Διαδικασία : 2017/0136(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0190/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0190/2018

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 18/04/2019 - 10.18

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0438

ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 1085kWORD 172k
25.5.2018
PE 616.847v02-00 A8-0190/2018

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τις διαδικασίες για την αδειοδότηση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις αρχές που συμμετέχουν καθώς και τις απαιτήσεις για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών

(COM(2017)0331 – C8-0191/2017 – 2017/0136(COD))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγήτρια: Danuta Maria Hübner

ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΑ/ ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ
ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ Η ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τις διαδικασίες για την αδειοδότηση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις αρχές που συμμετέχουν καθώς και τις απαιτήσεις για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών

(COM(2017)0331 – C8-0191/2017 – 2017/0136(COD))

((Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2017)0331),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0191/2017),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 4ης Οκτωβρίου 2017(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 20ής Σεπτεμβρίου 2017(2),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0190/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση κατά την πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Τροπολογία    1

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(3)*

στην πρόταση της Επιτροπής

---------------------------------------------------------

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τις διαδικασίες για την αδειοδότηση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις αρχές που συμμετέχουν καθώς και τις απαιτήσεις για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(4),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(5),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(6),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(7) απαιτεί να εκκαθαρίζονται οι τυποποιημένες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μέσω ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου (CCP), σύμφωνα με παρόμοιες απαιτήσεις σε άλλες χώρες της G20. Ο εν λόγω κανονισμός θέσπισε, επίσης, αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργάνωσης και επιχειρηματικής συμπεριφοράς για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και καθιέρωσε ρυθμίσεις για την προληπτική τους εποπτεία, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τους κινδύνους για τους χρήστες ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου και να στηρίξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η πλήρης υλοποίηση των στόχων της G20 που συμφωνήθηκαν το 2009 κατά τη συνάντηση κορυφής στο Πίτσμπουργκ θα πρέπει να συνεχιστεί, ούτως ώστε να αξιοποιηθούν πλήρως τα οφέλη για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

(2)  Από τότε που εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012, ο όγκος της δραστηριότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων στην ΕΕ και παγκοσμίως έχει αυξηθεί ραγδαίως, τόσο σε κλίμακα όσο και σε εμβέλεια. Η επέκταση της δραστηριότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων αναμένεται να συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, ιδίως όσον αφορά τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μετοχών και συναλλάγματος ως κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού στο αρχικό πεδίο εφαρμογής, με την καθιέρωση πρόσθετων υποχρεώσεων εκκαθάρισης, και την αύξηση της εθελοντικής εκκαθάρισης από αντισυμβαλλομένους που δεν υπόκεινται σε υποχρέωση εκκαθάρισης. Η πρόταση της Επιτροπής, της 4ης Μαΐου 2017(8), για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, με στοχευμένο τρόπο, προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα και η αναλογικότητά του, θα δημιουργήσει περαιτέρω κίνητρα για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ώστε να προσφέρουν κεντρική εκκαθάριση παραγώγων στους αντισυμβαλλομένους και να διευκολύνουν την πρόσβαση στην εκκαθάριση για τους μικρούς χρηματοοικονομικούς και μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους. Πρόκειται για τα κυριότερα στοιχεία που θα διασφαλίσουν την πλήρη υλοποίηση των στόχων της G20, με σκοπό την ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας μακροπρόθεσμα. Τέλος, οι βαθύτερες και περισσότερο ενοποιημένες κεφαλαιαγορές, ως αποτέλεσμα της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, θα ενισχύσουν περαιτέρω την ανάγκη για διασυνοριακή εκκαθάριση στην Ένωση και, συνεπώς, θα αυξήσουν περαιτέρω τη σημασία και τη διασυνδεσιμότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων εντός του χρηματοοικονομικού συστήματος.

(3)  Ο αριθμός κεντρικών αντισυμβαλλομένων που επί του παρόντος έχουν εγκατασταθεί στην Ένωση και έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 παραμένει σχετικά περιορισμένος, και ανερχόταν στους 17 τον Ιούνιο του 2017. 28 κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι τρίτων χωρών έχουν αναγνωριστεί δυνάμει των διατάξεων ισοδυναμίας του εν λόγω κανονισμού και τους επιτρέπεται, επίσης, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε εκκαθαριστικά μέλη και τόπους διαπραγμάτευσης που έχουν εγκατασταθεί στην Ένωση(9). Οι αγορές εκκαθάρισης είναι καλά ολοκληρωμένες εντός της Ένωσης, αλλά με υψηλή συγκέντρωση σε ορισμένες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού, και διασυνδεδεμένες σε μεγάλο βαθμό. Η συγκέντρωση κινδύνου καθιστά την πτώχευση ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου γεγονός με χαμηλή πιθανότητα, αλλά δυνητικά με εξαιρετικά υψηλό αντίκτυπο. Σύμφωνα με τη συναίνεση που επιτεύχθηκε στην ομάδα G20, η Επιτροπή εξέδωσε πρόταση κανονισμού για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων(10), τον Νοέμβριο του 2016, για να διασφαλίσει ότι οι αρχές είναι δεόντως προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν έναν προβληματικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, να διαφυλάξουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να περιορίσουν το κόστος για τους φορολογουμένους.

(4)  Με την επιφύλαξη της εν λόγω νομοθετικής πρότασης και υπό το πρίσμα του αυξανόμενου μεγέθους, της πολυπλοκότητας και της διασυνοριακής διάστασης της εκκαθάρισης στην Ένωση και παγκοσμίως, θα πρέπει να αναθεωρηθούν οι εποπτικές ρυθμίσεις για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ και τρίτων χωρών. Με την αντιμετώπιση των αναγνωρισμένων προβλημάτων σε πρώιμο στάδιο και την καθιέρωση σαφών και συνεκτικών εποπτικών ρυθμίσεων, τόσο για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους στην ΕΕ όσο και σε τρίτες χώρες, θα ενισχυθεί η συνολική σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης και θα μειωθεί ακόμη περισσότερο ο κίνδυνος πτώχευσης ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

(5)  Υπό το πρίσμα αυτών των παρατηρήσεων, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση, στις 4 Μαΐου 2017, με τίτλο «Αντιμετώπιση των προκλήσεων για κρίσιμες υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών και περαιτέρω ανάπτυξη της Ένωσης Κεφαλαιαγορών»(11), δηλώνοντας ότι είναι αναγκαίες περαιτέρω τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, για τη βελτίωση του ισχύοντος πλαισίου που εξασφαλίζει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και στηρίζει την περαιτέρω ανάπτυξη και εμβάθυνση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών.

(6)  Οι εποπτικές ρυθμίσεις δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 στηρίζονται κυρίως στην αρχή της χώρας καταγωγής. Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι στην Ένωση επί του παρόντος αδειοδοτούνται και εποπτεύονται από σώματα εθνικών εποπτικών αρχών, την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), τα αρμόδια μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), καθώς και από άλλες αρμόδιες αρχές. Τα σώματα στηρίζονται στον συντονισμό και τη διαμοίραση πληροφοριών από την εθνική αρμόδια αρχή, η οποία φέρει την ευθύνη να επιβάλλει τις διατάξεις που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Οι αποκλίνουσες εποπτικές πρακτικές για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους σε ολόκληρη την Ένωση μπορούν να δημιουργήσουν κινδύνους ρυθμιστικού και εποπτικού αρμπιτράζ, να θέσουν σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να επιτρέψουν τον μη υγιή ανταγωνισμό. Η Επιτροπή επέστησε την προσοχή ως προς αυτούς τους αναδυόμενους κινδύνους και την ανάγκη για μεγαλύτερη εποπτική σύγκλιση, στην ανακοίνωσή της για την Ένωση Κεφαλαιαγορών, του Σεπτεμβρίου 2016(12), και στη δημόσια διαβούλευση σχετικά με τη λειτουργία των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών (ΕΕΑ)(13).

(7)  Τα βασικά καθήκοντα που πρέπει να ασκούνται μέσω του ΕΣΚΤ περιλαμβάνουν τον προσδιορισμό και την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής της Ένωσης και την προώθηση της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών. Οι ασφαλείς και αποτελεσματικές υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών, ιδίως τα συστήματα εκκαθάρισης, είναι ζωτικής σημασίας για την εκπλήρωση αυτών των βασικών καθηκόντων, και την επιδίωξη του πρωτεύοντος στόχου του ΕΣΚΤ να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών. Τα σχετικά μέλη του ΕΣΚΤ, ως κεντρικές τράπεζες έκδοσης των νομισμάτων των χρηματοπιστωτικών μέσων που εκκαθαρίζονται από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, θα πρέπει να συμμετέχουν στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, λόγω των δυνητικών κινδύνων που η δυσλειτουργία ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα μπορούσε να θέσει στα εν λόγω βασικά καθήκοντα και τον πρωτεύοντα στόχο, με την επίδραση στα μέσα και στους αντισυμβαλλομένους που χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Συνεπακόλουθα, οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης θα πρέπει να συμμετέχουν στην αξιολόγηση της διαχείρισης κινδύνου ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Επιπλέον, ενώ οι εντολές των κεντρικών τραπεζών και των εποπτικών αρχών μπορεί να αλληλεπικαλύπτονται, υπάρχει πιθανότητα αναντιστοιχίας, όταν οι εποπτικές ενέργειες έχουν αντίκτυπο σε βασικές αρμοδιότητες των κεντρικών τραπεζών, σε τομείς όπως η σταθερότητα των τιμών, η νομισματική πολιτική και τα συστήματα πληρωμών. Σε καταστάσεις κρίσης, τέτοιου είδους αναντιστοιχίες είναι δυνατόν να ενισχύσουν τους κινδύνους για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αν η ανάθεση αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρχών παραμένει ασαφής.

(8)  Οι Συνθήκες έχουν εγκαθιδρύσει μια οικονομική και νομισματική ένωση, της οποίας το νόμισμα είναι το ευρώ, και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ως θεσμικό όργανο της Ένωσης. Η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ συγκροτούν το Ευρωσύστημα και καθορίζουν και, μέσω του ΕΣΚΤ, εφαρμόζουν τη νομισματική πολιτική της Ένωσης. Ο συγκεκριμένος ρόλος του Ευρωσυστήματος, ως κεντρικής τράπεζας έκδοσης του ενιαίου νομίσματος της Ένωσης, θα πρέπει, συνεπώς, να αναγνωριστεί. Προσοχή θα πρέπει να δοθεί επίσης στα νομίσματα εκείνα που υφίστανται στην Ένωση, πέραν του ευρώ, και στις αντίστοιχες κεντρικές τράπεζες έκδοσής τους.

(9)  Υπό το πρίσμα της παγκόσμιας φύσης των χρηματοοικονομικών αγορών και της ανάγκης να αντιμετωπιστούν οι ασυνέπειες στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης και τρίτων χωρών, θα πρέπει να ενισχυθεί η ικανότητα της ΕΑΚΑΑ να προωθεί τη σύγκλιση στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Προκειμένου να ανατεθούν νέοι ρόλοι και ευθύνες στην ΕΑΚΑΑ, θα πρέπει να συσταθεί ένα νέο όργανο εντός της υφιστάμενης οργανωτικής δομής της ΕΑΚΑΑ.

(9α)  Οι ενισχυμένες εξουσίες που πρέπει ανατεθούν στην ΕΑΚΑΑ ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να εκπληρώσει τους στόχους της θα απαιτούσαν επίσης τόσο κατάλληλη διαχείριση όσο και επαρκή χρηματοδότηση. Οι ενισχυμένες εξουσίες από μόνες τους δεν θα αρκούσαν για την επίτευξη των στόχων της ΕΑΚΑΑ εφόσον δεν διαθέτουν επαρκή χρηματοδότηση ή εφόσον δεν ασκούνται με αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο.

(10)  Θα πρέπει να δημιουργηθεί μια ειδική εσωτερική επιτροπή της ΕΑΚΑΑεποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους») εντός ▐ της ΕΑΚΑΑ προκειμένου να προετοιμάζει τις αποφάσεις και να ασκεί τα καθήκοντα που συνδέονται με την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, να φέρει εις πέρας τα καθήκοντα που αφορούν γενικά τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, και ειδικότερα να εποπτεύει τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης και τρίτων χωρών. Η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να αποτελείται από αρχές που διαθέτουν πείρα στην εποπτεία κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Για τη διασφάλιση της ομαλής ενσωμάτωσης της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους στην οργανωτική δομή της ΕΑΚΑΑ, ενώ παράλληλα θα λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι ειδικές ανάγκες της εποπτείας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, καθώς και η ανάγκη για τη διατήρηση μιας ταχείας διαδικασίας λήψης αποφάσεων, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να έχει ως πρόεδρο ανεξάρτητη προσωπικότητα που θα πρέπει να επικουρείται από αντιπρόεδρο που επίσης παρέχει εχέγγυα ανεξαρτησίας. Οι αποφάσεις της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να εγκρίνονται από το συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ στις περιπτώσεις που αφορούν τους πλέον σημαντικούς τομείς της εποπτείας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και δεν θα πρέπει να προσκρούουν σε αντιρρήσεις του συμβουλίου εποπτών σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις. Θα πρέπει να θεσπιστούν κατάλληλες ρυθμίσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εντός της ΕΑΚΑΑ.

(11)  Για την εξασφάλιση συνεπούς εποπτικής προσέγγισης και για να συμπεριληφθούν όλες οι σχετικές αρχές που εμπλέκονται στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλόμενων, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να συγκροτείται από έναν μόνιμο πρόεδρο, έναν μόνιμο αντιπρόεδρο, τέσσερεις μόνιμους διευθυντές και από ειδικά για τον κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μέλη. Ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και οι διευθυντές της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά προς το συμφέρον της Ένωσης στο σύνολό της. Τα μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι ειδικά για τον κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο θα πρέπει να περιλαμβάνουν έναν εκπρόσωπο των αρμόδιων εθνικών αρχών των κρατών μελών όπου είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, που θα ορίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, και έναν εκπρόσωπο της σχετικής ή των σχετικών κεντρικών τραπεζών έκδοσης. Ο πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να προσκαλεί μέλη του σώματος εποπτών, καθώς και εκπροσώπους των αρχών των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών που είναι αναγνωρισμένοι από την ΕΑΚΑΑ, ως παρατηρητές, για να εξασφαλίζεται ότι οι γνώμες των άλλων σχετικών αρχών λαμβάνονται υπόψη από την εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Ενώ τα μόνιμα μέλη θα πρέπει να συμμετέχουν σε όλες τις συνεδριάσεις της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τα ειδικά για κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μέλη και οι παρατηρητές θα πρέπει να συμμετέχουν μόνον όταν είναι αναγκαίο και σκόπιμο για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους υπό την εποπτεία τους. Η παρουσία τόσο των ανεξάρτητων ▐ μελών όσο και των ειδικών για κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μελών αναμένεται να διασφαλίζει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται στην εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους είναι συνεπείς, κατάλληλες και αναλογικές σε ολόκληρη την Ένωση, και ότι οι σχετικές εθνικές αρμόδιες αρχές, οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης και οι παρατηρητές εμπλέκονται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για τα ζητήματα που αφορούν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος.

(11α)  Για την εξασφάλιση συνεπούς εποπτικής προσέγγισης, επιπλέον των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων που διενεργούνται από κεντρικούς αντισυμβαλλομένους στο πλαίσιο των ρυθμίσεων ανάκαμψης και εξυγίανσης που αυτοί εφαρμόζουν. Αυτές οι προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων, κατά τη διάρκεια των οποίων ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να εξετάζει τις ρυθμίσεις που εφαρμόζει σε ολόκληρη την Ένωση ως προς τη συγκεντρωτική τους επίδραση στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης, θα πρέπει να περιλαμβάνονται σε ασκήσεις προσομοίωσης κρίσεων αναφορικά με δυνητικές συστημικές ακραίες καταστάσεις.

(12)  Όταν αποφασίζει για ζητήματα που αφορούν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να συγκαλεί και να εξασφαλίζει ότι τα μόνιμα μέλη της και το σχετικό ή τα σχετικά μέλη που εκπροσωπούν τις αρμόδιες εθνικές αρχές, που έχουν οριστεί από το κράτος μέλος σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, εμπλέκονται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, καθώς και οι παρατηρητές που διορίζονται από τις σχετικές κεντρικές τράπεζες έκδοσης. Όταν αποφασίζει για ζητήματα που αφορούν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτων χωρών, θα πρέπει να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων μόνο τα μόνιμα μέλη, η σχετική ή οι σχετικές κεντρικές τράπεζες έκδοσης και οι όποιοι σχετικοί παρατηρητές της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

(13)  Για την εξασφάλιση της προσήκουσας, αποτελεσματικής και ταχείας διαδικασίας λήψης αποφάσεων, θα πρέπει να έχουν δικαιώματα ψήφου ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και οι διευθυντές της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, καθώς και ο εκπρόσωπος της αρμόδιας εθνικής αρχής του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος. Οι εκπρόσωποι της ΕΚΤ, της Επιτροπής και της σχετικής ή των σχετικών κεντρικών τραπεζών, καθώς και οι παρατηρητές, δεν θα πρέπει να έχουν δικαιώματα ψήφου. Η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να λαμβάνει τις αποφάσεις της με απλή πλειοψηφία των μελών της, και η ψήφος του προέδρου θα πρέπει να υπερισχύει, σε περίπτωση ισοψηφίας.

(14)  Η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για τα ειδικά καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, προκειμένου να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, καθώς και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης και των κρατών μελών της.

(15)  Για τη διασφάλιση αποτελεσματικής εποπτείας, είναι απαραίτητο η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους να διαθέτει αποκλειστικό προσωπικό με επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα καθώς και επαρκείς πόρους, ώστε να διασφαλίζεται η αυτονομία, η ανεξαρτησία και η ενδεδειγμένη λειτουργία της στο πλαίσιο των καθηκόντων της. Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των νέων εποπτικών εξουσιών της ΕΑΚΑΑ επί των κεντρικών αντισυμβαλλομένων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην κατάσταση που υποβάλλει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(16)  Για την εξασφάλιση κατάλληλου επιπέδου εμπειρογνωμοσύνης και λογοδοσίας, ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και οι διευθυντές της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να διορίζονται με κριτήρια τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις των ζητημάτων εκκαθάρισης, των μετασυναλλακτικών και χρηματοοικονομικών ζητημάτων, καθώς και την πείρα σχετικά με την εποπτεία και ρύθμιση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Θα πρέπει να επιλέγονται βάσει ανοικτής διαδικασίας επιλογής. Η Επιτροπή θα πρέπει, σε συνεννόηση με τις εθνικές αρμόδιες αρχές, να υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση πρόταση για τον διορισμό των υποψηφίων. Μόλις εγκριθεί η πρόταση αυτή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο θα πρέπει να εκδίδει εκτελεστική απόφαση.

(17)  Για την εξασφάλιση της διαφάνειας και του δημοκρατικού ελέγχου, καθώς και για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των ενωσιακών θεσμικών οργάνων, ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και οι διευθυντές της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να λογοδοτούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για όλες τις αποφάσεις που λαμβάνουν βάσει του παρόντος κανονισμού.

(18)  Ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και οι διευθυντές της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά προς το συμφέρον της Ένωσης. Θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι λαμβάνεται δεόντως υπόψη η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, καθώς και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε κάθε κράτος μέλος και στην Ένωση.

(19)  Για την προώθηση της συνέπειας στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης και τρίτων χωρών σε ολόκληρη την Ένωση, ο πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να προεδρεύει και να διευθύνει τα σώματα, και τα μόνιμα μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να παρίστανται. Η ΕΚΤ θα πρέπει, ανάλογα με την περίπτωση και σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, να συμμετέχει, επίσης, στα σώματα, για να μπορεί να ασκήσει την εντολή της σύμφωνα με το άρθρο 127 της ΣΛΕΕ.

(20)  Για την εξασφάλιση κατάλληλης και αποτελεσματικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων, ο πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να έχει μία ψήφο στα σώματα, ενώ ο αντιπρόεδρος, οι διευθυντές της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και ο εκπρόσωπος της Επιτροπής δεν θα πρέπει να έχουν δικαίωμα ψήφου. Τα υφιστάμενα μέλη των σωμάτων θα πρέπει να συνεχίσουν την άσκηση των υφιστάμενων δικαιωμάτων ψήφου τους.

(20α)  Δυνάμει του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού, οι εθνικές αρμόδιες αρχές εξακολουθούν να ασκούν τις υφιστάμενες εποπτικές τους αρμοδιότητες δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Ωστόσο, προκειμένου να προωθηθεί η συνέπεια στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε ολόκληρη την Ένωση, θα πρέπει να υπάρξει κατανομή αρμοδιοτήτων ανάλογα με τις εκάστοτε αποφάσεις. Θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ τριών κατηγοριών αποφάσεων: αποφάσεις για τις οποίες οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν την προηγούμενη συναίνεση της ΕΑΚΑΑ, αποφάσεις για τις οποίες οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ζητούν τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ και αποφάσεις για τις οποίες οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παραμένουν αποκλειστικά υπεύθυνες.

(20β)  Η αποτελεσματική εποπτεία του κεντρικού αντισυμβαλλομένου βασίζεται στην ανάπτυξη ικανοτήτων, εμπειρογνωμοσύνης και δυνατοτήτων, καθώς και στη δημιουργία σχέσεων συνεργασίας και στις ανταλλαγές μεταξύ θεσμικών οργάνων. Δεδομένου ότι όλα αυτά είναι διαδικασίες που αναπτύσσονται με την πάροδο του χρόνου και σύμφωνα με τη δική τους δυναμική, ο σχεδιασμός ενός λειτουργικού, αποτελεσματικού και αποδοτικού εποπτικού συστήματος για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη δυνητική εξέλιξή του μακροπρόθεσμα. Ως εκ τούτου, η κατανομή αρμοδιοτήτων που προβλέπεται στον παρόντα τροποποιητικό κανονισμό πρόκειται να εξελιχθεί καθώς ο ρόλος και οι ικανότητες της ΕΑΚΑΑ θα αναπτύσσονται.

(21)  Δεδομένου ότι ενδέχεται να ανακύψουν διαφορές μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των εθνικών αρμόδιων αρχών όσον αφορά ορισμένες αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν, καθιερώνεται ειδικός μηχανισμός για τις περιπτώσεις διαφωνίας ανάμεσα στην ΕΑΚΑΑ και τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Όταν αρμόδια αρχή διαφωνεί με την προτεινόμενη τροποποίηση ή την ένσταση της ΕΑΚΑΑ, θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να υποβάλλει αιτιολογημένο αίτημα στο συμβούλιο εποπτών με το οποίο θα του ζητεί να αξιολογήσει την ένσταση ή την τροποποίηση. Το συμβούλιο εποπτών μπορεί είτε να εγκρίνει είτε να απορρίψει τις ενστάσεις ή τις τροποποιήσεις της ΕΑΚΑΑ. Παρομοίως, υπάρχει ανάγκη να αντικατοπτρίζονται καλύτερα οι εντολές των κεντρικών τραπεζών έκδοσης όσον αφορά τις αρμοδιότητές τους για τη νομισματική πολιτική, λόγω των δυνητικών κινδύνων που θα μπορούσε να ενέχει η δυσλειτουργία ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου για την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής της Ένωσης και την προώθηση της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών.

(21α)  ▌Οι σχετικές κεντρικές τράπεζες έκδοσης θα πρέπει να καλούνται σε διαβούλευση από την ΕΑΚΑΑ ή την αρμόδια αρχή, κατά περίπτωση, ως προς κάποιες αποφάσεις ▌, ιδίως στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις αυτές αφορούν τις ρυθμίσεις πληρωμών και διακανονισμού ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, και τις σχετικές διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου ρευστότητας για τις συναλλαγές στο νόμισμα της κεντρικής τράπεζας έκδοσης. Μετά την ολοκλήρωση της περιόδου διαβούλευσης με τις εθνικές τράπεζες έκδοσης, η ΕΑΚΑΑ ή η αρμόδια αρχή θα πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη συμμόρφωση με τις τροποποιήσεις που προτείνονται από τις κεντρικές τράπεζες. Σε περίπτωση που το σχέδιο απόφασης δεν περιλαμβάνει τις τροποποιήσεις που προτείνονται από την κεντρική τράπεζα έκδοσης, η ΕΑΚΑΑ ή η αρμόδια αρχή θα πρέπει να ενημερώσει γραπτώς την εν λόγω κεντρική τράπεζα έκδοσης σχετικά με τους λόγους και την επεξήγηση οποιωνδήποτε σημαντικών αποκλίσεων από τις εν λόγω τροποποιήσεις.

(22)  Για τη διευκόλυνση της αποτελεσματικής άσκησης των καθηκόντων της ΕΑΚΑΑ ως προς τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τόσο οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης όσο και τρίτων χωρών θα πρέπει να πληρώνουν τέλη εποπτείας για τα εποπτικά και διοικητικά καθήκοντα της ΕΑΚΑΑ. Τα τέλη αυτά θα πρέπει να είναι αναλογικά με τον κύκλο εργασιών του οικείου κεντρικού αντισυμβαλλόμενου και θα πρέπει να καλύπτουν τις αιτήσεις για χορήγηση άδειας λειτουργίας των ενωσιακών κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τις αιτήσεις αναγνώρισης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών, καθώς και τα ετήσια τέλη που συνδέονται με τα καθήκοντα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της ΕΑΚΑΑ. Η Επιτροπή θα πρέπει να προσδιορίζει περαιτέρω με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη τα είδη των τελών, τα θέματα για τα οποία οφείλονται τέλη, το ποσό των τελών και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνεται η καταβολή τους από τους αδειοδοτημένους και αιτούντες κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης και από τους αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών.

(23)  Οι εποπτικές ρυθμίσεις στον παρόντα κανονισμό για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών που προσφέρουν υπηρεσίες εκκαθάρισης εντός της Ένωσης, επίσης, χρειάζονται αναθεώρηση. Η πρόσβαση στις πληροφορίες, η ικανότητα διενέργειας επιτόπιων ελέγχων και η δυνατότητα διαμοίρασης πληροφοριών σχετικά με κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών ανάμεσα στις σχετικές ενωσιακές αρχές και τις αρχές των κρατών μελών χρειάζεται να βελτιωθούν, για να αποφευχθούν σοβαρές επιπλοκές στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα για τις οντότητες της Ένωσης. Υπάρχει, επίσης, κίνδυνος οι τροποποιήσεις στους κανόνες κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών ή στο ρυθμιστικό πλαίσιο τρίτων χωρών να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη και, ενδεχομένως, να επηρεάσουν αρνητικά τα ρυθμιστικά ή εποπτικά αποτελέσματα, και να οδηγήσουν σε ανισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης και τρίτων χωρών.

(24)  Ένα σημαντικό ποσό χρηματοδοτικών μέσων εκφρασμένων σε νομίσματα των κρατών μελών εκκαθαρίζονται από αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών. Αυτό θα αυξηθεί σημαντικά, όταν αποχωρήσει το Ηνωμένο Βασίλειο από την Ένωση και οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που είναι εγκατεστημένοι εκεί δεν θα διέπονται πλέον από τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Οι ρυθμίσεις συνεργασίας που συμφωνήθηκαν στα σώματα εποπτών δεν θα υπόκεινται πλέον στις διασφαλίσεις και στις διαδικασίες του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένου του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το γεγονός αυτό συνεπάγεται σημαντικές προκλήσεις για τις αρχές της Ένωσης και των κρατών μελών ως προς τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

(25)  Ως μέρος της δέσμευσής της για ολοκληρωμένες χρηματοοικονομικές αγορές, η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσει να προσδιορίζει, μέσω αποφάσεων ισοδυναμίας, ότι τα νομικά και εποπτικά πλαίσια των τρίτων χωρών πληρούν τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Για την ενίσχυση της εφαρμογής του υφιστάμενου καθεστώτος ισοδυναμίας σε σχέση με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί, αν είναι αναγκαίο, να προσδιορίζει περαιτέρω τα κριτήρια για την αξιολόγηση της ισοδυναμίας των καθεστώτων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών. Είναι, επίσης, αναγκαίο να έχει η ΕΑΚΑΑ την εξουσία εποπτείας των ρυθμιστικών και εποπτικών εξελίξεων στα εν λόγω καθεστώτα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών που έχουν κριθεί ως ισοδύναμα από την Επιτροπή. Αυτό γίνεται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα κριτήρια ισοδυναμίας, και όποιοι ειδικοί όροι έχουν οριστεί για τη χρήση τους, εξακολουθούν να πληρούνται από τις τρίτες χώρες. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να υποβάλλει αναφορές των ευρημάτων της στην Επιτροπή, σε εμπιστευτική βάση.

(26)  Η Επιτροπή μπορεί επί του παρόντος να τροποποιήσει, να αναστείλει, να αναθεωρήσει ή να ανακαλέσει μια απόφαση ισοδυναμίας, οποτεδήποτε, ειδικά όταν οι εξελίξεις λαμβάνουν χώρα σε μια τρίτη χώρα, γεγονός το οποίο μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά τα στοιχεία που αξιολογήθηκαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις ισοδυναμίας δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Όταν οι σχετικές αρχές μιας τρίτης χώρας δεν συνεργάζονται πλέον με την ΕΑΚΑΑ ή άλλες εποπτικές αρχές της Ένωσης με καλή πίστη ή δεν συμμορφώνονται σε συνεχή βάση με τις ισχύουσες απαιτήσεις ισοδυναμίας, η Επιτροπή μπορεί, επίσης, μεταξύ άλλων, να προειδοποιήσει την αρχή της τρίτης χώρας ή να εκδώσει ειδική σύσταση. Όταν η Επιτροπή αποφασίζει, οποτεδήποτε, να ανακαλέσει την ισοδυναμία μιας τρίτης χώρας, δύναται να καθυστερήσει την ημερομηνία εφαρμογής της εν λόγω απόφασης, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή τις διαταραχές της αγοράς. Επιπλέον των εν λόγω εξουσιών που διατίθενται επί του παρόντος, η Επιτροπή θα πρέπει, επίσης, να μπορεί να ορίσει ειδικούς όρους, προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα κριτήρια ισοδυναμίας εξακολουθούν να πληρούνται σε συνεχή βάση από την τρίτη χώρα την οποία αφορά η απόφαση ισοδυναμίας. Η Επιτροπή θα πρέπει, επίσης, να μπορεί να ορίζει όρους, προκειμένου να διασφαλίζει ότι η ΕΑΚΑΑ δύναται να ασκεί αποτελεσματικά τις αρμοδιότητές της σχετικά με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών που αναγνωρίζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή σχετικά με την παρακολούθηση των ρυθμιστικών και εποπτικών εξελίξεων σε τρίτες χώρες που σχετίζονται με τις εκδοθείσες αποφάσεις ισοδυναμίας.

(27)  Υπό το πρίσμα της αυξανόμενης διασυνοριακής διάστασης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και των διασυνδέσεων στο ενωσιακό χρηματοοικονομικό σύστημα, είναι αναγκαία η βελτίωση της ικανότητας της Ένωσης να εντοπίζει, να παρακολουθεί και να μετριάζει τους δυνητικούς κινδύνους που αφορούν τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών. Ο ρόλος της ΕΑΚΑΑ θα πρέπει, επομένως, να ενισχυθεί, προκειμένου να εποπτεύει αποτελεσματικά τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών που αιτούνται αναγνώριση για να παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης στην Ένωση. Η συμμετοχή των κεντρικών τραπεζών έκδοσης της Ένωσης στην αναγνώριση και την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών που δραστηριοποιούνται στο νόμισμα το οποίο εκδίδουν, θα πρέπει, επίσης, να βελτιωθεί. Συνεπώς, θα πρέπει να ζητείται η γνώμη των κεντρικών τραπεζών έκδοσης της Ένωσης ως προς ορισμένες πτυχές που επηρεάζουν τις αρμοδιότητές τους για τη νομισματική πολιτική όσον αφορά τα χρηματοοικονομικά μέσα που εκφράζονται σε ενωσιακά νομίσματα, τα οποία εκκαθαρίζονται, σε σημαντικό βαθμό, σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εκτός της Ένωσης.

(28)  Μόλις η Επιτροπή έχει προσδιορίσει ότι το νομικό και εποπτικό πλαίσιο μιας τρίτης χώρας είναι ισοδύναμο με το ενωσιακό πλαίσιο, η διαδικασία αναγνώρισης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου από την εν λόγω τρίτη χώρα θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους κινδύνους που οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θέτουν ως προς τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή για το κράτος μέλος.

(29)  Όταν εξετάζει την αίτηση αναγνώρισης ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αξιολογεί τον βαθμό συστημικού κινδύνου που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θέτει ως προς τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της. Κατά τη διενέργεια της αξιολόγησης αυτής, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκεί ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος στην Ένωση καθώς και κάθε άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου εκτός της Ένωσης, στο βαθμό που η ε λόγω επιχειρηματική δραστηριότητα εκτός της Ένωσης είναι πιθανό να επηρεάσει τη συνολική πολυπλοκότητα του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου.

(29α)  Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αξιολογεί τον βαθμό συστημικού κινδύνου που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, ο οποίος υποβάλλει αίτηση αναγνώρισης, θέτει ως προς τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της, βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη της Επιτροπής θα πρέπει να προσδιορίσει περαιτέρω αυτά τα κριτήρια. Η εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, κατά τον καθορισμό των κριτηρίων αυτών, τη φύση των συναλλαγών που εκκαθαρίζονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, συμπεριλαμβανομένων της πολυπλοκότητάς τους, της αστάθειας των τιμών και της μέσης διάρκειας, καθώς και τη διαφάνεια και τη ρευστότητα των οικείων αγορών και τον βαθμό στον οποίο οι δραστηριότητες εκκαθάρισης του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου είναι εκπεφρασμένες σε ευρώ ή σε άλλο ενωσιακό νόμισμα. Εν προκειμένω, συγκεκριμένα χαρακτηριστικά σχετικά με ορισμένες συμβάσεις παραγώγων που αφορούν γεωργικά προϊόντα που είναι εισηγμένες για διαπραγμάτευση και εκτελούνται σε ρυθμιζόμενες αγορές σε τρίτες χώρες, οι οποίες αφορούν αγορές που εξυπηρετούν σε μεγάλο βαθμό εγχώριους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλόμενους στην εν λόγω τρίτη χώρα οι οποίοι διαχειρίζονται τους εμπορικούς κινδύνους τους μέσω των εν λόγω συμβάσεων, δύνανται να θέτουν σε αμελητέο κίνδυνο εκκαθαριστικά μέλη και τόπους διαπραγμάτευσης στην Ένωση, καθώς διαθέτουν περιορισμένη συστημική διασυνδεσιμότητα με το υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στις περιπτώσεις που, για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, ισχύει ένα πλαίσιο στην τρίτη χώρα εγκατάστασης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που αιτείται αναγνώριση, το πλαίσιο αυτό θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη από την ΕΑΚΑΑ στην ανάλυσή της σχετικά με τον βαθμό συστημικού κινδύνου που θέτει ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη της.

(30)  Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που δεν είναι συστημικής σημασίας για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη της, θα πρέπει να θεωρούνται ως κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι «κατηγορίας 1». Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που είναι συστημικής σημασίας, ή είναι πιθανόν να καταστούν συστημικής σημασίας, για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη της θα πρέπει να θεωρούνται ως κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι «κατηγορίας 2». Όταν η ΕΑΚΑΑ προσδιορίζει ότι ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας δεν είναι συστημικής σημασίας για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη της, θα πρέπει να εφαρμόζονται στον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο οι υφιστάμενοι όροι αναγνώρισης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Όταν η ΕΑΚΑΑ προσδιορίζει ότι ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας είναι συστημικής σημασίας για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης, θα πρέπει να καθορίζονται πρόσθετες απαιτήσεις, αναλογικές ως προς τον βαθμό κινδύνου που τίθεται από τον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αναγνωρίζει έναν τέτοιον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, μόνον όταν ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με αυτές τις απαιτήσεις.

(31)  Οι πρόσθετες απαιτήσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν ορισμένες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, οι οποίες στοχεύουν την αύξηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να είναι άμεσα υπεύθυνη, προκειμένου να διασφαλίζει ότι ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας, που είναι συστημικής σημασίας, συμμορφώνεται με τις εν λόγω απαιτήσεις. Οι σχετικές απαιτήσεις θα πρέπει, επίσης, να επιτρέπουν στην ΕΑΚΑΑ να διενεργεί πλήρη και αποτελεσματική εποπτεία του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

(32)  Για την εξασφάλιση της δέουσας συμμετοχής της/των κεντρικής/-ών τράπεζας/-ών έκδοσης, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι τρίτων χωρών που είναι συστημικής σημασίας θα πρέπει, επίσης, να πληρούν σχετικές απαιτήσεις τις οποίες η/οι κεντρική/-ές τράπεζα/-ες έκδοσης θεωρούν αναγκαίες, όπως προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό. H/οι κεντρική/-ές τράπεζα/-ες έκδοσης θα πρέπει να παρέχουν στην ΕΑΚΑΑ επιβεβαίωση αν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται ή δεν συμμορφώνεται με τις εν λόγω πρόσθετες απαιτήσεις εντός 150 ημερών από την υποβολή της πλήρους αίτησης από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.

(32α)  Όταν κεντρική τράπεζα έκδοσης αποφασίζει να επιβάλει πρόσθετες απαιτήσεις σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας, που είναι συστημικής σημασίας, θα πρέπει να προσπαθεί να καταστήσει την απόφασή της όσο το δυνατό πιο διαφανή, ενώ παράλληλα θα σέβεται επαρκώς την ανάγκη προστασίας των εμπιστευτικών ή ευαίσθητων πληροφοριών.

(32β)  Οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης θα πρέπει να αξιολογούν την ανθεκτικότητα των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών στις δυσμενείς εξελίξεις της αγοράς λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο που θέτουν ως προς τη σταθερότητα του νομίσματος της κεντρικής τράπεζας έκδοσης, τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής και την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να διασφαλίζονται, για την αποφυγή αλληλεπικαλύψεων, η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κεντρικών τραπεζών έκδοσης και της ΕΑΚΑΑ.

(32γ)  Έκτακτες καταστάσεις που επηρεάζουν τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής ή την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών ενδέχεται να καθιστούν αναγκαία, στο βαθμό που επιτρέπεται από το θεσμικό πλαίσιο κεντρικής τράπεζας έκδοσης, την επιβολή σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτης χώρας που είναι συστημικής σημασίας απαιτήσεων που αφορούν κινδύνους ρευστότητας, ρυθμίσεις διακανονισμού, περιθώρια, συμφωνίες παροχής ασφάλειας και ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας. Στις περιπτώσεις αυτές, οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης και η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες, ειδικότερα την αξιολόγησή τους σχετικά με τους κινδύνους που συνεπάγεται η κατάσταση και την πιθανή διάρκειά της, καθώς και τις προβλεπόμενες επιπτώσεις των απαιτήσεων που πρέπει να επιβληθούν.

(32δ)  Η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών της Ένωσης και αυτών των τρίτων χωρών είναι καίριας σημασίας προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών και να παρασχεθεί η δυνατότητα σε όλες τις σχετικές αρχές να αντιδρούν σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης κατά τρόπο συντονισμένο, αποτελεσματικό και αποδοτικό. Συνεπώς, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να θεσπίσει ρυθμίσεις συνεργασίας με τις σχετικές αρμόδιες αρχές των τρίτων χωρών των οποίων τα νομικά και εποπτικά πλαίσια έχουν αναγνωριστεί ως ισοδύναμα με τον παρόντα κανονισμό, ρυθμίσεις οι οποίες θα πρέπει να καλύπτουν όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα προκειμένου να διασφαλιστούν, μεταξύ άλλων, η ομαλή ανταλλαγή πληροφοριών, ο συντονισμός των εποπτικών δραστηριοτήτων, η αποτελεσματική παρακολούθηση των ρυθμιστικών και των εποπτικών εξελίξεων στη τρίτη χώρα και η αποτελεσματική συνεργασία σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

(33)  Ο βαθμός κινδύνου που θέτει ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συστημικής σημασίας στο χρηματοοικονομικό σύστημα και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ποικίλλει. Οι απαιτήσεις για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους συστημικής σημασίας θα πρέπει, συνεπώς, να εφαρμόζονται με τρόπο αναλογικό ως προς τους κινδύνους που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ενδέχεται να θέσει στην Ένωση. Όταν η ΕΑΚΑΑ, σε συμφωνία με τη σχετική/τις σχετικές κεντρική/-ές τράπεζα/-ες έκδοσης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας είναι τέτοιας συστημικής σημασίας που η συμμόρφωσή του με τις πρόσθετες απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό δεν αντιμετωπίζει επαρκώς τον κίνδυνο για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη της, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να υποβάλει σύσταση στην Επιτροπή να μην αναγνωριστεί ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος και να προσδιορίσει συγκεκριμένες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης που θεωρεί ότι θα πρέπει να παρέχονται μόνο σε εκκαθαριστικά μέλη και σε τόπους διαπραγμάτευσης εγκατεστημένους στην Ένωση από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Βάσει της σύστασης αυτής, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θα δηλώνει ότι ορισμένες ή όλες οι υπηρεσίες που παρέχονται από τον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο παρέχονται μόνο σε εκκαθαριστικά μέλη και σε τόπους διαπραγμάτευσης εγκατεστημένους στην Ένωση από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει εγκατασταθεί στην Ένωση και έχει λάβει άδεια λειτουργίας, ώστε να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης στην Ένωση. Θα πρέπει να είναι δυνατό η εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη να καθορίζει μια κατάλληλη περίοδο προσαρμογής για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, τα εκκαθαριστικά μέλη του και τους πελάτες τους, μαζί με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο συγκεκριμένος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να αναγνωριστεί προσωρινά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου προσαρμογής και τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου προκειμένου να περιοριστεί το πιθανό κόστος για τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες τους, ιδίως εκείνους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση.

(34)  Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να επανεξετάζει τακτικά την αναγνώριση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών, καθώς και την κατάταξή τους σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 1 ή κατηγορίας 2. Εν προκειμένω, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εξετάζει, μεταξύ άλλων, τις αλλαγές στη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας. Τέτοιες επανεξετάσεις θα πρέπει να λαμβάνουν χώρα τουλάχιστον κάθε δύο έτη ή κάθε πέντε έτη ανάλογα από τον βαθμό στον οποίο τα χρηματοοικονομικά μέσα που εκκαθαρίζονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο είναι εκπεφρασμένα σε νομίσματα της Ένωσης. Επανεξετάσεις θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν χώρα σε περίπτωση που αναγνωρισμένος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας έχει επεκτείνει τις δραστηριότητες και τις υπηρεσίες του στην Ένωση. Πέρα από τις επανεξετάσεις αυτές, με την επιφύλαξη του δικαιώματός της να υποβάλει σύσταση στην Επιτροπή να μην αναγνωριστεί ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ανακατατάσσει έναν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο από τη κατηγορία 1 στη κατηγορία 2 και αντίστροφα. Θα πρέπει να επιτρέπεται περίοδος προσαρμογής στην περίπτωση ανακατάταξης από τη κατηγορία 1 στη κατηγορία 2.

(35)  Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει, επίσης, να μπορεί να λαμβάνει υπόψη τον βαθμό στον οποίο η συμμόρφωση ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας συστημικής σημασίας με τις ισχύουσες απαιτήσεις στην εν λόγω τρίτη χώρα μπορεί να συγκριθεί με τη συμμόρφωση του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Κατά τη διενέργεια αυτής της αξιολόγησης, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, κατά περίπτωση, εάν η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική πράξη η οποία να προσδιορίζει ότι οι νομικές και εποπτικές ρυθμίσεις της τρίτης χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είναι ισοδύναμες αυτών του παρόντος κανονισμού και οποιεσδήποτε προϋποθέσεις στις οποίες δύναται να υπόκειται η εφαρμογή της εν λόγω εκτελεστικής πράξης. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αναλογικότητα, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης, κατά την αξιολόγηση, να λαμβάνει υπόψη τον βαθμό στον οποίο τα χρηματοοικονομικά μέσα που εκκαθαρίζονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο είναι εκπεφρασμένα σε νομίσματα της Ένωσης. Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θα διευκρινίζει περαιτέρω τους τρόπους και τους όρους για την αξιολόγηση μιας τέτοιας συγκρίσιμης συμμόρφωσης.

(36)  Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να έχει όλες τις αναγκαίες εξουσίες, προκειμένου να εποπτεύει τους αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, για την εξασφάλιση της συνεχούς συμμόρφωσής τους με τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Σε ορισμένους τομείς, η/οι κεντρική/-ές τράπεζα/-ες έκδοσης θα πρέπει να καλούνται να διατυπώσουν τη γνώμη τους σχετικά με τις πτυχές του σχεδίου απόφασης που αφορούν το νόμισμα το οποίο εκδίδουν. Μετά την ολοκλήρωση της περιόδου διαβούλευσης με τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης, η εποπτική επιτροπή για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη συμμόρφωση με τις τροποποιήσεις που προτείνονται από αυτές. Σε περίπτωση που η εποπτική επιτροπή για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους δεν αποτυπώνει στο σχέδιο απόφασης που θα υποβληθεί στο συμβούλιο εποπτών τις τροποποιήσεις που προτείνονται από την κεντρική τράπεζα έκδοσης, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να ενημερώσει γραπτώς τη συγκεκριμένη κεντρική τράπεζα έκδοσης περί τούτου αναφέροντας τους λόγους και παρέχοντας εξηγήσεις για οποιεσδήποτε σημαντικές αποκλίσεις από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

(36a)  Προκειμένου να διευκολύνεται η ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, θα πρέπει να συσταθούν σώματα για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών. Στα σώματα αυτά θα πρέπει να συμμετέχουν τα μόνιμα μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης και οι επόπτες των οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση και στις οποίες θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο οι πράξεις των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών, ήτοι εκκαθαριστικά μέλη, τόποι διαπραγμάτευσης και κεντρικά αποθετήρια τίτλων. Τα σώματα για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών δύνανται να ζητήσουν από τον πρόεδρο της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους να θέσει σε συζήτηση συγκεκριμένα θέματα σε σχέση με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα.

(38)  Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να επιβάλλει περιοδικές χρηματικές ποινές για να υποχρεώνει τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών να θέτουν τέλος σε παράβαση, να παρέχουν πλήρεις και ορθές πληροφορίες τις οποίες απαιτεί η ΕΑΚΑΑ, ή να υποβάλλονται σε έρευνα ή επιτόπια επιθεώρηση.

(39)  Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλει πρόστιμα σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τόσο της κατηγορίας 1 όσο και της κατηγορίας 2, εφόσον διαπιστώσει ότι έχουν διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παράβαση του παρόντος κανονισμού με την παροχή ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών στην ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει, επίσης, να είναι σε θέση να επιβάλλει πρόστιμα σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους συστημικής σημασίας, εφόσον διαπιστώσει ότι έχουν διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παράβαση των πρόσθετων απαιτήσεων που εφαρμόζονται σε αυτούς με τον παρόντα κανονισμό.

(40)  Τα πρόστιμα θα πρέπει να επιβάλλονται ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης. Οι παραβάσεις θα πρέπει να διαιρούνται σε κατηγορίες για τις οποίες θα πρέπει να ισχύουν διαφορετικά πρόστιμα. Για να ορίζει το πρόστιμο που σχετίζεται με συγκεκριμένη παράβαση, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να χρησιμοποιεί μεθοδολογία δύο σταδίων, η οποία συνίσταται στον καθορισμό ενός βασικού ποσού και στην προσαρμογή του εν λόγω βασικού ποσού, εάν κρίνεται απαραίτητη, βάσει ορισμένων συντελεστών. Το βασικό ποσό θα πρέπει να καθορίζεται σε συνάρτηση με τον ετήσιο κύκλο εργασιών του εκάστοτε κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας, οι δε προσαρμογές θα πρέπει να πραγματοποιούνται με αύξηση ή μείωση του βασικού ποσού μέσω της εφαρμογής των σχετικών συντελεστών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(41)  Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καθορίζει συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις, για να διαθέτει η ΕΑΚΑΑ τα απαραίτητα εργαλεία για την επιβολή προστίμων ανάλογων προς τη σοβαρότητα της παράβασης που διέπραξε ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκε η παράβαση αυτή.

(42)  Η απόφαση επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών θα πρέπει να βασίζεται σε ανεξάρτητη έρευνα.

(43)  Προτού λάβει απόφαση περί επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα ακρόασης στα πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες, ώστε να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισής τους.

(44)  H ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αποφεύγει να επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές, εάν μια προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων γεγονότων ή γεγονότων που είναι κατ’ ουσία όμοια, έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.

(45)  Οι αποφάσεις της ΕΑΚΑΑ που επιβάλλουν πρόστιμα και περιοδικές χρηματικές ποινές θα πρέπει να είναι εκτελεστές και η εκτέλεσή τους θα πρέπει να υπόκειται στους κανόνες της πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στο κράτος στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται. Οι κανόνες πολιτικής δικονομίας δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν κανόνες ποινικής δικονομίας, θα πρέπει όμως να μπορούν να περιλαμβάνουν κανόνες διοικητικής δικονομίας.

(46)  Σε περίπτωση παράβασης που διαπράττεται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατηγορίας 2, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να έχει την εξουσία να λάβει ένα φάσμα εποπτικών μέτρων, όπως μεταξύ άλλων την απαίτηση από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατηγορίας 2 να θέσει τέλος στην παράβαση, και –ως έσχατη λύση– την ανάκληση της αναγνώρισης, εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2, έχει παραβιάσει σοβαρά και κατ’ επανάληψη τον παρόντα κανονισμό. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εφαρμόζει τα εποπτικά μέτρα λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης, και να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας. Προτού λάβει απόφαση σχετικά με εποπτικά μέτρα, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να παρέχει δυνατότητα ακρόασης στα πρόσωπα κατά των οποίων ασκούνται οι διαδικασίες, ώστε να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισής τους.

(47)  Η επικύρωση σημαντικών τροποποιήσεων στα μοντέλα και τις παραμέτρους που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων περιθωρίου ασφαλείας, των εισφορών στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, των απαιτήσεων παροχής ασφαλείας, και άλλων μηχανισμών ελέγχου των κινδύνων θα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με τη νέα απαίτηση προηγούμενης συναίνεσης της ΕΑΚΑΑ με ορισμένες αποφάσεις της εθνικής αρμόδιας αρχής όσον αφορά τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση. Για την απλοποίηση των διαδικασιών επικύρωσης μοντέλων, μια επικύρωση από την αρμόδια εθνική αρχή που υπόκειται σε προηγούμενη συναίνεση της ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αντικαταστήσει τις δύο επικυρώσεις, τις οποίες η αρμόδια εθνική αρχή και η ΕΑΚΑΑ έπρεπε να διενεργήσουν ανεξάρτητα. Επιπλέον, η διασύνδεση της εν λόγω επικύρωσης με την απόφαση του σώματος θα πρέπει να διευκρινιστεί. Η προκαταρκτική υιοθέτηση μιας σημαντικής αλλαγής στα εν λόγω μοντέλα ή παραμέτρους θα πρέπει να είναι δυνατή, όταν είναι αναγκαία, ιδίως όταν η ταχεία αλλαγή τους είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της διαχείρισης κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

(48)  Η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να ανατίθεται στην Επιτροπή όσον αφορά την περαιτέρω διευκρίνιση του είδους των τελών, τα θέματα για τα οποία οφείλονται τέλη, το ποσό των τελών και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνεται η καταβολή τους· τη διευκρίνιση των όρων υπό τους οποίους διευκρινίζονται τα κριτήρια προσδιορισμού αν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας είναι, ή είναι πιθανόν να γίνει, συστημικής σημασίας για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή για ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της, καθώς και τον προσδιορισμό των κριτηρίων βάσει των οποίων ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρείται ότι είναι ουσιώδους συστημικής σημασίας· τη διευκρίνιση των πρόσθετων απαιτήσεων που μπορούν να επιβάλουν οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας ο οποίος έχει συστημική σημασία. τη διευκρίνιση ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας παρέχονται μόνο μετά από άδεια σύμφωνα με το άρθρο 14 και τυχόν σχετική περίοδο προσαρμογής· τον περαιτέρω προσδιορισμό των κριτηρίων που πρέπει να χρησιμοποιούνται στις αξιολογήσεις της περί ισοδυναμίας τρίτων χωρών· τη διευκρίνιση του τρόπου και των όρων υπό τους οποίους υπάρχει συμμόρφωση προς ορισμένες απαιτήσεις από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών· περαιτέρω διαδικαστικούς κανόνες ως προς την επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων για τα δικαιώματα υπεράσπισης, τα χρονικά περιθώρια, τη συλλογή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, καθώς και των προθεσμιών για την επιβολή και την εκτέλεση των ποινών· μέτρα για την τροποποίηση του παραρτήματος IV, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

(49)  Για την εξασφάλιση ομοιόμορφων όρων για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, και ιδίως σχετικά με την αναγνώριση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών και την ισοδυναμία των νομικών πλαισίων τρίτων χωρών, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές εξουσίες.

(50)  Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η αύξηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, με τη θέσπιση ομοιόμορφων απαιτήσεων για τις δραστηριότητές τους, δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, αλλά μπορούν, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(51)  Η χρήση από την ΕΑΚΑΑ της εξουσίας της να αναγνωρίζει ένα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας ως κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατηγορίας 1 ή κατηγορίας 2 θα πρέπει να μετατεθεί χρονικά, μέχρι να διευκρινιστούν περαιτέρω τα κριτήρια που επιτρέπουν την αξιολόγηση αν είναι ή δεν είναι ή αν είναι πιθανόν να γίνει συστημικής σημασίας ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ ή για ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της.

(52)  Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και ο κανονισμός (ΕΕ) 648/2012 θα πρέπει, συνεπώς, να τροποποιηθούν αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 τροποποιείται ως εξής:

1.  Στο άρθρο 6 παράγραφος 2, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι αδειοδοτημένοι, σύμφωνα με το άρθρο 17, ή αναγνωρισμένοι, σύμφωνα με το άρθρο 25, και την ημερομηνία αδειοδότησης ή αναγνώρισης, αντιστοίχως, που καταδεικνύει ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι είναι αδειοδοτημένοι ή αναγνωρισμένοι για τους σκοπούς της υποχρέωσης εκκαθάρισης·»

1α.  Στο άρθρο 15, παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«1α. Για τον σκοπό της παραγράφου 1, η επέκταση της επιχείρησης σε νέες δραστηριότητες ή υπηρεσίες απαιτεί μια επέκταση της άδειας λειτουργίας εφόσον εκπληρώνεται μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) η νέα υπηρεσία ή δραστηριότητα εκθέτει τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε νέους ή αυξημένους κινδύνους·

β) η νέα υπηρεσία παρέχεται ή η νέα δραστηριότητα πραγματοποιείται σε σχέση με μια κατηγορία χρηματοοικονομικών μέσων με διαφορετικό προφίλ κινδύνου ή με ουσιαστικές διαφορές από τα προϊόντα τα οποία ήδη εκκαθαρίζονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο·

γ) η νέα υπηρεσία παρέχεται ή η νέα δραστηριότητα πραγματοποιείται σε σχέση με μια κατηγορία χρηματοοικονομικών μέσων που δεν είχαν αποσαφηνιστεί στην απόφαση αδειοδότησης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

1β. Προκειμένου να εξασφαλιστούν ομοιόμορφες συνθήκες εφαρμογής της παραγράφου 1, η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με τα οποία θεσπίζεται ένας κατάλογος δεικτών οι οποίοι καθορίζουν περαιτέρω τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1α.

Η ΕΑΚΑΑ πρέπει να υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις … [12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού]. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»

2.  Στο άρθρο 17, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Εντός 30 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης, η αρμόδια αρχή, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκτιμά αν η αίτηση είναι πλήρης. Εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η αρμόδια αρχή ορίζει προθεσμία εντός της οποίας ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος οφείλει να παράσχει τις πρόσθετες πληροφορίες. Μόλις παραλάβει τις εν λόγω πρόσθετες πληροφορίες, η αρμόδια αρχή τις διαβιβάζει αμέσως στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα που έχει συγκροτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1. Όταν εκτιμήσει, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, ότι μια αίτηση είναι πλήρης, η αρμόδια αρχή ενημερώνει αναλόγως τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και τα μέλη του σώματος.»

2α.  Στο άρθρο 17, το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εφόσον δεν επιτευχθεί κοινή γνώμη με αμοιβαία συμφωνία, όπως προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο, και εφόσον η απλή πλειοψηφία ▌του σώματος έχει εκφέρει αρνητική γνώμη, οποιαδήποτε από τις οικείες αρμόδιες αρχές ▌μπορεί, εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την έκδοση της αρνητικής γνώμης, να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»

3.  Το άρθρο 18 τροποποιείται ως εξής:

α)  Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την υποβολή πλήρους αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 17, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή του συγκροτεί σώμα, προκειμένου να διευκολυνθεί η εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 15, 17, 49, 51 και 54.

Ο πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, που αναφέρεται στο άρθρο 22α, προεδρεύει και διευθύνει το σώμα.»

β)  Στην παράγραφο 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) τα μόνιμα μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, που αναφέρονται στο άρθρο 22α παράγραφος 2 στοιχείο α)·»

γ)  Στην παράγραφο 2, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των τριών εκκαθαριστικών μελών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ▌ με τις υψηλότερες εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 42, επί συνολικής βάσεως για περίοδο ενός έτους, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της ΕΚΤ στο πλαίσιο των καθηκόντων που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων βάσει ενιαίου εποπτικού μηχανισμού και που της έχουν ανατεθεί με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου(14), εφόσον οι εν λόγω αρχές εκφράζουν ενδιαφέρον να συμμετάσχουν σε αυτό το σώμα.

γ α)  στην παράγραφο 2, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο γα):

«γ α)  τις αρμόδιες αρχές των εκκαθαριστικών μελών, πέραν αυτών που αναφέρονται στο στοιχείο γ), εφόσον παρέχεται συγκατάθεση από την αρμόδια αρχή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές ζητούν τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του κεντρικού αντισυμβαλλομένου για να συμμετάσχουν στο σώμα, αιτιολογώντας το αίτημα με βάση την εκτίμηση του αντίκτυπου που ενδέχεται να έχει η χρηματοοικονομική δυσχέρεια ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της τοπικής αγοράς του νομίσματος που εκδίδουν. Στην περίπτωση που δεν κάνει δεκτό το αίτημα, η αρμόδια αρχή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου παρέχει γραπτώς πλήρη και αναλυτική σχετική αιτιολόγηση.»

γ β)  στην παράγραφο 4, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο γα):

«γ α)  την κατάρτιση γνώμης προς την εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, στην περίπτωση που η εν λόγω επιτροπή πρέπει να παράσχει συγκατάθεση ή καλείται να συμμετάσχει σε διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 21α.»

γ γ)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 4α:

«Στην περίπτωση που οποιοδήποτε μέλος του σώματος εκτιμά, με βάση πληροφορίες που ανταλλάσσονται σύμφωνα με το στοιχείο β), ότι οι πρακτικές διαχείρισης κινδύνου ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου δεν συμμορφώνονται με το σύνολο των απαιτήσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ή άλλως συνεπάγονται αδυναμίες στην αντοχή του, το εν λόγω μέλος δύναται να ενημερώσει σχετικώς την αρμόδια αρχή και το σώμα και να ζητήσει να συζητηθεί το θέμα στο σώμα. Ο πρόεδρος του σώματος δύναται κατόπιν να εγγράψει στην ημερήσια διάταξη της προσεχούς συνεδρίασης του σώματος συζήτηση επί του θέματος που έθεσε το μέλος. Στη συνέχεια αυτής της συζήτησης, εάν τουλάχιστον το ένα τρίτο των μελών του σώματος εκτός από το μέλος που ζήτησε αρχικά τη διεξαγωγή της συζήτησης υποστηρίζουν ότι πρέπει να εκπονηθεί σύσταση για την αντιμετώπιση του τεθέντος ζητήματος και τη βελτίωση της αντοχής του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, ο πρόεδρος ζητεί από το σώμα να εκπονήσει μια τέτοια σύσταση.

Το σώμα δύναται να εγκρίνει τη σύσταση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο με απλή πλειοψηφία των μελών του.

Εντός 30 ημερών από την έγκριση της σύστασης από το σώμα, η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί το ζήτημα και τη σύσταση και αποφασίζει αν θα ζητήσει να ληφθούν συγκεκριμένα εποπτικά μέτρα δυνάμει του άρθρου 21α παράγραφος 3.

Ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή και το σώμα. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει το σώμα για οποιεσδήποτε επόμενες ενέργειες ή για την απουσία ενεργειών σχετικά με τη σύσταση.

Εάν η αρμόδια αρχή δεν προβεί σε ενέργειες εντός 90 ημερών από την έγκριση της σύστασης και εάν η μη πραγματοποίηση ενεργειών δύναται να προκαλέσει μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, οποιοδήποτε μέλος του σώματος δύναται, εντός 30 ημερών από το τέλος της προθεσμίας των 90 ημερών, να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»

γ δ)  Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνεπής και συνεκτική λειτουργία των σωμάτων στο σύνολο της Ένωσης, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν τους όρους υπό τους οποίους τα νομίσματα της Ένωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο η) πρέπει να θεωρούνται ως τα πλέον σχετικά και τις λεπτομέρειες των πρακτικών ρυθμίσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 5.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή εντός [ενός έτους από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»

3α.  Στο άρθρο 19, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε μέλους του σώματος και μετά από έγκριση από την πλειοψηφία του σώματος, η γνώμη δύναται να περιλαμβάνει συστάσεις για τη βελτίωση της αντοχής του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.»

4.  Στο άρθρο 19, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η πλειοψηφική γνώμη του σώματος εγκρίνεται με απλή πλειοψηφία των μελών του.

Για σώματα με 12 ή λιγότερα μέλη, έως δύο μέλη του σώματος που ανήκουν στο ίδιο κράτος μέλος διαθέτουν ψήφο και κάθε μέλος με δικαίωμα ψήφου διαθέτει μία μόνο ψήφο. Όσον αφορά τα σώματα με περισσότερα από 12 μέλη, έως τρία μέλη που ανήκουν στο ίδιο κράτος μέλος διαθέτουν ψήφο και κάθε μέλος με δικαίωμα ψήφου διαθέτει μία μόνο ψήφο.

Όταν η ΕΚΤ είναι μέλος του σώματος, δυνάμει του άρθρου 18 παράγραφος 2 στοιχεία α), γ) και η), διαθέτει τον ακόλουθο αριθμό ψήφων:

i) μέγιστο αριθμό 2 ψήφων για σώματα με 12 ή λιγότερα μέλη·

ii) μέγιστο αριθμό 3 ψήφων για σώματα με περισσότερα από 12 μέλη.

Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής είναι μέλος χωρίς δικαίωμα ψήφου. Ο πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους διαθέτει μία ψήφο, ο αντιπρόεδρος και οι διευθυντές της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους είναι μέλη των σωμάτων χωρίς δικαίωμα ψήφου.

5.  Στο άρθρο 20, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή αποστέλλει στην ΕΑΚΑΑ και στα μέλη του σώματος το πλήρως αιτιολογημένο σχέδιο απόφασής της, όπου λαμβάνονται υπόψη οι ενδεχόμενες επιφυλάξεις των μελών του σώματος.»

6.  Το άρθρο 21 τροποποιείται ως εξής:

α)  Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Με την επιφύλαξη του ρόλου του σώματος, οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 22, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, επανεξετάζουν τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, ώστε να συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό και αξιολογούν τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, και οι οποίοι περιλαμβάνουν τουλάχιστον χρηματοοικονομικούς, επιχειρησιακούς κινδύνους και κινδύνους στον κυβερνοχώρο

β)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η ΕΑΚΑΑ καθορίζει τη συχνότητα και το βάθος της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σπουδαιότητα, τη φύση, την κλίμακα, την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων και τη διασυνδεσιμότητα του υπό εξέταση κεντρικού αντισυμβαλλομένου με άλλες υποδομές της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Η επανεξέταση και η αξιολόγηση επικαιροποιούνται τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε κατάλληλες επιτόπιες επιθεωρήσεις, όπου απαιτείται. Το προσωπικό της ΕΑΚΑΑ δύναται να αποφασίσει να συμμετάσχει σε αυτές τις επιτόπιες επιθεωρήσεις.

Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ κάθε πληροφορία την οποία έλαβε από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, και ζητεί από τον οικείο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κάθε πληροφορία που ζητεί η ΕΑΚΑΑ, την οποία δεν μπορεί να παράσχει.»

β α)  Στην παράγραφο 6, το στοιχείο α) του δευτέρου εδαφίου αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) πραγματοποιεί ανάλυση από ομότιμους για όλες τις εποπτικές δραστηριότητες όλων των αρμόδιων αρχών σε σχέση με την αδειοδότηση και την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και συγκριτική ανάλυση των πρακτικών διαχείρισης κινδύνου όλων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 του παρόντος κανονισμού· και»

7.  Στον τίτλο III κεφάλαιο 2, παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 21α, 21β και 21γ:

Άρθρο 21α

Διαδικασίες συνεργασίας και λήψης αποφάσεων σχετικά με αδειοδοτημένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους

1. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1, οι αρμόδιες αρχές:

α) καταρτίζουν και υποβάλλουν στην ΕΑΚΑΑ προς έγκριση σχέδια αποφάσεων, πριν από την έκδοση οποιασδήποτε από τις αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με ή για την εκτέλεση των καθηκόντων τους που απορρέουν από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 14, 15, 20, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36 και 49 του παρόντος κανονισμού·

β) καταρτίζουν και υποβάλλουν στην ΕΑΚΑΑ προς διαβούλευση σχέδια αποφάσεων, πριν από την έκδοση οποιασδήποτε από τις αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με ή για την εκτέλεση των καθηκόντων τους που απορρέουν από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 24 και 54 του παρόντος κανονισμού·

γ) δύνανται να εκδίδουν, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη υποβολή στην ΕΑΚΑΑ προς έγκριση ή διαβούλευση, αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με ή για την εκτέλεση των καθηκόντων τους που απορρέουν από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 7, 8, 16, 21, 26, 27, 28, 29, 37, 38, 39, 40,41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 50, 51, 52, 53 του παρόντος κανονισμού και στα άρθρα 35 και 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.

3. Η ΕΑΚΑΑ διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές κάθε σχετική πληροφορία που μπορεί να οδηγήσει στην έκδοση μιας απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και μπορεί να ζητήσει συγκεκριμένη εποπτική ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας. Οι αρμόδιες αρχές τηρούν την ΕΑΚΑΑ ενήμερη για κάθε επακόλουθη ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας εν προκειμένω.

4. Όταν σχέδιο απόφασης υποβάλλεται στην ΕΑΚΑΑ προς έγκριση σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1, θεωρείται ότι η έγκριση της ΕΑΚΑΑ έχει δοθεί, εκτός αν προτείνει τροποποιήσεις ή αντιτάσσεται στο σχέδιο απόφασης, εντός μέγιστης προθεσμίας 15 ημερολογιακών ημερών αφότου έχει ενημερωθεί για το εν λόγω σχέδιο απόφασης. Σε περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ προτείνει τροποποιήσεις ή αντιτάσσεται σε σχέδιο απόφασης, παρέχει γραπτώς πλήρη και λεπτομερή αιτιολόγηση.

5. Όταν σχέδιο απόφασης υποβάλλεται στην ΕΑΚΑΑ προς έγκριση σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1 και η ΕΑΚΑΑ προτείνει τροποποιήσεις, η αρμόδια αρχή μπορεί να εκδώσει την απόφαση μόνον όπως τροποποιήθηκε από την ΕΑΚΑΑ.

Όταν σχέδιο απόφασης υποβάλλεται στην ΕΑΚΑΑ προς έγκριση σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1 και η ΕΑΚΑΑ αντιτάσσεται σε τελικό σχέδιο απόφασης, η αρμόδια αρχή δεν εκδίδει την εν λόγω απόφαση.

6. Όταν σχέδιο απόφασης υποβάλλεται στην ΕΑΚΑΑ προς έγκριση σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1 και η αρμόδια αρχή διαφωνεί με την προτεινόμενη τροποποίηση ή την ένσταση της ΕΑΚΑΑ, μπορεί να υποβάλλει, εντός 5 ημερών, αιτιολογημένο αίτημα στο συμβούλιο εποπτών που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, προκειμένου αυτό να αξιολογήσει την ένσταση ή την τροποποίηση. Το συμβούλιο εποπτών είτε εγκρίνει είτε απορρίπτει τις ενστάσεις ή τις τροποποιήσεις της ΕΑΚΑΑ, εντός 10 ημερών από το εν λόγω αίτημα, και εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 5.

6α. Όταν σχέδιο απόφασης υποβάλλεται στην ΕΑΚΑΑ προς διαβούλευση σύμφωνα με το στοιχείο β) της παραγράφου 1, η ΕΑΚΑΑ απαντά στο αίτημα διαβούλευσης εντός μέγιστης προθεσμίας 15 ημερολογιακών ημερών αφότου έχει ενημερωθεί για το εν λόγω σχέδιο απόφασης.

6β. Όταν σχέδιο απόφασης υποβάλλεται στην ΕΑΚΑΑ προς διαβούλευση σύμφωνα με το στοιχείο β) της παραγράφου 1, η αρμόδια αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις προτάσεις της ΕΑΚΑΑ.

7. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής βάσει του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδώσει απόφαση απευθυνόμενη σε συμμετέχοντα στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η οποία να απαιτεί τις αναγκαίες ενέργειες συμμόρφωσης προς τις οικείες υποχρεώσεις δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της παύσης κάθε πρακτικής στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται με την παράγραφο 5, σε περίπτωση ένστασης της ΕΑΚΑΑ ή τροποποιήσεών της στο τελικό σχέδιο απόφασης·

β) όταν μια αρμόδια αρχή, μετά από αίτημα της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 3, δεν προβεί στην απαιτούμενη ενέργεια εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, όπου η εν λόγω παράλειψη έχει ως αποτέλεσμα να παραβαίνει ο συμμετέχων στη χρηματοπιστωτική αγορά τις εφαρμοστέες απαιτήσεις των τίτλων IV και V του παρόντος κανονισμού.

Οι αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει του πρώτου εδαφίου υπερισχύουν οποιασδήποτε προηγούμενης απόφασης που έχει ληφθεί από τις αρμόδιες αρχές για το ίδιο θέμα.

Άρθρο 21ααΔιαβούλευση της κεντρικής τράπεζας έκδοσης

Όσον αφορά τις αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με τα άρθρα 14, 15, 20, 41, 44, 46, 50 και 54, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους διαβουλεύεται με κάθε κεντρική τράπεζα έκδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχείο η) σχετικά με τις πτυχές του σχεδίου απόφασης που αφορούν το νόμισμα το οποίο εκδίδει.

Κάθε κεντρική τράπεζα έκδοσης ανταποκρίνεται στο αίτημα για διαβούλευση εντός 10 εργάσιμων ημερών από τη διαβίβαση του σχεδίου απόφασης.

Όταν, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 24, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εκτιμά ότι έχει ανακύψει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η προθεσμία που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο δεν υπερβαίνει τις 24 ώρες.

Μετά την ολοκλήρωση της περιόδου διαβούλευσης με τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ή η σχετική αρμόδια αρχή καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη συμμόρφωση με τις τροποποιήσεις που προτείνονται από τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης.

Όταν σχέδιο απόφασης υποβάλλεται στην ΕΑΚΑΑ προς έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή προς διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1 στοιχείο β) και η αρμόδια αρχή δεν αντανακλά στο σχέδιο απόφασης που θα υποβληθεί στην εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τις τροποποιήσεις που προτείνονται από την κεντρική τράπεζα έκδοσης, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ενημερώνει γραπτώς τη συγκεκριμένη κεντρική τράπεζα έκδοσης αναφέροντας τους λόγους και παρέχοντας εξηγήσεις σχετικά με οποιεσδήποτε σημαντικές αποκλίσεις από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

Άρθρο 21γΤ

έλη

1. Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι καταβάλλουν τα ακόλουθα τέλη:

α) τέλη που συνδέονται με τις αιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας που αναφέρονται στο άρθρο 17 ή με τις αιτήσεις αναγνώρισης σύμφωνα με το άρθρο 25, και

γ) ετήσια τέλη που συνδέονται με τα καθήκοντα της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

1α. Τα τέλη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι αναλογικά προς τον κύκλο εργασιών του οικείου κεντρικού αντισυμβαλλομένου και καλύπτουν πλήρως τις αναγκαίες δαπάνες της ΕΑΚΑΑ που αφορούν είτε την αδειοδότηση είτε την αναγνώριση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, κατά περίπτωση, καθώς και την άσκηση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Η Επιτροπή εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 82, προκειμένου να προσδιορίσει περαιτέρω ▌τα ακόλουθα:

α) το είδος των τελών·

β) τα θέματα για τα οποία επιβάλλονται τέλη·

γ) το ύψος των τελών·

γ α) ο τρόπος καταβολής των τελών από τις ακόλουθες οντότητες:

i) κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι εγκατεστημένοι στην Ένωση οι οποίοι είναι αδειοδοτημένοι ή αιτούνται χορήγηση άδειας λειτουργίας·

ii) κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι εγκατεστημένοι σε τρίτη χώρα οι οποίοι είναι αναγνωρισμένοι σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2·

7α.  Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

Άρθρο 22α

Εποπτική επιτροπή της ΕΑΚΑΑ για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους

1. Η ΕΑΚΑΑ συγκροτεί μια μόνιμη εσωτερική επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 προκειμένου να προετοιμάζει τις αποφάσεις και να ασκεί τα καθήκοντα που συνδέονται με την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης και τρίτων χωρών (εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους).

Η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους υποβάλλει στο συμβούλιο εποπτών πλήρη σχέδια αποφάσεων προς έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 22γ.

2. H εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους αποτελείται από:

α) τα ακόλουθα μόνιμα μέλη:

i) τον πρόεδρο, με δικαίωμα ψήφου·

ii) έναν αντιπρόεδρο, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου κατά την απουσία του, με δικαίωμα ψήφου·

iii) τέσσερεις διευθυντές, με δικαίωμα ψήφου·

iv) έναν εκπρόσωπο της ΕΚΤ, χωρίς δικαίωμα ψήφου· και

v) έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής, χωρίς δικαίωμα ψήφου·

β) τα ακόλουθα μη μόνιμα μέλη, τα οποία είναι ειδικά για τον κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε σχέση με τον οποίο συγκαλείται η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους:

i) έναν εκπρόσωπο της αρμόδιας αρχής που αναφέρεται στο άρθρο 22 για κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο στην Ένωση σε σχέση με τον οποίο συγκαλείται η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Οι εν λόγω εκπρόσωποι έχουν δικαίωμα ψήφου αλλά, όταν ένα κράτος μέλος έχει ορίσει περισσότερες της μίας αρμόδιες αρχές, το συγκεκριμένο κράτος μέλος διαθέτει εν προκειμένω ένα δικαίωμα ψήφου κατ’ ανώτατο όριο.

ii) έναν εκπρόσωπο από κάθε σχετική κεντρική τράπεζα έκδοσης, που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχείο η), για κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο στην Ένωση σε σχέση με τον οποίο συγκαλείται η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, χωρίς δικαίωμα ψήφου·

iii) εάν η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους συγκαλείται σε σχέση με αποφάσεις ή συζητήσεις σχετικά με τα άρθρα 41, 44, 46, 50 και 54, εκπρόσωποι των κεντρικών τραπεζών έκδοσης νομισμάτων της Ένωσης που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε σχέση με τον οποίο συγκαλείται η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που δεν είναι μέλη βάσει του σημείου ii), χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Ο πρόεδρος μπορεί να προσκαλεί ως παρατηρητές στις συνεδριάσεις της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, όπου κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο, άλλα μέλη του σώματος του εκάστοτε κεντρικού αντισυμβαλλόμενου όπως προβλέπεται στο άρθρο 18 παράγραφος 2.

Στις περιπτώσεις που η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ασκεί κάποιο από τα καθήκοντα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο β), οι αρχές των κεντρικών αντισυμβαλλόμενων τρίτων χωρών οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 25 μπορούν να προσκαλούνται ως παρατηρητές, όταν και όπως ενδείκνυται.

Στις περιπτώσεις που συζητούνται αποφάσεις που αφορούν το άρθρο 25(2α) και (2γ) και τα άρθρα 25β, 41,44 και 46, μπορούν να προσκαλούνται να συμμετάσχουν ως παρατηρητές στην εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης των χρηματοοικονομικών μέσων που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας σε σχέση με τον οποίο συγκαλείται η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

Οι συνεδριάσεις της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους συγκαλούνται από τον πρόεδρό της, με ίδια πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μελών της. Η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους συνέρχεται τουλάχιστον πέντε φορές τον χρόνο.

Όταν ένα καθήκον της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους δεν αφορά έναν συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο στην Ένωση, η επιτροπή συγκροτείται μόνο από τα μόνιμα μέλη που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο στοιχείο α), από όλες τις αρχές που αναφέρονται στο στοιχείο β) σημείο (i) και, ανάλογα με την περίπτωση, από τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο στοιχείο β) σημείο ii).

3. Η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους είναι υπεύθυνη για την κατάρτιση των σχεδίων αποφάσεων που υποβάλλονται στο συμβούλιο εποπτών:

α) στην περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ πρέπει να παράσχει έγκριση ή καλείται να συμμετάσχει σε διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 21α. και

β) στην περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ αναγνωρίζει και εποπτεύει κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών σύμφωνα με τα άρθρα 25, 25α, 25β, 25γ, 25δ, 25ε, 25στ, 25ζ, 25η, 25θ, 25ι, 25ιγ και 25ιδ

4. Ο πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και οι διευθυντές που αναφέρονται στο άρθρο 22α παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i) είναι ανεξάρτητοι επαγγελματίες πλήρους απασχόλησης. Διορίζονται με κριτήρια τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις των ζητημάτων εκκαθάρισης, των μετασυναλλακτικών και χρηματοοικονομικών ζητημάτων, καθώς και την πείρα σχετικά με την εποπτεία και ρύθμιση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Επιλέγονται βάσει ανοικτής διαδικασίας επιλογής που διοργανώνεται από την Επιτροπή, τηρουμένων των αρχών της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων, της πείρας και των προσόντων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώνονται εγκαίρως και δεόντως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.

Η θητεία του προέδρου, του αντιπροέδρου και των διευθυντών της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους είναι πενταετής και άπαξ ανανεώσιμη. Ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και οι διευθυντές της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους δεν κατέχουν άλλη θέση σε ενωσιακό, εθνικό ή διεθνές επίπεδο.

Η Επιτροπή, σε διαβούλευση με τις εθνικές εποπτικές αρχές, παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων για τις θέσεις του προέδρου, του αντιπροέδρου και των διευθυντών και ενημερώνει το Συμβούλιο σχετικά με τον κατάλογο αυτόν.

Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση πρόταση για τους διορισμούς του προέδρου, του αντιπροέδρου και των διευθυντών. Μετά την έγκριση της εν λόγω πρότασης, το Συμβούλιο εκδίδει εκτελεστική απόφαση για το διορισμό του προέδρου, του αντιπροέδρου και των διευθυντών. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

Σε περίπτωση που ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος ή ένας από τους διευθυντές δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του ή εάν έχει κριθεί ένοχος σοβαρού παραπτώματος, το Συμβούλιο μπορεί, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής που έχει εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να εκδώσει εκτελεστική απόφαση για την παύση του από τα καθήκοντά του. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορεί να ενημερώνει την Επιτροπή ότι θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παύση από τα καθήκοντά του του προέδρου ή του αντιπροέδρου ή ενός εκ των διευθυντών της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και η Επιτροπή ανταποκρίνεται στην ενημέρωση αυτή.

5. Η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους υποστηρίζεται από αποκλειστικό προσωπικό που διαθέτει επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα και στο οποίο χορηγούνται επαρκείς πόροι από την ΕΑΚΑΑ για την άσκηση των καθηκόντων του.

6. Η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ενημερώνει το οικείο εποπτικό σώμα για όλα τα σχέδια αποφάσεων που υποβάλλει στο συμβούλιο εποπτών σύμφωνα με την παράγραφο 1.

7. Η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους διασφαλίζει ότι τα μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 2, οι αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και η ΕΕΣΚ, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, έχουν πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 22βΑνεξαρτησία

Όσον αφορά τα καθήκοντα του προέδρου, του αντιπροέδρου και των διευθυντών της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, δεν επιτρέπεται να ζητούνται ή να γίνονται δεκτές οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή τους οργανισμούς της Ένωσης, από την κυβέρνηση οποιουδήποτε κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλον δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα. Ούτε τα κράτη μέλη, ούτε τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης, ούτε κανένας άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο και τους διευθυντές της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που αναφέρονται στο άρθρο 22α παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i) κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 68 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και οι διευθυντές της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που αναφέρονται στο άρθρο 22α παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i), μετά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, εξακολουθούν να δεσμεύονται από την υποχρέωση να συμπεριφέρονται με ακεραιότητα και διακριτικότητα σε σχέση με την αποδοχή ορισμένων θέσεων και ευεργετημάτων.

Για τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο και τους διευθυντές της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ισχύει πριν από την ανάληψη της θέσης τους και μετά την ολοκλήρωση του ρόλου τους κατάλληλη ενδιάμεση περίοδος.

Άρθρο 22γΈκθεση

1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορεί να καλέσει τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο ή διευθυντή της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους να προβούν σε δήλωση, σεβόμενα πλήρως την ανεξαρτησία τους. Προβαίνουν σε δήλωση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και απαντούν σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις των βουλευτών του, όποτε ζητηθεί.

2. Ο πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους υποβάλλει γραπτή έκθεση σχετικά με τις κύριες δραστηριότητες της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όποτε ζητηθεί, και τουλάχιστον 15 ημέρες προτού προβεί στη δήλωση κατά την παράγραφο 1.

3. Ο πρόεδρος αναφέρει κάθε σχετική πληροφορία που ζητεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε βάση ad hoc.

4. Κατόπιν αιτήσεως, ο πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους διεξάγει, κεκλεισμένων των θυρών, εμπιστευτικές προφορικές συζητήσεις με τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εάν οι εν λόγω συζητήσεις απαιτούνται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βάσει της ΣΛΕΕ.

5. Κατά τη διάρκεια ερευνών από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους συνεργάζεται με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με την επιφύλαξη της ΣΛΕΕ και των κανονισμών που αναφέρονται στο άρθρο 226 αυτής. Εντός έξι μηνών από τον διορισμό του προέδρου, του αντιπροέδρου και των διευθυντών της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεσπίζουν κατάλληλες ρυθμίσεις σχετικά με τις πρακτικές λεπτομέρειες που αφορούν την άσκηση της δημοκρατικής λογοδοσίας και της εποπτείας όσον αφορά την άσκηση των καθηκόντων που ανατίθενται στην εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τον παρόντα κανονισμό. Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 226 ΣΛΕΕ, οι ρυθμίσεις αυτές καλύπτουν, μεταξύ άλλων, την πρόσβαση στις πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων σχετικά με τον χειρισμό και την προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών ή άλλων πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα, τη συνεργασία σε ακροάσεις, προφορικές συζητήσεις εμπιστευτικού χαρακτήρα, εκθέσεις, απαντήσεις σε ερωτήσεις, έρευνες, καθώς και την ενημέρωση για τη διαδικασία επιλογής του προέδρου, του αντιπροέδρου και των διευθυντών που αναφέρονται στο άρθρο 22α παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 22δΛήψη αποφάσεων εντός της εποπτικής επιτρο

πής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

Η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους λαμβάνει τις αποφάσεις της με απλή πλειοψηφία των μελών της. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.

Άρθρο 22εΛήψη αποφάσεων εντός του συμβουλίου

εποπτών

Όσον αφορά τα σχέδια αποφάσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 21α παράγραφος 1 και αφορούν τα άρθρα 14, 15, 20, 41, 44, 46, 50, 54 καθώς και όσον αφορά, για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που εντάσσονται στην κατηγορία 2 σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2α, τα σχέδια αποφάσεων που υποβάλλονται σε σχέση με τα άρθρα 25α, 25 παράγραφος 2α, 25 παράγραφος 2β, 25 παράγραφος 2γ και 25 παράγραφος 5, τα σχέδια αποφάσεων που υποβάλλονται από την εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εγκρίνονται από τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με απλή πλειοψηφία.

Όσον αφορά αποφάσεις σύμφωνα με άρθρα άλλα από εκείνα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, τα σχέδια αποφάσεων που υποβάλλονται από την εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θεωρούνται εγκριθέντα, εφόσον εγκριθούν με απλή πλειοψηφία, εκτός εάν απορριφθούν από μέλη που αντιπροσωπεύουν μειοψηφία αρνησικυρίας των ψήφων όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 4 της ΣΕΕ και στο άρθρο 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις εντός δέκα εργάσιμων ημερών από τη διαβίβασή τους.

Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, η προθεσμία για την εξέταση σχεδίου απόφασης δεν υπερβαίνει τις 24 ώρες. Στις περιπτώσεις που το συμβούλιο εποπτών απορρίπτει σχέδιο απόφασης, εκθέτει γραπτώς τους λόγους για τους οποίους ενήργησε με τον τρόπο αυτό.

8.  Το άρθρο 24 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ή οποιαδήποτε άλλη σχετική αρχή ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ, το σώμα, τα οικεία μέλη του ΕΣΚΤ και τις λοιπές οικείες αρχές, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σχετικά με οποιαδήποτε κατάσταση έκτακτης ανάγκης που αφορά κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, μεταξύ άλλων για τις εξελίξεις στις χρηματαγορές οι οποίες ενδέχεται να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα της αγοράς, στη διαβίβαση της νομισματικής πολιτικής, στην ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών και στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε κάποιο από τα κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή κάποιο από τα εκκαθαριστικά του μέλη.»

9.  Το άρθρο 25 τροποποιείται ως εξής:

-α)  Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

  «1. Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα δύναται να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης σε εκκαθαριστικά μέλη ή τόπους διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση μόνον όταν ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είναι αναγνωρισμένος από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα είτε με τη διαδικασία που ορίζεται στην παράγραφο 2 είτε με τη διαδικασία που ορίζεται στην παράγραφο 4.»

α)  Στην παράγραφο 2, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):

ε) ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν έχει προσδιοριστεί ότι είναι ή ότι είναι πιθανόν να καταστεί συστημικά σημαντικός σύμφωνα με την παράγραφο 2α και επομένως είναι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 1.

β)  Παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 2α, 2β και 2γ:

«2α. Η ΕΑΚΑΑ, έπειτα από διαβούλευση με τις κεντρικές τράπεζες που εκδίδουν τα πλέον συνήθη νομίσματα της Ένωσης για τα χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, προσδιορίζει αν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είναι ή είναι πιθανόν να καταστεί συστημικά σημαντικός για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη της (κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2), λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α) τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου στην Ένωση καθώς και κάθε άλλης επιχειρηματικής δραστηριότητας του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου εκτός της Ένωσης στο βαθμό που η εν λόγω επιχειρηματική δραστηριότητα είναι πιθανό να επηρεάσει τη συνολική πολυπλοκότητα του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, συμπεριλαμβανομένων:

i) της αξίας, με συνολικούς όρους και σε κάθε νόμισμα της Ένωσης, των συναλλαγών που εκκαθαρίζονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ή του συνολικού ανοίγματος του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που ασχολείται με δραστηριότητες εκκαθάρισης προς τα εκκαθαριστικά μέλη του που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση και, στο μέτρο του δυνατού, τους πελάτες και τους έμμεσους πελάτες τους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση, μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις που κάποιο από αυτά τα μέλη ή κάποιος από αυτούς τους πελάτες έχει χαρακτηριστεί ως παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα (G-SII) ή ως άλλο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα (O-SII) σύμφωνα με το άρθρο 131 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

ii) του προφίλ κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τον νομικό, τον επιχειρησιακό και τον επιχειρηματικό κίνδυνο, και με ιδιαίτερη έμφαση στον κίνδυνο στον κυβερνοχώρο·

β) την επίδραση που η πτώχευση ή μια διαταραχή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα είχε στις χρηματοοικονομικές αγορές, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ή στο ευρύτερο χρηματοοικονομικό σύστημα ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ ή ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη της·

γ) τη δομή της εκκαθαριστικής συμμετοχής στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο καθώς και τη δομή του δικτύου πελατών και έμμεσων πελατών των εκκαθαριστικών μελών του, στις περιπτώσεις που οι πελάτες αυτοί μπορούν να προσδιοριστούν εύκολα, ειδικότερα το ποσοστό των εκκαθαριστικών μελών του και των πελατών τους και έμμεσων πελατών τους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση·

δ) τη σχέση, τις αλληλεξαρτήσεις και άλλες αλληλεπιδράσεις του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις υπόλοιπες υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών, με άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα στο βαθμό που οι αλληλεπιδράσεις αυτές ενδέχεται να επηρεάζουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη της.

δ α) την άμεση και τη μεσοπρόθεσμη επίπτωση που θα είχε η πτώχευση ή μια διαταραχή της λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου στη ρευστότητα των αγορών που εξυπηρετούνται ή στην υλοποίηση της νομισματικής πολιτικής των κεντρικών τραπεζών έκδοσης·

Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 82, για να προσδιορίσει περαιτέρω τα κριτήρια που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο εντός [12 μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

2β. Όταν η ΕΑΚΑΑ προσδιορίζει αν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είναι ή είναι πιθανόν να καταστεί συστημικά σημαντικός (κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2) σύμφωνα με την παράγραφο 2α, αναγνωρίζει τον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μόνον όταν, επιπλέον των όρων που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2 στοιχεία α), β)▌ και δ), πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α) ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται, τη στιγμή της αναγνώρισης, και στη συνέχεια σε συνεχή βάση, με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 16, καθώς και στους τίτλους IV και V. H ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 25α παράγραφος 2, τον βαθμό στον οποίο η συμμόρφωση ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις εν λόγω απαιτήσεις καλύπτεται από τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις συγκρίσιμες απαιτήσεις που εφαρμόζονται στην τρίτη χώρα·

β) ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται ή έχει θεσπίσει κατάλληλα μέτρα για να συμμορφώνεται, σε συνεχή βάση, με τις ακόλουθες απαιτήσεις, που ενδέχεται να έχουν επιβάλει σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων τους της νομισματικής πολιτικής οι κεντρικές τράπεζες που εκδίδουν τα πλέον συνήθη νομίσματα της Ένωσης που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της τρίτης χώρας:

i) την υποβολή ζητούμενων πληροφοριών στην οικεία κεντρική τράπεζα έκδοσης, εάν οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν ληφθεί άλλως από την ΕΑΚΑΑ·

ii) τη δέσμευση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου να συνεργαστεί πλήρως και δεόντως με την κεντρική τράπεζα έκδοσης στο πλαίσιο της αξιολόγησης της ανθεκτικότητας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε δυσμενείς εξελίξεις της αγοράς·

iii) το άνοιγμα από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο λογαριασμού καταθέσεων μίας ημέρας στην κεντρική τράπεζα έκδοσης σύμφωνα με τα σχετικά κριτήρια πρόσβασης και τις απαιτήσεις της κεντρικής τράπεζας έκδοσης·

iv) την εφαρμογή, σε εξαιρετικές περιστάσεις, απαιτήσεων που συνάδουν με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 16 και στους τίτλους IV και V του παρόντος κανονισμού, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της κεντρικής τράπεζας έκδοσης και που αφορούν ελέγχους κινδύνου ρευστότητας, ρυθμίσεις διακανονισμού, ρυθμίσεις για τα περιθώρια, τις ασφάλειες ή τη διαλειτουργικότητα, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο συστημικός κίνδυνος για τη ρευστότητα που επηρεάζει τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής ή την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών.

Εντός 150 ημερών από την υποβολή πλήρους αίτησης, οι οικείες κεντρικές τράπεζες έκδοσης παρέχουν στην ΕΑΚΑΑ γραπτή επιβεβαίωση ότι ο κεντρικός συμβαλλόμενος συμμορφώνεται, ή έχει θεσπίσει κατάλληλα μέτρα προκειμένου να συμμορφώνεται σε συνεχή βάση, με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

Όταν οι οικείες κεντρικές τράπεζες έκδοσης δεν έχουν παράσχει γραπτή απάντηση στην ΕΑΚΑΑ σχετικά με τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε μία ή περισσότερες από τις απαιτήσεις που αναγράφονται στα σημεία (i) έως (iv), η ΕΑΚΑΑ μπορεί να θεωρεί τις αντίστοιχες απαιτήσεις εκπληρωμένες.

Η κεντρική τράπεζα έκδοσης παρέχει δεόντως αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη εξήγηση της απόφασής της να επιβάλει τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο, με βάση τη σημασία της απόφασης για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και την ΕΑΚΑΑ όσον αφορά τα καθήκοντα νομισματικής πολιτικής.

Σε περίπτωση που η κεντρική τράπεζα έκδοσης επιβάλλει οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο μετά την αναγνώριση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται αμέσως με τις απαιτήσεις αυτές σύμφωνα με το άρθρο 25β και η κεντρική τράπεζα έκδοσης ενημερώνει αμέσως την ΕΑΚΑΑ.

Οι απαιτήσεις που επιβάλλονται από κεντρική τράπεζα δυνάμει του πρώτου εδαφίου σημείο (iv) επιβάλλονται για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. Όταν η κεντρική τράπεζα θεωρεί ότι η εξαιρετική περίσταση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο σημείο (iv) εξακολουθεί να υφίσταται, μπορεί, στο τέλος της πρώτης περιόδου, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ, να συνεχίζει να εφαρμόζει τις εν λόγω απαιτήσεις για επιπλέον χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες.

Κάθε κεντρική τράπεζα έκδοσης δύναται να υποβάλει στην Επιτροπή δεόντως αιτιολογημένο αίτημα να προστεθούν μία ή περισσότερες απαιτήσεις στον κατάλογο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

Βάσει αυτού του αιτήματος, η Επιτροπή δύναται να εγκρίνει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη προσθέτοντας τις σχετικές απαιτήσεις στον κατάλογο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ή επιτρέποντας την παράταση των απαιτήσεων που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το σημείο (iv) του εδαφίου αυτού.

Όταν, κατόπιν αιτήματος που υποβάλλεται από κεντρική τράπεζα, η Επιτροπή αποφασίσει να μην προσθέσει στον κατάλογο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μία ή περισσότερες από τις απαιτήσεις που ζήτησε η κεντρική τράπεζα στο αίτημά της, παρέχει εγγράφως πλήρη και λεπτομερή αιτιολόγηση της απόφασής της στην ενδιαφερόμενη κεντρική τράπεζα.

γ) ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει παράσχει στην ΕΑΚΑΑ γραπτή δήλωση, υπογεγραμμένη από τον νόμιμο εκπρόσωπό του, με την οποία εκφράζεται η άνευ όρων συναίνεση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου να παράσχει, εντός 10 εργασίμων ημερών μετά τη γνωστοποίηση αιτήματος από την ΕΑΚΑΑ, οποιαδήποτε έγγραφα, αρχεία, πληροφορίες και δεδομένα που τηρούνται από τον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατά τη στιγμή της γνωστοποίησης του αιτήματος, και επιτρέπεται στην ΕΑΚΑΑ να έχει πρόσβαση στους επαγγελματικούς χώρους του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, μαζί με μια αιτιολογημένη νομική γνώμη από ανεξάρτητο νομικό εμπειρογνώμονα ότι η εκφρασθείσα συναίνεση είναι έγκυρη και εκτελεστή δυνάμει των οικείων εφαρμοστέων νόμων·

δ) ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει λάβει και εφαρμόσει όλα τα αναγκαία μέτρα και έχει θεσπίσει όλες τις αναγκαίες διαδικασίες για να εξασφαλίσει την αποτελεσματική συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα στοιχεία α) και γ)·

δ α) έχουν καθιερωθεί ρυθμίσεις συνεργασίας σύμφωνα με την παράγραφο 7α·

ε) η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει εκτελεστική πράξη σύμφωνα με την παράγραφο 2γ.

2γ. Η ΕΑΚΑΑ, σε συμφωνία με τις ▐ κεντρικές τράπεζες έκδοσης των πλέον συνήθων νομισμάτων της Ένωσης που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας ▐, μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είναι τέτοιας ουσιώδους συστημικής σημασίας που η συμμόρφωση με τους όρους που τίθενται στην παράγραφο 2β δεν εξασφαλίζει επαρκώς τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη της ▐. Στην περίπτωση αυτή, η ΕΑΚΑΑ συνιστά στην Επιτροπή να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που να απαγορεύει την αναγνώριση του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ή 2β.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί, στην ανάλυσή της, να προσδιορίσει συγκεκριμένες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης που θεωρεί ότι θα πρέπει να παρέχονται μόνο σε εκκαθαριστικά μέλη και τόπους διαπραγμάτευσης εγκατεστημένους στην Ένωση από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει αδειοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 14.

Η σύσταση συνοδεύεται από εξέταση των ακόλουθων στοιχείων:

α)  τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2α στοιχεία α) έως δ α)·

β)  τα χαρακτηριστικά των υπηρεσιών εκκαθάρισης που παρέχονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ιδίως τις απαιτήσεις ρευστότητας και φυσικού διακανονισμού που συνδέονται με την παροχή αυτών των υπηρεσιών, και τη συναφή πιθανότητα, σε περίπτωση ακραίων καταστάσεων, να προκύψει ανάγκη να υποβάλει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος αίτημα για στήριξη της ρευστότητας από μια κεντρική τράπεζα·

γ)  την ύπαρξη βιώσιμων δυνητικών υποκατάστατων για την παροχή των σχετικών υπηρεσιών εκκαθάρισης στα οικεία νομίσματα σε εκκαθαριστικά μέλη, τους πελάτες τους και τους έμμεσους πελάτες τους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση·

δ)  την ύπαρξη και τη φύση μηχανισμών στήριξης της ρευστότητας που διατίθενται στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο στη χώρα καταγωγής του και την ύπαρξη οποιωνδήποτε άλλων ρυθμίσεων για τον μετριασμό του κινδύνου·

ε)  τις πιθανές συνέπειες της υπαγωγής των εκκρεμών συμβάσεων που τηρούνται στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο στο πεδίο εφαρμογής της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης·

στ)  τις πιθανές συνέπειες, από πλευράς κόστους και οφελών, της ανάγκης να υποβάλει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος αίτηση χορήγησης άδειας στην Ένωση επί:

i) των εκκαθαριστικών μελών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και των πελατών και των έμμεσων πελατών τους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση·

ii) των συνδεόμενων με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και διαλειτουργικών υποδομών χρηματοπιστωτικών αγορών·

iii) της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη της, λαμβάνοντας υπόψη το κατά πόσον θα μειωθεί ο συστημικός κίνδυνος ως αποτέλεσμα της ανάγκης να υποβάλει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος αίτηση χορήγησης άδειας στην Ένωση.

Βάσει της σύστασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και της αξιολόγησης που τη συνοδεύει, η Επιτροπή δύναται να εκδώσει την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η οποία προσδιορίζει ότι ορισμένες ή όλες οι υπηρεσίες που παρέχονται από τον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο παρέχονται μόνον σε εκκαθαριστικά μέλη και τόπους διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση μόνον από αδειοδοτημένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 14, κατά περίπτωση μετά από μια περίοδο προσαρμογής. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη μπορεί να καθορίζει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α) κατάλληλη περίοδο προσαρμογής για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, τα εκκαθαριστικά μέλη του και τους πελάτες τους·

β) τους όρους υπό τους οποίους ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να αναγνωρίζεται προσωρινά κατά την περίοδο προσαρμογής που αναφέρεται στο στοιχείο α)· και

γ) οποιαδήποτε μέτρα που θα ληφθούν κατά τη διάρκεια της περιόδου προσαρμογής, προκειμένου να περιοριστεί το δυνητικό κόστος για τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες τους, ιδίως εκείνους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση.

β α)  η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

  i) το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

  «3.  Κατά την εκτίμηση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ή 2α, κατά περίπτωση, η ΕΑΚΑΑ διαβουλεύεται με:»

  ii) το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

  «στ)   τις κεντρικές τράπεζες που εκδίδουν όλα τα νομίσματα της Ένωσης ως προς τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκκαθαρίζονται ή πρόκειται να εκκαθαρίζονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας.»

β β)  στην παράγραφο 4, το εδάφιο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

  Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο κατάλογο των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν αναγνωριστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, μαζί με την ένδειξη της κατηγοριοποίησής τους ως κεντρικών αντισυμβαλλομένων κατηγορίας 1 ή κατηγορίας 2.»

γ)  Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με τις αρχές και τις οντότητες που προβλέπονται στην παράγραφο 3, επανεξετάζει την αναγνώριση ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα ως εξής:

α) σε περίπτωση επέκτασης των δραστηριοτήτων και των υπηρεσιών του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου στην Ένωση· και, είτε:

β) τουλάχιστον κάθε δύο έτη, όταν ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εκκαθαρίζει ένα ποσό χρηματοπιστωτικών μέσων εκπεφρασμένων σε νομίσματα της Ένωσης που υπερβαίνει, για τα συγκεκριμένα νομίσματα, τα κατώτατα όρια που καθορίζονται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πέμπτο εδάφιο· ή

γ) τουλάχιστον ανά πενταετία σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

Η επανεξέταση αυτή διενεργείται σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4.

Πέραν της επανεξέτασης αυτής, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2γ και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα κριτήρια που καθορίζονται στην παράγραφο 1α, η ΕΑΚΑΑ μπορεί είτε:

α) να διαπιστώσει ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 2α, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος της κατηγορίας 1 έχει καταστεί ή πιθανόν να καταστεί σημαντικός για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη της, και συνεπώς θα πρέπει να ανακαταταχθεί ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2·

β) να διαπιστώσει ότι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος της κατηγορίας 2 δεν είναι πλέον σημαντικός ούτε είναι πιθανόν να καταστεί σημαντικός για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη της, και συνεπώς θα πρέπει να ανακαταταχθεί ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 1· ή

γ) να διαπιστώσει ότι η σημασία του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλόμενου παρέμεινε αμετάβλητη και να μην μεταβάλει τη κατάταξη του συγκεκριμένου κεντρικού αντισυμβαλλόμενου.

Όταν, πέραν της επανεξέτασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας που η ΕΑΚΑΑ είχε προηγουμένως κατατάξει ως κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατηγορίας 1 θα πρέπει να ανακαταταχθεί ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2, η ΕΑΚΑΑ ορίζει κατάλληλη περίοδο προσαρμογής, που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, έως τη λήξη της οποίας ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2β.

Η ΕΑΚΑΑ δύναται, μετά από αιτιολογημένο αίτημα του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου ή της αρχής που είναι αρμόδια για τα εκκαθαριστικά μέλη του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου τα οποία είναι εγκατεστημένα στην Ένωση, να παρατείνει την εν λόγω περίοδο προσαρμογής κατά έξι μήνες κατ’ ανώτατο όριο, εφόσον η επέκταση αυτή δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις και τις ειδικές ανάγκες των εκκαθαριστικών μελών του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση.

5a. Η ΕΑΚΑΑ, σε διαβούλευση με τα μέλη του ΕΣΚΤ, αναπτύσσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν το κατώτατο όριο για κάθε νόμισμα της Ένωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 5 πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

Η ΕΑΚΑΑ πρέπει να υποβάλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις … [12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. »

δ)  Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, και ορίζει τα ακόλουθα:

α) ότι οι νομικές και εποπτικές απαιτήσεις μιας τρίτης χώρας εξασφαλίζουν ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που αδειοδοτήθηκε στην εν λόγω τρίτη χώρα συμμορφώνεται σε συνεχή βάση με τις νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις που είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον τίτλο ΙV του παρόντος κανονισμού·

β) ότι οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε αποτελεσματική εποπτεία και επιβολή στην εν λόγω τρίτη χώρα σε συνεχή βάση·

γ) ότι το νομικό πλαίσιο της εν λόγω τρίτης χώρας προβλέπει αποτελεσματικό σύστημα ισοδυναμίας για την αναγνώριση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που είναι αδειοδοτημένοι δυνάμει νομικών καθεστώτων τρίτων χωρών.

Η Επιτροπή μπορεί να εξαρτήσει την εφαρμογή της εκτελεστικής πράξης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο από την αποτελεσματική εκπλήρωση της απαίτησης που καθορίζεται εκεί από τρίτη χώρα σε συνεχή βάση, και από την ικανότητα της ΕΑΚΑΑ να ασκεί τις αρμοδιότητές της όσον αφορά τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών που αναγνωρίζονται βάσει των παραγράφων 2 και 2β ή όσον αφορά την παρακολούθηση που αναφέρεται στην παράγραφο 6β, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας και της εφαρμογής των ρυθμίσεων συνεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 7.»

ε)  Παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 6α και 6β:

«6α. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 82, για να προσδιορίσει περαιτέρω τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 6 στοιχεία α), β) και γ).

6β. Η ΕΑΚΑΑ παρακολουθεί τις ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις στις τρίτες χώρες για τις οποίες έχουν εκδοθεί εκτελεστικές πράξεις δυνάμει της παραγράφου 6.

Όταν η ΕΑΚΑΑ εντοπίζει οποιαδήποτε ρυθμιστική ή εποπτική εξέλιξη στις εν λόγω τρίτες χώρες που μπορεί να έχει αντίκτυπο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη της, ενημερώνει την Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εμπιστευτικά και χωρίς καθυστέρηση.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει εμπιστευτική αναφορά στην Επιτροπή όσον αφορά τις ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις στις τρίτες χώρες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σε ετήσια βάση.»

στ)  Στην παράγραφο 7, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7. Όταν, κατόπιν της αξιολόγησης που διεξάγεται σύμφωνα με την παράγραφο 2α, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατατάσσεται στην κατηγορία 1, η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε αποτελεσματικές ρυθμίσεις συνεργασίας με τις σχετικές αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών των οποίων το νομοθετικό και εποπτικό πλαίσιο έχει αναγνωριστεί ως ισοδύναμο με τον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με την παράγραφο 6.»

ζ)  Στην παράγραφο 7, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):

«δ) τις διαδικασίες που αφορούν τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, που περιλαμβάνουν τη συμφωνία των αρχών της τρίτης χώρας να επιτρέπονται οι έρευνες και οι επιτόπιες επιθεωρήσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 25δ και 25ε, αντιστοίχως·

ε) τις αναγκαίες διαδικασίες για την αποτελεσματική παρακολούθηση των ρυθμιστικών και εποπτικών εξελίξεων στην οικεία τρίτη χώρα.»

ζ α)  στην παράγραφο 7 προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«στ) τις διαδικασίες για τη συνεργασία στις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 24, συμπεριλαμβανομένων των εξής:

i) της συμφωνίας των σχετικών αρμόδιων αρχών των τρίτων χωρών να ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ και τις κεντρικές τράπεζες που εκδίδουν τα πλέον συνήθη νομίσματα της Ένωσης που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σχετικά με οποιαδήποτε τέτοια κατάσταση που αφορά κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εποπτευόμενο από τις εν λόγω αρχές· και

ii) της συμφωνίας των σχετικών αρμόδιων αρχών των τρίτων χωρών να εμπλέκουν καταλλήλως την ΕΑΚΑΑ και τις κεντρικές τράπεζες που εκδίδουν τα πλέον συνήθη νομίσματα της Ένωσης που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας στις αποφάσεις που λαμβάνονται στις εν λόγω καταστάσεις.»

ζ β)  στην παράγραφο 7, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η ΕΑΚΑΑ πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με τις κεντρικές τράπεζες που εκδίδουν τα πλέον συνήθη νομίσματα της Ένωσης που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας κατά την επεξεργασία των διατάξεων των ρυθμίσεων συνεργασίας που αφορούν τα θέματα που αναφέρονται στο στοιχείο στ).»

ζ γ)  Στο άρθρο 25, παρεμβάλλονται οι παράγραφοι 7α και 7β:

«7α. Όταν, κατόπιν της αξιολόγησης που διεξάγεται σύμφωνα με την παράγραφο 2α, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατατάσσεται στην κατηγορία 2, η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε αποτελεσματικές ρυθμίσεις συνεργασίας με τις σχετικές αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών των οποίων το νομοθετικό και εποπτικό πλαίσιο έχει αναγνωριστεί ως ισοδύναμο με τον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με την παράγραφο 6. Οι σχετικές ρυθμίσεις προσδιορίζουν τουλάχιστον:

α) τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των αρμοδίων αρχών των οικείων τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένων της πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες που ζητεί η ΕΑΚΑΑ σχετικά με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει αδειοδοτηθεί στις εν λόγω τρίτες χώρες και της ανταλλαγής πληροφοριών και της υποβολής εκθέσεων που πρέπει να πραγματοποιούνται σε περίπτωση ουσιαστικών αλλαγών στα μοντέλα και τις παραμέτρους κινδύνου, επέκτασης των δραστηριοτήτων και των υπηρεσιών κεντρικού αντισυμβαλλομένου, αλλαγών στη δομή του λογαριασμού πελάτη και στη χρήση συστημάτων πληρωμών που επηρεάζουν ουσιαστικά την Ένωση·

β) τον μηχανισμό άμεσης ειδοποίησης της ΕΑΚΑΑ σε περίπτωση που αρμόδια αρχή τρίτης χώρας κρίνει ότι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος της τρίτης χώρας τον οποίο εποπτεύει έχει παραβεί τους όρους της άδειας λειτουργίας του ή άλλη νομοθεσία στην οποία υπόκειται·

γ) τον μηχανισμό άμεσης ειδοποίησης της ΕΑΚΑΑ από αρμόδια αρχή τρίτης χώρας όταν σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τον οποίο εποπτεύει χορηγείται το δικαίωμα να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης σε εκκαθαριστικά μέλη ή πελάτες εγκατεστημένους στην Ένωση·

δ) τις διαδικασίες που αφορούν τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, που περιλαμβάνουν τη συμφωνία των αρχών της τρίτης χώρας να επιτρέπονται οι έρευνες και οι επιτόπιες επιθεωρήσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 25δ και 25ε, αντιστοίχως·

ε) τις αναγκαίες διαδικασίες για την αποτελεσματική παρακολούθηση των ρυθμιστικών και εποπτικών εξελίξεων στην οικεία τρίτη χώρα·

στ) τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών της τρίτης χώρας για τη κοινοποίηση των πληροφοριών που παρέχουν δυνάμει των στοιχείων α) έως δ) στις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 3, με την επιφύλαξη τήρησης των απαιτήσεων του επαγγελματικού απορρήτου που ορίζονται στο άρθρο 83·

ζ) σε περίπτωση που χορηγούνται στην ΕΑΚΑΑ δικαιώματα επί αποφάσεων σύμφωνα με το άρθρο 25β, τις διαδικασίες που αφορούν την αποτελεσματική επιβολή αυτών των δικαιωμάτων·

η) τις διαδικασίες για τη συνεργασία στις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 24, συμπεριλαμβανομένων των εξής:

i) της συμφωνίας των σχετικών αρμόδιων αρχών των τρίτων χωρών να ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ και τις κεντρικές τράπεζες που εκδίδουν τα πλέον συνήθη νομίσματα της Ένωσης που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σχετικά με οποιαδήποτε τέτοια κατάσταση που αφορά κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εποπτευόμενο από τις εν λόγω αρχές·

ii) της συμφωνίας των σχετικών αρμόδιων αρχών των τρίτων χωρών να εμπλέκουν καταλλήλως την ΕΑΚΑΑ και τις κεντρικές τράπεζες που εκδίδουν τα πλέον συνήθη νομίσματα της Ένωσης που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας στις αποφάσεις που λαμβάνονται στις εν λόγω καταστάσεις.

Η ΕΑΚΑΑ πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με τις κεντρικές τράπεζες που εκδίδουν τα πλέον συνήθη νομίσματα της Ένωσης που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας κατά την επεξεργασία των διατάξεων των ρυθμίσεων συνεργασίας που αφορούν τα θέματα που αναφέρονται στο στοιχείο η).

7β. Σε περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ θεωρεί ότι η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας δεν εφαρμόζει οποιαδήποτε από τις διατάξεις που ορίζονται σε ρύθμιση συνεργασίας η οποία έχει θεσπιστεί σύμφωνα με την παράγραφο 7 ή 7α, ενημερώνει την Επιτροπή για το συγκεκριμένο ζήτημα, εμπιστευτικά και χωρίς καθυστέρηση. Σε αυτή την περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει την επανεξέταση της εκτελεστικής πράξης που έχει εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6.»

10.  Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 25α, 25β, 25γ, 25δ, 25ε, 25στ, 25ζ, 25η, 25θ, 25ι, 25ια, 25ιβ, 25ιγ, 25ιδ:

«Άρθρο 25αΣυγκρίσιμη συμμόρφωση

1. Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2β στοιχείο α) μπορεί να υποβάλλει αιτιολογημένο αίτημα να αξιολογήσει η ΕΑΚΑΑ κατά πόσον η συμμόρφωσή του με το ισχύον πλαίσιο τρίτης χώρας, μπορεί να θεωρηθεί ως συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2β στοιχείο α) και ορίζονται στο άρθρο 16 και στους τίτλους IV και V.

Με βάση το ληφθέν αίτημα, η ΕΑΚΑΑ διεξάγει την αξιολόγηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Κατά την διεξαγωγή της εν λόγω αξιολόγησης, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τις διατάξεις της εκτελεστικής πράξης που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 6.

Στις περιπτώσεις που η ΕΑΚΑΑ, ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης αυτής, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2β στοιχείο α) και ορίζονται στο άρθρο 16 και στους τίτλους IV και V υλοποιείται με τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου στις συγκρίσιμες απαιτήσεις που ισχύουν στη τρίτη χώρα, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη το συμπέρασμα αυτό για τους σκοπούς του άρθρου 25 παράγραφος 2β στοιχείο α).

2. Το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παρέχει την πραγματική βάση για τη διαπίστωση της συγκρισιμότητας, και τους λόγους για τους οποίους η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στην τρίτη χώρα πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 16 και στους τίτλους IV και V.

3. Η Επιτροπή, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αντικατοπτρίζει αποτελεσματικά τους κανονιστικούς στόχους των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 16 και στους τίτλους IV και V, και προς το συμφέρον της Ένωσης, ως σύνολο, εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για να προσδιορίσει τα ακόλουθα:

α) τα ελάχιστα προς αξιολόγηση στοιχεία για τους σκοπούς της παραγράφου 1·

β) τους τρόπους και τους όρους διενέργειας της αξιολόγησης.

Η Επιτροπή εκδίδει την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η οποία αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 82.

Άρθρο 25βΣυνεχής συμμόρφωση με τους όρους για αναγνώριση

1. Η ΕΑΚΑΑ είναι υπεύθυνη για την επιτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό για την εποπτεία, σε συνεχή βάση, της συμμόρφωσης των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων κατηγορίας 2 με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2β στοιχείο α).

Η ΕΑΚΑΑ απαιτεί την επιβεβαίωση από κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατηγορίας 2, τουλάχιστον επί ετήσιας βάσης, ότι οι απαιτήσεις που αναφέρονται άρθρο 25 παράγραφος 2β στοιχεία α), β), γ), δ) και ε) εξακολουθούν να πληρούνται.

Όταν μια κεντρική τράπεζα έκδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχείο η) θεωρεί ότι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 δεν πληροί πλέον τον όρο που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2β στοιχείο β), ειδοποιεί αμέσως την ΕΑΚΑΑ.

1α.  Στις περιπτώσεις που η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει γνωστοποίηση βάσει της παραγράφου 1 τρίτο εδάφιο ή στις περιπτώσεις που κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 δεν παρέχει στην ΕΑΚΑΑ την επιβεβαίωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρείται ότι δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις αναγνώρισης σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2β και συνεπώς εφαρμόζεται η διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 25ιγ παράγραφοι 2 έως 4.

2. Όσον αφορά τις αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με τα άρθρα 41, 44, 46, 50 και 54, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους συμβουλεύεται κάθε κεντρική τράπεζα έκδοσης των πλέον συνήθων νομισμάτων της Ένωσης που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της τρίτης χώρας σχετικά με τις πτυχές του σχεδίου απόφασης οι οποίες σχετίζονται με το νόμισμα που εκδίδεται.

Κάθε κεντρική τράπεζα έκδοσης θα πρέπει να ανταποκρίνεται στο αίτημα της ΕΑΚΑΑ για διαβούλευση εντός 10 εργάσιμων ημερών από τη διαβίβαση του σχεδίου απόφασης.

Όταν, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 24, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εκτιμά ότι έχει ανακύψει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η προθεσμία που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο δεν υπερβαίνει τις 24 ώρες.

Μετά την ολοκλήρωση της περιόδου διαβούλευσης με τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης, η εποπτική επιτροπή για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη συμμόρφωση με τις τροποποιήσεις που προτείνονται από αυτές.

Σε περίπτωση που η εποπτική επιτροπή για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους δεν αποτυπώνει στο σχέδιο απόφασης που θα υποβληθεί στο συμβούλιο εποπτών τις τροποποιήσεις που προτείνονται από την κεντρική τράπεζα έκδοσης, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ενημερώνει γραπτώς τη συγκεκριμένη κεντρική τράπεζα έκδοσης αναφέροντας τους λόγους και παρέχοντας εξηγήσεις για τις οποιεσδήποτε σημαντικές αποκλίσεις από τις εν λόγω τροποποιήσεις.

3. Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τις αρχές της τρίτης χώρας, τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης και την ΕΕΣΚ, διενεργεί εκτιμήσεις της αντοχής των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Κατά τη διενέργεια αυτών των εκτιμήσεων, η ΕΑΚΑΑ συνυπολογίζει τουλάχιστον τους οικονομικούς και τους επιχειρησιακούς κινδύνους καθώς και τους κινδύνους στον κυβερνοχώρο και διασφαλίζει τη συνοχή με τις εκτιμήσεις της αντοχής των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 6 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 25βαΣώμα για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών

1. Η ΕΑΚΑΑ θεσπίζει ένα σώμα για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, με σκοπό τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών.

2. Το σώμα απαρτίζεται από:

α) τα μόνιμα μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους·

β) τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και που ορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 22·

γ) τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των εκκαθαριστικών μελών των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών που έχουν αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 και που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση·

δ) τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των τόπων διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση και που εξυπηρετούνται ή πρόκειται να εξυπηρετούνται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τρίτης χώρας που έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25·

ε) τις αρμόδιες αρχές που έχουν υπό την εποπτεία τους κεντρικά αποθετήρια τίτλων που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση με τα οποία είναι συνδεδεμένος ή προτίθεται να συνδεθεί κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας που έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25· και

στ) τα μέλη του ΕΣΚΤ.

3. Το σώμα δύναται να ζητήσει από την εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους να συζητήσει συγκεκριμένα θέματα σε σχέση με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα. Η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εξετάζει δεόντως αυτά τα αιτήματα και παρέχει κατάλληλη απάντηση.

4. Ο πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους προεδρεύει του σώματος. Η συγκρότηση και η λειτουργία του σώματος βασίζεται σε γραπτή συμφωνία μεταξύ όλων των μελών του.

Άρθρο 25ββΆσκηση των

εξουσιών δυνάμει των άρθρων 25γ έως 25ε

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ ή οποιονδήποτε υπάλληλο της ΕΑΚΑΑ ή άλλο εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο δυνάμει των άρθρων 25γ έως 25ε δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε δικηγορικό απόρρητο.

Άρθρο 25γΑιτήματα για παροχή πληροφοριών

1. Η ΕΑΚΑΑ δύναται, με απλή αίτηση ή με απόφαση, να ζητήσει από αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και σχετιζόμενους με αυτούς τρίτους, στους οποίους οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι ανέθεσαν λειτουργικά καθήκοντα ή δραστηριότητες, να παράσχουν κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία ώστε η ΕΑΚΑΑ να μπορέσει να εκτελέσει τα καθήκοντά της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Κατά τη διαβίβαση απλής αίτησης για παροχή πληροφοριών δυνάμει της παραγράφου 1, η ΕΑΚΑΑ αναφέρει όλα τα ακόλουθα:

α) την παραπομπή στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β) τον σκοπό της αίτησης·

γ) τις απαιτούμενες πληροφορίες·

δ) το χρονικό όριο για την παροχή των πληροφοριών·

ε) πληροφορεί το πρόσωπο από το οποίο ζητούνται οι πληροφορίες ότι δεν υφίσταται υποχρέωση παροχής πληροφοριών, αλλά ότι, σε περίπτωση εκούσιας απάντησης στην αίτηση, οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές·

στ) στ) το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 25ζ σε συνδυασμό με το στοιχείο α) του τμήματος V του παραρτήματος ΙΙΙ, στην περίπτωση που οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3. Όταν απαιτεί την παροχή των πληροφοριών αυτών σύμφωνα με την παράγραφο 1 με απόφαση, η ΕΑΚΑΑ αναφέρει όλα τα ακόλουθα:

α) την παραπομπή στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β) τον σκοπό της αίτησης·

γ) τις απαιτούμενες πληροφορίες·

δ) το χρονικό όριο για την παροχή των πληροφοριών·

ε) τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 25η, στην περίπτωση ελλιπούς παροχής των απαιτούμενων πληροφοριών·

στ) στ) το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 25ζ σε συνδυασμό με το στοιχείο α) του τμήματος V του παραρτήματος ΙΙΙ, στην περίπτωση που οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές· και

ζ) το δικαίωμα για προσβολή της απόφασης ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών της ΕΑΚΑΑ και για υποβολή αίτησης επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο»), σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση προσώπων ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα εξουσιοδοτημένα από τον νόμο ή από το καταστατικό τους πρόσωπα που τους εκπροσωπούν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παρέχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι για λογαριασμό των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ανακριβών, ελλιπών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

5. Η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της απλής αίτησης ή της απόφασής της στην αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας όπου κατοικούν ή είναι εγκατεστημένα τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τα οποία σχετίζονται με την αίτηση πληροφοριών.

Άρθρο 25δΓενικές έρευνες

1. Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει τις αναγκαίες έρευνες κεντρικών αντισυμβαλλομένων κατηγορίας 2. Για αυτόν τον σκοπό, οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ έχουν την εξουσία:

α) να εξετάζουν οποιαδήποτε αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες και κάθε άλλο υλικό συναφές με την εκτέλεση των καθηκόντων της, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αποθηκεύονται·

β) να λαμβάνουν ή να αποκτούν πιστοποιημένα αντίγραφα ή αποσπάσματα από αυτά τα αρχεία, τα δεδομένα, τις διαδικασίες και άλλο υλικό·

γ) να καλούν και να ζητούν από κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2 ή τους εκπροσώπους τους ή τα μέλη του προσωπικού τους προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις σχετικά με γεγονότα ή έγγραφα που αφορούν το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης και να καταγράφουν τις απαντήσεις·

δ) να εξετάζουν κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας·

ε) να ζητούν αρχεία τηλεφωνικών κλήσεων και διαβίβασης δεδομένων.

Οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης των πλέον συνήθων νομισμάτων της Ένωσης που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο δύνανται να υποβάλλουν στην ΕΑΚΑΑ αιτιολογημένο αίτημα συμμετοχής στις εν λόγω έρευνες, σε περίπτωση που οι έρευνες αυτές κρίνονται σημαντικές για την άσκηση των καθηκόντων τους όσον αφορά τη νομισματική πολιτική σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2β στοιχείο β).

2. Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς των ερευνών, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1, ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας. Στην εν λόγω εξουσιοδότηση επισημαίνονται, επίσης, οι περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 25η, σε περίπτωση που τα απαιτούμενα αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή άλλο υλικό, ή οι απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλονται σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2 δεν παρέχονται ή είναι ελλιπείς, καθώς και τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 25στ σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙΙ ενότητα V στοιχείο β), σε περίπτωση που οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλονται σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2 είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3. Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατηγορίας 2 υποβάλλονται σε έρευνες που κινούνται βάσει απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας, τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 25η, τα ένδικα μέσα που διατίθενται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο.

4. Πριν ενημερώσει τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει την αρμόδια αρχή τρίτης χώρας, στην οποία πρόκειται να διεξαχθεί η έρευνα, σχετικά με την έρευνα και την ταυτότητα των εξουσιοδοτημένων προσώπων. Οι υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής τρίτης χώρας δύνανται, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, να επικουρούν τα εν λόγω εξουσιοδοτημένα πρόσωπα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής τρίτης χώρας δύνανται επίσης να παρίστανται στις έρευνες. Οι έρευνες σύμφωνα με το παρόν άρθρο διεξάγονται υπό τον όρο ότι η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας δεν αντιτίθεται σε αυτές.

Άρθρο 25εΕπιτόπιες επιθεωρήσεις

1. Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, επιτόπιες επιθεωρήσεις σε οποιονδήποτε επαγγελματικό ή ιδιόκτητο χώρο κεντρικών αντισυμβαλλομένων κατηγορίας 2. Οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης των πλέον συνήθων νομισμάτων της Ένωσης που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο καλούνται να συμμετάσχουν σε τέτοιες επιτόπιες επιθεωρήσεις σε περίπτωση που οι εν λόγω επιθεωρήσεις αφορούν τα καθήκοντα νομισματικής πολιτικής που ορίζονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2β στοιχείο β).

2. Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης μπορούν να εισέρχονται σε οποιονδήποτε επαγγελματικό ή άλλο χώρο των νομικών προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί απόφαση έρευνας από την ΕΑΚΑΑ, διαθέτουν δε όλες τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 25δ παράγραφος 1. Διαθέτουν, επίσης, την εξουσία να σφραγίζουν οποιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις και βιβλία ή αρχεία κατά την περίοδο της επιθεώρησης και στην έκταση που είναι αναγκαίο για αυτήν.

3. Σε εύθετο χρόνο πριν από την επιθεώρηση, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει για την επιθεώρηση τη σχετική αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας στην οποία πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει την επιτόπια επιθεώρηση, αφού ενημερώσει τη σχετική αρμόδια αρχή τρίτης χώρας, χωρίς να ειδοποιείται προηγουμένως ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, όταν αυτό απαιτείται για την ορθή διεξαγωγή και την αποτελεσματικότητα των επιθεωρήσεων. Οι επιθεωρήσεις σύμφωνα με το παρόν άρθρο διεξάγονται υπό τον όρο ότι η σχετική αρχή τρίτης χώρας έχει επιβεβαιώσει ότι δεν αντιτίθεται στις εν λόγω επιθεωρήσεις.

Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση, που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθώς και τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 25η, εφόσον τα οικεία πρόσωπα δεν δέχονται την επιθεώρηση.

4. Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατηγορίας 2 υποβάλλονται σε επιτόπιες επιθεωρήσεις που διατάσσονται με απόφαση της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθορίζει την προγραμματισμένη ημερομηνία έναρξής της και αναφέρει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 25η, τα ένδικα μέσα που προσφέρονται στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής της τρίτης χώρας όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση, καθώς και εκείνοι που εξουσιοδοτούνται ή ορίζονται από αυτήν, δύνανται να επικουρούν ενεργά τους υπαλλήλους και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ. Υπάλληλοι της σχετικής αρμόδιας αρχής τρίτης χώρας καλούνται να παρίστανται στις επιτόπιες επιθεωρήσεις.

6. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί, επίσης, να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών να εκτελέσουν εκ μέρους της ειδικά ερευνητικά καθήκοντα και να πραγματοποιήσουν επιτόπιες επιθεωρήσεις, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 25δ παράγραφος 1.

7. Στην περίπτωση που οι υπάλληλοι και άλλα συνοδεύοντα πρόσωπα, εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ, θεωρούν ότι κάποιο πρόσωπο αντιτίθεται σε επιθεώρηση που έχει διαταχθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η οικεία αρμόδια αρχή τρίτης χώρας δύναται να τους παράσχει την αναγκαία συνδρομή, αιτούμενη, κατά περίπτωση, τη συνδρομή της αστυνομίας ή ισότιμης αρχής επιβολής του νόμου, ώστε να τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν την επιτόπια επιθεώρησή τους.

Άρθρο 25στΚανόνες σχετικά με τη διαδικασία λήψης εποπτικών μέτρων και επιβολής

προστίμων

1. Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν διάπραξη μίας ή περισσότερων από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, διορίζει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα εντός της ΕΑΚΑΑ προκειμένου να ερευνήσει το θέμα. Ο διορισμένος πραγματογνώμονας δεν πρέπει να συμμετέχει ούτε να έχει συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην αναγνώριση ή στη διαδικασία εποπτείας του σχετικού κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ασκεί δε τα καθήκοντά του ανεξάρτητα από την ΕΑΚΑΑ.

2. Ο πραγματογνώμονας ερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις, λαμβάνοντας υπ’ όψιν οποιεσδήποτε παρατηρήσεις διατυπώσουν τα υπό έρευνα πρόσωπα, και υποβάλλει πλήρη φάκελο με τα πορίσματά του στην ΕΑΚΑΑ.

Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας δύναται να ασκεί το δικαίωμα υποβολής αιτήματος για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 25γ και να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 25δ και 25ε. Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, ο πραγματογνώμονας τηρεί τις διατάξεις του άρθρου 25ββ.

Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που συλλέγει η ΕΑΚΑΑ κατά τις δραστηριότητές της.

3. Κατά την ολοκλήρωση της έρευνας και πριν από την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στην ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας δίνει στα υπό έρευνα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που ερευνώνται. Ο πραγματογνώμονας βασίζει τα πορίσματά του μόνο σε γεγονότα για τα οποία οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα της υπεράσπισης των προσώπων που αφορά η έρευνα.

4. Όταν υποβάλλει τον φάκελο των πορισμάτων του στην ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας ενημερώνει σχετικώς τα υπό έρευνα πρόσωπα. Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα να αποκτούν γνώση του φακέλου, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν επεκτείνεται στις εμπιστευτικές πληροφορίες ή στα προπαρασκευαστικά έγγραφα εσωτερικής χρήσης της ΕΑΚΑΑ.

5. Βάσει του φακέλου που περιέχει τα πορίσματα του πραγματογνώμονα και, εφόσον ζητηθεί από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης των υπό έρευνα προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 25θ, η ΕΑΚΑΑ αποφαίνεται αν τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν διαπράξει μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ και, σε περίπτωση που αποφανθεί ότι έχει διαπραχθεί παράβαση, λαμβάνει εποπτικό μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 25ιδ και επιβάλλει πρόστιμο σύμφωνα με το άρθρο 25ζ.

6. Ο πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει στις συσκέψεις της ΕΑΚΑΑ ούτε παρεμβαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΑΚΑΑ.

7. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 82, για να διευκρινίσει περαιτέρω τους κανόνες για τη διαδικασία άσκησης του δικαιώματος επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα της υπεράσπισης, προσωρινών διατάξεων και διατάξεων για την είσπραξη προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, καθώς και των προθεσμιών για την επιβολή και την εκτέλεση των ποινών.

8. Εάν η ΕΑΚΑΑ, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών που γνωρίζει ότι δύνανται να συνιστούν ποινικό αδίκημα βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, παραπέμπει την υπόθεση στις ενδεδειγμένες αρχές για έρευνα και πιθανή ποινική δίωξη, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη. Επιπροσθέτως, η ΕΑΚΑΑ δεν επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές, εάν γνωρίζει ότι προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων περιστατικών ή βάσει περιστατικών που είναι κατ’ ουσία τα ίδια έχει ήδη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 25ζΠρόστιμα

1. Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 25στ παράγραφος 5, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, μία από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως παράβαση από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει αντικειμενικούς παράγοντες που αποδεικνύουν ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή η ανώτερη διοίκησή του ενήργησαν εσκεμμένως προς διάπραξη της παράβασης.

2. Τα βασικά ποσά των προστίμων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι μέχρι το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκομίστηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν εξαιτίας της παραβίασης, εφόσον μπορούν να καθοριστούν, ή έως το 10% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών, όπως ορίζεται στο σχετικό δίκαιο της Ένωσης, ενός νομικού προσώπου κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση.

3. Τα βασικά ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 2 προσαρμόζονται, εφόσον απαιτείται, λαμβανομένων υπόψη των επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών παραγόντων σύμφωνα με τους σχετικούς συντελεστές του παραρτήματος ΙV.

Οι σχετικοί επιβαρυντικοί συντελεστές εφαρμόζονται έκαστος με τη σειρά του στο βασικό ποσό. Εάν εφαρμόζονται περισσότεροι του ενός επιβαρυντικοί συντελεστές, η διαφορά ανάμεσα στο βασικό ποσό και το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή εκάστου επιμέρους επιβαρυντικού συντελεστή προστίθεται στο βασικό ποσό.

Οι σχετικοί ελαφρυντικοί συντελεστές εφαρμόζονται έκαστος με τη σειρά του στο βασικό ποσό. Εάν εφαρμόζονται περισσότεροι του ενός ελαφρυντικοί συντελεστές, η διαφορά ανάμεσα στο βασικό ποσό και το ποσό που απορρέει από την εφαρμογή εκάστου επιμέρους ελαφρυντικού συντελεστή αφαιρείται από το βασικό ποσό.

4. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 2 και 3, το ύψος του προστίμου δεν υπερβαίνει το 20 % του ετήσιου κύκλου εργασιών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, όταν όμως ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει επωφεληθεί οικονομικά άμεσα ή έμμεσα από την παράβαση, το ύψος του προστίμου πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό το όφελος.

Εφόσον η πράξη ή παράλειψη ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου συνιστά περισσότερες από μία εκ των παραβάσεων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ, επιβάλλεται μόνο το ανώτερο πρόστιμο, το οποίο υπολογίζεται βάσει των παραγράφων 2 και 3 και αφορά μία εκ των εν λόγω παραβάσεων.

Άρθρο 25ηΠεριοδικές χρηματικές ποινές

1. Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει, με απόφαση, περιοδικές χρηματικές ποινές, προκειμένου να υποχρεώσει:

α) έναν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατηγορίας 2 να τερματίσει κάποια παράβαση, κατ’ εφαρμογή αποφάσεως που έχει ληφθεί δυνάμει του άρθρου 25ιδ παράγραφος 1 στοιχείο α)·

β) πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 25γ παράγραφος 1 να παράσχει πλήρεις πληροφορίες, οι οποίες έχουν ζητηθεί με απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 25γ·

γ) έναν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατηγορίας 2:

i) να υποβληθεί σε έρευνα και ειδικότερα να παράσχει πλήρη αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή οποιοδήποτε άλλο απαιτούμενο υλικό, και να συμπληρώσει και να διορθώσει άλλες πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια έρευνας που έχει κινηθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 25δ· ή

ii) να υποβληθεί σε επιτόπια επιθεώρηση που έχει διαταχθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 25ε.

2. Η περιοδική χρηματική ποινή πρέπει να είναι αποτελεσματική και αναλογική. Το ποσό της περιοδικής χρηματικής ποινής επιβάλλεται για κάθε μέρα καθυστέρησης.

3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, το ποσό των περιοδικών χρηματικών ποινών ανέρχεται στο 3% του μέσου όρου του ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση ή, στην περίπτωση φυσικών προσώπων, στο 2% του μέσου όρου του ημερήσιου εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Υπολογίζεται από την ημέρα που ορίζεται στην απόφαση επιβολής της περιοδικής χρηματικής ποινής.

4. Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για μέγιστη περίοδο έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Μετά το πέρας της περιόδου αυτής, η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει το μέτρο.

Άρθρο 25θΑκρόαση των ενδιαφερόμενων προσώπων

1. Πριν από τη λήψη οιασδήποτε απόφασης επιβολής προστίμου ή περιοδικής χρηματικής ποινής δυνάμει των άρθρων 25ζ και 25η, η ΕΑΚΑΑ παρέχει τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα πορίσματά της στα πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες. Η ΕΑΚΑΑ θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στα πορίσματα για τα οποία δόθηκε η δυνατότητα στα πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

1a. Η πρώτη παράγραφος δεν ισχύει εάν απαιτούνται επείγουσες ενέργειες προκειμένου να προληφθεί σημαντική και επικείμενη ζημία στο χρηματοοικονομικό σύστημα. Σε αυτήν την περίπτωση, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει προσωρινή απόφαση και να παρέχει στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης το συντομότερο δυνατό μετά τη λήψη της απόφασής της.

2. Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα της υπεράσπισης των προσώπων που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες. Αυτά έχουν το δικαίωμα να αποκτούν πρόσβαση στον φάκελο της ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν επεκτείνεται στις εμπιστευτικές πληροφορίες ή στα προπαρασκευαστικά έγγραφα εσωτερικής χρήσης της ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 25ιΚοινοποίηση, φύση, επιβολή και κατανομή των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

1. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 25ζ και 25η, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοοικονομικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη. Η κοινοποίηση αυτή δεν περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

2. Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 25ζ και 25η είναι διοικητικής φύσης.

3. Στις περιπτώσεις που η ΕΑΚΑΑ αποφασίζει να μην επιβάλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τις σχετικές αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών και εκθέτει τους λόγους για την απόφασή της.

4. Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 25ζ και 25η είναι εκτελεστά.

Την αναγκαστική εκτέλεση διέπουν οι κανόνες της πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στο κράτος μέλος ή στην τρίτη χώρα όπου λαμβάνει χώρα η εκτέλεση.

5. Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 25ιαΕπανεξέταση από το Δικαστήριο

Το Δικαστήριο διαθέτει ▐ δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή. Δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να επαυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί.

Άρθρο 25ιβΤροποποιήσεις του παραρτήματος IV

Προκειμένου να λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 82, όσον αφορά μέτρα για την τροποποίηση του παραρτήματος ΙV.

Άρθρο 25ιγΑνάκληση αναγνώρισης

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 25ιδ και με την επιφύλαξη των ακόλουθων παραγράφων, η ΕΑΚΑΑ ανακαλεί απόφαση αναγνώρισης που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 25, όταν▐:

α) ο οικείος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν κάνει χρήση της αναγνώρισης εντός 6 μηνών, παραιτείται ρητώς από αυτήν ή δεν έχει παράσχει υπηρεσίες ή έχει παύσει να ασκεί δραστηριότητες για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών·

β) ο οικείος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος απέκτησε την αναγνώριση με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο·

γ) ο οικείος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν πληροί πλέον τους όρους αναγνώρισης σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2β·

γ α) η ΕΑΚΑΑ δεν είναι σε θέση να ασκήσει αποτελεσματικά τις αρμοδιότητές της δυνάμει του παρόντος κανονισμού επί του οικείου κεντρικού αντισυμβαλλομένου, λόγω της αδυναμίας της αρχής της τρίτης χώρας που είναι αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να παράσχει στην ΕΑΚΑΑ όλες τις σχετικές πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 7 ή το άρθρο 25 παράγραφος 7α.

δ) η εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 6 ανακαλείται ή αναστέλλεται ή δεν πληρούται πλέον οποιοσδήποτε από τους όρους που συνδέονται με αυτήν.

Η ΕΑΚΑΑ δύναται να περιορίσει την ανάκληση της αναγνώρισης σε συγκεκριμένη υπηρεσία, δραστηριότητα ή κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων.

Κατά τον καθορισμό της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της απόφασης ανάκλησης της αναγνώρισης, η ΕΑΚΑΑ προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει τη διατάραξη της αγοράς.

2. Όταν η ΕΑΚΑΑ κρίνει ότι το κριτήριο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) πληρούται σε σχέση με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή συγκεκριμένη υπηρεσία, δραστηριότητα ή κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων αυτού, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει τον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και τις αρχές των οικείων τρίτων χωρών, πριν από την ανάκληση απόφασης αναγνώρισης, και ζητεί να ληφθούν κατάλληλα μέτρα εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος έως και 3 μηνών για να αποκατασταθεί η κατάσταση.

Όταν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι δεν έχει αναληφθεί διορθωτική ενέργεια εντός του καθορισμένου χρονικού πλαισίου ή ότι η ενέργεια που έχει αναληφθεί δεν είναι κατάλληλη , ανακαλεί την απόφαση αναγνώρισης.

3. Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει, χωρίς αναίτια καθυστέρηση, την αρμόδια αρχή της οικείας τρίτης χώρας για την απόφαση ανάκλησης της αναγνώρισης αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

4. Οποιαδήποτε από τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 3 στοιχεία α) έως ε) και οποιαδήποτε κεντρική τράπεζα έκδοσης των πλέον συνήθων νομισμάτων της Ένωσης που έχουν εκκαθαριστεί ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της τρίτης χώρας, η οποία θεωρεί ότι πληρούται μία από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ να εξετάσει αν πληρούνται οι όροι για την ανάκληση της αναγνώρισης ενός αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή συγκεκριμένης υπηρεσίας, δραστηριότητας ή κατηγορίας χρηματοπιστωτικών μέσων αυτού. Σε περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ αποφασίσει να μην ανακαλέσει την καταχώριση του αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου, οφείλει να παράσχει πλήρη αιτιολόγηση στην αιτούσα αρχή.

Άρθρο 25ιδΕποπτικά μέτρα

1. Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 25στ παράγραφος 5, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 έχει διαπράξει μία από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, εκδίδει μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες αποφάσεις:

α) απαιτεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να τερματίσει την παράβαση·

β) επιβάλλει πρόστιμα, δυνάμει του άρθρου 25ζ·

γ) εκδίδει ανακοινώσεις·

δ) ανακαλεί την αναγνώριση κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή συγκεκριμένης υπηρεσίας, δραστηριότητας ή κατηγορίας χρηματοπιστωτικών μέσων που προσφέρονται από τον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, δυνάμει του άρθρου 25ιγ.

2. Όταν λαμβάνει τις κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:

α) τη διάρκεια και τη συχνότητα της παράβασης·

β) το κατά πόσον η παράβαση έχει αποκαλύψει σοβαρές ή συστημικές αδυναμίες στις διαδικασίες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή στα συστήματα διαχείρισής του ή στους εσωτερικούς ελέγχους του·

γ) αν ένα οικονομικό έγκλημα προκλήθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλο τρόπο να συσχετιστεί με την παράβαση·

δ) το κατά πόσον η παράβαση διεπράχθη εκ προθέσεως ή εξ αμελείας.

3. Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί, χωρίς αναίτια καθυστέρηση, κάθε απόφαση που ελήφθη βάσει της παραγράφου 1 στον ενδιαφερόμενο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και την ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές των οικείων τρίτων χωρών και στην Επιτροπή. Δημοσιοποιεί κάθε τέτοια απόφαση στον δικτυακό της τόπο, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης.

Κατά τη δημοσιοποίηση της απόφασής της, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί επίσης δημοσίως το δικαίωμα του κεντρικού αντισυμβαλλομένου να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης αυτής, το γεγονός, κατά περίπτωση, ότι η προσφυγή αυτή έχει ασκηθεί, προσδιορίζοντας ότι η εν λόγω προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, καθώς και ότι το όργανο εξέτασης προσφυγών της ΕΑΚΑΑ είναι δυνατόν να αναστείλει την εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»

11.  Το άρθρο 49 τροποποιείται ως εξής:

α)  Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος επανεξετάζει τακτικά τα μοντέλα και τις παραμέτρους που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των απαιτήσεών του για περιθώρια ασφαλείας, των εισφορών στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, των απαιτήσεων παροχής ασφάλειας και άλλων μηχανισμών ελέγχου κινδύνων. Υποβάλλει τα μοντέλα σε αυστηρούς και συχνούς ελέγχους αντοχής σε ακραίες συνθήκες, προκειμένου να αξιολογήσει την ανθεκτικότητά τους σε ακραίες, αλλά εύλογες συνθήκες αγοράς και εκτελεί απολογιστικούς ελέγχους, προκειμένου να αξιολογήσει την αξιοπιστία της μεθοδολογίας που εφαρμόστηκε. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος λαμβάνει ανεξάρτητη επικύρωση και ενημερώνει την αρμόδια για αυτόν αρχή και την ΕΑΚΑΑ για τα αποτελέσματα των δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν και λαμβάνει την επικύρωσή τους από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 1α και το άρθρο 21α, πριν προβεί σε οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή των μοντέλων και των παραμέτρων.

Για τα μοντέλα και τις παραμέτρους που εφαρμόζονται καθώς και για οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή τους, εκδίδεται γνώμη από το σώμα, σύμφωνα με τις ακόλουθες παραγράφους.

Η ΕΑΚΑΑ εξασφαλίζει ότι οι πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων αντοχής σε ακραίες συνθήκες διαβιβάζονται στις ΕΕΑ, στο ΕΣΚΤ και στο Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης, προκειμένου να τους επιτραπεί να εκτιμήσουν την έκθεση των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων στην αθέτηση υποχρεώσεων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων.»

β)  Προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 1α, 1β, 1γ, 1δ, 1ε και 1στ:

«1α. Όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προτίθεται να υιοθετήσει οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στα μοντέλα και τις παραμέτρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αιτείται στην αρμόδια αρχή την επικύρωση της εν λόγω αλλαγής. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εσωκλείει ανεξάρτητη επικύρωση της προβλεπόμενης αλλαγής στην αίτησή του.

1β. Εντός 30 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης, η αρμόδια αρχή, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, διενεργεί αξιολόγηση κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και υποβάλλει έκθεση στο σώμα που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 18.

1γ. Εντός 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1β, το σώμα γνωμοδοτεί με πλειοψηφία σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3.

1δ. Εντός 60 εργάσιμων ημερών από τη λήψη της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1α, η αρμόδια αρχή ενημερώνει εγγράφως τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, με πλήρη αιτιολόγηση, αν έχει χορηγηθεί η επικύρωση ή όχι.

1ε. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν υιοθετεί καμία σημαντική αλλαγή στα μοντέλα και τις παραμέτρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, πριν λάβει την επικύρωση που αναφέρεται στην παράγραφο . Η αρμόδια αρχή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, αφού λάβει τη συναίνεση της ΕΑΚΑΑ, μπορεί να επιτρέψει την προσωρινή έγκριση σημαντικής αλλαγής των εν λόγω μοντέλων ή παραμέτρων, πριν από την επικύρωσή της, εφόσον είναι δεόντως αιτιολογημένη.

β α)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 4α:

«4α. Προκειμένου να διασφαλιστούν οι ομοιόμορφοι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ θα αναπτύξει, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που θα θεσπίζουν ένα κατάλογο δεικτών προς εξέταση από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, την ΕΑΚΑΑ και τις εθνικές αρμόδιες αρχές όταν αξιολογούν κατά πόσο μια αλλαγή στα μοντέλα και τις παραμέτρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι σημαντική και απαιτεί επικύρωση από την ΕΑΚΑΑ και την αρμόδια αρχή.

Η ΕΑΚΑΑ πρέπει να υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις … [12 μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού]. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»

11α.  Στο άρθρο 84, παρεμβάλλεται η παράγραφος 3α:

«3α. Οι αρμόδιες αρχές και η ΕΑΚΑΑ κοινοποιούν πληροφορίες στις κεντρικές τράπεζες έκδοσης, σε περίπτωση που οι εν λόγω πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των καθηκόντων τους και με την επιφύλαξη των απαιτήσεων επαγγελματικού απορρήτου που ορίζονται στο άρθρο 83.»

12.  Στο άρθρο 89, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«3α. Η ΕΑΚΑΑ δεν ασκεί τις εξουσίες της δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφοι 2α, 2β και 2γ έως την [να προστεθεί η ημερομηνία έναρξης ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου].

3β. Η ΕΑΚΑΑ εξετάζει τις αποφάσεις αναγνώρισης που έχουν εγκριθεί δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφος 1 πριν από [την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού] προκειμένου να καθορίσει κατά πόσο ο κάθε κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που αναγνωρίζεται δυνάμει των εν λόγω αποφάσεων είναι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 1 ή κατηγορίας 2. Η ΕΑΚΑΑ προβαίνει στην τοποθέτηση των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε κάποια κατηγορία εντός 18 μηνών από την έναρξη ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2α δεύτερο εδάφιο.

12α.  Στο άρθρο 89, προστίθεται η παράγραφος 9α:

«Έως τις ... [τρία έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού], η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την εφαρμογή των τίτλων III, IV και V του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την αδειοδότηση, την αναγνώριση και την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Θα πρέπει να αξιολογήσει τη μεταβίβαση περισσότερων καθηκόντων στην ΕΑΚΑΑ, ιδίως τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του ρόλου που ανατίθεται στην ΕΑΚΑΑ και στα σώματα εποπτών στους τίτλους III, IV και V. Η Επιτροπή υποβάλλει σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Κατά περίπτωση, η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση.»

12β.  Το άρθρο 90 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Άρθρο 90Προσωπικό και πόροι της ΕΑΚΑΑ

Έως τις ... [δύο έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού], η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε αποτίμηση των αναγκών σε προσωπικό και πόρους τις οποίες συνεπάγεται η ανάληψη των εξουσιών και καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.»

13.  Τα κείμενα του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού προστίθενται ως παραρτήματα III και IV.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος  Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Τα ακόλουθα προστίθενται ως παραρτήματα III και IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Κατάλογος των παραβάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 25ζ παράγραφος 1

I.  Παραβάσεις που αφορούν κεφαλαιακές απαιτήσεις:

α) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 16 παράγραφος 1 εάν δεν κατέχει πάγιο και διαθέσιμο αρχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον 7,5 εκατομμυρίων ευρώ·

β) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 16 παράγραφος 2 εάν δεν διαθέτει κεφάλαιο, περιλαμβανομένων των αδιανέμητων κερδών και των αποθεματικών, το οποίο είναι ανάλογο του κινδύνου που απορρέει από τις δραστηριότητές του και επαρκεί ανά πάσα στιγμή για τη διασφάλιση εύτακτου τερματισμού της λειτουργίας ή αναδιάρθρωσης των δραστηριοτήτων, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, όπως και για την επαρκή προστασία του κεντρικού αντισυμβαλλομένου έναντι πιστωτικών κινδύνων, κινδύνων αντισυμβαλλομένου, κινδύνων αγοράς, λειτουργικών κινδύνων, νομικών κινδύνων και επιχειρηματικών κινδύνων που δεν καλύπτονται ήδη από συγκεκριμένους χρηματοοικονομικούς πόρους, όπως αναφέρεται στα άρθρα 41, 42, 43 και 44.

II.  Παραβάσεις που αφορούν οργανωτικές απαιτήσεις ή συγκρούσεις συμφερόντων:

α)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 1 εάν δεν διαθέτει άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών·

β)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 2 εάν δεν εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες οι οποίες είναι επαρκώς αποτελεσματικές ώστε να εξασφαλίζεται συμμόρφωση, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης των διοικητικών στελεχών και των υπαλλήλων του με όλες τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

γ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 3 εάν δεν διατηρεί ή εφαρμόζει οργανωτική δομή η οποία διασφαλίζει τη συνέχεια και την εύρυθμη λειτουργία κατά την παροχή των υπηρεσιών και την άσκηση των δραστηριοτήτων του ή εάν δεν χρησιμοποιεί κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, πόρους ή διαδικασίες·

δ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 4 εάν δεν διατηρεί σαφή διαχωρισμό μεταξύ των γραμμών αναφοράς σε σχέση με τη διαχείριση κινδύνου, αφενός, και όσον αφορά άλλες εργασίες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, αφετέρου·

ε)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 5 εάν δεν υιοθετεί, εφαρμόζει και διατηρεί πολιτική αποδοχών η οποία προωθεί την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και η οποία δεν δημιουργεί κίνητρα χαλάρωσης των προτύπων κινδύνου·

στ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 6 εάν δεν διατηρεί συστήματα τεχνολογίας των πληροφοριών κατάλληλα για τη διαχείριση της πολυπλοκότητας, της ποικιλίας και των ειδών των παρεχόμενων υπηρεσιών και των ασκούμενων δραστηριοτήτων, ώστε να κατοχυρώνονται υψηλά επίπεδα ασφαλείας, καθώς και η ακεραιότητα και η εμπιστευτικότητα των διατηρούμενων πληροφοριών·

ζ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 7 εάν δεν θέτει δωρεάν στη διάθεση του κοινού τις ρυθμίσεις διακυβέρνησής του, τους κανόνες που διέπουν τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και τα κριτήρια αποδοχής εκκαθαριστικών μελών·

η)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 8 εάν δεν υπόκειται σε συχνούς και ανεξάρτητους ελέγχους ή εάν δεν γνωστοποιεί τα αποτελέσματα των εν λόγω ελέγχων στο συμβούλιο ή δεν θέτει τα αποτελέσματα αυτά στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ·

θ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 27 παράγραφος 1 ή το άρθρο 27 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο εάν δεν μεριμνά ώστε τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του και τα μέλη του συμβουλίου να διαθέτουν επαρκή καλή φήμη και πείρα ώστε να διασφαλίζεται η χρηστή και συνετή διαχείριση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

ι)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 27 παράγραφος 2 εάν δεν διασφαλίζει ότι τουλάχιστον το ένα τρίτο, και όχι λιγότερα από δύο, από τα μέλη του συμβουλίου κεντρικού αντισυμβαλλομένου είναι ανεξάρτητα, ή εάν δεν προσκαλούνται οι εκπρόσωποι των πελατών των εκκαθαριστικών μελών στις συνεδριάσεις του συμβουλίου για ζητήματα που σχετίζονται με τα άρθρα 38 και 39, ή εάν η αμοιβή των ανεξάρτητων και των λοιπών μη εκτελεστικών μελών του συμβουλίου συνδέεται με τις επιχειρηματικές επιδόσεις του κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

ια)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 27 παράγραφος 3 εάν δεν καθορίζει σαφώς τους ρόλους και τις αρμοδιότητες του συμβουλίου ή εάν δεν θέτει στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ ή των ελεγκτών τα πρακτικά των συνεδριάσεων του συμβουλίου·

ιβ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 28 παράγραφος 1 εάν δεν συγκροτεί επιτροπή κινδύνου, ή εάν η εν λόγω επιτροπή κινδύνου δεν απαρτίζεται από εκπροσώπους των εκκαθαριστικών μελών του, από ανεξάρτητα μέλη του συμβουλίου και από εκπροσώπους των πελατών του, ή εάν η επιτροπή κινδύνου συγκροτείται κατά τρόπο ώστε μια από αυτές τις ομάδες εκπροσώπων να διαθέτει πλειοψηφία στην επιτροπή κινδύνου, ή εάν δεν ενημερώνει δεόντως την ΕΑΚΑΑ για τις δραστηριότητες και αποφάσεις της επιτροπής κινδύνου, σε περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ έχει ζητήσει να της παρέχεται η δέουσα ενημέρωση·

ιγ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 28 παράγραφος 2 εάν δεν καθορίζει σαφώς την εντολή, τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης για την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της, τις λειτουργικές διαδικασίες, τα κριτήρια αποδοχής των μελών ή τον μηχανισμό εκλογής των μελών της επιτροπής κινδύνου, ή εάν δεν δημοσιοποιεί τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, ή εάν δεν προβλέπει ότι στην επιτροπή κινδύνου προεδρεύει ανεξάρτητο μέλος του συμβουλίου και ότι η επιτροπή κινδύνου αναφέρεται απ’ ευθείας στο συμβούλιο και πραγματοποιεί τακτικές συνεδριάσεις·

ιδ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 28 παράγραφος 3 εάν δεν παρέχει τη δυνατότητα στην επιτροπή κινδύνου να συμβουλεύει το συμβούλιο όσον αφορά κάθε ρύθμιση η οποία ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στη διαχείριση κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ή εάν δεν καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για διαβούλευση με την επιτροπή κινδύνου όσον αφορά εξελίξεις που επιδρούν στη διαχείριση κινδύνου σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης·

ιε)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 28 παράγραφος 5 εάν δεν ενημερώνει πάραυτα την ΕΑΚΑΑ σχετικά με κάθε απόφαση όπου το συμβούλιο αποφασίζει να μην ακολουθήσει τις συμβουλές της επιτροπής κινδύνου·

ιστ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 29 παράγραφος 1 εάν δεν διατηρεί όλα τα αρχεία που αφορούν τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και τις ασκηθείσες δραστηριότητες από τον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών, τα οποία απαιτούνται ώστε να είναι σε θέση η ΕΑΚΑΑ να παρακολουθεί τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου προς τον παρόντα κανονισμό·

ιζ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 29 παράγραφος 2 εάν δεν διατηρεί, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών από τη λήξη μιας σύμβασης, όλες τις πληροφορίες για όλες τις συμβάσεις που έχει διεκπεραιώσει, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό των αρχικών όρων μιας συναλλαγής, πριν αυτή εκκαθαριστεί από τον σχετικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο·

ιη)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 29 παράγραφος 3 εάν δεν θέτει στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ και των σχετικών μελών του ΕΣΚΤ, κατόπιν αιτήματος, τα αρχεία και τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφοι 1 και 2, ή όλες τις πληροφορίες σχετικά με τις θέσεις των συμβάσεων που εκκαθαρίστηκαν, ανεξαρτήτως του τόπου όπου εκτελέστηκαν οι συναλλαγές·

ιθ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 30 παράγραφος 1 εάν δεν γνωστοποιηθεί στην ΕΑΚΑΑ – ή η γνωστοποίηση είναι ψευδής ή ελλιπής – η ταυτότητα των μετόχων ή των μελών του, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για άμεσους ή έμμεσους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, ή το ύψος των εν λόγω ειδικών συμμετοχών·

κ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 30 παράγραφος 4 εάν επιτρέπει στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 1 να ασκούν επιρροή η οποία είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της χρηστής και συνετής διαχείρισης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

κα)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 31 παράγραφος 1 εάν δεν κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ – ή η κοινοποίηση είναι ψευδής ή ελλιπής – κάθε μεταβολή στη διοίκησή του ή δεν παρέχει στην ΕΑΚΑΑ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμήσει τη συμμόρφωση με το άρθρο 27 παράγραφος 1 ή με το άρθρο 27 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο·

κβ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 33 παράγραφος 1 εάν δεν διατηρεί ή εφαρμόζει αποτελεσματικές γραπτές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις, προκειμένου να εντοπίζει ή να διαχειρίζεται πιθανή σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του ιδίου, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών στελεχών και των υπαλλήλων του ή κάθε προσώπου που συνδέεται μαζί τους με σχέση άμεσου ή έμμεσου ελέγχου ή με άμεσους ή έμμεσους στενούς δεσμούς, και των εκκαθαριστικών μελών του ή των πελατών τους που είναι γνωστοί στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ή εάν δεν διατηρεί ή εφαρμόζει κατάλληλες διαδικασίες με σκοπό την επίλυση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων·

κγ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 33 παράγραφος 2 εάν δεν γνωστοποιεί σαφώς, στο εκκαθαριστικό μέλος ή σε ενδιαφερόμενο πελάτη του εν λόγω εκκαθαριστικού μέλους ο οποίος είναι γνωστός στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, τη γενική φύση ή τις πηγές συγκρούσεων συμφερόντων, προτού δεχτεί νέες συναλλαγές από το εν λόγω εκκαθαριστικό μέλος, εάν οι οργανωτικές ή διοικητικές ρυθμίσεις του κεντρικού αντισυμβαλλομένου για τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί, με εύλογη βεβαιότητα, η πρόληψη των κίνδυνων να επηρεαστούν αρνητικά τα συμφέροντα εκκαθαριστικού μέλους ή πελάτη·

κδ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 33 παράγραφος 3 εάν οι γραπτές ρυθμίσεις του δεν λαμβάνουν υπόψη οποιεσδήποτε περιστάσεις, τις οποίες γνωρίζει ή θα έπρεπε να γνωρίζει, και οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων ως αποτέλεσμα της δομής και των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων άλλων επιχειρήσεων με τις οποίες έχει σχέση μητρικής ή θυγατρικής επιχείρησης·

κε)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 33 παράγραφος 5 εάν δεν λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάχρηση των πληροφοριών που διατηρούνται στα συστήματά του, ή δεν αποφεύγει τη χρήση των εν λόγω πληροφοριών για άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, ή τη χρήση για εμπορικούς σκοπούς, από φυσικό πρόσωπο που έχει στενή σχέση με έναν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή νομικό πρόσωπο που έχει σχέση μητρικής ή θυγατρικής επιχείρησης με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εμπιστευτικών πληροφοριών που καταγράφηκαν στον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση από τον πελάτη στον οποίο ανήκουν οι εμπιστευτικές πληροφορίες αυτές·

κστ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 36 παράγραφος 1 εάν δεν ενεργεί με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των εκκαθαριστικών μελών του και των πελατών τους·

κζ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 36 παράγραφος 2 εάν δεν διαθέτει προσιτούς, διαφανείς και δίκαιους κανόνες για τον γρήγορο χειρισμό των παραπόνων·

κη)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 37 παράγραφος 1 ή 2 εάν χρησιμοποιεί, σε συνεχή βάση, μεροληπτικά, αδιαφανή ή υποκειμενικά κριτήρια αποδοχής, ή εάν δεν διασφαλίζει διαφορετικά ισότιμη και ανοικτή πρόσβαση στον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, σε συνεχή βάση, ή εάν δεν κατοχυρώνει, σε συνεχή βάση, ότι τα εκκαθαριστικά μέλη του διαθέτουν επαρκείς χρηματοοικονομικούς πόρους και επιχειρησιακή ικανότητα για να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή στον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ή εάν δεν προβαίνει σε συνολική επανεξέταση της συμμόρφωσης των εκκαθαριστικών μελών του, σε ετήσια βάση·

κθ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 37 παράγραφος 4 εάν δεν διαθέτει αντικειμενικές και διαφανείς διαδικασίες για την αναστολή και την ομαλή αποχώρηση των εκκαθαριστικών μελών τα οποία δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1·

λ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 37 παράγραφος 5 εάν αρνηθεί την πρόσβαση εκκαθαριστικού μέλους, το οποίο πληροί τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1, χωρίς δέουσα γραπτή αιτιολόγηση της άρνησης και βάσει συνολικής ανάλυσης κινδύνου·

λα)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 1 εάν δεν επιτρέπει στους πελάτες των εκκαθαριστικών μελών του χωριστή πρόσβαση στις διάφορες παρεχόμενες υπηρεσίες·

λβ)  κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 7 εάν δεν προσφέρει τα διάφορα επίπεδα διαχωρισμού, που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο, υπό εύλογους εμπορικούς όρους.

III.  Παραβάσεις που αφορούν λειτουργικές απαιτήσεις:

α) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 34 παράγραφος 1 εάν δεν διαμορφώνει, εφαρμόζει και διατηρεί κατάλληλη πολιτική αδιάλειπτης λειτουργίας και σχέδιο αποκατάστασης λειτουργίας μετά από καταστροφή, με σκοπό να διασφαλίσει τη διατήρηση των λειτουργιών του, την έγκαιρη αποκατάσταση των εργασιών και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, η οποία επιτρέπει τουλάχιστον την αποκατάσταση όλων των συναλλαγών κατά τη στιγμή της διακοπής, ώστε να είναι σε θέση ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος να εξακολουθήσει να λειτουργεί με ασφάλεια και να ολοκληρώσει τον διακανονισμό στην καθορισμένη ημερομηνία·

β) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 34 παράγραφος 2 εάν δεν θεσπίζει, εφαρμόζει και διατηρεί μια κατάλληλη διαδικασία με σκοπό να εξασφαλίζει τον έγκαιρο και εύρυθμο διακανονισμό ή τη μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων και των θέσεων των πελατών και των εκκαθαριστικών μελών, σε περίπτωση ανάκλησης της αναγνώρισης λόγω απόφασης δυνάμει του άρθρου 25·

γ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 35 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο εάν αναθέτει εξωτερικά μείζονες δραστηριότητες που συνδέονται με τη διαχείριση κινδύνων του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

δ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 1 εάν δεν τηρεί χωριστά αρχεία και λογαριασμούς που του επιτρέπουν, ανά πάσα στιγμή και χωρίς καθυστέρηση, να διακρίνει στους λογαριασμούς που τηρούνται σε αυτόν τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις που κρατούνται για λογαριασμό εκκαθαριστικού μέλους από τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις που κρατούνται για λογαριασμό οποιουδήποτε άλλου εκκαθαριστικού μέλους, καθώς και από τα δικά του περιουσιακά στοιχεία·

ε) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 2 εάν δεν προσφέρεται να τηρεί, ή δεν τηρεί όταν του έχει ζητηθεί, χωριστά αρχεία και λογαριασμούς που δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε εκκαθαριστικό μέλος να διακρίνει, σε λογαριασμούς στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις του εν λόγω εκκαθαριστικού μέλους από εκείνα που κρατούνται για λογαριασμό των εκκαθαριστικών μελών του·

στ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 3 εάν δεν προσφέρεται να τηρεί, ή δεν τηρεί όταν του έχει ζητηθεί, χωριστά αρχεία και λογαριασμούς που δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε εκκαθαριστικό μέλος να διακρίνει, σε λογαριασμούς με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις που κρατούνται για λογαριασμό ενός πελάτη από εκείνα που κρατούνται για λογαριασμό άλλων πελατών, ή εάν δεν προσφέρει στα εκκαθαριστικά μέλη τη δυνατότητα να ανοίγουν περισσότερους λογαριασμούς στο όνομά τους για τους πελάτες τους, κατόπιν αιτήματος·

ζ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 40 εάν δεν προβαίνει σε μέτρηση και εκτίμηση της έκθεσής του σε κίνδυνο ρευστότητας και της πιστωτικής έκθεσής του έναντι κάθε εκκαθαριστικού μέλους και, ενδεχομένως, άλλου κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τον οποίο έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, σε σχεδόν πραγματικό χρόνο, ή εάν δεν διαθέτει πρόσβαση σε σχετικές πηγές καθορισμού τιμών, ώστε να είναι σε θέση να μετρά αποτελεσματικά τα ανοίγματά του, σε βάση εύλογου κόστους·

η) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 41 παράγραφος 1 εάν, προκειμένου να περιορίσει την πιστωτική του έκθεση, δεν επιβάλλει, ζητεί ή συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας από τα εκκαθαριστικά μέλη του ή, ενδεχομένως, από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τους οποίους έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, ή εάν επιβάλλει, ζητεί ή συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας που δεν επαρκούν για την κάλυψη δυνητικών ανοιγμάτων τα οποία ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, υπολογίζει να παρουσιαστούν μέχρι τη ρευστοποίηση των σχετικών θέσεων, ή για την κάλυψη των ζημιών που προκύπτουν από τουλάχιστον 99 % των μεταβολών των ανοιγμάτων, σε κατάλληλο χρονικό ορίζοντα, ή δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καλύπτει πλήρως τα ανοίγματά του με όλα τα εκκαθαριστικά μέλη του και, ενδεχομένως, με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τους οποίους έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, τουλάχιστον επί καθημερινής βάσεως, ή, εφόσον απαιτείται, για να ληφθούν υπόψη ενδεχόμενες φιλοκυκλικές επιπτώσεις·

θ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 41 παράγραφος 2 εάν, κατά τον καθορισμό των απαιτήσεών του για περιθώρια ασφαλείας, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν εφαρμόζει μοντέλα και παραμέτρους που συλλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά κινδύνου των προϊόντων που εκκαθαρίζονται, λαμβάνοντας υπόψη το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της συλλογής των περιθωρίων ασφαλείας, την ρευστότητα της αγοράς και την πιθανότητα αλλαγών καθ’ όλη τη διάρκεια της συναλλαγής·

ι) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 41 παράγραφος 3 εάν δεν ζητεί και συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας, σε ενδοημερήσια βάση, τουλάχιστον όταν σημειώνεται υπέρβαση προκαθορισμένων κατωφλίων·

ια) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 42 παράγραφος 3 εάν δεν διατηρεί τουλάχιστον κεφάλαιο εκκαθάρισης το οποίο του επιτρέπει να αντιμετωπίσει, υπό ακραίες αλλά εύλογες συνθήκες αγοράς, την αθέτηση υποχρέωσης από το εκκαθαριστικό μέλος έναντι του οποίου έχει τα μεγαλύτερα ανοίγματα ή από το δεύτερο και το τρίτο μεγαλύτερο εκκαθαριστικό μέλος, εάν το άθροισμα των ανοιγμάτων τους είναι μεγαλύτερο, ή εάν καταρτίζει σενάρια που δεν περιλαμβάνουν τις περιόδους με τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις που έχουν σημειωθεί στις αγορές στις οποίες παρέχει τις υπηρεσίες του ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, και μια σειρά πιθανών μελλοντικών σεναρίων, τα οποία να λαμβάνουν υπόψη αιφνίδιες πωλήσεις χρηματοοικονομικών πόρων και γρήγορες μειώσεις της ρευστότητας της αγοράς·

ιβ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 43 παράγραφος 2 εάν το κεφάλαιο εκκαθάρισής του, που αναφέρεται στο άρθρο 42, και οι άλλοι χρηματοοικονομικοί του πόροι, που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 1, δεν του παρέχουν τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει την αθέτηση υποχρέωσης από τα δύο εκκαθαριστικά μέλη έναντι των οποίων έχει τα μεγαλύτερα ανοίγματα, υπό ακραίες αλλά εύλογες συνθήκες αγοράς·

ιγ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 44 παράγραφος 1 εάν δεν διαθέτει ανά πάσα στιγμή πρόσβαση σε επαρκή ρευστότητα, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και να ασκεί δραστηριότητες, ή εάν δεν υπολογίζει σε καθημερινή βάση τις δυνητικές του ανάγκες σε ρευστότητα·

ιδ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 45 παράγραφοι 1, 2 και 3 εάν δεν χρησιμοποιεί, για την κάλυψη των ζημιών, τα περιθώρια ασφαλείας που έχουν παρασχεθεί από το υπερήμερο εκκαθαριστικό μέλος, πριν από άλλους χρηματοοικονομικούς πόρους·

ιε) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 45 παράγραφος 4 εάν δεν χρησιμοποιεί ειδικούς ίδιους πόρους πριν χρησιμοποιήσει τις εισφορές των εκκαθαριστικών μελών, που δεν έχουν αθετήσει υποχρέωση, στο κεφάλαιο εκκαθάρισης·

ιστ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 46 παράγραφος 1 εάν δέχεται οτιδήποτε άλλο εκτός από άκρως ρευστοποιήσιμες ασφάλειες, με ελάχιστο πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο αγοράς, για την κάλυψη του αρχικού και συνεχιζόμενου ανοίγματός του έναντι των εκκαθαριστικών μελών του, όπου δεν επιτρέπονται άλλες ασφάλειες, σύμφωνα με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 3·

ιζ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 47 παράγραφος 1 εάν επενδύει τους χρηματοοικονομικούς πόρους του σε άλλα μέσα εκτός από μετρητά ή άκρως ρευστοποιήσιμα χρηματοπιστωτικά μέσα, με ελάχιστο κίνδυνο αγοράς και πιστωτικό κίνδυνο, και ταχέως ρευστοποιήσιμες επενδύσεις, με ελάχιστες δυσμενείς επιπτώσεις στις τιμές·

ιη) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 47 παράγραφος 3 εάν δεν καταθέτει τα χρηματοπιστωτικά μέσα που παρέχονται ως περιθώρια ασφαλείας ή ως εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης σε διαχειριστές συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων που διασφαλίζουν την πλήρη προστασία των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων, εφόσον είναι διαθέσιμα, ή εάν δεν χρησιμοποιεί άλλες ρυθμίσεις υψηλής ασφάλειας σε εγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

ιθ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 47 παράγραφος 4 εάν τα ταμειακά διαθέσιμά του τηρούνται με άλλον τρόπο πλην μέσω άκρως ασφαλών διευθετήσεων με εγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή μέσω της χρησιμοποίησης πάγιων καταθετικών διευκολύνσεων των κεντρικών τραπεζών ή μέσω άλλων συγκρίσιμων τρόπων που παρέχονται από τις κεντρικές τράπεζες·

κ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 47 παράγραφος 5 εάν καταθέτει περιουσιακά στοιχεία σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς να εξασφαλίζει ότι τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στα εκκαθαριστικά μέλη ταυτοποιούνται χωριστά από τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και από τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο εν λόγω τρίτο πρόσωπο, μέσω λογαριασμών με διακριτές ονομασίες στα βιβλία του τρίτου προσώπου ή μέσω άλλων ισοδύναμων μέτρων που επιτυγχάνουν το ίδιο επίπεδο προστασίας, ή εάν δεν διαθέτει άμεση πρόσβαση στα χρηματοπιστωτικά μέσα, όταν απαιτείται·

κα) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 47 παράγραφος 6 εάν επενδύει το κεφάλαιό του ή τα ποσά που προκύπτουν από τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 41, 42, 43 ή 44 σε δικές του κινητές αξίες ή σε κινητές αξίες της μητρικής επιχείρησης ή της θυγατρικής του·

κβ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 1 εάν δεν προβλέπει λεπτομερείς διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση που ένα εκκαθαριστικό μέλος δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις συμμετοχής που προβλέπονται στο άρθρο 37, εντός των προθεσμιών και σύμφωνα με τις διαδικασίες που έχουν καθοριστεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ή εάν δεν καθορίζει λεπτομερώς τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση που η αθέτηση υποχρέωσης εκκαθαριστικού μέλους δεν κηρύσσεται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ή εάν δεν επανεξετάζει τις εν λόγω διαδικασίες ετησίως·

κγ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 2 εάν δεν προβαίνει σε άμεσες ενέργειες για τον περιορισμό των ζημιών και των πιέσεων στη ρευστότητα που προκύπτουν από αθετήσεις υποχρεώσεων από εκκαθαριστικό μέλος, και δεν διασφαλίζει ότι το κλείσιμο των θέσεων οποιουδήποτε εκκαθαριστικού μέλους δεν προκαλεί αναστάτωση στις εργασίες του, ούτε εκθέτει τα μη υπερήμερα εκκαθαριστικά μέλη σε ζημίες τις οποίες δεν μπορούν να προβλέψουν ή να ελέγξουν·

κδ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 3 εάν δεν ενημερώσει πάραυτα την ΕΑΚΑΑ, πριν κηρυχθούν ή εκκινήσουν οι διαδικασίες που προβλέπονται σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης·

κε) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 4 εάν δεν εξασφαλίζει ότι οι διαδικασίες που προβλέπονται σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης είναι εκτελεστές, και δεν λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο, προκειμένου να διασφαλίσει ότι διαθέτει εξουσία εκ του νόμου για τη ρευστοποίηση των κατά κυριότητα κατεχόμενων θέσεων του εκκαθαριστικού μέλους που αθετεί υποχρέωση και για τη μεταφορά ή ρευστοποίηση των θέσεων των πελατών του εκκαθαριστικού μέλους που αθετεί υποχρέωση·

κστ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 49 παράγραφος 1 εάν δεν επανεξετάζει τακτικά τα μοντέλα και τις παραμέτρους που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των απαιτήσεών του για περιθώρια ασφαλείας, των εισφορών στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, των απαιτήσεων παροχής ασφάλειας ή άλλων μηχανισμών ελέγχου κινδύνων, και εάν δεν υποβάλλει τα μοντέλα σε αυστηρές και συχνές προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων, προκειμένου να αξιολογήσει την ανθεκτικότητά τους σε ακραίες, αλλά εύλογες συνθήκες αγοράς ή δεν εκτελεί απολογιστικούς ελέγχους, προκειμένου να αξιολογήσει την αξιοπιστία της μεθοδολογίας που εφαρμόστηκε, ή εάν δεν λαμβάνει ανεξάρτητη επικύρωση, ή εάν δεν ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ για τα αποτελέσματα των δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν ή δεν λαμβάνει την επικύρωση της ΕΑΚΑΑ, πριν προβεί σε οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή των μοντέλων και των παραμέτρων·

κζ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 49 παράγραφος 2 εάν δεν ελέγχει τακτικά τις βασικές πτυχές των διαδικασιών του σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων, ή εάν δεν λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο, προκειμένου να διασφαλίσει ότι όλα τα εκκαθαριστικά μέλη τις κατανοούν και έχουν προβλέψει κατάλληλες ρυθμίσεις για να αντιμετωπίσουν γεγονότα αθέτησης υποχρεώσεων·

κη) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 49 παράγραφος 1α εάν υιοθετήσει οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στα μοντέλα και τις παραμέτρους που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1, πριν λάβει την επικύρωση αυτής της αλλαγής από την ΕΑΚΑΑ·

κθ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 50 παράγραφος 1 εάν δεν χρησιμοποιεί, εφόσον είναι πραγματοποιήσιμο και διαθέσιμο, χρήμα κεντρικής τράπεζας για τον διακανονισμό των συναλλαγών του, ή εάν δεν λαμβάνει μέτρα για τον αυστηρό περιορισμό των κινδύνων ταμειακού διακανονισμού, εάν δεν χρησιμοποιείται χρήμα κεντρικής τράπεζας·

λ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 50 παράγραφος 3 εάν δεν εξαλείφει τους κινδύνους κεφαλαίου, με την προσφυγή, όσο το δυνατόν, σε μηχανισμούς «παράδοσης με την πληρωμή», σε περίπτωση που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει υποχρέωση να προβεί σε παραδόσεις ή παραλαβές χρηματοπιστωτικών μέσων·

λα) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 50α ή το άρθρο 50β εάν δεν υπολογίζει το KCCP ως ορίζεται στο εν λόγω άρθρο ή εάν δεν τηρεί τους κανόνες για τον υπολογισμό του KCCP, που προβλέπονται στο άρθρο 50α παράγραφος 2 και στα άρθρα 50β και 50δ·

λβ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 50α παράγραφος 3 εάν υπολογίζει το KCCP λιγότερο από μία φορά το τρίμηνο ή λιγότερο συχνά από όσο απαιτείται από την ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 50α παράγραφος 3·

λγ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 51 παράγραφος 2 εάν δεν διαθέτει πρόσβαση χωρίς διακρίσεις, τόσο στα δεδομένα που χρειάζεται για την άσκηση των καθηκόντων του από έναν τόπο διαπραγμάτευσης, στο μέτρο που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πληροί τις λειτουργικές και τεχνικές απαιτήσεις που καθορίζονται από τον τόπο διαπραγμάτευσης, όσο και στο αντίστοιχο σύστημα διακανονισμού·

λδ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 52 παράγραφος 1 εάν προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, χωρίς να πληροί κάποια από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο στοιχείο α), στοιχείο β), στοιχείο γ) και στοιχείο δ) της εν λόγω παραγράφου·

λε) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 53 παράγραφος 1 εάν δεν διακρίνει στους λογαριασμούς τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις που τηρούνται για λογαριασμό άλλου κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τον οποίο έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας·

λστ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 54 παράγραφος 1 εάν προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας χωρίς την προηγούμενη έγκριση της ΕΑΚΑΑ.

IV.  Παραβάσεις που αφορούν τη διαφάνεια και τη διαθεσιμότητα των πληροφοριών:

α) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 1 εάν δεν δημοσιοποιεί τις τιμές και τα τέλη για κάθε υπηρεσία χωριστά, συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων και των επιστροφών, καθώς και τους όρους παροχής του οφέλους των εν λόγω μειώσεων·

β) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 1 εάν δεν γνωστοποιεί τις πληροφορίες για τα έξοδα και τα έσοδα σχετικά με τις υπηρεσίες του στην ΕΑΚΑΑ·

γ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 2 εάν δεν κοινοποιεί στα εκκαθαριστικά μέλη του και στους πελάτες τους τούς συναφείς κινδύνους των παρεχόμενων υπηρεσιών·

δ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 3 εάν δεν κοινοποιεί στα εκκαθαριστικά μέλη του ή στην ΕΑΚΑΑ τις πληροφορίες για τις τιμές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των ανοιγμάτων του έναντι των εκκαθαριστικών μελών στο τέλος της ημέρας, ή εάν δεν δημοσιοποιεί τον όγκο των συναλλαγών που εκκαθαρίστηκαν για κάθε μέσο από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε συγκεντρωτική βάση·

στ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 4 εάν δεν δημοσιοποιεί τις λειτουργικές και τεχνικές απαιτήσεις που αφορούν τα πρωτόκολλα επικοινωνίας, τα οποία καλύπτουν τους μορφοτύπους περιεχομένου και μηνύματος που χρησιμοποιεί στην επικοινωνία του με τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των λειτουργικών και τεχνικών προδιαγραφών που αναφέρονται στο άρθρο 7·

ζ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 5 εάν δεν δημοσιοποιεί τυχόν παραβιάσεις, από πλευράς των εκκαθαριστικών μελών, των κριτηρίων που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 ή των απαιτήσεων που θεσπίζονται στο άρθρο 38 παράγραφος 5, εκτός αν η ΕΑΚΑΑ θεωρήσει ότι η δημοσιοποίησή τους θα συνιστούσε απειλή για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή την εμπιστοσύνη της αγοράς, ή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοπιστωτικές αγορές, ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη·

η) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 7 εάν δεν δημοσιοποιεί το επίπεδο προστασίας και το κόστος που συνδέονται με τα διάφορα επίπεδα διαχωρισμού που παρέχει·

θ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 49 παράγραφος 3 εάν δεν δημοσιοποιεί βασικές πλευρές σχετικά με το μοντέλο διαχείρισης κινδύνου που εφαρμόζει ή τις υποθέσεις που δέχεται κατά την εκτέλεση των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1·

ι) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 50 παράγραφος 2 εάν δεν δηλώνει σαφώς τις υποχρεώσεις του όσον αφορά τις παραδόσεις χρηματοπιστωτικών μέσων, αναφέροντας συγκεκριμένα αν έχει υποχρέωση να προβεί σε παράδοση ή παραλαβή χρηματοπιστωτικού μέσου ή αν αποζημιώνει συμμετέχοντες για ζημίες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία παράδοσης·

ια) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 50γ παράγραφος 1 εάν δεν κοινοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 50γ παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ), δ) και ε) στα εκκαθαριστικά μέλη του που είναι ιδρύματα ή στις αρμόδιες αρχές τους·

ιβ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 50γ παράγραφος 2 εάν γνωστοποιεί τα στοιχεία στα εκκαθαριστικά μέλη του που είναι ιδρύματα λιγότερο από μία φορά το τρίμηνο ή λιγότερο συχνά από όσο απαιτείται από την ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 50γ παράγραφος 2.

V.  Παραβάσεις που αφορούν εμπόδια στις εποπτικές δραστηριότητες:

α) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 25γ εάν δεν παράσχει πληροφορίες ως απάντηση σε απόφαση με την οποία ζητούνται πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο25γ παράγραφος 2, ή εάν παράσχει ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ως απάντηση σε απλή αίτηση πληροφοριών της ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 25γ παράγραφος 2 ή το άρθρο 25γ παράγραφος 3, ή ως απάντηση σε απόφαση της ΕΑΚΑΑ, με την οποία ζητούνται πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 25γ παράγραφος 3·

β) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει ανακριβείς ή παραπλανητικές απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 25δ παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή το άρθρο 25δ παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

γ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 δεν συμμορφώνεται εγκαίρως με εποπτικό μέτρο το οποίο απαιτείται βάσει απόφασης που έχει εκδοθεί από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 25ιδ·

δ) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 δεν υποβάλλεται σε επιτόπια επιθεώρηση η οποία απαιτείται βάσει απόφασης επιθεώρησης που έχει εκδοθεί από την ΕΑΚΑΑ ▌σύμφωνα με το άρθρο 25ε.

1.  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο παράρτημα IV:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Κατάλογος των συντελεστών που συνδέονται με επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς παράγοντες για την εφαρμογή του άρθρου 25ζ παράγραφος 3

Οι ακόλουθοι συντελεστές εφαρμόζονται, σωρευτικά, στα βασικά ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 25ζ παράγραφος 2:

I.  Συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με επιβαρυντικούς παράγοντες:

α) εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί κατ’ επανάληψη, για κάθε φορά που επαναλαμβάνεται, εφαρμόζεται πρόσθετος συντελεστής 1,1·

β) εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5·

γ) εάν η παράβαση αποκάλυψε συστημικές αδυναμίες στην οργάνωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ιδίως δε στις διαδικασίες, στα συστήματα διαχείρισης ή στους εσωτερικούς ελέγχους του, εφαρμόζεται συντελεστής 2,2·

δ) εάν η παράβαση έχει αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα των δραστηριοτήτων και των υπηρεσιών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5·

ε) εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως, εφαρμόζεται συντελεστής 2·

στ) στ) εάν δεν έχουν ληφθεί διορθωτικά μέτρα μετά τον εντοπισμό της παράβασης, εφαρμόζεται συντελεστής 1,7·

ζ) εάν τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του κεντρικού αντισυμβαλλομένου δεν έχουν συνεργαστεί με την ΕΑΚΑΑ στη διεξαγωγή των ερευνών της, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5.

II.  Συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με ελαφρυντικούς παράγοντες:

α) εάν η παράβαση διεπράχθη για διάστημα μικρότερο των 10 εργάσιμων ημερών, εφαρμόζεται συντελεστής 0,9·

β) εάν τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του κεντρικού αντισυμβαλλομένου μπορούν να αποδείξουν ότι έλαβαν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την αποφυγή της παράβασης, εφαρμόζεται συντελεστής 0,7·

γ) εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ενημέρωσε την ΕΑΚΑΑ για την παράβαση με ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και πληρότητα, εφαρμόζεται συντελεστής 0,4·

δ) εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έλαβε εθελοντικά μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί ότι παρόμοια παράβαση δεν θα μπορεί να διαπραχθεί στο μέλλον, εφαρμόζεται συντελεστής 0,6.»

(1)

  ΕΕ C 385 της 15.11.2017, σ. 3.

(2)

  ΕΕ C 434 της 15.12.2017, σ. 63.

(3)

* Τροπολογίες: το νέο ή το τροποποιημένο κείμενο σημειώνεται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες· οι διαγραφές σημειώνονται με το σύμβολο ▌.

(4)

  ΕΕ C 385 της 15.11.2017, σ. 3.

(5)

  ΕΕ C 434 της 15.12.2017, σ. 63.

(6)

  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της ... (ΕΕ ...) και απόφαση του Συμβουλίου της ...

(7)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).

(8)

  Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 σε σχέση με την υποχρέωση εκκαθάρισης, την αναστολή της υποχρέωσης εκκαθάρισης, τις απαιτήσεις αναφοράς, τις τεχνικές μείωσης κινδύνου για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, την εγγραφή και την εποπτεία των αρχείων καταγραφής συναλλαγών και τις απαιτήσεις για αρχεία καταγραφής συναλλαγών, COM/2017/0208 final.

(9)

  Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, η ΕΑΚΑΑ παρέχει κατάλογο των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών που έχουν αναγνωριστεί για να παρέχουν υπηρεσίες και να ασκούν δραστηριότητες στην Ένωση. Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι τρίτων χωρών είναι εγκατεστημένοι σε 15 χώρες οι οποίες καλύπτονται από τις αποφάσεις ισοδυναμίας κεντρικών αντισυμβαλλομένων που εκδόθηκαν από την Επιτροπή και περιλαμβάνουν την Αυστραλία, το Χονγκ Κονγκ, τη Σιγκαπούρη, την Ιαπωνία, τον Καναδά, την Ελβετία, τη Νότια Κορέα, το Μεξικό, τη Νότια Αφρική, την CFTC των ΗΠΑ, τη Βραζιλία, τα ΗΑΕ, το Διεθνές Χρηματοοικονομικό Κέντρο Ντουμπάι (DIFC), την Ινδία και τη Νέα Ζηλανδία.

(10)

  Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων, και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, και (ΕΕ) 2015/2365. COM(2016) 856 final.

(11)

  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – Αντιμετώπιση των προκλήσεων για κρίσιμες υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών και περαιτέρω ανάπτυξη της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, Βρυξέλλες, 4.5.2017, COM(2017) 225 final.

(12)

  Ανακοίνωση σχετικά με την «Κατάσταση της Ένωσης 2016: Ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών – η Επιτροπή επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις»· 14 Σεπτεμβρίου 2016.

(13)

  «Δημόσια διαβούλευση σχετικά με τη λειτουργία των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών»· 21/03/2017 – 16/05/2017.

(14)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63.»


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ Η ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

Ο κατωτέρω κατάλογος καταρτίζεται σε καθαρά εθελοντική βάση, υπό την αποκλειστική ευθύνη της εισηγήτριας. Στην εισηγήτρια κατατέθηκαν απόψεις από τις ακόλουθες οντότητες ή τα ακόλουθα πρόσωπα κατά την εκπόνηση της έκθεσης:

Οντότητα ή/και πρόσωπο

 

Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο: μέλη της επιτροπής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών

Association Française de gestion: Virginie Buey, Virginie Gaborit, Pierre Garrault, Jean-Louis Laurens

 

Ένωση Κεφαλαιαγορών στην Ευρώπη: Stephen Burton, Michael Cole-Fontayn

Autorité des Marchés Financiers : Patrice Aguesse, Claire Guillaumot, Isabelle Massonat

Τράπεζα της Αγγλίας: David Bailey, Barry King, Zertasha Malik, Holly Snaith, Richard Spooner

Τράπεζα της Γαλλίας: Emmanuelle Assouan, Claudine Hurman, Ivan Odonnat, Francois Villeroy de Galhau,

Blackrock : Stephen Fisher, Carey Evans

Brunswick Group: Michael Feuerstein

Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS): Karel Lannoo

Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων του Σικάγο (CME) : Sunil Cutinho, Sean Downey, Emily Hendrix, Simon Turek

City Bank: Slawomir Sikora

City UK: John Mac Farlane

City του Λονδίνου: Jeremy Browne

Commerzbank: Martin Zielke

The Depository Trust and Clearing Corporation (DTCC): Ann Schuman, Michalis Sotiropoulos, Mark Wetjen

Deutsche Bank: Jürgen Feil, Arthur Marquis, Nina Schindler, Katharina Wolf

Deutsche Börse: Niels Brab, Claire Bravard Alexandra Hachmeister

Eurex: Thomas Book, Niels Brab, Matthias Graulich, Erik Müller

Ευρωπαϊκή Ένωση Δημοσίων Τραπεζών: Filip Chraska, Thorsten Guthke

Ευρωπαϊκή Ένωση Γραφείων Συμψηφισμών για Κεντρικούς Αντισυμβαλλομένους: Chiara Bergamaschi, Rafael Plata

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα : Marguerite Connell, Benoit Coeure, Stephanie.Bergbauer, Corinna Freund, Jean-Francois Jamet, Pierre Marmara, Yves Mersch, Παναγιώτης Παπαπασχάλης, Clement Rouveyrol

Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών: Giampiero Carla , Steven Maijoor, Jakub Michalik, Maud Thimon

Ένωση Ευρωπαϊκών Χρηματιστηρίων: Richard Fenner

Γαλλική Ομοσπονδία Τραπεζών : Taha Bousmaha, Philippe de Soumagnat, Benjamin Quatre

Γερμανική Ένωση Επιχειρήσεων Διαχείρισης Κεφαλαίων (BVI) : Felix Ertl, Rudolf Siebel

Intercontinental Exchange (ICE) : Nicolas Kügler, Finbarr Hutcheson

KPDW CCP: Slawomir Panasiuk, Marcin Truchanowicz, Karolina Ziolkowska

Γραφείο Συμψηφισμών του Λονδίνου (LCH): Julien Jardelot, Daniel Maguire, Corentine Poilvet-Clediere, Nikhil Rathi

Ένωση Τραπεζιτών του Λουξεμβούργου και Ένωση Επενδυτικών Κεφαλαίων του Λουξεμβούργου Marc-André Bechet, Antoine Kremer, Gilles Pierre

 

FIA: Walt Lukken, Jackie Mesa, Corinna Schempp, Simon Puleston Jones

Διεθνής Ένωση Συμφωνιών Ανταλλαγής και Παραγώγων (ISDA): Roger Cogan, Ulrich Karl

Διεθνής Ομάδα Ρυθμιστικής Στρατηγικής: Mark Hoban

Moody’s: Nigel Phipps

Κέντρο Διεθνών Οικονομικών της Ιαπωνίας Jutaro Kaneko

NASDAQ: Erica Brown, Julia Haglind, Hans-Ole Jochumsen,

Nomura Bank: Yuji Nakata

SIX-clear : Matthias Heer, Urs Wieland

Κράτος της Έσσης: Mark Weinmeister, Robert Möhrle

Andreas Illenseer

US Commodities Futures Trading Commission: John Behnam, Chris Giancarlo, Brian Quintenz, Eric Pan, Tracey Wingate

Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ: Corrado Camera, Lawrence Norton, Rebekah Goshorn-Jurata

Εμπορικό Επιμελητήριο των ΗΠΑ: Thomas Quaadman, Samantha DeZur, Sean Downey, Giovanni Campi

Οι ακόλουθες οντότητες οργάνωσαν συζητήσεις στις οποίες η κ. Hübner συμμετείχε και παρουσίασε το έργο της σχετικά με την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων:

APCO, Ένωση Γερμανικών Τραπεζών, Ένωση Κεφαλαιαγορών στην Ευρώπη (AFME), Βρετανικό Εμπορικό Επιμελητήριο, Eurofi, Ευρωπαϊκό Κοινοβουλευτικό Φόρουμ Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών (EPFSF), Financial Future, Fleishmann Hillard, Linklaters, QED


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Τίτλος

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) και τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τις διαδικασίες και τις αρχές που σχετίζονται με την έγκριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις απαιτήσεις για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών

Έγγραφα αναφοράς

COM(2017)0331 – C8-0191/2017 – 2017/0136(COD)

Ημερομηνία υποβολής στο ΕΚ

13.6.2017

 

 

 

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

 Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

11.9.2017

 

 

 

Γνωμοδοτικές επιτροπές

 Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

BUDG

11.9.2017

ITRE

11.9.2017

JURI

11.9.2017

AFCO

11.9.2017

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει

 Ημερομηνία της απόφασης

BUDG

29.6.2017

ITRE

11.10.2017

JURI

12.7.2017

AFCO

11.9.2017

Εισηγητές

 Ημερομηνία ορισμού

Danuta Maria Hübner

6.7.2017

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

10.10.2017

21.2.2018

24.4.2018

 

Ημερομηνία έγκρισης

16.5.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

45

4

5

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Gerolf Annemans, Burkhard Balz, Hugues Bayet, Pervenche Berès, Thierry Cornillet, Esther de Lange, Markus Ferber, Jonás Fernández, Giuseppe Ferrandino, Sven Giegold, Neena Gill, Roberto Gualtieri, Brian Hayes, Danuta Maria Hübner, Cătălin Sorin Ivan, Petr Ježek, Wolf Klinz, Philippe Lamberts, Werner Langen, Sander Loones, Bernd Lucke, Olle Ludvigsson, Ivana Maletić, Gabriel Mato, Alex Mayer, Bernard Monot, Luděk Niedermayer, Stanisław Ożóg, Sirpa Pietikäinen, Pirkko Ruohonen-Lerner, Anne Sander, Alfred Sant, Martin Schirdewan, Molly Scott Cato, Pedro Silva Pereira, Peter Simon, Theodor Dumitru Stolojan, Kay Swinburne, Paul Tang, Ramon Tremosa i Balcells, Ernest Urtasun, Marco Valli, Tom Vandenkendelaere, Marco Zanni, Γεώργιος Κύρτσος, Κώστας Μαυρίδης

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Andrea Cozzolino, Ramón Jáuregui Atondo, Paloma López Bermejo, Thomas Mann, Joachim Starbatty, Romana Tomc, Lieve Wierinck

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Agnieszka Kozłowska-Rajewicz

Ημερομηνία κατάθεσης

25.5.2018


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

45

+

ALDE

Thierry Cornillet, Petr Ježek, Wolf Klinz, Ramon Tremosa i Balcells, Lieve Wierinck

ECR

Sander Loones, Bernd Lucke, Stanisław Ożóg, Pirkko Ruohonen-Lerner, Joachim Starbatty

PPE

Burkhard Balz, Markus Ferber, Brian Hayes, Danuta Maria Hübner, Agnieszka Kozłowska-Rajewicz, Georgios Kyrtsos, Esther de Lange, Werner Langen, Ivana Maletić, Thomas Mann, Gabriel Mato, Luděk Niedermayer, Sirpa Pietikäinen, Anne Sander, Theodor Dumitru Stolojan, Romana Tomc, Tom Vandenkendelaere

S&D

Hugues Bayet, Pervenche Berès, Andrea Cozzolino, Jonás Fernández, Giuseppe Ferrandino, Roberto Gualtieri, Cătălin Sorin Ivan, Ramón Jáuregui Atondo, Olle Ludvigsson, Costas Mavrides, Alfred Sant, Pedro Silva Pereira, Peter Simon, Paul Tang

VERTS/ALE

Sven Giegold, Philippe Lamberts, Molly Scott Cato, Ernest Urtasun

4

-

ECR

Kay Swinburne

ENF

Gerolf Annemans, Bernard Monot, Marco Zanni

5

0

EFDD

Marco Valli

GUE/NGL

Paloma López Bermejo, Martin Schirdewan

S&D

Neena Gill, Alex Mayer

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Τελευταία ενημέρωση: 8 Ιουνίου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου