Διαδικασία : 2017/2191(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0049/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0049/2018

Συζήτηση :

PV 18/04/2018 - 24
CRE 18/04/2018 - 24

Ψηφοφορία :

PV 19/04/2018 - 10.16

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2018)0187

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 875kWORD 115k
1.3.2018
PE 612.214v02-00 A8-0049/2018

σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού

(2017/2191(INI))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Ramon Tremosa i Balcells

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού

(2017/2191(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και συγκεκριμένα τα άρθρα 39, 42 και 101 έως 109 καθώς και το άρθρο 174,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 2017, επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2016 (COM(2016)0285) καθώς και το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, το οποίο δημοσιεύτηκε την ίδια ημερομηνία ως συνοδευτικό έγγραφο,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης(1),

–  έχοντας υπόψη τη Λευκή Βίβλο, της 9ης Ιουλίου 2014, με τίτλο «Προς ένα αποτελεσματικότερο έλεγχο των συγκεντρώσεων στην ΕΕ» (COM(2014)0449),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1084 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 2017, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014 όσον αφορά τις ενισχύσεις για τις λιμενικές και αερολιμενικές υποδομές, τα όρια κοινοποίησης για τις ενισχύσεις για τον πολιτισμό και τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και τις ενισχύσεις για τον αθλητισμό και τις πολυλειτουργικές υποδομές αναψυχής, και τα καθεστώτα περιφερειακών ενισχύσεων λειτουργίας για τις εξόχως απόκεντρες περιφέρειες και που τροποποιεί τον κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 702/2014 όσον αφορά τον υπολογισμό των επιλέξιμων δαπανών(2),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς (COM(2017)0142),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 19ης Ιουλίου 2016 σχετικά με την έννοια της κρατικής ενίσχυσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης(3),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 5ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις συμφωνίες συνεργασίας της ΕΕ για την εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού - μελλοντικές προοπτικές(4),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Φεβρουαρίου 2016 σχετικά με την ειδική κατάσταση των νησιών(5),

  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 22ας Οκτωβρίου 2016 σχετικά με την Πράσινη Βίβλο για τις λιανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες(6),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 19ης Ιανουαρίου 2016, σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ(7) και τις εκθέσεις της των προηγούμενων ετών σχετικά με ο θέμα αυτό,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Νοεμβρίου 2017 σχετικά με το σχέδιο δράσης για τις λιανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες(8),

–  έχοντας υπόψη τους σχετικούς κανόνες, κατευθυντήριες γραμμές, αποφάσεις, ψηφίσματα, ανακοινώσεις και έγγραφα της Επιτροπής σχετικά με το θέμα του ανταγωνισμού,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού 2016,

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας(9),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου (A8-0049/2018),

1.  χαιρετίζει την έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2016 της 31ης Μαΐου 2017 (COM(2017)0285), η οποία δείχνει ότι ο θεμιτός ανταγωνισμός, οι επενδύσεις και η καινοτομία αποτελούν κομβικούς παράγοντες για το μέλλον της Ευρώπης·

2.  υποστηρίζει ένθερμα την ανεξαρτησία της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού (ΕΑΑ) κατά την αποστολή τους για τη διαμόρφωση και την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ προς όφελος των καταναλωτών της ΕΕ και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ·

3.  επικροτεί και ενθαρρύνει περαιτέρω τις προσπάθειες της Επιτροπής να διατηρήσει, πέρα από τον διαρθρωμένο διάλογο με την αρμόδια για την αρμόδια για τον Ανταγωνισμό Επίτροπο κ. Margrethe Vestager, τακτικές επαφές με τα μέλη της αρμόδιας επιτροπής του Κοινοβουλίου και την ομάδα εργασίας για την πολιτική ανταγωνισμού· είναι πεπεισμένο ότι η ετήσια έκθεση της Επιτροπής για την πολιτική ανταγωνισμού αποτελεί βασικό στοιχείο όσον αφορά τον δημοκρατικό έλεγχο και επικροτεί την ενημέρωση από πλευράς Επιτροπής σχετικά με όλα τα συγκεκριμένα αιτήματα που ενέκρινε το Κοινοβούλιο·

4.  καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει τακτική ενημέρωση και ανταλλαγή απόψεων με το Κοινοβούλιο σχετικά με την προετοιμασία και την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ, διεθνών συμφωνιών και άλλων μη δεσμευτικών κανόνων σχετικά με την πολιτική ανταγωνισμού, όπως προβλέπει η Διοργανική συμφωνία μεταξύ Επιτροπής και Κοινοβουλίου· διαπιστώνει ότι αυτό δεν επιτυγχάνεται σε ικανοποιητικό βαθμό, επί παραδείγματι, κατά τις διαβουλεύσεις σχετικά με τη συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Καναδά για την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο διαδικασιών ανταγωνισμού· καλεί το Συμβούλιο να προβεί σε κύρωση της συμφωνίας ΕΕ - Καναδά όσο το δυνατόν συντομότερα· προτίθεται να προωθήσει τακτικές ανταλλαγές απόψεων στην αρμόδια επιτροπή με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού (ΕΔΑ) και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού·

5.  καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί την εφαρμογή των οδηγιών που σχετίζονται με την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, ιδίως στους τομείς της ενέργειας (συμπεριλαμβανομένης και της αυτοκατανάλωσης) και των μεταφορών, στην ψηφιακή αγορά καθώς και στις λιανικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προκειμένου να ενισχύσει την επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ και να επιτευχθεί συνεκτική εφαρμογή στα κράτη μέλη·

6.  τονίζει την ανάγκη εμβάθυνσης της ενιαίας αγοράς, ανοίγοντας νέες προοπτικές για ολοκλήρωση και ελευθερία εγκατάστασης σε όλους τους τομείς· υπογραμμίζει την ανάγκη για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική εξυγίανση στο πλαίσιο του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης (ΣΣΑ)· απευθύνει έκκληση στην Επιτροπή να αποκαταστήσει την αξιοπιστία του ΣΣΑ διασφαλίζοντας ότι όλα τα κράτη μέλη θα ακολουθούν τους κανόνες αντί να ζητούν νέους κανόνες και νέους θεσμούς·

7.  επισημαίνει ότι οι κρατικές ενισχύσεις μπορούν να αποτελέσουν απαραίτητο εργαλείο για τη διασφάλιση της αναγκαίας υποδομής και του εφοδιασμού τόσο για τον τομέα της ενέργειας όσο και για τον τομέα των μεταφορών, ιδίως στην Ευρώπη, όπου πραγματοποιείται μετάβαση σε καθαρότερα και πιο φιλικά προς το κλίμα συστήματα ενεργειακού εφοδιασμού και μεταφορών·

8.  επισημαίνει ότι οι κρατικές ενισχύσεις μπορούν να είναι απαραίτητες για λόγους διασφάλισης της παροχής υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, μεταξύ των οποίων η ενέργεια, οι μεταφορές και οι τηλεπικοινωνίες· υπογραμμίζει ότι η κρατική παρέμβαση αποτελεί συχνά το καλύτερο εργαλείο πολιτικής για τη διασφάλιση υπηρεσιών καίριας σημασίας για τη στήριξη των απομονωμένων, απομακρυσμένων ή περιφερειακών περιοχών και νησιών στην Ένωση·

9.  θεωρεί ότι είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ο ανταγωνισμός που προϋποθέτει τη διασφάλιση της δυνατότητας διασυνοριακών εξαγορών στην ενδοευρωπαϊκή αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλίσεων·

10.  υπογραμμίζει ότι η συνδεσιμότητα των περιφερειακών περιοχών και νησιών είναι ουσιώδους σημασίας για τη διατήρηση και την ανάπτυξη αποδεκτών επιπέδων οικονομικής και κοινωνικής πρωτοβουλίας, με τη διατήρηση ζωτικής σημασίας επιχειρηματικών συνδέσεων·

11.  τονίζει ότι η πρόσβαση σε ρευστό χρήμα μέσω των μηχανημάτων ανάληψης μετρητών συνιστά σημαντική δημόσια υπηρεσία που πρέπει να παρέχεται χωρίς να εφαρμόζεται καμία μεροληπτική, αντιανταγωνιστική ή αθέμιτη πρακτική και ότι, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να συνεπάγεται υπερβολικό κόστος·

12.  χαιρετίζει τις προσπάθειες της ΓΔ Ανταγωνισμού για τη συνέχιση της οικοδόμησης ενός βιώσιμου και ισορροπημένου εργατικού δυναμικού σε όλη τη διάρκεια του 2016· χαιρετίζει τη βελτίωση της διαχείρισης του προσωπικού στην ΓΔ Ανταγωνισμού και το γεγονός ότι ο ρυθμός εναλλαγής του προσωπικού έπεσε στο χαμηλότερο επίπεδο από την αρχή της μέτρησης (από 13,9% το 2015 σε 10,8% το 2016(10))· ζητεί από την Επιτροπή να αναδιαθέσει επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους στη ΓΔ Ανταγωνισμού και να διασφαλίσει σταθερή χρηματοδότηση για τον εκσυγχρονισμό της Διεύθυνσης ηλεκτρονικών εργαλείων και εργαλείων πληροφορικής, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον αυξανόμενο φόρτο εργασίας και την τεχνολογική πρόοδο· ζητεί, εκ νέου, να διαχωριστούν αυστηρά οι υπηρεσίες που εκπονούν κατευθυντήριες γραμμές από εκείνες που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή τους·

13.  χαιρετίζει την πρόοδο που έχει σημειώσει η ΓΔ Ανταγωνισμού στον τομέα των ίσων ευκαιριών, συμπεριλαμβανομένης και της εκπροσώπησης των γυναικών σε θέσεις μεσαίων διοικητικών στελεχών σε ποσοστό 36 %·

14.  επισημαίνει και πάλι ότι η διαφθορά στον τομέα των δημόσιων προμηθειών προκαλεί σημαντικές στρεβλώσεις της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας σε επίπεδο αγοράς· επαναλαμβάνει ότι οι δημόσιες προμήθειες συγκαταλέγονται στις κρατικές δραστηριότητες που είναι πιο ευάλωτες στη διαφθορά· τονίζει ότι σε ορισμένα κράτη μέλη, οι προμήθειες που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ ενέχουν μεγαλύτερους κινδύνους διαφθοράς σε σχέση με τις εθνικά χρηματοδοτούμενες προμήθειες· καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει τις προσπάθειές της για την αποτροπή της κατάχρησης πόρων της ΕΕ και την ενίσχυση της λογοδοσίας στον τομέα των δημόσιων προμηθειών· χαιρετίζει επίσης τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

15.  σημειώνει ότι οι κανόνες της ΕΕ δεν ορίζουν χρονικά περιθώρια για έρευνες στον τομέα της καταπολέμησης των μονοπωλίων, γεγονός που συνεπάγεται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται ενίοτε πολύ αργά, αφού οι ανταγωνιστές υποχρεώνονται να εξέλθουν από την αγορά·

16.  καλεί την Επιτροπή να εκδώσει ενδεικτικές κατευθυντήριες γραμμές για να περιορίσει τη διάρκεια ερευνών για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας και τη διάρκεια των διαδικασιών που αφορούν παραβίαση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, ώστε να αποτραπεί η αβεβαιότητα και η υπερβολική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις και για να διαμορφωθεί ανταγωνιστικό τοπίο που θα είναι επωφελές για τους καταναλωτές· επισημαίνει ότι θα πρέπει να επιτρέπονται μεγαλύτερα και πιο ευέλικτα χρονοδιαγράμματα μόνο σε πολύπλοκες περιπτώσεις όπου οι έρευνες πρόκειται να επεκταθούν σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις·

17.  υπογραμμίζει ότι, ενώ η ταχύτητα των ερευνών πρέπει να εξισορροπηθεί με την ανάγκη επαρκούς προάσπισης των δικαιωμάτων υπεράσπισης και την ποιότητα των ερευνών, τα ενδεικτικά χρονοδιαγράμματα μπορούν να βοηθήσουν τις αρχές ανταγωνισμού να κάνουν πιο αποτελεσματική χρήση των πόρων τους· σημειώνει ότι, προκειμένου να βελτιωθεί η ταχύτητα των σημαντικών αντιμονοπωλιακών ερευνών, η Επιτροπή και τα ενδιαφερόμενα μέρη θα μπορούσαν να αυξήσουν τη χρήση απλουστευμένων διαδικασιών για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας και να βελτιώσουν την πρόσβαση στους σχετικούς φακέλους·

18.  σημειώνει ότι η πλειονότητα των αποφάσεων σχετικά με θέματα αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο· καλεί, κατά συνέπεια, την Επιτροπή, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, να παρακολουθεί τη συνολική συνοχή και την ανεξαρτησία της πολιτικής ανταγωνισμού και της επιβολής της νομοθεσίας στην εσωτερική αγορά, με την υποστήριξη του ΕΔΑ· τονίζει ότι η ανεξαρτησία των εθνικών αρχών ανταγωνισμού είναι εξαιρετικά σημαντική και, ως εκ τούτου, εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόταση της Επιτροπής για ΕΔΑ+ που αποσκοπεί στην ενίσχυση της ικανότητας των ΕΑΑ ώστε να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότερη επιβολή της περί ανταγωνισμού νομοθεσίας της ΕΕ·

19.  πιστεύει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επαληθεύει ότι, προκειμένου να είναι σε θέση να επιτελούν το έργο τους με απόλυτη ανεξαρτησία, οι ΕΑΑ θα είναι επαρκώς εφοδιασμένες από άποψη οικονομικών, ανθρωπίνων και τεχνικών πόρων, και ότι η εκλογή ή ο διορισμός των διευθυντών τους και των ανώτερων διοικητικών στελεχών τους θα είναι διαφανείς και δεν θα επηρεάζονται από πολιτικές σκοπιμότητες· τονίζει ότι η αυτονομία των ΕΑΑ, μεταξύ άλλων όσον αφορά την κατάρτιση του προϋπολογισμού, είναι απαραίτητη ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματική επιβολή της νομοθεσίας της ΕΕ περί ανταγωνισμού· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι ΕΑΑ δημοσιοποιούν ετήσιες εκθέσεις που περιέχουν στατιστικές και αιτιολογημένη σύνθεση των δραστηριοτήτων τους και καλεί την Επιτροπή να υποβάλει ετήσια έκθεση στο Κοινοβούλιο σε σχέση με τα κομβικά αυτά ζητήματα· πιστεύει ότι οι ΕΑΑ πρέπει να διαθέτουν διαδικασίες για να διασφαλίζουν ότι το προσωπικό και οι διευθυντές τους θα απέχουν, για εύλογο χρονικό διάστημα μετά την αποχώρησή τους από τη θέση εργασίας τους, από δραστηριότητες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με συγκεκριμένη υπόθεση στην οποία ενέχεται η ΕΑΑ· τονίζει τη σημασία του ΕΔΑ, το οποίο παρέχει τη βάση για τακτικές ανταλλαγές μεταξύ της Επιτροπής και των ΕΑΑ, προκειμένου να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική και συνεπής εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού· καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη τη γνώμη των ΕΑΑ·

20.  είναι της άποψης ότι μια μελέτη σχετικά με τις γνώσεις και την αντίληψη που έχουν οι επιχειρήσεις, ιδίως οι ΜΜΕ, για τους κανόνες περί ανταγωνισμού και τις κρατικές ενισχύσεις της ΕΕ, θα ωφελούσε ενισχύοντας την εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ περί ανταγωνισμού και λειτουργώντας ταυτόχρονα ως χρήσιμο μέσο καθοδήγησης·

21.  είναι της γνώμης ότι η λήψη προσωρινών μέτρων στον τομέα της ψηφιακής οικονομίας μπορεί να συμβάλει σε σημαντικό βαθμό ώστε να διασφαλιστεί ότι τυχόν παραβάσεις κατά τη διάρκεια ερευνών δεν πλήττουν με σοβαρό και μη αναστρέψιμο τρόπο τον ανταγωνισμό· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τις επιλογές που έχει στη διάθεσή της, δηλαδή είτε να επιταχύνει τις διαδικασίες ενώπιον των αρχών ανταγωνισμού για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΕΕ είτε να απλουστεύσει τη λήψη προσωρινών μέτρων· καλεί την Επιτροπή, εν προκειμένω, να διενεργήσει έρευνα και να υποβάλει τα αποτελέσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, ενδεχομένως μαζί με νομοθετική πρόταση·

22.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει επιμελώς, στο πλαίσιο μιας πιθανής μεταρρύθμισης του κανονισμού περί συγκεντρώσεων, εάν κατά τη σημερινή πρακτική αξιολόγησης λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι συνθήκες που επικρατούν στις ψηφιακές αγορές· θεωρεί ότι ενδέχεται να χρειαστεί προσαρμογή των κριτηρίων εφαρμοσιμότητας που αφορούν την αξιολόγηση των συγκεντρώσεων στην ψηφιακή οικονομία· επισημαίνει ακόμα ότι η ανεξαρτησία των εθνικών αρχών ανταγωνισμού δεν θα πρέπει να διασφαλιστεί μόνο κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, αλλά και κατά την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων περί συγκεντρώσεων· τονίζει ως εκ τούτου την ανάγκη ισοδύναμων κανόνων σε επίπεδο ΕΕ στον εν λόγω τομέα·

23.  χαιρετίζει τις συνεχείς προσπάθειες της Επιτροπής να αποσαφηνίσει τις διάφορες πτυχές του ορισμού των κρατικών ενισχύσεων, όπως προκύπτει από την ανακοίνωσή της σχετικά με την έννοια της κρατικής ενίσχυσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, η οποία αποτελεί σημαντικό στοιχείο της πρωτοβουλίας εκσυγχρονισμού των κρατικών ενισχύσεων· επισημαίνει ιδίως τις προσπάθειες της Επιτροπής για την αποσαφήνιση των εννοιών της «επιχείρησης» και της «οικονομικής δραστηριότητας»· διαπιστώνει, ωστόσο, ότι εξακολουθεί να είναι δύσκολο, ιδίως στον τομέα των κοινωνικών υποθέσεων, να γίνει διάκριση μεταξύ οικονομικών και μη οικονομικών δραστηριοτήτων· επισημαίνει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να διασφαλίζει την ορθή ερμηνεία της Συνθήκης·

24.  επαναλαμβάνει ότι ο δίκαιος φορολογικός ανταγωνισμός είναι σημαντικός για την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς και ότι όλοι οι παράγοντες της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων και των ψηφιακών εταιρειών, θα πρέπει να καταβάλλουν το μερίδιο φόρων που τους αναλογεί εκεί που παράγονται τα κέρδη τους, για να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις· εκφράζει ικανοποίηση για τις διεξοδικές έρευνες της Επιτροπής στον τομέα αυτό και τονίζει ότι η αντιμετώπιση της φορολογικής απάτης και του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού είναι απαραίτητη για την εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ενιαία αγορά και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών· τονίζει ότι οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις ισχύουν επίσης για τις φορολογικές απαλλαγές και ότι είναι απαραίτητη η εξάλειψη των στρεβλωτικών αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών, όπως τα επιλεκτικά φορολογικά πλεονεκτήματα· καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι η Επιτροπή έχει πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των φορολογικών αρχών των κρατών μελών, προκειμένου να εκτιμά τη συμβατότητα των φορολογικών αποφάσεων και συμφωνιών με τους ευρωπαϊκούς κανόνες περί ανταγωνισμού·

25.  εκφράζει την ανησυχία του για την έλλειψη δράσης των αρχών ανταγωνισμού κατά της αναδρομικής εξάλειψης των καθεστώτων στήριξης για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας· υπογραμμίζει ότι αυτή η αδράνεια έχει στρεβλώσει περαιτέρω τον ανταγωνισμό, δεδομένου ότι οι διεθνείς επενδυτές έχουν καταφέρει να αποζημιωθούν, ενώ οι τοπικοί επενδυτές όχι· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τις στρεβλωτικές επιπτώσεις των υφιστάμενων πληρωμών δυνατότητας και των πληρωμών λόγω αναστολής των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας·

26.  ζητεί την αναθεώρηση των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις όσον αφορά τη φορολογία για την κάλυψη υποθέσεων αθέμιτου ανταγωνισμού που υπερβαίνουν τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και μεταβιβαστικής τιμολόγησης·

27.  υπογραμμίζει την ανάγκη για απλές και διαφανείς φορολογικές πολιτικές και νομοθεσίες·

28.  επικροτεί θερμά την απόφαση της Επιτροπής κατά των παράνομων φορολογικών οφελών που χορηγούνται στην Amazon και τις προηγούμενες αποφάσεις-ορόσημα σχετικά με παράνομα επιλεκτικά φορολογικά πλεονεκτήματα, και τονίζει ότι είναι απαραίτητη η έγκαιρη ανάκτηση των παράνομων ενισχύσεων· σημειώνει ότι το Λουξεμβούργο ανακοίνωσε την πρόθεσή του να προσβάλει την απόφαση για την Amazon, ακριβώς όπως έπραξε η Ιρλανδία για την περίπτωση της Apple· καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να εποπτεύει την κατάσταση σε όλα τα κράτη μέλη και να λάβει αποφάσεις για να αποκαταστήσει κάθε παράνομη κατάσταση σε όλες τις συγκρίσιμες περιπτώσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση και να αποκατασταθεί ο ισότιμος ανταγωνισμός·

29.  υπογραμμίζει την ανάγκη φορολόγησης των ψηφιακών εταιρειών ανάλογα με την πραγματική τους δραστηριότητα στα κράτη μέλη καταγράφοντας τον κύκλο εργασιών που παράγουν μέσω ψηφιακών πλατφορμών, αποτρέποντας έτσι ένα ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τις εταιρείες που ασκούν τις δραστηριότητές τους μέσω μόνιμης φυσικής παρουσίας·

30.  θεωρεί ότι ο δίκαιος ανταγωνισμός εντός της εσωτερικής αγοράς μπορεί να παρεμποδιστεί από τον φορολογικό σχεδιασμό, καθώς οι νεοεισερχόμενοι και οι ΜΜΕ με επιχειρηματική δραστηριότητα σε μία μόνο χώρα βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τις πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες μπορούν να μεταφέρουν τα κέρδη τους ή να εφαρμόζουν άλλες μορφές επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού μέσω διαφόρων αποφάσεων και μέσων που διατίθενται αποκλειστικά σε αυτές· επισημαίνει με ανησυχία ότι η προκύπτουσα μείωση των φορολογικών υποχρεώσεων συνεπάγεται για τις πολυεθνικές εταιρείες υψηλότερα κέρδη μετά τους φόρους και δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού με τους ανταγωνιστές τους στην ενιαία αγορά, οι οποίοι δεν μπορούν να εφαρμόσουν επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό και διατηρούν τη σύνδεση μεταξύ του τόπου όπου δημιουργούν το κέρδος και του τόπου φορολογίας τους·

31.  ζητεί από την Επιτροπή να διεξάγει διαπραγματεύσεις με όλα τα κράτη και εδάφη που απολαμβάνουν ισχυρή πρόσβαση στην κοινή αγορά και δεν διαθέτουν αποτελεσματικούς ελέγχους των κρατικών ενισχύσεων κατά του αθέμιτου φορολογικού ανταγωνισμού·

32.  λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο χρήσης δημοσίων κεφαλαίων για τη διάσωση των τραπεζών που είναι σημαντικές στην περιοχή τους· καλεί την Επιτροπή να εξηγήσει υπό ποιους όρους αυτό είναι δυνατόν, ιδίως σε ό, τι αφορά τους κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις και διάσωσης με ίδια μέσα· πιστεύει ότι το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο είναι ασαφές και καλεί την Επιτροπή να το βελτιώσει·

33.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την οδηγία περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων, τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων για την αποτροπή της πτώχευσης ενός πιστωτικού ιδρύματος πρέπει να χρησιμοποιούνται εντός σαφώς καθορισμένου πλαισίου και να συμμορφώνονται σε κάθε περίπτωση με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις·

34.  καλεί την Επιτροπή να επανεξετάζει σε ετήσια βάση εάν εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ στον χρηματοπιστωτικό τομέα·

35.  πιστεύει ότι μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, η συγκέντρωση στον τραπεζικό τομέα έχει αυξηθεί και σε ορισμένες περιπτώσεις έχει ενθαρρυνθεί από τις ευρωπαϊκές και εθνικές εποπτικές αρχές· καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί το φαινόμενο αυτό και να διενεργήσει μελέτες ανά χώρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να εξετάσει τις επιπτώσεις του επί του ανταγωνισμού·

36.  χαιρετίζει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Επίτροπος κ. Vestager στον διαρθρωμένο διάλογο με την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής στις 21 Νοεμβρίου 2017 για τη διερεύνηση των ενδεχόμενων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που απορρέουν από το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων του επιχειρηματικού τομέα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και την υποβολή μιας ποιοτικής απάντησης· υπογραμμίζει, εν προκειμένω, ότι η έννοια της επιλεκτικότητας στις κρατικές ενισχύσεις αποτελεί βασικό κριτήριο που πρέπει να διερευνηθεί διεξοδικά· επιπλέον παραπέμπει, εν προκειμένω, στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ, το οποίο περιέχει τη λεγόμενη αρχή της καλόπιστης συνεργασίας·

37.  καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις δραστηριότητες στον τομέα της λιανικής τραπεζικής και στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για τυχόν παραβιάσεις των αντιμονοπωλιακών κανόνων και της δραστηριότητας καρτέλ και να συνεργαστεί στενά με τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού για την επιβολή των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΕ·

38.  θεωρεί ότι προτεραιότητα αποτελεί η διασφάλιση της αυστηρής και αμερόληπτης τήρησης των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις κατά την αντιμετώπιση μελλοντικών κρίσεων στον τραπεζικό τομέα, προκειμένου οι φορολογούμενοι να προστατεύονται από το βάρος των διασώσεων τραπεζών·

39.  υποστηρίζει τη διαπίστωση της τομεακής έρευνας για το ηλεκτρονικό εμπόριο που διενήργησε η Επιτροπή ότι το διασυνοριακό ηλεκτρονικό εμπόριο μπορεί να συμβάλει στην περαιτέρω ενσωμάτωση της ενιαίας αγοράς, και μπορεί να έχει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα για τις επιχειρήσεις και μπορεί να αυξήσει τις επιλογές των καταναλωτών, αλλά τα μέτρα γεωγραφικού αποκλεισμού αποτελούν σημαντικό εμπόδιο σε αυτό· επαναλαμβάνει ότι αυτό ενδέχεται να είναι αντίθετο με το άρθρο 101 υπό ορισμένες συνθήκες· χαιρετίζει τη δέσμευση της Επιτροπής να επικεντρωθεί στην επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ που είτε προέκυψαν είτε έγιναν ευρύτερα διαδεδομένοι λόγω της ανάδυσης και της αυξανόμενης σημασίας της ψηφιακής οικονομίας· χαιρετίζει επίσης τον στόχο της Επιτροπής να διευρύνει τον διάλογο με τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ όσον αφορά τις πρακτικές του ηλεκτρονικού εμπορίου·

40.  καλεί τον επί κεφαλής ευρωπαίο διαπραγματευτή για το Brexit, σε συνεργασία με την Επίτροπο Vestager, να ξεκινήσει το συντομότερο δυνατό μια δίκαιη και διαφανή συζήτηση σχετικά με το μέλλον των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης-Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά τον ανταγωνισμό·

41.  πιστεύει ότι όλες οι εν εξελίξει έρευνες(11) για ενδεχόμενη παραβίαση του δικαίου του ανταγωνισμού της ΕΕ από το Ηνωμένο Βασίλειο ή από εταιρείες που εδρεύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα πρέπει να απειλούνται από το θεματολόγιο του Brexit και ότι οποιαδήποτε οριστική απόφαση λάβει η Επιτροπή μετά τις 29 Μαρτίου 2019 θα πρέπει να συνεχίσει να είναι δεσμευτική·

42.  λαμβάνει υπό σημείωση την κοινοποίηση των αιτιάσεων της Επιτροπής και το προκαταρκτικό της συμπέρασμα ότι η Google έχει καταχραστεί τη δεσπόζουσα θέση στην αγορά ως μηχανής αναζήτησης μέσω της παροχής αθέμιτου πλεονεκτήματος σε ακόμη ένα προϊόν της: την υπηρεσία σύγκρισης τιμών· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι η εταιρεία εφαρμόζει το μέτρο αυτό αποτελεσματικά και έγκαιρα, ώστε να αποφευχθεί περαιτέρω κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης· υπογραμμίζει την ανάγκη η Επιτροπή να διενεργήσει εις βάθος ανάλυση και να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσει στην πράξη η πρόταση για τη Google προκειμένου να αποκαταστήσει τους ισότιμους όρους που απαιτούνται για να ανθίσει ο ανταγωνισμός και η καινοτομία· επισημαίνει ότι, χωρίς πλήρη διαρθρωτικό διαχωρισμό μεταξύ των γενικών εξειδικευμένων υπηρεσιών αναζήτησης της εταιρείας, μια προσέγγιση που θα βασίζεται σε κανόνες δημοπρασίας ενδέχεται να μην εξασφαλίζει ίση μεταχείριση· απευθύνει έκκληση στην Επιτροπή και τον διευθύνοντα σύμβουλο της Google να συμμετάσχουν σε κοινή δημόσια ακρόαση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (ECON) και της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (IMCO)· είναι της γνώμης ότι όλες οι εταιρείες, μεταξύ άλλων και στον ψηφιακό τομέα, θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με το Κοινοβούλιο, μεταξύ άλλων, με συμμετοχή σε δημόσιες ακροάσεις·

43.  καλεί την Επιτροπή να λάβει πιο φιλόδοξα μέτρα για την εξάλειψη των αθέμιτων εμποδίων στον διαδικτυακό ανταγωνισμό, προκειμένου να εξασφαλιστεί η δυνατότητα των καταναλωτών στην ΕΕ να πραγματοποιούν χωρίς εμπόδια διαδικτυακές αγορές από πωλητές που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να δημιουργούνται την ίδια στιγμή νέα εμπόδια λόγω των αποκλίσεων που παρατηρούνται στη νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών·

44.  καλεί την Επιτροπή να διαπραγματευθεί και να ολοκληρώσει το συντομότερο δυνατόν όλες τις υπόλοιπες εκκρεμείς έρευνες για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, όπως για το «Android», το «AdSense» και τις έρευνες στον ταξιδιωτικό τομέα και στον τομέα των τοπικών ερευνών, όταν η Google καταγγέλλεται για κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης σε βάρος των υφιστάμενων και των δυνητικών ανταγωνιστών, των οποίων παρεμποδίστηκε η είσοδος και η ανάπτυξη στον εν λόγω τομέα· τονίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να είναι καλά προετοιμασμένη και εξοπλισμένη για την πρώτη υπόθεση μαζικών δεδομένων, που αντιπροσωπεύει περίπου 5.2 terabytes δεδομένων· τονίζει, σε σχέση με αυτό, ότι η χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας είναι άνευ προηγουμένου και οι καταναλωτές συχνά δεν γνωρίζουν και δεν ενημερώνονται για τον βαθμό στον οποίο χρησιμοποιούνται τα δεδομένα τους για τη δημιουργία, επί παραδείγματι, προφίλ τα οποία χρησιμοποιούνται για διαφημιστικούς σκοπούς· πιστεύει ότι οι ψηφιακές εταιρείες αποτελούν ιδιαίτερη πρόκληση για τις αρχές ανταγωνισμού και τις φορολογικές αρχές, ιδίως όσον αφορά τους αλγόριθμους, την τεχνητή νοημοσύνη ή την αξία των δεδομένων· ενθαρρύνει την Επιτροπή να αναπτύξει μέσα πολιτικής και επιβολής της νομοθεσίας που να καλύπτουν την ανάδυση των ψηφιακών οικονομιών, διασφαλίζοντας ότι διαθέτει ενδοϋπηρεσιακά επαρκή αριθμό μηχανικών και ειδικευμένου προσωπικού υψηλής τεχνολογίας αιχμής σε τεχνολογίες για την παρακολούθηση και την ανάληψη δράσης για την αποτροπή καταστάσεων που παραβιάζουν τις αρχές της πολιτικής για τον ανταγωνισμό στον τομέα της ψηφιακής οικονομίας και της οικονομίας πλατφορμών·

45.  υπογραμμίζει τη σημασία των εν εξελίξει ερευνών στον φαρμακευτικό τομέα, δεδομένων των συσσωρευμένων ενδείξεων στρεβλώσεων της αγοράς σε αυτόν τον τομέα, συμπεριλαμβανομένων των ποσοτικών περιορισμών, της χειραγώγησης των τιμών και των φραγμών στη διαθεσιμότητα των γενόσημων φαρμάκων·

46.  εκφράζει την ικανοποίησή της για το ενημερωτικό δελτίο της Επιτροπής, της 6ης Οκτωβρίου 2017, που επιβεβαιώνει την εκτέλεση αιφνιδιαστικών επιθεωρήσεων σχετικά με την πρόσβαση σε στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών από ανταγωνιστικές υπηρεσίες· καλεί την Επιτροπή να παραμείνει σε επαγρύπνηση για το θέμα αυτό, ιδίως όταν τεθούν σε ισχύ τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα σχετικά με την αυστηρή εξακρίβωση ταυτότητας των πελατών και την ασφαλή επικοινωνία·

47.  επικροτεί την έρευνα της Επιτροπής σχετικά με το καρτέλ των φορτηγών και τα συμπεράσματά της·

48.  ζητεί από την Επιτροπή να διευκρινίσει τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις για τις ευρωπαϊκές και τις μη ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρίες, προκειμένου να καθιερωθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ενεργειών τους προς τις ευρωπαϊκές και τις μη ευρωπαϊκές αγορές· πιστεύει ότι οι ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προκαλέσουν στρέβλωση· πιστεύει ότι οι ίδιοι κανόνες ανταγωνισμού θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες τις εθνικές αεροπορικές εταιρείες που πετούν προς ή από την ΕΕ και τους αερομεταφορείς χαμηλού κόστους, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης των αεροπορικών εταιρειών των οποίων οι δραστηριότητες δεν έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην αγορά· σημειώνει ότι η Επιτροπή ενέκρινε την απόκτηση της θυγατρικής LGW της Air Berlin από τη Lufthansa, με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με ορισμένες δεσμεύσεις για να αποφευχθεί η στρέβλωση του ανταγωνισμού· καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί την κατάσταση σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο και να αντιμετωπίσει όλες τις αντιανταγωνιστικές πρακτικές στον κλάδο των αερομεταφορών, που υπονομεύουν τη νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών·

49.  ζητεί από την Επιτροπή να διερευνήσει την ηγεμονική θέση που διατηρούν συχνά οι αερομεταφορείς χαμηλού κόστους σε διάφορες αεροπορικές γραμμές στην Ευρώπη και τα πρότυπα τιμολόγησης των εν λόγω γραμμών· σημειώνει ότι μια τέτοια θέση επιτυγχάνεται συχνά με επιθετική ή ακόμη και αρπακτική συμπεριφορά στην αγορά, η οποία εξαλείφει τον ανταγωνισμό από την αγορά και καταλήγει να επιβαρύνει τους καταναλωτές με υψηλότερα τιμολόγια και έξοδα· 

50.  καλεί επίσης την Επιτροπή να εφαρμόσει αυστηρά τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, ιδίως εκείνες που έχουν ήδη λάβει ενίσχυση αναδιάρθρωσης·

51.  ζητεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει προσεκτικά όλες τις συμφωνίες για τη συγχώνευση αεροπορικών εταιρειών σύμφωνα με τη διαδικασία ελέγχου των συγχωνεύσεων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του αντίκτυπου αυτών των συμφωνιών στον ανταγωνισμό στην αγορά και της ενδεχόμενης ζημίας στους καταναλωτές, ιδίως μέσω υψηλότερων τιμών και περιορισμών στην άμεση πρόσβαση σε προορισμούς·

52.  προτρέπει την Επιτροπή να ολοκληρώσει την υλοποίηση του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Σιδηροδρομικού Χώρου, εξασφαλίζοντας πλήρη διαφάνεια στις ροές χρήματος μεταξύ των διαχειριστών υποδομών και των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, και διασφαλίζοντας ότι κάθε κράτος μέλος έχει ισχυρές και ανεξάρτητες εθνικές αντιμονοπωλιακές ρυθμιστικές αρχές·

53.  εκφράζει ανησυχία για τις αντιανταγωνιστικές επιπτώσεις της κοινής ιδιοκτησίας από μεγάλους θεσμικούς επενδυτές· θεωρεί ότι το γεγονός ότι οι εν λόγω επενδυτές κατέχουν σημαντικό μέρος των μετοχών άμεσων ανταγωνιστών στον ίδιο τομέα, μεταξύ των αεροπορικών εταιρειών για παράδειγμα, δημιουργεί οιονεί ολιγοπώλιο και αρνητικές επιπτώσεις στους καταναλωτές και στην οικονομία στο σύνολό της περιορίζοντας τον ανταγωνισμό· καλεί την Επιτροπή να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να αντιμετωπίσει τις πιθανές αντιανταγωνιστικές επιπτώσεις της κοινής ιδιοκτησίας· καλεί επί πλέον την Επιτροπή να διερευνήσει την κοινή ιδιοκτησία και να εκπονήσει έκθεση που θα υποβληθεί στο Κοινοβούλιο σχετικά με τις επιπτώσεις της κοινής ιδιοκτησίας στις ευρωπαϊκές αγορές, ιδίως όσον αφορά τις τιμές και την καινοτομία·

54.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 868/2004 για τη διασφάλιση του θεμιτού ανταγωνισμού, τη διασφάλιση της αμοιβαιότητας και την εξάλειψη των αθέμιτων πρακτικών, συμπεριλαμβανομένων των εικαζόμενων κρατικών ενισχύσεων προς αεροπορικές εταιρείες από ορισμένες τρίτες χώρες, καθώς και κανονιστικών ζητημάτων όπου συμπεριλαμβάνονται και οι συνθήκες εργασίας και τα περιβαλλοντικά θέματα· συμφωνεί με την Επιτροπή ότι η βέλτιστη πορεία δράσης θα ήταν η υιοθέτηση ενός νέου ολοκληρωμένου νομικού μέσου για την αντιμετώπιση της στρέβλωσης της αγοράς στις διεθνείς μεταφορές, η ενθάρρυνση της συμμετοχής του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας (ΔΟΠΑ) στον ανταγωνισμό των περιφερειακών αεροπορικών εταιρειών και ο θεμιτός ανταγωνισμός βάσει συμφωνιών στον τομέα των αερομεταφορών· πιστεύει ότι η διαφάνεια των οικονομικών στη ρήτρα θεμιτού ανταγωνισμού αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο για τη διασφάλιση αυτών των ισότιμων όρων ανταγωνισμού· είναι της άποψης ότι ο παρών κανονισμός ή άλλα κατάλληλα νομοθετικά μέσα θα πρέπει να αποτρέπουν την αντιανταγωνιστική συμπεριφορά στη διάθεση εισιτηρίων, όπως η επιβολή πρόσθετων επιβαρύνσεων από ορισμένες αεροπορικές εταιρείες ή η περιορισμένη πρόσβαση σε πληροφορίες για όσους χρησιμοποιούν διαύλους κράτησης θέσεων εκτός από τους δικούς τους·

55.  επαναλαμβάνει ότι η αεροπορία συμβάλλει σημαντικά στη συνδεσιμότητα της ΕΕ, τόσο μεταξύ των κρατών μελών όσο και με τρίτες χώρες, διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στην ολοκλήρωση και την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ και συμβάλλει σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση· σημειώνει ότι η συνολική διασύνδεση της ΕΕ βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αεροπορικές υπηρεσίες που παρέχονται από αερομεταφορείς της ΕΕ·

56.  χαιρετίζει την απλούστευση από την Επιτροπή των κανόνων για τις δημόσιες επενδύσεις στους λιμένες και στα αεροδρόμια, στον πολιτισμό και στις εξόχως απόκεντρες περιοχές· τονίζει ότι, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών συνδεσιμότητας των εξόχως απόκεντρων και περιφερειακών περιοχών και σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, όλοι οι αερολιμένες που χρηματοδοτήθηκαν από τον προϋπολογισμό της ΕΕ ή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων θα πρέπει να βασίζονται σε θετική ανάλυση κόστους/οφέλους και μεσοπρόθεσμη έως μακροπρόθεσμη λειτουργική και οικονομική βιωσιμότητα προκειμένου να αποφεύγεται η χρηματοδότηση «αερολιμένων φαντασμάτων» στην Ευρώπη·

57.  υπογραμμίζει τη σημασία της διασφάλισης της διαφάνειας και της ουδετερότητας των πληροφοριών για τις πτήσεις, της εξασφάλισης ισότιμων όρων ανταγωνισμού στην αγορά και, τέλος, της προστασίας της ικανότητας των ευρωπαίων καταναλωτών να προβαίνουν σε ενημερωμένες επιλογές· καλεί την Επιτροπή, ως εκ τούτου, να συμμορφωθεί με τις εν λόγω αρχές κατά την αναθεώρηση του κώδικα δεοντολογίας για τα ηλεκτρονικά συστήματα κράτησης θέσεων και τον κανονισμό για τις αεροπορικές υπηρεσίες·

58.  καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει θεμιτό ανταγωνισμό στον τομέα των μεταφορών με στόχο την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη το δημόσιο συμφέρον και τις περιβαλλοντικές πτυχές και διασφαλίζοντας τη διασύνδεση των νησιωτικών και περιφερειακών περιοχών· καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί τις περιπτώσεις δημοσίων λιμενικών και αερολιμενικών δικτύων που διαχειρίζονται ένα μονοπώλιο·

59.  επισημαίνει ότι για την αποτελεσματική εφαρμογή των αρχών του ανταγωνισμού στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι απολύτως απαραίτητη η διεθνής συνεργασία· επικροτεί, στο πλαίσιο αυτό, τη μόνιμη δέσμευση της ΕΕ και των ΕΑΑ σε πολυμερή φόρα, όπως το Διεθνές Δίκτυο Ανταγωνισμού, η Επιτροπή Ανταγωνισμού του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ), η Παγκόσμια Τράπεζα και η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD)· ζητεί από την Επιτροπή να συμπεριλάβει τον ανταγωνισμό σε τμήματα των διεθνών εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών· καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει την προώθηση της σύγκλισης των μέσων και πρακτικών της πολιτικής ανταγωνισμού, μεταξύ άλλων, μέσω διμερούς συνεργασίας με τρίτες χώρες, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της συμφωνίας συνεργασίας δεύτερης γενιάς του 2013 μεταξύ της ΕΕ και της Ελβετίας· χαιρετίζει την έναρξη του διαλόγου μεταξύ της Επιτροπής και της Κίνας σχετικά με τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων και παρακολουθεί προσεκτικά την υιοθέτηση από την Κίνα ενός συστήματος ελέγχου στον τομέα του θεμιτού ανταγωνισμού που θα διασφαλίζει ότι τα κρατικά μέτρα δεν θα επηρεάζουν αρνητικά την είσοδο και την έξοδο από την αγορά και την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων· επαναλαμβάνει το αίτημά του προς την Επίτροπο Vestager για να διασφαλιστεί ότι η Επιτροπή ενημερώνει και επικαιροποιεί τακτικά την αρμόδια επιτροπή του Κοινοβουλίου σχετικά με τις εξωτερικές δραστηριότητες στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού·

60.  τονίζει ότι ένας λειτουργικός ανταγωνισμός στην ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά είναι πρωτίστως προς όφελος του καταναλωτή· πιστεύει ότι η αυστηρή και αμερόληπτη επιβολή της πολιτικής ανταγωνισμού μπορεί να συμβάλει σημαντικά σε καίριες πολιτικές προτεραιότητες, όπως η βαθύτερη και δικαιότερη εσωτερική αγορά, η συνδεδεμένη ενιαία ψηφιακή αγορά και η ολοκληρωμένη και φιλική προς το κλίμα Ενεργειακή Ένωση· επαναλαμβάνει ότι τα παραδοσιακά μοντέλα αγοράς της πολιτικής ανταγωνισμού ενδέχεται να μην είναι πάντοτε κατάλληλα για την ψηφιακή αγορά, όπως τα επιχειρηματικά μοντέλα που βασίζονται σε πλατφόρμες, οι πολύπλευρες αγορές·

61.  επισημαίνει ότι ένα ενιαίο σύνολο κανόνων για τον υπολογισμό της φορολογικής βάσης των εταιρειών θα μπορούσε να εξαλείψει τον αθέμιτο φορολογικό ανταγωνισμό, όπως η σύναψη φορολογικών αποφάσεων μεταξύ συγκεκριμένων πολυεθνικών και κρατών μελών· λαμβάνει υπό σημείωση τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις σχετικά με την κοινή ενοποιημένη βάση φορολογίας εταιρειών (ΚΕΒΦΕ)· 

62.  επισημαίνει τη σημασία ενός ευνοϊκού κανονιστικού πλαισίου για τους αερολιμένες όσον αφορά την προσέλκυση και κινητοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων· θεωρεί ότι η αξιολόγηση της οδηγίας σχετικά με τα αερολιμενικά τέλη από την Επιτροπή, σε συνδυασμό με την αποτελεσματική διαβούλευση αεροπορικών εταιρειών/αερολιμένων, θα πρέπει να διευκρινίσει εάν οι υφιστάμενες διατάξεις αποτελούν αποτελεσματικό εργαλείο για την προώθηση του ανταγωνισμού και για την προαγωγή των συμφερόντων των ευρωπαίων καταναλωτών ή εάν απαιτείται μεταρρύθμιση·

63.  εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η ισπανική κυβέρνηση είναι έτοιμη να ανοίξει τη συμφωνία για τις αεροπορικές μεταφορές μεταξύ της Ισπανίας και της Ρωσίας, επιτρέποντας τις απευθείας πτήσεις μεταξύ της Βαρκελώνης και του Τόκιο·

64.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τις διμερείς συμφωνίες αεροπορικών μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, προκειμένου να διασφαλιστεί ο θεμιτός ανταγωνισμός·

65.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει και να αντιμετωπίσει τις δυνητικές επιπτώσεις του Brexit στον ανταγωνισμό στον τομέα των αερομεταφορών, ιδίως σε περίπτωση που ενδέχεται να επηρεαστεί η συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στη συμφωνία του Κοινού Ευρωπαϊκού Εναέριου Χώρου (ΚΕΕΧ), περιορίζοντας έτσι την πρόσβαση σε όλους τους προορισμούς της ΕΕ και αντιστρόφως·

66.  εκτιμά ότι η εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις στην εσωτερική αγορά εξαρτάται και από τις προσπάθειες για την αποφασιστική καταπολέμηση του κοινωνικού ντάμπινγκ·

67.  καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίσει περαιτέρω τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των διακοπεισών συζητήσεων σχετικά με τη μελλοντική νομοθεσία στο πλαίσιο της στρατηγικής της ΕΕ για τις αερομεταφορές·

68.  χαιρετίζει την αρχική εκτίμηση της Επιτροπής για τις επιπτώσεις και τη δημόσια διαβούλευση σχετικά με την τροφική αλυσίδα που ξεκίνησε η Επιτροπή· επισημαίνει ότι το Κοινοβούλιο έχει ήδη ζητήσει από την Επιτροπή και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να ανταποκριθούν στις ανησυχίες που γεννούν οι σωρευτικές επιπτώσεις του ραγδαίου συγκεντρωτισμού στον τομέα του λιανικού εμπορίου σε εθνικό επίπεδο, αφενός, και η ανάπτυξη συμμαχιών μεγάλων επιχειρήσεων λιανικής πώλησης σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, αφετέρου, τόσο στα προηγούμενα στάδια της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων όσο και στο επίπεδο των εμπόρων λιανικής πώλησης και των καταναλωτών· εκτιμά ότι η διαρθρωτική αυτή εξέλιξη εγείρει ανησυχίες για πιθανές στρατηγικές ευθυγραμμίσεις, μειωμένο ανταγωνισμό και περιορισμένα περιθώρια για επενδύσεις και καινοτομία στο πλαίσιο της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων, την ορθή λειτουργία των οργανώσεων παραγωγών, ιδίως των αγροτών μικρής κλίμακας, καθώς και την επιλογή προσαρμοσμένων ποικιλιών σε αγρο-οικολογικές συνθήκες· καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει ένα δεσμευτικό ρυθμιστικό πλαίσιο σε επίπεδο ΕΕ κατά των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων, που ζημιώνουν τους παραγωγούς·

69.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή διερευνά διεξοδικά τη συγχώνευση Monsanto-Bayer· εκφράζει την έντονη ανησυχία του για το γεγονός ότι, εάν εγκριθεί η συγχώνευση Monsanto-Bayer, τρεις εταιρείες (η ChemChina-Syngenta, η Du Pont-Dow και η Bayer-Monsanto) θα κατέχουν και θα πωλούν έως και το 60% των παγκοσμίως κατοχυρωμένων σπόρων και το 64% των φυτοφαρμάκων και ζιζανιοκτόνων στον κόσμο· επισημαίνει ότι ένα τέτοιο επίπεδο συγκέντρωσης θα οδηγήσει αναμφίβολα σε αύξηση των τιμών, αύξηση της τεχνολογικής και οικονομικής εξάρτησης των γεωργών από λίγες ολοκληρωμένες πλατφόρμες ενιαίας εξυπηρέτησης, θα καταλήξει σε περιορισμένη ποικιλομορφία των σπόρων, απομάκρυνση της δραστηριότητας καινοτομίας από την υιοθέτηση ενός μοντέλου παραγωγής που σέβεται το περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα και, τέλος, σε λιγότερες καινοτομίες λόγω του μειωμένου ανταγωνισμού· ζητεί, επομένως, από την Επιτροπή να εξετάσει προσεκτικά το γεγονός ότι πραγματοποιούνται ταυτόχρονα διάφορες συγχωνεύσεις στον τομέα, εξετάζοντας το επίπεδο συγκέντρωσης και τις επιπτώσεις της συγκέντρωσης στον ανταγωνισμό στις διάφορες αγορές που επηρεάζονται·

70.  ζητεί από την Επιτροπή να υποχρεώσει τις επιχειρήσεις που διαφημίζουν τρόφιμα να δηλώνουν ή να απαριθμούν μόνο τα χαρακτηριστικά των συστατικών που υπάρχουν όντως στα προϊόντα, αποφεύγοντας ως εκ τούτου τη δημοσίευση συστατικών που δεν υπάρχουν σε αυτό, εκτός εάν η παρουσία ή η απουσία συγκεκριμένων συστατικών συνδέεται με συγγενείς παθήσεις·

71.  θεωρεί ότι οι εμπορικές επιδοτήσεις και προτιμήσεις, όπως το ΣΓΠ και το ΣΓΠ+, οι οποίες χορηγούνται σε τρίτες χώρες για την προαγωγή των ανθρωπίνων και εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά έχουν επίσης αποδειχθεί ότι συμβάλλουν στην προώθηση της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ στη διεθνή σκηνή, πρέπει να παρακολουθούνται επαρκώς και να εφαρμόζονται με προσοχή στις επιπτώσεις στις βιομηχανίες της ΕΕ· καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή να αναστείλει τις χορηγήσεις ή την παροχή προτίμησης σε περίπτωση κατάχρησής τους από τρίτες χώρες·

72.  υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή εξετάζει τη φορολογική μεταχείριση που επεφύλαξε το Λουξεμβούργο στην McDonald's από τον Ιούνιο του 2014 και έλαβε την απόφαση να κινήσει επίσημη διαδικασία εξέτασης τον Δεκέμβριο του 2015 και ότι μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση· ζητεί από την Επιτροπή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να εκδοθεί σύντομα οριστική απόφαση στην εν λόγω υπόθεση·

73.  καλεί την Επιτροπή να αξιολογεί τακτικά την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών, η οποία αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο των πολιτικών υγιούς ανταγωνισμού· επισημαίνει ότι η προστασία των εμπορικών σημάτων είναι απαραίτητη για τον εντοπισμό και τη διάκριση των προϊόντων στην αγορά· και ότι χωρίς εμπορικά σήματα και την ικανότητα το κοινό να έχει δυνατότητα διαφοροποίησης των προϊόντων τους, καθίσταται πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να εισχωρήσουν οι κατασκευαστές σε νέες αγορές. πιστεύει, επί πλέον, ότι η εστίαση του ανταγωνισμού στις τιμές καθιστά επίσης δύσκολο για τους κατασκευαστές με μικρά μερίδια αγοράς να ενισχύσουν τη θέση τους στην αγορά· τονίζει ως εκ τούτου, ότι η κατάργηση των εμπορικών σημάτων ή οι περιορισμοί των χρήσεών τους δημιουργεί σημαντικό εμπόδιο στην είσοδο στην αγορά και υπονομεύει μια ουσιαστική πτυχή του ελεύθερου και θεμιτού ανταγωνισμού στην ΕΕ·

74.  υποστηρίζει σθεναρά τη δήλωση της Επιτροπής στην ετήσια έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2016, ότι « δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις λειτουργούν σε παγκόσμια κλίμακα, το ίδιο πρέπει να κάνουν και οι φορείς επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού»· φρονεί ότι αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη του δίκαιου εμπορίου σε παγκόσμιο επίπεδο η καθιέρωση παγκόσμιων κανόνων για τον ανταγωνισμό, τη διαφάνεια και το υψηλότερο δυνατό επίπεδο συντονισμού μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού, μεταξύ άλλων όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών κατά τη διάρκεια διαδικασιών ανταγωνισμού· επισημαίνει ότι η καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, μεταξύ άλλων μέσω της πολιτικής ανταγωνισμού, είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση παγκόσμιων ίσων όρων ανταγωνισμού υπέρ των εργαζομένων, των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, και αποτελεί μία των προτεραιοτήτων της εμπορικής στρατηγικής της Ένωσης· τονίζει ότι το έγγραφο προβληματισμού σχετικά με την χαλιναγώγηση της παγκοσμιοποίησης υποδεικνύει ότι η Ένωση πρέπει να λάβει μέτρα για να αποκαταστήσει δίκαιες συνθήκες ανταγωνισμού, και καλεί την Επιτροπή να προτείνει συγκεκριμένες πολιτικές προς τούτο·

75.  ζητεί τον εκσυγχρονισμό των μέσων εμπορικής άμυνας προκειμένου να καταστούν ισχυρότερα, ταχύτερα και αποτελεσματικότερα· χαιρετίζει τη νέα μέθοδο υπολογισμού των δασμών αντιντάμπινγκ βάσει της εκτίμησης των στρεβλώσεων της αγοράς σε τρίτες χώρες, χάρη στην οποία θα πρέπει να διατηρηθεί τουλάχιστον το ίδιο επίπεδο αποτελεσματικότητας όπως με τα προηγουμένως επιβληθέντα μέτρα αντιντάμπινγκ σε πλήρη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις μας που απορρέουν από τον ΠΟΕ· υπενθυμίζει πόσο σημαντικό είναι να διασφαλιστεί η παρακολούθηση της αποτελεσματικής εφαρμογής της· υπογραμμίζει, περαιτέρω, την ιδιαίτερη σημασία του μέσου κατά των επιδοτήσεων για την αντιμετώπιση του αθέμιτου ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο και για την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού με τους κανόνες της ΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων·

76.  τονίζει ότι η αμοιβαιότητα πρέπει να αποτελέσει έναν από τους πυλώνες της εμπορικής πολιτικής της Ένωσης, προκειμένου να επιτύχουμε ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ειδικότερα όσον αφορά τις αγορές των δημοσίων συμβάσεων· τονίζει ότι οι προσπάθειες, οι οποίες αποσκοπούν στη διασφάλιση ευρύτερης πρόσβασης σε ξένες αγορές δημοσίων συμβάσεων δεν πρέπει να υπονομεύουν την ανάπτυξη κανόνων της ΕΕ σε σχέση με κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια· τονίζει τη σημασία που έχει για την Ένωση ένα διεθνές μέσο για τις δημόσιες συμβάσεις, που θα καθιερώνει την αναγκαία αμοιβαιότητα σε περιπτώσεις όπου εμπορικοί εταίροι περιορίζουν την πρόσβαση στις αγορές τους δημοσίων συμβάσεών τους· υπενθυμίζει τα πλεονεκτήματα των ξένων άμεσων επενδύσεων και θεωρεί ότι η πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τον έλεγχο των ξένων επενδύσεων θα πρέπει να επιτρέπει μεγαλύτερη αμοιβαιότητα ως προς την πρόσβαση στις αγορές·

77.  ζητεί από την Επιτροπή να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες των ΜΜΕ στο πλαίσιο των εμπορικών διαπραγματεύσεων και συναλλαγών, ούτως ώστε να διασφαλιστεί καλύτερη πρόσβαση στις αγορές και να αναπτυχθεί η ανταγωνιστικότητά τους· αναγνωρίζει, στο πλαίσιο αυτό, τις προσπάθειες της Επιτροπής για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού σε προβεβλημένες υποθέσεις, τονίζει όμως ότι η επιβολή θεμιτού ανταγωνισμού στην περίπτωση των ΜΜΕ είναι επίσης υψίστης σημασίας·

78.  τονίζει ότι η εμπορική πολιτική της ΕΕ και οι εμπορικές συμφωνίες μπορούν να συνεισφέρουν στην καταπολέμηση της διαφθοράς·

79.  υπενθυμίζει τη σημασία των αποτελεσματικών και εναρμονισμένων ευρωπαϊκών τελωνειακών ελέγχων για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού·

80.  επαναλαμβάνει ότι η ίση πρόσβαση στους φυσικούς πόρους, συμπεριλαμβανομένων και των πηγών ενέργειας, έχει καθοριστική σημασία για το δίκαιο και ισότιμο ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να συμπεριλάβει διατάξεις που βελτιώνουν την πρόσβαση σε τέτοιους πόρους στις εμπορικές συμφωνίες·

81.  ζητεί από την Επιτροπή να παράσχει περαιτέρω εξηγήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να αντιμετωπιστούν οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στο πλαίσιο της ισχύουσας πολιτικής ανταγωνισμού·

82.  επιδοκιμάζει, συνεπώς, την πρόταση της Επιτροπής σχετικά με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού (ΕΔΑ+), συμπεριλαμβανομένης της σημασίας των προστίμων αποτρεπτικού χαρακτήρα για την πολιτική ανταγωνισμού· τονίζει, επιπλέον, ότι η άρνηση της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση να επιβάλει απόφαση επιβολής προστίμων θα πρέπει πάντοτε να αιτιολογείται δεόντως, και ότι θα πρέπει να διαμορφωθεί ένα σύστημα βάσει του οποίου θα μπορούσαν να επιλυθούν τυχόν διαφορές μεταξύ των αρχών σε αυτές τις περιπτώσεις·

83.  λαμβάνει υπό σημείωση την έρευνα στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου και τη σχετική τελική έκθεση, η οποία αποδεικνύει ότι στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου υπάρχουν ορισμένες επιχειρηματικές πρακτικές που επηρεάζουν αρνητικά τον θεμιτό ανταγωνισμό και περιορίζουν τις επιλογές των καταναλωτών· πιστεύει ότι, στο πλαίσιο της στρατηγικής για την ψηφιακή ενιαία αγορά, η έρευνα θα πρέπει να ενταχθεί σε μια ευρύτερη προσπάθεια επιβολής των κανόνων από την Επιτροπή με σκοπό την πλήρη εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού στους εμπόρους λιανικής πώλησης στο Διαδίκτυο·

84.  υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να εστιαστεί η επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ στις εκτεταμένες επιχειρηματικές πρακτικές που έχουν προκύψει ή εξελιχθεί ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης του ηλεκτρονικού εμπορίου, και τονίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να εντείνει τις προσπάθειές της για να εξασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ σε όλα τα κράτη μέλη, επίσης σε ό,τι αφορά τις επιχειρηματικές πρακτικές που σχετίζονται με το ηλεκτρονικό εμπόριο· υπογραμμίζει ότι, λαμβάνοντας υπόψη την ασύμμετρη σχέση μεταξύ των μεγάλων εμπόρων λιανικής πώλησης στο Διαδίκτυο και των προμηθευτών τους, η Επιτροπή και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να επιβάλλουν ενεργά τους κανόνες ανταγωνισμού, καθώς οι προμηθευτές, και ιδίως οι ΜΜΕ, ενδέχεται να μην έχουν πάντα οικονομικά προσιτή πρόσβαση σε ένδικα μέσα·

85.  ζητεί να ενισχυθεί η ελευθερία επιλογής για τους καταναλωτές στην ψηφιακή ενιαία αγορά· θεωρεί ότι το δικαίωμα στη φορητότητα των δεδομένων που κατοχυρώνεται στον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ), συνιστά ικανοποιητική προσέγγιση για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των καταναλωτών και του ανταγωνισμού·

86.  είναι της γνώμης ότι μια αποτελεσματική πολιτική ανταγωνισμού μπορεί να συμπληρώσει τις ρυθμιστικές πρωτοβουλίες στον τομέα της ψηφιακής ενιαίας αγοράς, και θεωρεί ότι, όταν η ώθηση για την ανάληψη ρυθμιστικής δράσης αφορά κυρίως την αντιμετώπιση ενεργειών στην αγορά από ορισμένους παράγοντες, οι αρνητικές συνέπειες θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μέσω μέτρων ανταγωνισμού για την αντιμετώπιση των αντιανταγωνιστικών πρακτικών, χωρίς να εμποδίζουν όσους προσπαθούν να είναι ανταγωνιστικοί·

87.  εκφράζει την ανησυχία του για την αυξημένη χρήση συμβατικών περιορισμών από τους κατασκευαστές στις διαδικτυακές πωλήσεις, όπως επιβεβαιώθηκε από την έρευνα για το ηλεκτρονικό εμπόριο, και καλεί την Επιτροπή να προβεί σε περαιτέρω επανεξέταση των ρητρών αυτών προκειμένου να διασφαλίσει ότι δεν δημιουργούν αδικαιολόγητους περιορισμούς στον τομέα του ανταγωνισμού· ζητεί, παράλληλα, από την Επιτροπή να επανεξετάσει τις κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 330/2010 της Επιτροπής, υπό το πρίσμα αυτών των αλλαγών·

88.  λαμβάνει υπό σημείωση τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα Wahl, της 26ης Ιουλίου 2017, στην υπόθεση C-230/16, Coty Germany GmbH κατά Parfümerie Akzente GmbH σύμφωνα με την οποία οι περιορισμοί στις διαδικτυακές πωλήσεις που περιλαμβάνονται σε συμφωνίες διανομής δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι συνιστούν σοβαρό περιορισμό δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 330/2010 της Επιτροπής·

89.  τονίζει ότι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη, στην οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και η διαθεσιμότητα συλλογικών ένδικων μέσων, είναι ζωτικής σημασίας για την επίτευξη των στόχων της πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΕ· υπογραμμίζει ότι, χωρίς τις δυνατότητες αυτές, αποδυναμώνεται ο ανταγωνισμός, η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και τα δικαιώματα των καταναλωτών·

90.  υπενθυμίζει ότι για να καταπολεμηθούν αποτελεσματικά οι αντιανταγωνιστικές πρακτικές, πρέπει τα κράτη μέλη να εγκρίνουν μια οικονομική πολιτική που συνάδει με τις αρχές της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς και βασίζεται στον θεμιτό ανταγωνισμό, καθώς τα αμιγώς προστατευτικά μέτρα βλάπτουν τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς· υπογραμμίζει ότι πρέπει να εξαλειφθούν όλες οι πτυχές του αθέμιτου ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένης της μη καταχωρισμένης εργασίας και της καταστρατήγησης των κανόνων σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων, χωρίς να θίγεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, η οποία αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς·

91.  θεωρεί πολύ σημαντική τη διαβούλευση που πραγματοποίησε η Επιτροπή σχετικά με την πιθανή βελτίωση του ελέγχου των συγχωνεύσεων στην ΕΕ· πιστεύει ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται, ιδίως στον τομέα της ψηφιακής τεχνολογίας, ότι οι συγχωνεύσεις δεν περιορίζουν τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά· απευθύνει, συνεπώς, νέα έκκληση στην Επιτροπή να εξετάσει προσεκτικά αν οι υφιστάμενες πρακτικές αξιολόγησης λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις συνθήκες των ψηφιακών αγορών και τη διεθνοποίηση των αγορών· καλεί, επιπλέον, την Επιτροπή να λάβει υπόψη τον ρόλο της πρόσβασης σε δεδομένα και πληροφορίες όταν αξιολογεί την ισχύ της αγοράς, κατά πόσον η συγχώνευση δεδομένων και πληροφοριών για τους καταναλωτές κατά τη διάρκεια μιας συγχώνευσης νοθεύει τον ανταγωνισμό, και σε ποιο βαθμό η πρόσβαση μιας επιχείρησης σε αποκλειστικές αναλυτικές μεθόδους και ευρεσιτεχνίες αποκλείει τους ανταγωνιστές· ζητεί εκ νέου από την Επιτροπή να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο ορίζει τον ελάχιστο αριθμό παραγόντων της αγοράς που είναι αναγκαίοι για τον θεμιτό ανταγωνισμό, και τον τρόπο με τον οποίο διατηρεί τη δυνατότητα των νέων επιχειρήσεων, και ιδίως των νεοφυών επιχειρήσεων, να εισέρχονται σε αγορές με υψηλό βαθμό συγκέντρωσης·

92.  καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την ορθή επιβολή των κανόνων της ΕΕ περί δημοσίων συμβάσεων, ούτως ώστε να αντιμετωπιστούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, μεταξύ άλλων μέσω κοινωνικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων, καθώς και κριτηρίων που σχετίζονται με την προστασία του καταναλωτή, όπου κρίνεται απαραίτητο, και να προωθούν τις ορθές πρακτικές στις διαδικασίες των δημόσιων αρχών· θεωρεί ότι η ανάπτυξη ηλεκτρονικών διαδικασιών δημόσιων συμβάσεων θα διευκολύνει την πρόσβαση των ΜΜΕ στις δημόσιες συμβάσεις, θα αυξήσει τη διαφάνεια και θα διασφαλίσει την αποτελεσματικότερη παρακολούθηση των παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού· καλεί, επιπλέον, την Επιτροπή να προαγάγει τις ευκαιρίες πρόσβασης στην αγορά για τις ΜΜΕ μέσω μικρότερων συμβάσεων, όπου αυτό συμβαδίζει με τους βασικούς στόχους της σύναψης δημοσίων συμβάσεων, και να παρακολουθεί προσεκτικά την επιβολή των κανόνων όσον αφορά τη συγκέντρωση των αγορών στις αγορές δημόσιων συμβάσεων·

93.  επιδοκιμάζει τη θέσπιση κανόνων για τη δυνατότητα μεταφοράς των προπληρωμένων υπηρεσιών, στο πλαίσιο της στρατηγικής για την ψηφιακή ενιαία αγορά, οι οποίοι θα βελτιώσουν τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά και θα διασφαλίσουν περισσότερα δικαιώματα για τους καταναλωτές·

94.  πιστεύει ότι τα κριτήρια για την ένταξη σε ένα δίκτυο επιλεκτικής διανομής ή δικαιόχρησης πρέπει να είναι διαφανή, ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα κριτήρια αυτά δεν παραβιάζουν την πολιτική ανταγωνισμού και την ελεύθερη λειτουργία της ενιαίας αγοράς· υπογραμμίζει ότι τα κριτήρια αυτά πρέπει να είναι αντικειμενικά, ποιοτικά, να μην εισάγουν διακρίσεις, και να μην υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου· καλεί την Επιτροπή να λάβει μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει αυτή τη διαφάνεια·

95.  επισημαίνει τον αυξημένο κίνδυνο αθέμιτης σύμπραξης μεταξύ ανταγωνιστών λόγω, μεταξύ άλλων, λογισμικού παρακολούθησης τιμών· θεωρεί ότι ενδέχεται να εμφανιστούν εναρμονισμένες πρακτικές ακόμα και αν η επικοινωνία μεταξύ ανταγωνιστών είναι ασθενέστερη από ό,τι απαιτείται βάσει των ισχυόντων κανόνων, ή ακόμα και αυτόματη, καθώς οι αλγόριθμοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους ανεξάρτητα από τις οδηγίες ενός ή περισσότερων παραγόντων της αγοράς· ζητεί από την Επιτροπή να επαγρυπνεί σχετικά με αυτές τις νέες προκλήσεις για τον ελεύθερο ανταγωνισμό·

96.  επιδοκιμάζει τις προσπάθειες της Επιτροπής να έρθει σε επαφή με τους διεθνείς εταίρους της και τα πολυμερή φόρουμ στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού· πιστεύει ότι η διεθνής συνεργασία καθίσταται ολοένα και πιο αναγκαία, όπου οι εταιρείες που υπόκεινται σε επιβολή των κανόνων δραστηριοποιούνται σε περισσότερες από μία περιοχές δικαιοδοσίας·

97.  πιστεύει ότι η αύξηση του δικτύου συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου στις οποίες συμμετέχει η Ευρωπαϊκή Ένωση, θα αποβεί ωφέλιμη για την επιβολή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο· ενθαρρύνει, εν προκειμένω, την Επιτροπή να αναζητήσει περαιτέρω δυνατότητες εμπορικών συμφωνιών και να συμπεριλάβει ισχυρούς αντιμονοπωλιακούς κανόνες και κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων σε αυτές τις μελλοντικές συμφωνίες.

98.  φρονεί ότι η ιδιαίτερη φύση του τομέα της γεωργίας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην πολιτική ανταγωνισμού· υπενθυμίζει ότι στο άρθρο 42 της ΣΛΕΕ αναγνωρίζεται ειδικό καθεστώς στον γεωργικό τομέα όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου περί ανταγωνισμού, το οποίο επιβεβαιώθηκε κατά την τελευταία μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής (KΓΠ) μέσω της εκχώρησης μιας σειράς παρεκκλίσεων και εξαιρέσεων από το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ· επισημαίνει ότι στόχος της ΚΓΠ είναι η εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό απέναντι στη συνεχή εμφάνιση οικονομικών και κλιματικών κινδύνων· υπενθυμίζει ότι η πολιτική ανταγωνισμού προασπίζει κυρίως τα συμφέροντα των καταναλωτών και λαμβάνει ανεπαρκώς υπόψη τα ειδικά συμφέροντα και τις δυσκολίες των παραγωγών γεωργικών προϊόντων· τονίζει ότι η πολιτική ανταγωνισμού πρέπει να θέτει την υπεράσπιση των συμφερόντων των παραγωγών γεωργικών προϊόντων στο ίδιο επίπεδο με την υπεράσπιση των συμφερόντων των καταναλωτών, διασφαλίζοντας ισότιμους όρους ανταγωνισμού και πρόσβασης στην εσωτερική αγορά για να προωθηθούν οι επενδύσεις και η καινοτομία, για την απασχόληση, τη βιωσιμότητα των γεωργικών επιχειρήσεων και την ισόρροπη ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών στην ΕΕ, ενώ θα προάγει παράλληλα τη διαφάνεια για τους φορείς της αγοράς·

99.  εμμένει στην άποψη ότι «δίκαιη τιμή» δεν πρέπει να θεωρείται η χαμηλότερη δυνατή τιμή για τον καταναλωτή, αλλά ότι, αντίθετα, πρέπει να είναι μια λογική τιμή η οποία δίνει τη δυνατότητα για δίκαιη αμοιβή σε όλα τα μέρη της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων·

100.  εκτιμά ότι οι συλλογικές δραστηριότητες των οργανώσεων παραγωγών και των ενώσεών τους – συμπεριλαμβανομένων του προγραμματισμού της παραγωγής και της διαπραγμάτευσης των πωλήσεων και των όρων των συμβάσεων – είναι απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων της ΚΓΠ όπως ορίζονται στο άρθρο 39 της ΣΛΕΕ και ότι θα πρέπει, ως εκ τούτου, να εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ, όταν αυτές οι κοινές δραστηριότητες ασκούνται πράγματι, στοιχείο που θα συμβάλει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των γεωργών· επισημαίνει ότι οι παρεκκλίσεις βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) δεν έχουν αξιοποιηθεί πλήρως και ότι η έλλειψη σαφήνειας των εν λόγω παρεκκλίσεων, οι δυσχέρειες στην εφαρμογή τους και η ανομοιογενής εφαρμογή από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού δεν παρέχουν στους γεωργούς και στις οργανώσεις τους επαρκή ασφάλεια δικαίου· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι ο κανονισμός «Οmnibus» θα απλουστεύσει τους κανόνες για τη συλλογική οργάνωση των γεωργών και θα αποσαφηνίσει τον ρόλο και τις αρμοδιότητες των οργανώσεων παραγωγών που ασκούν οικονομικές δραστηριότητες στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, έτσι ώστε να ενισχυθεί η διαπραγματευτική ισχύς τους ενώ παράλληλα θα διασφαλίζονται οι αρχές που θεσπίζονται στο άρθρο 39 της ΣΛΕΕ·

101.  επικροτεί το γεγονός, λαμβανομένων υπόψη των θετικών επισκοπήσεων εφαρμογής(12) και του τρόπου με τον οποίο συμβάλλει στην ενίσχυση της θέσης των γαλακτοπαραγωγών στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων, ότι η δέσμη μέτρων του 2012 αναμένεται να επεκταθεί σε βάθος χρόνου στο πλαίσιο του κανονισμού «Omnibus»· ζητεί, ωστόσο, από την Επιτροπή να προβεί σε ανάλυση αντικτύπου για να αποφασίσει κατά πόσον θα πρέπει να υπάρξει επέκταση των διατάξεων περί συμβατικών διαπραγματεύσεων του τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων σε άλλους γεωργικούς τομείς, δεδομένου ότι οι οργανώσεις γεωργών και παραγωγών θα έχουν περισσότερη ελευθερία να προγραμματίζουν την παραγωγή, δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης και δικαίωμα διαπραγμάτευσης των πωλήσεων και των όρων των συμβάσεων για τον σαφή καθορισμό τιμών και όγκων·

102.  ζητεί τη θέσπιση ρητής και αυτόματης εξαίρεσης από το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ, που θα υπόκειται στις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, ώστε να μπορούν οι γεωργικές διεπαγγελματικές οργανώσεις να εκπληρώνουν τα καθήκοντα που τους αναθέτει ο ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ, με σκοπό την προώθηση των στόχων του άρθρου 39 της ΣΛΕΕ·

103.  προτείνει οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 για τη θέσπιση μέτρων ρύθμισης της προσφοράς τυριού προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης ή προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης (άρθρο 150), χοιρομεριού προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης ή προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης (άρθρο 172) και οίνου (άρθρο 167), να επεκταθούν στα προϊόντα που φέρουν σήμα ποιότητας, προκειμένου να εξασφαλιστούν μεγαλύτερες δυνατότητες προσαρμογής της προσφοράς στη ζήτηση·

104.  επικροτεί το γεγονός ότι ο κανονισμός «Omnibus» θεσπίζει διαδικασία βάσει της οποίας μια ομάδα γεωργών μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή την έκδοση μη δεσμευτικής γνωμοδότησης προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον η συλλογική δράση είναι συμβατή με τη γενική εξαίρεση από τους κανόνες του ανταγωνισμού βάσει του άρθρου 209 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ)· καλεί, πάντως, την Επιτροπή, βάσει της σύστασης που πρότεινε η ειδική ομάδα για τις γεωργικές αγορές, να διευκρινίσει το πεδίο εφαρμογής της γενικής παρέκκλισης για τη γεωργία για να προσδιορίσει την εξαίρεση κατά τρόπο ώστε να ισχύει και να είναι εφικτή η μη εφαρμογή του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ – στις περιπτώσεις που αυτό προβλέπεται·

105.  επισημαίνει ότι, σε περιόδους σοβαρών ανισορροπιών της αγοράς, όταν ο γεωργικός τομέας είναι σε κίνδυνο και όλοι οι πολίτες πλήττονται από πιθανές ζημίες στον βασικό επισιτιστικό εφοδιασμό, μια προσανατολισμένη στην αγορά ΚΓΠ θα πρέπει να παρέχει στήριξη στους γεωργούς και πρόσθετες, χρονικά περιορισμένες και πλήρως αιτιολογημένες εξαιρέσεις από τους κανόνες ανταγωνισμού· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, λόγω των αλλαγών που επήλθαν με τον κανονισμό «Οmnibus», θα είναι ευκολότερη η ενεργοποίηση των διατάξεων του άρθρο 222 του ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ, που επιτρέπει αυτές τις προσωρινές παρεκκλίσεις από το δίκαιο του ανταγωνισμού·

106.  ζητεί να αναπτυχθεί περαιτέρω το ευρωπαϊκό μέσο παρακολούθησης των τιμών τροφίμων, προκειμένου να βελτιωθεί ο εντοπισμός κρίσεων στον αγροδιατροφικό τομέα μέσω καλύτερων και αναλυτικότερων δεδομένων· επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη συμμετοχής των οργανώσεων γεωργών στον προσδιορισμό και στη συλλογή δεδομένων·

107.  επισημαίνει την παραδοχή, από πλευράς της Επιτροπής, ότι οι παραγωγοί γεωργικών προϊόντων αποτελούν το επίπεδο με τη μικρότερη συγκέντρωση στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων ενώ οι προμηθευτές εισροών και οι πελάτες τους είναι συχνά πολύ μεγαλύτεροι και πιο συγκεντρωμένοι, με αποτέλεσμα μια μη ισορροπημένη σχέση και αρνητικές και αθέμιτες εμπορικές πρακτικές – από ορισμένες μεγάλες αλυσίδες διανομής, μεταποιητές και επιχειρήσεις λιανικής πώλησης – που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσω της πολιτικής ανταγωνισμού, πράγμα που σημαίνει ότι απαιτείται συνοχή με άλλες πολιτικές· καλεί, επομένως, την Επιτροπή να καθορίσει με μεγαλύτερη σαφήνεια τι σημαίνει «δεσπόζουσα θέση» και κατάχρηση της θέσης αυτής, λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό συγκέντρωσης και τη διαπραγματευτική ισχύ των τομέων εισροών, μεταποίησης και λιανικής· σημειώνει, επιπλέον, ότι ο κανονισμός «Οmnibus» θα θεσπίσει ορισμένες διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα για γραπτές συμβάσεις και για τη διαπραγμάτευση συμβατικών όρων για τη βελτίωση του επιμερισμού της αξίας σε όλο το μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού, προκειμένου να συμβάλει στην εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών, στην καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, στην εξασφάλιση μεγαλύτερης ανταπόκρισης από τους αγρότες στα μηνύματα της αγοράς, στη βελτίωση της κοινοποίησης και της μετακύλισης των τιμών και στην ευχερέστερη προσαρμογή της προσφοράς στη ζήτηση· ζητεί ακόμη από την Επιτροπή και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να μεριμνούν για την ορθή ταξινόμηση και τιμολόγηση των εμπορευμάτων και για την παρακολούθηση και την αντιμετώπιση, μέσω δεσμευτικών δράσεων, των καταχρήσεων και των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών εις βάρος των γεωργών, καθώς και για την επιβολή κυρώσεων· φρονεί ότι θα πρέπει να εξεταστούν τα υφιστάμενα εθνικά συστήματα προκειμένου να προσδιοριστεί η βέλτιστη πρακτική που πρέπει να εφαρμοστεί·

108.  αναγνωρίζει ότι, μέχρι στιγμής, το δίκαιο ανταγωνισμού δεν έχει εφαρμοστεί για την καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών στην αλυσίδα τροφίμων σε ευρωπαϊκό ή εθνικό επίπεδο· σημειώνει ότι έχουν εφαρμοστεί ειδικοί εθνικοί κανόνες για τον σκοπό αυτό, οι οποίοι όμως δεν έχουν αποδειχθεί πλήρως αποτελεσματικοί για την καταπολέμηση του ενδημικού προβλήματος των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και της ανισορροπίας ισχύος στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων· καλεί την Επιτροπή να δημοσιεύσει και να εγκρίνει χωρίς καθυστέρηση την εξαγγελθείσα νομοθετική πρόταση της ΕΕ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, να θεσπίσει εναρμονισμένο νομικό πλαίσιο για την καλύτερη προστασία των παραγωγών και των γεωργών από τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και να διασφαλίσει την περαιτέρω ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς·

109.  επισημαίνει ότι το Κοινοβούλιο έχει ήδη ζητήσει από την Επιτροπή και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις ανησυχίες που γεννούν οι σωρευτικές επιπτώσεις του ραγδαίου συγκεντρωτισμού στον τομέα του λιανικού εμπορίου σε εθνικό επίπεδο και οι συμμαχίες μεγάλων επιχειρήσεων λιανικής πώλησης σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, τόσο στα προηγούμενα στάδια της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων όσο και στους εμπόρους λιανικής πώλησης και τους καταναλωτές· εκτιμά ότι η διαρθρωτική αυτή εξέλιξη εγείρει ανησυχίες για πιθανές στρατηγικές ευθυγραμμίσεις, μειωμένο ανταγωνισμό και περιορισμένα περιθώρια για επενδύσεις και καινοτομία στο πλαίσιο της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων·

110.  ζητεί από τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να δώσουν προτεραιότητα στην ενίσχυση της ενιαίας αγοράς μετά το Brexit, διασφαλίζοντας την πλήρη συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία περί ανταγωνισμού και με τις παρεκκλίσεις της, καθώς και με άλλα πρότυπα, με στόχο την κατοχύρωση ασφάλειας δικαίου και ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών·

111.  σημειώνει ότι το ατομικό όριο των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας στον γεωργικό τομέα διπλασιάστηκε το 2013 (από 7 500 ευρώ σε 15 000 ευρώ), προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έξαρση κλιματικών, υγειονομικών και οικονομικών κρίσεων· επισημαίνει ότι το εθνικό όριο των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας προσαρμόστηκε τότε μόνον οριακά (από 0,75 % στο 1 % της αξίας της εθνικής γεωργικής παραγωγής), με αποτέλεσμα να μειωθεί η δυνατότητα των κρατών να συνδράμουν τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες· ζητεί, ως εκ τούτου, να αυξηθεί το εθνικό όριο για ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στο 1,25 % της εθνικής γεωργικής παραγωγής, προκειμένου να αμβλυνθεί η δύσκολη οικονομική κατάσταση των γεωργών· σημειώνει ότι η θέσπιση συνεκτικών κανόνων για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας θα πρέπει να χρησιμεύσει στη βελτίωση της θέσης των γεωργών, χωρίς να οδηγήσει σε επανεθνικοποίηση της γεωργικής πολιτικής·

112.  τονίζει τη σημασία που έχει η χρηματοδότηση για την εξασφάλιση πρόσβασης σε ευρυζωνικά δίκτυα υψηλής ταχύτητας με στόχο τη διατήρηση της επαφής με τις τεχνολογικές εξελίξεις και την τόνωση του ανταγωνισμού, ιδίως στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές·

113.  τονίζει ότι το άνοιγμα της ευρωπαϊκής αγοράς σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικούς εμπορικούς εταίρους και μεγάλους εξαγωγείς γεωργικών προϊόντων που υπόκεινται σε διαφορετικά πρότυπα ενδέχεται να συνιστά κίνδυνο για τους πλέον ευαίσθητους γεωργικούς κλάδους στην ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να λάβει πλήρως υπόψη τις επιπτώσεις που έχουν ενδεχόμενες στρεβλώσεις της αγοράς, οφειλόμενες σε εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες, στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων στην Ευρώπη, δεδομένης της εύθραυστης οικονομικής τους κατάστασης και του θεμελιώδους ρόλου τους στην κοινωνία μας.

114.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στις εθνικές και, κατά περίπτωση, περιφερειακές αρχές ανταγωνισμού.

(1)

ΕΕ L 187 της 26.6.2014, σ. 1.

(2)

ΕΕ L 156 της 20.6.2017, σ. 1.

(3)

ΕΕ C 262 της 19.7.2016, σ. 1.

(4)

ΕΕ C 93 της 24.3.2017, σ. 71.

(5)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0049.

(6)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0434.

(7)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0027.

(8)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0428.

(9)

ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

(10)

https://ec.europa.eu/info/sites/info/files/file_import/aar-comp-2016_en_0.pdf

(11)

Για παράδειγμα, η διεξοδική έρευνα της Επιτροπής σχετικά με ένα πιθανό καθεστώς κρατικών ενισχύσεων όσον αφορά την απαλλαγή από χρηματοδότηση του Ομίλου CFC του Ηνωμένου Βασιλείου (SA.44896).

(12)

Εκθέσεις σχετικά με την εξέλιξη της κατάστασης της αγοράς στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων και την εφαρμογή των διατάξεων της «δέσμης μέτρων για τον τομέα του γάλακτος» (COM(2016)724 final και COM(2014)354 final).


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ (27.11.2017)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού

(2017/2191(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Tokia Saïfi

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  υπογραμμίζει ότι η συνοχή μεταξύ της εμπορικής πολιτικής, της πολιτικής στον τομέα του ανταγωνισμού και του συνόλου των πολιτικών της Ένωσης συνιστά επιτακτική ανάγκη· προσθέτει ότι η πολιτική ανταγωνισμού της Ένωσης πρέπει να λαμβάνει υπόψη την εξέλιξη του διεθνούς ανταγωνισμού· επικροτεί, στο πλαίσιο αυτό, τη συνεχή δέσμευση της ΕΕ σε πολυμερή φόρουμ με στόχο την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των αρχών για τον ανταγωνισμό, όπως η Επιτροπή Ανταγωνισμού του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η Παγκόσμια Τράπεζα και η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το εμπόριο και την ανάπτυξη (UNCTAD - ΔΗΕΕΑ), καθώς και το Διεθνές Δίκτυο Ανταγωνισμού· ενθαρρύνει την Επιτροπή να συνάψει, παράλληλα, διμερείς συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες για την επιβολή των κανόνων περί ανταγωνισμού, κατά το παράδειγμα της συμφωνίας συνεργασίας δεύτερης γενιάς μεταξύ της ΕΕ και της Ελβετίας του 2013·

2.  υποστηρίζει σθεναρά τη δήλωση της Επιτροπής στην ετήσια έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2016, ότι « δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις λειτουργούν σε παγκόσμια κλίμακα, το ίδιο πρέπει να κάνουν και οι φορείς επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού»· φρονεί ότι αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη του δίκαιου εμπορίου σε παγκόσμιο επίπεδο η καθιέρωση παγκόσμιων κανόνων για τον ανταγωνισμό, τη διαφάνεια και το υψηλότερο δυνατό επίπεδο συντονισμού μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού, μεταξύ άλλων όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών κατά τη διάρκεια διαδικασιών ανταγωνισμού· επισημαίνει ότι η καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, μεταξύ άλλων μέσω της πολιτικής ανταγωνισμού, είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση παγκόσμιων ίσων όρων ανταγωνισμού υπέρ των εργαζομένων, των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, και αποτελεί μία των προτεραιοτήτων της εμπορικής στρατηγικής της Ένωσης· τονίζει ότι το έγγραφο προβληματισμού σχετικά με την χαλιναγώγηση της παγκοσμιοποίησης υποδεικνύει ότι η Ένωση πρέπει να λάβει μέτρα για να αποκαταστήσει δίκαιες συνθήκες ανταγωνισμού, και καλεί την Επιτροπή να προτείνει συγκεκριμένες πολιτικές προς τούτο·

3.  ζητεί τον εκσυγχρονισμό των μέσων εμπορικής άμυνας προκειμένου να καταστούν ισχυρότερα, ταχύτερα και αποτελεσματικότερα· χαιρετίζει τη νέα μέθοδο υπολογισμού των δασμών αντιντάμπινγκ βάσει της εκτίμησης των στρεβλώσεων της αγοράς σε τρίτες χώρες, χάρη στην οποία θα πρέπει να διατηρηθεί τουλάχιστον το ίδιο επίπεδο αποτελεσματικότητας όπως με τα προηγουμένως επιβληθέντα μέτρα αντιντάμπινγκ σε πλήρη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις μας που απορρέουν από τον ΠΟΕ· υπενθυμίζει πόσο σημαντικό είναι να διασφαλιστεί η παρακολούθηση της αποτελεσματικής εφαρμογής της· υπογραμμίζει, περαιτέρω, την ιδιαίτερη σημασία του μέσου κατά των επιδοτήσεων για την αντιμετώπιση του αθέμιτου ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο και για την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού με τους κανόνες της ΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων·

4.  τονίζει ότι η αμοιβαιότητα πρέπει να αποτελέσει έναν από τους πυλώνες της εμπορικής πολιτικής της Ένωσης, προκειμένου να επιτύχουμε ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ειδικότερα όσον αφορά τις αγορές των δημοσίων συμβάσεων· τονίζει ότι οι προσπάθειες, οι οποίες αποσκοπούν στη διασφάλιση ευρύτερης πρόσβασης σε ξένες αγορές δημοσίων συμβάσεων δεν πρέπει να υπονομεύουν την ανάπτυξη κανόνων της ΕΕ σε σχέση με κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια· τονίζει τη σημασία που έχει για την Ένωση ένα διεθνές μέσο για τις δημόσιες συμβάσεις, που θα καθιερώνει την αναγκαία αμοιβαιότητα σε περιπτώσεις όπου εμπορικοί εταίροι περιορίζουν την πρόσβαση στις αγορές τους δημοσίων συμβάσεών τους· υπενθυμίζει τα πλεονεκτήματα των ξένων άμεσων επενδύσεων και θεωρεί ότι η πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τον έλεγχο των ξένων επενδύσεων θα πρέπει να επιτρέπει μεγαλύτερη αμοιβαιότητα ως προς την πρόσβαση στις αγορές·

5.  χαιρετίζει τη συμπερίληψη διατάξεων στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού στις πρόσφατες εμπορικές συμφωνίες, όπως η Συνολική οικονομική και εμπορική συμφωνία ΕΕ-Καναδά (CETA) και η κατ’ αρχήν συμφωνία με την Ιαπωνία· υπενθυμίζει τη σημασία της παρακολούθησης της αποτελεσματικής εφαρμογής τους και εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν υπόκεινται σε διαδικασία επίλυσης διαφορών· τονίζει ότι είναι σημαντικό να διατηρηθεί μόνιμος διάλογος με τους εμπορικούς εταίρους και να συμπεριληφθούν σε όλες τις εμπορικές συμφωνίες φιλόδοξες διατάξεις σχετικές με τον ανταγωνισμό, προκειμένου να διασφαλιστούν δίκαιοι κανόνες· εμμένει στο σεβασμό και στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών·

6.  ζητεί από την Επιτροπή να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες των ΜΜΕ στο πλαίσιο των εμπορικών διαπραγματεύσεων και συναλλαγών, ούτως ώστε να διασφαλιστεί καλύτερη πρόσβαση στις αγορές και να αναπτυχθεί η ανταγωνιστικότητά τους· αναγνωρίζει, στο πλαίσιο αυτό, τις προσπάθειες της Επιτροπής για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού σε προβεβλημένες υποθέσεις, τονίζει όμως ότι η επιβολή θεμιτού ανταγωνισμού στην περίπτωση των ΜΜΕ είναι επίσης υψίστης σημασίας·

7.  τονίζει ότι η εμπορική πολιτική της ΕΕ και οι εμπορικές συμφωνίες μπορούν να συνεισφέρουν στην καταπολέμηση της διαφθοράς·

8.  υπενθυμίζει τη σημασία των αποτελεσματικών και εναρμονισμένων ευρωπαϊκών τελωνειακών ελέγχων για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού·

9.  καλεί την Ένωση να συνεχίσει να προάγει τους κανόνες περί θεμιτού ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο· υπενθυμίζει τις εργασίες που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο του ΠΟΕ μεταξύ 1996 και 2004 για τη αλληλεπίδραση μεταξύ εμπορίου και πολιτικής ανταγωνισμού και εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι αυτό το θέμα δεν συμπεριελήφθη έκτοτε στο πρόγραμμα εργασίας του ΠΟΕ· τονίζει ότι διατάξεις των συμφωνιών του ΠΟΕ, όπως το άρθρο IX της Γενικής συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (GATS), παρέχουν βάση για περαιτέρω συνεργασία μεταξύ των μελών του ΠΟΕ σε θέματα ανταγωνισμού· ζητεί, ως εκ τούτου, να επιτευχθεί περαιτέρω πρόοδος κατά την ενδέκατη υπουργική διάσκεψη του ΠΟΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος διεθνής ανταγωνισμός και ταυτόχρονα να ληφθούν υπόψη τα ευαίσθητα σημεία ορισμένων τομέων, και ειδικότερα της γεωργίας· υπενθυμίζει ότι οι κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης χορηγούν ειδικό καθεστώς στη γεωργία και πρέπει να εφαρμόζονται· τονίζει ότι η παγκόσμια συνεργασία για την επιβολή των κανόνων περί ανταγωνισμού συμβάλλει στη διόρθωση ανακολουθιών, βελτιώνει τα αποτελέσματα της επιβολής, και βοηθά τις επιχειρήσεις να μειώσουν το κόστος συμμόρφωσής τους·

10.  επαναλαμβάνει ότι η ίση πρόσβαση στους φυσικούς πόρους, συμπεριλαμβανομένων και των πηγών ενέργειας, έχει καθοριστική σημασία για το δίκαιο και ισότιμο ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να συμπεριλάβει στις εμπορικές συμφωνίες διατάξεις που βελτιώνουν την πρόσβαση σε τέτοιους πόρους·

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

23.11.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

30

3

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

William (The Earl of) Dartmouth, Laima Liucija Andrikienė, Maria Arena, Daniel Caspary, Salvatore Cicu, Santiago Fisas Ayxelà, Karoline Graswander-Hainz, Heidi Hautala, Nadja Hirsch, France Jamet, Jude Kirton-Darling, David Martin, Emmanuel Maurel, Emma McClarkin, Anne-Marie Mineur, Alessia Maria Mosca, Artis Pabriks, Franck Proust, Viviane Reding, Inmaculada Rodríguez-Piñero Fernández, Tokia Saïfi, Marietje Schaake, Helmut Scholz, Joachim Schuster, Joachim Starbatty, Adam Szejnfeld, Jan Zahradil

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Reimer Böge, Klaus Buchner, Edouard Ferrand, Bolesław G. Piecha, Frédérique Ries, Paul Rübig, Jarosław Wałęsa

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Merja Kyllönen

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

30

+

ALDE

Frédérique Ries, Marietje Schaake, Nadja Hirsch

ECR

Bolesław G. Piecha, Emma McClarkin, Jan Zahradil, Joachim Starbatty

EFDD

William (The Earl of) Dartmouth

PPE

Adam Szejnfeld, Artis Pabriks, Daniel Caspary, Franck Proust, Jarosław Wałęsa, Laima Liucija Andrikienė, Paul Rübig, Reimer Böge, Salvatore Cicu, Santiago Fisas Ayxelà, Tokia Saïfi, Viviane Reding

S&D

Alessia Maria Mosca, David Martin, Emmanuel Maurel, Inmaculada Rodríguez-Piñero Fernández, Joachim Schuster, Jude Kirton-Darling, Karoline Graswander-Hainz, Maria Arena

VERTS/ALE

Heidi Hautala, Klaus Buchner

3

-

GUE/NGL

Anne-Marie Mineur, Helmut Scholz, Merja Kyllönen

2

0

ENF

Edouard Ferrand, France Jamet

Υπόμνημα για τα χρησιμοποιούμενα σύμβολα:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  abstention


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ (22.11.2017)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού 2016

(2017/2191(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Christel Schaldemose

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  υπενθυμίζει ότι η πολιτική ανταγωνισμού συνδέεται στενά με τη φορολογική πολιτική, και ότι η δίκαιη φορολογική μεταχείριση μεταξύ των επιχειρήσεων είναι απαραίτητη για την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς και τους ίσους όρους ανταγωνισμού· ενθαρρύνει την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της για την αντιμετώπιση κάθε είδους παράνομης κρατικής ενίσχυσης που στρεβλώνει τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά· επισημαίνει τη σημασία που έχει η συμμόρφωση με ακριβείς και αποτελεσματικούς κανόνες ανταγωνισμού·

2.  στηρίζει τις έρευνες που διενεργεί η Επιτροπή για τις αντιανταγωνιστικές πρακτικές, όπως οι κρατικές ενισχύσεις φορολογικού χαρακτήρα που είναι ασύμβατες με τους κανόνες ανταγωνισμού· τονίζει ότι έχει ζωτική σημασία για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς να εξασφαλιστεί ότι όλες οι οντότητες τυγχάνουν ισότιμης μεταχείρισης και ότι όλοι οι παράγοντες συνεισφέρουν με επαρκές μερίδιο καταβολής φόρου· θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα συμπαγές ρυθμιστικό πλαίσιο με διαφανείς κανόνες που διασφαλίζουν την πρόσβαση στην αγορά για όλες τις εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ·

3.  ζητεί από την Επιτροπή να παράσχει περαιτέρω εξηγήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να αντιμετωπιστούν οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στο πλαίσιο της ισχύουσας πολιτικής ανταγωνισμού·

4.  επιδοκιμάζει τις προσπάθειες της Επιτροπής για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού σε ιδιαίτερα προβεβλημένες υποθέσεις κατά πολύ γνωστών εταιρειών· θεωρεί ότι οι ΜΜΕ θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, ιδίως στον τομέα της ψηφιακής τεχνολογίας· ζητεί από την Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, να εξετάσει τον κυρίαρχο ρόλο ορισμένων διαδικτυακών πλατφορμών σε σχέση με τις ΜΜΕ, καθώς και τους αθέμιτους όρους και τις προϋποθέσεις που ενδέχεται να επιβάλλονται· τονίζει ότι η επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού είναι υψίστης σημασίας για όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά προκειμένου να διασφαλίζεται ο θεμιτός οικονομικός ανταγωνισμός και να προωθούνται οι θέσεις απασχόλησης και η ανάπτυξη σε σημαντικούς τομείς της οικονομίας, και ιδίως την ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες, την ψηφιακή τεχνολογία και τις μεταφορές·

5.  καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει τον δίκαιο χαρακτήρα των όρων και των προϋποθέσεων που επιβάλλονται στους προμηθευτές, και ιδίως στις ΜΜΕ, από ορισμένες δεσπόζουσες διαδικτυακές πλατφόρμες, για παράδειγμα όσον αφορά τις ρήτρες ισοτιμίας σε επίπεδο τιμών και ισοτιμίας υπό προϋποθέσεις που ενδέχεται να υπονομεύουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, ιδίως στην ψηφιακή ενιαία αγορά· ζητεί από την Επιτροπή να αναλύσει περαιτέρω τις εν λόγω ρήτρες και, εάν είναι απαραίτητο, να προτείνει περιορισμούς στη χρήση τους·

6.  ενθαρρύνει την Επιτροπή να ενισχύσει τη συνεργασία με τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, προκειμένου να εξασφαλισθούν ίσοι και δίκαιοι όροι ανταγωνισμού καθώς και ασφάλεια δικαίου για τις επιχειρήσεις· εκφράζει την ανησυχία ότι η ανομοιόμορφη εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού από τις εθνικές αρχές μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικά αποτελέσματα, με συνέπεια τη στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά· υπογραμμίζει ότι είναι απαραίτητο οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού να είναι ανεξάρτητες και να διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων τους· επαναλαμβάνει, επιπλέον, ότι είναι απαραίτητο η Επιτροπή να διαθέτει αποτελεσματικά μέσα για την ανεξάρτητη διερεύνηση των περιπτώσεων όπου υπάρχει υποψία για αθέμιτο ανταγωνισμό και των εικαζόμενων παραβιάσεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

7.  επιδοκιμάζει, συνεπώς, την πρόταση της Επιτροπής σχετικά με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού (ΕΔΑ+), συμπεριλαμβανομένης της σημασίας των προστίμων αποτρεπτικού χαρακτήρα για την πολιτική ανταγωνισμού· τονίζει, επιπλέον, ότι η άρνηση της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση να επιβάλει απόφαση επιβολής προστίμων θα πρέπει πάντοτε να αιτιολογείται δεόντως, και ότι θα πρέπει να διαμορφωθεί ένα σύστημα βάσει του οποίου θα μπορούσαν να επιλυθούν τυχόν διαφορές μεταξύ των αρχών σε αυτές τις περιπτώσεις·

8.  λαμβάνει υπό σημείωση την έρευνα στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου και τη σχετική τελική έκθεση, η οποία αποδεικνύει ότι στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου υπάρχουν ορισμένες επιχειρηματικές πρακτικές που επηρεάζουν αρνητικά τον θεμιτό ανταγωνισμό και περιορίζουν τις επιλογές των καταναλωτών· πιστεύει ότι, στο πλαίσιο της στρατηγικής για την ψηφιακή ενιαία αγορά, η έρευνα θα πρέπει να ενταχθεί σε μια ευρύτερη προσπάθεια επιβολής των κανόνων από την Επιτροπή με σκοπό την πλήρη εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού στους εμπόρους λιανικής πώλησης στο Διαδίκτυο·

9.  υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να εστιαστεί η επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ στις εκτεταμένες επιχειρηματικές πρακτικές που έχουν προκύψει ή εξελιχθεί ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης του ηλεκτρονικού εμπορίου, και τονίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να εντείνει τις προσπάθειές της για να εξασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ σε όλα τα κράτη μέλη, επίσης σε ό,τι αφορά τις επιχειρηματικές πρακτικές που σχετίζονται με το ηλεκτρονικό εμπόριο· υπογραμμίζει ότι, λαμβάνοντας υπόψη την ασύμμετρη σχέση μεταξύ των μεγάλων εμπόρων λιανικής πώλησης στο Διαδίκτυο και των προμηθευτών τους, η Επιτροπή και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να επιβάλλουν ενεργά τους κανόνες ανταγωνισμού, καθώς οι προμηθευτές, και ιδίως οι ΜΜΕ, ενδέχεται να μην έχουν πάντα οικονομικά προσιτή πρόσβαση σε ένδικα μέσα·

10.  ζητεί να ενισχυθεί η ελευθερία επιλογής για τους καταναλωτές στην ψηφιακή ενιαία αγορά· θεωρεί ότι το δικαίωμα στη φορητότητα των δεδομένων που κατοχυρώνεται στον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων συνιστά ικανοποιητική προσέγγιση για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των καταναλωτών και του ανταγωνισμού·

11.  είναι της γνώμης ότι μια αποτελεσματική πολιτική ανταγωνισμού μπορεί να συμπληρώσει τις ρυθμιστικές πρωτοβουλίες στον τομέα της ψηφιακής ενιαίας αγοράς, και θεωρεί ότι, όταν η ώθηση για την ανάληψη ρυθμιστικής δράσης αφορά κυρίως την αντιμετώπιση ενεργειών στην αγορά από ορισμένους παράγοντες, οι αρνητικές συνέπειες θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μέσω μέτρων ανταγωνισμού για την αντιμετώπιση των αντιανταγωνιστικών πρακτικών, χωρίς να εμποδίζουν όσους προσπαθούν να είναι ανταγωνιστικοί·

12.  εκφράζει την ανησυχία του για την αυξημένη χρήση συμβατικών περιορισμών από τους κατασκευαστές στις διαδικτυακές πωλήσεις, όπως επιβεβαιώθηκε από την έρευνα για το ηλεκτρονικό εμπόριο, και καλεί την Επιτροπή να προβεί σε περαιτέρω επανεξέταση των ρητρών αυτών προκειμένου να διασφαλίσει ότι δεν δημιουργούν αδικαιολόγητους περιορισμούς στον τομέα του ανταγωνισμού· ζητεί, παράλληλα, από την Επιτροπή να επανεξετάσει τις κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 330/2010 της Επιτροπής, υπό το πρίσμα αυτών των αλλαγών·

13.  λαμβάνει υπό σημείωση τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα Wahl, της 26ης Ιουλίου 2017, στην υπόθεση C-230/16, Coty Germany GmbH κατά Parfümerie Akzente GmbH σύμφωνα με την οποία οι περιορισμοί στις διαδικτυακές πωλήσεις που περιλαμβάνονται σε συμφωνίες διανομής δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι συνιστούν σοβαρό περιορισμό δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 330/2010 της Επιτροπής·

14.  τονίζει ότι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη, στην οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και η διαθεσιμότητα συλλογικών ένδικων μέσων, είναι ζωτικής σημασίας για την επίτευξη των στόχων της πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΕ· υπογραμμίζει ότι, χωρίς τις δυνατότητες αυτές, αποδυναμώνεται ο ανταγωνισμός, η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και τα δικαιώματα των καταναλωτών·

15.  τονίζει ότι οι προσπάθειες για την τόνωση του ανταγωνισμού μέσω της ανάπτυξης της ψηφιακής ενιαίας αγοράς πρέπει πάντοτε να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των καταναλωτών και ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ πρέπει να προστατεύονται πλήρως στον ψηφιακό τομέα·

16.  τονίζει ότι ο ελεύθερος και δίκαιος ανταγωνισμός είναι σε τελική ανάλυση προς όφελος των καταναλωτών·

17.  υπενθυμίζει ότι για να καταπολεμηθούν αποτελεσματικά οι αντιανταγωνιστικές πρακτικές, πρέπει τα κράτη μέλη να εγκρίνουν μια οικονομική πολιτική που συνάδει με τις αρχές της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς και βασίζεται στον θεμιτό ανταγωνισμό, καθώς τα αμιγώς προστατευτικά μέτρα βλάπτουν τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς· υπογραμμίζει ότι πρέπει να εξαλειφθούν όλες οι πτυχές του αθέμιτου ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένης της μη καταχωρισμένης εργασίας και της καταστρατήγησης των κανόνων σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων, χωρίς να θίγεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, η οποία αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς·

18.  θεωρεί πολύ σημαντική τη διαβούλευση που πραγματοποίησε η Επιτροπή σχετικά με την πιθανή βελτίωση του ελέγχου των συγχωνεύσεων στην ΕΕ· πιστεύει ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται, ιδίως στον τομέα της ψηφιακής τεχνολογίας, ότι οι συγχωνεύσεις δεν περιορίζουν τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά· απευθύνει, συνεπώς, νέα έκκληση στην Επιτροπή να εξετάσει προσεκτικά αν οι υφιστάμενες πρακτικές αξιολόγησης λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις συνθήκες των ψηφιακών αγορών και τη διεθνοποίηση των αγορών· καλεί, επιπλέον, την Επιτροπή να λάβει υπόψη τον ρόλο της πρόσβασης σε δεδομένα και πληροφορίες όταν αξιολογεί την ισχύ της αγοράς, κατά πόσον η συγχώνευση δεδομένων και πληροφοριών για τους καταναλωτές κατά τη διάρκεια μιας συγχώνευσης νοθεύει τον ανταγωνισμό, και σε ποιο βαθμό η πρόσβαση μιας επιχείρησης σε αποκλειστικές αναλυτικές μεθόδους και ευρεσιτεχνίες αποκλείει τους ανταγωνιστές· ζητεί εκ νέου από την Επιτροπή να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο ορίζει τον ελάχιστο αριθμό παραγόντων της αγοράς που είναι αναγκαίοι για τον θεμιτό ανταγωνισμό, και τον τρόπο με τον οποίο διατηρεί τη δυνατότητα των νέων επιχειρήσεων, και ιδίως των νεοφυών επιχειρήσεων, να εισέρχονται σε αγορές με υψηλό βαθμό συγκέντρωσης·

19.  καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την ορθή επιβολή των κανόνων της ΕΕ περί δημοσίων συμβάσεων, ούτως ώστε να αντιμετωπιστούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, μεταξύ άλλων μέσω κοινωνικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων, καθώς και κριτηρίων που σχετίζονται με την προστασία του καταναλωτή, όπου κρίνεται απαραίτητο, και να προωθούν τις ορθές πρακτικές στις διαδικασίες των δημόσιων αρχών· θεωρεί ότι η ανάπτυξη ηλεκτρονικών διαδικασιών δημόσιων συμβάσεων θα διευκολύνει την πρόσβαση των ΜΜΕ στις δημόσιες συμβάσεις, θα αυξήσει τη διαφάνεια και θα διασφαλίσει την αποτελεσματικότερη παρακολούθηση των παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού· καλεί, επιπλέον, την Επιτροπή να προαγάγει τις ευκαιρίες πρόσβασης στην αγορά για τις ΜΜΕ μέσω μικρότερων συμβάσεων, όπου αυτό συμβαδίζει με τους βασικούς στόχους της σύναψης δημοσίων συμβάσεων, και να παρακολουθεί προσεκτικά την επιβολή των κανόνων όσον αφορά τη συγκέντρωση των αγορών στις αγορές δημόσιων συμβάσεων·

20.  επιδοκιμάζει τη θέσπιση κανόνων για τη δυνατότητα μεταφοράς των προπληρωμένων υπηρεσιών, στο πλαίσιο της στρατηγικής για την ψηφιακή ενιαία αγορά, οι οποίοι θα βελτιώσουν τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά και θα διασφαλίσουν περισσότερα δικαιώματα για τους καταναλωτές·

21.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τη σταδιακή ελευθέρωση τομέων όπως οι τηλεπικοινωνίες, οι ταχυδρομικές υπηρεσίες και οι δημόσιες μεταφορές, με σκοπό τη δημιουργία ενός ανταγωνιστικού περιβάλλοντος από το οποίο θα επωφεληθούν και οι καταναλωτές·

22.  πιστεύει ότι τα κριτήρια για την ένταξη σε ένα δίκτυο επιλεκτικής διανομής ή δικαιόχρησης πρέπει να είναι διαφανή, ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα κριτήρια αυτά δεν παραβιάζουν την πολιτική ανταγωνισμού και την ελεύθερη λειτουργία της ενιαίας αγοράς· υπογραμμίζει ότι τα κριτήρια αυτά πρέπει να είναι αντικειμενικά, ποιοτικά, να μην εισάγουν διακρίσεις, και να μην υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου· καλεί την Επιτροπή να λάβει μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει αυτή τη διαφάνεια·

23.  επισημαίνει τον αυξημένο κίνδυνο αθέμιτης σύμπραξης μεταξύ ανταγωνιστών λόγω, μεταξύ άλλων, λογισμικού παρακολούθησης τιμών· θεωρεί ότι ενδέχεται να εμφανιστούν εναρμονισμένες πρακτικές ακόμα και αν η επικοινωνία μεταξύ ανταγωνιστών είναι ασθενέστερη από ό,τι απαιτείται βάσει των ισχυόντων κανόνων, ή ακόμα και αυτόματη, καθώς οι αλγόριθμοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους ανεξάρτητα από τις οδηγίες ενός ή περισσότερων παραγόντων της αγοράς· ζητεί από την Επιτροπή να επαγρυπνεί σχετικά με αυτές τις νέες προκλήσεις για τον ελεύθερο ανταγωνισμό·

24.  τονίζει τη σχέση μεταξύ της εσωτερικής αγοράς και της πολιτικής ανταγωνισμού· ενθαρρύνει την εντατική συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα συμφέροντα των καταναλωτών προστατεύονται και προωθούνται σε όλες ανεξαιρέτως τις προσπάθειες τόνωσης της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ·

25.  επιδοκιμάζει τις προσπάθειες της Επιτροπής να έρθει σε επαφή με τους διεθνείς εταίρους της και τα πολυμερή φόρουμ στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού· πιστεύει ότι η διεθνής συνεργασία καθίσταται ολοένα και πιο αναγκαία, όπου οι εταιρείες που υπόκεινται σε επιβολή των κανόνων δραστηριοποιούνται σε περισσότερες από μία περιοχές δικαιοδοσίας·

26.  πιστεύει ότι η αύξηση του δικτύου συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου στις οποίες συμμετέχει η Ευρωπαϊκή Ένωση, θα αποβεί ωφέλιμη για την επιβολή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο· ενθαρρύνει, εν προκειμένω, την Επιτροπή να αναζητήσει περαιτέρω δυνατότητες εμπορικών συμφωνιών και να συμπεριλάβει ισχυρούς αντιμονοπωλιακούς κανόνες και κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων σε αυτές τις μελλοντικές συμφωνίες.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

21.11.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

33

1

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

John Stuart Agnew, Pascal Arimont, Dita Charanzová, Carlos Coelho, Sergio Gaetano Cofferati, Lara Comi, Anna Maria Corazza Bildt, Daniel Dalton, Nicola Danti, Dennis de Jong, Maria Grapini, Sergio Gutiérrez Prieto, Liisa Jaakonsaari, Philippe Juvin, Antonio López-Istúriz White, Eva Maydell, Marlene Mizzi, Nosheena Mobarik, Virginie Rozière, Christel Schaldemose, Olga Sehnalová, Jasenko Selimovic, Igor Šoltes, Ivan Štefanec, Catherine Stihler, Richard Sulík, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Mylène Troszczynski, Mihai Ţurcanu, Anneleen Van Bossuyt, Marco Zullo

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Arndt Kohn

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Heidi Hautala, Jaromír Štětina

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

33

+

ALDE

Dita Charanzová, Jasenko Selimovic

ECR

Daniel Dalton, Nosheena Mobarik, Richard Sulík, Anneleen Van Bossuyt

EFDD

Marco Zullo

ENF

Mylène Troszczynski

GUE/NGL

Dennis de Jong

PPE

Pascal Arimont, Carlos Coelho, Lara Comi, Anna Maria Corazza Bildt, Philippe Juvin, Antonio López-Istúriz White, Eva Maydell, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Ivan Štefanec, Jaromír Štětina, Mihai Ţurcanu

S&D

Sergio Gaetano Cofferati, Nicola Danti, Maria Grapini, Sergio Gutiérrez Prieto, Liisa Jaakonsaari, Arndt Kohn, Marlene Mizzi, Virginie Rozière, Christel Schaldemose, Olga Sehnalová, Catherine Stihler

Verts/ALE

Heidi Hautala, Igor Šoltes

1

-

EFDD

John Stuart Agnew

0

0

-

-

Υπόμνημα για τα χρησιμοποιούμενα σύμβολα:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ (6.12.2017)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού

(2017/2191(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Tibor Szanyi

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 42 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι οι κανόνες του ανταγωνισμού δεν εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων παρά μόνο κατά το μέτρο που ορίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους του άρθρου 39 στόχων της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΚΓΠ) που προβλέπονται στο άρθρο 39 της ΣΛΕΕ·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 39 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ ορίζει ως έναν από τους στόχους της ΚΓΠ την εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό, ιδίως με την αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία, τη σταθεροποίηση των αγορών και την εξασφάλιση του εφοδιασμού·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση θέτει ως στόχο την εξασφάλιση της σταθερότητας των τιμών στην εσωτερική αγορά·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, δεδομένων των ειδικών φυσικών και διαρθρωτικών χαρακτηριστικών της γεωργίας (μεγάλοι κύκλοι παραγωγής, κατακερματισμένη παραγωγή, αριθμός μικρών γεωργικών εκμεταλλεύσεων και συχνά χαμηλά εισοδήματα, χαμηλή ανθεκτικότητα στις αναταράξεις και στις αλλαγές της αγοράς λόγω αστάθειας των τιμών, ανελαστικότητα της ζήτησης και αλλοιώσιμος χαρακτήρας των προϊόντων που οδηγούν σε ανισορροπίες μεταξύ των αρχικών και των τελικών σταδίων και πολύ μικρή διαπραγματευτική ισχύ των γεωργών στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων έναντι των μεγάλων προμηθευτών, των μεταποιητών και των μεγάλων αλυσίδων διανομής στον τομέα του λιανικού εμπορίου), ο ευρωπαίος νομοθέτης υπερασπίζεται συνεχώς από το 1962 την ύπαρξη ειδικού καθεστώτος για τον γεωργικό τομέα όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού, το οποίο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στον εν λόγω τομέα με τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζεται σε άλλους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, και λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η «γεωργική εξαίρεση» αποκτά μεγαλύτερη σημασία στο πλαίσιο μιας κοινής γεωργικής πολιτικής προσανατολισμένης στην αγορά και της αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης των γεωργικών αγορών, και ότι θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται με ουσιαστικό τρόπο στην εφαρμογή και την επιβολή της πολιτικής από την Επιτροπή και από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού προκειμένου να διασφαλίζεται συνέπεια ως προς τις παρεκκλίσεις·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα σαφές και συνεπές κανονιστικό πλαίσιο από άποψη προσαρμογής της πολιτικής ανταγωνισμού στις ιδιαιτερότητες της γεωργικής αγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 42 της ΣΛΕΕ, μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της θέσης των γεωργών στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων μέσω της πρόληψης της υπερβολικής συγκέντρωσης οικονομικής και χρηματοπιστωτικής ισχύος στους φορείς εκμετάλλευσης, της αντιμετώπισης των ανισορροπιών ισχύος εντός της αλυσίδας, της αύξησης της αποτελεσματικότητας της αγοράς (χαμηλότερες τιμές, προϊόντα και υπηρεσίες καλύτερης ποιότητας) και της κατοχύρωσης ασφάλειας δικαίου και ισότιμων όρων ανταγωνισμού σε ένα πλαίσιο εύρυθμης λειτουργίας της ενιαίας αγοράς·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ, και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού, θα πρέπει να είναι πιο επιεικείς κατά την εφαρμογή του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ στις συμφωνίες, τις πρακτικές και τις δράσεις συντονισμού, συμπεριλαμβανομένων των ανταλλαγών βασικών οικονομικών πληροφοριών, που αναλαμβάνονται από τις οργανώσεις παραγωγών (ΟΠ), τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών (ΕΟΠ), τους γεωργικούς συνεταιρισμούς και τις συμπράξεις μεταξύ παραγωγών, ιδίως όσον αφορά τον θεμελιώδη στόχο της διασφάλισης του εφοδιασμού τροφίμων σε λογικές τιμές σύμφωνα με το άρθρο 39 της ΣΛΕΕ και της βελτίωσης του εισοδήματος των γεωργών και του μεριδίου τους στην αλυσίδα αξίας·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, λόγω των οικονομικών κινδύνων που ενέχει ο γεωργικός τομέας, μια προσανατολισμένη στην αγορά ΚΓΠ οφείλει να παραχωρεί, σε καιρούς κρίσης, πρόσθετες εξαιρέσεις ορισμένου χρόνου από τους κανόνες του ανταγωνισμού·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κλιματικοί και υγειονομικοί κίνδυνοι μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρές ανισορροπίες στην αγορά και να επιδεινώσουν περισσότερο την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι παραγωγοί του πρωτογενούς τομέα· λαμβάνοντας υπόψη ότι παρόμοια γεγονότα ενδέχεται να καθιστούν απαραίτητη την επανεξέταση των κανόνων ανταγωνισμού όταν απειλείται ο βασικός επισιτιστικός εφοδιασμός·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προδικαστική απόφαση ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-671/15 («αντίδια») αποδεικνύει την ανάγκη να υπάρχει ασφάλεια δικαίου για τους παραγωγούς, τις οργανώσεις παραγωγών και τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ιδίως σε έναν τομέα που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα κατακερματισμένη προσφορά και συγκεντρωμένη ζήτηση, καθώς και από δυσκολίες ελέγχου της προσφοράς και πρόβλεψης της ζήτησης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στους παραγωγούς και στις οργανώσεις παραγωγών είναι καίριας σημασίας από άποψη σαφήνειας και προβλεψιμότητας·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ειδική ομάδα για τις γεωργικές αγορές υπέβαλε τον Νοέμβριο του 2016 δέσμη προτάσεων και συστάσεων με στόχο την ενίσχυση της θέσης των γεωργών στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων, την αναθεώρηση των συμβατικών εργαλείων που βρίσκονται στη διάθεση των γεωργών, την καταπολέμηση των αθέμιτων πρακτικών και την αποσαφήνιση των γεωργικών εξαιρέσεων από το δίκαιο του ανταγωνισμού· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συστάσεις αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά περίπτωση, δεδομένου ότι έγιναν δεκτές με ικανοποίηση από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τους ενδιαφερόμενους φορείς στην αλυσίδα εφοδιασμού, και ότι θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα με στόχο τη βελτίωση της θέσης των γεωργών, των ΟΠ, ΕΟΠ και άλλων μορφών συνεργασίας των παραγωγών στον τομέα της γεωργίας και στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το γεωργικό στοιχείο του κανονισμού σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (2016/0282B) (Omnibus) αποτελεί σημαντικό βήμα για την ΚΓΠ, με τις φιλόδοξες προτάσεις που διατύπωσε το Κοινοβούλιο που μπορούν να εξασφαλίσουν σημαντικές βελτιώσεις στην πολιτική ανταγωνισμού, ιδίως με την καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και με την αποσαφήνιση των κανόνων ανταγωνισμού και των κανόνων σχετικά με τις οικονομικές οργανώσεις παραγωγών, τις γενικές εξαιρέσεις και τις εξαιρέσεις σε περιόδους κρίσης στο δίκαιο του ανταγωνισμού·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μελέτη του Οκτωβρίου 2016 για τις γεωργικές διεπαγγελματικές οργανώσεις στην ΕΕ τονίζει τον σημαντικό ρόλο των διεπαγγελματικών οργανώσεων στη διάδοση οικονομικών και τεχνικών πληροφοριών στους παράγοντες της αλυσίδας παραγωγής· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω μελέτη καταδεικνύει ότι οι διεπαγγελματικές οργανώσεις επιτρέπουν καλύτερο επιμερισμό του κινδύνου και της κερδοφορίας·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις κατευθυντήριες γραμμές της σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό και τον δασονομικό τομέα και στις αγροτικές περιοχές για την περίοδο 2014-2020(1), η Επιτροπή αναγνωρίζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του γεωργικού τομέα και της κοινωνικής δομής του, καθώς και τη σημασία των νέων προκλήσεων που αντιμετωπίζει, όπως η επισιτιστική ασφάλεια και περιβαλλοντικά και κλιματικά προβλήματα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω πολιτική πρέπει, συνεπώς, να συμβάλει στην ενίσχυση της οικονομικής βιωσιμότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, στην προώθηση της οργάνωσης της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων, στην αγροτική ανάπτυξη και στην κοινωνική ένταξη·

1.  φρονεί ότι η ιδιαίτερη φύση του τομέα της γεωργίας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην πολιτική ανταγωνισμού· υπενθυμίζει ότι το άρθρο 42 της ΣΛΕΕ αναγνωρίζει ειδικό καθεστώς στον γεωργικό τομέα όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου περί ανταγωνισμού, το οποίο επιβεβαιώθηκε στην τελευταία μεταρρύθμιση της KΓΠ μέσω της εκχώρησης μιας σειράς παρεκκλίσεων και εξαιρέσεων από το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ· επισημαίνει ότι στόχος της ΚΓΠ είναι η εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό απέναντι στη συνεχή εμφάνιση οικονομικών και κλιματικών κινδύνων· υπενθυμίζει ότι η πολιτική ανταγωνισμού προασπίζει κυρίως τα συμφέροντα των καταναλωτών και λαμβάνει ανεπαρκώς υπόψη τα ειδικά συμφέροντα και τις δυσκολίες των παραγωγών γεωργικών προϊόντων· τονίζει ότι η πολιτική ανταγωνισμού πρέπει να θέτει την υπεράσπιση των συμφερόντων των παραγωγών γεωργικών προϊόντων στο ίδιο επίπεδο με την υπεράσπιση των συμφερόντων των καταναλωτών, διασφαλίζοντας ισότιμους όρους ανταγωνισμού και πρόσβασης στην εσωτερική αγορά για να προωθηθούν οι επενδύσεις και η καινοτομία, για την απασχόληση, τη βιωσιμότητα των γεωργικών επιχειρήσεων και την ισόρροπη ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών στην ΕΕ, ενώ θα προάγει παράλληλα τη διαφάνεια για τους φορείς της αγοράς·

2.  εμμένει στην άποψη ότι «δίκαιη τιμή» δεν πρέπει να θεωρείται η χαμηλότερη δυνατή τιμή για τον καταναλωτή, αλλά ότι, αντίθετα, πρέπει να είναι μια λογική τιμή η οποία δίνει τη δυνατότητα για δίκαιη αμοιβή σε όλα τα μέρη της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων·

3.  αναγνωρίζει την ασθενέστερη θέση των γεωργών στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων και θεωρεί ότι οι κρίσεις στον γεωργικό τομέα μπορούν να επιδεινώσουν τη θέση των γεωργών· θεωρεί ότι θα πρέπει να διασφαλίζεται για τους γεωργούς όλων των τομέων παραγωγής το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος συμφωνίας για τις τιμές· φρονεί ότι οι γεωργοί πρέπει να ενθαρρύνονται να συμμετέχουν πλήρως και να διαθέτουν τα αναγκαία μέσα για να αξιοποιούν τις δυνατότητες που παρέχουν οι οργανώσεις παραγωγών, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιρισμών παραγωγών, των ενώσεών τους και των διεπαγγελματικών οργανώσεων· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν αυτά τα συλλογικά εργαλεία αυτοβοήθειας με στόχο την ανάπτυξη ικανοτήτων και αποδοτικότητας, μέσω της αποσαφήνισης και της απλούστευσης των κανόνων που ισχύουν στην περίπτωσή τους, προκειμένου να ενισχυθεί η διαπραγματευτική ισχύς και η ανταγωνιστικότητά τους, διαφυλάσσοντας παράλληλα τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 39 της ΣΛΕΕ·

4.  εκτιμά ότι οι συλλογικές δραστηριότητες των οργανώσεων παραγωγών και των ενώσεών τους – συμπεριλαμβανομένων του προγραμματισμού της παραγωγής και της διαπραγμάτευσης των πωλήσεων και των όρων των συμβάσεων – είναι απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων της ΚΓΠ όπως ορίζονται στο άρθρο 39 της ΣΛΕΕ και ότι θα πρέπει, ως εκ τούτου, να εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ, όταν αυτές οι κοινές δραστηριότητες ασκούνται πράγματι, στοιχείο που θα συμβάλει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των γεωργών· επισημαίνει ότι οι παρεκκλίσεις βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) δεν έχουν αξιοποιηθεί πλήρως και ότι η έλλειψη σαφήνειας των εν λόγω παρεκκλίσεων, οι δυσχέρειες στην εφαρμογή τους και η ανομοιογενής εφαρμογή από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού δεν παρέχουν στους γεωργούς και στις οργανώσεις τους επαρκή ασφάλεια δικαίου· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι ο κανονισμός «Οmnibus» θα απλουστεύσει τους κανόνες για τη συλλογική οργάνωση των γεωργών και θα αποσαφηνίσει τον ρόλο και τις αρμοδιότητες των οργανώσεων παραγωγών που ασκούν οικονομικές δραστηριότητες στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, έτσι ώστε να ενισχυθεί η διαπραγματευτική ισχύς τους ενώ παράλληλα θα διασφαλίζονται οι αρχές που θεσπίζονται στο άρθρο 39 της ΣΛΕΕ·

5.  επικροτεί το γεγονός, λαμβανομένων υπόψη των θετικών επισκοπήσεων εφαρμογής(2) και του τρόπου με τον οποίο συμβάλλει στην ενίσχυση της θέσης των γαλακτοπαραγωγών στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων, ότι η δέσμη μέτρων του 2012 αναμένεται να επεκταθεί σε βάθος χρόνου στο πλαίσιο του κανονισμού «Omnibus»· ζητεί, ωστόσο, από την Επιτροπή να προβεί σε ανάλυση αντικτύπου για να αποφασίσει κατά πόσον θα πρέπει να υπάρξει επέκταση των διατάξεων περί συμβατικών διαπραγματεύσεων του τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων σε άλλους γεωργικούς τομείς, δεδομένου ότι οι οργανώσεις γεωργών και παραγωγών θα έχουν περισσότερη ελευθερία να προγραμματίζουν την παραγωγή, δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης και δικαίωμα διαπραγμάτευσης των πωλήσεων και των όρων των συμβάσεων για τον σαφή καθορισμό τιμών και όγκων·

6.  ζητεί τη θέσπιση ρητής και αυτόματης εξαίρεσης από το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ, που θα υπόκειται στις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, ώστε να μπορούν οι γεωργικές διεπαγγελματικές οργανώσεις να εκπληρώνουν τα καθήκοντα που τους αναθέτει ο ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ, με σκοπό την προώθηση των στόχων του άρθρου 39 της ΣΛΕΕ·

7.  προτείνει οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 για τη θέσπιση μέτρων ρύθμισης της προσφοράς τυριού προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης ή προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης (άρθρο 150), χοιρομεριού προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης ή προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης (άρθρο 172) και οίνου (άρθρο 167), να επεκταθούν στα προϊόντα που φέρουν σήμα ποιότητας, προκειμένου να εξασφαλιστούν μεγαλύτερες δυνατότητες προσαρμογής της προσφοράς στη ζήτηση·

8.  επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να αποσαφηνίσει το πεδίο εφαρμογής των επιμέρους εξαιρέσεων από τους κανόνες ανταγωνισμού βάσει του άρθρου 101 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, ιδίως όσον αφορά τις συμφωνίες βιωσιμότητας που συνάπτονται στο πλαίσιο της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων, δεδομένου οι εν λόγω συμφωνίες μπορούν να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού εφόσον συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή στην προώθηση της προόδου ενώ παράλληλα ωφελούν τους καταναλωτές και την κοινωνία· πιστεύει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορούσε να εξασφαλιστεί μεγαλύτερο περιθώριο στην πολιτική ανταγωνισμού για συλλογικές ρυθμίσεις οργανώσεων παραγωγών, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιρισμών, των ενώσεων και των διεπαγγελματικών οργανώσεων τους, που γίνονται για τον σκοπό της βιωσιμότητας (όπως πρωτοβουλίες που προάγουν τη βιοποικιλότητα, βελτιώνουν την καλή διαβίωση και/ή την υγεία των ζώων ή καταπολεμούν τη μικροβιακή αντοχή)·

9.  επικροτεί το γεγονός ότι ο κανονισμός «Omnibus» θεσπίζει διαδικασία βάσει της οποίας μια ομάδα γεωργών μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή την έκδοση μη δεσμευτικής γνωμοδότησης προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον η συλλογική δράση είναι συμβατή με τη γενική εξαίρεση από τους κανόνες του ανταγωνισμού βάσει του άρθρου 209 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ)· καλεί, πάντως, την Επιτροπή, βάσει της σύστασης που πρότεινε η ειδική ομάδα για τις γεωργικές αγορές, να διευκρινίσει το πεδίο εφαρμογής της γενικής παρέκκλισης για τη γεωργία για να προσδιορίσει την εξαίρεση κατά τρόπο ώστε να ισχύει και να είναι εφικτή η μη εφαρμογή του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ – στις περιπτώσεις που αυτό προβλέπεται·

10.  επισημαίνει ότι, σε περιόδους σοβαρών ανισορροπιών της αγοράς, όταν ο γεωργικός τομέας είναι σε κίνδυνο και όλοι οι πολίτες πλήττονται από πιθανές ζημίες στον βασικό επισιτιστικό εφοδιασμό, μια προσανατολισμένη στην αγορά ΚΓΠ θα πρέπει να παρέχει στήριξη στους γεωργούς και πρόσθετες, χρονικά περιορισμένες και πλήρως αιτιολογημένες εξαιρέσεις από τους κανόνες ανταγωνισμού· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, λόγω των αλλαγών που επήλθαν με τον κανονισμό «Οmnibus», θα είναι ευκολότερη η ενεργοποίηση των διατάξεων του άρθρο 222 του ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ, που επιτρέπει αυτές τις προσωρινές παρεκκλίσεις από το δίκαιο του ανταγωνισμού·

11.  θεωρεί ότι πρέπει να δίνεται στις διεπαγγελματικές οργανώσεις «ευρείας βάσης», που συγκεντρώνουν παραγωγούς, μεταποιητές και διανομείς, η δυνατότητα να πραγματοποιούν συνεδριάσεις ούτως ώστε να συζητούν, μεταξύ άλλων, για μέτρα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων με σκοπό την επιστροφή σε συνθήκες αγοράς κατάλληλες για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 39 της ΣΛΕΕ·

12.  επαναλαμβάνει την ανάγκη να αναπτυχθεί προοδευτικά το πλαίσιο ανταγωνισμού της ΚΓΠ και της ΕΕ, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της γεωργίας, προκειμένου να συμπεριληφθεί κανονιστική δράση για την καταπολέμηση της ανισότητας στην ευρωπαϊκή αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων και να παρακολουθούνται οι εξελίξεις ως προς τη θέση των παραγωγών του πρωτογενούς τομέα και οι δείκτες αξιολόγησης της βιωσιμότητας των επισιτιστικών και γεωργικών συστημάτων (SAFA) του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), συμπεριλαμβανομένων του δείκτη Δίκαιης Τιμολόγησης και Διαφανών Συμβάσεων (S.2.1.1) και του δείκτη Δικαιωμάτων των Προμηθευτών (S.2.2.1)·

13.  ζητεί να αναπτυχθεί περαιτέρω το ευρωπαϊκό μέσο παρακολούθησης των τιμών τροφίμων, προκειμένου να βελτιωθεί ο εντοπισμός κρίσεων στον αγροδιατροφικό τομέα μέσω καλύτερων και αναλυτικότερων δεδομένων· επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη συμμετοχής των οργανώσεων γεωργών στον προσδιορισμό και στη συλλογή δεδομένων·

14.  επισημαίνει την παραδοχή, από πλευράς της Επιτροπής, ότι οι παραγωγοί γεωργικών προϊόντων αποτελούν το επίπεδο με τη μικρότερη συγκέντρωση στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων ενώ οι προμηθευτές εισροών και οι πελάτες τους είναι συχνά πολύ μεγαλύτεροι και πιο συγκεντρωμένοι, με αποτέλεσμα μια μη ισορροπημένη σχέση και αρνητικές και αθέμιτες εμπορικές πρακτικές – από ορισμένες μεγάλες αλυσίδες διανομής, μεταποιητές και επιχειρήσεις λιανικής πώλησης – που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσω της πολιτικής ανταγωνισμού, πράγμα που σημαίνει ότι απαιτείται συνοχή με άλλες πολιτικές· καλεί, επομένως, την Επιτροπή να καθορίσει με μεγαλύτερη σαφήνεια τι σημαίνει «δεσπόζουσα θέση» και κατάχρηση της θέσης αυτής, λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό συγκέντρωσης και τη διαπραγματευτική ισχύ των τομέων εισροών, μεταποίησης και λιανικής· σημειώνει, επιπλέον, ότι ο κανονισμός «Οmnibus» θα θεσπίσει ορισμένες διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα για γραπτές συμβάσεις και για τη διαπραγμάτευση συμβατικών όρων για τη βελτίωση του επιμερισμού της αξίας σε όλο το μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού, προκειμένου να συμβάλει στην εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών, στην καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, στην εξασφάλιση μεγαλύτερης ανταπόκρισης από τους αγρότες στα μηνύματα της αγοράς, στη βελτίωση της κοινοποίησης και της μετακύλισης των τιμών και στην ευχερέστερη προσαρμογή της προσφοράς στη ζήτηση· ζητεί ακόμη από την Επιτροπή και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να μεριμνούν για την ορθή ταξινόμηση και τιμολόγηση των εμπορευμάτων και για την παρακολούθηση και την αντιμετώπιση, μέσω δεσμευτικών δράσεων, των καταχρήσεων και των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών εις βάρος των γεωργών, καθώς και για την επιβολή κυρώσεων· φρονεί ότι θα πρέπει να εξεταστούν τα υφιστάμενα εθνικά συστήματα προκειμένου να προσδιοριστεί η βέλτιστη πρακτική που πρέπει να εφαρμοστεί·

15.  αναγνωρίζει ότι, μέχρι στιγμής, το δίκαιο ανταγωνισμού δεν έχει εφαρμοστεί για την καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών στην αλυσίδα τροφίμων σε ευρωπαϊκό ή εθνικό επίπεδο· σημειώνει ότι έχουν εφαρμοστεί ειδικοί εθνικοί κανόνες για τον σκοπό αυτό, οι οποίοι όμως δεν έχουν αποδειχθεί πλήρως αποτελεσματικοί για την καταπολέμηση του ενδημικού προβλήματος των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και της ανισορροπίας ισχύος στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων· καλεί την Επιτροπή να δημοσιεύσει και να εγκρίνει χωρίς καθυστέρηση την εξαγγελθείσα νομοθετική πρόταση της ΕΕ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, να θεσπίσει εναρμονισμένο νομικό πλαίσιο για την καλύτερη προστασία των παραγωγών και των γεωργών από τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και να διασφαλίσει την περαιτέρω ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς·

16.  επισημαίνει ότι το Κοινοβούλιο έχει ήδη ζητήσει από την Επιτροπή και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις ανησυχίες που γεννούν οι σωρευτικές επιπτώσεις του ραγδαίου συγκεντρωτισμού στον τομέα του λιανικού εμπορίου σε εθνικό επίπεδο και οι συμμαχίες μεγάλων επιχειρήσεων λιανικής πώλησης σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, τόσο στα προηγούμενα στάδια της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων όσο και στους εμπόρους λιανικής πώλησης και τους καταναλωτές· εκτιμά ότι η διαρθρωτική αυτή εξέλιξη εγείρει ανησυχίες για πιθανές στρατηγικές ευθυγραμμίσεις, μειωμένο ανταγωνισμό και περιορισμένα περιθώρια για επενδύσεις και καινοτομία στο πλαίσιο της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων·

17.  ζητεί από τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να δώσουν προτεραιότητα στην ενίσχυση της ενιαίας αγοράς μετά το Brexit, διασφαλίζοντας την πλήρη συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία περί ανταγωνισμού και με τις παρεκκλίσεις της, καθώς και με άλλα πρότυπα, με στόχο την κατοχύρωση ασφάλειας δικαίου και ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών·

18.  σημειώνει ότι το ατομικό όριο των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας στον γεωργικό τομέα διπλασιάστηκε το 2013 (από 7 500 ευρώ σε 15 000 ευρώ), προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έξαρση κλιματικών, υγειονομικών και οικονομικών κρίσεων· επισημαίνει ότι το εθνικό όριο των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας προσαρμόστηκε τότε μόνον οριακά (από 0,75% στο 1% της αξίας της εθνικής γεωργικής παραγωγής), με αποτέλεσμα να μειωθεί η δυνατότητα των κρατών να συνδράμουν τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες· ζητεί, ως εκ τούτου, να αυξηθεί το εθνικό όριο για ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στο 1,25 % της εθνικής γεωργικής παραγωγής, προκειμένου να αμβλυνθεί η δύσκολη οικονομική κατάσταση των γεωργών· σημειώνει ότι η θέσπιση συνεκτικών κανόνων για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας θα πρέπει να χρησιμεύσει στη βελτίωση της θέσης των γεωργών, χωρίς να οδηγήσει σε επανεθνικοποίηση της γεωργικής πολιτικής·

19.  τονίζει τη σημασία που έχει η χρηματοδότηση για την εξασφάλιση πρόσβασης σε ευρυζωνικά δίκτυα υψηλής ταχύτητας με στόχο τη διατήρηση της επαφής με τις τεχνολογικές εξελίξεις και την τόνωση του ανταγωνισμού, ιδίως στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές·

20.  τονίζει ότι το άνοιγμα της ευρωπαϊκής αγοράς σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικούς εμπορικούς εταίρους και μεγάλους εξαγωγείς γεωργικών προϊόντων που υπόκεινται σε διαφορετικά πρότυπα ενδέχεται να συνιστά κίνδυνο για τους πλέον ευαίσθητους γεωργικούς κλάδους στην ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να λάβει πλήρως υπόψη τις επιπτώσεις που έχουν ενδεχόμενες στρεβλώσεις της αγοράς, οφειλόμενες σε εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες, στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων στην Ευρώπη, δεδομένης της εύθραυστης οικονομικής τους κατάστασης και του θεμελιώδους ρόλου τους στην κοινωνία μας.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

4.12.2017

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

19

3

3

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

John Stuart Agnew, Clara Eugenia Aguilera García, Eric Andrieu, Daniel Buda, Jean-Paul Denanot, Albert Deß, Jørn Dohrmann, Norbert Erdős, Luke Ming Flanagan, Jan Huitema, Zbigniew Kuźmiuk, Philippe Loiseau, Mairead McGuinness, Ulrike Müller, Maria Noichl, Marijana Petir, Maria Lidia Senra Rodríguez, Ricardo Serrão Santos, Czesław Adam Siekierski, Tibor Szanyi, Marc Tarabella

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Bas Belder, Jens Gieseke, Momchil Nekov, Annie Schreijer-Pierik, Thomas Waitz

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

19

+

PPE

Daniel Buda, Albert Deß, Norbert Erdős, Jens Gieseke, Mairead McGuinness, Marijana Petir, Annie Schreijer-Pierik, Czesław Adam Siekierski

S&D

Clara Eugenia Aguilera García, Eric Andrieu, Jean-Paul Denanot, Momchil Nekov, Maria Noichl, Tibor Szanyi, Marc Tarabella

ECR

Bas Belder, Jørn Dohrmann, Zbigniew Kuźmiuk

ENF

Philippe Loiseau

3

-

GUE/NGL

Luke Ming Flanagan, Maria Lidia Senra Rodríguez

EFDD

John Stuart Agnew

3

0

ALDE

Jan Huitema, Ulrike Müller

Verts/ALE

Thomas Waitz

Υπόμνημα για τα χρησιμοποιούμενα σύμβολα:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

(1)

Κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό και τον δασονομικό τομέα και στις αγροτικές περιοχές για την περίοδο 2014-2020, ΕΕ C 204/1 της 1.7.2014.

(2)

Εκθέσεις σχετικά με την εξέλιξη της κατάστασης της αγοράς στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων και την εφαρμογή των διατάξεων της «δέσμης μέτρων για τον τομέα του γάλακτος» (COM(2016)724 final και COM(2014)354 final).


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

21.2.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

49

5

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Burkhard Balz, Hugues Bayet, Udo Bullmann, Matt Carthy, Thierry Cornillet, Esther de Lange, Markus Ferber, Jonás Fernández, Sven Giegold, Neena Gill, Roberto Gualtieri, Brian Hayes, Gunnar Hökmark, Danuta Maria Hübner, Cătălin Sorin Ivan, Petr Ježek, Wolf Klinz, Alain Lamassoure, Werner Langen, Sander Loones, Paloma López Bermejo, Olle Ludvigsson, Ivana Maletić, Gabriel Mato, Alex Mayer, Bernard Monot, Luděk Niedermayer, Stanisław Ożóg, Sirpa Pietikäinen, Dariusz Rosati, Pirkko Ruohonen-Lerner, Anne Sander, Alfred Sant, Martin Schirdewan, Molly Scott Cato, Pedro Silva Pereira, Peter Simon, Theodor Dumitru Stolojan, Kay Swinburne, Paul Tang, Ramon Tremosa i Balcells, Ernest Urtasun, Marco Valli, Miguel Viegas, Jakob von Weizsäcker, Γεώργιος Κύρτσος, Κώστας Μαυρίδης

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Bas Eickhout, Ramón Jáuregui Atondo, Alain Lamassoure, Thomas Mann, Luigi Morgano, Laurenţiu Rebega, Joachim Starbatty, Lieve Wierinck

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Alberto Cirio


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

49

+

ALDE

Thierry Cornillet, Petr Ježek, Wolf Klinz, Ramon Tremosa i Balcells, Lieve Wierinck

ECR

Sander Loones, Stanisław Ożóg, Pirkko Ruohonen-Lerner, Joachim Starbatty, Kay Swinburne

EFDD

Marco Valli

PPE

Burkhard Balz, Alberto Cirio, Markus Ferber, Brian Hayes, Gunnar Hökmark, Danuta Maria Hübner, Γεώργιος Κύρτσος, Alain Lamassoure, Werner Langen, Ivana Maletić, Thomas Mann, Gabriel Mato, Luděk Niedermayer, Sirpa Pietikäinen, Dariusz Rosati, Anne Sander, Theodor Dumitru Stolojan, Esther de Lange

S&D

Hugues Bayet, Udo Bullmann, Jonás Fernández, Neena Gill, Roberto Gualtieri, Cătălin Sorin Ivan, Ramón Jáuregui Atondo, Olle Ludvigsson, Κώστας Μαυρίδης, Alex Mayer, Luigi Morgano, Alfred Sant, Pedro Silva Pereira, Peter Simon, Paul Tang, Jakob von Weizsäcker

Verts/ALE

Bas Eickhout, Sven Giegold, Molly Scott Cato, Ernest Urtasun

5

-

ENF

Bernard Monot

GUE/ NGL

Matt Carthy, Paloma López Bermejo, Martin Schirdewan, Miguel Viegas

1

0

ENF

Laurenţiu Rebega

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Τελευταία ενημέρωση: 23 Απριλίου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου