Διαδικασία : 2017/2199(IMM)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0398/2017

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0398/2017

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 12/12/2017 - 5.6

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2017)0479

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 644kWORD 61k
8.12.2017
PE 613.657v02-00 A8-0398/2017

σχετικά με την αίτηση για την υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών της Eleonora Forenza

(2017/2199(IMM))

Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

Εισηγητής: Gilles Lebreton

ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την αίτηση για την υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών της Eleonora Forenza

(2017/2199(IMM))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την αίτηση της Gabriele Zimmer της 20ής Ιουλίου 2017, που ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας της 11ης Σεπτεμβρίου 2017 και αποσκοπούσε στην υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών της Eleonora Forenza σε σχέση με ένα επεισόδιο εις βάρος της στις 8 Ιουλίου 2017 κατά τη διάρκεια διαδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της συνόδου κορυφής της G20 στο Αμβούργο,

–  έχοντας ακούσει την Eleonora Forenza, βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 6 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 8 και 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το άρθρο 6 παράγραφος 2 της Πράξης της 20ής Σεπτεμβρίου 1976 περί της εκλογής των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση καθολική ψηφοφορία,

–  έχοντας υπόψη τις αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 12 Μαΐου 1964, 10 Ιουλίου 1986, 15 και 21 Οκτωβρίου 2008, 19 Μαρτίου 2010, 6 Σεπτεμβρίου 2011 και 17 Ιανουαρίου 2013(1),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 5 παράγραφος 2 και τα άρθρα 7 και 9 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A8-0398/2017),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Gabriele Zimmer, βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και πρόεδρος της Ομάδας GUE/NGL, ζήτησε, δυνάμει των άρθρων 8 και 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7, την υπεράσπιση της βουλευτικής ασυλίας της Eleonora Forenza, βουλευτή της ίδιας Ομάδας, η οποία υποβλήθηκε σε σωματικό έλεγχο και κατόπιν τέθηκε υπό κράτηση από τη γερμανική αστυνομία μαζί με μια ομάδα άλλων ακτιβιστών κατά τη διάρκεια διαδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στις 8 Ιουλίου 2017 στο πλαίσιο της συνόδου κορυφής της G20 στο Αμβούργο· ότι ο σωματικός έλεγχος και η σύλληψη πραγματοποιήθηκαν μετά την εν λόγω διαδήλωση, ενώ η κ. Forenza και η ομάδα της κατευθύνονταν σε κάποιο σημείο προκειμένου να γευματίσουν μαζί·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς τον προσανατολισμό που δύναται να δώσει σε απόφαση επί αιτήσεως υπεράσπισης της ασυλίας που υποβλήθηκε από βουλευτή(2)·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα άρθρα 8 και 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλληλοαποκλείονται(3)· ότι η παρούσα υπόθεση ουδόλως αφορά γνώμη εκφρασθείσα από βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά μάλλον συμπεριφορά που θεωρήθηκε επικίνδυνη για τη δημόσια τάξη (εικαζόμενη συμμετοχή σε στάση)· ότι, ως εκ τούτου, η εφαρμογή του άρθρου 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 είναι αυτονόητη·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, δυνάμει του άρθρου 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απολαύουν, εντός της επικρατείας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους και, εντός της επικρατείας άλλων κρατών μελών, της εξαιρέσεως από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη· ότι η κ. Forenza, Ιταλίδα βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που βρισκόταν στη Γερμανία, απέλαυε, ως εκ τούτου, της εξαιρέσεως αυτής·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την αίτηση υπεράσπισης της ασυλίας, η κ. Forenza, ήδη από τις πρώτες της επαφές με τη γερμανική αστυνομία, είχε δηλώσει ότι ήταν βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· ότι είχε αμέσως επιδείξει τα έγγραφα που πιστοποιούσαν την ιδιότητά της· ότι είχε μάλιστα επιτύχει να φέρει σε επικοινωνία τον Ιταλό πρόξενο στο Αμβούργο με τον αξιωματικό της αστυνομίας που διηύθυνε τις επιχειρήσεις·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά την ιδιότητά της του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η γερμανική αστυνομία υπέβαλε, ωστόσο, την κ. Forenza σε λεπτομερή σωματικό έλεγχο για να τη θέσει κατόπιν υπό κράτηση για περισσότερο από τέσσερεις ώρες·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η γερμανική αστυνομία, σύμφωνα με όλα όσα προεκτίθενται, είχε επίγνωση του γεγονότος ότι συνελάμβανε βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· ότι η ενέργεια αυτή συνιστά παραβίαση του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα του άρθρου 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης, είναι προφανές ότι η κ. Forenza δεν συνελήφθη επ’ αυτοφώρω, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 9 τρίτο εδάφιο του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι η περίπτωση της κ. Forenza καλύπτεται συνεπώς πλήρως από την ασυλία της·

1.  αποφασίζει να υπερασπισθεί τα προνόμια και τις ασυλίες της Eleonora Forenza·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει αμελλητί την παρούσα απόφαση και την έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του στην αρμόδια αρχή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και στην Eleonora Forenza.

(1)

Απόφαση του Δικαστηρίου, της 12ης Μαΐου 1964, στην υπόθεση 101/63, Wagner κατά Fohrmann και Krier, ECLI:EU:C:1964:28· απόφαση του Δικαστηρίου, της 10ης Ιουλίου 1986, στην υπόθεση 149/85, Wybot κατά Faure και άλλων, ECLI:EU:C:1986:310· απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, της 15ης Οκτωβρίου 2008, στην υπόθεση T-345/05, Mote κατά Κοινοβουλίου, ECLI:EU:T:2008:440· απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Οκτωβρίου 2008, Marra/De Gregorio et Clemente, C-200/07 και C-201/07, ECLI:EU:C:2008:579; απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, της 19ης Μαρτίου 2010, στην υπόθεση T-42/06, Gollnisch κατά Κοινοβουλίου, ECLI:EU:T:2010:102· απόφαση του Δικαστηρίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, στην υπόθεση C-163/10, Patriciello, ECLI: EU:C:2011:543· απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, της 17ης Ιανουαρίου 2013, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-346/11 και T-347/11, Gollnisch κατά Κοινοβουλίου, ECLI:EU:T:2013:23.

(2)

Υπόθεση T-42/06, Gollnisch κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα), σκέψη 101.

(3)

Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-200/07 και C-201/07, (προαναφερθείσες), Marra κ.λπ., σκέψη 45.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.  Ιστορικό

Κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας της 11ης Σεπτεμβρίου 2017, ο Πρόεδρος ανακοίνωσε, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του Κανονισμού, ότι έχει λάβει αίτηση της κ. Gabriele Zimmer, προέδρου της Ομάδας GUE/NGL, για την υπεράσπιση της βουλευτικής ασυλίας της κ. Eleonora Forenza, βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σε σχέση με ένα επεισόδιο εις βάρος της στις 8 Ιουλίου 2017 κατά τη διάρκεια διαδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της συνόδου κορυφής της G20 στο Αμβούργο(1).

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του Κανονισμού, ο Πρόεδρος παρέπεμψε την εν λόγω αίτηση στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων.

Η αίτηση υπεράσπισης της εν λόγω ασυλίας περιλαμβάνει μια συνοπτική έκθεση για το επεισόδιο την οποία η κ. Forenza διαβίβασε στην κ. Zimmer στις 10 Ιουλίου 2017. Απόσπασμα της έκθεσης αυτής αναφέρει τα εξής:

«Στις 8 Ιουλίου, συνελήφθην από την αστυνομία στο Αμβούργο, γύρω στις 4 μ.μ. στην οδό Ludwig Erhard καθώς διέσχιζα το Holstenwall μαζί με το διαπιστευμένο κοινοβουλευτικό βοηθό μου (...) και άλλους 13 Ιταλούς ακτιβιστές. Αυτό συνέβη αμέσως μετά τη λήξη της διαδήλωσης ενώ μεταβαίναμε σε κάποιο σημείο προκειμένου να γευματίσουμε μαζί. Επιθυμώ να καταστήσω σαφές ότι εκείνη τη στιγμή δεν κάναμε τίποτε περισσότερο από το να βαδίζουμε ειρηνικά.

Στην οδό Ludwig Erhard, η αστυνομία ζήτησε τις ταυτότητές μας και ενώ εμείς τις επιδεικνύαμε αμέσως στους αστυνομικούς, μια ομάδα 25-30 αστυνομικών ξαφνικά μας περικύκλωσε και ανάγκασε εμένα και την ομάδα μου να σταθούμε μπροστά σε ένα τοίχο.

Ανέφερα αμέσως στους αστυνομικούς την ιδιότητά μου ως βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, επιδεικνύοντάς τους τόσο την ταυτότητά μου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσο και το σχετικό δελτίο εισόδου. Οι αστυνομικοί απλώς με ειρωνεύτηκαν και ταυτόχρονα μου κατάσχεσαν όλα τα έγγραφα, την ταυτότητα και το δελτίο εισόδου. Αυτά περιήλθαν και πάλι στην κατοχή μου μόνο αφότου αφέθηκα ελεύθερη από το κέντρο κράτησης (Gefangenensammelstelle), στις 8 μ.μ. περίπου.

Η αστυνομία, όταν ρωτήθηκε από εμένα για τους λόγους μια τέτοιας μεταχείρισης δήλωσε ότι είχε λάβει πληροφορίες από τις μυστικές υπηρεσίες ότι πολλοί Ιταλοί θα έφθαναν στο Αμβούργο για να συμμετάσχουν σε ταραχές στους δρόμους. Έτσι, παρά την ιδιότητά μου ως βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θεωρήθηκα «επικίνδυνο» στοιχείο, επειδή μετακινούμην ομαδικά και ομιλούσα ιταλικά. Αυτός ήταν ο λόγος που δικαιολόγησε και επέτρεψε την κράτησή μου και τη σύλληψη των ατόμων που με συνόδευαν.

Πέρασα περισσότερο από μισή ώρα στη γωνία του δρόμου αυτού περικυκλωμένη από αστυνομικούς. Υποβλήθηκα επίσης σε λεπτομερή σωματικό έλεγχο. Ελέγχθηκαν ακόμη οι τσάντες μου και τα προσωπικά μου αντικείμενα. Το ίδιο συνέβη σε όλους μας και δεν βρέθηκε κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για διάπραξη αδικημάτων, ούτε καν υφάσματα για να καλύψουμε τα πρόσωπά μας. Μετά το σωματικό έλεγχο, μπόρεσα να τηλεφωνήσω στον Ιταλό πρόξενο στο Αμβούργο και να τον φέρω σε επικοινωνία με τον μοναδικό αξιωματικό της αστυνομίας που μιλούσε αγγλικά και φαινόταν να διευθύνει την επιχείρηση. Παρόλα αυτά το τηλεφώνημα δεν είχε κάποιο αποτέλεσμα και ως εκ τούτου δηλώθηκε ότι τελώ σε «καθεστώς σύλληψης» μαζί με άλλους 14 ακτιβιστές, χωρίς να τεκμηριώνονται σαφώς οι λόγοι που δικαιολογούσαν την κράτηση ενός βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Μετά τη σύλληψή μας, μεταφερθήκαμε σε δύο αστυνομικά οχήματα και κρατηθήκαμε σε κελιά για 3 περίπου ώρες μαζί με 4 άλλα άτομα σε ένα πολύ μικρό χώρο χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε ή να τύχουμε νομικής υποστήριξης. Στη συνέχεια, μεταφερθήκαμε σε κέντρο κράτησης στο Αμβούργο, πάντοτε υπό καθεστώς σύλληψης. (...) Αφού παρήλθαν αρκετές ώρες από τη σύλληψή μου τελικά αφέθηκα ελεύθερη γύρω στις 8 μ.μ., επειδή αναγνωρίστηκε η ιδιότητά μου. (...)

Τα 14 άλλα άτομα της ομάδας μου κλείστηκαν σε κελιά (...).

Ακόμη και μετά την απελευθέρωσή μου δέχθηκα πολλές φορές την απειλή ότι θα απομακρυνθώ βιαίως από το κέντρο κράτησης εάν συνεχίσω να αρνούμαι να το εγκαταλείψω, γεγονός που δεν μου επέτρεπε εκ των πραγμάτων να ασκήσω τις ελεγκτικές μου αρμοδιότητες ως βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Δεν μου επετράπη επίσης να επαναφορτίσω το κινητό μου τηλέφωνο καθώς και να τύχω συνδρομής και συμβουλών από νομικούς.

Εγκατέλειψα τον περιβάλλοντα χώρο του κέντρου κράτησης μόνο μετά τις 6 μ.μ. της 9ης Ιουλίου, όταν οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους Ιταλούς κρατούμενους της ομάδας μου είχαν αφεθεί ελεύθεροι χωρίς απαγγελία κατηγοριών και χωρίς καν μια έγγραφη αναφορά στους λόγους της σύλληψής τους.

Το βράδυ της ίδιας μέρας μου έδειξαν μια ανάρτηση στο λογαριασμό Twitter της αστυνομίας του Αμβούργου που εξέφραζε την ικανοποίησή της για τη σύλληψή μου, αν και τυγχάνω βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (...) ».

Στις 24 Ιουλίου 2017, η κ. Zimmer κατέθεσε αίτηση υπεράσπισης της ασυλίας της κ. Forenza, με ημερομηνία 20 Ιουλίου 2017, δυνάμει των άρθρων 8 και 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 και των άρθρων 7 και 9 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Στις 21 Νοεμβρίου 2017, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων άκουσε την κ. Forenza, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5 του Κανονισμού.

2.  Νομοθετικές διατάξεις και διαδικασία που εφαρμόζονται σε θέματα ασυλίας των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Τα άρθρα 8 και 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζουν:

Άρθρο 8

Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται σε έρευνα, κράτηση ή δίωξη για γνώμη ή ψήφο δοθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 9

Κατά τη διάρκεια των συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τα μέλη του απολαύουν:

(α) εντός της επικρατείας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους,

(β) εντός της επικρατείας άλλων κρατών μελών της εξαιρέσεως από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη.

Η ασυλία τους καλύπτει επίσης όταν μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή όταν επιστρέφουν από αυτόν.

Επίκληση της ασυλίας δεν δύναται να γίνει στην περίπτωση αυτοφώρου εγκλήματος και ούτε δύναται να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να άρει την ασυλία ενός από τα μέλη του.

Τα άρθρα 5, 7 και 9 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ορίζουν:

Άρθρο 5 : Προνόμια και ασυλίες

1. Οι βουλευτές απολαύουν των προνομίων και ασυλιών που ορίζονται στο πρωτόκολλο αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. Το Κοινοβούλιο, κατά την άσκηση των εξουσιών του σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες, ενεργεί με σκοπό τη διατήρηση της ακεραιότητάς του ως δημοκρατικής νομοθετικής συνέλευσης και τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των βουλευτών του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η βουλευτική ασυλία δεν αποτελεί προσωπικό προνόμιο των βουλευτών, αλλά εγγύηση της ανεξαρτησίας του Κοινοβουλίου στο σύνολό του και των βουλευτών του. (...)

Άρθρο 7 : Υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών

1. Στις περιπτώσεις που εικάζεται ότι τα προνόμια και οι ασυλίες βουλευτή ή πρώην βουλευτή έχουν παραβιασθεί ή πρόκειται να παραβιασθούν από τις αρχές κράτους μέλους, δύναται να υποβληθεί αίτημα προκειμένου το Κοινοβούλιο να αποφανθεί εάν σημειώθηκε ή ενδέχεται να σημειωθεί παραβίαση των εν λόγω προνομίων και ασυλιών, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1.

2. Ειδικότερα, δύναται να υποβληθεί τέτοιο αίτημα για την υπεράσπιση προνομίων και ασυλιών εάν κριθεί ότι οι περιστάσεις θα συνιστούσαν διοικητικό ή άλλο περιορισμό επιβαλλόμενο στην ελεύθερη μετακίνηση βουλευτών που μεταβαίνουν στον τόπο συνεδρίασης του Κοινοβουλίου ή επιστρέφουν από αυτόν ή στην έκφραση γνώμης ή ψήφου δοθείσης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή ότι θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Αίτημα για την υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών βουλευτή δεν είναι παραδεκτό εάν έχει ήδη ληφθεί αίτημα για την άρση ή την υπεράσπιση της ασυλίας του βουλευτή αυτού όσον αφορά τα ίδια περιστατικά, είτε έχει ληφθεί απόφαση σχετικά με το αίτημα αυτό είτε όχι. (...)

Άρθρο 9 : Διαδικασίες σχετικά με την ασυλία

1. Κάθε αίτημα το οποίο απευθύνεται στον Πρόεδρο από αρμόδια αρχή κράτους μέλους με σκοπό την άρση της ασυλίας ενός βουλευτή, ή από βουλευτή ή πρώην βουλευτή με σκοπό την προάσπιση των προνομίων και της ασυλίας, ανακοινώνεται στην Ολομέλεια και παραπέμπεται στην αρμόδια επιτροπή.

2. Με τη σύμφωνη γνώμη του ενδιαφερόμενου βουλευτή ή πρώην βουλευτή, το αίτημα μπορεί να υποβάλλεται από άλλο βουλευτή, στον οποίο μπορεί να επιτραπεί να εκπροσωπεί τον ενδιαφερόμενο βουλευτή ή πρώην βουλευτή σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.

Ο βουλευτής που εκπροσωπεί τον ενδιαφερόμενο βουλευτή ή πρώην βουλευτή δεν συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων της επιτροπής.

3. Η επιτροπή εξετάζει χωρίς καθυστέρηση, αλλά λαμβάνοντας υπόψη την σχετική περιπλοκότητά τους, τα αιτήματα για άρση της ασυλίας ή τα αιτήματα για προάσπιση των προνομίων και της ασυλίας.

4. Η επιτροπή καταρτίζει πρόταση αιτιολογημένης απόφασης που περιορίζεται σε σύσταση για την έγκριση ή την απόρριψη του αιτήματος άρσης της ασυλίας ή προάσπισης των προνομίων και της ασυλίας. Τροπολογίες δεν γίνονται δεκτές. Σε περίπτωση απόρριψης μιας πρότασης, θεωρείται εγκριθείσα η αντίθετη απόφαση.

5. Η επιτροπή μπορεί να ζητήσει από την ενδιαφερόμενη αρχή να της παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή επεξήγηση θεωρεί αναγκαία προκειμένου να σχηματίσει γνώμη για το εάν η ασυλία πρέπει να αρθεί ή να προασπισθεί.

6. Ο ενδιαφερόμενος βουλευτής πρέπει να έχει την ευκαιρία να εκφράσει την άποψή του και μπορεί να προσκομίσει οποιαδήποτε έγγραφα ή άλλα γραπτά στοιχεία θεωρεί χρήσιμα.

Ο ενδιαφερόμενος βουλευτής δεν παρίσταται στις συζητήσεις σχετικά με το αίτημα άρσης ή υπεράσπισης της ασυλίας του, παρά μόνο στην ίδια την ακρόαση.

Ο πρόεδρος της επιτροπής καλεί τον βουλευτή σε ακρόαση, προσδιορίζοντας την ημερομηνία και την ώρα αυτής. Ο ενδιαφερόμενος βουλευτής δύναται να παραιτηθεί του δικαιώματος ακρόασης.

Εάν ο ενδιαφερόμενος βουλευτής δεν παραστεί στην ακρόαση σύμφωνα με την εν λόγω πρόσκληση, λογίζεται ότι παραιτήθηκε του δικαιώματος ακρόασης, εκτός εάν ζητήσει να μη συμμετάσχει στην ακρόαση κατά την προτεινόμενη ημερομηνία και ώρα, έχοντας αιτιολογήσει την απουσία του. Ο πρόεδρος της επιτροπής αποφασίζει εάν θα κάνει δεκτό το ως άνω αίτημα, λαμβάνοντας υπόψη τους εκτιθέμενους λόγους. Ο ενδιαφερόμενος βουλευτής δεν δύναται να προσφύγει κατά της απόφασης του προέδρου.

Εάν ο πρόεδρος της επιτροπής δεχθεί το αίτημα, καλεί τον ενδιαφερόμενο βουλευτή σε ακρόαση σε νέα ημερομηνία και ώρα. Εάν ο ενδιαφερόμενος βουλευτής αγνοήσει τη δεύτερη πρόσκληση σε ακρόαση, η διαδικασία συνεχίζεται χωρίς να έχει ακουσθεί ο βουλευτής. Στην περίπτωση αυτή, δεν γίνονται δεκτά περαιτέρω αιτήματα ακρόασης ή μη συμμετοχής σε αυτή.

7. Όταν το αίτημα ζητεί την άρση ή την υπεράσπιση της ασυλίας για διαφόρους λόγους, ο κάθε ένας από αυτούς μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής απόφασης. Η έκθεση της επιτροπής μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να προτείνει την άρση ή την υπεράσπιση της ασυλίας μόνο για τις ποινικές διώξεις ενώ, μέχρις ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ο βουλευτής έχει ασυλία από κάθε μορφή σύλληψης ή κράτησης ή οποιοδήποτε άλλο μέτρο τον παρεμποδίζει στην άσκηση των καθηκόντων που προβλέπει η εντολή του. (...)

3.  Αιτιολόγηση της προτεινόμενης απόφασης

Γενικά

Στην αίτησή της, η κ. Zimmer επικαλείται, ταυτόχρονα, τα άρθρα 8 και 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην πραγματικότητα, τα δύο αυτά άρθρα αλληλοαποκλείονται. Το άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου εφαρμόζεται μόνο στις δικαστικές διαδικασίες που αφορούν παραβάσεις άλλες από εκείνες που διαπράττονται μέσω εκφρασθείσας γνώμης ή δοθείσας ψήφου, οι οποίες, με τη σειρά τους, καλύπτονται αποκλειστικά από το άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου(2). Δεδομένου ότι δεν πρόκειται εν προκειμένω για γνώμες που εκφράστηκαν από βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά για συμπεριφορά που θεωρήθηκε επικίνδυνη για τη δημόσια τάξη (εικαζόμενη συμμετοχή σε ταραχές), εξυπακούεται ότι εφαρμόζεται μόνο το άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου.

Όπως απεφάνθη το Γενικό Δικαστήριο, το άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου «σκοπεί στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των μελών του Κοινοβουλίου, αποτρέποντας το ενδεχόμενο να ασκούνται πιέσεις, συνιστάμενες σε απειλές συλλήψεως ή δικαστικών διώξεων, κατά των βουλευτών κατά τη διάρκεια των συνόδων του Κοινοβουλίου»(3).

Όμως, ενώ η εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που επιβάλλονται με το άρθρο 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) συνεπάγεται μια μεγάλη ποικιλομορφία κανόνων, και μάλιστα μια άνιση μεταχείριση των βουλευτών(4), το στοιχείο β) θεσπίζει ένα πραγματικά ομοιόμορφο υπερεθνικό καθεστώς για τους βουλευτές που βρίσκονται σε χώρα άλλη από τη δική τους. Πράγματι, όποια και εάν είναι η ιθαγένειά τους και το οικείο κράτος μέλος, οι βουλευτές απολαύουν της εξαιρέσεως από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη.

Η εν λόγω διάταξη διατυπώνεται κατά τρόπο τόσο κατηγορηματικό όσο το άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου που θεσπίζει την αποκαλούμενη απόλυτη ασυλία. Συνάγεται ότι θα ήταν δυνατό να εφαρμοστεί στην ασυλία που αναφέρεται στο άρθρο 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του Πρωτοκόλλου η ίδια προσέγγιση που το Δικαστήριο πρότεινε προκειμένου να καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής της απόλυτης ασυλίας που αναφέρεται στο άρθρο 8, ήτοι ότι πρέπει να καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο σε συνάρτηση με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης(5). Όπως και το άρθρο 8, το άρθρο 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) δεν επιτρέπει συνεπώς την παραπομπή σε πιθανές εθνικές διατάξεις.

Όσον αφορά την εσωτερική διαδικασία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 9 του Κανονισμού, οι βουλευτές μπορούν να υποβάλουν αιτήσεις υπεράσπισης της ασυλίας τους στο πλαίσιο του άρθρου 9. Ωστόσο, όπως απεφάνθη σαφώς το Γενικό Δικαστήριο, το Κοινοβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς τον προσανατολισμό που δύναται να δώσει σε απόφαση επί αιτήσεως υπεράσπισης της ασυλίας βάσει του άρθρου 9 του Πρωτοκόλλου(6).

Εφαρμογή του άρθρου 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του Πρωτοκόλλου στην περίπτωση της κ. Forenza

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων εκτιμά ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από την αίτηση της κ. Zimmer και από την ακρόαση της κ. Forenza, υποδηλώνουν ότι η γερμανική αστυνομία υπέβαλε την κ. Forenza σε σωματικό έλεγχο και κατόπιν την έθεσε υπό κράτηση αν και είχε πλήρη επίγνωση της ιδιότητάς της ως βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Δεδομένου ότι η κ. Forenza βρισκόταν σε κράτος μέλος άλλο από το δικό της, πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις προκειμένου να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της η ασυλία που προβλέπεται στο άρθρο 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο β). Συνάγεται ότι η γερμανική αστυνομία, υποβάλλοντας σε σωματικό έλεγχο και συλλαμβάνοντας την κ. Forenza, παραβίασε εσκεμμένα τα προνόμια των οποίων η εν λόγω βουλευτής απολαύει.

Υπό το πρίσμα των όσων προηγούνται, φαίνεται ότι η γερμανική αστυνομία προέβη στον σωματικό έλεγχο και στη σύλληψη παράνομα.

Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης, είναι προφανές ότι η κ. Forenza δεν συνελήφθη επ’ αυτοφώρω, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 9 τρίτο εδάφιο του Πρωτοκόλλου, και ότι η περίπτωση της κ. Forenza καλύπτεται συνεπώς πλήρως από τη βουλευτική ασυλία που προβλέπεται στο άρθρο 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του Πρωτοκόλλου·

4.  Συμπέρασμα

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 του Κανονισμού, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, αφού εξέτασε τους λόγους που συνηγορούν υπέρ και κατά της υπεράσπισης της ασυλίας της κ. Forenza, συνιστά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να προασπίσει τα προνόμια και ασυλίες της Eleonora Forenza.

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 του Κανονισμού, με τη σύμφωνη γνώμη του ενδιαφερόμενου βουλευτή ή πρώην βουλευτή, το αίτημα μπορεί να υποβάλλεται από άλλο βουλευτή, στον οποίο μπορεί να επιτραπεί να εκπροσωπεί τον ενδιαφερόμενο βουλευτή ή πρώην βουλευτή σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.

(2)

Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-200/07 και C-201/07, (προαναφερθείσες), Marra κ.λπ., σκέψη 45.

(3)

Απόφαση Mote, (προαναφερθείσα), σκέψη 50, που παραθέτει τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-17/00 R, Rothley κ.α. κατά Κοινοβουλίου, ECLI:EU:T:2000:119, σκέψη 90.

(4)

Σε ορισμένες χώρες, οι βουλευτές δεν απολαύουν ουδεμίας ασυλίας. Τούτο, για παράδειγμα, συμβαίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο: βλέπε την Πρώτη έκθεση της μικτής επιτροπής για τα κοινοβουλευτικά προνόμια, 9 Απριλίου 1999, Βουλή των Κοινοτήτων 214-I 1998-99, σκέψη 242: «Εάν ένα μέλος κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξεως, δεν απαιτείται άρση της ασυλίας. Εάν ένα μέλος βρίσκεται στη φυλακή και δεν μπορεί να μεταβεί στη Βουλή, τα δύο Σώματα αναμένουν απλώς να ενημερωθούν για το γεγονός».

(5)

Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-200/07 και C-201/07, (προαναφερθείσες), Marra κ.λπ., σκέψη 26.

(6)

Απόφαση Gollnisch, (προαναφερθείσα), σκέψη 101.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

7.12.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

9

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Marie-Christine Boutonnet, Jean-Marie Cavada, Gilles Lebreton, Evelyn Regner, Pavel Svoboda, Axel Voss, Tadeusz Zwiefka

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Maria Arena, Anne-Marie Mineur, Pier Antonio Panzeri

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου