Διαδικασία : 2016/0362(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0218/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0218/2018

Συζήτηση :

PV 15/04/2019 - 17
CRE 15/04/2019 - 17

Ψηφοφορία :

PV 16/04/2019 - 8.14

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0372

ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 980kWORD 130k
25.6.2018
PE 610.856v02-00 A8-0218/2018

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ σχετικά με την ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ, της οδηγίας 2002/47/ΕΚ, της οδηγίας 2012/30/ΕΕ, της οδηγίας 2011/35/ΕΕ, της οδηγίας 2005/56/ΕΚ, της οδηγίας 2004/25/ΕΚ και της οδηγίας 2007/36/ΕΚ

(COM(2016)0852 – C8-0481/2016 – 2016/0362(COD))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Gunnar Hökmark

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ σχετικά με την ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ, της οδηγίας 2002/47/ΕΚ, της οδηγίας 2012/30/ΕΕ, της οδηγίας 2011/35/ΕΕ, της οδηγίας 2005/56/ΕΚ, της οδηγίας 2004/25/ΕΚ και της οδηγίας 2007/36/ΕΚ

(COM(2016)0852 – C8-0481/2016 – 2016/0362(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2016)0852),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0481/2016),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (Α8-0218/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Τροπολογία    1

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(1)*

στην πρόταση της Επιτροπής

---------------------------------------------------------

2016/0362 (COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ σχετικά με την ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ, της οδηγίας 2002/47/ΕΚ, της οδηγίας 2012/30/ΕΕ, της οδηγίας 2011/35/ΕΕ, της οδηγίας 2005/56/ΕΚ, της οδηγίας 2004/25/ΕΚ και της οδηγίας 2007/36/ΕΚ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(2),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(3),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΣΧΣ) δημοσίευσε το έγγραφο με τους όρους λειτουργίας (Term sheet) της TLAC (Συνολική ικανότητα απορρόφησης ζημιών) (πρότυπο TLAC) στις 9 Νοεμβρίου 2015, το οποίο εγκρίθηκε από την G-20 τον Νοέμβριο του 2015. Το πρότυπο TLAC απαιτεί από τις παγκόσμιες συστημικώς σημαντικές τράπεζες («G-SIB»), που αναφέρονται ως παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα («G-SII») στο ενωσιακό πλαίσιο, να διαθέτουν επαρκή ελάχιστη ποσότητα (δυνάμενων να χρησιμοποιηθούν για διάσωση με ίδια μέσα) υποχρεώσεων με υψηλή ικανότητα απορρόφησης ζημιών, προκειμένου να διασφαλίζουν την ομαλή και ταχεία απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση στην εξυγίανση. Στην ανακοίνωσή της, της 24ης Νοεμβρίου 2015(4), η Επιτροπή δεσμεύτηκε να υποβάλει νομοθετική πρόταση ώς το τέλος του 2016, έτσι ώστε να είναι η δυνατή η εφαρμογή του προτύπου TLAC μέχρι τη συμφωνηθείσα προθεσμία του 2019.

(1α)  Προκειμένου να διευκολυνθεί ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και να δημιουργηθεί βεβαιότητα όσον αφορά τα αναγκαία αποθέματα ασφαλείας, είναι απαραίτητο για τις αγορές να καταστεί εγκαίρως σαφές ποια κριτήρια επιλεξιμότητας απαιτούνται για την αναγνώριση των μέσων ως υποχρεώσεων TLAC/MREL.

(2)  Η εφαρμογή του προτύπου TLAC στην Ένωση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες ειδικές για κάθε ίδρυμα ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων («MREL») που εφαρμόζονται σε όλα τα ενωσιακά πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων, όπως ορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(5). Δεδομένου ότι οι απαιτήσεις MREL και TLAC επιδιώκουν τον ίδιο στόχο της εξασφάλισης ότι τα ιδρύματα της Ένωσης έχουν επαρκή ικανότητα απορρόφησης των ζημιών, οι δύο απαιτήσεις θα πρέπει να είναι συμπληρωματικά στοιχεία ενός κοινού πλαισίου. Από λειτουργική άποψη, το εναρμονισμένο ελάχιστο πρότυπο TLAC των G-SII («ελάχιστη απαίτηση TLAC») πρέπει να θεσπιστεί στη νομοθεσία της Ένωσης μέσω τροποποιήσεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013(6), ενώ η ειδική για κάθε ίδρυμα προσαύξηση για τα G-SII και η ειδική για κάθε ίδρυμα ελάχιστη απαίτηση για τα ιδρύματα που δεν είναι G-SII, η οποία αναφέρεται ως ελάχιστη απαίτηση για τα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσω στοχευμένων τροποποιήσεων της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014(7). Οι σχετικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας όσον αφορά την ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των ιδρυμάτων θα πρέπει να εφαρμόζονται, με συνέπεια, από κοινού με τις διατάξεις στις προαναφερόμενες νομοθετικές πράξεις και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ(8).

(3)  Η απουσία εναρμονισμένων ενωσιακών κανόνων όσον αφορά την εφαρμογή του προτύπου TLAC στην Ένωση θα δημιουργήσει πρόσθετες δαπάνες, καθώς και έλλειψη ασφάλειας δικαίου ▌και καθιστά δυσκολότερη την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα για τα διασυνοριακά ιδρύματα. Αυτή η έλλειψη εναρμονισμένων κανόνων της Ένωσης οδηγεί, επίσης, σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, δεδομένου ότι τα έξοδα συμμόρφωσης με τις ισχύουσες απαιτήσεις και το πρότυπο TLAC για τα ιδρύματα μπορεί να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης. Είναι, συνεπώς, αναγκαίο να αρθούν αυτά τα εμπόδια στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκύπτουν από την απουσία εναρμονισμένων κανόνων της Ένωσης όσον αφορά την εφαρμογή του προτύπου TLAC. Κατά συνέπεια, το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), όπως ερμηνεύεται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση για την οδηγία.

(4)  Σύμφωνα με το πρότυπο TLAC, η οδηγία 2014/59/ΕΕ θα πρέπει να συνεχίσει να αναγνωρίζει τη στρατηγική εξυγίανσης μοναδικού σημείου έναρξης (SPE), καθώς και πολλαπλών σημείων έναρξης (MPE). Στο πλαίσιο της στρατηγικής SPE, μόνο μια οντότητα του ομίλου, συνήθως η μητρική, εξυγιαίνεται, ενώ άλλες οντότητες του ομίλου, συνήθως οι λειτουργικές θυγατρικές, δεν τίθενται σε καθεστώς εξυγίανσης, αλλά ανάγουν τις ζημιές και τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησής τους στην υπό εξυγίανση οντότητα. Σύμφωνα με τη στρατηγική MPE, περισσότερες από μία οντότητες μπορούν να εξυγιανθούν. Ο σαφής προσδιορισμός των προς εξυγίανση οντοτήτων («οντότητες εξυγίανσης») και των θυγατρικών που ανήκουν σε αυτές («όμιλοι εξυγίανσης») είναι σημαντικός για την αποτελεσματική εφαρμογή της επιθυμητής στρατηγικής εξυγίανσης. Ο εν λόγω προσδιορισμός έχει, επίσης, σημασία για τον καθορισμό του επιπέδου της εφαρμογής των κανόνων σχετικά με την ικανότητα απορρόφησης ζημιών που πρέπει να εφαρμόζουν οι χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητο να θεσπιστούν οι έννοιες «οντότητα εξυγίανσης» και «όμιλος εξυγίανσης» και να τροποποιηθεί η οδηγία 2014/59/ΕΕ σχετικά με τον σχεδιασμό της εξυγίανσης ομίλου, προκειμένου να απαιτείται ρητά από τις αρχές εξυγίανσης να προσδιορίζουν τις οντότητες εξυγίανσης και τους ομίλους εξυγίανσης εντός ενός ομίλου και να λαμβάνουν υπόψη τις συνέπειες κάθε σχεδιαζόμενης δράσης εξυγίανσης εντός του ομίλου με τον κατάλληλο τρόπο, ώστε να εξασφαλιστεί μια αποτελεσματική εξυγίανση του ομίλου.

(5)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα διαθέτουν επαρκή ικανότητα απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης, ώστε να διασφαλίζουν την ομαλή και ταχεία απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση κατά την εξυγίανση, με ελάχιστο αντίκτυπο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τους φορολογούμενους. Αυτό θα πρέπει να επιτυγχάνεται μέσω της συμμόρφωσης των ιδρυμάτων με την ειδική για κάθε ίδρυμα ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων («MREL»), όπως προβλέπεται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ.

(6)  Για να ευθυγραμμιστούν οι παρονομαστές που μετρούν την ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και την ικανότητα ανακεφαλαιοποίησης των ιδρυμάτων με εκείνους που παρέχονται στο πρότυπο TLAC, η MREL θα πρέπει να εκφράζεται ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο και του μέτρου του ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης του συναφούς ιδρύματος.

(6α)  Προκειμένου να διασφαλιστεί η βεβαιότητα για τις αγορές και να καταστεί δυνατή η δημιουργία των απαραίτητων αποθεμάτων ασφαλείας, οι αγορές χρειάζονται έγκαιρη σαφήνεια σχετικά με τα κριτήρια επιλεξιμότητας που απαιτούνται για την αναγνώριση των μέσων ως υποχρεώσεων TLAC/MREL.

(7)  Τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τις δυνάμενες να χρησιμοποιηθούν σε διάσωση με ίδια μέσα υποχρεώσεις για την απαίτηση MREL θα πρέπει να εναρμονίζονται με αυτά που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για την ελάχιστη απαίτηση TLAC, σύμφωνα με τις συμπληρωματικές προσαρμογές και τις απαιτήσεις που θεσπίζονται με την παρούσα οδηγία. Ειδικότερα, ορισμένοι χρεωστικοί τίτλοι με ενσωματωμένο παράγωγο στοιχείο, όπως ορισμένα δομημένα ομόλογα, θα πρέπει να είναι επιλέξιμοι για κάλυψη της MREL, στον βαθμό που διαθέτουν ένα καθορισμένο ποσό αρχικού κεφαλαίου εξοφλητέο στη λήξη του, ενώ μόνο μια πρόσθετη απόδοση συνδέεται με παράγωγο και εξαρτάται από την επίδοση ενός περιουσιακού στοιχείου αναφοράς. Με δεδομένο το καθορισμένο ποσό αρχικό κεφαλαίου, τα εν λόγω μέσα θα πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό απορρόφησης ζημιών και να προσφέρονται εύκολα για διάσωση με ίδια μέσα κατά την εξυγίανση. Η ευθυγράμμιση των κριτηρίων επιλεξιμότητας για τη MREL με εκείνα που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να εξασφαλίζει ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τα ιδρύματα της Ένωσης σε παγκόσμιο επίπεδο, πράγμα που σημαίνει ότι το επίπεδο των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούνται ειδικά με το χρέος μειωμένης εξασφάλισης θα πρέπει να καθοριστεί στο επίπεδο των απαιτήσεων για TLAC, όπως έχει μεταφερθεί στο δίκαιο της Ένωσης.

(8)  Το φάσμα των υποχρεώσεων (στοιχείων παθητικού) για την κάλυψη της MREL περιλαμβάνει, κατ’ αρχήν, όλες τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από αξιώσεις που απορρέουν από μη εξασφαλισμένους μη προνομιούχους πιστωτές (υποχρεώσεις μη μειωμένης εξασφάλισης ), εκτός αν δεν πληρούν τα ειδικά κριτήρια επιλεξιμότητας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Για τη βελτίωση της δυνατότητας εξυγίανσης των ιδρυμάτων με την αποτελεσματική χρήση του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν να πληρούται η MREL με υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης, ιδίως όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι πιστωτές σε περίπτωση διάσωσης με ίδια μέσα ενδέχεται να υποστούν ζημίες κατά την εξυγίανση που θα υπερβαίνουν τις πιθανές τους απώλειες σε περίπτωση αφερεγγυότητας. Η απαίτηση να πληρούται η MREL με υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης πρέπει να ζητείται μόνο για εκείνο το επίπεδο που είναι αναγκαίο για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο οι ζημίες των πιστωτών σε εξυγίανση να υπερβαίνουν τις ζημίες που θα έπρεπε διαφορετικά να επωμιστούν σε καθεστώς αφερεγγυότητας. Κάθε υπόταξη χρεωστικών τίτλων που απαιτείται από τις αρχές εξυγίανσης για την MREL δεν θα πρέπει να θίγει τη δυνατότητα κάλυψης, εν μέρει, της ελάχιστης απαίτησης TLAC με χρεωστικούς τίτλους μη μειωμένης εξασφάλισης, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και σύμφωνα με το πρότυπο TLAC. Συγχρόνως, σε περίπτωση που τα ιδρύματα διαθέτουν υψηλό επίπεδο ιδίων κεφαλαίων, τότε αυτό θα πρέπει να αναγνωρίζεται κατά την εφαρμογή και τον υπολογισμό της MREL. Τα ιδρύματα θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της MREL με μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1), πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2, έτσι ώστε οι ίδιες απαιτήσεις για τη MREL να εφαρμόζονται σε ιδρύματα με υψηλότερο και χαμηλότερο απόθεμα ιδίων κεφαλαίων. Ο στόχος για ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ ιδρυμάτων θα πρέπει να επιδιωχθεί και σε παγκόσμιο επίπεδο, ιδίως κατά την ευθυγράμμιση των κριτηρίων επιλεξιμότητας για τη MREL προς εκείνα για την ελάχιστη απαίτηση TLAC.

(9)  H MREL θα πρέπει να επιτρέπει στα ιδρύματα να απορροφούν τις ζημιές που αναμένονται κατά την εξυγίανση και την ανακεφαλαιοποίηση του ιδρύματος μετά την εξυγίανση. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει, με βάση τη στρατηγική εξυγίανσης που αυτές έχουν επιλέξει, να δικαιολογούν δεόντως το επιβαλλόμενο επίπεδο της MREL ιδίως όσον αφορά την ανάγκη και το ύψος της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, στο ποσό της ανακεφαλαιοποίησης. Ως εκ τούτου, το επίπεδο αυτό δεν πρέπει να υπερβαίνει το άθροισμα του ποσού των ζημιών που αναμένονται κατά την εξυγίανση, οι οποίες αντιστοιχούν στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων, και του ποσού της ανακεφαλαιοποίησης που επιτρέπει στην οντότητα να ανταποκριθεί, μετά την εξυγίανση, στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που είναι αναγκαίες, ώστε να της χορηγηθεί άδεια να ασκεί τις δραστηριότητές της σύμφωνα με την επιλεγείσα στρατηγική εξυγίανσης. Η MREL θα πρέπει να εκφράζεται ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο και των μέτρων του δείκτη μόχλευσης και τα ιδρύματα θα πρέπει να πληρούν ταυτόχρονα τα επίπεδα που προκύπτουν από τις δύο μετρήσεις. Η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να είναι σε θέση να προσαρμόζει το ύψος της ανακεφαλαιοποίησης σε περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες ώστε να ανταποκρίνεται επαρκώς και σε αυξημένους κινδύνους που επηρεάζουν τη δυνατότητα εξυγίανσης οι οποίοι απορρέουν από το επιχειρηματικό μοντέλο, το χρηματοδοτικό προφίλ και το γενικότερο προφίλ κινδύνου του ομίλου εξυγίανσης και, ως εκ τούτου, σε τέτοιες περιορισμένες περιπτώσεις, να απαιτεί να υπερκαλύπτεται το ύψος της ανακεφαλαιοποίησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 45γ παράγραφοι 3 και 4.

(9α)  Συγκεκριμένα, οι επιλέξιμες υποχρεώσεις δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε δικαιώματα συμψηφισμού ή αλληλοσυμψηφισμού που θα υπονόμευαν την ικανότητα απορρόφησης ζημιών στο πλαίσιο της εξυγίανσης. Είναι, συνεπώς, απαραίτητο οι επιλέξιμες υποχρεώσεις να μην υπόκεινται σε δικαιώματα συμψηφισμού ή αλληλοσυμψηφισμού, μολονότι οι συμβατικές διατάξεις που διέπουν τις επιλέξιμες υποχρεώσεις δεν επιβάλλεται να περιλαμβάνουν ρήτρα που αναφέρει ρητά ότι το μέσο δεν υπόκειται σε τέτοια δικαιώματα. Ομοίως, δεν είναι αναγκαίο οι συμβατικές διατάξεις που διέπουν τις επιλέξιμες υποχρεώσεις να προσδιορίζουν ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις μπορούν να υπόκεινται σε απομείωση ή μετατροπή. Οι διατάξεις που διέπουν τις επιλέξιμες υποχρεώσεις δεν θα πρέπει να προσφέρουν κίνητρο εξόφλησης ούτε να παρέχουν στον κάτοχο το δικαίωμα να επιταχύνει τις προγραμματισμένες στο μέλλον πληρωμές τόκων ή κεφαλαίου, με εξαίρεση την περίπτωση της εκκαθάρισης.

(9β)  Το σύνολο των επιλέξιμων μέσων που έχουν εκδοθεί πριν από την ημερομηνία έγκρισης των κριτηρίων επιλεξιμότητας θα πρέπει να θεωρούνται επιλέξιμες για την MREL, χωρίς να χρειάζεται να πληρούν τα νέα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθιερώνονται με τη δέσμη μέτρων για τον περιορισμό των κινδύνων. Μια τέτοια ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων είναι αναγκαία λόγω του ότι οι συμμετέχοντες στην αγορά δεν μπορούσαν να προβλέψουν τις εν λόγω αλλαγές και χρειάζονται χρόνο για να προσαρμόσουν τις εκδόσεις τους. Η ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα νέα κριτήρια επιλεξιμότητας, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων συμψηφισμού και αλληλοσυμψηφισμού, καθώς και των δικαιωμάτων επιτάχυνσης.

(10)  Με σκοπό να ενισχύσουν τη δυνατότητα εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλουν ειδική για κάθε ίδρυμα MREL για τα G-SII πέραν της ελάχιστης απαίτησης TLAC, που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. H ειδική για κάθε ίδρυμα MREL μπορεί να επιβάλλεται μόνο όταν η ελάχιστη απαίτηση TLAC δεν επαρκεί για την απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση ενός G-SII σύμφωνα με την επιλεγείσα στρατηγική εξυγίανσης.

(11)  Κατά τον καθορισμό του επιπέδου της MREL, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον βαθμό της συστημικής σημασίας του ιδρύματος και τις πιθανές δυσμενείς επιπτώσεις της χρεοκοπίας του στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη για ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των G-SII και άλλων συγκρίσιμων ιδρυμάτων με συστημική σημασία εντός της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι MREL των ιδρυμάτων που δεν χαρακτηρίζονται ως G-SII αλλά των οποίων η συστημική σημασία εντός της Ένωσης είναι συγκρίσιμη με τη συστημική σημασία των G-SII, δεν θα πρέπει να αποκλίνουν δυσανάλογα από το επίπεδο και τη σύνθεση των MREL που κατά κανόνα καθορίζονται για τα G-SII.

(13)  Σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 575/2013, τα ιδρύματα που χαρακτηρίζονται ως οντότητες εξυγίανσης θα πρέπει να υπόκεινται μόνο στις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης. Αυτό σημαίνει ότι οι οντότητες εξυγίανσης θα πρέπει να υποχρεούνται να εκδίδουν επιλέξιμους τίτλους και στοιχεία σε εξωτερικούς τρίτους δανειστές για την κάλυψη της MREL, που θα αποτελέσουν αντικείμενο διάσωσης με ίδια μέσα, εφόσον η οντότητα εξυγίανσης τεθεί σε εξυγίανση.

(14)  Τα ιδρύματα που δεν αποτελούν οντότητες εξυγίανσης θα πρέπει να συμμορφώνονται με την MREL σε ατομικό επίπεδο. Οι ανάγκες απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των εν λόγω ιδρυμάτων θα πρέπει εν γένει να καλύπτονται από τις οικείες οντότητες εξυγίανσης μέσω της απόκτησης από τις οντότητες εξυγίανσης επιλέξιμων υποχρεώσεων που εκδίδονται από τα εν λόγω ιδρύματα και της απομείωσής τους ή μετατροπής του σε τίτλους ιδιοκτησίας όταν τα ιδρύματα αυτά δεν είναι πλέον βιώσιμα. Ως εκ τούτου, η MREL που ισχύει για τα ιδρύματα που δεν αποτελούν οντότητες εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζεται από κοινού και με συνέπεια προς τις απαιτήσεις που ισχύουν για τις οντότητες εξυγίανσης. Τούτο θα πρέπει να επιτρέπει στις αρχές εξυγίανσης να εξυγιαίνουν έναν όμιλο εξυγίανσης χωρίς να θέτουν σε εξυγίανση ορισμένες από τις θυγατρικές του οντότητες, με αποτέλεσμα, συνεπώς, την αποφυγή πιθανών διαταράξεων στην αγορά. ▌ Οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών οντότητας εξυγίανσης θα πρέπει να δύνανται να απαλλάσσουν πλήρως από την εφαρμογή της MREL που ισχύει σε ιδρύματα τα οποία δεν είναι οντότητες εξυγίανσης εάν τόσο η οντότητα εξυγίανσης όσο και οι θυγατρικές της είναι εγκατεστημένες στο ίδιο κράτος μέλος. Η εφαρμογή της MREL σε ιδρύματα που δεν αποτελούν οντότητες εξυγίανσης πρέπει να συμμορφώνεται με την επιλεγείσα στρατηγική εξυγίανσης, και δεν θα πρέπει ιδίως να αλλοιώνει τη σχέση ιδιοκτησίας μεταξύ των ιδρυμάτων και του ομίλου εξυγίανσής τους, αφότου τα εν λόγω ιδρύματα έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί.

(15)  Για να εξασφαλιστεί κατάλληλο επίπεδο MREL για τους σκοπούς της εξυγίανσης, οι αρχές που είναι αρμόδιες για τον καθορισμό του επιπέδου της MREL θα πρέπει να είναι η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, ήτοι η αρχή εξυγίανσης της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης, και οι αρχές εξυγίανσης άλλων οντοτήτων του ομίλου εξυγίανσης. Τυχόν διαφορές μεταξύ των αρχών θα πρέπει να υπόκεινται στις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9), υπό την επιφύλαξη των όρων και περιορισμών που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

(16)  Τυχόν παραβιάσεις της ελάχιστη απαίτησης TLAC και της MREL θα πρέπει να αντιμετωπίζονται, δεόντως, από τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης. Δεδομένου ότι η παραβίαση των εν λόγω απαιτήσεων, θα μπορούσε να αποτελεί εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης ιδρύματος ή ομίλου, οι υφιστάμενες διαδικασίες για την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης πρέπει να συντομευθούν για την αντιμετώπιση τυχόν παραβιάσεων των απαιτήσεων με αποτελεσματικό τρόπο. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει επίσης να μπορούν να απαιτούν από τα ιδρύματα να τροποποιούν το προφίλ ληκτότητας των επιλέξιμων μέσων και στοιχείων, καθώς και να καταρτίζουν και να εφαρμόζουν σχέδια, ώστε να αποκαθίσταται το επίπεδο των εν λόγω απαιτήσεων.

(17)  Για να εξασφαλιστεί διαφανής εφαρμογή της MREL, τα ιδρύματα πρέπει να υποβάλλουν εκθέσεις στις αρμόδιες αρχές και στις αρχές εξυγίανσης και να γνωστοποιούν τακτικά στο κοινό τα επίπεδα των επιλέξιμων υποχρεώσεων και τη σύνθεση των εν λόγω υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των προφίλ ληκτότητας και κατάταξης σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Θα πρέπει να υπάρχει συνέπεια όσον αφορά τη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς σχετικά με τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και με την MREL.

(18)  Η απαίτηση να συμπεριληφθεί μια συμβατική αναγνώριση των αποτελεσμάτων του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα σε συμφωνίες ή σε μέσα που δημιουργούν υποχρεώσεις οι οποίες διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις μπορούν να υπαχθούν στη διάσωση με ίδια μέσα σε περίπτωση εξυγίανσης. Εκτός αν και μέχρις ότου θεσπιστούν υποχρεωτικά πλαίσια αναγνώρισης για τη διευκόλυνση της αποτελεσματικής διασυνοριακής εξυγίανσης σε όλες τις δικαιοδοσίες τρίτων χωρών, οι συμβατικές ρυθμίσεις θα πρέπει να προσφέρουν μια λειτουργική λύση, εφόσον έχουν διατυπωθεί δεόντως και εγκριθεί ευρέως. Ακόμη και με υποχρεωτικά πλαίσια αναγνώρισης σε ισχύ, οι συμβατικές ρυθμίσεις αναγνώρισης αναμένεται να συμβάλουν στην ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας της διασυνοριακής αναγνώρισης μέτρων εξυγίανσης. Ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις, ωστόσο, όπου δεν είναι εφικτό για τα ιδρύματα να περιλαμβάνουν τους εν λόγω συμβατικούς όρους σε συμφωνίες ή σε μέσα που δημιουργούν ορισμένες υποχρεώσεις, και ιδίως υποχρεώσεις που δεν εξαιρούνται από το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα δυνάμει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, καλυπτόμενες καταθέσεις ή μέσα ιδίων κεφαλαίων. Ειδικότερα, δεν είναι εφικτό για τα ιδρύματα να περιλαμβάνουν στις συμφωνίες ή στα μέσα που δημιουργούν υποχρεώσεις τους συμβατικούς όρους σχετικά με την αναγνώριση των αποτελεσμάτων του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα, σε περίπτωση που οι εν λόγω συμβατικοί όροι είναι παράνομοι στις οικείες τρίτες χώρες ή σε περίπτωση που τα ιδρύματα δεν έχουν διαπραγματευτική ισχύ για να επιβάλουν τους εν λόγω συμβατικούς όρους. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει, επομένως, να μπορούν να χορηγήσουν απαλλαγή από την εφαρμογή της απαίτησης να συμπεριληφθούν οι εν λόγω συμβατικοί όροι, όταν οι εν λόγω συμβατικοί όροι θα συνεπάγονταν δυσανάλογο κόστος για τα ιδρύματα και οι προκύπτουσες υποχρεώσεις δεν θα παρείχαν σημαντική ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης κατά την εξυγίανση. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να γίνεται επίκληση στην εν λόγω απαλλαγή όταν ορισμένες συμφωνίες ή υποχρεώσεις παρέχουν από κοινού, συλλογικά σημαντική ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης κατά την εξυγίανση. Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν επηρεάζεται η δυνατότητα εξυγίανσης των ιδρυμάτων, οι υποχρεώσεις που επωφελούνται από απαλλαγές δεν πρέπει να είναι επιλέξιμες για την MREL.

(19)  Προκειμένου να διασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, είναι σημαντικό οι αρμόδιες αρχές να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν την επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κατάστασης ενός ιδρύματος, προτού το ίδρυμα φτάσει σε σημείο όπου οι αρχές δεν διαθέτουν άλλη εναλλακτική λύση πλην της εξυγίανσής του. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τις κατάλληλες εξουσίες έγκαιρης παρέμβασης. Οι εξουσίες έγκαιρης παρέμβασης θα πρέπει να περιλαμβάνουν την εξουσία αναστολής ορισμένων συμβατικών υποχρεώσεων, για το ελάχιστο αναγκαίο χρονικό διάστημα. Η εξουσία αναστολής θα πρέπει να καθορίζεται με ακρίβεια και να ασκείται μόνο όταν αυτό είναι απαραίτητο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν απαιτούνται μέτρα έγκαιρης παρέμβασης ή προκειμένου να καθοριστεί αν το ίδρυμα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή είναι πιθανό να πτωχεύσει. Η εξουσία αναστολής δεν θα πρέπει, ωστόσο, να εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις οι οποίες είναι συναφείς με τη συμμετοχή σε συστήματα που καθορίζονται στην οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(10), κεντρικούς αντισυμβαλλομένους (CCP) και κεντρικές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών που αναγνωρίζονται από την ευρωπαϊκή αρχή κεφαλαιαγορών (ΕΑΚΑΑ-ESMA). Επίσης, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στις καλυπτόμενες καταθέσεις. Οι εξουσίες έγκαιρης παρέμβασης θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις εξουσίες που ήδη προβλέπονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ για περιπτώσεις πέραν εκείνων που θεωρούνται ως έγκαιρη παρέμβαση, καθώς και για τις περιπτώσεις στις οποίες θεωρείται αναγκαία η αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής ευρωστίας ενός ιδρύματος.

(20)  Είναι προς όφελος της αποτελεσματικής εξυγίανσης, και ιδίως προς όφελος της αποφυγής συγκρούσεων δικαιοδοσίας, να μην κινούνται κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας για το προβληματικό ίδρυμα ή να συνεχίζονται, ενώ η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες εξυγίανσης ή εφαρμόζει τα εργαλεία εξυγίανσης, παρεκτός με την πρωτοβουλία ή με τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης. Είναι χρήσιμο και αναγκαίο να αναστέλλονται, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, ορισμένες συμβατικές υποχρεώσεις, ούτως ώστε να διαθέτει η αρχή εξυγίανσης επαρκή χρόνο για να διενεργήσει την αποτίμηση και να θέσει σε εφαρμογή τα εργαλεία εξυγίανσης. Η εξουσία αυτή θα πρέπει να διατυπώνεται με ακρίβεια και να ασκείται μόνο για το ελάχιστο αναγκαίο χρονικό διάστημα για την αποτίμηση ή για την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης. Η εξουσία αυτή δεν πρέπει ωστόσο να εφαρμόζεται στις καλυπτόμενες καταθέσεις ή σε υποχρεώσεις οι οποίες είναι συναφείς με τη συμμετοχή σε συστήματα που καθορίζονται στην οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους (CCP) και τις κεντρικές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών που αναγνωρίζονται από την ευρωπαϊκή αρχή κεφαλαιαγορών (ESMA). Η οδηγία 98/26/ΕΚ περιορίζει τον κίνδυνο που συνδέεται με τη συμμετοχή σε συστήματα πληρωμών και συστήματα διακανονισμού αξιογράφων, ιδίως μέσω της μείωσης της διαταραχής σε περίπτωση αφερεγγυότητας ενός συμμετέχοντος σε τέτοιο σύστημα. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα εν λόγω μέσα προστασίας εφαρμόζονται κατάλληλα σε καταστάσεις κρίσης, ενώ παράλληλα διατηρείται η προσήκουσα βεβαιότητα για διαχειριστές των συστημάτων πληρωμών και των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων και άλλων συμμετεχόντων στην αγορά, η οδηγία 2014/59/ΕΕ θα πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε να προβλέπει ότι ένα μέτρο πρόληψης κρίσεων ή ένα μέτρο διαχείρισης κρίσεων δεν θα πρέπει καθαυτό να θεωρείται ότι αποτελεί διαδικασία αφερεγγυότητας κατά την έννοια της οδηγία 98/26/ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι οι δυνάμει της σύμβασης ουσιαστικές υποχρεώσεις συνεχίζουν να εκπληρούνται. Ωστόσο, καμία διάταξη της οδηγίας 2014/59/ΕΕ δεν θα πρέπει να θίγει τη λειτουργία ενός συστήματος που καθορίζεται στην οδηγία 98/26/ΕΚ ούτε το δικαίωμα επί της πρόσθετης ασφάλειας που κατοχυρώνεται από την ίδια αυτή οδηγία.

(21)  Προκειμένου να αποφευχθεί η επικάλυψη των απαιτήσεων και να εφαρμοστούν οι κατάλληλοι κανόνες για την αποτελεσματική ανάκαμψη και εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων (CCP) σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων], η οδηγία 2014/59/ΕΕ θα πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, για τους οποίους, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012(11), τα κράτη μέλη εφαρμόζουν ορισμένες απαιτήσεις σχετικά με τη χορήγηση άδειας δυνάμει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και έχουν, συνεπώς, λάβει επίσης άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα.

(22)  Η εξαίρεση συγκεκριμένων υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των επιχειρήσεων επενδύσεων από την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα ή από την εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων, περιορίζει την αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής ασφάλειας ή προσωρινής αναστολής των δικαιωμάτων καταγγελίας στην οδηγία 2014/59/ΕΕ και θα πρέπει, επίσης, να καλύπτει τις ευθύνες όσον αφορά τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση και τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών που αναγνωρίζονται από την ΕΑΚΑΑ.

(23)  Προκειμένου να διασφαλίζεται η κοινή κατανόηση των όρων που χρησιμοποιούνται σε διάφορες νομικές πράξεις, είναι σκόπιμο να ενσωματωθούν στην οδηγία 98/26/ΕΚ οι ορισμοί και οι έννοιες που εισήχθησαν με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, όσον αφορά τις έννοιες «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» ή «CCP» και «συμμετέχων».

(24)  Με σκοπό να εφαρμοστεί αποτελεσματικά η εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, οι διασφαλίσεις που προβλέπονται στην οδηγία 2002/47/ΕΚ(12) δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε οποιονδήποτε περιορισμό της εκτέλεσης της συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας ή στην επίπτωση μιας συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, ή σε οποιαδήποτε διάταξη εκκαθαριστικού συμψηφισμού ή αμοιβαίου συμψηφισμού, που επιβάλλεται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων].

(25)  Η οδηγία 2012/30/ΕΕ(13), η οδηγία 2011/35/ΕΕ(14), η οδηγία 2005/56/ΕΚ(15), η οδηγία 2004/25/ΕΚ(16) και η οδηγία 2007/36/ΕΚ(17), περιέχουν κανόνες για την προστασία των μετόχων και των πιστωτών των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών. Στην περίπτωση που οι αρχές εξυγίανσης χρειάζεται να δράσουν άμεσα δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων], οι εν λόγω κανόνες ενδέχεται να παρακωλύσουν την αποτελεσματική δράση εξυγίανσης και τη χρήση εργαλείων και εξουσιών εξυγίανσης από τις αρχές εξυγίανσης. Οι παρεκκλίσεις δυνάμει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ θα πρέπει συνεπώς να επεκταθούν στις πράξεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. [ ανάκαμψη και εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων]. Με σκοπό την εγγύηση του μέγιστου βαθμού ασφάλειας δικαίου προς όφελος όλων των ενδιαφερομένων, οι παρεκκλίσεις θα πρέπει να ορίζονται με σαφήνεια και ακρίβεια, και θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο προς το δημόσιο συμφέρον και όταν πληρούνται οι μηχανισμοί ενεργοποίησης της εξυγίανσης. Η χρήση εργαλείων εξυγίανσης προϋποθέτει ότι πληρούνται οι στόχοι και οι όροι για την εξυγίανση που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων]. Για να εξασφαλιστεί ότι οι αρχές μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις όταν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων] και ότι οι εν λόγω εξουσίες επιβολής κυρώσεων είναι συνεπείς με το νομικό πλαίσιο για την ανάκαμψη και εξυγίανση άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Τίτλου VIII της οδηγίας 2014/59/ΕΕ θα πρέπει, επίσης, να καλύπτει τις παραβιάσεις των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων].

(26)  Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η θέσπιση ομοιόμορφων κανόνων όσον αφορά το πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορούν, συνεπώς, λόγω της κλίμακας της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(27)  Για να δοθεί ο κατάλληλος χρόνος για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν δώδεκα μήνες για να μεταφέρουν την εν λόγω οδηγία στην εθνική τους νομοθεσία από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της και τα συναφή ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις νέες διατάξεις εντός έξι μηνών από την ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο.

(27α)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι εθνικοί νόμοι τους περί αφερεγγυότητας απηχούν με ακρίβεια την ιεραρχία απορρόφησης των ζημιών στο πλαίσιο της εξυγίανσης, αποφεύγοντας τις σημαντικές αναντιστοιχίες μεταξύ του νομικού πλαισίου εξυγίανσης και του νομικού πλαισίου αφερεγγυότητας και διασφαλίζοντας ότι τα μέσα υποχρεωτικών κεφαλαίων απορροφούν τις ζημίες σε περιπτώσεις τόσο εξυγίανσης όσο και αφερεγγυότητας πριν από τις υπόλοιπες απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1Τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/59/ΕΕ1

1.  Στο άρθρο 1, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους για τους οποίους, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν ορισμένες απαιτήσεις για αδειοδότηση σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ.

Ωστόσο, οι διατάξεις που ορίζονται στον τίτλο VIII της παρούσας οδηγίας ισχύουν, επίσης, όσον αφορά τις κυρώσεις που επιβάλλονται όταν ο κανονισμός [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων] δεν έχει τηρηθεί.»

1α.  Στο άρθρο 2 παράγραφος 1, το σημείο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(2) «ίδρυμα»: κάθε ίδρυμα που ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εκτός των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφοι 5, 5α και 5β της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·»

2.  Στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 71), o όρος «επιλέξιμες υποχρεώσεις» αντικαθίσταται από τον όρο «στοιχεία παθητικού αυτοδιάσωσης».

3.  Στο άρθρο 2 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«(71α)  «επιλέξιμες υποχρεώσεις»: τα στοιχεία παθητικού αυτοδιάσωσης που πληρούν, ανάλογα με την περίπτωση, τους όρους του άρθρου 45β ή το στοιχείο α) του άρθρο 45ζ παράγραφος 3.»

4.  Στο άρθρο 2 παράγραφος 1, τα ακόλουθα σημεία 83α) και 83β), 109) και 110) προστίθενται:

«(83α) «οντότητα εξυγίανσης»: μια οντότητα εγκατεστημένη στην Ένωση, η οποία προσδιορίζεται από την αρχή εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 12 ως οντότητα σε σχέση με την οποία το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει μέτρα εξυγίανσης·

(83β)  «όμιλος εξυγίανσης»:

α)  μια οντότητα εξυγίανσης και οι θυγατρικές της που δεν αποτελούν:

(i)  οντότητες εξυγίανσης οι ίδιες·

(ii)  θυγατρικές άλλων οντοτήτων εξυγίανσης· είτε

(iii)  οντότητες εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα που δεν περιλαμβάνονται στον όμιλο εξυγίανσης σύμφωνα με το σχέδιο εξυγίανσης και θυγατρικές τους·

β)  πιστωτικά ιδρύματα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό, κεντρικό οργανισμό και οποιοδήποτε ίδρυμα υπό τον έλεγχο του κεντρικού οργανισμού όταν τουλάχιστον μία από τις εν λόγω οντότητες αποτελεί οντότητα εξυγίανσης.»

«(109) «εκκαθαριστικό μέλος»: εκκαθαριστικό μέλος σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2 παράγραφος 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

(110)   «συμβούλιο»: διοικητικό ή εποπτικό συμβούλιο, ή και τα δύο, που έχει συγκροτηθεί δυνάμει του εθνικού εταιρικού δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012».

5.  Στο άρθρο 12, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου να καταρτίζουν σχέδια εξυγίανσης ομίλων, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και μετά από διαβούλευση με τις αρχές εξυγίανσης των σημαντικών υποκαταστημάτων, στον βαθμό που το ζήτημα αφορά το συγκεκριμένο υποκατάστημα. Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου προσδιορίζει μέτρα που πρέπει να ληφθούν όσον αφορά:

α)  τη μητρική επιχείρηση της Ένωσης·

β)  τις θυγατρικές που αποτελούν μέρος του ομίλου και που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση·

γ)  τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ)· και

δ)  με την επιφύλαξη των διατάξεων του τίτλου VΙ, τις θυγατρικές αποτελούν μέρος του ομίλου και που είναι εγκατεστημένες εκτός της Ένωσης.

Σύμφωνα με τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, το σχέδιο εξυγίανσης προσδιορίζει για κάθε όμιλο:

α)  τις οντότητες εξυγίανσης·

β)  τους ομίλους εξυγίανσης.».

6.  Στο άρθρο 12 παράγραφος 3, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)  παρουσιάζουν τις δράσεις εξυγίανσης που προγραμματίζονται για τις οντότητες εξυγίανσης στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3, και τις επιπτώσεις των εν λόγω δράσεων εξυγίανσης για τις άλλες οντότητες του ομίλου που αναφέρονται στα στοιχεία (β), (γ) και (δ) του άρθρου 1 παράγραφος 1, για τη μητρική επιχείρηση και τα θυγατρικά ιδρύματα·

β)  εξετάζουν τον βαθμό στον οποίο τα εργαλεία και οι εξουσίες εξυγίανσης θα μπορούν να εφαρμοστούν κατά συντονισμένο τρόπο σε οντότητες εξυγίανσης εγκατεστημένες στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για τη διευκόλυνση της αγοράς ολόκληρου του ομίλου από τρίτο μέρος, ή της αγοράς χωριστών επιχειρηματικών τομέων ή δραστηριοτήτων που παρέχονται από μια σειρά οντοτήτων του ομίλου, ή συγκεκριμένων οντοτήτων του ομίλου, ή ομίλων εξυγίανσης, και να εντοπίσουν οποιαδήποτε δυνητικά εμπόδια σε μια συντονισμένη εξυγίανση·».

7.  Στο άρθρο 12 παράγραφος 3, το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)  προσδιορίζουν οποιεσδήποτε επιπλέον δράσεις, οι οποίες δεν αναφέρονται στην παρούσα οδηγία και τις οποίες οι συναφείς αρχές εξυγίανσης σκοπεύουν να λάβουν, σε σχέση με τις οντότητες εξυγίανσης·».

8.  Στο άρθρο 12 παράγραφος 3, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο α1):

«(α1) όταν ένας όμιλος περιλαμβάνει περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης, παρουσιάζει σχεδιαζόμενες δράσεις εξυγίανσης όσον αφορά τις οντότητες εξυγίανσης του κάθε ομίλου εξυγίανσης και τις επιπτώσεις των εν λόγω δράσεων ως προς:

  (i) τις άλλες οντότητες του ομίλου που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης·

  (ii) άλλους ομίλους εξυγίανσης.».

9.  Στο άρθρο 13 παράγραφος 4, παρεμβάλλεται το εξής εδάφιο μετά το πρώτο εδάφιο:

«Όταν ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης, ο προγραμματισμός των δράσεων εξυγίανσης που αναφέρονται στο σημείο α1) του άρθρου 12 παράγραφος 3 λαμβάνει τη μορφή της κοινής απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.».

10.  Στο άρθρο 13 παράγραφος 6, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ελλείψει κοινής απόφασης των αρχών εξυγίανσης εντός τεσσάρων μηνών, κάθε αρχή εξυγίανσης που είναι υπεύθυνη για μια θυγατρική και που διαφωνεί με το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου λαμβάνει τη δική της απόφαση και, ανάλογα με την περίπτωση, προσδιορίζει την οντότητα εξυγίανσης και καταρτίζει και διατηρεί σχέδιο εξυγίανσης για τον όμιλο εξυγίανσης, ο οποίος αποτελείται από οντότητες υπό τη δικαιοδοσία της. Καθεμία από τις μεμονωμένες αποφάσεις των αρχών εξυγίανσης που διαφωνούν είναι πλήρως αιτιολογημένη και, μεταξύ άλλων, καθορίζει τους λόγους της διαφωνίας με το προτεινόμενο σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και επιφυλάξεις των άλλων αρχών εξυγίανσης και αρμόδιων αρχών. Κάθε αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί την απόφασή της στα λοιπά μέλη του σώματος εξυγίανσης.».

11.  Στο άρθρο 16 παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ένας όμιλος θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί αν είναι εφικτό και αξιόπιστο για τις αρχές εξυγίανσης είτε να προβούν στην εκκαθάριση οντοτήτων του ομίλου υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας είτε να εξυγιάνουν τον εν λόγω όμιλο με την εφαρμογή εργαλείων εξυγίανσης και εξουσιών σε οντότητες εξυγίανσης του εν λόγω ομίλου, αποφεύγοντας παράλληλα στον μέγιστο δυνατό βαθμό οποιεσδήποτε σημαντικές δυσμενείς συνέπειες για τα χρηματοπιστωτικά συστήματα των κρατών μελών στα οποία βρίσκονται οι οντότητες του ομίλου, ή άλλων κρατών μελών ή της Ένωσης, ακόμη και σε περιστάσεις ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων που αφορούν το σύνολο του συστήματος, και με προοπτική να διασφαλιστεί η συνέχιση των κρίσιμων λειτουργιών που εκτελούνται από τις εν λόγω οντότητες του ομίλου, στην περίπτωση που αυτές μπορούν να διαχωριστούν εύκολα εγκαίρως είτε με άλλα μέσα. Οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ενημερώνουν εγκαίρως την ΕΑΤ κάθε φορά που ένας όμιλος θεωρείται ότι δεν είναι δυνατόν να εξυγιανθεί.».

12.  Στο άρθρο 16, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 4:

"4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αξιολογούν τη δυνατότητα εξυγίανσης του κάθε ομίλου εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Η αξιολόγηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο πραγματοποιείται παράλληλα με την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ολόκληρου του ομίλου.».

13.  Στο άρθρο 17 παράγραφος 3 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν ένα ουσιαστικό εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης οφείλεται σε κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 141α παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, το ίδρυμα, εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1, προτείνει στην αρχή εξυγίανσης ενδεχόμενα μέτρα, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι το πιστωτικό ίδρυμα συμμορφώνεται με τα άρθρα 45στ και 45ζ και την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 128 παράγραφος 6 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.».

14.  Στο άρθρο 17 παράγραφος 5, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο η1):

«η1)  να απαιτούν από ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) να υποβάλει ένα σχέδιο για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τα άρθρα 45στ και 45ζ, και με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 128 παράγραφος 6 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·».

15.  Στο άρθρο 17 παράγραφος 5, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο ι1):

«ι1)  να απαιτούν από ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), να αλλάξει το προφίλ ληκτότητας των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 45β ή στο άρθρο 45ζ παράγραφος 3 στοιχεία α) και β), με σκοπό να εξασφαλιστεί διαρκής συμμόρφωση με το άρθρο 45στ ή το άρθρο 45ζ.».

16.  Στα στοιχεία θ) και ι) του άρθρου 17 παράγραφος 5, η φράση «του άρθρου 45» αντικαθίσταται με τη φράση «του άρθρου 45στ και του άρθρου 45ζ».

17.  Στο άρθρο 18, οι παράγραφοι 1 έως 7 αντικαθίστανται ως ακολούθως:

"1.  Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, κατόπιν διαβούλευσης με το σώμα εποπτείας και τις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας στις οποίες βρίσκονται σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για το σημαντικό υποκατάστημα, εξετάζουν την εκτίμηση που απαιτείται βάσει του άρθρου 16 στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης και προβαίνουν σε κάθε εύλογη ενέργεια, προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 σε σχέση με όλες τις οντότητες εξυγίανσης και τις θυγατρικές τους, οι οποίες είναι οντότητες που αποτελούν μέρος του ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1.

2.  Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, σε συνεργασία με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και την ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, συντάσσει και υποβάλλει έκθεση στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης, στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, οι οποίες θα την διαβιβάσουν στις θυγατρικές που τελούν υπό την εποπτεία τους, και στις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας, στις οποίες είναι βρίσκονται σημαντικά υποκαταστήματα. Η έκθεση συντάσσεται μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές και αναλύει τα ουσιαστικά εμπόδια στην αποτελεσματική εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και στην άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά τον όμιλο και τους ομίλους εξυγίανσης, όταν ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης. Η έκθεση εξετάζει τον αντίκτυπο στο επιχειρηματικό μοντέλο του ιδρύματος και προτείνει αναλογικά και στοχοθετημένα μέτρα τα οποία, κατά την άποψη της αρχής, είναι αναγκαία ή ενδεδειγμένα για την εξάλειψη των εν λόγω εμποδίων.

Όταν το εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης του ομίλου οφείλεται στην κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 141α παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου κοινοποιεί την εκτίμηση του εν λόγω εμποδίου στην μητρική επιχείρηση της Ένωσης, μετά από διαβούλευση με την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης και τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών ιδρυμάτων.

3.  Εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της έκθεσης, η μητρική επιχείρηση της Ένωσης μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις και να προτείνει στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση των εμποδίων που προσδιορίζονται στην έκθεση.

Όταν τα εν λόγω εμπόδια οφείλονται στην κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 141α παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, η μητρική επιχείρηση της Ένωσης προτείνει στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, ενδεχόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εν λόγω εμποδίων, εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 2.

4.  Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου γνωστοποιεί κάθε μέτρο που προτείνεται από τη μητρική επιχείρηση της Ένωσης στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας, την ΕΑΤ, τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και τις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας, στις οποίες είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για το σημαντικό υποκατάστημα. Οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας, στις οποίες είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να καταλήξουν σε κοινή απόφαση στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης όσον αφορά τον προσδιορισμό των ουσιαστικών εμποδίων και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, την εκτίμηση των μέτρων που προτείνονται από τη μητρική επιχείρηση της Ένωσης, καθώς και τα μέτρα που απαιτούνται από τις αρχές, προκειμένου να αντιμετωπιστούν ή να εξαλειφθούν τα εμπόδια, καθώς και λαμβάνουν υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των μέτρων σε όλα τα κράτη μέλη όπου λειτουργεί ο όμιλος.

5.  Η κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός τεσσάρων μηνών από την υποβολή παρατηρήσεων από τη μητρική επιχείρηση της Ένωσης, από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας της παραγράφου 3, αναλόγως με το ποια ημερομηνία προηγείται.

Η κοινή απόφαση σχετικά με τα εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης που οφείλονται σε κατάσταση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 141α παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ πρέπει να λαμβάνεται εντός δύο εβδομάδων από την υποβολή παρατηρήσεων από τη μητρική επιχείρηση της Ένωσης σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Η κοινή απόφαση είναι αιτιολογημένη και παρουσιάζεται σε έγγραφο το οποίο διαβιβάζεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης.

Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήματος μιας αρχής εξυγίανσης, να βοηθήσει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε κοινή απόφαση, βάσει του άρθρου 31 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6.  Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 σε επίπεδο ομίλου ή σε επίπεδο ομίλου εξυγίανσης.

Η απόφαση αυτή είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρχών εξυγίανσης. Η απόφαση διαβιβάζεται στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

Εάν, κατά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5, οποιαδήποτε αρχή εξυγίανσης έχει παραπέμψει ζήτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 5 θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός ή εντός μίας εβδομάδας όταν η προσφυγή στην ΕΑΤ σχετίζεται με εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης που οφείλεται σε κατάσταση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 141α παράγραφος 2 της οδηγία 2013/36/ΕΕ. Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 ή αφού ληφθεί απόφαση από κοινού. Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου

7.  Ελλείψει κοινής απόφασης, οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών λαμβάνουν οι ίδιες αποφάσεις σχετικά με τα κατάλληλα μέτρα που πρέπει να λάβουν οι θυγατρικές σε ατομικό επίπεδο σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4. Η απόφαση αυτή είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρχών εξυγίανσης. Η απόφαση διαβιβάζεται στη σχετική θυγατρική από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

Εάν, κατά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5, οποιαδήποτε αρχή εξυγίανσης έχει παραπέμψει ζήτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 5 θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός ή εντός μίας εβδομάδας, όταν η προσφυγή στην ΕΑΤ αφορά εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης λόγω παραβίασης των άρθρων 45 έως 45θ. Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 ή αφού ληφθεί απόφαση από κοινού. Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης της θυγατρικής.».

20.  Στο άρθρο 32 παράγραφος 1, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική στιγμή και άλλες σχετικές παραμέτρους, κανένα εναλλακτικό μέτρο του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων μέτρων από θεσμικό σύστημα προστασίας (ΘΣΠ), ή εποπτική δράση, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης ή της απομείωσης ή της μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων ή των επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 2 που έχει ληφθεί έναντι του ιδρύματος, δεν θα απέτρεπε την πτώχευση του ιδρύματος εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος·».

20α.  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 32α:

«Άρθρο 32aΔιαδικασίες αφερεγγυότητας για τα ιδρύματα που δεν υπόκεινται σε δράση εξυγίανσης

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία που διέπει τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, ένα ίδρυμα για το οποίο ισχύουν όλα τα ακόλουθα υπόκειται σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας:

α)  βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή είναι πιθανό να πτωχεύσει σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α)· και

β)  λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική στιγμή και άλλες σχετικές παραμέτρους, δεν υφίστανται εύλογες προσδοκίες ότι κάποιο εναλλακτικό μέτρο του ιδιωτικού τομέα σε σχέση με το ίδρυμα, περιλαμβανομένων μέτρων από θεσμικό σύστημα προστασίας (ΘΣΠ), ή εποπτική δράση, περιλαμβανομένων των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης ή της απομείωσης ή της μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 2, δεν θα απέτρεπε την πτώχευση του ιδρύματος εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος κατά την έννοια του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο β)· και

γ)  η αρχή εξυγίανσης έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ανάληψη δράσης εξυγίανσης δεν είναι προς το δημόσιο συμφέρον κατά την έννοια του άρθρου 32 παράγραφος 1.»

21.  Στο άρθρο 33, οι παράγραφοι 2, 3 και 4 αντικαθίστανται με το ακόλουθο κείμενο:

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης αναλαμβάνουν δράση εξυγίανσης έναντι μιας οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ), εφόσον αυτή πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1.

3.  Σε περίπτωση που τα θυγατρικά ιδρύματα μιας μεικτής εταιρείας συμμετοχών ανήκουν άμεσα ή έμμεσα σε ενδιάμεση χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι η ενδιάμεση χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών χαρακτηρίζεται ως οντότητα εξυγίανσης και τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι δράσεις εξυγίανσης για τους σκοπούς της εξυγίανσης του ομίλου αναλαμβάνονται έναντι της ενδιάμεσης χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης δεν αναλαμβάνουν δράσεις εξυγίανσης για τους σκοπούς της εξυγίανσης του ομίλου έναντι της μεικτής εταιρείας συμμετοχών.

4.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου και παρά το γεγονός ότι μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ) δεν πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1, οι αρχές εξυγίανσης δύνανται να αναλάβουν δράση εξυγίανσης έναντι μιας οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ), εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η οντότητα είναι οντότητα εξυγίανσης·

β)  μία ή περισσότερες από τις θυγατρικές της εν λόγω οντότητας οι οποίες είναι ιδρύματα αλλά όχι οντότητες εξυγίανσης πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1·

γ)  τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις των εν λόγω θυγατρικών είναι τέτοιου είδους ώστε η πτώχευσή τους να απειλεί τον όμιλο εξυγίανσης στο σύνολό του και να είναι αναγκαία δράση εξυγίανσης έναντι της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ) για την εξυγίανση τέτοιου είδους θυγατρικών οι οποίες είναι ιδρύματα ή για την εξυγίανση του σχετικού ομίλου εξυγίανσης ως συνόλου.».

21 α.  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 33α:

Άρθρο 33a

Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, διαθέτουν την εξουσία να αναστέλλουν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης απορρέουν από σύμβαση στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

  α)  έχει διαπιστωθεί ότι το ίδρυμα ή η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή είναι πιθανό να πτωχεύσει σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

  β)   δεν υφίσταται άμεσα διαθέσιμο μέτρο του ιδιωτικού τομέα κατά την έννοια του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο β) που θα απέτρεπε την πτώχευση του ιδρύματος·

  γ)   η άσκηση της εξουσίας αναστολής είναι ταυτοχρόνως:

(1)    αναγκαία για να αποφευχθεί η περαιτέρω επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ)· και είτε

(2)(i)  αναγκαία προκειμένου να συναχθεί η διαπίστωση που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ)· είτε

(2)(ii)   αναγκαία για την επιλογή των κατάλληλων μέτρων εξυγίανσης ή τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής ενός ή περισσοτέρων μέσων εξυγίανσης.

2.  Η διάρκεια της αναστολής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν υπερβαίνει το ελάχιστο χρονικό διάστημα που η αρχή εξυγίανσης κρίνει απαραίτητο για τους σκοπούς που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο και σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει τις δύο εργάσιμες ημέρες.

3.  Κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η αναστολή αίρεται.

4.  Όταν η αναστολή έγινε σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κάθε άσκηση εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 69, σε σχέση την ίδια οντότητα, δεν πραγματοποιείται πριν παρέλθουν 10 τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες από τη λήξη της αναστολής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

5.  Καμία αναστολή βάσει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης έναντι συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίστηκαν σύμφωνα με την οδηγία 98/26/ΕΚ, κεντρικών αντισυμβαλλομένων και κεντρικών αντισυμβαλλόμενων τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, ή έναντι κεντρικών τραπεζών.

6.  Προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσο θα πρέπει να ασκηθεί εξουσία δυνάμει του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει απόφαση βάσει εκτίμησης του αντικτύπου που μπορεί να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει το πεδίο ισχύος της αναστολής με βάση τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Ειδικότερα, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί προσεκτικά τη σκοπιμότητα της συμπερίληψης των καλυπτόμενων καταθέσεων στο πεδίο ισχύος της αναστολής.

7.  Όταν ασκείται εξουσία αναστολής των υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης στη βάση του παρόντος άρθρου σε σχέση με καλυπτόμενες καταθέσεις, οι καταθέσεις αυτές δεν θεωρούνται μη διαθέσιμες για τους σκοπούς του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημείο 8 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ.

8.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν ασκείται εξουσία αναστολής των υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης σε σχέση με καλυπτόμενες καταθέσεις, η αρχή εξυγίανσης επιτρέπει στους καταθέτες να αποσύρουν ένα κατάλληλο ημερήσιο ποσό, όσο διαρκεί η περίοδος αναστολής.

9.  Μια υποχρέωση πληρωμής ή παράδοσης που θα ήταν απαιτητή κατά την περίοδο αναστολής είναι απαιτητή αμέσως μετά τη λήξη της περιόδου αυτής.

10.  Όταν υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης αναστέλλονται δυνάμει της παραγράφου 1, οι υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης των αντισυμβαλλομένων της οντότητας δυνάμει της σύμβασης αυτής αναστέλλονται για το ίδιο χρονικό διάστημα.

11.  Για ιδρύματα ή οντότητες στα οποία αναφέρεται άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), σε σχέση με τα οποία το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι το ίδρυμα ή η οντότητα πρέπει να εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν κανόνες που υπερβαίνουν το πεδίο ισχύος και τη διάρκεια της εξουσίας αναστολής που προβλέπεται στο παρόν άρθρο. Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο για τη χρήση της εξουσίας αναστολής ισχύουν με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων των εν λόγω ευρύτερων εθνικών κανόνων.

22.  Στο άρθρο 44 παράγραφος 2, το σημείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ) υποχρεώσεις που έχουν εναπομένουσα διάρκεια μικρότερη των επτά ημερών, έναντι συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την οδηγία 98/26/ΕΚ ή έναντι των συμμετεχόντων σε αυτά και που προκύπτουν από συμμετοχή στα εν λόγω συστήματα, ή έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτης χώρας που έχουν αναγνωριστεί από την ΕΑΚΑΑ.»

22 α.  Στο άρθρο 44, παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 2α και 2β:

«2α. Τα κράτη μέλη απαγορεύουν στα ιδρύματα ή τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) ή δ) να υποβάλλουν πρόταση, ανακοίνωση ή παρατήρηση, σύμφωνα με την οποία μια υποχρέωση, εκτός εκείνων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ζ) της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, δεν θα υπάγεται στις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής. Κάθε παραβίαση αυτής της απαγόρευσης επισύρει διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα σύμφωνα με τα άρθρα 110 και 111.

2β. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, για τους σκοπούς του άρθρου 25 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, οι χρεωστικοί τίτλοι που αναφέρονται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 θεωρούνται πολύπλοκοι και ότι εφαρμόζονται αυστηρά οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας που αφορούν τη σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με την πώληση τέτοιων τίτλων σε υφιστάμενους πελάτες του φορέα έκδοσης. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων κρίνεται ότι δεν πληρούν τις υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο της οδηγίας 2014/65/ΕΕ όταν καταβάλλουν ή εισπράττουν τυχόν αμοιβή ή προμήθεια ή όταν παρέχουν ή λαμβάνουν τυχόν μη χρηματικό όφελος ή όποτε δεν δημοσιοποιούν ειδικές εσωτερικές οδηγίες περί πωλήσεων σε σχέση με την εμπορία μη προνομιούχων χρεωστικών μέσων με εξοφλητική προτεραιότητα σε επενδυτές οι οποίοι δεν χαρακτηρίζονται ως επαγγελματίες στο πλαίσιο της εν λόγω οδηγίας.»

23.  Το άρθρο 45 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 45Εφαρμογή και υπολογισμός ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα και οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) πληρούν ανά πάσα στιγμή την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 45 έως 45θ.

2.  Η υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45γ παράγραφος 3 ή παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, ως το ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων και εκφράζεται ως ποσοστό:

α)  του συνολικού ποσού του ανοίγματος σε κίνδυνο της σχετικής οντότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

β)  του μέτρου ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης της σχετικής οντότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 429 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2α.  Τα ιδρύματα και οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) μπορούν να πληρούν οποιοδήποτε μέρος της απαίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου με μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2.

2β.  Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οι αρχές εξυγίανσης προσδιορίζουν κατάλληλη μεταβατική περίοδο για τη συμμόρφωση ιδρύματος ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) με τις απαιτήσεις των άρθρων 45στ ή 45ζ ή με απαίτηση που απορρέει από την εφαρμογή του άρθρου 45β παράγραφος 3, κατά περίπτωση. Η προθεσμία για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των άρθρων 45στ ή 45ζ ή με απαίτηση που προκύπτει ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του άρθρου 45β παράγραφος 3 είναι η 1η Ιανουαρίου 2024.

Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει ενδιάμεσο στόχο για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των άρθρων 45στ ή 45ζ, ή για απαιτήσεις που προκύπτουν ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του άρθρου 45β παράγραφος 3, ανάλογα με την περίπτωση. Ιδρύματα ή οντότητες που αναφέρονται στα στοιχεία β), γ) και δ) του άρθρου 1 παράγραφος 1 συμμορφώνονται με τον εν λόγω ενδιάμεσο στόχο την 1η Ιανουαρίου 2022. Ο ενδιάμεσος στόχος διασφαλίζει τη γραμμική αύξηση των επιλέξιμων υποχρεώσεων και ιδίων κεφαλαίων έως τη συμμόρφωση με την εν λόγω απαίτηση.

Άρθρο 45αΑπαλλαγή από την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 45, οι αρχές εξυγίανσης εξαιρούν από την απαίτηση του άρθρου 45 παράγραφος 1 τα ιδρύματα ενυπόθηκης πίστης που χρηματοδοτούνται από καλυμμένα ομόλογα τα οποία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, δεν επιτρέπεται να δέχονται καταθέσεις, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  τα ιδρύματα αυτά εκκαθαρίζονται μέσω εθνικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, ή μέσω άλλων διαδικασιών που εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 38, 40 ή 42, που προορίζονται για τα εν λόγω ιδρύματα·

β)  αυτές οι εθνικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, ή άλλες διαδικασίες, εξασφαλίζουν ότι οι πιστωτές των εν λόγω ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων κατά περίπτωση όσων κατέχουν καλυμμένα ομόλογα, υφίστανται ζημίες κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στους στόχους της εξυγίανσης.

2.  Τα ιδρύματα που απαλλάσσονται από την υποχρέωση που προβλέπεται από το άρθρο 45 παράγραφος 1 δεν συμπεριλαμβάνονται στην ενοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 45στ παράγραφος 1.

Άρθρο 45β Επιλέξιμες υποχρεώσεις για οντότητες εξυγίανσης

1.  Οι επιλέξιμες υποχρεώσεις περιλαμβάνονται στο ποσό των ίδιων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων των οντοτήτων εξυγίανσης μόνον εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα ακόλουθα άρθρα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013:

α)  Άρθρο 72α·

β)  Άρθρο 72β, με εξαίρεση το στοιχείο δ) της παραγράφου 2·

γ)  Άρθρο 72γ.

1α.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι υποχρεώσεις που εκδίδονται πριν από... [ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας] και που δεν πληρούν τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 72β παράγραφος 2 στοιχεία ζ) έως ιε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων των οντοτήτων εξυγίανσης που περιλαμβάνονται στην MREL.

2.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 72α παράγραφος 2 στοιχείο ιβ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από χρεωστικούς τίτλους με στοιχεία παραγώγων, όπως τα δομημένα αξιόγραφα, συμπεριλαμβάνονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  ένα συγκεκριμένο ποσό της υποχρέωσης που απορρέει από τον χρεωστικό τίτλο είναι εκ των προτέρων γνωστό κατά τον χρόνο έκδοσης, είναι σταθερό και δεν επηρεάζεται από στοιχείο του παραγώγου·

β)  ο χρεωστικός τίτλος, συμπεριλαμβανομένων των παραγώγων, δεν υπόκειται σε καμία συμφωνία συμψηφισμού και η αποτίμησή του δεν υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 49 παράγραφος 3·

βα)  η οντότητα έχει αποδείξει, χωρίς η αρχή εξυγίανσης να προβάλει αντιρρήσεις, ότι ο τίτλος παρουσιάζει επαρκή ικανότητα απορρόφησης ζημιών και μπορεί να υπαχθεί σε διάσωση με ίδια μέσα χωρίς αδικαιολόγητη πολυπλοκότητα, λαμβανομένων υπόψη των αρχών της συνετής αποτίμησης που ορίζονται στην παρούσα οδηγία και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο συμπεριλαμβάνονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων μόνο για το μέρος που αντιστοιχεί με το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου.

3.  Μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές, οι αρχές εξυγίανσης αξιολογούν και αποφασίζουν κατά πόσο και σε ποιον βαθμό η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45στ ικανοποιείται από οντότητες εξυγίανσης με μέσα που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η οντότητα εξυγίανσης μπορεί να εξυγιανθεί κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στους στόχους της εξυγίανσης.

Η απόφαση της αρχής εξυγίανσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο περιέχει τους λόγους για την εν λόγω απόφαση. Οι λόγοι αυτοί βασίζονται στα ακόλουθα:

α)  στο γεγονός ότι οι μη μειωμένης εξασφάλισης υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο έχουν την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα στην εθνική διαδικασία αφερεγγυότητας με ορισμένες υποχρεώσεις που εξαιρούνται από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 ή το άρθρο 44 παράγραφος 3·

β)  στον κίνδυνο, μετά τη σχεδιαζόμενη εφαρμογή των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής σε υποχρεώσεις μη μειωμένης εξασφάλισης που δεν εξαιρούνται από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 ή το άρθρο 44 παράγραφος 3, οι πιστωτές απαιτήσεων που απορρέουν από τις εν λόγω υποχρεώσεις να υποστούν μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίσταντο κατά την εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας·

Το ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που πρέπει να επιτευχθεί σύμφωνα με απόφαση η οποία λαμβάνεται δυνάμει της παρούσας παραγράφου με μέσα που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δεν υπερβαίνει το υψηλότερο των εξής:

α)  δείκτη βάσει επικινδυνότητας 18%, που αντιστοιχεί στα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις του ιδρύματος, εκφρασμένα ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφοι 3 και 4 του εν λόγω κανονισμού·

β)  δείκτη 6,75% ο οποίος δεν βασίζεται στην επικινδυνότητα, που αντιστοιχεί στα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις του ιδρύματος εκφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 429 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού,

με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 72β παράγραφοι 3 και 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και των μεταβατικών διατάξεων που ορίζονται στο άρθρο 494 του εν λόγω κανονισμού.

Με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου, το ύψος των ιδίων κεφαλαίων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων που απαιτούνται με απόφαση σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο αρκούν για να εξασφαλιστεί ότι οι πιστωτές που αναφέρονται στο στοιχείο β) του δεύτερου εδαφίου δεν θα υποστούν ζημίες που υπερβαίνουν το επίπεδο των ζημιών που διαφορετικά θα είχαν υποστεί κατά την εκκαθάριση στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας.

4.  Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 115 σχετικά με μέτρα για τον περαιτέρω προσδιορισμό των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2.

Άρθρο 45γΚαθορισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις

1.  Η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 σε κάθε οντότητα, καθορίζεται από την αρχή εξυγίανσης, σε συνεργασία με την αρμόδια αρχή, βάσει των ακόλουθων κριτηρίων:

α)  της ανάγκης να εξασφαλιστεί ότι η οντότητα εξυγίανσης μπορεί να εξυγιανθεί μέσω της εφαρμογής των εργαλείων εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένου ενδεχομένως του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στους στόχους εξυγίανσης·

β)  της ανάγκης να διασφαλιστεί, σε ενδεδειγμένες περιπτώσεις, ότι η οντότητα εξυγίανσης και οι θυγατρικές της που είναι ιδρύματα, αλλά όχι οντότητες εξυγίανσης, διαθέτουν επαρκείς επιλέξιμες υποχρεώσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι, σε περίπτωση που εφαρμοζόταν σε αυτές το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα ή οι εξουσίες απομείωσης και μετατροπής, αντιστοίχως, οι απώλειες θα μπορούσαν να απορροφηθούν και ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας και ο δείκτης μόχλευσης με τη μορφή κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των σχετικών οντοτήτων μπορεί να αποκατασταθεί σε επίπεδο που είναι αναγκαίο προκειμένου να είναι σε θέση να εξακολουθήσουν να πληρούν τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας και να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες για τις οποίες έχουν λάβει άδεια βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

γ)  της ανάγκης να διασφαλιστεί ότι, εάν το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι ορισμένες κατηγορίες επιλέξιμων υποχρεώσεων ενδέχεται να εξαιρεθούν από τη διάσωση με ίδια μέσα δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3, ή ενδέχεται να μεταβιβαστούν πλήρως σε αποδέκτη στο πλαίσιο μερικής μεταβίβασης, η οντότητα εξυγίανσης έχει επαρκείς άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ζημίες μπορούν να απορροφηθούν και οι κεφαλαιακές απαιτήσεις ή, ανάλογα με την περίπτωση, ο δείκτης μόχλευσης με τη μορφή κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της οντότητας εξυγίανσης μπορεί να αποκατασταθεί σε επίπεδο που να επαρκεί ώστε να είναι σε θέση να εξακολουθήσει να πληροί τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας και να συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

δ)  του μεγέθους, του επιχειρηματικού μοντέλου, του μοντέλου χρηματοδότησης και του προφίλ κινδύνου της οντότητας·

στ)  του βαθμού στον οποίο η πτώχευση της οντότητας θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, μεταξύ άλλων λόγω της αλληλεπίδρασης μεταξύ της οντότητας και άλλων ιδρυμάτων ή οντοτήτων ή με το υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα μέσω της μετάδοσης σε άλλα ιδρύματα ή οντότητες.

Η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι το επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 είναι αναλογικό προς τις ιδιαιτερότητες του επιχειρηματικού και του χρηματοδοτικού μοντέλου της οντότητας εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη τα εξής:

(i)  τη δεσπόζουσα θέση των καταθέσεων στη διάρθρωση της χρηματοδότησης·

(ii)  την έλλειψη εμπειρίας στην έκδοση χρεωστικών τίτλων λόγω της περιορισμένης πρόσβασης σε διασυνοριακές και μεγάλης κλίμακας κεφαλαιαγορές·

(iii)  το γεγονός ότι το ίδρυμα θα βασίζεται κατά κύριο λόγο σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και σε κεφαλαιακά μέσα για την εκπλήρωση της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1.

2.  Σε περίπτωση που το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι η δράση εξυγίανσης πρέπει να αναλαμβάνεται σύμφωνα με το σχετικό σενάριο εξυγίανσης που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 3, η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 ισούται με ποσό ικανό να διασφαλίσει ότι:

α)  οι ζημίες που ενδεχομένως αναμένεται να υποστεί η οντότητα θα απορροφηθούν πλήρως («απορρόφηση ζημιών»)·

β)  η οντότητα ή οι θυγατρικές της που είναι ιδρύματα αλλά όχι οντότητες εξυγίανσης ανακεφαλαιοποιούνται στα αναγκαία επίπεδα προκειμένου να μπορούν να εξακολουθήσουν να πληρούν τις προϋποθέσεις απόκτησης της άδειας λειτουργίας και να συνεχίσουν να διεκπεραιώνουν τις δραστηριότητες για τις οποίες έχουν λάβει άδεια βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή ισοδύναμης νομοθεσίας («ανακεφαλαιοποίηση»)·

σε περίπτωση που το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι η οντότητα εκκαθαρίζεται σύμφωνα με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 για την εν λόγω οντότητα δεν υπερβαίνουν ένα ποσό το οποίο επαρκεί για την απορρόφηση των ζημιών σύμφωνα με το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου.

2α.  Οι αρχές εξυγίανσης διασφαλίζουν ότι το ποσό απορρόφησης των ζημιών που αναφέρεται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου δεν θα θεωρείται αυτομάτως μεγαλύτερο από το πραγματικό επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων της οντότητας ή ίσο με αυτό.

3.  Με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, για τις οντότητες εξυγίανσης, για τον προσδιορισμό του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η αρχή εξυγίανσης υπολογίζει το υψηλότερο από τα ακόλουθα:

α)  το άθροισμα:

(i) του ποσού των προς απορρόφηση ζημιών σε εξυγίανση το οποίο αντιστοιχεί στις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ της οντότητας εξυγίανσης σε ▌επίπεδο ενοποιημένου ομίλου εξυγίανσης,

(ii) ενός ποσού ανακεφαλαιοποίησης που επιτρέπει στον όμιλο εξυγίανσης που προκύπτει από την εξυγίανση να αποκαταστήσει τη συμμόρφωσή του προς την απαίτηση του συνολικού δείκτη κεφαλαίου του που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και την απαίτησή του που αναφέρεται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε ▌επίπεδο ενοποιημένου ομίλου εξυγίανσης μετά την υλοποίηση της προτιμώμενης δράσης εξυγίανσης·

β)  το άθροισμα:

(i) του ποσού των προς απορρόφηση ζημιών σε εξυγίανση που αντιστοιχεί στην απαίτηση του δείκτη μόχλευσης της οντότητας εξυγίανσης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ▌επίπεδο ενοποιημένου ομίλου εξυγίανσης· και

(ii) ενός ποσού ανακεφαλαιοποίησης που επιτρέπει στον όμιλο εξυγίανσης που προκύπτει από την εξυγίανση να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση προς την απαίτηση του δείκτη κεφαλαίου που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ▌επίπεδο ενοποιημένου ομίλου εξυγίανσης μετά την υλοποίηση της προτιμώμενης δράσης εξυγίανσης.

Για τους σκοπούς των στοιχείων α) σημείο ii) και β) σημείο ii) του πρώτου εδαφίου, το ποσό της ανακεφαλαιοποίησης συμπληρώνεται επίσης με πρόσθετο ποσό που η αρχή εξυγίανσης θεωρεί απαραίτητο για να διατηρηθεί επαρκής εμπιστοσύνη της αγοράς μετά την εξυγίανση, λαμβάνοντας υπόψη το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου της οντότητας εξυγίανσης·

Το ποσό του αποθέματος ασφαλείας που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν υπερβαίνει το ποσό της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 128 παράγραφος 6 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, με εξαίρεση την απαίτηση που αναφέρεται στο στοιχείο α) της εν λόγω διάταξης, εκτός εάν είναι αναγκαίο ένα υψηλότερο επίπεδο ώστε να εξασφαλιστεί ότι μετά από εξυγίανση η οντότητα εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις για την απόκτηση άδειας για επαρκές χρονικό διάστημα το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

Για τους σκοπούς του άρθρου 45 παράγραφος 2 στοιχείο α), η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 εκφράζεται ως ποσοστό του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου διά του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο.

Για τους σκοπούς του άρθρου 45 παράγραφος 2 στοιχείο β), η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, εκφράζεται ως ποσοστό του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου διά του μέτρου του ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης.

Η αρχή εξυγίανσης ορίζει τα ποσά ανακεφαλαιοποίησης που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια σύμφωνα με τις δράσεις εξυγίανσης που προβλέπονται στο σχέδιο εξυγίανσης και μπορεί να προσαρμόζει τα εν λόγω ποσά ανακεφαλαιοποίησης έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν επαρκώς τους κινδύνους που επηρεάζουν τη δυνατότητα εξυγίανσης οι οποίοι προκύπτουν από το επιχειρηματικό μοντέλο, το χρηματοδοτικό προφίλ και το συνολικό προφίλ κινδύνου του ομίλου εξυγίανσης.

3α.  Όταν το Συμβούλιο Εξυγίανσης εκτιμά ότι ένα ίδρυμα, αν χρεοκοπήσει, είτε θα υποβληθεί σε εκκαθάριση είτε θα εισέλθει σε διαδικασία αφερεγγυότητας, η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας δεν υπερβαίνει τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) του άρθρου 92 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και του άρθρου 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

4.  Με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, για οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης, προκειμένου να προσδιοριστεί το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η αρχή εξυγίανσης υπολογίζει το υψηλότερο ▌από τα ακόλουθα ποσά:

α)  το άθροισμα:

(i) του ποσού των ζημιών προς απορρόφηση σε εξυγίανση το οποίο αντιστοιχεί στις απαιτήσεις της οντότητας που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, και

(ii) ενός ποσού ανακεφαλαιοποίησης που επιτρέπει στην οντότητα να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση προς την απαίτηση του συνολικού δείκτη κεφαλαίου της που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και την απαίτησή της που αναφέρεται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ μετά την άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 της παρούσας οδηγίας·

β)  το άθροισμα:

(i) του ποσού των ζημιών προς απορρόφηση σε εξυγίανση το οποίο αντιστοιχεί στην απαίτηση του δείκτη μόχλευσης της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και

(ii) ενός ποσού ανακεφαλαιοποίησης που επιτρέπει στην οντότητα να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση προς την απαίτηση του δείκτη μόχλευσης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μετά την άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 της παρούσας οδηγίας·

Για τους σκοπούς των στοιχείων α) σημείο ii) και β) σημείο ii) του πρώτου εδαφίου, το ποσό της ανακεφαλαιοποίησης συμπληρώνεται επίσης με πρόσθετο ποσό που η αρχή εξυγίανσης θεωρεί απαραίτητο για να διατηρηθεί επαρκής εμπιστοσύνη της αγοράς μετά την εξυγίανση, λαμβάνοντας υπόψη το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου της οντότητας·

Το ποσό του αποθέματος ασφαλείας που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν υπερβαίνει το ποσό της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 128 παράγραφος 6 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, με εξαίρεση την απαίτηση που αναφέρεται στο στοιχείο α) της εν λόγω διάταξης, εκτός εάν είναι αναγκαίο ένα υψηλότερο επίπεδο ώστε να εξασφαλιστεί ότι μετά από εξυγίανση η οντότητα εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις για την απόκτηση άδειας για επαρκές χρονικό διάστημα το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

Για τους σκοπούς του στοιχείου α) του άρθρου 45 παράγραφος 2, η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, εκφράζεται ως ποσοστό του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α) διά του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β) του άρθρου 45 παράγραφος 2, η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, εκφράζεται ως ποσοστό του ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο β) διά του μέτρου του ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης.

Η αρχή εξυγίανσης ορίζει τα ποσά ανακεφαλαιοποίησης που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο σύμφωνα με τις δράσεις εξυγίανσης που προβλέπονται στο σχέδιο εξυγίανσης και μπορεί να προσαρμόζει τα εν λόγω ποσά ανακεφαλαιοποίησης έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν επαρκώς τους κινδύνους που επηρεάζουν τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης που προκύπτουν από το επιχειρηματικό μοντέλο, το χρηματοδοτικό προφίλ και το συνολικό προφίλ κινδύνου της οντότητας.

5.  Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης αναμένει ότι ορισμένες κατηγορίες επιλέξιμων υποχρεώσεων ενδέχεται να εξαιρεθούν από τη διάσωση με ίδια μέσα δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3, ή ενδέχεται να μεταβιβαστούν πλήρως σε αποδέκτη στο πλαίσιο μερικής μεταβίβασης, η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 δεν υπερβαίνει το ποσό που επαρκεί για:

α)  να καλύψει το ποσό των εξαιρουμένων υποχρεώσεων που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 3·

β)  να εξασφαλίσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

6.  Η απόφαση της αρχής εξυγίανσης να επιβάλει την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων βάσει του παρόντος άρθρου περιέχει το σκεπτικό της απόφασης αυτής, συμπεριλαμβανομένης μιας πλήρους εκτίμησης των στοιχείων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 5.

7.  Για τους σκοπούς των παραγράφων 3 και 4, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις ερμηνεύονται σύμφωνα με την εφαρμογή από την αρμόδια αρχή των μεταβατικών διατάξεων που προβλέπονται στα κεφάλαια 1, 2 και 4 του τίτλου Ι του δέκατου μέρους του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας στο πλαίσιο άσκησης των δικαιωμάτων που παραχωρούνται στις αρμόδιες αρχές από τον εν λόγω κανονισμό.

8.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία εξειδικεύουν περαιτέρω τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1, με βάση τα οποία η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιτρεπτών υποχρεώσεων καθορίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο έως [1 μήνα μετά την έναρξη ισχύος].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 45δΚαθορισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις για τις οντότητες των G-SII

1.  Η υποχρέωση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 μιας οντότητας εξυγίανσης η οποία αποτελεί G-SII ή μέρος μιας G-SII συνίσταται στα ακόλουθα:

α)  με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 72β παράγραφοι 3 και 4 και των μεταβατικών διατάξεων που ορίζονται στο άρθρο 494 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στο υψηλότερο από τα ακόλουθα ποσά:

(i)  δείκτη βάσει επικινδυνότητας 18%, που αντιστοιχεί στα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις του ιδρύματος, εκφρασμένα ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφοι 3 και 4 του εν λόγω κανονισμού·

(ii)  δείκτη 6,75% ο οποίος δεν βασίζεται στην επικινδυνότητα, που αντιστοιχεί στα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις του ιδρύματος εκφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 429 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού· και

β)  σε κάθε συμπληρωματική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που προσδιορίζεται από την αρχή εξυγίανσης και αφορά συγκεκριμένα την οντότητα σύμφωνα με την παράγραφο 2, η οποία καλύπτεται από υποχρεώσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 45β παράγραφοι 1 και 2.

2.  Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να επιβάλει μια πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 μόνον:

α)  όταν η απαίτηση που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 δεν επαρκεί για να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 45γ· και

β)  στο βαθμό που το ποσό των απαιτούμενων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων δεν υπερβαίνει το επίπεδο που είναι απαραίτητο ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 45γ.

3.  Σε περίπτωση που περισσότερες από μία οντότητες G-SII που ανήκουν στις ίδιες G-SII της ΕΕ είναι οντότητες εξυγίανσης, οι σχετικές αρχές εξυγίανσης υπολογίζουν το ποσό που προβλέπεται στην παράγραφο 2

α)  για κάθε οντότητα εξυγίανσης,

β)  για τη μητρική οντότητα της Ένωσης, ως εάν ήταν η μοναδική οντότητα εξυγίανσης G-SII της ΕΕ.

4.  Η απόφαση της αρχής εξυγίανσης να επιβάλει μια πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, σύμφωνα με το στοιχείο β) της παραγράφου 1, περιέχει τους λόγους για την εν λόγω απόφαση, συμπεριλαμβανομένης και μιας πλήρους αξιολόγησης των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 45στΕφαρμογή των ελάχιστων απαιτήσεων για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις σε οντότητες εξυγίανσης

1.  Οι οντότητες εξυγίανσης συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 45γ έως 45ε σε ενοποιημένη βάση στο επίπεδο του ομίλου εξυγίανσης.

2.  Η υποχρέωση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 της οντότητας εξυγίανσης στο ενοποιημένο επίπεδο του ομίλου εξυγίανσης καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45η, βάσει των απαιτήσεων που καθορίζονται στα άρθρα 45γ έως 45ε και του κατά πόσον οι θυγατρικές τρίτης χώρας του ομίλου πρέπει να εξυγιαίνονται χωριστά σύμφωνα με το σχέδιο εξυγίανσης.

2α.  Για τους ομίλους εξυγίανσης όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 83β στοιχείο β), η σχετική αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ποιες οντότητες εξυγίανσης του ομίλου εξυγίανσης, όπως ορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, πληρούν την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45γ παράγραφος 3, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι ο όμιλος εξυγίανσης πληροί στο σύνολό του την απαίτηση που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 45ζ Εφαρμογή της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης

1.  Τα ιδρύματα που είναι θυγατρικές μιας οντότητας εξυγίανσης και δεν είναι τα ίδια οντότητες εξυγίανσης συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 45γ ▌, σε μεμονωμένη βάση. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, να αποφασίσει να εφαρμόσει την απαίτηση που προβλέπεται στο παρόν άρθρο σε οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) ή δ), η οποία είναι θυγατρική μιας οντότητας εξυγίανσης και δεν αποτελεί η ίδια οντότητα εξυγίανσης.

Η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 της οντότητας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45η και βάσει των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 45γ ▌.

2.  Η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 των οντοτήτων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο υπόκειται στους ακόλουθους όρους:

α)  η οντότητα εξυγίανσης συμμορφώνεται με την απαίτηση σε ενοποιημένο επίπεδο που αναφέρεται στο άρθρο 45στ·

β)  το άθροισμα όλων των απαιτήσεων που πρέπει να εφαρμόζονται στις θυγατρικές εταιρείες του ομίλου εξυγίανσης καλύπτονται από και δεν υπερβαίνουν την ενοποιημένη απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45στ, εκτός εάν αυτό οφείλεται μόνο στις επιπτώσεις που έχει η ενοποίηση σε επίπεδο ομίλου εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 45στ παράγραφος 1.

γ)  η απαίτηση καθορίζεται σε ποσοστό μεταξύ 75% και 90% των απαιτήσεων που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 1 και δεν υπερβαίνει τη συνεισφορά της θυγατρικής στην ενοποιημένη απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45στ παράγραφος 1.

δ)  πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας που προβλέπονται στην παράγραφο 3.

3.  Η απαίτηση αυτή τηρείται με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

α)  υποχρεώσεις που:

(i) έχουν εκδοθεί σε και αγοράζονται από την οντότητα εξυγίανσης, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω άλλων οντοτήτων του ίδιου ομίλου εξυγίανσης που αγόρασαν τις υποχρεώσεις από την οντότητα που υπόκειται στο παρόν άρθρο ή από υφιστάμενο μέτοχο ο οποίος δεν ανήκει στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης, υπό τον όρο ότι η άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής που προβλέπεται στα άρθρα 59 έως 62 δεν επηρεάζει τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης·

(ii) πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 72α, με εξαίρεση το άρθρο 72β παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

(iii) κατατάσσονται σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας κάτω από υποχρεώσεις εκτός από εκείνες που είναι επιλέξιμες για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται σε και αγοράζονται από άλλες οντότητες πλην της οντότητας εξυγίανσης·

(iv) υπόκεινται στις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62, οι οποίες συνάδουν με την στρατηγική εξυγίανσης του ομίλου εξυγίανσης, ιδίως χωρίς να επηρεάζουν τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης.

β)  μέσα ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται σε και αγοράζονται από άλλες οντότητες πλην της οντότητας εξυγίανσης όταν η άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62 δεν επηρεάζει τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης.

3a.  Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο α) σημείο ii) της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, οι υποχρεώσεις που εκδίδονται πριν από... [ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας] και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 72β παράγραφος 2 στοιχεία ζ) έως ιε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.

5.  Η αρχή εξυγίανσης μιας θυγατρικής που δεν είναι οντότητα εξυγίανσης μπορεί να άρει πλήρως την εφαρμογή του παρόντος άρθρου όσον αφορά τη συγκεκριμένη θυγατρική, όταν:

α)  τόσο η θυγατρική όσο και η οντότητα εξυγίανσης υπόκεινται σε χορήγηση άδειας λειτουργίας και εποπτείας από την ίδια αρμόδια αρχή, ή είναι αμφότερες εγκατεστημένες σε συμμετέχοντα κράτη μέλη κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013·

β)  η οντότητα εξυγίανσης συμμορφώνεται σε υποενοποιημένη βάση με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45στ·

γ)  δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από την οντότητα εξυγίανσης στη θυγατρική, για την οποία έχει γίνει διαπίστωση σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 3, ιδίως όταν αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης για την οντότητα εξυγίανσης·

δ)  η οντότητα εξυγίανσης πληροί τις απαιτήσεις της αρμόδιας αρχής όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής και έχει δηλώσει, με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η θυγατρική ή ότι οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αμελητέοι·

ε)  οι διαδικασίες αξιολόγησης, μέτρησης και ελέγχου του κινδύνου της οντότητας εξυγίανσης καλύπτουν τη θυγατρική·

στ)  η οντότητα εξυγίανσης κατέχει περισσότερο από το 50% των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απομακρύνει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού οργάνου της θυγατρικής·

5α.  Η αρχή εξυγίανσης μιας οντότητας του ομίλου εξυγίανσης η οποία δεν αποτελεί οντότητα εξυγίανσης, εξετάζει και στη συνέχεια δύναται να παραιτηθεί εν μέρει ή πλήρως από την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 5 για την εν λόγω οντότητα, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η οντότητα εξυγίανσης του ομίλου εξυγίανσης είναι ο κεντρικός οργανισμός δικτύου ή ομίλου συνεργασίας·

β)  η οντότητα είναι πιστωτικό ίδρυμα μόνιμα συνδεδεμένο με τον εν λόγω κεντρικό οργανισμό·

γ)  τα μέλη του δικτύου υπόκεινται σε έναν εσωτερικό μηχανισμό αλληλεγγύης βασισμένο σε νομική πράξη.

Άρθρο 45ηΔιαδικασία για τον καθορισμό της απαίτησης

1.  Η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από την πρώτη, και οι αρχές εξυγίανσης που είναι αρμόδιες για τις θυγατρικές του ομίλου εξυγίανσης σε μεμονωμένη βάση καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με τα εξής:

α)  το ποσό της απαίτησης που εφαρμόζεται σε ενοποιημένο επίπεδο για κάθε οντότητα εξυγίανσης·

β)  το ποσό της απαίτησης που εφαρμόζεται σε κάθε θυγατρική της οντότητας εξυγίανσης σε ατομικό επίπεδο.

Η κοινή απόφαση διασφαλίζει τη συμμόρφωση προς το άρθρο 45στ και το άρθρο 45ζ, είναι πλήρως αιτιολογημένη και παρέχεται:

α)  στην οντότητα εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσής της·

β)  στις θυγατρικές της οντότητας εξυγίανσης από τις αντίστοιχες αρχές εξυγίανσής τους·

γ)  στην ενωσιακή μητρική επιχείρηση του ομίλου από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης, όταν η εν λόγω ενωσιακή μητρική επιχείρηση δεν αποτελεί η ίδια οντότητα εξυγίανσης από τον ίδιο όμιλο εξυγίανσης.

2.  Σε περίπτωση που περισσότερες από μία οντότητες G-SII που ανήκουν στην ίδια ενωσιακή G-SII είναι οντότητες εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο συζητούν και, κατά περίπτωση και σύμφωνα με τη στρατηγική εξυγίανσης της G-II, συμφωνούν όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 72ε του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τυχόν αναπροσαρμογή ώστε να ελαχιστοποιείται ή να εξαλείφεται η διαφορά μεταξύ του αθροίσματος των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 45δ παράγραφος 3 στοιχείο α) και στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, που αφορούν τις επιμέρους οντότητες εξυγίανσης, και του αθροίσματος των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 45δ παράγραφος 3 στοιχείο β) και στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Η εν λόγω προσαρμογή μπορεί να εφαρμοστεί υπό τους ακόλουθους όρους:

α)  η προσαρμογή μπορεί να εφαρμοστεί για διαφορές στον υπολογισμό των συνολικών ποσών ανοίγματος σε κίνδυνο, μεταξύ των οικείων κρατών μελών, προσαρμόζοντας το επίπεδο της απαίτησης·

β)  η προσαρμογή δεν εφαρμόζεται για την εξάλειψη των διαφορών που προκύπτουν από ανοίγματα μεταξύ ομίλων εξυγίανσης.

Το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 45δ παράγραφος 3 στοιχείο α) και στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όσον αφορά τις επιμέρους οντότητες εξυγίανσης, δεν πρέπει να είναι χαμηλότερο από το σύνολο των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 45δ παράγραφος 3 στοιχείο β) και στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

3.  Ελλείψει τέτοιου είδους κοινής απόφασης εντός τεσσάρων μηνών, λαμβάνεται απόφαση σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως 6.

4.  Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός τεσσάρων μηνών λόγω διαφωνίας σχετικά με την ενοποιημένη απαίτηση, λαμβάνεται απόφαση για την ενοποιημένη απαίτηση από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης, αφού ληφθούν δεόντως υπόψη:

α)  η αξιολόγηση των θυγατρικών που πραγματοποιείται από τις οικείες αρχές εξυγίανσης,

β)  η γνώμη της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης.

Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρχές εξυγίανσης έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ.

Η απόφαση της ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τα σημεία α) και β) του πρώτου εδαφίου.

Η τετράμηνη περίοδος θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός.

Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.

Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης.

5.  Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός τεσσάρων μηνών λόγω διαφωνίας σχετικά με το ύψος της απαίτησης που ισχύει για τις θυγατρικές του ομίλου εξυγίανσης σε μεμονωμένη βάση, η απόφαση λαμβάνεται από τις αντίστοιχες αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  οι απόψεις και οι επιφυλάξεις που εκφράστηκαν από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη·

β)  η γνώμη της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου έχει ληφθεί δεόντως υπόψη, εάν η αρχή αυτή είναι διαφορετική από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης·

γ)  έχει αξιολογηθεί η συμμόρφωση με το άρθρο 45ζ παράγραφος 2.

Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης ή η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, οι αρχές εξυγίανσης που είναι αρμόδιες για τις θυγατρικές σε μεμονωμένη βάση αναβάλλουν τις αποφάσεις τους και αναμένουν την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, και λαμβάνουν την απόφασή τους σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η απόφαση της ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου.

Η τετράμηνη περίοδος θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός.

Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.

Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, εφαρμόζονται οι αποφάσεις των αρχών εξυγίανσης των θυγατρικών.

Η κοινή απόφαση και κάθε απόφαση που λαμβάνεται ελλείψει κοινής απόφασης επανεξετάζεται και, όπου απαιτείται, επικαιροποιείται σε τακτική βάση.

6.  Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός τεσσάρων μηνών λόγω διαφωνίας σχετικά με το επίπεδο της ενοποιημένης απαίτησης και το επίπεδο της απαίτησης που εφαρμόζεται στις θυγατρικές εταιρείες του ομίλου εξυγίανσης σε μεμονωμένη βάση, ισχύουν τα ακόλουθα:

α)  λαμβάνεται απόφαση για την ενοποιημένη απαίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 4·

β)  λαμβάνεται απόφαση σχετικά με το ύψος της απαίτησης που ισχύει για τις θυγατρικές του ομίλου εξυγίανσης σε μεμονωμένη βάση σύμφωνα με την παράγραφο 4 εφόσον:

(i) έχει εξεταστεί ενδελεχώς η απόφαση που αναφέρεται στο στοιχείο α)·

(ii) έχει αξιολογηθεί η συμμόρφωση προς το άρθρο 45ζ παράγραφος 2.

7.  Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και οι όποιες αποφάσεις λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 6 ελλείψει κοινής απόφασης είναι δεσμευτικές για τις οικείες αρχές εξυγίανσης.

Η κοινή απόφαση και κάθε απόφαση που λαμβάνεται ελλείψει κοινής απόφασης επανεξετάζεται και, όπου απαιτείται, επικαιροποιείται σε τακτική βάση.

8.  Οι αρχές εξυγίανσης, κατόπιν συντονισμού με τις αρμόδιες αρχές, επιβάλλουν και ελέγχουν ότι οι οντότητες πληρούν την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, και λαμβάνουν κάθε απόφαση σύμφωνα με το παρόν άρθρο παράλληλα με την κατάρτιση και τη διατήρηση των σχεδίων εξυγίανσης.

9.  Η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης ενημερώνει την ΕΑΤ σχετικά με την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που έχουν καθοριστεί:

α)  σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης·

β)  στο επίπεδο των θυγατρικών του ομίλου εξυγίανσης σε μεμονωμένη βάση.

Άρθρο 45θΕποπτική αναφορά και δημοσιοποίηση της απαίτησης

1.  Οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 υποβάλλουν έκθεση στις αρμόδιες αρχές και αρχές εξυγίανσης σχετικά με τα ακόλουθα μετά από σχετικό αίτημα και τουλάχιστον σε ετήσια βάση:

α)  τα επίπεδα των διαθέσιμων στοιχείων που πληρούν τους όρους του άρθρου 45β ή του άρθρου 45ζ παράγραφος 3, τα ποσά των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων εκπεφρασμένα σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2, μετά την εφαρμογή των αφαιρέσεων σύμφωνα με τα άρθρα 72ε έως 72ι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τα επίπεδα των υποχρεώσεων που δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 44 σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·

β)  τη σύνθεση των στοιχείων που αναφέρονται στο στοιχείο α), συμπεριλαμβανομένου του προφίλ ληκτότητας και κατάταξης σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

2.  Οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 καθιστούν τις ακόλουθες πληροφορίες διαθέσιμες στο κοινό τουλάχιστον σε ετήσια βάση:

α)  τα επίπεδα των διαθέσιμων στοιχείων που πληρούν τους όρους του άρθρου 45β ή 45ζ παράγραφος 3·

β)  τη σύνθεση των στοιχείων που αναφέρονται στο στοιχείο α), συμπεριλαμβανομένου του προφίλ ληκτότητας και κατάταξης σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

2α.  Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στις οντότητες που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  όταν η οντότητα είναι ίδρυμα, πληροί ένα δείκτη μόχλευσης τουλάχιστον 10% κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· και

β)  το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι η οντότητα πρόκειται να εκκαθαριστεί σύμφωνα με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

3.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό ενιαίων μορφοτύπων, υποδειγμάτων και συχνότητας και υποδείγματα για την εποπτική αναφορά και δημοσιοποίηση, τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [12 μήνες από την έναρξη ισχύος].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

4.  Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την παράγραφο 2 από την 1η Ιανουαρίου 2024.

Άρθρο 45ιΥποβολή εκθέσεων στην ΕΑΤ

1.  Οι αρχές εξυγίανσης, κατόπιν συντονισμού με τις αρμόδιες αρχές, ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που έχουν οριστεί για κάθε ίδρυμα που τελεί υπό τη δικαιοδοσία της.

2.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό ενιαίων μορφοτύπων, υποδειγμάτων και ορισμών σχετικά με τον εντοπισμό και τη μετάδοση στην ΕΑΤ πληροφοριών από τις αρχές εξυγίανσης, κατόπιν συντονισμού με τις αρμόδιες αρχές, για τους σκοπούς της παραγράφου 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος]...(18)*.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 45ιαΠαραβάσεις της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις

1.  Οιαδήποτε παραβίαση της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις από μια οντότητα αντιμετωπίζεται από τις αρμόδιες αρχές με βάση τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα:

α)  εξουσίες για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 17 και το άρθρο 18·

β)  μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΚ·

γ)  μέτρα έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 27·

δ)  διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 110 και το άρθρο 111·

1α.  Οι αρχές εξυγίανσης παρακολουθούν σε τριμηνιαία βάση την εκπλήρωση της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις και ενημερώνουν την αρμόδια αρχή για τυχόν παραβιάσεις και άλλα συναφή συμβάντα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την εκπλήρωση της ελάχιστης απαίτησης.

2.  Οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης διαβουλεύονται μεταξύ τους, κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους που αναφέρονται στα στοιχεία (α) έως (δ) της παραγράφου 1.

2α.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 141α παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ένα ίδρυμα δεν θεωρείται ότι δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τους σκοπούς του άρθρου 141 της εν λόγω οδηγίας όταν πληροί τους όρους που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β) του άρθρου 141α παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας, όταν η αδυναμία εκπλήρωσης της εν λόγω απαίτησης αφορά μόνο την ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις όπως ορίζεται στα άρθρα 45γ και 45δ της παρούσας οδηγίας, και όταν η αδυναμία εκπλήρωσης της εν λόγω απαίτησης δεν διαρκεί περισσότερο από 12 μήνες.

Άρθρο 45ιβΕκθέσεις

1.  Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης, υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή, παρέχοντας εκτιμήσεις για τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)  τον τρόπο με τον οποίο η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων έχει εφαρμοστεί σε εθνικό επίπεδο, και ειδικότερα κατά πόσον υπήρξαν αποκλίσεις στα επίπεδα που ορίστηκαν για συγκρίσιμες οντότητες σε όλα τα κράτη μέλη·

β)  τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία απαίτησης από τα ιδρύματα για εκπλήρωση της απαίτησης με μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 45β παράγραφος 2 έχει ασκηθεί από τις αρχές εξυγίανσης, και κατά πόσον υπήρξαν αποκλίσεις κατά την άσκηση της εν λόγω εξουσίας σε όλα τα κράτη μέλη.

2.  Η έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 λαμβάνει υπόψη τα εξής:

α)  τον αντίκτυπο της ελάχιστης απαίτησης και κάθε προτεινόμενου εναρμονισμένου επιπέδου της ελάχιστης απαίτησης όσον αφορά τα ακόλουθα:

(i)  τις χρηματοπιστωτικές αγορές γενικά και, ειδικότερα, τις αγορές μη εξασφαλισμένων χρεωστικών τίτλων και παραγώγων,

(ii)  τα επιχειρηματικά μοντέλα και τη διάρθρωση του ισολογισμού των ιδρυμάτων, ιδίως δε το χρηματοδοτικό προφίλ και τη χρηματοδοτική στρατηγική των ιδρυμάτων, καθώς και τη νομική και λειτουργική δομή των ομίλων,

(iii)  την κερδοφορία των ιδρυμάτων, και ιδίως το κόστος της χρηματοδότησης,

(iv)  τη μεταφορά των ανοιγμάτων σε οντότητες που δεν υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία,

(v)  την χρηματοοικονομική καινοτομία,

(vi)  την επικράτηση των συμβατικών εργαλείων διάσωσης με ίδια μέσα, καθώς και τον χαρακτήρα και την εμπορευσιμότητα αυτών των εργαλείων,

(vii)  τη συμπεριφορά των ιδρυμάτων όσον αφορά την ανάληψη κινδύνων,

(viii)  το επίπεδο επιβάρυνσης των στοιχείων ενεργητικού των ιδρυμάτων,

(ix)  τις ενέργειες στις οποίες προβαίνουν τα ιδρύματα προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις ελάχιστες απαιτήσεις, και ιδίως τον βαθμό συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις αυτές με απομόχλευση, έκδοση μακροπρόθεσμων χρεωστικών τίτλων και άντληση κεφαλαίων και

(x)  το επίπεδο δανεισμού από πιστωτικά ιδρύματα, με ιδιαίτερη έμφαση στη δανειοδότηση πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, τοπικών αρχών, περιφερειακών κυβερνήσεων και φορέων του δημόσιου τομέα, καθώς και τη χρηματοδότηση του εμπορίου, συμπεριλαμβανομένης της δανειοδότησης στο πλαίσιο δημόσιων προγραμμάτων ασφάλισης εξαγωγικών πιστώσεων·

β)  την αλληλεπίδραση των ελάχιστων απαιτήσεων με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, τον συντελεστή μόχλευσης και τις απαιτήσεις ρευστότητας που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ·

γ)  την ικανότητα των ιδρυμάτων να αντλούν αυτοτελώς κεφάλαια ή χρηματοδότηση από τις αγορές προκειμένου να συμμορφωθούν προς οιεσδήποτε προτεινόμενες εναρμονισμένες ελάχιστες απαιτήσεις.

3.  Η έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καλύπτει δύο ημερολογιακά έτη και διαβιβάζεται στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους που έπεται του τελευταίου ημερολογιακού έτους που καλύπτεται από την έκθεση. «

23α.  Στο άρθρο 48 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 6α:

«6α. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα και/ή των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής, χωρίς να παραβιάζεται η γενική αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 στοιχείο ζ), τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στην εθνική νομοθεσία που διέπει τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τα κεφαλαιακά μέσα (μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2) κατατάσσονται σε περίπτωση αφερεγγυότητας κάτω από τη σειρά κατάταξης που προβλέπεται για τις υπόλοιπες απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ως κεφαλαιακά μέσα.»

24.  Το άρθρο 55 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 55Συμβατική αναγνώριση της διάσωσης με ίδια μέσα

1.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα και τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) να περιλαμβάνουν συμβατικό όρο με τον οποίο ο πιστωτής ή μέρος της συμφωνίας ή μέσο που δημιουργεί την υποχρέωση αναγνωρίζει ότι η εν λόγω υποχρέωση ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής και συμφωνεί να δεσμεύεται από κάθε μείωση της αξίας του αρχικού κεφαλαίου ή του οφειλόμενου ανεξόφλητου ποσού, μετατροπή ή ακύρωση που πραγματοποιείται με την άσκηση των εν λόγω εξουσιών από μια αρχή εξυγίανσης, υπό τον όρο ότι η εν λόγω υποχρέωση πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η υποχρέωση δεν εξαιρείται δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 2·

β)  η υποχρέωση δεν αποτελεί κατάθεση όπως αυτή αναφέρεται στο άρθρο 108 στοιχείο α)·

γ)  η υποχρέωση διέπεται από τη νομοθεσία τρίτης χώρας·

δ)  η υποχρέωση εκδίδεται ή αναλαμβάνεται μετά την ημερομηνία κατά την οποία ένα κράτος μέλος εφαρμόζει τις διατάξεις που εγκρίνονται για τη μεταφορά του παρόντος τμήματος.

1α.  Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται στις υποχρεώσεις των ιδρυμάτων ή οντοτήτων των οποίων η απαίτηση σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 1 ισούται με το ποσό απορρόφησης των ζημιών, όπως ορίζεται δυνάμει του άρθρου 45γ παράγραφος 2 στοιχείο α), υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν συνυπολογίζονται στην απαίτηση αυτή.

2.  Η απαίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ενδέχεται να μην εφαρμοστεί στην περίπτωση που, είτε:

α)   ▌οι υποχρεώσεις ή τα μέσα ▌μπορούν να υπόκεινται στις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής που ασκεί η αρχή εξυγίανσης ενός κράτους μέλους δυνάμει της νομοθεσίας τρίτης χώρας ή δεσμευτικής συμφωνίας που συνήφθη με την εν λόγω τρίτη χώρα· είτε

β)   ▌είναι νομικά ▌ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ανέφικτο για ένα ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) ή δ) να περιλαμβάνει τέτοια συμβατική ρήτρα σε ορισμένες υποχρεώσεις· και

γ)  μια τέτοια μη εφαρμογή της απαίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 για τις υποχρεώσεις αυτές δεν εμποδίζει τη δυνατότητα εξυγίανσης των ιδρυμάτων ή οντοτήτων που αναφέρονται στα στοιχεία β), γ) και δ) του άρθρου 1 παράγραφος 1.

Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ) δεν περιλαμβάνουν ▌πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2. Επιπλέον, θα είναι ανώτερης εξοφλητικής προτεραιότητας από τις υποχρεώσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 στοιχεία α), β) και γ) του άρθρου 108 παράγραφος 2 και, αν είναι χρεωστικά μέσα, είναι εξασφαλισμένες. Το άθροισμα των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε εξαίρεση βάσει των σημείων (β) και (γ) δεν μπορεί να υπερβαίνει το 15% του συνόλου των υποχρεώσεων που, αφενός, είναι ανώτερης εξοφλητικής προτεραιότητας από τις υποχρεώσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 στοιχεία α), β) και γ) του άρθρου 108 παράγραφος 2 και, αφετέρου, πληρούν τους όρους των στοιχείων α), β) και δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Οι υποχρεώσεις που δεν περιλαμβάνουν τη συμβατική ρήτρα της παραγράφου 1 ή για τις οποίες, σύμφωνα με τα στοιχεία β) και γ) η συμβατική ρήτρα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν απαιτείται, δεν υπολογίζονται για την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.

Οι αρχές εξυγίανσης παρακολουθούν τη χρήση της εξαίρεσης από συμβατική αναγνώριση σύμφωνα με τα σημεία β) και γ) του πρώτου εδαφίου. Προς τον σκοπό αυτόν, οι αρχές εξυγίανσης έχουν το δικαίωμα να εξετάζουν τις συμβάσεις για τις οποίες το ίδρυμα ή η οντότητα έχει αποφασίσει ότι εφαρμόζονται τα στοιχεία β) και γ) του πρώτου εδαφίου.

Εάν οι αρχές εξυγίανσης θεωρούν ότι οι όροι για την εξαίρεση που αναφέρεται στα στοιχεία β) και γ) του πρώτου εδαφίου δεν πληρούνται, μπορούν να απευθύνουν απόφαση προς το ίδρυμα ή την οντότητα και να το καλέσουν να τροποποιήσει τις πολιτικές του όσον αφορά την εφαρμογή της εξαίρεσης από συμβατική αναγνώριση της διάσωσης με ίδια μέσα.

3.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να μπορούν να απαιτούν από τα ιδρύματα και τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) να παρέχουν στις αρχές νομική γνώμη σχετικά με τη νόμιμη εκτελεστότητα και την αποτελεσματικότητα της συμβατικής ρήτρας που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

4.  Εάν ένα ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) δεν συμπεριλάβει στις συμβατικές διατάξεις που διέπουν μια σχετική υποχρέωση συμβατικό όρο όπως απαιτείται σύμφωνα με την παράγραφο 1, αυτό δεν εμποδίζει την αρχή εξυγίανσης να ασκήσει τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής όσον αφορά την εν λόγω υποχρέωση.

5.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει περαιτέρω τον κατάλογο των υποχρεώσεων στις οποίες εφαρμόζεται η εξαίρεση της παραγράφου 1 και το περιεχόμενο του συμβατικού όρου που απαιτείται στην εν λόγω παράγραφο λαμβάνοντας υπόψη τα διαφορετικά επιχειρηματικά μοντέλα των ιδρυμάτων.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο την ... [... ένα έτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα ήταν νομικά ▌ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ανέφικτο, για ένα ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στα στοιχεία β), γ) ή δ) του άρθρου 1 παράγραφος 1 να συμπεριλάβει τον συμβατικό όρο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σε ορισμένες υποχρεώσεις, και σύμφωνα με την οποία η μη εφαρμογή της απαίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν θα εμπόδιζε τη δυνατότητα εξυγίανσης του εν λόγω ιδρύματος ή της οντότητας.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο την ... [... ένα έτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6α.  Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 115 σχετικά με την τροποποίηση του ποσοστού, το οποίο καθορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, του συνόλου των στοιχείων του παθητικού που υπόκεινται σε εξαίρεση βάσει των στοιχείων β) και γ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.»

27.  Στους τίτλους του άρθρου 59 και του άρθρου 60 εισάγονται οι λέξεις «και επιλέξιμες υποχρεώσεις».

28.  Στο άρθρο 59, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.  Η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων μπορεί να ασκείται:

α)  είτε ανεξάρτητα από τη δράση εξυγίανσης· είτε

β)  σε συνδυασμό με δράση εξυγίανσης, όταν πληρούνται οι όροι εξυγίανσης που καθορίζονται στα άρθρα 32 και 33.

Η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής των επιλέξιμων υποχρεώσεων ανεξάρτητα από τη δράση εξυγίανσης, μπορεί να ασκηθεί μόνο σε σχέση με επιλέξιμες υποχρεώσεις που πληρούν τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 45ζ παράγραφος 3 στοιχείο α), εκτός από τον όρο που σχετίζεται με την εναπομένουσα ληκτότητα των υποχρεώσεων.».

29.  Οι λέξεις «κεφαλαιακά μέσα» στο άρθρο 59 παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίσταται με τις λέξεις «κεφαλαιακά μέσα και υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1».

30.  Οι λέξεις «κεφαλαιακά μέσα» στο άρθρο 59 παράγραφοι 4 και 10 αντικαθίσταται με τις λέξεις «κεφαλαιακά μέσα ή υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1».

31.  Στο άρθρο 60 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο δ):

«δ)  το αρχικό κεφάλαιο επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 59 παράγραφος 1 απομειώνεται ή μετατρέπεται σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή αμφότερα, στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης του άρθρου 31 ή στα όρια των δυνατοτήτων των σχετικών επιλέξιμων υποχρεώσεων, όποιο είναι χαμηλότερο.».

32.  Στο άρθρο 60, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.  Σε περίπτωση που η αξία ενός σχετικού κεφαλαιακού μέσου ή μιας επιλέξιμης υποχρέωσης απομειώνεται:

α)  η μείωση της εν λόγω αξίας είναι μόνιμη, με την επιφύλαξη τυχόν απομείωσης σύμφωνα με τον μηχανισμό εξόφλησης στο άρθρο 46 παράγραφος 3·

β)  δεν υφίσταται πλέον καμία υποχρέωση έναντι του κατόχου του σχετικού κεφαλαιακού μέσου και της υποχρέωσης που αναφέρεται στο άρθρο 59 παράγραφος 1 δυνάμει ή σε σχέση με την αξία του μέσου που απομειώθηκε, εκτός των ήδη δεδουλευμένων υποχρεώσεων και τυχόν υποχρέωσης αποζημίωσης που μπορεί να προκύψει κατόπιν προσφυγής κατά της νομιμότητας της άσκησης της εξουσίας απομείωσης·

γ)  καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται σε κανέναν κάτοχο των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 1, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 3.»

33.  Στο άρθρο 60 παράγραφος 3, οι λέξεις «τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα» αντικαθίσταται από τη φράση «τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα και οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 1».

34.  Στο άρθρο 69 παράγραφος 4, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης έναντι συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που καθορίζονται για τους σκοπούς της οδηγίας 98/26/ΕΚ, κεντρικών αντισυμβαλλομένων και κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικών τραπεζών·».

35.  Στο άρθρο 70, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Οι αρχές εξυγίανσης δεν ασκούν την εξουσία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 όσον αφορά οιαδήποτε παροχή ασφάλειας έναντι συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίζονται για τους σκοπούς της οδηγίας 98/26/ΕΚ, κεντρικών αντισυμβαλλομένων και κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, και κεντρικών τραπεζών, όσον αφορά περιουσιακά στοιχεία που έχουν ενεχυριαστεί ή παρασχεθεί ως περιθώριο ή εξασφάλιση από το ίδρυμα υπό εξυγίανση·».

36.  Στο άρθρο 71, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Καμία αναστολή βάσει των παραγράφων 1 ή 2 δεν εφαρμόζεται έναντι συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίζονται για τους σκοπούς της οδηγίας 98/26/ΕΚ, κεντρικών αντισυμβαλλομένων και κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, ή κεντρικών τραπεζών.».

37.  Στο άρθρο 88, η φράση «άρθρο 45» αντικαθίσταται με τη φράση «άρθρα 45 έως 45θ».

38.  Στο άρθρο 88 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 89, οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου συγκροτούν σώματα εξυγίανσης για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 12, 13, 16, 18, 45 έως 45θ, 91 και 92, και, όπου ενδείκνυται, για τη διασφάλιση της συνεργασίας και του συντονισμού με τις αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών.».

39.  Το άρθρο 89 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 89Ευρωπαϊκά σώματα εξυγίανσης

1.  Σε περίπτωση που ίδρυμα τρίτης χώρας ή μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας έχει θυγατρικές στην Ένωση ή μητρικές επιχειρήσεις στην Ένωση, που είναι εγκατεστημένες σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, ή δύο ή περισσότερα υποκαταστήματα στην Ένωση που θεωρούνται σημαντικά από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, οι αρχές εξυγίανσης των κρατών μελών όπου είναι εγκατεστημένες οι εν λόγω οντότητες ή όπου βρίσκονται τα εν λόγω σημαντικά υποκαταστήματα συγκροτούν ένα ενιαίο ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης.

2.  Το ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εκτελεί τις εργασίες και τα καθήκοντα που καθορίζονται στο άρθρο 88 όσον αφορά τις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, και, στο βαθμό που τα εν λόγω καθήκοντα είναι σχετικά, τα υποκαταστήματα.

Τα καθήκοντα που πρέπει να εκτελούνται από το ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 περιλαμβάνουν τον καθορισμό της απαίτησης που αναφέρεται στα άρθρα 45 έως 45θ.

Κατά τον καθορισμό της απαίτησης που αναφέρεται στα άρθρα 45 έως 45θ, μέλη του ευρωπαϊκού σώματος εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη την παγκόσμια στρατηγική εξυγίανσης που έχει τυχόν εγκριθεί από αρχές τρίτων χωρών.

Στις περιπτώσεις όπου, σύμφωνα με την παγκόσμια στρατηγική εξυγίανσης, ενωσιακές θυγατρικές ή ενωσιακή μητρική επιχείρηση και τα θυγατρικά της ιδρύματα δεν είναι οντότητες εξυγίανσης και τα μέλη του ευρωπαϊκού σώματος εξυγίανσης συμφωνούν με αυτήν τη στρατηγική, οι ενωσιακές θυγατρικές ή η ενωσιακή μητρική επιχείρηση συμμορφώνονται με την απαίτηση του άρθρου 45ζ παράγραφος 1, σε ενοποιημένη βάση, μέσω της έκδοσης των επιλέξιμων μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 45ζ παράγραφος 3 στοιχείο α) και στοιχείο β) της οντότητας εξυγίανσης τρίτων χωρών.

3.  Όταν μόνο μία ενωσιακή μητρική επιχείρηση κατέχει όλες τις ενωσιακές θυγατρικές ενός ιδρύματος τρίτης χώρας ή μιας μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας, στο ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης προεδρεύει η αρχή εξυγίανσης του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη η ενωσιακή μητρική επιχείρηση.

Εφόσον το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, η αρχή εξυγίανσης μιας ενωσιακής μητρικής επιχείρησης ή μιας ενωσιακής θυγατρικής με την υψηλότερη αξία των συνολικών στοιχείων ενεργητικού εντός ισολογισμού προεδρεύει στο ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης.

4.  Τα κράτη μέλη μπορούν, με αμοιβαία συμφωνία όλων των ενδιαφερομένων μερών, να άρουν την υποχρέωση να δημιουργηθεί ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης, εάν άλλη ομάδα ή άλλο σώμα εκτελεί τις ίδιες εργασίες και τα ίδια καθήκοντα που καθορίζονται στο παρόν άρθρο και πληροί όλες τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που καλύπτουν την ιδιότητα μέλους και τη συμμετοχή στα ευρωπαϊκά σώματα εξυγίανσης, που ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 90. Στην περίπτωση αυτή, κάθε αναφορά σε ευρωπαϊκά σώματα εξυγίανσης στην παρούσα οδηγία θεωρείται επίσης αναφορά σε αυτές τις άλλες ομάδες ή σώματα.

5.  Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, το ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης λειτουργεί κατά τα άλλα σύμφωνα με το άρθρο 88.

40.  Το άρθρο 110 τροποποιείται ως εξής:

α)   Στην παράγραφο 1, η πρώτη φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα λοιπά διοικητικά μέτρα που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβίασης των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας ή των διατάξεων του κανονισμού [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων], και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, για να εξασφαλιστεί ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές·

β)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο εφαρμόζονται σε ιδρύματα, χρηματοοικονομικά ιδρύματα και μητρικές επιχειρήσεις της Ένωσης κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας ή στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, στα εκκαθαριστικά μέλη των κεντρικών αντισυμβαλλομένων ή μητρικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του κανονισμού [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων] ή, σε περίπτωση παράβασης, μπορούν να επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εθνικό δίκαιο, στα μέλη του διοικητικού οργάνου κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας ή στα μέλη του συμβουλίου κατά την έννοια του κανονισμού [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων], καθώς και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, ευθύνονται για την παράβαση.»·

γ)  Στην παράγραφο 3, η πρώτη φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι εξουσίες για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ανατίθενται στις αρχές εξυγίανσης ή, αν πρόκειται για διαφορετικές αρχές, στις αρμόδιες αρχές, ανάλογα με το είδος της παράβασης. »·  

41.  Το άρθρο 111 τροποποιείται ως εξής:

α)  στην παράγραφο 1, τα στοιχεία α), β) και γ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) δεν έχουν καταρτιστεί, δεν διατηρούνται ούτε επικαιροποιούνται τα σχέδια ανάκαμψης ή τα σχέδια εξυγίανσης του ομίλου, κατά παράβαση του άρθρου 5 ή 7 της παρούσας οδηγίας ή του άρθρου 9 του κανονισμού [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων]·

β) δεν έχει κοινοποιηθεί στη αρμόδια αρχή η πρόθεση να παρασχεθεί χρηματοοικονομική στήριξη στον όμιλο, κατά παράβαση του άρθρου 25 της παρούσας οδηγίας·

γ) δεν έχουν παρασχεθεί όλες οι αναγκαίες πληροφορίες για την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης, κατά παράβαση του άρθρου 11 της παρούσας οδηγίας ή του άρθρου 14 του κανονισμού [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων]·

γ α)  όταν παρουσιάζουν πρόταση, ανακοίνωση ή παρατήρηση, σύμφωνα με την οποία μια υποχρέωση, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 44 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ζ), δεν πρόκειται να υπαχθεί στις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής, παραβιάζοντας έτσι την παράγραφο 2α του εν λόγω άρθρου·

δ) το διοικητικό συμβούλιο ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας ή το διοικητικό συμβούλιο ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου κατά την έννοια του κανονισμού [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων] δεν έχει κοινοποιήσει στην αρμόδια αρχή το γεγονός ότι το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας ή ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει, κατά παράβαση του άρθρου 81 της παρούσας οδηγίας ή του άρθρου 68 παράγραφος 1 του κανονισμού [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων].»

β)  η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

(i) το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) δημόσια ανακοίνωση που αναφέρει το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα, χρηματοοικονομικό ίδρυμα, μητρική επιχείρηση της Ένωσης, κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή άλλο νομικό πρόσωπο και τη φύση της παράβασης·»

(ii) το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) προσωρινή απαγόρευση κατά οποιουδήποτε μέλους του διοικητικού οργάνου ή των ανώτατων διοικητικών στελεχών του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της εν λόγω οδηγίας ή κατά του συμβουλίου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ή κάθε άλλου φυσικού προσώπου, που θεωρείται υπαίτιο, να ασκεί καθήκοντα σε ιδρύματα ή οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας ή σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους· »

42.  Το άρθρο 112 τροποποιείται ως εξής:

α)  Στην παράγραφο 1, η πρώτη φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης και οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν, στον επίσημο ιστότοπό τους, κατ' ελάχιστον τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλουν για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας ή τις διατάξεις του κανονισμού [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων], όταν οι εν λόγω κυρώσεις δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ή όταν το δικαίωμα προσφυγής έχει εξαντληθεί.»·

β)   Στην παράγραφο 2, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) όταν η δημοσιοποίηση θα μπορούσε να προκαλέσει, στον βαθμό που είναι δυνατόν να καθοριστεί, δυσανάλογη ζημία στα ιδρύματα ή στις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας ή στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή σε εμπλεκόμενα φυσικά πρόσωπα.»

γ)  η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

(i) η πρώτη πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Έως τις 3 Ιουλίου 2016, η ΕΑΤ υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τη δημοσιοποίηση από τα κράτη μέλη σε ανώνυμη βάση, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2, των κυρώσεων για τη μη συμμόρφωση με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και ιδίως σχετικά με το κατά πόσον έχουν διαπιστωθεί σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα.»·

(ii) προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Έως [...], η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει παρόμοια έκθεση στην Επιτροπή όσον αφορά τη δημοσίευση των κυρώσεων για μη συμμόρφωση με τις διατάξεις που ορίζονται στον κανονισμό [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων]»·

43.  Το άρθρο 113 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 113Διατήρηση των κεντρικών βάσεων δεδομένων από την ΕΑΤ και την ΕΑΚΑΑ

1.  Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων περί επαγγελματικού απορρήτου όπως αναφέρεται στο άρθρο 84, οι αρχές εξυγίανσης και οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με όλες τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλουν δυνάμει του άρθρου 111 για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και σχετικά με την κατάσταση των εν λόγω προσφυγών και τα αποτελέσματά τους.

Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων περί επαγγελματικού απορρήτου όπως αναφέρεται στο άρθρο 71 του κανονισμού [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων], οι αρχές εξυγίανσης και οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ όσον αφορά τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται για τις παραβάσεις του εν λόγω κανονισμού.

2.  Η ΕΑΤ και η ΕΑΚΑΑ διατηρούν κεντρικές βάσεις δεδομένων για τις κυρώσεις που τους κοινοποιούνται με αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών εξυγίανσης, στις οποίες έχουν πρόσβαση μόνο οι αρχές εξυγίανσης και οι οποίες επικαιροποιούνται βάσει των πληροφοριών που παρέχουν οι αρχές εξυγίανσης.

3.  Η ΕΑΤ και η ΕΑΚΑΑ διατηρούν κεντρικές βάσεις δεδομένων για τις κυρώσεις που τους κοινοποιούνται με αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, στις οποίες έχουν πρόσβαση μόνο οι αρμόδιες αρχές και οι οποίες επικαιροποιούνται βάσει των πληροφοριών που παρέχουν οι αρμόδιες αρχές.

4.  Η ΕΑΤ και η ΕΑΚΑΑ διατηρούν ιστοσελίδες με συνδέσμους στη δημοσίευση κυρώσεων κάθε αρχής εξυγίανσης και στη δημοσίευση κυρώσεων κάθε αρμόδιας αρχής δυνάμει του άρθρου 112 και αναφέρουν τη χρονική περίοδο για την οποία κάθε κράτος μέλος δημοσιοποιεί τις κυρώσεις.»

Άρθρο 2

Τροποποίηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ

Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«(αα) στα συστήματα τρίτων χωρών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο (ιγ α), τα οποία διέπονται από το δίκαιο μιας χώρας μη κράτους μέλους·»

β) το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) στους συμμετέχοντες σε τέτοια συστήματα·»

Στο άρθρο 2, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» ή «CCP»: ο CCP όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2012·»

Στο άρθρο 2, το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

στ) «συμμετέχων»: ίδρυμα, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, διακανονιστής, συμψηφιστικό γραφείο, διαχειριστής συστήματος ή εκκαθαριστικό μέλος ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, που έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·»

Στο άρθρο 2, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

« ιγ a) «σύστημα τρίτης χώρας»: σύστημα που έχει θεσπιστεί σε χώρα μη κράτος μέλος και που πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2a.»

Στο άρθρο 10 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«Ένα σύστημα τρίτης χώρας, και ο διαχειριστής του συστήματος αυτού, περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με την παράγραφο 1, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  τουλάχιστον ένας πραγματικός ή δυνητικός άμεσος συμμετέχων στο σύστημα τρίτης χώρας έχει την έδρα του στην Ένωση·

β)    στην περίπτωση συστήματος τρίτης χώρας για την εκκαθάριση και τον διακανονισμό χρηματοπιστωτικών μέσων, η ΕΑΚΑΑ έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των κανόνων που ισχύουν για το εν λόγω σύστημα τρίτης χώρας·

γ)  στην περίπτωση συστήματος τρίτης χώρας για τη διεκπεραίωση πληρωμών, έχει θεσπιστεί διευθέτηση συνεργατικής εποπτείας μεταξύ της ενωσιακής κεντρικής τράπεζας έκδοσης για κάθε νόμισμα της Ένωσης που διεκπεραιώνεται στο σύστημα αυτό και των αρμοδίων αρχών που εποπτεύουν το εν λόγω σύστημα σε αυτή την τρίτη χώρα.

Η κεντρική τράπεζα έκδοσης ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ για τη διευθέτηση εποπτείας που αναφέρεται στο στοιχείο αυτό.

Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο κατάλογο των συστημάτων τρίτων χωρών που εμπίπτουν στο πεδίο της παρούσας οδηγίας.»

Άρθρο 3

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2002/47/ΕΚ

Η οδηγία 2002/47/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

Στο άρθρο 1, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Τα άρθρα 4 έως 7 της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται σε οποιονδήποτε περιορισμό της εκτέλεσης των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας ή οποιονδήποτε περιορισμό σχετικά με τον αντίκτυπο της συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, ρύθμισης εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close out netting) ή αμοιβαίου συμψηφισμού (set-off) , που επιβάλλεται δυνάμει του τίτλου IV κεφάλαιο V ή VI της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ή του τίτλου V κεφάλαιο ΙV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων] ή σε οιονδήποτε τέτοιον περιορισμό που επιβάλλεται δυνάμει παρεμφερών εξουσιών στο δίκαιο κράτους μέλους με σκοπό τη διευκόλυνση της ομαλής εξυγίανσης οιασδήποτε οντότητας αναφέρεται στο στοιχείο γ) σημείο iv) της παραγράφου 2 που υπόκειται σε διασφαλίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του τίτλου IV κεφάλαιο VII της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και του τίτλου V, κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων].»

Το άρθρο 9α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 9α

Οδηγία 2008/48/ΕΚ, οδηγία 2014/59/ΕΕ και κανονισμός (ΕΕ) αριθ. [για την ανάκαμψη και εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων]

Η παρούσα οδηγία ισχύει με την επιφύλαξη της οδηγίας 2008/48/ΕΚ, της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων].»

Άρθρο 4

Τροποποίηση της οδηγίας 2004/25/ΕΚ

Στο άρθρο 4, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το άρθρο 5 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση χρήσης των εργαλείων, εξουσιών και μηχανισμών εξυγίανσης που προβλέπονται στον τίτλο IV της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή στον τίτλο V του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων]».

Άρθρο 5

Τροποποίηση της οδηγίας 2005/56/ΕΚ

Στο άρθρο 3, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στην εταιρεία ή τις εταιρείες οι οποίες υπόκεινται στη χρήση των εργαλείων, εξουσιών και μηχανισμών εξυγίανσης που προβλέπονται στον τίτλο IV της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή στον τίτλο V του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων]».

Άρθρο 6

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2007/36/ΕΚ

Η οδηγία 2007/36/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

α)  Στο άρθρο 1, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση χρήσης των εργαλείων, εξουσιών και μηχανισμών εξυγίανσης που προβλέπονται στον τίτλο IV της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή στον τίτλο V του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων]».

β)  Στο άρθρο 5, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι για τους σκοπούς της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων], η γενική συνέλευση μπορεί, με πλειοψηφία των δύο τρίτων των έγκυρων ψήφων, να προβεί σε σύγκληση της γενικής συνέλευσης, ή να τροποποιεί το καταστατικό ώστε να προβλέπει ότι, προκειμένου να αποφασίσει σχετικά με αύξηση κεφαλαίου, η γενική συνέλευση συγκαλείται σε μικρότερη προθεσμία από αυτήν που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω συνέλευση δεν λαμβάνει χώρα εντός δέκα ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία της σύγκλησης, ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 27 ή 29 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ ή του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων], και ότι η αύξηση κεφαλαίου είναι αναγκαία προκειμένου να αποφευχθούν οι προϋποθέσεις εξυγίανσης που θεσπίζονται στα άρθρα 32 και 33 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ ή στο άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [ανάκαμψη και εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων].»

Άρθρο 7

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2011/35/ΕK

Στο άρθρο 1, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στην εταιρεία ή τις εταιρείες οι οποίες υπόκεινται στη χρήση των εργαλείων, εξουσιών και μηχανισμών εξυγίανσης που προβλέπονται στον τίτλο IV της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή στον τίτλο V του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων]».

Άρθρο 8

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2012/30/ΕK

Στο άρθρο 45, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το άρθρο 10, το άρθρο 19 παράγραφος 1, το άρθρο 29 παράγραφοι 1, 2 και 3, το άρθρο 31 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, τα άρθρα 33 έως 36 και τα άρθρα 40, 41 και 42 της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση χρήσης των εργαλείων, εξουσιών και μηχανισμών εξυγίανσης που προβλέπονται στον τίτλο IV της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή στον τίτλο V του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων]».

Άρθρο 9Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, έως τις [12 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος], τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω μέτρων.

Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα ανωτέρω μέτρα από [ημερομηνία – 6 μήνες από την ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο].

2.  Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αυτά περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

3.  Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και στην ΕΑΤ το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 10Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα άρθρα 1 παράγραφος 1, 1 παράγραφος 40, 1παράγραφος 41, 1 παράγραφος 42, 1 παράγραφος 43, καθώς και τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 αρχίζουν να ισχύουν την [ημερομηνία - όταν αρχίσει να ισχύει ο κανονισμός για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων].

Άρθρο 11Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος  Ο Πρόεδρος

(1)

* Τροπολογίες: το νέο κείμενο και η αντικατάσταση κειμένου σημειώνονται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες και η διαγραφή με το σύμβολο ▌.

(2)

  ΕΕ C της , της , σ. .

(3)

  ΕΕ C της , της , σ. .

(4)

  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών - «Προς την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης», 24.11.2015, COM(2015) 587 final

(5)

  Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190.

(6)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1.

(7)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1.

(8)

  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338.

(9)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), για την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12.

(10)

  Οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 1998 σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων (ΕΕ L 166 της 11.6.1998, σ. 45).

(11)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών, ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ.1).

(12)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών, ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ.1).

(13)

  Οδηγία 2012/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, περί συντονισμού των εγγυήσεων, οι οποίες απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 54 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση ανωνύμων εταιρειών και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου τους (ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 74).

(14)

  Οδηγία 2011/35/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, για τις συγχωνεύσεις των ανωνύμων εταιρειών (ΕΕ L 110 της 29.4.2011, σ. 1).

(15)

  Οδηγία 2005/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, για τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις κεφαλαιουχικών εταιρειών (ΕΕ L 310 της 25.11.2005, σ. 1).

(16)

  Οδηγία 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς (ΕΕ L 142 της 30.4.2004, σ. 12).

(17)

  Οδηγία 2007/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, σχετικά με την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων από μετόχους εισηγμένων εταιρειών (ΕΕ L 184 της 14.7.2007, σ. 17).

(18)

*  να προστεθεί η ημερομηνία: 12 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Τίτλος

Ικανότητα απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επενδυτικών εταιρειών και τροποποίηση των οδηγιών 98/26/EΚ, 2002/47/EΚ, 2012/30/EΕ, 2011/35/EΕ, 2005/56/EΚ, 2004/25/EΚ και 2007/36/EΚ

Έγγραφα αναφοράς

COM(2016)0852 – C8-0481/2016 – 2016/0362(COD)

Ημερομηνία υποβολής στο ΕΚ

23.11.2016

 

 

 

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

1.2.2017

 

 

 

Γνωμοδοτικές επιτροπές

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

EMPL

1.2.2017

ITRE

1.2.2017

JURI

1.2.2017

 

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει

       Ημερομηνία της απόφασης

EMPL

15.12.2016

ITRE

12.1.2017

JURI

25.1.2017

 

Εισηγητές

       Ημερομηνία ορισμού

Gunnar Hökmark

24.11.2016

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

28.2.2017

25.4.2017

3.5.2017

11.12.2017

 

22.2.2018

 

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

19.6.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

38

14

5

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Gerolf Annemans, Burkhard Balz, Hugues Bayet, Pervenche Berès, David Coburn, Thierry Cornillet, Esther de Lange, Markus Ferber, Jonás Fernández, Sven Giegold, Neena Gill, Roberto Gualtieri, Brian Hayes, Gunnar Hökmark, Cătălin Sorin Ivan, Petr Ježek, Barbara Kappel, Wolf Klinz, Philippe Lamberts, Werner Langen, Olle Ludvigsson, Ivana Maletić, Fulvio Martusciello, Marisa Matias, Gabriel Mato, Alex Mayer, Bernard Monot, Caroline Nagtegaal, Luděk Niedermayer, Stanisław Ożóg, Sirpa Pietikäinen, Anne Sander, Alfred Sant, Martin Schirdewan, Pedro Silva Pereira, Peter Simon, Theodor Dumitru Stolojan, Kay Swinburne, Paul Tang, Ramon Tremosa i Balcells, Ernest Urtasun, Marco Valli, Miguel Viegas, Jakob von Weizsäcker, Marco Zanni, Γεώργιος Κύρτσος

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Andrea Cozzolino, Ashley Fox, Doru-Claudian Frunzulică, Syed Kamall, Alain Lamassoure, Thomas Mann, Luigi Morgano, Michel Reimon, Joachim Starbatty

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Christofer Fjellner, Agnieszka Kozłowska-Rajewicz

Ημερομηνία κατάθεσης

25.6.2018


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

38

+

ALDE

Thierry Cornillet, Petr Ježek, Wolf Klinz, Ramon Tremosa i Balcells

ENF

Barbara Kappel

PPE

Burkhard Balz, Markus Ferber, Christofer Fjellner, Brian Hayes, Gunnar Hökmark, Agnieszka Kozłowska-Rajewicz, Γεώργιος Κύρτσος, Alain Lamassoure, Esther de Lange, Werner Langen, Ivana Maletić, Thomas Mann, Fulvio Martusciello, Gabriel Mato, Luděk Niedermayer, Sirpa Pietikäinen, Anne Sander, Theodor Dumitru Stolojan

S&D

Pervenche Berès, Andrea Cozzolino, Jonás Fernández, Doru-Claudian Frunzulică, Neena Gill, Roberto Gualtieri, Cătălin Sorin Ivan, Olle Ludvigsson, Alex Mayer, Luigi Morgano, Alfred Sant, Pedro Silva Pereira, Peter Simon, Paul Tang, Jakob von Weizsäcker

14

-

ALDE

Caroline Nagtegaal

ECR

Ashley Fox, Syed Kamall, Stanisław Ożóg, Joachim Starbatty, Kay Swinburne

EFDD

David Coburn, Bernard Monot, Marco Valli

ENF

Gerolf Annemans, Marco Zanni

GUE/NGL

Marisa Matias, Martin Schirdewan, Miguel Viegas

5

0

S&D

Hugues Bayet

VERTS/ALE

Sven Giegold, Philippe Lamberts, Michel Reimon, Ernest Urtasun

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Τελευταία ενημέρωση: 10 Ιουλίου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου