Διαδικασία : 2016/0360A(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0242/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0242/2018

Συζήτηση :

PV 15/04/2019 - 17
CRE 15/04/2019 - 17

Ψηφοφορία :

PV 16/04/2019 - 8.11
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0369

ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 2994kWORD 875k
28.6.2018
PE 613.409v03-00 A8-0242/2018

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(COM(2016)0850 – C8-0480/2016 – 2016/0360A(COD))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Peter Simon

PR_COD_1amCom

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(COM(2016)0850 – C8-0480/2016 – 2016/0360A(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2016)0850),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0480/2016),

-  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη την αιτιολογημένη γνώμη που υποβλήθηκε από το Κοινοβούλιο του Βασιλείου της Σουηδίας στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με την οποία υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 8ης Νοεμβρίου 2017(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2017(2),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων, της 18ης Μαΐου 2017, να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής να χωρίσει την ανωτέρω πρόταση της Επιτροπής και να καταρτίσει δύο ξεχωριστές νομοθετικές εκθέσεις βάσει αυτής,–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0242/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Τροπολογία    1

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(3)*

στην πρόταση της Επιτροπής

---------------------------------------------------------

2016/0360 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(4),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(5),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης που εκτυλίχθηκε το 2007-2008 η Ένωση υλοποίησε μια ουσιαστική μεταρρύθμιση του κανονιστικού πλαισίου των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Η μεταρρύθμιση αυτή βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα. Μεταξύ των πολλών μέτρων, η δέσμη μεταρρύθμισης περιλάμβανε την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(6) και την οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(7), που ενισχύουν τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων.

(2)  Μολονότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν καταστήσει το οικονομικό σύστημα πιο σταθερό και ανθεκτικό έναντι πολλών τύπων πιθανών μελλοντικών κρίσεων, δεν έχουν ακόμη αντιμετωπίσει πλήρως όλα τα διαπιστωμένα προβλήματα. Ένας σημαντικός λόγος γι’ αυτό ήταν ότι οι διεθνείς φορείς καθορισμού προτύπων, όπως η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (Basel Committee) και το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΣΧΣ), δεν είχαν ακόμη ολοκληρώσει τις εργασίες τους σχετικά με τις διεθνώς συμφωνηθείσες λύσεις για την αντιμετώπιση των εν λόγω προβλημάτων. Τώρα που οι εν λόγω εργασίες για τις περαιτέρω σημαντικές μεταρρυθμίσεις έχουν ολοκληρωθεί, τα εκκρεμή προβλήματα θα αντιμετωπιστούν.

(3)  Η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της, της 24ης Νοεμβρίου 2015, αναγνώρισε την ανάγκη για περαιτέρω μείωση των κινδύνων και δεσμεύθηκε να υποβάλει μια νομοθετική πρόταση που θα βασίζεται στα διεθνώς συμπεφωνημένα πρότυπα. Η ανάγκη να ληφθούν περαιτέρω συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα για τη μείωση των κινδύνων στον χρηματοπιστωτικό τομέα έχει, επίσης, αναγνωριστεί από το Συμβούλιο στα συμπεράσματά του, της 17ης Ιουνίου 2016, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του, της 10ης Μαρτίου 2016(8).

(4)  Τέτοια μέτρα περιορισμού των κινδύνων θα πρέπει όχι μόνο να ενισχύσουν περαιτέρω την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος και την εμπιστοσύνη των αγορών, αλλά και να αποτελέσουν τη βάση για περαιτέρω πρόοδο στην ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει, επίσης, να εξεταστούν υπό το πρίσμα των ευρύτερων προκλήσεων που επηρεάζουν την οικονομία της Ένωσης, ιδίως της ανάγκης προώθησης της ανάπτυξης και της απασχόλησης σε περιόδους με αβέβαιες οικονομικές προοπτικές. Στο εν λόγω πλαίσιο, έχουν δρομολογηθεί διάφορες σημαντικές πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως το επενδυτικό σχέδιο για την Ευρώπη και η Ένωση Κεφαλαιαγορών, με σκοπό να ενισχυθεί η οικονομία της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό όλα τα μέτρα μείωσης του κινδύνου να αλληλεπιδρούν ομαλά με τις εν λόγω πρωτοβουλίες πολιτικής, καθώς και με τις ευρύτερες πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

(5)  Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να είναι ισοδύναμες προς τα διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα και να διασφαλίζουν τη διαρκή ισοδυναμία της οδηγίας 2013/36/ΕΚ και του παρόντος κανονισμού με το πλαίσιο Βασιλεία ΙΙΙ. Οι στοχευμένες προσαρμογές, με στόχο να αποτυπώνονται οι ιδιαιτερότητες της Ένωσης και τα ευρύτερα πολιτικά ζητήματα, θα πρέπει να περιορίζονται ως προς το πεδίο εφαρμογής ή προς τον χρόνο, ώστε να μην επηρεάζεται η συνολική ευρωστία του πλαισίου προληπτικής εποπτείας.

(6)  Τα υφιστάμενα μέτρα περιορισμού των κινδύνων και ιδίως οι απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων και δημοσιοποίησης θα πρέπει, επίσης, να βελτιωθούν, ώστε να εξασφαλιστεί ότι μπορούν να εφαρμόζονται με πιο αναλογικό τρόπο και ότι δεν δημιουργούν υπερβολικό φόρτο συμμόρφωσης, ιδίως για τα μικρότερα και λιγότερο πολύπλοκα ιδρύματα.

(6a)  Για στοχευμένες διευκολύνσεις όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας απαιτείται ένας ακριβής ορισμός για τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα. Προκειμένου να πραγματοποιηθεί ή/και να καθοριστεί μια κατάλληλη ταξινόμηση των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων καθώς και ο ορισμός τους και να προσδιοριστούν δεόντως οι κίνδυνοι των ιδρυμάτων αυτών είναι επίσης απαραίτητο να ληφθεί υπόψη το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά κινδύνου ενός μικρού και μη πολύπλοκου ιδρύματος σε συνάρτηση με το συνολικό μέγεθος της οικονομίας, στο πλαίσιο της οποίας το ίδρυμα ασκεί την κύρια δραστηριότητά του. Ένα ενιαίο και απόλυτο όριο από μόνο του δεν λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις αυτές. Για το λόγο αυτό, επιβάλλεται οι αρμόδιες εποπτικές αρχές, συνεκτιμώντας μια σχετική συνιστώσα που συναρτάται με τις οικονομικές επιδόσεις ενός κράτους μέλους, να μπορούν να αξιοποιήσουν περιθώρια διακριτικής ευχέρειας προκειμένου να ευθυγραμμίσουν το όριο με τα εθνικά δεδομένα και ενδεχομένως να το προσαρμόσουν προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Επειδή το μέγεθος ενός ιδρύματος δεν είναι από μόνο του καθοριστικό για τα χαρακτηριστικά κινδύνου ενός ιδρύματος, είναι επίσης απαραίτητο να εξασφαλιστεί με πρόσθετα κριτήρια ποιότητας, ότι ένα ίδρυμα πρέπει να θεωρείται μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα με τη σωρευτική εκπλήρωση όλων των κριτηρίων και ότι μπορεί να επωφεληθεί από τους συναφείς κανόνες σχετικά με μεγαλύτερη αναλογικότητα.

(7)  Οι δείκτες μόχλευσης συμβάλλουν στη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, λειτουργώντας ως ασπίδα προστασίας έναντι των κεφαλαιακών απαιτήσεων με βάση τον κίνδυνο και περιορίζοντας τη συσσώρευση υπερβολικής μόχλευσης κατά τη διάρκεια περιόδων οικονομικής ανάκαμψης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστεί απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης, ώστε να συμπληρώνει το ισχύον σύστημα υποβολής αναφορών και τη δημοσιοποίηση του δείκτη μόχλευσης.

(8)  Προκειμένου να μην περιοριστεί χωρίς λόγο ο δανεισμός των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών από τα ιδρύματα και να αποτραπούν οι αδικαιολόγητες αρνητικές επιπτώσεις στη ρευστότητα της αγοράς, η απαίτηση σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης θα πρέπει να καθορίζεται σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να λειτουργεί ως αξιόπιστο τείχος προστασίας για τον κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης, χωρίς να παρεμποδίζεται η οικονομική ανάπτυξη.

(9)  Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), στην έκθεσή της προς την Επιτροπή(9), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο δείκτης μόχλευσης ως προς το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 που βαθμονομείται σε 3 % για κάθε τύπο πιστωτικού ιδρύματος θα αποτελέσει αξιόπιστη λειτουργία προστασίας. Η απαίτηση δείκτη μόχλευσης ύψους 3 % συμφωνήθηκε, επίσης, σε διεθνές επίπεδο από την Επιτροπή της Βασιλείας. Η απαίτηση σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης θα πρέπει, ως εκ τούτου, να βαθμονομηθεί στο 3 %.

(10)  Η απαίτηση δείκτη μόχλευσης 3 % αναμένεται να περιορίσει, ωστόσο, ορισμένα επιχειρηματικά μοντέλα και ορισμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες περισσότερο από άλλες. Συγκεκριμένα, ο δημόσιος δανεισμός από δημόσιες αναπτυξιακές τράπεζες και οι εγγυημένες εξαγωγικές πιστώσεις θα επηρεαστούν δυσανάλογα. Ο δείκτης μόχλευσης, θα πρέπει, συνεπώς, να τροποποιηθεί για τα εν λόγω είδη ανοιγμάτων. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να καθοριστούν σαφή κριτήρια για να διευκολυνθεί η διαπίστωση της δημόσιας εντολής των εν λόγω πιστωτικών ιδρυμάτων και να καλυφθούν θέματα όπως η σύστασή τους, το είδος των δραστηριοτήτων τους, οι στόχοι τους, οι συμφωνίες εγγύησης από δημόσιους φορείς και οι περιορισμοί στις καταθετικές δραστηριότητες. Ωστόσο, η μορφή και οι τρόποι εγκαταστάσεως της τράπεζας θα πρέπει να παραμένουν στη διακριτική ευχέρεια της κεντρικής κυβέρνησης του κράτους μέλους, της περιφερειακής κυβέρνησης ή της τοπικής αρχής και μπορούν να συνίστανται στη δημιουργία νέου πιστωτικού ιδρύματος, την απόκτηση ή την εξαγορά, μεταξύ άλλων με παραχωρήσεις και στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης, της ήδη υφιστάμενης οντότητας από τις εν λόγω δημόσιες αρχές.

(11)  Ο δείκτης μόχλευσης δεν πρέπει, επίσης, να υπονομεύει την παροχή υπηρεσιών κεντρικής εκκαθάρισης από τα ιδρύματα σε πελάτες. Ως εκ τούτου, τα αρχικά περιθώρια για κεντρικά εκκαθαριζόμενες συναλλαγές σε παράγωγα που λαμβάνονται από τα ιδρύματα σε χρήμα από τους πελάτες τους και που διαβιβάζονται στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους (CCP), θα πρέπει να εξαιρεθούν από το μέτρο του ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης.

(12)  Η Επιτροπή της Βασιλείας έχει αναθεωρήσει το διεθνές πρότυπο σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης, προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω ορισμένες πτυχές του σχεδιασμού του εν λόγω δείκτη. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να εναρμονιστεί με το αναθεωρημένο πρότυπο, ώστε να ενισχυθούν οι διεθνείς ίσοι όροι ανταγωνισμού για τα ιδρύματα που λειτουργούν εκτός της Ένωσης, και να διασφαλιστεί ότι ο δείκτης μόχλευσης εξακολουθεί να συνιστά αποτελεσματικό συμπλήρωμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που βασίζονται στον κίνδυνο.

(13)  Για τα ιδρύματα που, λόγω του μεγέθους τους, του βαθμού διασύνδεσης, της πολυπλοκότητας, της έλλειψης δυνατότητας αναπλήρωσης ή της παγκόσμιας σημασίας τους γίνονται αποδεκτά ως παγκόσμια συστημικά σημαντικά ιδρύματα (G-SII), θα πρέπει να καθιερωθεί μια προσαύξηση του δείκτη μόχλευσης δεδομένου ότι τα G-SII που αντιμετωπίζουν χρηματοοικονομικές δυσχέρειες αποδυναμώνουν σε μόνιμη βάση το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύνολό του, και αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει μια νέα πιστωτική στενότητα στην Ένωση. Λόγω της απειλής αυτής για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας προκύπτει από την αναμενόμενη κρατική διάσωση μια έμμεση εγγύηση για τα G-SII. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να μειωθεί η πειθαρχία των G-SII όσον αφορά την τήρηση των κανόνων της αγοράς και να αναλάβουν αυτά υπέρμετρους κινδύνους, γεγονός που καθιστά με τη σειρά του πιθανότερο να περιέλθει στο μέλλον ένα G-SII σε δυσχερή κατάσταση. Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των αρνητικών αυτών εξωτερικοτήτων, οι ευρωπαϊκές νομοθετικές διατάξεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους ήδη υφιστάμενους σε άλλα κράτη αυστηρότερους δείκτες μόχλευσης. Λαμβάνοντας υπόψη το τελικό αποτέλεσμα των εργασιών βαθμονόμησης της επιτροπής της Βασιλείας σχετικά με το δείκτη μόχλευσης, ο δείκτης μόχλευσης για τα G-SII θα πρέπει, συνεπώς, να αυξηθεί κατά 50 % των σταθμισμένων βάσει κινδύνου απαιτήσεων υψηλότερης ικανότητας απορρόφησης ζημιών ενός G-SII, επιπλέον του κατώτατου ορίου 3 %.

(14)  Στις 9 Νοεμβρίου 2015, το ΣΧΣ δημοσίευσε το έγγραφο με τους όρους λειτουργίας (Term Sheet) της συνολικής ικανότητας απορρόφησης ζημιών (TLAC ) («το πρότυπο TLAC»), που εγκρίθηκαν από την ομάδα G20 στη σύνοδο κορυφής η οποία διεξήχθη τον Νοέμβριο του 2015 στην Τουρκία. Το πρότυπο TLAC απαιτεί οι παγκόσμιες συστημικώς σημαντικές τράπεζες («G-SIB»), που αναφέρονται ως παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα («G-SII») στη νομοθεσία της Ένωσης, να διαθέτουν επαρκή αριθμό (διασώσιμων) υποχρεώσεων που διακρίνονται από υψηλό βαθμό απορρόφησης ζημιών, προκειμένου να διασφαλίζουν την ομαλή και ταχεία απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση στην εξυγίανση. Η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της, της 24ης Νοεμβρίου 2015, δεσμεύτηκε να υποβάλει νομοθετική πρόταση ως το τέλος του 2016, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εφαρμογή του προτύπου TLAC μέχρι τη διεθνώς συμφωνηθείσα προθεσμία του 2019.

(15)  Η εφαρμογή του προτύπου TLAC στην Ένωση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ισχύουσες ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL), που καθορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(10). Δεδομένου ότι οι απαιτήσεις MREL και TLAC επιδιώκουν τον ίδιο στόχο, να διασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα της Ένωσης διαθέτουν επαρκή ικανότητα απορρόφησης των ζημιών, οι δύο απαιτήσεις αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία ενός κοινού πλαισίου. Από λειτουργική άποψη, το εναρμονισμένο ελάχιστο πρότυπο TLAC των G-SII («ελάχιστη απαίτηση TLAC») πρέπει να θεσπιστεί στη νομοθεσία της Ένωσης με τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ενώ η ειδική για κάθε ίδρυμα προσαύξηση για τα G-SII και η ειδική για κάθε ίδρυμα ελάχιστη απαίτηση για τα ιδρύματα που δεν είναι G-SII, θα πρέπει να θεσπιστεί με στοχευμένες τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014(11). Οι σχετικές διατάξεις που θεσπίζουν το πρότυπο TLAC στον παρόντα κανονισμό (ΕΕ) πρέπει να εξετάζονται σε συνδυασμό με τις αλλαγές στην ανωτέρω νομοθεσία και με την οδηγία 2013/36/ΕΕ.

(16)  Σύμφωνα με το πρότυπο TLAC που καλύπτει μόνο τις τράπεζες G-SIB, η ελάχιστη απαίτηση για επαρκές ποσό ιδίων κεφαλαίων και υποχρεώσεων υψηλής απορρόφησης ζημιών που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση των G-SII. Ωστόσο, οι κανόνες όσον αφορά τις επιλέξιμες υποχρεώσεις που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να ισχύουν για όλα τα ιδρύματα, σύμφωνα με τις συμπληρωματικές προσαρμογές και τις απαιτήσεις της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

(17)  Σύμφωνα με το πρότυπο TLAC, η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων θα πρέπει να εφαρμόζεται στις οντότητες εξυγίανσης που είτε αποτελούν οι ίδιες G-SII ή αποτελούν μέρος ομίλου που προσδιορίζεται ως G-SII. Η απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις θα πρέπει να ισχύει σε ατομική ή ενοποιημένη βάση, ανάλογα αν οι εν λόγω οντότητες εξυγίανσης συνιστούν ανεξάρτητα ιδρύματα χωρίς θυγατρικές ή μητρικές επιχειρήσεις.

(18)  Η οδηγία 2014/59/ΕΕ επιτρέπει να χρησιμοποιηθούν εργαλεία εξυγίανσης όχι μόνο για τα ιδρύματα, αλλά και για τις χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών. Οι μητρικές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και οι μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών θα πρέπει επομένως να διαθέτουν επαρκή ικανότητα απορρόφησης ζημιών όπως και τα μητρικά ιδρύματα.

(19)  Με σκοπό να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, είναι σημαντικό τα μέσα που κατέχονται για την τήρηση της απαίτησης αυτής να διαθέτουν υψηλή ικανότητα απορρόφησης των ζημιών. Οι υποχρεώσεις που εξαιρούνται από το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα που αναφέρεται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ δεν έχουν αυτή την ικανότητα, ούτε οι άλλες απαιτήσεις που, αν και καταρχήν είναι διασώσιμες με ίδια μέσα, ενδέχεται να δημιουργούν δυσκολίες στην πράξη για να διασωθούν με ίδια μέσα. Οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν θα πρέπει επομένως να θεωρούνται επιλέξιμες για την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων. Από την άλλη πλευρά, τα κεφαλαιακά μέσα, καθώς και οι υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης, διαθέτουν υψηλή ικανότητα απορρόφησης των ζημιών. Επίσης, η δυνατότητα απορρόφησης των ζημιών από υποχρεώσεις που έχουν την ίδια προτεραιότητα με ορισμένες εξαιρούμενες υποχρεώσεις θα πρέπει να αναγνωρίζεται ως έναν ορισμένο βαθμό, σύμφωνα με το πρότυπο TLAC.

(19a)  Κατά την εφαρμογή του προτύπου TLAC στην Ένωση, πρέπει να διασφαλίζεται ότι τα ιδρύματα πληρούν το ταχύτερο δυνατόν τις θεσπισθείσες απαιτήσεις για τα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται σε περίπτωση εξυγίανσης η ομαλή απορρόφηση των ζημιών και η ανακεφαλαιοποίηση. Υπό την έννοια αυτή επιβάλλεται να θεσπιστεί μια ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων για χρεωστικούς τίτλους, που πληρούν ορισμένα κριτήρια. Για τον λόγο αυτό δεν θα πρέπει για υποχρεώσεις που εκδόθηκαν πριν από… [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], να λαμβάνονται υπόψη ορισμένα κριτήρια καταλληλότητας. Μια τέτοια ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων θα πρέπει να ισχύει τόσο για υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης του προτύπου TLAC και μειωμένης εξασφάλισης του προτύπου MREL σύμφωνα με την οδηγία 2014/59/ΕΕ, όσο και για τις απαιτήσεις μη μειωμένης εξασφάλισης του προτύπου TLAC και τις απαιτήσεις μη μειωμένης εξασφάλισης του προτύπου MREL σύμφωνα με την οδηγία 2014/59/ΕΕ.

(20)  Με σκοπό την αποφυγή της διπλής καταμέτρησης των υποχρεώσεων για τους σκοπούς της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες για την αφαίρεση των συμμετοχών επιλέξιμων υποχρεώσεων που αντικατοπτρίζουν την αντίστοιχη προσέγγιση αφαίρεσης που αναπτύχθηκε ήδη στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τα κεφαλαιακά μέσα. Σύμφωνα με την εν λόγω προσέγγιση, οι συμμετοχές σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων θα πρέπει προηγουμένως να αφαιρούνται από τις επιλέξιμες υποχρεώσεις και, στον βαθμό που δεν υπάρχουν επαρκείς υποχρεώσεις, θα πρέπει να αφαιρούνται από τα κεφαλαιακά μέσα της κατηγορίας 2.

(21)  Το πρότυπο TLAC περιέχει ορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας για τις υποχρεώσεις που είναι αυστηρότερα από τα ισχύοντα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα κεφαλαιακά μέσα. Με σκοπό τη διασφάλιση της συνοχής, τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα κεφαλαιακά μέσα θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν ως προς τη μη επιλεξιμότητα των μέσων που εκδίδονται από τις οντότητες ειδικού σκοπού από την 1η Ιανουαρίου 2022.

(22)  Από την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το διεθνές πρότυπο για την προληπτική αντιμετώπιση των ανοιγμάτων προς τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους τροποποιήθηκε, ώστε να βελτιωθεί η μεταχείριση των ανοιγμάτων των ιδρυμάτων προς τους αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Στις σημαντικές αναθεωρήσεις του εν λόγω προτύπου περιλαμβάνονταν η χρήση ενιαίας μεθόδου για τον καθορισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματα που οφείλονται σε εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, ρητό ανώτατο όριο για το σύνολο των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για ανοίγματα έναντι επιλέξιμων κεντρικών αντισυμβαλλόμενων και πιο ευαίσθητη στους κινδύνους προσέγγιση για τον προσδιορισμό της αξίας των παραγώγων στον υπολογισμό των υποθετικών πόρων ενός αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Ταυτόχρονα, η αντιμετώπιση των ανοιγμάτων έναντι μη αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων παρέμεινε αμετάβλητη. Δεδομένου ότι τα αναθεωρημένα διεθνή πρότυπα θέσπισαν μια μεταχείριση που είναι καλύτερα προσαρμοσμένη στο περιβάλλον της κεντρικής εκκαθάρισης, το δίκαιο της Ένωσης θα πρέπει να τροποποιηθεί, προκειμένου να ενσωματωθούν τα εν λόγω πρότυπα.

(23)  Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα θα διαχειριστούν καταλλήλως τα ανοίγματά τους υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων (ΟΣΕ), οι κανόνες που προσδιορίζουν την αντιμετώπιση των εν λόγω ανοιγμάτων θα πρέπει να είναι ευαίσθητοι στον κίνδυνο και θα πρέπει να προωθούν τη διαφάνεια όσον αφορά τα υποκείμενα ανοίγματα σε ΟΣΕ. Η Επιτροπή της Βασιλείας εξέδωσε, ως εκ τούτου, αναθεωρημένο πρότυπο που καθορίζει σαφή ιεράρχηση των προσεγγίσεων για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων για τα εν λόγω ανοίγματα. H εν λόγω ιεράρχηση αντικατοπτρίζει τον βαθμό της διαφάνειας ως προς τα υποκείμενα ανοίγματα. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να εναρμονιστεί με τους εν λόγω διεθνώς συμφωνηθέντες κανόνες.

(24)  Για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος των συναλλαγών σε παράγωγα βάσει του πλαισίου του πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 παρέχει επί του παρόντος στα ιδρύματα τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τριών διαφορετικών τυποποιημένων προσεγγίσεων: της τυποποιημένης μεθόδου («SM»), της μεθόδου βάσει τρεχουσών τιμών αγοράς («MtMM») και της μεθόδου του αρχικού ανοίγματος («OEM»).

(25)  Οι εν λόγω τυποποιημένες προσεγγίσεις, όμως, δεν αναγνωρίζουν επαρκώς τη φύση της εξασφάλισης που μειώνει τον κίνδυνο στα ανοίγματα. Οι βαθμονομήσεις τους είναι παρωχημένες και δεν αντικατοπτρίζουν το υψηλό επίπεδο μεταβλητότητας που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Επιπλέον, δεν αναγνωρίζουν δεόντως τα οφέλη από συμψηφισμούς. Για την αντιμετώπιση των αδυναμιών αυτών η Επιτροπή της Βασιλείας αποφάσισε να αντικαταστήσει την SM και την MtMM με μια νέα τυποποιημένη προσέγγιση για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος των ανοιγμάτων σε παράγωγα, την αποκαλούμενη τυποποιημένη προσέγγιση για πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου («SA-CCR»). Δεδομένου ότι τα αναθεωρημένα διεθνή πρότυπα θέσπισαν μια μεταχείριση που είναι καλύτερα προσαρμοσμένη στο περιβάλλον της κεντρικής εκκαθάρισης, το δίκαιο της Ένωσης θα πρέπει να τροποποιηθεί, προκειμένου να ενσωματωθούν τα εν λόγω πρότυπα.

(26)  Η SA-CCR είναι πιο ευαίσθητη σε θέματα κινδύνων σε σχέση με την ενιαία αγορά και την MtMM και θα οδηγήσει, ως εκ τούτου, σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αντικατοπτρίζουν καλύτερα τους κινδύνους που σχετίζονται με τις συναλλαγές των ιδρυμάτων σε παράγωγα. Ταυτόχρονα, η SA-CCR είναι πιο πολύπλοκη ως προς την εφαρμογή της από τα ιδρύματα. Για ορισμένα από τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν επί του παρόντος την MtMM, η μέθοδος SA-CCR μπορεί να αποδειχθεί υπερβολικά περίπλοκη και επαχθής ως προς την εφαρμογή. Για τα ιδρύματα ▌ και τα ιδρύματα που αποτελούν μέρος ενοποιημένου ομίλου με μικρές και μεσαίες συναλλαγές σε παράγωγα, πρέπει να θεσπιστεί μια απλουστευμένη μορφή της SA-CCR. Δεδομένου ότι η απλοποιημένη έκδοση θα είναι λιγότερο ευαίσθητη σε θέματα κινδύνων σε σχέση με την SA-CCR, θα πρέπει να βαθμονομηθεί κατάλληλα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν υποεκτιμά την αξία ανοίγματος των συναλλαγών σε παράγωγα.

(27)  Σήμερα, τα περισσότερα ιδρύματα χρησιμοποιούν για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος των παραγώγων τους την MtMM που έχει αντικατασταθεί από την SA-CCR. Η βαθμονόμηση της MtΜM προέρχεται ωστόσο από τους κανόνες της Βασιλείας Ι με βάση τις συνθήκες της αγοράς που επικρατούσαν στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και δεν είναι αρκούντως ακριβείς ώστε να αποτυπώνουν επαρκώς τον κίνδυνο των συναλλαγών σε παράγωγα. Για τα ιδρύματα που έχουν περιορισμένα ανοίγματα σε παράγωγα και τα οποία χρησιμοποιούν επί του παρόντος την MtΜM ή την OEM, τόσο η SA-CCR όσο και η απλοποιημένη SA-CCR ενδέχεται να είναι πολύ πολύπλοκες, ώστε να εφαρμοστούν. Η OEM θα πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά από τα εν λόγω ιδρύματα, αλλά θα πρέπει να αναθεωρηθεί, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι σοβαρές ελλείψεις. Η αναθεωρημένη αυτή μορφή της ΟΕΜ θα πρέπει να αποτελεί κατάλληλη εναλλακτική για την MtMM όσον αφορά ιδρύματα και ιδρύματα που αποτελούν μέρος ενός ενοποιημένου ομίλου με μικρές συναλλαγές σε παράγωγα, χωρίς να περιλαμβάνουν τις ελλείψεις της παλαιάς αυτής μεθόδου.

(28)  Με σκοπό την καθοδήγηση του ιδρύματος κατά την επιλογή των επιτρεπόμενων προσεγγίσεων θα πρέπει να θεσπιστούν σαφή κριτήρια. Τα εν λόγω κριτήρια θα πρέπει να βασίζονται στο μέγεθος των δραστηριοτήτων σε παράγωγα ενός ιδρύματος, που καταδεικνύει τον βαθμό πολυπλοκότητας, τον οποίο θα πρέπει ένα ίδρυμα να είναι σε θέση να τηρεί για να υπολογιστεί η αξία ανοίγματος.

(29)  Κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι απώλειες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για ορισμένα εγκατεστημένα στην Ένωση ιδρύματα ήταν σημαντική. Για ορισμένα από αυτά, το επίπεδο του απαιτούμενου για την κάλυψη των απωλειών κεφαλαίου αποδείχθηκε ανεπαρκές, με αποτέλεσμα τα εν λόγω ιδρύματα να ζητήσουν έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη. Οι εν λόγω παρατηρήσεις οδήγησαν την Επιτροπή της Βασιλείας στην εξάλειψη ορισμένων αδυναμιών στην προληπτική εποπτεία των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, που συνίστανται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.

(30)  Το 2009 ολοκληρώθηκε μια πρώτη σειρά μεταρρυθμίσεων σε διεθνές επίπεδο και μεταφέρθηκε στο ενωσιακό δίκαιο με την οδηγία 2010/76/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12).

(31)  Η μεταρρύθμιση του 2009 δεν αντιμετώπισε, ωστόσο, τις διαρθρωτικές αδυναμίες των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα πρότυπα κινδύνου αγοράς. Η έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά την οριοθέτηση μεταξύ των βιβλίων εμπορικών και τραπεζικών συναλλαγών παρείχε τις δυνατότητες για την καταχρηστική επιλογή ευνοϊκότερου πλαισίου προληπτικής εποπτείας, ενώ η έλλειψη ευαισθησίας κινδύνου των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων ως προς τον κίνδυνο αγοράς δεν επέτρεπε την κάλυψη του πλήρους φάσματος των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένα τα ιδρύματα.

(32)  Ως εκ τούτου, η Επιτροπή της Βασιλείας δρομολόγησε τη ριζική αναθεώρηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών (FRTB) για την αντιμετώπιση των εν λόγω αδυναμιών. Το έργο αυτό ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2016. Τα πρότυπα του FRTB ενισχύουν την ευαισθησία κινδύνου του πλαισίου για τον κίνδυνο αγοράς, και καθορίζουν το ποσό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που είναι περισσότερο αναλογικό προς τους κινδύνους των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και αποσαφηνίζουν τον ορισμό της οριοθέτησης μεταξύ των βιβλίων εμπορικών και τραπεζικών συναλλαγών.

(33)  Η εφαρμογή των προτύπων FRTB στην Ένωση πρέπει να διατηρήσει την καλή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών της Ένωσης. Πρόσφατες μελέτες αντίκτυπου σχετικά με τα πρότυπα FRTB δείχνουν ότι η εφαρμογή των προτύπων FRTB αναμένεται να οδηγήσει σε απότομη αύξηση των συνολικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς. Με σκοπό την αποφυγή της απότομης συρρίκνωσης των εμπορικών επιχειρήσεων εντός της Ένωσης, μια περίοδος σταδιακής εφαρμογής θα πρέπει, ως εκ τούτου, να εισαχθεί, ώστε τα όργανα να μπορούν να αναγνωρίσουν το συνολικό επίπεδο των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς που προκύπτει από την μεταφορά των προτύπων FRTB στην Ένωση. Με τη μεταβατική αυτή περίοδο πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι απαιτήσεις της Βασιλείας θα καθιερωθούν σταδιακά, προκειμένου να μειωθούν οι αβεβαιότητες των ιδρυμάτων όσον αφορά τις μελλοντικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αγοράς. Με την κατάλληλη μεταβατική περίοδο πρέπει να διασφαλίζεται αφενός, ότι η εφαρμογή των προτύπων FRTB δεν προκαλεί απότομη αύξηση των συνολικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς, αφετέρου, ότι η μεταβατική περίοδος δεν θα έχει ως αποτέλεσμα μια μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς σε σύγκριση με την ισχύουσα κατάσταση. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει, επίσης, να δοθεί στις ευρωπαϊκές εμπορικές ιδιαιτερότητες και τις προσαρμογές στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν τα δημόσια και καλυμμένα ομόλογα, και τις απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις.

(34)  Μια ανάλογη μεταχείριση για τους κινδύνους της αγοράς θα πρέπει να εφαρμόζεται, επίσης, στα ιδρύματα με περιορισμένες δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών και να επιτρέπει την εφαρμογή του πλαισίου πιστωτικού κινδύνου για θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου σε περισσότερα ιδρύματα με μικρές εμπορικές δραστηριότητες, όπως ορίζεται στο αναθεωρημένο κείμενο της παρέκκλισης για τις επιχειρήσεις με μικρές εμπορικές δραστηριότητες. Επιπλέον, τα ιδρύματα μεσαίου μεγέθους χαρτοφυλακίου συναλλαγών θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν μια απλοποιημένη τυποποιημένη προσέγγιση για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με την προσέγγιση που χρησιμοποιείται επί του παρόντος δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Αυτές οι ελαστικότερες απαιτήσεις θα πρέπει να ισχύουν και για τα ιδρύματα που αποτελούν μέρος ενοποιημένου ομίλου, ενόσω πληρούν ως μεμονωμένο ίδρυμα τις προαναφερθείσες απαιτήσεις.

(35)  Το πλαίσιο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων πρέπει να ενισχυθεί, προκειμένου να βελτιωθεί η ικανότητα των ιδρυμάτων να απορροφούν ζημίες και να συμμορφώνονται περισσότερο με τα διεθνή πρότυπα. Προς το σκοπό αυτό, η βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως κεφαλαιακή βάση για τον υπολογισμό του ορίου για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τα ανοίγματα προς τα πιστωτικά παράγωγα θα πρέπει να υπολογίζονται με την SA-CCR. Επιπλέον, το όριο για τα ανοίγματα που οι τράπεζες G-SIB μπορεί να διαθέτουν προς άλλες G-SIB πρέπει να ελαττωθεί για τη μείωση των συστημικών κινδύνων που συνδέονται με τις διασυνδέσεις μεταξύ των μεγάλων ιδρυμάτων και για τη μείωση της πιθανότητας της αθέτησης υποχρεώσεων εκ μέρους αντισυμβαλλομένης G-SIB που μπορεί να επηρεάσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

(36)  Ενώ ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) εξασφαλίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα και οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να δέχονται σοβαρές πιέσεις σε βραχυπρόθεσμη βάση, δεν διασφαλίζει ότι τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα διαθέτουν μια σταθερή χρηματοδοτική δομή σε ένα πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Κατέστη, συνεπώς, σαφές ότι η λεπτομερής δεσμευτική απαίτηση σταθερής χρηματοδότησης πρέπει να αναπτυχθεί σε επίπεδο ΕΕ, η οποία θα πρέπει πάντα να τηρείται με σκοπό να αποφευχθούν οι υπερβολικές αναντιστοιχίες ληκτότητας μεταξύ στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και η εξάρτηση από βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση χονδρικής.

(37)  Σύμφωνα με τα πρότυπα σταθερής χρηματοδότησης της Επιτροπής της Βασιλείας, πρέπει επομένως να εγκριθούν κανόνες που να καθορίζουν την απαίτηση σταθερής χρηματοδότησης ως ποσοστό του ποσού της διαθέσιμης σταθερής χρηματοδότησης, που διαθέτει ένα ίδρυμα, για το ύψος της απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους. Αυτό αποτελεί τον δεσμευτικό δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης» («NSFR»). Το ποσό της διαθέσιμης σταθερής χρηματοδότησης θα πρέπει να υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό των υποχρεώσεων του ιδρύματος και του υποχρεωτικού κεφαλαίου από τους συναφείς παράγοντες που αντικατοπτρίζουν τον βαθμό αξιοπιστίας του NSFR σε ορίζοντα ενός έτους. Το ποσό της απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό των στοιχείων του ενεργητικού του ιδρύματος και των εκτός ισολογισμού ανοιγμάτων από τους συναφείς παράγοντες που αντικατοπτρίζουν τα χαρακτηριστικά ρευστότητας και τις εναπομένουσες ληκτότητες στον ορίζοντα ενός έτους του NSFR.

(38)  Ο NSFR θα πρέπει να εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό και να οριστεί τουλάχιστον στο επίπεδο του 100 %, γεγονός που καταδεικνύει ότι το ίδρυμα διατηρεί αρκετά σταθερή χρηματοδότηση για την εκπλήρωση των χρηματοδοτικών του αναγκών κατά τη διάρκεια ενός έτους τόσο σε κανονικές όσο και σε ακραίες συνθήκες. Εάν ο δείκτης NSFR είναι κάτω από το επίπεδο του 100 %, το ίδρυμα θα πρέπει να συμμορφώνεται με τις ειδικές απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 414 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για την έγκαιρη επαναφορά του NSFR στο ελάχιστο επίπεδο. Τα εποπτικά μέτρα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης δεν θα πρέπει να είναι αυτόματα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει αντιθέτως να εκτιμούν τους λόγους για τη μη συμμόρφωση με τον NSFR πριν από τον καθορισμό πιθανών μέτρων εποπτείας.

(39)  Σύμφωνα με τις συστάσεις που έγιναν από την ΕΑΤ στην έκθεσή της, της 15ης Δεκεμβρίου 2015, η οποία εκπονήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 510 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι κανόνες για τον υπολογισμό του δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) θα πρέπει να είναι στενά ευθυγραμμισμένοι με τα πρότυπα της Επιτροπής της Βασιλείας, συμπεριλαμβανομένων των εξελίξεων στα εν λόγω πρότυπα σε ό, τι αφορά τη μεταχείριση των συναλλαγών σε παράγωγα. Η αναγκαιότητα να ληφθούν υπόψη ορισμένες ευρωπαϊκές ιδιαιτερότητες, ώστε να εξασφαλιστεί ότι ο NSFR δεν εμποδίζει τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής πραγματικής οικονομίας, δικαιολογεί, ωστόσο, την έγκριση ορισμένων προσαρμογών του NSFR της Βασιλείας για τον ορισμό του ευρωπαϊκού δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης. Οι προσαρμογές αυτές που οφείλονται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο συνιστώνται στην έκθεση για τον NSFR που έχει συνταχθεί από την ΕΑΤ και αφορούν κυρίως ειδικές επεξεργασίες για i) μοντέλα άμεσης επανεκχώρησης γενικά και έκδοση καλυμμένων ομολόγων ειδικότερα· ii) χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες στον τομέα του διεθνούς εμπορίου· iii) κεντρικές καταθέσεις ταμιευτηρίου· iv) εγγυημένα δάνεια κατοικίας· και v) πιστωτικές ενώσεις. Οι εν λόγω προτεινόμενες ειδικές μεταχειρίσεις αντικατοπτρίζουν σε μεγάλο βαθμό την ευνοϊκή μεταχείριση που χορηγείται στις εν λόγω δραστηριότητες ως προς την αναλογία κάλυψης ρευστότητας (LCR) σε σύγκριση με την LCR της Βασιλείας. Επειδή ο NSFR συμπληρώνει την αναλογία LCR, οι δύο αυτοί δείκτες θα πρέπει πράγματι να είναι συνεπείς ως προς τον ορισμό και τη βαθμονόμησή τους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση των απαιτούμενων παραγόντων σταθερής χρηματοδότησης που χρησιμοποιούνται στα υψηλής ποιότητας ρευστά στοιχεία ενεργητικού της LCR για τον υπολογισμό του NSFR που αντικατοπτρίζει τους ορισμούς και τις περικοπές της Ευρωπαϊκής LCR, ανεξάρτητα από τη συμμόρφωση με τις γενικές και λειτουργικές απαιτήσεις που ορίζονται για τον υπολογισμό της LCR που δεν ενδείκνυνται για τον ετήσιο υπολογισμό του NSFR σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους.

(40)  Πέραν των ευρωπαϊκών ιδιαιτεροτήτων, η αυστηρότερη μεταχείριση των συναλλαγών σε παράγωγα στον NSFR της Βασιλείας θα μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις δραστηριότητες σε παράγωγα των ιδρυμάτων και, κατά συνέπεια, στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές και στην πρόσβαση σε ορισμένες πράξεις για τους τελικούς χρήστες. Οι συναλλαγές σε παράγωγα και ορισμένες αλληλένδετες συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων των εκκαθαριστικών δραστηριοτήτων, θα μπορούν να επηρεάζονται αδικαιολόγητα και δυσανάλογα από την εισαγωγή του NSFR της Βασιλείας χωρίς να έχουν υποβληθεί σε εκτεταμένες μελέτες ποσοτικών επιπτώσεων και σε δημόσια διαβούλευση. Η πρόσθετη απαίτηση να κατέχουν το 20 % της σταθερής χρηματοδότησης έναντι του ακαθάριστου ποσού υποχρεώσεων σε παράγωγα ευρύτατα θεωρείται ως κατά προσέγγιση μέτρο, το οποίο υπερεκτιμά την πρόσθετη χρηματοδότηση κινδύνων που συνδέεται με την ενδεχόμενη αύξηση των υποχρεώσεων σε παράγωγα για χρονικό ορίζοντα ενός έτους. Ως εκ τούτου, φαίνεται λογικό να υιοθετηθεί εναλλακτικό μέτρο με μεγαλύτερη ευαισθησία στον κίνδυνο, ώστε να μην παρεμποδίζεται η ορθή λειτουργία των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών και η παροχή μέσων αντιστάθμισης κινδύνων σε ιδρύματα και τους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων, ώστε να διασφαλίζεται η χρηματοδότησή τους ως στόχος της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Για μη καλυμμένες από περιθώριο ασφάλειας συναλλαγές σε παράγωγα, η Επιτροπή της Βασιλείας πρόσφατα αναθεώρησε τις προβλέψεις του 2014 σχετικά με τον χειρισμό συναλλαγών σε παράγωγα εντός του NSFR, αναγνωρίζοντας ότι το πρότυπο ως ίσχυε δεν αρκούσε για τον καθορισμό της απαίτησης αναχρηματοδότησης και ότι το 20 % της απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης («RSF») ήταν υπερβολικά συντηρητικό. Η Επιτροπή της Βασιλείας κατέληξε σε συμφωνία ότι, κατά την εθνική διακριτική ευχέρεια, οι δικαιοδοσίες μπορούν να μειώνουν την τιμή του εν λόγω συντελεστή με κατώτατο όριο το 5 %.

(41)  Η συμφωνία της Βασιλείας ως προς την ασύμμετρη μεταχείριση μεταξύ βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης, όπως οι συμφωνίες επαναγοράς (η σταθερή χρηματοδότηση δεν αναγνωρίζεται) και βραχυπρόθεσμων δανείων, όπως οι αντιστρεπτέες συμφωνίες επαναγοράς (κάποια σταθερή χρηματοδότηση απαιτείται – 10 % αν εξασφαλίζονται με ρευστά στοιχεία ενεργητικού υψηλής ποιότητας επιπέδου 1 – υψηλής ποιότητας ρευστά διαθέσιμα – (HQLA) – όπως ορίζεται στην αναλογία κάλυψης ρευστότητας (LCR) και 15 % για τις άλλες συναλλαγές με χρηματοπιστωτικούς πελάτες) αποσκοπεί στην αποθάρρυνση των δεσμών της εκτεταμένης βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης μεταξύ χρηματοπιστωτικών πελατών που αποτελούν πηγή διασύνδεσης και καθιστούν δυσκολότερη την εξυγίανση ενός συγκεκριμένου ιδρύματος, χωρίς μετάδοση των επιπτώσεων του κινδύνου στο υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα σε περίπτωση πτώχευσης. Ωστόσο, η βαθμονόμηση της ασυμμετρίας είναι υπερβολικά συντηρητική, και ενδέχεται να επηρεάσει τη ρευστότητα των τίτλων που συνήθως χρησιμοποιούνται ως ασφάλεια στις βραχυπρόθεσμες συναλλαγές, ιδίως τα κρατικά ομόλογα, καθώς τα ιδρύματα κατά πάσα πιθανότητα θα μειώσουν τον όγκο των δραστηριοτήτων τους στις αγορές συμφωνιών επαναγοράς. Θα μπορούσε επίσης, να υπονομεύσει τις δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης, καθώς οι αγορές συμφωνιών επαναγοράς διευκολύνουν τη διαχείριση της αναγκαίας απογραφής, και συνεπώς θα ερχόταν σε αντίθεση προς τους στόχους της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Επιπλέον, αυτό θα καθιστούσε δυσκολότερη τη μετατροπή των εν λόγω αξιών σε μετρητά γρήγορα και σε καλές τιμές, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της ΑΚΡ, της οποίας η λογική είναι να διαθέτει απόθεμα ασφαλείας των ρευστών στοιχείων του ενεργητικού που μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε χρήμα σε περίπτωση κρίσης ρευστότητας. Τελικά, η βαθμονόμηση της εν λόγω ασυμμετρίας ενδέχεται να επηρεάσει τη ρευστότητα των διατραπεζικών αγορών χρηματοδότησης, ιδίως για σκοπούς διαχείρισης της ρευστότητας, καθόσον θα καταστεί πιο δαπανηρή για τις τράπεζες η χορήγηση δάνειων μεταξύ τους σε βραχυπρόθεσμη βάση. Η ασύμμετρη μεταχείριση θα πρέπει να διατηρηθεί, αλλά θα πρέπει να μειωθούν οι συντελεστές RSF στο 5 % και 10 % αντίστοιχα (έναντι 10 % και 15 %).

(42)  Εκτός από την εκ νέου βαθμονόμηση του συντελεστή RSF της Βασιλείας που ισχύει για βραχυπρόθεσμες συμφωνίες επαναγοράς με χρηματοπιστωτικούς πελάτες που εξασφαλίζονται με κρατικά ομόλογα (με συντελεστή RSF 5 % αντί του 10 %), ορισμένες άλλες προσαρμογές έχουν αποδειχθεί αναγκαίες, ώστε να εξασφαλιστεί ότι η εισαγωγή του NSFR δεν εμποδίζει τη ρευστότητα των αγορών κρατικών ομολόγων. Το 5 % του συντελεστή RSF της Βασιλείας που ισχύει για τα υψηλής ποιότητας ρευστά διαθέσιμα επιπέδου 1, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών ομολόγων, σημαίνει ότι τα ιδρύματα θα πρέπει να κατέχουν άμεσα διαθέσιμη μακροπρόθεσμη μη εξασφαλισμένη χρηματοδότηση στο εν λόγω ποσοστό ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αναμένουν να κατέχουν κρατικά ομόλογα. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να παράσχει περαιτέρω κίνητρα στα ιδρύματα, προκειμένου να καταθέτουν μετρητά σε κεντρικές τράπεζες παρά να ενεργούν ως βασικοί διαπραγματευτές και να παρέχουν ρευστότητα στις αγορές κρατικών ομολόγων. Επιπλέον, δεν συνάδει με την LCR που αναγνωρίζει την πλήρη ρευστότητα των εν λόγω στοιχείων του ενεργητικού, ακόμη και σε καιρούς οξείας κρίσης ρευστότητας (ποσοστό περικοπής 0 %). Ο συντελεστής RSF των ρευστών διαθέσιμων υψηλής ποιότητας επιπέδου 1 της LCR, όπως ορίζεται στην ΕΕ, εξαιρουμένων των καλυμμένων ομολόγων εξαιρετικά υψηλής ποιότητας, θα πρέπει, επομένως, να μειωθεί από 5 % σε 0 %.

(43)  Επιπλέον, όλα τα ρευστά διαθέσιμα υψηλής ποιότητας επιπέδου 1 της LCR όπως ορίζεται στην ΕΕ, εξαιρουμένων των καλυμμένων ομολόγων εξαιρετικά υψηλής ποιότητας, που ελήφθησαν ως περιθώρια μεταβλητότητας σε συμβάσεις παραγώγων θα πρέπει να αντισταθμίζουν τα στοιχεία ενεργητικού παραγώγων, ενώ το πρότυπο της Βασιλείας δέχεται μόνο μετρητά που πληρούν τους όρους του πλαισίου για την αντιστάθμιση μόχλευσης των παραγώγων του ενεργητικού. Αυτή η ευρύτερη αναγνώριση των στοιχείων του ενεργητικού που λαμβάνονται ως περιθώρια μεταβλητότητας θα συμβάλει στη ρευστότητα των αγορών κρατικών ομολόγων και στην αποφυγή της πρόκλησης ζημιών στους τελικούς χρήστες που κατέχουν μεγάλα ποσά κρατικών ομολόγων, αλλά λίγα μετρητά (όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία), καθώς και στην αποφυγή επιπρόσθετων πιέσεων στην ζήτηση για μετρητά σε αγορές συμφωνιών επαναγοράς.

(44)  Ο NSFR πρέπει να εφαρμόζεται στα ιδρύματα τόσο σε μεμονωμένη όσο και σε ενοποιημένη βάση, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές παράσχουν απαλλαγή από την εφαρμογή του NSFR σε μεμονωμένη βάση. Αυτό επικαλύπτεται με το πεδίο εφαρμογής του LCR που o NSFR συμπληρώνει. Σε περίπτωση που η εφαρμογή του NSFR σε ατομικό επίπεδο δεν έχει αρθεί, οι συναλλαγές μεταξύ δύο ιδρυμάτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ή στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας θα πρέπει καταρχήν να λαμβάνει συμμετρικά διαθέσιμους και απαιτούμενους συντελεστές σταθερής με σκοπό την αποφυγή απωλειών κεφαλαίων μέσα στην εσωτερική αγορά και με σκοπό να μην παρεμποδίζεται η αποτελεσματική διαχείριση της ρευστότητας στους ευρωπαϊκούς ομίλους, όπου υπάρχει κεντρική διαχείριση της ρευστότητας. Οι εν λόγω προνομιακές συμμετρικές μέθοδοι θα πρέπει να χορηγούνται μόνο για τις συναλλαγές εντός του ομίλου, όπου ισχύουν όλες οι απαραίτητες διασφαλίσεις, βάσει συμπληρωματικών κριτηρίων για τις διασυνοριακές συναλλαγές, και μόνο με την προηγούμενη έγκριση των αρμόδιων αρχών που συμμετέχουν, δεδομένου ότι δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι τα ιδρύματα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων πληρωμής τους θα λαμβάνουν πάντα στήριξη χρηματοδότησης από άλλες επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ή στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας.

(44a)  Ωσαύτως για τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα θα πρέπει να θεσπιστεί η δυνατότητα εφαρμογής μιας απλουστευμένης μορφής του NSFR. Μια απλουστευμένη μορφή του NSFR θα πρέπει, λόγω του μικρότερου επιπέδου ανάλυσης, να απαιτεί τη συλλογή ενός μικρότερου αριθμού δεδομένων, πράγμα το οποίο, αφενός μεν μειώνει τον περίπλοκο χαρακτήρα των υπολογισμών για τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα υπό την έννοια της αναλογικότητας, αφετέρου ωστόσο διασφαλίζει με την αυστηρότερη βαθμονόμηση ότι τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα διαθέτουν μια επαρκώς σταθερή επαναχρηματοδότηση.

(45)  Η ενοποίηση των θυγατρικών σε τρίτες χώρες θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απαιτήσεις σταθερής χρηματοδότησης που ισχύουν στις χώρες αυτές. Κατά συνέπεια, οι κανόνες ενοποίησης στην Ένωση δεν θα πρέπει να θεσπίζουν μια πιο ευνοϊκή μεταχείριση για τη διαθέσιμη και απαιτούμενη σταθερή χρηματοδότηση σε θυγατρικές εταιρείες τρίτων χωρών από εκείνη που προβλέπεται στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας των εν λόγω τρίτων χωρών.

(46)  Σύμφωνα με το άρθρο 508 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει έκθεση σχετικά με το κατάλληλο σύστημα προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων και να υποβάλει, όπου απαιτείται, μια νομοθετική πρόταση. Μέχρι να τεθεί σε εφαρμογή η εν λόγω διάταξη, οι επιχειρήσεις επενδύσεων, πέραν των συστημικών επιχειρήσεων επενδύσεων, θα πρέπει να εξακολουθούν να υπόκεινται στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών όσον αφορά την απαίτηση καθαρής σταθερής χρηματοδότησης. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων, πέραν των συστημικών επιχειρήσεων επενδύσεων, θα πρέπει να υπόκεινται στον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ενοποιημένη βάση, όταν αυτές αποτελούν τμήμα τραπεζικών ομίλων, προκειμένου να καθίσταται δυνατός ο κατάλληλος υπολογισμός του NSFR σε ενοποιημένο επίπεδο.

(47)  Τα ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεούνται να αναφέρουν στις αρμόδιες αρχές τους, στο νόμισμα αναφοράς, τους δεσμευτικούς λεπτομερείς δείκτες καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) για όλα τα στοιχεία μαζί και χωριστά για τα στοιχεία που είναι εκφρασμένα σε κάθε σημαντικό νόμισμα, προκείμενου να εξασφαλιστεί η κατάλληλη παρακολούθηση των ενδεχόμενων αναντιστοιχιών στα νομίσματα. Ο NSFR δεν θα πρέπει να υπόκειται σε απαιτήσεις διπλής υποβολής αναφορών ή σε απαιτήσεις υποβολής αναφορών που δεν συνάδουν με τους ισχύοντες κανόνες και τα ιδρύματα θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή χρόνο προετοιμασίας για τη θέση σε ισχύ των νέων απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων.

(48)  Δεδομένου ότι η παροχή χρήσιμων και συγκρίσιμων πληροφοριών στην αγορά όσον αφορά τους κοινές βασικούς δείκτες μέτρησης κινδύνου των ιδρυμάτων αποτελεί θεμελιώδη αρχή για την ύπαρξη ενός υγιούς τραπεζικού συστήματος, είναι απαραίτητο να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η ασύμμετρη πληροφόρηση και να διευκολυνθεί η συγκρισιμότητα των χαρακτηριστικών κινδύνου των πιστωτικών ιδρυμάτων εντός και μεταξύ των δικαιοδοσιών, η Επιτροπή της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία (BCBS) δημοσίευσε τα αναθεωρημένα πρότυπα δημοσιοποίησης του πυλώνα 3, τον Ιανουάριο του 2015, για την ενίσχυση της συγκρισιμότητας, της ποιότητας και της συνεκτικότητας των ρυθμιστικών δημοσιοποιήσεων των ιδρυμάτων στην αγορά. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμο να τροποποιηθούν οι ισχύουσες απαιτήσεις δημοσιοποίησης για την εφαρμογή αυτών των νέων διεθνών προτύπων.

(49)  Οι ερωτηθέντες στην πρόσκληση της Επιτροπής για υποβολή στοιχείων σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες θεώρησαν τις τρέχουσες απαιτήσεις δημοσιοποίησης δυσανάλογες και επαχθείς για τα μικρότερα ιδρύματα. Με την επιφύλαξη της στενότερης εναρμόνισης των δημοσιοποιήσεων με τα διεθνή πρότυπα, τα μικρότερα και λιγότερο πολύπλοκα ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεώνονται να παρέχουν λιγότερο συχνές και λεπτομερείς πληροφορίες σε σχέση με τους μεγαλύτερους ομόλογούς τους, και να μειώνουν συνεπώς τον διοικητικό φόρτο στον οποίο υπόκεινται.

(50)  Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να εφαρμόζουν πολιτικές αποδοχών ουδέτερες ως προς το φύλο, σύμφωνα με την αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 157 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ορισμένες διευκρινίσεις θα πρέπει να δοθούν ως προς τις δημοσιοποιήσεις που αφορούν τις αποδοχές. Οι απαιτήσεις δημοσιοποίησης σχετικά με τις αποδοχές που περιέχονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να είναι συμβατές με τον σκοπό των κανόνων για τις αποδοχές, συγκεκριμένα όσον αφορά την κατάρτιση και διατήρηση για κατηγορίες προσωπικού του οποίου οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων, πολιτικών και πρακτικών αποδοχών που συνάδουν προς τις αρχές μιας αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνων. Επιπλέον, τα ιδρύματα που επωφελούνται από την παρέκκλιση από ορισμένους κανόνες που αφορούν τις αποδοχές θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιοποιούν στοιχεία σχετικά με την εν λόγω παρέκκλιση.

(52)  Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) αποτελούν έναν από τους πυλώνες της ευρωπαϊκής ενωσιακής οικονομίας, καθώς διαδραματίζουν θεμελιώδη ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη και την παροχή απασχόλησης. Δεδομένου ότι οι ΜΜΕ παρουσιάζουν χαμηλότερο κίνδυνο από ό, τι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για ανοίγματα σε ΜΜΕ θα πρέπει να είναι χαμηλότερες από εκείνες των μεγάλων επιχειρήσεων, προκειμένου να διασφαλιστεί η βέλτιστη τραπεζική χρηματοδότηση των ΜΜΕ. Επί του παρόντος, ανοίγματα ως προς τις ΜΜΕ ύψους 1,5 εκατ. EUR υπόκεινται σε μείωση κατά 23,81 % του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος. Το ανώτατο όριο θα πρέπει να αυξηθεί στα 3,0 εκατ. EUR. Η μείωση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις για ανοίγματα σε ΜΜΕ θα πρέπει να επεκταθεί πέρα από το όριο του 3,0 εκατ. EUR και για το υπερβάλλον μέρος θα πρέπει να ανέρχεται σε μείωση κατά 15 % του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος·

(53)  Οι επενδύσεις στον τομέα των υποδομών είναι θεμελιώδους σημασίας για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και την τόνωση της δημιουργίας θέσεων εργασίας. Η ανάκαμψη και η μελλοντική ανάπτυξη της ενωσιακής οικονομίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη διαθεσιμότητα κεφαλαίου για τις στρατηγικές επενδύσεις ευρωπαϊκής σημασίας σε υποδομές, ιδίως στα ευρυζωνικά και ενεργειακά δίκτυα, καθώς και στις υποδομές των μεταφορών και στις υποδομές ηλεκτροκίνησης, ιδιαίτερα σε βιομηχανικά κέντρα· στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία· στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση. Το επενδυτικό σχέδιο για την Ευρώπη έχει ως στόχο την προώθηση της πρόσθετης χρηματοδότησης σε βιώσιμα έργα υποδομών μέσω, μεταξύ άλλων, στην κινητοποίηση συμπληρωματικών ιδιωτικών πηγών χρηματοδότησης. Για ορισμένους πιθανούς επενδυτές το κύριο μέλημα είναι η παρατηρούμενη έλλειψη βιώσιμων έργων και η περιορισμένη ικανότητα ως προς τη δέουσα εκτίμηση των κινδύνων εξαιτίας της εγγενούς τους πολυπλοκότητας.

(54)  Προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι ιδιωτικές και οι δημόσιες επενδύσεις σε έργα υποδομής είναι, ως εκ τούτου, σημαντικό να οριστεί ένα κανονιστικό περιβάλλον, το οποίο θα είναι σε θέση να προωθήσει υψηλής ποιότητας έργα υποδομής και να μειώσει τους κινδύνους για τους επενδυτές. Ιδίως οι κεφαλαιακές επιβαρύνσεις για ανοίγματα σε έργα υποδομής θα πρέπει να μειωθούν υπό τον όρο ότι πληρούν ένα σύνολο κριτηρίων που είναι σε θέση να μειώσει τα χαρακτηριστικά κινδύνου τους και την αύξηση της προβλεψιμότητας των ταμιακών ροών. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει την παροχή έως ... [τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος], για να εκτιμήσει α) τον αντίκτυπό της στον όγκο των επενδύσεων σε υποδομές▌· και β) την επάρκεια από άποψη προληπτικής εποπτείας. Η Επιτροπή θα πρέπει, επίσης, να εξετάσει κατά πόσον το πεδίο εφαρμογής πρέπει να επεκταθεί σε επενδύσεις σε υποδομές από εταιρείες.

(55)  Το άρθρο 508 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου2, απαιτεί από την Επιτροπή να υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με ένα κατάλληλο σύστημα προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων και των επιχειρήσεων που αναφέρονται στα σημεία 2) στοιχεία β) και γ) του άρθρου 4 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού, η οποία θα συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από νομοθετική πρόταση. Η νομοθετική πρόταση μπορεί να εισάγει νέες απαιτήσεις για τις εν λόγω επιχειρήσεις. Για λόγους διασφάλισης της αναλογικότητας και με σκοπό να αποφευχθούν οι περιττές και επαναλαμβανόμενες κανονιστικές αλλαγές, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν είναι συστημικές θα πρέπει, συνεπώς, να αποκλείονται από τη συμμόρφωση με τις νέες διατάξεις για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που θέτουν τον ίδιο συστημικό κίνδυνο με τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει ωστόσο να υπόκεινται στους ίδιους όρους με αυτούς που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα.

(55a)  Καθ’ υπόδειξη της ΕΑΤ, της ESMA και της ΕΚΤ, λόγω του διακριτού επιχειρηματικού τους μοντέλου, οι υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών με τη μορφή κεντρικών αντισυμβαλλομένων και κεντρικών αποθετηρίων τίτλων θα πρέπει να εξαιρούνται από το δείκτη μόχλευσης, την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης. Τα εν λόγω ιδρύματα απαιτείται να λαμβάνουν άδεια τραπεζικών δραστηριοτήτων απλώς για να τους χορηγείται πρόσβαση σε διευκολύνσεις κεντρικών τραπεζών μιας ημέρας και να εκπληρώνουν τους ρόλους τους ως κύριοι φορείς επίτευξης σημαντικών πολιτικών και κανονιστικών στόχων στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Από αυτή την άποψη, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει τη συμμόρφωση προς τις συστάσεις της ΕΑΤ, της ESMA και της ΕΚΤ χορηγώντας τις σχετικές εξαιρέσεις.

(56)  Με βάση την ενισχυμένη εποπτεία ομίλου που προκύπτει από την ενίσχυση του ρυθμιστικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας και τη δημιουργία της τραπεζικής ένωσης, είναι επιθυμητό να επωφελούνται τα ιδρύματα σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό από τα οφέλη της ενιαίας αγοράς, συμπεριλαμβανόμενης και της εξασφάλισης της αποτελεσματικής διαχείρισης των κεφαλαίων και ρευστότητας σε ολόκληρο τον όμιλο. Ως εκ τούτου, η δυνατότητα εξαίρεσης από την εφαρμογή των απαιτήσεων σε ατομικό επίπεδο για τις θυγατρικές ή τις μητρικές επιχειρήσεις θα πρέπει να είναι διαθέσιμη σε διασυνοριακούς ομίλους, εφόσον υπάρχουν επαρκείς διασφαλίσεις για να εξασφαλιστεί ότι επαρκή κεφάλαια και ρευστότητα θα είναι στη διάθεση των οντοτήτων που υπόκεινται στην απαλλαγή. Όταν πληρούνται όλες οι εγγυήσεις, εναπόκειται στην αρμόδια αρχή να αποφασίσει ως προς τη χορήγηση παρεκκλίσεων. Οι αποφάσεις των αρμόδιων αρχών θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένες.

(56a)  Σε συμφωνία με τη ριζική αναθεώρηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών (FRTB) που πρότεινε η Επιτροπή της Βασιλείας προκειμένου να θεσπιστεί το πλαίσιο αξιολόγησης της υποδειγματοποίησης συντελεστή κινδύνου βάσει κριτηρίων πραγματικών τιμών, οι τράπεζες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αξιολογούν το απαιτούμενο κατώτατο όριό τους για παράγοντα κινδύνου βάσει αξιόπιστων στοιχείων τιμών που αντανακλούν την πραγματικότητα της αγοράς. Τα στοιχεία συναλλαγών που προέρχονται μόνο από την τράπεζα ενδέχεται να μην επαρκούν για μια αξιόπιστη εκτίμηση κινδύνου. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επιτρέπει στις τράπεζες να χρησιμοποιούν φορείς συγκέντρωσης στοιχείων, που μπορούν να παρέχονται και από τρίτα μέρη, ως μέσο συγκέντρωσης και λήψης πραγματικών τιμών από διάφορες αγορές, διευρύνει τη θεώρηση της εκτίμησης κινδύνου της τράπεζας και βελτιώνει την αξιοπιστία των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για την υποδειγματοποίηση του κατώτατου ορίου συντελεστή κινδύνου.

(57)  Προκειμένου να διευκολυνθεί η συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τους κανόνες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στην οδηγία 36/2013/ΕΕ, καθώς και με τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα, η εφαρμογή των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, των κατευθυντήριων γραμμών και προτύπων που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή των κανόνων αυτών, η ΕΑΤ θα πρέπει να αναπτύξει ένα εργαλείο πληροφορικής για την καθοδήγηση των ιδρυμάτων, μέσω των σχετικών διατάξεων, καθώς και πρότυπο και υποδείγματα σε σχέση με το μέγεθός τους και το επιχειρηματικό τους μοντέλο.

(58)  Για να διευκολυνθεί η συγκρισιμότητα των πληροφοριών, η ΕΑΤ θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να αναπτύξει τυποποιημένα υποδείγματα δημοσιοποίησης που καλύπτουν όλες τις σημαντικές απαιτήσεις δημοσιοποίησης που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Κατά την εκπόνηση των εν λόγω προτύπων, η ΕΑΤ πρέπει να λαμβάνει υπόψη το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των ιδρυμάτων, καθώς και της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων των δραστηριοτήτων τους.

(59)  Προκειμένου να διασφαλίζεται ο κατάλληλος ορισμός ορισμένων ειδικών τεχνικών διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 573/2013 και προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο, η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή, όσον αφορά τον κατάλογο των προϊόντων ή των υπηρεσιών, των οποίων τα στοιχεία του ενεργητικού και οι υποχρεώσεις μπορούν να θεωρηθούν ως αλληλένδετα και όσον αφορά τον ορισμό της μεταχείρισης των παραγώγων, ως προς τις εξασφαλισμένες πιστοδοτήσεις και συναλλαγές με όρους κεφαλαιαγοράς και από μη εξασφαλισμένες συναλλαγές κάτω των έξι μηνών με χρηματοπιστωτικούς πελάτες για τον υπολογισμό του NSF).

(60)  Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναπτύσσει η ΕΑΤ στους τομείς των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, τα μέσα που εκτίθενται σε υπολειπόμενους κινδύνους, τους υπολογισμούς γεγονότος ή αθέτησης, την άδεια χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων για τον κίνδυνο αγοράς, τους εκ των υστέρων ελέγχους, την ανάθεση P&L, τους παράγοντες κινδύνου για τους οποίους δεν υφίστανται μοντέλα, και τον κίνδυνο αθέτησης στην προσέγγιση εσωτερικού υποδείγματος κινδύνου αγοράς μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 της ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή τις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες, ακόμα και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή και η ΕΑΤ θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω πρότυπα και οι απαιτήσεις μπορούν να εφαρμόζονται από το σύνολο των συναφών ιδρυμάτων κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των ιδρυμάτων αυτών και των δραστηριοτήτων τους.

(61)  Για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανόνων που αφορούν τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, η Επιτροπή θα πρέπει να προσδιορίζει, με την έγκριση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε ποιες περιπτώσεις πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη μιας ομάδας συνδεδεμένων πελατών και τον τρόπο υπολογισμού της αξίας των ανοιγμάτων που απορρέουν από τις συμβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ και των πιστωτικών παραγώγων που δεν έχουν συναφθεί άμεσα με πελάτη, αλλά που υπόκεινται σε χρεωστικούς τίτλους ή μετοχές που εκδίδονται από τον εν λόγω πελάτη, καθώς και τις περιπτώσεις και την προθεσμία εντός της οποίας οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν την υπέρβαση του ορίου ανοίγματος. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εκδίδει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για να καθορίσει τον μορφότυπο και τη συχνότητα υποβολής αναφορών όσον αφορά τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, καθώς και τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των σκιωδών τραπεζών, στις οποίες αναφέρονται οι υποχρεώσεις υποβολής αναφορών για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα.

(61a)  Τα κρατικά ομόλογα παίζουν κομβικό ρόλο για την παροχή ρευστοποιήσιμων στοιχείων ενεργητικού υψηλής ποιότητας για τους επενδυτές και σταθερές πηγές χρηματοδότησης για τις κυβερνήσεις· ωστόσο, σε ορισμένα κράτη μέλη τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα επενδύουν υπερβολικά σε ομόλογα που εκδίδει η κυβέρνησή τους, οδηγώντας σε υπέρμετρη «εγχώρια μεροληψία»· Λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας από τους κύριους στόχους της τραπεζικής ένωσης είναι η διάρρηξη του δεσμού τραπεζών και δημόσιου χρέους και το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για την προληπτική αντιμετώπιση του κρατικού χρέους θα πρέπει να εξακολουθήσει να συνάδει με τα διεθνή πρότυπα, οι τράπεζες θα πρέπει να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους προς την κατεύθυνση για πιο διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια των κρατικών ομολόγων.

(62)  Ως προς τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να εκχωρηθεί στην Επιτροπή όσον αφορά τον καθορισμό των πτυχών που αφορούν το υλικό παράγοντα κινδύνου των συναλλαγών, τον εποπτικό συντελεστή Δέλτα και την κατηγορία κινδύνου των προϊόντων προσαύξησης.

(63)  Πριν από την έκδοση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει ιδιαίτερη σημασία να προβαίνει η Επιτροπή σε κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια του προπαρασκευαστικού έργου της, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και αυτές οι διαβουλεύσεις να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας της 13ης Απριλίου 2016. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(64)  Με σκοπό την πιο αποτελεσματική αντίδραση στις εξελίξεις με την πάροδο του χρόνου όσον αφορά τα πρότυπα δημοσιοποίησης, τόσο σε διεθνές όσο και σε ενωσιακό επίπεδο, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει εντολή να τροποποιήσει τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μέσω μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης.

(65)  Η ΕΑΤ θα πρέπει να υποβάλει έκθεση σχετικά με περιπτώσεις, όπου η αναλογικότητα της δέσμης υποβολής εποπτικών αναφορών της Ένωσης όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής, τη διασπορά ή τη συχνότητα και να παράσχει τουλάχιστον συγκεκριμένες συστάσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το μέσο κόστος συμμόρφωσης για τα μικρά ιδρύματα μπορεί με κατάλληλα μειωμένες, ιδανικά κατά 20 %, απαιτήσεις και να μειωθεί τουλάχιστον κατά 10 %.

(65a)  Επιπλέον, η ΕΑΤ θα πρέπει, εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, και με συμμετοχή των λοιπών αρμόδιων αρχών, ιδίως της ΕΚΤ, να συντάξει αναλυτική έκθεση σχετικά με την αναγκαία αναθεώρηση του συστήματος υποβολής εκθέσεων. Αυτό θα πρέπει να αποτελεί τη βάση για την εκπόνηση μιας νομοθετικής πρότασης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στόχο της έκθεσης αυτής πρέπει να αποτελεί η κατάρτιση ενός ολοκληρωμένου και ενιαίου συστήματος όσον αφορά τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων για στατιστικά και εποπτικά δεδομένα για όλα τα εγκατεστημένα στην Ένωση ιδρύματα. Ένα τέτοιο σύστημα θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να χρησιμοποιεί ενιαίους ορισμούς και πρότυπα για τα συλλεγόμενα δεδομένα, να εξασφαλίζει μια αξιόπιστη και διαρκή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών καθώς και να συγκροτεί μια κεντρική υπηρεσία για στατιστικά και προληπτικής εποπτείας, η οποία θα διαχειρίζεται, συγκεντρώνει και διανέμει αναζητήσεις δεδομένων και συλλεγμένα δεδομένα. Με την εν λόγω συγκέντρωση και ενοποίηση της συλλογής και αναζήτησης δεδομένων επιδιώκεται να αποφευχθεί η πολλαπλή αναζήτηση παρεμφερών ή παρόμοιων δεδομένων εκ μέρους διαφόρων αρχών και κατ’ αυτόν τον τρόπο να μειωθεί σημαντικά το διοικητικό και οικονομικό βάρος τόσο για τις αρμόδιες αρχές όσο και για τα ιδρύματα.

(66)  Για τους σκοπούς της εφαρμογής των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματα υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ, η Επιτροπή θα πρέπει να προσδιορίζει, με την έγκριση ενός ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, τον τρόπο με τον οποίο τα ιδρύματα υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος στο πλαίσιο της προσέγγισης βάσει εντολής, στην περίπτωση που δεν είναι διαθέσιμη κάποια από τις εισροές που απαιτούνται για τον υπολογισμό αυτό.

(67)  Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, ήτοι να ενισχυθεί και να βελτιστοποιηθεί η ήδη υφιστάμενη ενωσιακή νομοθεσία και να εξασφαλίζονται ομοιόμορφες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων σε ολόκληρη την Ένωση, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως καθορίζεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να αναγκάζει τα ιδρύματα να παρέχουν πληροφορίες βάσει λογιστικών πλαισίων διαφορετικών από εκείνα που ισχύουν βάσει άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης και του εθνικού δικαίου.

(67a)  Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης αποτελεί σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της εύρυθμης λειτουργίας των διασυνοριακών αγορών και της διασφάλισης ότι οι πελάτες των τραπεζών μπορούν να επωφεληθούν από τις θετικές συνέπειες που προκύπτουν από μια εναρμονισμένη και ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά που παρέχει ίσους όρους ανταγωνισμού για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Σημαντική πρόοδος σημειώθηκε όσον αφορά την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, αλλά παραμένουν ορισμένα εμπόδια - όπως στον τομέα των δικαιωμάτων προαίρεσης και διακριτικής ευχέρειας (OND). Η εναρμόνιση των κανόνων παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη στον τομέα των μεγάλων διασυνοριακών ενδοεταιρικών ανοιγμάτων, καθώς ο Ενιαίος Μηχανισμός Εποπτείας δεν διαθέτει ενιαία αρμοδιότητα στον τομέα αυτό. Επιπλέον, οι διασυνοριακές δραστηριότητες στο πλαίσιο της Τραπεζικής Ένωσης υπόκεινται πλήρως στη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται από την Επιτροπή Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (BCBS), καθιστώντας λιγότερο ελκυστική για μια τράπεζα που βρίσκεται σε μια χώρα της ευρωζώνης να επεκτείνει τη δραστηριότητά της σε άλλη χώρα της ευρωζώνης από ότι στην εγχώρια αγορά της. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θα πρέπει, μετά από διαβούλευση με την ΕΚΤ, το ΕΣΣΚ και την ΕΑΤ, να επανεξετάσει το ισχύον πλαίσιο, διατηρώντας παράλληλα μια ισορροπημένη και εποπτικά ορθή προσέγγιση έναντι των χωρών καταγωγής και υποδοχής και λαμβάνοντας υπόψη τα ενδεχόμενα οφέλη και κινδύνους για τα κράτη μέλη και τις περιφέρειες.

(68)  Εν όψει των τροποποιήσεων στη μεταχείριση των ανοιγμάτων έναντι αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων, ειδικότερα στη μεταχείριση των εισφορών των ιδρυμάτων στα κεφάλαια εκκαθάρισης των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλόμενων, οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/20136 και οι οποίες διευκρινίζουν τον υπολογισμό του υποθετικού κεφαλαίου ενός κεντρικού αντισυμβαλλόμενου που χρησιμοποιείται από τα ιδρύματα, ώστε να υπολογίζουν τις δικές τους απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, θα πρέπει, επίσης, να τροποποιηθούν.

(69)  Η εφαρμογή ορισμένων διατάξεων στις νέες απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις που εφαρμόζουν το πρότυπο TLAC θα πρέπει να τεθεί την 1η Ιανουαρίου 2019, όπως συμφωνήθηκε σε διεθνές επίπεδο.

(70)  Επομένως, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τροποποιείται ως εξής:

(1)  Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Άρθρο 1Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίους κανόνες που αφορούν τις γενικές προληπτικές απαιτήσεις που τα ιδρύματα, οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που εποπτεύονται δυνάμει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ πρέπει να τηρούν σε σχέση με τα κατωτέρω στοιχεία:

α)  απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν πλήρως ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία πιστωτικού κινδύνου, κινδύνου αγοράς, λειτουργικού κινδύνου και κινδύνου διακανονισμού·

β)  απαιτήσεις περιορισμού των μεγάλων ανοιγμάτων·

γ)  απαιτήσεις ρευστότητας που αφορούν πλήρως ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία κινδύνου ρευστότητας·

δ)  απαιτήσεις υποβολής αναφορών σχετικά με τα στοιχεία α), β) και γ) και με τη μόχλευση·

ε)  απαιτήσεις δημοσιοποίησης.

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίους κανόνες που αφορούν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, με τις οποίες θα πρέπει να συμμορφώνονται οι οντότητες εξυγίανσης που αποτελούν παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (G-SII) ή μέρος των G-SII και οι σημαντικές θυγατρικές των G-SII.

Ο παρών κανονισμός δεν διέπει τις απαιτήσεις δημοσιότητας για τις αρμόδιες αρχές στον τομέα της προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας των ιδρυμάτων όπως ορίζεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ».

(2)  Το άρθρο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 2Εποπτικές εξουσίες

1.  Για τους σκοπούς της διασφάλισης της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις εξουσίες και ακολουθούν τις διαδικασίες που ορίζονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στον παρόντα κανονισμό.

2.  Για τους σκοπούς της διασφάλισης της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν τις εξουσίες και ακολουθούν τις διαδικασίες που ορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ και στον παρόντα κανονισμό.

3.  Για τους σκοπούς της διασφάλισης της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που αφορούν τα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης συνεργάζονται.

4.  Για τον σκοπό της εξασφάλισης της συμμόρφωσης στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης («SRB»), όπως ορίζεται στο άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 806/2014, και η ΕΚΤ διασφαλίζουν μια τακτική και αξιόπιστη ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών και χορηγούν αμοιβαία πρόσβαση στην αντίστοιχη βάση δεδομένων τους.».

(3)  Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)  στην παράγραφο 1, το σημείο () αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(7)  «ως «οργανισμός συλλογικών επενδύσεων» ή «ΟΣΕ» νοείται ένας ΟΣΕΚΑ όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(13), ή ένας ΟΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(14)·»·

β)  στην παράγραφο 1, το σημείο 20) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(20) ως «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» νοείται ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα οι θυγατρικές του οποίου είναι, αποκλειστικώς ή κυρίως, ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα,, και το οποίο δεν είναι μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.

Οι θυγατρικές ενός χρηματοδοτικού ιδρύματος είναι κυρίως ιδρύματα ή άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα, όταν τουλάχιστον μια εξ αυτών είναι ίδρυμα και όταν πάνω από το 50 % του μετοχικού κεφαλαίου, των ενοποιημένων στοιχείων του ενεργητικού, των εσόδων, του προσωπικού ή άλλου δείκτη που θεωρείται συναφής από την αρμόδια αρχή του χρηματοδοτικού ιδρύματος, συνδέεται με θυγατρικές που είναι ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα.»·

γ)  στην παράγραφο 1, το σημείο 26) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(26) «ως «χρηματοδοτικό ίδρυμα» νοείται μια επιχείρηση πλην ιδρύματος και πλην αμιγώς βιομηχανικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία 2 έως 12 και στο σημείο 15 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, των ιδρυμάτων πληρωμών κατά την έννοια της οδηγίας 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(15), και μιας εταιρείας διαχείρισης, αλλά αποκλειομένων των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας όπως ορίζονται, αντίστοιχα, στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και ζ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·»·

γ α)  στο σημείο (27) της παραγράφου 1, το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας (εκτός ΕΕ)»,

γ β)  Στο σημείο 27 της παραγράφου 1, το στοιχείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας (εκτός ΕΕ),

γ γ)  Στο σημείο 27 της παραγράφου 1, μετά το στοιχείο ιβ) προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

  «Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στα στοιχεία δ), στ) και η) νοούνται ως οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα, εάν ισχύει μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  α) οι μετοχές της επιχείρησης δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά της ΕΕ·

  β) η οντότητα δεν δρα βάσει ενός ασφαλιστικού επιχειρηματικού μοντέλου χαμηλού χρηματοπιστωτικού κινδύνου·

  γ) το ίδρυμα κατέχει περισσότερο από το 15 % των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου της επιχείρησης.

  Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διατηρούν την αρμοδιότητα να χαρακτηρίζουν τις εν λόγω οντότητες ως οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα, εάν κρίνουν ως μη ικανοποιητικό το επίπεδο των διαδικασιών ελέγχου κινδύνου και χρηματοοικονομικής ανάλυσης που έχει υιοθετήσει το ίδρυμα ειδικά για την εποπτεία των επενδύσεων στην επιχείρηση ή την εταιρεία συμμετοχών.

δ)  στο σημείο 39) της παραγράφου 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) ή β) λόγω του άμεσου ανοίγματός τους έναντι του ίδιου κεντρικού αντισυμβαλλόμενου για σκοπούς εκκαθάρισης δραστηριοτήτων δεν θεωρούνται ότι συνιστούν ομάδα συνδεδεμένων πελατών.»·

δ α)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 39α:

  Ως «συνδεδεμένο μέρος» νοείται φυσικό πρόσωπο ή στενό μέλος της οικογένειας του εν λόγω προσώπου ή νομικό πρόσωπο που σχετίζεται με το διοικητικό όργανο ενός ιδρύματος·»

ε)  στο σημείο 71) της παραγράφου 1, η εισαγωγική πρόταση του σημείου β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

για τους σκοπούς του άρθρου 97, νοείται ως το σύνολο των κατωτέρω:»·

στ)  στο σημείο 72) της παραγράφου 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) είναι ρυθμιζόμενες αγορές ή αγορές τρίτης χώρας που θεωρούνται ισοδύναμες με ρυθμιζόμενες αγορές σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 25 παράγραφος 4 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·»·

ζ)  στην παράγραφο 1, το σημείο 86) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(86) ως «χαρτοφυλάκιο συναλλαγών» νοείται το σύνολο των θέσεων σε χρηματοπιστωτικά μέσα και βασικά εμπορεύματα οι οποίες κατέχονται από ένα ίδρυμα είτε με σκοπό τη συναλλαγή, είτε με σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων που κατέχονται με σκοπό τη συναλλαγή ή θέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 104 παράγραφος 2, εξαιρουμένων των θέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 104 παράγραφος 3».

η)  στην παράγραφο 1, το σημείο 91) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(91) ως «συναλλακτικό άνοιγμα» νοείται το τρέχον άνοιγμα, συμπεριλαμβανομένου του περιθωρίου μεταβλητότητας που οφείλεται στο εκκαθαριστικό μέλος αλλά δεν έχει ακόμα ληφθεί, και οποιοδήποτε δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα εκκαθαριστικού μέλους ή πελάτη προς κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, το οποίο προκύπτει από συμβάσεις και συναλλαγές που παρατίθενται στο άρθρο 301 παράγραφος 1 στοιχεία α), β και γ), καθώς και το αρχικό περιθώριο ασφάλειας».

θ)  στην παράγραφο 1, το σημείο 96) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(96) ως «εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου» νοείται η θέση η οποία αντισταθμίζει σημαντικά τις συνιστώσες στοιχείων κινδύνου μεταξύ θέσης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και μιας ή περισσότερων θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή μεταξύ δύο θυρίδων συναλλαγών·».

θ α)  στην παράγραφο 1, το στοιχεί α) του σημείου 127) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)  τα ιδρύματα εμπίπτουν στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7, ή συνδέονται κατά μόνιμο τρόπο με δίκτυο σε ένα κεντρικό φορέα·»

ι  στην παράγραφο 1, προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

(129) ως «αρχή εξυγίανσης» νοείται η αρχή εξυγίανσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 18) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

(130) ως «οντότητα εξυγίανσης» νοείται η οντότητα εξυγίανσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 83α) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

(131) ως «όμιλος εξυγίανσης» νοείται ο όμιλος εξυγίανσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 83β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

(132) ως «παγκόσμια συστημικώς σημαντικό ίδρυμα (G-SII)» νοείται ένα G-SII που έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 131 παράγραφος 1 και 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

(133) ως «παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα εκτός ΕΕ» ( G-SII εκτός ΕΕ) νοούνται οι παγκόσμια συστημικώς σημαντικές τράπεζες (G-SIB) που δεν G-SII και που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των G-SIB, ο οποίος δημοσιεύεται από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ο οποίος ενημερώνεται τακτικά·

(134) ως «σημαντική θυγατρική» νοείται η θυγατρική που σε ατομική ή ενοποιημένη βάση πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η θυγατρική εταιρία κατέχει περισσότερο από το 5 % των ενοποιημένων σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων του ενεργητικού της αρχικής μητρικής επιχείρησης·

β)  η θυγατρική αντιπροσωπεύει πάνω από το 5 % του συνόλου των εσόδων εκμετάλλευσης της αρχικής μητρικής επιχείρησης·

γ)  η συνολική μόχλευση του μέτρου του ανοίγματος για τη θυγατρική υπερβαίνει το 5 % της ενοποιημένης μόχλευσης του μέτρου του ανοίγματος της αρχικής μητρικής επιχείρησης·

ως «οντότητα G-SII » νοείται μια οντότητα με νομική προσωπικότητα που αποτελεί ίδρυμα G-SII ή αποτελεί μέρος ενός G-SII ή ενός G-SII εκτός ΕΕ·

(136) ως «εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα» νοείται το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα όπως ορίζεται στο σημείο 57) του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

(137) ως «όμιλος»: νοείται ένας όμιλος επιχειρήσεων, εκ των οποίων η μία τουλάχιστον είναι ίδρυμα, η οποία αποτελείται από μια μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της, ή από επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(16)·

(138) ως «συναλλαγή χρηματοδότησης τίτλων» ή «SFT» νοείται μια συναλλαγή επαναγοράς, μια συναλλαγή δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εμπορευμάτων ή μια πράξη δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης·

(139) ως «συστημική επιχείρηση επενδύσεων» νοείται η επιχείρηση επενδύσεων που έχει προσδιοριστεί ως G-SII ή O-SII σύμφωνα με το άρθρο 131 παράγραφοι 1 2 και 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ»·

(140) ως «αρχικό περιθώριο» ή «IΜ» νοείται κάθε εξασφάλιση, εκτός από το περιθώριο μεταβλητότητας, που εισπράττεται ή παρέχεται σε μια οντότητα προκειμένου να καλύψει το τρέχον και το δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα συναλλαγής ή χαρτοφυλακίου συναλλαγών στο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη ρευστοποίηση των εν λόγω συναλλαγών, ή για την εκ νέου αντιστάθμιση των κινδύνων αγοράς, λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλόμενου στη συναλλαγή ή στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών·

(141) ως «κίνδυνος αγοράς» νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης ζημιών που προκύπτουν από τις μεταβολές των τιμών της αγοράς·

(142) ως «κίνδυνος συναλλάγματος» νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης ζημιών που προκύπτουν από τις μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών·

(143) ως «κίνδυνος βασικού εμπορεύματος» νοείται ο κίνδυνος ζημιών που προκύπτουν από τις μεταβολές των τιμών των βασικών προϊόντων·

(144) ως «μονάδα διαπραγμάτευσης» νοείται μια σαφώς προσδιορισμένη ομάδα διαπραγματευτών η οποία συγκροτείται από το ίδρυμα, προκειμένου να διαχειρίζονται από κοινού ένα χαρτοφυλάκιο των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με μια σαφώς καθορισμένη και συνεκτική επιχειρηματική στρατηγική και η οποία λειτουργεί στο πλαίσιο της ίδιας δομής διαχείρισης των κινδύνων.».

(144α) «μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα»: το ίδρυμα το οποίο πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις, με την προϋπόθεση ότι δεν πρόκειται για μεγάλο ίδρυμα όπως ορίζεται στο σημείο (144β):

α)  η αξία των στοιχείων του ενεργητικού σε ατομική βάση ή, κατά περίπτωση, σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2013/36/ΕΕ είναι κατά μέσο όρο ίση ή μικρότερη από το κατώφλι των 5 δισ. EUR στη διάρκεια της τετραετούς περιόδου αμέσως πριν από την τρέχουσα ετήσια περίοδο δημοσιοποίησης·

β)  το ίδρυμα δεν υπόκειται σε υποχρεώσεις ή υπόκειται σε απλοποιημένες υποχρεώσεις αναφορικά με τον σχεδιασμό ανάκαμψης και εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

γ)  οι δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών χαρακτηρίζονται μικρές σύμφωνα με το άρθρο 94·

δ)  η συνολική αξία των θέσεων παραγώγων είναι μικρότερη από ή ίση με το 2 % των συνολικών εντός και εκτός ισολογισμού στοιχείων ενεργητικού, κατά τον υπολογισμό δε των θέσεων παραγώγων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα παράγωγα τα οποία αποτελούν θέσεις που κατέχονται με σκοπό συναλλαγής·

ε)  το ίδρυμα δεν χρησιμοποιεί εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων·

στ)  το ίδρυμα δεν έχει ταχθεί κατά του χαρακτηρισμού του από τη δημόσια αρχή ως μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα·

ζ)  η αρμόδια αρχή δεν έχει αποφασίσει με βάση μια ανάλυση του μεγέθους, της διασύνδεσης, της πολυπλοκότητας ή των χαρακτηριστικών κινδύνου, ότι το ίδρυμα δεν πρέπει να θεωρείται μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα·

Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο α), και υπό τον όρο ότι η αρμόδια αρχή το θεωρεί απαραίτητο, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας αρχής να μειώσει το κατώτατο όριο από 5 δισ. EUR στο 1,5 δισ. EUR ή έως 1 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το ίδρυμα, εφόσον το ποσό που ισούται με 1% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος του εκάστοτε κράτους μέλους είναι μικρότερο από 1,5 δισ. EUR.

Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του στοιχείου ε) , η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει την περιορισμένη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τις θυγατρικές με τη χρήση των εσωτερικών υποδειγμάτων που αναπτύσσονται σε επίπεδο ομίλου, υπό την προϋπόθεση ότι ο όμιλος υπόκειται στις απαιτήσεις γνωστοποίησης που ορίζονται στο άρθρο 433α ή στο άρθρο 433γ σε ενοποιημένη βάση.

(144β) «μεγάλο ίδρυμα»: το ίδρυμα το οποίο πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  το ίδρυμα έχει προσδιοριστεί ως παγκόσμιο συστημικά σημαντικό ίδρυμα («G-SII»), σύμφωνα με το άρθρο 131 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

β)  το ίδρυμα έχει προσδιοριστεί ως άλλο συστημικά σημαντικό ίδρυμα («O-SII»), σύμφωνα με το άρθρο 131 παράγραφοι 1 και 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

γ)  το ίδρυμα, με βάση τη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού, συγκαταλέγεται, στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένο, μεταξύ των τριών μεγαλύτερων ιδρυμάτων·

δ)  η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος με βάση την ενοποιημένη του κατάσταση είναι ίση με ή μεγαλύτερη από 30 δισ. EUR·

ε)  ο λόγος του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού του ως προς το ΑΕγχΠ του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο είναι κατά το χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών που προηγείται της τρέχουσας ετήσιας περιόδου δημοσιοποίησης κατά μέσο όρο μεγαλύτερος από ή ίσος με 20 %·

(144γ) «θυγατρική εταιρεία»: η θυγατρική η οποία θεωρείται μεγάλο ίδρυμα·

(144δ) «μη εισηγμένο ίδρυμα»: το ίδρυμα, το οποίο δεν έχει εκδώσει κινητές αξίες που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ενός κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 21 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

(144δ) «κεντρικό αποθετήριο τίτλων» ή «ΚΑΤ»: το ΚΑΤ όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 909/2014, και εγκρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

(144στ) «Τράπεζα ΚΑΤ»: ένα πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 54 παράγραφος 2 σημείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, που παρέχει επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου, όπως παρατίθενται στο Τμήμα Γ του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

(144ζ) «πιστωτικό ίδρυμα υποδομών των χρηματοπιστωτικών αγορών» ή «πιστωτικό ίδρυμα FMI»: ένα CCP που έχει αδειοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή ένα ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα επίσης ή τράπεζα ΚΑΤ·

(144η) «μαζικές διαθέσεις» νοούνται αυτές που υλοποιούνται από ιδρύματα στο πλαίσιο πολυετούς προγράμματος στόχος του οποίου είναι η ουσιαστική μείωση του ποσού ανοιγμάτων σε αθέτηση στους ισολογισμούς τους και το οποίο έχει προηγουμένως γνωστοποιηθεί από το ίδρυμα στην αρμόδια αρχή του. Καλύπτουν τουλάχιστον το 15 % όλων των αθετήσεων που διαπιστώθηκαν κατά την έννοια του άρθρου 181 παράγραφος 1 στοιχείο α) κατά τη διάρκεια της περιόδου υλοποίησης του προγράμματος.».

ια)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 4:

«4. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει σε ποιες περιπτώσεις πληρούνται οι όροι που αναφέρονται στο σημείο 39) πρώτο εδάφιο στοιχεία α) ή β).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [ένα έτος από την έναρξη ισχύος του κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα της πρώτης παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

(4)  Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)  Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο δεύτερο έως πέμπτο μέρος, στο έβδομο και στο όγδοο μέρος σε ατομική βάση.»·

β)  Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, μόνο τα ιδρύματα που έχουν προσδιοριστεί ως οντότητες εξυγίανσης, που συνιστούν, επίσης, G-SII ή αποτελούν μέρος ενός G-SII και τα οποία δεν διαθέτουν θυγατρικές συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 92α, σε μεμονωμένη βάση.

Μόνο οι σημαντικές θυγατρικές ενός G-SII εκτός ΕΕ που δεν είναι θυγατρικές ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ, που δεν αποτελούν οντότητες εξυγίανσης και που δεν έχουν θυγατρικές συμμορφώνονται με το άρθρο 92β σε ατομική βάση.».

β α)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων που διαθέτουν άδεια παροχής των επενδυτικών υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα A σημεία (3) και (6) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έκτο μέρος, σε ατομική βάση. Τα πιστωτικά ιδρύματα FMI που δεν πραγματοποιούν σημαντικό μετασχηματισμό ωριμότητας, δεν απαιτείται να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που διατυπώνονται στο άρθρο 413 παράγραφος 1 σε ατομική βάση. Εν αναμονή της έκθεσης της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 508 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων από τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο έκτο μέρος λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων.»

β β)  Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Τα ιδρύματα, εκτός από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 95 παράγραφος 1 και στο άρθρο 96 παράγραφος 1 και τα ιδρύματα ως προς τα οποία οι αρμόδιες αρχές έχουν ασκήσει το δικαίωμα παρέκκλισης του άρθρου 7 παράγραφος 1 ή 3, συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έβδομο μέρος, σε ατομική βάση. Τα πιστωτικά ιδρύματα FMI δεν απαιτείται να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που διατυπώνονται στο έβδομο μέρος σε ατομική βάση».

(5)  Στο άρθρο 7, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να μην εφαρμόσουν το άρθρο 6 παράγραφος 1 σε οποιαδήποτε θυγατρική εφόσον τόσο η θυγατρική όσο και η μητρική επιχείρηση έχουν τις εταιρικές τους έδρες στο ίδιο κράτος μέλος και η θυγατρική περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία του ιδρύματος που αποτελεί τη μητρική επιχείρηση, η οποία είναι ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που ακολουθούν, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια κατανέμονται επαρκώς μεταξύ μητρικής επιχείρησης και θυγατρικής:

α)  δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση στη θυγατρική·

β)  είτε η μητρική επιχείρηση παρέχει ικανοποιητικές αποδείξεις στην αρμόδια αρχή όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής και έχει δηλώσει, με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η θυγατρική είτε οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αμελητέοι·

γ)  οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν τη θυγατρική·

δ)  η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50 % των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απολύει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού οργάνου της θυγατρικής.

2. Μετά από διαβούλευση με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέπει παρεκκλίσεις από την εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 1 σε θυγατρική η οποία έχει την εταιρική της έδρα σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της έδρας της μητρικής επιχείρησης και περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία του ιδρύματος που αποτελεί τη μητρική επιχείρηση, που είναι ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως γ

α α)  το ποσό της απαλλαγής από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων δεν υπερβαίνει το 25 % της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων·

α β)  η μητρική επιχείρηση κατέχει το 100 % των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απολύει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού οργάνου της θυγατρικής·

β)  το ίδρυμα χορηγεί εγγύηση στη θυγατρική του, η οποία σε κάθε περίπτωση πληροί τους ακόλουθους όρους:

i)  η εγγύηση παρέχεται για ποσό τουλάχιστον ισοδύναμο με το ποσό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων της θυγατρικής στην οποία έχει χορηγηθεί απαλλαγή·

ii)  η εγγύηση ενεργοποιείται, όταν η θυγατρική δεν είναι σε θέση να πληρώσει τις οφειλές ή άλλες υποχρεώσεις της, όταν αυτές καθίστανται απαιτητές ή όταν έχει γίνει η διαπίστωση σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, όσον αφορά τη θυγατρική, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη·

iii)  η εγγύηση είναι πλήρως εξασφαλισμένη για ποσοστό τουλάχιστον 50 % του ποσού της μέσω συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, όπως ορίζεται στο του άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(17)·

iv)  η εγγύηση και η συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η εταιρική έδρα της θυγατρικής, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από την αρμόδια αρχή της θυγατρικής·

v)  η ασφάλεια που καλύπτει την εγγύηση αποτελεί επιλέξιμη εξασφάλιση όπως αναφέρεται στο άρθρο 197, η οποία, μετά από καταλλήλως συντηρητικές περικοπές, αρκεί για να καλύψει πλήρως το ποσό που αναφέρεται στο σημείο iii)·

vi)  η ασφάλεια που καλύπτει την εγγύηση δεν βαρύνεται και δεν χρησιμοποιείται ως εξασφάλιση για να καλύψει οποιαδήποτε άλλη εγγύηση·

vii)  δεν υπάρχουν νομικά, κανονιστικά και επιχειρησιακά εμπόδια για τη μεταβίβαση της εξασφάλισης από τη μητρική επιχείρηση στη θυγατρική.

2α.  Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται σε θυγατρική που υπερβαίνει το όριο σημαντικότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013.

2β.  Η ΕΒΑ, σε συνεργασία με όλες τις αρμόδιες αρχές:

α)  διερευνά τη δυνατότητα αύξησης του κατώτατου ορίου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) και

β)  διερευνά τις συνέπειες των παρεκκλίσεων από την εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Στην εκτίμηση αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων:

α)  τυχόν προσαρμογές σε συνάρτηση με τις συμβατικές και νομικές προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις υφιστάμενες ρυθμίσεις·

β)  τυχόν υφιστάμενα ή μελλοντικά νομοθετικά, κανονιστικά ή πρακτικά εμπόδια όσον αφορά την ενεργοποίηση της εγγύησης και τη μεταβίβαση της ασφάλειας από το ίδρυμα, το οποίο παρέχει την εγγύηση για το ίδρυμα ή τον όμιλο ιδρυμάτων, για τα οποία ισχύει η εξαίρεση και τα οποία επωφελούνται από την εγγύηση και τα πιθανά διορθωτικά μέτρα·

γ)  η αντιμετώπιση των μεγάλων ανοιγμάτων, τα οποία διατίθενται ως εγγύηση υπό μορφή χρηματοδοτικών ανοιγμάτων μεταξύ των εταιρειών του ομίλου και τα οποία δεν έχουν ήδη εξαιρεθεί από τους ισχύοντες κανόνες προληπτικής εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 400 παράγραφος 2 στοιχείο γ) ή το άρθρο 493 παράγραφος 3 στοιχείο γ).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα συμπεράσματά της στην Επιτροπή έως τις ... [1 έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού]. [Σημείωση – πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με τη νέα τροπολογία στο άρθρο 7 παράγραφος 2 που προβλέπει ότι θα εφαρμόζεται μόνο τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Με βάση τα αποτελέσματα της έκθεσης αυτής της ΕΑΤ, η ΕΑΤ μπορεί να καταρτίζει είτε σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων είτε η εισηγείται στην Επιτροπή να υποβάλει μία ή περισσότερες νομοθετικές προτάσεις. Τα σχέδια των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων εξειδικεύουν τις αναφερόμενες στο άρθρο 7 παράγραφος 2 προϋποθέσεις, ιδίως τους όρους και τις εγγυήσεις, βάσει των οποίων η αρμόδια αρχή μπορεί να χορηγεί παρέκκλιση.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό με την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η Επιτροπή μπορεί εναλλακτικά να τροποποιήσει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα έως… [τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της έκθεσης] ή, εφόσον απαιτείται, να υποβάλει μία ή περισσότερες νομοθετικές προτάσεις για την υλοποίηση των συστάσεων.

(6)  Το άρθρο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 8Απαλλαγή από την εφαρμο

γή των απαιτήσεων για την κάλυψη κινδύνων ρευστότητας σε ατομική βάση

1.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαλλάσσουν πλήρως ή εν μέρει ένα ίδρυμα και όλες ή κάποιες εκ των θυγατρικών του που διαθέτουν τις εταιρικές τους έδρες στο ίδιο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη η εταιρική έδρα του ιδρύματος, από την εφαρμογή του έκτου μέρους και τις εποπτεύουν ως αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)  το μητρικό ίδρυμα σε ενοποιημένη βάση ή η θυγατρική σε υποενοποιημένη βάση συνάδει με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έκτο μέρος·

β)  το μητρικό ίδρυμα σε ενοποιημένη βάση ή το θυγατρικό ίδρυμα σε υποενοποιημένη βάση παρακολουθεί ανά πάσα στιγμή τις θέσεις ρευστότητας όλων των ιδρυμάτων εντός της οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας, τα οποία υπόκεινται στην απαλλαγή σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο και εξασφαλίζει επαρκές επίπεδο ρευστότητας για όλα αυτά τα ιδρύματα·

γ)  τα ιδρύματα εντός της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας έχουν συνάψει συμβάσεις, οι οποίες, προς ικανοποίηση των αρμόδιων αρχών, προβλέπουν την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων μεταξύ τους και τους επιτρέπουν να πληρούν τις μεμονωμένες και κοινές υποχρεώσεις τους όταν καθίστανται ληξιπρόθεσμες·

δ)  δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή αναμενόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την εκπλήρωση των συμβάσεων που αναφέρονται στο στοιχείο γ).

2.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαλλάσσουν πλήρως ή εν μέρει ένα ίδρυμα και όλες ή κάποιες εκ των θυγατρικών του, που έχουν την εταιρική τους έδρα εντός κρατών μελών διαφορετικών από το κράτος μέλος, όπου έχει την εταιρική του έδρα το ίδρυμα, από την εφαρμογή του έκτου μέρους και τις εποπτεύουν ως αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας, μόνο μετά την τήρηση της διαδικασίας που ορίζεται στο άρθρο 21 και μόνο ιδρύματα των οποίων οι αρμόδιες αρχές συμφωνούν σχετικά με τα κατωτέρω στοιχεία:

α)  την αξιολόγησή τους όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)  την αξιολόγησή τους όσον αφορά τη συμμόρφωση του οργανισμού και την αντιμετώπιση του κινδύνου ρευστότητας κατά τους όρους του άρθρου 86 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ για ολόκληρη την αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας·

γ)  την κατανομή των ποσών, την τοποθεσία και την ιδιοκτησία των απαιτούμενων ρευστών διαθεσίμων που πρέπει να κατέχει η αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας·

δ)  τον καθορισμό των ελάχιστων ποσών των ρευστών διαθεσίμων που πρέπει να κατέχουν τα ιδρύματα τα οποία θα απαλλαγούν από την εφαρμογή του έκτου μέρους·

ε)  την ανάγκη αυστηρότερων παραμέτρων από αυτές που προβλέπονται στο έκτο μέρος·

στ)  την απεριόριστη ανταλλαγή ολοκληρωμένων πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών·

ζ)  την πλήρη κατανόηση των επιπτώσεων αυτής της απαλλαγής.

3.  Η αρχή που είναι αρμόδια για την εποπτεία σε μεμονωμένη βάση, το ίδρυμα και όλες ή κάποιες εκ των θυγατρικών του με έδρα σε διαφορετικά κράτη μέλη από το κράτος μέλος όπου το ίδρυμα έχει την εταιρική του έδρα, μπορούν να απαλλάσσουν πλήρως ή μερικώς από την εφαρμογή του έκτου μέρους το εν λόγω ίδρυμα και όλες ή κάποιες εκ των θυγατρικών του και να τις εποπτεύουν ως αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:

α)  οι όροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στο στοιχείο β) της παραγράφου 2·

β)  το μητρικό ίδρυμα σε ενοποιημένη βάση ή το θυγατρικό ίδρυμα σε υποενοποιημένη βάση παρέχει στο ίδρυμα ή στον όμιλο ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους εντός άλλου κράτους μέλους εγγύηση η οποία πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)  η εγγύηση παρέχεται για ποσό τουλάχιστον ισοδύναμο με το ποσό των καθαρών εκροών ρευστότητας που η εγγύηση υποκαθιστά και υπολογίζεται σύμφωνα με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2015/61(18), σε ατομική βάση για το ίδρυμα ή σε υποενοποιημένη βάση για τον όμιλο ιδρυμάτων που υπόκεινται στην απαλλαγή, και που επωφελούνται από την εγγύηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν προτιμησιακή μεταχείριση·

ii)  η εγγύηση ενεργοποιείται, όταν το ίδρυμα ή ο όμιλος ιδρυμάτων που υπόκεινται στην απαλλαγή, και που επωφελούνται από την εγγύηση δεν είναι σε θέση να εξοφλήσουν τις οφειλές τους ή να ανταποκριθούν σε άλλες υποχρεώσεις τους όταν καθίστανται απαιτητές ή έχει γίνει η διαπίστωση σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, όσον αφορά το ίδρυμα ή τον όμιλο ιδρυμάτων που υπόκεινται στην απαλλαγή, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη·

iii)  η εγγύηση είναι πλήρως εξασφαλισμένη μέσω συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ·

iv)  η εγγύηση και η συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η έδρα του ιδρύματος ή του ομίλου ιδρυμάτων που υπόκεινται στην απαλλαγή, και που επωφελούνται από την εγγύηση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από την αρμόδια αρχή των εν λόγω ιδρυμάτων·

v)  η εξασφάλιση που καλύπτει την εγγύηση είναι επιλέξιμη ως ρευστοποιήσιμο στοιχείο ενεργητικού υψηλής ποιότητας όπως ορίζεται στα άρθρα 10 έως 13 και 15 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2015/61 και, μετά την εφαρμογή των περικοπών που αναφέρονται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙ του εν λόγω κανονισμού, καλύπτει τουλάχιστον το 50 % του ποσού των καθαρών εκροών ρευστότητας που υπολογίζονται σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό σε ατομική βάση για το ίδρυμα ή σε υποενοποιημένη βάση για τον όμιλο ιδρυμάτων, που υπόκεινται στην απαλλαγή, και που επωφελούνται από την εγγύηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν προτιμησιακή μεταχείριση·

vi)  η εξασφάλιση που καλύπτει την εγγύηση δεν βαρύνεται και δεν χρησιμοποιείται ως εξασφάλιση για να καλύψει οποιαδήποτε άλλη εγγύηση·

vii)  δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή αναμενόμενο νομικό, κανονιστικό ή πρακτικό εμπόδιο στη μεταβίβαση των εξασφαλίσεων από το ίδρυμα που χορηγεί την εγγύηση στο ίδρυμα ή στον όμιλο των ιδρυμάτων που υπόκεινται στην απαλλαγή, και που επωφελούνται από την εγγύηση.

4.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, επίσης, να εφαρμόσουν τις παραγράφους 1, 2 και 3 σε μία ή ορισμένες από τις θυγατρικές μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μιας μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών και να εποπτεύουν ως αυτόνομη οντότητα ρευστότητας τη χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή τη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και τις θυγατρικές που υπόκεινται σε απαλλαγή ή τις θυγατρικές που υπόκεινται σε απαλλαγή μόνο. Οι αναφορές στις παραγράφους 1, 2 και 3 στο μητρικό ίδρυμα νοείται ότι καλύπτουν τη χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.

5.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, επίσης, να εφαρμόσουν τις παραγράφους 1, 2 και 3 σε ιδρύματα που είναι μέλη του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ιδρύματα πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπονται σε αυτό, καθώς και σε άλλα ιδρύματα που συνδέονται κατά το άρθρο 113 παράγραφος 6, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ιδρύματα πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτό. Σε αυτή την περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν ένα από τα ιδρύματα που υπόκεινται στην απαλλαγή, το οποίο πρέπει να πληροί το έκτο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης όλων των ιδρυμάτων της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας.

6.  Σε περίπτωση που μια απαλλαγή έχει χορηγηθεί δυνάμει των παραγράφων 1 έως 5, οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να εφαρμόσουν το άρθρο 86 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ή μέρη αυτού, στο επίπεδο της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας, και να ανακαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 86 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ή μερών αυτού, σε ατομική βάση.

Σε περίπτωση που μια απαλλαγή έχει χορηγηθεί δυνάμει των παραγράφων 1 έως 5, όσον αφορά τα μέρη του έκτου μέρους που δεν εφαρμόζονται, οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών που ορίζονται στο άρθρο 415 του παρόντος κανονισμού στο επίπεδο της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας, και ανακαλούν την εφαρμογή του άρθρο 415 σε ατομική βάση.

7.  Σε περίπτωση που μια απαλλαγή δεν χορηγείται βάσει των παραγράφων 1 έως 5 στα ιδρύματα στα οποία είχε χορηγηθεί απαλλαγή σε ατομική βάση, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τον χρόνο που απαιτείται ώστε τα εν λόγω ιδρύματα να προετοιμαστούν για την εφαρμογή του έκτου μέρους ή μέρους αυτού και προβλέπουν την κατάλληλη μεταβατική περίοδο πριν από την εφαρμογή αυτών των διατάξεων στα εν λόγω ιδρύματα.».

(6α)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 8α:

«Άρθρο 8α

1. Έως τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με τις περιπτώσεις που έχουν επιτρέψει απαλλαγή από την εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, σύμφωνα με το άρθρο 7, καθώς και σε σχέση με την εφαρμογή των απαιτήσεων ρευστότητας σε ατομική βάση σύμφωνα με το άρθρο 8 και παρέχουν στο πλαίσιο αυτό τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) το όνομα και/ή τη νομική οντότητα του θυγατρικού και μητρικού ιδρύματος που επωφελείται από την απαλλαγή·

β) το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένο το θυγατρικό και το μητρικό ίδρυμα·

γ) τη νομική βάση της απαλλαγής και την ημερομηνία που χορηγήθηκε η απαλλαγή·

δ) λεπτομερή αναφορά στην απαλλαγή από την προληπτική εποπτεία καθώς και στους λόγους χορήγησής της.

2. Η ΕΑΤ παρακολουθεί τη χρήση και τη χορήγηση των απαλλαγών αυτών στην Ένωση, και υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή έως την1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Η ΕΑΤ καταρτίζει ενιαίο μορφότυπο σχετικά με τη δήλωση των απαλλαγών και τις συναφείς πληροφορίες

3. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη χορήγηση απαλλαγών από τις απαιτήσεις ρευστότητας και προληπτικής εποπτείας από τις αρμόδιες αρχές, ιδίως σε διασυνοριακές καταστάσεις.»

(7)  Το άρθρο 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 11Γενική αντιμετώπιση

  Για την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού σε ενοποιημένη βάση, οι όροι «ιδρύματα», «μητρικά ιδρύματα σε κράτος μέλος», «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ» και «μητρική επιχείρηση», ανάλογα με την περίπτωση, αναφέρονται, επίσης, σε χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και σε μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, οι οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 21α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

  Τα εγκατεστημένα σε κράτος μέλος μητρικά ιδρύματα συμμορφώνονται, στον βαθμό και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 18, με τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στο δεύτερο έως τέταρτο μέρος και στο έβδομο μέρος, βάσει της ενοποιημένης τους κατάστασης. Οι μητρικές επιχειρήσεις και οι θυγατρικές τους, οι οποίες υπάγονται στον παρόντα κανονισμό, διαμορφώνουν την κατάλληλη οργανωτική διάρθρωση και τους κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα απαιτούμενα στοιχεία ενοποίησης υποβάλλονται στη δέουσα επεξεργασία και διαβιβάζονται. Ιδιαίτερα, διασφαλίζουν ότι οι θυγατρικές για τις οποίες δεν ισχύει ο παρών κανονισμός εφαρμόζουν ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την κατάλληλη ενοποίηση.

  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, μόνο τα μητρικά ιδρύματα που έχουν προσδιοριστεί ως G-SII ή ως οντότητες εξυγίανσης που αποτελούν G-SII ή μέρος των G-SII ή μέρος G-SII εκτός ΕΕ συμμορφώνονται με το άρθρο 92α σε ενοποιημένη βάση, στον βαθμό και κατά τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 18.

Μόνο οι μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ που αποτελούν σημαντική θυγατρική ενός G-SII εκτός ΕΕ και δεν είναι οντότητες εξυγίανσης συμμορφώνονται με το άρθρο 92β σε ενοποιημένη βάση, στον βαθμό και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 18.

  Τα εγκατεστημένα στην ΕΕ μητρικά ιδρύματα συμμορφώνονται με το έκτο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους, εφόσον η ομάδα περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν άδεια παροχής των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ. Εν αναμονή της έκθεσης της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 508 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, και εφόσον ο όμιλος αποτελείται μόνο από επιχειρήσεις επενδύσεων, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαλλάξουν τα μητρικά ιδρύματα της ΕΕ από τη συμμόρφωση με το έκτο μέρος σε ενοποιημένη βάση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων.

Σε περίπτωση που μια απαλλαγή έχει χορηγηθεί δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφοι 1 έως 5, τα ιδρύματα και, κατά περίπτωση, οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που αποτελούν μέρος μιας αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας συμμορφώνονται με το έκτο μέρος σε ενοποιημένη βάση ή σε υποενοποιημένη βάση της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας.»

  Όπου ισχύει το άρθρο 10, ο κεντρικός οργανισμός που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του δεύτερου έως όγδοου μέρους, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του συνόλου όπως αυτό συντίθεται από τον κεντρικό οργανισμό και τα συνδεδεμένα με αυτόν ιδρύματα.

  Παράλληλα με τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 έως 4 και με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν ευλόγως απαιτείται, για εποπτικούς σκοπούς, λόγω των ιδιαιτεροτήτων του κινδύνου ή της διάρθρωσης του κεφαλαίου ενός ιδρύματος ή όπου τα κράτη μέλη θεσπίζουν εθνική νομοθεσία που απαιτεί τον δομικό διαχωρισμό των δραστηριοτήτων ενός τραπεζικού ομίλου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από τα ιδρύματα να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο δεύτερο ως τέταρτο μέρος και στο έκτο ως όγδοο μέρος του παρόντος κανονισμού και στον τίτλο VII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε υποενοποιημένη βάση.

Η προσέγγιση που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της αποτελεσματικής εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και δεν δύναται να επιφέρει δυσανάλογα δυσμενείς επιπτώσεις στο σύνολο ή σε τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε άλλα κράτη μέλη ή της Ένωσης συνολικά, ούτε να αποτελεί ή να δημιουργεί εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

6α.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαλλάσσουν από την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου όσον αφορά ένα μητρικό ίδρυμα κατά την έννοια ιδρύματος το οποίο ανήκει σε όμιλο συνεταιριστικών πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό ο οποίος πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 113 παράγραφος 6 και εφόσον πληρούνται όλοι οι όροι που διατυπώνονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 ή στο άρθρο 8 παράγραφος 1.

(8)  Το άρθρο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 12Ενοποιημένος υπολογισμός για τα G-SII με πολλαπλές οντότητες εξυγίανσης

Σε περίπτωση που περισσότερες από μία οντότητες που ανήκουν στο ίδιο G-SII συνιστούν οντότητες εξυγίανσης, το εγκατεστημένο στην ΕΕ μητρικό ίδρυμα του εν λόγω G-SII υπολογίζει το ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 92α παράγραφος 1 στοιχείο α). Ο υπολογισμός πραγματοποιείται βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του μητρικού ιδρύματος της ΕΕ σαν να ήταν η μοναδική οντότητα εξυγίανσης του G-SII.

Στην περίπτωση που το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο είναι μικρότερο από το άθροισμα των ποσών των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 92α παράγραφος 1 στοιχείο α) όλων των οντοτήτων εξυγίανσης που ανήκουν στο εν λόγω G-SII, οι αρχές εξυγίανσης ενεργούν σύμφωνα με το άρθρο 45δ παράγραφος 3 και το άρθρο 45η παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Στην περίπτωση που το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των ποσών των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 92α παράγραφος 1 στοιχείο α) όλων των οντοτήτων εξυγίανσης που ανήκουν στο εν λόγω G-SII, οι αρχές εξυγίανσης ενεργούν σύμφωνα με το άρθρο 45δ παράγραφος 3 και το άρθρο 45η παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/Ε.

(9)  Το άρθρο 13 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 13Εφαρμογή των απαιτήσεων δημοσιοποίησης σε ενοποιημένη βάση

1.  Τα εγκατεστημένα στην ΕΕ μητρικά ιδρύματα συμμορφώνονται με το όγδοο μέρος βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους.

Οι μεγάλες θυγατρικές των εγκατεστημένων στην ΕΕ μητρικών ιδρυμάτων δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στα άρθρα 437, 438, 440, 442, 450, 451, 451α και 451δ και 453 σε ατομική βάση ή, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2013/36/ΕΕ, σε υποενοποιημένη βάση.

2.  Τα ιδρύματα που έχουν προσδιοριστεί ως οντότητες εξυγίανσης τα οποία αποτελούν G-SII ή είναι μέρος ενός G-SII συμμορφώνονται με το όγδοο μέρος βάσει της ενοποιημένης χρηματοοικονομικής τους κατάστασης.

3.  Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 δεν ισχύει για μητρικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην ΕΕ, σε εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, σε εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, ή σε οντότητες εξυγίανσης εφόσον περιλαμβάνονται σε ισοδύναμες δημοσιοποιήσεις παρεχόμενες σε ενοποιημένη βάση από μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα.

Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 εφαρμόζεται στις θυγατρικές μιας μητρικής επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, εφόσον οι εν λόγω θυγατρικές είναι μεγάλες θυγατρικές.

4.  Σε περίπτωση που εφαρμόζεται το άρθρο 10, ο κεντρικός οργανισμός που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο συμμορφώνεται με το όγδοο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του κεντρικού οργανισμού. Το άρθρο 18 παράγραφος 1 εφαρμόζεται στον κεντρικό οργανισμό και τα συνδεδεμένα ιδρύματα αντιμετωπίζονται ως θυγατρικές του κεντρικού οργανισμού.».

(9α)  Το άρθρο 14 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 14

Εφαρμογή των απαιτήσεων του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2017/2402 σε ενοποιημένη βάση

1.  Οι μητρικές επιχειρήσεις και οι θυγατρικές τους που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2017/2402 τηρούν τις υποχρεώσεις που ορίζει το πέμπτο μέρος σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που απαιτούνται δυνάμει των εν λόγω διατάξεων διέπονται από συνέπεια και συνοχή και ότι μπορούν να παραχθούν όλα τα σχετικά με την εποπτεία δεδομένα και στοιχεία. Ιδιαίτερα, διασφαλίζουν ότι οι θυγατρικές για τις οποίες δεν ισχύει ο παρών κανονισμός εφαρμόζουν ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς που συμμορφώνονται με αυτές τις διατάξεις.

2.  Τα ιδρύματα εφαρμόζουν πρόσθετο συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 270α κατά την εφαρμογή του άρθρου 92 σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση εάν οι απαιτήσεις του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2017/2402 παραβιαστούν σε επίπεδο οντότητας εγκατεστημένης σε τρίτη χώρα η οποία συμπεριλαμβάνεται στην ενοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 18, εάν η παραβίαση είναι ουσιώδης σε σχέση με το γενικότερο προφίλ κινδύνου του ομίλου.»

(10)  Το άρθρο 18 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Άρθρο 18Μέθοδοι εποπτικής ενοποίησης

1.  Τα ιδρύματα, οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο Τμήμα 1 του παρόντος κεφαλαίου βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους, διεξάγουν πλήρη ενοποίηση όλων των ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που είναι θυγατρικές τους. Οι παράγραφοι 3 έως 7 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται εάν το έκτο μέρος εφαρμόζεται βάσει της ενοποιημένης κατάστασης ενός ιδρύματος, μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μιας μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών ή βάσει της υποενοποιημένης κατάστασης της οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας, όπως ορίζεται στα άρθρα 8 και 10.

Τα ιδρύματα που υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 92α ή 92β σε ενοποιημένη βάση διεξάγουν πλήρη ενοποίηση όλων των ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που είναι θυγατρικές τους στους συναφείς ομίλους εξυγίανσης.

2.  Όταν η ενοποιημένη εποπτεία επιβάλλεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 111 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών περιλαμβάνονται στην ενοποίηση στις περιπτώσεις και με τις ίδιες μεθόδους, όπως οι προβλεπόμενες στο παρόν άρθρο.

3.  Σε περίπτωση που επιχειρήσεις συνδέονται με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν πώς πρέπει να γίνει η ενοποίηση.

4.  Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας απαιτεί την αναλογική ενοποίηση ανάλογα με το τμήμα του κεφαλαίου σε συμμετοχές σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα οποία διευθύνονται από μια επιχείρηση συμπεριλαμβανομένη στην ενοποίηση από κοινού με μία ή περισσότερες επιχειρήσεις μη συμπεριλαμβανόμενες στην ενοποίηση, όταν η ευθύνη των εν λόγω επιχειρήσεων περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχουν.

5.  Εκτός των περιπτώσεων που μνημονεύονται στις παραγράφους 1 και 4, στις υπόλοιπες περιπτώσεις συμμετοχών ή κεφαλαιακού δεσμού, οι αρμόδιες αρχές ορίζουν αν και με ποια μορφή πρέπει να πραγματοποιείται η ενοποίηση. Μπορούν, ειδικότερα, να επιτρέψουν ή να επιβάλουν τη χρησιμοποίηση της μεθόδου της καθαρής θέσης. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσεως.

6.  Οι αρμόδιες αρχές αποφασίζουν αν και με ποια μορφή θα γίνει η ενοποίηση, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα ασκεί, κατά τις αρμόδιες αρχές, σημαντική επιρροή επί ενός ή πλειόνων ιδρυμάτων ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, χωρίς όμως να διαθέτει συμμετοχή ή άλλο κεφαλαιακό δεσμό με αυτά, και και

  όταν δύο ή πλείονα ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα τίθενται υπό ενιαία διοίκηση, χωρίς προς τούτο να απαιτείται σχετική σύμβαση ή ρήτρα του καταστατικού.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν ιδίως να επιτρέψουν ή να επιβάλουν τη χρήση της μεθόδου που προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφοι 7 έως 9 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσης.

7.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να ορίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες διεξάγεται η ενοποίηση στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 6 του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 1η Ιανουαρίου 2014.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

(11)  Το άρθρο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 22Υποενοποίηση σε περιπτώσεις οντοτήτων σε τρίτες χώρες

1.  Τα θυγατρικά ιδρύματα τηρούν τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στα άρθρα 89 έως 91 και στο τρίτο και τέταρτο μέρος βάσει της υποενοποιημένης κατάστασής τους, όταν τα εν λόγω ιδρύματα διαθέτουν ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ως θυγατρική σε τρίτη χώρα ή διαθέτουν συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα θυγατρικά ιδρύματα μπορούν να μην εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 89 έως 91 και στο τρίτο και τέταρτο μέρος βάσει της υποενοποιημένης κατάστασής τους, όταν το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού της θυγατρικής τους στην τρίτη χώρα είναι μικρότερο από το 10 % του συνολικού ποσού των στοιχείων του ενεργητικού και των στοιχείων εκτός ισολογισμού του θυγατρικού ιδρύματος.»

(12)  Ο τίτλος του δεύτερου μέρους αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΛΕΞΙΜΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ»

(12α)  Στο άρθρο 26, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«(3α) Εφόσον τα νέα μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 είναι ταυτόσημα με την έννοια ότι δεν διαφέρουν αναφορικά με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 28 ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 29, με τα μέσα που έχει ήδη εγκρίνει η αρμόδια αρχή, το ίδρυμα δύναται, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, να κοινοποιήσει απλώς στην αρμόδια αρχή την πρόθεσή του να εκδώσει νέα μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

Επιπλέον, το ίδρυμα παρέχει στην αρμόδια αρχή όλες τις πληροφορίες που αυτή χρειάζεται για να αξιολογήσει εάν τα μέσα έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.»

(12β)  Στο άρθρο 28 παράγραφος 3, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η προϋπόθεση που διατυπώνεται στην παράγραφο 1 στοιχείο η) σημείο v) θεωρείται ότι εκπληρώνεται αν και το ίδρυμα υπόκειται στην υποχρέωση καταβολής πληρωμών σε κάποιους ή όλους τους κατόχους των μέσων, με την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα έχει το δικαίωμα να αποφύγει δυσανάλογο εμπόδιο επί των ιδίων κεφαλαίων ενδυναμώνοντας το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, ιδίως μέσω της διανομής των κερδών στα κεφάλαια για τον γενικό τραπεζικό κίνδυνο ή στα παρακρατηθέντα κέρδη, προτού διενεργήσει πληρωμές στους κατόχους τους.»

(13)  Στο άρθρο 33 παράγραφος 1, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) τα κέρδη και τις ζημίες εύλογης αξίας από υποχρεώσεις σε παράγωγα του ιδρύματος που προκύπτουν από αλλαγές στον ίδιο πιστωτικό κίνδυνο του ιδρύματος.».

(14)  Το άρθρο 36 τροποποιείται ως εξής:

α)  Το στοιχείο β) της παραγράφου 1 αντικαθίσταται ως εξής:

«β)  Άυλα στοιχεία ενεργητικού με την εξαίρεση λογισμικού».

Η ΕΑΤ αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τα ακόλουθα στοιχεία για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου: Ο ορισμός αυτός εξασφαλίζει υγιή από πλευράς συνετής διαχείρισης προσδιορισμό των περιστάσεων όπου η μη αφαίρεση του λογισμικού από τα στοιχεία κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 θα μπορούσε να αιτιολογηθεί από άποψη προληπτικής εποπτείας λαμβάνοντας υπόψη τα εξής:

i.   η εξέλιξη του τραπεζικού τομέα σε ένα ακόμη πιο ψηφιακό περιβάλλον και οι ευκαιρίες και οι απειλές που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες στην εποχή της ψηφιοποίησης·

ii.  οι διεθνείς διαφορές στη ρυθμιστική αντιμετώπιση των επενδύσεων σε λογισμικό όπου το λογισμικό δεν αφαιρείται από το κεφάλαιο (π.χ. αντιμετωπίζεται ως ενσώματο πάγιο) καθώς και οι διαφορετικοί κανόνες προληπτικής εποπτείας που ισχύουν για τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες.

iii.  η ποικιλομορφία του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των μη ρυθμιζόμενων οντοτήτων όπως η FinTech·

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο σημείο β) σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010».

β)  το στοιχείο ι) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ι) το ποσό των στοιχείων που πρέπει να αφαιρεθούν από τα πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 σύμφωνα με το άρθρο 56 και το οποίο υπερβαίνει τα πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 του ιδρύματος».

(15)  Το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:

α)  Το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) το ποσό που πρόκειται να αφαιρεθεί περιλαμβάνει την υπεραξία που περιλαμβάνεται στην αποτίμηση σημαντικών επενδύσεων του ιδρύματος. Τα ιδρύματα δεν θα προσθέσουν εκ νέου αρνητική υπεραξία στις κοινές τους μετοχές της κατηγορίας 1».

β)  Προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο γ):

«γ) το ποσό που πρόκειται να αφαιρεθεί είναι μειωμένο κατά το ποσό της λογιστικής αναπροσαρμογής των άυλων περιουσιακών στοιχείων των θυγατρικών που προήλθαν από την ενοποίηση θυγατρικών εταιριών, που αποδίδεται σε πρόσωπα διαφορετικά από τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙ του πρώτου μέρους.».

(16)  Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 39 παράγραφος 2, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που δεν βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία περιορίζονται στις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που προκύπτουν από προσωρινές διαφορές, που δημιουργήθηκαν πριν από [ημερομηνία έγκρισης από το σώμα των Επιτρόπων του τροποποιητικού κανονισμού], εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:».

(17)  Στο άρθρο 45, το σημείο i) του στοιχείου α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i) η ημερομηνία ληκτότητας της αρνητικής θέσης είναι η ίδια ή μεταγενέστερη από την ημερομηνία ληκτότητας της θετικής θέσης ή η εναπομένουσα ληκτότητα της θετικής θέσης είναι τουλάχιστον 365 ημέρες·»

(18)  Το άρθρο 49 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για τους σκοπούς του υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων σε μεμονωμένη βάση, σε υποενοποιημένη βάση και σε ενοποιημένη βάση, σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές ζητούν ή επιτρέπουν στα ιδρύματα να εφαρμόζουν τη μέθοδο 1, 2 ή 3 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, ▌τα ιδρύματα δεν θα ▌ αφαιρούν τις τοποθετήσεις σε μέσα ιδίων κεφαλαίων οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην οποία το μητρικό ίδρυμα, ή η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μητρική εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή το ίδρυμα έχει σημαντική επένδυση, υπό τον όρο να πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) έως δ) της παρούσας παραγράφου:

α) η οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου,

β) η ασφαλιστική επιχείρηση, η αντασφαλιστική επιχείρηση ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου:

i)  υπάγεται στην ίδια συμπληρωματική εποπτεία δυνάμει της οδηγίας 2002/87/ΕΚ όπως το μητρικό ίδρυμα, η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μητρική εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή το ίδρυμα που έχει τη συμμετοχή, ή

ii)  έχει ενοποιηθεί από το ίδρυμα με τη χρήση της μεθόδου καθαρής θέσης και οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ικανοποιητικό το επίπεδο των διαδικασιών ελέγχου κινδύνου και χρηματοοικονομικής ανάλυσης που έχει υιοθετήσει το ίδρυμα ειδικά για την εποπτεία των επενδύσεων στην επιχείρηση ή την εταιρεία συμμετοχών,

γ) οι αρμόδιες αρχές έχουν πεισθεί σε διαρκή βάση ότι το επίπεδο της ενιαίας διοίκησης, της διαχείρισης κινδύνου και του εσωτερικού ελέγχου όσον αφορά τις οντότητες που θα συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης δυνάμει των μεθόδων 1, 2 ή 3 είναι επαρκές,

δ) ▌οι τοποθετήσεις στην οντότητα ανήκουν σε έναν από τους κατωτέρω:

i) στο μητρικό πιστωτικό ίδρυμα,

ii) στη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών,

iii) στη μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών,

iv) στο ίδρυμα,

v) σε θυγατρική μιας από τις οντότητες που αναφέρονται στα στοιχεία i) έως iv) η οποία περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης δυνάμει του πρώτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.

Η επιλεγείσα μέθοδος εφαρμόζεται διαχρονικά με συνέπεια.

1α. Μετά την 31η Δεκεμβρίου 2002 και κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, για τους σκοπούς του υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων σε μεμονωμένη βάση, σε υποενοποιημένη βάση και σε ενοποιημένη βάση, σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές ζητούν ή επιτρέπουν στα ιδρύματα να εφαρμόζουν τη μέθοδο 1, 2 ή 3 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2002/87/EΚ, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να μην αφαιρούν τις τοποθετήσεις σε μέσα ιδίων κεφαλαίων οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην οποία το μητρικό ίδρυμα, ή η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μητρική εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή το ίδρυμα έχει σημαντική επένδυση, υπό τον όρο να πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) έως γ) της παρούσας παραγράφου:

α) η οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου,

β) η ασφαλιστική επιχείρηση, η αντασφαλιστική επιχείρηση ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου υπάγεται στην ίδια συμπληρωματική εποπτεία δυνάμει της οδηγίας 2002/87/ΕΚ όπως το μητρικό ίδρυμα, η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μητρική εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή το ίδρυμα που έχει τη συμμετοχή,

γ) το ίδρυμα έχει λάβει την προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας αρχής,

δ) πριν από τη χορήγηση της άδειας που αναφέρεται στο στοιχείο γ), και σε διαρκή βάση, οι αρμόδιες αρχές έχουν πεισθεί ότι το επίπεδο της ενιαίας διοίκησης, της διαχείρισης κινδύνου και του εσωτερικού ελέγχου όσον αφορά τις οντότητες που θα συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης δυνάμει των μεθόδων 1, 2 ή 3 είναι επαρκές,

ε) οι τοποθετήσεις στην οντότητα ανήκουν σε έναν από τους κατωτέρω:

i) στο μητρικό πιστωτικό ίδρυμα,

ii) στη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών,

iii) στη μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών,

iv) στο ίδρυμα,

v) σε θυγατρική μιας από τις οντότητες που αναφέρονται στα στοιχεία i) έως iv) η οποία περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης δυνάμει του πρώτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.

Η επιλεγείσα μέθοδος εφαρμόζεται διαχρονικά με συνέπεια.»

β)  προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο στο τέλος της παραγράφου 2:

«Η παρούσα παράγραφος δεν τυγχάνει εφαρμογής για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων για τους σκοπούς των απαιτήσεων στα άρθρα 92α και 92β.».

(19)  Το άρθρο 52 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)  το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) τα μέσα έχουν εκδοθεί άμεσα από το ίδρυμα και καταβληθεί πλήρως»·

α α)  το επιμέρους σημείο i) του στοιχείο ιβ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i) καταβάλλονται από τα διανεμητέα στοιχεία, ή τα αποθεματικά που σχηματίστηκαν δυνάμει του εθνικού δικαίου,»

β)  το στοιχείο ιστ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ιστ)σε περίπτωση που ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και έχει οριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, μέρος ενός ομίλου εξυγίανσης του οποίου η οντότητα εξυγίανσης είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, ή σε περίπτωση που είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος, οι νομοθετικές ή συμβατικές διατάξεις που διέπουν τα μέσα επιβάλλουν, ύστερα από απόφαση της αρχής εξυγίανσης να ασκήσει την εξουσία που αναφέρεται στο άρθρο 59 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, τη μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου των μέσων σε μόνιμη βάση ή τη μετατροπή τους σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1·

εφόσον ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και δεν έχει χαρακτηριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, μέλος ενός ομίλου εξυγίανσης η οντότητα εξυγίανσης του οποίου είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, oι νομοθετικές ή συμβατικές διατάξεις που διέπουν τα μέσα επιβάλλουν, ύστερα από απόφαση της σχετικής αρχής που είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, τη μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου των μέσων σε μόνιμη βάση ή τη μετατροπή τους σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1·

γ)  ▌ προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία ιζ) και ιη):

«ιζ)εφόσον ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα και έχει χαρακτηριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, μέλος ενός ομίλου εξυγίανσης η οντότητα εξυγίανσης του οποίου είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, τα μέσα μπορούν να εκδοθούν μόνο βάσει της νομοθεσίας τρίτης χώρας, ή να υπόκεινται με άλλον τρόπο στη νομοθεσία τρίτης χώρας, εφόσον, δυνάμει των εν λόγω νόμων, η άσκηση της εξουσίας μείωσης της αξίας και μετατροπής που αναφέρεται στο άρθρο 59 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ είναι αποτελεσματική και εκτελεστή βάσει νομοθετικών διατάξεων ή νομικά εκτελεστών συμβατικών διατάξεων που αναγνωρίζουν την εξυγίανση ή τη μείωση της αξίας ή τις ενέργειες μετατροπής·

ιη) τα μέσα δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού ή δικαιώματα συμψηφισμού που θα υπονόμευαν την ικανότητά τους να απορροφούν ζημίες.».

(19a)  Στο άρθρο 54 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

  «δ α) σε περίπτωση που τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 έχουν εκδοθεί από θυγατρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, το επίπεδο του 5,125 % ή το υψηλότερο επίπεδο για το γεγονός ενεργοποίησης που αναφέρεται στο στοιχείο α) υπολογίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία τρίτης χώρας, ή τις συμβατικές διατάξεις που διέπουν τα μέσα, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή, μετά από διαβούλευση με την ΕΑΤ, έχει πεισθεί ότι οι διατάξεις αυτές είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο».

(20)  Στο άρθρο 56, το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από τα εξής:

«ε) το ποσό των στοιχείων που πρέπει να αφαιρεθεί από στοιχεία της κατηγορίας 2 σύμφωνα με το άρθρο 66 και το οποίο υπερβαίνει τα στοιχεία της κατηγορίας 2 του ιδρύματος·».

(21)  Στο άρθρο 59, το σημείο i) του στοιχείου α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i) η ημερομηνία ληκτότητας της αρνητικής θέσης είναι η ίδια ή μεταγενέστερη από την ημερομηνία ληκτότητας της θετικής θέσης ή η εναπομένουσα ληκτότητα της θετικής θέσης είναι τουλάχιστον 365 ημέρες.»

(22)  Στο άρθρο 62, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) κεφαλαιακά μέσα και δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 63 και στον βαθμό που ορίζει το άρθρο 64·».

  Το άρθρο 63 τροποποιείται ως εξής:

α)  το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) τα μέσα έχουν εκδοθεί άμεσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης έχουν ληφθεί άμεσα, αναλόγως, από το ίδρυμα και καταβληθεί πλήρως·»

β)  το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ) η απαίτηση έναντι του κεφαλαίου των μέσων δυνάμει των διατάξεων που διέπουν τα μέσα ή η απαίτηση επί του κεφαλαίου των δανείων μειωμένης εξασφάλισης δυνάμει των διατάξεων που διέπουν τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, κατά περίπτωση, κατατάσσεται κάτω από οποιαδήποτε απαίτηση των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων·».

γ)  το στοιχείο ιδ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ιδ)εφόσον ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και έχει χαρακτηριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, μέλος ενός ομίλου εξυγίανσης η οντότητα εξυγίανσης του οποίου είναι εγκατεστημένη στην Ένωση ή εφόσον είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος, οι νομοθετικές ή συμβατικές διατάξεις που διέπουν τα μέσα επιβάλλουν, ύστερα από απόφαση της αρχής εξυγίανσης να ασκήσει την εξουσία που αναφέρεται στο άρθρο 59 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, τη μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου των μέσων σε μόνιμη βάση ή τη μετατροπή τους σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1·

εφόσον ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και δεν έχει χαρακτηριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, μέλος ενός ομίλου εξυγίανσης η οντότητα εξυγίανσης του οποίου είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, οι νομοθετικές ή συμβατικές διατάξεις που διέπουν τα μέσα επιβάλλουν, ύστερα από απόφαση της σχετικής αρχής που είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, τη μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου των μέσων σε μόνιμη βάση ή τη μετατροπή τους σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1·

δ)  προστίθενται τα ακόλουθα σημεία ιε) και ιστ):

«ιε)εφόσον ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα και έχει χαρακτηριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, μέλος ενός ομίλου εξυγίανσης η οντότητα εξυγίανσης του οποίου είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, τα μέσα μπορούν να εκδοθούν μόνο βάσει της νομοθεσίας τρίτης χώρας, ή να υπόκεινται με άλλον τρόπο στη νομοθεσία τρίτης χώρας, εφόσον, δυνάμει των εν λόγω νόμων, η άσκηση της εξουσίας μείωσης της αξίας και μετατροπής που αναφέρεται στο άρθρο 59 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ είναι αποτελεσματική και εκτελεστή βάσει νομοθετικών διατάξεων ή νομικά εκτελεστών συμβατικών διατάξεων που αναγνωρίζουν την εξυγίανση ή τη μείωση της αξίας ή τις ενέργειες μετατροπής·

ιστ) τα μέσα δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού ή δικαιώματα συμψηφισμού που θα υπονόμευαν την ικανότητά τους να απορροφούν ζημίες.».

(24)  Το άρθρο 64 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 64Απόσβεση μέσων της κατηγορίας 2

1.  Το πλήρες ποσό των μέσων της κατηγορίας 2 με εναπομένουσα ληκτότητα άνω των πέντε ετών είναι αποδεκτό ως στοιχεία της κατηγορίας 2.

2.  Η έκταση στην οποία τα μέσα της κατηγορίας 2 αναγνωρίζονται ως στοιχεία της κατηγορίας 2 κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών της ληκτότητας των μέσων υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το αποτέλεσμα που προκύπτει από τον υπολογισμό στο στοιχείο α) επί το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο β) ως εξής:

α)  η λογιστική αξία των μέσων ή των δανείων μειωμένης εξασφάλισης την πρώτη ημέρα της τελικής πενταετούς περιόδου της συμβατικής ληκτότητάς τους προς τον αριθμό των ημερολογιακών ημερών της εν λόγω περιόδου·

β)  ο αριθμός των εναπομενουσών ημερολογιακών ημερών συμβατικής ληκτότητας των μέσων ή δανείων μειωμένης εξασφάλισης.».

(25)  Στο άρθρο 66, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):

«ε) το ποσό των στοιχείων που πρέπει να αφαιρεθούν από στοιχεία της Κατηγορίας 2 σύμφωνα με το άρθρο 66 και το οποίο υπερβαίνει τα στοιχεία της Κατηγορίας 2 του ιδρύματος·».

(26)  Στο άρθρο 69, το σημείο i) του στοιχείου α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i) η ημερομηνία ληκτότητας της αρνητικής θέσης είναι η ίδια ή μεταγενέστερη από την ημερομηνία ληκτότητας της θετικής θέσης ή η εναπομένουσα ληκτότητα της θετικής θέσης είναι τουλάχιστον 365 ημέρες.»

(27)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο 5α μετά το άρθρο 72:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5αΕπιλέξιμες υποχρεώσεις

Τμήμα 1Στοιχεία και μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων

Άρθρο 72αΣτοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.  Τα στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων αποτελούνται από τα ακόλουθα στοιχεία, εκτός εάν εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες των εξαιρούμενων υποχρεώσεων που ορίζονται στην παράγραφο 2:

α)  μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 72β, στον βαθμό που δεν είναι αποδεκτά ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2·

β)  μέσα της κατηγορίας 2 με εναπομένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους, στον βαθμό που δεν είναι αποδεκτά ως στοιχεία της κατηγορίας 2 σύμφωνα με το άρθρο 64.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι ακόλουθες υποχρεώσεις εξαιρούνται από τις επιλέξιμες υποχρεώσεις:

α)  καλυπτόμενες καταθέσεις·

β)  καταθέσεις όψεως και βραχυπρόθεσμες καταθέσεις με αρχική ληκτότητα μικρότερη του ενός έτους·

γ)  το τμήμα των επιλέξιμων καταθέσεων φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που υπερβαίνει το επίπεδο κάλυψης που προβλέπεται στο άρθρο 6 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·

δ)  οι καταθέσεις που θα ήταν επιλέξιμες καταθέσεις φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων αν δεν είχαν γίνει μέσω υποκαταστημάτων εγκατεστημένων εκτός Ένωσης που ανήκουν σε ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ένωση·

ε)  εξασφαλισμένες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των καλυμμένων ομολόγων και των υποχρεώσεων υπό μορφή χρηματοπιστωτικών μέσων τα οποία χρησιμοποιούνται για σκοπούς αντιστάθμισης κινδύνου και τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνολικών στοιχείων κάλυψης και, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, εξασφαλίζονται κατά τρόπο παρόμοιο με τα καλυμμένα ομόλογα, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα εξασφαλισμένα στοιχεία ενεργητικού που σχετίζονται με τη δέσμη κάλυψης καλυμμένων ομολόγων δεν επηρεάζονται, παραμένουν διαχωρισμένα και διαθέτουν επαρκή χρηματοδότηση και εξαιρούμενου οποιοδήποτε μέρους μιας εξασφαλισμένης υποχρέωσης ή υποχρέωσης για την οποία έχει ενεχυριαστεί εξασφάλιση που υπερβαίνει την αξία των στοιχείων του ενεργητικού, του ενεχύρου, της υποθήκης ή της εξασφάλισης που παρέχεται ως ασφάλεια·

στ)  κάθε υποχρέωση που προκύπτει από την κατοχή στοιχείων του ενεργητικού των πελατών ή χρημάτων των πελατών, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων του ενεργητικού των πελατών ή χρημάτων των πελατών που βρίσκονται στην κατοχή, εκ μέρους τους, των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πελάτες προστατεύονται δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας·

ζ)  κάθε υποχρέωση που προκύπτει από σχέση καταπίστευσης μεταξύ της οντότητας εξυγίανσης ή οποιασδήποτε εκ των θυγατρικών της (ως καταπιστευματοδόχου) και άλλου προσώπου (ως δικαιούχου), υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω δικαιούχος προστατεύεται δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας ή των διατάξεων του αστικού δικαίου·

η)  υποχρεώσεις προς ιδρύματα, εξαιρουμένων των υποχρεώσεων σε οντότητες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, με αρχική ληκτότητα μικρότερη των επτά ημερών·

θ)  υποχρεώσεις που έχουν εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη των επτά ημερών, έναντι συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την οδηγία 98/26/ΕΚ ή των συμμετεχόντων σε αυτά και που προκύπτουν από συμμετοχή σε εν λόγω σύστημα·

ι)  υποχρέωση σε οποιονδήποτε από τους εξής:

i)  εργαζόμενο, όσον αφορά δεδουλευμένο μισθό, συνταξιοδοτικές παροχές ή άλλες σταθερές αποδοχές, εκτός από τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών που δεν ρυθμίζεται από συλλογική σύμβαση εργασίας, και εκτός από τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους, όπως ορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 της οδηγία2 2013/36/ΕΕ·

ii)  εμπορικό πιστωτή ή προμηθευτή, όταν η ευθύνη απορρέει από την παροχή στο ίδρυμα ή τη μητρική επιχείρηση αγαθών και υπηρεσιών απαραίτητων για την καθημερινή λειτουργία του ιδρύματος ή της μητρικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών πληροφορικής και κοινής ωφελείας, καθώς και της ενοικίασης, συντήρησης και φροντίδας των εγκαταστάσεων· και ο πιστωτής δεν αποτελεί ο ίδιος ίδρυμα·

iii)  φορολογικές αρχές και αρχές κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές είναι προνομιούχες σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο·

iv)  συστήματα εγγύησης καταθέσεων, όταν η ευθύνη απορρέει από τις εισφορές που οφείλονται σύμφωνα με την οδηγία 2014/49/ΕΕ.

ια)  υποχρεώσεις που προκύπτουν από παράγωγα·

ιβ)  υποχρεώσεις που προκύπτουν από χρεόγραφα με ενσωματωμένα παράγωγα.

ιβ α)  υποχρεώσεις που προτιμώνται από μη εξασφαλισμένους πιστωτές με εξοφλητική προτεραιότητα σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία περί αφερεγγυότητας.

Για τους σκοπούς του στοιχείου ιβ) τα ενσωματωμένα παράγωγα δεν περιλαμβάνουν μέσα, οι διατάξεις των οποίων προβλέπουν για τον εκδότη ή τον κάτοχο του μέσου αυτού τη δυνατότητα πρόωρης αποπληρωμής.

Για τον σκοπό του στοιχείου ιβ), τα χρεωστικά μέσα με κυμαινόμενο επιτόκιο, που προέρχεται από επιτόκιο αναφοράς, όπως το Euribor ή το Libor, δεν πρέπει να θεωρούνται χρεωστικά μέσα με ενσωματωμένα παράγωγα μόνον λόγω αυτού του χαρακτηριστικού.

Άρθρο 72βΜέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.  Οι υποχρεώσεις είναι αποδεκτές ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, με την προϋπόθεση ότι πληρούν τους όρους που ορίζονται στο παρόν άρθρο και μόνον στον βαθμό που καθορίζεται στο παρόν άρθρο.

2.  Οι υποχρεώσεις είναι αποδεκτές ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  οι υποχρεώσεις έχουν εκδοθεί ή ληφθεί , κατά περίπτωση, άμεσα από το ίδρυμα και έχουν καταβληθεί πλήρως·

β)  οι υποχρεώσεις δεν έχουν αγοραστεί από κανένα από τα εξής:

i)  το ίδρυμα ή την οντότητα που περιλαμβάνεται στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης·

ii)  την επιχείρηση στην οποία το ίδρυμα έχει άμεση ή έμμεση συμμετοχή υπό μορφή κατοχής, άμεσης ή μέσω δεσμού ελέγχου, του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου της εν λόγω επιχείρησης·

iii)   ιδιώτης πελάτης όπως ορίζεται στο του άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 11) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ εκτός αν πληρούνται αμφότερες οι κάτωθι προϋποθέσεις·

α) επενδύουν συνολικό ποσό που δεν υπερβαίνει το 10 % του χαρτοφυλακίου χρηματοπιστωτικών μέσων και

β) το επενδεδυμένο ποσό είναι τουλάχιστον 10.000 EUR.

γ)  η αγορά των υποχρεώσεων δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από την οντότητα εξυγίανσης·

δ)  η απαίτηση για το κεφάλαιο των υποχρεώσεων δυνάμει των διατάξεων που διέπουν τα μέσα κατατάσσεται εξ ολοκλήρου μετά τις απαιτήσεις που προκύπτουν από τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2. Η εν λόγω απαίτηση χαμηλότερης εξοφλητικής προτεραιότητας θεωρείται ότι πληρούται σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(i)  οι συμβατικές διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις διευκρινίζουν ότι, σε περίπτωση κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 47 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η απαίτηση έναντι του κεφαλαίου των μέσων κατατάσσεται μετά τις απαιτήσεις που απορρέουν από οποιαδήποτε από τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2·

(ii)  στο δίκαιο που διέπει τις υποχρεώσεις διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 47 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η απαίτηση έναντι του κεφαλαίου των μέσων κατατάσσεται μετά τις απαιτήσεις που απορρέουν από οποιαδήποτε από τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2·

(iii) τα μέσα έχουν εκδοθεί από οντότητα εξυγίανσης η οποία δεν διαθέτει στον ισολογισμό της εξαιρούμενες υποχρεώσεις, όπως αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2, οι οποίες έχουν την ίδια ή χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα έναντι των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων·

στ)  οι υποχρεώσεις δεν είναι εξασφαλισμένες ούτε υπόκεινται σε εγγύηση ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη που ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα της απαίτησης από οποιονδήποτε από τους κατωτέρω:

i)  το ίδρυμα ή τις θυγατρικές του·

ii)  τη μητρική επιχείρηση του ιδρύματος ή τις θυγατρικές του·

iii)  οποιαδήποτε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με τις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) και ii)·

ζ)  οι υποχρεώσεις δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε συμφωνία αλληλοσυμψηφισμού ή δικαιώματα συμψηφισμού που θα υπονόμευαν την ικανότητά τους να απορροφούν ζημίες.

η)  Οι διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις δεν περιλαμβάνουν κανένα κίνητρο ώστε το ονομαστικό κεφάλαιό τους να αγοραστεί, εξοφληθεί ή επαναγοραστεί πριν από τη ληκτότητά του ή να αποπληρωθεί πρόωρα από το ίδρυμα, κατά περίπτωση, εκτός από την κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 72γ παράγραφος 2 στοιχείο α)·

θ)  με την επιφύλαξη του άρθρου 72γ παράγραφος 2, οι υποχρεώσεις δεν είναι εξοφλητέες από τους κατόχους των μέσων πριν από τη ληκτότητά τους·

ι)  όταν οι υποχρεώσεις περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα δικαιώματα προαίρεσης αγοράς ή δικαιώματα προαίρεσης πρόωρης αποπληρωμής, κατά περίπτωση, τα δικαιώματα ασκούνται κατά την αποκλειστική κρίση του εκδότη·

ια)  με την επιφύλαξη του άρθρου 72γ παράγραφος 2 και παράγραφος 2 στοιχείο α), οι υποχρεώσεις μπορούν μόνο να αγοραστούν, εξοφληθούν, επαναγοραστούν ή αποπληρωθούν πρόωρα, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 77 και 78·

ιγ)  οι διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις δεν παρέχουν στον κάτοχο το δικαίωμα να επιταχύνει τις προγραμματισμένες στο μέλλον πληρωμές τόκων ή κεφαλαίου, με εξαίρεση την περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης της οντότητας εξυγίανσης·

ιδ)  το επίπεδο των οφειλόμενων πληρωμών τόκων ή μερισμάτων, κατά περίπτωση, επί των υποχρεώσεων δεν θα τροποποιηθεί βάσει της πιστωτικής διαβάθμισης της οντότητας εξυγίανσης ή της μητρικής επιχείρησης·

ιε)  το εφαρμοστέο δίκαιο ή οι συμβατικές διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις επιβάλλουν, σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης ασκεί εξουσίες μείωσης της αξίας και μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 48 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, τη μείωση του ονομαστικού ποσού των υποχρεώσεων σε μόνιμη βάση ή τη μετατροπή τους σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1·

Για τους σκοπούς του στοιχείου δ), όταν κάποιες από τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2 υπάγονται σε κοινές μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία περί αφερεγγυότητας, μεταξύ άλλων, λόγω του γεγονότος ότι κατέχονται από πιστωτή ο οποίος έχει ειδική σχέση με τον οφειλέτη, όντας ή έχοντας υπάρξει μέτοχος, σε σχέση ελέγχου ή ομίλου, μέλος του διοικητικού οργάνου ή σε σχέση με οποιοδήποτε από τα πρόσωπα ως άνω, η υπαγωγή δεν θα αξιολογηθεί με αναφορά σε απαιτήσεις που απορρέουν από τις εν λόγω εξαιρούμενες υποχρεώσεις.

3.  Επιπλέον των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να επιτρέπει οι υποχρεώσεις να είναι αποδεκτές ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων ως ένα συνολικό ποσό που δεν υπερβαίνει το 3,5 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 92, υπό τον όρο ότι:

α)  πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2, με εξαίρεση την προϋπόθεση που ορίζεται στο στοιχείο δ)·

β)  οι υποχρεώσεις έχουν την ίδια προτεραιότητα με τις χαμηλότερες στην κατάταξη εξαιρούμενες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2 εκτός από τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις που υπάγονται σε κοινές μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας που αναφέρονται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2· and

γ)  ▌η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι η ικανότητα εξαίρεσης ή μερικής εξαίρεσης υποχρεώσεων από τη διάσωση με ίδια μέσα δεν επιφέρει ουσιαστικό κίνδυνο επιτυχούς προσφυγής ή βάσιμες απαιτήσεις αποζημίωσης.

Μια αρχή εξυγίανσης επιτρέπει σε ένα ίδρυμα ▌ να συμπεριλάβει στα στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

4.  Σε περίπτωση που μια αρχή εξυγίανσης επιτρέπει σε ένα ίδρυμα να λαμβάνει την απόφαση μέτρησης των υποχρεώσεων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο, οι υποχρεώσεις είναι αποδεκτές ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων πέραν των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)  η απόφαση του ιδρύματος να μην συμπεριλάβει στα στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 τίθεται σε ισχύ, σύμφωνα με την παράγραφο 5·

β)  πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2, με εξαίρεση την προϋπόθεση που ορίζεται στο στοιχείο δ)·

γ)  οι υποχρεώσεις έχουν την ίδια ή υψηλότερη προτεραιότητα με τις χαμηλότερες στην κατάταξη εξαιρούμενες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2, εκτός από τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις που υπάγονται σε κοινές μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας που αναφέρονται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2·

δ)  στον ισολογισμό του ιδρύματος, το ποσό των εν λόγω εξαιρούμενων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2, οι οποίες έχουν την ίδια ή χαμηλότερη προτεραιότητα από τις εν λόγω υποχρεώσεις σε περίπτωση αφερεγγυότητας δεν υπερβαίνει το 5 % του ποσού των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων του ιδρύματος·

ε)  η συμπερίληψη αυτών των υποχρεώσεων στα στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων δεν έχει σημαντική αρνητική επίπτωση στη δυνατότητα εξυγίανσης του ιδρύματος, όπως επιβεβαιώθηκε από την αρχή εξυγίανσης, μετά από αξιολόγηση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 45β παράγραφος 3 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

5.  Μια αρχή εξυγίανσης μπορεί να επιτρέπει σε ένα ίδρυμα να χρησιμοποιεί την εξαίρεση της παραγράφου 3 ή της παραγράφου 4. Το ίδρυμα δεν μπορεί να αποφασίσει να περιλάβει υποχρεώσεις που αναφέρονται τόσο στην παράγραφο 3 όσο και στην παράγραφο 4 στα στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων.

Η απόφαση δημοσιεύεται στην ετήσια έκθεση και αρχίζει να ισχύει 6 μήνες μετά τη δημοσίευση της εν λόγω έκθεσης. Η απόφαση ισχύει για ένα έτος τουλάχιστον.

6.  Η αρχή εξυγίανσης διαβουλεύεται με την αρμόδια αρχή όταν εξετάζει αν πληρούνται οι όροι του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 72γΑπόσβεση των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.  Τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων με εναπομένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους είναι πλήρως αποδεκτά ως επιλέξιμα στοιχεία υποχρεώσεων.

Τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων με εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη του ενός έτους δεν είναι αποδεκτά ως επιλέξιμα στοιχεία υποχρεώσεων.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, όταν ένα μέσο επιλέξιμων υποχρεώσεων περιλαμβάνει δικαίωμα εξόφλησης του κατόχου που μπορεί να ασκηθεί πριν από την αρχικά προσδιορισθείσα ληκτότητα του μέσου, η ληκτότητα του μέσου ορίζεται ως η συντομότερη δυνατή ημερομηνία κατά την οποία ο κάτοχος μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα εξόφλησης και να ζητήσει εξόφληση ή αποπληρωμή του μέσου.

2α.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, όταν ένα μέσο επιλέξιμων υποχρεώσεων περιλαμβάνει κίνητρο ώστε ο εκδότης να αγοράσει, εξοφλήσει, εξαγοράσει ή επαναγοράσει το μέσο πριν από την αρχικά προσδιορισθείσα λήξη του μέσου, ως λήξη του μέσου ορίζεται η συντομότερη δυνατή ημερομηνία κατά την οποία ο κάτοχος μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα εξόφλησης και να ζητήσει εξόφληση ή αποπληρωμή του μέσου.

Άρθρο 72δΣυνέπειες της διακοπής πλήρωσης των όρων επιλεξιμότητας

Στην περίπτωση που στο μέσο επιλέξιμων υποχρεώσεων παύουν να πληρούνται οι εφαρμοστέοι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 72β, οι υποχρεώσεις παύουν αμέσως να είναι αποδεκτές ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων.

Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72β παράγραφος 2 μπορούν να συνεχίσουν να θεωρούνται ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων εφόσον είναι αποδεκτές ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 72β παράγραφος 3 ή το άρθρο 72β παράγραφος 4.

Τμήμα 2Αφαιρέσεις από στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων

Άρθρο 72εΑφαιρέσεις από στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.  Τα ιδρύματα που ταυτοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 131 της οδηγίας αφαιρούν τα ακόλουθα στοιχεία από τις επιλέξιμες υποχρεώσεις:

α)  άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε μέσα ιδίων επιλέξιμων υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων υποχρεώσεων τις οποίες το εν λόγω ίδρυμα ενδέχεται να υποχρεούται να αγοράσει ως αποτέλεσμα υφιστάμενων συμβατικών υποχρεώσεων·

β)  άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων οντοτήτων G-SII με τις οποίες το ίδρυμα έχει αμοιβαία συμμετοχή, η οποία κατά τη γνώμη της αρμόδιας αρχής σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση της ικανότητας απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης της οντότητας εξυγίανσης·

γ)  το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων οντοτήτων G-SII, που προσδιορίζεται δυνάμει του άρθρου 72θ, στις περιπτώσεις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες·

δ)  άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων οντοτήτων G-SII, σε περίπτωση που το ίδρυμα διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες, εξαιρουμένων των θέσεων αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο.

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, όλα τα μέσα που κατατάσσονται σε ίδια προτεραιότητα με τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων αντιμετωπίζονται ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, με εξαίρεση τα μέσα που κατατάσσονται σε ίδια προτεραιότητα με μέσα που έχουν αναγνωριστεί ως επιλέξιμες υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 72β παράγραφος 3 και 4.

3.  Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν τα ποσά των συμμετοχών σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 72β παράγραφος 3 ως εξής:

 

Όπου

h  = το ύψος των τοποθετήσεων σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 72β παράγραφος 3·

I  = ο δείκτης που δηλώνει το εκδίδον ίδρυμα·

Hi  = το συνολικό ποσό των τοποθετήσεων σε επιλέξιμες υποχρεώσεις του εκδίδοντος ιδρύματος i που αναφέρεται στο άρθρο 72β παράγραφος 3·

li  = το ποσό των υποχρεώσεων που περιλαμβάνεται στα στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων από το εκδίδον ίδρυμα i εντός των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 72β παράγραφος 3 σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιοποιημένα στοιχεία από το εκδίδον ίδρυμα·

Li  = το συνολικό ποσό των εκκρεμών υποχρεώσεων του εκδίδοντος ιδρύματος i που αναφέρεται στο άρθρο 72β παράγραφος 3 σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιοποιημένα στοιχεία από το εκδίδον ίδρυμα.

4.  Όταν ένα μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ ή ένα μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, το οποίο υπάγεται στο άρθρο 92α έχει άμεσες, έμμεσες ή σύνθετες τοποθετήσεις σε μέσα ιδίων κεφαλαίων και μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων από μία ή περισσότερες θυγατρικές που δεν ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης με το μητρικό ίδρυμα εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης του εν λόγω μητρικού ιδρύματος, σε συμφωνία με τις αρχές εξυγίανσης των οικείων θυγατρικών, μπορεί να επιτρέπει στο μητρικό ίδρυμα παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο γ), την παράγραφο 1 στοιχείο δ) και την παράγραφο 2, αφαιρώντας χαμηλότερο ποσό που ορίζεται από την αρχή εξυγίανσης του μητρικού ιδρύματος. Το εν λόγω χαμηλότερο ποσό πρέπει να ισούται τουλάχιστον με το ποσό (m) που υπολογίζεται ως εξής:

Όπου

I  = ο δείκτης που δηλώνει τη θυγατρική·

Oi   = το ποσό των μέσων ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται από τη θυγατρική i, η οποία αναγνωρίζεται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια από τη μητρική επιχείρηση·

Pi   = το ποσό των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων που εκδίδονται από τη θυγατρική i και κατέχεται από τη μητρική επιχείρηση·

rRG   = ο λόγος που εφαρμόζεται για τον αντίστοιχο όμιλο εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 92α παράγραφος 1 στοιχείο α) και το άρθρο 45δ της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

Ri   = το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο της οντότητας G-SII i που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφοι 3 και 4.

Όταν επιτρέπεται η μητρική επιχείρηση να αφαιρεί το χαμηλότερο ποσό σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η διαφορά μεταξύ του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο γ), την παράγραφο 1 στοιχείο δ) και την παράγραφο 2, και αυτό το χαμηλότερο ποσό αφαιρούνται από τη θυγατρική από το αντίστοιχο στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.

Άρθρο 72στΑφαίρεση τοποθετήσεων σε ίδια μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων

Για τους σκοπούς του άρθρου 72ε παράγραφος 1 στοιχείο α), τα ιδρύματα υπολογίζουν τις τοποθετήσεις τους βάσει των μικτών θετικών τους θέσεων που υπόκεινται στις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α)  τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν τα ποσά των τοποθετήσεων βάσει της καθαρής θετικής τους θέσης υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι δύο κάτωθι προϋποθέσεις:

i)  οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις βρίσκονται στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα και οι αρνητικές θέσεις δεν ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου·

ii)  είτε αμφότερες οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών·

β)  τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, υπολογίζοντας το υποκείμενο άνοιγμα στα ίδια μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που περιλαμβάνονται στους εν λόγω δείκτες·

γ)  τα ιδρύματα δύνανται να συμψηφίζουν τις μεικτές θετικές θέσεις σε ίδια μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που προκύπτουν από τοποθετήσεις σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες με τις αρνητικές θέσεις σε ίδια μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που προκύπτουν από αρνητικές θέσεις στους υποκείμενους δείκτες, ακόμα και στις περιπτώσεις που οι εν λόγω αρνητικές θέσεις ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι δύο κάτωθι προϋποθέσεις:

i)  οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις είναι στους ίδιους υποκείμενους δείκτες·

ii)  είτε αμφότερες οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

Άρθρο 72ζ

Βάση αφαίρεσης για στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων

Για τους σκοπούς του άρθρου 72ε παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ), τα ιδρύματα αφαιρούν τις μικτές θετικές τους θέσεις που υπόκεινται στις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 72η έως 72θ.

Άρθρο 72ηΑφαίρεση τοποθετήσεων σε επιλέξιμες υποχρεώσεις από άλλες οντότητες GSII

Τα ιδρύματα που δεν κάνουν χρήση της εξαίρεσης που ορίζεται στο άρθρο 72ι, πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72ε παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α)  δύνανται να υπολογίζουν τις άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων βάσει της καθαρής θετικής θέσης στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i)  η ληκτότητα της αρνητικής θέσης ταυτίζεται με τη ληκτότητα της θετικής ή έχει εναπομένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους·

ii)  είτε αμφότερες η θετική και η αρνητική θέση περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β)  προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, λαμβάνοντας υπόψη το υποκείμενο άνοιγμα στα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που περιλαμβάνονται στους εν λόγω δείκτες.

Άρθρο 72θΑφαίρεση επιλέξιμων υποχρεώσεων στις περιπτώσε

ις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση σε οντότητες G-SII

1.  Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) του άρθρου 72ε παράγραφος 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προς αφαίρεση ποσό κατά περίπτωση πολλαπλασιάζοντας το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με τον συντελεστή που προκύπτει από τον υπολογισμό που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α)  το συνολικό ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα και μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων οντοτήτων G-SII στις οποίες το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση υπερβαίνει το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, μετά την εφαρμογή των κατωτέρω:

i)  των άρθρων 32 έως 35·

ii)  του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως v) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), εξαιρουμένου του ποσού που αφαιρείται για τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές·

iii)  των άρθρων 44 και 45,

β)  το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων των οντοτήτων G-SII όπου το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση, δια του συνολικού ποσού των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα και μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων των οντοτήτων G-SII στις περιπτώσεις που η οντότητα εξυγίανσης δεν διαθέτει σημαντική επένδυση σε κανένα από αυτά.

2.  Τα ιδρύματα εξαιρούν τις θέσεις αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο από τα ποσά που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 και από τον υπολογισμό του συντελεστή που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1.

3.  Το ποσό που πρέπει να αφαιρεθεί δυνάμει της παραγράφου 1 κατανέμεται σε κάθε μέσο επιλέξιμων υποχρεώσεων μιας οντότητας G-SII που κατέχει το ίδρυμα. Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό κάθε μέσου επιλέξιμων υποχρεώσεων που αφαιρείται δυνάμει της παραγράφου 1 πολλαπλασιάζοντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με την αναλογία που ορίζεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α)  το ποσό των συμμετοχών που πρέπει να αφαιρεθεί δυνάμει της παραγράφου 1·

β)  η αναλογία του συνολικού ποσού των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων συμμετοχών του ιδρύματος σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων οντοτήτων G-SII στις οποίες το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση η οποία αντιπροσωπεύεται από κάθε επιλέξιμο μέσο υποχρέωσης που κατέχει το ίδρυμα.

4.  Το ποσό των τοποθετήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του άρθρου 72ε παράγραφος 1, το οποίο είναι ίσο ή μικρότερο από το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος μετά την εφαρμογή των διατάξεων που ορίζονται στο στοιχείο α) σημεία i), ii) και iii) της παραγράφου 1, δεν αφαιρείται και υπόκειται στους εφαρμοστέους συντελεστές στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 ή 3 του τίτλου ΙΙ του τρίτου μέρους και των απαιτήσεων που ορίζονται στον τίτλο IV του τρίτου μέρους, ανάλογα με την περίπτωση.

5.  Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό κάθε σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο μέσου επιλέξιμων υποχρεώσεων δυνάμει της παραγράφου 4 πολλαπλασιάζοντας το ποσό των τοποθετήσεων που πρέπει να σταθμιστούν ως προς τον κίνδυνο δυνάμει της παραγράφου 4 επί της αναλογίας που προκύπτει από τον υπολογισμό στο στοιχείο β) της παραγράφου 3.

Άρθρο 72ιΕξαίρεση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών από τις αφαιρέσεις στοιχείων επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.  Τα ιδρύματα μπορούν να αποφασίσουν να μην αφαιρέσουν καθορισμένο μέρος των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, το οποίο συνολικά και υπολογιζόμενο σε ακαθάριστη θετική βάση είναι ίσο ή μικρότερο του 5 % των στοιχείων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος μετά την εφαρμογή των άρθρων 32 έως 36, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  οι τοποθετήσεις είναι στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών·

β)  τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων τηρούνται για διάστημα που δεν υπερβαίνει τις 30 εργάσιμες ημέρες.

2.  Τα ποσά των στοιχείων που δεν αφαιρούνται δυνάμει της παραγράφου 1 υπόκεινται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για στοιχεία στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.

3.  Όταν, σε περίπτωση τοποθετήσεων που αφαιρούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην εν λόγω παράγραφο παύουν να πληρούνται, οι τοποθετήσεις αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 72ζ χωρίς να εφαρμόζονται οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 72η και 72θ.

Τμήμα 3Ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσ

εις

Άρθρο 72ιαΕπιλέξιμες υποχρεώσεις

Οι επιλέξιμες υποχρεώσεις ενός ιδρύματος απαρτίζονται από στοιχεία των επιλέξιμων υποχρεώσεων του ιδρύματος μετά τις αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72ε.

Άρθρο 72ιβΊδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις

Τα ίδια κεφάλαια και οι επιλέξιμες υποχρεώσεις ενός ιδρύματος απαρτίζονται από το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων του και των επιλέξιμων υποχρεώσεών του.».

(28)  Στο δεύτερο μέρος τίτλος Ι, ο τίτλος του κεφαλαίου 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Γενικές απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις»

(29)  Το άρθρο 73 τροποποιείται ως εξής:

α)  Ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Διανομές επί μέσων»·

β)  Οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα κεφαλαιακά μέσα και οι υποχρεώσεις για τα οποία ένα ίδρυμα αποφασίζει κατά την αποκλειστική κρίση του να πραγματοποιήσει διανομές με άλλη μορφή εκτός από τα μετρητά ή μέσα ιδίων κεφαλαίων, δεν είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, μέσα της κατηγορίας 2 ή μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, εκτός εάν το ίδρυμα έχει λάβει την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής.

2. Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μόνο εφόσον κρίνουν ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η ικανότητα του ιδρύματος να ακυρώνει τις πληρωμές δυνάμει του μέσου δεν θα επηρεαστεί αρνητικά από τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή από τη μορφή με την οποία θα μπορούν να πραγματοποιηθούν οι διανομές·

β)  η ικανότητα του μέσου ή της υποχρέωσης να απορροφά τις ζημίες δεν θα επηρεαζόταν αρνητικά από τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή από τη μορφή με την οποία θα μπορούν να πραγματοποιηθούν οι διανομές·

γ)  Η ποιότητα του κεφαλαιακού μέσου ή της υποχρέωσης δεν θα μειωνόταν κατ’ άλλον τρόπο από τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή από τη μορφή με την οποία θα μπορούν να πραγματοποιηθούν οι διανομές.

Η αρμόδια αρχή διαβουλεύεται με την αρχή εξυγίανσης όσον αφορά την τήρηση των εν λόγω προϋποθέσεων από το ίδρυμα πριν από τη χορήγηση της άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3. Τα κεφαλαιακά μέσα και οι υποχρεώσεις για τα οποία ένα νομικό πρόσωπο διαφορετικό από το ίδρυμα που τα εκδίδει έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει ή να απαιτεί την πληρωμή των διανομών επί των εν λόγω μέσων ή υποχρεώσεων με άλλη μορφή εκτός από τα μετρητά ή μέσα ιδίων κεφαλαίων δεν είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, μέσα της κατηγορίας 2 ή μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων.

4. Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν ευρύ δείκτη αγοράς ως μία από τις βάσεις καθορισμού του ύψους των διανομών επί πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1, μέσων της κατηγορίας 2 και μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων.»·

γ)  η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Τα ιδρύματα αναφέρουν και κοινοποιούν τους ευρείς δείκτες αγοράς στους οποίους βασίζονται τα κεφαλαιακά μέσα και τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεών τους.».

(30)  Στο άρθρο 75, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι απαιτήσεις ληκτότητας για αρνητικές θέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45 στοιχείο α), το άρθρο 59 στοιχείο α), το άρθρο 69 στοιχείο α) και άρθρο 72η στοιχείο α) θεωρείται ότι πληρούνται όσον αφορά τις θέσεις που κατέχονται, εφόσον πληρούνται όλες οι εξής προϋποθέσεις:».

(31)  Στο άρθρο 76, οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από τις ακόλουθες:

«1. Για τους σκοπούς του άρθρου 42 στοιχείο α), του άρθρου 45 στοιχείο α), του άρθρου 57 στοιχείο α), του άρθρου 59 στοιχείο α), του άρθρου 67 στοιχείο α), του άρθρου 69 στοιχείο α) και του άρθρου 72η στοιχείο α), τα ιδρύματα μπορούν να μειώσουν το ποσό θετικής θέσης σε κεφαλαιακό μέσο κατά το τμήμα ενός δείκτη που αποτελείται από το ίδιο υποκείμενο άνοιγμα που αντισταθμίζεται, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι εξής προϋποθέσεις:

α)  είτε αμφότερες η θετική θέση που αντισταθμίζεται και η αρνητική θέση σε δείκτη που χρησιμοποιείται για την αντιστάθμιση αυτής της θετικής θέσης περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β)  Οι θέσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους στον ισολογισμό του ιδρύματος.

2. Όταν η αρμόδια αρχή έχει δώσει την προηγούμενη άδειά της, ένα ίδρυμα μπορεί να εκτιμά συντηρητικά το υποκείμενο άνοιγμα του ιδρύματος σε κεφαλαιακά μέσα που περιλαμβάνονται στους δείκτες, ως εναλλακτική λύση στον υπολογισμό του ανοίγματος του ιδρύματος στα στοιχεία που αναφέρονται σε ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)  ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 και μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, που περιλαμβάνονται στους δείκτες·

β)  μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, που περιλαμβάνονται στους δείκτες·

γ)  μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων των ιδρυμάτων, που περιλαμβάνονται στους δείκτες.

3. Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μόνο εάν το ίδρυμα έχει αποδείξει επαρκώς ότι η παρακολούθηση εκ μέρους του ιδρύματος του υποκείμενου ανοίγματος στα στοιχεία που αναφέρονται σε ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία της παραγράφου 2, αναλόγως, θα ήταν λειτουργικά δύσκολη.».

(32)  Το άρθρο 77 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Άρθρο 77Προϋποθέσεις μείωσης των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων

1. Το ίδρυμα λαμβάνει την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής προκειμένου να προβεί σε αμφότερες ή σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω ενέργειες:

α)  μείωση, εξόφληση ή επαναγορά των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που έχουν εκδοθεί από το ίδρυμα με τρόπο που επιτρέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας·

β)  αγορά, εξόφληση, αποπληρωμή ή επαναγορά πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 ή των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων, αναλόγως, πριν από την ημερομηνία συμβατικής ληκτότητάς τους.».

1α.  Το ίδρυμα λαμβάνει την προηγούμενη άδεια της αρχής εξυγίανσης προκειμένου να προβεί σε αμφότερες ή σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω ενέργειες:

α)  αγορά, εξόφληση, αποπληρωμή ή επαναγορά μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 1, πριν από την ημερομηνία συμβατικής ληκτότητάς τους·

β)  αγορά, εξόφληση, αποπληρωμή ή επαναγορά μέσων με εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη του ενός έτους, τα οποία ήταν προηγουμένως αποδεκτά ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων και που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 1, όταν το ίδρυμα σε ατομική βάση ή ο όμιλος εξυγίανσης του οποίου το ίδρυμα είναι θυγατρική σε ενοποιημένη βάση, κατά περίπτωση, δεν συμμορφώνεται με την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.

1β.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αντικαθιστούν την απαίτηση προηγούμενης άδειας της παραγράφου 1 με απαίτηση κοινοποίησης, εάν η μείωση του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 ή του κεφαλαίου της κατηγορίας 2, κατά περίπτωση, είναι επουσιώδης.

1γ.  Όταν ένα ίδρυμα παρέχει στην αρμόδια αρχή επαρκείς εγγυήσεις ως προς την ικανότητά του να λειτουργεί με ίδια κεφάλαια που υπερβαίνουν επαρκώς το ποσό των απαιτήσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, τα ιδρύματα μπορούν να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια της παραγράφου 1, υπό τον όρο ότι:

α)  η εν λόγω ενέργεια δεν οδηγεί σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων, η οποία θα δημιουργούσε μια κατάσταση όπου τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος θα μειώνονταν σε επίπεδο χαμηλότερο από τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, και πρόσθετο περιθώριο 2,5 % του συνολικού ανοίγματος κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού·

β)  το ίδρυμα γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή την πρόθεσή του να προβεί σε οποιαδήποτε από τις ενέργειες της παραγράφου 1 και υποβάλλει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Όταν ένα ίδρυμα παρέχει στην αρμόδια αρχή επαρκείς εγγυήσεις ως προς την ικανότητά του να λειτουργεί με ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις που υπερβαίνουν επαρκώς το ποσό των απαιτήσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στην οδηγία 2014/59/ΕΕ, τα ιδρύματα μπορούν να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια της παραγράφου 1, υπό τον όρο ότι:

α)  η εν λόγω ενέργεια δεν οδηγεί σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων, η οποία θα δημιουργούσε μια κατάσταση όπου τα ίδια κεφάλαια και οι επιλέξιμες υποχρεώσεις του ιδρύματος θα μειώνονταν σε επίπεδο χαμηλότερο από τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό, στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στην οδηγία 2014/59/ΕΕ, και πρόσθετο περιθώριο 2,5 % του συνολικού ανοίγματος κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού·

β)  το ίδρυμα γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή και την αρχή εξυγίανσης την πρόθεσή του να προβεί σε οποιαδήποτε από τις ενέργειες της παραγράφου 1 και υποβάλλει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

(33)  Το άρθρο 78 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 78Εποπτική άδεια για τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.  Η αρμόδια αρχή χορηγεί την άδειά της για τη μείωση, επαναγορά, αγορά ή εξόφληση των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1, των μέσων της κατηγορίας 2, ή των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων, εφόσον πληρούται οποιαδήποτε από τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)  πριν από ή ταυτόχρονα με την ενέργεια που αναφέρεται στο άρθρο 77, το ίδρυμα αντικαθιστά τα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 77 με μέσα ιδίων κεφαλαίων ή μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων ίσης ή υψηλότερης ποιότητας με όρους που είναι βιώσιμοι για την ικανότητα εσόδων του ιδρύματος·

β)  το ίδρυμα έχει αποδείξει επαρκώς στην αρμόδια αρχή ότι τα ίδια κεφάλαια και οι επιλέξιμες υποχρεώσεις του ιδρύματος, μετά τη σχετική ενέργεια, θα υπερέβαιναν τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στην οδηγία 2014/59/ΕΕ κατά περιθώριο που κρίνεται απαραίτητο από την αρμόδια αρχή.

Η αρμόδια αρχή διαβουλεύεται με την αρχή εξυγίανσης πριν από τη χορήγηση της εν λόγω άδειας.

Εάν ένα ίδρυμα παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ως προς την ικανότητά του να λειτουργεί με ίδια κεφάλαια που υπερβαίνουν το ποσό των απαιτήσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στην οδηγία 2014/59/ΕΕ, η αρχή εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, μπορεί να χορηγήσει γενική προηγούμενη άδεια στο εν λόγω ίδρυμα να προβεί σε αγορές, των εξοφλήσεις, αποπληρωμές ή επαναγορές των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων, με την επιφύλαξη των κριτηρίων που εξασφαλίζουν ότι οι τυχόν μελλοντικές ενέργειες θα είναι σύμφωνες με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου. Η εν λόγω γενική προηγούμενη άδεια χορηγείται μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα έτος, μετά το πέρας του οποίου μπορεί να ανανεωθεί. Η γενική προηγούμενη άδεια χορηγείται μόνο για προκαθορισμένο ποσό που καθορίζεται από την αρχή εξυγίανσης. Οι αρχές εξυγίανσης ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές σχετικά με τυχόν γενικές προηγούμενες άδειες που έχουν χορηγηθεί.

Εάν ένα ίδρυμα παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ως προς την ικανότητά του να λειτουργεί με ίδια κεφάλαια που υπερβαίνουν το ποσό των απαιτήσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στην οδηγία 2014/59/ΕΕ, η αρμόδια αρχή, κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή εξυγίανσης, μπορεί να χορηγήσει γενική προηγούμενη άδεια στο εν λόγω ίδρυμα να προβεί σε αγορές, εξοφλήσεις, αποπληρωμές ή επαναγορές των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων, με την επιφύλαξη των κριτηρίων που εξασφαλίζουν ότι οι τυχόν μελλοντικές ενέργειες θα είναι σύμφωνες με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου. Η εν λόγω γενική προηγούμενη άδεια χορηγείται μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα έτος, μετά το πέρας του οποίου μπορεί να ανανεωθεί. Η γενική προηγούμενη άδεια χορηγείται μόνο για προκαθορισμένο ποσό που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή. Στην περίπτωση των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, αυτό το προκαθορισμένο ποσό δεν υπερβαίνει το 3 % της συναφούς έκδοσης και να υπερβαίνει το 10 % του ποσού κατά το οποίο το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 υπερβαίνει το άθροισμα των απαιτήσεων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στην οδηγία 2014/59/ΕΕ κατά περιθώριο που κρίνεται απαραίτητο από την αρμόδια αρχή. Σε περίπτωση πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2, αυτό το προκαθορισμένο ποσό δεν υπερβαίνει το 10 % της συναφούς έκδοσης και δεν υπερβαίνει το 3 % του συνολικού ποσού ανεξόφλητων πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2, κατά περίπτωση. Στην περίπτωση των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων, το προκαθορισμένο ποσό καθορίζεται από την αρχή εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή.

Οι αρμόδιες αρχές ανακαλούν τη γενική προηγούμενη έγκριση όταν ένα ίδρυμα παύσει να πληροί οποιοδήποτε από τα κριτήρια που προβλέπονται για τους σκοπούς της εν λόγω άδειας.

2.  Οι αρμόδιες αρχές, όταν εκτιμούν, δυνάμει του στοιχείου α) της παραγράφου 1, τη βιωσιμότητα των μέσων αντικατάστασης για την ικανότητα εσόδων του ιδρύματος, λαμβάνουν υπόψη τον βαθμό στον οποίο τα εν λόγω κεφαλαιακά μέσα αντικατάστασης και οι υποχρεώσεις θα ήταν δαπανηρότερα για το ίδρυμα από εκείνα που αντικαθιστούν.

3.  Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα προβεί σε κάποια ενέργεια που αναφέρεται στο άρθρο 77 στοιχείο α) και η άρνηση εξόφλησης των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αναφέρονται στο άρθρο 27 απαγορεύεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, η αρμόδια αρχή μπορεί να παρεκκλίνει από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον απαιτεί από το ίδρυμα να περιορίσει την εξόφληση των εν λόγω μέσων σε κατάλληλη βάση.

4.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να αγοράζουν, εξοφλούν, αποπληρώνουν ή επαναγοράζουν πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 εντός πέντε ετών από την ημερομηνία έκδοσης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 και οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  υπάρχει αλλαγή στην εποπτική κατάταξη των εν λόγω μέσων, η οποία θα συνεπαγόταν ενδεχομένως τον αποκλεισμό τους από τα ίδια κεφάλαια ή την ανακατάταξή τους σε ίδια κεφάλαια χαμηλότερης ποιότητας, πληρούνται δε και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)  η αρμόδια αρχή θεωρεί επαρκώς βέβαιη μια τέτοια αλλαγή·

ii)  το ίδρυμα αποδεικνύει στην αρμόδια αρχή ότι η υποχρεωτική ανακατάταξη των μέσων αυτών δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά τον χρόνο της έκδοσής τους·

β)  υπάρχει αλλαγή στην εφαρμοστέα φορολογική αντιμετώπιση των εν λόγω μέσων για την οποία το ίδρυμα αποδεικνύει στην αρμόδια αρχή ότι είναι σημαντική και δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά τον χρόνο της έκδοσής τους.

γ)  τα μέσα είναι αποδεκτά σύμφωνα με το άρθρο 484 του ΚΚΑ·

δ)  πριν από ή ταυτόχρονα με την ενέργεια που αναφέρεται στο άρθρο 77, το ίδρυμα αντικαθιστά τα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 77 με μέσα ιδίων κεφαλαίων ή επιλέξιμων υποχρεώσεων ίσης ή υψηλότερης ποιότητας με όρους που είναι βιώσιμοι για την ικανότητα εσόδων του ιδρύματος, και η αρμόδια αρχή έχει επιτρέψει την εν λόγω ενέργεια με βάση τη διαπίστωση ότι θα είναι επωφελής από την άποψη της προληπτικής εποπτείας και δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις·

ε)  τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή τα της κατηγορίας 2 επαναγοράζονται για σκοπούς ειδικής διαπραγμάτευσης.

Η αρμόδια αρχή διαβουλεύεται με την αρχή εξυγίανσης όσον αφορά τις εν λόγω προϋποθέσεις πριν από τη χορήγηση της άδειας.

5.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)  την έννοια της «βιώσιμης ικανότητας εσόδων του ιδρύματος»·

β)  τις κατάλληλες βάσεις περιορισμού της εξόφλησης που αναφέρονται στην παράγραφο 3·

γ)  τη διαδικασία που περιλαμβάνει τα όρια και τις διαδικασίες για τη χορήγηση της έγκρισης μιας ενέργειας που αναφέρεται στο άρθρο 77 εκ των προτέρων από τις αρμόδιες αρχές και τις απαιτήσεις δεδομένων για την υποβολή αίτησης από ένα ίδρυμα προς την αρμόδια αρχή ώστε να επιτρέψει τη διεξαγωγή ενέργειας αναφερόμενης στο άρθρο 77, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας που εφαρμόζεται στην περίπτωση εξόφλησης εκδιδόμενων μεριδίων σε μέλη συνεταιριστικών εταιρειών, και της χρονικής περιόδου για την επεξεργασία της αίτησης αυτής·

δ)  τις εξαιρετικές περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4·

ε)  την έννοια του όρου «ειδική διαπραγμάτευση» που αναφέρεται στην παράγραφο 4.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [τρεις μήνες μετά την έναρξη ισχύος].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

(34)  Το άρθρο 79 τροποποιείται ως εξής:

α)  Ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Προσωρινή αναστολή της αφαίρεσης από τα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις»·

β)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Όταν ένα ίδρυμα κατέχει κεφαλαιακά μέσα ή υποχρεώσεις ή έχει χορηγήσει δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, κατά περίπτωση, που μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ή ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων σε ένα ίδρυμα και η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι οι εν λόγω τοποθετήσεις έχουν σκοπό τη χρηματοδοτική συνδρομή για την ανασυγκρότηση και διάσωση της εν λόγω οντότητας ή του εν λόγω ιδρύματος, η αρμόδια αρχή μπορεί να αναστείλει προσωρινά την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την αφαίρεση, οι οποίες διαφορετικά θα εφαρμόζονταν στα εν λόγω μέσα.».

(35)  Το άρθρο 80 τροποποιείται ως εξής:

α)  Ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Συνεχής αξιολόγηση της ποιότητας των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων»·

β)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η ΕΑΤ παρακολουθεί την ποιότητα των μέσων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που εκδίδονται από ιδρύματα σε ολόκληρη την Ένωση και ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή εάν υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι τα μέσα αυτά δεν πληρούν τα αντίστοιχα κριτήρια επιλεξιμότητας που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν αμελλητί στην ΕΑΤ, και κατόπιν αιτήματός της, όλες τις πληροφορίες που η ΕΑΤ θεωρεί αναγκαίες σχετικά με νέα κεφαλαιακά μέσα ή νέα είδη υποχρεώσεων που εκδίδονται, προκειμένου να μπορεί να παρακολουθεί την ποιότητα των μέσων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που εκδίδονται από ιδρύματα σε ολόκληρη την Ένωση.»·

γ)  Στην παράγραφο 3, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η ΕΑΤ παρέχει τεχνικές συμβουλές στην Επιτροπή σχετικά με τυχόν σημαντικές αλλαγές οι οποίες θεωρεί ότι απαιτούνται για τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων ως αποτέλεσμα οποιουδήποτε από τα κατωτέρω γεγονότα:».

(36)  Στο άρθρο 81, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα δικαιώματα μειοψηφίας απαρτίζονται από το άθροισμα των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μιας θυγατρικής, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)  η θυγατρική είναι ένας από τους κατωτέρω φορείς:

i)  ίδρυμα·

ii)  επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας·

iii)  ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα που υπόκειται σε εξίσου αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας με αυτές που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα της εν λόγω τρίτης χώρας και εφόσον η Επιτροπή έχει αποφασίσει, σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4, ότι οι εν λόγω απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του παρόντος κανονισμού·

β)  η θυγατρική περιλαμβάνεται πλήρως στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2·

γ)  τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, που αναφέρονται στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας παραγράφου, ανήκουν σε πρόσωπα διαφορετικά από τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.

(37)  Το άρθρο 82 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 82Αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1, κεφάλαιο της κατηγορίας 1, κεφάλαιο της κατηγορίας 2 και αποδεκτά ίδια κεφάλαια

Το αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1, το κεφάλαιο της κατηγορίας 1, το κεφάλαιο της κατηγορίας 2 και τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια περιλαμβάνουν το δικαίωμα μειοψηφίας, το πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2, κατά περίπτωση, προσαυξημένο κατά τα σχετικά κέρδη εις νέον και τη διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, μιας θυγατρικής, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)  η θυγατρική είναι οποιοσδήποτε από τους κατωτέρω φορείς:

i)  ίδρυμα·

ii)  επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας·

iii)  ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα που υπόκειται σε εξίσου αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας με αυτές που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα της εν λόγω τρίτης χώρας και εφόσον η Επιτροπή έχει αποφασίσει, σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4, ότι οι εν λόγω απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του παρόντος κανονισμού·

β)  η θυγατρική περιλαμβάνεται πλήρως στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2·

γ)  τα εν λόγω μέσα ανήκουν σε πρόσωπα διαφορετικά από τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2».

(38)  Στο άρθρο 83, η εισαγωγική φράση της παραγράφου 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 που εκδίδονται από οντότητα ειδικού σκοπού και η σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο περιλαμβάνονται, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2021, στο αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1, στο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 ή στα αποδεκτά ίδια κεφάλαια, αναλόγως, μόνον εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:».

(38a)  Στο άρθρο 85 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4. Όταν πιστωτικά ιδρύματα τα οποία συνδέονται μόνιμα σε δίκτυο με κεντρικό οργανισμό και ιδρύματα τα οποία έχουν συσταθεί στο πλαίσιο θεσμικού συστήματος προστασίας που υπόκειται στις απαιτήσεις του άρθρου 113 παράγραφος 7 έχουν συστήσει συνεγγυητικό σύστημα που προβλέπει ότι δεν υφίσταται κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για τη μεταβίβαση του ποσού ιδίων κεφαλαίων που υπερβαίνει τις εποπτικές απαιτήσεις από τον αντισυμβαλλόμενο στο πιστωτικό ίδρυμα, τα εν λόγω ιδρύματα εξαιρούνται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου όσον αφορά τις αφαιρέσεις και μπορούν να αναγνωρίζουν πλήρως τυχόν δικαίωμα μειοψηφίας που προκύπτει εντός του συνεγγυητικού συστήματος.»

(38β)  Στο άρθρο 87 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4. Όταν πιστωτικά ιδρύματα τα οποία συνδέονται μόνιμα σε δίκτυο με κεντρικό οργανισμό και ιδρύματα τα οποία έχουν συσταθεί στο πλαίσιο θεσμικού συστήματος προστασίας που υπόκειται στις απαιτήσεις του άρθρου 113 παράγραφος 7 έχουν συστήσει συνεγγυητικό σύστημα που προβλέπει ότι δεν υφίσταται κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για τη μεταβίβαση του ποσού ιδίων κεφαλαίων που υπερβαίνει τις εποπτικές απαιτήσεις από τον αντισυμβαλλόμενο στο πιστωτικό ίδρυμα, τα εν λόγω ιδρύματα εξαιρούνται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου όσον αφορά τις αφαιρέσεις και μπορούν να αναγνωρίζουν πλήρως τυχόν δικαίωμα μειοψηφίας που προκύπτει εντός του συνεγγυητικού συστήματος.»

(39)  Το άρθρο 92 τροποποιείται ως εξής:

α)  στην παράγραφο 1, προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«δ)  δείκτη μόχλευσης 3 %·

δ α)   κατά παρέκκλιση από το στοιχείο δ), κάθε G-SII προσθέτει 50 % του αποθέματος ασφαλείας G-SII που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 131 παράγραφος 4 της οδηγία 2013/36/ΕΕ στην απαίτηση μόχλευσης 3 %.».

β)  στην παράγραφο 3, τα στοιχεία β), γ) και δ) αντικαθίστανται από τα ακόλουθα:

«β)  απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ενός ιδρύματος, για τα εξής:

i)  κινδύνους αγοράς όπως προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου IV του παρόντος μέρους.

ii)  μεγάλα ανοίγματα που υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπονται στα άρθρα 395 έως 401, στον βαθμό που επιτρέπεται σε ένα ίδρυμα να υπερβεί τα εν λόγω όρια, όπως προσδιορίζονται σύμφωνα με το τέταρτο μέρος.

γ)  απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς όπως προσδιορίζονται στον τίτλο IV του παρόντος μέρους για όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που δημιουργούν κινδύνους συναλλάγματος ή βασικών εμπορευμάτων·

δ)  απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, προσδιοριζόμενες σύμφωνα με τον τίτλο V, με εξαίρεση το άρθρο 379 για τον κίνδυνο διακανονισμού.».

(40)  Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 92α και 92β:

«Άρθρο 92αΑπαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων για G-SII

1.  Με την επιφύλαξη των άρθρων 93 και 94 και των εξαιρέσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα που έχουν προσδιοριστεί ως οντότητες εξυγίανσης και αποτελούν G-SII ή αποτελούν μέρος ενός G-SII πληρούν ανά πάσα στιγμή τις κατωτέρω απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων:

α)  έναν δείκτη βάσει επικινδυνότητας 18 %, που αντιπροσωπεύει τα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις του ιδρύματος εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφοι 3 και 4·

β)  δείκτη που δεν βασίζεται σε κίνδυνο 6,75 %, που αντιπροσωπεύει τα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις του ιδρύματος εκφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού μέτρου ανοίγματος που αναφέρεται στο άρθρο 429 παράγραφος 4·

2.  Η απαίτηση που καθορίζεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  εντός των τριών ετών από την ημερομηνία κατά την οποία το ίδρυμα ή ο όμιλος του οποίου αποτελεί μέρος το ίδρυμα προσδιορίστηκε ως G-SII·

β)  εντός των δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία η αρχή εξυγίανσης έθεσε σε εφαρμογή το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με την οδηγία 2014/59/ΕΕ·

γ)  εντός των δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία η οντότητα εξυγίανσης εφάρμοσε εναλλακτικό μέτρο του ιδιωτικού τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, δυνάμει του οποίου κεφαλαιακά μέσα και άλλες υποχρεώσεις έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί σε στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, με σκοπό την ανακεφαλαιοποίηση της οντότητας εξυγίανσης χωρίς την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης.

3.  Όταν το άθροισμα που προκύπτει από την εφαρμογή των απαιτήσεων που ορίζονται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 σε κάθε οντότητα εξυγίανσης του ίδιου G-SII υπερβαίνει την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που έχουν υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 12, η αρχή εξυγίανσης του μητρικού ιδρύματος της ΕΕ μπορεί, αφού διαβουλευτεί με τις άλλες σχετικές αρχές εξυγίανσης, να ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 45δ παράγραφος 3 ή το άρθρο 45η παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Άρθρο 92βΑπαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων για G-SII εκτός ΕΕ

1. Τα ιδρύματα που είναι σημαντικές θυγατρικές G-SII εκτός ΕΕ και δεν είναι οντότητες εξυγίανσης πληρούν ανά πάσα στιγμή την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που ισούται μεταξύ του 75 % και του 90 % των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που προβλέπεται στο άρθρο 92α.

Για τους σκοπούς της συμμόρφωσης με την παράγραφο 1, τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1, της κατηγορίας 2 και τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων υπολογίζονται μόνο εφόσον τα κατέχει η μητρική επιχείρηση του ιδρύματος σε τρίτη χώρα.

2. Η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων εντός του εύρους που καθορίζεται στην παράγραφο 1, ορίζεται από την αρχή της χώρας υποδοχής της σημαντικής θυγατρικής κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή εξυγίανσης της χώρας καταγωγής, αφού ληφθούν υπόψη η στρατηγική εξυγίανσης του ομίλου και οι επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

(41)  Το άρθρο 94 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 94Παρέκκλιση για μικρές δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών

1.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β), τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους, σύμφωνα με την παράγραφο 2, υπό τον όρο ότι ο όγκος των δραστηριοτήτων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός και εκτός ισολογισμού του ιδρύματος είναι ίσος ή μικρότερος από αμφότερα τα ακόλουθα κατώτατα όρια βάσει αξιολόγησης που διεξάγεται σε μηνιαία βάση με τη χρήση των στοιχείων της τελευταίας ημέρας του μήνα:

α)  5 % των συνολικών στοιχείων ενεργητικού

β)  50 εκατ. EUR.

2.  Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους ως εξής:

α)  για τις συμβάσεις του σημείου 1 του παραρτήματος ΙΙ, τις συμβάσεις που αφορούν μετοχές οι οποίες αναφέρονται στο σημείο 3 του παραρτήματος ΙΙ και τα πιστωτικά παράγωγα, τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν τις εν λόγω θέσεις από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β)·

β)  για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εκτός εκείνων που αναφέρονται στο στοιχείο α), τα ιδρύματα δύνανται να αντικαταστήσουν την κεφαλαιακή απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β) με την απαίτηση που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο α).

3.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τον όγκο των δραστηριοτήτων εντός και εκτός ισολογισμού του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους σε συγκεκριμένη ημερομηνία για τους σκοπούς της παραγράφου 1, σύμφωνα με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)  όλες οι θέσεις που εντάσσονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών σύμφωνα με το άρθρο 104 πρέπει να περιλαμβάνονται στον υπολογισμό, εκτός από τα ακόλουθα:

i)  τις θέσεις που αφορούν παράγωγα μέσα συναλλάγματος και βασικών εμπορευμάτων που αναγνωρίζονται ως εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου για την κάλυψη ανοιγμάτων συναλλαγματικού κινδύνου και κινδύνου βασικού εμπορεύματος εκτός χαρτοφυλακίου·

ii)  τα πιστωτικά παράγωγα που αναγνωρίζονται ως εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου για την κάλυψη ανοιγμάτων πιστωτικού κινδύνου εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή κινδύνου αντισυμβαλλομένου·

β)  όλες οι θέσεις αποτιμώνται με βάση τις αγοραίες τιμές τους κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία· σε περίπτωση που η αγοραία τιμή μιας θέσης δεν είναι διαθέσιμη για την ημερομηνία αυτή, τα ιδρύματα λαμβάνουν την πιο πρόσφατη αγοραία τιμή για τη θέση αυτή.

γ)  η απόλυτη τιμή των θετικών θέσεων αθροίζεται με την απόλυτη τιμή των αρνητικών θέσεων.

3α.  Όταν πληρούνται και οι δύο προϋποθέσεις του άρθρου 94 παράγραφος 1, ανεξάρτητα από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 74 και 83 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι διατάξεις των άρθρων 103, 104β και 105 παράγραφος 3 του τρίτου μέρους, τίτλος 1, κεφάλαιο 3 του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζονται.

4.  Τα ιδρύματα ειδοποιούν τις αρμόδιες αρχές, όταν υπολογίζουν, ή παύουν να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο 2.

5.  Το ίδρυμα που δεν πληροί πλέον οποιονδήποτε από τους όρους της παραγράφου 1, ενημερώνει αμέσως σχετικά την αρμόδια αρχή.

6.  Ένα ίδρυμα παύει να καθορίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του σύμφωνα με την παράγραφο 2 εντός τριών μηνών σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  το ίδρυμα δεν πληροί οποιανδήποτε από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 για τρεις διαδοχικούς μήνες·

β)  το ίδρυμα δεν πληροί καθεμία από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των έξι μηνών τους δώδεκα τελευταίους μήνες.

7.  Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα παύσει να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του σύμφωνα με το παρόν άρθρο, του επιτρέπεται μόνο να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του σύμφωνα με το παρόν άρθρο, όταν αποδεικνύει στην αρμόδια αρχή ότι όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 έχουν τηρηθεί αδιάλειπτα κατά τη διάρκεια ενός έτους.

8.  Τα ιδρύματα δεν συνομολογούν μια θέση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών μόνο για τον σκοπό της συμμόρφωσης προς οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 κατά τη μηνιαία αξιολόγηση.».

(42)  Το άρθρο 99 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 99Υποβολή αναφορών για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων κ

αι χρηματοοικονομική πληροφόρηση

1.  Τα ιδρύματα υποβάλλουν αναφορές στις αρμόδιες αρχές τους όσον αφορά τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 92, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

  Οι οντότητες εξυγίανσης υποβάλλουν αναφορές στις αρμόδιες αρχές τους όσον αφορά τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 92α και 92β τουλάχιστον σε εξαμηνιαία βάση.

2.  Εκτός από την υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα ιδρύματα αναφέρουν χρηματοοικονομικές πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές τους, εφόσον ανήκουν σε μία από τις κατωτέρω κατηγορίες:

α)  ίδρυμα που υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002·

β)  πιστωτικό ίδρυμα που καταρτίζει τους ενοποιημένους λογαριασμούς του σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα δυνάμει του άρθρου 5 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002.

3.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία προσδιορίζουν τα ίδια κεφάλαια σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα δυνάμει του άρθρου 24 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, να αναφέρουν χρηματοοικονομικές πληροφορίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

4.  Οι αναφορές που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 υποβάλλονται ανά εξάμηνο ή συχνότερα από μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα. Οι αναφορές που απαιτούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 υποβάλλονται σε ετήσια βάση από μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα.

Όλα τα άλλα θεσμικά όργανα, με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, υποβάλλουν τις εκθέσεις σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3 ανά εξάμηνο ή συχνότερα▌.

5.  Η υποβολή αναφορών σχετικά με τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 αφορά μόνον τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες προκειμένου να παρέχεται ολοκληρωμένη εικόνα για το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος και τους συστημικούς κινδύνους που θέτουν τα ιδρύματα για τον χρηματοπιστωτικό τομέα ή την πραγματική οικονομία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τη διευκρίνιση των ενιαίων μορφοτύπων, της συχνότητας, των ημερομηνιών υποβολής αναφορών, των ορισμών και των λύσεων ΤΠ για την υποβολή αναφορών που αναφέρεται στις παραγράφους 1 έως 4 και στο άρθρο 100.

Οι απαιτήσεις υποβολής αναφορών που ορίζονται στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται στα ιδρύματα με αναλογικό τρόπο, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους, της πολυπλοκότητας και της φύσης, καθώς και του επιπέδου κινδύνου των δραστηριοτήτων τους.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

7.  Η ΕΑΤ εκτιμά τις δημοσιονομικές επιπτώσεις του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 680/2014 της Επιτροπής(19) στα ιδρύματα όσον αφορά το κόστος συμμόρφωσης και υποβάλλει έκθεση με τις διαπιστώσεις της στην Επιτροπή έως το αργότερο την [31η Δεκεμβρίου 2019]. Στην εν λόγω έκθεση ειδικότερα εξετάζεται αν οι απαιτήσεις υποβολής αναφορών έχουν εφαρμοστεί κατά επαρκώς αναλογικό τρόπο. Αυτό εξετάζεται ειδικότερα για τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα.

Για τους σκοπούς αυτούς, η έκθεση:

α)  κατατάσσει τα ιδρύματα σε κατηγορίες σε συνάρτηση με το μέγεθος, την πολυπλοκότητα και τη φύση και το επίπεδο κινδύνου των δραστηριοτήτων τους. Ειδικότερα, η έκθεση περιλαμβάνει την κατηγορία των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων▌·

β)  υπολογίζει τον φόρτο υποβολής αναφορών που αναλαμβάνεται από κάθε κατηγορία ιδρυμάτων κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου με σκοπό την τήρηση των απαιτήσεων υποβολής αναφορών που καθορίζονται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 680/2014, λαμβάνοντας υπόψη τις ακόλουθες αρχές:

i)  ο φόρτος υποβολής αναφορών μετράται ως ο λόγος του κόστους συμμόρφωσης σε σχέση με το καθαρό εισόδημα των ιδρυμάτων κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου·

ii)  το κόστος συμμόρφωσης περιλαμβάνει όλες τις δαπάνες που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την εφαρμογή και τη λειτουργία των συστημάτων υποβολής αναφορών σε συνεχή βάση, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών για το προσωπικό, τα συστήματα ΤΠ, τις νομικές, λογιστικές, ελεγκτικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες·

iii)  η σχετική περίοδος αναφέρεται σε κάθε ετήσια περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας τα ιδρύματα είχαν επιβαρυνθεί με κόστος συμμόρφωσης για να προετοιμαστούν για την εφαρμογή των απαιτήσεων υποβολής αναφορών που ορίζεται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 680/2014 και να συνεχίσουν τη λειτουργία των συστημάτων υποβολής αναφορών σε συνεχή βάση·

γ)  αξιολογεί κατά πόσον και σε ποιο βαθμό το κόστος συμμόρφωσης παρεμπόδισε ουσιαστικά τα νεοσυσταθέντα ιδρύματα από την είσοδό τους στην αγορά·

γ α)  αξιολογεί την προστιθέμενη αξία και την ανάγκη συλλογής και αναφοράς δεδομένων για τους σκοπούς της προληπτικής εποπτείας·

δ)  εκτιμά τις επιπτώσεις του κόστους συμμόρφωσης, όπως αναφέρεται στο σημείο β) στοιχείο ii), για κάθε κατηγορία ιδρυμάτων, από την άποψη του κόστους ευκαιρίας· και

ε)  εισηγείται τροποποιήσεις του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 680/2014, προκειμένου να μειωθεί ο φόρτος των ιδρυμάτων ή συγκεκριμένων κατηγοριών ιδρυμάτων που αφορά την υποβολή αναφορών, κατά περίπτωση, έχοντας υπόψη τους στόχους του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και τη μείωση της συχνότητας υποβολής των εκθέσεων που απαιτούνται σύμφωνα με τα άρθρα 100, 394 και 430. Επιπλέον, η έκθεση αξιολογεί αν οι απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 100 θα μπορούσαν να αρθούν εάν η σύσταση βαρών επί των στοιχείων ενεργητικού είναι κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο και εάν η τράπεζα θεωρείται μικρή και μη πολύπλοκη. Η έκθεση διατυπώνει, τουλάχιστον, συστάσεις για τον τρόπο με τον οποίο ▌μπορούν να μειωθούν η έκταση και το επίπεδο λεπτομέρειας των απαιτήσεων υποβολής αναφορών για τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα, ούτως ώστε να μειωθεί το αναμενόμενο μέσο κόστος συμμόρφωσης για τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα ιδανικά κατά τουλάχιστον 20 % μετά την πλήρη εφαρμογή των μειωμένων απαιτήσεων υποβολής αναφορών.

Με βάση τα αποτελέσματα της εν λόγω έκθεσης της ΕΑΤ, η Επιτροπή τροποποιεί έως τις [31 Δεκεμβρίου 2020] τα αντίστοιχα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα και υποβάλλει, εφόσον απαιτείται, μία ή περισσότερες νομοθετικές προτάσεις για την υλοποίηση των συστάσεων αυτών.

8.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 7 στοιχείο δ), ως «κόστος ευκαιρίας» νοείται η αξία που χάνεται για τα ιδρύματα για υπηρεσίες που δεν παρέχονται σε πελάτες λόγω του κόστους συμμόρφωσης.

9.  Οι αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται με την ΕΑΤ σχετικά με το αν τα ιδρύματα, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3, θα πρέπει να υποβάλλουν αναφορές σχετικά με την χρηματοοικονομική πληροφόρηση σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με την παράγραφο 2, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  τα σχετικά ιδρύματα δεν υποβάλλουν ήδη αναφορές σε ενοποιημένη βάση·

β)  τα ιδρύματα υπόκεινται σε λογιστικό πλαίσιο σύμφωνα με την οδηγία 86/635/ΕΟΚ·

γ)  η υποβολή χρηματοοικονομικής αναφοράς θεωρείται αναγκαία για την παροχή ολοκληρωμένης εικόνας για το προφίλ κινδύνου των δραστηριοτήτων των εν λόγω ιδρυμάτων και τους συστημικούς κινδύνους που θέτουν τα ιδρύματα για τον χρηματοπιστωτικό τομέα ή την πραγματική οικονομία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των μορφοτύπων που χρησιμοποιούν τα ιδρύματα τα οποία αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο για τους σκοπούς που ορίζονται σε αυτό.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

10.  Όταν μια αρμόδια αρχή εκτιμά ότι πληροφορίες δεν καλύπτονται από τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 6, είναι αναγκαίες για τους σκοπούς της παραγράφου 5, ενημερώνει την ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ σχετικά με τις πρόσθετες πληροφορίες που θεωρεί απαραίτητο να συμπεριληφθούν στα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο.

11.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαλλάσσουν από τις απαιτήσεις να υποβληθούν τα στοιχεία πληροφοριών που προσδιορίζονται στα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 100, 101, 394, 415 και 430, να μειώνουν τη συχνότητα της υποβολής αναφορών, να επιτρέπουν στο ίδρυμα να χρησιμοποιεί διαφορετικό μορφότυπο αναφοράς, αν ισχύει τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα:

α)  τα εν λόγω στοιχεία είναι ήδη διαθέσιμα στις αρμόδιες αρχές με άλλα μέσα πλην εκείνων που προσδιορίζονται στο πλαίσιο των προαναφερόμενων εκτελεστικών ▌προτύπων, μεταξύ άλλων όταν οι πληροφορίες αυτές είναι στη διάθεση των αρμοδίων αρχών με διαφορετικούς μορφότυπους ή διαφορετικά επίπεδα λεπτομέρειας· η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει την παρέκκλιση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο, μόνο εάν τα δεδομένα που παραλαμβάνονται, ταξινομούνται ή συγκεντρώνονται με τις εναλλακτικές αυτές μεθόδους είναι ταυτόσημα με τα στοιχεία τα οποία θα έπρεπε διαφορετικά να δηλωθούν σύμφωνα με τα εκάστοτε εκτελεστικά πρότυπα·

β)  εντός εύλογου χρονικού διαστήματος πριν από τη λήξη των προς υποβολή δεδομένων, τα δεδομένα ή οι μορφότυποι δεν έχουν επικαιροποιηθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

Οι αρμόδιες αρχές, οι αρχές εξυγίανσης, οι εντεταλμένες και οι οικείες αρχές κάνουν χρήση της ανταλλαγής δεδομένων, όταν αυτό είναι δυνατό για την απαλλαγή από απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων.

(43)  Το άρθρο 100 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 100Απαιτήσεις υποβολής αναφορών σχετικά με τη σύσταση βαρών επί των στοιχείων του ενεργητικού

1.  Τα ιδρύματα υποβάλλουν αναφορές στις αρμόδιες αρχές τους σχετικά με το επίπεδο της σύστασης βαρών επί των στοιχείων του ενεργητικού.

2.  Η αναφορά που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προβλέπει την κατανομή ανά είδος σύστασης βαρών επί των στοιχείων του ενεργητικού, όπως οι συμφωνίες επαναγοράς, ο δανεισμός τίτλων, τα τιτλοποιημένα ανοίγματα ή τα δάνεια που επισυνάπτονται ως εξασφάλιση για τα καλυμμένα ομόλογα.».

(43α)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 101a

Δημιουργία ενός ενιαίου και ολοκληρωμένου συστήματος συλλογής δεδομένων και συγκέντρωσης στατιστικών δεδομένων και δεδομένων προληπτικής εποπτείας

Η ΕΑΤ αναπτύσσει ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο σύστημα συλλογής δεδομένων και συγκέντρωσης στατιστικών δεδομένων και δεδομένων προληπτικής εποπτείας και υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση αποτελεσμάτων το αργότερο έως τις ... [31 Δεκεμβρίου 2019]. Η έκθεση, με τη συμμετοχή όλων των αρμόδιων αρχών, καθώς και οι αρχές που είναι αρμόδιες για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, οι στατιστικές αρχές, όλες οι αρμόδιες αρχές, ιδίως η ΕΚΤ και από το προηγούμενο έργο της για τις συλλογές στατιστικών στοιχείων, και λαμβάνοντας υπόψη το προηγούμενο έργο που έχουν υλοποιηθεί σε σχέση με ένα Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς, πρέπει να βασίζεται σε συνολική ανάλυση του κόστους και των οφελών, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τη δημιουργία κεντρικού σημείου συλλογής και να περιλαμβάνει τουλάχιστον

α)  την κατάρτιση ενός πίνακα σχετικά με τον αριθμό και την έκταση των δεδομένων που συλλέγουν οι αρμόδιες αρχές στον τομέα της αρμοδιότητάς τους καθώς και σχετικά με την προέλευση και την ακρίβειά τους·

β)  τον έλεγχο της κατάρτισης ενός ενιαίου λεξικού των συλλεγόμενων δεδομένων, προκειμένου να επιτευχθεί μεγαλύτερη σύγκλιση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων, τόσο όσον αφορά τις τακτικές υποχρεώσεις υποβολής αναφορών όσο και τις ειδικά από τις αρμόδιες αρχές ζητούμενες από τα ιδρύματα πληροφορίες και να αποτραπούν οι περιττές αναζητήσεις δεδομένων·

γ)  εκτίμηση, λαμβάνοντας υπόψη τις δραστηριότητας ενός μικρού και μη πολύπλοκου ιδρύματος, τα σχετικά δεδομένα δεν είναι απαραίτητα προκειμένου να αξιολογηθεί η τήρηση των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας ή η χρηματοπιστωτική κατάσταση ενός ιδρύματος και το ποιά σημεία δεδομένων μπορούν να συγχωνευθούν

δ)  Χρονοδιάγραμμα για ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο σύστημα υποβολής αναφορών με μια κεντρική υπηρεσία συγκέντρωσης, η οποία,

i) τηρεί ένα κεντρικό μητρώο δεδομένων με όλα τα συλλεγέντα στατιστικά δεδομένα και τα δεδομένα προληπτικής εποπτείας στο απαραίτητο επίπεδο ακρίβειας και συχνότητας των αναφορών για τα εκάστοτε ιδρύματα και το επικαιροποιεί κατά τα απαιτούμενα χρονικά διαστήματα·

ii) λειτουργεί ως σημείο επαφής για τις αρμόδιες αρχές, το οποίο παραλαμβάνει, επεξεργάζεται και συνενώνει όλες τις αιτήσεις παροχής δεδομένων των αρμόδιων αρχών, συντονίζει τις αιτήσεις με ήδη συλλεγέντα δεδομένα αναφορών και παρέχει εγκαίρως στις αρμόδιες αρχές πρόσβαση στις αιτούμενες πληροφορίες·

iii) λειτουργεί ως αποκλειστικό σημείο επαφής για τα εποπτευόμενα ιδρύματα, το οποίο διαβιβάζει αιτήσεις των αρμοδίων αρχών για την παροχή στατιστικών δεδομένων και δεδομένων προληπτικής εποπτείας στα ιδρύματα και καταχωρίζει τα εξαχθέντα δεδομένα σε ένα κεντρικό μητρώο δεδομένων·

iv) διαδραματίζει συντονιστικό ρόλο για την ανταλλαγή πληροφοριών και δεδομένων μεταξύ των αρμόδιων αρχών·

v) διαβιβάζει ειδικές αιτήσεις των αρμόδιων αρχών στα εποπτευόμενα ιδρύματα μόνον εφόσον η αίτηση ευθυγραμμίζεται με υφιστάμενες αιτήσεις και το ενιαίο λεξικό που αναφέρεται στο στοιχείο β), με στόχο την αποφυγή επικαλύψεων·

vi) διαθέτει επαρκείς οργανωτικές και οικονομικές δομές καθώς και επαρκές προσωπικό και πόρους για την εκπλήρωση της αποστολής της·

vii) λαμβάνει υπόψη της τις δοκιμασμένες διαδικασίες και λειτουργίες των υπόλοιπων αρμόδιων αρχών και τις εντάσσει στο ενιαίο σύστημα.

viii) διασφαλίζει ότι οι απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων που θεσπίστηκαν πρόσφατα εφαρμόζονται το νωρίτερο 2 έτη μετά τη δημοσίευση των τελικών εκθέσεων και ότι τα υποδείγματα είναι διαθέσιμα τουλάχιστον 1 έτος πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

Έως τις... [ένα έτος μετά την παρουσίαση της έκθεσης] η Επιτροπή υποβάλλει, εφόσον κρίνεται σκόπιμο και λαμβανομένης υπόψη της έκθεσης που αναφέρεται στο παρόν άρθρο, να υποβάλει μία ή περισσότερες νομοθετικές προτάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για τη δημιουργία ενός τυποποιημένου και ολοκληρωμένου συστήματος υποβολής εκθέσεων για την αναφορά απαιτήσεων.».

(44)  Στο άρθρο 101 παράγραφος 1, η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα κοινοποιούν ανά εξάμηνο στις αρμόδιες αρχές τους τα ακόλουθα συγκεντρωτικά στοιχεία για κάθε εθνική αγορά ακινήτων στην οποία διαθέτουν ανοίγματα:».

(45)  Στο άρθρο 101, οι παράγραφοι 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τους ενιαίους μορφότυπους, τους ορισμούς, τη συχνότητα και τις ημερομηνίες αναφοράς των αθροιστικών στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και τις λύσεις ΤΠ.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα μικρά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 430α υποβάλλουν αναφορά με τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σε ετήσια βάση.».

(46)  Το άρθρο 102 τροποποιείται ως εξής:

α)  Οι παράγραφοι 2, 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Ο σκοπός διαπραγμάτευσης αποδεικνύεται με βάση στρατηγικές, πολιτικές και διαδικασίες τις οποίες το εκάστοτε ίδρυμα καθορίζει με σκοπό τη διαχείριση της θέσης ή του χαρτοφυλακίου σύμφωνα με τα άρθρα 103 και 104.

3. Τα ιδρύματα θεσπίζουν και διατηρούν σε ισχύ συστήματα και ελέγχους για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους, σύμφωνα με το άρθρο 103.

4. Οι θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών αποδίδονται σε μονάδες διαπραγμάτευσης που καθορίζονται από το ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 104β, εκτός εάν το ίδρυμα είναι επιλέξιμο για την αντιμετώπιση που ορίζεται στο άρθρο 94 ή του έχει χορηγηθεί η απαλλαγή που αναφέρεται στο άρθρο 104β παράγραφος 3.»

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 5 και 6:

«5. Οι θέσεις στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών υπόκεινται στις απαιτήσεις συνετής αποτίμησης που ορίζονται στο άρθρο 105.

«6. Τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν τις εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 106.».

(47)  Το άρθρο 103 τροποποιείται ως εξής:

α)  Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα ιδρύματα διαθέτουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για τη γενική διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες πραγματεύονται τουλάχιστον:

α)  ποιες δραστηριότητες το ίδρυμα θεωρεί ως δραστηριότητες διαπραγμάτευσης και ως μέρος του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για λόγους απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων,

β)  τον βαθμό στον οποίον μία θέση μπορεί να αποτιμάται στην τρέχουσα τιμή της αγοράς στο πλαίσιο μιας ενεργού και ρευστής αγοράς διπλής κατεύθυνσης,

γ)  για τις θέσεις που αποτιμώνται βάσει υποδείγματος, τον βαθμό στον οποίο μπορεί το ίδρυμα:

i)  να εντοπίζει όλους τους σημαντικούς κινδύνους της θέσης,

ii)  να αντισταθμίζει όλους τους σημαντικούς κινδύνους της θέσης με μέσα ως προς τα οποία υπάρχει ενεργός και ρευστή αγορά διπλής κατεύθυνσης,

iii)  να πραγματοποιεί αξιόπιστες εκτιμήσεις για τα βασικά συμπεράσματα και παραμέτρους που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα.

δ)  τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί, και υποχρεούται, να πραγματοποιεί αποτιμήσεις για τις θέσεις, οι οποίες αποτιμήσεις μπορούν να επικυρώνονται εξωτερικά με συνεπή τρόπο,

ε)  τον βαθμό στον οποίο οι νομικοί περιορισμοί ή άλλες λειτουργικές απαιτήσεις θα παρεμπόδιζαν τη δυνατότητα του ιδρύματος να επιτύχει τη ρευστοποίηση ή την αντιστάθμιση της θέσης σε βραχυπρόθεσμη βάση,

στ)  τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί, και υποχρεούται, να διαχειρίζεται ενεργά τους κινδύνους της θέσης στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσής του,

ζ)  τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί να μεταφέρει κινδύνους ή θέσεις μεταξύ του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και τα κριτήρια για τις μεταφορές αυτές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 104α.»·

β)  Στην παράγραφο 2, το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Κατά τη διαχείριση των θέσεων ή των χαρτοφυλακίων των θέσεων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, το ίδρυμα συμμορφώνεται με όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:»·

γ)  Στην παράγραφο 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)  το ίδρυμα πρέπει να διαθέτει σαφώς τεκμηριωμένη έγγραφη στρατηγική διαπραγμάτευσης για την εκάστοτε θέση ή τα χαρτοφυλάκια στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, η οποία θα πρέπει να έχει εγκριθεί από τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη και να περιλαμβάνει την αναμενόμενη περίοδο τήρησης·»·

δ)  Στην παράγραφο 2, το εισαγωγικό μέρος του στοιχείου β) τροποποιείται ως εξής:

«β)  το ίδρυμα πρέπει να διαθέτει σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για την ενεργό διαχείριση των θέσεων ή των χαρτοφυλακίων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. Οι ως άνω πολιτικές και διαδικασίες περιλαμβάνουν τα εξής:»·

ε)  Η παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο i) τροποποιείται ως εξής:

ποιες θέσεις ή χαρτοφυλάκια θέσεων μπορούν να συνομολογηθούν από κάθε μονάδα διαπραγμάτευσης ή, ανάλογα με την περίπτωση, από εντεταλμένους διαπραγματευτές·».

(48)  Το άρθρο 104 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 104

Συμπερίληψη στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών

1.  Τα ιδρύματα διαθέτουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για τον προσδιορισμό θέσεων που πρέπει να περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών με σκοπό τον υπολογισμό των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 102, τον ορισμό του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 86) και με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων και των πρακτικών του ιδρύματος για τη διαχείριση του κινδύνου. Το ίδρυμα τεκμηριώνει πλήρως τη συμμόρφωσή του με τις εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες, υπόκειται σε εσωτερικό έλεγχο, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, και θέτει τα αποτελέσματα του εν λόγω ελέγχου στη διάθεση των αρμοδίων αρχών.

2.  Οι θέσεις στα ακόλουθα μέσα εντάσσονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών:

α)  μέσα που πληρούν τα κριτήρια για συμπερίληψη στο χαρτοφυλάκιο διαπραγμάτευσης συσχετίσεων («CTP»), όπως αναφέρεται στις παραγράφους 7 έως 9·

β)  χρηματοοικονομικά μέσα που υπόκεινται σε διαχείριση από μονάδα διαπραγμάτευσης που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 104β·

γ)  χρηματοοικονομικά μέσα που δημιουργούν καθαρή αρνητική πιστωτική ή μετοχική θέση·

δ)  μέσα που απορρέουν από ανειλημμένες δεσμεύσεις αναδοχής·

ε)  μέσα που κατέχονται ως λογιστικά περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις εμπορικής φύσης υπολογιζόμενα με δίκαιες τιμές·

στ)  μέσα που απορρέουν από δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης·

ζ)  οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι που ορίζονται στην παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου·

η)  εισηγμένες μετοχές·

θ)  ΣΧΤ που συνδέονται με διαπραγμάτευση·

ι)  δικαιώματα προαίρεσης που περιλαμβάνουν δισχιδή ενσωματωμένα παράγωγα από τα μέσα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που σχετίζονται με πιστωτικό κίνδυνο ή κίνδυνο μετοχών.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) της παρούσας παραγράφου, το ίδρυμα διαθέτει μια καθαρή αρνητική θέση μετοχής, όταν μια μείωση της τιμής μετοχής συνεπάγεται κέρδος για το ίδρυμα. Αντίστοιχα, ένα ίδρυμα έχει καθαρή αρνητική πιστωτική θέση σε περίπτωση αύξησης του πιστωτικού περιθωρίου ή επιδείνωσης της πιστοληπτικής ικανότητας ενός εκδότη ή ομάδας εκδοτών που συνεπάγεται κέρδος για το ίδρυμα.

«3.  Οι θέσεις στα ακόλουθα μέσα δεν εντάσσονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών:

α)  τα μέσα που έχουν αποθηκευτεί προς τιτλοποίηση·

β)  συμμετοχές σε ακίνητα·

γ)  λιανική και χορήγηση πίστωσης σε ΜΜΕ·

δ)  άλλοι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων πλην εκείνων που προσδιορίζονται στην παράγραφο 2 στοιχείο ζ) στους οποίους το ίδρυμα δεν μπορεί να εξετάσει το αμοιβαίο κεφάλαιο σε καθημερινή βάση ή όταν το ίδρυμα δεν είναι σε θέση να αποκτήσει πραγματικές τιμές για την επενδυτική συμμετοχή του στο αμοιβαίο κεφάλαιο σε καθημερινή βάση·

ε)  συμβάσεις παραγώγων με υποκείμενα μέσα που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ)·

στ)  μέσα που κατέχονται με σκοπό την αντιστάθμιση ιδιαίτερου κινδύνου μιας θέσης σε μέσο που αναφέρεται στα στοιχεία α) έως ε).

4.  Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, ένα ίδρυμα δεν μπορεί να εντάσσει μια θέση σε ένα μέσο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχεία ε) έως θ) στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών όταν το εν λόγω ίδρυμα είναι σε θέση να αποδείξει στις αρμόδιες αρχές ότι η θέση δεν κατέχεται με σκοπό διαπραγμάτευσης ή δεν αντισταθμίζει τις θέσεις που κατέχονται με πρόθεση διαπραγμάτευσης.

5.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από ένα ίδρυμα να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία ότι μια θέση που δεν αναφέρεται στην παράγραφο 3 εντάσσεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. Ελλείψει κατάλληλων αποδεικτικών στοιχείων, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαιτούν από το ίδρυμα να ανακατανείμει την εν λόγω θέση στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, εξαιρουμένων των θέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) έως δ).

6.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από ένα ίδρυμα να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία ότι μια θέση που δεν αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) έως δ) αποδίδεται εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Ελλείψει κατάλληλων στοιχείων, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαιτήσουν από το ίδρυμα να ανακατανείμει αυτή τη θέση στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, εκτός εάν η θέση αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 3.

7.  Οι θέσεις τιτλοποίησης και τα πιστωτικά παράγωγα νιοστής αθέτησης που πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια εντάσσονται στο CTP:

α)  οι θέσεις δεν είναι ούτε θέσεις επανατιτλοποίησης ούτε δικαιώματα προαίρεσης επί τμήματος τιτλοποίησης ούτε άλλα παράγωγα μέσα επί τιτλοποιήσεων, τα οποία δεν παρέχουν κατ’ αναλογία μερίδιο στα έσοδα τμήματος τιτλοποίησης,

β)  όλα τα υποκείμενα μέσα τους είναι:

i)  μέσα μεμονωμένου πιστούχου, συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών παραγώγων μεμονωμένου πιστούχου, για τα οποία υπάρχει ρευστή αγορά διπλής κατεύθυνσης·

ii)  ευρέως διαπραγματεύσιμοι δείκτες που βασίζονται στα μέσα που αναφέρονται στο στοιχείο ι).

Ως επαρκείς συνθήκες ρευστότητας στην αγορά θεωρούνται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχουν «καλή τη πίστει» ανεξάρτητες τιμές αγοράς και πώλησης, ούτως ώστε να μπορεί εύλογα να συσχετιστεί η τρέχουσα τιμή με τις τελευταίες τιμές πώλησης ή με τις τρέχουσες «καλή τη πίστει» ανταγωνιστικές τιμές αγοράς και πώλησης εντός μιας ημέρας, και να μπορεί να διακανονιστεί η εν λόγω τιμή σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα και σύμφωνα με τη συνήθη εμπορική πρακτική.

8.  Θέσεις με οποιαδήποτε από τα ακόλουθα υποκείμενα μέσα δεν θα περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο διαπραγμάτευσης συσχετίσεων:

α)  τα υποκείμενα μέσα που ανήκουν στα χρηματοδοτικά ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 112 στοιχεία η) και ι)·

β)  απαίτηση έναντι οντότητας ειδικού σκοπού, εξασφαλισμένη, άμεσα ή έμμεσα, από θέση που σύμφωνα με την παράγραφο 6, δεν πληροί τα κριτήρια για συμπερίληψη στο CTP.

9.  Τα ιδρύματα μπορούν να συμπεριλάβουν στο CTP θέσεις οι οποίες δεν είναι ούτε θέσεις τιτλοποίησης ούτε πιστωτικά παράγωγα νιοστής αθέτησης, αλλά που αντισταθμίζουν άλλες θέσεις του χαρτοφυλακίου αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν επαρκείς συνθήκες ρευστότητας, όπως περιγράφεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 7 για το χρηματοπιστωτικό μέσο ή τις υποκείμενες αξίες του.

10.  To ίδρυμα αντιστοιχίζει μια θέση σε έναν οργανισμό συλλογικών επενδύσεων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών που πληροί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  το ίδρυμα μπορεί να εξετάσει τον οργανισμό συλλογικών επενδύσεων σε καθημερινή βάση,

β)  το ίδρυμα μπορεί να εξασφαλίσει τιμές για τον οργανισμό συλλογικών επενδύσεων σε καθημερινή βάση.».

(49)  Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 104α και 104β:

«Άρθρο 104αΑνακατάταξη μιας θέσης

1.  Τα ιδρύματα διαθέτουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές για την αναγνώριση των εξαιρετικών περιστάσεων οι οποίες δικαιολογούν την ανακατάταξη μιας θέσης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ως θέσης εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή, αντιθέτως, μιας θέσης εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ως ▌ θέσης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, για τους σκοπούς του προσδιορισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων τους κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές. Τα ιδρύματα επανεξετάζουν τις πολιτικές αυτές τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

Ανακατάταξη των μέσων επιτρέπεται μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Μία από αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να είναι μια τραπεζική αναδιάρθρωση, η οποία οδηγεί σε μόνιμη διακοπή λειτουργίας μονάδων διαπραγμάτευσης, για την οποία απαιτείται η παύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκείται σε σχέση με το μέσο ή το χαρτοφυλάκιο, ή μια μεταβολή των λογιστικών προτύπων που επιτρέπει την αποτίμηση ενός στοιχείου στην εύλογη αξία του μέσω κερδών και ζημιών. Γεγονότα της αγοράς, μεταβολές της ρευστότητας ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή μια μεταβολή του ίδιου του σκοπού διαπραγμάτευσης δεν αποτελούν έγκυρους λόγους για τον επαναπροσδιορισμό ενός μέσου σε διαφορετικό χαρτοφυλάκιο. Τυχόν ανακατάταξη υπόκειται στους όρους των παραγράφων 2 έως 5 και διασφαλίζεται η τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 104. Απαγορεύεται η ανακατάταξη μέσων για τους σκοπούς της καταχρηστικής επιλογής ευνοϊκότερου πλαισίου προληπτικής εποπτείας (εποπτικό αρμπιτράζ).

2.  Πέρα από τις ανακατατάξεις που επιβάλλονται άμεσα δυνάμει του άρθρου 104, οι αρμόδιες αρχές χορηγούν άδεια ανακατάταξης μιας θέσης χαρτοφυλακίου συναλλαγών ως ▌ θέσης εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή, αντιθέτως, μιας θέσης εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ως θέσης χαρτοφυλακίου συναλλαγών με σκοπό τον προσδιορισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων μόνο εάν το ίδρυμα έχει παράσχει στις αρμόδιες αρχές γραπτές αποδείξεις ότι η απόφασή του να ανακατατάξει τη θέση αυτή απορρέει από εξαιρετική περίσταση που είναι σύμφωνη με τις πολιτικές που προβλέπονται από το ίδρυμα σύμφωνα με την παράγραφο 1. Για τον σκοπό αυτό, το ίδρυμα παρέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση δεν πληροί πλέον την προϋπόθεση να καταταχθεί ως θέση χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή ως θέση εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με το άρθρο 104.

Η απόφαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εγκρίνεται από το διοικητικό όργανο του ιδρύματος.

3.  Εάν οι αρμόδιες αρχές έχουν χορηγήσει άδεια σύμφωνα με την παράγραφο 2, το ίδρυμα:

α)  δημοσιοποιεί κατά την πλησιέστερη ημερομηνία αναφοράς τα στοιχεία ότι η θέση του έχει ανακαταταχθεί·

β)  με την επιφύλαξη της αντιμετώπισης που προβλέπεται στην παράγραφο 4, καθορίζει από την ενωρίτερη ημερομηνία αναφοράς τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων της εκ νέου ανακατανεμημένης θέσης σύμφωνα με το άρθρο 92·

4.  Όταν, κατά την ενωρίτερη ημερομηνία αναφοράς, η καθαρή μεταβολή στο ποσό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος που προκύπτουν από την ανακατάταξη της θέσης οδηγεί σε καθαρή μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων, το ίδρυμα πρέπει να διατηρεί πρόσθετα ίδια κεφάλαια ίσα με την καθαρή μεταβολή και να δημοσιοποιεί το ποσό των εν λόγω πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων. Το ύψος των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων παραμένει σταθερό μέχρι η θέση να καταστεί ληξιπρόθεσμη, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν στο ίδρυμα να καταργήσει το ποσό αυτό σε ενωρίτερη ημερομηνία.

5.  Η ανακατάταξη μιας θέσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι αμετάκλητη, εξαιρουμένων των ανακατατάξεων που επιβάλλονται άμεσα δυνάμει του άρθρου 104.

Άρθρο 104βΑπαιτήσεις για τη μονάδα διαπραγμάτευσης

1.  Τα ιδρύματα συγκροτούν μονάδες διαπραγμάτευσης και αποδίδουν καθεμία από τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους σε μία από τις εν λόγω μονάδες διαπραγμάτευσης. Οι θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών πρέπει να αποδίδονται στην ίδια μονάδα διαπραγμάτευσης μόνον όταν τηρούν τη συμφωνηθείσα επιχειρηματική στρατηγική για την μονάδα διαπραγμάτευσης και αποτελούν αντικείμενο συνεπούς διαχείρισης και παρακολούθησης σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.  Οι μονάδες διαπραγμάτευσης των ιδρυμάτων πληρούν ανά πάσα στιγμή να όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α)  κάθε μονάδα διαπραγμάτευσης διαθέτει σαφή και ιδιαίτερη επιχειρηματική στρατηγική και δομή διαχείρισης κινδύνου, κατάλληλη για την επιχειρηματική της στρατηγική,

β)  κάθε μονάδα διαπραγμάτευσης έχει σαφή οργανωτική δομή, η διαχείριση των θέσεων σε μια δεδομένη μονάδα διαπραγμάτευσης γίνεται από εντεταλμένους διαπραγματευτές εντός του ιδρύματος, κάθε διαπραγματευτής πρέπει να έχει ειδικά καθήκοντα στη μονάδα διαπραγμάτευσης, ένας διαπραγματευτής πρέπει να εντάσσεται σε μία μονάδα διαπραγμάτευσης·αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο όσον αφορά την εποπτεία των δραστηριοτήτων και των λοιπών διαπραγματευτών της μονάδας διαπραγμάτευσης,

γ)  τα όρια της θέσης καθορίζονται από κάθε μονάδα διαπραγμάτευσης σύμφωνα με την επιχειρηματική στρατηγική της μονάδας διαπραγμάτευσης,

δ)  οι εκθέσεις για τις δραστηριότητες, την κερδοφορία, τη διαχείριση κινδύνου και τις κανονιστικές απαιτήσεις σε επίπεδο μονάδας διαπραγμάτευσης πρέπει να συντάσσονται τουλάχιστον σε εβδομαδιαία βάση και να κοινοποιούνται στο διοικητικό όργανο του ιδρύματος σε τακτική βάση,

ε)  κάθε μονάδα διαπραγμάτευσης διαθέτει σαφές ετήσιο επιχειρηματικό σχέδιο, το οποίο περιλαμβάνει σαφώς καθορισμένη πολιτική αποδοχών βάσει ασφαλών κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση των επιδόσεων.

2α.  Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο β), η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει στους εμπόρους θα τοποθετηθούν σε περισσότερες από μία μονάδα διαπραγμάτευσης, σε περίπτωση που το ίδρυμα διαθέτει συνεταιρισμό ή θεσμικό σύστημα προστασίας, και αποδεικνύει ικανοποιητικά κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής ότι η συγκεντρωτική αγορά διαχείρισης κινδύνων είναι αποτελεσματική.

3.  Τα ιδρύματα κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές τον τρόπο με τον οποίο συμμορφώνονται με την παράγραφο 2. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από ένα ίδρυμα να τροποποιήσει τη δομή ή την οργάνωση των μονάδων διαπραγμάτευσης που διαθέτει, προκειμένου να συμμορφωθούν με το παρόν άρθρο.

4.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα ιδρύματα που κάνουν χρήση της προσέγγισης που προβλέπεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ) για τον προσδιορισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για απαλλαγή από τμήμα ή το σύνολο των απαιτήσεων που ορίζονται στο παρόν άρθρο. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να χορηγούν απαλλαγή όταν το ίδρυμα αποδεικνύει ότι:

α)  η μη συμμόρφωση με την παράγραφο 2 δεν θα προκαλέσει σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στη δυνατότητα του ιδρύματος να διαχειρίζεται και να ελέγχει αποτελεσματικά τους κινδύνους των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του·

β)  το ίδρυμα συμμορφώνεται με τις γενικές απαιτήσεις διαχείρισης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που προβλέπονται στο άρθρο 103.».

(50)  Το άρθρο 105 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Το σύνολο των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και των θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που αποτιμώνται σε εύλογη αξία υπόκεινται στα πρότυπα συνετής αποτίμησης που ορίζονται στο παρόν άρθρο. Συγκεκριμένα, τα ιδρύματα διασφαλίζουν ότι η συνετή αποτίμηση των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους επιτυγχάνει ικανοποιητικό βαθμό βεβαιότητας με γνώμονα τον δυναμικό χαρακτήρα των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και των θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών οι οποίες αποτιμώνται σε εύλογη αξία, τις απαιτήσεις της συνετής αποτίμησης και τον τρόπο εφαρμογής και τον σκοπό των κεφαλαιακών απαιτήσεων όσον αφορά τις θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών και τις θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών οι οποίες αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους.»·

β)  Οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα ιδρύματα ανατιμούν τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους σε εύλογη αξία τουλάχιστον σε καθημερινή βάση. Μεταβολές στην αξία των θέσεων αυτών αναφέρονται στον λογαριασμό κερδών και ζημιών του ιδρύματος.

4.   Τα ιδρύματα αποτιμούν τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους και τις θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους με τιμές αγοράς όποτε είναι δυνατό, ακόμα και όταν εφαρμόζεται η κεφαλαιακή αντιμετώπιση σε αυτές τις θέσεις.»·

γ)  Οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Όταν δεν είναι δυνατή η αποτίμηση με αγοραίες τιμές, τα ιδρύματα αποτιμούν συντηρητικά βάσει υποδείγματος τις θέσεις και τα χαρτοφυλάκιά τους, ακόμα και όταν υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για θέσεις στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που αποτιμώνται σε εύλογη αξία.»·

δ)  στην παράγραφο 7, το τελευταίο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς του στοιχείου δ), το υπόδειγμα αναπτύσσεται ή εγκρίνεται χωρίς την ανάμειξη των μονάδων διαπραγμάτευσης και η ορθότητά του ελέγχεται από ανεξάρτητο φορέα. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει την επικύρωση των μαθηματικών υπολογισμών, των παραδοχών και του χρησιμοποιούμενου λογισμικού.»·

ε)  Στην παράγραφο 11, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)  το πρόσθετο χρονικό διάστημα που απαιτείται για την αντιστάθμιση της θέσης ή των κινδύνων που περικλείει η θέση πέραν των οριζόντων ρευστότητας που ισχύουν για τους παράγοντες κινδύνου της θέσης σύμφωνα με άρθρο 325βε·».

(51)  Το άρθρο 106 τροποποιείται ως εξής:

α)  Οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Οι απαιτήσεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που ισχύουν για την αντισταθμισμένη θέση εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, ανάλογα με την περίπτωση.

3.   Όταν ένα ίδρυμα αντισταθμίζει ένα άνοιγμα σε πιστωτικό κίνδυνο εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή σε κίνδυνο αντισυμβαλλομένου με ένα πιστωτικό παράγωγο που περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του με εσωτερική αντιστάθμιση, το πιστωτικό παράγωγο αναγνωρίζεται ως εσωτερική αντιστάθμιση του ανοίγματος σε πιστωτικό κίνδυνο εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου για τους σκοπούς του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο α), στις περιπτώσεις που το ίδρυμα προβαίνει σε άλλη συναλλαγή πιστωτικού παραγώγου με επιλέξιμο τρίτο πάροχο προστασίας, ο οποίος ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και αντισταθμίζει πλήρως τον κίνδυνο αγοράς της εσωτερικής αντιστάθμισης κινδύνου.

Τόσο η εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου που αναγνωρίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο όσο και το πιστωτικό παράγωγο που έχει συνομολογηθεί με τον τρίτο περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.»·

β)  προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 4, 5 και 6:

«(4)   Όταν ένα ίδρυμα αντισταθμίζει ένα άνοιγμα σε κίνδυνο μετοχών εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών με παράγωγο επί μετοχών που περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του με εσωτερική αντιστάθμιση, η εν λόγω θέση του παραγώγου επί μετοχών αναγνωρίζεται ως εσωτερική αντιστάθμιση του ανοίγματος σε κίνδυνο μετοχών εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο α), στις περιπτώσεις που το ίδρυμα προβαίνει σε άλλη συναλλαγή παραγώγου επί μετοχών με επιλέξιμο τρίτο πάροχο προστασίας ο οποίος ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις για μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και αντισταθμίζει πλήρως τον κίνδυνο αγοράς της εσωτερικής αντιστάθμισης κινδύνου.

Τόσο η εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου που αναγνωρίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο όσο και το παράγωγο επί μετοχών που έχει συνομολογηθεί με τον τρίτο περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.

5. Εάν το ίδρυμα αντισταθμίζει τα ανοίγματα στον κίνδυνο επιτοκίου εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών με μία θέση κινδύνου επιτοκίου που περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του, η θέση αυτή θεωρείται ως εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου για τους σκοπούς της εκτίμησης του κινδύνου επιτοκίου που προκύπτει από θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με τα άρθρα 84 και 98 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η θέση έχει αποδοθεί σε μονάδα διαπραγμάτευσης που έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με το άρθρο 104β, η επιχειρηματική στρατηγική της οποίας είναι αφιερωμένη αποκλειστικά στη διαχείριση και την άμβλυνση του κινδύνου αγοράς στις εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου των ανοιγμάτων σε κίνδυνο επιτοκίου. Για τον σκοπό αυτό, η μονάδα διαπραγμάτευσης μπορεί να συνομολογεί άλλες θέσεις κινδύνου επιτοκίου με τρίτους ή άλλες μονάδες διαπραγμάτευσης του ιδρύματος, εφόσον οι εν λόγω άλλες μονάδες διαπραγμάτευσης αντισταθμίζουν απολύτως τον κίνδυνο αγοράς αυτών των άλλων θέσεων κινδύνου επιτοκίου συνομολογώντας αντίθετες θέσεις κινδύνου επιτοκίου με τρίτους·

β)  το ίδρυμα έχει πλήρως τεκμηριώσει πώς η θέση μετριάζει τον κίνδυνο επιτοκίου που απορρέει από θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για τους σκοπούς των απαιτήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 84 και 98 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

6. Οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς όλων των θέσεων που έχουν αποδοθεί σε ή τις οποίες έχει συνομολογήσει η μονάδα διαπραγμάτευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) υπολογίζονται σε αυτόνομη βάση ως ξεχωριστό χαρτοφυλάκιο και είναι συμπληρωματικές προς τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις άλλες θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.».

(52)  Στο άρθρο 107, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτων χωρών, τα ανοίγματα έναντι πιστωτικού ιδρύματος τρίτων χωρών και τα ανοίγματα έναντι χρηματιστηρίου τρίτης χώρας αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι ιδρύματος μόνο όταν η τρίτη χώρα εφαρμόζει προληπτικές εποπτικές και ρυθμιστικές απαιτήσεις στην εν λόγω οντότητα οι οποίες είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που ισχύουν στην Ένωση.».

(52α)  Στο άρθρο 117, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.  Στα ανοίγματα έναντι των ακόλουθων πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 %:

α)  Διεθνής Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης,

β)  Διεθνής Εταιρεία Χρηματοδοτήσεων,

γ)  Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης,

δ)  Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης,

ε)  Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης,

στ)  Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης,

ζ)  Σκανδιναβική Τράπεζα Επενδύσεων,

η)  Τράπεζα Ανάπτυξης της Καραϊβικής,

θ)  Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης,

ι)  Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων,

ια)  Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων,

ιβ)  Πολυμερής Οργανισμός για την Εγγύηση των Επενδύσεων,

ιγ)  Διεθνής Χρηματοδοτική Διευκόλυνση για Ανοσοποίηση,

ιδ)  Ισλαμική Τράπεζα Ανάπτυξης.

ιδ α)  Διεθνής Οργανισμός Ανάπτυξης.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ´ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, προκειμένου να διευκρινίζει, σε συνάρτηση με τις υφιστάμενες ρυθμιστικές αξιολογήσεις ισοδυναμίας, κατά πόσο οι πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται ακόμη στον κατάλογο της παρούσας παραγράφου, πληρούν τις απαιτήσεις για την εφαρμογή συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 %.»

(52β)  Στο άρθρο 123, παρεμβάλλεται η παράγραφος 3α:

Στα ανοίγματα σε δάνεια, που είναι εξασφαλισμένα με μισθούς ή συντάξεις και είναι εγγυημένα από τα εξής:

i)  υποχρεωτική ασφάλιση που καλύπτει τους κινδύνους λόγω θανάτου, ανικανότητας προς εργασία ή ανεργίας του δανειολήπτη,

ii)  απευθείας επιστροφές που αφαιρούνται άμεσα από τον εργοδότη ή το συνταξιοδοτικό ταμείο από τον μισθό ή τη σύνταξη του οφειλέτη και

iii)  μηνιαίες δόσεις που δεν υπερβαίνουν το 35 % του μηνιαίου καθαρού μισθού ή της καθαρής σύνταξης,

εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 35 %.»

(52γ)  Το άρθρο 124 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

  «1.  Σε ένα άνοιγμα ή σε οποιοδήποτε τμήμα του που εξασφαλίζεται πλήρως με υποθήκη επί ακίνητης περιουσίας εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 %, εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις δυνάμει των άρθρων 125 και 126, με εξαίρεση οποιοδήποτε τμήμα του ανοίγματος που κατατάσσεται σε άλλη κατηγορία. Στο τμήμα του ανοίγματος που υπερβαίνει την αξία υποθήκης του ακινήτου εφαρμόζεται ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στα μη εξασφαλισμένα ανοίγματα του εμπλεκόμενου αντισυμβαλλομένου.

Το τμήμα ενός ανοίγματος που αντιμετωπίζεται ως πλήρως εξασφαλισμένο με υποθήκη επί ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το ενυπόθηκο ποσό της αγοραίας αξίας ή, στα κράτη μέλη που έχουν προβλέψει στις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις τους αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, την αξία του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου.

2.  Με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται δυνάμει του άρθρου 101 και οποιουσδήποτε σχετικούς δείκτες, οι αρμόδιες αρχές εκτιμούν περιοδικά και τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο ή κατόπιν αιτήματος της εντεταλμένης αρχής όπως αναφέρεται στο άρθρο 458 παράγραφος 1, εάν ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου 30 % για τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία σύμφωνα με το άρθρο 125 και ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου 50 % για τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα σύμφωνα με το άρθρο 126 τα οποία βρίσκονται στην επικράτειά τους, είναι κατάλληλοι με βάση τα εξής:

α)  εμπειρία ζημίας των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με ακίνητα,

β)  μελλοντικές εξελίξεις της αγοράς ακινήτων·

Οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν το αποτέλεσμα της εκτίμησής τους στις εντεταλμένες αρχές.

3.  Όταν μια αρμόδια αρχή κρίνει, βάσει της εκτίμησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ότι οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που ορίζονται στο άρθρο 125 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 126 παράγραφος 2 δεν αντανακλούν τους πραγματικούς κινδύνους που συνδέονται με τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται πλήρως με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία ή εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται στο κράτος μέλος της αρμόδιας αρχής, αυξάνει τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζονται στα ανοίγματα αυτά ή επιβάλλει αυστηρότερα κριτήρια από αυτά που ορίζονται στο άρθρο 125 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 126 παράγραφος 2.

Η εντεταλμένη αρχή δύναται να ζητεί από την αρμόδια αρχή να προβαίνει στην αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Η εντεταλμένη αρχή δύναται να ορίσει υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή αυστηρότερα κριτήρια από αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 125 παράγραφος 2 και στο άρθρο 126 παράγραφος 2, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  έχει διαβουλευτεί με την αρμόδια αρχή και το ΕΣΣΚ όσον αφορά τις αλλαγές·

β)  θεωρεί ότι η μη εφαρμογή των αλλαγών θα επηρέαζε σημαντικά την υφιστάμενη ή τη μελλοντική χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο οικείο κράτος μέλος. Οι αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται με την ΕΑΤ και ενημερώνουν την εντεταλμένη αρχή σχετικά με τις προσαρμογές των εφαρμοζόμενων συντελεστών στάθμισης κινδύνου και κριτηρίων.

Οι αρμόδιες και οι εντεταλμένες αρχές γνωστοποιούν στην ΕΑΤ και στο ΕΣΣΚ τυχόν προσαρμογές των συντελεστών στάθμισης κινδύνου και κριτηρίων που εφαρμόζονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

Η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ δημοσιεύουν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τα κριτήρια που ορίζουν οι αρμόδιες αρχές για τα ανοίγματα που αναφέρονται στα άρθρα 125, 126 και 199 παράγραφος 1 στοιχείο α).

4.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 3, οι αρμόδιες και οι εντεταλμένες αρχές δύνανται να προσδιορίζουν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου που εμπίπτουν στα κατωτέρω όρια:

α)  30 % έως 150 % για ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων που προορίζονται για κατοικία·

β)  50 % έως 150 % για ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί εμπορικής ακίνητης περιουσίας.

4α.  Όταν μια αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή ορίζει υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή αυστηρότερα κριτήρια σύμφωνα με την παράγραφο 3, τα ιδρύματα έχουν στη διάθεσή τους μεταβατική περίοδο έξι μηνών για να εφαρμόσουν τον νέο συντελεστή στάθμισης κινδύνου. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν τον υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή αυστηρότερα κριτήρια, ανάλογα με την περίπτωση, σε όλα τα αντίστοιχα ανοίγματά τους που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί εμπορικής ακίνητης περιουσίας και επί ακινήτων κατοικίας που βρίσκονται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

4β.  Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει τα αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 τα οποία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι αρμόδιες αρχές όταν ορίζουν υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 1η Ιανουαρίου 2014.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.  Τα ιδρύματα κάθε κράτους μέλους εφαρμόζουν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τα κριτήρια που έχουν προσδιοριστεί από τις αρχές άλλου κράτους μέλους σε ανοίγματα που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα και ακίνητα που προορίζονται για κατοικία που βρίσκονται στο εν λόγω κράτος μέλος.

(52δ)  Το άρθρο 125 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 125

Ανοίγματα που εξασφαλίζονται πλήρως και καθ’ ολοκληρία με υποθήκες επί ακινήτων που προορίζονται για κατοικία

1.   Εάν δεν αποφασιστεί κάτι διαφορετικό από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 2, τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται πλήρως με υποθήκες επί ακινήτων που προορίζονται για κατοικία αντιμετωπίζονται ως εξής:

α)   στα ανοίγματα ή τμήματα αυτών που εξασφαλίζονται πλήρως και καθ’ ολοκληρία με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία τα οποία κατοικούνται ή θα κατοικηθούν ή εκμισθώνονται ή θα εκμισθωθούν από τον ιδιοκτήτη ή από τον πραγματικό δικαιούχο στην περίπτωση των προσωπικών επενδυτικών εταιρειών εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 30 %,

β)   στα ανοίγματα έναντι μισθωτή στα πλαίσια πράξεων χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτων κατοικίας στις οποίες το ίδρυμα είναι ο εκμισθωτής και ο μισθωτής έχει δικαίωμα αγοράς, εφαρμόζεται συντελεστής 35 %, εφόσον το άνοιγμα του ιδρύματος είναι πλήρως εξασφαλισμένο λόγω του ότι διατηρεί την κυριότητα του ακινήτου.

2.   Τα ιδρύματα θεωρούν ένα άνοιγμα ή τμήμα ανοίγματος ως πλήρως και καθ’ ολοκληρία εξασφαλισμένο για τους σκοπούς της παραγράφου 1 μόνο αν πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)   Η αξία του ακινήτου δεν εξαρτάται σε ουσιαστικό βαθμό από την πιστωτική ποιότητα του δανειζομένου. Η απαίτηση αυτή δεν αφορά καταστάσεις στις οποίες καθαρά μακροοικονομικοί παράγοντες επηρεάζουν τόσο την αξία του ακινήτου όσο και την οικονομική κατάσταση του πιστούχου,

β)   ο κίνδυνος του πιστούχου δεν εξαρτάται σε ουσιαστικό βαθμό από την απόδοση του υποκείμενου ακινήτου ή έργου αλλά από την ικανότητα του δανειζομένου να εξοφλήσει την οφειλή με έσοδα από άλλες πηγές, και κατά συνέπεια, η εξόφληση του δανείου δεν εξαρτάται ουσιωδώς από ενδεχόμενες χρηματορροές που σχετίζονται με το υποκείμενο ακίνητο που χρησιμοποιείται ως εξασφάλιση. Για τις εν λόγω άλλες πηγές, τα ιδρύματα προσδιορίζουν τους μέγιστους λόγους «δάνειο/έσοδα» ως μέρος της πιστοδοτικής τους πολιτικής και αντλούν επαρκείς αποδείξεις των σχετικών εσόδων κατά τη χορήγηση του δανείου,

γ)  πληρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 208 και οι κανόνες αποτίμησης του άρθρου 229 παράγραφος 1,

δ)  εκτός εάν ορίζεται κάτι διαφορετικό δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 2, το τμήμα του δανείου στο οποίο εφαρμόζεται ο συντελεστής στάθμισης 30 % δεν υπερβαίνει το 75 % της αγοραίας αξίας του σχετικού ακινήτου ή το 75 % της αξίας του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου στα κράτη μέλη που έχουν προβλέψει στις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις τους αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου·

3.  Τα ιδρύματα δύνανται να παρεκκλίνουν από την παράγραφο 2 στοιχείο β) για ανοίγματα που εξασφαλίζονται πλήρως και καθ’ ολοκληρία με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία που βρίσκονται στο έδαφος κράτους μέλους, εάν η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους έχει δημοσιεύσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι στο έδαφός του υπάρχει από μακρού καλά αναπτυγμένη αγορά εμπορικών ακινήτων με ποσοστά ζημίας που δεν υπερβαίνουν τα κατωτέρω όρια:

α)  οι ζημίες που προέρχονται από δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και αντιπροσωπεύουν έως και το 80 % της αγοραίας αξίας ή το 80 % της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου σε δεδομένο έτος, εκτός εάν αποφασιστεί κάτι διαφορετικό δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 2, δεν υπερβαίνουν το 0,3 % των ανεξόφλητων υπόλοιπων δανείων που εξασφαλίζονται με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία σε δεδομένο έτος,

β)  οι συνολικές ζημίες που απορρέουν από δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία δεν υπερβαίνουν το 0,5 % του ανεξόφλητου υπολοίπου αυτών των δανείων σε δεδομένο έτος.

4.   Εάν ένα από τα δύο όρια της παραγράφου 3 δεν τηρείται σε δεδομένο έτος, η δυνατότητα εφαρμογής της παραγράφου 3 δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί, έχει δε εφαρμογή η προϋπόθεση της παραγράφου 2 στοιχείο β), έως ότου πληρωθούν εκ νέου σε επόμενο έτος οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3.

(53)  Στο άρθρο 128, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από τις ακόλουθες:

«1. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 150 % στα ανοίγματα που σχετίζονται με ιδιαίτερα υψηλούς κινδύνους.

2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν την κερδοσκοπική χρηματοδότηση ακίνητης περιουσίας ως ανοίγματα που σχετίζονται με ιδιαίτερα υψηλούς κινδύνους.».

(54)  Το άρθρο 132 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 132Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ

1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό για τα ανοίγματά τους υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε έναν ΟΣΕ πολλαπλασιάζοντας το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των ανοιγμάτων του ΟΣΕ, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο, με το ποσοστό των μεριδίων ή των μετοχών που κατέχουν τα εν λόγω ιδρύματα.

2.  Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν την προσέγγιση εξέτασης, σύμφωνα με το άρθρο 132α παράγραφος 1 ή την προσέγγιση βάσει εντολής σύμφωνα με το άρθρο 132α παράγραφος 2.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 132β παράγραφος 2, τα ιδρύματα τα οποία δεν εφαρμόζουν την προσέγγιση εξέτασης ή την προσέγγιση βάσει εντολής εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1,250 % («εφεδρική προσέγγιση») για τα ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε έναν ΟΣΕ.

Τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για τα ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε έναν ΟΣΕ, με χρήση συνδυασμού των προσεγγίσεων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χρήση των εν λόγω προσεγγίσεων.

3.  Τα ιδρύματα δύνανται να προσδιορίζουν το σταθμισμένο βάσει κινδύνου ποσό ανοίγματος των ανοιγμάτων του ΟΣΕ σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 132α, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  Ο ΟΣΕ είναι ένας από τους ακόλουθους:

i)  οργανισμός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), που διέπεται από την οδηγία 2009/65/ΕΚ·

ii)  ένας ΟΕΕ της ΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ που έχει καταχωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

iii)  ένας ΟΕΕ που τελεί υπό τη διαχείριση ενός ΔΟΕΕ της ΕΕ που έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

iv)  ένας ΟΕΕ που τελεί υπό τη διαχείριση ενός ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ που έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

v)  ένας ΟΕΕ εκτός ΕΕ που τελεί υπό τη διαχείριση ενός ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ και διατίθεται στην αγορά σύμφωνα με το άρθρο 42 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

β)  το ενημερωτικό δελτίο του ΟΣΕ ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο περιλαμβάνει:

i)  τις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού στα οποία επιτρέπεται να επενδύει ο ΟΣΕ·

ii)  εάν ισχύουν επενδυτικά όρια, τα σχετικά όρια και τις μεθόδους υπολογισμού τους·

γ)  η υποβολή αναφορών από τον ΟΣΕ στο ίδρυμα συμμορφώνεται με τις κατωτέρω απαιτήσεις:

i)  οι δραστηριότητες του ΟΣΕ αποτελούν αντικείμενο αναφορών τουλάχιστον με την ίδια συχνότητα με αυτήν του ιδρύματος·

ii)  το επίπεδο λεπτομέρειας των δημοσιονομικών στοιχείων είναι επαρκές για να επιτρέψει στο ίδρυμα να υπολογίσει το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος του ΟΣΕ, σύμφωνα με την προσέγγιση που επελέγη από το ίδρυμα·

iii)  όταν το ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση εξέτασης, οι πληροφορίες σχετικά με τα υποκείμενα ανοίγματα επαληθεύονται από ανεξάρτητο τρίτο.

4.  Τα ιδρύματα που δεν έχουν επαρκή δεδομένα ή πληροφορίες για να υπολογίσουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των ανοιγμάτων του ΟΣΕ σύμφωνα με τις μεθόδους που αναφέρονται στο άρθρο 132α μπορούν να βασίζονται στους υπολογισμούς τρίτου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  το τρίτο μέρος είναι ένα από τα ακόλουθα:

i)  οργανισμός ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής του ΟΣΕ εφόσον ο εν λόγω ΟΣΕ επενδύει αποκλειστικά σε τίτλους και καταθέτει όλους τους τίτλους στον εν λόγω οργανισμό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής·

ii)  για τους ΟΣΕ που δεν καλύπτονται από το σημείο i), η εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕ, εφόσον η εταιρεία πληροί την προϋπόθεση που ορίζεται στην παράγραφο 3 στοιχείο α).

β)  Ο τρίτος εκτελεί τον υπολογισμό σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 132α, ανάλογα με την περίπτωση·

γ)  εξωτερικός ελεγκτής έχει επιβεβαιώσει την ορθότητα του υπολογισμού του τρίτου.

Τα ιδρύματα που στηρίζονται σε υπολογισμούς τρίτων πολλαπλασιάζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά των ανοιγμάτων του ΟΣΕ που προκύπτουν από αυτούς τους υπολογισμούς με συντελεστή 1,2, όταν τα ιδρύματα δεν διαθέτουν τα αναγκαία δεδομένα και πληροφορίες ώστε να επαληθεύσουν τους υπολογισμούς.

5  Όταν ένα ίδρυμα εφαρμόζει τις προσεγγίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 132α, για τους σκοπούς του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών των ανοιγμάτων του ΟΣΕ («επίπεδο 1 του ΟΣΕ»), και οποιοδήποτε από τα υποκείμενα ανοίγματα του επιπέδου 1 ΟΣΕ είναι άνοιγμα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε άλλον ΟΣΕ («επίπεδο 2 του ΟΣΕ»), το σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσό των ανοιγμάτων του ΟΣΕ του επιπέδου 2 μπορούν να υπολογιστούν με χρήση οποιασδήποτε από τις τρεις προσεγγίσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 2. Το ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιήσει την προσέγγιση εξέτασης για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών των ανοιγμάτων των ΟΣΕ στο επίπεδο 3 και οποιοδήποτε επόμενο επίπεδο, μόνον εφόσον χρησιμοποίησε την εν λόγω προσέγγιση για τον υπολογισμό κατά το προηγούμενο επίπεδο. Σε οποιοδήποτε άλλο σενάριο χρησιμοποιεί την εφεδρική προσέγγιση.

6.  Το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των ανοιγμάτων του ΟΣΕ που υπολογίζεται σύμφωνα με την προσέγγιση εξέτασης και την προσέγγιση βάσει εντολής δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το σταθμισμένο βάσει κινδύνου ποσό των ανοιγμάτων του εν λόγω ΟΣΕ που υπολογίζεται σύμφωνα με την εφεδρική προσέγγιση.

7.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση εξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 132α παράγραφος 1 μπορούν να υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό για τα ανοίγματά τους υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε έναν ΟΣΕ, πολλαπλασιάζοντας τις αξίες των ανοιγμάτων αυτών που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 111 με τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου (RWi*) που υπολογίζεται σύμφωνα με τον τύπο ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 132γ, εφόσον πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

α)  τα ιδρύματα μετρούν την αξία των συμμετοχών τους σε μερίδια ή μετοχές σε έναν ΟΣΕ στο ιστορικό κόστος, ενώ θα μετρούσαν την αξία των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού του ΟΣΕ σε εύλογη αξία σε περίπτωση εφαρμογής της προσέγγισης εξέτασης,

β)  η αλλαγή της αγοραίας αξίας των μεριδίων ή μετοχών για τα οποία τα ιδρύματα μετρούν την αξία σε ιστορικό κόστος δεν μεταβάλλει ούτε το ύψος των ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων αυτών ούτε την αξία ανοίγματος που συνδέεται με τις εν λόγω συμμετοχές.

8.  Για τις ελάχιστες τιμές των αναλήψεων υποχρεώσεων εκτός ισολογισμού που αντιπροσωπεύουν υποχρέωση αντιστάθμισης μιας επένδυσης σε μερίδια ή μετοχές ενός ή περισσοτέρων ΟΣΕ, εφόσον η αγοραία αξία των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ ή των ΟΣΕ πέφτει κάτω από έναν ορισμένο συντελεστή, για τον προσδιορισμό της αξίας ανοίγματος εφαρμόζεται συντελεστής μετατροπής 20 %, εφόσον:

i)  η τρέχουσα αγοραία αξία των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ καλύπτει ή υπερβαίνει την παρούσα αξία του κατωφλίου και

ii)  εάν το ίδρυμα ή άλλη επιχείρηση που περιλαμβάνεται στο ίδιο πεδίο ενοποίησης μπορεί να επηρεάσει τη σύνθεση των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ με σκοπό τον περιορισμό της δυνατότητας περαιτέρω μείωσης της υπέρβασης ή στον βαθμό που το ίδρυμα συναρτά την εγγύησή του για την εφαρμογή από τον ΟΣΕ ή τους ΟΣΕ κατευθυντήριων γραμμών που θα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα περιορίζοντας το ενδεχόμενο περαιτέρω μείωσης της υπέρβασης »

(55)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 132α:

«Άρθρο 132αΠροσεγγίσεις για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων των ΟΣΕ

1.  Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 132 παράγραφος 3, τα ιδρύματα που διαθέτουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα επιμέρους υποκείμενα ανοίγματα του ΟΣΕ εξετάζουν ενδελεχώς τα εν λόγω ανοίγματα για να υπολογίσουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό του ΟΣΕ, μέσω της στάθμισης όλων των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ σαν να κατέχονταν άμεσα από τα εν λόγω ιδρύματα.

2.  Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 132 παράγραφος 3, τα ιδρύματα που δεν διαθέτουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα επιμέρους υποκείμενα ανοίγματα του ΟΣΕ προκειμένου να χρησιμοποιήσουν την προσέγγιση εξέτασης, μπορούν να υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των εν λόγω ανοιγμάτων σύμφωνα με τα όρια που ορίζονται στον σκοπό του ΟΣΕ και τη συναφή νομοθεσία.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, τα ιδρύματα πραγματοποιούν τους υπολογισμούς βάσει της παραδοχής ότι ο ΟΣΕ αναλαμβάνει πρώτα ανοίγματα στον μέγιστο βαθμό που επιτρέπεται σύμφωνα με τον σκοπό του ή τη συναφή νομοθεσία για τα οποία προβλέπεται υψηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση και στη συνέχεια ανοίγματα με φθίνουσα σειρά έως το ανώτατο συνολικό όριο των ανοιγμάτων.

Τα ιδρύματα εκτελούν τον υπολογισμό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, στο κεφάλαιο 5 του παρόντος τίτλου, και στα τμήματα 3, 4 και 5 του κεφαλαίου 6 του παρόντος τίτλου.

Ως μέρος του εν λόγω υπολογισμού, τα ιδρύματα θα πρέπει να θεωρούν ότι ένας ΟΣΕ αυξάνει τη μόχλευση στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό που επιτρέπεται σύμφωνα με τον σκοπό του ή τη συναφή νομοθεσία, κατά περίπτωση.

3.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο δ), τα ιδρύματα που υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των ανοιγμάτων του ΟΣΕ σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2 του παρόντος άρθρου μπορούν να αντικαταστήσουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης των ανοιγμάτων σε παράγωγα του εν λόγω ΟΣΕ με ποσό ίσο με το 50 % της αξίας του ανοίγματος των εν λόγω ανοιγμάτων που υπολογίζονται σύμφωνα με το τμήμα 3, 4 ή 5 του κεφαλαίου 6 του παρόντος τίτλου, ανάλογα με την περίπτωση.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, ένα ίδρυμα δύναται να αποκλείσει από τον υπολογισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης τα ανοίγματα σε παράγωγα που δεν θα υπόκεινταν στην εν λόγω υποχρέωση, αν τα ανοίγματα αυτά αναλαμβάνονταν άμεσα από το ίδρυμα.

4.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο τα ιδρύματα υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 2, σε περίπτωση που οποιαδήποτε από τις εισροές που απαιτούνται για τον υπολογισμό αυτό δεν είναι διαθέσιμη.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [εννέα μήνες μετά την έναρξη ισχύος].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

(56)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 132β:

«Άρθρο 132β

Εξαιρέσεις από τις προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων των ΟΣΕ

1.  Τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν από τους υπολογισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 132 τα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 της κατηγορίας 2 που ανήκουν σε έναν ΟΣΕ, τα οποία πρέπει να αφαιρεθούν σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1, το άρθρο 56 και το άρθρο 66, αντιστοίχως.

2.  Τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν από τους υπολογισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 132 τα ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ, κατά την έννοια του άρθρου 150 παράγραφος 1 στοιχεία ζ) και η) και, αντ’ αυτών, να εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που ορίζεται για τα εν λόγω ανοίγματα στο άρθρο 133.».

(56α)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 132γ:

«Άρθρο 132γΜεταχείριση των εκτός ισολογισμού ανοιγμάτων σε ΟΣΕ

Τα ιδρύματα υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό για τα εκτός ισολογισμού στοιχεία τους με δυνατότητα μετατροπής σε ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε έναν ΟΣΕ πολλαπλασιάζοντας τις αξίες των ανοιγμάτων αυτών, που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 111, με τον ακόλουθο συντελεστή στάθμισης κινδύνου (RWi*):

α)  για όλα τα ανοίγματα για τα οποία τα ιδρύματα χρησιμοποιούν μία από τις προσεγγίσεις που καθορίζονται στο άρθρο 132α:

 

όπου:

i = ο δείκτης που δηλώνει τον ΟΣΕ:

RW= το ποσό που υπολογίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 132α,

= = η αξία ανοίγματος για τα ανοίγματα του CIU i·

= η λογιστική αξία των στοιχείων ενεργητικού του CIU i·

 

β)  για όλα τα άλλα ανοίγματα, »

(57)  Το άρθρο 152 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 152Αντιμετώπιση ανοιγμάτων υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ

1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά για τα ανοίγματά τους υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ με πολλαπλασιασμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού του ΟΣΕ, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις μεθόδους που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, με το ποσοστό των μεριδίων ή των μετοχών που βρίσκονται στην κατοχή του εν λόγω ιδρύματος.

2.  Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 132 παράγραφος 3, τα ιδρύματα που διαθέτουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα επιμέρους υποκείμενα ανοίγματα του ΟΣΕ εξετάζουν ενδελεχώς τα εν λόγω ανοίγματα για τον υπολογισμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού του ΟΣΕ, μέσω της στάθμισης όλων των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ σαν να κατέχονταν άμεσα από τα εν λόγω ιδρύματα.

3.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο δ), τα ιδρύματα που υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των ανοιγμάτων του ΟΣΕ σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2 του παρόντος άρθρου μπορούν να αντικαταστήσουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης των ανοιγμάτων σε παράγωγα του εν λόγω ΟΣΕ με ποσό ίσο με το 50 % της αξίας του ανοίγματος των εν λόγω ανοιγμάτων που υπολογίζεται σύμφωνα με το τμήμα 3, 4 ή 5 του κεφαλαίου 6 του παρόντος τίτλου, ανάλογα με την περίπτωση.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, ένα ίδρυμα δύναται να αποκλείσει από τον υπολογισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης τα ανοίγματα σε παράγωγα που δεν θα υπόκεινταν στην εν λόγω υποχρέωση, αν τα ανοίγματα αυτά αναλαμβάνονταν άμεσα από το ίδρυμα.

4.  Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση εξέτασης σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 και πληρούν τις προϋποθέσεις για μόνιμη μερική χρήση, σύμφωνα με το άρθρο 150, ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν τις μεθόδους που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο για όλα ή για μέρος των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ, υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοίγματος και τα ποσά των αναμενόμενων ζημιών σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:

α)  για τα ανοίγματα της κατηγορίας ανοιγμάτων σε μετοχές που αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο ε), τα ιδρύματα εφαρμόζουν την προσέγγιση της απλής στάθμισης κινδύνου που ορίζεται στο άρθρο 155 παράγραφος 2,

β)  για τα ανοίγματα της κατηγορίας ανοιγμάτων τιτλοποίησης, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τη μέθοδο των διαβαθμίσεων του άρθρου 261,

γ)  για όλα τα άλλα υποκείμενα ανοίγματα, τα ιδρύματα εφαρμόζουν την τυποποιημένη μέθοδο που ορίζεται στο κεφάλαιο 2 του παρόντος τίτλου.

Όταν, για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), το ίδρυμα δεν είναι σε θέση να διαφοροποιήσει μεταξύ των ανοιγμάτων σε μετοχές μη διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο, μετοχές διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο και άλλες μετοχές, αντιμετωπίζει τα σχετικά ανοίγματα σαν ανοίγματα σε άλλες μετοχές.

5.  Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 132 παράγραφος 3, τα ιδρύματα που δεν διαθέτουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα επιμέρους υποκείμενα ανοίγματα του ΟΣΕ μπορούν να υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό για τα εν λόγω ανοίγματα σύμφωνα με την προσέγγιση βάσει εντολής που ορίζεται στο άρθρο 132α παράγραφος 2. Ωστόσο, για τα ανοίγματα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο παράγραφος 4 στοιχεία α), β) και γ), τα ιδρύματα εφαρμόζουν τις προσεγγίσεις που καθορίζονται σε αυτό.

6.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 132β παράγραφος 2, τα ιδρύματα τα οποία δεν εφαρμόζουν την προσέγγιση εξέτασης σύμφωνα με την παράγραφο 2 και 3 του παρόντος άρθρου ή την προσέγγιση βάσει εντολής σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζουν την εφεδρική προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 132 παράγραφος 2.

7.  Τα ιδρύματα που δεν έχουν επαρκή δεδομένα ή πληροφορίες για τον υπολογισμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού του ΟΣΕ σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 μπορούν να βασίζονται στους υπολογισμούς τρίτου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  το τρίτο μέρος είναι ένα από τα ακόλουθα:

i)  οργανισμός ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής του ΟΣΕ εφόσον ο εν λόγω ΟΣΕ επενδύει αποκλειστικά σε τίτλους και καταθέτει όλους τους τίτλους στον εν λόγω οργανισμό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής·

ii)  για τους ΟΣΕ που δεν καλύπτονται από το σημείο i), η εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕ, εφόσον η εν λόγω εταιρεία διαχείρισης πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 132 παράγραφος 3 στοιχείο α),

β)  για τα ανοίγματα εκτός από εκείνα που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 στοιχεία α), β) και γ), ο τρίτος που εκτελεί τον υπολογισμό σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 132α παράγραφος 1,

γ)  για τα ανοίγματα που αναφέρονται στην παράγραφο 4στοιχεία α), β) και γ), ο τρίτος εκτελεί τον υπολογισμό σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που προβλέπονται σε αυτό·

δ)  εξωτερικός ελεγκτής έχει επιβεβαιώσει την ορθότητα του υπολογισμού του τρίτου.

Τα ιδρύματα που στηρίζονται σε υπολογισμούς τρίτων πολλαπλασιάζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά των ανοιγμάτων του ΟΣΕ που προκύπτουν από αυτούς τους υπολογισμούς με συντελεστή 1,2 όταν τα εν λόγω ιδρύματα δεν διαθέτουν τα αναγκαία δεδομένα και πληροφορίες ώστε να επαληθεύσουν τους υπολογισμούς.

8.  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 132 παράγραφοι 5 και 6 και του άρθρου 132β.».

(57α)  Στο άρθρο 164, οι παράγραφοι 5, 6 και 7 αντικαθίστανται από τις ακόλουθες:

«5.  Με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται δυνάμει του άρθρου 101 και οποιουσδήποτε άλλους σχετικούς δείκτες και λαμβανομένων υπόψη των μελλοντικών εξελίξεων της αγοράς ακινήτων, οι αρμόδιες αρχές εκτιμούν, περιοδικά και τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο ή κατ’ αίτηση της εντεταλμένης αρχής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 458 παράγραφος 1, κατά πόσον οι ελάχιστες τιμές LGD που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου και οι τιμές LGD των ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων που εξασφαλίζονται με ακίνητα είναι κατάλληλες για ανοίγματα που εξασφαλίζονται με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία ή με εμπορικά ακίνητα τα οποία βρίσκονται στην επικράτεια των συγκεκριμένων κρατών μελών.

Οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν το αποτέλεσμα της εκτίμησής τους στις εντεταλμένες αρχές.

Όταν η αρμόδια αρχή διαπιστώνει, βάσει της αξιολόγησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ότι οι ελάχιστες τιμές LGD που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, ή όταν θεωρεί ότι οι τιμές LGD των ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων που εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία δεν είναι επαρκείς, ορίζει υψηλότερες ελάχιστες τιμές LGD για τα εν λόγω ανοίγματα στην επικράτειά της. Οι εν λόγω υψηλότερες ελάχιστες τιμές μπορούν επίσης να εφαρμόζονται στο επίπεδο ενός ή περισσοτέρων κατηγοριών ακινήτων των ανοιγμάτων που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα μέρη της επικράτειάς της.

Η εντεταλμένη αρχή δύναται να ζητεί από την αρμόδια αρχή να προβαίνει στην αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Η εντεταλμένη αρχή μπορεί να ορίζει υψηλότερες ελάχιστες τιμές LGD, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  έχει διαβουλευτεί με την αρμόδια αρχή και το ΕΣΣΚ όσον αφορά τις αλλαγές·

β)  θεωρεί ότι η μη εφαρμογή των αλλαγών θα επηρέαζε σημαντικά την υφιστάμενη ή τη μελλοντική χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο οικείο κράτος μέλος.

Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΤ και στην εντεταλμένη αρχή κάθε μεταβολή των ελάχιστων τιμών LGD στις οποίες προβαίνουν σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο και η ΕΑΤ δημοσιεύει αυτές τις τιμές LGD.

Οι εντεταλμένες αρχές κοινοποιούν στο ΕΣΣΚ κάθε μεταβολή των ελάχιστων τιμών LGD στις οποίες προβαίνουν σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο και το ΕΣΣΚ δημοσιεύει αυτές τις τιμές LGD.

6.  Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, αναπτύσσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τα κριτήρια που λαμβάνουν υπόψη τους οι αρμόδιες αρχές κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας των τιμών LGD ως μέρος της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 5.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 1η Ιανουαρίου 2014.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

7.  Τα ιδρύματα κάθε κράτους μέλους εφαρμόζουν τις υψηλότερες ελάχιστες τιμές LGD που έχουν καθοριστεί από τις αρχές άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 5 σε όλα τα αντίστοιχα ανοίγματά τους που βρίσκονται στο εν λόγω κράτος μέλος.»

(57b)  Στο άρθρο 181 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο σημείο μετά το στοιχείο α):

«α α) Συμπληρωματικά προς το στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, ένα ίδρυμα δύναται να αναπροσαρμόσει τις εκτιμήσεις της LGD σε περίπτωση μεγάλης κλίμακας πωλήσεων. Αν ένα ίδρυμα αποφασίσει να υποβάλει αίτηση για μια τέτοια προσαρμογή, ενημερώνει την αρμόδια αρχή για την έκταση, τη σύνθεση και το χρονικό σημείο των πωλήσεων αυτών. Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αναπροσαρμογή που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο δεν αποτελεί μαζική διάθεση, αποφασίζει εντός 30 ημερών από την ημερομηνία της κοινοποίησης ότι το κοινοποιούν ίδρυμα δεν επιτρέπεται να εφαρμόσει την αναπροσαρμογή αυτή. Στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή ενημερώνει αμέσως το κοινοποιούν ίδρυμα για την απόφαση αυτή.

Η παροχή σύμφωνα με το εδάφιο 1 είναι εφαρμοστέα κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ της 23ης Νοεμβρίου 2016 και της [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού + 5 έτη]»

(58)  Στο άρθρο 201 παράγραφος 1, το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.».

(59)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 204α:

«Άρθρο 204αΕπιλέξιμα είδη πιστωτικών παραγώγων

1.  Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν παράγωγα επί μετοχών, που είναι συμφωνίες ανταλλαγής συνολικής απόδοσης ή που έχουν τα ίδια οικονομικά αποτελέσματα, ως αποδεκτή πιστωτική προστασία μόνο για τον σκοπό της διεξαγωγής εσωτερικής αντιστάθμισης κινδύνου.

Εάν το ίδρυμα αγοράζει πιστωτική προστασία με συμφωνία ανταλλαγής συνολικής απόδοσης και καταχωρεί τα καθαρά ποσά που λαμβάνει από τη συμφωνία ανταλλαγής ως καθαρό εισόδημα, αλλά δεν καταγράφει την αντίστοιχη μείωση της αξίας του προστατευόμενου στοιχείου του ενεργητικού, είτε με μείωση της εύλογης αξίας είτε με πρόσθεση αποθεματικών, η εν λόγω πιστωτική προστασία δεν θεωρείται αποδεκτή.

2.  Εάν το ίδρυμα πραγματοποιεί εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου με τη χρήση ενός παράγωγου επί μετοχών, προκειμένου η εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου να αναγνωρίζεται ως αποδεκτή για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ο μεταφερόμενος στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών κίνδυνος αναλαμβάνεται από τρίτο ή τρίτους.

Εάν έχει πραγματοποιηθεί εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο και πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τους κανόνες που προβλέπονται στα τμήματα 4 έως 6 του παρόντος κεφαλαίου για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών και των ποσών αναμενόμενης ζημίας σε περίπτωση μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας.».

(60)  Το άρθρο 223 τροποποιείται ως εξής:

α)  στην παράγραφο 3, το τελευταίο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε περίπτωση συναλλαγών εξωχρηματιστηριακών παραγώγων (OTC), τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν τη μέθοδο που προβλέπεται στο τμήμα 6 του κεφαλαίου 6, υπολογίζουν την EVA ως εξής:

.».

β)  στην παράγραφο 5, το τελευταίο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Στην περίπτωση των συναλλαγών εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν τις μεθόδους που προβλέπονται στα τμήματα 3, 4 και 5 του κεφαλαίου 6 του παρόντος τίτλου, λαμβάνουν υπόψη την επίδραση της εξασφάλισης στη μείωση του κινδύνου σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται στα εν λόγω τμήματα, ανάλογα με την περίπτωση.»

(60α)  Στο άρθρο 247, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι επιλέξιμοι πάροχοι μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας που παρατίθενται στο άρθρο 201 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως η), εκτός των επιλέξιμων κεντρικών αντισυμβαλλομένων, διαθέτουν πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισμένο ΕΟΠΑ η οποία αντιστοιχίζεται με την 3η ή με υψηλότερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας σύμφωνα με το άρθρο 136 και θα είχε αντιστοιχιστεί με την 2η ή υψηλότερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας κατά τη χρονική στιγμή που αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά. Τα ιδρύματα που έχουν άδεια να εφαρμόζουν την προσέγγιση ΠΕΔ σε άμεσα ανοίγματα στον πάροχο προστασίας μπορούν να αξιολογούν την επιλεξιμότητα σύμφωνα με την πρώτη πρόταση βάσει της ισοδυναμίας της πιθανότητας αθέτησης (PD) του παρόχου προστασίας με την πιθανότητα αθέτησης που αντιστοιχεί στις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας που αναφέρονται στο άρθρο 136.»

(61)  Στο άρθρο 272, τα σημεία 6) και 12) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6) «αντισταθμιστικό σύνολο» (hedging set): ομάδα συναλλαγών στο εσωτερικό ενός και του αυτού συμψηφιστικού συνόλου, για το οποίο επιτρέπεται η πλήρης ή μερική αντιστάθμιση για τον προσδιορισμό του ενδεχόμενου μελλοντικού ανοίγματος βάσει των μεθόδων που ορίζονται στα τμήματα 3 και 4 του παρόντος κεφαλαίου·

(12) «τρέχουσα αγοραία αξία» ή «CMV»: για τους σκοπούς των τμημάτων 3 έως 5 του παρόντος κεφαλαίου, η καθαρή αγοραία αξία όλων των συναλλαγών που περιλαμβάνονται στο συμψηφιστικό σύνολο, μη λαμβανομένων υπόψη των τυχόν εξασφαλίσεων που τηρούνται ή παρέχονται σε περίπτωση που οι θετικές και αρνητικές αγοραίες αξίες συμψηφίζονται κατά τον υπολογισμό της CMV».

(62)  Στο άρθρο 272 παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία (7α) και (12α) :

«(7α) «συμφωνία περιθωρίου μιας κατεύθυνσης»: η συμφωνία περιθωρίου βάσει της οποίας ένα ίδρυμα υποχρεούται να προσφέρει περιθώρια μεταβλητότητας σε αντισυμβαλλόμενο, αλλά δεν δικαιούται να λάβει περιθώριο μεταβλητότητας από τον αντισυμβαλλόμενο ή αντίστροφα·».

«(12α) «καθαρό ανεξάρτητο ποσό εξασφαλίσεων» ή «NICA»: το σύνολο της προσαρμοσμένης για μεταβλητότητα αξίας των καθαρών εξασφαλίσεων που λαμβάνονται ή παρέχονται, ανάλογα με την περίπτωση, στο συμψηφιστικό σύνολο εκτός του περιθωρίου μεταβλητότητας·».

(63)  Το άρθρο 273 τροποποιείται ως εξής:

α)  Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος για τις συμβάσεις του παραρτήματος ΙΙ με βάση μία από τις μεθόδους που καθορίζονται στα τμήματα 3 έως 6 του παρόντος κεφαλαίου σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Ένα ίδρυμα που δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 273α παράγραφος 2 δεν χρησιμοποιεί τη μέθοδο που προβλέπεται στο τμήμα 4 του παρόντος κεφαλαίου. Ένα ίδρυμα που δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 273α παράγραφος 3 δεν χρησιμοποιεί τη μέθοδο που προβλέπεται στο τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου.

Για τον προσδιορισμό της αξίας ανοίγματος για τις συμβάσεις που αναφέρονται στο σημείο 3 του παραρτήματος ΙΙ, ένα ίδρυμα δεν χρησιμοποιεί τη μέθοδο που προβλέπεται στο τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου.

Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν συνδυαστικά τις μεθόδους που προβλέπονται στα τμήματα 3 έως 6 του παρόντος κεφαλαίου σε μόνιμη βάση εντός ενός ομίλου. Ένα μεμονωμένο ίδρυμα δεν χρησιμοποιεί συνδυαστικά τις μεθόδους που προβλέπονται στα τμήματα 3 έως 6 του παρόντος κεφαλαίου σε μόνιμη βάση.»

β)  Οι παράγραφοι 6, 7, 8 και 9 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Σύμφωνα με όλες τις μεθόδους που ορίζονται στα μέρη 3 έως 6 του παρόντος κεφαλαίου, η αξία ανοίγματος για έναν αντισυμβαλλόμενο ισούται με το άθροισμα των αξιών ανοίγματος σε όλα τα συμψηφιστικά σύνολα με αυτόν τον αντισυμβαλλόμενο.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, όταν μία συμφωνία περιθωρίου ισχύει για πολλαπλά συμψηφιστικά σύνολα με αυτόν τον αντισυμβαλλόμενο και το ίδρυμα χρησιμοποιεί μία από τις μεθόδους που προβλέπονται στο τμήμα 3 και στο τμήμα 6 του παρόντος κεφαλαίου για να υπολογίζει την αξία ανοίγματος για αυτά τα συμψηφιστικά σύνολα, η αξία ανοίγματος υπολογίζεται σύμφωνα με το εν λόγω τμήμα.

Για έναν δεδομένο αντισυμβαλλόμενο, η αξία ανοίγματος για ένα δεδομένο συμψηφιστικό σύνολο εξωχρηματιστηριακών παράγωγων μέσων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο ισούται με τη μεγαλύτερη τιμή μεταξύ του μηδενός και της διαφοράς μεταξύ του αθροίσματος των αξιών ανοιγμάτων όλων των συμψηφιστικών συνόλων με τον αντισυμβαλλόμενο και του αθροίσματος της CVA για τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο που αναγνωρίζεται από το ίδρυμα ως πραγματοποιηθείσα απόσβεση. Οι προσαρμογές πιστωτικής αποτίμησης υπολογίζονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη οιασδήποτε αντισταθμιστική προσαρμογή της χρεωστικής αξίας που αποδίδεται στον ίδιο πιστωτικό κίνδυνο της επιχείρησης που έχει ήδη εξαιρεθεί από τα ίδια κεφάλαια δυνάμει του άρθρου 33 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

7. Για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος βάσει των μεθόδων που ορίζονται στα τμήματα 3 έως 5 του παρόντος κεφαλαίου, τα ιδρύματα μπορούν να αντιμετωπίζουν τις δύο συμβάσεις παραγώγων OTC που περιλαμβάνονται στην ίδια συμφωνία συμψηφισμού και είναι πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους σαν να ήταν μία και η αυτή σύμβαση με ονομαστικό ποσό που ισούται με μηδέν.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, οι δύο συμβάσεις παραγώγων OTC είναι πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους εφόσον πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  οι θέσεις κινδύνου τους είναι αντίθετες·

β)  τα χαρακτηριστικά τους, με εξαίρεση την ημερομηνία συναλλαγής, είναι ίδια·

γ)  οι ταμειακές ροές τους αντισταθμίζονται πλήρως

8. Τα ιδρύματα προσδιορίζουν την αξία ανοίγματος για τα ανοίγματα που προκύπτουν από συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού με οποιαδήποτε από τις μεθόδους που ορίζονται στα τμήματα 3 έως 6 του παρόντος κεφαλαίου, ανεξάρτητα από τη μέθοδο που έχει επιλέξει το ίδρυμα για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα και τις συναλλαγές επαναγοράς, τις συναλλαγές δανειοδότησης και δανειοληψίας τίτλων ή εμπορευμάτων, και τις πράξεις δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης. Κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού, κάθε ίδρυμα που χρησιμοποιεί τη μέθοδο που περιγράφεται στο κεφάλαιο 3 μπορεί να αναθέσει τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τη μέθοδο του κεφαλαίου 2 σε μόνιμη βάση και ανεξάρτητα από τη σημαντικότητα των θέσεων αυτών.

9. Για τις μεθόδους που αναφέρονται στα τμήματα 3 έως 6 του παρόντος κεφαλαίου, τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν αναλόγως τις συναλλαγές στις οποίες έχει εντοπιστεί συγκεκριμένος κίνδυνος δυσμενούς συσχέτισης σύμφωνα με το άρθρο 291.».

(64)  Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 273α και 273β:

«Άρθρο 273αΠροϋποθέσεις για τη χρήση απλουστευμένων μεθόδων υπολογισμού

της αξίας ανοίγματος

1.  Ένα ίδρυμα μπορεί να υπολογίζει την αξία ανοίγματος των θέσεων παραγώγων σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στο σημείο 4, υπό την προϋπόθεση ότι ο όγκος των εντός και εκτός ισολογισμού δραστηριοτήτων σε παράγωγα είναι ίσος με ή ανώτερος από τα ακόλουθα κατώτατα όρια βάσει αξιολόγησης που διεξάγεται σε μηνιαία βάση:

α)  10 % του συνόλου του ενεργητικού του ιδρύματος,

β)  300 εκατ. EUR·

2.  Ένα ίδρυμα μπορεί να υπολογίζει την αξία ανοίγματος ▌των θέσεων σε παράγωγα σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στο σημείο 5, υπό την προϋπόθεση ότι ο όγκος των εντός και εκτός ισολογισμού δραστηριοτήτων σε παράγωγα είναι ίσος με ή ανώτερος από τα ακόλουθα κατώτατα όρια βάσει αξιολόγησης που διεξάγεται σε μηνιαία βάση:

α)  5 % των συνολικών στοιχείων ενεργητικού·

β)  100 εκατ. EUR·

3.  Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, τα ιδρύματα υπολογίζουν τον όγκο των εντός και εκτός ισολογισμού δραστηριοτήτων τους σε παράγωγα σε συγκεκριμένη ημερομηνία σύμφωνα με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)  οι θέσεις σε παράγωγα αποτιμώνται με βάση τις αγοραίες τιμές σε αυτή τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Σε περίπτωση που η αγοραία αξία μιας θέσης δεν είναι διαθέσιμη για τη συγκεκριμένη ημερομηνία, τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τους την εύλογη αξία της θέσης κατά την ημερομηνία αυτή. Σε περίπτωση που η δίκαιη ή αγοραία τιμή μιας θέσης δεν είναι διαθέσιμη για την ημερομηνία αυτή, τα ιδρύματα λαμβάνουν την πιο πρόσφατη αγοραία τιμή για τη εν λόγω θέση.

β)  η απόλυτη τιμή των θετικών θέσεων αθροίζεται με την απόλυτη τιμή των αρνητικών θέσεων.

β α)  συμπεριλαμβάνονται όλα τα ανοίγματα σε παράγωγα εκτός από τα πιστωτικά παράγωγα που αναγνωρίζονται ως εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου έναντι των πιστωτικών κινδύνων στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο·

4.  Τα ιδρύματα κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές τις μεθόδους που αναφέρονται στα τμήματα 4 και 5 του παρόντος κεφαλαίου, τις οποίες χρησιμοποιούν ή παύουν να χρησιμοποιούν, κατά περίπτωση, προκειμένου να υπολογίζουν την αξία ανοίγματος για τις θέσεις παραγώγων τους.

5.  Τα ιδρύματα δεν προβαίνουν σε συναλλαγή σε παράγωγα μόνο για τον σκοπό της συμμόρφωσης προς οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 κατά τη μηνιαία αξιολόγηση.

Άρθρο 273βΜη συμμόρφωση με τους όρους για τη χρησιμοποίηση απλουστευμένων μεθόδων για τον υπολο

γισμό της αξίας ανοίγματος των παραγώγων

1.  Ένα ίδρυμα που δεν πληροί πλέον οποιονδήποτε από τους όρους του άρθρου 273α παράγραφοι 1 ή 2 ενημερώνει αμέσως σχετικά την αρμόδια αρχή .

2.  Ένα ίδρυμα παύει να εφαρμόζει το άρθρο 273α παράγραφοι 1 ή 2 εντός τριών μηνών από μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  το ίδρυμα δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 273α παράγραφοι 1 ή 2, για τρεις διαδοχικούς μήνες·

β)  το ίδρυμα δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 273α παράγραφοι 1 ή 2, κατά περίπτωση, για χρονική περίοδο μεγαλύτερη από έξι μήνες κατά τους δώδεκα τελευταίους μήνες.

«3.  Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα παύσει να εφαρμόζει το άρθρο 273α παράγραφοι 1 ή 2, του επιτρέπεται μόνο να προσδιορίζει την αξία ανοίγματος για τις θέσεις του σε παράγωγα με τις μεθόδους που ορίζονται στο τμήμα 4 ή 5 του παρόντος κεφαλαίου, κατά περίπτωση, όταν αποδεικνύει στην αρμόδια αρχή ότι όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 273α παράγραφοι 1 ή 2 έχουν επιτευχθεί για αδιάλειπτη περίοδο ενός έτους.».

(65)   Στο τρίτο μέρος, Τίτλος ΙΙ, κεφάλαιο 6, το τμήμα 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τμήμα 3

Τυποποιημένη μέθοδος για τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου

Άρθρο 274Αξία ανοίγματος

1.  Ένα ίδρυμα μπορεί να υπολογίζει μία και μόνη αξία ανοίγματος σε επίπεδο συμψηφιστικού συνόλου για όλες τις συναλλαγές που καλύπτονται από μια συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η συμφωνία συμψηφισμού ανήκει σε ένα από τα είδη συμφωνιών συμβατικού συμψηφισμού που αναφέρονται στο άρθρο 295·

β)  η συμφωνία συμψηφισμού έχει αναγνωριστεί από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 296·

γ)  το ίδρυμα έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 297 όσον αφορά τη συμφωνία συμψηφισμού.

Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, το ίδρυμα αντιμετωπίζει κάθε συναλλαγή σαν να ήταν το δικό του συμψηφιστικό σύνολο.

2.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος του συμψηφιστικού συνόλου δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης για τη μέθοδο πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου ως εξής:

 

όπου:

RC   =   το κόστος αντικατάστασης (RC) που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 275·

PFE   =   Το δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα (PFE) που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 278·

α   =   1,4.

3.  Η αξία ανοίγματος ενός συμψηφιστικού συνόλου που υπόκειται σε συμφωνία συμβατικού περιθωρίου δεν υπερβαίνει την αξία ανοίγματος του ίδιου συμψηφιστικού συνόλου που δεν υπόκειται σε καμία μορφή συμφωνίας περιθωρίου.

4.  Εάν πολλαπλές συμφωνίες περιθωρίου ισχύουν για το ίδιο συμψηφιστικό σύνολο, τα ιδρύματα αντιστοιχίζουν κάθε συμφωνία περιθωρίου στην ομάδα των συναλλαγών του συμψηφιστικού συνόλου στην οποίο συμβατικά εφαρμόζεται η συμφωνία περιθωρίου και υπολογίζουν την αξία ανοίγματος χωριστά για καθεμία από τις εν λόγω ομαδοποιημένες συναλλαγές.

5.  Τα ιδρύματα μπορούν να ορίσουν την αξία ανοίγματος στο μηδέν για το συμψηφιστικό σύνολο που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  το συμψηφιστικό σύνολο αποτελείται μόνο από πωληθέντα δικαιώματα προαίρεσης·

β)  η τρέχουσα αγοραία αξία του συμψηφιστικού συνόλου είναι ανά πάσα στιγμή αρνητική·

γ)  το τίμημα για όλα τα δικαιώματα προαίρεσης που περιλαμβάνονται στο συμψηφιστικό σύνολο έχει ληφθεί εκ των προτέρων από το ίδρυμα προκειμένου να εξασφαλίσει την εκτέλεση των συμβάσεων·

δ)  το συμψηφιστικό σύνολο δεν υπόκειται σε συμφωνία περιθωρίου.

6.  Σε ένα συμψηφιστικό σύνολο, τα ιδρύματα αντικαθιστούν τη συναλλαγή η οποία αποτελεί γραμμικό συνδυασμό των αγορασθέντων ή πωληθέντων δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς ή πώλησης με όλα τα επιμέρους δικαιώματα προαίρεσης που αποτελούν τον εν λόγω γραμμικό συνδυασμό, θεωρούμενο ως μεμονωμένη συναλλαγή, για τους σκοπούς του υπολογισμού της αξίας ανοίγματος του συμψηφιστικού συνόλου σύμφωνα με το παρόν τμήμα.

Άρθρο 275

Κόστος αντικατάστασης

1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν το κόστος αντικατάστασης («RC») για τα συμψηφιστικά σύνολα που δεν υπόκεινται σε συμφωνία περιθωρίου, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

 

2.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν το κόστος αντικατάστασης («RC») για τα συμψηφιστικά σύνολα που υπόκεινται σε συμφωνία περιθωρίου, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

 

όπου:

VM    =   η προσαρμοσμένη για μεταβλητότητα αξία του καθαρού περιθωρίου διαφοράς αποτίμησης που έχει ληφθεί ή παρασχεθεί, κατά περίπτωση, στο συμψηφιστικό σύνολο σε τακτική βάση για τον μετριασμό των αλλαγών στην τρέχουσα αγοραία αξία (CMV) του συμψηφιστικού συνόλου·  

TH    =   το κατώφλι περιθωρίου που εφαρμόζεται στο συμψηφιστικό σύνολο δυνάμει της συμφωνίας περιθωρίου, κάτω από το οποίο το ίδρυμα δεν μπορεί να απαιτήσει την παροχή εξασφαλίσεων·

MTA    =  το ελάχιστο ποσό μεταφοράς που εφαρμόζεται στο συμψηφιστικό σύνολο δυνάμει της συμφωνίας περιθωρίου·

3.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν το κόστος αντικατάστασης («RC») για τα συμψηφιστικά σύνολα που υπόκεινται σε συμφωνία περιθωρίου, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

 

όπου:

i  =   ο δείκτης που υποδηλώνει τα συμψηφιστικά σύνολα που υπόκεινται στην ενιαία συμφωνία περιθωρίου·

CMVi  =   η CMV του συμψηφιστικού συνόλου «i»

VMMA   =   το σύνολο της προσαρμοσμένης για μεταβλητότητα αξίας των εξασφαλίσεων που λαμβάνονται ή παρέχονται, κατά περίπτωση, σε τακτική βάση σε πολλαπλά συμψηφιστικά σύνολα για τον μετριασμό των αλλαγών στη CMV τους·

NICAMA  =   το σύνολο της προσαρμοσμένης για μεταβλητότητα αξίας των εξασφαλίσεων που λαμβάνονται ή παρέχονται, κατά περίπτωση, σε πολλαπλά συμψηφιστικά σύνολα εκτός των VMMA.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, το NICAMA μπορεί να υπολογιστεί σε επίπεδο συναλλαγών, σε επίπεδο συμψηφιστικού συνόλου ή στο επίπεδο όλων των συμψηφιστικών συνόλων για τα οποία ισχύει η συμφωνία περιθωρίου, ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο εφαρμόζεται η συμφωνία περιθωρίου.

Άρθρο 276Αναγνώριση και αντιμετώπιση των εξασφ

αλίσεων

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, τα ιδρύματα υπολογίζουν τα ποσά των εξασφαλίσεων των VM, VMMA, NICA και NICAMA μέσω της εφαρμογής όλων των ακόλουθων απαιτήσεων:

α)  σε περίπτωση που το σύνολο των συναλλαγών που περιλαμβάνεται στο συμψηφιστικό σύνολο ανήκει στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, αναγνωρίζονται μόνο εξασφαλίσεις που είναι αποδεκτές δυνάμει του άρθρου 299·

β)  σε περίπτωση που στο συμψηφιστικό σύνολο περιλαμβάνεται τουλάχιστον μία συναλλαγή, η οποία δεν ανήκει στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, αναγνωρίζονται μόνο εξασφαλίσεις που είναι αποδεκτές δυνάμει του άρθρου 197·

γ)  εξασφάλιση που λαμβάνεται από αντισυμβαλλόμενο αναγνωρίζονται με θετικό πρόσημο, ενώ εξασφάλιση που παρέχεται σε αντισυμβαλλόμενο αναγνωρίζεται με αρνητικό πρόσημο.

δ)  Η προσαρμοσμένη για μεταβλητότητα αξία κάθε είδους εξασφάλιση που λαμβάνεται ή παρέχεται υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 223. Για τον σκοπό αυτού του υπολογισμού, τα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν τη μέθοδο που ορίζεται στο άρθρο 225.

ε)  Η ίδια θέση εξασφάλισης δεν συμπεριλαμβάνεται σε αμφότερα τα VM και NICA κατά την ίδια χρονική περίοδο·

στ)  Η ίδια θέση εξασφάλισης δεν συμπεριλαμβάνεται σε αμφότερα τα VMMA και NICAMA κατά την ίδια χρονική περίοδο·

ζ)  κάθε εξασφάλιση που παρέχεται στον αντισυμβαλλόμενο, η οποία είναι διαχωρισμένη από τα στοιχεία του ενεργητικού του εν λόγω αντισυμβαλλομένου και, ως αποτέλεσμα αυτού του διαχωρισμού, είναι απομακρυσμένη από τον κίνδυνο πτώχευσης σε περίπτωση αθέτησης ή αφερεγγυότητας του εν λόγω αντισυμβαλλομένου, δεν αναγνωρίζεται στον υπολογισμό του NICA και NICAMA.

2.  Για τον υπολογισμό της προσαρμοσμένης για μεταβλητότητα αξίας των ληφθεισών εξασφαλίσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) , τα ιδρύματα αντικαθιστούν τον τύπο που αναφέρεται στο άρθρο 223 παράγραφος 2 με τον ακόλουθο τύπο:

 

3.  Για τον σκοπό της παραγράφου 1 στοιχείο δ), τα ιδρύματα ορίζουν την περίοδο ρευστοποίησης όσον αφορά τον υπολογισμό της προσαρμοσμένης για μεταβλητότητα αξίας τυχόν εξασφαλίσεων που λαμβάνονται ή παρέχονται σύμφωνα με έναν από τους ακόλουθους χρονικούς ορίζοντες:

α)  για τα συμψηφιστικά σύνολα που αναφέρονται στο άρθρο 276 παράγραφος 1, ο χρονικός ορίζοντας είναι ένα έτος·

β)  για τα συμψηφιστικά σύνολα που αναφέρονται στο άρθρο 276 παράγραφοι 2 και 3, ο χρονικός ορίζοντας είναι η περίοδος κινδύνου περιθωρίου που προσδιορίζεται σύμφωνα με το του άρθρο 279δ παράγραφος 1 στοιχείο β).

Άρθρο 277Κατάταξη των συναλλαγών σε κατηγορίες κινδύνου

1.  Τα ιδρύματα κατατάσσουν κάθε συναλλαγή ενός συμψηφιστικού συνόλου σε μία από τις ακόλουθες έξι κατηγορίες κινδύνου για τον προσδιορισμό του δυνητικού μελλοντικού ανοίγματος του συμψηφιστικού συνόλου που αναφέρεται στο άρθρο 278:

α)  τον κίνδυνο επιτοκίου·

β)  τον κίνδυνο συναλλάγματος·

γ)  τον πιστωτικό κίνδυνο·

δ)  κίνδυνος μετοχών·

ε)  κίνδυνος βασικών εμπορευμάτων·

στ)  άλλους κινδύνους.

2.  Τα ιδρύματα προβαίνουν στην κατάταξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 με βάση τον κύριο παράγοντα κινδύνου της συναλλαγής. Για συναλλαγές άλλες από εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 3, ο κύριος παράγοντας κινδύνου συνιστά τον μόνο παράγοντα σημαντικού κινδύνου της θέσης σε παράγωγα.

3.  Από την [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], για μια συναλλαγή σε παράγωγο που διατίθεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για την οποία το ίδρυμα χρησιμοποιεί τις προσεγγίσεις που ορίζονται είτε στο κεφάλαιο 1α είτε στο κεφάλαιο 1β με σκοπό τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, ο κύριος παράγοντας κινδύνου είναι ο συντελεστής κινδύνου που συνδέεται με την υψηλότερη απόλυτη ευαισθησία μεταξύ όλων των ευαισθησιών για τη συγκεκριμένη συναλλαγή που υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου IV κεφάλαιο 1β.

4.  Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, κατά την κατάταξη των συναλλαγών στις κατηγορίες κινδύνου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α)  όταν μια μεταβλητή πληθωρισμού αποτελεί τον κύριο παράγοντα κινδύνου της συναλλαγής, τα ιδρύματα κατατάσσουν τη συναλλαγή στην κατηγορία κινδύνου επιτοκίου·

β)  όταν μια μεταβλητή κλιματικών συνθηκών αποτελεί τον κύριο παράγοντα κινδύνου της συναλλαγής, τα ιδρύματα κατατάσσουν τη συναλλαγή στην κατηγορία κινδύνου βασικών εμπορευμάτων.

5.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, τα ιδρύματα κατατάσσουν τις συναλλαγές σε παράγωγα που έχουν περισσότερους του ενός παράγοντες σημαντικού κινδύνου σε περισσότερες από μία κατηγορίες κινδύνου. Σε περίπτωση που όλοι οι παράγοντες σημαντικού κινδύνου μιας από τις εν λόγω συναλλαγές ανήκουν στην ίδια κατηγορία κινδύνου, τα ιδρύματα υποχρεούνται μόνο να κατατάσσουν μία φορά την εν λόγω συναλλαγή σε αυτή την κατηγορία κινδύνου με βάση τον πιο σημαντικό παράγοντα από τους εν λόγω παράγοντες κινδύνου. Αν οι παράγοντες σημαντικού κινδύνου μιας από τις εν λόγω συναλλαγές ανήκει σε διαφορετικές κατηγορίες κινδύνου, τα ιδρύματα κατατάσσουν τη συναλλαγή αυτή μία φορά σε κάθε κατηγορία κινδύνου για την οποία η συναλλαγή διαθέτει τουλάχιστον έναν παράγοντα σημαντικού κινδύνου, με βάση τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου στην εν λόγω κατηγορία κινδύνου.

6.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει με περισσότερες λεπτομέρειες:

α)  τη μέθοδο για τον προσδιορισμό του μοναδικού παράγοντα σημαντικού κινδύνου συναλλαγών άλλων από εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 3·

β)  τη μέθοδο για τον προσδιορισμό των συναλλαγών με περισσότερους του ενός παράγοντες σημαντικού κινδύνου και για τον προσδιορισμό του σημαντικότερου από τους εν λόγω παράγοντες κινδύνου για τους σκοπούς της παραγράφου 3·

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 277αΑντισταθμιστικά σύνολα

1.  Τα ιδρύματα καθορίζουν τα αντίστοιχα αντισταθμιστικά σύνολα για κάθε κατηγορία κινδύνου ενός συμψηφιστικού συνόλου και κατατάσσουν κάθε συναλλαγή στα εν λόγω αντισταθμιστικά σύνολα ως εξής:

α)  οι συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου επιτοκίου κατατάσσονται στο ίδιο αντισταθμιστικό σύνολο μόνον εάν ο κύριος παράγοντας κινδύνου τους είναι εκφρασμένος στο ίδιο νόμισμα.

β)  οι συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου συναλλάγματος κατατάσσονται στο ίδιο αντισταθμιστικό σύνολο μόνον εάν ο κύριος παράγοντας κινδύνου τους είναι εκφρασμένος στο ίδιο ζεύγος νομισμάτων·

γ)  όλες οι συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία πιστωτικού κινδύνου κατατάσσονται στο ίδιο αντισταθμιστικό σύνολο·

δ)  όλες οι συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου μετοχών κατατάσσονται στο ίδιο αντισταθμιστικό σύνολο·

ε)  οι συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου βασικών εμπορευμάτων κατατάσσονται σε ένα από τα ακόλουθα πέντε αντισταθμιστικά σύνολα με βάση τη φύση του κύριου παράγοντα κινδύνου τους:

i)  ενέργεια·

ii)  μέταλλα·

iii)  γεωργικά προϊόντα·

iv)  κλιματικές συνθήκες·

v)  άλλα βασικά εμπορεύματα.

στ)  οι συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία άλλων κινδύνων κατατάσσονται στο ίδιο αντισταθμιστικό σύνολο μόνον εάν ο κύριος παράγοντας κινδύνου τους είναι ταυτόσημος.

Για τους σκοπούς του στοιχείου α), οι συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου επιτοκίου που έχουν τη μεταβλητή πληθωρισμού ως τον κύριο παράγοντα κινδύνου κατατάσσονται σε αντισταθμιστικά σύνολα διαφορετικά από τα αντισταθμιστικά σύνολα που έχουν καθοριστεί για συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου επιτοκίου που έχουν τη μεταβλητή πληθωρισμού ως τον κύριο παράγοντα κινδύνου. Οι συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου επιτοκίου κατατάσσονται στο ίδιο αντισταθμιστικό σύνολο μόνον εάν ο κύριος παράγοντας κινδύνου τους είναι εκφρασμένος στο ίδιο νόμισμα.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα ιδρύματα καθορίζουν χωριστά επιμέρους αντισταθμιστικά σύνολα για κάθε κατηγορία κινδύνου για τις ακόλουθες συναλλαγές:

α)  τις συναλλαγές για τις οποίες o κύριος παράγοντας κινδύνου είναι είτε η τεκμαρτή μεταβλητότητα της αγοράς είτε η πραγματοποιηθείσα μεταβλητότητα ενός παράγοντα κινδύνου ή η συσχέτιση μεταξύ δύο παραγόντων κινδύνου·

β)  τις συναλλαγές για τις οποίες ο κύριος παράγοντας κινδύνου συνίσταται στη διαφορά μεταξύ δύο παραγόντων κινδύνου που κατατάσσονται στην ίδια κατηγορία κινδύνου ή τις συναλλαγές που αποτελούνται από δύο σκέλη πληρωμών που εκφράζονται στο ίδιο νόμισμα και για τις οποίες ένας παράγοντας κινδύνου από την ίδια κατηγορία κινδύνου με τον κύριο παράγοντα κινδύνου περιλαμβάνεται στο άλλο σκέλος πληρωμής από εκείνο που περιέχει τον κύριο παράγοντα κινδύνου.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), τα ιδρύματα κατατάσσουν τις συναλλαγές στο ίδιο αντισταθμιστικό σύνολο της συναφούς κατηγορίας κινδύνου μόνον εφόσον ο κύριος παράγοντας κινδύνου είναι ταυτόσημος.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β), τα ιδρύματα κατατάσσουν τις συναλλαγές στο ίδιο αντισταθμιστικό σύνολο της συναφούς κατηγορίας κινδύνου μόνο όταν το ζεύγος των παραγόντων κινδύνου στις εν λόγω συναλλαγές, που αναφέρονται στο στοιχείο β), είναι ταυτόσημο και οι δύο παράγοντες κινδύνου που περιέχονται σε αυτό το ζεύγος συσχετίζονται θετικά. Σε αντίθετη περίπτωση, τα ιδρύματα κατατάσσουν τις συναλλαγές που αναφέρονται στο στοιχείο β) σε ένα από τα αντισταθμιστικά σύνολα που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, βάσει ενός μόνον από τους δύο παράγοντες κινδύνου που αναφέρονται στο στοιχείο β).

3.  Τα ιδρύματα καθιστούν διαθέσιμο, κατόπιν αίτησης των αρμοδίων αρχών, τον αριθμό των αντισταθμιστικών συνόλων που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 για κάθε κατηγορία κινδύνου, μαζί με τον κύριο παράγοντα κινδύνου ή το ζεύγος παραγόντων κινδύνου καθενός από αυτά τα αντισταθμιστικά σύνολα και με τον αριθμό των συναλλαγών για κάθε ένα από αυτά τα αντισταθμιστικά σύνολα.

Άρθρο 278

Δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα

1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν το δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα (PFE) ενός συμψηφιστικού συνόλου ως εξής:

 

όπου:

a    =   ο δείκτης που υποδηλώνει τις κατηγορίες κινδύνου που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του δυνητικού μελλοντικού ανοίγματος του συμψηφιστικού συνόλου·

AddOn(a)  =   η προσαύξηση για κατηγορία κινδύνου «a», που υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 280α έως 280στ, ανάλογα με την περίπτωση·

πολλαπλασιαστής  =   ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής που υπολογίζεται σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

Για τους σκοπούς του υπολογισμού αυτού, τα ιδρύματα περιλαμβάνουν την προσαύξηση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας κινδύνου στον υπολογισμό του δυνητικού μελλοντικού ανοίγματος του συμψηφιστικού συνόλου, όταν τουλάχιστον μία συναλλαγή του συμψηφιστικού συνόλου έχει καταταχθεί στην εν λόγω κατηγορία κινδύνου.

2.  Το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα των πολλαπλών συμψηφιστικών συνόλων που υπόκεινται σε συμφωνία περιθωρίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 275 παράγραφος 3, υπολογίζεται ως το άθροισμα όλων των επιμέρους συμψηφιστικών συνόλων που θεωρούνται σαν να μην υπάγονταν σε οποιαδήποτε μορφή συμφωνίας περιθωρίου.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ο συντελεστής υπολογίζεται ως εξής:

 

όπου:

Floorm  =   5%;

y     =   

z    =

NICAi   =  το καθαρό ανεξάρτητο ποσό εξασφαλίσεων το οποίο υπολογίζεται μόνο για συναλλαγές που περιλαμβάνονται στο συμψηφιστικό σύνολο «i». Το NICAi υπολογίζεται σε επίπεδο συναλλαγών ή σε επίπεδο συμψηφισμού ανάλογα με τη συμφωνία περιθωρίου.

Άρθρο 279Υπολογισμός των θέσεων κινδύνου

Για τον υπολογισμό της κατηγορίας κινδύνου των προσαυξήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 280α έως 280στ, τα ιδρύματα υπολογίζουν τη θέση κινδύνου κάθε συναλλαγής του συμψηφιστικού συνόλου, ως εξής:

 

όπου:

δ    =   εποπτική δέλτα της συναλλαγής που υπολογίζεται σύμφωνα με τον τύπο που ορίζεται στο άρθρο 279α·

AdjNot  =   το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό της συναλλαγής που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 279β·

MF     =   ο συντελεστής ληκτότητας της συναλλαγής που υπολογίζεται σύμφωνα με τον τύπο που ορίζεται στο άρθρο 279γ·

Άρθρο 279α

Εποπτική δέλτα

1.  Το ίδρυμα υπολογίζει την εποπτική δέλτα (δ) ως εξής:

α)  για δικαιώματα προαίρεσης με θέση αγοράς και πώλησης που επιτρέπουν στον αγοραστή του δικαιώματος προαίρεσης να αγοράζει ή να πωλεί το υποκείμενο μέσο σε θετική τιμή σε μία και μόνο μελλοντική ημερομηνία, εκτός αν τα εν λόγω δικαιώματα κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου επιτοκίου, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον ακόλουθο τύπο:

 

όπου:

πρόσημο  =  -1 αν η συναλλαγή είναι δικαίωμα προαίρεση πώλησης ή αγορασθέν δικαίωμα προαίρεσης πώλησης

    +1 αν η συναλλαγή είναι δικαίωμα προαίρεσης αγοράς ή πωληθέν δικαίωμα προαίρεσης πώλησης

type (είδος)  =  -1 αν η συναλλαγή είναι δικαίωμα προαίρεσης πώλησης

    +1 αν η συναλλαγή είναι δικαίωμα προαίρεσης αγοράς

N(x)    =  η αθροιστική συνάρτηση κατανομής μιας τυποποιημένης κανονικής τυχαίας μεταβλητής, δηλαδή η πιθανότητα να είναι μια κανονική τυχαία μεταβλητή με μέσο όρο 0 και διακύμανση 1 μικρότερη ή ίση με «x»·

P    =  η τρέχουσα ή προθεσμιακή τιμή του υποκείμενου μέσου του δικαιώματος προαίρεσης·

K    η τιμή άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης.

T     =  η ημερομηνία λήξης του δικαιώματος προαίρεσης που είναι η μόνη μελλοντική ημερομηνία κατά την οποία μπορεί να ασκηθεί το δικαίωμα προαίρεσης. Η ημερομηνία λήξης εκφράζεται σε έτη με τη χρήση της συναφούς σύμβασης της εργάσιμης ημέρας.

σ    =  η εποπτική μεταβλητότητα του δικαιώματος προαίρεσης που έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με τον πίνακα 1, με βάση την κατηγορία κινδύνου της συναλλαγής και το είδος του υποκείμενου μέσου του δικαιώματος προαίρεσης.

Πίνακας 1

Κατηγορία κινδύνου

Υποκείμενο μέσο

Εποπτική μεταβλητότητα

Συνάλλαγμα

Όλες

15%

Πίστωση

 

Μέσο μεμονωμένου πιστούχου

100%

Μέσο πολλαπλών πιστούχων

80%

Μετοχικό κεφάλαιο

 

Μέσο μεμονωμένου πιστούχου

120%

Μέσο πολλαπλών πιστούχων

75%

Βασικό εμπόρευμα

Ηλεκτρική ενέργεια

150%

Άλλα βασικά εμπορεύματα (εκτός της ηλεκτρικής ενέργειας)

70%

Άλλα

Όλα

150%

Το ίδρυμα που χρησιμοποιεί την προθεσμιακή τιμή του υποκείμενου μέσου του δικαιώματος προαίρεσης εξασφαλίζει ότι:

i) η προθεσμιακή τιμή είναι σύμφωνη με τα χαρακτηριστικά του δικαιώματος προαίρεσης·

ii) η προθεσμιακή τιμή υπολογίζεται με βάση το αντίστοιχο επιτόκιο που ίσχυε κατά την ημερομηνία αναφοράς·

iii) η προθεσμιακή τιμή ενσωματώνει τις αναμενόμενες ταμειακές ροές του υποκείμενου μέσου πριν τη λήξη του δικαιώματος προαίρεσης.

β)   για τα τμήματα της σύνθετης τιτλοποίησης, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον ακόλουθο τύπο:

 

όπου:

πρόσημο  =

A  =   το σημείο σύνδεσης του τμήματος·

D  =  το σημείο αποσύνδεσης του τμήματος·

γ)  Για συναλλαγές που δεν αναφέρονται στα στοιχεία α) ή β), τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τις ακόλουθες εποπτικές δέλτα:

 

2.  για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, θετική θέση στον κύριο παράγοντα κινδύνου σημαίνει ότι η αγοραία αξία της συναλλαγής αυξάνεται όταν αυξάνεται η αξία του κύριου παράγοντα κινδύνου και αρνητική θέση στον κύριο παράγοντα κινδύνου σημαίνει ότι η αγοραία αξία της συναλλαγής μειώνεται όταν αυξάνεται η αξία του κύριου παράγοντα κινδύνου.

Για τις συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 277 παράγραφος 3, μια θετική θέση είναι μια συναλλαγή για την οποία το πρόσημο ευαισθησίας του κύριου παράγοντα κινδύνου είναι θετικό και αρνητική θέση είναι μια συναλλαγή για την οποία το πρόσημο ευαισθησίας του κύριου παράγοντα κινδύνου είναι αρνητικό. Για συναλλαγές άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 277 παράγραφος 3, τα ιδρύματα προσδιορίζουν αν οι συναλλαγές αυτές έχουν θετικές ή αρνητικές θέσεις στον κύριο παράγοντα κινδύνου, με βάση αντικειμενικές πληροφορίες σχετικά με τη διάρθρωση των εν λόγω συναλλαγών ή την πρόθεσή τους.

3.  Τα ιδρύματα προσδιορίζουν αν μια συναλλαγή με περισσότερους του ενός παράγοντες σημαντικού κινδύνου αποτελεί θετική ή αρνητική θέση σε κάθε παράγοντα σημαντικού κινδύνου σύμφωνα με τη μέθοδο που χρησιμοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 για τον κύριο παράγοντα κινδύνου.

4.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)  τον μαθηματικό τύπο που χρησιμοποιούν τα ιδρύματα για τον υπολογισμό του εποπτικού συντελεστή δέλτα ως προς τα δικαιώματα προαίρεσης με θέση αγοράς και πώλησης που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου επιτοκίου που είναι συμβατή με τις συνθήκες της αγοράς, στο πλαίσιο των οποίων τα επιτόκια μπορεί να είναι αρνητικά, καθώς και την εποπτική μεταβλητότητα που είναι κατάλληλη για τον εν λόγω τύπο·

β)  ποιες αντικειμενικές πληροφορίες όσον αφορά τη διάρθρωση και την πρόθεση της συναλλαγής χρησιμοποιούν τα ιδρύματα, προκειμένου να καθορίζουν κατά πόσο μια συναλλαγή που δεν αναφέρεται στο άρθρο 277 παράγραφος 2 είναι θετική ή αρνητική θέση στον κύριο παράγοντα κινδύνου της·

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 279βΠροσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό

1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό ως εξής:

α)  για συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου επιτοκίου ή στην κατηγορία πιστωτικού κινδύνου, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό ως το προϊόν του ονομαστικού ποσού της σύμβασης παραγώγων, πολλαπλασιαζόμενο με τον συντελεστή εποπτικής διάρκειας, που υπολογίζεται ως εξής:

 

όπου:

R   =   ο εποπτικός συντελεστής προεξόφλησης· R = 5%;

S  =  η ημερομηνία έναρξης, η οποία είναι η ημερομηνία κατά την οποία μια συναλλαγή αρχίζει τον καθορισμό ή την πραγματοποίηση πληρωμών, εκτός από τις πληρωμές που αφορούν την ανταλλαγή εξασφάλισης σε συμφωνία περιθωρίου. Σε περίπτωση που η συναλλαγή έχει ήδη καθορίσει ή πραγματοποιήσει πληρωμές κατά την ημερομηνία αναφοράς, η ημερομηνία έναρξης ισούται προς 0. Η ημερομηνία έναρξης εκφράζεται σε έτη με τη χρήση της σύμβασης της εργάσιμης ημέρας.

Όταν μια συναλλαγή έχει μία ή περισσότερες μελλοντικές ημερομηνίες στις οποίες το ίδρυμα ή ο αντισυμβαλλόμενος δύναται να αποφασίσει να λήξει τη συναλλαγή πριν από τη συμβατική ημερομηνία λήξης, η ημερομηνία έναρξης είναι ίση με τη συντομότερη από τις ακόλουθες:

i) την ημερομηνία ή τη συντομότερη από τις πολλαπλές μελλοντικές ημερομηνίες στις οποίες το ίδρυμα ή ο αντισυμβαλλόμενος δύναται να αποφασίσει να λήξει τη συναλλαγή πριν από τη συμβατική ημερομηνία ληκτότητά της·

ii) την ημερομηνία κατά την οποία μια συναλλαγή αρχίζει τον καθορισμό ή την πραγματοποίηση πληρωμών, εκτός από τις πληρωμές που αφορούν την ανταλλαγή εξασφάλισης σε συμφωνία περιθωρίου.

Όταν μια συναλλαγή έχει ένα χρηματοπιστωτικό μέσο ως το υποκείμενο μέσο που μπορεί να οδηγήσει σε επιπρόσθετες συμβατικές υποχρεώσεις σε σχέση με εκείνες της συναλλαγής, η ημερομηνία έναρξης της συναλλαγής προσδιορίζεται με βάση την ενωρίτερη ημερομηνία κατά την οποία το υποκείμενο μέσο αρχίζει τον καθορισμό ή την πραγματοποίηση πληρωμών.

E  =   η ημερομηνία λήξης που είναι η ημερομηνία κατά την οποία η αξία της τελευταίας συμβατικής πληρωμής μιας συναλλαγής ανταλλάσσεται μεταξύ του ιδρύματος και του αντισυμβαλλομένου. Η ημερομηνία λήξης εκφράζεται σε έτη με τη χρήση της σύμβασης της εργάσιμης ημέρας.

Όταν μια συναλλαγή έχει ένα χρηματοπιστωτικό μέσο ως το υποκείμενο μέσο που μπορεί να οδηγήσει σε συμβατικές υποχρεώσεις επιπλέον εκείνων της συναλλαγής, η ημερομηνία έναρξης της συναλλαγής προσδιορίζεται με βάση την τελευταία πληρωμή του υποκείμενου μέσου της συναλλαγής.

β)  Για συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου συναλλάγματος, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό ως εξής:

i)  όταν η συναλλαγή αποτελείται από ένα σκέλος πληρωμής, το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό θα είναι το ονομαστικό ποσό της σύμβασης παραγώγων·

ii)  όταν η συναλλαγή αποτελείται από δύο σκέλη πληρωμής και το ονομαστικό ποσό του ενός σκέλους πληρωμής είναι εκφρασμένο στο νόμισμα αναφοράς του ιδρύματος, το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό είναι το ονομαστικό ποσό του άλλου σκέλους πληρωμής.

iii)  όταν η συναλλαγή αποτελείται από δύο σκέλη πληρωμής και το ονομαστικό ποσό κάθε σκέλους πληρωμής είναι εκφρασμένο σε νόμισμα διαφορετικό από το νόμισμα που χρησιμοποιείται για την υποβολή αναφορών του ιδρύματος, το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό είναι το μεγαλύτερο από τα ονομαστικά ποσά των δύο σκελών πληρωμής, αφού τα ποσά αυτά μετατραπούν στο νόμισμα που χρησιμοποιείται για την υποβολή αναφορών του ιδρύματος βάσει της τρέχουσας συναλλαγματικής ισοτιμίας.

γ)  Για συναλλαγές που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου μετοχών κατηγορίας ή στην κατηγορία κινδύνου βασικών εμπορευμάτων, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό ως το προϊόν της αγοραίας τιμής μιας μονάδας του υποκείμενου μέσου της συναλλαγής επί τον αριθμό των μονάδων του υποκείμενου μέσου που συνδέεται με τη συναλλαγή.

  Το ίδρυμα χρησιμοποιεί το ονομαστικό ποσό ως το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό όταν μια συναλλαγή που κατατάσσεται στην κατηγορία κινδύνου μετοχών ή στην κατηγορία κινδύνου βασικών εμπορευμάτων εκφράζεται συμβατικά ως ονομαστικό ποσό, και όχι ως ο αριθμός των μονάδων του υποκείμενου μέσου.

2.  Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ονομαστικό ποσό ή τον αριθμό μονάδων του υποκείμενου μέσου για τον υπολογισμό του προσαρμοσμένου ονομαστικού ποσού μιας συναλλαγής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ως εξής:

α)  σε περίπτωση που το ονομαστικό ποσό ή ο αριθμός μονάδων του υποκείμενου μέσου σε μια συναλλαγή δεν καθορίζεται έως τη συμβατική ημερομηνία ληκτότητας:

i)  για προσδιοριστικά ονομαστικά ποσά και αριθμούς μονάδων του υποκείμενου μέσου, το ονομαστικό ποσό είναι ο σταθμισμένος μέσος όρος όλων των προσδιοριστικών τιμών των ονομαστικών ποσών ή των αριθμών μονάδων του υποκείμενου μέσου, ανάλογα με την περίπτωση, μέχρι τη συμβατική ληκτότητα της συναλλαγής, όταν οι σταθμίσεις αποτελούν την αναλογία της χρονικής περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζεται κάθε τιμή του ονομαστικού ποσού·

ii)  για τα στοχαστικά ονομαστικά ποσά και τον αριθμό μονάδων του υποκείμενου μέσου, το ονομαστικό ποσό είναι το ποσό που καθορίζεται μέσω του καθορισμού τρεχουσών τιμών της αγοράς εντός του μαθηματικού τύπου για τον υπολογισμό των μελλοντικών αγοραίων αξιών.

β)  για τα δυαδικά και τα ψηφιακά δικαιώματα προαίρεσης, το ονομαστικό ποσό είναι η μεγαλύτερη τιμή των πιθανών καταστάσεων της αποπληρωμής του δικαιώματος προαίρεσης κατά τη λήξη του δικαιώματος προαίρεσης.

Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, αν μια ενδεχόμενη κατάσταση της αντισταθμιστικής πληρωμής της προαίρεσης είναι στοχαστική, το ίδρυμα χρησιμοποιεί τη μέθοδο που προβλέπεται στο σημείο ii) του στοιχείου α) για τον προσδιορισμό της αξίας του ονομαστικού ποσού·

γ)  για τις συμβάσεις με πολλαπλές ανταλλαγές του ονομαστικού ποσού, το ονομαστικό ποσό πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό των πληρωμών που απομένουν να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τις συμβάσεις·

δ)  για τις συμβάσεις που προβλέπουν πολλαπλασιασμό των ταμειακών ροών ή πολλαπλασιασμό του υποκείμενου μέσου της σύμβασης, το ονομαστικό ποσό αναπροσαρμόζεται από το ίδρυμα προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις των πολλαπλασιασμένων αυτών ροών επί των κινδύνων των εν λόγω συμβάσεων.

3.  Τα ιδρύματα μετατρέπουν το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό της συναλλαγής στο νόμισμα που χρησιμοποιείται για την υποβολή αναφορών, στην επικρατούσα τρέχουσα συναλλαγματική τους ισοτιμία, όταν το προσαρμοσμένο ονομαστικό ποσό υπολογίζεται βάσει του παρόντος άρθρου από συμβατικό ονομαστικό ποσό ή αγοραία τιμή του αριθμού μονάδων του υποκείμενου μέσου που εκφράζεται σε άλλο νόμισμα.

Άρθρο 279γΠαράγοντας ληκτότητας

1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τον παράγοντα ληκτότητας (MF) ως εξής:

α)  για τις συναλλαγές που περιλαμβάνονται στα συμψηφιστικά σύνολα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 275 παράγραφος 1, το ίδρυμα χρησιμοποιεί τον ακόλουθο τύπο:

 

όπου:

M      =  η εναπομένουσα ληκτότητα της συναλλαγής, η οποία είναι ίση με το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη λήξη όλων των συμβατικών υποχρεώσεων της συναλλαγής. Για τον σκοπό αυτό, τυχόν δικαιώματα προαίρεσης μιας σύμβασης παραγώγων πρέπει να θεωρείται συμβατική υποχρέωση. Η εναπομένουσα ληκτότητα εκφράζεται σε έτη με τη χρήση της σύμβασης της εργάσιμης ημέρας.

Σε περίπτωση που η συναλλαγή έχει άλλη σύμβαση παραγώγων ως υποκείμενο μέσο που μπορεί να συνεπάγεται πρόσθετες συμβατικές υποχρεώσεις πέραν των συμβατικών υποχρεώσεων της συναλλαγής, η εναπομένουσα ληκτότητα της συναλλαγής ισούται με το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη λήξη όλων των συμβατικών υποχρεώσεων του υποκείμενου μέσου.

  =  ένα έτος εκφρασμένο σε εργάσιμες ημέρες με τη χρήση της σύμβασης της εργάσιμης ημέρας.

β)  Για συναλλαγές που συμπεριλαμβάνονται στα συμψηφιστικά σύνολα που αναφέρονται στο άρθρο 275 παράγραφοι 2 και 3), ο συντελεστής ληκτότητας ορίζεται ως εξής:

 

όπου:

MPOR    =   η περίοδος κινδύνου περιθωρίου του συμψηφιστικού συνόλου που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 285 παράγραφοι 2 έως 5.

Κατά τον καθορισμό της περιόδου κινδύνου περιθωρίου για συναλλαγές μεταξύ ενός πελάτη και ενός εκκαθαριστικού μέλους, ένα ίδρυμα που ενεργεί είτε ως πελάτης ή ως το εκκαθαριστικό μέλος αντικαθιστά την ελάχιστη περίοδο που ορίζεται στο άρθρο 285 παράγραφος 2 στοιχείο β) με 5 εργάσιμες ημέρες.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η εναπομένουσα ληκτότητα είναι ίση με το χρονικό διάστημα μέχρι την ημερομηνία του επόμενου επανακαθορισμού για συναλλαγές που είναι διαρθρωμένες ώστε να διακανονίζονται εκκρεμή ανοίγματα σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και στις οποίες οι όροι επανακαθορίζονται ώστε η αγοραία τιμή της σύμβασης να είναι μηδέν στις εν λόγω καθορισμένες ημερομηνίες πληρωμής.

Άρθρο 280Συντελεστής εποπτικού παράγοντα του

αντισταθμιστικού συνόλου

Για τους σκοπούς του υπολογισμού της προσαύξησης του αντισταθμιστικού συνόλου που αναφέρεται στα άρθρα 280α έως 280στ, ο συντελεστής εποπτικού παράγοντα του αντισταθμιστικού συνόλου «ϵ» είναι οι εξής:

  1 για το αντισταθμιστικό σύνολο που καταρτίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 277α

ϵ =  5 για το αντισταθμιστικό σύνολο που καταρτίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2α του άρθρου 277α

  0.5 για το αντισταθμιστικό σύνολο που καταρτίζεται σύμφωνα την παράγραφο 2β του άρθρου 277α

Άρθρο 280αΠροσαύξηση κατηγορίας κινδύνου επιτοκίου

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 278, τα ιδρύματα υπολογίζουν την προσαύξηση της κατηγορίας κινδύνου επιτοκίου για ένα συγκεκριμένο αντισταθμιστικό σύνολο ως εξής:

 

όπου:

j    = ο δείκτης που υποδηλώνει όλα τα αντισταθμιστικά σύνολα κινδύνου επιτοκίου που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 277α παράγραφος 1 στοιχείο α) και το άρθρο 277α παράγραφος 2 για το συμψηφιστικό σύνολο·

AddOnIRj  = η προσαύξηση του αντισταθμιστικού συνόλου «j» της κατηγορίας κινδύνου επιτοκίου που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.  Η προσαύξηση του αντισταθμιστικού συνόλου «j» της κατηγορίας κινδύνου επιτοκίου υπολογίζεται ως εξής:

 

όπου:

ϵj    =  ο συντελεστής εποπτικού παράγοντα του αντισταθμιστικού συνόλου «j» που προσδιορίζεται σύμφωνα με την ισχύουσα τιμή που ορίζεται στο άρθρο 280·

SFIR     =  ο εποπτικός παράγοντας για την κατηγορία κινδύνου επιτοκίου με τιμή ίση με 0,5%.

EffNotIRj  =  το πραγματικό ονομαστικό ποσό του αντισταθμιστικού συνόλου «j» που υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4.

3.  Για τον υπολογισμό του πραγματικού ονομαστικού ποσού του αντισταθμιστικού συνόλου «j», τα ιδρύματα κατανέμουν πρώτα κάθε συναλλαγή του αντισταθμιστικού συνόλου στο κατάλληλο κλιμάκιο του πίνακα 2. Πραγματοποιούν την εν λόγω κατανομή με βάση την ημερομηνία λήξης κάθε συναλλαγής που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 279β παράγραφος 1 στοιχείο α):

Πίνακας 2

Κλιμάκιο

Ημερομηνία λήξης

(σε έτη)

1

>0 και <=1

2

> 1 και <= 5

3

> 5

Τα ιδρύματα υπολογίζουν στη συνέχεια το πραγματικό ονομαστικό ποσό του αντισταθμιστικού συνόλου «j» σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

όπου:

l  =  ο δείκτης που υποδηλώνει τη θέση κινδύνου·

Dj,k   =  το πραγματικό ονομαστικό ποσό του κλιμακίου «k» του αντισταθμιστικού συνόλου «j» που υπολογίζεται ως εξής:

 

Άρθρο 280βΠροσαύξηση κατηγορίας κινδύνου συναλλάγματος

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 278, η προσαύξηση της κατηγορίας κινδύνου συναλλάγματος για ένα δεδομένο συμψηφιστικό σύνολο υπολογίζεται ως εξής:

 

όπου:

j  = ο δείκτης που υποδηλώνει τα αντισταθμιστικά σύνολα του κινδύνου συναλλάγματος που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 277α παράγραφος 1 στοιχείο β) και με το άρθρο 277α παράγραφος 2 για το συμψηφιστικό σύνολο·

AddOnFXj   =  η προσαύξηση του αντισταθμιστικού συνόλου «j» της κατηγορίας κινδύνου του επιτοκίου που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.  Η προσαύξηση του αντισταθμιστικού συνόλου «j» της κατηγορίας κινδύνου συναλλάγματος υπολογίζεται ως εξής:

 

όπου:

ϵj    =   ο συντελεστής εποπτικού παράγοντα του αντισταθμιστικού συνόλου «j» που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 280·

SFFX    =   ο εποπτικός παράγοντας για την κατηγορία κινδύνου συναλλάγματος με αξία ίση με 4 %·

EffNotIRj  =  το πραγματικό ονομαστικό ποσό του αντισταθμιστικού συνόλου «j» που υπολογίζεται ως εξής:

 

Άρθρο 280γΠροσαύξηση κατηγορίας πιστωτικού κινδύνου

1.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, τα ιδρύματα καθορίζουν τις συναφείς πιστωτικές οντότητες αναφοράς του συμψηφιστικού συνόλου σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α)   Πρέπει να υπάρχει μία πιστωτική οντότητα αναφοράς για κάθε εκδότη χρεωστικού τίτλου αναφοράς που διέπει μια συναλλαγή μεμονωμένου πιστούχου, η οποία κατατάσσεται στην κατηγορία πιστωτικού κινδύνου. Οι συναλλαγές μεμονωμένου πιστούχου κατανέμονται στην ίδια πιστωτική οντότητα αναφοράς μόνο όταν ο υποκείμενος χρεωστικός τίτλος αναφοράς των εν λόγω συναλλαγών έχει εκδοθεί από τον ίδιο εκδότη.

β)  Υπάρχει μία πιστωτική οντότητα αναφοράς για κάθε ομάδα χρεωστικών μέσων αναφοράς ή πιστωτικών παραγώγων μεμονωμένου πιστούχου που διέπουν μια συναλλαγή διαφορετικών πιστούχων που κατανέμεται στην κατηγορία πιστωτικού κινδύνου. Οι συναλλαγές πολλαπλών πιστούχων κατανέμονται στην ίδια πιστωτική οντότητα αναφοράς μόνο όταν η ομάδα των υποκείμενων χρεωστικών μέσων αναφοράς ή πιστωτικών παραγώγων μεμονωμένου πιστούχου των εν λόγω συναλλαγών διαθέτουν τις ίδιες συνιστώσες.

2.  Για τους σκοπούς του άρθρου 278, τα ιδρύματα υπολογίζουν την προσαύξηση της κατηγορίας πιστωτικού κινδύνου για ένα συγκεκριμένο αντισταθμιστικό σύνολο ως εξής:

 

όπου:

j    =   ο δείκτης που υποδηλώνει όλα τα αντισταθμιστικά σύνολα κινδύνου επιτοκίου που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 277α παράγραφος 1 στοιχείο α) και το άρθρο 277α παράγραφος 2 για το συμψηφιστικό σύνολο·

AddOnCreditj  =  η προσαύξηση για την κατηγορία του πιστωτικού κινδύνου του αντισταθμιστικού συνόλου «j», που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

3.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την προσαύξηση της κατηγορίας πιστωτικού κινδύνου του αντισταθμιστικού συνόλου «j» ως εξής:

όπου:

j       =  ο δείκτης που υποδηλώνει τις πιστωτικές οντότητες αναφοράς του συμψηφιστικού συνόλου που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1·

ϵj      =   ο συντελεστής εποπτικού παράγοντα του αντισταθμιστικού συνόλου «j» που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 280 παράγραφος 3·

AddOn(Entityj)   =   η προσαύξηση για την πιστωτική οντότητα αναφοράς «j» που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4·

ρjCredit     =   ο παράγοντας συσχέτισης της οντότητας «j». Σε περίπτωση που η οντότητα αναφοράς «j» έχει καθοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), ρjCredit = 50 %.Σε περίπτωση που η οντότητα αναφοράς «j» έχει θεσπιστεί σύμφωνα την παράγραφο 1 στοιχείο β), ρjCredit = 80%

4.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την προσαύξηση για την πιστωτική οντότητα αναφοράς «j» ως εξής:

 

όπου:

EffNotCreditj   =  το πραγματικό ονομαστικό ποσό της πιστωτικής οντότητας αναφοράς «j» που υπολογίζεται ως εξής:

 

όπου :

l    =   ο δείκτης που υποδηλώνει τη θέση κινδύνου·

SFj,lCredit  =   ο εποπτικός συντελεστής, που εφαρμόζεται για την πιστωτική οντότητα αναφοράς «j» που προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5.

5.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, τα ιδρύματα υπολογίζουν τον εποπτικό συντελεστή που εφαρμόζεται σε πιστωτικές οντότητες αναφοράς «j» ως εξής:

α)  Για την πιστωτική οντότητα αναφοράς «j» που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), ο SFj,lCredit κατατάσσεται σε έναν από τους έξι εποπτικούς συντελεστές που καθορίζονται στον πίνακα 3 του παρόντος άρθρου βάσει εξωτερικής πιστοληπτικής αξιολόγησης από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ του αντίστοιχου μεμονωμένου εκδότη. Για μεμονωμένο εκδότη για τον οποίο δεν υφίσταται πιστοληπτική αξιολόγηση από τον καθορισμένο EΟΠΑ:

i)  ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί τη μέθοδο που αναφέρεται στον τίτλο ΙΙ κεφάλαιο 3 κατατάσσει την εσωτερική διαβάθμιση του μεμονωμένου εκδότη σε μία από τις εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις·

ii)  ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί την προσέγγιση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙ εφαρμόζει SFj,lCredit = 0,54 % στην εν λόγω πιστωτική οντότητα αναφοράς. Ωστόσο, εάν ένα ίδρυμα εφαρμόζει το άρθρο 128 για να σταθμίζει τα ανοίγματα πιστωτικού κινδύνου ως προς τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου έναντι του εν λόγω μεμονωμένου εκδότη, εφαρμόζεται SFj,lCredit = 1,6 %·

β)  Για τις πιστωτικές οντότητες αναφοράς «j» που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β):

i)  Εάν μια θέση «l» της πιστωτικής οντότητας αναφοράς «j» αποτελεί πιστωτικό δείκτη εισηγμένο σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο, ο SFj,lCredit κατατάσσεται σε έναν από τους δύο εποπτικούς συντελεστές που καθορίζονται στον πίνακα 4 του παρόντος άρθρου με βάση το μεγαλύτερο μέρος της πιστωτικής ποιότητας των μεμονωμένων συνιστωσών της·

ii)  εάν μια θέση «l» πιστωτικής οντότητας αναφοράς «j» δεν αναφέρεται στο σημείο i) του παρόντος στοιχείου, ο SFj,lCredit είναι ο σταθμισμένος μέσος όρος των εποπτικών συντελεστών που κατατάσσονται σε κάθε συνιστώσα σύμφωνα με τη μέθοδο που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, όταν οι συντελεστές στάθμισης καθορίζονται από την αναλογία της ονομαστικής τιμής των συνιστωσών στην εν λόγω θέση.

Πίνακας 3

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

Εποπτικός παράγοντας για συναλλαγές μεμονωμένου πιστούχου

1

0,38%

2

0,42%

3

0,54%

4

1,06%

5

1,6%

6

6,0%

Πίνακας 4

Δεσπόζουσα πιστωτική ποιότητα

Εποπτικός παράγοντας για δημοσιοποιημένους δείκτες

Επενδυτικός βαθμός

0,38%

Μη επενδυτικός βαθμός

1,06%

Άρθρο 280δΠροσαύξηση κατηγορίας κινδύνου μετοχών

1.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, τα ιδρύματα καθορίζουν τις συναφείς μετοχικές οντότητες αναφοράς του συμψηφιστικού συνόλου σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α)  υπάρχει μία μετοχική οντότητα αναφοράς για κάθε εκδότη μετοχικού τίτλου αναφοράς που διέπει μια συναλλαγή μεμονωμένου πιστούχου, η οποία κατατάσσεται στην κατηγορία κινδύνου μετοχών. Οι συναλλαγές μεμονωμένου πιστούχου κατανέμονται στην ίδια μετοχική οντότητα αναφοράς μόνο όταν το υποκείμενο μέσο μετοχικών οντοτήτων αναφοράς των εν λόγω συναλλαγών έχει εκδοθεί από τον ίδιο εκδότη.

β)  Υπάρχει μία μετοχική οντότητα αναφοράς για κάθε ομάδα μετοχικών μέσων αναφοράς ή μετοχικών παραγώγων μεμονωμένου πιστούχου που διέπουν μια συναλλαγή διαφορετικών πιστούχων που κατανέμεται στην κατηγορία κινδύνου μετοχών. Οι συναλλαγές πολλαπλών πιστούχων κατανέμονται στην ίδια μετοχική οντότητα αναφοράς μόνο όταν η ομάδα των μετοχικών μέσων αναφοράς ή μετοχικών παραγώγων μεμονωμένου πιστούχου, κατά περίπτωση, των εν λόγω συναλλαγών διαθέτει τις ίδιες συνιστώσες.

2.  Για τους σκοπούς του άρθρου 278, για ένα δεδομένο συμψηφιστικό σύνολο, το ίδρυμα υπολογίζει την προσαύξηση της κατηγορίας κινδύνου μετοχών ως εξής:

 

όπου:

j    =   ο δείκτης που υποδηλώνει όλα τα αντισταθμιστικά σύνολα κινδύνου επιτοκίου που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 277α παράγραφος 1 στοιχείο δ) και το άρθρο 277α παράγραφος 2 για το συμψηφιστικό σύνολο·

AddOnEquityj   =  η προσαύξηση για την κατηγορία του πιστωτικού κινδύνου του αντισταθμιστικού συνόλου «j», που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3.

3.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την προσαύξηση της κατηγορίας κινδύνου μετοχών του αντισταθμιστικού συνόλου «j» ως εξής:

 

   όπου:

j   =   ο δείκτης που υποδηλώνει τις μετοχικές οντότητες αναφοράς του συμψηφιστικού συνόλου που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1·

ϵj     =  ο συντελεστής εποπτικού παράγοντα του αντισταθμιστικού συνόλου «j» που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 280·

AddOn(Entityj) =  η προσαύξηση για την πιστωτική οντότητα αναφοράς «j» που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4·

ρjEquity    =  ο παράγοντας συσχέτισης της οντότητας «j». Σε περίπτωση που η οντότητα αναφοράς «j» έχει καθοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), ρjEquity =50%. Σε περίπτωση που η οντότητα αναφοράς «j» έχει καθοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), ρjEquity =80%.

4.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την προσαύξηση της μετοχικής οντότητας αναφοράς «j» ως εξής:

 

όπου:

SFjEquity   =   ο εποπτικός συντελεστής που εφαρμόζεται στη μετοχική οντότητα αναφοράς «j». Όταν η μετοχική οντότητα j έχει θεσπιστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), SFjEquity = 32%· Όταν η μετοχική οντότητα j έχει θεσπιστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), SFjEquity = 20%

EffNotEquityj  =  η πραγματική ονομαστική τιμή της πιστωτικής οντότητας αναφοράς «j» που υπολογίζεται ως εξής:

 

Άρθρο 280εΠροσαύξηση κατηγορίας κινδύνου βασικών εμπορευμάτων

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 278, τα ιδρύματα υπολογίζουν την προσαύξηση της κατηγορίας κινδύνου βασικών εμπορευμάτων για ένα συγκεκριμένο αντισταθμιστικό σύνολο ως εξής:

 

j     =  ο δείκτης που υποδηλώνει όλα τα αντισταθμιστικά σύνολα κινδύνου βασικών εμπορευμάτων που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 277α παράγραφος 1 στοιχείο ε) και το άρθρο 277α παράγραφος 2 για το συμψηφιστικό σύνολο·

AddOnComj   = η προσαύξηση για την κατηγορία του κινδύνου βασικών εμπορευμάτων του αντισταθμιστικού συνόλου «j», που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4.

2.  Για τον σκοπό του υπολογισμού της προσαύξησης του αντισταθμιστικού συνόλου βασικών εμπορευμάτων ενός δεδομένου συμψηφιστικού συνόλου σύμφωνα με την παράγραφο 4, τα ιδρύματα καθορίζουν τα συναφή είδη αναφοράς βασικών εμπορευμάτων κάθε αντισταθμιστικού συνόλου. Οι συναλλαγές σε παράγωγα βασικών εμπορευμάτων κατανέμονται στο ίδιο είδος αναφοράς βασικού εμπορεύματος μόνο εφόσον το υποκείμενο μέσο βασικού εμπορεύματος των εν λόγω συναλλαγών έχει την ίδια φύση.

3.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από ένα ίδρυμα με μεγάλα και συγκεντρωμένα χαρτοφυλάκια παραγώγων σε βασικά εμπορεύματα να εξετάσει ενδεχόμενα πρόσθετα χαρακτηριστικά διαφορετικά από τη φύση του υποκείμενου μέσου βασικού εμπορεύματος για τη θέσπιση τύπων αναφοράς του εμπορεύματος ενός αντισταθμιστικού συνόλου εμπορευμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει με περισσότερες λεπτομέρειες τι αποτελεί μεγάλο και συγκεντρωμένο χαρτοφυλάκιο παραγώγων σε βασικά εμπορεύματα, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [δεκαπέντε μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

4.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την προσαύξηση της κατηγορίας κινδύνου βασικών εμπορευμάτων του αντισταθμιστικού συνόλου «j» ως εξής:

 

όπου:

k      =  ο δείκτης που υποδηλώνει τις οντότητες αναφοράς βασικών εμπορευμάτων του συμψηφιστικού συνόλου που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2·

ϵj       =  ο συντελεστής εποπτικού παράγοντα του αντισταθμιστικού συνόλου «j» που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 280·

AddOn(Typejk)   =  η προσαύξηση για τον τύπο αναφοράς βασικού εμπορεύματος «k» που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5·

ρCom      =  ο συντελεστής συσχέτισης της κατηγορίας κινδύνου βασικού εμπορεύματος του οποίου η αξία ισούται με 40 %.

5.  Το ίδρυμα υπολογίζει την προσαύξηση για το είδος αναφοράς βασικών εμπορευμάτων «k» ως εξής:

 

όπου:

SFkCom   =   ο εποπτικός συντελεστής που εφαρμόζεται στον τύπο αναφοράς βασικού εμπορεύματος «k».

Όταν ο τύπος αναφοράς βασικού εμπορεύματος «k» αντιστοιχεί σε συναλλαγές που κατανέμονται στο αντισταθμιστικό σύνολο που αναφέρεται στο άρθρο 277β παράγραφος 1 στοιχείο ε) σημείο i), το SFkCom = 40%· διαφορετικά, SFkCom = 18%.

EffNotComk  =   το πραγματικό ονομαστικό ποσό του τύπου αναφοράς βασικού εμπορεύματος «k» που υπολογίζεται ως εξής:

 

Άρθρο 280στΠροσαύξηση κατηγορίας άλλων κινδύνων

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 278, τα ιδρύματα υπολογίζουν την προσαύξηση της κατηγορίας άλλων κινδύνων για ένα συγκεκριμένο αντισταθμιστικό σύνολο ως εξής:

 

όπου:

j    =   ο δείκτης που υποδηλώνει όλα τα αντισταθμιστικά σύνολα άλλων κινδύνων που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 277α παράγραφος 1 στοιχείο α) και το άρθρο 277α παράγραφος 2 για το συμψηφιστικό σύνολο·

AddOnOtherj   =   η προσαύξηση για την κατηγορία του κινδύνου άλλων κινδύνων του αντισταθμιστικού συνόλου «j», που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την προσαύξηση της κατηγορίας κινδύνου άλλων κινδύνων του αντισταθμιστικού συνόλου «j» ως εξής:

 

όπου:   

ϵj     =   ο συντελεστής εποπτικού παράγοντα του αντισταθμιστικού συνόλου «j» που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 280·

SFOther   =   ο εποπτικός παράγοντας για την κατηγορία άλλων κινδύνων με τιμή ίση με 8%·

EffNotOtherj = το πραγματικό ονομαστικό ποσό του αντισταθμιστικού συνόλου «j» που υπολογίζεται ως εξής:

»

(66)  Στο τρίτο μέρος, Τίτλος ΙΙ, κεφάλαιο 6, το τμήμα 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τμήμα 4Απλοποιημένη τυποποιημένη προσέγγιση για τη μέθοδο πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλόμενου

Άρθρο 181Υπολο

γισμός της αξίας ανοίγματος

1.  Ένα ίδρυμα υπολογίζει την αξία ενός μεμονωμένου ανοίγματος σε επίπεδο συμψηφιστικού συνόλου σύμφωνα με το τμήμα 3 του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2.

2.  Η αξία ανοίγματος του συμψηφιστικού συνόλου υπολογίζεται σύμφωνα με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)  τα ιδρύματα δεν εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που αναφέρεται στο άρθρο 274 παράγραφος 6·

β)  κατά παρέκκλιση από το άρθρο 275 παράγραφος 1, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τα ακόλουθα:

για όλα τα συμψηφιστικά σύνολα που δεν αναφέρονται στο άρθρο 275 παράγραφος 2, τα ιδρύματα υπολογίζουν το κόστος αντικατάστασης, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

·

γ)  κατά παρέκκλιση από το άρθρο 275 παράγραφος 2, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τα ακόλουθα:

για όλα τα συμψηφιστικά σύνολα συναλλαγών που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο, τα συμψηφιστικά σύνολα συναλλαγών που εκκαθαρίζονται σε κεντρικό επίπεδο από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή τα συμψηφιστικά σύνολα των συναλλαγών για τις οποίες η εξασφάλιση ανταλλάσσεται διμερώς με τον αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, τα ιδρύματα υπολογίζουν το κόστος αντικατάστασης, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

 

όπου:

TH  =   το κατώφλι περιθωρίου που εφαρμόζεται στο συμψηφιστικό σύνολο δυνάμει της συμφωνίας περιθωρίου, κάτω από το οποίο το ίδρυμα δεν μπορεί να απαιτήσει την παροχή εξασφαλίσεων·

MTA  =  το ελάχιστο ποσό μεταφοράς που εφαρμόζεται στο συμψηφιστικό σύνολο δυνάμει της συμφωνίας περιθωρίου·

δ)  κατά παρέκκλιση από το άρθρο 275 παράγραφος 3, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τα ακόλουθα:

για όλα τα συμψηφιστικά σύνολα που υπόκεινται σε συμφωνία περιθωρίου, όταν η συμφωνία περιθωρίου ισχύει για πολλαπλά συμψηφιστικά σύνολα, τα ιδρύματα υπολογίζουν το κόστος αντικατάστασης ως το άθροισμα του κόστους αντικατάστασης κάθε συμψηφιστικού συνόλου που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, σαν να μην καλύπτονταν από περιθώριο ασφαλείας.

ε)  Όλα τα αντισταθμιστικά σύνολα δημιουργούνται σύμφωνα με το άρθρο 277α παράγραφος 1.

στ)  Τα ιδρύματα ορίζουν τον πολλαπλασιαστή στο 1 στον τύπο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ενδεχόμενου μελλοντικού ανοίγματος στο άρθρο 278 παράγραφος 1, ως εξής:

·

ζ)  κατά παρέκκλιση από το άρθρο 279 παράγραφος 1, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τα ακόλουθα:

για όλες τις συναλλαγές, τα ιδρύματα υπολογίζουν την εποπτική δέλτα ως εξής:

 

η)  Ο τύπος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του συντελεστή εποπτικής διάρκειας στο άρθρο 279β παράγραφος 1 στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

 

θ)  συντελεστής ληκτότητας που αναφέρεται στο άρθρο 279γ παράγραφος 1 υπολογίζεται ως εξής:

α) για τις συναλλαγές που περιλαμβάνονται στα συμψηφιστικά σύνολα που αναφέρονται στο άρθρο 275 παράγραφος 1, MF = 1·

β) για τις συναλλαγές που περιλαμβάνονται στα συμψηφιστικά σύνολα που αναφέρονται στο άρθρο 275 παράγραφος 3, MF = 0,42·

ι)  Ο τύπος που χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί το πραγματικό ονομαστικό ποσό του αντισταθμιστικού συνόλου «j» του άρθρου 280α παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

 

ια)  ο τύπος που χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί η προσαύξηση του αντισταθμιστικού συνόλου «j» της κατηγορίας πιστωτικού κινδύνου στο άρθρο 280γ παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

 

ιβ)  Ο τύπος που χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί η προσαύξηση του αντισταθμιστικού συνόλου «j» της κατηγορίας του μετοχικού κινδύνου του άρθρου 280δ παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

 

ιγ)  Ο τύπος που χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί η προσαύξηση του αντισταθμιστικού συνόλου «j» της κατηγορίας κινδύνου βασικών εμπορευμάτων του άρθρου 280ε παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

»

(67)  Στο τρίτο μέρος, Τίτλος ΙΙ, κεφάλαιο 6, το τμήμα 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τμήμα 5Μέθοδος αρχικού ανοίγματος

Άρθρο 282Υπολογισμός της αξίας ανοίγματος

1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία μεμονωμένου ανοίγματος για όλες τις συναλλαγές εντός μιας συμφωνίας συμβατικού συμψηφισμού όταν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 274 παράγραφος 1. Διαφορετικά, τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος ξεχωριστά για κάθε συναλλαγή που αντιμετωπίζεται ως δικό της συμψηφιστικό σύνολο.

2.  Η αξία ανοίγματος ενός συμψηφιστικού συνόλου ή συναλλαγής είναι το γινόμενο του 1,4 επί το άθροισμα του τρέχοντος κόστους αντικατάστασης και του ενδεχόμενου μελλοντικού ανοίγματος.

3.  Το τρέχον κόστος αντικατάστασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 προσδιορίζεται ως εξής:

α)  για όλα τα συμψηφιστικά σύνολα συναλλαγών που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο, τα συμψηφιστικά σύνολα συναλλαγών που εκκαθαρίζονται σε κεντρικό επίπεδο από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή τα συμψηφιστικά σύνολα των συναλλαγών για τις οποίες η εξασφάλιση ανταλλάσσεται διμερώς με τον αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, τα ιδρύματα υπολογίζουν το κόστος αντικατάστασης, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

 

όπου:

TH  =   το κατώφλι περιθωρίου που εφαρμόζεται στο συμψηφιστικό σύνολο δυνάμει της συμφωνίας περιθωρίου, κάτω από το οποίο το ίδρυμα δεν μπορεί να απαιτήσει την παροχή εξασφαλίσεων·

MTA  =  το ελάχιστο ποσό μεταφοράς που εφαρμόζεται στο συμψηφιστικό σύνολο δυνάμει της συμφωνίας περιθωρίου·

β)  για όλα τα άλλα συμψηφιστικά σύνολα ή τις μεμονωμένες συναλλαγές, τα ιδρύματα υπολογίζουν το τρέχον κόστος αντικατάστασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 ως εξής:

 

Για τον υπολογισμό του τρέχοντος κόστους αντικατάστασης, τα ιδρύματα επικαιροποιούν τις τρέχουσες αγοραίες τιμές τουλάχιστον σε μηνιαία βάση.

4.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 ως εξής:

α)  το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα ενός συμψηφιστικού συνόλου είναι το ποσό του ενδεχόμενου μελλοντικού ανοίγματος όλων των συναλλαγών που περιλαμβάνονται στο συμψηφιστικό σύνολο, όπως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο β)·

β)  το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα μιας μεμονωμένης συναλλαγής είναι το ονομαστικό της ποσό πολλαπλασιαζόμενο επί:

i)  το γινόμενο του 0,5% επί την εναπομένουσα ληκτότητα της συναλλαγής για συμβάσεις σε παράγωγα επιτοκίου·

i α)  το γινόμενο του 6% επί την εναπομένουσα ληκτότητα της συναλλαγής για συμβάσεις επιτοκίου·

ii)  ποσοστό 4 % για συμβάσεις που αφορούν παράγωγα συναλλάγματος·

iii)  ποσοστό 18 % για όλα τις συμβάσεις παραγώγων επί εμπορευμάτων πλην της ηλεκτρικής ενέργειας·

iii α) ποσοστό 40% για συμβάσεις παραγώγων που αφορούν ηλεκτρική ενέργεια·

(iii β) ποσοστό 32 % για συμβάσεις που αφορούν παράγωγα συμμετοχών·

γ)  το ονομαστικό ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο β) καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 279β παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) και με το άρθρο 279β παράγραφοι 2 και 3, ανάλογα με την περίπτωση·

δ)  το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα για συμψηφιστικά σύνολα που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παραγράφου 3 πολλαπλασιάζεται με 0,42.

Για τον υπολογισμό του ενδεχόμενου ανοίγματος των συμβάσεων επιτοκίου σύμφωνα με το στοιχείο β) σημείο ii), το ίδρυμα μπορεί να επιλέξει να χρησιμοποιήσει την αρχική διάρκεια αντί της εναπομένουσας διάρκειας των συμβάσεων.».

(68)  Στο άρθρο 283, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Για όλες τις συναλλαγές εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και για τις συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού για τις οποίες ένα ίδρυμα δεν έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί τη ΜΕΥ δυνάμει της παραγράφου 1, το ίδρυμα χρησιμοποιεί τις μεθόδους που ορίζονται στο τμήμα 3 ή το τμήμα 5. Οι εν λόγω μέθοδοι μπορούν να χρησιμοποιούνται συνδυαστικά σε μόνιμη βάση εντός ενός ομίλου.».

(69)  Το άρθρο 298 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 298Αποτελέσματα της αναγνώρισης του συμψηφισμού ως στοιχείου μείωσης του κινδύνου

Ο συμψηφισμός για τους σκοπούς των τμημάτων 3 και 6 αναγνωρίζεται με τον τρόπο που προβλέπεται σε αυτά τα τμήματα.».

(70)  Στο άρθρο 299, το στοιχείο α) της παραγράφου 2 διαγράφεται.

(71)  Το άρθρο 300 τροποποιείται ως εξής:

α)  η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από την εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος και του έβδομου μέρους, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:»·

β)  προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 5) έως 11):

«(5) «συναλλαγές σε μετρητά»: οι συναλλαγές σε μετρητά, χρεωστικούς τίτλους και μετοχές, καθώς και οι άμεσες πράξεις συναλλάγματος και συναλλαγές βασικών εμπορευμάτων τοις μετρητοίς· οι συναλλαγές επαναγοράς και οι συναλλαγές δανειοδοσίας και δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων δεν είναι συναλλαγές σε μετρητά·

(6) «ρύθμιση έμμεσης εκκαθάρισης»: η ρύθμιση που πληροί τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

(7) «πολυεπίπεδη διάρθρωση πελατών»: η ρύθμιση έμμεσης εκκαθάρισης βάσει της οποίας παρέχονται υπηρεσίες εκκαθάρισης σε ένα ίδρυμα από μια οντότητα που δεν είναι εκκαθαριστικό μέλος, αλλά είναι πελάτης ενός εκκαθαριστικού μέλους ή ενός πελάτη υψηλότερου επιπέδου·

(8) «πελάτης υψηλότερου επιπέδου»: η οντότητα που παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης σε πελάτη χαμηλότερου επιπέδου·

(9) «πελάτης χαμηλότερου επιπέδου»: η οντότητα που διαθέτει πρόσβαση στις υπηρεσίες κεντρικού αντισυμβαλλομένου μέσω πελάτη υψηλότερου επιπέδου·

(10) «μη προκαταβεβλημένη συνεισφορά σε κεφάλαιο εκκαθάρισης»: η συνεισφορά που ένα ίδρυμα το οποίο ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος έχει δεσμευτεί συμβατικώς να παράσχει σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αφότου αυτός έχει εξαντλήσει το κεφάλαιο εκκαθάρισής του για την κάλυψη ζημιών που υφίσταται λόγω αθέτησης ενός ή περισσοτέρων εκκαθαριστικών μελών του·

(11) «πλήρως εγγυημένη συναλλαγή δανειοδοσίας ή δανειοληψίας καταθέσεων»: η πλήρως εξασφαλισμένη συναλλαγή δανειοδοσίας ή δανειοληψίας στη χρηματαγορά στην οποία δύο αντισυμβαλλόμενοι ανταλλάσσουν καταθέσεις και ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρεμβάλλεται μεταξύ τους προκειμένου να εξασφαλίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων πληρωμών των εν λόγω αντισυμβαλλομένων.»·

(72)  Το άρθρο 301 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 301Πεδίο εφαρμογής

1.  Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στις ακόλουθες συμβάσεις και συναλλαγές για όσο διάστημα εκκρεμούν με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο:

α)  συμβάσεις του παραρτήματος ΙΙ και πιστωτικά παράγωγα·

β)  ΣΧΤ και πλήρως εγγυημένες συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας καταθέσεων·

γ)  συναλλαγές με μακρά περίοδο διακανονισμού·

Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται στα ανοίγματα που προκύπτουν από τον διακανονισμό των συναλλαγών σε μετρητά. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που ορίζεται στον τίτλο V του παρόντος μέρους για τα εμπορικά ανοίγματα που προκύπτουν από τις ανωτέρω συναλλαγές και συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 % για συνεισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης που καλύπτει μόνο τις εν λόγω συναλλαγές. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που ορίζεται στο άρθρο 307 για συνεισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης που καλύπτουν οποιαδήποτε από τις συμβάσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, εκτός από τις συναλλαγές σε μετρητά.

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, ισχύουν τα ακόλουθα:

α)  το αρχικό περιθώριο δεν περιλαμβάνει συνεισφορές σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για αλληλέγγυες ρυθμίσεις επιμερισμού των ζημιών·

β)  το αρχικό περιθώριο περιλαμβάνει εξασφαλίσεις που έχουν κατατεθεί από ένα ίδρυμα που ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος ή πελάτης που υπερβαίνει το ελάχιστο ποσό που απαιτείται αντίστοιχα από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή από το ίδρυμα που ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή το ίδρυμα που ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος μπορεί, στις κατάλληλες περιστάσεις, να εμποδίζει το ίδρυμα να ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος ή τον πελάτη από την απόσυρση της εν λόγω επιπλέον εξασφάλισης·

γ)  Σε περίπτωση που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος χρησιμοποιεί αρχικό περιθώριο για την αμοιβαιοποίηση των ζημιών μεταξύ των εκκαθαριστικών μελών του, τα ιδρύματα που ενεργούν ως εκκαθαριστικά μέλη θα πρέπει να αντιμετωπίζουν το εν λόγω αρχικό περιθώριο ως συνεισφορά στο κεφάλαιο εκκαθάρισης.».

(73)  Στο άρθρο 302, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Τα ιδρύματα αξιολογούν, μέσω κατάλληλων αναλύσεων σεναρίων και προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων, αν το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων που τηρούνται για ανοίγματα έναντι κεντρικού αντισυμβαλλομένου, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων μελλοντικών ή ενδεχομένων πιστωτικών ανοιγμάτων, ανοιγμάτων από συνεισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης και, όταν το ίδρυμα ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος, ανοιγμάτων που προκύπτουν από συμβατικές ρυθμίσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 304, ανταποκρίνεται επαρκώς στους εγγενείς κινδύνους των εν λόγω ανοιγμάτων.».

(74)  Το άρθρο 303 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 303Αντιμετώπιση τω

ν ανοιγμάτων των εκκαθαριστικών μελών έναντι κεντρικού αντισυμβαλλομένου

1.  Ένα ίδρυμα που ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος, είτε για ίδιο λογαριασμό είτε ως χρηματοοικονομικός διαμεσολαβητής μεταξύ πελάτη και ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματά του έναντι του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ως εξής:

α)  εφαρμόζει την προσδιοριζόμενη στο άρθρο 306 αντιμετώπιση στα εμπορικά του ανοίγματα έναντι του κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

β)  εφαρμόζει την προσδιοριζόμενη στο άρθρο 307 αντιμετώπιση στις συνεισφορές του στο κεφάλαιο εκκαθάρισης έναντι του κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, το άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων ενός ιδρύματος για τα ανοίγματα έναντι αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου λόγω εμπορικών ανοιγμάτων και συνεισφορών σε κεφάλαιο εκκαθάρισης υπόκεινται σε ανώτατο όριο ίσο προς το άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που θα εφαρμοζόταν για τα ίδια ανοίγματα εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν ήταν αναγνωρισμένος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος.».

(75)  Το άρθρο 304 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Ένα ίδρυμα που ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος και, υπό αυτή την ιδιότητα, ενεργεί ως χρηματοοικονομικός διαμεσολαβητής μεταξύ πελάτη και κεντρικού αντισυμβαλλομένου, υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις σχετιζόμενες με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο συναλλαγές του με τον πελάτη σύμφωνα με τα τμήματα 1 έως 8 του παρόντος κεφαλαίου, με το τμήμα 4 του κεφαλαίου 4 του παρόντος τίτλου και με τον τίτλο VI του παρόντος μέρους, κατά περίπτωση.»·

β)  Οι παράγραφοι 3, 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Όταν ένα ίδρυμα που ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος χρησιμοποιεί τις μεθόδους που προβλέπονται στο τμήμα 3 ή 6 του παρόντος κεφαλαίου για τον υπολογισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματά του, ισχύουν τα ακόλουθα:

α)  κατά παρέκκλιση από το άρθρο 285 παράγραφος 2, το ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί μια περίοδο κινδύνου περιθωρίου πέντε τουλάχιστον εργάσιμων ημερών για τα ανοίγματά του έναντι πελάτη·

β)  το ίδρυμα εφαρμόζει περίοδο κινδύνου περιθωρίου τουλάχιστον 10 εργάσιμων ημερών για τα ανοίγματά του έναντι κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

γ)  κατά παρέκκλιση από το άρθρο 285 παράγραφος 3, όταν ένα συμψηφιστικό σύνολο που περιλαμβάνεται στον υπολογισμό πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) της εν λόγω παραγράφου, το ίδρυμα δύναται να μην εφαρμόσει το όριο που καθορίζεται στο εν λόγω στοιχείο υπό τον όρο ότι το συμψηφιστικό σύνολο δεν πληροί την προϋπόθεση που ορίζεται στο στοιχείο β) της εν λόγω παραγράφου και δεν περιέχει αμφισβητούμενες εμπορικές συναλλαγές·

δ)  σε περίπτωση που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διατηρεί περιθώριο μεταβλητότητας έναντι μιας συναλλαγής και οι εξασφαλίσεις του ιδρύματος δεν προστατεύονται έναντι της αφερεγγυότητας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, το ίδρυμα εφαρμόζει την περίοδο κινδύνου περιθωρίου που είναι η χαμηλότερη μεταξύ περιόδου ενός έτους και της εναπομένουσας ληκτότητας της συναλλαγής, με κατώτατο όριο τις 10 εργάσιμες ημέρες.

4. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 281 παράγραφος 2 στοιχείο η), όταν ένα ίδρυμα που ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος χρησιμοποιεί τη μέθοδο που προβλέπεται στο τμήμα 4 του παρόντος κεφαλαίου για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματά του έναντι πελάτη, μπορεί να χρησιμοποιεί συντελεστή ληκτότητας ίσο προς 0,21 για τον υπολογισμό του.

5. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 282 παράγραφος 4 στοιχείο δ), όταν ένα ίδρυμα που ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος χρησιμοποιεί τη μέθοδο που προβλέπεται στο τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματά του έναντι πελάτη, μπορεί να χρησιμοποιεί συντελεστή ληκτότητας ίσο προς 0,21 για τον υπολογισμό του.

γ)  προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 6 και 7:

«6. Ένα ίδρυμα που ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος μπορεί να χρησιμοποιεί το μειωμένο άνοιγμα σε περίπτωση αθέτησης, που προκύπτει από τους υπολογισμούς που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 5 για τους σκοπούς του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με τον τίτλο VI.

7. Ένα ίδρυμα που ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος που συγκεντρώνει εξασφαλίσεις από πελάτη για συναλλαγή που σχετίζεται με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και μεταβιβάζει την εξασφάλιση στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μπορεί να αναγνωρίσει την εν λόγω εξασφάλιση προκειμένου να μειωθεί το άνοιγμά του έναντι του πελάτη για τη συγκεκριμένη σχετιζόμενη με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο συναλλαγή.

Σε περίπτωση πολυεπίπεδης διάρθρωσης πελατών η αντιμετώπιση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε επίπεδο της εν λόγω διάρθρωσης.».

(76)  Το άρθρο 305 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Ένα ίδρυμα που είναι πελάτης υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις σχετιζόμενες με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο συναλλαγές του με το εκκαθαριστικό μέλος του σύμφωνα με τα τμήματα 1 έως 8 του παρόντος τίτλου, με τον παρόντα τίτλο κεφάλαιο 4 τμήμα 4 και με τον τίτλο VI του παρόντος μέρους, κατά περίπτωση.»·

β)  Στην παράγραφο 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) ο πελάτης έχει προβεί σε επαρκώς εμπεριστατωμένη νομική εξέταση, την οποία διατηρεί επικαιροποιημένη, με την οποία τεκμηριώνεται ότι οι ρυθμίσεις που διασφαλίζουν ότι πληρούται η προϋπόθεση του στοιχείου β), είναι νομικά έγκυρες, ισχύουσες, δεσμευτικές και εκτελεστές σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία της συναφούς δικαιοδοσίας ή δικαιοδοσιών·»·

γ)  Στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«ένα ίδρυμα δύναται να λαμβάνει υπόψη τυχόν σαφείς προηγούμενες μεταφορές των θέσεων πελατών και των αντίστοιχων εξασφαλίσεων σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, καθώς και οποιοδήποτε πρόθεση του κλάδου να συνεχιστεί η πρακτική αυτή, όταν το ίδρυμα αξιολογεί τη συμμόρφωσή του με τον όρο που προβλέπεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου.»·

δ)  Οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, όταν ένα ίδρυμα που είναι πελάτης δεν πληροί την προϋπόθεση που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, διότι το εν λόγω ίδρυμα δεν προστατεύεται από ζημίες σε περίπτωση ταυτόχρονης αθέτησης του εκκαθαριστικού μέλους και άλλου πελάτη του εκκαθαριστικού μέλους, αλλά πληρούνται όλες οι λοιπές προϋποθέσεις του στοιχείου α) της εν λόγω παραγράφου και των λοιπών στοιχείων της εν λόγω παραγράφου, το ίδρυμα μπορεί να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματα διαπραγμάτευσης που αφορούν τις σχετιζόμενες με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο συναλλαγές του με το εκκαθαριστικό μέλος του σύμφωνα με το άρθρο 306, υπό την προϋπόθεση ότι αντικαθιστά τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 2 % που αναφέρεται σο άρθρο 306 παράγραφος 1 στοιχείο α) με συντελεστή στάθμισης κινδύνου 4 %.

4. Στην περίπτωση πολυεπίπεδης διάρθρωσης πελατών, ένα ίδρυμα που είναι πελάτης χαμηλότερου επιπέδου με πρόσβαση στις υπηρεσίες κεντρικού αντισυμβαλλομένου μέσω ενός πελάτη υψηλότερου επιπέδου μπορεί να εφαρμόζει την αντιμετώπιση που καθορίζεται στην παράγραφο 2 ή 3 μόνον εάν οι όροι των παραγράφων αυτών πληρούνται σε κάθε επίπεδο της εν λόγω διάρθρωσης.».

(77)  Το άρθρο 306 τροποποιείται ως εξής:

α)  Στην παράγραφο 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) όταν το ίδρυμα ενεργεί ως χρηματοοικονομικός διαμεσολαβητής μεταξύ πελάτη και κεντρικού αντισυμβαλλομένου και οι όροι της σχετιζόμενης με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο συναλλαγής ορίζουν ότι το ίδρυμα δεν υποχρεούται να αποζημιώσει τον πελάτη για ζημίες που υφίσταται λόγω μεταβολών της αξίας της συναλλαγής σε περίπτωση αθέτησης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, δύναται να καθορίζει την αξία ανοίγματος του ανοίγματος συναλλαγών με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που αντιστοιχεί στην εν λόγω σχετιζόμενη με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο συναλλαγή στο μηδέν·»·

β)  Στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο δ):

«δ) όταν ένα ίδρυμα ενεργεί ως χρηματοοικονομικός διαμεσολαβητής μεταξύ πελάτη και κεντρικού αντισυμβαλλομένου και οι όροι της σχετιζόμενης με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο συναλλαγής ορίζουν ότι το ίδρυμα δεν υποχρεούται να αποζημιώσει τον πελάτη για ζημίες που υφίσταται λόγω μεταβολών της αξίας της συναλλαγής σε περίπτωση αθέτησης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εφαρμόζει την αντιμετώπιση του στοιχείου α) ή του στοιχείου β), ανάλογα με την περίπτωση, στο άνοιγμα συναλλαγών με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη σχετιζόμενη με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο συναλλαγή.»·

γ)  Οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν τα στοιχεία ενεργητικού που παρέχονται ως εξασφάλιση σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή σε εκκαθαριστικό μέλος είναι απομακρυσμένα από τον κίνδυνο πτώχευσης σε περίπτωση που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, το εκκαθαριστικό μέλος ή ένας ή περισσότεροι από τους άλλους πελάτες του εκκαθαριστικού μέλους καταστούν αφερέγγυοι, το ίδρυμα μπορεί να εφαρμόσει μηδενική αξία ανοίγματος στα ανοίγματα πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου για τα σχετικά στοιχεία ενεργητικού.

3. Ένα ίδρυμα υπολογίζει τις αξίες ανοίγματος των ανοιγμάτων συναλλαγών στα οποία προβαίνει με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με τα τμήματα 1 έως 8 του παρόντος κεφαλαίου και με το τμήμα 4 του κεφαλαίου 4 του παρόντος τίτλου, κατά περίπτωση.».

(78)  Το άρθρο 307 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 307Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για συνεισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου

Ένα ίδρυμα που ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος εφαρμόζει την ακόλουθη αντιμετώπιση στα ανοίγματά του που προκύπτουν από τις συνεισφορές του στο κεφάλαιο εκκαθάρισης ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου:

α)  υπολογίζει την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τις προκαταβεβλημένες συνεισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με τη μέθοδο που ορίζεται στο άρθρο 308,

β)  υπολογίζει την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τις προκαταβεβλημένες και μη καταβεβλημένες συνεισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης μη αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με τη μέθοδο που ορίζεται στο άρθρο 309,

γ)  υπολογίζει την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τις μη καταβεβλημένες συνεισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με την αντιμετώπιση που ορίζεται στο άρθρο 310.».

(79)  Το άρθρο 308 τροποποιείται ως εξής:

α)  Οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Ένα ίδρυμα υπολογίζει την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων (Ki) για την κάλυψη του ανοίγματος που προκύπτει από την προκαταβεβλημένη συνεισφορά του (DFi) ως εξής:

 

όπου:

i =  ο δείκτης που υποδηλώνει το εκκαθαριστικό μέλος·

KCCP  = το υποθετικό κεφάλαιο του αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου που γνωστοποιείται στο ίδρυμα από τον αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 50γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

DFCM   = το άθροισμα των προκαταβεβλημένων συνεισφορών όλων των εκκαθαριστικών μελών του αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου που γνωστοποιείται στο ίδρυμα από τον αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 50γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

DFCCP  = οι προκαταβεβλημένοι χρηματοοικονομικοί πόροι του κεντρικού αντισυμβαλλομένου οι οποίοι γνωστοποιούνται στο ίδρυμα από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 50γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

3. Ένα ίδρυμα υπολογίζει τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά για ανοίγματα που προκύπτουν από την προκαταβεβλημένη συνεισφορά του ιδρύματος στο κεφάλαιο εκκαθάρισης αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 3 πολλαπλασιάζοντας την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων (KCMi), όπως προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2, επί 12,5.»·

β)  οι παράγραφοι 4 και 5 διαγράφονται.

(80)  Το άρθρο 309 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 309

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για προκαταβεβλημένες συνεισφορές σε κεφάλαιο εκκαθάρισης μη αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου και για μη καταβεβλημένες συνεισφορές σε μη αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο

1.  Το ίδρυμα εφαρμόζει τον ακόλουθο τύπο για τον υπολογισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων (K) για ανοίγματα που προκύπτουν από τις προκαταβεβλημένες συνεισφορές του στο κεφάλαιο εκκαθάρισης μη αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου (DF) και από τις μη καταβεβλημένες εισφορές του (UC) σε τέτοιου είδους κεντρικό αντισυμβαλλόμενο:

 

2.  Το ίδρυμα υπολογίζει τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων που προκύπτουν από τη συνεισφορά του ιδρύματος στο κεφάλαιο εκκαθάρισης μη αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 3 πολλαπλασιάζοντας την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων (K), όπως προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 επί 12,5.»·

(81)  Το άρθρο 310 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 310Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για μη καταβεβλημένες συνεισφ

ορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου

Το ίδρυμα εφαρμόζει συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 % στις μη καταβεβλημένες συνεισφορές του στο κεφάλαιο εκκαθάρισης ενός αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλόμενου.».

(82)  Το άρθρο 311 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 311Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων που παύουν να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις

1.  Τα ιδρύματα εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που ορίζεται στο παρόν άρθρο όταν λαμβάνουν γνώση, κατόπιν δημόσιας ανακοίνωσης ή γνωστοποίησης από την αρμόδια αρχή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που χρησιμοποιούν τα εν λόγω ιδρύματα ή από τον ίδιο τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις αδειοδότησης ή αναγνώρισης, κατά περίπτωση.

2.  Όταν πληρούται η προϋπόθεση της παραγράφου 1, τα ιδρύματα, εντός τριών μηνών από τη στιγμή που προκύπτει η κατάσταση που περιγράφεται στην εν λόγω παράγραφο ή νωρίτερα εάν απαιτηθεί από την αρμόδια αρχή του ιδρύματος, πράττουν τα ακόλουθα σε σχέση με τα ανοίγματά τους έναντι του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου:

α)  εφαρμόζουν στα ανοίγματα συναλλαγών τους έναντι του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου τον χειρισμό που καθορίζεται στο άρθρο 306 παράγραφος 1 σημείο β),

β)  εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που καθορίζεται στο άρθρο 309 στις προκαταβεβλημένες συνεισφορές τους στο κεφάλαιο εκκαθάρισης του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου και στις μη καταβεβλημένες συνεισφορές του στον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο,

γ)  αντιμετωπίζουν τα ανοίγματά τους έναντι του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκτός από τα ανοίγματα που αναφέρονται στα σημεία α) και β) της παρούσας παραγράφου, ως ανοίγματα έναντι επιχείρησης σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο για τον πιστωτικό κίνδυνο του κεφαλαίου 2 του παρόντος τίτλου.».

(82α)  Στο άρθρο 316 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα ιδρύματα δύνανται να επιλέξουν να μην εφαρμόσουν τους λογαριασμούς της κατάστασης αποτελεσμάτων χρήσης δυνάμει του άρθρου 27 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ σε ό,τι αφορά τις χρηματοδοτικές και λειτουργικές μισθώσεις για τους σκοπούς του υπολογισμού του σχετικού δείκτη, και αντί αυτού:

α) να συμπεριλάβουν τα έσοδα από τόκους από χρηματοδοτικές και λειτουργικές μισθώσεις και τα κέρδη από μισθωμένα στοιχεία ενεργητικού στη λογιστική κατηγορία που αναφέρεται στο σημείο 1 του πίνακα 1·

β) να συμπεριλάβουν τα έξοδα από τόκους από χρηματοδοτικές και λειτουργικές μισθώσεις, τις ζημίες, αποσβέσεις και απομειώσεις για τα μισθωμένα λειτουργικά στοιχεία ενεργητικού στη λογιστική κατηγορία που αναφέρεται στο σημείο 2 του πίνακα 1.»

(83)  Στο τρίτο μέρος τίτλος IV, το κεφάλαιο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κεφάλαιο 1Γενικές διατάξεις

Άρθρο 325

Προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς

1.  Ένα ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αγοράς όλων των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και των θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος σύμφωνα με τις ακόλουθες μεθόδους:

α)  από την 1η Ιανουαρίου 2022, την τυποποιημένη προσέγγιση που ορίζεται στο κεφάλαιο 1α του παρόντος τίτλου·

β)  από την 1η Ιανουαρίου 2022, τη μέθοδο εσωτερικού υποδείγματος που ορίζεται στο κεφάλαιο 1β του παρόντος τίτλου μόνο για τις θέσεις που ανατίθεται σε μονάδες διαπραγμάτευσης για τις οποίες το ίδρυμα έχει λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές να χρησιμοποιεί αυτή τη μέθοδο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 325βα·

γ)  μετά την 1η Ιανουαρίου 2022, μόνο τα ιδρύματα που πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 325α παράγραφος 1, μπορούν να χρησιμοποιούν την απλοποιημένη τυποποιημένη προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 για τον προσδιορισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς

δ)  μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2022, την απλοποιημένη μέθοδο εσωτερικού υποδείγματος που ορίζεται στο κεφάλαιο 5 του παρόντος τίτλου για τις κατηγορίες κινδύνου για τις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια στο ίδρυμα να εφαρμόσει τη μέθοδο σύμφωνα με το άρθρο 363. Μετά την [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], τα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν πλέον την απλοποιημένη μέθοδο εσωτερικού υποδείγματος που ορίζεται στο κεφάλαιο 5 προκειμένου να προσδιορίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αγοράς.

2.  Οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς που υπολογίζονται με την απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση που αναφέρεται στο σημείο γ) της παραγράφου 1, νοούνται ως το άθροισμα των ακόλουθων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων, ανάλογα με την περίπτωση:

α)  των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους θέσης που αναφέρονται στο κεφάλαιο 2 του παρόντος τίτλου·

β)  των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους συναλλάγματος που αναφέρονται στο κεφάλαιο 3 του παρόντος τίτλου·

γ)  των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους βασικού εμπορεύματος που αναφέρονται στο κεφάλαιο 4 του παρόντος τίτλου·

3.  Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί συνδυαστικά τις μεθόδους που προβλέπονται στα σημεία α) και β) της παραγράφου 1 σε μόνιμη βάση εντός ενός ομίλου, υπό την προϋπόθεση ότι οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς που υπολογίζονται σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο σημείο α) δεν υπερβαίνουν το 90 % των συνολικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αγοράς. Διαφορετικά, το ίδρυμα χρησιμοποιεί τη μέθοδο που προβλέπεται στο σημείο α) της παραγράφου 1 για όλες τις θέσεις που υπόκεινται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αγοράς.

Η αρμόδια αρχή δύναται, με βάση την προσέγγιση που επελέγη από το ίδρυμα για συγκρίσιμες μονάδες διαπραγμάτευσης, αποφασίζουν να ορίσουν μονάδες διαπραγμάτευσης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της μεθόδου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β).

4.  Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί συνδυαστικά τις μεθόδους που προβλέπονται στα σημεία γ) και δ) της παραγράφου 1 σε μόνιμη βάση εντός ενός ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 363.

5.  Ένα ίδρυμα δεν χρησιμοποιεί καμία από τις μεθόδους που αναφέρονται στα σημεία α) και β) της παραγράφου 1 σε συνδυασμό με τη μέθοδο που ορίζεται στο σημείο γ).

6.  Τα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν τη μέθοδο που περιγράφεται στο σημείο β) της παραγράφου 1 για τα μέσα χαρτοφυλακίου συναλλαγών που είναι θέσεις τιτλοποίησης ή θέσεις που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο διαπραγμάτευσης συσχετίσεων (CTP), όπως ορίζεται στις παραγράφους 7 έως 9 του άρθρου 104.

7.  Για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με την προηγμένη μέθοδο που ορίζεται στο άρθρο 383, τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν την απλοποιημένη μέθοδο εσωτερικού υποδείγματος που περιγράφεται στο κεφάλαιο 5 του παρόντος τίτλου μετά την [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], ημερομηνία κατά την οποία τα ιδρύματα παύουν να χρησιμοποιούν την εν λόγω μέθοδο για τους σκοπούς του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς.

8.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει λεπτομερέστερα τον τρόπο με τον οποίο τα ιδρύματα ορίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων ως προς τους κινδύνους αγοράς για θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος σύμφωνα με τις μεθόδους που αναφέρονται στα σημεία α) και β) της παραγράφου 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα στα οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

Άρθρο 32Προϋποθέσεις χρήσης της απλοποιημένης τυποποιημένης προσέγγισης

1.  Το ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς, σύμφωνα με τη μέθοδο που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 σημείο γ), υπό τον όρο ότι ο όγκος των εντός και εκτός ισολογισμού δραστηριοτήτων του ιδρύματος που υπόκειται σε κινδύνους αγοράς είναι ίσος προς ή μικρότερος από τα ακόλουθα όρια με βάση αξιολόγηση που διενεργείται σε μηνιαία βάση:

α)  10 % του συνόλου του ενεργητικού του ιδρύματος,

β)  300 εκατ. EUR.

Μετά από αίτηση του ιδρύματος, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει στο ίδρυμα να υπολογίσει σε ατομική βάση τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς, σύμφωνα με την προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο γ), υπό τον όρο ότι ο όγκος των εντός και εκτός ισολογισμού δραστηριοτήτων του ιδρύματος που υπόκειται σε κινδύνους αγοράς δεν υπερβαίνει τα 500 εκατ. EUR με βάση αξιολόγηση που διενεργείται σε μηνιαία βάση.

2.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν το μέγεθος των εντός και εκτός ισολογισμού δραστηριοτήτων τους που υπόκεινται σε κινδύνους αγοράς σε συγκεκριμένη ημερομηνία , σύμφωνα με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)  συμπεριλαμβάνονται όλες οι θέσεις που ανατίθενται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών▌·

β)  συμπεριλαμβάνονται όλες οι θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που δημιουργούν κινδύνους συναλλάγματος και βασικού εμπορεύματος·

γ)  όλες οι θέσεις αποτιμώνται σε τιμές της αγοράς κατά την ημερομηνία αυτή, εκτός από τις θέσεις που αναφέρονται στο σημείο β)· αν η αγοραία τιμή της θέσης δεν είναι διαθέσιμη για την ημερομηνία αυτή, τα ιδρύματα λαμβάνουν την πιο πρόσφατη αγοραία τιμή για τη εν λόγω θέση·

δ)  όλες οι θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που δημιουργούν κινδύνους βασικού εμπορεύματος θεωρούνται ως συνολική καθαρή θέση συναλλάγματος και αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 352·

ε)  όλες οι θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που δημιουργούν κινδύνους βασικού εμπορεύματος αποτιμώνται με βάση τις διατάξεις που ορίζονται στα άρθρα 357 έως 358·

στ)  η απόλυτη τιμή των θετικών θέσεων αθροίζεται με την απόλυτη τιμή των αρνητικών θέσεων.

3.  Τα ιδρύματα ειδοποιούν τις αρμόδιες αρχές, όταν υπολογίζουν ή παύουν να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους για κινδύνους αγοράς σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

4.  Το ίδρυμα που δεν πληροί πλέον οποιονδήποτε από τους όρους της παραγράφου 1, ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή.

5.  Τα ιδρύματα παύουν να καθορίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς σύμφωνα με την παράγραφο 1 εντός τριών μηνών σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  το ίδρυμα δεν πληροί οποιανδήποτε από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 για τρεις διαδοχικούς μήνες·

β)  το ίδρυμα δεν πληροί οποιανδήποτε από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των έξι μηνών κατά τους 12 τελευταίους μήνες.

6.  Σε περίπτωση που το ίδρυμα παύει να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αγοράς σύμφωνα με την παράγραφο 1, του επιτρέπεται μόνο να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αγοράς σύμφωνα με την παράγραφο 1, όταν αποδεικνύει στην αρμόδια αρχή ότι όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 έχουν τηρηθεί για αδιάλειπτο χρονικό διάστημα ενός έτους.

7.  Τα ιδρύματα δεν συνομολογούν θέση με μοναδικό σκοπό τη συμμόρφωση προς οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 κατά τη μηνιαία αξιολόγηση.

Άρθρο 325βΑναγνωρίσεις ενοποιημένων απαιτήσεων

1.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 και αποκλειστικά για τον σκοπό υπολογισμού των καθαρών θέσεων και των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο σε ενοποιημένη βάση, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν θέσεις σε ένα ίδρυμα ή σε μια επιχείρηση για τον συμψηφισμό θέσεων σε άλλο ίδρυμα ή επιχείρηση.

2.  Τα ιδρύματα μπορούν να εφαρμόζουν την παράγραφο 1 μόνο με την επιφύλαξη της άδειας των αρμόδιων αρχών, η οποία χορηγείται εάν πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)  υπάρχει ικανοποιητική κατανομή κεφαλαίων εντός του ομίλου·

β)  το κανονιστικό, νομικό ή συμβατικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν τα ιδρύματα εγγυάται, ως εκ της φύσεώς του, την αμοιβαία χρηματοοικονομική υποστήριξη εντός του ομίλου.

3.  Εάν υπάρχουν επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, πρέπει να πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις επιπροσθέτως των προϋποθέσεων της παραγράφου 2:

α)  οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν άδεια λειτουργίας σε μια τρίτη χώρα και είτε ανταποκρίνονται στον ορισμό του πιστωτικού ιδρύματος είτε είναι αναγνωρισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων τρίτων χωρών·

β)  οι εν λόγω επιχειρήσεις συμμορφώνονται, σε ατομική βάση, με απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων ισοδύναμες με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

γ)  δεν υπάρχουν στις οικείες τρίτες χώρες κανονιστικές ρυθμίσεις που να επηρεάζουν ουσιαστικά τις μεταβιβάσεις κεφαλαίων εντός του ομίλου.

Άρθρο 325γΑντισταθμίσεις του κινδύνο

υ συναλλάγματος

1.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν σε ένα ίδρυμα να μη συνυπολογίζει ορισμένες θέσεις συναλλαγματικού κινδύνου που έχει αναλάβει σκοπίμως το ίδρυμα προκειμένου να αντισταθμιστεί έναντι των δυσμενών συνεπειών των συναλλαγματικών διακυμάνσεων για τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειάς του που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1, υπό την προϋπόθεση ότι λάβει έγκριση από τις αρμόδιες αρχές, από τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η εξαίρεση περιορίζεται στο μεγαλύτερο από τα ακόλουθα ποσά:

i)  το ποσό των επενδύσεων σε συνδεδεμένες οντότητες που είναι εκφρασμένο σε ξένα νομίσματα, αλλά που δεν έχει ενοποιηθεί με το ίδρυμα·

ii)  το ποσό των επενδύσεων στις ενοποιημένες θυγατρικές που εκφράζεται σε ξένα νομίσματα.

β)  η εξαίρεση από τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς πραγματοποιείται για τουλάχιστον έξι μήνες·

γ)  το ίδρυμα έχει παράσχει στις αρμόδιες αρχές τις λεπτομέρειες όσον αφορά την εν λόγω θέση, και έχει τεκμηριώσει ότι η εν λόγω θέση έχει συνομολογηθεί για το σκοπό της αντιστάθμισης, πλήρως ή μερικώς, έναντι των δυσμενών συνεπειών της συναλλαγματικής διακύμανσης για τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειάς του σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 1 και τα ποσά της εν λόγω θέσης που εξαιρούνται από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς που αναφέρεται στο σημείο α).

2.  Οποιαδήποτε εξαίρεση θέσεων από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς σύμφωνα με την παράγραφο 1 εφαρμόζεται με συνέπεια και παραμένει σε ισχύ για όλη τη διάρκεια ζωής των στοιχείων του ενεργητικού ή άλλων στοιχείων.

3.  Οι αρμόδιες αρχές εγκρίνουν τυχόν επακόλουθες μεταβολές εκ μέρους του ιδρύματος στα ποσά που εξαιρούνται από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αγοράς σύμφωνα με την παράγραφο 1.».

(84)  Στο τρίτο μέρος τίτλος IV προστίθενται τα ακόλουθα κεφάλαια 1α και 1β:

«Κεφάλαιο 1αΗ τυποποιημένη μέθοδος

Τμήμα 1Γενικές διατάξεις

Άρθρο 325δΠεδίο εφαρμογής και διάρθρωση της τυποποιημένης μεθόδου

Το ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς με την τυποποιημένη προσέγγιση για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή για θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που δημιουργούν κινδύνους συναλλάγματος και βασικού εμπορεύματος ως το άθροισμα των ακόλουθων τριών συνιστωσών:

α)  της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τη μέθοδο βάσει ευαισθησιών που ορίζεται στο τμήμα 2 του παρόντος κεφαλαίου·

β)  της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αθέτησης που ορίζεται στο τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου, η οποία ισχύει μόνο για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που αναφέρονται στο εν λόγω τμήμα·

γ)  της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τους υπολειπόμενους κινδύνους που ορίζονται στο τμήμα 4 του παρόντος κεφαλαίου, η οποία ισχύει μόνο για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που αναφέρονται στο εν λόγω τμήμα.

Τμήμα 2

Απαίτηση ιδίων κεφαλαίων της μεθόδου βάσει ευαισθησιών

Άρθρο 325εΟρισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(1) «κατηγορία κινδύνου»: μία από τις επτά ακόλουθες κατηγορίες: i) γενικός κίνδυνος επιτοκίου· ii) κίνδυνος πιστωτικού περιθωρίου εκτός τιτλοποιήσεων· iii) κίνδυνος πιστωτικού περιθωρίου τιτλοποιήσεων (εκτός CTP)· iv) κίνδυνος πιστωτικού περιθωρίου τιτλοποιήσεων (εντός CTP)· v) κίνδυνος μετοχών· vi) κίνδυνος βασικών εμπορευμάτων· και vii) κίνδυνος συναλλάγματος.

(2) «ευαισθησία»: η σχετική μεταβολή στην αξία μιας θέσης, που υπολογίζεται με το υπόδειγμα τιμολόγησης του ιδρύματος, ως αποτέλεσμα της μεταβολής της αξίας ενός από τους συναφείς παράγοντες κινδύνου της θέσης.

(3) «κλιμάκιο»: η υποκατηγορία των θέσεων εντός μίας κατηγορίας κινδύνου με παρόμοια χαρακτηριστικά κινδύνου στην οποία εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου όπως ορίζεται στο παρόν κεφάλαιο τμήμα 3 ενότητα 1.

Άρθρο 325στ

Συνιστώσες της μεθόδου βάσει ευαισθησιών

1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς βάσει της μεθόδου βάσει ευαισθησιών αθροίζοντας τις ακόλουθες τρεις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους σύμφωνα με το άρθρο 325θ:

α)  απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο συντελεστή δέλτα, που καλύπτει τον κίνδυνο μεταβολών της αξίας ενός μέσου λόγω μεταβολών στους σχετιζόμενους με τη μη-μεταβλητότητα παράγοντες κινδύνου και δεδομένης της γραμμικής συνάρτησης τιμολόγησης·

β)  απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο συντελεστή βέγκα, που καλύπτει τον κίνδυνο μεταβολών της αξίας ενός μέσου λόγω μεταβολών στους σχετιζόμενους με τη μεταβλητότητα παράγοντες κινδύνου·

γ)  απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο καμπυλότητας, που καλύπτει τον κίνδυνο μεταβολών της αξίας ενός μέσου λόγω μεταβολών στους κύριους σχετιζόμενους με τη μη-μεταβλητότητα παράγοντες κινδύνου που δεν καλύπτονται από τον συντελεστή δέλτα.

2.  Για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1,

δ)  όλες οι θέσεις των μέσων με δικαιώματα προαίρεσης υπόκεινται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ).

ε)  όλες οι θέσεις των μέσων χωρίς δικαιώματα προαίρεσης υπόκεινται μόνο στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α).

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, τα μέσα με δικαιώματα προαίρεσης περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: αγορές, πωλήσεις, ανώτατα όρια, κατώτατα όρια, συμφωνίες ανταλλαγής, δικαιώματα προαίρεσης με φράγμα και εξωτικά δικαιώματα προαίρεσης. Ενσωματωμένα δικαιώματα προαίρεσης, όπως η προπληρωμή ή τα συμπεριφορικά δικαιώματα προαίρεσης, θεωρούνται μεμονωμένες θέσεις σε δικαιώματα προαίρεσης για τους σκοπούς του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, τα μέσα των οποίων οι ταμειακές ροές μπορούν να εγγραφούν ως γραμμική συνάρτηση της υποκείμενης ονομαστικής αξίας θεωρούνται ότι είναι μέσα χωρίς δικαιώματα προαίρεσης.

Άρθρο 325ζΑπαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους δέλτα και βέγκα

1.  Τα ιδρύματα εφαρμόζουν τους συντελεστές κινδύνου δέλτα και βέγκα που περιγράφονται στο παρόν κεφάλαιο τμήμα 3 ενότητα 1 για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους δέλτα και βέγκα.

2.  Τα ιδρύματα εφαρμόζουν τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 3 έως 8 για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους δέλτα και βέγκα.

3.  Για κάθε κατηγορία κινδύνου, η ευαισθησία όλων των μέσων ιδίων κεφαλαίων ή απαιτήσεων για κινδύνους δέλτα και βέγκα σε καθένα από τους εφαρμόσιμους κινδύνους δέλτα και βέγκα που συμπεριλαμβάνονται στην εν λόγω κατηγορία κινδύνου υπολογίζεται με τη χρήση των αντίστοιχων μαθηματικών τύπων στο παρόν κεφάλαιο τμήμα 3 ενότητα 2. Εάν η αξία ενός μέσου εξαρτάται από διάφορους παράγοντες κινδύνου, η ευαισθησία προσδιορίζεται ξεχωριστά για κάθε παράγοντα κινδύνου.

4.  Οι ευαισθησίες κατατάσσονται σε ένα από τα κλιμάκια «b» σε κάθε κατηγορία κινδύνου.

5.  Εντός κάθε κλιμακίου «b», συμψηφίζονται οι θετικές και αρνητικές ευαισθησίες στον ίδιο παράγοντα κινδύνου, που οδηγούν σε καθαρές ευαισθησίες ( για κάθε παράγοντα κινδύνου k εντός ενός κλιμακίου.

6.  Οι καθαρές ευαισθησίες σε κάθε παράγοντα κινδύνου () σε κάθε κλιμάκιο πολλαπλασιάζονται επί τους αντίστοιχους συντελεστές στάθμισης κινδύνου (RWk) που προβλέπονται στο τμήμα 6, προκαλώντας σταθμισμένες ευαισθησίες (WSk) σε κάθε παράγοντα κινδύνου εντός του εν λόγω κλιμακίου, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

 

7.  Οι σταθμισμένες ευαισθησίες σε διάφορους παράγοντες κινδύνου σε κάθε κλιμάκιο αθροίζονται σύμφωνα με τον τύπο που ακολουθεί, όπου η ποσότητα στη συνάρτηση τετραγωνικής ρίζας λαμβάνει κατώτατη τιμή μηδέν, η οποία οδηγεί στη σχετιζόμενη με το συγκεκριμένο κλιμάκιο ευαισθησία (Kb). Χρησιμοποιούνται οι αντίστοιχες σταθμισμένες συσχετίσεις για ευαισθησίες εντός του ίδιου κλιμακίου (), που καθορίζονται στο τμήμα 6.

 

8.  Η σχετιζόμενη με το κλιμάκιο ευαισθησία (Kb) υπολογίζεται για κάθε κλιμάκιο εντός μιας κατηγορίας κινδύνου σύμφωνα με τις παραγράφους 5 έως 7. Μόλις υπολογιστεί η σχετιζόμενη με το κλιμάκιο ευαισθησία για όλα τα κλιμάκια, οι σταθμισμένες ευαισθησίες σε όλους τους παράγοντες κινδύνου στα κλιμάκια συγκεντρώνονται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο, μέσω της χρήσης των αντίστοιχων συσχετίσεων γbc για σταθμισμένες ευαισθησίες σε διαφορετικά κλιμάκια που καθορίζονται σε 6, με αποτέλεσμα να προκύπτει η σχετιζόμενη με την κατηγορία κινδύνου δέλτα ή βέγκα απαίτηση ιδίων κεφαλαίων :

 

όπου για όλους τους παράγοντες κινδύνου στο κλιμάκιο b και στο κλιμάκιο c. Όπου οι εν λόγω τιμές για και παράγουν αρνητικό αριθμό για το συνολικό άθροισμα , το ίδρυμα υπολογίζει τις σχετιζόμενες με την κατηγορία κινδύνου δέλτα ή βέγκα απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων δέλτα ή βέγκα με τη χρήση μιας εναλλακτικής προδιαγραφής σύμφωνα με την οποία για όλους τους παράγοντες κινδύνου στο κλιμάκιο b και για όλους τους παράγοντες κινδύνου στο κλιμάκιο c.

Οι σχετιζόμενες με την κατηγορία κινδύνου δέλτα ή βέγκα απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων υπολογίζονται για κάθε κατηγορία κινδύνου σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 8.

Άρθρο 325ηΑπαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο καμπυλότητας

1.  Τα ιδρύματα εφαρμόζουν τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 6 για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο καμπυλότητας.

2.  Μέσω της χρήσης των ευαισθησιών που υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 325ζ παράγραφος 4, για κάθε κατηγορία κινδύνου, η καθαρή απαίτηση κινδύνου καμπυλότητας για κάθε παράγοντα κινδύνου (k) που περιλαμβάνεται σε αυτή την κατηγορία κινδύνου υπολογίζεται σύμφωνα με τον τύπο που ακολουθεί.

 

όπου:

i = ο δείκτης που υποδηλώνει ένα μέσο υποκείμενο σε κινδύνους καμπυλότητας που συνδέονται με τον παράγοντα κινδύνου k·

= το τρέχον επίπεδο του παράγοντα κινδύνου k·

= η αξία ενός μέσου i όπως εκτιμάται από το υπόδειγμα τιμολόγησης του ιδρύματος με τη χρήση της τρέχουσας αξίας του παράγοντα κινδύνου k·

και = η αξία ενός μέσου i μετά τη μετατόπιση του προς τα άνω και προς τα κάτω, αντίστοιχα, σύμφωνα με τους αντίστοιχους συντελεστές στάθμισης κινδύνου·

= ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τον παράγοντα κινδύνου καμπυλότητας για το μέσο i καθορίζεται σύμφωνα με το τμήμα 6.

= η δέλτα ευαισθησία του μέσου i όσον αφορά τον παράγοντα κινδύνου δέλτα που αντιστοιχεί σε παράγοντα κινδύνου καμπυλότητας k.

3.  Για κάθε κατηγορία κινδύνου, οι καθαρές απαιτήσεις κινδύνου καμπυλότητας που υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 κατατάσσονται σε ένα από τα κλιμάκια (b) εντός της εν λόγω κατηγορίας κινδύνου.

4.  Όλες οι καθαρές απαιτήσεις κινδύνου καμπυλότητας εντός κάθε κλιμακίου (b) αθροίζονται σύμφωνα με τον τύπο που ακολουθεί, όπου χρησιμοποιούνται οι αντίστοιχες οριζόμενες συσχετίσεις rkl μεταξύ ζευγών παραγόντων κινδύνου k,l εντός κάθε κλιμακίου, με αποτέλεσμα να προκύπτουν οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον σχετιζόμενο με το συγκεκριμένο κλιμάκιο κίνδυνο καμπυλότητας:

  

όπου:

y = μια συνάρτηση που έχει αξία 0 εάν τα και έχουν αμφότερα αρνητικά σημεία. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, yτο λαμβάνει την τιμή 1.

5.  Οι καθαρές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων κινδύνου καμπυλότητας αθροίζονται στα κλιμάκια εντός κάθε κατηγορίας κινδύνου σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο, όπου χρησιμοποιούνται οι αντίστοιχες οριζόμενες συσχετίσεις γbc για τα σύνολα των καθαρών απαιτήσεων κινδύνου καμπυλότητας που ανήκουν σε διαφορετικά κλιμάκια κινδύνου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προκύπτουν οι σχετιζόμενες με την κατηγορία κινδύνου απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων του κινδύνου καμπυλότητας.

  

όπου:

για όλους τους παράγοντες κινδύνου στο κλιμάκιο b, και στο κλιμάκιο c·

μια συνάρτηση που έχει αξία 0 εάν και τα έχουν αμφότερα αρνητικά πρόσημα. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, το λαμβάνει την τιμή 1.

Όπου αυτές οι τιμές για και παράγουν αρνητικό αριθμό για το συνολικό ποσό

το ίδρυμα υπολογίζει την επιβάρυνση κινδύνου καμπυλότητας με τη χρήση της εναλλακτικής προδιαγραφής σύμφωνα με την οποία για όλους τους παράγοντες κινδύνου στο κλιμάκιο b και για όλους τους παράγοντες κινδύνου στο κλιμάκιο c.

6.  Οι σχετιζόμενες με την κατηγορία κινδύνου απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων του κινδύνου καμπυλότητας υπολογίζονται για κάθε κατηγορία κινδύνου σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 5.

Άρθρο 325θ

Άθροισμα των σχετιζόμενων με την κατηγορία κινδύνου απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους δέλτα, βέγκα και καμπυλότητας

1.  Τα ιδρύματα αθροίζουν τις σχετιζόμενες με την κατηγορία κινδύνου απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους δέλτα, βέγκα και καμπυλότητας σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 και 3.

2.  H διαδικασία για τον υπολογισμό των σχετιζόμενων με την κατηγορία κινδύνου δέλτα, βέγκα ή καμπυλότητας απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που περιγράφεται στα άρθρα 325ζ και 325η διενεργείται τρεις φορές ανά κατηγορία κινδύνου, με τη χρήση κάθε φορά διαφορετικού συνόλου παραμέτρων συσχέτισης (συσχέτιση μεταξύ παραγόντων κινδύνου εντός ενός κλιμακίου) και (συσχέτιση μεταξύ κλιμακίων εντός μιας κατηγορίας κινδύνου). Καθένα από τα εν λόγω τρία σύνολα αντιστοιχούν σε ένα διαφορετικό σενάριο, ως εξής:

α)  το σενάριο «μεσαίων συσχετίσεων», σύμφωνα με το οποίο οι παράμετροι συσχέτισης και παραμένουν αμετάβλητες σε σχέση με εκείνες που αναφέρονται στο τμήμα 6.

β)  το σενάριο «υψηλών συσχετίσεων» σύμφωνα με το οποίο οι παράμετροι συσχέτισης και που προσδιορίζονται στο τμήμα 6, , πολλαπλασιάζονται ομοιόμορφα επί 1,25, και το και υπόκεινται σε ανώτατο όριο 100 %.

γ)  Το σενάριο «χαμηλών συσχετίσεων», σύμφωνα με το οποίο οι αντίστοιχες προδιαγεγραμμένες συσχετίσεις που προσδιορίζονται στο τμήμα 6 πολλαπλασιάζονται ομοιόμορφα επί 0,75.

3.  Για κάθε σενάριο, το ίδρυμα καθορίζει μια ειδική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων σε επίπεδο χαρτοφυλακίου. Η σχετιζόμενη με το σενάριο απαίτηση ιδίων κεφαλαίων σε επίπεδο χαρτοφυλακίου υπολογίζεται ως άθροισμα των σχετιζόμενων με την κατηγορία κινδύνου απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για το σενάριο αυτό.

4.  Οι τελικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων ▌του χαρτοφυλακίου είναι η υψηλότερη σχετιζόμενη με το σενάριο απαίτηση ιδίων κεφαλαίων σε επίπεδο χαρτοφυλακίου που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Άρθρο 325ιΑντιμετώπιση μέσων σε δείκτες, πολλαπλών υποκείμενων δικαιωμάτων προαίρεσης

1.  Τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τη προσέγγιση εξέτασης για τα μέσα σε δείκτες και τα πολλαπλά υποκείμενα δικαιώματα προαίρεσης, όπου όλες οι συνιστώσες του δείκτη ή του δικαιώματος προαίρεσης διαθέτουν ευαισθησίες κινδύνου δέλτα του ίδιου σημείου. Οι ευαισθησίες σε συνιστώσες παραγόντων κινδύνου από μέσα σε δείκτες και πολλαπλά υποκείμενα δικαιώματα προαίρεσης επιτρέπεται να συμψηφίζονται με τις ευαισθησίες μέσων σε μεμονωμένο όνομα χωρίς περιορισμούς, με την εξαίρεση των θέσεων στο CTP.

2.  Τα πολλαπλά υποκείμενα δικαιώματα προαίρεσης με διαφορετικά σημεία ευαισθησιών κινδύνου δέλτα απαλλάσσονται από τον κίνδυνο δέλτα και βέγκα, αλλά υπόκεινται στην προσαύξηση υπολειπόμενου κινδύνου που αναφέρεται στο τμήμα 4 του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 326ιαΑντιμετώπιση οργανισμών συλλογικών επενδύσεων

1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς μιας θέσης σε οργανισμό συλλογικών επενδύσεων («ΟΣΕ») χρησιμοποιώντας μία από τις ακόλουθες προσεγγίσεις:

α)  το ίδρυμα που είναι σε θέση να προσδιορίζει τις υποκείμενες επενδύσεις του ΟΣΕ ή το μέσο σε δείκτη σε καθημερινή βάση εξετάζει τις εν λόγω υποκείμενες επενδύσεις και υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για τη θέση αυτή σύμφωνα με την προσέγγιση που ορίζεται στο άρθρο 325ι παράγραφος 1·

β)  στην περίπτωση που μπορούν να ληφθούν οι ημερήσιες τιμές για τον ΟΣΕ και ένα ίδρυμα γνωρίζει την εντολή του ΟΣΕ, το ίδρυμα θεωρεί τη θέση του ΟΣΕ ως μέσο μετοχικού κεφαλαίου για τους σκοπούς των ευαισθησιών βάσει μεθόδου·

γ)  στην περίπτωση που μπορούν να ληφθούν οι ημερήσιες τιμές για τον ΟΣΕ, αλλά το ίδρυμα δεν γνωρίζει την εντολή του ΟΣΕ το ίδρυμα θεωρεί τη θέση του ΟΣΕ ως μέσο μετοχικού κεφαλαίου για τους σκοπούς της μεθόδου βάσει ευαισθησιών και αποδίδει στην εν λόγω θέση ΟΣΕ τον κίνδυνο στάθμισης της κατηγορίας κινδύνου συναλλάγματος «άλλος τομέας»·

2.  τα ιδρύματα δύνανται να βασίζονται στους παρακάτω τρίτους για τον υπολογισμό και την αναφορά των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς ως προς τις θέσεις σε ΟΣΕ σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο:

α)  τον οργανισμό θεματοφυλακής του ΟΣΕ εφόσον ο εν λόγω ΟΣΕ επενδύει αποκλειστικά σε τίτλους και καταθέτει όλους αυτούς τους τίτλους στον εν λόγω οργανισμό θεματοφυλακής·

β)  για τους υπόλοιπους ΟΣΕ, την εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕ, εφόσον η εν λόγω εταιρεία διαχείρισης πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 132 παράγραφος 3 στοιχείο α).

3.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει με περισσότερες λεπτομέρειες ποιοι συντελεστές στάθμισης εφαρμόζονται για θέσεις σε ΟΣΕ που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β)

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [δεκαπέντε μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα στα οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

Άρθρο 325ιβΘέσεις αναδοχής

1.  Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν τη διαδικασία που ορίζεται στο παρόν άρθρο για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς των θέσεων αναδοχής χρεωστικών ή μετοχικών μέσων.

2.  Τα ιδρύματα εφαρμόζουν έναν από τους κατάλληλους πολλαπλασιαστικούς συντελεστές που παρατίθενται στον πίνακα 1 στις καθαρές ευαισθησίες όλων των θέσεων αναδοχής σε κάθε μεμονωμένο εκδότη, με εξαίρεση τις θέσεις αναδοχής που αναλαμβάνουν ή υπαναδέχονται τρίτοι βάσει επίσημης συμφωνίας, και υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους για κινδύνους αγοράς σύμφωνα με την προσέγγιση που ορίζεται στο παρόν κεφάλαιο βάσει των αναπροσαρμοσμένων καθαρών ευαισθησιών.

Πίνακας 1

εργάσιμη ημέρα 0

0%

εργάσιμη ημέρα 1

10%

εργάσιμες ημέρες 2 έως 3

25%

εργάσιμη ημέρα 4

50%

εργάσιμη ημέρα 5

75%

μετά την εργάσιμη ημέρα 5

100%

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «εργάσιμη ημέρα 0» νοείται η πρώτη εργάσιμη ημέρα κατά την οποία το ίδρυμα αναλαμβάνει την αμετάκλητη δέσμευση να δεχθεί μια δεδομένη ποσότητα τίτλων σε προσυμφωνημένη τιμή.

3.  Τα ιδρύματα γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές την εφαρμογή της διαδικασίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο.

Τμήμα 3Παράγοντας κινδύνου και ορισμοί ευαισθησίας

Ενότητα 1Ορισμοί παράγοντα κινδύνου

Άρθρο 325ιγΠαράγοντες γενικού κινδύνου επιτοκίου

1.  Για όλους τους παράγοντες γενικού κινδύνου επιτοκίου, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου πληθωρισμού και του κινδύνου βάσει διαφορετικών νομισμάτων, υπάρχει ένα κλιμάκιο ανά νόμισμα, το οποίο περιλαμβάνει διαφορετικούς τύπους παράγοντα κινδύνου.

Οι παράγοντες γενικού κινδύνου επιτοκίου δέλτα που εφαρμόζονται σε μέσα ευαίσθητα στις μεταβολές επιτοκίου συνίστανται στα συναφή επιτόκια μηδενικού κινδύνου ανά νόμισμα και για καθεμία από τις ακόλουθες ληκτότητες: 0,25 έτη, 0,5 έτη, 1 έτος, 2 έτη, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη, 15 έτη, 20 έτη, 30 έτη. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν παράγοντες κινδύνου στις καθορισμένες κορυφές με γραμμική παρεμβολή ή με τη χρήση μεθόδου που είναι περισσότερο σύμφωνη προς τις συναρτήσεις τιμολόγησης που χρησιμοποιούνται από την ανεξάρτητη λειτουργία ελέγχου του κινδύνου του ιδρύματος προκειμένου να αναφέρουν τους κινδύνους της αγοράς ή τα κέρδη και τις ζημιές στα ανώτερα διοικητικά στελέχη.

2.  Τα ιδρύματα λαμβάνουν τα επιτόκια μηδενικού κινδύνου ανά νόμισμα από τα μέσα της χρηματαγοράς που τηρούνται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του ιδρύματος και έχουν τον χαμηλότερο πιστωτικό κίνδυνο, όπως οι συμβάσεις ανταλλαγής δείκτη διάρκειας μιας ημέρας («overnight index swaps»).

3.  Σε περίπτωση που τα ιδρύματα δεν μπορούν να εφαρμόζουν την προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, τα επιτόκια μηδενικού κινδύνου βασίζονται σε μία ή περισσότερες καμπύλες τεκμαρτών αγοραίων συμβάσεων ανταλλαγών («market-implied swap curves») που χρησιμοποιεί το ίδρυμα για να αποτιμήσει τις θέσεις του σε τρέχουσες τιμές της αγοράς, όπως οι καμπύλες διατραπεζικού προσφερόμενου επιτοκίου ανταλλαγής.

Εάν τα δεδομένα για τις καμπύλες τεκμαρτών αγοραίων συμβάσεων ανταλλαγών που περιγράφονται στην παράγραφο 2 και το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν επαρκούν, τα επιτόκια χωρίς κίνδυνο μπορούν να προέρχονται από την πλέον κατάλληλη καμπύλη κρατικών ομολόγων για ένα συγκεκριμένο νόμισμα.

Εάν τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τους παράγοντες κινδύνου που προκύπτουν σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου για κρατικά χρεόγραφα, το κρατικό χρεόγραφο δεν απαλλάσσεται από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί το επιτόκιο μηδενικού κινδύνου από τη συνιστώσα πιστωτικού περιθωρίου, η ευαισθησία σε αυτόν τον παράγοντα κινδύνου κατανέμεται τόσο στην κατηγορία γενικού κινδύνου επιτοκίου όσο και στις κατηγορίες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου.

4.  Στην περίπτωση των παραγόντων γενικού κινδύνου επιτοκίου, κάθε νόμισμα αποτελεί χωριστό κλιμάκιο. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν παράγοντες κινδύνου κατά την ίδια περίοδο, αλλά με διαφορετικές ληκτότητες, με διαφορετικό συντελεστή στάθμισης κινδύνου, σύμφωνα με το τμήμα 6.

Τα ιδρύματα εφαρμόζουν πρόσθετους παράγοντες κινδύνου για τον κίνδυνο πληθωρισμού σε χρεωστικούς τίτλους των οποίων οι ταμειακές ροές είναι λειτουργικά εξαρτώμενες από τα ποσοστά του πληθωρισμού. Οι εν λόγω πρόσθετοι παράγοντες κινδύνου αποτελούνται από ένα διάνυσμα ποσοστών τεκμαρτού αγοραίου πληθωρισμού με διαφορετικές ληκτότητες ανά νόμισμα. Για κάθε μέσο, το διάνυσμα περιέχει τόσες συνιστώσες όσα και τα ποσοστά πληθωρισμού που χρησιμοποιούνται ως μεταβλητές κατά το υπόδειγμα τιμολόγησης του ιδρύματος για το εν λόγω μέσο.

5.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την ευαισθησία του μέσου όσον αφορά τον πρόσθετο παράγοντα κινδύνου για τον κίνδυνο πληθωρισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 4 ως η μεταβολή της αξίας του μέσου, σύμφωνα με το υπόδειγμα τιμολόγησης, ως αποτέλεσμα της μεταβολής της μονάδας βάσης 1 σε κάθε μια από τις συνιστώσες του διανύσματος. Κάθε νόμισμα αποτελεί χωριστό κλιμάκιο . Σε κάθε κλιμάκιο, τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν τον πληθωρισμό ως ενιαίο παράγοντα κινδύνου, ανεξαρτήτως του αριθμού των συνιστωσών του κάθε διανύσματος. Τα ιδρύματα αντισταθμίζουν όλες τις ευαισθησίες ως προς τον πληθωρισμό εντός ενός κλιμακίου, που υπολογίζεται όπως περιγράφεται ανωτέρω, προκειμένου να προκύψει μια ενιαία καθαρή ευαισθησία ανά κλιμάκιο.

6.  Τα χρεόγραφα που συνεπάγονται πληρωμές σε διαφορετικά νομίσματα υπόκεινται, επίσης, στον κίνδυνο βάσει διαφορετικών νομισμάτων μεταξύ των εν λόγω νομισμάτων. Για τους σκοπούς της μεθόδου βάσει ευαισθησιών, οι παράγοντες κινδύνου που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα συνίστανται στον κίνδυνο βάσει διαφορετικών νομισμάτων είτε σε δολάρια ΗΠΑ είτε σε ευρώ. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις βάσεις διαφορετικών νομισμάτων οι οποίες δεν αφορούν είτε τη βάση άνω του δολαρίου ΗΠΑ ή τη βάση άνω του ευρώ είτε με «βάση άνω του δολαρίου ΗΠΑ» ή με «βάση άνω του ευρώ».

Κάθε παράγοντας κινδύνου βάσει διαφορετικών νομισμάτων αποτελείται από ένα διάνυσμα διαφορετικών νομισμάτων με διαφορετικές ληκτότητες για κάθε νόμισμα. Για κάθε μέσο, το διάνυσμα περιέχει τόσες συνιστώσες όσες και οι βάσεις διαφορετικών νομισμάτων που χρησιμοποιούνται ως μεταβλητές κατά το υπόδειγμα τιμολόγησης του ιδρύματος για το εν λόγω μέσο. Κάθε νόμισμα αποτελεί χωριστό κλιμάκιο.

Τα ιδρύματα υπολογίζουν την ευαισθησία του μέσου όσον αφορά αυτόν τον παράγοντα κινδύνου ως τη μεταβολή στην αξία του μέσου, σύμφωνα με το υπόδειγμα τιμολόγησης, ως αποτέλεσμα της μεταβολής της μονάδας βάσης 1 σε κάθε μία από τις συνιστώσες του διανύσματος. Κάθε νόμισμα αποτελεί χωριστό κλιμάκιο . Σε κάθε κλιμάκιο υπάρχουν δύο πιθανοί διακριτοί παράγοντες κινδύνου: βάση άνω του ευρώ και βάση άνω του δολαρίου ΗΠΑ, ανεξάρτητα από τον αριθμό των συνιστωσών που υπάρχουν σε κάθε διάνυσμα βάσης διαφορετικών νομισμάτων. Ο μέγιστος αριθμός των καθαρών ευαισθησιών ανά κλιμάκιο είναι δύο.

7.  Οι παράγοντες γενικού κινδύνου επιτοκίου βέγκα που εφαρμόζονται σε δικαιώματα προαίρεσης με υποκείμενα στοιχεία που είναι ευαίσθητα στο γενικό επιτόκιο είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες των σχετικών επιτοκίων μηδενικού κινδύνου, όπως περιγράφεται στις παραγράφους 2 και 3, η οποία κατατάσσεται σε κλιμάκια ανάλογα με το νόμισμα και κατατάσσεται στις ακόλουθες ληκτότητες εντός κάθε κλιμακίου: 0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη. Υπάρχει ένα κλιμάκιο ανά νόμισμα.

Για τους σκοπούς συμψηφισμού, τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τις τεκμαρτές μεταβλητότητες που συνδέονται με τα ίδια επιτόκια μηδενικού κινδύνου και κατατάσσονται στις ίδιες ληκτότητες ώστε να αποτελούν τον ίδιο παράγοντα κινδύνου.

Εάν τα ιδρύματα κατατάσσουν τις τεκμαρτές μεταβλητότητες στις ληκτότητες όπως αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο, ισχύουν τα ακόλουθα:

α)  η ληκτότητα του δικαιώματος προαίρεσης ευθυγραμμίζεται με τη ληκτότητα της υποκείμενης αξίας, λαμβάνεται υπόψη ένας ενιαίος παράγοντας κινδύνου, ο οποίος κατατάσσεται σύμφωνα με την εκάστοτε ληκτότητα.

β)  όταν η ληκτότητα του δικαιώματος προαίρεσης είναι μικρότερη από τη ληκτότητα της υποκείμενης αξίας, οι ακόλουθοι παράγοντες κινδύνου λαμβάνονται υπόψη ως εξής:

i)  ο πρώτος παράγοντας κινδύνου κατατάσσεται σύμφωνα με τη ληκτότητα του δικαιώματος προαίρεσης·

ii)  ο δεύτερος παράγοντας κινδύνου κατατάσσεται σύμφωνα με την εναπομένουσα ληκτότητα του υποκείμενου μέσου του δικαιώματος προαίρεσης κατά την ημερομηνία λήξης του δικαιώματος προαίρεσης.

8.  Οι παράγοντες γενικού κινδύνου επιτοκίου καμπυλότητας που πρέπει να εφαρμόζουν τα ιδρύματα αποτελείται από ένα διάνυσμα επιτοκίων μηδενικού κινδύνου, που αντιπροσωπεύει την ειδική καμπύλη απόδοσης μηδενικού κινδύνου ανά νόμισμα. Κάθε νόμισμα αποτελεί χωριστό κλιμάκιο. Για κάθε μέσο, το διάνυσμα περιέχει τόσες συνιστώσες όσες οι διαφορετικές ληκτότητες των επιτοκίων χωρίς κίνδυνο που χρησιμοποιούνται ως μεταβλητές κατά το υπόδειγμα τιμολόγησης του ιδρύματος για το εν λόγω μέσο.

9.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την ευαισθησία του μέσου σε κάθε παράγοντα κινδύνου που χρησιμοποιείται στον τύπο κινδύνου καμπυλότητας σύμφωνα με το άρθρο 325η. Για τους σκοπούς του κινδύνου καμπυλότητας, τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τους φορείς που αντιστοιχούν στις διάφορες καμπύλες απόδοσης και με διαφορετικό αριθμό συνιστωσών όπως ο ίδιος παράγοντας κινδύνου, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω φορείς αντιστοιχούν στο ίδιο νόμισμα. Τα ιδρύματα αντισταθμίζουν τις ευαισθησίες στον ίδιο παράγοντα κινδύνου. Υπάρχει μόνο μία καθαρή ευαισθησία ανά κλιμάκιο.

Δεν υπάρχει επιβάρυνση κινδύνου καμπυλότητας για τους κινδύνους πληθωρισμού και βάσει διαφορετικών νομισμάτων.

Άρθρο 325ιδΠαράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου για μη τιτλοποιήσεις

1.  Οι παράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου δέλτα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα για μη τιτλοποιημένα μέσα που είναι ευαίσθητα στο πιστωτικό περιθώριο είναι τα ποσοστά πιστωτικών περιθωρίων του εκδότη τους, που τεκμαίρονται από τους συναφείς χρεωστικούς τίτλους και τις συμφωνίες ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης, και κατατάσσονται σε κάθε μία από τις ακόλουθες ληκτότητες: 0,25 έτη, 0,5 έτη, 1 έτος, 2 έτη, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη, 15 έτη, 20 έτη, 30 έτη. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν έναν παράγοντα κινδύνου ανά εκδότη και ανά ληκτότητα, ανεξάρτητα από το κατά πόσον τα εν λόγω ποσοστών πιστωτικών περιθωρίων του εκδότη τεκμαίρονται από χρεωστικούς τίτλους ή συμφωνίες ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης. Τα κλιμάκια αποτελούν τομεακά κλιμάκια, όπως αναφέρεται στο τμήμα 6, και κάθε κλιμάκιο περιλαμβάνει όλους τους παράγοντες κινδύνου που διατίθενται στον συναφή τομέα.

2.  Οι παράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου βέγκα που πρέπει να εφαρμόζουν τα ιδρύματα σε δικαιώματα προαίρεσης με μη τιτλοποιημένα υποκείμενα, που είναι ευαίσθητα σε πιστωτικό περιθώριο, είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες των ποσοστών πιστωτικών περιθωρίων του εκδότη των υποκειμένων, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, οι οποίες κατατάσσονται στις ακόλουθες ληκτότητες, σύμφωνα με τη ληκτότητα του δικαιώματος προαίρεσης που υπόκειται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων: 0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη. Χρησιμοποιούνται τα ίδια κλιμάκια με αυτά που χρησιμοποιήθηκαν για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου δέλτα για μη τιτλοποίηση.

3.  Οι παράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου καμπυλότητας που πρέπει να εφαρμόζουν τα ιδρύματα για μη τιτλοποιημένα μέσα συνίστανται σε διάνυσμα των ποσοστών πιστωτικών περιθωρίων, που αντιπροσωπεύει μια καμπύλη πιστωτικού περιθωρίου συγκεκριμένου εκδότη. Για κάθε μέσο, το διάνυσμα περιέχει τόσες συνιστώσες όσες οι διαφορετικές ληκτότητες των ποσοστών πιστωτικών περιθωρίων που χρησιμοποιούνται ως μεταβλητές κατά το υπόδειγμα τιμολόγησης του ιδρύματος για το εν λόγω μέσο. Χρησιμοποιούνται τα ίδια κλιμάκια με αυτά που χρησιμοποιήθηκαν για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου δέλτα για μη τιτλοποίηση.

4.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την ευαισθησία του μέσου σε κάθε παράγοντα κινδύνου που χρησιμοποιείται στον τύπο κινδύνου καμπυλότητας σύμφωνα με το άρθρο 325η. Για τους σκοπούς του κινδύνου καμπυλότητας, τα ιδρύματα θεωρούν τους φορείς που τεκμαίρονται είτε από τους συναφείς χρεωστικούς τίτλους είτε από τις συμφωνίες ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης και με διαφορετικό αριθμό συνιστωσών ως τον ίδιο παράγοντας κινδύνου, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω φορείς αντιστοιχούν στον ίδιο εκδότη.

Άρθρο 325ιεΠαράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου

για τιτλοποιήσεις

1.  Τα ιδρύματα εφαρμόζουν τους παράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου εντός χαρτοφυλακίου διαπραγμάτευσης συσχετίσεων (CTP) που αναφέρεται στην παράγραφο 3 σε θέσεις τιτλοποίησης που ανήκουν στο CTP, όπως αναφέρεται στο άρθρο 104 παράγραφοι 7 έως 9.

Τα ιδρύματα εφαρμόζουν τους παράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου εκτός χαρτοφυλακίου διαπραγμάτευσης συσχετίσεων (εκτός CTP) που αναφέρονται στην παράγραφο 5 σε θέσεις τιτλοποίησης που δεν ανήκουν στο CTP, όπως αναφέρεται στο άρθρο 104 παράγραφοι 7 έως 9.

2.  Τα κλιμάκια που ισχύουν για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου στις τιτλοποιήσεις που ανήκουν στο CTP είναι τα ίδια με αυτά που ισχύουν για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου εκτός τιτλοποιήσεων, όπως αναφέρεται στο τμήμα 6.

Τα κλιμάκια που ισχύουν για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου των τιτλοποιήσεων που δεν ανήκουν στο χαρτοφυλάκιο διαπραγμάτευσης συσχετίσεων αναφέρονται ειδικά σε αυτή την κατηγορία κινδύνου κατηγορίας, όπως αναφέρεται στο τμήμα 6.

3.  Οι παράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου που πρέπει να εφαρμόζουν τα ιδρύματα για θέσεις τιτλοποίησης που ανήκουν στο CTP είναι οι εξής:

α)  οι παράγοντες κινδύνου δέλτα είναι όλα τα συναφή ποσοστά πιστωτικού περιθωρίου των εκδοτών των υποκείμενων ανοιγμάτων της θέσης τιτλοποίησης, η οποία τεκμαίρεται από τους συναφείς χρεωστικούς τίτλους και τις συμφωνίες ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης, και για κάθε μία από τις ακόλουθες ληκτότητες: 0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη.

β)  οι παράγοντες κινδύνου βέγκα που εφαρμόζονται σε δικαιώματα προαίρεσης με θέσεις τιτλοποίησης που ανήκουν στο CTP ως υποκείμενοι τίτλοι είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες των πιστωτικών περιθωρίων των εκδοτών των υποκείμενων ανοιγμάτων της θέσης τιτλοποίησης, που τεκμαίρονται, όπως περιγράφεται στο σημείο α) της παρούσας παραγράφου, οι οποίοι κατατάσσονται στις ακόλουθες ληκτότητες, σύμφωνα με τη ληκτότητα του αντίστοιχου δικαιώματος προαίρεσης που υπόκειται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων: 0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη.

γ)  οι παράγοντες κινδύνου καμπυλότητας είναι οι σχετικές καμπύλες απόδοσης πιστωτικού περιθωρίου των εκδοτών των υποκείμενων ανοιγμάτων της θέσης τιτλοποίησης, εκφρασμένη ως διάνυσμα ποσοστών πιστωτικού περιθωρίου για διαφορετικές ληκτότητες, που τεκμαίρονται όπως αναφέρεται στ την παρούσα παράγραφο στοιχείο α). Για κάθε μέσο, το διάνυσμα περιέχει τόσες συνιστώσες όσες και οι διαφορετικές ληκτότητες των ποσοστών πιστωτικών περιθωρίων που χρησιμοποιούνται ως μεταβλητές κατά το υπόδειγμα τιμολόγησης του ιδρύματος για το εν λόγω μέσο.

4.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την ευαισθησία της θέσης τιτλοποίησης σε κάθε παράγοντα κινδύνου που χρησιμοποιείται στον τύπο κινδύνου καμπυλότητας σύμφωνα με το άρθρο 325η. Για τους σκοπούς του κινδύνου καμπυλότητας, τα ιδρύματα θεωρούν τους φορείς που τεκμαίρονται είτε από τους συναφείς χρεωστικούς τίτλους είτε από τις συμφωνίες ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης και με διαφορετικό αριθμό συνιστωσών ως τον ίδιο παράγοντα κινδύνου, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω φορείς αντιστοιχούν στον ίδιο εκδότη.

5.  Οι παράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα για θέσεις τιτλοποίησης που δεν ανήκουν στο CTP αναφέρονται στο περιθώριο του τμήματος και όχι στο περιθώριο των υποκείμενων μέσων και είναι οι εξής:

α)  οι παράγοντες κινδύνου δέλτα αποτελούν τα σχετικά ποσοστά πιστωτικού περιθωρίου του τμήματος, που κατατάσσονται στις ακόλουθες ληκτότητες, σύμφωνα με τη ληκτότητα του τμήματος: 0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη.

β)  οι παράγοντες κινδύνου βέγκα που εφαρμόζονται σε δικαιώματα προαίρεσης με θέσεις τιτλοποίησης που ανήκουν στο CTP ως υποκείμενοι τίτλοι είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες των πιστωτικών περιθωρίων των τμημάτων, καθένας εκ των οποίων κατατάσσεται στις ακόλουθες ληκτότητες, σύμφωνα με τη ληκτότητα του δικαιώματος προαίρεσης που υπόκειται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων: 0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη.

γ)  οι παράγοντες κινδύνου καμπυλότητας είναι οι ίδιοι με αυτούς που περιγράφονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου. Σε όλους τους εν λόγω παράγοντες κινδύνου εφαρμόζεται κοινός συντελεστής στάθμισης κινδύνου, όπως αναφέρεται στο τμήμα 6.

Άρθρο 325ιστΠαράγοντες κινδύνου μετοχών

1.  Τα κλιμάκια για όλους τους παράγοντες κινδύνου μετοχών είναι τα τομεακά κλιμάκια που αναφέρονται στο τμήμα 6.

2.  Οι παράγοντες κινδύνου μετοχών δέλτα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα είναι όλες οι τρέχουσες τιμές του μετοχικού κεφαλαίου και όλα τα επιτόκια συμφωνιών επαναγοράς των μετοχών ή τα επιτόκια επαναγοράς («repos») μετοχών.

Για τους σκοπούς του κινδύνου μετοχών, μια συγκεκριμένη καμπύλη επαναγοράς μετοχών αποτελεί μεμονωμένο παράγοντα κινδύνου, ο οποίος εκφράζεται ως το διάνυσμα επιτοκίων επαναγοράς για διαφορετικές ληκτότητες. Για κάθε μέσο, το διάνυσμα περιέχει τόσες συνιστώσες όσες και οι διαφορετικές ληκτότητες των επιτοκίων επαναγοράς που χρησιμοποιούνται ως μεταβλητές κατά το υπόδειγμα τιμολόγησης του ιδρύματος για το εν λόγω μέσο.

Τα ιδρύματα υπολογίζουν την ευαισθησία του μέσου όσον αφορά αυτόν τον παράγοντα κινδύνου ως τη μεταβολή στην αξία του μέσου, σύμφωνα με το υπόδειγμα τιμολόγησης, ως αποτέλεσμα της μεταβολής της μονάδας βάσης 1 σε κάθε μία από τις συνιστώσες του διανύσματος. Τα ιδρύματα αντισταθμίζουν τις ευαισθησίες στον παράγοντα κινδύνου επιτοκίου επαναγοράς του ίδιου μετοχικού τίτλου, ανεξάρτητα από τον αριθμό των συνιστωσών του κάθε διανύσματος.

3.  Οι παράγοντες κινδύνου μετοχών βέγκα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα σε δικαιώματα προαίρεσης με υποκείμενα στοιχεία, που είναι ευαίσθητα σε μετοχές, είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες των τρεχουσών τιμών των μετοχών, που κατατάσσονται στις ακόλουθες ληκτότητες, σύμφωνα με τις ληκτότητες των αντίστοιχων δικαιωμάτων προαίρεσης που υπόκεινται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων: 0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη. Δεν υπάρχει κεφαλαιακή επιβάρυνση για τον κίνδυνο βέγκα στα επιτόκια συμφωνιών επαναγοράς.

4.  Οι παράγοντες κινδύνου καμπυλότητας που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα για δικαιώματα προαίρεσης με υποκείμενα μέσα που είναι ευαίσθητα σε μετοχές είναι όλες οι τρέχουσες τιμές μετοχών, ανεξάρτητα από τη ληκτότητα των αντίστοιχων δικαιωμάτων προαίρεσης. Δεν υπάρχει επιβάρυνση κινδύνου καμπυλότητας για τα επιτόκια συμφωνιών επαναγοράς.

Άρθρο 325ιζΠαράγοντες κινδύνου βασικών εμπορευμάτων

1.  Τα κλιμάκια για όλους τους παράγοντες κινδύνου μετοχών είναι τα τομεακά κλιμάκια που αναφέρονται στο τμήμα 6.

2.  Οι παράγοντες κινδύνου βασικών εμπορευμάτων δέλτα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα για μέσα που είναι ευαίσθητα στον κίνδυνο βασικών εμπορευμάτων είναι όλες οι τρέχουσες τιμές βασικών εμπορευμάτων ανά είδος εμπορεύματος και για καθεμία από τις διαβαθμίσεις ποιότητας: Τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη μόνο δύο τιμές βασικών εμπορευμάτων για το ίδιο είδος βασικού εμπορεύματος, με την ίδια ληκτότητα και με τον ίδιο τύπο συμβατικής ποιότητας, ώστε να συνιστούν τον ίδιο παράγοντα κινδύνου, όταν το σύνολο των νομικών όρων όσον αφορά την τοποθεσία παράδοσης είναι πανομοιότυπο.

3.  Οι παράγοντες κινδύνου βασικών εμπορευμάτων βέγκα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα σε δικαιώματα προαίρεσης με υποκείμενα στοιχεία που είναι ευαίσθητα σε βασικά εμπορεύματα, είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες των τρεχουσών τιμών των βασικών εμπορευμάτων ανά είδος βασικού εμπορεύματος, που κατατάσσονται στις ακόλουθες ληκτότητες, σύμφωνα με τις ληκτότητες των αντίστοιχων δικαιωμάτων προαίρεσης που υπόκεινται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων: 0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη. Τα ιδρύματα θεωρούν τις ευαισθησίες για το ίδιο είδος εμπορεύματος και που έχουν κατανεμηθεί στην ίδια ληκτότητα ως ενιαίο παράγοντα κινδύνου, τον οποίο τα ιδρύματα ακολούθως αντισταθμίζουν.

4.  Οι παράγοντες κινδύνου καμπυλότητας βασικών εμπορευμάτων που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα για δικαιώματα προαίρεσης με υποκείμενα μέσα που είναι ευαίσθητα σε βασικό εμπόρευμα συνίστανται σε ένα σύνολο τιμών βασικών εμπορευμάτων με διαφορετικές ληκτότητες ανά είδος βασικού εμπορεύματος, εκφραζόμενο ως διάνυσμα. Για κάθε μέσο, το διάνυσμα περιέχει τόσες συνιστώσες όσες και οι τιμές του εν λόγω εμπορεύματος που χρησιμοποιούνται ως μεταβλητές κατά το υπόδειγμα τιμολόγησης του ιδρύματος για το εν λόγω μέσο. Τα ιδρύματα δεν κάνουν διάκριση μεταξύ των τιμών των βασικών εμπορευμάτων ανά ποιότητα ή τόπο παράδοσης.

Η ευαισθησία του μέσου σε κάθε παράγοντα κινδύνου που χρησιμοποιείται στον τύπο κινδύνου καμπυλότητας υπολογίζεται όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 325η. Για τον σκοπό του κινδύνου καμπυλότητας, τα ιδρύματα θεωρούν ότι οι φορείς που διαθέτουν διαφορετικό αριθμό συνιστωσών συνιστούν τον ίδιο παράγοντα κινδύνου, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω φορείς αντιστοιχούν στο ίδιο είδος βασικού εμπορεύματος.

Άρθρο 325ιηΠαράγοντες κινδύνου συναλλάγματος

1.  Οι παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος δέλτα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα για τα μέσα που είναι ευαίσθητα σε συνάλλαγμα αποτελούν όλες τις τρέχουσες τιμές συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ του νομίσματος στο οποίο είναι εκφρασμένο ένα μέσο και του νομίσματος στο οποίο υποβάλλονται οι αναφορές του ιδρύματος. Πρέπει να υπάρχει ένα κλιμάκιο ανά ζεύγος νομισμάτων, με έναν ενιαίο παράγοντα κινδύνου και μια ενιαία καθαρή ευαισθησία.

2.  Οι παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος βέγκα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα για δικαιώματα προαίρεσης με υποκείμενα μέσα που είναι ευαίσθητα σε συνάλλαγμα είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες των συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ των ζευγών νομισμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Οι εν λόγω τεκμαρτές μεταβλητότητες των τιμών συναλλάγματος κατατάσσονται στις ακόλουθες ληκτότητες, σύμφωνα με τις ληκτότητες των αντίστοιχων δικαιωμάτων προαίρεσης που υπόκεινται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων: 0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη.

3.  Οι παράγοντες κινδύνου καμπυλότητας συναλλάγματος που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα για δικαιώματα προαίρεσης με υποκείμενα μέσα που είναι ευαίσθητα σε συνάλλαγμα είναι οι ίδιες με εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4.  Τα ιδρύματα δεν υποχρεούνται να διακρίνουν μεταξύ των εσωχώριων και των εξωχώριων παραλλαγών ενός νομίσματος για όλους τους παράγοντες κινδύνου δέλτα, βέγκα και καμπυλότητας.

Ενότητα 2: Ορισμοί ευαισθησίας

Άρθρο 325ιθΕυαισθησίες κινδύνου δέλτα

1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα GIRR ως εξής:

α)  οι ευαισθησίες σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από επιτόκια μηδενικού κινδύνου υπολογίζονται ως εξής:

 

όπου:

= καμπύλη επιτοκίου μηδενικού κινδύνου k a με ληκτότητα t·

Vi (.) = η συνάρτηση τιμολόγησης του μέσου i·

x, y = άλλες μεταβλητές στη λειτουργία τιμολόγησης.

β)  οι ευαισθησίες σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από κίνδυνο πληθωρισμού και βάση διαφορετικών νομισμάτων () υπολογίζονται ως εξής:

 

όπου:

= το διάνυσμα των συνιστωσών m που αντιπροσωπεύει την τεκμαρτή καμπύλη του πληθωρισμού ή την καμπύλη της βάσης διαφορετικών νομισμάτων για ένα συγκεκριμένο νόμισμα j και το m ισούται με το πλήθος των μεταβλητών που αφορούν τον πληθωρισμό ή τις σχετιζόμενες με τα διαφορετικά νομίσματα μεταβλητές που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα τιμολόγησης του μέσου i·

= η μοναδιαία μήτρα της διάστασης (1 x m)·

Vi (.) = η συνάρτηση τιμολόγησης του μέσου i·

y, z = άλλες μεταβλητές στο υπόδειγμα τιμολόγησης

2.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα του κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων για όλες τις θέσεις τιτλοποίησης και τις θέσεις μη-τιτλοποίησης () ως εξής:

 

όπου:

= η αξία του επιτοκίου πιστωτικού περιθωρίου ενός εκδότη j με ληκτότητα t·

Vi (.) = η συνάρτηση τιμολόγησης του μέσου i·

x, y = άλλες μεταβλητές στη λειτουργία τιμολόγησης.

3.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα GIRR ως εξής:

α)  οι ευαισθησίες σε παράγοντες κινδύνου k (sk) που αποτελούνται από τις τρέχουσες τιμές των μετοχών υπολογίζεται ως εξής:

 

όπου:

k είναι ειδικός μετοχικός τίτλος·

EQk είναι η αξία της τρέχουσας τιμής του εν λόγω μετοχικού τίτλου· και

Vi (.) είναι η συνάρτηση τιμολόγησης του μέσου i.

x, y είναι άλλες μεταβλητές στο υπόδειγμα τιμολόγησης.

β)  οι ευαισθησίες σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από ποσοστά συμφωνιών επαναγοράς μετοχών υπολογίζονται ως εξής:

 

όπου:

k = ο δείκτης που υποδηλώνει το μετοχικό κεφάλαιο·

= το διάνυσμα των συνιστωσών m που αντιπροσωπεύει την αναδιάρθρωση του όρου επαναγοράς για ένα συγκεκριμένο μετοχικό κεφάλαιο k και το m ισούται με τον αριθμό των ποσοστών επαναγορών που αντιστοιχούν σε διαφορετικές ληκτότητες που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα τιμολόγησης του μέσου i·

= η μοναδιαία μήτρα της διάστασης (1 x m)·

Vi (.) = η συνάρτηση τιμολόγησης του μέσου i·

y, z = άλλες μεταβλητές στο υπόδειγμα τιμολόγησης i.

4.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα βασικών εμπορευμάτων για κάθε παράγοντα κινδύνου k (sk) ως εξής:

 

όπου:

k = ένας συγκεκριμένος παράγοντας κινδύνου βασικών εμπορευμάτων·

CTYk = η τιμή του παράγοντα κινδύνου k·

Vi (.) = η αγοραία αξία του μέσου i ως συνάρτηση του παράγοντα κινδύνου k.

5.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα συναλλάγματος για κάθε παράγοντα κινδύνου συναλλάγματος k (sk) ως εξής:

 

όπου:

k = ένας συγκεκριμένος παράγοντας κινδύνου συναλλάγματος·

FXk = η τιμή του παράγοντα κινδύνου·

Vi (.) = η αγοραία αξία του μέσου i ως συνάρτηση του παράγοντα κινδύνου k.

Άρθρο 325κΕυαισθησίες κινδύνου βέγκα

1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν την ευαισθησία κινδύνου βέγκα ενός δικαιώματος προαίρεσης για συγκεκριμένο παράγοντα κινδύνου k (sk) ως εξής:

 

όπου:

k = ειδικός παράγοντας κινδύνου βέγκα, που αποτελείται από μια τεκμαρτή μεταβλητότητα·

= η τιμή του εν λόγω παράγοντα κινδύνου, η οποία πρέπει να εκφράζεται ως εκατοστιαίο ποσοστό·

x, y = άλλες μεταβλητές στη λειτουργία τιμολόγησης.

2.  Στην περίπτωση των κατηγοριών κινδύνου όπου οι παράγοντες κινδύνου βέγκα έχουν διάσταση ληκτότητας, αλλά όπου οι κανόνες για την κατάταξη των παραγόντων κινδύνου δεν εφαρμόζονται, γιατί τα δικαιώματα προαίρεσης δεν έχουν ληκτότητα, τα ιδρύματα κατατάσσουν τους εν λόγω παράγοντες κινδύνου στη μεγαλύτερη προσδιορισμένη ληκτότητα. Τα εν λόγω δικαιώματα προαίρεσης υπόκεινται στην προσαύξηση των υπολειπόμενων κινδύνων.

3.  Στην περίπτωση των δικαιωμάτων προαίρεσης χωρίς άσκηση του δικαιώματος ή φράγμα και των δικαιωμάτων προαίρεσης που έχουν πολλαπλές ασκήσεις του δικαιώματος ή φράγματα, τα ιδρύματα εφαρμόζουν την κατάταξη σε ασκήσεις του δικαιώματος και ληκτότητα που χρησιμοποιούνται εσωτερικά από το ίδρυμα για την επιλογή των τιμών του δικαιώματος προαίρεσης. Τα εν λόγω δικαιώματα προαίρεσης υπόκεινται στην προσαύξηση υπολειπόμενων κινδύνων.

4.  Τα ιδρύματα δεν υπολογίζουν τον κίνδυνο βέγκα για τα τμήματα τιτλοποίησης που περιλαμβάνονται στο CTP που αναφέρονται στο άρθρο 104 παράγραφοι 7 έως 9, τα οποία δεν διαθέτουν τεκμαρτή μεταβλητότητα. Οι επιβαρύνσεις κινδύνου δέλτα και καμπυλότητας υπολογίζονται για τα εν λόγω τμήματα τιτλοποίησης.

Άρθρο 325καΑπαιτήσεις για τους υπολογισμούς των ευαισθησιών

1.  Τα ιδρύματα αντλούν ευαισθησίες με τη χρήση των τύπων που ορίζονται στην παρούσα ενότητα από τα υποδείγματα τιμολόγησης του ιδρύματος που χρησιμοποιούνται ως βάση για την αναφορά κερδών και ζημιών στα ανώτερα διοικητικά στελέχη.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητούν από ένα ίδρυμα που έχει λάβει άδεια χρήσης της προσέγγισης εσωτερικού υποδείγματος που ορίζεται στο κεφάλαιο 1β του παρόντος τίτλου να χρησιμοποιεί τα υποδείγματα τιμολόγησης του υποδείγματος μέτρησης κινδύνων της οικείας προσέγγισης εσωτερικού υποδείγματος στον υπολογισμό των ευαισθησιών δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου για τον υπολογισμό και την αναφορά των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς όπως απαιτείται στο άρθρο 325βα παράγραφος 2 στοιχείο β).

2.  Τα ιδρύματα θεωρούν ότι η τεκμαρτή μεταβλητότητα παραμένει σταθερή κατά τον υπολογισμό των ευαισθησιών του συντελεστή δέλτα για τα μέσα που υπόκεινται σε δικαιώματα προαίρεσης.

3.  Τα ιδρύματα θεωρούν ότι το υποκείμενο μέσο του δικαιώματος προαίρεσης ακολουθεί είτε τη λογαριθμοκανονική ή την κανονική κατανομή στα υποδείγματα τιμολόγησης από τα οποία προκύπτουν οι ευαισθησίες κατά τον υπολογισμό της ευαισθησίας βέγκα του γενικού κινδύνου επιτοκίου ή ου κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου. Τα ιδρύματα θεωρούν ότι το υποκείμενο μέσο ακολουθεί είτε τη λογαριθμοκανονική είτε την κανονική κατανομή στα υποδείγματα τιμολόγησης από τα οποία προκύπτουν οι ευαισθησίες κατά τον υπολογισμό της ευαισθησίας βέγκα του μετοχικού κεφαλαίου, του κινδύνου βασικού εμπορεύματος ή συναλλάγματος.

4.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν όλες τις ευαισθησίες χωρίς προσαρμογές πιστωτικής αποτίμησης.

4a.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, ένα ίδρυμα μπορεί, με την επιφύλαξη της έγκρισης των αρμοδίων αρχών, να χρησιμοποιεί εναλλακτικούς ορισμούς των ευαισθησιών κινδύνου δέλτα στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων μιας θέσης χαρτοφυλακίου συναλλαγών δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, εφόσον το ίδρυμα πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  α)  αυτοί οι εναλλακτικοί ορισμοί χρησιμοποιούνται για σκοπούς εσωτερικής διαχείρισης κινδύνου και για την αναφορά κερδών και ζημιών σε ανώτερα διοικητικά στελέχη από ανεξάρτητη μονάδα ελέγχου κινδύνου εντός του ιδρύματος·

  β)  το ίδρυμα αποδεικνύει ότι αυτοί οι εναλλακτικοί ορισμοί είναι καταλληλότεροι για να αποτυπώσουν τις σχετικές ευαισθησίες για τη θέση από τους τύπους που ορίζονται στην παρούσα ενότητα και ότι οι επακόλουθες ευαισθησίες δεν διαφέρουν σημαντικά από αυτούς τους τύπους.

4b.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, ένα ίδρυμα μπορεί, με την επιφύλαξη της έγκρισης των αρμοδίων αρχών, να υπολογίζει τις ευαισθησίες βέγκα βάσει γραμμικού μετασχηματισμού των εναλλακτικών ορισμών των ευαισθησιών στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων μιας θέσης χαρτοφυλακίου συναλλαγών δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, εφόσον το ίδρυμα πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  α)  αυτοί οι εναλλακτικοί ορισμοί χρησιμοποιούνται για σκοπούς εσωτερικής διαχείρισης κινδύνου και για την αναφορά κερδών και ζημιών σε ανώτερα διοικητικά στελέχη από ανεξάρτητη μονάδα ελέγχου κινδύνου εντός του ιδρύματος·

  β)  το ίδρυμα αποδεικνύει ότι αυτοί οι εναλλακτικοί ορισμοί είναι καταλληλότεροι για να αποτυπώσουν τις σχετικές ευαισθησίες για τη θέση από τους τύπους που ορίζονται στην παρούσα ενότητα και ότι ο γραμμικός μετασχηματισμός που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο αποτυπώνει την ευαισθησία κινδύνου βέγκα.

Τμήμα 4

H προσαύξηση υπολειπόμενου κινδύνου

Άρθρο 325κβΑπαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους υπολειπόμενους κινδύνους

1.  Επιπλέον των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς που ορίζονται στο τμήμα 2 του παρόντος κεφαλαίου, τα ιδρύματα εφαρμόζουν πρόσθετες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το παρόν άρθρο, σε μέσα που είναι εκτεθειμένα σε υπολειπόμενους κινδύνους.

2.  Τα μέσα εκτίθενται σε υπολειπόμενους κινδύνους, εφόσον πληρούν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  το μέσο αναφέρεται σε ένα εξωτικό υποκείμενο μέσο·

  Τα μέσα με εξωτικό υποκείμενο είναι μέσα χαρτοφυλακίου συναλλαγών με υποκείμενο άνοιγμα που δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής των αντιμετωπίσεων του κινδύνου δέλτα, βέγκα ή καμπυλότητας σύμφωνα με τη μέθοδο βάσει ευαισθησιών που προβλέπεται στο τμήμα 2 ή της επιβάρυνσης του κινδύνου αθέτησης που προβλέπεται στο τμήμα 5.

  Τα εξωτικά υποκείμενα ανοίγματα περιλαμβάνουν: τον κίνδυνο μακροβιότητας, τον καιρό, τις φυσικές καταστροφές και τη μελλοντική πραγματοποιηθείσα μεταβλητότητα.

β)  το μέσο φέρει άλλους υπολειπόμενους κινδύνους.

  Τα μέσα που φέρουν άλλους υπολειπόμενους κινδύνους είναι αυτά που πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:

  i)  ένα μέσο υπόκειται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους βέγκα και καμπυλότητας σύμφωνα με τη μέθοδο βάσει ευαισθησιών που καθορίζεται στο τμήμα 2 και παράγει αποπληρωμές που δεν μπορούν να αναπαραχθούν με πεπερασμένο γραμμικό συνδυασμό απλών («plain-vanilla») δικαιωμάτων προαίρεσης με μία μόνο υποκείμενη τιμή μετοχής, τιμή βασικού προϊόντος, συναλλαγματική ισοτιμία, τιμή ομολόγου, τιμή σύμβασης αντιστάθμισης κινδύνου ή συμφωνία ανταλλαγής επιτοκίων· ή

  ii)  ένα μέσο αποτελεί θέση τιτλοποίησης που ανήκει στο χαρτοφυλάκιο διαπραγμάτευσης συσχετίσεων (CTP), όπως αναφέρεται στο άρθρο 104 παράγραφοι 7 έως 9. Οι μη τιτλοποιημένες αντισταθμίσεις που ανήκουν στο CTP δεν λαμβάνονται υπόψη.

3.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις πρόσθετες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ως το άθροισμα των ακαθάριστων ονομαστικών ποσών των μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πολλαπλασιαζόμενο με τους ακόλουθους συντελεστές στάθμισης:

α)  1,0 % για τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α)·

β)  0,1 % για τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β)·

4.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το ίδρυμα δεν εφαρμόζει την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τους υπολειπόμενους κινδύνους σε μέσο που πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  το μέσο είναι εισηγμένο σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο·

β)  το μέσο είναι επιλέξιμο για κεντρική εκκαθάριση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

γ)  το μέσο απολύτως αντισταθμίζει τους κινδύνους αγοράς άλλης θέσης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, οπότε οι δύο πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εξαιρούνται από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τους υπολειπόμενους κινδύνους.

5.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει με περισσότερες λεπτομέρειες τι συνιστά εξωτικό υποκείμενο μέσο και ποια μέσα είναι εκτεθειμένα σε υπολειπόμενους κινδύνους για τους σκοπούς της παραγράφου 2.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο έως την [δεκαπέντε μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού]

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα στα οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

Τμήμα 5Η επιβάρυνση κινδύνου αθέτησης

Άρθρο 325κγΟρισμοί και γενικές διατάξεις

1.  Οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αθέτησης εφαρμόζονται σε χρεωστικούς τίτλους και μετοχές, σε παράγωγα μέσα που έχουν τα προαναφερθέντα μέσα ως υποκείμενα στοιχεία, και σε παράγωγα των οποίων η αποπληρωμή και η εύλογη αξία επηρεάζεται από το γεγονός της αθέτησης υποχρέωσης οφειλέτη, διαφορετικού από τον αντισυμβαλλόμενο στο ίδιο το παράγωγο μέσο. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις απαιτήσεις κινδύνου αθέτησης που υπολογίζονται χωριστά για κάθε ένα από τα ακόλουθα είδη μέσων: μη τιτλοποιήσεις, τιτλοποιήσεις που δεν ανήκουν στο χαρτοφυλάκιο διαπραγμάτευσης συσχετίσεων (CTP) και τιτλοποιήσεις που ανήκουν στο CTP. Οι τελικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο αθέτησης για ένα ίδρυμα αποτελούν το άθροισμα των τριών αυτών συνιστωσών.

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)  «θετικό άνοιγμα» (short exposure): η αθέτηση υποχρέωσης από εκδότη ή ομάδα εκδοτών που συνεπάγεται κέρδος για το ίδρυμα, ανεξάρτητα από το είδος του μέσου ή τη συναλλαγή που δημιουργεί το άνοιγμα.

β)  «αρνητικό άνοιγμα» (long exposure): η αθέτηση υποχρέωσης από εκδότη ή ομάδα εκδοτών που συνεπάγεται απώλεια για το ίδρυμα, ανεξάρτητα από το είδος του μέσου ή τη συναλλαγή που δημιουργεί το άνοιγμα.

γ)  «ακαθάριστο ποσό αιφνίδιας αθέτησης» (jump to default - JTD): το εκτιμώμενο μέγεθος των ζημιών ή κερδών που θα δημιουργούσε η αθέτηση των υποχρεώσεων του οφειλέτη σε συγκεκριμένο άνοιγμα.

δ)  «καθαρό ποσό αιφνίδιας αθέτησης» (jump to default - JTD): το εκτιμώμενο μέγεθος των ζημιών ή κερδών που θα δημιουργούσε η αθέτηση των υποχρεώσεων του οφειλέτη σε συγκεκριμένο ίδρυμα, μετά τον συμψηφισμό των ακαθάριστων ποσών JTD.

ε)  «LGD»: η ζημία σε περίπτωση αθέτησης του οφειλέτη επί μέσου που έχει εκδοθεί από αυτόν τον οφειλέτη η οποία εκφράζεται ως ποσοστό της ονομαστικής αξίας του μέσου.

στ)  «συντελεστές στάθμισης κινδύνου αθέτησης»: το ποσοστό που αντιπροσωπεύει τις εκτιμώμενες πιθανότητες αθέτησης κάθε οφειλέτη, ανάλογα με την πιστοληπτική ικανότητα του εν λόγω οφειλέτη.

Ενότητα 1Επιβάρυνση κινδύνου αθέτησης για μη τιτλοποιήσεις

Άρθρο 325κδΑκαθάριστα ποσά αιφνίδιας αθέτησης

1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τα ακαθάριστα ποσά JTD για κάθε αρνητικό άνοιγμα σε μαθηματικούς τύπους για χρεωστικούς τίτλους, ως εξής:

JTDlong = max{LGD · Vnotional + P&Llong + Adjustmentlong; 0}

όπου:

Vnotional = η ονομαστική αξία του μέσου

P&Llong = όρος που προσαρμόζεται στα κέρδη ή στις ζημίες που έχουν ήδη ληφθεί υπόψη από το ίδρυμα που οφείλονται σε μεταβολές στην εύλογη αξία του μέσου που δημιουργεί το αρνητικό άνοιγμα. Τα κέρδη εισάγονται στον τύπο με θετικό πρόσημο και οι ζημίες με αρνητικό.

Adjustmentlong = το ποσό κατά το οποίο, λόγω της διάρθρωσης του παράγωγου μέσου, η ζημία του ιδρύματος σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων θα είναι αυξημένη ή μειωμένη σε σχέση με την πλήρη απώλεια στο υποκείμενο μέσο. Οι αυξήσεις εισάγονται στον όρο Adjustmentlong με θετικό πρόσημο και οι μειώσεις με αρνητικό πρόσημο.

2.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τα ακαθάριστα ποσά JTD για κάθε θετικό άνοιγμα σε χρεωστικούς τίτλους με μαθηματικούς τύπους, ως εξής:

JTDshort = min{LGD · Vnotional + P&Lshort + Adjustmentshort; 0}

όπου:

Vnotional = η ονομαστική αξία του μέσου που εισάγεται στον τύπο με αρνητικό πρόσημο·

P&Llong = πρόκειται για όρο που προσαρμόζεται για κέρδη ή ζημίες που έχουν ήδη ληφθεί υπόψη από το ίδρυμα που οφείλονται σε μεταβολές στην εύλογη αξία του μέσου που δημιουργεί το θετικό άνοιγμα. Τα κέρδη εισάγονται στον τύπο με θετικό πρόσημο και οι ζημίες με αρνητικό.

Adjustmentlong = το ποσό κατά το οποίο, λόγω της διάρθρωσης του παράγωγου μέσου, η ζημία του ιδρύματος σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων θα είναι αυξημένη ή μειωμένη σε σχέση με την πλήρη απώλεια στο υποκείμενο μέσο. Οι αυξήσεις εισάγονται στον όρο Adjustmentlong με θετικό πρόσημο και οι μειώσεις με αρνητικό πρόσημο.

«3.  Τα ποσοστά LGD για χρεωστικούς τίτλους που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα για τους σκοπούς των υπολογισμών που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 είναι τα ακόλουθα:

α)  στα ανοίγματα σε χρεωστικούς τίτλους χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα εφαρμόζεται LGD 100%·

β)  στα ανοίγματα σε χρεωστικούς τίτλους χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα εφαρμόζεται LGD 75%·

γ)  στα ανοίγματα σε καλυμμένα ομόλογα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 129, εφαρμόζεται LGD 25 %.

4.  Για τους σκοπούς των υπολογισμών που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2, η ονομαστική αξία στην περίπτωση των χρεωστικών τίτλων είναι η ονομαστική αξία του χρεωστικού τίτλου. Για τους σκοπούς των υπολογισμών που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2, η ονομαστική αξία στην περίπτωση των μέσων σε παράγωγα με υποκείμενo χρεωστικό τίτλο είναι η ονομαστική αξία του υποκείμενου χρεωστικού τίτλου.

5.  Για τα ανοίγματα σε μετοχικούς τίτλους, τα ιδρύματα υπολογίζουν τα ακαθάριστα ποσά JTD ως εξής, αντί αυτών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2:

 

Όπου

V = η εύλογη αξία των μετοχών ή, στην περίπτωση των παράγωγων μέσων επί των μετοχών, η εύλογη αξία των υποκείμενων μετοχών του παράγωγου μέσου.

6.  Τα ιδρύματα εφαρμόζουν LGD 100 % σε μέσα μετοχών για τους σκοπούς του υπολογισμού που ορίζεται στην παράγραφο 6.

7.  Στην περίπτωση των ανοιγμάτων σε κίνδυνο αθέτησης που προκύπτει από παράγωγα μέσα των οποίων η αποπληρωμή σε περίπτωση αθέτησης του οφειλέτη δεν συνδέονται με την ονομαστική αξία ενός συγκεκριμένου μέσου που έχει εκδοθεί από τον οφειλέτη ή με την LGD του οφειλέτη ή του μέσου που έχει εκδοθεί από τον οφειλέτη, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν εναλλακτικές μεθόδους για την εκτίμηση των ακαθάριστων ποσών JTD, οι οποίες πληρούν τον ορισμό του ακαθάριστου JTD του άρθρου 325κ παράγραφος 3.

8.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει με περισσότερες λεπτομέρειες τον τρόπο με τον οποίο τα ιδρύματα υπολογίζουν τα ποσά JTD για διαφορετικά είδη μέσων σύμφωνα με το παρόν άρθρο, και ποιες εναλλακτικές μεθόδους χρησιμοποιούν τα ιδρύματα για την εκτίμηση των ακαθάριστων ποσών JTD που αναφέρονται στην παράγραφο 7.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [δεκαπέντε μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα στα οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

Άρθρο 325κεΚαθαρά ποσά αιφνίδιας αθέτησης

1.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τα καθαρά ποσά αιφνίδιας αθέτησης με συμψηφισμό των ακαθάριστων ποσών JTD σε θετικά και αρνητικά ανοίγματα. Ο συμψηφισμός είναι δυνατός μόνο μεταξύ ανοιγμάτων έναντι του ιδίου οφειλέτη όταν τα θετικά ανοίγματα έχουν την ίδια ή χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα από τα αρνητικά ανοίγματα.

2.  Ο συμψηφισμός είναι είτε πλήρης είτε μερικός ανάλογα με τη ληκτότητα των συμψηφιζόμενων ανοιγμάτων:

α)  ο συμψηφισμός είναι πλήρης εάν όλα τα συμψηφιζόμενα ανοίγματα έχουν ληκτότητα ενός έτους ή μεγαλύτερη,

β)  ο συμψηφισμός είναι μερικός όταν τουλάχιστον ένα εκ των συμψηφιζόμενων ανοιγμάτων έχει ληκτότητα μικρότερη του ενός έτους, και στην περίπτωση αυτή, το μέγεθος του ποσού JTD κάθε ανοίγματος με ληκτότητα μικρότερη του ενός έτους ελαττώνεται κατά την αναλογία της ληκτότητας του ανοίγματος σε σχέση με ένα έτος.

3.  Στις περιπτώσεις που δεν είναι δυνατός ο συμψηφισμός τα ακαθάριστα ποσά JTD ισούνται προς τα καθαρά ποσά JTD σε περιπτώσεις ανοιγμάτων με ληκτότητα ενός έτους ή μεγαλύτερη. Τα ακαθάριστα ποσά JTD με ληκτότητα μικρότερη του ενός έτους ελαττώνονται για τον υπολογισμό των καθαρών ποσών JTD.

Ο συντελεστής προσαύξησης για τα εν λόγω ανοίγματα είναι ο λόγος της ληκτότητας του ανοίγματος σε σχέση με ένα έτος, με κατώτατο όριο τους 3 μήνες.

4.  Για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3, λαμβάνονται υπόψη οι ληκτότητες των συμβάσεων παραγώγων, και όχι εκείνες των υποκείμενων στοιχείων τους. Στα ανοίγματα σε μετρητά του μετοχικού κεφαλαίου εφαρμόζεται ληκτότητα ενός έτους ή τριών μηνών, κατά τη διακριτική ευχέρεια του ιδρύματος.

Άρθρο 325κστ Υπολογισμός της απαίτησης

ιδίων κεφαλαίων κινδύνου αθέτησης

1.  Τα καθαρά ποσά JTD, ανεξάρτητα από το είδος του αντισυμβαλλόμενου, πολλαπλασιάζονται επί τους αντίστοιχους συντελεστές στάθμισης κινδύνου αθέτησης σύμφωνα με την πιστωτική τους ποιότητα, όπως ορίζεται στον πίνακα 2:

Πίνακας 2

Κατηγορία πιστωτικής ποιότητας

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου αθέτησης

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1

0.5%

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 2

3%

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3

6%

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 4

15%

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 5

30%

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 6

50%

Χωρίς διαβάθμιση

15%

Σε αθέτηση

100%

2.  Τα ανοίγματα που θα λάμβαναν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0% δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης για τον πιστωτικό κίνδυνο, σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0% για τον κίνδυνο αθέτησης απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων.

3.  Τα σταθμισμένα καθαρά ποσά JTD κατανέμονται στα ακόλουθα κλιμάκια: εταιρείες, κράτη, και τοπικές κυβερνήσεις /δήμοι.

4.  Τα σταθμισμένα καθαρά ποσά JTD αθροίζονται εντός κάθε κλιμακίου, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

 

where

i = ο δείκτης που δηλώνει ένα μέσο που ανήκει στο κλιμάκιο b·

= απαίτηση ιδίων κεφαλαίων κινδύνου αθέτησης για το κλιμάκιο b·

= ο λόγος που αναγνωρίζει ένα όφελος για τις σχέσεις αντιστάθμισης εντός ενός κλιμακίου, που υπολογίζεται ως εξής:

 

Το άθροισμα των θετικών και αρνητικών θέσεων για τους σκοπούς της και της πραγματοποιείται για όλες τις θέσεις εντός ενός κλιμακίου, ανεξάρτητα από τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας στην οποία κατανέμονται οι εν λόγω θέσεις, με αποτέλεσμα να προκύπτουν οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων του κινδύνου αθέτησης του συγκεκριμένου κλιμακίου.

5.  Η τελική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων του κινδύνου αθέτησης για μη τιτλοποιήσεις υπολογίζεται ως απλό άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων στο επίπεδο του κλιμακίου.

Ενότητα 2Επιβάρυνση κινδύνου αθέτησης για τιτλοποιήσεις εκτός χαρτοφυλακίου διαπραγμάτευσης συσχετίσεων (εκτός CTP)

Άρθρο 325κζΠοσά αιφνίδιας αθέτησης

1.  Τα ακαθάριστα ποσά αιφνίδιας αθέτησης για τα ανοίγματα τιτλοποίησης αποτελούν τις εύλογες αξίες των ανοιγμάτων τιτλοποίησης.

2.  Τα καθαρά ποσά αθέτησης προσδιορίζονται με τον συμψηφισμό των αρνητικών ακαθάριστων ποσών αιφνίδιας αθέτησης και των θετικών ακαθάριστων ποσών αιφνίδιας αθέτησης. Ο συμψηφισμός είναι δυνατός μόνο μεταξύ των ανοιγμάτων τιτλοποίησης της ίδιας υποκείμενης ομάδας στοιχείων του ενεργητικού και τα οποία ανήκουν στο ίδιο τμήμα. Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός μεταξύ ανοιγμάτων τιτλοποίησης με διαφορετικές υποκείμενες ομάδες στοιχείων του ενεργητικού, ακόμη και όταν τα σημεία σύνδεσης και αποσύνδεσης είναι τα ίδια.

3.  Σε περίπτωση που, από τη διάσπαση ή τον συνδυασμό υφιστάμενων ανοιγμάτων τιτλοποίησης, μπορούν να αναπαραχθούν απόλυτα άλλα υφιστάμενα ανοίγματα τιτλοποίησης, με εξαίρεση τη ληκτότητα, τα ανοίγματα που προκύπτουν από τη διάσπαση ή τον συνδυασμό μπορούν να χρησιμοποιηθούν αντί των αρχικών για τους σκοπούς του συμψηφισμού.

4.  Σε περίπτωση που, από τη διάσπαση ή τον συνδυασμό υφιστάμενων ανοιγμάτων σε υποκείμενα ονόματα, μπορεί να αναπαραχθεί απόλυτα ολόκληρη η διάρθρωση ενός τμήματος υφιστάμενου ανοίγματος τιτλοποίησης, τα ανοίγματα που προκύπτουν από τη διάσπαση ή τον συνδυασμό μπορούν να χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του συμψηφισμού. Όταν υποκείμενα ονόματα χρησιμοποιούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο, αφαιρούνται από τη μη τιτλοποιημένη αντιμετώπιση του κινδύνου αθέτησης.

5.  Το άρθρο 325κε εφαρμόζεται τόσο στα πρωτότυπα όσο και στα αναπαραχθέντα ανοίγματα τιτλοποίησης. Οι σχετικές ληκτότητες είναι εκείνες των τμημάτων τιτλοποίησης.

Άρθρο 325κηΥπολογισμός απαίτησης ιδίων κεφαλαίων κινδύνου αθέτησης για τιτλοποιήσεις

1.  Τα καθαρά ποσά JTD των ανοιγμάτων τιτλοποίησης πολλαπλασιάζονται με 8 % του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στο σχετικό άνοιγμα τιτλοποίησης, συμπεριλαμβανομένων των τιτλοποιήσεων STS, εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με την ιεράρχηση των προσεγγίσεων που προβλέπεται στον τίτλο ΙΙ κεφάλαιο 5 τμήμα3, και ανεξάρτητα από το είδος του αντισυμβαλλόμενου.

2.  Η ληκτότητα ενός έτους εφαρμόζεται για όλα τα τμήματα όταν οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου υπολογίζονται σύμφωνα με την προσέγγιση SEC-IRBA και SEC-ERBA.

3.  Τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά JTD για τα μεμονωμένα ταμειακά ανοίγματα τιτλοποίησης ισούνται κατ’ ανώτατο όριο με την εύλογη αξία της θέσης.

4.  Τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο καθαρά ποσά JTD κατατάσσονται στα ακόλουθα κλιμάκια:

α)  κοινή κλιμάκιο για όλες τις επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως της περιφέρειας.

β)  44 διαφορετικά κλιμάκια που αντιστοιχούν σε 1 κλιμάκιο ανά περιφέρεια για κάθε μια από τις έντεκα κατηγορίες στοιχείων του ενεργητικού που έχουν οριστεί. Οι έντεκα κατηγορίες στοιχείων του ενεργητικού είναι ABCP, δάνεια για αγορά αυτοκινήτου /χρηματοδοτικές μισθώσεις, RMBS, πιστωτικές κάρτες, CMBS, εξασφαλισμένες δανειακές υποχρεώσεις (CLO), τίτλοι «CDO-squared», μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, φοιτητικά δάνεια, λοιπές λιανικής, λοιπές χονδρικής. Οι 4 περιφέρειες είναι η Ασία, η Ευρώπη, η Βόρεια Αμερική και άλλες περιφέρειες.

5.  Προκειμένου να κατατάσσουν ένα άνοιγμα τιτλοποίησης σε κλιμάκιο, τα ιδρύματα βασίζονται σε ταξινόμηση που χρησιμοποιείται ευρέως στην αγορά. Τα ιδρύματα κατατάσσουν κάθε άνοιγμα τιτλοποίησης μόνο σε ένα από τα ανωτέρω κλιμάκια. Κάθε άνοιγμα τιτλοποίησης που το ίδρυμα δεν μπορεί να αναθέσει σε ένα είδος ή μια περιφέρεια των υποκείμενων στοιχείων, κατατάσσεται στις κατηγορίες «λοιπές λιανικές», «λοιπές χονδρικές» ή «λοιπές περιφέρειες» αντίστοιχα.

6.  Τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο καθαρά ποσά JTD αθροίζονται σε κάθε κλιμάκιο με τον ίδιο τρόπο με τα μη τιτλοποιημένα ανοίγματα κίνδυνου αθέτησης, με χρήση του τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 325κστ παράγραφος 4, με αποτέλεσμα να προκύπτει η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων του κινδύνου αθέτησης για κάθε κλιμάκιο.

7.  Η τελική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων του κινδύνου αθέτησης για μη τιτλοποιήσεις υπολογίζεται ως απλό άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων στο επίπεδο του κλιμακίου.

Ενότητα 3Επιβάρυνση κινδύνου αθέτησης για τις τιτλοποιήσεις CTP)

Άρθρο 325κθΠεδίο εφαρμογής

1.  Για το CTP, η κεφαλαιακή επιβάρυνση περιλαμβάνει τον κίνδυνο αθέτησης για τα ανοίγματα τιτλοποίησης και για τις μη τιτλοποιημένες αντισταθμίσεις. Οι εν λόγω αντισταθμίσεις αφαιρούνται τους υπολογισμούς του κινδύνου αθέτησης μη τιτλοποιήσεων. Δεν υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ της επιβάρυνσης κινδύνου αθέτησης για τις μη τιτλοποιήσεις, της επιβάρυνσης κινδύνου αθέτησης για τις τιτλοποιήσεις εκτός χαρτοφυλακίου διαπραγμάτευσης συσχετίσεων (εκτός CTP) και της επιβάρυνσης κινδύνου αθέτησης για την τιτλοποίηση του χαρτοφυλακίου διαπραγμάτευσης συσχετίσεων (CTP).

2.  Για τα πιστωτικά παράγωγα και παράγωγα σε μετοχές εκτός τιτλοποιήσεων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, τα ποσά JTD ανά επιμέρους εκδίδον νομικό πρόσωπο προσδιορίζονται με την εφαρμογή της προσέγγισης εξέτασης.

Άρθρο 325λΠοσά αιφνίδιας αθέτησης γ

ια το CTP

1.  Tα ακαθάριστα ποσά αιφνίδιας αθέτησης για τα ανοίγματα τιτλοποίησης και τα ανοίγματα μη τιτλοποίησης στο CTP αποτελούν τις εύλογες αξίες των εν λόγω ανοιγμάτων.

2.  Τα προϊόντα νιοστής αθέτησης αντιμετωπίζονται ως κατατμημένα προϊόντα με τα ακόλουθα σημεία σύνδεσης και αποσύνδεσης:

α)  σημείο σύνδεσης = (N – 1) / Σύνολο ονομάτων

β)  σημείο σύνδεσης = N / Σύνολο ονομάτων

όπου «Σύνολο ονομάτων» είναι ο συνολικός αριθμός των ονομάτων στο υποκείμενο καλάθι ή ομάδα.

3.  Τα καθαρά ποσά αθέτησης προσδιορίζονται με συμψηφισμό των αρνητικών ακαθάριστων ποσών αιφνίδιας αθέτησης και των θετικών ακαθάριστων ποσών αιφνίδιας αθέτησης. Ο συμψηφισμός είναι δυνατός μόνο μεταξύ των ανοιγμάτων που είναι κατά τα λοιπά ταυτόσημα με εξαίρεση τη ληκτότητα. Ο συμψηφισμός είναι εφικτός μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  για προϊόντα συνδεδεμένα με δείκτη, ο συμψηφισμός είναι εφικτός μόνο στις ληκτότητες μεταξύ της ίδιας οικογένειας δείκτη, σειράς και τμήματος, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για τα ανοίγματα κάτω του ενός έτους που ορίζονται στο άρθρο 325κε. Τα αρνητικά και τα θετικά ακαθάριστα ποσά αιφνίδιας αθέτησης που αποτελούν πλήρεις αναπαραγωγές μπορούν να αντισταθμιστούν μέσω διάσπασης σε αντίστοιχα ανοίγματα μεμονωμένου πιστούχου με τη χρήση υποδείγματος αποτίμησης. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η διάσπαση με υπόδειγμα αποτίμησης σημαίνει ότι ένα μεμονωμένο όνομα που αποτελεί συνιστώσα τιτλοποίησης υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ της άνευ όρων αξίας της τιτλοποίησης και της υπό όρους αξίας της τιτλοποίησης με την παραδοχή ότι οι αθετήσεις μεμονωμένου πιστούχου πραγματοποιούνται με LGD 100 %. Στην περίπτωση αυτή, το άθροισμα των ακαθάριστων ποσών αντίστοιχων ανοιγμάτων αθέτησης μεμονωμένου πιστούχου που προκύπτει μέσω διάσπασης ισούται με το ακαθάριστο ποσό της αθέτησης του μη διασπασμένου ανοίγματος.

β)  Ο συμψηφισμός μέσω διάσπασης όπως ορίζεται στο στοιχείο α) δεν επιτρέπεται για τις πράξεις επανατιτλοποίησης.

γ)  Για τους δείκτες και τα τμήματα δεικτών, ο συμψηφισμός είναι εφικτός στις ληκτότητες μεταξύ της ίδιας οικογένειας δείκτη, σειράς και τμήματος με αναπαραγωγή ή διάσπαση. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου:

i)  ως αναπαραγωγή νοείται ο συνδυασμός των επιμέρους τμημάτων δείκτη τιτλοποίησης συνδυάζονται για την αναπαραγωγή άλλου τμήματος της ίδιας σειράς δεικτών, ή για την αναπαραγωγή μη κατατμημένης θέσης στη σειρά δεικτών.

ii)  ως διάσπαση νοείται η αναπαραγωγή δείκτη από τιτλοποίηση, της οποίας τα υποκείμενα ανοίγματα στην ομάδα είναι πανομοιότυπα με τα ανοίγματα μεμονωμένου ονόματος που συνθέτουν τον δείκτη.

Όταν τα αρνητικά και τα θετικά ανοίγματα είναι κατά τα άλλα ισοδύναμα εκτός μίας εναπομένουσας συνιστώσας, επιτρέπεται ο συμψηφισμός, και το καθαρό ποσό αιφνίδιας αθέτησης αναπαριστά το εναπομένον άνοιγμα.

δ)  Διάφορα τμήματα της ίδιας σειράς δεικτών, διαφορετικές σειρές από τον ίδιο δείκτη και διαφορετικές οικογένειες δεικτών δεν δύνανται να συμψηφιστούν.

Άρθρο 325λαΥπολογισμός της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων του κινδύνου αθέτησης για το χαρτοφυλάκιο διαπραγ

μάτευσης συσχετίσεων

1.  Τα καθαρά ποσά JTD πολλαπλασιάζονται:

α)  για κατατμημένα προϊόντα, με τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου αθέτησης που αντιστοιχούν στην πιστωτική τους ποιότητα, όπως ορίζεται στο άρθρο 325κστ παράγραφοι 1 και 2·

β)  για μη κατατμημένα προϊόντα, με τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου αθέτησης που αναφέρονται στο άρθρο 325κη παράγραφος 1.

2.  Τα καθαρά σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά JTD κατατάσσονται σε κλιμάκια που αντιστοιχούν σε δείκτη.

3.  Τα σταθμισμένα καθαρά ποσά JTD αθροίζονται εντός κάθε κλιμακίου, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

 

όπου

i = ένα μέσο που ανήκει στην κατηγορία b·

= η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων του κινδύνου αθέτησης για το κλιμάκιο b·

ctp = ο λόγος που αναγνωρίζει το όφελος από τις σχέσεις αντιστάθμισης εντός μιας κατηγορίας, που υπολογίζεται σύμφωνα με τον τύπο ο οποίος παρατίθεται στο άρθρο 325κστ παράγραφος 4, αλλά με τη χρήση θετικών και αρνητικών θέσεων σε ολόκληρο το χαρτοφυλάκιο διαπραγμάτευσης συσχετίσεων (CTP) και όχι μόνο των θέσεων στο συγκεκριμένο κλιμάκιο.

4.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αθέτησης του χαρτοφυλακίου διαπραγμάτευσης συσχετίσεων CTP (DRCCTP) με χρήση του ακόλουθου τύπου:

  

Τμήμα 6Σταθμίσεις κινδύνου και συσχετίσεις

Ενότητα 1Σταθμίσεις κινδύνου και συσχετίσεις δέλτα

Άρθρο 325λβΣταθμίσεις κινδύνου για γενικό κίνδυνο επιτοκίου

1.  Για νομίσματα που δεν περιλαμβάνονται στην υποκατηγορία πλέον ρευστού νομίσματος που αναφέρεται στο άρθρο 325βε παράγραφος 5 στοιχείο β), οι σταθμίσεις κινδύνου των συντελεστών κινδύνου επιτοκίου μηδενικού κινδύνου είναι οι εξής:

Πίνακας 3

Ληκτότητα

0,25 έτος

0,5 έτος

1 έτος

2 έτη

3 έτη

Συντελεστής στάθμισης (εκατοστιαίες μονάδες)

2.4%

2.4%

2.25%

1.88%

1.73%

Ληκτότητα

5 έτη

10 έτη

15 έτη

20 έτη

30 έτη

Συντελεστής στάθμισης (εκατοστιαίες μονάδες)

1.5%

1.5%

1.5%

1.5%

1.5%

2.  Ένα κοινός συντελεστής στάθμισης κινδύνου 2,25 % ορίζεται για όλους τους παράγοντες κινδύνου τόσο πληθωρισμoύ όσο και βάσει διαφορετικών νομισμάτων.