Διαδικασία : 2018/2008(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0267/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0267/2018

Συζήτηση :

PV 13/09/2018 - 5
CRE 13/09/2018 - 5

Ψηφοφορία :

PV 13/09/2018 - 10.15
CRE 13/09/2018 - 10.15
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2018)0357

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 880kWORD 107k
19.7.2018
PE 618.324v02-00 A8-0267/2018

σχετικά με τα προϊόντα δύο ποιοτήτων στην ενιαία αγορά

(2018/2008(INI))

Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

Εισηγήτρια: Olga Sehnalová

Συντάκτρια γνωμοδότησης (*):

Biljana Borzan, Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων

(*)  Συνδεδεμένη επιτροπή – άρθρο 54 του Κανονισμού

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 Αιτιολογική έκθεση
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου
 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ Ή ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ ΕΙΣΗΓΗΤΗ
 ΠΛHΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τα προϊόντα δύο ποιοτήτων στην ενιαία αγορά

(2018/2008(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(1),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2394 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών και με την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004(2),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1925/2006 και την κατάργηση της οδηγίας 87/250/ΕΟΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της οδηγίας 1999/10/ΕΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών της Επιτροπής 2002/67/ΕΚ και 2008/5/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 608/2004 της Επιτροπής(3),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 26ης Σεπτεμβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί τροφίμων και περί προστασίας των καταναλωτών σε ζητήματα προϊόντων δύο ποιοτήτων – Η περίπτωση των τροφίμων,

–  έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2016, με τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εκτέλεση/εφαρμογή της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές» (SWD(2016)0163),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2016, σχετικά με την ολοκληρωμένη προσέγγιση για την τόνωση του διασυνοριακού ηλεκτρονικού εμπορίου για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Ευρώπης (COM(2016)0320),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Οκτωβρίου 2017, με τίτλο «Πρόγραμμα Εργασίας της Επιτροπής για το 2018: Ένα θεματολόγιο για μια πιο ενωμένη, ισχυρότερη και πιο δημοκρατική Ευρώπη» (COM(2017)0650),

–  έχοντας υπόψη την ομιλία που εκφώνησε ο Πρόεδρος Jean-Claude Juncker για την κατάσταση της Ένωσης στις 13 Σεπτεμβρίου 2017,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2017, και ιδίως την παράγραφο 3,

–  έχοντας υπόψη την έκβαση της 3.524ης συνεδρίασης του Συμβουλίου Γεωργίας και Αλιείας, της 6ης Μαρτίου 2017,

–  έχοντας υπόψη τα πρακτικά της 2.203ης συνεδρίασης της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 2017,

–  έχοντας υπόψη το ενημερωτικό έγγραφο σχετικά με τις παραπλανητικές πρακτικές συσκευασίας, που συνέταξε το Τμήμα Πολιτικής Α τον Ιανουάριο του 2012,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 11ης Ιουνίου 2013, σχετικά με ένα νέο θεματολόγιο για την ευρωπαϊκή πολιτική καταναλωτών(4),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με την στρατηγική για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των ευάλωτων καταναλωτών(5), και ιδίως την παράγραφο 6,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 4ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές(6),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 7ης Ιουνίου 2016, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων(7),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 19ης Ιανουαρίου 2016, σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ(8), και ιδίως την παράγραφο 14,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 14ης Φεβρουαρίου 2017, σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ(9), και ιδίως την παράγραφο 178,

–  έχοντας υπόψη τη μείζονος σημασίας επερώτηση της 15ης Μαρτίου 2017 σχετικά με τις διαφορές όσον αφορά τις δηλώσεις, τη σύνθεση και τη γεύση προϊόντων στις αγορές των κρατών μελών της κεντρικής/ανατολικής Ευρώπης και αυτών της δυτικής Ευρώπης(10),

–  έχοντας υπόψη τη συνοπτική ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Κοινοβουλευτικής Έρευνας του Ιουνίου 2017, με τίτλο «Dual quality of branded food products: Addressing a possible east-west divide » (Διπλή ποιότητα των επώνυμων τροφίμων: αντιμετώπιση ενός πιθανού χάσματος ανατολής-δύσης),

–  έχοντας υπόψη την έρευνα για τα τρόφιμα και τους Τσέχους καταναλωτές που διενέργησε η τσεχική Αρχή Γεωργίας και Επιθεώρησης των Τροφίμων τον Φεβρουάριο του 2016,

–  έχοντας υπόψη την ειδική μελέτη σχετικά με το ζήτημα των δύο ποιοτήτων και της σύνθεσης των προϊόντων που διατίθενται στην ενιαία αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την άποψη του δικαίου προστασίας των καταναλωτών (ιδίως από την άποψη των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών), του δικαίου του ανταγωνισμού (ιδιαίτερα από την άποψη του αθέμιτου ανταγωνισμού) και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, την οποία διεξήγαγε η νομική σχολή του Πανεπιστημίου του Palacký στο Olomouc, το 2017,

–  έχοντας υπόψη τις διάφορες έρευνες, μελέτες και δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια από τις αρχές επιθεώρησης τροφίμων σε ορισμένα κράτη μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση Nielsen του Νοεμβρίου 2014 σχετικά με την κατάσταση της ιδιωτικής ετικέτας σε ολόκληρο τον κόσμο,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 11ης Απριλίου 2018, με τίτλο «Nέα συμφωνία για τους καταναλωτές» (COM(2018)0183),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση που κατέθεσε η Επιτροπή, στις 11 Απριλίου 2018, για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καλύτερη επιβολή και τον εκσυγχρονισμό των κανόνων της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών (COM(2018)0185),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων(11),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 17 παράγραφος 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο αναφέρεται στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας,

–  έχοντας υπόψη την από 23ης Μαρτίου 2018 κοινή επιστολή της Δημοκρατίας της Κροατίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας, της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σχετικά με το ζήτημα των προϊόντων δύο ποιοτήτων στο πλαίσιο της νέας συμφωνίας για τους καταναλωτές,

–  έχοντας υπόψη τα αποτελέσματα συγκριτικών μελετών οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τις αρχές και τις ενώσεις που προστατεύουν τα δικαιώματα των καταναλωτών σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής για επικαιροποίηση της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι οι εθνικές αρχές μπορούν να αξιολογήσουν και να αντιμετωπίσουν τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές που περιλαμβάνουν την εμπορία προϊόντων ως πανομοιότυπων σε αρκετές χώρες της ΕΕ, εάν η σύνθεση ή τα χαρακτηριστικά τους διαφέρουν σημαντικά,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων και της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου (A8-0267/2018),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά την προώθηση, την πώληση ή την προμήθεια προϊόντων, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να παρέχουν στους καταναλωτές ακριβείς και εύκολα κατανοητές πληροφορίες σχετικά με την ακριβή σύνθεση του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών προϊόντων και συνταγών, ώστε αυτοί να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις αγοράς·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια βασική αρχή για τα σήματα πρέπει να είναι η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στη σύνθεση, την αξία και την ποιότητα ενός προϊόντος· λαμβάνοντας υπόψη ότι, ως εκ τούτου, είναι καθήκον των κατασκευαστών να εξασφαλίζουν την τήρηση των εν λόγω προσδοκιών·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταναλωτές δεν γνωρίζουν ότι τα προϊόντα με το ίδιο εμπορικό σήμα και την ίδια συσκευασία προσαρμόζονται στις τοπικές προτιμήσεις και επιθυμίες, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφορετική ποιότητα των προϊόντων εγείρει ανησυχίες για διαφορετική αντιμετώπιση ορισμένων κρατών μελών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αναπτύξει σήματα προκειμένου να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένες προσδοκίες των καταναλωτών και να λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της παραγωγής που αναγνωρίζονται με τη χρήση ενδείξεων ποιότητας·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (ΟΑΕΠ) είναι το βασικό νομοθετικό εργαλείο της Ένωσης για να διασφαλίζει ότι οι καταναλωτές δεν εκτίθενται σε παραπλανητικές διαφημίσεις και άλλες αθέμιτες πρακτικές κατά τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένης της εμπορικής διάθεσης προϊόντων με πανομοιότυπη εμπορική ονομασία κατά τρόπο που μπορεί να παραπλανήσει τους καταναλωτές·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές μπορούν να είναι διατυπωμένες στην ΟΑΕΠ κατά τρόπο ώστε να απαγορεύονται σε όλες τις περιπτώσεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τα πορίσματα της Επιτροπής, η καταγραφή μιας πρακτικής στο παράρτημα Ι της ΟΑΕΠ, κατά περίπτωση, οδηγεί σε μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και, ως εκ τούτου, στον δικαιότερο ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών στην αγορά·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταναλωτές πραγματοποιούν συνειρμική σύνδεση μεταξύ εμπορικού σήματος, προϊόντος και ποιότητας και, συνεπώς, προσδοκούν την ίδια ποιότητα για ένα προϊόν με το ίδιο εμπορικό σήμα ή/και πανομοιότυπη εμφάνιση το οποίο διατίθεται τόσο στη χώρα τους όσο και σε άλλα κράτη μέλη·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταναλωτές πραγματοποιούν επίσης συνειρμική σύνδεση μεταξύ εμπορικού σήματος και επισήμανσης ή συσκευασίας ενός αγροτικού ή διατροφικού προϊόντος και ποιότητας και, συνεπώς, προσδοκούν την ίδια ακριβώς ποιότητα και σύσταση για ένα προϊόν με την ίδια επισήμανση ή πανομοιότυπη εμφάνιση, είτε πωλείται στη χώρα τους είτε σε άλλο κράτος μέλος· λαμβάνοντας υπόψη ότι όλοι οι αγρότες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παράγουν προϊόντα που πληρούν τα ίδια υψηλά πρότυπα και οι καταναλωτές αναμένουν αυτή η ομοιομορφία στην ποιότητα να ισχύει και για άλλα προϊόντα της τροφικής αλυσίδας, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής τους·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλοι οι πολίτες της ΕΕ αξίζουν ίση μεταχείριση όσον αφορά τα τρόφιμα και τα μη εδώδιμα προϊόντα που πωλούνται στην ενιαία αγορά·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να εξαλειφθούν οι αθέμιτες πρακτικές ως προς αυτό, ώστε να αποφεύγεται η παραπλάνηση των καταναλωτών, καθώς και ότι μόνο μια ισχυρή συνέργεια σε επίπεδο ΕΕ μπορεί να επιλύσει αυτό το διασυνοριακό ζήτημα·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξιολόγηση του αν μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη βάσει της ΟΑΕΠ πρέπει να διενεργείται κατά περίπτωση από τα κράτη μέλη, εξαιρουμένης της περίπτωσης των πρακτικών που παρατίθενται στο παράρτημα Ι της εν λόγω οδηγίας·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην ομιλία που εκφώνησε για την κατάσταση της Ένωσης το 2017, ο Πρόεδρος Juncker τόνισε πως είναι απαράδεκτο σε ορισμένα μέρη της Ευρώπης να πωλούνται τρόφιμα χαμηλότερης ποιότητας από ό,τι σε άλλες χώρες, ενώ η συσκευασία και η εμπορική ονομασία τους είναι πανομοιότυπες·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή της ΟΑΕΠ διαφέρει σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο και ότι οι μεθοδολογικές προσεγγίσεις και η αποτελεσματικότητα της επίλυσης διαφορών και της επιβολής της οδηγίας διαφέρουν επίσης σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το σήμα διαδραματίζει συχνά τον σημαντικότερο ρόλο στις αποφάσεις για την αξία ενός προϊόντος·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα ενισχυμένο και πιο αποτελεσματικό πλαίσιο συνεργασίας για την επιβολή θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη και θα περιόριζε τη ζημία των καταναλωτών·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλοι οι καταναλωτές στην ΕΕ έχουν τα ίδια δικαιώματα και ότι οι αναλύσεις δείχνουν πως ορισμένοι παραγωγοί και παρασκευαστές έχουν πουλήσει προϊόντα διαφορετικής ποιότητας με την ίδια εμπορική ονομασία και με παραπλανητικά πανομοιότυπη εμφάνιση, ενώ ορισμένα προϊόντα σε κάποιες χώρες έχουν χαμηλότερη περιεκτικότητα όσον αφορά το κύριο συστατικό ή περιέχουν συστατικά χαμηλότερης ποιότητας που αντικαθιστούν άλλα υψηλότερης ποιότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρόβλημα αυτό είναι πιο διαδεδομένο στα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην ΕΕ από το 2004 και μετά· λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τις αναλύσεις εντοπίστηκαν περιπτώσεις όμοιων προϊόντων ή προϊόντων με παραπλανητικά πανομοιότυπη εμφάνιση, αλλά χαμηλότερης ποιότητας ή με διαφορετική γεύση, σύσταση ή άλλα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, τα οποία πωλούνται σε τιμές που ποικίλλουν σημαντικά από τη μια χώρα στην άλλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι ακόμη και αν αυτό δεν συνιστά παραβίαση των αρχών της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς ή των ισχυόντων κανόνων σχετικά με την επισήμανση ή άλλης νομοθεσίας για τα τρόφιμα, συνιστά ωστόσο κατάχρηση της εμπορικής επωνυμίας και αποτελεί εμπόδιο για την τήρηση της αρχής περί ίσης μεταχείρισης των καταναλωτών·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπήρξαν περιπτώσεις σημαντικών διαφορών σε προϊόντα όπως οι βρεφικές τροφές, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση τις αρχές και τα επιχειρήματα των παρασκευαστών, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι προσαρμόζουν τα προϊόντα τους σύμφωνα με τις τοπικές προτιμήσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα εργαστηριακά πορίσματα επιβεβαιώνουν ότι τα προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας ενδέχεται να περιέχουν λιγότερο υγιεινούς συνδυασμούς συστατικών και, ως εκ τούτου, να θέτουν εμπόδια στην τήρηση της αρχής περί ίσης μεταχείρισης των καταναλωτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένοι εκπρόσωποι παραγωγών και παρασκευαστών έχουν συμφωνήσει να τροποποιήσουν τις συνταγές τους σε ορισμένες χώρες, ούτως ώστε να προσφέρονται πανομοιότυπα προϊόντα σε ολόκληρη την ενιαία αγορά·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές οι απαράδεκτες πρακτικές εφαρμόζονται από γνωστές πολυεθνικές εταιρείες του αγροδιατροφικού τομέα που επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τα περιθώρια κέρδους τους με βάση τις διαφορές που υφίστανται στην αγοραστική δύναμη διαφόρων κρατών μελών·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο πλαίσιο της Νέας Συμφωνίας για τους Καταναλωτές, μια στοχευμένη αναθεώρηση των οδηγιών της ΕΕ για τους καταναλωτές, σε συνέχεια του ελέγχου καταλληλότητας της νομοθεσίας της ΕΕ για τους καταναλωτές και την εμπορία, η Επιτροπή πρότεινε την επικαιροποίηση της ΟΑΕΠ προκειμένου να καταστεί σαφής η δυνατότητα των εθνικών αρχών να αξιολογούν και να αντιμετωπίζουν τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές που περιλαμβάνουν την εμπορία υποτιθέμενα πανομοιότυπων προϊόντων σε διάφορα κράτη μέλη, όταν η σύνθεση ή τα χαρακτηριστικά τους στην πραγματικότητα διαφέρουν σημαντικά·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταναλωτές δεν θα πρέπει να παραπλανώνται, αλλά ταυτόχρονα η διαφοροποίηση των προϊόντων και η καινοτομία δεν θα πρέπει να περιορίζονται·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενιαία αγορά έχει αποφέρει πολύ σημαντικά οφέλη στις επιχειρήσεις της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων και ότι το εμπόριο τροφίμων αποκτά ολοένα μεγαλύτερη διασυνοριακή διάσταση και ιδιαίτερη σημασία για τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, για να αξιοποιηθούν πλήρως τα οφέλη της εσωτερικής αγοράς, είναι πολύ σημαντικό να υπάρξει καλύτερη εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ για τα τρόφιμα και τους καταναλωτές, ώστε να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν αδικαιολόγητα διπλά πρότυπα και, ως εκ τούτου, να προστατευθούν οι καταναλωτές από παραπλανητικές πληροφορίες και εμπορικές πρακτικές·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει συνεχής ανάγκη ενίσχυσης του ρόλου των ενώσεων καταναλωτών ως προς το θέμα αυτό· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ενώσεις καταναλωτών διαδραματίζουν μοναδικό ρόλο στην εξασφάλιση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και, συνεπώς, θα πρέπει να υποστηριχθούν περισσότερο, μέσω πρόσθετων νομικών και οικονομικών μέτρων και δημιουργίας ικανοτήτων·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αποδεδειγμένες διαφορές στα συστατικά προκειμένου για συγκρίσιμα προϊόντα θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να αποτελέσει κίνδυνο για την υγεία των καταναλωτών, ιδίως στην περίπτωση ευάλωτων καταναλωτών, όπως τα παιδιά και οι άνθρωποι με προβλήματα διατροφής ή/και υγείας, συντείνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην υποβάθμιση της ευημερίας των πολιτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό ισχύει, για παράδειγμα, όταν το επίπεδο του λίπους ή/και της ζάχαρης είναι υψηλότερο του αναμενόμενου, όταν τα λίπη ζωικής προέλευσης αντικαθίστανται με λίπη φυτικής προέλευσης ή αντιστρόφως, όταν η ζάχαρη αντικαθίσταται με τεχνητά γλυκαντικά ή όταν η περιεκτικότητα σε αλάτι είναι μεγαλύτερη· λαμβάνοντας υπόψη ότι η επισήμανση που δεν δίνει ακριβή εικόνα των χρησιμοποιούμενων προσθέτων ή του αριθμού των υποκαταστάτων των βασικών συστατικών που χρησιμοποιούνται παραπλανά τον καταναλωτή και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την υγεία του·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχουν νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τα προϊόντα δύο ποιοτήτων σε επίπεδο ΕΕ, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η σύγκριση ποιοτήτων ή ο εντοπισμός τέτοιων περιπτώσεων και, συνεπώς, να μην υπάρχουν μέσα που θα μπορούσαν να διορθώσουν αυτή την κατάσταση· λαμβάνοντας υπόψη ότι από τις υπηρεσίες ελέγχου και ανάλυσης υγείας και τροφίμων της Επιτροπής έχουν αναφερθεί τακτικά ανεπάρκειες όσον αφορά την εφαρμογή και επιβολή των ισχυουσών απαιτήσεων της νομοθεσίας της ΕΕ για τα τρόφιμα, για παράδειγμα στην επισήμανση μηχανικώς διαχωρισμένου κρέατος(12) ή στη χρήση προσθέτων(13)·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι διαφορές στη σύνθεση που ενδέχεται να επηρεάζουν την υγεία των καταναλωτών μπορεί να εντοπίζονται όχι μόνο στα τρόφιμα, αλλά και στα καλλυντικά, στα προϊόντα υγιεινής και στα προϊόντα καθαρισμού·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δραστηριότητες ανασύστασης για τη μείωση των λιπαρών, των σακχάρων και του αλατιού στα τρόφιμα υστερούν σε πολλές χώρες της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης·

1.  υπογραμμίζει ότι τα αποτελέσματα πολυάριθμων δοκιμών και ερευνών σε πολλά κράτη μέλη, κυρίως στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, με διαφορετικές μεθοδολογίες για την εργαστηριακή δοκιμή, απέδειξαν ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ διαφόρων μεγεθών, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη σύνθεση και τα χρησιμοποιούμενα συστατικά, μεταξύ προϊόντων που διαφημίζονται και διανέμονται στην ενιαία αγορά με το ίδιο εμπορικό σήμα και με φαινομενικά πανομοιότυπη συσκευασία, εις βάρος των καταναλωτών· σημειώνει ότι, σύμφωνα με έρευνα που διενεργήθηκε για εθνική αρμόδια αρχή, η συντριπτική πλειονότητα των καταναλωτών ανησυχεί για τις εν λόγω διαφορές· ως εκ τούτου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, με βάση τα πορίσματα των εν λόγω δοκιμών και ερευνών, οι καταναλωτές ανησυχούν για τις διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων αγορών στα κράτη μέλη· υπογραμμίζει ότι κάθε τέτοιου είδους διάκριση είναι απαράδεκτη και ότι όλοι οι καταναλωτές της ΕΕ θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στο ίδιο επίπεδο ποιότητας των προϊόντων·

2.  επισημαίνει ότι οι περιπτώσεις τέτοιων σημαντικών διαφορών δεν αφορούν μόνο τρόφιμα αλλά, συχνά, και προϊόντα εκτός των τροφίμων, συμπεριλαμβανομένων απορρυπαντικών, καλλυντικών, ειδών προσωπικής περιποίησης και βρεφικών προϊόντων·

3.  υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο είχε καλέσει την Επιτροπή το 2013 να διενεργήσει ουσιαστική έρευνα ώστε να εκτιμηθεί αν υφίσταται ανάγκη για προσαρμογή της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας, και να ενημερώσει το Κοινοβούλιο και τους καταναλωτές για τα αποτελέσματα·

4.  επικροτεί τις πρόσφατες πρωτοβουλίες που ανακοίνωσε η Επιτροπή για την αντιμετώπιση του ζητήματος, και ιδίως τη δέσμευσή της να παράσχει κοινή μεθοδολογία δοκιμών και να διαθέσει προϋπολογισμό για την ανάπτυξη και την εφαρμογή της και για τη συλλογή περαιτέρω αξιόπιστων και συγκρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και να επικαιροποιήσει την ΟΑΕΠ και να θέσει σε λειτουργία το Κέντρο γνώσεων για ζητήματα απάτης και ποιότητας στον τομέα των τροφίμων·

5.  λαμβάνει υπόψη την εντολή που ανατέθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο φόρουμ υψηλού επιπέδου για τη βελτίωση της λειτουργίας της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων, όσον αφορά την αντιμετώπιση του ζητήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές τους να συμμετάσχουν ενεργά στις εν εξελίξει πρωτοβουλίες, που περιλαμβάνουν την ανάπτυξη κοινής μεθοδολογίας δοκιμών και την ενσωμάτωσή της στις εργασιακές πρακτικές τους, καθώς και τη συλλογή περαιτέρω αποδεικτικών στοιχείων· τονίζει ότι τα μέρη που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των καταναλωτών πρέπει να συμμετέχουν ενεργά και να μπορούν να εκδίδουν γνώμες για λογαριασμό τους, συμπεριλαμβανομένων των εκπροσώπων οργανώσεων καταναλωτών, κατασκευαστών και ερευνητικών οργανισμών οι οποίοι έχουν διεξαγάγει δοκιμές προϊόντων σε κράτη μέλη· πιστεύει ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να συμμετάσχει σε όλες τις εν εξελίξει πρωτοβουλίες που ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στις προσπάθειες να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της διπλής ποιότητας·

6.  συνιστά στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να διατυπώσουν τη δική τους εκτίμηση για τη μεθοδολογία και την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και άλλων υφιστάμενων νομοθετικών πράξεων σχετικά με το θέμα της διπλής ποιότητας των τροφίμων και άλλων προϊόντων και να την υποβάλουν στην Επιτροπή για αντικειμενική αξιολόγηση της σοβαρότητας του προβλήματος·

7.  επιδοκιμάζει την έγκριση από το Κοινοβούλιο δοκιμαστικού σχεδίου για το 2018 το οποίο έγκειται στη διεξαγωγή σειράς ερευνών αγοράς σχετικά με ορισμένες κατηγορίες καταναλωτικών προϊόντων, προκειμένου να εκτιμηθούν διάφορες πτυχές του ζητήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων· αναμένει ότι το σχέδιο θα υλοποιηθεί και θα δημοσιευτεί εμπρόθεσμα, όπως είχε αρχικά προγραμματιστεί· πιστεύει ότι το σχέδιο πρέπει να επεκταθεί και στο 2019, ώστε να εξασφαλιστεί μεγαλύτερο εύρος γνώσεων και να καλυφθεί ο τομέας των μη εδώδιμων προϊόντων· ζητεί να γίνει δυνατή μια μεγαλύτερη συμμετοχή των ευρωβουλευτών στην επίβλεψη του έργου· ενθαρρύνει το Κοινοβούλιο, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να κάνουν χρήση όλων των διαθέσιμων εργαλείων, συμπεριλαμβανομένων των δοκιμαστικών και των εθνικών σχεδίων, με σκοπό την περαιτέρω αξιολόγηση των διαφόρων πτυχών των προϊόντων δύο ποιοτήτων·

8.  τονίζει ότι η ολοκληρωμένη ενημέρωση όσον αφορά τη δημόσια αρχή που είναι αρμόδια για την ανάληψη δράσης και τις σχετικές διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας των πολιτών να υποβάλλουν διαδικτυακές καταγγελίες έχει ζωτική σημασία για την αποτελεσματική επιβολή της ΟΑΕΠ· ως εκ τούτου, θεωρεί αρνητική την απουσία πληροφοριών στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, τα οποία, παρά τις ανησυχίες που έχουν εκφράσει σχετικά με την ανάγκη να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των προϊόντων δύο ποιοτήτων, δεν καθιστούν τις πληροφορίες αυτές διαθέσιμες στους δικτυακούς τόπους των αρμόδιων αρχών·

9.  υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή έχει ήδη λάβει κοινοποίηση σχετικά με ένα νέο εθνικό μέτρο επισήμανσης που έχει σχεδιαστεί με στόχο την προειδοποίηση των καταναλωτών για τις διαφορές στη σύνθεση τροφίμων·

10.  εκφράζει ικανοποίηση για το γεγονός ότι, προκειμένου να βελτιωθεί περαιτέρω η προστασία των καταναλωτών στην ΕΕ και να παρασχεθεί στήριξη στις επιχειρήσεις, η Επιτροπή ξεκίνησε ένα επιγραμμικό πρόγραμμα κατάρτισης για να βοηθήσει τις εταιρείες να κατανοήσουν καλύτερα και να επιβάλουν τα δικαιώματα των καταναλωτών στην ΕΕ·

Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί προστασίας των καταναλωτών σε ζητήματα προϊόντων δύο ποιοτήτων

11.  λαμβάνει υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί τροφίμων και περί προστασίας των καταναλωτών σε ζητήματα προϊόντων δύο ποιοτήτων· επισημαίνει ότι σκοπός της ανακοίνωσης είναι να βοηθήσει τις εθνικές αρχές να προσδιορίσουν κατά πόσον μια εταιρεία παραβιάζει τη νομοθεσία της ΕΕ για τα τρόφιμα και τους καταναλωτές όταν πωλεί προϊόντα δύο ποιοτήτων σε διαφορετικές χώρες και να τις συμβουλεύσει σχετικά με τον τρόπο συνεργασίας μεταξύ τους· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η σταδιακή προσέγγιση της ανακοίνωσης για τον προσδιορισμό από τις εθνικές αρχές του κατά πόσον οι παραγωγοί παραβιάζουν τη νομοθεσία της ΕΕ δεν εφαρμόζεται στην πράξη από τις αρχές, γεγονός που θα μπορούσε να σημαίνει ότι παραβιάζονται τα δικαιώματα των καταναλωτών·

12.  συμφωνεί με την Επιτροπή ότι στην ενιαία αγορά, όπου οι καταναλωτές έχουν μια γενική αντίληψη των αρχών της ελεύθερης κυκλοφορίας και της ισότιμης πρόσβασης στα εμπορεύματα, οι καταναλωτές δεν περιμένουν, εκ των προτέρων, να διαφέρουν μεταξύ τους επώνυμα προϊόντα που διατίθενται σε διαφορετικές χώρες· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι μελέτες σχετικά με την πίστη σε εμπορικό σήμα αποδεικνύουν ότι, στον νου των καταναλωτών, τα εμπορικά σήματα λειτουργούν ως πιστοποιητικά ελεγχόμενης και σταθερής ποιότητας· συμφωνεί περαιτέρω με την Επιτροπή ότι αυτό εξηγεί τον λόγο για τον οποίο ορισμένοι καταναλωτές μπορεί να αναμένουν από τα επώνυμα προϊόντα να είναι ισοδύναμης ποιότητας, εάν όχι ακριβώς ίδια, οπουδήποτε και όποτε αγοράζονται, και να αναμένουν από τους ιδιοκτήτες εμπορικών σημάτων να τους ενημερώνουν όταν αποφασίζουν να αλλάξουν τη σύνθεση των προϊόντων τους·

13.  επομένως, θεωρεί ότι η παροχή κάθε πρόσθετης πληροφορίας, έστω και εντός του κύριου οπτικού πεδίου μιας συσκευασίας, είναι ανεπαρκής, εκτός εάν ο καταναλωτής κατανοεί σαφώς ότι το εν λόγω προϊόν διαφέρει από φαινομενικά πανομοιότυπα προϊόντα του ίδιου σήματος που πωλούνται σε άλλο κράτος μέλος·

14.  συμφωνεί με την Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι παραγωγοί δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να προσφέρουν πανομοιότυπα προϊόντα σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές και ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν σημαίνει ότι κάθε προϊόν πρέπει να είναι πανομοιότυπο σε όλη την έκταση της ενιαίας αγοράς· τονίζει ότι οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων επιτρέπεται να εμπορεύονται και να πωλούν προϊόντα με διαφορετικές συνθέσεις και χαρακτηριστικά, με βάση θεμιτούς παράγοντες, υπό τον όρο ότι τηρούν πλήρως τη νομοθεσία της ΕΕ· τονίζει, ωστόσο, ότι τα προϊόντα αυτά δεν πρέπει να διαφέρουν ως προς την ποιότητα όταν προσφέρονται στους καταναλωτές σε διαφορετικές αγορές·

15.  θεωρεί ότι το να παρέχονται στους καταναλωτές ακριβείς και εύληπτες πληροφορίες έχει καίρια σημασία για την αντιμετώπιση του ζητήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων· είναι πεπεισμένο ότι σε περίπτωση που μια εταιρεία προτίθεται να διαθέσει στην αγορά διαφόρων κρατών μελών ένα προϊόν το οποίο διαφέρει ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά, το εν λόγω προϊόν δεν μπορεί να φέρει επισήμανση και εμπορική επωνυμία φαινομενικά ακριβώς ίδια·

16.  σημειώνει ότι ενδέχεται να υπάρχουν αποδεκτές διαφορές στη σύνθεση ενός προϊόντος ενός σήματος και ότι τα προϊόντα μπορεί να διαφέρουν λόγω των τοπικών προτιμήσεων των καταναλωτών, της προέλευσης των τοπικών συστατικών, των απαιτήσεων της εθνικής νομοθεσίας ή με στόχο την αλλαγή της σύνθεσης· τονίζει ότι η πρόθεση δεν είναι η θέσπιση ή η εναρμόνιση απαιτήσεων όσον αφορά την ποιότητα των τροφίμων και ότι δεν είναι σκόπιμο να επιβληθεί στους κατασκευαστές η ακριβής σύνθεση των διαφόρων προϊόντων· πιστεύει, ωστόσο, ότι οι προτιμήσεις των καταναλωτών δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως δικαιολογία για την υποβάθμιση της ποιότητας ή για την προσφορά διαφορετικών ποιοτήτων στις διάφορες αγορές· τονίζει ότι οι καταναλωτές πρέπει να είναι ενημερωμένοι με σαφήνεια και ενήμεροι σχετικά με την προσαρμογή αυτή για κάθε προϊόν χωριστά και όχι μόνο σε γενικές γραμμές ότι αυτή η καθιερωμένη πρακτική υπάρχει·

17.  πιστεύει ότι η ανακοίνωση θεωρείται πως αφορά κυρίως τα τρόφιμα· θεωρεί ότι οι διατάξεις σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλα τα εδώδιμα και μη εδώδιμα προϊόντα που διατίθενται γενικά στην ενιαία αγορά, και ότι οι ετικέτες των προϊόντων πρέπει να είναι ευανάγνωστες για τους καταναλωτές και να παρέχουν πλήρη ενημέρωση·

18.  εφιστά την προσοχή στην καθοδήγηση της Επιτροπής από το 2016 σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, όπου αναφέρονται τα εξής: «τα προϊόντα του ίδιου σήματος τα οποία έχουν την ίδια ή παρόμοια συσκευασία μπορεί να διαφέρουν ως προς τη σύνθεσή τους ανάλογα με τον τόπο παρασκευής και την αγορά προορισμού, δηλαδή μπορεί να διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο» και «σύμφωνα με την οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, οι εμπορικές πρακτικές με τις οποίες προωθούνται προϊόντα με διαφορετική σύνθεση δεν είναι αυτές καθαυτές αθέμιτες»· τονίζει τη σημασία των εγγράφων καθοδήγησης που έχει εκδώσει η Επιτροπή για τη διευκόλυνση της ορθής και συνεκτικής εφαρμογής της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές· ως εκ τούτου, καλεί την Επιτροπή να αποσαφηνίσει τη σχέση μεταξύ της ανακοίνωσης, της καθοδήγησης και του εγγράφου που εκπονήθηκε από την υποομάδα για την εσωτερική αγορά του φόρουμ υψηλού επιπέδου για τη βελτίωση της λειτουργίας της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων·

19.  επισημαίνει ότι ενδέχεται να ισχύουν διαφορετικές απαιτήσεις για τις μεθόδους ελέγχου των εθνικών αρμόδιων αρχών· υπογραμμίζει ότι υπάρχουν διάφορες αναλύσεις που έχουν ήδη διενεργηθεί και οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βάση για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της κοινής μεθοδολογίας δοκιμών, ακόμη και αν οι μεθοδολογίες τους διέφεραν και τα αποτελέσματά τους δεν αξιολογήθηκαν με τον ίδιο τρόπο· θεωρεί ότι ο στόχος των εργασιών για την ανάπτυξη μιας μεθοδολογίας υπό την καθοδήγηση του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Επιτροπής (ΚΚΕρ) θα πρέπει να αναφέρεται σαφώς, ώστε να διασφαλίζεται η ενιαία ερμηνεία της προκύπτουσας μεθοδολογίας, συμπεριλαμβανομένου ενός ορισμού της «σημαντικής διαφοράς», και να παρέχεται η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να τη χρησιμοποιούν· επισημαίνει ότι η καθιέρωση, μεταξύ των διαφόρων προϊόντων, του πλέον τυποποιημένου και, ως εκ τούτου, του «προϊόντος αναφοράς», θα μπορούσε να εμποδίσει τη συνολική αξιολόγηση, δεδομένου ότι ενδέχεται να είναι υπερβολικά δύσκολο να προσδιοριστεί·

20.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις προσπάθειες της Επιτροπής να βοηθήσει τις εθνικές αρχές επιβολής του νόμου στον εντοπισμό των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών κατά την εμπορία των προϊόντων· καλεί την Επιτροπή να συντονίσει εν προκειμένω τις εθνικές αρμόδιες αρχές· υπογραμμίζει ότι στόχος της εν λόγω μεθοδολογίας είναι να εξασφαλίσει τη συλλογή αξιόπιστων και συγκρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων από τα κράτη μέλη σε μια κοινή βάση και να συμβάλει σε μια συνολική αξιολόγηση της σοβαρότητας και της έκτασης του προβλήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων στην ενιαία αγορά· υπενθυμίζει ότι ο πραγματικός χαρακτήρας των αθέμιτων πρακτικών είναι πιθανό να εξακολουθήσει να κρίνεται μόνο κατά περίπτωση, δεδομένου ότι η έκταση της παραπλάνησης του καταναλωτή είναι πάντα θέμα υποκειμενικής κρίσης της αρμόδιας αρχής ή του δικαστηρίου·

21.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την απόφαση της Επιτροπής να καλέσει τις αρμόδιες αρχές να διενεργήσουν περισσότερες δοκιμές στην αγορά των κρατών μελών, οι οποίες θα αφορούν συγκρίσεις προϊόντων μεταξύ διαφόρων περιφερειών και χωρών· υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι δοκιμές αυτές πρέπει να διεξάγονται με μια κοινή προσέγγιση, η οποία δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί πλήρως· τονίζει την ανάγκη τήρησης του χρονοδιαγράμματος, ώστε τα αποτελέσματα των δοκιμών που διεξάγονται στο πλαίσιο μιας κοινής μεθόδου δοκιμών να ολοκληρωθούν, να δημοσιευθούν σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ σε βάση δεδομένων που διατίθεται στο κοινό, και να αναλυθούν το συντομότερο δυνατό, αλλά όχι αργότερα από το τέλος του 2018· τονίζει, επιπλέον, την ανάγκη για ταχεία δημοσιοποίηση αυτών των αποτελεσμάτων, με σκοπό την ενημέρωση των καταναλωτών και των παραγωγών ώστε να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η συμβολή στη μείωση των περιπτώσεων προϊόντων δύο ποιοτήτων·

Άλλες πτυχές του ζητήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων

22.  υπογραμμίζει ότι οι ιδιωτικές ετικέτες αποτελούν πλέον ένα από τα βασικά προϊόντα που περιέχουν τα καλάθια των καταναλωτών και ότι το μερίδιο αγοράς τους αυξήθηκε στις περισσότερες κατηγορίες προϊόντων και στα περισσότερα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας· πιστεύει ότι οι ιδιωτικές ετικέτες δεν θα πρέπει να δίνουν την εντύπωση ότι πρόκειται για επώνυμα προϊόντα, ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση των καταναλωτών· επαναλαμβάνει ότι στο θέμα των ιδιωτικών ετικετών πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή από την Επιτροπή, με σκοπό τον τερματισμό της σύγχυσης μεταξύ ιδιωτικών ετικετών και επώνυμων προϊόντων· επισημαίνει οι παραγωγοί και οι παρασκευαστές έχουν πρόσβαση στην ενιαία αγορά, η οποία όμως είναι επίσης πολύ ανταγωνιστική και υπάρχουν εμπορικά σήματα που είναι πασίγνωστα ή αντιμετωπίζονται θετικά σε ολόκληρη την Ένωση·

23.  υπενθυμίζει ότι τοκ έχει καλέσει επανειλημμένα την Επιτροπή να εξακριβώσει αν η ύπαρξη προϊόντων δύο ποιοτήτων έχει αρνητικές συνέπειες για την τοπική και περιφερειακή παραγωγή, και ιδίως για τις ΜΜΕ· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιάσει κανένα στοιχείο·

24.  υπογραμμίζει ότι η παραποίηση των επώνυμων προϊόντων εκθέτει τους καταναλωτές σε κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στα εμπορικά σήματα και έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων για τους παραγωγούς· σημειώνει ότι το φάσμα των προϊόντων παραποίησης/απομίμησης που εντοπίζονται στην ΕΕ παραμένει ευρύ και περιλαμβάνει σχεδόν όλους τους τύπους εμπορευμάτων·

25.  εκφράζει ανησυχία σχετικά με τους περιορισμούς που επιβάλλονται στους εμπόρους όσον αφορά την αγορά εμπορευμάτων και οι οποίοι μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη δυνατότητα επιλογής των καταναλωτών· παροτρύνει την Επιτροπή να εντοπίσει τους παράγοντες που συμβάλλουν στον κατακερματισμό της ενιαίας αγοράς όσον αφορά τα εμπορεύματα και περιορίζουν με αθέμιτο τρόπο τη δυνατότητα των καταναλωτών να επωφεληθούν από την ενιαία αγορά, με ιδιαίτερη έμφαση στους περιορισμούς εδαφικής διάθεσης και τις επιπτώσεις τους· καλεί την Επιτροπή να κάνει χρήση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, κατά περίπτωση, για να αντιμετωπίσει τις εν λόγω πρακτικές·

26.  επισημαίνει ότι οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να επιλέγουν δείγματα και να διενεργούν δοκιμές μόνο στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους· τονίζει την ανάγκη για ενισχυμένη, αποτελεσματική, διαφανή και ταχεία διασυνοριακή συνεργασία και ανταλλαγή δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με δυνητικά μη συμμορφούμενα προϊόντα και πληροφοριών σχετικά με πιθανές αθέμιτες πρακτικές, μεταξύ των εθνικών αρχών προστασίας των καταναλωτών και των αρχών ασφάλειας τροφίμων, των ενώσεων καταναλωτών και της Επιτροπής για την αντιμετώπιση του ζητήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων και τη βελτίωση και την προσέγγιση των τρόπων επιβολής της νομοθεσίας· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συνεργαστούν στενότερα στο πεδίο αυτό· επιδοκιμάζει την έγκριση του αναθεωρημένου κανονισμού για τη συνεργασία όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών (ΣΠΚ), ο οποίος ενισχύει τις εξουσίες διερεύνησης και επιβολής, βελτιώνει την ανταλλαγή πληροφοριών και δεδομένων και την πρόσβαση σε κάθε σχετική πληροφορία και θεσπίζει εναρμονισμένους κανόνες που καθορίζουν τις σχετικές διαδικασίες συντονισμού των ερευνών και των μέτρων επιβολής·

27.  αναγνωρίζει τη χρησιμότητα των «σαρώσεων», που αποτελούν σημαντική μορφή συντονισμού της επιβολής βάσει του κανονισμού ΣΠΚ, και καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν περαιτέρω και να διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής τους·

Συστάσεις και περαιτέρω ενέργειες

28.  τονίζει την αξία ενός ευρέος και έγκαιρου δημόσιου διαλόγου που θα οδηγεί σε αυξημένη ευαισθητοποίηση των καταναλωτών όσον αφορά τα προϊόντα και τα χαρακτηριστικά τους· σημειώνει ότι ορισμένοι παρασκευαστές και ιδιοκτήτες ιδιωτικών ετικετών έχουν ήδη ανακοινώσει αλλαγές στις συνταγές ή τη χρήση ενός ενιαίου προτύπου παραγωγής για όλη την ΕΕ· τονίζει τον σημαντικό ρόλο της βιομηχανίας για τη βελτίωση της διαφάνειας και της σαφήνειας όσον αφορά τη σύνθεση και την ποιότητα των προϊόντων και τις τυχόν μεταβολές τους· εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρωτοβουλία της Επιτροπής να αναπτύξει εν προκειμένω έναν κώδικα δεοντολογίας· ζητεί, προς όφελος των ιδίων συμφερόντων τους, να δοθεί ακόμη μεγαλύτερη συμμετοχή τόσο στους παραγωγούς όσο και στους λιανοπωλητές, προκειμένου να βοηθήσουν στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της παρούσας κατάστασης το συντομότερο δυνατό, χωρίς προσφυγή στις διαδικασίες επιβολής, και να δοθεί η δυνατότητα στους ευρωπαίους καταναλωτές να έχουν πρόσβαση σε προϊόντα ίδιας ποιότητας σε ολόκληρη την ενιαία αγορά· καλεί τους παρασκευαστές να εξετάσουν το ενδεχόμενο συμπερίληψης λογότυπου στη συσκευασία, το οποίο θα δείχνει ότι το περιεχόμενο και η ποιότητα του προϊόντος με το ίδιο εμπορικό σήμα και την ίδια συσκευασία δεν έχουν καμία διαφορά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο·

29.  καλεί τις οργανώσεις καταναλωτών, τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τους κοινοποιημένους εθνικούς φορείς που είναι αρμόδιοι για την εφαρμογή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και άλλων σχετικών νομοθετικών πράξεων να διαδραματίσουν ενεργότερο ρόλο στη δημόσια συζήτηση και στην ενημέρωση των καταναλωτών· είναι πεπεισμένο ότι οι οργανώσεις των καταναλωτών μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην αντιμετώπιση του προβλήματος των δύο ποιοτήτων· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη στήριξή τους στις εθνικές οργανώσεις καταναλωτών, μέσω οικονομικών και νομικών μηχανισμών, ώστε να μπορούν να αναπτύξουν ικανότητες, να αναπτύξουν τις ελεγκτικές τους δραστηριότητες, να πραγματοποιήσουν συγκριτικές δοκιμές και, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, να βοηθήσουν στον εντοπισμό και τη δημοσιοποίηση υποθέσεων αθέμιτης διαφοροποίησης των προϊόντων· πιστεύει επίσης ότι θα πρέπει να προωθηθεί η βελτίωση της διασυνοριακής ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των ενώσεων καταναλωτών·

30.  θεωρεί ότι, με βάση προηγούμενες εμπειρίες, οι αρμόδιες αρχές δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις προϊόντων δύο ποιοτήτων σε εθνικό επίπεδο ή να επιβάλουν την ισχύουσα νομοθεσία, ή έχουν επιχειρήσει να το πράξουν μόνο σε ελάχιστο βαθμό, λόγω, εν μέρει, της απουσίας σαφούς νομικής διάταξης σε επίπεδο ΕΕ· υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για την επιβολή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και ότι πρέπει να το πράττουν ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι καταναλωτές δεν παραπλανώνται από αθέμιτες πρακτικές εμπορίας· τονίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές διαθέτουν τους κατάλληλους τεχνικούς, οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική επιβολή της νομοθεσίας· καλεί τα κράτη μέλη να προσφέρουν στους καταναλωτές έναν χώρο για την υποβολή καταγγελιών και την περαιτέρω διερεύνησή τους, και να ενημερώνουν τους καταναλωτές, στο μέτρο του δυνατού, για τα δικαιώματα και τις επιλογές τους όσον αφορά την επιβολή της ισχύουσας νομοθεσίας και τις υποχρεώσεις των πωλητών να τους ενημερώνουν σχετικά με τη σύνθεση και, κατά περίπτωση, την προέλευση των προϊόντων·

31.  εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι το ζήτημα των προϊόντων δύο ποιοτήτων συνδέεται άμεσα με την ουσία της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς και με την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, δύο στοιχεία που απειλούνται, και συνεπώς ζητεί, μεταξύ άλλων, μια λύση σε επίπεδο Ένωσης, μέσω άμεσα εφαρμοστέων μέτρων· είναι πεπεισμένο ότι, δεδομένου του ενδεχομένου ανάληψης δράσης σε εθνικό επίπεδο, η δράση σε ενωσιακό επίπεδο θα διασφαλίσει την ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς· καλεί την Επιτροπή να χαρτογραφήσει τα υφιστάμενα εθνικά πρότυπα για τα τρόφιμα και τα μη εδώδιμα προϊόντα στην ΕΕ και να αξιολογήσει τη σημασία τους για περιπτώσεις προϊόντων δύο ποιοτήτων στην ενιαία αγορά·

32.  ζητεί την επείγουσα ανάπτυξη ικανοτήτων και μηχανισμών σε επίπεδο ΕΕ σε μια εξειδικευμένη μονάδα παρακολούθησης και εποπτείας σε υφιστάμενο οργανισμό της ΕΕ ( στο ΚΚΕρ, την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) ή αλλού), διατηρώντας τη γραφειοκρατία στο ελάχιστο, για την παρακολούθηση της συνοχής όσον αφορά τη σύνθεση και τις αναλογίες των συστατικών σε τρόφιμα με πανομοιότυπο εμπορικό σήμα και συσκευασία και για την αξιολόγηση συγκριτικών εργαστηριακών αναλύσεων, ώστε να εντοπίζονται αυτές οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στην εμπορία των προϊόντων διατροφής·

33.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόταση της Επιτροπής για μια «Νέα συμφωνία για τους καταναλωτές», η οποία επιδιώκει να αντιμετωπίσει το ζήτημα των προϊόντων δύο ποιοτήτων, τροποποιώντας το άρθρο 6 της ΟΑΕΠ για να χαρακτηριστεί ως παραπλανητική εμπορική πρακτική η διάθεση στην αγορά ενός προϊόντος που φαίνεται να είναι πανομοιότυπο με το ίδιο προϊόν που διατίθεται στο εμπόριο σε διάφορα άλλα κράτη μέλη, όταν τα εν λόγω προϊόντα έχουν διαφορετική σύνθεση ή χαρακτηριστικά· επισημαίνει, ωστόσο, ότι η πρόταση περιέχει επίσης ορισμένες ασαφείς διατάξεις που πρέπει να αποσαφηνιστούν προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή·

34.  τονίζει ότι το αποτέλεσμα της νομοθετικής διαδικασίας θα πρέπει να είναι ένας σαφής ορισμός της έννοιας της διπλής ποιότητας και ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει κάθε υπόθεση να αξιολογείται και να αντιμετωπίζεται από τις αρμόδιες αρχές· υπογραμμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι ο ανοικτός κατάλογος των λεγόμενων «νόμιμων παραγόντων» θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ικανότητα των αρμόδιων αρχών να προβαίνουν σε αξιολογήσεις και να εφαρμόζουν τον νόμο· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η χρήση της έννοιας των «καθορισμένων προτιμήσεων των καταναλωτών» για την αξιολόγηση του κατά πόσον μια διαφοροποίηση της σύνθεσης του προϊόντος μπορεί ή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ενδέχεται να οδηγήσει σε αλληλοσυγκρουόμενες ερμηνείες μεταξύ των αρμόδιων αρχών·

35.  ζητεί από την Επιτροπή να παρατείνει την εντολή που έχει δοθεί στο ΚΚΕρ για να εργαστεί σε εναρμονισμένη μεθοδολογία σε ευρωπαϊκή κλίμακα για τη σύγκριση των χαρακτηριστικών των μη εδώδιμων προϊόντων και σχετικά με κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της διαφάνειας των προϊόντων εντός ενός έτους και να αξιολογήσει τα αποτελέσματα των δοκιμών· επισημαίνει ότι το ΚΚΕρ πρέπει επίσης, για τους σκοπούς της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών στο πεδίο αυτό, να επιδιώξει να συνεργαστεί με τις αρχές των κρατών μελών που έχουν ήδη διενεργήσει δικές τους δοκιμές προϊόντων αλλά δεν έχουν ακόμη κοινοποιήσει τα αποτελέσματα στις εθνικές αρχές άλλων κρατών μελών·

36.  τονίζει ότι η ασφάλεια και η ποιότητα των τροφίμων, καθώς και η προστασία των καταναλωτών από την απάτη, είναι θέματα πρώτης προτεραιότητας· υπενθυμίζει στην Επιτροπή τη δέσμευσή της για καλύτερη παρακολούθηση και βελτίωση της ορθής εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ· πιστεύει ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν αποτελεσματικά τη συμμόρφωση προς την ισχύουσα νομοθεσία στα πεδία αυτά·

37.  ενθαρρύνει τη σύσταση ειδικής διεύθυνσης από την Επιτροπή υπό τον υπάρχοντα αρμόδιο οργανισμό της ΕΕ, με επαγγελματίες του τομέα, οι οποίοι θα διενεργούν ελέγχους στα εργοστάσια των παραγωγών και θα ελέγχουν τη ροή παραγωγής για να επαληθεύουν ότι η σύνθεση του προϊόντος αντιστοιχεί σε όσα έχει δηλώσει ο παραγωγός, στις περιπτώσεις που υπάρχει υποψία προϊόντων δύο ποιοτήτων·

38.  επιδοκιμάζει την πρόταση της Επιτροπής για τη βελτίωση της διαφάνειας των επιστημονικών μελετών στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων, ως ανταπόκριση στις ανησυχίες των πολιτών, προκειμένου να αυξηθεί η πρόσβαση στις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να ληφθούν αποφάσεις αγοράς βασισμένες σε μια αξιόπιστη και επιστημονικά τεκμηριωμένη εκτίμηση των κινδύνων·

39.  καλεί τις εθνικές αρχές τροφίμων να προσδιορίζουν, για κάθε περίπτωση, εάν οι εικαζόμενες πρακτικές διακρίσεων είναι πράγματι παράνομες, βάσει των διατάξεων της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και της αλληλεπίδρασής τους με τις απαιτήσεις όσον αφορά τις θεμιτές πρακτικές πληροφόρησης όπως ορίζονται στον κανονισμό αριθ. 1169/2011 σχετικά με την παροχή στους καταναλωτές πληροφοριών για τα τρόφιμα·

40.  επισημαίνει ότι όλοι οι πολίτες της ΕΕ επηρεάζονται από τις πρακτικές ύπαρξης δύο ποιοτήτων, μεταξύ άλλων και όταν μετακινούνται μεταξύ κρατών μελών·

41.  τονίζει ωστόσο ότι οι σημαντικές διαφορές σε προϊόντα για βρέφη, όπως και σε τρόφιμα για νήπια και μικρά παιδιά, δεν μπορούν να δικαιολογηθούν μόνο με βάση την ποικιλομορφία των κατά περιοχή γευστικών προτιμήσεων·

42.  απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ορισμένων παραγωγών ότι γίνονται αλλαγές στη σύνθεση ή/και στην ποιότητα για να ανταποκρίνονται οι τιμές στις προσδοκίες των καταναλωτών· υπογραμμίζει το γεγονός ότι διάφορες μελέτες έχουν δείξει πως τα προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας είναι συχνά πιο ακριβά από ό,τι τα αντίστοιχα προϊόντα υψηλότερης ποιότητας σε άλλα μέρη της ΕΕ·

43.  ενθαρρύνει έντονα τη χρήση της αρχής της κυκλικής οικονομίας όσον αφορά τη συσκευασία των προϊόντων και τονίζει ότι, εάν η συσκευασία ενός προϊόντος σε ένα κράτος μέλος τηρεί την αρχή αυτή, τότε θα πρέπει να καταβληθούν συντονισμένες προσπάθειες από τον παραγωγό για να διασφαλιστεί ότι αυτό ισχύει για όλα τα προϊόντα του που διατίθενται στην αγορά με την ίδια εμπορική ονομασία στον ίδιο τύπο συσκευασίας σε ολόκληρη την ΕΕ και πέραν αυτής·

44.  τονίζει ότι ορισμένες περιπτώσεις προϊόντων δύο ποιοτήτων προκύπτουν από τη μη επιβολή της νομοθεσίας της ΕΕ· καλεί τις αρχές των κρατών μελών να επιβάλουν επειγόντως τις ισχύουσες διατάξεις της ΕΕ για την επισήμανση των τροφίμων, μεταξύ άλλων όσον αφορά, για παράδειγμα, το μηχανικώς διαχωρισμένο κρέας·

º

º  º

45.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1)

ΕΕ L 149, 11.6.2005, σ. 22.

(2)

ΕΕ L 345, 27.12.2017, σ. 1.

(3)

ΕΕ L 304, 22.11.2011, σ. 18.

(4)

ΕΕ C 65, 19.2.2016, σ. 2.

(5)

ΕΕ C 264E , 13.9.2013, σ. 11.

(6)

ΕΕ C 93, 24.3.2017, σ. 27.

(7)

ΕΕ C 86, 6.3.2018, σ. 40.

(8)

ΕΕ C 11, 12.1.2018, σ. 2.

(9)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0027.

(10)

O-000019/2017.

(11)

ΕΕ L 31, 1.2.2002, σ. 1.

(12)

http://ec.europa.eu/food/audits-analysis/overview_reports/details.cfm?rep_id=76

(13)

http://ec.europa.eu/food/audits-analysis/overview_reports/details.cfm?rep_id=115


Αιτιολογική έκθεση

Από διάφορες έρευνες που έχουν διενεργηθεί σε διαφορετικά κράτη μέλη της ΕΕ αποκαλύπτεται ότι, στην ενιαία αγορά της ΕΕ, υπάρχουν προϊόντα των οποίων η εμπορική ονομασία, ο σχεδιασμός της συσκευασίας και το μάρκετινγκ μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνονται πανομοιότυπα, ωστόσο η σύνθεσή τους είναι σαφώς διαφορετική από την άποψη της συνταγής, της βασικής πρώτης ύλης ή της ποσότητας της πρώτης ύλης στο προϊόν, ανάλογα με τη χώρα στην οποία αγοράστηκαν. Επιπλέον, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα ευρήματα αυτά σχετικά με τα προϊόντα δύο ποιοτήτων να μην αφορούν αποκλειστικά τρόφιμα και ποτά, αλλά να αφορούν επίσης καταναλωτικά αγαθά όπως απορρυπαντικά και προϊόντα προσωπικής υγιεινής.

Το ζήτημα των προϊόντων δύο ποιοτήτων σε διαφορετικά κράτη μέλη ή σε διαφορετικές περιφερειακές και τοπικές αγορές, σύμφωνα με νομική μελέτη που διενεργήθηκε από ειδικούς της νομικής σχολής του πανεπιστημίου Palackého στο Olomouc, παρατηρείται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

•  ο παρασκευαστής διαθέτει προϊόντα στην αγορά με διαφορετικές γεύσεις και συνθέσεις (δηλ. με διαφορετικό βασικό συστατικό) αλλά με την ίδια ή παρόμοια (αδιόρατες διαφορές για τον καταναλωτή) συσκευασία,

•  ο παρασκευαστής διαθέτει προϊόντα με διαφορετικά χαρακτηριστικά στην αγορά αλλά με την ίδια ή παρόμοια (αδιόρατες διαφορές για τον καταναλωτή) συσκευασία,

•  ο παρασκευαστής διαθέτει προϊόντα που έχουν διαφορετικό βάρος στην αγορά αλλά έχουν την ίδια ή παρόμοια (αδιόρατες διαφορές για τον καταναλωτή) συσκευασία,

•  κατά τη διάθεση νέου προϊόντος σε μια συγκεκριμένη αγορά, ο παρασκευαστής χρησιμοποιεί προϊόν του οποίου η σύνθεση είναι υψηλής ποιότητας (π.χ. μεγαλύτερη ποσότητα κρέατος ή υψηλότερη ποιότητα συστατικών στο προϊόν) προκειμένου να προσελκύσει το ενδιαφέρον των καταναλωτών και να τους «μάθει» να αγοράζουν/να επιλέγουν το προϊόν· έπειτα από ορισμένο χρονικό διάστημα, ωστόσο, προβαίνουν σε αλλαγή της συνταγής η οποία, όμως, δεν ακολουθείται από προφανή αλλαγή στη συσκευασία του προϊόντος (εξαιρουμένης της αλλαγής στη σύνθεση του προϊόντος η οποία αναγράφεται με μικρά γράμματα στο πίσω μέρος της ετικέτας).

Ο παρασκευαστής προβαίνει σε όλες αυτές τις ενέργειες χωρίς να επισημαίνει στον καταναλωτή με σαφήνεια, έμφαση και διαφάνεια και με μη παραπλανητικό τρόπο, το γεγονός ότι πρόκειται για διαφορετικό προϊόν διαφορετικής σύνθεσης, βάρους, ποιότητας ή άλλων σχετικών χαρακτηριστικών.

Όλα τα ανωτέρω δημιουργούν μια κατάσταση στην οποία ένας καταναλωτής από μία χώρα που διαμένει στο έδαφος άλλης χώρας δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι το προϊόν το οποίο γνωρίζει ότι διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά στη χώρα καταγωγής του αντιστοιχεί στο προϊόν που αγοράζει στη χώρα στην οποία διαμένει.

Η θέση της εισηγήτριας

Η εισηγήτρια ξεκίνησε να παρακολουθεί το ζήτημα των προϊόντων δύο ποιοτήτων στενά το 2011, όταν από μελέτη που διενέργησε η ένωση καταναλωτών της Σλοβακικής Δημοκρατίας προέκυψε ότι η σύνθεση έξι τροφίμων συγκεκριμένης εμπορικής ονομασίας και οι τιμές τους ποίκιλλαν σημαντικά μεταξύ επτά χωρών της ΕΕ. Σε συνέχεια της μελέτης αυτής, η εισηγήτρια προσέγγισε για πρώτη φορά την Επιτροπή με την υποβολή μείζονος σημασίας επερώτησης σχετικά με το αν, κατά την άποψη της Επιτροπής, το πρόβλημα αυτό των προϊόντων δύο ποιοτήτων συνδέεται με τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και την προστασία των καταναλωτών.

Το 2015, η εισηγήτρια συμμετείχε σε έρευνα που διενέργησε το Πανεπιστήμιο χημείας και τεχνολογίας της Πράγας, στο πλαίσιο της οποίας πραγματοποιήθηκε σύγκριση των ποιοτικών χαρακτηριστικών 24 προϊόντων που προέρχονταν από τις αγορές λιανικής της Τσεχικής Δημοκρατίας και της Γερμανίας προκειμένου να αξιολογηθεί η συμμόρφωσή τους. Διαπιστώθηκαν σημαντικές αποκλίσεις στο ένα τρίτο των δειγμάτων (για παράδειγμα, το βασικό συστατικό ενός προϊόντος ήταν μηχανικά διαχωρισμένο κρέας πουλερικών, το οποίο πωλείτο στην Τσεχική Δημοκρατία, ενώ στη γερμανική αγορά το προϊόν περιείχε χοιρινό κρέας). Στη μελέτη αμφισβητήθηκε επίσης η συνάφεια των συχνά χρησιμοποιούμενων επιχειρημάτων περί διαφορετικών προτιμήσεων όσον αφορά τη γεύση και την τιμή σε διαφορετικές χώρες, καθώς οι τιμές των προϊόντων που εξετάστηκαν δεν παρουσίαζαν σχεδόν καμία διαφορά και, σύμφωνα με πιστοποιημένη ομάδα γευσιγνωσίας, οι γευστικές προτιμήσεις δεν αντιστοιχούσαν στις αγορές στις οποίες υποτίθεται ότι προσαρμόζονταν τα προϊόντα.

Η πρόθεση της εισηγήτριας δεν είναι σε καμία περίπτωση η ενοποίηση των προϊόντων στην ενιαία αγορά ή η επιβολή της υποχρέωσης στους παρασκευαστές να μεταβάλουν τις συνθέσεις των προϊόντων τους ή να προσδιορίζουν με ακρίβεια τη σύνθεση κάθε επιμέρους προϊόντος. Επιπλέον, η εισηγήτρια γνωρίζει επίσης ότι ενδέχεται να υπάρχουν αντικειμενικοί παράγοντες που επηρεάζουν τις συνθέσεις των προϊόντων.

Ωστόσο, η εισηγήτρια είναι πεπεισμένη ότι η αρχή της ισότιμης πρόσβασης σε τρόφιμα υψηλής ποιότητας κατά τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις στην ενιαία αγορά θα πρέπει να αποτελεί πραγματικό δικαίωμα όλων των ευρωπαίων πολιτών. Εάν αυτό δεν διασφαλίζεται, τότε τίθεται σε κίνδυνο η ουσία της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς και η εμπιστοσύνη των καταναλωτών σε αυτή.

Η εισηγήτρια επικροτεί τις πρόσφατες πρωτοβουλίες που ανακοίνωσε η Επιτροπή για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού, και ιδίως τη δέσμευσή της να εξασφαλίσει κοινή μεθοδολογία δοκιμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεδομένου ότι το ζήτημα των προϊόντων δύο ποιοτήτων συνδέεται με τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς, είναι σαφές ότι απαιτούνται δεδομένα σε ευρωπαϊκό επίπεδο και η υιοθέτηση κοινής προσέγγισης. Αυτός είναι και ο λόγος που η εισηγήτρια ήδη από το 2013 έχει προτείνει, μέσω του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με ένα νέο θεματολόγιο για την ευρωπαϊκή πολιτική καταναλωτών, να ζητηθεί από την Επιτροπή να διεξαγάγει ουσιώδη έρευνα σχετικά με το ζήτημα των προϊόντων δύο ποιοτήτων η οποία θα καθιστούσε δυνατό να εκτιμηθεί αν υφίσταται ανάγκη για προσαρμογή της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας.

Η εισηγήτρια τονίζει ότι οι καταναλωτές θα πρέπει να ενημερώνονται με ακρίβεια και διαφάνεια ότι το προϊόν έχουν αγοράσει σε -ή γνωρίζουν από- άλλο κράτος μέλος είναι διαφορετικό, προκειμένου να αποτρέπεται η παραπλάνηση των καταναλωτών και αυτοί να μην σχηματίζουν εσφαλμένη εντύπωση για το προϊόν που πρόκειται να αγοράσουν. Είναι επίσης σημαντικό να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση των καταναλωτών όσον αφορά τα προϊόντα, τα χαρακτηριστικά τους και τη σύνθεσή τους.

Κατά την άποψη της εισηγήτριας, η πώληση προϊόντων τα οποία ο καταναλωτής μπορεί εύκολα να θεωρήσει ότι είναι πανομοιότυπα αλλά τα οποία έχουν σκοπίμως διαφορετική σύνθεση σε διαφορετικά μέρη της ΕΕ συνιστά αθέμιτη πρακτική και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να μην γίνεται αποδεκτή. Κατά συνέπεια, η εισηγήτρια πιστεύει ότι η προσθήκη ενός ακόμη είδους παραπλανητικής εμπορικής πρακτικής στο παράρτημα Ι της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές αποτελεί τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε προφανούς παρόμοιας περίπτωσης προϊόντος δύο ποιοτήτων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (22.6.2018)

προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

σχετικά με τα προϊόντα δύο ποιοτήτων στην ενιαία αγορά

(2018/2008(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Biljana Borzan

(*)  Συνδεδεμένη επιτροπή – άρθρο 54 του Κανονισμού

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων(1),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές(2),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία αριθ. 29/2005/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά(3),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 17 παράγραφος 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων»), το οποίο αναφέρεται στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 26ης Σεπτεμβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί τροφίμων και περί προστασίας των καταναλωτών σε ζητήματα προϊόντων δύο ποιοτήτων – Η περίπτωση των τροφίμων (C(2017)6532),

–  έχοντας υπόψη την από 23ης Μαρτίου 2018 κοινή επιστολή της Δημοκρατίας της Κροατίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας, της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με το ζήτημα των προϊόντων δύο ποιοτήτων στο πλαίσιο της νέας συμφωνίας για τους καταναλωτές,

–  έχοντας υπόψη την ομιλία που εκφώνησε ο Πρόεδρος της Επιτροπής Jean-Claude Juncker για την κατάσταση της Ένωσης στις 13 Σεπτεμβρίου 2017, όπου τόνισε ότι είναι απαράδεκτο σε ορισμένα μέρη της ΕΕ να πωλούνται τρόφιμα χαμηλότερης ποιότητας από ό,τι σε άλλα ενώ η συσκευασία και η εμπορική ονομασία είναι πανομοιότυπες,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Γεωργίας και Αλιείας, της 6ης Μαρτίου 2017,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 11ης Απριλίου 2018, με τίτλο «Nέα συμφωνία για τους καταναλωτές» (COM(2018)0183),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καλύτερη εφαρμογή και τον εκσυγχρονισμό των κανόνων της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών (COM(2018)0185),

–  έχοντας υπόψη τα αποτελέσματα συγκριτικών μελετών οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τις αρχές και τις ενώσεις που προστατεύουν τα δικαιώματα των καταναλωτών σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής για επικαιροποίηση της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι οι εθνικές αρχές μπορούν να αξιολογήσουν και να αντιμετωπίσουν τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές που περιλαμβάνουν την εμπορία προϊόντων ως πανομοιότυπων σε αρκετές χώρες της ΕΕ, εάν η σύνθεση ή τα χαρακτηριστικά τους διαφέρουν σημαντικά,

–  έχοντας υπόψη τη μείζονος σημασίας επερώτησή του, της 15ης Μαρτίου 2017, σχετικά με τις διαφορές όσον αφορά τις δηλώσεις, τη σύνθεση και τη γεύση προϊόντων στις αγορές των κρατών μελών της κεντρικής/ανατολικής Ευρώπης και αυτών της δυτικής Ευρώπης (O-000019/2017),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 11ης Ιουνίου 2013, σχετικά με ένα νέο θεματολόγιο για την ευρωπαϊκή πολιτική καταναλωτών(4),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αποτελέσματα των αναλύσεων που έχουν διενεργηθεί σε διαφορετικά κράτη μέλη αποδεικνύουν ότι υφίστανται σημαντικές διαφορές στη σύνθεση και την ποιότητα ορισμένων προϊόντων που διατίθενται στην αγορά με την ίδια εμπορική ονομασία και με την ίδια συσκευασία, και ότι έχουν διαφημιστεί με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη την ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές οι διαφορές οφείλονται συχνά στη χρήση φθηνότερων και χαμηλότερης ποιότητας συστατικών, τα οποία συχνά έχουν επίσης χαμηλότερη διατροφική αξία·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αναλύσεις αυτές καταδεικνύουν επίσης ότι ορισμένα προϊόντα περιλαμβάνουν μικρότερη περιεκτικότητα από το κύριο συστατικό, συστατικά που θεωρούνται λιγότερο υγιεινά και χαμηλότερης ποιότητας και συστατικά που έχουν διαφορετική γεύση, σύσταση και άλλες αισθητηριακές ιδιότητες·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι αρκετά κράτη μέλη παρουσίασαν στο προαναφερθέν Συμβούλιο Γεωργίας και Αλιείας τα αποτελέσματα μελετών που αποκαλύπτουν ότι στην ΕΕ πωλούνται προϊόντα με το ίδιο όνομα και με την ίδια συσκευασία αλλά με διαφορετική ποιότητα, διαφορετική γεύση ή/και διαφορετικά συστατικά, επισημαίνοντας ότι αυτή η πρακτική μπορεί να παραπλανήσει τον καταναλωτή και να δημιουργήσει αθέμιτο ανταγωνισμό·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι προϊόντα της ίδιας εμπορικής ονομασίας μπορεί να έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά που απορρέουν από νόμιμους παράγοντες, όπως οι προτιμήσεις των καταναλωτών στις περιοχές προορισμού, η γεωγραφική θέση του τόπου παρασκευής, ειδικές τοπικές απαιτήσεις και διαφορές στην προμήθεια πρώτων υλών λόγω της γεωγραφικής ή εποχικής τους διαθεσιμότητας·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ασφάλεια και η ποιότητα των τροφίμων, καθώς και η προστασία των καταναλωτών από την απάτη έχουν πρώτη προτεραιότητα·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αποδεδειγμένες διαφορές στα συστατικά προκειμένου για συγκρίσιμα προϊόντα θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να αποτελέσει κίνδυνο για την υγεία των καταναλωτών, ιδίως στην περίπτωση ευάλωτων καταναλωτών, όπως τα παιδιά και οι άνθρωποι με ζητήματα διατροφής ή/και υγείας, συντείνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην υποβάθμιση της ευημερίας των πολιτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι τούτο ισχύει για παράδειγμα όπου το επίπεδο του λίπους ή/και της ζάχαρης είναι υψηλότερο του αναμενόμενου, όπου τα λίπη ζωικής προέλευσης αντικαθίστανται με λίπη φυτικής προέλευσης ή αντιστρόφως, όπου η ζάχαρη αντικαθίσταται με τεχνητά γλυκαντικά ή όπου η περιεκτικότητα σε αλάτι είναι μεγαλύτερη· λαμβάνοντας υπόψη ότι η επισήμανση που δεν δίνει ακριβή εικόνα των χρησιμοποιούμενων προσθέτων ή του αριθμού των υποκαταστάτων των βασικών συστατικών που χρησιμοποιούνται παραπλανά τον καταναλωτή και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο και την υγεία του·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχουν νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τα προϊόντα δύο ποιοτήτων σε επίπεδο ΕΕ, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η σύγκριση ποιοτήτων ή ο εντοπισμός τέτοιων περιπτώσεων και να μην υπάρχουν μέσα που θα μπορούσαν να διορθώσουν αυτή την κατάσταση· λαμβάνοντας υπόψη ότι από τις υπηρεσίες ελέγχου και ανάλυσης υγείας και τροφίμων της Επιτροπής έχουν αναφερθεί τακτικά ανεπάρκειες όσον αφορά την εφαρμογή και επιβολή των ισχυουσών απαιτήσεων της νομοθεσίας της ΕΕ για τα τρόφιμα, για παράδειγμα στην επισήμανση μηχανικώς διαχωρισμένου κρέατος(5) ή στη χρήση προσθέτων(6)· λαμβάνοντας υπόψη ότι, γενικά, οι παραγωγοί τροφίμων και άλλων καταναλωτικών αγαθών μπορούν να επωφεληθούν από τις διαφορετικές ερμηνείες της νομοθεσίας της ΕΕ ή/και από την ανεπαρκή εφαρμογή και επιβολή της από τις αρμόδιες εθνικές αρχές για να προσαρμόσουν τα προϊόντα τους σε βάρος των καταναλωτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφοροποίηση στο περιεχόμενο των προϊόντων που διατίθενται με την ίδια εμπορική ονομασία και με την ίδια συσκευασία μειώνει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και υπονομεύει τη φήμη του ρυθμιστικού πλαισίου της ΕΕ·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρουσία προϊόντων στην ενιαία αγορά της ΕΕ τα οποία διατίθενται στην αγορά ως ταυτόσημα σε διάφορα κράτη μέλη αλλά έχουν πολύ διαφορετική σύνθεση ή χαρακτηριστικά υπονομεύει πλήρως τις βασικές αρχές στις οποίες βασίζεται η ενιαία αγορά· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταναλωτές στην εσωτερική αγορά θα πρέπει να έχουν το ίδιο επίπεδο προστασίας σε όλα τα κράτη μέλη·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι διαφορές στη σύνθεση που ενδέχεται να επηρεάζουν την υγεία των καταναλωτών μπορεί να εντοπίζονται όχι μόνο στα τρόφιμα, αλλά και στα καλλυντικά, στα προϊόντα υγιεινής και στα προϊόντα καθαρισμού·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δραστηριότητες ανασύστασης για τη μείωση των λιπαρών, των σακχάρων και του αλατιού στα τρόφιμα υστερούν σε πολλές χώρες της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εμπορική ονομασία έχει σημαντικό αντίκτυπο στην αντίληψη του καταναλωτή για το προϊόν, την αξία του και την ποιότητά του· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταναλωτές δεν αναμένουν εκ των προτέρων ότι τα επώνυμα προϊόντα που πωλούνται σε διαφορετικές χώρες της ενιαίας αγοράς ενδέχεται να έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταναλωτές στα διάφορα κράτη μέλη ή/και οι καταναλωτές που ταξιδεύουν μεταξύ των κρατών μελών δεν είναι σε θέση να εκτιμούν οι ίδιοι τις πιθανές διαφορές στη γεύση και τη σύνθεση ορισμένων προϊόντων όταν οι διαφορές αυτές δεν καταγράφονται στην ετικέτα του προϊόντος, επομένως δεν είναι ούτε σε θέση να προβούν σε απόφαση αγοράς μετά λόγου γνώσεως επειδή δεν έχουν τις σχετικές πληροφορίες, με αποτέλεσμα πιθανή στρέβλωση της οικονομικής τους συμπεριφοράς·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές έρευνες για την κοινή γνώμη έχουν δείξει ότι οι καταναλωτές αγανακτούν με τέτοιες διαφορές στην ποιότητα, οι οποίες τους κάνουν να αισθάνονται σαν δεύτερης κατηγορίας πολίτες της ΕΕ·

1.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τη διάθεση 2 εκατομμυρίων ευρώ στην κατάρτιση μιας κοινής μεθοδολογίας δοκιμών και για την προσθήκη στον προϋπολογισμό της ΕΕ για το 2018 ενός πιλοτικού σχεδίου το οποίο αποσκοπεί στην εξέταση των διαφορετικών πτυχών του ζητήματος των δύο ποιοτήτων για διάφορες κατηγορίες προϊόντων· προτρέπει τα κράτη μέλη και τις εθνικές αρχές να συμμετάσχουν ενεργά στις εν εξελίξει πρωτοβουλίες, ώστε να διευκολύνουν τη διαδικασία και να ενσωματώσουν αυτή τη μεθοδολογία στις εργασιακές τους πρακτικές· τονίζει τη σημασία της εις βάθος και έγκαιρης ανάλυσης προϊόντων διατροφής αλλά και άλλων προϊόντων και προτρέπει μετ’ επιτάσεως την Επιτροπή να διαθέσει χρηματοοικονομικούς πόρους για τη συγκριτική αξιολόγηση κατά μια περίοδο εποπτείας της αγοράς τουλάχιστον 2 ετών, προκειμένου να αποθαρρύνει τους παραγωγούς που έχουν χρησιμοποιήσει αυτήν την παραπλανητική πρακτική·

2.  ενθαρρύνει τη σύσταση ειδικής διεύθυνσης από την Επιτροπή υπό τον υπάρχοντα αρμόδιο οργανισμό της ΕΕ, με επαγγελματίες του τομέα, οι οποίοι θα διενεργούν ελέγχους στα εργοστάσια των παραγωγών και θα ελέγχουν τη ροή παραγωγής για να επαληθεύουν ότι η σύνθεση του προϊόντος αντιστοιχεί σε όσα έχει δηλώσει ο παραγωγός, στις περιπτώσεις που υπάρχει υποψία προϊόντων με δύο ποιότητες· ζητεί η νέα αυτή διεύθυνση να δημιουργήσει ηλεκτρονική πλατφόρμα υπό μορφή ευρωπαϊκού δημόσιου μητρώου, η οποία θα υποδιαιρείται σε ένα τμήμα που θα συγκεντρώνει πληροφορίες σχετικά με όλα τα προϊόντα που εντοπίζονται από τις αρμόδιες αρχές να έχουν δύο ποιότητες και ένα άλλο τμήμα που θα συγκεντρώνει πληροφορίες που παρέχονται εθελοντικά από τους παραγωγούς σχετικά με προϊόντα που διατίθενται στις αγορές της ΕΕ· τονίζει ότι οι πληροφορίες θα πρέπει να είναι εύκολα προσβάσιμες, ώστε να είναι ευκολότερη η σύγκριση, προκειμένου να μπορούν οι καταναλωτές να προβαίνουν σε αποφάσεις μετά λόγου γνώσεως πριν την αγορά·

3.  λαμβάνει υπό σημείωση τη δημοσίευση από την Επιτροπή μιας εναρμονισμένης μεθοδολογίας για την επιλογή, τη δειγματοληψία και τις δοκιμές τροφίμων με σκοπό την αξιολόγηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών τους· υπογραμμίζει τη δέσμευση ότι τα αποτελέσματα των δοκιμών σε επίπεδο ΕΕ θα είναι διαθέσιμα έως το τέλος του τρέχοντος έτους· ζητεί οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή στη διαδικασία· υπογραμμίζει ότι, εκτός από ομοιόμορφη μεθοδολογία δοκιμής των τροφίμων και ποτών δύο ποιοτήτων, πρέπει επίσης να αναπτυχθεί ενιαία μεθοδολογία για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των δοκιμών και την ερμηνεία των πορισμάτων·

4.  καλωσορίζει τη συζήτηση σχετικά με τα προϊόντα δύο ποιοτήτων στο πλαίσιο του φόρουμ υψηλού επιπέδου για τη βελτίωση της λειτουργίας της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων· τονίζει την ανάγκη συμμετοχής όσο το δυνατόν περισσότερων ενδιαφερόμενων φορέων·

5.  χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής για τη βελτίωση της διαφάνειας των επιστημονικών μελετών στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων ως ανταπόκριση στις ανησυχίες των πολιτών, προκειμένου να αυξηθεί η πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες που απαιτούνται για να ληφθούν αποφάσεις αγοράς βασισμένες σε μια αξιόπιστη και επιστημονικά τεκμηριωμένη εκτίμηση των κινδύνων·

6.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί τροφίμων και περί προστασίας των καταναλωτών σε ζητήματα προϊόντων δύο ποιοτήτων στερείται φιλοδοξίας, καθώς η νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών θα πρέπει να εφαρμόζεται γενικά σε όλα τα προϊόντα, προτείνει δε μέτρα που δεν αρκούν για την αντιμετώπιση του προβλήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων στην ενιαία αγορά· τονίζει ότι είναι σημαντικό να αναπτυχθεί ξεκάθαρη και αποτελεσματική καθοδήγηση και υποστήριξη για τις αρχές προστασίας των καταναλωτών και ότι είναι επειγόντως αναγκαίες διορθωτικές ενέργειες για την καταπολέμηση των πρακτικών που εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των καταναλωτών· προειδοποιεί ότι οι καταναλωτές δεν πρέπει να παραπλανώνται, καλεί δε τις εθνικές αρχές τροφίμων να προσδιορίσουν, κατά περίπτωση, εάν οι πρακτικές αυτές είναι παράνομες, βάσει των διατάξεων της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και την αλληλεπίδρασή τους με τις απαιτήσεις θεμιτών πρακτικών πληροφόρησης όπως ορίζονται στον κανονισμό αριθ. 1169/2011 σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα·

7.  ανησυχεί για τους εδαφικούς περιορισμούς τους οποίους αντιμετωπίζουν οι εμπορευόμενοι κατά την αγορά αγαθών· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει επειγόντως τις αθέμιτες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων, όπως όταν οι προμηθευτές υποχρεώνουν τα σούπερ-μάρκετ να προμηθεύονται τα προϊόντα τους από ένα συγκεκριμένο εργοστάσιο, γεγονός που μπορεί να εμποδίζει τους καταναλωτές να αγοράσουν προϊόντα ενδεχομένως υψηλότερης ποιότητας από άλλο κράτος μέλος και να στρεβλώνει την ενιαία αγορά·

8.  επισημαίνει ότι οι τοπικοί παραγωγοί αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά την πρόσβαση στην κοινή αγορά· καλεί την Επιτροπή να εξακριβώσει αν η ύπαρξη προϊόντων δύο ποιοτήτων έχει αρνητικές συνέπειες για την τοπική και περιφερειακή παραγωγή·

9.  υπογραμμίζει τη σημασία που έχει να αυξηθεί η επίγνωση των καταναλωτών και να βελτιωθεί η πρόσβασή τους στην πληροφόρηση· πιστεύει ότι η παροχή αυτής της πληροφόρησης θα πρέπει να είναι υποχρεωτική και όχι απλώς εθελοντική · καλεί την Επιτροπή και τους αρμόδιους εθνικούς φορείς να οργανώσουν εκστρατείες επικοινωνίας με στόχο τους καταναλωτές στο σύνολο της ΕΕ, με ιδιαίτερη έμφαση στα δυτικά κράτη μέλη, όπου η επίγνωση μπορεί να είναι πιο περιορισμένη· επισημαίνει ότι όλοι οι πολίτες της ΕΕ επηρεάζονται από τις πρακτικές ύπαρξης δύο ποιοτήτων, ακόμη και όταν μετακινούνται μεταξύ κρατών μελών· χαιρετίζει τις δηλώσεις ορισμένων παραγωγών ότι θα αλλάξουν τις συνταγές τους· ζητεί διαβεβαιώσεις ότι οποιαδήποτε τέτοια τροποποίηση δεν θα οδηγήσει στην υποβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων σε κανένα κράτος μέλος · τονίζει το ρόλο της βιομηχανίας όσον αφορά την αναγραφή σαφών και ορθών πληροφοριών στους καταναλωτές επί των συσκευασιών, την κατάργηση πρακτικών που συνιστούν διακρίσεις και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών· χαιρετίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής να διευκολύνει την ανάπτυξη ενός κώδικα δεοντολογίας από τους παραγωγούς και τις ενώσεις παραγωγών επώνυμων προϊόντων·

10.  τονίζει ότι δεν είναι σκόπιμο να τυποποιηθεί η γεύση των τροφίμων σε ολόκληρη την ΕΕ και οι συνταγές που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τροφίμων, δεδομένου ότι οι συνταγές αντανακλούν και την ποικιλομορφία των κατά περιοχή γευστικών προτιμήσεων στην ΕΕ· τονίζει ωστόσο ότι οι σημαντικές διαφορές σε προϊόντα για βρέφη, όπως σε τρόφιμα για νήπια και μικρά παιδιά, δεν μπορεί να δικαιολογηθούν μόνο με βάση την ποικιλομορφία των κατά περιοχή γευστικών προτιμήσεων· αναγνωρίζει το επιχείρημα ότι άλλα προϊόντα ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να διαφέρουν για θεμιτούς λόγους· τονίζει ωστόσο ότι οι καταναλωτές πρέπει να έχουν σαφή και άμεση ενημέρωση για τυχόν διαφορές· είναι της άποψης ότι τρόφιμα της ίδιας μάρκας μπορεί ενίοτε να διαφέρουν στη γεύση και στη συνταγή λόγω συγκεκριμένων συνθηκών στις τοπικές αγορές εντός της ΕΕ και ότι η χρήση των τοπικών πρώτων υλών και η ανάγκη να ληφθούν υπόψη το εθνικό δίκαιο ή στόχοι ανασύστασης μπορεί να οδηγήσουν σε διαφορές·

11.  υπογραμμίζει τη σημασία της κοινωνίας των πολιτών στην ανάλυση, στον προβληματισμό και την αύξηση επίγνωσης σχετικά με την πρακτική των δύο ποιοτήτων· ζητεί να αυξηθεί η στήριξη των εθνικών οργανώσεων καταναλωτών, ιδίως στις χώρες όπου είναι ακόμη ανίσχυρες, ώστε να μπορέσουν να αναπτύξουν τις ικανότητές τους, να εξελίξουν τις δραστηριότητες δοκιμών τους και να συμβάλουν, παράλληλα με τις αρμόδιες αρχές, στην παρακολούθηση και την αποκάλυψη περιπτώσεων αθέμιτης διαφοροποίησης προϊόντων· ζητεί να υπάρχει καλύτερη προστασία των θεσμικών και μεμονωμένων καταγγελτών στον τομέα της ασφάλειας τροφίμων και των δικαιωμάτων των καταναλωτών·

12.  τονίζει ότι επιχειρήματα που επικαλούνται τις προτιμήσεις των καταναλωτών και την ανασύσταση των τροφίμων, όταν δεν συνοδεύονται από επαρκή και σχετική πληροφόρηση, όπως τα σχετικά με τη συμμόρφωση με τις σχετικές εθνικές διατάξεις, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσουν τη διακίνηση προϊόντων δύο ποιοτήτων στην αγορά, δεδομένου ότι τα προϊόντα αυτά δεν ανταποκρίνονται στο γενικό συμφέρον των καταναλωτών και ότι οι προτιμήσεις των καταναλωτών δεν καθορίζονται με διαφάνεια·

13.  απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ορισμένων παραγωγών ότι γίνονται αλλαγές στη σύνθεση ή/και στην ποιότητα για να ανταποκρίνονται οι τιμές στις προσδοκίες των καταναλωτών· υπογραμμίζει το γεγονός ότι διάφορες μελέτες έχουν δείξει πως τα προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας είναι συχνά πιο ακριβά από ό,τι τα αντίστοιχα προϊόντα υψηλότερης ποιότητας σε άλλα μέρη της ΕΕ·

14.  θεωρεί ότι, στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς, θα πρέπει κατ’ αρχήν να μην υπάρχει διαφορά στην ποιότητα ή στη θρεπτική αξία μεταξύ προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο σε συγκεκριμένο και ίδιο τύπο συσκευασίας· σημειώνει ότι προϊόντα του ιδίου σήματος μπορεί ωστόσο να έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά που απορρέουν από θεμιτούς παράγοντες, όπως η γεωγραφική θέση της παραγωγής, ειδικές τοπικές απαιτήσεις ή διαφορές στην προμήθεια πρώτων υλών, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης ή της εποχιακής τους διαθεσιμότητας, αλλά και ότι οι καταναλωτές πρέπει να ενημερώνονται δεόντως με σαφή και ευδιάκριτο τρόπο επί της συσκευασίας του προϊόντος για κάθε παραλλαγή στη σύνθεση και τα χαρακτηριστικά σε σύγκριση με την αρχική συνταγή· καλεί την Επιτροπή να προτείνει την τροποποίηση της νομοθεσίας σχετικά με την επισήμανση των προϊόντων για τον σκοπό αυτό ·

15.  ενθαρρύνει έντονα τη χρήση της αρχής της κυκλικής οικονομίας όσον αφορά τη συσκευασία των προϊόντων και τονίζει ότι, εάν η συσκευασία ενός προϊόντος σε ένα κράτος μέλος τηρεί την αρχή αυτή, τότε θα πρέπει να καταβληθούν συντονισμένες προσπάθειες από τον παραγωγό για να διασφαλιστεί ότι αυτό ισχύει για όλα τα προϊόντα του που διατίθενται στην αγορά με την ίδια εμπορική ονομασία στον ίδιο τύπο συσκευασίας σε ολόκληρη την ΕΕ και πέραν αυτής·

16.  εμμένει στη σημασία της έννοιας του «προϊόντος αναφοράς», βάσει του οποίου πρέπει να μετρώνται οι προσδοκίες των καταναλωτών· τονίζει ότι οι καταναλωτές πρέπει να είναι επαρκώς ενημερωμένοι για τη σύνθεση των προϊόντων που αγοράζουν, ούτως ώστε να μην αγοράζουν ένα προϊόν του οποίου η σύνθεση διαφέρει από εκείνη που έχουν κατά νου·

17.  τονίζει ότι ορισμένες περιπτώσεις προϊόντων δύο ποιοτήτων προκύπτουν από την έλλειψη εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ· καλεί τις αρχές των κρατών μελών να επιβάλουν επειγόντως τις ισχύουσες διατάξεις της ΕΕ για την επισήμανση των τροφίμων, μεταξύ άλλων όσον αφορά, για παράδειγμα, το μηχανικώς διαχωρισμένο κρέας·

18.  χαιρετίζει τις πρόσφατες πρωτοβουλίες της Επιτροπής να αντιμετωπίσει το ζήτημα της διπλής ποιότητας, ιδίως σε σχέση με την επικαιροποίηση της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στο πλαίσιο της πρότασης σχετικά με την προστασία των καταναλωτών που είναι γνωστή ως «νέα συμφωνία για τους καταναλωτές»· ωστόσο εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 6 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές δεν μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου· πιστεύει ότι η τροποποίηση του παραρτήματος Ι της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές με την προσθήκη της πρακτικής των δύο ποιοτήτων στον κατάλογο με τις αθέμιτες πρακτικές αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο αντιμετώπισης των περιπτώσεων προϊόντων δύο ποιοτήτων στην αγορά· καλεί την Επιτροπή να παράσχει ένα νομικό πλαίσιο που θα επιτρέπει στους καταναλωτές να διεκδικούν αποζημίωση από τους παραγωγούς όταν έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα των καταναλωτών·

19.  επισημαίνει ότι η ύπαρξη προϊόντων δύο ποιοτήτων δεν αφορά μόνο τα προϊόντα διατροφής, αλλά εκτείνεται σε πολλούς διαφορετικούς τομείς, όπως τον τομέα των καλλυντικών· ζητεί να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες για τη θέσπιση πρακτικών που δεν εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των κρατών μελών και κανόνων για όλα τα προϊόντα στην εσωτερική αγορά·

20.  υπογραμμίζει την ανάγκη ύπαρξης αποτελεσματικής και ολοκληρωμένης νομοθεσίας με σαφείς οδηγίες σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

20.6.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

51

9

3

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Marco Affronte, Margrete Auken, Pilar Ayuso, Zoltán Balczó, Simona Bonafè, Biljana Borzan, Paul Brannen, Soledad Cabezón Ruiz, Nessa Childers, Birgit Collin-Langen, Miriam Dalli, Mark Demesmaeker, Stefan Eck, Bas Eickhout, José Inácio Faria, Francesc Gambús, Elisabetta Gardini, Gerben-Jan Gerbrandy, Arne Gericke, Jens Gieseke, Julie Girling, Sylvie Goddyn, Françoise Grossetête, Andrzej Grzyb, Jytte Guteland, György Hölvényi, Anneli Jäätteenmäki, Jean-François Jalkh, Benedek Jávor, Karin Kadenbach, Kateřina Konečná, Urszula Krupa, Giovanni La Via, Jo Leinen, Peter Liese, Lukas Mandl, Valentinas Mazuronis, Joëlle Mélin, Susanne Melior, Miroslav Mikolášik, Massimo Paolucci, Bolesław G. Piecha, Pavel Poc, John Procter, Frédérique Ries, Annie Schreijer-Pierik, Renate Sommer, Claudiu Ciprian Tănăsescu, Ivica Tolić, Estefanía Torres Martínez, Adina-Ioana Vălean, Jadwiga Wiśniewska, Damiano Zoffoli

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Herbert Dorfmann, Eleonora Evi, Eleonora Forenza, Peter Jahr, Norbert Lins, Christel Schaldemose, Bart Staes, Dubravka Šuica

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Clare Moody, Thomas Waitz

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

51

+

ALDE:

Gerben-Jan Gerbrandy, Anneli Jäätteenmäki, Valentinas Mazuronis, Frédérique Ries

ECR:

Mark Demesmaeker, Arne Gericke, Urszula Krupa, Bolesław G. Piecha, John Procter, Jadwiga Wiśniewska

EFDD:

Eleonora Evi

GUE/NGL:

Stefan Eck, Eleonora Forenza, Kateřina Konečná, Estefanía Torres Martínez

NI :

Zoltán Balczó

PPE:

Pilar Ayuso, Birgit Collin-Langen, José Inácio Faria, Françoise Grossetête, Andrzej Grzyb, György Hölvényi, Peter Jahr, Giovanni La Via, Peter Liese, Norbert Lins, Miroslav Mikolášik, Annie Schreijer-Pierik, Dubravka Šuica, Ivica Tolić, Adina-Ioana Vălean

S&D:

Biljana Borzan, Paul Brannen, Soledad Cabezón Ruiz, Nessa Childers, Miriam Dalli, Jytte Guteland, Karin Kadenbach, Jo Leinen, Susanne Melior, Clare Moody, Massimo Paolucci, Pavel Poc, Christel Schaldemose, Claudiu Ciprian Tănăsescu

VERTS/ALE:

Marco Affronte, Margrete Auken, Bas Eickhout, Benedek Jávor, Bart Staes, Thomas Waitz

9

-

ENF

Sylvie Goddyn, Jean-François Jalkh, Joëlle Mélin

EPP

Herbert Dorfmann, Elisabetta Gardini, Jens Gieseke, Julie Girling, Lukas Mandl, Renate Sommer

3

0

EPP

Francesc Gambús

S&D:

Simona Bonafè, Damiano Zoffoli

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

(1)

ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1.

(2)

ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 18.

(3)

ΕΕ L 149, 11.6.2005, σ. 22.

(4)

ΕΕ C 65 της 19.2.2016, σ. 2.

(5)

http://ec.europa.eu/food/audits-analysis/overview_reports/details.cfm?rep_id=76

(6)

http://ec.europa.eu/food/audits-analysis/overview_reports/details.cfm?rep_id=115


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου (17.5.2018)

προς την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών

σχετικά με τα προϊόντα δύο ποιοτήτων στην ενιαία αγορά

(2018/2008(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Momchil Nekov

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου καλεί την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταναλωτές πραγματοποιούν συνειρμική σύνδεση μεταξύ εμπορικού σήματος και επισήμανσης ή συσκευασίας ενός γεωργικού ή διατροφικού προϊόντος και ποιότητας, και προσδοκούν την ίδια ακριβώς ποιότητα και σύσταση για ένα προϊόν με την ίδια επισήμανση ή πανομοιότυπη εμφάνιση, είτε πωλείται στη χώρα τους είτε σε άλλο κράτος μέλος· λαμβάνοντας υπόψη ότι όλοι οι γεωργοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης παράγουν προϊόντα που πληρούν τα ίδια υψηλά πρότυπα και οι καταναλωτές αναμένουν αυτή η ομοιομορφία στην ποιότητα να ισχύει και για άλλα προϊόντα της τροφικής αλυσίδας, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής τους·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να εξαλειφθούν οι αθέμιτες πρακτικές ως προς αυτό, ώστε να αποφεύγεται η παραπλάνηση των καταναλωτών, και λαμβάνοντας υπόψη ότι μόνο μια ισχυρή συνέργεια σε επίπεδο ΕΕ μπορεί να επιλύσει αυτό το διασυνοριακό ζήτημα·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε εγκεκριμένα εργαστήρια σε διάφορες χώρες της ΕΕ, μεταξύ των οποίων η Βουλγαρία, η Τσεχική Δημοκρατία, η Κροατία, η Ουγγαρία, η Σλοβενία και η Σλοβακία, πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα συγκριτικές οργανοληπτικές δοκιμές και αναλύσεις σχετικά με τη σύσταση και την επισήμανση ορισμένων προϊόντων που διατίθενται στις αγορές των εν λόγω χωρών, συμπεριλαμβανομένης της σύγκρισής τους με τα ίδια προϊόντα από άλλες χώρες· λαμβάνοντας υπόψη ότι κανένας ευρωπαίος πολίτης δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολίτης δεύτερης κατηγορίας στην ενιαία αγορά και να του παρέχονται προϊόντα με το ίδιο εμπορικό σήμα, αλλά χαμηλότερης ποιότητας σε σύγκριση με τα προϊόντα που διατίθενται σε άλλα κράτη μέλη·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη δεν είναι σε θέση να συγκρίνουν από μόνα τους όλα τα προϊόντα διατροφής με εκείνα που διατίθενται σε άλλα κράτη μέλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτείται μια αυστηρή ευρωπαϊκή μεθοδολογία, αποδεκτή από όλους τους παράγοντες της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων, και ότι ένας κοινός φορέας ή ένα σύστημα κοινοποίησης ή ανταλλαγής δεδομένων της ΕΕ θα μπορούσε να παρέχει άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τη σύνθεση και τα συστατικά ενός προϊόντος· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συνεχιζόμενες συζητήσεις της Επιτροπής και η πλήρης συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών –όπως οργανώσεις καταναλωτών, παρασκευαστές γεωργικών τροφίμων και εθνικές αρχές στο πλαίσιο του δικτύου συνεργασίας για την προστασία των καταναλωτών– είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη μιας κοινής μεθοδολογίας για συγκριτικές δοκιμές προϊόντων διατροφής σε διαφορετικά κράτη μέλη, προκειμένου να γίνει σαφέστερο το μέγεθος του προβλήματος·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλοι οι καταναλωτές στην ΕΕ έχουν τα ίδια δικαιώματα και ότι οι αναλύσεις δείχνουν ότι ορισμένοι παραγωγοί και παρασκευαστές έχουν πουλήσει προϊόντα διαφορετικής ποιότητας με την ίδια εμπορική ονομασία και με παραπλανητικά πανομοιότυπη εμφάνιση, ενώ ορισμένα προϊόντα σε κάποιες χώρες έχουν χαμηλότερη περιεκτικότητα όσον αφορά το κύριο συστατικό ή περιέχουν συστατικά χαμηλότερης ποιότητας που αντικαθιστούν άλλα υψηλότερης ποιότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρόβλημα αυτό είναι πιο διαδεδομένο στα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην ΕΕ από το 2004 και μετά· λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τις αναλύσεις εντοπίστηκαν περιπτώσεις όμοιων προϊόντων ή προϊόντων με παραπλανητικά πανομοιότυπη εμφάνιση, αλλά χαμηλότερης ποιότητας ή με διαφορετική γεύση, σύσταση ή άλλα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, τα οποία πωλούνται σε τιμές που ποικίλλουν σημαντικά από τη μια χώρα στην άλλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι ακόμη και αν αυτό δεν συνιστά παραβίαση των αρχών της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς ή των ισχυόντων κανόνων σχετικά με την επισήμανση ή άλλης νομοθεσίας για τα τρόφιμα, συνιστά ωστόσο κατάχρηση της εμπορικής επωνυμίας και αποτελεί εμπόδιο, ως εκ τούτου, για την τήρηση της αρχής περί ίσης μεταχείρισης των καταναλωτών·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπήρξαν περιπτώσεις σημαντικών διαφορών σε προϊόντα, όπως οι βρεφικές τροφές, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση τις αρχές και τα επιχειρήματα των παρασκευαστών, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι προσαρμόζουν τα προϊόντα τους σύμφωνα με τις τοπικές προτιμήσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα εργαστηριακά πορίσματα επιβεβαιώνουν ότι τα προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας ενδέχεται να περιέχουν λιγότερο υγιεινούς συνδυασμούς συστατικών και, ως εκ τούτου, να θέτουν εμπόδια στην τήρηση της αρχής περί ίσης μεταχείρισης των καταναλωτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένοι εκπρόσωποι παραγωγών και παρασκευαστών έχουν συμφωνήσει να τροποποιήσουν τις συνταγές τους σε ορισμένες χώρες, ούτως ώστε να προσφέρονται πανομοιότυπα προϊόντα σε ολόκληρη την ενιαία αγορά·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές οι απαράδεκτες πρακτικές εφαρμόζονται από γνωστές πολυεθνικές εταιρείες του αγροδιατροφικού τομέα που επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τα περιθώρια κέρδους τους με βάση τις διαφορές που υφίστανται στην αγοραστική δύναμη διαφόρων κρατών μελών·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταναλωτές δεν γνωρίζουν ότι τα προϊόντα με το ίδιο εμπορικό σήμα και την ίδια συσκευασία προσαρμόζονται στις τοπικές προτιμήσεις και επιθυμίες, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφορετική ποιότητα των προϊόντων εγείρει ανησυχίες για διαφορετική αντιμετώπιση ορισμένων κρατών μελών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αναπτύξει σήματα προκειμένου να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένες προσδοκίες των καταναλωτών και να λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της παραγωγής που αναγνωρίζονται με τη χρήση ενδείξεων ποιότητας·

1.  επικροτεί τη χορήγηση 2 εκατ. EUR στο Κοινό Κέντρο Ερευνών (ΚΚΕρ) για την κατάρτιση μιας αυστηρότερης ευρωπαϊκής μεθοδολογίας, αποδεκτής από διάφορους παράγοντες, τη θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών για μια εναρμονισμένη προσέγγιση δοκιμών και τη χρησιμοποίηση της μεθοδολογίας για τη διεξαγωγή συγκριτικών δοκιμών προϊόντων διατροφής σε διαφορετικά κράτη μέλη· επισημαίνει ότι έχουν ήδη διεξαχθεί αναλύσεις υψηλού επιπέδου, οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της εν λόγω μεθοδολογίας· αναμένει ότι οι δοκιμές θα ολοκληρωθούν το συντομότερο δυνατό, κατά προτίμηση εντός του 2018· καλεί τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να συμμετάσχουν ενεργά στις εν λόγω δοκιμές και να ενσωματώσουν αυτή τη μεθοδολογία στις πρακτικές εργασίας τους·

2.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, επιτρέπεται η πώληση προϊόντων με διαφορετική σύσταση ή διαφορετικά χαρακτηριστικά, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούν πλήρως τους κανονισμούς της ΕΕ και η εμπορία τους δεν πραγματοποιείται με τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε παραπλάνηση των καταναλωτών· υπογραμμίζει ότι οι καταναλωτές έχουν συγκεκριμένη αντίληψη για τα βασικά χαρακτηριστικά επώνυμων προϊόντων και ότι πρέπει να επισημαίνονται οι διαφορές σε σχέση με συγκεκριμένες εύλογες προσδοκίες των καταναλωτών από ένα προϊόν, ιδίως όταν το προϊόν αποκλίνει σημαντικά από αυτές τις προσδοκίες· τονίζει ότι θα πρέπει να ληφθούν ειδικά μέτρα το συντομότερο δυνατό, ώστε να απαγορευτούν οι πρακτικές που δεν δικαιολογούνται απολύτως από την ανάγκη για προμήθεια τοπικών συστατικών, από γευστικές προτιμήσεις προσαρμοσμένες στις τοπικές ανάγκες ή από προσπάθειες βελτίωσης της δημόσιας υγείας μέσω της ανασύστασης θρεπτικών ουσιών, και ότι τα μέτρα αυτά θα πρέπει να καθίστανται σαφή στον καταναλωτή·

3.  έχοντας υπόψη τη χορήγηση ευρωπαϊκών κονδυλίων για αναλύσεις, καλεί την Επιτροπή να καταστήσει υποχρεωτική τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των αναλύσεων σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ, προκειμένου οι καταναλωτές να πληροφορούνται δεόντως σχετικά με την ποιότητα των εν λόγω προϊόντων και να μπορούν να προβαίνουν στις αντίστοιχες επιλογές·

4.  εκφράζει ικανοποίηση για το δημόσιο ενδιαφέρον σχετικά με το θέμα στις χώρες όπου διεξήχθησαν αναλύσεις και επισημαίνει ότι διακυβεύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στη λειτουργία της ενιαίας αγοράς, γεγονός που θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο για την Ένωση όσο και για τους διάφορους εμπλεκόμενους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των παραγωγών και των παρασκευαστών·

5.  επισημαίνει οι παραγωγοί και οι παρασκευαστές έχουν πρόσβαση στην ενιαία αγορά, η οποία όμως είναι επίσης πολύ ανταγωνιστική και υπάρχουν εμπορικά σήματα που είναι πασίγνωστα ή αντιμετωπίζονται θετικά σε ολόκληρη την Ένωση·

6.  επισημαίνει ότι οι τοπικοί παραγωγοί και παρασκευαστές αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά τη συμμετοχή τους στην κοινή αγορά, γεγονός που οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην έλλειψη επαρκών πόρων ή πρόσβασης στην αγορά και στον σοβαρό ανταγωνισμό στην αγορά·

7.  θεωρεί ότι η ΕΕ πρέπει να βελτιώσει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο ορίζει τις διατάξεις που απαιτούνται ώστε να διασφαλίζεται ότι οι καταναλωτές είναι ενημερωμένοι για τα προϊόντα διατροφής και δεν παραπλανώνται από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές όταν λαμβάνουν μια απόφαση αγοράς, καθώς και ως απάντηση στις ανησυχίες των ευρωπαίων πολιτών και του τομέα όσον αφορά διαφορετικά προϊόντα που έχουν παραπλανητικά πανομοιότυπη εμφάνιση αλλά διαφορετικά πρότυπα ποιότητας και/ή συστατικά και τα οποία πωλούνται με το ίδιο εμπορικό σήμα σε διαφορετικά κράτη μέλη, υπό το φως των καταστροφικών επιπτώσεων που έχει η εν λόγω πρακτική στη λειτουργία της ενιαίας αγοράς·

8.  θεωρεί ότι, παράλληλα, οι αρχές των κρατών μελών και οι οργανώσεις προστασίας των καταναλωτών θα πρέπει να αξιοποιούν πλήρως τα υφιστάμενα ένδικα μέσα, όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 26ης Σεπτεμβρίου 2017 σχετικά με την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί τροφίμων και περί προστασίας των καταναλωτών σε ζητήματα προϊόντων δύο ποιοτήτων (2017/C 327/01(1)), προκειμένου να αποφεύγεται η διατάραξη της ενιαίας αγοράς·

9.  πιστεύει επίσης ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην πρακτική «ίδιο εμπορικό σήμα, ίδιο προϊόν, διαφορετικό περιεχόμενο και αναλογίες», μέσω τροποποίησης του άρθρου 6 και του καταλόγου των πρακτικών στο παράρτημα I της οδηγίας 2005/29/EK(2), της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές· υποστηρίζει σθεναρά ότι πρέπει να θεσπιστούν τέτοιες νομοθετικές αλλαγές ώστε να διασφαλίζεται ότι προϊόντα με το ίδιο εμπορικό σήμα αλλά διαφορετικής ποιότητας, ή με διαφορετικά συστατικά, θα διατίθενται στο εμπόριο με διαφορετικές επισημάνσεις και ότι στους οικονομικούς παράγοντες που εφαρμόζουν κατ’ εξακολούθηση αθέμιτες πρακτικές θα επιβάλλονται σοβαρές κυρώσεις και ενδεχομένως απαγόρευση της άσκησης δραστηριότητας σε ορισμένες αγορές·

10.  καλεί τα κράτη μέλη και τις οικείες αρχές και τα εργαστήριά τους να διεξάγουν και να ερμηνεύουν αναλύσεις που συγκρίνουν τη σύσταση των τροφίμων -ιδίως σε προϊόντα διεθνών εμπορικών σημάτων και σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας- σύμφωνα με κοινά συμφωνημένα πρότυπα, όπως εκείνα που ανέπτυξε το ΚΚΕρ εντός του πλαισίου της ανωτέρω παραγράφου, προκειμένου να δοθεί στους παραγωγούς και τους παρασκευαστές η δυνατότητα να σχολιάζουν τα ευρήματα πριν από τη δημοσίευσή τους και να κοινοποιούν τα αποτελέσματα με αντικειμενικό και διαφανή τρόπο, καθιστώντας τις πλήρεις εκθέσεις προσβάσιμες στο κοινό·

11.  είναι της γνώμης ότι οι παρασκευαστές θα πρέπει να λειτουργήσουν προορατικά, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση διαφάνειας όσον αφορά τη σύσταση των προϊόντων τους και απόλυτου σεβασμού απέναντι στους καταναλωτές, και να μην περιμένουν τη θέσπιση της νέας νομοθεσίας· υποστηρίζει την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των προϊόντων δύο ποιοτήτων, μέσω ενός ευρωπαϊκού συστήματος προειδοποίησης· θεωρεί ότι, μέχρι να αλλάξει η πρακτική, θα πρέπει να θεσπιστεί ένα σύστημα προκειμένου να υπάρχει ένδειξη η οποία θα αναφέρει ότι έχει χρησιμοποιηθεί τοπική συνταγή για την παρασκευή συγκεκριμένων προϊόντων, με τέτοιον τρόπο ώστε να γίνεται σεβαστό το δικαίωμα στην τεκμηριωμένη επιλογή των καταναλωτών και να προβάλλονται οι πρωτοβουλίες των παρασκευαστών όσον αφορά τη χρησιμοποίηση παραδοσιακών τοπικών πρακτικών· καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει περαιτέρω την έννοια του «προϊόντος αναφοράς» με το οποίο μπορούν να συγκρίνονται τοπικές ή προσαρμοσμένες σε περιφερειακό επίπεδο συνταγές και οι διαφορές να καθίστανται σαφείς για τον καταναλωτή, και να καταρτιστεί μια δημόσια βάση δεδομένων για την ενημέρωση των καταναλωτών, όπου θα αναφέρονται τα ειδικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται από τους παρασκευαστές και τους παραγωγούς για προϊόντα με «διαφορετικές συνταγές» σε ένα δεδομένο κράτος μέλος, σε συνδυασμό με τους λόγους για τη χρησιμοποίηση των εν λόγω στρατηγικών· στο πλαίσιο αυτό, επιδοκιμάζει την πρωτοβουλία των παραγωγών και των παρασκευαστών που έχουν ανακοινώσει ότι θα τροποποιήσουν τις συνταγές τους·

12.  στηρίζει τις πρωτοβουλίες παραγωγών και παρασκευαστών σχετικά με συγκεκριμένη επισήμανση των προϊόντων και υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιτρέπει ήδη τη θέσπιση σημάτων ποιότητας, όπως η «προστατευόμενη ονομασία προέλευσης» (ΠΟΠ) και η «προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη» (ΠΓΕ) για προϊόντα που έχουν συγκεκριμένη σχέση με μια συγκεκριμένη περιοχή, το «εγγυημένο παραδοσιακό ιδιότυπο προϊόν» (ΕΠΙΠ) για προϊόντα που προκύπτουν από παραδοσιακή διαδικασία παραγωγής ή προϊόντα ορεινής παραγωγής ή προϊόντα από τις εξόχως απόκεντρες περιοχές της ΕΕ· υπογραμμίζει ότι τα συστήματα αυτά σέβονται τόσο το δικαίωμα των καταναλωτών να προβαίνουν σε τεκμηριωμένες επιλογές όσο και την εύρυθμη λειτουργία της ενιαίας αγοράς· πιστεύει ότι ένα μέσο για την καταπολέμηση της κατάχρησης που συνδέεται με τη δημιουργία εμπορικού σήματος είναι η προώθηση βραχέων αλυσίδων εφοδιασμού στη βιομηχανία τροφίμων και η δημιουργία τοπικών εμπορικών σημάτων ποιότητας· αναγνωρίζει ότι υπάρχει αρνητικός αντίκτυπος για τους γεωργούς και το σύστημα επεξεργασίας τροφίμων όταν τίθενται υπό αμφισβήτηση τα γεωργικά είδη διατροφής και η ποιότητά τους· καλεί τα κράτη μέλη, και ιδίως τις εθνικές αρχές καταναλωτών και τροφίμων, να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με το κεκτημένο της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών και να επιβάλουν την εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την ασφάλεια και την επισήμανση των τροφίμων σε εθνικό επίπεδο·

13.  καλεί τους παρασκευαστές να εξετάσουν το ενδεχόμενο συμπερίληψης λογότυπου στη συσκευασία, το οποίο θα δείχνει ότι το περιεχόμενο και η ποιότητα του προϊόντος με το ίδιο εμπορικό σήμα και την ίδια συσκευασία δεν έχουν καμία διαφορά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο·

14.  ζητεί την επείγουσα ανάπτυξη ικανοτήτων και μηχανισμών σε επίπεδο ΕΕ σε μια εξειδικευμένη μονάδα παρακολούθησης και εποπτείας σε υφιστάμενο οργανισμό της ΕΕ (ΚΚΕρ, Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) ή άλλο), διατηρώντας τη γραφειοκρατία στο ελάχιστο, για την παρακολούθηση της συνοχής όσον αφορά τη σύνθεση και τις αναλογίες των συστατικών σε τρόφιμα με πανομοιότυπο εμπορικό σήμα και συσκευασία και για την αξιολόγηση συγκριτικών εργαστηριακών αναλύσεων ώστε να εντοπίζονται αυτές οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στην εμπορία των προϊόντων διατροφής·

15.  ζητεί καλύτερη συνεργασία των εθνικών αρχών στο πλαίσιο υφιστάμενων νομικών διατάξεων, όπως το δίκτυο συνεργασίας για την προστασία των καταναλωτών, εάν απαιτείται και με την υποστήριξη υφιστάμενων ευρωπαϊκών οργανισμών, και ειδικότερα της EFSA, του Εκτελεστικού Οργανισμού για τους καταναλωτές, την υγεία, τη γεωργία και τα τρόφιμα (CHAFEA) και του ΚΚΕρ·

16.  υπογραμμίζει τη σημασία της κοινωνίας των πολιτών για την ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με τις αθέμιτες πρακτικές παρασκευαστών και παραγωγών και ζητεί μεγαλύτερη στήριξη των δραστηριοτήτων των πολιτών και των θεσμικών και των ιδιωτών καταγγελτών στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων και των δικαιωμάτων των καταναλωτών·

17.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η απουσία δράσεων ή η καθυστέρηση αυτών από την πλευρά της ΕΕ κινδυνεύει να αποξενώσει τους πολίτες από την ΕΕ, καθώς δεν λαμβάνονται συγκεκριμένα μέτρα βραχυπρόθεσμα για να αντιμετωπιστεί αυτό το θέμα.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

16.5.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

41

1

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

John Stuart Agnew, Clara Eugenia Aguilera García, Eric Andrieu, José Bové, Daniel Buda, Nicola Caputo, Matt Carthy, Jacques Colombier, Michel Dantin, Paolo De Castro, Albert Deß, Herbert Dorfmann, Norbert Erdős, Luke Ming Flanagan, Beata Gosiewska, Anja Hazekamp, Esther Herranz García, Jan Huitema, Peter Jahr, Ivan Jakovčić, Jarosław Kalinowski, Zbigniew Kuźmiuk, Philippe Loiseau, Mairead McGuinness, Ulrike Müller, James Nicholson, Maria Noichl, Laurenţiu Rebega, Bronis Ropė, Maria Lidia Senra Rodríguez, Ricardo Serrão Santos, Czesław Adam Siekierski, Maria Gabriela Zoană, Marco Zullo

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Paul Brannen, Elsi Katainen, Gabriel Mato, Susanne Melior, Momchil Nekov, Annie Schreijer-Pierik, Ramón Luis Valcárcel Siso, Thomas Waitz

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Birgit Collin-Langen

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

41

+

ALDE

Jan Huitema, Ivan Jakovčić, Elsi Katainen, Ulrike Müller

ECR

Beata Gosiewska, Zbigniew Kuźmiuk, James Nicholson, Laurenţiu Rebega

EFDD

Marco Zullo

ENF

Jacques Colombier, Philippe Loiseau

GUE/NGL

Matt Carthy, Luke Ming Flanagan, Anja Hazekamp, Maria Lidia Senra Rodríguez

PPE

Daniel Buda, Birgit Collin-Langen, Michel Dantin, Albert Deß, Herbert Dorfmann, Norbert Erdős, Esther Herranz García, Peter Jahr, Jarosław Kalinowski, Gabriel Mato, Mairead McGuinness, Annie Schreijer-Pierik, Czesław Adam Siekierski, Ramón Luis Valcárcel Siso

S&D

Clara Eugenia Aguilera García, Eric Andrieu, Paul Brannen, Nicola Caputo, Susanne Melior, Momchil Nekov, Maria Noichl, Ricardo Serrão Santos, Maria Gabriela Zoană

Verts/ALE

José Bové, Bronis Ropė, Thomas Waitz

1

-

EFDD

John Stuart Agnew

1

0

S&D

Paolo De Castro

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

(1)

ΕΕ C 327 της 29.9.2017, σ. 1.

(2)

ΕΕ L 149 της 11.6.2005, σ. 22.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ Ή ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ ΕΙΣΗΓΗΤΗ

Ο κατωτέρω κατάλογος καταρτίζεται σε καθαρά εθελοντική βάση υπό την αποκλειστική ευθύνη της εισηγήτριας. Στην εισηγήτρια κατατέθηκαν κατά την προετοιμασία του σχεδίου έκθεσης μέχρι την έγκρισή του στην επιτροπή απόψεις από τις ακόλουθες οντότητες ή τα ακόλουθα πρόσωπα:

Οντότητα και/ή πρόσωπο

ANEC

BEUC

Τσεχική συνομοσπονδία εμπορίου και τουρισμού

dTest

EuroCommerce

Ευρωπαϊκό Καρδιολογικό Δίκτυο

FoodDrinkEurope

Henkel

Independent Retail Europe

Διεθνής ένωση παρασκευαστών σαπουνιών, απορρυπαντικών και προϊόντων συντήρησης

Nestlé

Επιμελητήριο τροφίμων της Τσεχικής Δημοκρατίας

Συνδικαλιστική ένωση του κλάδου των τροφίμων της Τσεχικής Δημοκρατίας

Πανεπιστήμιο χημείας και τεχνολογίας της Πράγας

Verbraucherzentrale


ΠΛHΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

12.7.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

33

3

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

John Stuart Agnew, Dita Charanzová, Carlos Coelho, Sergio Gaetano Cofferati, Anna Maria Corazza Bildt, Daniel Dalton, Nicola Danti, Dennis de Jong, Pascal Durand, Maria Grapini, Liisa Jaakonsaari, Eva Maydell, Marlene Mizzi, Nosheena Mobarik, Jiří Pospíšil, Christel Schaldemose, Andreas Schwab, Olga Sehnalová, Jasenko Selimovic, Ivan Štefanec, Catherine Stihler, Richard Sulík, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Mylène Troszczynski, Mihai Ţurcanu, Anneleen Van Bossuyt, Marco Zullo

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Biljana Borzan, Birgit Collin-Langen, Julia Reda, Marc Tarabella, Matthijs van Miltenburg, Sabine Verheyen

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Asim Ademov, Isabella De Monte, Sylvie Goddyn, Kateřina Konečná


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

33

+

ALDE

Dita Charanzová, Matthijs van Miltenburg, Jasenko Selimovic

ECR

Daniel Dalton, Nosheena Mobarik, Richard Sulík, Anneleen Van Bossuyt

EFDD

Marco Zullo

GUE/NGL

Kateřina Konečná

PPE

Asim Ademov, Carlos Coelho, Birgit Collin-Langen, Anna Maria Corazza Bildt, Eva Maydell, Jiří Pospíšil, Andreas Schwab, Ivan Štefanec, Róża Gräfin von Thun und Hohenstein, Mihai Ţurcanu, Sabine Verheyen

S&D

Biljana Borzan, Sergio Gaetano Cofferati, Nicola Danti, Isabella De Monte, Maria Grapini, Liisa Jaakonsaari, Marlene Mizzi, Christel Schaldemose, Olga Sehnalová, Catherine Stihler, Marc Tarabella

VERTS/ALE

Pascal Durand, Julia Reda

3

-

EFDD

John Stuart Agnew

ENF

Sylvie Goddyn, Mylène Troszczynski

1

0

GUE/NGL

Dennis de Jong

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Τελευταία ενημέρωση: 29 Αυγούστου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου