ανά κλάδο· πιστεύει ότι η έδρα του διαμεσολαβητή θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση υπεύθυνη για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των προτύπων ΚΞΧ σε όλους τους επιχειρηματικούς τομείς και κλάδους·

111.  επισημαίνει με μεγάλη ανησυχία ότι η ανάπτυξη των ψηφιακών τεχνολογιών και η συνεχώς αυξανόμενη και ευρύτερη χρήση τους στις εμπορικές, οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συναλλαγές καθιστούν εύκολη την αποφυγή ελέγχων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και φορολογικών ελέγχων, ενώ οι εθνικές φορολογικές αρχές, οι αρχές επιβολής του νόμου και οι δικαστικές αρχές δεν είναι κατάλληλα εξοπλισμένες για την αντιμετώπιση προκλήσεων αυτού του είδους·

Ρόλοι και αρμοδιότητες των τραπεζών

112.  επισημαίνει ότι οι τράπεζες, οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και οι διαχειριστές πλούτου συνιστούν ενεργούς παράγοντες στην έναρξη αυτών των πρακτικών, αποτελώντας περίπου το ένα έκτο των οντοτήτων που αποκαλύπτονται στα έγγραφα του Παναμά· τονίζει ότι οι τράπεζες διαδραμάτισαν ρόλο διαμεσολαβητή περίπου στο 9 % των υπεράκτιων οντοτήτων που συστάθηκαν από την Mossack Fonseca· επισημαίνει ότι αρκετές από τις τράπεζες που αναφέρονται στα έγγραφα του Παναμά διασώθηκαν με δημόσιο χρήμα κατά την περίοδο 2008-2012·

113.  επισημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος των παράνομων χρηματοοικονομικών ροών που συνδέονται με φαινόμενα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή περνούν μέσα από το διεθνές τραπεζικό σύστημα· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά τραπεζικά ιδρύματα, των οποίων η ενεργός και συστηματική συμμετοχή σε τέτοιες παράνομες πρακτικές αποδεικνύεται βάσει στοιχείων, εξακολουθούν να λειτουργούν ελεύθερα χωρίς να υπόκεινται σε κανενός είδους κυρώσεις·

114.  αναγνωρίζει ότι οι τράπεζες συμμετείχαν σε τέσσερις ευρείες κατηγορίες δραστηριοτήτων, συγκεκριμένα στην παροχή και διαχείριση υπεράκτιων δομών, στο άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών στις υπεράκτιες οντότητες, στην παροχή άλλων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και στις τραπεζικές εργασίες μέσω ανταποκριτών(84), αλλά και ότι διαπιστώθηκε επίσης ότι ο κλάδος των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών –είτε πρόκειται για τράπεζες και επενδυτικούς συμβούλους είτε για νομικές εταιρείες– προσφέρει στους πελάτες του ευκαιρίες φοροδιαφυγής(85)·

115.  επισημαίνει με μεγάλη ανησυχία ότι οι εθνικές και οι ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές συχνά δεν ελέγχουν την προέλευση του πλούτου επιτρέποντας σε πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα διεφθαρμένων καθεστώτων και σε άλλους εγκληματίες να επενδύουν και να κατέχουν μετοχικές θέσεις σε τράπεζες, χρηματοπιστωτικά και ασφαλιστικά ιδρύματα και μεγάλους οικονομικούς ομίλους στην ΕΕ, διευκολύνοντας ουσιαστικά τη νομιμοποίηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ· τονίζει ότι αυτό οφείλεται στην αδυναμία διασφάλισης ενοποιημένης εποπτείας και ελέγχου των διασυνδέσεων μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών, των εταιρειών και των οικονομικών ομίλων και των εταιρειών χαρτοφυλακίου ή των μητρικών εταιρειών τους που βασίζονται σε δικαιοδοσίες μη συνεργαζόμενες ή με χαμηλό επίπεδο επιβολής ως προς την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

116.  τονίζει ότι οι τράπεζες είναι βασικοί παράγοντες εντοπισμού ύποπτων συναλλαγών και υποβολής σχετικών αναφορών στις εθνικές ΜΧΠ, αλλά και ότι ορισμένες τράπεζες δεν διευκολύνουν τις έρευνες των εθνικών ΜΧΠ και των μονάδων ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων, π.χ. παραλείποντας να παράσχουν πλήρη πληροφόρηση σε ψηφιακή μορφή για ύποπτες οντότητες ή συναλλαγές· επισημαίνει τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή σύμφωνα με τα οποία ορισμένες τράπεζες είχαν ανοίξει λογαριασμούς για τους πελάτες τους πριν από την οριστικοποίηση των απαιτήσεων σχετικά με τη διαδικασία δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και τον εντοπισμό των πραγματικών δικαιούχων· επισημαίνει ότι σε αρκετές από τις τράπεζες που αναφέρονται στα έγγραφα του Παναμά επιβλήθηκαν από εποπτικές αρχές πρόστιμα λόγω μη συμμόρφωσης με τα πρότυπα ΚΞΧ/ΧΤ, αλλά ότι οι επιβληθείσες κυρώσεις παραμένουν μικρότερες από εκείνες που επιβάλλονται στις ΗΠΑ για παρόμοιες παραβάσεις· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι τα πρόστιμα που επέβαλαν οι εποπτικές αρχές στις υπόχρεες χρηματοπιστωτικές οντότητες εκπίπτουν από τον φόρο·

117.  αναγνωρίζει ότι η τραπεζική διαμεσολάβηση κατά τη σύσταση υπεράκτιων δομών έχει μειωθεί σημαντικά από το 2007, όταν αποκαλύφθηκε ότι οι τράπεζες προωθούσαν σε μεγάλη κλίμακα την αποφυγή της εφαρμογής της οδηγίας για τη φορολόγηση των αποταμιεύσεων του 2005· επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι δυσφήμισης και οι ρυθμιστικοί κίνδυνοι που εκδηλώθηκαν αμέσως μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση συνέβαλαν επίσης στη μείωση του αριθμού των υπεράκτιων οντοτήτων που συστάθηκαν με διαμεσολάβηση των τραπεζών από το 2008(86)· αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι σε παγκόσμιο επίπεδο, τα στατιστικά στοιχεία δεν δείχνουν γενική μείωση των πόρων που διοχετεύονται μέσω των φορολογικών παραδείσων τουλάχιστον μέχρι το 2014(87), αλλά δείχνουν μάλλον μια αναδιοργάνωση των δικαιοδοσιών και των μέσων που χρησιμοποιούνται· επισημαίνει ότι παράλληλα με την προοδευτική αύξηση της παρακράτησης φόρου που επέβαλαν το Λουξεμβούργο, η Αυστρία και το Βέλγιο (από το 2009) από 15 % το 2005 σε 20 % το 2008 και σε 35 % το 2011, αυξήθηκαν και τα ποσά που διοχετεύθηκαν από υπεράκτιες εταιρείες σε εικονικές εταιρείες υπαγόμενες σε δικαιοδοσίες όπως οι Μπαχάμες, η Σιγκαπούρη και το Χονγκ Κονγκ· τονίζει, εντούτοις, ότι τις δραστηριότητες διαμεσολάβησης ανέλαβαν άλλοι επαγγελματίες, κυρίως δικηγόροι, όπως καταδεικνύεται στα έγγραφα του Παναμά·

118.  επισημαίνει τον καίριο ρόλο που διαδραματίζουν οι ιδιωτικές θυγατρικές μεγάλων τραπεζών σε χρηματοπιστωτικά κέντρα στην παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών σε ιδιώτες με μεγάλη περιουσία· επισημαίνει ότι περίπου το ένα από τα τέσσερα ευρώ των κερδών των 20 μεγαλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών καταγράφεται σε δικαιοδοσίες με χαμηλή φορολογία, δηλ. συνολικά 25 δισ. ευρώ το 2015, και ότι οι δραστηριότητες που ασκούν οι τράπεζες σε δικαιοδοσίες με χαμηλή φορολογία είναι δυσανάλογες με το 11 % του παγκόσμιου πληθυσμού και το 5 % του παγκόσμιου ΑΕΠ που αντιπροσωπεύουν αυτές οι δικαιοδοσίες(88)·

119.  υπογραμμίζει ότι οι τραπεζικοί οργανισμοί δεν συμμορφώνονταν πάντοτε με τις εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές ή τις κανονιστικές απαιτήσεις (όσον αφορά την δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη), και ότι ορισμένες φορές οι τράπεζες δεν ταξινομούσαν τους πελάτες στην κατάλληλη κατηγορία υψηλού κινδύνου, παρακάμπτοντας έτσι τους βασικούς κανόνες των πολιτικών περί ελέγχου των πελατών («Know your customer»), γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να είναι ελλιπής η επακόλουθη υποβολή αναφορών ενισχυμένης δέουσας επιμέλειας(89)· επισημαίνει με ανησυχία τις περιπτώσεις χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων –μεταξύ των οποίων και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε κράτη μέλη της ΕΕ– που ανήκουν στην κυριότητα ή τελούν υπό τη διαχείριση πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων ή οικείων πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων, γεγονός που επηρεάζει τον τρόπο διεξαγωγής των ελέγχων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη·

120.  παρατηρεί ότι οι έλεγχοι δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη βασίζονται κυρίως στην υποβολή υπεύθυνης δήλωσης ή σε τυπική διαδικασία «τσεκαρίσματος» εκ μέρους των οντοτήτων που ανοίγουν τραπεζικό λογαριασμό, χωρίς δέουσα διερεύνηση του προφίλ τους(90)·

121.  επισημαίνει ότι ορισμένες από τις απαντήσεις διαμεσολαβητών σε ερωτήματα της Επιτροπής φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με πληροφορίες που περιέχονται στα έγγραφα του Παναμά(91)· καταδικάζει τυχόν ψευδείς δηλώσεις που κατατέθηκαν στην Επιτροπή·

Τραπεζική εποπτεία

122.  επισημαίνει ότι η εποπτική δράση που ανέλαβαν οι αρμόδιες αρχές στα κράτη μέλη μετά τα έγγραφα του Παναμά κυμάνθηκε από τον πλήρη διασταυρούμενο έλεγχο όλων των εποπτευόμενων τραπεζών έως τη διεξαγωγή δειγματοληπτικών ελέγχων και την παντελή απουσία δράσης·

123.  επισημαίνει ότι σε ορισμένα κράτη μέλη οι εξουσίες των αρμόδιων αρχών περιορίζονται στην εποπτεία της ύπαρξης ελέγχων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· επισημαίνει ότι η απόκλιση μεταξύ των αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στις αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας διαφόρων κρατών μελών παρεμποδίζει την πλήρη εφαρμογή των προτύπων ΚΞΧ/ΧΤ και την καλή συνεργασία· σημειώνει ότι η ΕΚΤ, η μεγαλύτερη αρχή προληπτικής εποπτείας εντός της ΕΕ, δεν είναι αρμόδια, στο πλαίσιο του ΕΕΜ, για την εποπτεία ΚΞΧ/ΧΤ, και ότι το γεγονός αυτό εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες με την ΕΚΤ·

124.  επισημαίνει ότι η ικανότητα των αρμόδιων αρχών να επαληθεύουν την εφαρμογή πολιτικών και διαδικασιών σε ολόκληρους ομίλους εταιρειών παρεμποδίζεται ορισμένες φορές από την εθνική νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων και το τραπεζικό απόρρητο·

125.  επισημαίνει ότι, σύμφωνα με πληροφορίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ), έως τον Δεκέμβριο του 2016 περίπου 1 300 τράπεζες είχαν ελεγχθεί είτε μέσω ελέγχων εκτός τόπου είτε με συνδυασμό ελέγχων εκτός τόπου και επιτόπιων επισκέψεων· αναμένει τα τελικά έως το τρίτο τρίμηνο του 2017· υπογραμμίζει τις πρώτες ενδείξεις των αποτελεσμάτων, οι οποίες υποδηλώνουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις εντοπίστηκαν ελλείψεις·

126.  επισημαίνει ότι τον Δεκέμβριο του 2016 η ΕΑΤ απέστειλε ερωτηματολόγιο στα μέλη του εποπτικού συμβουλίου της προκειμένου να διασφαλίσει την πλήρη κατανόηση της εποπτικής της δράσης μετά τη δημοσίευση των εγγράφων του Παναμά· επισημαίνει ότι τα συμπεράσματα της εν λόγω διαδικασίας δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί·

127.  επισημαίνει ότι λίγες ήταν οι αρμόδιες αρχές που διερεύνησαν την υπόθεση των εγγράφων του Παναμά πέραν της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και ότι λίγες μόνο προχώρησαν στην προφανή σύνδεση με φορολογικά εγκλήματα·

128.  παρατηρεί ότι οι αρχές των κρατών μελών δεν κατάφεραν να ασκήσουν αποτελεσματική εποπτεία στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ούτε καν πριν από τις αποκαλύψεις των εγγράφων του Παναμά, και ότι δεν επέβαλαν επαρκείς κυρώσεις στα χρηματοδοτικά ιδρύματα που διέπονται από την οδηγία CRD IV και τα οποία κρίθηκαν υπεύθυνα για σοβαρές παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίστηκαν δυνάμει της οδηγίας AMLD III· επισημαίνει ότι οι αποκαλύψεις για το σύστημα Azerbaijan Laundromat καταδεικνύουν την αδυναμία ορισμένων αρχών χρηματοπιστωτικής εποπτείας να διασφαλίσουν ότι τα χρηματοδοτικά ιδρύματα τηρούν τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την οδηγία AMLD, ακόμη και μετά την έκδοση των νέων συστάσεων της FATF το 2012·

129.  υπογραμμίζει ότι οι 20 μεγαλύτερες τράπεζες της ΕΕ καταγράφουν περισσότερα κέρδη σε ειδικές φορολογικές δικαιοδοσίες από ό,τι μπορεί να δικαιολογηθεί από το επίπεδο της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας που ασκείται σε αυτές τις δικαιοδοσίες, ενώ τις περισσότερες φορές δεν απασχολείται ούτε ένα άτομο στις σχετικές χώρες και καταβάλλεται μηδενικός ή ελάχιστος φόρος στις εν λόγω δικαιοδοσίες(92)· πιστεύει ότι οι αρμόδιες αρχές της ΕΕ δεν μπορούν να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εποπτεία αυτών των πρακτικών που ασκούν οι τράπεζες της ΕΕ σε τρίτες χώρες και ότι το γεγονός αυτό ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της τραπεζικής ένωσης·

130.  επισημαίνει ότι περισσότερες από 20 αρμόδιες εποπτικές αρχές τραπεζών της ΕΕ ανέλαβαν εποπτική δράση αμέσως μετά τη δημοσίευση των εγγράφων του Παναμά(93)·

Δικηγόροι και νομικές εταιρείες

131.  επισημαίνει τις δυσκολίες όσον αφορά την υπαγωγή σε ρυθμιστικό πλαίσιο δικηγόρων και νομικών εταιρειών που συμμετέχουν στη σύσταση και τη διατήρηση υπεράκτιων δομών, δεδομένου ότι συχνά λειτουργούν σε διασυνοριακό επίπεδο και σε τουλάχιστον μία τρίτη χώρα στην οποία οι νομοθετικές απαιτήσεις δεν υπόκεινται σε έλεγχο ή σε ελέγχους δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη(94)·

132.  τονίζει ότι οι δικηγόροι και οι νομικές εταιρείες συχνά παρέχουν επενδυτικές και φορολογικές συμβουλές και συνδρομή κατά τη σύσταση υπεράκτιων οντοτήτων, συχνά σε άμεση επαφή με τους τελικούς πραγματικούς δικαιούχους·

133.  επισημαίνει ότι ο αριθμός των αναφορών ύποπτων συναλλαγών που υποβάλλουν δικηγόροι, καθώς και άλλοι κατεξοχήν αυτορρυθμιζόμενοι επαγγελματίες, είναι χαμηλός(95), και επισημαίνει επίσης ότι η υποβολή αναφορών από δικηγόρους συχνά οφείλεται σε αποκαλύψεις των μέσων ενημέρωσης·

134.  αναγνωρίζει ότι στα περισσότερα κράτη μέλη η εποπτεία των δικηγόρων πραγματοποιείται από δικηγορικές ενώσεις και επαγγελματικούς δικηγορικούς συλλόγους οι οποίοι δεν εποπτεύουν ενεργά τα μέλη τους αλλά δρουν κατόπιν καταγγελιών που υποβάλλουν πελάτες· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με κυρώσεις ή πειθαρχικά μέτρα που επιβάλλουν οι εθνικοί δικηγορικοί σύλλογοι δεν διατίθενται στο κοινό σε όλες τις χώρες της ΕΕ·

135.  επισημαίνει ότι οι ασκούντες νομικό επάγγελμα υπόκεινται σε αυστηρές κυρώσεις (αστικές και, ενίοτε, ποινικές) για τυχόν αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που ορίζει η οδηγία AMLD· ωστόσο, επισημαίνει επίσης ότι οι εν λόγω αυστηρές πειθαρχικές διαδικασίες σπανίως οδηγούν σε διαγραφή από τον σύλλογο(96)·

136.  επισημαίνει ότι το πεδίο εφαρμογής των καταστατικών διατάξεων σχετικά με το απόρρητο της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρων και πελατών όσον αφορά συγκεκριμένους εντεταλμένους επαγγελματίες, όπως δικηγόρους και συμβολαιογράφους, και το δικαίωμα αυτών να αρνηθούν να καταθέσουν ή να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με φορολογικά ζητήματα δεν είναι σαφές ούτε συνεπές σε όλα τα κράτη μέλη, πολλώ δε μάλλον σε διακρατικό επίπεδο·

137.  επισημαίνει ειδικότερα ότι σε πολλά κράτη μέλη δεν προβλέπονται κυρώσεις για τους δικηγόρους που συμβουλεύουν κατοίκους αλλοδαπής πώς να φοροδιαφύγουν ή πώς να νομιμοποιήσουν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες σε άλλη δικαιοδοσία σύμφωνα με την αρχή της εδαφικότητας·

138.  επισημαίνει ότι οι νομικοί σύμβουλοι έχουν αυτοεξαιρεθεί από τις νομικές τους υποχρεώσεις, επικαλούμενοι το «επαγγελματικό απόρρητο», προκειμένου να μην προβαίνουν σε διενέργεια διαδικασίας δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, ακόμη και όταν δεν ενεργούν ως δικηγόροι αλλά ως φορείς παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών(97)·

Λογιστές, λογιστικές εταιρείες και ελεγκτές

139.  επισημαίνει ότι το προσωπικό των εταιρειών αποτελείται πρωτίστως από επαγγελματίες λογιστές, ελεγκτές, νομικούς εμπειρογνώμονες και φοροτεχνικούς·

140.  επισημαίνει ότι οι υπεράκτιες οντότητες με έδρα στις βασικές δικαιοδοσίες των εγγράφων του Παναμά (μεταξύ άλλων στις βρετανικές Παρθένες Νήσους, στον Παναμά και στις Σεϋχέλλες) δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις λογιστικού ελέγχου· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι όταν οι υπεράκτιες οντότητες είναι ενοποιημένες με τις μητρικές επιχειρήσεις, θα πρέπει να υπόκεινται σε λογιστικό έλεγχο· παρατηρεί ότι σε ορισμένες δικαιοδοσίες οι επόπτες απαιτούν από τις τράπεζες και άλλους χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές να ελέγχουν μέρος των διαδικασιών τους, για παράδειγμα τις διαδικασίες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

141.  επισημαίνει ότι ο ρόλος των λογιστικών εταιρειών στις μεθοδεύσεις που αποκαλύφθηκαν στα έγγραφα του Παναμά συνίστατο πρωτίστως στην παροχή συμβουλών και στη διατήρηση των υπεράκτιων δομών, και ότι οι ελεγκτές δεν είχαν ενεργό συμμετοχή, δεδομένου ότι οι υπεράκτιες οντότητες συχνά δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις λογιστικού ελέγχου· επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι 4 μεγάλες λογιστικές εταιρείες, οι οποίες κυριαρχούν στην αγορά, συμμετείχαν σε φορολογικά σκάνδαλα, όπως τα Luxleaks, και ότι οι δραστηριότητές τους στην παροχή δημοσιονομικών συμβουλών και τον λογιστικό έλεγχο ενέχουν κίνδυνο σοβαρής σύγκρουσης συμφερόντων·

142.  επισημαίνει ότι, αν και οι λογιστικές εταιρείες συχνά εκδίδουν εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις πρακτικές που θεωρούν αποδεκτές, η εν λόγω αυτορρύθμιση δεν επαρκεί για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής που επιτρέπουν και προωθούν·

143.  επισημαίνει ότι οι ελεγκτές και οι φορολογικοί σύμβουλοι ενεργούν ως διεθνώς καθετοποιημένες εταιρείες, αν και παρουσιάζονται ως πολυάριθμες ξεχωριστές νομικές οντότητες που δεν υπόκεινται σε καθεστώς κοινής ιδιοκτησίας, αλλά δεσμεύονται από συμβατικές ρυθμίσεις για την τήρηση κοινών προτύπων με κοινή ονομασία, για λόγους άμβλυνσης των ευθυνών, μείωσης του κανονιστικού κόστους και κινδύνου, οριοθέτησης του νομικού κινδύνου και προστασίας των πελατών από κανονιστικές έρευνες(98)·

144.  αποδοκιμάζει το γεγονός ότι ο αριθμός των αναφορών ύποπτων συναλλαγών που υποβλήθηκαν στις ΜΧΠ από λογιστές είναι χαμηλός και δεν αντικατοπτρίζει την έκθεση του τομέα σε κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες(99)·

145.  τονίζει ότι υπάρχουν λογιστικές εταιρείες οι οποίες όχι μόνο διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην κατάρτιση συστημάτων επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού για τους πελάτες τους, αλλά βοηθούν παράλληλα εθνικές κυβερνήσεις στο σχεδιασμό φορολογικών κωδικών και νομοθεσιών, προκαλώντας σημαντική σύγκρουση συμφερόντων·

146.  εκφράζει την ανησυχία του για την ασυδοσία και τις συγκρούσεις συμφερόντων ελεγκτών, συμβούλων, δικηγόρων και νομικών εταιρειών που συχνά ενεργούν ως σύμβουλοι κυβερνήσεων για την κατάρτιση φορολογικής νομοθεσίας και τον σχεδιασμό εργαλείων ΚΞΧ και διενεργούν μάλιστα έρευνες και ελέγχους για ρυθμιστικές αρχές, ενώ επίσης παρέχουν ή παρείχαν υπηρεσίες σε ρυθμιζόμενες οντότητες·

Εμπιστεύματα (trusts), άλλα παρόμοια νομικά μορφώματα και εταιρείες εμπιστευματικής διαχείρισης

147.  υπενθυμίζει ότι οι εταιρείες εμπιστευματικής διαχείρισης και άλλες εταιρείες διαχείρισης και παρόμοιες νομικές δομές διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και τη διατήρηση υπεράκτιων οντοτήτων· επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι έρευνες που διεξήγαγε η Ευρωπόλ στα έγγραφα του Παναμά και οδήγησαν σε 3 469 πιθανές αντιστοιχίσεις με τη βάση δεδομένων υπόπτων εγκληματικών πράξεων, αποκάλυψαν επίσης τη συχνότατη χρήση δομών εμπιστευμάτων για τη συγκάλυψη περιουσιακών στοιχείων και ταυτοτήτων·

148.  παρατηρεί ότι εμπίστευμα είναι ένα σύνολο περιουσιακών στοιχείων που δημιουργήθηκε με ιδιωτικό συμβόλαιο υπογεγραμμένο από τρίτα μέρη (τον ιδρυτή, τον εμπιστευματοδόχο και τον δικαιούχο) και, ως εκ τούτου, δεν έχει νομική προσωπικότητα·

149.  εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι οι φορείς χάραξης πολιτικής είναι δύσκολο να εντοπίσουν εμπιστεύματα και εταιρείες εμπιστευματικής διαχείρισης σε εγχώριες δικαιοδοσίες λόγω της περιορισμένης φυσικής παρουσίας των εταιρειών και των περιορισμένων πληροφοριών που έχουν στη διάθεσή τους οι νομοθέτες ή οι αρχές·

150.  επισημαίνει ότι οι εταιρείες εμπιστευματικής διαχείρισης ενεργούν εξ ονόματος των τελικών πραγματικών δικαιούχων, όμως οι άμεσοι πελάτες τους είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, άλλοι μεσολαβητές όπως άλλες εταιρείες εμπιστευματικής διαχείρισης, νομικές και λογιστικές εταιρείες και τράπεζες·

151.  επισημαίνει ότι οι εταιρείες εμπιστευματικής διαχείρισης μπορεί να είναι ανεξάρτητες εταιρείες ή να ανήκουν σε άλλου είδους εταιρείες παροχής υπηρεσιών, όπως νομικές εταιρείες ή τράπεζες·

152.  επισημαίνει ότι οι εταιρείες εμπιστευματικής διαχείρισης μπορούν επίσης να συμμετέχουν σε πολύπλοκα καθεστώτα φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής διεθνών οικονομικών ομίλων και ότι συχνά συμμετέχουν σε πολυεθνικά καθεστώτα(100)·

153.  επισημαίνει τον κίνδυνο ότι ορισμένα εμπορικά και μη εμπορικά εμπιστεύματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν ακόμα μεγαλύτερο μέσο κατάχρησης στο μέλλον, δεδομένου ότι δεν είναι νομικές οντότητες και, ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τις εταιρείες, δεν υπόκεινται σε καμία μορφή λογιστικών απαιτήσεων ή απαιτήσεων δημοσιοποίησης, για παράδειγμα των ετήσιων λογαριασμών τους· επιπλέον, η απουσία μητρώου εμπιστευμάτων καθιστά πολύ δύσκολη για τις φορολογικές αρχές τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία των εμπιστευμάτων·

4. Η διάσταση των τρίτων χωρών

4.1. Διαπιστώσεις

154.  υπενθυμίζει ότι η συγκεντρωτική συλλογή και κοινοποίηση πληροφοριών(101) εκ μέρους των νομικών οντοτήτων σχετικά με τους τελικούς πραγματικούς δικαιούχους δεν είναι, επί του παρόντος, υποχρεωτική σύμφωνα με τη νομοθεσία ορισμένων τρίτων χωρών, όπως οι ΗΠΑ·

155. τονίζει ότι ορισμένες δικαιοδοσίες τρίτων χωρών ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τους τελικούς πραγματικούς δικαιούχους με ευρωπαϊκές ΜΧΠ μόνο για λόγους ενημέρωσης, αλλά δεν ανταποκρίνονται σε διεθνή αιτήματα συνεργασίας, εμποδίζοντας έτσι την χρήση των πληροφοριών σε δικαστικές διαδικασίες· 

156.  υπογραμμίζει ότι ορισμένες τρίτες χώρες χρησιμοποιούν ειδικά φορολογικά καθεστώτα για να προσελκύσουν επιχειρήσεις· επισημαίνει ότι σε ορισμένες δικαιοδοσίες είναι εξαιρετικά εύκολη η σύσταση εταιρείας χωρίς να αποκαλυφθεί η ταυτότητά της, διότι απαιτούνται γι’ αυτό ελάχιστες μόνο πληροφορίες· παρατηρεί ότι για τη δημιουργία απλών νομικών εγγράφων διαδικτυακά απαιτούνται λίγα μόνο βήματα· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει στη διάδοση πρακτικών που έχουν ως στόχο την φοροαποφυγή και την φοροδιαφυγή·

157.  παρατηρεί ότι, μολονότι η νομοθεσία των ΗΠΑ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι λιγότερο φιλόδοξη από την ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά τη διαφάνεια για τους τελικούς πραγματικούς δικαιούχους, δεδομένου ότι εκεί δεν υπάρχει κεντρικό μητρώο τελικών πραγματικών δικαιούχων, οι ΗΠΑ έχουν καλύτερο ιστορικό επιδόσεων αποτελεσματικής επιβολής και εφαρμογής της νομοθεσίας τους για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

158.  επισημαίνει το σύστημα αναβολής φόρου στις ΗΠΑ, το οποίο επιτρέπει στις πολυεθνικές επιχειρήσεις να τοποθετούν σε υπεράκτιες εταιρείες και για απεριόριστο χρονικό διάστημα τα κέρδη που αποκομίζουν σε άλλο κράτος, αποφεύγοντας τους οφειλόμενους φόρους κατά τον επαναπατρισμό των εν λόγω κερδών·

159.  υπενθυμίζει το αίτημά του να ενισχυθεί ο ρόλος της ΕΕ στη διεθνή σκηνή, με τη διαμόρφωση ενιαίας θέσης, και να εργαστεί με στόχο την ανάπτυξη κοινού ενωσιακού πλαισίου για τις διμερείς συμβάσεις στον τομέα της φορολογίας ως μέσου καταπολέμησης της αναζήτησης ευνοϊκότερης φορολογικής σύμβασης· θεωρεί ότι η καθιέρωση συμφωνιών ελεύθερων συναλλαγών πρέπει να συνοδεύεται από ενισχυμένη φορολογική συνεργασία και διατάξεις που αποτρέπουν τη φοροαποφυγή και να περιλαμβάνει αρχές χρηστής δημοσιονομικής διακυβέρνησης·

160.  επισημαίνει ότι η Επιτροπή διατυπώνει παρατηρήσεις για κάθε αξιολόγηση των κρατών μελών που διενεργεί η FATF ή η ομάδα Moneyval και προτείνει τη δημοσιοποίηση των παρατηρήσεων αυτών στο μέλλον·

4.2. Οι αναπτυσσόμενες χώρες

161.  τονίζει ότι, παράλληλα με την αύξηση της ανισότητας, οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες πλήττονται δυσανάλογα από τη φοροδιαφυγή και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω υπεράκτιων δομών· επισημαίνει ότι το 30 % του αφρικανικού οικονομικού πλούτου είναι τοποθετημένο σε υπεράκτιες εταιρείες, γεγονός που οδηγεί σε απώλειες φορολογικών εσόδων ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ(102)·

162.  υπογραμμίζει ότι οι παράνομες χρηματοοικονομικές ροές έχουν καταστροφικές συνέπειες για τις αναπτυσσόμενες χώρες(103)· επισημαίνει ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις που δημοσίευσε η οργάνωση Global Financial Integrity (GFI) σε έκθεσή της τον Δεκέμβριο του 2014, την περίοδο 2003-2012 οι αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες οικονομίες έχασαν 6,6 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ λόγω παράνομων χρηματοοικονομικών ροών, ενώ οι παράνομες εκροές σημείωσαν θεαματική μέση αύξηση της τάξης του 9,4 % ετησίως(104)·

163.  εφιστά την προσοχή στην απαράδεκτη κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας ορισμένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε αναπτυσσόμενες χώρες κάνουν χρήση της διαφθοράς, της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, της μεταβιβαστικής τιμολόγησης και μεθόδων απόκρυψης της ιδιοκτησίας εταιρειών με σκοπό τη μείωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων ή τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν επαρκή διατροφή, υγεία και εκπαίδευση(105)·

164.  επισημαίνει ότι η απουσία ηλεκτρονικών μητρώων χρηματοοικονομικών λογαριασμών, στις αναπτυσσόμενες χώρες καθιστά δύσκολη ή αδύνατη για τις αρμόδιες αρχές τη συλλογή χρηματοοικονομικών ή λογιστικών πληροφοριών·

165.  εκφράζει την ανησυχία ότι καμία αναπτυσσόμενη χώρα δεν θα εφαρμόσει το σύστημα αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών του ΟΟΣΑ το 2017 ή το 2018, λόγω έλλειψης τεχνικών και θεσμικών δυνατοτήτων και ανθρώπινου δυναμικού, πράγμα ενδέχεται να στερήσει από τις χώρες αυτές τα οφέλη αυτού του θεμελιώδους εργαλείου καταπολέμησης της φοροαποφυγής και της φοροδιαφυγής· επισημαίνει ότι, όσον αφορά την παγκόσμια συνεργασία, πρέπει να θεσπιστεί μια κοινή προσέγγιση όσον αφορά τις απλές αρχές με τρόπο ώστε να εξασφαλιστεί θετικό αποτέλεσμα· εκφράζει ανησυχία για τον κίνδυνο να δημιουργηθεί ένα διεθνές σύστημα αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών δύο ταχυτήτων στο πλαίσιο του οποίου θα αποκλειστούν οι αναπτυσσόμενες χώρες από τις αμοιβαίες ανταλλαγές·

166.  διαπιστώνει ότι η Αφρική ως ήπειρος χάνει τουλάχιστον 50 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ ετησίως λόγω παράνομων χρηματοοικονομικών ροών, ποσό διπλάσιο από το ποσό που λαμβάνει ως διεθνή βοήθεια· έχει επίγνωση των επιτακτικών εκκλήσεων που απευθύνουν εκπρόσωποι των αναπτυσσόμενων χωρών για απαγόρευση των φορολογικών παραδείσων οι οποίοι συσσωρεύουν παράνομα επιχειρηματικά κεφάλαια(106)·

167.  πιστεύει ότι η βελτίωση της φορολογικής ικανότητας των χωρών που πλήττονται από φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή μπορεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη· υπενθυμίζει την άμεση σχέση του κατώτατου ορίου των εισπραχθέντων φόρων με την κυβερνητική θεσμική ικανότητα· υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, τα επιστημονικά στοιχεία που δείχνουν ότι η αύξηση της φορολογικής ικανότητας κατά 10 % αντιστοιχεί σε ετήσια αύξηση του ΑΕγχΠ κατά 1,5 %·

168.  επισημαίνει ότι η φορολογική διαφάνεια επηρεάζεται επίσης από τις ενέργειες της ΕΕ μέσω των επενδυτικών δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη, οι οποίες χρησιμοποιούν αδιαφανείς επενδυτικές δομές στις επενδύσεις χαρτοφυλακίου τους, και απαιτεί την ανάληψη δράσης για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων·

169.  εκφράζει την ανησυχία του για τον αυξανόμενο αρνητικό αντίκτυπο των παράνομων χρηματοοικονομικών ροών που παρεμποδίζουν την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, την καταπολέμηση της ανισότητας, την ενδυνάμωση της κυβέρνησης και την θεσμική ικανότητα·

170.  επισημαίνει ότι η διαδικασία για την BEPS δεν συμπεριέλαβε τις αναπτυσσόμενες χώρες ως ισότιμους διαπραγματευτικούς εταίρους και δεν κατάφερε να δώσει αποτελεσματικές λύσεις για τα φορολογικά προβλήματα των φτωχότερων χωρών, συμπεριλαμβανομένου του παγκόσμιου δικτύου φορολογικών συμβάσεων που συχνά εμποδίζει τις αναπτυσσόμενες χώρες να φορολογούν κέρδη που πραγματοποιούνται στην επικράτειά τους· τονίζει ότι μόνον η πλήρης συμμετοχή των αναπτυσσόμενων χωρών στην παγκόσμια φορολογική μεταρρύθμιση μπορεί να παράσχει αποτελεσματικές λύσεις σε ένα παγκόσμιο πρόβλημα·

5. Καταγγέλτες

171.  τονίζει το γεγονός ότι τα LuxLeaks, τα έγγραφα του Παναμά, τα Swiss Leaks, τα Bahamas Leaks, τα Football Leaks και πολλές ακόμα διαρροές έχουν αποδείξει τον καίριο ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι καταγγέλτες στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της απάτης, του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού ή της διαφθοράς ή σε άλλα είδη αποκάλυψης κρυφών συμπεριφορών· υπογραμμίζει, ως εκ τούτου, ότι η προστασία των καταγγελτών μπορεί να συμβάλει στη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην προώθηση της χρηστής διακυβέρνησης και στην ενίσχυση του κράτους δικαίου· επισημαίνει ότι όσο οι υπόχρεες οντότητες κινδυνεύουν μόνο με χαμηλά πρόστιμα για μη υποβολή αναφορών ή για ψευδή αναφορά υπονοιών για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στις αρχές, η αποτροπή της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας παρεμποδίζεται σοβαρά·

172.  τονίζει τον ρόλο των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στο θέμα της καθοδήγησης και της υποστήριξης των καταγγελτών στις ενέργειες στις οποίες προβαίνουν στο εσωτερικό του οργανισμού τους·

173.  εκφράζει την αποδοκιμασία του για το γεγονός ότι ορισμένες χώρες χρησιμοποιούν τη δίωξη των καταγγελτών ως μέσο διασφάλισης του απορρήτου(107)· θεωρεί ιδιαίτερα λυπηρό το γεγονός ότι στην περίπτωση των LuxLeaks, μέχρι στιγμής έχει ασκηθεί δίωξη μόνο κατά των καταγγελτών και των δημοσιογράφων, ενώ δεν έχουν εξετασθεί πλήρως οι πρακτικές των εταιρειών και των διαμεσολαβητών που συμμετείχαν σε φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» οι οποίες ήρθαν στο φως μέσω των εγγράφων των LuxLeaks· υπενθυμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ζητήσει επανειλημμένα να αναληφθεί δράση για τη βελτίωση της προστασίας των καταγγελτών και των δημοσιογράφων·

174.  επικροτεί το γεγονός ότι η Επιτροπή αξιολογεί επί του παρόντος τις δυνατότητες ενδεχόμενης μελλοντικής ανάληψης οριζόντιας ή πρόσθετης τομεακής δράσης σε ενωσιακό επίπεδο για την ενίσχυση της προστασίας των καταγγελτών· επισημαίνει ότι το Κοινοβούλιο ετοιμάζεται να καταρτίσει έκθεση πρωτοβουλίας με την οποία θα παράσχει συστάσεις επί του θέματος·

6. Διοργανική συνεργασία

175.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας·

176.  επισημαίνει ότι η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας περιλαμβάνει την υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για τη διατήρηση του πεδίου εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου· υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να απέχουν από μέτρα που θα μπορούσαν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που ορίζει το ενωσιακό δίκαιο·

177.  επικροτεί τη συνεργασία με την Επιτροπή όσον αφορά τις ακροάσεις του προέδρου Juncker και των επιτρόπων Jourová και Moscovici, καθώς και τη συμμετοχή υπαλλήλων της Επιτροπής σε συνεδριάσεις της επιτροπής· εκφράζει, ωστόσο, δυσαρέσκεια διότι ορισμένες απαντήσεις που δόθηκαν κατά την ανταλλαγή απόψεων ήταν εντελώς μη ικανοποιητικές·

178.  επικροτεί τις απαντήσεις που έδωσαν οι Υπουργοί Οικονομικών και Δικαιοσύνης των 25 κρατών μελών στο ερωτηματολόγιο που απέστειλε η επιτροπή· εκφράζει, ωστόσο, δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι η Μάλτα και η Ουγγαρία δεν απάντησαν και ότι η Μάλτα, αν και κατείχε την προεδρία του Συμβουλίου, επέδειξε ιδιαίτερη απροθυμία συνεργασίας(108)·

179.  τονίζει το γεγονός ότι χρειάστηκαν έξι μήνες για τη σύναψη συμφωνίας με την Επιτροπή σχετικά με την πρόσβαση σε μη διαβαθμισμένα, εμπιστευτικά έγγραφα, ενώ η καθυστέρηση αυτή αποτέλεσε σοβαρό εμπόδιο στο έργο της επιτροπής· υπογραμμίζει ότι τα έγγραφα που υποβλήθηκαν δεν ήταν όλα επικαιροποιημένα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις είχαν τροποποιηθεί ή συσκοτιστεί σε μεγάλο βαθμό, γεγονός που παρεμπόδισε ακόμα περισσότερο το έργο της επιτροπής· υπενθυμίζει ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν σε αυτά τα μη διαβαθμισμένα έγγραφα θεωρήθηκαν εμπιστευτικές από την Επιτροπή και το Συμβούλιο και ότι, κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να τις συμπεριλάβει στην τελική της έκθεση·

180.  επισημαίνει ότι η επιτροπή κάλεσε σε αρκετές περιπτώσεις τις υφιστάμενες και τις επερχόμενες Προεδρίες να συμμετάσχουν σε ακροάσεις με θέμα τη συνεργασία και τη μελλοντική πορεία στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, όμως οι εν λόγω προσκλήσεις δεν έγιναν σε όλες τις περιπτώσεις δεκτές με σαθρά επιχειρήματα·

181.  επισημαίνει ότι, παρά τις εκκλήσεις του Συμβουλίου, δεν έχει διατεθεί κανένα επαρκές έγγραφο στην επιτροπή· θέτει, ως εκ τούτου, υπό αμφισβήτηση την πολιτική βούληση του Συμβουλίου να ενισχύσει τη διαφάνεια και την συνεργασία για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή να συμμορφωθεί με τη Συνθήκη και την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας· τονίζει ότι το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι οι πολίτες θα πρέπει να είναι σε θέση να ενημερώνονται για τη στάση που κρατά η κυβέρνησή τους σε τόσο σημαντικά ζητήματα·

182.  σημειώνει με λύπη ότι, μετά τη σύσταση της εξεταστικής επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τα έγγραφα του Παναμά, το Συμβούλιο επιχείρησε να παρεμποδίσει το έργο της με την έκδοση, μεταξύ άλλων, ενημερωτικού σημειώματος προς την Επιτροπή Μόνιμων Αντιπροσώπων, την 1η Ιουλίου 2016, σχετικά με την επιτροπή PANA, με το οποίο ζήτησε την υιοθέτηση συντονισμένης και ενοποιημένης προσέγγισης μεταξύ των κρατών μελών με σκοπό τον περιορισμό του πεδίου της έρευνας και τάχθηκε υπέρ της άρνησης συμμετοχής στην έρευνα σε ορισμένες περιπτώσεις·

183.  επισημαίνει ότι ο πρόεδρος της Ομάδας «Κώδικας Δεοντολογίας» του Συμβουλίου για τη φορολογία των επιχειρήσεων απέρριψε την πρόσκληση συμμετοχής σε ακρόαση της επιτροπής επικαλούμενος ομιχλώδη νομικά επιχειρήματα («δεν είναι θεσμικό όργανο της ΕΕ»)·

184.  διαπιστώνει ότι η συνεργασία εκ μέρους του Συμβουλίου και της Ομάδας «Κώδικας δεοντολογίας» σχετικά με τη φορολογία των επιχειρήσεων δεν υπήρξε καθόλου ικανοποιητική μέχρι σήμερα, γεγονός που παρεμπόδισε σοβαρά το έργο και τα πορίσματα της επιτροπής PANA·

185.  επισημαίνει ότι, λόγω της μόνιμης άρνησης της Επιτροπής και του Συμβουλίου να συναινέσουν στην πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις λεπτομερείς διατάξεις που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι εξεταστικές επιτροπές και οι ειδικές επιτροπές του Κοινοβουλίου εξακολουθούν να μην διαθέτουν επαρκείς αρμοδιότητες, εάν ληφθεί, για παράδειγμα, υπόψη ότι δεν έχουν δικαίωμα κλήτευσης μαρτύρων και επιβολής της πρόσβασης σε έγγραφα σε σύγκριση με τις αντίστοιχες επιτροπές των κρατών μελών και του Κογκρέσου των ΗΠΑ·

186.  ευελπιστεί ότι οι εποπτικές αρμοδιότητες των φορολογικών αρχών θα επεκταθούν ώστε να διασφαλίζεται αυστηρότερη παρακολούθηση της αδιαφάνειας και καλύτερη χρηματοοικονομική πληροφόρηση·

187.  καταλήγει, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι σημειώθηκε παράβαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας από ορισμένα κράτη μέλη καθώς και από το Συμβούλιο και τις επιτροπές του για τους προαναφερθέντες λόγους·

7. Συμπεράσματα

188.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το βασικό πρόβλημα που χαρακτηρίζει τα έγγραφα του Παναμά είναι η μεταφορά χρημάτων μεταξύ διαφόρων δικαιοδοσιών με σκοπό είτε την ελαχιστοποίηση είτε την μη καταβολή φόρων είτε την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τόσο υπεράκτιων όσο και εγχώριων· πιστεύει ότι απαιτούνται επειγόντως ισχυρότερη πολιτική βούληση, βελτίωση της νομοθεσίας και αυστηρότερη επιβολή και παρακολούθηση των υφιστάμενων κανόνων για την αντιμετώπιση των πρακτικών αυτών·

189.  διαπιστώνει ότι ορισμένες πολυεθνικές εταιρείες και ιδιώτες με μεγάλη περιουσία έχουν καταφέρει, με τη χρήση εμπιστευμάτων, εταιρειών-βιτρινών, φορολογικών παραδείσων και περίπλοκων διεθνών χρηματοπιστωτικών δομών, να αποκρύψουν επιτυχώς τα περιουσιακά τους στοιχεία, για παράδειγμα, από τις φορολογικές αρχές και άλλες υπηρεσίες με νόμιμες οικονομικές απαιτήσεις έναντι αυτών, θέτοντας με τον τρόπο αυτό τον εαυτό τους στο απυρόβλητο χάρη στο νομοθετικό κενό στο οποίο τοποθετούν τον πλούτο τους·

190.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έλλειψη συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των υπηρεσιών της ΕΕ, των κρατών μελών και των αρμόδιων αρχών όσον αφορά διαφορετικές νομοθετικές πράξεις σχετικά με τη φοροδιαφυγή, τη φοροαποφυγή και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αποτελεί συστημικό πρόβλημα·

191.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ορισμένα κράτη μέλη τείνουν να μην παρέχουν την επιθυμητή ποσότητα και ποιότητα συναφών πληροφοριών και, γενικά, δεν φαίνεται να καταβάλλουν ειλικρινείς προσπάθειες για την καταπολέμηση της φοροαποφυγής και της φοροδιαφυγής, γεγονός που συνιστά παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας που κατοχυρώνεται στη ΣΕΕ· καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω κράτη μέλη προσπαθούν να καλύψουν την δική τους παράτυπη συμπεριφορά·

192.  υπενθυμίζει ότι η διαφάνεια, η ανταλλαγή πληροφοριών, η κατάλληλη εφαρμογή και η συνεχής βελτίωση των τεχνικών καταπολέμησης είναι καθοριστικής σημασίας για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η δημόσια υποβολή εκθέσεων ανά χώρα σχετικά με τα φορολογικά στοιχεία όλων των μεγάλων εταιρειών είναι δικαιολογημένη·

193.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ δεν ήταν επαρκής πριν από τις αποκαλύψεις των εγγράφων του Παναμά, και η επιβολή της δεν ήταν πάντοτε αποτελεσματική, γεγονός που επέτρεπε στους διαμεσολαβητές να επιτελούν επισήμως τα καθήκοντά τους, όπως οι διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και άλλες υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων, ενώ παράλληλα παρέκαμπταν το πνεύμα του νόμου· επισημαίνει ότι έκτοτε έχουν διεξαχθεί αρκετές επανεξετάσεις, για παράδειγμα όσον αφορά την ΕΑΒ και την AMLD, και έχουν υποβληθεί νέες νομοθετικές προτάσεις, όπως η υποβολή εκθέσεων ανά χώρα και η κανονιστική ρύθμιση των διαμεσολαβητών, ή έχουν ανανεωθεί άλλες προτάσεις, όπως η νομοθετική πρόταση για την κοινή ενοποιημένη βάση φορολογίας εταιρειών (ΚΕΒΦΕ)· επισημαίνει ότι ο Πρόεδρος της Επιτροπής έχει δεσμευτεί να προωθήσει προτάσεις με στόχο την ενίσχυση της φορολογικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ μέσω της υποχρέωσης απόκρισης σε ομαδικά αιτήματα επί φορολογικών ζητημάτων, έτσι ώστε ένα κράτος μέλος να μπορεί να παράσχει σε άλλα κράτη μέλη όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τη δίωξη υπευθύνων διασυνοριακής φοροδιαφυγής, καθώς και να μεριμνήσει για την υποβολή προτάσεων σχετικά με τη φορολογική μεταρρύθμιση δυνάμει του άρθρου 116 της ΣΛΕΕ, υποβάλλοντας το ζήτημα της εξάλειψης της στρέβλωσης των όρων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά σε διαδικασία συναπόφασης μεταξύ του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· 

194.  καταλήγει, ειδικότερα, στο συμπέρασμα ότι παρατηρείται σημαντική σταδιακή βελτίωση όσον αφορά την ύπαρξη μητρώου τελικών πραγματικών δικαιούχων με δυνατότητα πρόσβασης βάσει έννομου συμφέροντος· υπογραμμίζει ότι η εν εξελίξει αναθεώρηση της οδηγίας AMLD αποσκοπεί στην ενίσχυση των ΜΧΠ της ΕΕ και στη διευκόλυνση της μεταξύ τους συνεργασίας, όμως το πεδίο εφαρμογής της είναι υπερβολικά περιορισμένο και χρειάζεται να ανταλλάσσονται χρηματοοικονομικές πληροφορίες με σκοπό όχι μόνο την καταπολέμηση όλων των οικονομικών εγκλημάτων αλλά και τον εντοπισμό των εσόδων που προέρχονται από δραστηριότητες που συνδέονται με απάτη·

195.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ορθή ταυτοποίηση των τελικών πραγματικών δικαιούχων παραμένει βασικό εμπόδιο για την εξάλειψη των παράνομων συστημάτων φοροαποφυγής και ότι το πρόβλημα επιδεινώνεται λόγω της διεθνούς φύσης των χρηματοοικονομικών ροών και των εταιρικών δομών που αποκάλυψε η επιτροπή PANA·

196.  υπογραμμίζει ότι η εφευρετικότητα όσων επιδίδονται σε φοροαποφυγή είναι γρηγορότερη από τη θέσπιση νομοθεσίας, και ότι οι διαμεσολαβητές και οι φορείς διευκόλυνσης τείνουν να παραμένουν στη σωστή πλευρά του νόμου, εφαρμόζοντας μεθόδους δημιουργικής συμμόρφωσης· υπογραμμίζει, σε αυτό το πλαίσιο, ότι η χρήση κανονιστικών αναντιστοιχιών μεταξύ χωρών διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό τις εν λόγω πρακτικές·

197.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διαχείριση πλούτου παραμένει εν πολλοίς ένα επάγγελμα χωρίς νομοθετικό πλαίσιο, και ότι θα πρέπει να θεσπιστούν δεσμευτικοί διεθνείς κανόνες και πρότυπα προκειμένου να βελτιωθούν η ρύθμιση και ο προσδιορισμός του εν λόγω επαγγέλματος·

198.  επισημαίνει ότι οι φόροι θα πρέπει να καταβάλλονται εκεί όπου παράγονται τα κέρδη· εκφράζει τη λύπη του διότι η ανεπαρκής νομοθεσία της ΕΕ ή η αναποτελεσματική εφαρμογή της κατέστησε δυνατές τις ενέργειες και τις χρηματοοικονομικές δομές που αποκαλύφθηκαν στα έγγραφα του Παναμά, που παρακάμπτουν με επιτυχία την εν λόγω βασική αρχή· καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι αναγκαίο να θεσπιστεί μια κοινή προσέγγιση της ΕΕ για την καταπολέμηση των εταιρειών-βιτρινών τόσο σε τρίτες χώρες όσο και στις ΥΧΕ και στις ΕΑΠ, και προκειμένου να τεθεί οριστικά τέλος σε πρακτικές που αποσκοπούν στην αποφυγή της καταβολής του φόρου που αναλογεί σε κάθε πολίτη στην ΕΕ με βάση τη διαφάνεια των πραγματικών δικαιούχων·

199.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση αυτή κατέστη δυνατή λόγω της ανεπαρκούς εφαρμογής της νομοθεσίας από τα κράτη μέλη και της ανεπαρκούς επιβολής από την Επιτροπή· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι για πολιτικούς λόγους, ορισμένες φορές ούτε καν η ύπαρξη νομοθεσίας και επαρκούς προσωπικού που να μπορεί να την θέσει σε εφαρμογή δεν εξασφαλίζει ότι η νομοθεσία αυτή θα εφαρμοστεί πραγματικά·

200.  θεωρεί ότι οι υπερπόντιες χώρες και εδάφη που συνδέονται με κράτη μέλη, ορισμένες από τις οποίες αναφέρονται στα έγγραφα του Παναμά, δεν διαθέτουν την αναγκαία υποδομή, τους δημοσιονομικούς πόρους και το ανθρώπινο δυναμικό που απαιτούνται για την εξασφάλιση της τοπικής εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα(109)·

201.  επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν είναι επαρκώς εξοπλισμένη όσον αφορά τους πόρους για τη διασφάλιση πλήρους επιβολής της ενωσιακής νομοθεσίας σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής·

202.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι τα θέματα φορολογικής πολιτικής σε επίπεδο Συμβουλίου συχνά μπλοκάρονται από μεμονωμένα κράτη μέλη που επιδιώκουν να προστατεύσουν τους φορολογικούς παραδείσους· ζητεί, επομένως, την κατάργηση της αρχής της ομοφωνίας των κρατών μελών σε φορολογικά θέματα, προκειμένου να επιτευχθεί πρόοδος στον αγώνα για φορολογική δικαιοσύνη και να μειωθεί ο φόρτος των πολιτών της ΕΕ·

203.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ΜΧΠ έχουν καθοριστική σημασία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· παρατηρεί, ωστόσο, τις διαφορετικές δομές σε ολόκληρη την ΕΕ και το γεγονός ότι δεν είναι επαρκώς στελεχωμένες με προσωπικό ώστε να ανταποκρίνονται στα καθήκοντά τους, στα οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η εξέταση του αυξανόμενου αριθμού αναφορών ύποπτων συναλλαγών λόγω της νέας νομοθεσίας, καθώς και το γεγονός ότι είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν μόνο ένα πολύ μικρό μέρος του προβλήματος· καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα θεσμικά όργανα των κρατών μελών που είναι αρμόδια για την εφαρμογή και την επιβολή κανόνων σχετικά με τη φορολογική απάτη και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες πρέπει να είναι απολύτως ανεξάρτητα από πολιτικές επιρροές· καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι οι έρευνες που διεξάγονται από τις ΜΧΠ συνεχίζονται μέσω ποινικών ερευνών από τις αστυνομικές αρχές, εάν αυτό κρίνεται επιβεβλημένο, και τονίζει ότι διαφορετικά η αδράνεια των αστυνομικών αρχών πρέπει να θεωρείται κακοδιοίκηση· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις οι ΜΧΠ διέπονται από πολιτική μεροληψία·

204.  επισημαίνει ότι οι δυσκολίες που ενέχουν τόσο η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ΜΧΠ όσο και η χρήση πληροφοριών που προέρχονται από αναφορές ύποπτων συναλλαγών και αναφορές ύποπτων δραστηριοτήτων προκύπτουν εν μέρει λόγω της άνισης εξέλιξης των ΜΧΠ σε διαφορετικές περιοχές του πλανήτη·

205.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν επιβάλλονται πάντα κυρώσεις ή ότι δεν είναι αρκετά αποτρεπτικές σε συναφείς περιπτώσεις· σε αυτό το πλαίσιο, εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να αντιτίθενται στην επιβολή κυρώσεων από την ΕΕ εναντίον τρίτων χωρών των οποίων η φορολογία θεωρείται επιζήμια για την Ένωση·

206.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, βάσει των πορισμάτων της επιτροπής PANA, εντοπίζονται αρκετές περιπτώσεις κακοδιοίκησης όσον αφορά την ενωσιακή νομοθεσία, ιδίως σε σχέση με:

  την αδυναμία των αρχών των κρατών μελών να κοινοποιούν αυθόρμητα φορολογικές πληροφορίες σε άλλο κράτος μέλος σε περίπτωση που έχουν λόγους να υποθέτουν ότι στο άλλο κράτος μέλος υφίσταται ενδεχομένως απώλεια φορολογικών εσόδων (άρθρο 9 παράγραφος 1 της ΕΑΒ) και την αδυναμία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή της ΕΑΒ·

  την αδυναμία των αρχών των κρατών μελών να αναλάβουν δράση βάσει αποδεικτικών στοιχείων για σοβαρές και επανειλημμένες αδυναμίες ταυτοποίησης των πραγματικών δικαιούχων στο πλαίσιο της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη ή να απαιτήσουν να πραγματοποιείται η επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου πριν από τη σύναψη επιχειρηματικής σχέσης ή την πραγματοποίηση της συναλλαγής (άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο β) και άρθρο 9 παράγραφος 1 της οδηγίας AMLD III) και την αδυναμία της Επιτροπής να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας AMLD III··

  την αδυναμία των αρχών των κρατών μελών να διασφαλίσουν ότι οι υπόχρεες, στο πλαίσιο της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, οντότητες μπορούν να θεωρούνται υπεύθυνες για τις παραβάσεις των εθνικών διατάξεων, συμπεριλαμβανομένης της αναφοράς πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο στις αρμόδιες αρχές (άρθρο 39 παράγραφος 1 της οδηγίας AMLD III) και την αδυναμία της Επιτροπής να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας AMLD III··

  την αδυναμία της Επιτροπής να παράσχει κατάλογο των τρίτων χωρών που χαρακτηρίζονται από στρατηγικές ανεπάρκειες όσον αφορά τα οικεία καθεστώτα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

  την αδυναμία των αρχών των κρατών μελών να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα σε ιδρύματα που έχουν κηρυχθεί υπεύθυνα για σοβαρές παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίστηκαν δυνάμει της οδηγίας AMLD III, όπως απαιτείται από το άρθρο 67 παράγραφος 1 στοιχείο ιε) και το άρθρο 67 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ (CRD IV) και την αδυναμία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας CRD IV·

  την αδυναμία των κρατών μελών να συνεργαστούν καλόπιστα στο πλαίσιο της Ομάδας «Κώδικας δεοντολογίας» σχετικά με τη φορολογία των επιχειρήσεων και την αδυναμία τήρησης της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, όπως απαιτείται από το άρθρο IV της ΣΛΕΕ· την αδυναμία της Επιτροπής να ενεργεί ως θεματοφύλακας των Συνθηκών·

207.  εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για την έλλειψη συνεργασίας μεταξύ συγκεκριμένων θεσμικών οργάνων της ΕΕ και της επιτροπής PANA· δηλώνει ότι αυτό συνιστά παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας·

208.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αδιαφάνεια και η μυστικότητα που χαρακτηρίζουν την Ομάδα «Κώδικας Δεοντολογίας» του Συμβουλίου για τη φορολογία των επιχειρήσεων, καθώς και οι αναποτελεσματικοί κανόνες όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων με ευρεία συναίνεση είναι επιζήμια για την αποτελεσματική και ταχεία διατύπωση, έγκριση και εφαρμογή νομοθεσίας ζωτικής σημασίας για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής εντός της ΕΕ· υπογραμμίζει, συνεπώς, την ανάγκη βελτίωσης της λογοδοσίας και της διαφάνειας όσον αφορά τις ενέργειες, τις δηλώσεις και τις θέσεις των κρατών μελών που συμμετέχουν στην ομάδα και την ανάγκη ριζικής αναμόρφωσης της Ομάδας «Κώδικας δεοντολογίας»·

209.  θεωρεί ότι η απαίτηση ομοφωνίας στο Συμβούλιο για την τροποποίηση ή τη θέσπιση νομοθεσίας επιβραδύνει την πρόοδο στον τομέα της φορολογίας στην ΕΕ·

210.  εκφράζει τη βαθιά του απογοήτευση για το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός συμφεροντούχων αρνήθηκαν να συναντηθούν με αντιπροσωπείες της επιτροπής PANA, ή αρνήθηκαν να εμφανιστούν ενώπιον της επιτροπής, ή δεν έδωσαν ικανοποιητικές απαντήσεις σε ερωτήματα που τους τέθηκαν·

211. καταδικάζει τη δολοφονία της μαλτέζας δημοσιογράφου της Daphne Caruana Galizia, μίας από τους δημοσιογράφους που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή στη μάχη κατά της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η οποία είχε γράψει πολυάριθμα άρθρα σχετικά με τα έγγραφα του Παναμά και, στις 16 Οκτωβρίου 2017, δολοφονήθηκε με την τοποθέτηση βόμβας στο αυτοκίνητό της· επαναλαμβάνει ότι τέτοια περιστατικά είναι απολύτως απαράδεκτα σε κράτη μέλη της ΕΕ·

212.  καταλήγει, ως εκ τούτου, στο συμπέρασμα ότι παραμένουν αναπάντητα ορισμένα ερωτήματα όσον αφορά τον στόχο της πλήρους εξακρίβωσης της έκτασης αυτού του ζητήματος και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται σε αυτά τα καθεστώτα και προτείνει να συνεχιστούν οι ερευνητικές εργασίες στο πλαίσιο μόνιμης επιτροπής ή ομάδας εργασίας υψηλού επιπέδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

(1)

ΕΕ L 113 της 19.5.1995, p. 1.

(2)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0253.

(3)

ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ. 15.

(4)

ΕΕ L 214 της 4.8.2006, σ. 29.

(5)

  ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73.

(6)

  ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338.

(7)

  ΕΕ L 64 της 11.3.2011, σ. 1.

(8)

  ΕΕ L 359 της 16.12.2014, σ. 1.

(9)

  ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σ. 87.

(10)

  ΕΕ L 158 της 27.5.2014, σ. 77.

(11)

  ΕΕ L 158 της 27.5.2014, σ. 196.

(12)

  ΕΕ L 156 της 16.6.2012, σ. 1.

(13)

  ΕΕ L 338 της 12.12.2012, σ. 37.

(14)

  ΕΕ L 338 της 12.12.2012, σ. 41.

(15)

  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0408.

(16)

  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0310.

(17)

  Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0457.

(18)

  A8-0056/2017.

(19)

Βλέπε: Eurodad, ‘Fifty shades of tax dodging’, Βρυξέλλες, Οκτώβριος 2015, σ. 19.

(20)

Βλέπε: Willem Pieter de Groen, «Role of advisors and intermediaries in the schemes revealed in the Panama Papers», Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής, Απρίλιος 2017.

(21)

Για πλήρη κατάλογο των δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των ομιλητών, βλέπε μέρος ΙΙ της παρούσας έκθεσης, το οποίο περιλαμβάνει εκθέσεις από τις αντιπροσωπείες που έχουν σταλεί στην Κύπρο, την Πορτογαλία, τη Μάλτα, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Λουξεμβούργο και την Ελβετία.

(22)

ΟΟΣΑ (2017), «Γλωσσάριο φορολογικών όρων», Παρίσι: ΟΟΣΑ.

(23)

C-255/02, Halifax κ.λπ., ΔΕΕ, 21 Φεβρουαρίου 2006· Υπόθεση C-196/04, Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas, ΔΕΕ, 12 Σεπτεμβρίου 2006.

(24)

Συγκεκριμένα, η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία, η Πολωνία και η Ολλανδία.

(25)

Βλ. για παράδειγμα, Anna Meyendorff και Anyan V. Thakor (eds.), ‘Designing financial systems in transition economics: strategies for reform in Central and Eastern Europe’, 2002, σ. 102 [η Ρωσία ως παράδειγμα]· ή: Keith BLACKBURN, Niloy Bose και Salvatore Capasso, «Tax evasion, the underground economy and financial development» (2012): http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S016726811200128X.

(26)

Μελέτη για την επιτροπή PANA «The Impact of Schemes revealed by the Panama Papers on the Economy and Finances of a Sample of Member States».

(27)

https://ec.europa.eu/taxation_customs/fight-against-tax-fraud-tax-evasion/a-huge-problem_en

(28)

Βλ.: Gabriel Zucman, «The Hidden Wealth of Nations – The Scourge of Tax Havens», Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, 2015.

(29)

Tax Justice Network, Νοέμβριος 2011.

(30)

148 περιπτώσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες το 2012, 202 το 2013, 221 το 2014 και 285 το 2015.

(31)

Δείκτης Χρηματοοικονομικού Απορρήτου 2015, Tax Justice Network.

(32)

ICIJ 2017, «Where Are They Now? A Year Later, Mixed Fortunes For Panama Papers Line-Up».

(33)

Μελέτη για την επιτροπή PANA, με θέμα «Offshore activities and money laundering: recent findings and challenges», της καθηγήτριας Dr. Brigitte Unger, Οικονομική Σχολή Πανεπιστημίου Ουτρέχτης, Ολλανδία.

(34)

Unger, ό.π.

(35)

Εκπονήθηκε από τον Επίτροπο Moscovici.

(36)

Τον Σεπτέμβριο του 2016 δημοσιεύθηκε προσωρινός πίνακας επιδόσεων των δικαιοδοσιών τρίτων χωρών. Ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει δύο σύνολα δεικτών για τον καθορισμό των κινδύνων στα κράτη μέλη της ΕΕ: 1) αξιολογήσεις των οικονομικών δεσμών μιας δικαιοδοσίας με την ΕΕ, του όγκου της δραστηριότητας παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και των παραγόντων χρηματοπιστωτικής σταθερότητας· 2) αξιολόγηση του κινδύνου που ενέχει η δικαιοδοσία, εντοπίζοντας εάν οι δικαιοδοσίες είναι επαρκώς διαφανείς και έχουν ευνοϊκά καθεστώτα φορολογίας εισοδήματος εταιρειών ή μηδενικούς συντελεστές φόρου εισοδήματος εταιρειών.

(37)

Εισόδημα από απασχόληση, αμοιβές διοικητικών στελεχών, μερίσματα, κεφαλαιακά κέρδη, αμοιβές για δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, συγκεκριμένα προϊόντα ασφάλειας ζωής, συντάξεις και κυριότητα ακίνητης περιουσίας και εισόδημα από αυτήν.

(38)

Σύμφωνα με τον ορισμό του ΟΟΣΑ, με τον όρο «εταιρεία-βιτρίνα» νοείται μια εταιρεία που είναι επίσημα καταχωρισμένη, ενσωματωμένη ή νομικά οργανωμένη σε μια οικονομία, όμως δεν διεξάγει καμία δραστηριότητα στην εν λόγω οικονομία πέραν της διαμεσολάβησης.

(39)

Ο τελικός πραγματικός δικαιούχος είναι το φυσικό πρόσωπο που είναι τελικώς υπεύθυνο για την οντότητα.

(40)

Βλ. για παράδειγμα, Nordea (2016), «Report on Investigation of Nordea Private Banking in Relation to Offshore Structures», κοινή έκθεση των Nordea Group Compliance, Nordea Operational Risk και Mannheimer Swartling Advokatbyra.

(41)

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2015 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την επίτευξη διαφάνειας, συντονισμού και σύγκλισης στις πολιτικές όσον αφορά τη φορολογία των εταιρειών στην Ένωση - εισηγητές: Anneliese Dodds και Ludek Niedermayer — Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0457).

(42)

«Role of advisors and intermediaries in the schemes revealed in the Panama Papers», Willem Pieter de Groen, Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής, Απρίλιος 2017.

(43)

Παρέμβαση του Jan Lukas Strozyk, Norddeutsche Rundfunk, στην ακροαματική διαδικασία της Επιτροπής PANA στις 27 Σεπτεμβρίου 2016.

(44)

«Role of advisors and intermediaries in the schemes revealed in the Panama Papers», Willem Pieter de Groen, Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής, Απρίλιος 2017.

(45)

Παρέμβαση του Daniel Thelesklaf, προέδρου της Επιτροπής εμπειρογνωμόνων για την αξιολόγηση των μέτρων κατά της νομιμοποίησης προσόδων από παράνομες δραστηριότητες (MONEYVAL) στην ακρόαση της επιτροπής PANA της 13ης Οκτωβρίου 2016.

(46)

Έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΟΣΑ προς τους Υπουργούς Οικονομικών της ομάδας G20, Baden-Baden, Γερμανία, Μάρτιος 2017: http://www.oecd.org/tax/oecd-secretary-general-tax-report-g20-finance-ministers-march-2017.pdf

(47)

Brooke Harrington, ‘Capital without borders, wealth managers and the one percent’, Harvard University Press, 2016.

(48)

‘The golden visa deal: We have in effect been selling off British citizenship to the rich’, David Pegg, The Guardian, 4 Ιουλίου 2017.

(49)

Βλ. για παράδειγμα, Nordea (2016), «Report on Investigation of Nordea Private Banking in Relation to Offshore Structures», κοινή έκθεση των Nordea Group Compliance, Nordea Group Operational Risk και Mannheimer Swartling Advokatbyra. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από την Βελγική Εξεταστική Επιτροπή σε συνάντηση που είχε με αντιπροσωπεία της PANA.

(50)

14 προσφυγές ασκήθηκαν για τη μη γνωστοποίηση εγχώριων διατάξεων από τα κράτη μέλη (δεν τηρήθηκε η προθεσμία της 1ης Ιανουαρίου 2013 για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο). Άλλη μία υπόθεση παράβασης κινήθηκε για μη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο (συμπεριλαμβανομένης της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών) και έξι προσφυγές ασκήθηκαν για πιθανή εσφαλμένη μεταφορά της ΕΑΒ 1 στο εθνικό δίκαιο. Από αυτές τις έξι προσφυγές, οι τρεις βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.

(51)

Η προθεσμία για τη μεταφορά ήταν η 1η Ιανουαρίου 2016.

(52)

Οι υποθέσεις της Ελλάδας και της Πορτογαλίας αναμένεται να κλείσουν σύντομα

(53)

Ομάδα «Κώδικας Δεοντολογίας» του Συμβουλίου, Συνοδευτικό έγγραφο της 10ης Σεπτεμβρίου 2012: «Η διαδικασία παρακολούθησης που συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση της ομάδας κατέδειξε την απουσία αυθόρμητης ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με φορολογικές αποφάσεις».

(54)

Βέλγιο, Βουλγαρία, Κροατία, Κύπρος, Γαλλία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ιταλία, Λετονία, Μάλτα, Ολλανδία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ισπανία και ΗΒ.

(55)

«Fighting tax crimes – cooperation between Financial Intelligence Units», Δρ. Amandine Scherrer και Δρ. Anthony Amicelle, Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS), Μάρτιος 2017.

(56)

Αυτά τα έξι κράτη μέλη είναι τα εξής: Τσεχική Δημοκρατία, Γερμανία, Ιταλία, Σλοβενία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο. Η Αυστρία, η Γαλλία, η Ουγγαρία, η Λετονία, η Σλοβακία και η Ισπανία έχουν γνωστοποιήσει μόνο τη μερική εφαρμογή της.

(57)

Η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται (άρθρο 2): στα πιστωτικά ιδρύματα· στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς· στους ελεγκτές, εξωτερικούς λογιστές και φορολογικούς συμβούλους· στους συμβολαιογράφους και σε άλλους ανεξάρτητους επαγγελματίες νομικούς· στους φορείς παροχής υπηρεσιών σε εταιρείες εμπιστευματικής διαχείρισης ή επιχειρήσεις· στους κτηματομεσίτες· σε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που εμπορεύονται αγαθά· και στα καζίνα.

(58)

Από έρευνα σχετικά με ιδιωτικές τραπεζικές δραστηριότητες της Nordea προέκυψε ότι η τράπεζα δεν συμμορφώθηκε με τις εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές ή τις κανονιστικές απαιτήσεις στο Λουξεμβούργο. Ειδικότερα, δεν ταξινόμησε τους πελάτες στην κατάλληλη κατηγορία υψηλού κινδύνου, και, συνεπώς, η επακόλουθη υποβολή αναφορών ενισχυμένης δέουσας επιμέλειας ήταν ελλιπής. Οι απαιτήσεις ενισχυμένης δέουσας επιμέλειας περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με την προέλευση των κεφαλαίων και τον σκοπό των λογαριασμών. Επιπλέον, η δέουσα επιμέλεια πρέπει να επαναλαμβάνεται τακτικά και να υπόκειται σε εκ νέου αξιολόγηση. Ωστόσο, η λεγόμενη «συνεχής δέουσα επιμέλεια» δεν διενεργήθηκε συστηματικά. Σύμφωνα με τις εσωτερικές έρευνες της τράπεζας, σε πολλές περιπτώσεις οι πληροφορίες δεν ήταν επικαιροποιημένες (Nordea, 2016). Παρόμοια προβλήματα όσον αφορά την εφαρμογή και την εκτέλεση επισημάνθηκαν από πρώην υπεύθυνο συμμόρφωσης της γερμανικής τράπεζας Berenberg που κατέθεσε στην PANA.

(59)

Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 24 Σεπτεμβρίου 2010, ο κ. Jürgen Mossack αναφέρει τα εξής: «φαίνεται ότι η Mossfon UK δεν τηρεί σχολαστικά την υποχρέωση δέουσας επιμέλειας (ή ενδεχομένως καθόλου) και ίσως, από τώρα και στο εξής, θα πρέπει να τηρούμε την υποχρέωση δέουσας επιμέλειας ως προς όλους τους πελάτες που έχει η Mossfon UK σε εμάς, τώρα και στο μέλλον!».

(60)

Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σχετικά με μια συναλλαγή μεταξύ της Mossack Fonseca και της UBS, ο εκπρόσωπος της Mossack Fonseca αναφέρει τα εξής: «Εξήγησε ότι η UBS δεν υπήρξε ποτέ συμβαλλόμενος εταίρος μας. Διαφώνησα σε αυτό το θέμα και πρόσθεσα ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, δεν ξέρουμε καν ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος. Απάντησα ότι στο παρελθόν, συγκεκριμένα, κατόπιν αιτήματος της UBS και άλλων τραπεζών, δεν μας γνωστοποιούνταν η ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου».

(61)

Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 5ης Μαΐου 2009, εκπρόσωπος της Mossack Fonseca εξηγεί ότι η τιμή για τη σύσταση δύο ιδρυμάτων «είναι υψηλότερη βασικά για την ειδική χρήση του ιδρύματος από τον πελάτη και για την ειδική ευέλικτη υπηρεσία που παρέχουμε (χωρίς ιδιαίτερη δέουσα επιμέλεια) διότι ενέχει σαφώς υψηλότερο κίνδυνο.»

(62)

Όπως προτάθηκε στο πλαίσιο της διερευνητικής αποστολής της PANA στο Ηνωμένο Βασίλειο.

(63)

«Fighting tax crimes – cooperation between Financial Intelligence Units», Δρ. Amandine Scherrer και Δρ. Anthony Amicelle, Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS), Μάρτιος 2017.

(64)

Πλατφόρμα των ΜΧΠ της ΕΕ «mapping exercise and gap analysis on EU FIUs’ powers and obstacles for obtaining and exchanging information», 15 Δεκεμβρίου 2012.

(65)

PANA, ακρόαση ΜΧΠ, της 21ης Ιουνίου 2017.

(66)

Η ΜΧΠ του ΗΒ ίσως είναι ο παραλήπτης του μεγαλύτερου όγκου αναφορών στην ΕΕ, καθώς αφορά μία από τις μεγαλύτερες χρηματοπιστωτικές αγορές στην Ευρώπη και έχει θεσπίσει καθεστώς ύποπτων συναλλαγών. Ο όγκος των αναφορών στην Ολλανδία είναι ασυνήθιστα υψηλός και μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι αυτό που λαμβάνεται δεν είναι αναφορές ύποπτων συναλλαγών, αλλά αναφορές ασυνήθιστων συναλλαγών, η πλειοψηφία των οποίων προέρχεται από ινστιτούτα συναλλάγματος/εμβασμάτων που είναι υποχρεωμένα να αναφέρουν όλες τις συναλλαγές άνω των 2.000 ευρώ.

(67)

Κυρίως στην Κύπρο, τη Μάλτα και το Λουξεμβούργο, οι οποίες λαμβάνουν ελάχιστες αναφορές ύποπτων συναλλαγών σε σχέση με το μέγεθος των ρυθμιζόμενων κλάδων στις δικαιοδοσίες τους.

(68)

Δημόσια ακρόαση επιτροπής PANA, Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016.

(69)

Είτε το φορολογικό έγκλημα ποινικοποιείται όταν διαπράττεται με θετική πράξη, παράλειψη ή και τα δύο, είτε το φορολογικό έγκλημα αντιμετωπίζεται από διοικητικούς φορείς ή δικαστικές αρχές.

(70)

Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Κροατία, Ελλάδα, Γαλλία, Τσεχική Δημοκρατία, Πολωνία, Γερμανία, Λιθουανία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβενία, Ολλανδία και Αυστρία.

(71)

Μελέτη της EPRS: Member States' capacity to fight tax crimes - http://www.europarl.europa.eu/cmsdata/125760/EPRS_STUD_603.257_MS_capabilities_tax_crimes.pdf

(72)

Εκθέσεις που διέρρευσαν από τη μονάδα χρηματοπιστωτικών πληροφοριών και ανάλυσης (ΜΧΠΑ) στη Μάλτα.

(73)

Ηνωμένο Βασίλειο, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Πορτογαλία και Κύπρος.

(74)

COM(2017)0340, σ. 5.

(75)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0408.

(76)

«Fighting tax crimes – cooperation between Financial Intelligence Units», Δρ. Amandine Scherrer και Δρ. Anthony Amicelle, Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS), Μάρτιος 2017.

(77)

Τα ποσοστά που αναφέρονται στο εν λόγω κεφάλαιο βασίζονται σε ανάλυση στοιχείων της Διεθνούς Σύμπραξης Ερευνητών Δημοσιογράφων (ICIJ) στην οποία προέβη το Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS) κατόπιν αιτήματος της εξεταστικής επιτροπής για τη διερεύνηση περιπτώσεων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής.

(78)

  «Role of advisors and intermediaries in the schemes revealed in the Panama Papers», Willem Pieter de Groen, Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής, Απρίλιος 2017.

(79)

«Role of advisors and intermediaries in the schemes revealed in the Panama Papers», Willem Pieter de Groen, Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής, Απρίλιος 2017.

(80)

Πρόκειται για τις δέκα πρώτες χώρες όπου δραστηριοποιούνται διαμεσολαβητές, ICIJ.

(81)

Βάσει της διαδικασίας χαρτογράφησης των διαμεσολαβητών που ευθύνονται για το 86% περίπου των οντοτήτων που περιλαμβάνονται στη βάση δεδομένων της ICIJ.

(82)

Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 3ης Φεβρουαρίου 2012, ένας εκπρόσωπος της Mossack Fonseca αναφέρει ότι έχει συναφθεί συμφωνία με την HSBC private Bank Lux για απευθείας συνεργασία με τη Mossack Fonseca και ότι οι νέοι πελάτες θα λαμβάνουν μόνο ένα «DDlight» βάσει των πληροφοριών που θα παρέχονται από την τράπεζα.

(83)

Maíra Martini, «Doors wide open: corruption and real estate in four key markets», 2017.

(84)

Obermayer and Obermaier, 2016.

(85)

Υποβολή γραπτών απαντήσεων του Norbert Naulin στην επιτροπή PANA, ακρόαση PANA, 14 Νοεμβρίου 2016.

(86)

Report on Investigation of Nordea Private Banking in Relation to Offshore Structures, 20 Ιουνίου 2016, και αποστολή στη βελγική κοινοβουλευτική εξεταστική επιτροπή, 26 Απριλίου 2017.

(87)

Σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ, της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του οικονομολόγου Gabriel Zucman.

(88)

Oxfam, «Opening the vaults», 2017.

(89)

Ακρόαση επιτροπής PANA, 9 Φεβρουαρίου 2017.

(90)

Ακροάσεις επιτροπής PANA, 13 Οκτωβρίου 2016 και 24 Ιανουαρίου 2017.

(91)

Για παράδειγμα, η Société Générale δήλωσε στην Επιτροπή ότι δεν ήταν ο πραγματικός δικαιούχος των δύο ιδρυμάτων Rousseau και Valvert που ζήτησε από την Mossack Fonseca να συστήσει, αλλά αυτό έρχεται σε αντίθεση με έγγραφα του Παναμά που δημοσίευσαν δημοσιογράφοι της κοινοπραξίας ICIJ· ομοίως, απαντώντας σε γραπτές ερωτήσεις της επιτροπής μας, ο μαλτέζικου δικαίου διαμεσολαβητής Nexia BT δήλωσε για έναν εκ των ιδρυτών ότι δεν είχε σχέσεις με τον κ. Keith Schembri, προϊστάμενο του Γραφείου του Πρωθυπουργού της Μάλτας, παρόλο που είχε υπογράψει συστατική επιστολή προς τη Mossack Fonseca στην οποία εξηγούσε ότι είχε επί σειρά ετών επιχειρηματική και προσωπική σχέση με τον κ. Schembri·

(92)

Oxfam, «Opening the vault: The use of tax havens by Europe’s biggest banks», Μάρτιος 2017. https://www.oxfam.org/en/research/opening-vaults

(93)

Υποβολή γραπτών απαντήσεων της ΕΑΤ στην επιτροπή PANA, ακρόαση PANA, 13 Οκτωβρίου 2016.

(94)

Όπως στην Ελβετία, όπου όταν οι δικηγόροι ενεργούν ως εντεταλμένοι διευθυντές, δεν είναι υποχρεωμένοι σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία να διενεργούν διαδικασία δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη.

(95)

Βλ. για παράδειγμα τις εκθέσεις αμοιβαίας αξιολόγησης της FATF, ή τη μελέτη με τίτλο «Fighting tax crimes – cooperation between Financial Intelligence Units», δρ Amandine Scherrer και δρ Anthony Amicelle, Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS), Μάρτιος 2017.

(96)

Rules on independence and responsibility regarding auditing, tax advice, accountancy, account certification services and legal services, Ian Roxan and Saipriya Kamath (London School of Economics) and Willem Pieter De Groen (Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής), Απρίλιος 2017.

(97)

Ανταλλαγή απόψεων της επιτροπής PANA με εθνικά κοινοβούλια και τον Mark Pieth, 31 Ιανουαρίου 2017.

(98)

Richard Murphy και Saila Naomi Stausholm, «The Big 4, a study on opacity», Ιούλιος 2017.

(99)

Βλ. για παράδειγμα τις εκθέσεις αμοιβαίας αξιολόγησης της FATF, ή τη μελέτη με τίτλο «Fighting tax crimes – cooperation between Financial Intelligence Units», δρ Amandine Scherrer και δρ Anthony Amicelle, Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS), Μάρτιος 2017.

(100)

Υποβολή γραπτών απαντήσεων της Brooke Harrington στην επιτροπή PANA, ακρόαση PANA, 24 Ιανουαρίου 2017.

(101)

Έκθεση σχετικά με την αποστολή της επιτροπής PANA στις ΗΠΑ, 21 έως 24 Μαρτίου 2017.

(102)

Zucman, Teresa Lavender Fagan and Thomas Piketty (2015), «The hidden wealth of nations: The scourge of tax havens». University of Chicago Press, 2015.

(103)

ΟΟΣΑ, ‘Illicit Financial Flows from Developing Countries: Measuring OECD Responses, 2014, σ. 15.

(104)

Global Financial Integrity.

(105)

Marc Tran, «Tax Evasion Still Crippling Africa as Rich Countries Fail to Deliver Support», The Guardian, 10 Μαΐου 2013.

(106)

Ακρόαση της επιτροπής PANA σχετικά με τις αναπτυσσόμενες χώρες, 6 Απριλίου 2017.

(107)

«Overcoming the shadow economy», Joseph E. Stiglitz και Mark Pieth, Νοέμβριος 2016.

(108)

Η Δανία απάντησε εντέλει στο ερωτηματολόγιο της επιτροπής PANA στις 30 Αυγούστου 2017.

(109)

Tax evasion, money laundering and tax transparency in the EU Overseas Countries and Territories, δρ. Ισαβέλλα Ιωαννίδου και Jan Tymowski, Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS), Απρίλιος 2017.


OVERVIEW OF ACTIVITIES DURING THE MANDATE

July 2016 - December 2017

* * *


I. COMMITTEE COMPOSITION

1. Bureau

Werner Langen

Chairman

EPP

Ana Gomes

1st Vice-Chair

S&D

Pirkko Ruohonen-Lerner

2nd Vice-Chair

ECR

Fabio De Masi

3rd Vice-Chair (until 22 October 2017)

GUE/NGL

Eva Joly

4th Vice-Chair

Greens/EFA

 

 

2. Coordinators

Dariusz Rosati

EPP

Markus Ferber

(Deputy Coordinator)

EPP

Peter Simon

S&D

Bernd Lucke

ECR

Michael Theurer (until 30 June 2017)

ALDE

Maite Pagazaurtundúa Ruiz (from 1st July 2017)

ALDE

Louis Michel(Deputy Coordinator)

 

ALDE

Patrick Le Hyaric

GUE/NGL

Matt Carthy(Deputy Coordinator)

 

GUE/NGL

Sven Giegold

Greens/EFA

David Coburn

EFDD

Barbara Kappel

ENF

3. Co-Rapporteurs

Jeppe Kofod

S&D

Petr Jezek

ALDE

 

4. Shadow-Rapporteurs

Ludek Niedermayer

EPP

Angel Dzhambazki

ECR

Miguel Urbán Crespo

GUE/NGL

Molly Scott Cato

Greens/EFA

Marco Valli

EFDD

Barbara Kappel

ENF

5. Members

The committee is composed of 65 Members distributed by political groups as follows:

EPP

20

S&D

17

ECR

6

ALDE

6

GUE/NGL

4

Greens/EFA

4

EFDD

3

ENF

4

N-A

1

List of Members as of 18 October 2017

FULL Members

 

SUBSTITUTES

L

EPP

19/20

 

L

EPP

19/20

DE

M. BALZ Burkhard

 

 

BG

M. ADEMOV Asim Ahmedov

 

MT

M. CASA David

 

 

FR

M. CADEC Alain

 

FR

M. ENGEL Frank

 

 

EL

M. CHRISTOFOROU Lefteris

 

DE

M. FERBER Markus

 

 

FR

Mme DATI Rachida

 

PT

M. FERNANDES José Manuel

 

 

EN

M. HAYES Brian

 

ES

M. DE GRANDES PASCUAL Luis

 

 

SV

M. HÖKMARK Gunnar

 

DE

M. KARAS Othmar

 

 

DE

M. JAHR Peter

 

FR

M. LAMASSOURE Alain

 

 

EN

M. KELLY Seán

 

NL

Mme DE LANGE Esther

 

 

EL

M. KYRTSOS Georgios

 

DE

M. LANGEN Werner

(Chair)

 

HR

Mme MALETIĆ Ivana

 

FR

Mme LE GRIP Constance

 

 

DE

M. MANN Thomas

 

ES

M. MATO Gabriel

 

 

IT

M. MARTUSCIELLO Fulvio

 

PT

M. MELO Nuno

 

 

EN

M. SCHÖPFLIN György

 

MT

Mme METSOLA Roberta

 

 

DE

M. SCHULZE Sven

 

CS

M. NIEDERMAYER Luděk

 

 

SK

M. ŠTEFANEC Ivan

 

FI

Mme PIETIKÄINEN Sirpa

 

 

RO

M. STOLOJAN Theodor Dumitru

 

PL

M. ROSATI Dariusz

 

 

IT

M. TAJANI Antonio

 

SL

Mme TOMC Romana

 

 

HU

M. WINKLER Iuliu

 

NL

M. VANDENKENDELAERE Tom

 

 

MT

M. ZAMMIT DIMECH Francis

 

L

S&D

15/17

 

L

S&D

17/17

FR

M. BAYET Hugues

 

 

FR

Mme BERÈS Pervenche

 

IT

M. COFFERATI Sergio Gaetano

 

 

EN

Mme CHILDERS Nessa

 

IT

M. GASBARRA Enrico

 

 

FR

Mme DELVAUX Mady

 

PT

Mme GOMES Ana

(1st VC)

 

SL

Mme FAJON Tanja

 

IT

M. GUALTIERI Roberto

 

 

PL

Mme GERINGER DE OEDENBERG Lidia Joanna

ES

M. JÁUREGUI ATONDO Ramón

 

 

EN

Mme GILL Neena

 

EL

Mme KAILI Eva

 

 

DE

M. LIETZ Arne

 

DA

M. KOFOD Jeppe

 

 

SV

M. LUDVIGSSON Olle

 

DE

M. KÖSTER Dietmar

 

 

EN

Mme MCAVAN Linda

 

ET

Mme LAURISTIN Marju

 

 

HU

M. NIEDERMÜLLER Péter

 

ES

M. LÓPEZ AGUILAR Juan Fernando

 

 

RO

M. PAVEL Emilian

 

FR

M. MAUREL Emmanuel

 

 

FR

Mme ROZIÈRE Virginie

 

DE

Mme REGNER Evelyn

 

 

MT

M. SANT Alfred

 

DE

M. SIMON Peter

 

 

PT

M. DOS SANTOS Manuel

 

NL

M. TANG Paul

 

 

IT

Mme SCHLEIN Elly

 

L

ECR

6/6

 

HU

M. SZANYI Tibor

 

 

IT

M. VIOTTI Daniele

 

BG

M. DZHAMBAZKI Angel

 

 

 

L

ECR

4/6

PL

M. LEGUTKO Ryszard Antoni

 

 

DE

M. LUCKE Bernd

 

 

EN

M. KARIM Sajjad

 

FI

Mme RUOHONEN-LERNER Pirkko

(2nd VC)

 

NL

M. LOONES Sander

 

EN

Mme SWINBURNE Kay

 

 

IT

M. SERNAGIOTTO Remo

 

LV

M. ZĪLE Roberts

 

 

EN

M. TANNOCK Charles

 

L

ALDE

6/6

 

L

ALDE

6/6

CS

M. JEŽEK Petr

 

 

LT

M. AUŠTREVIČIUS Petras

 

FR

M. MICHEL Louis

 

 

ES

M. CALVET CHAMBON Enrique

 

NL

Mme VAN NIEUWENHUIZEN Cora

 

 

FR

M. CORNILLET Thierry

 

ES

Mme PAGAZAURTUNDÚA RUIZ Maite

 

FR

Mme GRIESBECK Nathalie

 

DE

M. THEURER Michael

 

 

NL

Mme IN ‘T VELD Sophia

 

ES

M. TREMOSA I BALCELLS Ramon

 

 

SV

M. TORVALDS Nils

 

L

GUE/NGL

4/4

 

L

GUE/NGL

4/4

EN

M. CARTHY Matt

 

 

ES

Mme ALBIOL GUZMÁN Marina

 

DE

M. DE MASI Fabio

(3rd VC)

 

EL

M. HADJIGEORGIOU Takis

 

FR

M. LE HYARIC Patrick

 

 

EL

M. KOULOGLOU Stelios

 

ES

M. URBÁN CRESPO Miguel

 

 

PT

M. VIEGAS Miguel

 

L

Greens/EFA

4/4

 

L

Greens/EFA

4/4

FR

M. DURAND Pascal

 

 

FI

Mme HAUTALA Heidi

 

DE

M. GIEGOLD Sven

 

 

DE

M. REIMON Michel

 

FR

Mme JOLY Eva

(4th VC)

 

ES

M. SOLÉ Jordi

 

EN

Mme SCOTT CATO Molly

 

 

ES

M. URTASUN Ernest

 

L

EFDD

3/3

 

L

EFDD

3/3

EN

M. COBURN David

 

 

EN

M. BATTEN Gerard

 

EN

M. FINCH Raymond

 

 

EN

M. CARVER James

 

DE

Mme VON STORCH Beatrix

 

 

IT

M. VALLI Marco

 

L

ENF

4/4

 

L

ENF

3/4

IT

M. BORGHEZIO Mario

 

 

IT

M. FONTANA Lorenzo

 

DE

Mme KAPPEL Barbara

 

 

FR

M. MONOT Bernard

 

FR

M. LEBRETON Gilles

 

 

DE

M. PRETZELL Marcus

 

IT

M. ZANNI Marco

 

 

 

 

 

L

N-A

1/1

 

 

 

 

EL

M. ZARIANOPOULOS Sotirios

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


II. COMMITTEE MEETINGS and MISSIONS

The constitutive meeting took place on 12 July 2016.

The PANA Committee held 30 ordinary meetings and 16 Coordinators’ meetings from July 2016 until November 2017.

PANA Committee meetings

  28 meetings in Brussels

  2 meetings in Strasbourg

1 joint meeting

  with ECON with National Parliaments, in Brussels, on 31 January 2017

1 joint hearing

  with JURI on ‘The EU-wide protection of whistleblowers’, in Brussels, on 21 June 2017

2 workshops

  on ‘How to better prepare works of Inquiry Committee’, in Brussels, on 19 and 20 October 2016

  on ‘Offshore activities and money laundering: recent findings and challenges , in Brussels, on 26 January 2017

Coordinators’ meetings

  12 July 1016 in Brussels

  8 September 2016 in Brussels

  12 September 2016 in Strasbourg

  12 October 2016 in Brussels

  8 November 2016 in Brussels

  21 November 2016 in Strasbourg

  7 December 2016 in Brussels

  23 January 2017 in Brussels

  2 February 2017 in Brussels

  13 February 2017 in Strasbourg (‘Joint PANA/AFCO/EMIS Coordinators’ meeting’)

  13 March 2017 in Strasbourg

  3 April 2017 in Strasbourg

  4 May 2017 in Brussels

  30 May 2017 in Brussels

  12 October 2017 in Brussels

  28 November 2017 in Brussels

Shadow-Rapporteurs meetings

  11 September 2017 in Strasbourg

  25 September 2017 in Brussels

  2 October 2017 in Strasbourg

  9 October 2017 in Brussels

  11 October 2017 in Brussels

In addition, the Chair, Werner Langen, the two co-rapporteurs, Jeppe Kofod and Petr Jezek, and the Greens Coordinator, Sven Giegold, were invited to a meeting with the Members of Belgian Special Committee into the Panama Papers, on 26 April 2017, in the premises of the Belgian Parliament.

* * *

The PANA Committee held 7 fact-findings missions from February 2017 until September 2017:

  9-10 February - Mission to United Kingdom

  20 February - Mission to Malta

  2-3 March - Mission to Luxembourg

  21-24 March - Mission to USA (Washington and Delaware)

  22-23 June - Mission to Portugal

  7 July - Mission to Cyprus

  14-15 September - Mission to Switzerland


III. ACTIVITIES OF THE COMMITTEE

1. Programme of hearings and missions

Date

Topic / objective

Tuesday, 27 September 2016

09.00 - 11.30

Public hearing

Panama papers – Discussion with the investigative journalists behind the revelations

Thursday, 13 October 2016

9.00 - 12.30

Public hearing

Anti-money laundering and tax evasion: Who sets the rules and how?

Wednesday, 19 October 2016, 15.00 - 18.00

Thursday, 20 October 2016

9.00 - 17.30

Workshop

“How to better prepare works of Inquiry Committee”

Tuesday, 8 November 2016

14.00 - 15.30Public hearing

 

Hearing with Věra Jourová, Member of the European Commission responsible for Justice, Consumers and Gender Equality on “Anti-Money Laundering: state of play of the implementation of EU legislation

Monday, 14 November 2016

15.00 - 18.30

Public hearing

“Anti-money laundering and tax evasion: Who assures compliance with the rules and enforces them?

Wednesday, 16 November 2016

11.00 - 12.30

Extraordinary meeting

Exchange of views with Professor Joseph E. Stiglitz

Wednesday, 7 December 2016

15.00 - 18.30

Public hearing

Hearing with Pierre Moscovici, Member of the European Commission responsible for Economic and Financial Affairs, Taxation and Customs on “Fight against tax evasion and anti-money laundering: state of play of progress made at EU level

Tuesday, 24 January 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part I)

Thursday, 26 January 2017

11.00 - 12.00

Committee meeting

Working document on the inquiry into Money Laundering, Tax Avoidance and Tax Evasion

Thursday, 26 January 2017

14.00 - 16.00

Workshop

Workshop on "Offshore activities and money laundering: recent findings and challenges”

Interparliamentary week

Tuesday, 31 January 2017

9.30 - 11.15

Joint hearing ECON/PANA with National Parliaments

Panama Papers, Bahamas leaks: which follow-up did national Parliaments give to the revelations? Which lessons can be learned?

Thursday, 9 February 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part II)

Thursday, 9 February pm - Friday 10 February 2017

Mission

Mission to United Kingdom

Monday, 20 February 2017

Mission

Mission to Malta

Thursday, 2 March pm - Friday 3 March am

Mission

Mission to Luxembourg

Monday, 6 March 2017

15.00 - 18.30

Public hearing

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part III)

21 to 24 March 2017

Mission

Mission to USA

Thursday, 6 April 2017

9.00 - 12.00 (Strasbourg)

Public hearing

Impact of the schemes revealed by the Panama Papers

Thursday, 27 April 2017

14.30 - 18.00

Committee meeting

Presentation of studies (Part I)

Session 1: Money laundering and tax evasion: What’s the impact on Member States and how effective are they in fighting it?

Tuesday, 2 May 2017

15.00 - 18.30

Committee meeting

Presentation of studies (Part II)

Session 2: Offshore practices: The roles and responsibilities of intermediaries and the relations of EU Member States with their overseas countries and territories

Thursday, 4 May 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Hearing with Commissioner Pierre Moscovici, Member of the European Commission responsible for Economic and Financial Affairs, Taxation and Customs

Tuesday, 9 May 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Cooperation in tax matters with European jurisdictions

Tuesday, 30 May 2017

15.00 - 16.30

Public hearing

Hearing with the President of the European Commission, J.C. Juncker

Tuesday, 30 May 2017

16.45 - 17.30

Public hearing

Hearing with F. Rocha Andrade

Wednesday, 21 June 2017

9.00 - 11.00

Joint PANA/JURI public hearing

Joint PANA-JURI hearing

The EU-wide protection of whistleblowers’

Wednesday, 21 June 2017

15.00 - 17.30

Public hearing

Financial Intelligence Units (FIUs) ins and outs and the Russian "Laundromat" case

Thursday, 22 June 2017

Friday, 23 June 2017

Mission

Mission to Portugal

Monday, 3 July 2017

19.00 - 20.30 (Strasbourg)

Public hearing

Hearing with Věra Jourová, Member of the European Commission responsible for Justice, Consumers and Gender Equality

Friday, 7 July 2017

Mission

Mission to Cyprus

Monday, 10 July 2017

16.30 - 18.30

Committee meeting

Consideration of draft report + draft recommendation

Tuesday, 11 July 2017

14.00 - 16.00

Committee meeting

Exchange of views with EU Finance Ministers

Thursday, 14 September

Friday, 15 September 2017

Mission

Mission to Switzerland

Tuesday, 26 September 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Hearing on “Tax planning: do celebrities and companies breach the EU law?”

Thursday, 12 October 2017

10.00 - 12.30

Committee meeting

Consideration of amendments

Wednesday, 18 October

14.00 - 17.30

Committee meeting

Vote on draft report and draft recommendation

Tuesday, 28 November 2017

10.00 - 12.30

Public hearing

Hearing on "Money Laundering: The case of NLB financial group Slovenia and Azerbaijan Laundromat revelations"

Tuesday, 28 November 2017

15.00 - 18.00

Public hearing

Hearing on “The Paradise Papers - What are they about and why are they relevant”


2. List of speakers (hearings and missions)

Name

Date

Meeting/Delegation

Organisation

Function

Country

Link

Gerard Ryle

Tuesday, 27 September 2016

09.00 - 11.30

Public hearing

International Consortium of Investigative Journalists (ICIJ)

Director

United States

Panama papers – Discussion with the investigative journalists behind the revelations

Bastian Obermayer

Tuesday, 27 September 2016

09.00 - 11.30

Public hearing

Süddeutsche Zeitung

Journalist

Germany

Panama papers – Discussion with the investigative journalists behind the revelations

Frederik Obermaier

Tuesday, 27 September 2016

09.00 - 11.30

Public hearing

Süddeutsche Zeitung

Journalist

Germany

Panama papers – Discussion with the investigative journalists behind the revelations

Kristof Clerix

Tuesday, 27 September 2016

09.00 - 11.30

Public hearing

Knack Magazine

Journalist

Belgium

Panama papers – Discussion with the investigative journalists behind the revelations

Oliver Zihlmann

Tuesday, 27 September 2016

09.00 - 11.30

Public hearing

Sonntagszeitung /

Le Matin Dimanche

Journalist

Switzerland

Panama papers – Discussion with the investigative journalists behind the revelations

Julia Stein

Tuesday, 27 September 2016

09.00 - 11.30

Public hearing

Norddeutscher Rundfunk (NDR)

Journalist

Germany

Panama papers – Discussion with the investigative journalists behind the revelations

Jan Strozyk

Tuesday, 27 September 2016

09.00 - 11.30

Public hearing

Norddeutscher Rundfunk (NDR)

Journalist

Germany

Panama papers – Discussion with the investigative journalists behind the revelations

Minna Knus

Tuesday, 27 September 2016

09.00 - 11.30

Public hearing

MOT (Finnish Broadcasting Company)

Journalist

Finland

Panama papers – Discussion with the investigative journalists behind the revelations

Michael Lennard

Thursday, 13 October 2016

9.00 - 12.30

Public hearing

International Tax Cooperation Section U.N. Dept. of Economic and Social Affairs - United Nations (UN)

Chief of International Tax Cooperation Section U.N.

Switzerland

Anti-money laundering and tax evasion: Who sets the rules and how?

Caroline Malcolm

Thursday, 13 October 2016

9.00 - 12.30

Public hearing

OECD’s Centre for Tax Policy and Administration

Senior Counsellor and Advisor to the Director and Deputy Director

France

Anti-money laundering and tax evasion: Who sets the rules and how?

Daniel Thelesklaf

Thursday, 13 October 2016

9.00 - 12.30

Public hearing

Committee on the Evaluation of Anti-Money Laundering Measures and the Financing of Terrorism (MONEYVAL)

President

France

Anti-money laundering and tax evasion: Who sets the rules and how?

Isabelle Vaillant

Thursday, 13 October 2016

9.00 - 12.30

Public hearing

European Banking Authority (EBA)

Director for Regulations

European Union

Anti-money laundering and tax evasion: Who sets the rules and how?

Elise J. Bean

Wednesday, 19 October 2016 and

Thursday, 20 October 2016

Workshop

Levin Center at Wayne State University Law School

Co-Director of Training and Conferences

United States

“How to better prepare works of Inquiry Committee”

Katie Bailey

Wednesday, 19 October 2016 and

Thursday, 20 October 2016

Workshop

U.S. House of Representatives' Subcommittee on Government Operations within the Committee on Oversight and Government

Staff Director

United States

“How to better prepare works of Inquiry Committee”

Věra Jourová

Tuesday, 8 November 2016

14.00 - 15.30Public hearing

 

European Commission

Commissioner responsible for Justice, Consumers and Gender Equality

European Commission

European Union

Hearing with Commissioner Věra Jourová

Giovanni Kessler

Monday, 14 November 2016

15.00 - 18.30

Public hearing

European Anti-Fraud Office (OLAF)

Director General

European Union

“Anti-money laundering and tax evasion: Who assures compliance with the rules and enforces them?

Simon Riondet

Monday, 14 November 2016

15.00 - 18.30

Public hearing

EUROPOL

Business manager – Head of the Financial intelligence Group

European Union

“Anti-money laundering and tax evasion: Who assures compliance with the rules and enforces them?

Klaus Meyer-Cabri

Monday, 14 November 2016

15.00 - 18.30

Public hearing

EUROJUST

German Member of EUROJUST’s College

European Union

“Anti-money laundering and tax evasion: Who assures compliance with the rules and enforces them?

Philippe de Koster

Monday, 14 November 2016

15.00 - 18.30

Public hearing

CTIF-CFI (Belgian Financial Intelligence Unit)

President

Belgium

“Anti-money laundering and tax evasion: Who assures compliance with the rules and enforces them?

Michel Claise

Monday, 14 November 2016

15.00 - 18.30

Public hearing

Ministry of Justice

Prosecutor

Belgium

“Anti-money laundering and tax evasion: Who assures compliance with the rules and enforces them?

Norbert Naulin

Monday, 14 November 2016

15.00 - 18.30

Public hearing

“EOKS” (Investigation Group

Organised Crime – Tax Fraud)

Head of the special investigation unit “EOKS” of the North Rhine-Westphalia tax authorities who analyse leaked data

Germany

“Anti-money laundering and tax evasion: Who assures compliance with the rules and enforces them?

Patrick Montagner

Monday, 14 November 2016

15.00 - 18.30

Public hearing

College of the French prudential supervisor

Deputy Secretary General

France

“Anti-money laundering and tax evasion: Who assures compliance with the rules and enforces them?

Joseph E. Stiglitz

Wednesday, 16 November 2016

11.00 - 12.30

Public hearing

Columbia University in New York

University Professor at Columbia University Former Chair of the Panama Papers Inquiry Committee

United States

Exchange of views with Professor Joseph E. Stiglitz

Pierre Moscovici

Wednesday, 7 December 2016

15.00 - 18.30

Public hearing

European Commission

Commissioner responsible for Economic and Financial Affairs, Taxation and Customs

European Union

Hearing with Commissioner Pierre Moscovici and Ashish Kumar, Policy Analyst at Financial Action Task Force (FATF)

Ashish Kumar

Wednesday, 7 December 2016

15.00 - 18.30

Public hearing

Financial Action Task Force (FATF)

Policy Analyst

France

Hearing with Commissioner Pierre Moscovici and Ashish Kumar, Policy Analyst at Financial Action Task Force (FATF)

Ronen Palan

Tuesday, 24 January 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Tax Justice Network

Senior advisor

United Kingdom

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part I)

Brooke Harrington

Tuesday, 24 January 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

 

Copenhagen Business School

Associate Professor

Denmark

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part I)

Daniel Hall

Tuesday, 24 January 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Burford Capital

Director and co-head of Burford’s global corporate intelligence

United Kingdom

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part I)

Rupert Manhart

Tuesday, 24 January 2017

09.00 - 12.30

Public hearing

Anti-money laundering Committee of The Council of Bars and Law Societies of Europe (CCBE)

Chair

Belgium

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part I)

Richard Frimston

Tuesday, 24 January 2017

09.00 - 12.30

Public hearing

Anti-money laundering Committee of The Council of Bars and Law Societies of Europe (CCBE)

Member of the CCBE and expert on topics relating to tax, beneficial ownership, and offshore activities aspects

Belgium

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part I)

Wim Mijs

Tuesday, 24 January 2017

09.00 - 12.30

Public hearing

European Banking Federation (EBF)

Chief Executive Officer

Belgium

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part I)

Roger Kaiser

Tuesday, 24 January 2017

09.00 - 12.30

Public hearing

European Banking Federation (EBF)

Senior Policy Adviser

Belgium

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part I)

Stef van Weeghel

Tuesday, 24 January 2017

09.00 - 12.30

Public hearing

Price Waterhouse Coopers (PWC)

Global Tax Policy Leader

Belgium

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part I)

Brigitte Unger

Thursday, 26 January 2017

14.00 - 16.00

Workshop

Utrecht University

Chair of public sector economics

The Netherlands

Working document on the inquiry into Money Laundering, Tax Avoidance and Tax Evasion

Mark Pieth

Interparliamentary week

Tuesday, 31 January 2017

9.30 - 11.15

Joint hearing ECON/PANA with National Parliaments

University of Basel, Switzerland

Professor of Criminal Law and Criminology

Former Member of Panama Papers Inquiry Committee

Switzerland

Panama Papers, Bahamas leaks: which follow-up did national Parliaments give to the revelations? Which lessons can be learned?

Ed Groot

Interparliamentary week

Tuesday, 31 January 2017

9.30 - 11.15

Joint hearing ECON/PANA with National Parliaments

Dutch Parliamentary Committee of Inquiry into Tax structures

Chair

The Netherlands

Panama Papers, Bahamas leaks: which follow-up did national Parliaments give to the revelations? Which lessons can be learned?

Ahmed Ahmed Laaouej

Interparliamentary week

Tuesday, 31 January 2017

9.30 - 11.15

Joint hearing ECON/PANA with National Parliaments

Belgian Special Committee on the Panama Papers

Chair

Belgium

Panama Papers, Bahamas leaks: which follow-up did national Parliaments give to the revelations? Which lessons can be learned?

Kai Jan Krainer

Interparliamentary week

Tuesday, 31 January 2017

9.30 - 11.15

Joint hearing ECON/PANA with National Parliaments

Committee on Finance of the Austrian National Council

Vice-Chair

Austria

Panama Papers, Bahamas leaks: which follow-up did national Parliaments give to the revelations? Which lessons can be learned?

Benedikt Strunz

 

Thursday, 9 February 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Norddeutscher Rundfunk/ NDR

Journalist

Germany

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part II)

Aleksandra Helena Sobisz

Thursday, 9 February 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Berenberg Bank

Former compliance officer

Germany

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part II)

Katrin Keikert

Thursday, 9 February 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Berenberg Bank

Former compliance officer

Germany

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part II)

Michael Kemmer

Thursday, 9 February 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Association of German Banks

General Manager and member of the Board of Directors

Germany

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part II)

 

Thorsten Höche

 

Thursday, 9 February 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Association of German Banks

Head of the legal department

Germany

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part II)

Ulrike Paul

 

Thursday, 9 February 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Bundesrechtsanwaltskammer (BRAK or German Federal Bar)

Vice-President

Germany

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part II)

Frank Johnigk

 

Thursday, 9 February 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Bundesrechtsanwaltskammer (BRAK or German Federal Bar)

Head of the Department Money Laundering and Criminal Law

Germany

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part II)

Søren Kristensen

Thursday, 9 February 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Danish Broadcasting Corporation (DR), International Consortium of Investigative Journalists (ICIJ)

Journalist

Denmark

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part II)

Matthew Elderfield

Thursday, 9 February 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Nordea

Head of Group Compliance and Member of Nordea Executive Management

Sweden

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part II)

Johan Ekwall

Thursday, 9 February 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Nordea

Chief of staff

Sweden

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part II)

Biörn Riese

Thursday, 9 February 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Mannheimer Swartling

Member of the Corporate Sustainability & Risk Management,

M&A and Corporate Commercial groups

Sweden

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part II)

Andreas Steen

Thursday, 9 February 2017

9.00 - 12.30

Public hearing

Mannheimer Swartling

Member of Corporate Commercial practice

group

Sweden

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part II)

Prem Sikka

Thursday, 9 February

Friday 10 February 2017

Mission to UK

Essex Business School

Professor of Accounting

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Sol Picciotto

Thursday, 9 February

Friday 10 February 2017

Mission to UK

Lancaster University

Emeritus Professor, Senior Fellow, International Centre for Tax & Development

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Rita de la Feria

Thursday, 9 February

Friday 10 February 2017

Mission to UK

University of Leeds

Professor

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Murray Worthy

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

Anti-corruption organisation Global Witness

Expert on money laundering

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Rachel Davies

Thursday, 9 February

Friday 10 February 2017

Mission to UK

Transparency International UK

Senior Advocacy Manager

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Richard Murphy

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

Tax Justice Network

Chartered accountant and political economist

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Oliver Pearce

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

Oxfam

Policy Manager for tax and inequality

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Peter Dempsey

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

Self-employed

Lawyer

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Douglas Flint

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

HSBC

Group Chairman

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Paul Rankin

Thursday, 9 February

Friday 10 February 2017

Mission to UK

HSBC

Managing Director Group Government Affairs

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Iain McKinnon

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

HSBC

Group Head of Tax

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Paul Kelly

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

HSBC

Head of Tax Transparency

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Hank Cole

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

HSBC

Global Head of Operational Intelligence

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Barbara Patow

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

HSBC

Global Head of Strategic Initiatives, AML

United Kingdom

Mission to United Kingdom

David Rowe-Francis

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

HSBC

UK Head of AML

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Will Morgan

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

HSBC

Group Government Affairs, Financial System Integrity

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Ian Messer

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

Law Society of Scotland

Representative of Solicitors Regulation Authority (SRA)

United Kingdom

Mission to United Kingdom

John Riches

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

Law Society of England and Wales (LSEW)

Chair, Society of Trust and Estate Practitioners (STEP) Public Policy Committee

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Sandy Bhogal

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

Law Society of England and Wales (LSEW)

Chair of International Tax Law

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Edward Craft

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

Law Society of England and Wales (LSEW)

Member of the LSEW Company Law Committee

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Amy Bell

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

Law Society of England and Wales (LSEW)

Chair of the LSEW AML Task Force

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Robert Hodgkinson

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

Institute of Chartered Accountants in England and Wales (ICAEW)

Executive Director

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Frank Haskew

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

Institute of Chartered Accountants in England and Wales (ICAEW)

Head of Tax

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Ian Young

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

Institute of Chartered Accountants in England and Wales (ICAEW)

International Tax Manager

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Simon Tosserams

Thursday, 9 February Friday 10 February 2017

Mission to UK

Institute of Chartered Accountants in England and Wales (ICAEW)

EU Affairs Executive

United Kingdom

Mission to United Kingdom

Edward Scicluna

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

EU Presidency

Maltese Government

Minister of Finance

Malta

Mission to Malta

Joe V. Bannister

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

Malta Financial Service Authority

Chair

Malta

Mission to Malta

Marianne Scicluna

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

Malta Financial Service Authority

Director-General

Malta

Mission to Malta

Anton Bartolo

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

Malta Financial Service Authority

Director of Enforcement

Malta

Mission to Malta

Lawrence Cutajar

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

Maltese Police

Police Commissionner

Malta

Mission to Malta

Daphne Caruana Galizia

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

Self-employed

Journalist

Malta

Mission to Malta

Ivan Camilleri

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

Times of Malta

Journalist

Malta

Mission to Malta

Matthew Vella

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

Malta Today

Journalist

Malta

Mission to Malta

Alexander Balzan

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

One News

Journalist

Malta

Mission to Malta

Pierre Mifsud

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

EMD Advocates

Founding partner

Malta

Mission to Malta

Malcolm Booker

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

Deloitte Malta

Chief Executive Officer

Malta

Mission to Malta

Manfred Galdes

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

ARQ Risk and Compliance

Ltd.

Director

Malta

Mission to Malta

Paul Mifsud

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

Sparkasse Bank

Managing Director

Malta

Mission to Malta

Konrad Mizzi

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

Maltese Government

Minister within the Office of the Prime Minister

Malta

Mission to Malta

Beppe Fenech Adami

Monday, 20 February 2017

Mission to Malta

Parliament of Malta

National Deputy

Malta

Mission to Malta

Pierre Gramegna

Thursday, 2 March - Friday 3 March 2017

Mission to Luxembourg

Luxembourg Government

Minister for Finance

Luxembourg

Mission to Luxembourg

Félix Braz

Thursday, 2 March - Friday 3 March 2017

Mission to Luxembourg

Luxembourg Government

Minister for Justice

Luxembourg

Mission to Luxembourg

Eugène Berger

Thursday, 2 March - Friday 3 March 2017

Mission to Luxembourg

Luxembourg Chamber of Deputies

Member of Finance Committee

Luxembourg

Mission to Luxembourg

Fabien Grasser

Thursday, 2 March - Friday 3 March 2017

Mission to Luxembourg

Le Quotidien Luxembourg

Journalist

Luxembourg

Mission to Luxembourg

Anthony A Simcic

Thursday, 2 March - Friday 3 March 2017

Mission to Luxembourg

HSBC Luxembourg

Managing Director Head of Private Banking

Luxembourg

Mission to Luxembourg

Claude Marx

Thursday, 2 March pm - Friday 3 March am

Commission de Surveillance du Secteur Financier (CSSF)

Director-General

Luxembourg

Mission to Luxembourg

Claude Simon

Thursday, 2 March - Friday 3 March 2017

Mission to Luxembourg

Commission de Surveillance du Secteur Financier (CSSF)

Member of the management Board and Member of SSM Board of Supervisors

Luxembourg

Mission to Luxembourg

François Prum

Thursday, 2 March - Friday 3 March 2017

Mission to Luxembourg

Luxembourgish Bar

Head of Luxembourgish Bar

Luxembourg

Mission to Luxembourg

Wim Piot

Thursday, 2 March - Friday 3 March 2017

Mission to Luxembourg

PwC Luxembourg

Managing Partner and Tax Leader

Luxembourg

Mission to Luxembourg

Elizabeth Jane McCormick

Thursday, 2 March - Friday 3 March 2017

Mission to Luxembourg

KPMG

Global Head of Tax

Luxembourg

Mission to Luxembourg

Patrick Suet

Monday, 6 March 2017

15.00 - 18.30

Public hearing

Société Générale Bank & Trust

Chairman

France

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part III)

Anne Michel

Monday, 6 March 2017

15.00 - 18.30

Public hearing

Le Monde, ICIJ

Journalist

France

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part III)

Sylvie David-Chino

Monday, 6 March 2017

15.00 - 18.30

Public hearing

BNP Paribas

Global Head of IFS Compliance

France

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part III)

Albert Allo

Monday, 6 March 2017

15.00 - 18.30

Public hearing

TracFin (Traitement du renseignement et action contre les circuits financiers clandestins)

Deputy Director

France

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part III)

Olivier Boutellis-Taft

Monday, 6 March 2017

15.00 - 18.30

Public hearing

Accountancy Europe, NGO

Chief Executive Officer

Belgium

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part III)

Paul Gisby

Monday, 6 March 2017

15.00 - 18.30

Public hearing

Accountancy Europe, NGO

Manager for taxation and transparency

Belgium

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part III)

Oliver Zihlmann

Monday, 6 March 2017

15.00 - 18.30

Public hearing

Sonntagszeitung | Le Matin Dimanche, ICIJ

Journalist

Switzerland

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part III)

Jean-Bernard Schmid

Monday, 6 March 2017

15.00 - 18.30

Public hearing

Swiss Ministry of Justice

Public Prosecutor

Switzerland

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part III)

Peter Lutz

Monday, 6 March 2017

15.00 - 18.30

Public hearing

Self-regulatory organisation for the combating of money laundering of the Swiss Bar Association and Swiss Notary Association

President

Switzerland

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part III)

Giuseppe Marino

Monday, 6 March 2017

15.00 - 18.30

Public hearing

University of Milan

Professor Theory & Practice of International Tax Law

Italy

The role of lawyers, accountants and bankers in Panama Papers (Part III)

Caroline Vicini

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Delegation of the European Union to the United States

Deputy Head of Delegation

Washington DC,

United States

Mission to USA

Elise Bean

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Levin Center at Wayne State University Law School

Co-Director of Training and Conferences

Washington DC,

United States

Mission to USA

Gerard Ryle

21 to 24 March 2017

Mission to USA

International Consortium of

Investigative Journalists (ICIJ)

Director

Washington DC,

United States

Mission to USA

Gary Kalman

21 to 24 March 2017

Mission to USA

FACT Coalition

Executive Director

Washington DC,

United States

Mission to USA

Tom Cardamone

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Global Financial Integrity

Managing Director

Washington DC,

United States

Mission to USA

Jane Gravelle

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Government and Finance Division

Researcher

Washington DC,

United States

Mission to USA

Ron Wyden

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Committee on Finance

National Deputy

(Senator)

Washington DC,

United States

Mission to USA

Richard Neal

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Ways and Means Committee

National Deputy

Washington DC,

United States

Mission to USA

Tom Carper

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Subcommittee on Investigations

National Deputy

(Senator)

Washington DC,

United States

Mission to USA

Orrin Hatch

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Committee on Finance

National Deputy

(Senator)

Washington DC,

United States

Mission to USA

Peter C. Schwartzkopf

21 to 24 March 2017

Mission to USA

House Representatives of the General Assembly

National Deputy

Delaware,

United States

Mission to USA

Valerie Longhurst

21 to 24 March 2017

Mission to USA

House Representatives of the General Assembly

National Deputy

Delaware,

United States

Mission to USA

Daniel B. Short

21 to 24 March 2017

Mission to USA

House Representatives of the General Assembly

National Deputy

Delaware,

United States

Mission to USA

David B. McBride

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Delaware General Assembly

National Deputy

(Senator)

Delaware,

United States

Mission to USA

Margaret

Rose Henry

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Delaware General Assembly

National Deputy

(Senator)

Delaware,

United States

Mission to USA

F. Gary Simpson

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Delaware General Assembly

National Deputy

(Senator)

Delaware,

United States

Mission to USA

Charles M. Elson

21 to 24 March 2017

Mission to USA

John L Weinberg Center for Corporate Governance at the University of

Delaware

Professor

Delaware,

United States

Mission to USA

Jeffrey W. Bullock

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Delaware Executive Branch

National deputy

(Secretary of State)

Delaware,

United States

Mission to USA

Rick Geisenberger

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Delaware Executive Branch

National deputy

(Secretary of Treasury)

Delaware,

United States

Mission to USA

Kristopher Knight

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Delaware Executive Branch

National deputy

(Deputy Secretary of State and Director of the Corporations Division)

Delaware,

United States

Mission to USA

Matt Denn

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Delaware Department of Justice

Attorney General

Delaware,

United States

Mission to USA

Lawrence A. Hamermesh

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Widener University

Professor of Corporate and Business Law

Delaware,

United States

Mission to USA

 

Paul L. Regan

21 to 24 March 2017

Mission to USA

Widener University

Associate Director, Institute of Delaware

Corporate and Business Law

Delaware,

United States

Mission to USA

Alvin Mosioma

Thursday, 6 April 2017

9.00 - 10.30 (Strasbourg)

Public hearing

Tax Justice Network - Africa

Founding Executive Director

Kenya

Impact of the schemes revealed by the Panama Papers

Nuhu Ribadu

Thursday, 6 April 2017

9.00 - 10.30 (Strasbourg)

Public hearing

Nigerian government

(former anti-corruption official)

Official

Nigeria

Impact of the schemes revealed by the Panama Papers

Will Fitzgibbon

Thursday, 6 April 2017

9.00 - 10.30 (Strasbourg)

Public hearing

International Consortium of Investigative Journalists (ICIJ)

Journalist

USA

Impact of the schemes revealed by the Panama Papers

Ahmed Ahmed Laaouej

Wednesday 26 April 2017

16.00 - 17.30

Meeting in the premises of the Belgian Parliament

Belgian Special Committee on the Panama Papers

Chair

Belgium

Meeting with the Members of Belgian Special Committee into the Panama Papers

Luk Van Biesen

Wednesday 26 April 2017

16.00 - 17.30

Meeting in the premises of the Belgian Parliament

Belgian Special Committee on the Panama Papers

National Deputy

Belgium

Meeting with the Members of Belgian Special Committee into the Panama Papers

Roel Deseyn

Wednesday 26 April 2017

16.00 - 17.30

Meeting in the premises of the Belgian Parliament

Belgian Special Committee on the Panama Papers

National Deputy

Belgium

Meeting with the Members of Belgian Special Committee into the Panama Papers

Mark Delanote

Wednesday 26 April 2017

16.00 - 17.30

Meeting in the premises of the Belgian Parliament

Belgian Special Committee on the Panama Papers

National Deputy

Belgium

Meeting with the Members of Belgian Special Committee into the Panama Papers

Mike Beke

Thursday, 27 April

2017

14.30 - 18.00

Committee Meeting

Blomeyer & Sanz

Researcher

Spain

Presentation of studies (Part I)

David Buck

Thursday, 27 April

2017

14.30 - 18.00

Committee Meeting

Centre for Strategy & Evaluation Services (CSES)

Researcher

United Kingdom

Presentation of studies (Part I)

Jack Malan

Thursday, 27 April

2017

14.30 - 18.00

Committee Meeting

Centre for Strategy & Evaluation Services

Researcher

United Kingdom

Presentation of studies (Part I)

Amandine Scherrer

Thursday, 27 April

2017

14.30 - 18.00

Committee Meeting

European ParliamentEuropean Parliamentary

 

Research Service (EPRS)

Researcher

European Union

Presentation of studies (Part I)

Anthony Amicelle

Thursday, 27 April

2017

14.30 - 18.00

Committee Meeting

International Centre for Comparative Criminology, Université de Montréal, Canada

Researcher

Canada

Presentation of studies (Part I)

Willem Pieter de Groen

 

Tuesday, 2 May 2017

15.00 - 18.30

Committee meeting

Centre for European Policy Studies (CEPS)

Researcher

Belgium

Presentation of studies (Part II)

Ian Roxan

Tuesday, 2 May 2017

15.00 - 18.30

Committee meeting

London School of Economics (LSE)

Researcher

United Kingdom

Presentation of studies (Part II)

Herman Bröring

Tuesday, 2 May 2017

15.00 - 18.30

Committee meeting

Centre for European Financial Services Law at the University of Groningen

Researcher

The Netherlands

Presentation of studies (Part II)

Peter Clegg

Tuesday, 2 May 2017

15.00 - 18.30

Committee meeting

University of the West of England, Bristol

Researcher

United Kingdom

Presentation of studies (Part II)

Alexandre Maitrot de la Motte

 

Tuesday, 2 May 2017

15.00 - 18.30

Committee meeting

University of Paris-Est Créteil

Researcher

France