Διαδικασία : 2017/0358(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0295/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0295/2018

Συζήτηση :

PV 15/04/2019 - 20
CRE 15/04/2019 - 20

Ψηφοφορία :

PV 16/04/2019 - 8.19
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0377

ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 1319kWORD 191k
27.9.2018
PE 619.409v02-00 A8-0295/2018

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ

(COM(2017)0791 – C8‑0452/2017 – 2017/0358(COD))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Markus Ferber

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ

(COM(2017)0791 – C8‑0452/2017 – 2017/0358(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2017)0791),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 53 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8‑0452/2017),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 22ας Αυγούστου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 19ης Απριλίου 2018(2),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A8-0295/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Τροπολογία    1

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(3)*

στην πρόταση της Επιτροπής

---------------------------------------------------------

2017/0358 (COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(4),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(5),

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Η αυστηρή προληπτική εποπτεία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κανονιστικού περιβάλλοντος εντός του οποίου τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες εντός της Ένωσης. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται, από κοινού με τα πιστωτικά ιδρύματα, στην οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(6) και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(7) όσον αφορά την προληπτική μεταχείριση και εποπτεία τους, ενώ οι απαιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας και άλλες οργανωτικές απαιτήσεις και απαιτήσεις δεοντολογίας καθορίζονται στην οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(8).

(2)  Τα υφιστάμενα καθεστώτα προληπτικής εποπτείας βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ βασίζονται, σε μεγάλο βαθμό, σε διαδοχικές επαναλήψεις των διεθνών ρυθμιστικών προτύπων, που έχουν καθοριστεί για μεγάλους τραπεζικούς ομίλους από την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία, και αντιμετωπίζουν μόνον εν μέρει τους ειδικούς κινδύνους που είναι εγγενείς στις διάφορες δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων. Ως εκ τούτου, τα ιδιαίτερα τρωτά σημεία και οι κίνδυνοι που χαρακτηρίζουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να αντιμετωπιστούν περαιτέρω, μέσω αποτελεσματικών, κατάλληλων και αναλογικών ρυθμίσεων προληπτικής εποπτείας σε επίπεδο Ένωσης, που συμβάλλουν στην εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ΕΕ, παρέχουν εχέγγυα για αποτελεσματική προληπτική εποπτεία, διατηρώντας παράλληλα το κόστος συμμόρφωσης υπό έλεγχο, και εξασφαλίζουν επαρκή κεφάλαια για τους κινδύνους των περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων.

(3)  Η ορθή προληπτική εποπτεία θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διοικούνται με μεθοδικό τρόπο και με σκοπό τη βέλτιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους. Θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, αφενός, το ενδεχόμενο υπερβολικής ανάληψης κινδύνων από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους πελάτες τους και, αφετέρου, τους διάφορους βαθμούς κινδύνου που αναλαμβάνουν ή ενέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων. Ομοίως, η εν λόγω προληπτική εποπτεία θα πρέπει να αποσκοπεί στην αποφυγή δυσανάλογου διοικητικού φόρτου για τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Ταυτόχρονα, η εν λόγω προληπτική εποπτεία θα πρέπει να καθιστά δυνατή την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της κατοχύρωσης της ασφάλειας και της ευρωστίας των διαφόρων επιχειρήσεων επενδύσεων και της αποφυγής του υπερβολικού κόστους, το οποίο θα μπορούσε να υπονομεύσει τη βιωσιμότητα της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας.

(4)  Πολλές από τις απαιτήσεις που απορρέουν από το πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινών κινδύνων που διατρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα. Αναλόγως, οι υφιστάμενες απαιτήσεις έχουν διαμορφωθεί, σε μεγάλο βαθμό, με γνώμονα τη διατήρηση της δανειοδοτικής ικανότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων στη διάρκεια των οικονομικών κύκλων και την προστασία καταθετών και φορολογουμένων από ενδεχόμενη πτώχευση, και δεν έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση των διαφορετικών προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν διατηρούν μεγάλα χαρτοφυλάκια δανείων λιανικής και επιχειρηματικών δανείων, και δεν δέχονται καταθέσεις. Η πιθανότητα να έχει η πτώχευσή τους αρνητικές επιπτώσεις στη γενικότερη χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι μικρότερη σε σχέση με την περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά συνιστούν παρόλα αυτά κίνδυνο, ο οποίος πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω ενός ισχυρού πλαισίου. Επομένως, οι κίνδυνοι που διατρέχουν και ενέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαφέρουν ουσιωδώς από τους κινδύνους που διατρέχουν και ενέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα, και η διαφορά αυτή θα πρέπει να αποτυπώνεται σαφώς στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας της Ένωσης.

(5)  Οι διαφορές στην εφαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου στα διάφορα κράτη μέλη συνιστούν απειλή για τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού των επιχειρήσεων επενδύσεων εντός της Ένωσης, καθώς παρεμποδίζουν την πρόσβαση των επενδυτών σε νέες ευκαιρίες και σε καλύτερους τρόπους διαχείρισης των κινδύνων τους. Οι διαφορές αυτές προκύπτουν από τη συνολική πολυπλοκότητα της εφαρμογής του πλαισίου στις διάφορες επιχειρήσεις επενδύσεων με βάση τις υπηρεσίες που παρέχουν, ενώ ορισμένες εθνικές αρχές προβαίνουν σε προσαρμογή ή εξορθολογισμό της εν λόγω εφαρμογής στην εθνική νομοθεσία ή πρακτική. Δεδομένου ότι το υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας δεν αντιμετωπίζει το σύνολο των κινδύνων που διατρέχουν και ενέχουν κάποια είδη επιχειρήσεων επενδύσεων, σε κάποια κράτη μέλη επιβάλλονται μεγάλες κεφαλαιακές προσαυξήσεις σε ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων. Θα πρέπει να θεσπιστούν ενιαίες διατάξεις που αντιμετωπίζουν αυτούς τους κινδύνους, προκειμένου να διασφαλιστεί εναρμονισμένη προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων σε ολόκληρη την Ένωση.

(6)  Ως εκ τούτου, απαιτείται ένα ειδικό καθεστώς προληπτικής εποπτείας για επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες, λόγω του μεγέθους και της διασύνδεσής τους με άλλους χρηματοπιστωτικούς και οικονομικούς παράγοντες, δεν είναι συστημικές. Ωστόσο, οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στο υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων αποτελούν υποσύνολο των επιχειρήσεων επενδύσεων στις οποίες εφαρμόζεται επί του παρόντος το πλαίσιο που προβλέπεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και δεν τυγχάνουν ειδικών εξαιρέσεων από καμία από τις βασικές του απαιτήσεις. Οι μεγαλύτερες και πλέον διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις διαθέτουν επιχειρηματικά μοντέλα και προφίλ κινδύνου τα οποία είναι παρόμοια με εκείνα σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Παρέχουν υπηρεσίες τραπεζικού τύπου και αναλαμβάνουν κινδύνους σε σημαντική κλίμακα. Επιπλέον, οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων είναι αρκετά μεγάλες και διαθέτουν επιχειρηματικά μοντέλα και προφίλ κινδύνου που συνιστούν απειλή για τη σταθερή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, όπως ακριβώς και τα μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα. Επομένως, είναι σκόπιμο να συνεχίσουν οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύσεων να υπόκεινται στις διατάξεις που προβλέπονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(7)  Ενδέχεται να υπάρχουν κράτη μέλη στα οποία οι αρχές που είναι αρμόδιες για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων να είναι διαφορετικές από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία της συμπεριφοράς στην αγορά. Είναι άρα αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών αυτών, προκειμένου να διασφαλιστεί εναρμονισμένη προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων σε ολόκληρη την Ένωση που να λειτουργεί γρήγορα και αποτελεσματικά.

(8)  Για να ενισχυθεί η εναρμόνιση των εποπτικών προτύπων και πρακτικών εντός της Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) θα πρέπει, σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA), να διατηρήσει την κύρια αρμοδιότητα για τον συντονισμό και τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών στον τομέα της προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων εντός του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ).

(9)  Το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου μιας επιχείρησης επενδύσεων θα πρέπει να βασίζεται στις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που έχει άδεια να παρέχει και να ασκεί, αντίστοιχα, η συγκεκριμένη επιχείρηση επενδύσεων σύμφωνα με την οδηγία 2004/39/ΕΚ. Η δυνατότητα των κρατών μελών να μειώνουν το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, αφενός, και το φαινόμενο της άνισης εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, αφετέρου, έχουν οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου εμφανίζει αποκλίσεις ανά την Ένωση. Για να δοθεί τέλος σε αυτόν τον κατακερματισμό, το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου θα πρέπει να εναρμονιστεί αναλόγως για όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων στην Ένωση.

(10)  Παρότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων αφαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ορισμένες έννοιες, που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και, αντιστοίχως, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, διατηρούν την καθιερωμένη τους έννοια. Για να καταστεί δυνατή και να διευκολυνθεί η συνεπής ερμηνεία αυτών των εννοιών, όταν χρησιμοποιούνται στις πράξεις του δικαίου της Ένωσης σε σχέση με τις επιχειρήσεις επενδύσεων, οι αναφορές, στις εν λόγω πράξεις της Ένωσης, στο αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων, στις εποπτικές εξουσίες των αρμόδιων αρχών για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, στην διαδικασία αξιολόγησης της επάρκειας του εσωτερικού κεφαλαίου των επιχειρήσεων επενδύσεων, στη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης από τις αρμόδιες αρχές για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, στις διατάξεις περί διακυβέρνησης και αποδοχών που ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων θεωρείται ότι αναφέρονται στις αντίστοιχες διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

(11)  Προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς είναι να εναπόκειται η ευθύνη για την εποπτεία της χρηματοοικονομικής ευρωστίας μιας επιχείρησης επενδύσεων, και ιδίως της φερεγγυότητας και της χρηματοοικονομικής ευρωστίας της, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή, σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν διαθέτει αρμόδια αρχή με τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, στην αρμόδια αρχή την οποία θα πρέπει να δημιουργήσει το κράτος μέλος για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Για να επιτευχθεί αποτελεσματική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων και σε άλλα κράτη μέλη επίσης, στα οποία παρέχουν υπηρεσίες ή έχουν υποκατάστημα, θα πρέπει να διασφαλίζεται στενή συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές των εν λόγω κρατών μελών.

(12)  Για ενημερωτικούς και εποπτικούς σκοπούς, και ιδίως για να διασφαλίζεται η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργούν, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους, να επιθεωρούν τις δραστηριότητες που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων στο έδαφός τους, και να απαιτούν πληροφόρηση σχετικά με τις δραστηριότητες των εν λόγω υποκαταστημάτων. Τα εποπτικά μέτρα για αυτά τα υποκαταστήματα θα πρέπει, ωστόσο, να παραμείνουν στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.

(13)  Για την προστασία των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να δεσμεύονται από κανόνες επαγγελματικού απορρήτου κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων τους, καθώς και κατά την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών.

(14)  Για την ενίσχυση της προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και για την προστασία των πελατών των επιχειρήσεων επενδύσεων, οι ελεγκτές θα πρέπει να γνωστοποιούν ταχέως και όσο το δυνατόν αμερόληπτα στις αρμόδιες αρχές γεγονότα τα οποία είναι δυνατόν να επηρεάσουν σοβαρά τη χρηματοοικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης επενδύσεων ή τη διοικητική και λογιστική οργάνωσή της.

(15)  Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(10). Πιο συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται, βάσει της παρούσας οδηγίας, η ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με τρίτες χώρες, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

(16)  Προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR], τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. Για να διασφαλιστεί ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των διοικητικών κυρώσεων, αυτές θα πρέπει να δημοσιεύονται, εκτός από σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις. Για να είναι σε θέση οι πελάτες και οι επενδυτές να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις όσον αφορά τις επενδυτικές τους επιλογές, αυτοί οι πελάτες και επενδυτές θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων.

(17)  Προκειμένου να εντοπίζονται παραβιάσεις εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, καθώς και παραβιάσεις του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες διερεύνησης και θα πρέπει να συστήνουν αποτελεσματικούς και ταχείς μηχανισμούς για την καταγγελία πιθανών ή πραγματικών παραβιάσεων.

(18)  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να έχουν διαθέσιμο εσωτερικό κεφάλαιο το οποίο να επαρκεί, από πλευράς ποσότητας, ποιότητας και κατανομής, για την κάλυψη των ειδικών κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένες ή μπορεί να εκτεθούν. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν επαρκείς στρατηγικές και διαδικασίες για την εκτίμηση και τη διατήρηση της επάρκειας του εσωτερικού κεφαλαίου τους.

(19)  Οι εξουσίες εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης θα πρέπει να εξακολουθήσουν να αποτελούν σημαντικό ρυθμιστικό εργαλείο που παρέχει τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να προβαίνουν σε εκτίμηση των ποιοτικών στοιχείων, όπου συμπεριλαμβάνεται η εσωτερική διακυβέρνηση και οι εσωτερικοί έλεγχοι, οι διεργασίες και διαδικασίες διαχείρισης των κινδύνων και, εφόσον χρειαστεί, να καθορίζουν συμπληρωματικές απαιτήσεις, ειδικότερα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και τις απαιτήσεις ρευστότητας. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να καθορίσουν πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις μόνον για τους κινδύνους που δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς, από παράγοντες Κ όπως καθορίζεται στο τρίτο μέρος του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]· Διευκρινίζεται ότι οι διατάξεις σχετικά με τις πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 2 ισχύουν μόνο για επιχειρήσεις που δεν πληρούν τα κριτήρια του άρθρο 12 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/--- [IFR].

(20)  Για την ευθυγράμμιση των αποδοχών με το προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων και για την κατοχύρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υπόκεινται σε σαφείς αρχές σχετικά με τις ρυθμίσεις εταιρικής διακυβέρνησης και κανόνες σχετικά με τις αποδοχές, που να είναι ουδέτεροι ως προς το φύλο και να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει, ωστόσο, να εξαιρεθούν από τους κανόνες αυτούς, διότι οι διατάξεις περί αποδοχών και εταιρικής διακυβέρνησης βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ είναι επαρκώς λεπτομερείς για αυτές τις κατηγορίες επιχειρήσεων.

(21)  Ομοίως, η έκθεση της Επιτροπής COM(2016) 510(11) κατέδειξε ότι οι απαιτήσεις για την αναβολή της καταβολής μέρους των αποδοχών και την καταβολή σε μέσα, που προβλέπεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, δεν είναι κατάλληλες για μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις επενδύσεων ή για προσωπικό με χαμηλά επίπεδα μεταβλητών αποδοχών. Είναι αναγκαίο να υπάρχουν σαφή, συνεπή και εναρμονισμένα κριτήρια για τον προσδιορισμό επιχειρήσεων επενδύσεων και φυσικών προσώπων που εξαιρούνται από τις εν λόγω απαιτήσεις, ώστε να διασφαλιστεί εποπτική σύγκλιση και κατοχύρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού. Ταυτοχρόνως, είναι ωστόσο σκόπιμο να παρέχονται κάποια περιθώρια ευελιξίας στις αρμόδιες αρχές, που θα τους επιτρέπουν να υιοθετούν αυστηρότερη προσέγγιση, όταν το κρίνουν αναγκαίο.

(22)  Είναι επίσης σκόπιμο να παρέχονται κάποια περιθώρια ευελιξίας στις επιχειρήσεις επενδύσεων όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα, σε περίπτωση καταβολής μεταβλητών αποδοχών, εφόσον τα εν λόγω μέσα είναι πρόσφορα για την επίτευξη του στόχου της εναρμόνισης των συμφερόντων του προσωπικού με τα συμφέροντα των διαφόρων εμπλεκομένων, όπως των μετόχων και των πιστωτών, και συμβάλλουν στην εναρμόνιση των μεταβλητών αποδοχών με το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων.

(23)  Τα έσοδα των επιχειρήσεων επενδύσεων υπό τη μορφή αμοιβών, προμηθειών και λοιπών εσόδων σε σχέση με την παροχή διαφόρων επενδυτικών υπηρεσιών είναι ιδιαιτέρως ευμετάβλητα. Ο περιορισμός του μεταβλητού στοιχείου των αποδοχών σε μέρος του σταθερού στοιχείου των αποδοχών θα επηρέαζε τη δυνατότητα της επιχείρησης να μειώνει τις αποδοχές, σε περιόδους μειωμένων εσόδων, και ενδεχομένως θα επέφερε αύξηση της βάσης σταθερού κόστους της επιχείρησης, πράγμα το οποίο με τη σειρά του θα οδηγούσε σε κινδύνους για την ικανότητα της επιχείρησης να αντεπεξέλθει σε περιόδους οικονομικής ύφεσης ή μειωμένων εσόδων. Για να αποφευχθούν οι εν λόγω κίνδυνοι, δεν θα πρέπει να επιβάλλεται ενιαία μέγιστη αναλογία μεταξύ του μεταβλητού και του σταθερού στοιχείου των αποδοχών στις μη συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων. Αντιθέτως, οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να καθορίζουν οι ίδιες τη δέουσα αναλογία.

(24)  Ως απάντηση στη διογκούμενη απαίτηση της κοινής γνώμης για φορολογική διαφάνεια, αλλά και για την προώθηση της εταιρικής ευθύνης των επιχειρήσεων επενδύσεων, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων, εκτός αν χαρακτηρίζονται ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες, να γνωστοποιούν σε ετήσια βάση συγκεκριμένες πληροφορίες όπως, μεταξύ άλλων, πληροφορίες για τα πραγματοποιούμενα κέρδη, τους καταβαλλόμενους φόρους και τις εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις.

(25)  Προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι κίνδυνοι σε επίπεδο ομίλου που απαρτίζεται αποκλειστικά από επιχειρήσεις επενδύσεων, η μέθοδος εποπτικής ενοποίησης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει, στην περίπτωση ομίλων που απαρτίζονται αποκλειστικά από επιχειρήσεις επενδύσεων, να αντικαθίσταται από δοκιμή κεφαλαίων ομίλου. Ο προσδιορισμός της αρχής εποπτείας του ομίλου, ωστόσο, θα πρέπει να βασίζεται στις ίδιες αρχές που ισχύουν και στην περίπτωση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση. Για να εξασφαλίζεται καλή συνεργασία, τα βασικά στοιχεία των μέτρων συντονισμού, και ιδίως, οι απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή οι ρυθμίσεις συντονισμού και συνεργασίας, θα πρέπει να είναι παρόμοια με τα βασικά στοιχεία συντονισμού που ισχύουν στο πλαίσιο του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων για τα πιστωτικά ιδρύματα.

(26)  Αφενός, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να υποβάλλει συστάσεις στο Συμβούλιο, στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών, σχετικά με την πρακτική άσκηση εποπτείας της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, για επιχειρήσεις επενδύσεων των οποίων οι μητρικές επιχειρήσεις είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, καθώς και για επιχειρήσεις επενδύσεων που δραστηριοποιούνται σε τρίτες χώρες των οποίων οι μητρικές επιχειρήσεις είναι εγκατεστημένες στην Ένωση. Αφετέρου, τα κράτη μέλη και η ΕΑΤ θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να καθιερώνουν διοικητικές ρυθμίσεις με τρίτες χώρες, για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους.

(27)  Για να κατοχυρωθεί ασφάλεια δικαίου και να αποφευχθούν οι αλληλεπικαλύψεις μεταξύ του υφιστάμενου πλαισίου προληπτικής εποπτείας, που ισχύει τόσο για τα πιστωτικά ιδρύματα όσο και για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, και της παρούσας οδηγίας, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η οδηγία 2013/36/ΕΕ τροποποιούνται, ώστε να αφαιρεθούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων από το πεδίο εφαρμογής τους. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων ▌θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι οποίες είναι σχετικές για τον τραπεζικό όμιλο, όπως οι διατάξεις για την ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ, που αναφέρεται στο [άρθρο 21β] της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, και στους κανόνες περί εποπτικής ενοποίησης, που καθορίζονται στο πρώτο μέρος τίτλος 2 κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(28)  Είναι αναγκαίο να εξειδικευτούν οι ενέργειες στις οποίες χρειάζεται να προβαίνουν οι επιχειρήσεις για να διαπιστώνουν αν εμπίπτουν στον ορισμό του πιστωτικού ιδρύματος, που παρατίθεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και, επομένως, χρειάζεται να λάβουν άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα. Επειδή ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων ασκούν ήδη τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλιστεί σαφήνεια σχετικά με τη συνέχιση της όποιας άδειας χορηγείται για τις δραστηριότητες αυτές. Ειδικότερα, έχει σημασία οι αρμόδιες αρχές να εξασφαλίσουν ότι η μετάβαση από το υφιστάμενο πλαίσιο στο νέο προσφέρει επαρκή ασφάλεια δικαίου για τις επιχειρήσεις επενδύσεων και δεν τους στερεί ουσιαστικά δικαιώματα τα οποία διέθεταν δυνάμει του τρέχοντος πλαισίου.

(29)  Για να διασφαλιστεί αποτελεσματική εποπτεία, είναι σημαντικό οι επιχειρήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 να υποβάλλουν αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει, επομένως, να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν κυρώσεις σε επιχειρήσεις που δεν υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση της εν λόγω άδειας λειτουργίας.

(30)  Η τροποποίηση του ορισμού του «πιστωτικού ιδρύματος» που παρατίθεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με τον κανονισμό [κανονισμός (ΕΕ) ---/----[IFR]], μπορεί, μετά την έναρξη ισχύος του, να καλύπτει επιχειρήσεις επενδύσεων που λειτουργούν ήδη βάσει άδειας λειτουργίας που έχει εκδοθεί σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ. Στις εν λόγω επιχειρήσεις θα πρέπει να επιτραπεί να συνεχίσουν να λειτουργούν, βάσει της άδειας λειτουργίας τους, ως επιχειρήσεις επενδύσεων, έως ότου χορηγηθεί σε αυτές άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υποβάλλουν αίτηση άδειας λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα, το αργότερο όταν ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού τους υπερβεί οποιοδήποτε από τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στη διάρκεια περιόδου δώδεκα συναπτών μηνών. Σε περίπτωση που μια επιχείρηση επενδύσεων υπερβεί οποιοδήποτε από τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού τους θα πρέπει να υπολογίζεται λαμβανομένων υπόψη των δώδεκα συναπτών μηνών που προηγούνται της εν λόγω ημερομηνίας. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υποβάλουν αίτηση άδειας λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα, εντός ενός έτους και μίας ημέρας μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(31)  Η τροποποίηση του ορισμού του «πιστωτικού ιδρύματος» που παρατίθεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με τον κανονισμό [κανονισμός (ΕΕ) ---/----[IFR]], μπορεί επίσης να επηρεάσει επιχειρήσεις που έχουν ήδη υποβάλει αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ως επιχειρήσεις επενδύσεων, βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και για τις οποίες η αίτηση εκκρεμεί ακόμη. Οι εν λόγω αιτήσεις θα πρέπει να διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και να εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας που παρατίθενται στην εν λόγω οδηγία, εάν τα προβλεπόμενα συνολικά στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης ανέρχονται σε οποιοδήποτε από τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(32)  Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει επίσης να υπόκεινται στο σύνολο των απαιτήσεων σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων, που καθορίζονται στον τίτλο III της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων περί ανάκλησης αδείας του άρθρου 18 της εν λόγω οδηγίας. Το άρθρο 18 της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει, πάντως, να τροποποιηθεί, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές δύνανται επίσης να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας που έχει χορηγηθεί σε πιστωτικό ίδρυμα, όταν αυτό το πιστωτικό ίδρυμα χρησιμοποιεί την άδεια λειτουργίας του για την άσκηση αποκλειστικά και μόνο των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, για μια περίοδο 5 συναπτών ετών, ο μέσος όρος των συνολικών στοιχείων ενεργητικού του είναι μικρότερος από τα όρια που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β).

(33)  Σύμφωνα με το άρθρο 39 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην ΕΕ υπόκεινται σε εθνικά καθεστώτα βάσει των οποίων ενδέχεται να απαιτείται η εγκατάσταση υποκαταστήματος σε κράτος μέλος. Για να διευκολυνθεί η τακτική παρακολούθηση και αξιολόγηση των δραστηριοτήτων που ασκούνται από επιχειρήσεις τρίτων χωρών μέσω υποκαταστημάτων στην Ένωση, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με την κλίμακα και το εύρος των υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από υποκαταστήματα στο έδαφός τους.

(34)  Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με την ESMA, έχει εκδώσει έκθεση, βασισμένη σε διεξοδική ανάλυση του πλαισίου, συλλογή στοιχείων και διαβούλευση, σχετικά με την καθιέρωση ειδικού καθεστώτος προληπτικής εποπτείας για όλες τις μη συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων, το οποίο αποτελεί τη βάση για το αναθεωρημένο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

(35)  Προκειμένου να διασφαλιστεί η εναρμονισμένη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθεί στην ΕΑΤ η κατάρτιση τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των πληροφοριών που θα πρέπει να ανταλλάσσουν οι αρχές καταγωγής και υποδοχής στο πλαίσιο της εποπτείας, για τον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εκτιμούν το μέγεθος των δραστηριοτήτων τους για τους σκοπούς των απαιτήσεων εσωτερικής διακυβέρνησης και, κυρίως, να εκτιμούν αν αποτελούν μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση. Τα τεχνικά πρότυπα θα πρέπει επίσης να προσδιορίζουν ποια μέλη του προσωπικού έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων για τους σκοπούς των διατάξεων που αφορούν τις αποδοχές, και να προσδιορίζουν τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 που είναι κατάλληλα να χρησιμοποιούνται ως μεταβλητές αποδοχές. Τέλος, τα τεχνικά πρότυπα θα πρέπει επίσης να προσδιορίζουν τα στοιχεία για την αξιολόγηση του πεδίου εφαρμογής των απαιτήσεων που διέπουν την εσωτερική διακυβέρνηση, τη διαφάνεια, τη μεταχείριση των κινδύνων και των αποδοχών, την εφαρμογή πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων από τις αρμόδιες αρχές, και τη λειτουργία των σωμάτων εποπτείας.

(36)  Προκειμένου να διασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά τον περαιτέρω προσδιορισμό των ορισμών που περιλαμβάνονται στην παρούσα οδηγία, του εσωτερικού κεφαλαίου και των εκτιμήσεων κινδύνων των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και των εξουσιών εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης των αρμόδιων αρχών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργήσει η Επιτροπή, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη Διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, της 13ης Απριλίου 2016. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(37)  Για την εξασφάλιση ενιαίων όρων εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, και ιδίως όσον αφορά την έγκριση των σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, που καταρτίζει η ΕΑΤ σχετικά με τις απαιτήσεις ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών, και προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις, όσον αφορά τις απαιτήσεις σχετικά με τα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12).

(38)  Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, ήτοι η καθιέρωση αποτελεσματικού και αναλογικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εντός της Ένωσης λειτουργούν σε υγιή οικονομική βάση και διοικούνται με μεθοδικό τρόπο, μεταξύ άλλων, για τη βέλτιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους, δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, αλλά μπορούν συνεπώς, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(39)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα(13), τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν να επισυνάπτουν στην κοινοποίηση των εθνικών μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, όταν δικαιολογείται, και ένα ή περισσότερα έγγραφα που διευκρινίζουν τον δεσμό ανάμεσα στα στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα τμήματα των εθνικών πράξεων μεταφοράς. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι δικαιολογημένη,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικά:

α)  με το αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων·

β)  με τις εποπτικές αρμοδιότητες και τα εργαλεία για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων από τις αρμόδιες αρχές·

γ)  με την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων από τις αρμόδιες αρχές κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που προβλέπονται στον [κανονισμό (ΕΕ) ----/---[IFR]·

δ)  με τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης για τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(14).

Άρθρο 3

Ορισμοί

1.  Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(1)  «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 18) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

(2)  «άδεια λειτουργίας»: άδεια λειτουργίας επιχείρησης επενδύσεων σύμφωνα με τον τίτλο II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

(3)  «υποκατάστημα»: υποκατάστημα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 30) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

(4)  «στενοί δεσμοί»: στενοί δεσμοί όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 35) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

(5)  «αρμόδια αρχή»: η δημόσια αρχή ή το όργανο κράτους μέλους που έχει αναγνωριστεί επίσημα και έχει εξουσιοδοτηθεί βάσει του εθνικού δικαίου να εποπτεύει επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ως υπαγόμενες στο σύστημα εποπτείας που εφαρμόζεται στο εν λόγω κράτος μέλος·

(6)  «διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων»: διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 145) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

(7)  «έλεγχος»: η σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(15) ή στα λογιστικά πρότυπα στα οποία υπόκειται επιχείρηση επενδύσεων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1606/2002(16), ή παρεμφερής σχέση μεταξύ κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης·

(8)  «συμμόρφωση με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου»: συμμόρφωση της μητρικής επιχείρησης ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με τις απαιτήσεις του άρθρου 7 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·

(9)  «πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

(10)  «παράγωγα»: παράγωγα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 29) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014(17)·

(11)  «χρηματοδοτικό ίδρυμα»: χρηματοδοτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 13) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·

(12)  «όμιλος»: όμιλος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 11) της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·

(13)  «αρχή εποπτείας του ομίλου»: η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου των μητρικών επιχειρήσεων επενδύσεων εγκατεστημένων στην Ένωση και των επιχειρήσεων επενδύσεων που ελέγχονται από μητρικές επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση ή μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση·

(14)  «κράτος μέλος καταγωγής»: κράτος μέλος καταγωγής (κράτος μέλος προέλευσης) όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 55) στοιχείο α) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

(15)  «κράτος μέλος υποδοχής»: κράτος μέλος υποδοχής όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 56) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

(16)  «αρχικό κεφάλαιο»: το κεφάλαιο που απαιτείται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ως επιχείρησης επενδύσεων·

(17)  «επιχείρηση επενδύσεων»: επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

(18)  «όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων»: όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 23) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·

(19)  «επενδυτική εταιρεία συμμετοχών»: επενδυτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 21) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·

(20)  «επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες»: επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

(21)  «διοικητικό όργανο»: διοικητικό όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 36) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

(22)  «διοικητικό όργανο με εποπτική αρμοδιότητα»: το διοικητικό όργανο ▌με εποπτική αρμοδιότητα όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 8) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

(23)  «μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»: μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών (εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών) όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(18)·

(24)  «ανώτερα διοικητικά στελέχη»: ανώτερα διοικητικά στελέχη (ανώτερα στελέχη) όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 37) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

(25)  «μητρική επιχείρηση»: μητρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 32) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

(26)  «θυγατρική»: θυγατρική (θυγατρική επιχείρηση) όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 33) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

(27)  «συστημικός κίνδυνος»: συστημικός κίνδυνος όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 10) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

(28)  «μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση»: μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 49) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·

(29)  «μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 50) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·

(30)  «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 51) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για την αποσαφήνιση:

α)  των ορισμών που παρατίθενται στην παράγραφο 1 προκειμένου να διασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή της παρούσας οδηγίας·

β)  των ορισμών που παρατίθενται στην παράγραφο 1 προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη, κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 4

Ορισμός και εξουσίες των αρμόδιων αρχών

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν μία ή περισσότερες αρχές που είναι αρμόδιες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, την ΕΑΤ και την ESMA σχετικά με τον εν λόγω ορισμό και, σε περίπτωση περισσότερων της μίας αρμόδιων αρχών, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθεμίας αρμόδιας αρχής.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές εποπτεύουν τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων και, κατά περίπτωση, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, προκειμένου να εκτιμούν τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις απαραίτητες εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας διεξαγωγής επιτόπιων ελέγχων, σύμφωνα με το άρθρο 12, προκειμένου να λαμβάνουν τις πληροφορίες που χρειάζονται για την εκτίμηση της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων επενδύσεων και, κατά περίπτωση, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], και να ερευνούν πιθανές παραβιάσεις των εν λόγω απαιτήσεων.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν την εμπειρογνωμοσύνη, τους πόρους, την επιχειρησιακή ικανότητα, τις εξουσίες και την ανεξαρτησία που απαιτούνται για την επιτέλεση των καθηκόντων προληπτικής εποπτείας, έρευνας και επιβολής κυρώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

5.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να παρέχουν στις οικείες αρμόδιες αρχές όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτίμηση της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων επενδύσεων προς τους εθνικούς κανόνες μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, και της συμμόρφωσης προς τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR]. Οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και οι διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες των επιχειρήσεων επενδύσεων επιτρέπουν, ανά πάσα στιγμή, στις αρμόδιες αρχές τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τους εν λόγω κανόνες.

6.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων καταγράφουν όλες τις συναλλαγές τους και καταχωρίζουν τα συστήματα και τις διαδικασίες που διέπονται από την παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR], ούτως ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να ελέγξουν, ανά πάσα στιγμή, τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων με τους εθνικούς κανόνες μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, και τη συμμόρφωση με τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR].

Άρθρο 4α (νέο)

Εξουσιοδότηση για την υπαγωγή ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

Οι αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων των αρχών ενοποιημένης εποπτείας που αναφέρονται στο άρθρο 111 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, μπορούν να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε επιχείρηση που δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η επιχείρηση δεν είναι διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων ή διαπραγματευτής δικαιωμάτων εκπομπής ή οργανισμός συλλογικών επενδύσεων ή ασφαλιστική επιχείρηση·

β)  η επιχείρηση ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

γ)  η επιχείρηση ασκεί δραστηριότητες παρόμοιες με αυτές που συνδέονται κατά κανόνα με επιχειρήσεις που δέχονται καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια από το κοινό και χορηγούν πίστωση από ιδίους λογαριασμούς·

δ)  οι δραστηριότητες που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ) του παρόντος εδαφίου ασκούνται σε τέτοια κλίμακα που η πτώχευση της επιχείρησης θα μπορούσε να αποτελέσει συστημικό κίνδυνο, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 10) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, και λαμβανομένου υπόψη του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/488 εκπονεί σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διασφαλίσει συνεπή εφαρμογή των στοιχείων α) έως δ) του πρώτου εδαφίου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα στα οποία αναφέρεται το δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 5Συνεργασία εντός των κρατών μελών

1.  Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά με τις δημόσιες αρχές ή τους φορείς που είναι αρμόδιοι στο οικείο κράτος μέλος για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές και τις εν λόγω δημόσιες αρχές ή φορείς να ανταλλάσσουν, χωρίς καθυστέρηση, κάθε πληροφορία ιδιαίτερης σημασίας ή σχετική με την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων τους.

2.  Οι αρμόδιες αρχές που είναι διαφορετικές από εκείνες που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ καθιερώνουν μηχανισμό συνεργασίας με τις εν λόγω αρχές και ανταλλαγής όλων των πληροφοριών που είναι σχετικές για την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους.

Άρθρο 6

Συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας

Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τη σύγκλιση των εποπτικών εργαλείων και των εποπτικών πρακτικών, κατά την εφαρμογή των νομικών διατάξεων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR].

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α)  οι αρμόδιες αρχές, ως μέρη του ΕΣΧΕ, συνεργάζονται με εμπιστοσύνη και απόλυτο αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η ανταλλαγή κατάλληλων, αξιόπιστων και διεξοδικών πληροφοριών μεταξύ αυτών και άλλων μερών του ΕΣΧΕ·

β)  οι αρμόδιες αρχές συμμετέχουν στις δραστηριότητες της ΕΑΤ και, κατά περίπτωση, στα σώματα εποπτών που αναφέρονται στο άρθρο 44 και το άρθρο 116 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

γ)  οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε προσπάθεια ώστε να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδονται από την ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(19), και να ανταποκρίνονται στις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις που εκδίδονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(20)·

δ)  οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά με το ΕΣΣΚ,

ε)  οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές δεν τις εμποδίζουν να εκτελούν τα καθήκοντά τους ως μέλη της ΕΑΤ ή του ΕΣΣΚ, ή βάσει της παρούσας οδηγίας και βάσει του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].

Άρθρο 7Ενωσιακή διάσταση της εποπτείας

Κατά την άσκηση των γενικών καθηκόντων τους, οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους εκτιμούν δεόντως τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών τους στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος άλλων εμπλεκομένων κρατών μελών, καθώς και για την Ένωση στο σύνολό της, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες τη δεδομένη στιγμή.

ΤΙΤΛΟΣ IIIΑΡΧΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Άρθρο 8Αρχικό κεφάλαιο

1.  Το αρχικό κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας με σκοπό την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση των επενδυτικών δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 3), 6), 8) ή 9) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ανέρχεται σε 750 000 EUR.

2.  Το αρχικό κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας με σκοπό την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση των επενδυτικών δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 1), 2), 4), 5), 6) ή 7) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και η οποία δεν επιτρέπεται να κατέχει ρευστά ή τίτλους που ανήκουν στους πελάτες της, ανέρχεται σε 75 000 EUR.

3.  Το αρχικό κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τις λοιπές επιχειρήσεις επενδύσεων, πέραν αυτών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, ανέρχεται σε 150 000 EUR.

4.  Η Επιτροπή επικαιροποιεί, μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το ύψος του αρχικού κεφαλαίου που αναφέρεται στις παραγράφους 1 έως 3 του παρόντος άρθρου, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία ▌ που αναφέρεται στο άρθρο 54.

Άρθρο 8α

Αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο στην οδηγία 2013/36/ΕΕ

Οι αναφορές στα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που καθορίζονται στο άρθρο 8 της παρούσας οδηγίας, από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, θεωρείται ότι αντικαθιστούν τις αναφορές στα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που καθορίζονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, ως εξής:

α)  η αναφορά στο αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων στο άρθρο 28 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ θεωρείται ότι παραπέμπει στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας·

β)  οι αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων στα άρθρα 29 ή 31 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ θεωρείται ότι παραπέμπουν στο άρθρο 8 παράγραφος 2 ή 3 της παρούσας οδηγίας, ανάλογα με το είδος των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων·

γ)  η αναφορά στο αρχικό κεφάλαιο στο άρθρο 30 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ θεωρείται ότι παραπέμπει στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας·

Άρθρο 8β

Ασφαλιστική κάλυψη

Όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν υπηρεσίες δυνάμει της παρούσας οδηγίας οφείλουν να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης.

Άρθρο 9Σύνθεση του αρχικού κεφαλαίου

Το αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων αποτελείται από ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].

ΤΙΤΛΟΣ IVΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1Αρχές της προληπτικής εποπτείας

ΤΜΗΜΑ 1ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ

Άρθρο 10Αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής

Η προληπτική εποπτεία επί των επιχειρήσεων επενδύσεων ασκείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας οδηγίας που αναθέτουν αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

Άρθρο 11Συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών

1.  Οι αρμόδιες αρχές των διαφόρων κρατών μελών συνεργάζονται στενά για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR], ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών, χωρίς καθυστέρηση, σχετικά με τις επιχειρήσεις επενδύσεων, μεταξύ άλλων αναφορικά με τα ακόλουθα:

α)  πληροφορίες σχετικά με τη διοίκηση και το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επιχείρησης επενδύσεων·

β)  πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση της επιχείρησης επενδύσεων με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις·

γ)  πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης και τη ρευστότητα της επιχείρησης επενδύσεων·

δ)  πληροφορίες σχετικά με τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου της επιχείρησης επενδύσεων·

ε)    οποιουσδήποτε άλλους σχετικούς παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τον κίνδυνο που ενέχει η επιχείρηση επενδύσεων.

2.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιούν πάραυτα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής κάθε πληροφορία ή διαπίστωση σχετικά με ενδεχόμενα προβλήματα και κινδύνους που ενέχει η επιχείρηση επενδύσεων για την προστασία των πελατών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής, τα οποία εντόπισαν στο πλαίσιο της εποπτείας των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων.

3.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ανταποκρίνονται στις πληροφορίες που κοινοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, με τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την αποτροπή ή την αντιμετώπιση των ενδεχόμενων προβλημάτων και κινδύνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Εφόσον τους ζητηθεί, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής εξηγούν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής με ποιον τρόπο έλαβαν υπόψη τις πληροφορίες και τις διαπιστώσεις που τους κοινοποιήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

4.  Όταν, μετά την κοινοποίηση των πληροφοριών και διαπιστώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής θεωρούν ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 3, μπορούν, αφού πρώτα ενημερώσουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και την ΕΑΤ, να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των πελατών στους οποίους παρέχονται υπηρεσίες, καθώς και για την προστασία της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

5.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής που διαφωνούν με τα μέτρα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να παραπέμψουν το ζήτημα στην ΕΑΤ, η οποία ενεργεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Εάν η ΕΑΤ ενεργήσει σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός.

6.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των απαιτήσεων σχετικά με το είδος και τη φύση των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

7.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για τις απαιτήσεις ανταλλαγής πληροφοριών, που μπορεί να διευκολύνουν την εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

8.  Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στις παραγράφους 6 και 7 στην Επιτροπή, το αργότερο έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

Άρθρο 12Επιτόπιος έλεγχος και επιθεώρηση υποκαταστημάτων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος

1.  Τα κράτη μέλη υποδοχής προβλέπουν ότι, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ασκεί τη δραστηριότητά της μέσω υποκαταστήματος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν, αφού ενημερώσουν προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, να προβαίνουν σε επιτόπιο έλεγχο των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 και να επιθεωρούν το εν λόγω υποκατάστημα.

2.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, για σκοπούς εποπτείας και εφόσον το κρίνουν σκόπιμο για λόγους σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο κράτος μέλος υποδοχής, έχουν την εξουσία να διεξάγουν, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων στο έδαφός τους, και να απαιτούν πληροφόρηση από το εκάστοτε υποκατάστημα σχετικά με τις δραστηριότητές του.

Πριν από τη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής πραγματοποιούν αμελλητί διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

Το συντομότερο δυνατό μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τις πληροφορίες που είναι σημαντικές για την εκτίμηση κινδύνου της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων.

ΤΜΗΜΑ 2

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

Άρθρο 13Επαγγελματικό απόρρητο και ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές και όλα τα πρόσωπα που συνδέονται με τις εν λόγω αρχές, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 76 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].

Οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται εις γνώσιν αυτών των αρχών και προσώπων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, μπορούν να δημοσιοποιούνται μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, υπό τον όρο να μην προκύπτει η ταυτότητα της συγκεκριμένης επιχείρησης επενδύσεων ή συγκεκριμένων προσώπων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο.

Σε περίπτωση που η επιχείρηση επενδύσεων έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή βρίσκεται υπό αναγκαστική εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες δεν αφορούν τρίτους μπορούν να δημοσιοποιηθούν στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού ή εμπορικού δικαίου, εφόσον αυτό απαιτείται για τη διεξαγωγή των εν λόγω διαδικασιών.

2.  Οι αρμόδιες αρχές χρησιμοποιούν τις εμπιστευτικές πληροφορίες που συλλέγονται, ανταλλάσσονται ή διαβιβάζονται βάσει της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] μόνο για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, ιδίως για τους κάτωθι σκοπούς:

α)  για την παρακολούθηση των κανόνων προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR]·

β)  για την επιβολή κυρώσεων·

γ)  στο πλαίσιο διοικητικής προσφυγής κατά απόφασης αρμόδιας αρχής·

δ)  στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί βάσει του άρθρου 21.

3.  Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα ή οι φορείς, εκτός των αρμόδιων αρχών, που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες βάσει της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο για τους σκοπούς που προβλέπει ρητά η αρμόδια αρχή ή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

4.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες για τους σκοπούς της παραγράφου 2, να ορίζουν ρητά τον τρόπο χειρισμού των εν λόγω πληροφοριών και να περιορίζουν ρητά οποιαδήποτε περαιτέρω διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών.

5.  Η υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν εμπιστευτικές πληροφορίες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες για την άσκηση των εξουσιών της Επιτροπής.

6.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρέχουν στην ΕΑΤ, στην ESMA, στο ΕΣΣΚ, στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών, στο ΕΣΚΤ και στην ΕΚΤ, όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, και, όπου είναι αναγκαίο, σε δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, εμπιστευτικές πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 14Διοικητικές ρυθμίσεις με τρίτες χώρες για την ανταλλαγή πληροφοριών

Τα κράτη μέλη, και η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, μπορούν, για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους βάσει της παρούσας οδηγίας ή του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], να προβαίνουν σε διοικητικές ρυθμίσεις με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών για την ανταλλαγή πληροφοριών, μεταξύ άλλων όσον αφορά τα ακόλουθα:

α)  την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών αγορών·

β)  την εκκαθάριση και την πτώχευση επιχειρήσεων επενδύσεων και παρόμοιες διαδικασίες·

γ)  την εποπτεία των φορέων που υπεισέρχονται στις διαδικασίες εκκαθάρισης και πτώχευσης επιχειρήσεων επενδύσεων και σε παρόμοιες διαδικασίες·

δ)  τη διεξαγωγή των υποχρεωτικών ελέγχων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ή των ιδρυμάτων που διαχειρίζονται συστήματα αποζημίωσης·

ε)  την εποπτεία προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον υποχρεωτικό έλεγχο των λογαριασμών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·

στ)  την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται σε αγορές δικαιωμάτων εκπομπής, με σκοπό την εξασφάλιση ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης·

ζ)  την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται σε αγορές παραγώγων επί βασικών γεωργικών προϊόντων, με σκοπό την εξασφάλιση ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης.

Οι ρυθμίσεις αυτές περιλαμβάνουν διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου ισοδύναμες με αυτές που ορίζονται στο άρθρο 13 της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 15Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ(21) και το οποίο ασκεί σε επιχείρηση επενδύσεων τα καθήκοντα που περιγράφονται στο άρθρο 73 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ(22) ή στο άρθρο 34 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ ή κάθε άλλο νόμιμο καθήκον, υποχρεούται να γνωστοποιεί το συντομότερο δυνατόν στις αρμόδιες αρχές κάθε γεγονός ή απόφαση που αφορά την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή αφορά επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων και το οποίο/η οποία:

α)  αποτελεί ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων που θεσπίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας·

β)  ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη συνέχεια της λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων· ή

γ)  ενδέχεται να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των λογαριασμών ή μπορεί να οδηγήσει σε διατύπωση επιφυλάξεων.

ΤΜΗΜΑ 3ΚΥΡΩΣΕΙΣ, ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Άρθρο 16Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα όσον αφορά παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], μεταξύ άλλων στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  μια επιχείρηση επενδύσεων δεν έχει καθιερώσει πλαίσιο εσωτερικής διακυβέρνησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 24·

β)  μια επιχείρηση επενδύσεων δεν αναφέρει στις αρμόδιες αρχές, κατά παράβαση του άρθρου 52 παράγραφος 1 στοιχείο β) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----IFR], πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση τήρησης των κεφαλαιακών απαιτήσεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού, ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες·

γ)  μια επιχείρηση επενδύσεων δεν αναφέρει στις αρμόδιες αρχές, κατά παράβαση του άρθρου 34 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----IFR], πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης, ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες·

δ)  μια επιχείρηση επενδύσεων παρουσιάζει κίνδυνο συγκέντρωσης πέραν των ορίων που τίθενται στο άρθρο 36 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], υπό την επιφύλαξη των άρθρων 37 και 38 του εν λόγω κανονισμού·

ε)  μια επιχείρηση επενδύσεων, κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο ή επίμονο, δεν διατηρεί ρευστά στοιχεία ενεργητικού, κατά παράβαση του άρθρου 42 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], υπό την επιφύλαξη του άρθρου 43 του εν λόγω κανονισμού·

στ)  μια επιχείρηση επενδύσεων δεν παρέχει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες, κατά παράβαση των διατάξεων του έκτου μέρους του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·

ζ)  μια επιχείρηση επενδύσεων καταβάλλει πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια της επιχείρησης επενδύσεων, σε περιπτώσεις στις οποίες τα άρθρα 28, 52 ή 63 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 απαγορεύουν τις εν λόγω πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια·

η)  μια επιχείρηση επενδύσεων κηρύχθηκε υπεύθυνη για σοβαρές παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίστηκαν δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849(23)·

θ)  μια επιχείρηση επενδύσεων επιτρέπει σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δεν συμμορφώνονται με το άρθρο 91 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ να καταστούν ή να παραμείνουν μέλη του διοικητικού οργάνου.

Τα κράτη μέλη που δεν θεσπίζουν κανόνες σχετικά με διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις που υπόκεινται στο εθνικό ποινικό δίκαιο κοινοποιούν στην Επιτροπή τους σχετικούς κανόνες της ποινικής νομοθεσίας.

Οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα, και τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι καθορίζονται σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα άλλων κρατών μελών.

2.  Οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο περιλαμβάνουν τα εξής:

α)  δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, επιχείρηση επενδύσεων, επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και η φύση της παράβασης·

β)  διαταγή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της στο μέλλον·

γ)  προσωρινή απαγόρευση κατά των μελών του διοικητικού οργάνου της επιχείρησης επενδύσεων ή άλλου φυσικού προσώπου να ασκούν καθήκοντα σε επιχειρήσεις επενδύσεων·

δ)  σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10 % του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και προμήθειες ή αμοιβές της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση·

ε)  σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου τα εν λόγω κέρδη ή ζημίες μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν·

στ)  σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και 5 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη όπου το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά [ημερομηνία θέσης σε ισχύ της παρούσας οδηγίας].

Σε περίπτωση που επιχείρηση η οποία αναφέρεται στο στοιχείο δ) είναι θυγατρική, το σχετικό ακαθάριστο εισόδημα είναι το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει από τις ενοποιημένες καταστάσεις της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας ή παράβασης του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] από επιχείρηση επενδύσεων, μπορεί να επιβάλλονται κυρώσεις στα μέλη του διοικητικού οργάνου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, ευθύνονται για την παράβαση.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή των διοικητικών μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και του ύψους των διοικητικών χρηματικών προστίμων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές συνθήκες, στις οποίες περιλαμβάνονται αναλόγως:

α)  η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης·

β)  ο βαθμός ευθύνης των φυσικών ή νομικών προσώπων που ευθύνονται για την παράβαση·

γ)  η οικονομική ισχύς των φυσικών ή νομικών προσώπων που ευθύνονται για την παράβαση, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού κύκλου εργασιών των νομικών προσώπων ή του ετήσιου εισοδήματος των φυσικών προσώπων·

δ)  η σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από τα νομικά πρόσωπα που ευθύνονται για την παράβαση·

ε)  τυχόν ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση·

στ)  ο βαθμός συνεργασίας με τις σχετικές αρμόδιες αρχές·

ζ)  προηγούμενες παραβάσεις από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ευθύνονται για την παράβαση·

η)  τυχόν πιθανές συστημικές συνέπειες της παράβασης.

Άρθρο 17Εξουσίες διερεύνησης

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν όλες τις εξουσίες συγκέντρωσης πληροφοριών και διερεύνησης που είναι αναγκαίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, μεταξύ άλλων:

α)  την εξουσία να απαιτούν πληροφορίες από τα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα:

i)  επιχειρήσεις επενδύσεων εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος·

ii)  επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος·

iii)  μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος·

iv)  μικτές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος·

v)  πρόσωπα που ανήκουν στις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως iv)·

vi)  τρίτους στους οποίους οι οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως iv) ανέθεσαν επιχειρησιακά καθήκοντα ή δραστηριότητες.

β)  την εξουσία διεξαγωγής όλων των αναγκαίων ερευνών για οποιοδήποτε πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο α), εγκατεστημένο ή ευρισκόμενο στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος:

i)  να απαιτούν την υποβολή εγγράφων από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

ii)  να εξετάζουν τα βιβλία και αρχεία των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α) και να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα εν λόγω βιβλία και αρχεία·

iii)  να λαμβάνουν προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο α) ή από τους εκπροσώπους τους ή τα μέλη του προσωπικού τους·

iv)  να προβαίνουν σε συνέντευξη με κάθε άλλο σχετικό πρόσωπο ▌με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας·

γ)  την εξουσία διεξαγωγής όλων των αναγκαίων επιθεωρήσεων στις επιχειρηματικές εγκαταστάσεις των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α) και οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση που περιλαμβάνεται στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, όταν η αρμόδια αρχή είναι η αρχή εποπτείας του ομίλου, υπό την προϋπόθεση ότι θα ενημερωθούν προηγουμένως οι άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 18Δημοσιοποίηση των διοικητικών κυρώσεων και μέτρων

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να δημοσιοποιούν στον επίσημο δικτυακό τους τόπο τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα που επιβάλλονται, σύμφωνα με το άρθρο 16, και κατά των οποίων δεν έχει ασκηθεί ή δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί προσφυγή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η δημοσιοποίηση αυτή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τον τύπο και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο. Οι πληροφορίες δημοσιεύονται μόνο μετά την ενημέρωση του εν λόγω προσώπου σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις και μέτρα, και στον βαθμό που η δημοσιοποίηση είναι αναγκαία και αναλογική.

2.  Όταν τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη δημοσιοποίηση των μη τελεσίδικων διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 16, οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν επίσης, στον επίσημο δικτυακό τους τόπο, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των προσφυγών και σχετικά με την έκβασή τους.

3.  Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν τις διοικητικές κυρώσεις ή τα μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 16 ανωνύμως, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  η κύρωση επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο και η δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του εν λόγω προσώπου θεωρείται δυσανάλογη·

β)  η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο διεξαγόμενη ποινική έρευνα ή τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών αγορών·

γ)  η δημοσιοποίηση θα προξενούσε δυσανάλογη ζημία στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις επενδύσεων ή τα ενδιαφερόμενα φυσικά πρόσωπα.

4.  Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που δημοσιεύονται δυνάμει του παρόντος άρθρου παραμένουν στον επίσημο δικτυακό τόπο τους για τουλάχιστον πέντε έτη. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να διατηρούνται στον επίσημο δικτυακό τόπο της αρμόδιας αρχής, μόνον εφόσον επιτρέπεται από τους εφαρμοστέους κανόνες περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 19Υποβολή εκθέσεων στην ΕΑΤ σχετικά με τις κυρώσεις

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 16, καθώς και σχετικά με κάθε προσφυγή κατά των εν λόγω κυρώσεων και μέτρων και την έκβασή της. Η ΕΑΤ τηρεί κεντρική βάση δεδομένων με τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που της γνωστοποιούνται, με αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Αυτή η βάση δεδομένων είναι προσιτή μόνο στις αρμόδιες αρχές και στην ESMA και ενημερώνεται ετησίως.

Η ΕΑΤ τηρεί δικτυακό τόπο με συνδέσμους προς τη δημοσίευση των διοικητικών κυρώσεων και μέτρων από κάθε αρμόδια αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 16, και αναφέρει το χρονικό διάστημα για το οποίο κάθε κράτος μέλος δημοσιεύει τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα.

Άρθρο 20Καταγγελίες παραβάσεων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές θεσπίζουν αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς για την υποβολή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, καταγγελιών σχετικά με δυνητικές ή υπάρχουσες παραβάσεις εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], οι οποίοι περιλαμβάνουν:

α)  ειδικές διαδικασίες για τον χειρισμό καταγγελιών για παραβάσεις·

β)  κατάλληλη προστασία έναντι αντιποίνων, διακρίσεων ή άλλων μορφών άνισης μεταχείρισης, από μέρους της επιχείρησης επενδύσεων, για εργαζομένους των επιχειρήσεων επενδύσεων οι οποίοι καταγγέλλουν παραβάσεις που διαπράττονται εντός της επιχείρησης επενδύσεων·

γ)  προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τόσο του προσώπου που καταγγέλλει την παράβαση όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε την εν λόγω παράβαση, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679·

δ)  σαφείς κανόνες ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα σε όλες τις περιπτώσεις σχετικά με το πρόσωπο που καταγγέλλει τις παραβάσεις οι οποίες έχουν διαπραχθεί εντός της επιχείρησης επενδύσεων, εκτός εάν η αποκάλυψη της ταυτότητάς του απαιτείται από το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο περαιτέρω ερευνών ή επακόλουθης ποινικής διαδικασίας.

2.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να καθιερώνουν κατάλληλες διαδικασίες για να μπορούν οι εργαζόμενοι σε αυτές να καταγγέλλουν παραβάσεις εσωτερικά, μέσω ειδικού και ανεξάρτητου διαύλου. Οι διαδικασίες αυτές μπορεί να προβλέπονται από τους κοινωνικούς εταίρους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διαδικασίες παρέχουν την ίδια προστασία με εκείνη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία β), γ) και δ).

Άρθρο 21Δικαίωμα προσφυγής

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατά των αποφάσεων και μέτρων, που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], ή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, που εκδίδονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, δύναται να ασκηθεί προσφυγή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2Διαδικασία επανεξέτασης

ΤΜΗΜΑ 1ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΡΚΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Άρθρο 22Εσωτερικό κεφάλαιο

1.  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες στρατηγικές και διαδικασίες για την εκτίμηση και τη διατήρηση σε διαρκή βάση του ύψους, της σύνθεσης και της κατανομής των εσωτερικών κεφαλαίων που θεωρούν κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους έχουν αναλάβει ή τους οποίους ενδέχεται να αναλάβουν.

2.  Οι στρατηγικές και διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπόκεινται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση, ώστε να εξασφαλιστεί ότι παραμένουν πλήρεις και αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων.

ΤΜΗΜΑ 2

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ, ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΧΕΣ

Άρθρο 23Αξιολόγηση για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος τμήματος

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων αξιολογούν, σε ετήσια βάση, και σύμφωνα με τα στοιχεία α) και β), αν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]:

α)  η επιχείρηση επενδύσεων προσδιορίζει αν, βάσει των στοιχείων που αφορούν τη διετή περίοδο που προηγείται αμέσως ενός δεδομένου οικονομικού έτους, πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία γ) έως ζ) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·

β)  η επιχείρηση επενδύσεων προσδιορίζει αν, βάσει των στοιχείων που αφορούν την ίδια χρονική περίοδο, υπερβαίνει κατά μέσο όρο τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), η) και θ) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].

2.  Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που, βάσει της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η επιχείρηση επενδύσεων προσδιορίζει ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].

3.  Η επιχείρηση επενδύσεων που, βάσει της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, προσδιορίζει ότι δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], συμμορφώνεται με το παρόν τμήμα, αρχής γενομένης από το οικονομικό έτος που έπεται του οικονομικού έτους κατά το οποίο διενεργήθηκε αυτή η αξιολόγηση.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων σε ατομική βάση και σε επίπεδο ομίλου.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που υπόκεινται στο παρόν τμήμα εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του παρόντος τμήματος στις θυγατρικές τους οι οποίες είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 13) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, εκτός εάν η μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ένωση μπορεί να αποδείξει στις αρμόδιες αρχές ότι η εφαρμογή του παρόντος τμήματος είναι παράνομη, σύμφωνα με τη νομοθεσία της τρίτης χώρας όπου είναι εγκατεστημένες οι εν λόγω θυγατρικές.

5.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίζουν βραχύτερη χρονική περίοδο από τη διετή περίοδο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  υπήρξε σημαντική μεταβολή στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της επιχείρησης επενδύσεων· και

β)  ως αποτέλεσμα του στοιχείου α), η επιχείρηση επενδύσεων πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].

6.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό της μεθόδου υπολογισμού του μέσου όρου, που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 24Εσωτερική διακυβέρνηση

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα κατωτέρω:

α)  σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης·

β)  αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνουν ή ενδέχεται να αναλάβουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων·

γ)  επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών·

δ)  πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που συνάδουν προς τις αρχές της ορθής και αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνων.

2.  Κατά τη διαμόρφωση του πλαισίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια που προβλέπονται στα άρθρα 26 έως 31 της παρούσας οδηγίας, καθώς και στο άρθρο 9 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

3.  Το πλαίσιο της παραγράφου 1 πρέπει να είναι εκτενές και αναλογικό προς τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενέχουν το επιχειρηματικό μοντέλο και οι δραστηριότητες της επιχείρησης επενδύσεων.

4.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό του περιεχομένου της εφαρμογής του πλαισίου διακυβέρνησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως ... [δώδεκα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 25Υποβολή εκθέσεων ανά χώρα

1.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να δημοσιοποιούν ετησίως, ανά κράτος μέλος και τρίτη χώρα όπου η επιχείρηση επενδύσεων έχει υποκατάστημα ή θυγατρική η οποία είναι χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)    την επωνυμία, τη φύση των δραστηριοτήτων και τον τόπο των θυγατρικών και υποκαταστημάτων·

β)    τον κύκλο εργασιών·

γ)    τον αριθμό μισθωτών σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης·

δ)    τα αποτελέσματα προ φόρων·

ε)    τους φόρους επί των αποτελεσμάτων·

στ)    τις εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις.

2.  Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ελέγχονται σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ και προσαρτώνται, εφόσον είναι δυνατό, ως παράρτημα των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων ή, όπου συντρέχει περίπτωση, των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων.

Άρθρο 26Αντιμετώπιση κινδύνων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο της επιχείρησης επενδύσεων εγκρίνει και επανεξετάζει περιοδικά τις στρατηγικές και τις πολιτικές για την ανάληψη κινδύνων της επιχείρησης επενδύσεων, καθώς και για τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τον μετριασμό των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένη ή μπορεί να εκτεθεί η επιχείρηση επενδύσεων, λαμβανομένων υπόψη του μακροοικονομικού περιβάλλοντος και του οικονομικού κύκλου της επιχείρησης επενδύσεων.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, αφενός, ότι το διοικητικό όργανο αφιερώνει αρκετό χρόνο για την εξασφάλιση της προσήκουσας συνεκτίμησης των κινδύνων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και, αφετέρου, ότι διαθέτει επαρκείς πόρους για τη διαχείριση όλων των σημαντικών κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένη η επιχείρηση επενδύσεων.

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων εισάγουν διαύλους αναφοράς στο διοικητικό όργανο, που να καλύπτουν όλους τους σημαντικούς κινδύνους και όλες τις πολιτικές διαχείρισης κινδύνων, καθώς και κάθε αλλαγή τους.

4.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν στα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 30 παράγραφος 4 στοιχείο α) να συνιστούν επιτροπή κινδύνου, αποτελούμενη από μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα στη σχετική επιχείρηση επενδύσεων.

Τα μέλη της επιτροπής κινδύνου, που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, έχουν κατάλληλες γνώσεις, δεξιότητες και εξειδίκευση ώστε να αντιλαμβάνονται πλήρως, να διαχειρίζονται και να παρακολουθούν τη στρατηγική κινδύνου και την πολιτική ανάληψης κινδύνων της επιχείρησης επενδύσεων. Διασφαλίζουν ότι η επιτροπή κινδύνου συμβουλεύει το διοικητικό όργανο σχετικά με τη συνολική παρούσα και μελλοντική ανάληψη κινδύνων και τη στρατηγική κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων, και βοηθά το διοικητικό όργανο στην επίβλεψη της υλοποίησης της εν λόγω στρατηγικής από τα ανώτατα διοικητικά στελέχη. Το διοικητικό όργανο φέρει πλήρη ευθύνη για τις στρατηγικές και τις πολιτικές κινδύνου της επιχείρησης.

5.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο με την εποπτική του αρμοδιότητα και η επιτροπή κινδύνου του εν λόγω διοικητικού οργάνου, σε περίπτωση που έχει συσταθεί τέτοια, έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες ως προς τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένη ή μπορεί να εκτεθεί η επιχείρηση.

Άρθρο 27Κίνδυνος πελατών, κίνδυνος αγοράς, κίνδυνος επιχείρησης

1.  Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν άρτιες στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες και άρτια συστήματα για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση των εξής:

α)  σημαντικές πηγές και επιπτώσεις του κινδύνου πελατών·

β)  σημαντικές πηγές και επιπτώσεις του κινδύνου αγοράς·

γ)  κίνδυνοι της επιχείρησης επενδύσεων, που απορρέουν ιδίως από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών της, όταν διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, και σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης από ανοίγματα έναντι μεμονωμένων πελατών και ομάδων συνδεδεμένων πελατών·

δ)  κίνδυνος ρευστότητας εντός κατάλληλου συνόλου χρονικών οριζόντων, μεταξύ άλλων εντός της ίδιας ημέρας, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η επιχείρηση επενδύσεων διατηρεί επαρκή επίπεδα ρευστότητας.

Οι στρατηγικές, οι πολιτικές, οι διαδικασίες και τα συστήματα είναι αναλογικά προς την πολυπλοκότητα, το προφίλ κινδύνου, το πεδίο λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων και το επίπεδο ανοχής κινδύνου που έχει οριστεί από το διοικητικό όργανο, και απηχούν τη σημασία της επιχείρησης επενδύσεων σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο δραστηριοποιείται επιχειρηματικά.

2.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 23, η παράγραφος 1 στοιχεία α), γ), σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης, και δ) εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 54, για τον περαιτέρω προσδιορισμό των λεπτομερειών προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι στρατηγικές, οι πολιτικές, οι διαδικασίες και τα συστήματα των επιχειρήσεων επενδύσεων είναι άρτια. Εν προκειμένω, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, και ιδίως την εμφάνιση νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, τις εξελίξεις στα λογιστικά πρότυπα και τις εξελίξεις που διευκολύνουν τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών.

Άρθρο 28Πολιτικές αποδοχών

1.  Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών αποδοχών τους για τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους και τα μέλη του προσωπικού που ασκούν καθήκοντα ελέγχου, καθώς και για κάθε εργαζόμενο του οποίου οι συνολικές αποδοχές ισούνται τουλάχιστον με τις χαμηλότερες αποδοχές που λαμβάνουν τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ή τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, και των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων ή των στοιχείων ενεργητικού που διαχειρίζεται, συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες αρχές:

α)  η πολιτική αποδοχών είναι σαφώς τεκμηριωμένη και ανάλογη με το μέγεθος, την εσωτερική οργάνωση και τη φύση, καθώς και το πεδίο εφαρμογής και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων·

α α)  η πολιτική αποδοχών δεν εισάγει διακρίσεις, πράγμα που σημαίνει ότι η αμοιβή για ίδιους ή παρόμοιους τύπους θέσεων εργασίας είναι ίση ανεξάρτητα από το φύλο·

β)  η πολιτική αποδοχών συνάδει με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων, και την προωθεί·

β α)  η πολιτική αποδοχών όχι μόνον αντικατοπτρίζει τη βραχυπρόθεσμη κερδοφορία, αλλά λαμβάνει επίσης υπόψη τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των επενδυτικών αποφάσεων που λαμβάνονται·

γ)  η πολιτική αποδοχών περιλαμβάνει μέτρα για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων, ενθαρρύνει την υπεύθυνη επιχειρηματική συμπεριφορά και προάγει την επίγνωση των κινδύνων και τη συνετή ανάληψη κινδύνων·

δ)  το διοικητικό όργανο, κατά την άσκηση της εποπτικής του αρμοδιότητας, υιοθετεί και αναθεωρεί περιοδικά την πολιτική αποδοχών και έχει τη γενική ευθύνη για την υλοποίησή της·

ε)  η εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών υπόκειται σε κεντρικό και ανεξάρτητο εσωτερικό έλεγχο από τις λειτουργίες ελέγχου·

στ)  τα μέλη του προσωπικού που έχουν επιφορτιστεί με καθήκοντα ελέγχου είναι ανεξάρτητα από τις επιχειρηματικές μονάδες τις οποίες εποπτεύουν, έχουν τις κατάλληλες εξουσίες και αμείβονται με βάση την επίτευξη των στόχων που συνδέονται με τα καθήκοντά τους, ανεξαρτήτως των επιδόσεων των επιχειρηματικών τομέων τους οποίους ελέγχουν·

ζ)  οι αποδοχές των ανωτέρων στελεχών στις λειτουργίες διαχείρισης του κινδύνου και της κανονιστικής συμμόρφωσης εποπτεύονται άμεσα από την επιτροπή αποδοχών του άρθρου 31 ή, εφόσον δεν έχει συσταθεί η ανωτέρω επιτροπή, από το διοικητικό όργανο υπό την εποπτική του αρμοδιότητα·

η)  στην πολιτική αποδοχών, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών κανόνων καθορισμού μισθών, γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των κριτηρίων που εφαρμόζονται για τον καθορισμό:

i)   των σταθερών βασικών αποδοχών, που αντανακλούν κυρίως τη συναφή επαγγελματική εμπειρία και την ευθύνη της διαχείρισης, όπως ορίζεται στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου ως μέρος των όρων της σύμβασής του·

ii)   των μεταβλητών αποδοχών, που αντανακλούν βιώσιμες και προσαρμοσμένες στον κίνδυνο επιδόσεις του υπαλλήλου, καθώς και επιδόσεις καθ’ υπέρβαση των προβλεπόμενων στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου·

θ)  το σταθερό στοιχείο αντιπροσωπεύει επαρκώς υψηλό ποσοστό των συνολικών αποδοχών, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή μιας πλήρως ευέλικτης πολιτικής κατά το σκέλος των μεταβλητών στοιχείων των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να μην καταβληθεί μεταβλητό στοιχείο των αποδοχών.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο θ), τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων καθορίζουν τη δέουσα αναλογία μεταξύ των σταθερών και των μεταβλητών στοιχείων του συνόλου των αποδοχών στις πολιτικές αποδοχών που εφαρμόζουν, λαμβανομένων υπόψη των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων και των συναφών κινδύνων, καθώς και του αντικτύπου που έχουν οι διάφορες κατηγορίες προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων εφαρμόζουν τις αρχές της παραγράφου 1 κατά τρόπο κατάλληλο προς το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

4.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των κατάλληλων κριτηρίων εντοπισμού των κατηγοριών προσώπων, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η ΕΑΤ και η ESMA λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2009, σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, καθώς και τις υφιστάμενες κατευθυντήριες γραμμές για τις αποδοχές στο πλαίσιο των ΟΣΕΚΑ, των ΔΟΕΕ και της οδηγίας MiFID II και αποσκοπούν στην ελαχιστοποίηση της απόκλισης από τις ισχύουσες διατάξεις.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 29

Επιχειρήσεις επενδύσεων που επωφελούνται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων επωφελείται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 28) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, δεν καταβάλλει μεταβλητές αποδοχές.

Άρθρο 30Μεταβλητές αποδοχές

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι μεταβλητές αποδοχές που χορηγούνται και καταβάλλονται από επιχειρήσεις επενδύσεων σε ανώτατα διοικητικά στελέχη, σε πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, σε προσωπικό που ασκεί καθήκοντα ελέγχου, σε κάθε εργαζόμενο οι συνολικές αποδοχές του οποίου τον εντάσσουν στο ίδιο επίπεδο αμοιβών με τα ανώτατα διοικητικά στελέχη, και σε πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου της εταιρείας ή των στοιχείων ενεργητικού που διαχειρίζεται, είναι σύμφωνες με όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α)  στην περίπτωση που οι μεταβλητές αποδοχές συνδέονται με τις επιδόσεις, το συνολικό ποσό των μεταβλητών αποδοχών βασίζεται σε έναν συνδυασμό εκτίμησης των επιδόσεων του ατόμου, της σχετικής επιχειρηματικής μονάδας και των συνολικών αποτελεσμάτων της επιχείρησης επενδύσεων·

β)  κατά την εκτίμηση των ατομικών επιδόσεων, λαμβάνονται υπόψη χρηματοοικονομικά και μη κριτήρια·

γ)  η εκτίμηση των επιδόσεων που αναφέρεται στο στοιχείο α) βασίζεται σε πολυετή περίοδο, που λαμβάνει υπόψη τον οικονομικό κύκλο της επιχείρησης επενδύσεων και τους επιχειρηματικούς της κινδύνους·

δ)  οι μεταβλητές αποδοχές δεν επηρεάζουν τη δυνατότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων να διασφαλίζουν υγιή κεφαλαιακή βάση·

ε)  δεν παρέχονται εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές, παρά μόνο για νέο προσωπικό και μόνο για το πρώτο έτος απασχόλησης του νέου προσωπικού·

στ)  οι πληρωμές που συνδέονται με την πρόωρη καταγγελία σύμβασης εργασίας αντικατοπτρίζουν τις επιδόσεις που επιτεύχθηκαν από το εκάστοτε πρόσωπο σε βάθος χρόνου, και δεν ανταμείβουν την αποτυχία ή τη διάπραξη παραπτωμάτων·

ζ)  τα πακέτα αποδοχών που αφορούν αποζημίωση ή εξαγορά από συμβάσεις σε προηγούμενη απασχόληση ευθυγραμμίζονται με το μακροπρόθεσμο συμφέρον της επιχείρησης επενδύσεων·

η)  η μέτρηση των επιδόσεων που χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό των ομαδοποιημένων συνιστωσών για τις μεταβλητές αποδοχές λαμβάνει υπόψη κάθε είδους τρέχοντες και μελλοντικούς κινδύνους, καθώς και το κόστος κεφαλαίου και τη ρευστότητα που απαιτείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR]·

θ)  η κατανομή των συνιστωσών για τις μεταβλητές αποδοχές εντός της επιχείρησης επενδύσεων λαμβάνει υπόψη το πλήρες φάσμα των τρεχόντων και μελλοντικών κινδύνων·

ι)  τουλάχιστον 40 % των μεταβλητών αποδοχών αποτελείται από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:

(1)  μετοχές ή, ανάλογα με τη νομική δομή της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων, ισοδύναμα δικαιώματα ιδιοκτησίας·

(2)  μέσα που συνδέονται με μετοχές ή, ανάλογα με τη νομική δομή της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων, ισοδύναμα μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα·

(3)  πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 ή άλλα μέσα πλήρως μετατρέψιμα σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή των οποίων η ονομαστική αξία μπορεί να απομειωθεί πλήρως, τα οποία αντανακλούν δεόντως την πιστοληπτική ικανότητα της επιχείρησης επενδύσεων σε συνθήκες δρώσας οικονομικής κατάστασης·

ι α)  κατά παρέκκλιση από το στοιχείο ι), όταν μια επιχείρηση επενδύσεων δεν εκδίδει κανένα από τα μέσα που αναφέρονται στο εν λόγω σημείο, οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να εγκρίνουν τη χρήση εναλλακτικών ρυθμίσεων που εκπληρώνουν τους ίδιους στόχους·

ια)  τουλάχιστον 40 % των μεταβλητών αποδοχών αναβάλλεται για περίοδο ▌πέντε ετών, κατά περίπτωση, ανάλογα με τον οικονομικό κύκλο της επιχείρησης επενδύσεων, τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τους κινδύνους της και τις δραστηριότητες του εν λόγω προσώπου, εκτός από την περίπτωση μεταβλητών αποδοχών ιδιαίτερα υψηλού ποσού, όπου το ποσοστό των μεταβλητών αποδοχών που αναβάλλεται ανέρχεται τουλάχιστον σε 60 %·

ιβ)  ποσοστό έως και 100 % των μεταβλητών αποδοχών συρρικνώνεται, σε περίπτωση υποτονικών ή αρνητικών χρηματοοικονομικών επιδόσεων της επιχείρησης επενδύσεων, μεταξύ άλλων μέσω ρυθμίσεων malus ή ρυθμίσεων περί επιστροφής αμοιβών, που υπόκεινται σε κριτήρια τα οποία καθορίζονται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και καλύπτουν ειδικότερα καταστάσεις όπου το εν λόγω πρόσωπο:

i) συμμετείχε ή ήταν υπεύθυνο για συμπεριφορά η οποία προξένησε σημαντικές ζημίες στην επιχείρηση επενδύσεων·

ii) δεν θεωρείται πλέον ότι πληροί τις απαιτήσεις ικανότητας και ευπρέπειας·

ιγ)  οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές είναι σύμφωνες με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της επιχείρησης επενδύσεων.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν τα ακόλουθα:

α)  τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 1 δεν χρησιμοποιούν προσωπικές στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου ή ασφάλιση συνδεδεμένη με αποδοχές ή ευθύνη, για να καταστρατηγούνται οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)  οι μεταβλητές αποδοχές δεν καταβάλλονται μέσω χρηματοδοτικών εταιρειών ειδικού σκοπού ή μεθόδων που διευκολύνουν τη μη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία ή τον κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR].

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ι), τα μέσα που αναφέρονται στο εν λόγω στοιχείο υπόκεινται σε ενδεδειγμένη πολιτική διακράτησης, με σκοπό την ευθυγράμμιση των κινήτρων του προσώπου με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της επιχείρησης επενδύσεων, των πιστωτών και των πελατών της. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να θέτουν περιορισμούς στο είδος και στον σχεδιασμό αυτών των μέσων ή να απαγορεύουν τη χρήση ορισμένων μέσων για τους σκοπούς των μεταβλητών αποδοχών.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ια), η αναβολή των μεταβλητών αποδοχών κατοχυρώνεται το πολύ κατ’ αναλογία του χρόνου.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ιγ), εάν ο υπάλληλος αποχωρήσει από την επιχείρηση επενδύσεων πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές διατηρούνται από την επιχείρηση επενδύσεων για διάστημα πέντε ετών, με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στο στοιχείο ι). Στην περίπτωση υπαλλήλου που συμπληρώνει την ηλικία συνταξιοδότησης, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές καταβάλλονται στον υπάλληλο με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στο στοιχείο ι), με την επιφύλαξη πενταετούς περιόδου διακράτησης από τον εν λόγω υπάλληλο.

4.  Η παράγραφος 1 στοιχεία ι) και ια) και η παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο δεν εφαρμόζονται σε:

α)  επιχειρήσεις επενδύσεων, των οποίων η αξία των εντός και εκτός ισολογισμού στοιχείων ενεργητικού είναι κατά μέσο όρο ίση ή μικρότερη από 100 εκατομμύρια EUR, κατά τη διάρκεια της τετραετούς περιόδου που προηγείται άμεσα του δεδομένου οικονομικού έτους·

β)  φυσικά πρόσωπα των οποίων οι ετήσιες μεταβλητές αποδοχές δεν υπερβαίνουν το ποσό των 50 000 EUR και δεν αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τέταρτο των συνολικών ετήσιων αποδοχών του εν λόγω προσώπου.

Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο α), οι αρμόδιες αρχές μπορεί να αποφασίσουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων, των οποίων η αξία των στοιχείων ενεργητικού είναι μικρότερη από το όριο που αναφέρεται στο στοιχείο α), δεν εμπίπτουν στην παρέκκλιση, λόγω της φύσης και του πεδίου των δραστηριοτήτων τους, της εσωτερικής τους οργάνωσης ή, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκουν.

Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο β), οι αρμόδιες αρχές μπορεί να αποφασίσουν ότι τα φυσικά πρόσωπα, των οποίων οι ετήσιες μεταβλητές αποδοχές είναι κατώτερες από το όριο που αναφέρεται στο στοιχείο β), δεν εμπίπτουν στην παρέκκλιση, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της εθνικής αγοράς όσον αφορά τις πρακτικές αποδοχών ή λόγω της φύσης των αρμοδιοτήτων και της περιγραφής καθηκόντων των εν λόγω προσώπων.

5.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να εφαρμόζουν τις διατάξεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο στις αποδοχές που οφείλονται για παροχή υπηρεσιών ή επιδόσεις, μετά το οικονομικό έτος κατά το οποίο διενεργήθηκε η αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1.

6.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των κατηγοριών των μέσων που πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ι) σημείο 3).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 31Επιτροπή αποδοχών

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ▌οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν τα κριτήρια του άρθρο 30 παράγραφος 4 στοιχείο α) προβαίνουν στη σύσταση επιτροπής αποδοχών. Η εν λόγω επιτροπή αποδοχών χαρακτηρίζεται από ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και εκφέρει αρμοδίως και ανεξαρτήτως γνώμη για τις πολιτικές και τις πρακτικές αποδοχών, καθώς και για τα κίνητρα που δημιουργούνται για τη διαχείριση του κινδύνου, του κεφαλαίου και της ρευστότητας. Στο πλαίσιο ενός ομίλου, η επιτροπή αποδοχών μπορεί να είναι επιτροπή αποδοχών για το σύνολο του ομίλου.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ▌η επιτροπή αποδοχών είναι υπεύθυνη για την προετοιμασία των αποφάσεων σχετικά με τις αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που έχουν επιπτώσεις στους κινδύνους και τη διαχείριση των κινδύνων της συγκεκριμένης επιχείρησης επενδύσεων, και οι οποίες λαμβάνονται από το διοικητικό όργανο. Ο Πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής αποδοχών είναι μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα στη συγκεκριμένη επιχείρηση επενδύσεων. Εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό όργανο, στην επιτροπή αποδοχών συμπεριλαμβάνεται ένας ή περισσότεροι εκπρόσωποι των εργαζομένων.

3.  Κατά την προπαρασκευή των αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η επιτροπή αποδοχών λαμβάνει υπόψη το δημόσιο συμφέρον και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μετόχων, των επενδυτών και άλλων εμπλεκομένων στην επιχείρηση επενδύσεων.

Άρθρο 32Επίβλεψη των πολιτικών αποδοχών

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 51 στοιχεία γ), δ) και στ) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] και χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για τη συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών ως προς τις αποδοχές. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΤ.

2.  Η ΕΑΤ χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που λαμβάνει από τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με την παράγραφο 1, για να προβαίνει σε συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών ως προς τις αποδοχές σε επίπεδο Ένωσης.

3.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή ορθών πολιτικών για τις αποδοχές. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές λαμβάνουν υπόψη τουλάχιστον τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 28 έως 31 και τις αρχές περί ορθών πολιτικών αποδοχών που ορίζονται στη σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής(24).

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων παρέχουν στις αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήματος, πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των φυσικών προσώπων ανά επιχείρηση επενδύσεων με αποδοχές ύψους 1 εκατ. EUR ή περισσότερο ανά οικονομικό έτος, σε επίπεδο αμοιβών 1 εκατ. EUR, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τις αρμοδιότητες των θέσεων απασχόλησης αυτών, τον σχετικό επιχειρηματικό τομέα και τα βασικά στοιχεία μισθού, πρόσθετων αμοιβών, μακροπρόθεσμων επιβραβεύσεων και συνταξιοδοτικών εισφορών. Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΤ, η οποία τις δημοσιεύει συνολικά, βάσει κράτους μέλους καταγωγής, σε κοινό μορφότυπο διαβίβασης στοιχείων. Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, μπορεί να καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για να διευκολύνει την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου και να διασφαλίζει τη συνέπεια των πληροφοριών που συγκεντρώνονται.

Άρθρο 32α

Έκθεση της ΕΑΤ σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τους στόχους ΠΚΔ

Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση για τη θέσπιση τεχνικών κριτηρίων σχετικά με τα ανοίγματα σε δραστηριότητες οι οποίες συνδέονται σε σημαντικό βαθμό με περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση στόχους (ΠΚΔ), για τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης κινδύνων, με σκοπό την αξιολόγηση των πιθανών πηγών και επιπτώσεων των εν λόγω κινδύνων στις επιχειρήσεις επενδύσεων, λαμβάνοντας υπόψη την ταξινομία ΠΚΔ [να προστεθεί παραπομπή στο νομικό κείμενο όταν είναι διαθέσιμη].

Η έκθεση ΕΑΤ στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)  ορισμό των κινδύνων ΠΚΔ, των φυσικών κινδύνων και των κινδύνων μετάβασης, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων που σχετίζονται με την απόσβεση στοιχείων ενεργητικού λόγω κανονιστικής αλλαγής, και ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια και δείκτες μέτρησης για την αξιολόγηση των εν λόγω κινδύνων, καθώς και μέθοδο προκειμένου να αξιολογείται η πιθανότητα εμφάνισης τέτοιων κινδύνων βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, και κατά πόσο αυτοί ενδέχεται να έχουν σημαντικό χρηματοοικονομικό αντίκτυπο σε μια επιχείρηση επενδύσεων·

β)  αξιολόγηση του κατά πόσο η ύπαρξη σημαντικής συγκέντρωσης συγκεκριμένων στοιχείων του ενεργητικού ενδέχεται να αυξήσει τους κινδύνους ΠΚΔ, τους φυσικούς κινδύνους και τους κινδύνους μετάβασης για μια επιχείρηση επενδύσεων·

γ)  περιγραφή των διαδικασιών που μπορεί να χρησιμοποιεί μια επιχείρηση επενδύσεων για τον εντοπισμό, την εκτίμηση και τη διαχείριση κινδύνων ΠΚΔ, φυσικών κινδύνων και κινδύνων μετάβασης·

δ)  τα κριτήρια, τις παραμέτρους και τους δείκτες μέτρησης που μπορούν να χρησιμοποιούν οι εποπτικές αρχές και τα ιδρύματα για να εκτιμούν τον αντίκτυπο των βραχυπρόθεσμων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων κινδύνων ΠΚΔ, για τους σκοπούς της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης.

Η ΕΑΤ υποβάλλει την έκθεση με τα συμπεράσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις [δύο έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

Με βάση την έκθεση αυτή, η ΕΑΤ δύναται, εάν κρίνεται σκόπιμο, να θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό κριτηρίων σε σχέση με τους κινδύνους ΠΚΔ στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης που λαμβάνουν υπόψη τα συμπεράσματα της έκθεσης της ΕΑΤ που αναφέρεται στο παρόν άρθρο.

ΤΜΗΜΑ 3

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΟΠΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Άρθρο 33Εποπτικός έλεγχος και αξιολόγηση

1.  Οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων, προκειμένου να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR], και αξιολογούν όλα τα κατωτέρω, ώστε να εξασφαλίζεται η υγιής διαχείριση και κάλυψη των κινδύνων τους:

α)  τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 27·

β)  τη γεωγραφική θέση των ανοιγμάτων της επιχείρησης επενδύσεων·

γ)  το επιχειρηματικό μοντέλο της επιχείρησης επενδύσεων·

δ)  την εκτίμηση του συστημικού κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου βάσει του άρθρου 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή των συστάσεων του ΕΣΣΚ·

δ α)  τους κινδύνους που τίθενται για την ασφάλεια των δικτύων και των συστημάτων πληροφοριών που χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων στις δραστηριότητές τους για να εξασφαλίσουν την εμπιστευτικότητα, την ακεραιότητα και τη διαθεσιμότητα των διαδικασιών και των δεδομένων τους·

ε)    τον κίνδυνο επιτοκίου τον οποίο αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων και ο οποίος απορρέει από τις μη σχετιζόμενες με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών δραστηριότητές τους·

στ)    το πλαίσιο διακυβέρνησης των επιχειρήσεων επενδύσεων και την ικανότητα των μελών του διοικητικού οργάνου να εκτελούν τα καθήκοντά τους.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν την συχνότητα και την ένταση του ελέγχου και της αξιολόγησης της παραγράφου 1, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σπουδαιότητα, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των συγκεκριμένων επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας.

Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν τον έλεγχο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου όσον αφορά επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τους όρους του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) ---/---- [IFR] μόνο όταν αποφασίζουν ότι ο έλεγχος αυτός απαιτείται από το μέγεθος, τη συστημική σημασία, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων αυτών.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όποτε από την εξέταση προκύπτει ότι μια επιχείρηση επενδύσεων ενδέχεται να ενέχει συστημικό κίνδυνο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν αμελλητί την ΕΑΤ σχετικά με τα αποτελέσματα της εν λόγω εξέτασης.

4.  Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα, όταν από τον έλεγχο και την αξιολόγηση που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) προκύπτει ότι η οικονομική αξία του μετοχικού κεφαλαίου μιας επιχείρησης επενδύσεων έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 15 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1, ως αποτέλεσμα αιφνίδιας και αναπάντεχης μεταβολής των επιτοκίων, όπως ορίζεται σε οποιοδήποτε από τα έξι εποπτικά σενάρια σοκ που εφαρμόζονται στα επιτόκια, όπως εξειδικεύονται στον [κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό της Επιτροπής που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 5 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ].

5.  Κατά τον έλεγχο και την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο στ), οι αρμόδιες αρχές έχουν πρόσβαση στα θέματα προς συζήτηση, τα πρακτικά και τα δικαιολογητικά έγγραφα των συνεδριάσεων του διοικητικού οργάνου και των επιτροπών αυτού, και στα αποτελέσματα της εσωτερικής ή εξωτερικής αξιολόγησης επιδόσεων του διοικητικού οργάνου.

6.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 54, για τον περαιτέρω προσδιορισμό των λεπτομερειών προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί των επιχειρήσεων επενδύσεων εξασφαλίζουν την υγιή διαχείριση και την κάλυψη των κινδύνων τους,. Εν προκειμένω, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, και ιδίως την εμφάνιση νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, τις εξελίξεις στα λογιστικά πρότυπα και τις εξελίξεις που διευκολύνουν τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών.

Άρθρο 34Διαρκής εξέταση της άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές αναθεωρούν τακτικά, και τουλάχιστον κάθε τρία έτη, τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων προς τις απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 22 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----]. Οι αρμόδιες αρχές δίνουν ιδιαίτερη προσοχή σε αλλαγές στην επιχειρηματική δραστηριότητα μιας επιχείρησης επενδύσεων και στην εφαρμογή αυτών των υποδειγμάτων σε νέα προϊόντα, και εξετάζουν και εκτιμούν κατά πόσον η επιχείρηση επενδύσεων χρησιμοποιεί άρτια αναπτυγμένες και επικαιροποιημένες τεχνικές και πρακτικές για τα εν λόγω υποδείγματα. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι σημαντικές ελλείψεις στην κάλυψη κινδύνων, που εντοπίζονται με τα εσωτερικά υποδείγματα μιας επιχείρησης επενδύσεων, διορθώνονται, ή λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για τον μετριασμό των επιπτώσεών τους, μεταξύ άλλων μέσω της επιβολής κεφαλαιακών προσαυξήσεων ή της επιβολής υψηλότερων πολλαπλασιαστικών συντελεστών.

2.  Εάν, σε εσωτερικά υποδείγματα κινδύνου αγοράς, πληθώρα υπερβάσεων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 366 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δείχνουν ότι τα υποδείγματα δεν είναι ή δεν είναι πλέον ακριβή, οι αρμόδιες αρχές ανακαλούν την άδεια χρήσης των εσωτερικών υποδειγμάτων ή επιβάλλουν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα υποδείγματα θα βελτιωθούν αμέσως και εντός προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος.

3.  Αν μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί εσωτερικά υποδείγματα δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις για την εφαρμογή αυτών των υποδειγμάτων, οι αρμόδιες αρχές ζητούν είτε να αποδειχθεί ότι η μη συμμόρφωση έχει ελάχιστη επίπτωση είτε να υποβληθεί σχέδιο και να οριστεί προθεσμία για τη συμμόρφωση προς τις εν λόγω απαιτήσεις. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν να γίνουν βελτιώσεις στο υποβληθέν σχέδιο, αν αυτό δεν αναμένεται να επιφέρει πλήρη συμμόρφωση ή αν η προθεσμία είναι ακατάλληλη.

Αν η επιχείρηση επενδύσεων δεν αναμένεται να συμμορφωθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ή δεν έχει αποδείξει ικανοποιητικά ότι οι επιπτώσεις από τη μη συμμόρφωση είναι ελάχιστες, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές ανακαλούν την άδεια χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων ή την περιορίζουν στα συμμορφούμενα τμήματα ή στα τμήματα στα οποία η συμμόρφωση είναι εφικτή εντός κατάλληλης προθεσμίας.

4.  Η ΕΑΤ αναλύει εσωτερικά υποδείγματα διαφόρων επιχειρήσεων επενδύσεων και αναλύει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων που χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα παρόμοιους κινδύνους ή χρηματοδοτικά ανοίγματα.

Για την προώθηση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών, η ΕΑΤ καταρτίζει, βάσει αυτής της ανάλυσης και σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες περιέχουν συγκριτικά κριτήρια σχετικά με το πώς θα πρέπει να χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων τα εσωτερικά υποδείγματα, καθώς και το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται παρόμοιοι κίνδυνοι ή χρηματοδοτικά ανοίγματα στα εν λόγω εσωτερικά υποδείγματα.

Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη αυτή την ανάλυση και αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές, για την εξέταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

ΤΜΗΜΑ 4

ΕΠΟΠΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ

Άρθρο 35Εποπτικά μέτρα

Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να λαμβάνουν, σε πρώιμο στάδιο, τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπίσουν τα ακόλουθα προβλήματα:

α)  η επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας ή του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·

β)  οι αρμόδιες αρχές έχουν πεισθεί ότι η επιχείρηση επενδύσεων ενδέχεται να παραβεί τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR] ή τις διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας εντός των επόμενων 12 μηνών.

Άρθρο 36Εποπτικές εξουσίες

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις απαραίτητες εποπτικές εξουσίες για να παρεμβαίνουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στις δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων με αναλογικό τρόπο.

2.  Για τους σκοπούς του άρθρου 33, του άρθρου 34 παράγραφος 3 και του άρθρου 35 και της εφαρμογής του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], οι αρμόδιες αρχές έχουν τις κατωτέρω εξουσίες:

α)  να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να διαθέτουν πρόσθετο κεφάλαιο, πέραν των απαιτήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 11 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 37 της παρούσας οδηγίας, ή να αναπροσαρμόζουν το απαιτούμενο κεφάλαιο σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων επενδύσεων·

β)  να απαιτούν την ενίσχυση των ρυθμίσεων, διαδικασιών, μηχανισμών και στρατηγικών που τέθηκαν σε εφαρμογή σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 24·

γ)  να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να καταθέτουν σχέδιο συμμόρφωσης προς τις εποπτικές απαιτήσεις βάσει της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], να ορίζουν προθεσμία που δεν υπερβαίνει το ένα έτος, για την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου και να απαιτούν βελτιώσεις του σχεδίου αυτού όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την προθεσμία·

δ)  να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να εφαρμόζουν ειδική πολιτική προβλέψεων ή μεταχείριση των στοιχείων του ενεργητικού από την άποψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων·

ε)  να θέτουν περιορισμούς ή όρια στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, το επιχειρηματικό φάσμα ή το δίκτυο των επιχειρήσεων επενδύσεων ή να ζητούν την αφαίρεση δραστηριοτήτων που ενέχουν αυξημένο κίνδυνο για τη χρηματοοικονομική ευρωστία μιας επιχείρησης επενδύσεων·

στ)  να απαιτούν τη μείωση του κινδύνου τον οποίο ενέχουν οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα συστήματα των επιχειρήσεων επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που ανατίθενται σε τρίτους·

ζ)  να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων τον περιορισμό των μεταβλητών αποδοχών ως ποσοστού του συνόλου των καθαρών εσόδων, όταν το ύψος των αποδοχών αυτών δεν συνάδει με τη διατήρηση υγιούς κεφαλαιακής βάσης·

η)  να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να χρησιμοποιούν τα καθαρά κέρδη για την ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων·

θ)  να περιορίζουν ή να απαγορεύουν τη διανομή κερδών από μια επιχείρηση επενδύσεων στους μετόχους, στα μέλη ή στους κατόχους πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1, εφόσον η απαγόρευση αυτή δεν συνιστά γεγονός αθέτησης υποχρέωσης της επιχείρησης επενδύσεων·

ι)  να επιβάλλουν απαιτήσεις για πρόσθετες ή συχνότερες υποβολές αναφορών από αυτές που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR], συμπεριλαμβανομένων των αναφορών σχετικά με το κεφάλαιο και την ταμειακή κατάσταση·

ια)  να επιβάλλουν συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας·

ιβ)  να απαιτούν πρόσθετες πληροφορίες ▌·

ιβ α)  να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να μειώνουν τους κινδύνους που προκύπτουν για την ασφάλεια του δικτύου και των συστημάτων πληροφοριών τους, προκειμένου να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα, η ακεραιότητα και η διαθεσιμότητα των διαδικασιών και των δεδομένων τους.

Για τους σκοπούς του στοιχείου ι), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων απαιτήσεις για πρόσθετες ή συχνότερες υποβολές αναφορών, μόνο στην περίπτωση που οι προς αναφορά πληροφορίες δεν οδηγούν σε αλληλεπικαλύψεις και πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  πληρούται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 35 στοιχείο α) ή β)·

β)  η αρμόδια αρχή θεωρεί αναγκαία τη συλλογή των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 35 στοιχείο β)·

β α)  οι πρόσθετες πληροφορίες απαιτούνται για τη διάρκεια της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης μιας επιχείρησης επενδύσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 33.

Οι πληροφορίες θεωρούνται αλληλεπικαλυπτόμενες, όταν η αρμόδια αρχή διαθέτει ήδη τις ίδιες ή ουσιαστικά τις ίδιες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες μπορούν να προέρχονται από την αρμόδια αρχή ή να αποκτώνται από την ίδια αρμόδια αρχή με άλλα μέσα, εκτός της υποχρέωσης αναφοράς τους από την επιχείρηση επενδύσεων. Η αρμόδια αρχή δεν απαιτεί πρόσθετες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες είναι στη διάθεση της αρμόδιας αρχής σε διαφορετικό μορφότυπο ή βαθμό λεπτομέρειας από τις πρόσθετες προς αναφορά πληροφορίες, και ο εν λόγω διαφορετικός μορφότυπος ή βαθμός λεπτομέρειας δεν την εμποδίζει να παραγάγει ουσιαστικά παρόμοιες πληροφορίες.

Άρθρο 37Πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση

1.  Οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 2 στοιχείο α) μόνον εάν, βάσει των ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 35 και 36, διαπιστώνουν ότι η επιχείρηση επενδύσεων βρίσκεται σε μία από τις ακόλουθες καταστάσεις:

α)  η επιχείρηση επενδύσεων είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων που ▌δεν καλύπτονται επαρκώς από έναν από τους παράγοντες Κ που καθορίζονται στον ▌ [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR]·

β)  η επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 22 και 24 και η εφαρμογή άλλων διοικητικών μέτρων δεν είναι πιθανό να βελτιώσει επαρκώς, εντός του κατάλληλου χρονικού πλαισίου, τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες, τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές·

γ)  η συνετή αποτίμηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών είναι ανεπαρκής για να μπορεί η επιχείρηση επενδύσεων να πωλήσει ή να αντισταθμίσει τις θέσεις της σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς σημαντικές ζημίες, υπό κανονικές συνθήκες αγοράς·

δ)  από την αξιολόγηση που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 34 προκύπτει ότι η μη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για την εφαρμογή των επιτρεπόμενων εσωτερικών υποδειγμάτων ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεπαρκή επίπεδα κεφαλαίου·

ε)  η επιχείρηση επενδύσεων επανειλημμένως δεν δημιουργεί ή δεν διατηρεί επαρκές επίπεδο πρόσθετου κεφαλαίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 38 παράγραφος 1.

4.  Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να πληρούν την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 2 στοιχείο α) με ίδια κεφάλαια, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης καλύπτονται με κεφάλαιο της κατηγορίας 1·

β)  τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 αποτελούνται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1·

γ)  τα εν λόγω ίδια κεφάλαια δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιασδήποτε από τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 11 στοιχεία α), β) και γ) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].

5.  Οι αρμόδιες αρχές τεκμηριώνουν εγγράφως την απόφασή τους να επιβάλουν την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 2 στοιχείο α), παρέχοντας σαφή εξήγηση για την πλήρη αξιολόγηση των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ▌ του παρόντος άρθρου. Αυτό περιλαμβάνει, στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου, ειδική έκθεση των λόγων για τους οποίους το επίπεδο κεφαλαίου που έχει συσταθεί, σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 1, δεν θεωρείται πλέον επαρκές.

6.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό:

α)  των κινδύνων και των στοιχείων κινδύνων που δεν θεωρείται ότι καλύπτονται από τους παράγοντες Κ και, για τους εν λόγω κινδύνους και τα στοιχεία κινδύνου, τον καθορισμό ενδεικτικών ποσοτικών μετρήσεων και ποιοτικών αξιολογήσεων κινδύνου που θα χρησιμοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές που ορίζονται στον [κανονισμό (ΕΕ) ---/--- [IFR]·

β)  της έννοιας «δεν καλύπτεται επαρκώς» όπως αναφέρεται στο παρόν άρθρο παράγραφος 1 στοιχείο α)·

γ)  των περιπτώσεων στις οποίες επιτρέπεται στις αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν πρόσθετο κεφάλαιο που απαιτείται όταν τα ποσά, οι τύποι και η κατανομή του κεφαλαίου που κρίνονται επαρκή είναι υψηλότερα από τις κεφαλαιακές απαιτήσεις της επιχείρησης επενδύσεων που καθορίζονται στο τρίτο μέρος [κανονισμός (ΕΕ) ---/--- [IFR]·

δ)  των μέγιστων ποσών πρόσθετου κεφαλαίου που μπορούν να επιβληθούν στις επιχειρήσεις επενδύσεων.

Η ΕΑΤ μεριμνά ώστε τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων να είναι αναλογικά, λαμβανομένων υπόψη:

i)  της επιβάρυνσης εφαρμογής για τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τις αρμόδιες αρχές·

ii)  της πιθανότητας το υψηλότερο επίπεδο κεφαλαιακών απαιτήσεων που εφαρμόζονται, όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα, να δικαιολογεί ενδεχομένως την επιβολή χαμηλότερων κεφαλαιακών απαιτήσεων, κατά την εκτίμηση των κινδύνων και των στοιχείων κινδύνων σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 38Καθοδήγηση σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια

1.  Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν επίπεδο κεφαλαίου το οποίο, βάσει του άρθρου 22, υπερβαίνει επαρκώς τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο τρίτο μέρος του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] και στην παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 2 στοιχείο α), ώστε να εξασφαλίζεται ότι:

α)  οι κυκλικές οικονομικές διακυμάνσεις δεν οδηγούν σε παραβίαση των εν λόγω απαιτήσεων·

β)  το κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων μπορεί να απορροφήσει τις δυνητικές ζημιές και τους κινδύνους που προσδιορίζονται βάσει των διαδικασιών εποπτικού ελέγχου.

2.  Οι αρμόδιες αρχές επανεξετάζουν τακτικά το επίπεδο κεφαλαίου που καθορίζεται από κάθε επιχείρηση επενδύσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 και, όπου κρίνεται σκόπιμο, γνωστοποιούν τα αποτελέσματα της εν λόγω επανεξέτασης στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση επενδύσεων, περιλαμβανομένης κάθε προσδοκίας για την προσαρμογή του επιπέδου του κεφαλαίου που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Μια τέτοια γνωστοποίηση περιλαμβάνει την ημερομηνία έως την οποία η αρμόδια αρχή ζητεί να ολοκληρωθεί η προσαρμογή.

Άρθρο 39Συνεργασία με τις αρχές εξυγίανσης

1.  Οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν σε διαβουλεύσεις με τις αρχές εξυγίανσης, πριν από τον καθορισμό οποιουδήποτε πρόσθετου κεφαλαίου απαιτείται βάσει του άρθρου 36 παράγραφος 2 στοιχείο α) και πριν από τη γνωστοποίηση στις επιχειρήσεις επενδύσεων κάθε προσδοκίας τους για την προσαρμογή του επιπέδου του κεφαλαίου, σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 2. Για τον σκοπό αυτόν, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στις αρχές εξυγίανσης όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες.

2.  Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τις σχετικές αρχές εξυγίανσης σχετικά με το πρόσθετο κεφάλαιο που απαιτείται βάσει του άρθρου 36 παράγραφος 2 στοιχείο α) και σχετικά με κάθε προσδοκία για προσαρμογή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 2.

Άρθρο 40Απαιτήσεις δημοσίευσης

Τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες αρχές:

α)  να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να δημοσιοποιούν τα στοιχεία τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 45 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], περισσότερες από μία φορές τον χρόνο, και να θέτουν προθεσμίες για την εν λόγω δημοσίευση·

β)  να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να χρησιμοποιούν συγκεκριμένα μέσα και τοποθεσίες και ιδίως τους δικτυακούς τόπους τους για δημοσιεύματα, εκτός των οικονομικών καταστάσεων·

γ)  να απαιτούν από τις μητρικές επιχειρήσεις να δημοσιοποιούν σε ετήσια βάση, είτε ως πλήρες κείμενο ή με αναφορές σε αντίστοιχα στοιχεία, μια περιγραφή της νομικής δομής και διακυβέρνησης και της οργανωτικής δομής του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας και το άρθρο 10 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Άρθρο 41Υποχρέωση ενημέρωσης της ΕΑΤ

1.  Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με:

α)  τη διαδικασία ελέγχου και αξιολόγησης του άρθρου 33·

β)  τη μεθοδολογία που ακολουθούν για τη λήψη των αποφάσεων που αναφέρονται στα άρθρα 36 έως 38.

2.  Η ΕΑΤ προβαίνει σε εκτίμηση των πληροφοριών που παρέχουν οι αρμόδιες αρχές, για την ανάπτυξη συνέπειας κατά τις διαδικασίες εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης. Δύναται να απαιτεί πρόσθετες πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές για να ολοκληρώσει την εκτίμησή της, σε αναλογική βάση και σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τον βαθμό σύγκλισης της εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου μεταξύ των κρατών μελών. Η ΕΑΤ διενεργεί αξιολογήσεις από ομοτίμους, σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, όποτε απαιτείται.

Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για την περαιτέρω διευκρίνιση, κατά τρόπο που να αρμόζει στο μέγεθος, στη δομή και στην εσωτερική οργάνωση των επιχειρήσεων επενδύσεων και στη φύση, το πεδίο εφαρμογής και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους, των κοινών διαδικασιών και μεθόδων για τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης, που αναφέρεται στην παράγραφο 1, και για την εκτίμηση της αντιμετώπισης των κινδύνων, που αναφέρεται στο άρθρο 27.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου

ΤΜΗΜΑ 1ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΜΕ ΤΗ ΔΟΚΙΜΗ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΟΜΙΛΟΥ

Άρθρο 42Καθορισμός της αρχής εποπτείας του ομίλου

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν επικεφαλής του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή που χορήγησε την άδεια λειτουργίας στην εν λόγω μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν η μητρική επιχείρηση μιας επιχείρησης επενδύσεων είναι μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή που χορήγησε την άδεια λειτουργίας στην εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στην περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο συστάθηκε η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν πρόκειται για μητρικές επιχειρήσεις δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, οι οποίες περιλαμβάνουν περισσότερες της μίας επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών με κεντρικά γραφεία σε διαφορετικά κράτη μέλη και εφόσον υπάρχει επιχείρηση επενδύσεων σε καθένα από τα εν λόγω κράτη μέλη, η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.

5.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν πρόκειται για δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση και έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση και όταν καμία από τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων δεν έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο συστάθηκε η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή που χορήγησε την άδεια λειτουργίας στην επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.

6.  Οι αρμόδιες αρχές δύνανται, κοινή συναινέσει, να παρεκκλίνουν από τα κριτήρια που αναφέρονται στις παραγράφους 3 έως 5, σε περίπτωση που η εφαρμογή τους δεν ενδείκνυται για την αποτελεσματική εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύσεων και τη σπουδαιότητα των δραστηριοτήτων τους στα οικεία κράτη μέλη, και να αναθέσουν σε διαφορετική αρμόδια αρχή την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου. Στις περιπτώσεις αυτές, προτού λάβουν οποιαδήποτε τέτοια απόφαση, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στη μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή στη μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή στην επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, κατά περίπτωση, τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη σχετικά με την εν λόγω σκοπούμενη απόφαση. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή και την ΕΑΤ κάθε σχετική απόφαση.

Άρθρο 43Απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων που περιγράφονται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή των αρνητικών εξελίξεων σε χρηματοοικονομικές αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, η αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 42, ειδοποιεί, σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 τμήμα 2 του παρόντος τίτλου, το συντομότερο δυνατό, την ΕΑΤ, το ΕΣΣΚ και οποιαδήποτε σχετική αρμόδια αρχή και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των εργασιών τους.

Άρθρο 44Σώματα εποπτών

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 42, συστήνει σώματα εποπτών, για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης των εργασιών που αναφέρονται στο παρόν άρθρο και την εξασφάλιση του συντονισμού και της συνεργασίας με τις σχετικές εποπτικές αρχές τρίτων χωρών.

2.  Τα σώματα εποπτών παρέχουν ένα πλαίσιο για την αρχή εποπτείας του ομίλου, καθώς και για την ΕΑΤ και τις άλλες αρμόδιες αρχές, για την εκτέλεση των κάτωθι εργασιών:

α)  τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 43·

β)  την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ όλων των αρμόδιων αρχών και με την ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, καθώς και με την ESMA, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·

γ)  την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την εκούσια ανάθεση εργασιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμόδιων αρχών, κατά περίπτωση·

δ)  την αύξηση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας, με σκοπό την αποφυγή της μη απαραίτητης επικάλυψης των εποπτικών απαιτήσεων.

3.  Σώματα εποπτών συστήνονται επίσης όταν όλες οι θυγατρικές ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση βρίσκονται σε τρίτη χώρα.

4.  Σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η ΕΑΤ συμμετέχει στις συνεδριάσεις των σωμάτων εποπτών.

5.  Οι ακόλουθες αρχές κατέχουν θέση μέλους στο σώμα εποπτών:

α)    οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία θυγατρικών ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση·

β)  εφόσον συντρέχει λόγος, εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο I τμήμα 2 του παρόντος τίτλου.

6.  Η αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 42, προεδρεύει στις συνεδριάσεις του σώματος και εκδίδει αποφάσεις. Η εν λόγω αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει εκ των προτέρων και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με τη διοργάνωση αυτών των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις δραστηριότητες προς εξέταση. Επίσης, η αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις ή τα μέτρα που λαμβάνονται.

Κατά τη λήψη αποφάσεων, η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει υπόψη τη σημασία της εποπτικής δραστηριότητας που προγραμματίζεται ή συντονίζεται από τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 5.

Η σύσταση και η λειτουργία των σωμάτων επισημοποιούνται με γραπτές ρυθμίσεις.

7.  Σε περίπτωση διαφωνίας με τις αποφάσεις που λαμβάνει η αρχή εποπτείας του ομίλου σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στην περίπτωση διαφωνίας σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, βάσει του παρόντος άρθρου και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού.

8.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των όρων υπό τους οποίους τα σώματα εποπτών ασκούν τις εργασίες τους που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 45Απαιτήσεις συνεργασίας

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρχή εποπτείας του ομίλου και οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 44 παράγραφος 5 ανταλλάσσουν όλες τις σχετικές πληροφορίες που απαιτούνται, μεταξύ άλλων τα εξής:

α)  τον προσδιορισμό της νομικής δομής και της δομής διακυβέρνησης του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, περιλαμβανομένης της οργανωτικής δομής του, που καλύπτουν όλες τις ρυθμιζόμενες και μη ρυθμιζόμενες οντότητες, τις μη ρυθμιζόμενες θυγατρικές και τις μητρικές επιχειρήσεις, καθώς και των αρμόδιων αρχών των ρυθμιζόμενων οντοτήτων του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων·

β)  τις διαδικασίες συλλογής πληροφοριών από τις επιχειρήσεις επενδύσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, και τις διαδικασίες εξακρίβωσης αυτών των πληροφοριών·

γ)  οποιεσδήποτε αρνητικές εξελίξεις σε επιχειρήσεις επενδύσεων ή άλλα νομικά πρόσωπα ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων που δύνανται να επηρεάσουν σοβαρά τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων·

δ)  οποιεσδήποτε σημαντικές κυρώσεις και έκτακτα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας·

ε)  την επιβολή ειδικής κεφαλαιακής απαίτησης βάσει του άρθρου 36 της παρούσας οδηγίας.

2.  Οι αρμόδιες αρχές και η αρχή εποπτείας του ομίλου μπορούν να παραπέμπουν στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, περιπτώσεις μη διαβίβασης σχετικών πληροφοριών βάσει της παραγράφου 1, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ή περιπτώσεις όπου ένα αίτημα συνεργασίας, ιδίως για την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών, απορρίφθηκε ή δεν απαντήθηκε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

Η ΕΑΤ μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, και με δική της πρωτοβουλία, να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στη διαμόρφωση πρακτικών συνεπούς συνεργασίας.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές, προτού λάβουν απόφαση η οποία μπορεί να είναι σημαντική για τα εποπτικά καθήκοντα άλλων αρμόδιων αρχών, διαβουλεύονται μεταξύ τους όσον αφορά τα ακόλουθα:

α)  μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διαχειριστική διάρθρωση των επιχειρήσεων επενδύσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, που απαιτούν την έγκριση ή την άδεια των αρμόδιων αρχών·

β)  σημαντικές κυρώσεις που επιβάλλουν οι αρμόδιες αρχές στις επιχειρήσεις επενδύσεων, ή άλλα έκτακτα μέτρα που λαμβάνουν οι εν λόγω αρχές·

γ)  ειδικές κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 36.

4.  Σε περίπτωση που απαιτείται η επιβολή σημαντικών κυρώσεων ή η λήψη άλλων έκτακτων μέτρων από τις αρμόδιες αρχές, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο β), ζητείται η γνώμη της αρχής εποπτείας του ομίλου.

5.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, μια αρμόδια αρχή δεν υποχρεούται να διαβουλευθεί με άλλες αρμόδιες αρχές, σε επείγουσες περιπτώσεις ή σε περιπτώσεις που μια τέτοια διαβούλευση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της απόφασής της· στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή ενημερώνει, αμελλητί, τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές σχετικά με την εν λόγω απόφαση περί μη διαβούλευσης.

Άρθρο 46Εξακρίβωση πληροφοριών σχετικά με οντότητες εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους χρειάζεται να εξακριβώσουν πληροφορίες σχετικά με επιχειρήσεις επενδύσεων, επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μικτές εταιρείες συμμετοχών ή θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων θυγατρικών που είναι ασφαλιστικές εταιρείες, η εξακρίβωση αυτή πραγματοποιείται από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.  Οι αρμόδιες αρχές που λαμβάνουν αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 προβαίνουν σε οποιοδήποτε από τα εξής:

α)    διενεργούν οι ίδιες την εξακρίβωση στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους·

β)    επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές που υπέβαλαν την αίτηση να διενεργήσουν εκείνες την εξακρίβωση·

γ)  ζητούν από ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα να διενεργήσει την εξακρίβωση ταχέως και όσο το δυνατόν πιο αμερόληπτα για την εξασφάλιση αξιολόγησης τρίτου.

Για τους σκοπούς των στοιχείων α) και γ), οι αρμόδιες αρχές που υπέβαλαν την αίτηση επιτρέπεται να συμμετέχουν στην εξακρίβωση.

ΤΜΗΜΑ 2ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ, ΜΙΚΤΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΜΙΚΤΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ

Άρθρο 47Ένταξη εταιρειών συμμετοχών στην εποπτεία της συμμόρφωσης

με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών υπάγονται στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου.

Άρθρο 48Επάρκεια διευθυντικών στελεχών

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα μέλη του διοικητικού οργάνου μιας επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών να έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και τις αναγκαίες γνώσεις, ικανότητες και πείρα για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 49Μικτές εταιρείες συμμετοχών

1.  Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, όταν επικεφαλής ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων είναι μικτή εταιρεία συμμετοχών, οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία της επιχείρησης επενδύσεων δύνανται:

α)    να απαιτούν από τη μικτή εταιρεία συμμετοχών την ανακοίνωση κάθε χρήσιμης πληροφορίας για την εποπτεία της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων·

β)    να ασκούν εποπτεία στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων και της μικτής εταιρείας συμμετοχών και των θυγατρικών της, και να απαιτούν από την επιχείρηση επενδύσεων να διαθέτει κατάλληλες διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανόμενων των ορθών διαδικασιών υποβολής αναφορών και λογιστικής, για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση και τον έλεγχο αυτών των συναλλαγών.

2.  Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να προβαίνουν οι ίδιες ή να αναθέτουν σε εξωτερικούς ελεγκτές την επιτόπια επιθεώρηση για την εξακρίβωση των πληροφοριών που απέστειλαν οι μικτές εταιρείες συμμετοχών και οι θυγατρικές τους.

Άρθρο 50Κυρώσεις

Σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 τμήμα 3 του παρόντος τίτλου, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα που στοχεύουν στην παύση ή τον περιορισμό παραβάσεων ή στην αντιμετώπιση των αιτίων αυτών των παραβάσεων μπορούν να επιβληθούν σε επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μικτές εταιρείες συμμετοχών, ή στα υπεύθυνα διευθυντικά στελέχη τους, που έχουν παραβεί νόμους, κανονισμούς ή διοικητικές διατάξεις μεταφοράς του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 51Εκτίμηση της εποπτείας τρίτων χωρών και άλλες εποπτικές τεχνικές

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση επιχείρησης επενδύσεων, της οποίας η μητρική επιχείρηση έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα και δεν υπόκειται σε αποτελεσματική εποπτεία σε επίπεδο ομίλου, οι αρμόδιες αρχές εκτιμούν κατά πόσον η επιχείρηση επενδύσεων υπόκειται σε εποπτεία από εποπτική αρχή τρίτης χώρας, η οποία να είναι ισοδύναμη προς την εποπτεία που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία και στο πρώτο μέρος του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].

2.  Όταν από την εκτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προκύπτει ότι δεν υπάρχει ισοδύναμη εποπτεία, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν στην επιχείρηση επενδύσεων τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] ή επιτρέπουν την εφαρμογή κατάλληλων εποπτικών τεχνικών που επιτυγχάνουν τους στόχους της εποπτείας όσον αφορά τη συμμόρφωση με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, που καθορίζονται στον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR]. Οι εν λόγω εποπτικές τεχνικές συμφωνούνται από την αρμόδια αρχή που θα ήταν η αρχή εποπτείας του ομίλου, αν η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην Ένωση, έπειτα από διαβούλευση με τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές. Οποιαδήποτε μέτρα λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο κοινοποιούνται στις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, την ΕΑΤ και την Επιτροπή.

3.  Η αρμόδια αρχή που θα ήταν η αρχή εποπτείας του ομίλου, αν η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην Ένωση, μπορεί, ιδίως, να ζητά τη δημιουργία επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών στην Ένωση και να εφαρμόζει το άρθρο 7 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] στην εν λόγω επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.

Άρθρο 52Συνεργασία με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών

Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλλει συστάσεις στο Συμβούλιο για τη διαπραγμάτευση συμφωνιών με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, με σκοπό τον καθορισμό των τρόπων εποπτείας της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου από τις ακόλουθες επιχειρήσεις επενδύσεων:

α)  επιχειρήσεις επενδύσεων των οποίων η μητρική επιχείρηση εδρεύει σε τρίτη χώρα·

β)  επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα και των οποίων οι μητρικές επιχειρήσεις εδρεύουν στην Ένωση.

ΤΙΤΛΟΣ VΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 53 Απαιτήσεις δημοσίευσης

1.  Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)  τα κείμενα νόμων, κανονισμών, διοικητικών κανόνων και γενικής καθοδήγησης που εκδίδονται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος βάσει της παρούσας οδηγίας·

β)  τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων και των διακριτικών ευχερειών που παρέχει η παρούσα οδηγία και ο [κανονισμός (ΕΕ) ---/----[IFR]·

γ)  τα γενικά κριτήρια και τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για τον εποπτικό έλεγχο και την αξιολόγηση που αναφέρονται στο άρθρο 33·

δ)  συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία για τα καίρια σημεία της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] στο οικείο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων του αριθμού και της φύσης των εποπτικών μέτρων που λήφθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 2 στοιχείο α), και των διοικητικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 16.

2.  Οι δημοσιευόμενες πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι επαρκώς λεπτομερείς και ακριβείς για την αξιόπιστη σύγκριση της εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχεία β), γ) και δ) από τις αρμόδιες αρχές των διαφόρων κρατών μελών.

3.  Οι δημοσιεύσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με κοινό μορφότυπο και ενημερώνονται τακτικά. Είναι προσπελάσιμες μέσω μίας και μόνης ηλεκτρονικής τοποθεσίας.

ΤΙΤΛΟΣ VIΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Άρθρο 54 Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.  Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 8 παράγραφος 4, στο άρθρο 27 παράγραφος 3 και στο άρθρο 33 παράγραφος 6 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών, από [ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

3.  Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 27 παράγραφος 3 και στο άρθρο 33 παράγραφος 6 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.  Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.  Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.  Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 2, του άρθρου 8 παράγραφος 4, του άρθρου 27 παράγραφος 3 και του άρθρου 33 παράγραφος 6 τίθεται σε ισχύ εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός [δύο μηνών] από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά [δύο μήνες], κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 55Εκτελεστικές πράξεις

Για την τροποποίηση του ύψους του αρχικού κεφαλαίου, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 8 και στο άρθρο 11 παράγραφος 7, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις, εκδίδονται εκτελεστικές πράξεις, σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 56 παράγραφος 2.

Άρθρο 56 Διαδικασία επιτροπής

1.  Η Επιτροπή επικουρείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών, που έχει συσταθεί με την απόφαση 2004/10/ΕΚ της Επιτροπής(25). Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.  Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

ΤΙΤΛΟΣ VIIΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΑΛΛΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ

Άρθρο 57Τροποποιήσεις της οδηγίας 2013/36/ΕΕ

Η οδηγία 2013/36/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

(1)  Στον τίτλο, οι λέξεις «και επιχειρήσεων επενδύσεων» διαγράφονται·

(2)  Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικά:

α)  με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων,

β)  με τις εποπτικές αρμοδιότητες και τα εργαλεία για την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές,

γ)  με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

δ)  με τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης για τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά την προληπτική ρύθμιση και εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.»·

(3)   Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)  Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε πιστωτικά ιδρύματα.»·

β)  Οι παράγραφοι 2 και 3 απαλείφονται·

γ)  Στην παράγραφο 5, το σημείο 1) απαλείφεται·

δ)  Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.  Οι οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 5 σημεία 3) έως 24) και στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις παραγράφους 5α και 5β του παρόντος άρθρου αντιμετωπίζονται ως χρηματοδοτικά ιδρύματα για την εφαρμογή του άρθρου 34 και του τίτλου VII κεφάλαιο 3.»·

(4)  Το άρθρο 3 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)  Το σημείο 3) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(3)  «ίδρυμα»: ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 3) του [κανονισμού (ΕΕ) ----/---*[IFR],»·

β)  Το σημείο 4) απαλείφεται·

(5)  Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 5Συντονισμός εντός των κρατών μελών

Τα κράτη μέλη που διαθέτουν πλείονες αρμόδιες αρχές για την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τον μεταξύ τους συντονισμό.»·

(6)   Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 8α:

«Άρθρο 8α

Ειδικές απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

1.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και οι οποίες έχουν ήδη λάβει άδεια λειτουργίας, βάσει του τίτλου II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, να υποβάλουν αίτηση άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με το άρθρο 8, το αργότερο στις ακόλουθες ημερομηνίες:

α)  όταν ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενος σε περίοδο δώδεκα συναπτών μηνών, υπερβεί το ποσό των 30 δισ. EUR· ή

β)  όταν ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενος σε περίοδο δώδεκα συναπτών μηνών, είναι χαμηλότερος από 30 δισ. EUR, και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνδυασμένη αξία των συνολικών στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου, οι οποίες ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και διαθέτουν στοιχεία ενεργητικού συνολικής αξίας κάτω των 30 δισ. EUR, υπολογιζόμενης σε περίοδο δώδεκα συναπτών μηνών, υπερβεί το ποσό των 30 δισ. EUR.

2.  Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μέχρι να λάβουν την άδεια λειτουργίας που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και οι οποίες κατά [ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD] - 1 ημέρα] ασκούν δραστηριότητες ως επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, υποβάλλουν αίτηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8, εντός [1 έτους + 1 ημέρας μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD].

4.   Όταν η αρμόδια αρχή, αφού λάβει τις πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο [95α] της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, θεωρεί ότι μια επιχείρηση πρέπει να λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 8 της παρούσας οδηγίας, ειδοποιεί την επιχείρηση και την αρμόδια αρχή, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και αναλαμβάνει τη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας από την ημερομηνία της εν λόγω ειδοποίησης.

4a.  Σε περιπτώσεις χορήγησης νέας άδειας, η ΕΑΤ εξασφαλίζει ότι η διαδικασία είναι όσο το δυνατόν πιο εξορθολογισμένη και ότι λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες από τις υφιστάμενες άδειες.

5.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει:

α)  τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται από την επιχείρηση στις αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο της αίτησης για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος δραστηριοτήτων που προβλέπεται στο άρθρο 10·

β)  τη μεθοδολογία υπολογισμού των ορίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [1η Ιανουαρίου 2019].

(7)  Στο άρθρο 18, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):

«αα) χρησιμοποιεί την άδεια λειτουργίας του αποκλειστικά για την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και έχει, για περίοδο 5 συναπτών ετών, μέσο όρο συνολικών στοιχείων ενεργητικού μικρότερο από τα όρια που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο,»·

(7a)  Το άρθρο 20 τροποποιείται ως εξής:

    α) η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

    «2. Η ΕΑΤ δημοσιεύει στον δικτυακό τόπο της και ενημερώνει τουλάχιστον σε ετήσια βάση κατάλογο με τις επωνυμίες όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας.»

β) παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

    «3α. Ο κατάλογος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει τις επωνυμίες των επιχειρήσεων που εμφαίνονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και προσδιορίζει τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα ως τέτοια. Στον εν λόγω κατάλογο επισημαίνονται επίσης οι αλλαγές σε σύγκριση με την προηγούμενη έκδοση.»

(8)  Ο τίτλος IV απαλείφεται·

(9)  Στο άρθρο 51 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να ζητήσουν από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το άρθρο 112 παράγραφος 1, ή από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, να θεωρηθεί σημαντικό ένα υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος.»·

(10)  Στο άρθρο 53, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.  Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες ή να διαβιβάζουν πληροφορίες προς το ΕΣΣΚ, την ΕΑΤ ή την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) («ESMA»), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με την [οδηγία (ΕΕ) ---/----[IFD] σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων], με άλλες οδηγίες που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα, με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, με τα άρθρα 31, 35 και 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και με τα άρθρα 31 και 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Οι εν λόγω πληροφορίες υπόκεινται στην παράγραφο 1.»·

______________________________________________________________

*   Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).

(11) Στο άρθρο 66 παράγραφος 1, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):

«α α)  την άσκηση τουλάχιστον μίας από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 καθ’ υπέρβαση του ορίου που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο, χωρίς άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος,»·

(12) Στο άρθρο 76 παράγραφος 5, η τελευταία περίοδος απαλείφεται·

(13) Στο άρθρο 86, η παράγραφος 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«11.  «Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα έχουν καθιερώσει σχέδια ανάκτησης ρευστότητας, τα οποία καθορίζουν επαρκείς στρατηγικές και κατάλληλα μέτρα εφαρμογής προκειμένου να αντιμετωπίσουν πιθανά ελλείμματα ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων ελλειμμάτων που αφορούν υποκαταστήματα εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι αυτά τα σχέδια ελέγχονται από τα ιδρύματα τουλάχιστον ετησίως, ενημερώνονται βάσει του αποτελέσματος των εναλλακτικών σεναρίων που ορίζονται στην παράγραφο 8, υποβάλλονται με τη μορφή έκθεσης στα ανώτερα διοικητικά στελέχη και λαμβάνουν την έγκρισή τους, ώστε οι εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες να μπορούν να προσαρμοστούν ανάλογα. Τα ιδρύματα προβαίνουν στις απαραίτητες λειτουργικές ενέργειες εκ των προτέρων, για να διασφαλίσουν ότι τα σχέδια ανάκτησης ρευστότητας μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα. Αυτές οι λειτουργικές ενέργειες περιλαμβάνουν την τήρηση εξασφαλίσεων που είναι άμεσα διαθέσιμες για τη χρηματοδότηση από την κεντρική τράπεζα. Αυτό περιλαμβάνει την τήρηση εξασφαλίσεων στο νόμισμα άλλου κράτους μέλους, όπου απαιτείται, ή στο νόμισμα τρίτης χώρας στο οποίο έχει ανοίγματα το πιστωτικό ίδρυμα και, όπου απαιτείται για λειτουργικούς λόγους, εντός της επικράτειας ενός κράτους μέλους υποδοχής ή τρίτης χώρας στο νόμισμα τρίτης χώρας στο οποίο έχει ανοίγματα.»·

(14)  Στο άρθρο 110, η παράγραφος 2 απαλείφεται·

(15)  Στο άρθρο 114, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.  Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων που περιγράφονται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή κατάσταση με αρνητικές εξελίξεις σε χρηματοοικονομικές αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή όπου έχουν ιδρυθεί σημαντικά υποκαταστήματα κατά το άρθρο 51, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 τμήμα 2 και, κατά περίπτωση, τον τίτλο IV κεφάλαιο I τμήμα 2 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου]*, ειδοποιεί το συντομότερο δυνατόν την ΕΑΤ και τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 4 και στο άρθρο 59 και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των εργασιών τους. Αυτές οι υποχρεώσεις ισχύουν για όλες τις αρμόδιες αρχές.

__________________________________________________________________

*  [Οδηγία (ΕΕ) ---/---- του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της …, σχετικά με …..].»·

(16)  Το άρθρο 116 τροποποιείται ως εξής:

α)  Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

2.  Οι αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν στο σώμα εποπτών και η ΕΑΤ συνεργάζονται στενά. Οι απαιτήσεις εμπιστευτικότητας, βάσει του τίτλου VII κεφάλαιο 1 τμήμα 2 της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, του τίτλου IV κεφάλαιο I τμήμα 2 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD], δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο σωμάτων εποπτών. Η σύσταση και λειτουργία σωμάτων εποπτών δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών δυνάμει της παρούσας οδηγίας και δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.»·

β)  Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.  Στα σώματα εποπτών επιτρέπεται να συμμετέχουν οι αρμόδιες αρχές που ευθύνονται για την εποπτεία θυγατρικών ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους υποδοχής όπου έχουν ιδρυθεί σημαντικά υποκαταστήματα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 51, οι κεντρικές τράπεζες του ΕΣΣΚ κατά περίπτωση, καθώς και εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, εφόσον συντρέχει λόγος και υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις κατά τον τίτλο VII κεφάλαιο 1 τμήμα 2 της παρούσας οδηγίας και, όπου συντρέχει περίπτωση, κατά τον τίτλο IV κεφάλαιο I τμήμα 2 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD].»·

γ)  Η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.  Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας δυνάμει του τίτλου VII κεφάλαιο 1 τμήμα 2 της παρούσας οδηγίας και, όπου συντρέχει περίπτωση, του τίτλου IV κεφάλαιο I τμήμα 2 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD], ενημερώνει την ΕΑΤ σχετικά με τις δραστηριότητες του σώματος εποπτών, μεταξύ άλλων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, και διαβιβάζει στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους σκοπούς της εποπτικής σύγκλισης.»·

(17)  Στο άρθρο 125, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

  «2.  Οι πληροφορίες που συλλέγονται, στο πλαίσιο της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, και ιδιαίτερα η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας για τα πιστωτικά ιδρύματα ή στο άρθρο 13 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD].»·

(18)  Στο άρθρο 128, το δεύτερο εδάφιο απαλείφεται·

(19)  Στο άρθρο 129, οι παράγραφοι 2, 3 και 4 απαλείφονται·

(20)  Στο άρθρο 130, οι παράγραφοι 2, 3 και 4 απαλείφονται·

(21)  Στο άρθρο 143 παράγραφος 1, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)  με την επιφύλαξη των διατάξεων του τίτλου VII κεφάλαιο 1 τμήμα II της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, των διατάξεων του τίτλου IV κεφάλαιο 1 τμήμα 2 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD], συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία για τα καίρια σημεία της υλοποίησης του πλαισίου προληπτικής εποπτείας σε κάθε κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων του αριθμού και της φύσης των εποπτικών μέτρων που λήφθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 102 παράγραφος 1 στοιχείο α) και των διοικητικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 65.».

Άρθρο 57α

Τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ

Στο άρθρο 2 παράγραφος 1, το σημείο 3) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(3)  «επιχείρηση επενδύσεων»: επιχείρηση επενδύσεων που ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/---- [IFD]]·»

Άρθρο 58Τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/65/ΕΕ

Η οδηγία 2014/65/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

(1)  Στο άρθρο 8, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)  δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, όπως για παράδειγμα η συμμόρφωση με τους όρους που προβλέπει ο [κανονισμός (ΕΕ) ---/----[IFR],»·

(2)   Το άρθρο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 15Αρχικό κεφάλαιο

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές χορηγούν άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον η επιχείρηση επενδύσεων έχει επαρκές αρχικό κεφάλαιο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 8 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/----[IFD], λαμβανομένης υπόψη της φύσης της σχετικής επενδυτικής υπηρεσίας ή δραστηριότητας.»·

(3)  Το άρθρο 41 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Άρθρο 41

Χορήγηση της άδειας λειτουργίας

«1.  Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου η επιχείρηση τρίτης χώρας έχει εγκαταστήσει ή σκοπεύει να εγκαταστήσει το υποκατάστημά της χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον η αρμόδια αρχή έχει πειστεί:

α)  ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 39· και

β)  ότι το υποκατάστημα της επιχείρησης τρίτης χώρας θα μπορεί να συμμορφώνεται με τις διατάξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.

Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την επιχείρηση τρίτης χώρας, εντός έξι μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης, αν της έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας ή όχι.

2.  Το υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 16 έως 20, στα άρθρα 23, 24, 25 και 27, στο άρθρο 28 παράγραφος 1 και στα άρθρα 30, 31 και 32 της παρούσας οδηγίας, όπως επίσης στα άρθρα 3 έως 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και στα μέτρα που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή τους, και υπόκειται στην εποπτεία της αρμόδιας αρχής στο κράτος μέλος όπου χορηγείται η άδεια λειτουργίας.

Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν επιπρόσθετες απαιτήσεις στην οργάνωση και τη λειτουργία των υποκαταστημάτων για τα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και δεν μεταχειρίζονται οποιοδήποτε υποκατάστημα επιχειρήσεων τρίτων χωρών ευνοϊκότερα από τις ενωσιακές επιχειρήσεις επενδύσεων.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν στην ESMA, σε ετήσια βάση, τον αριθμό των υποκαταστημάτων επιχειρήσεων τρίτων χωρών που δραστηριοποιούνται στο έδαφός τους.

3. Το υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 υποβάλλει στην αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 2 τις ακόλουθες πληροφορίες σε ετήσια βάση:

α)  την κλίμακα και το φάσμα των παρεχόμενων υπηρεσιών και των ασκούμενων δραστηριοτήτων από το υποκατάστημα στο εν λόγω κράτος μέλος·

β)  τον κύκλο εργασιών και τη συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες και δραστηριότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

γ)  λεπτομερή περιγραφή των ρυθμίσεων για την προστασία των επενδυτών που διατίθενται στους πελάτες του υποκαταστήματος, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των πελατών αυτών που προκύπτουν από το σύστημα αποζημίωσης επενδυτών, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο στ)·

δ)  την πολιτική τους για τη διαχείριση κινδύνων και τις ρυθμίσεις που εφαρμόζονται από το υποκατάστημα για τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α).

  4. Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές των οντοτήτων που αποτελούν μέλη του ιδίου ομίλου στον οποίο ανήκουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων τρίτων χωρών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ESMA και η ΕΑΤ συνεργάζονται στενά, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι όλες οι δραστηριότητες του εν λόγω ομίλου στην Ένωση υπόκεινται σε πλήρη, συνεπή και αποτελεσματική εποπτεία, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τον κανονισμό 600/2014, την οδηγία 2013/36/ΕΕ, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, την οδηγία [οδηγία (ΕΕ) ---/----* [IFD] και τον κανονισμό [κανονισμός (ΕΕ) ---/----* [IFR].

5. Η ESMA καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Η ESMA υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [να προστεθεί η ημερομηνία].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

6. Η ESMA καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό του μορφοτύπου με τον οποίο πρέπει να υποβάλλονται στις εθνικές αρμόδιες αρχές οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Η ESMA υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [να προστεθεί η ημερομηνία].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(4)  Στο άρθρο 81 παράγραφος 3, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)  για να εξακριβώσουν αν πληρούνται οι όροι ανάληψης της δραστηριότητας επιχείρησης επενδύσεων και για να διευκολύνουν την παρακολούθηση των όρων άσκησης αυτής της δραστηριότητας, της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου,»·

(5)    Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 95α:

«Άρθρο 95α

Μεταβατική διάταξη σχετικά με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, σε περίπτωση που τα προβλεπόμενα συνολικά στοιχεία ενεργητικού επιχείρησης, η οποία έχει υποβάλει αίτηση άδειας λειτουργίας βάσει του τίτλου II της παρούσας οδηγίας πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας (ΕΕ) ---/--- [IFD], με σκοπό την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6), υπερβαίνουν το ποσό των 30 δισ. EUR, και παρέχουν σχετική ενημέρωση στον αιτούντα.».

TΙΤΛΟΣ VIIIΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 59Μεταβατικές διατάξεις

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων, εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι οποίες ήδη λειτουργούσαν την ή πριν από την 1η Ιανουαρίου 20xx [ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας] και των οποίων το αρχικό κεφαλαίο δεν ανέρχεται στα επίπεδα που ορίζονται στο άρθρο 8, συμμορφώνονται με το εν λόγω άρθρο το αργότερο έως [πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας] μέσω ετήσιας αύξησης ύψους 5 000 EUR.

Όταν η ετήσια αύξηση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο δεν επαρκεί για να ανέλθει το αρχικό κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων στο απαιτούμενο ύψος στο τέλος της πενταετούς περιόδου, τα κράτη μέλη παρέχουν τη δυνατότητα για πρόσθετη μεταβατική περίοδο μέγιστης διάρκειας πέντε ετών. Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν τα εφαρμοστέα ετήσια ποσά κατά τη διάρκεια της εν λόγω πρόσθετης μεταβατικής περιόδου.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων συμμορφώνονται με τις διατάξεις του άρθρου 8 το αργότερο έως [πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.]

Άρθρο 60Επανεξέταση

Έως [τρία έτη από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]], η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και την ESMA, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, μαζί με νομοθετική πρόταση, εάν είναι σκόπιμο, σχετικά με τα ακόλουθα:

α)  τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) ---/---- [IFR] που αφορούν τις αποδοχές καθώς και στο πλαίσιο των ΟΣΕΚΑ και των ΔΟΕΕ, με στόχο την επίτευξη ισότιμων όρων ανταγωνισμού για όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που δραστηριοποιούνται στην Ένωση·

α α)  αξιολόγηση, στην οποία λαμβάνεται υπόψη η έκθεση της ΕΑΤ που αναφέρεται στο άρθρο 32α και η ταξινομία για τη βιώσιμη χρηματοδότηση [να προστεθεί η παραπομπή στο νομικό κείμενο μόλις είναι διαθέσιμο], σχετικά με το κατά πόσον:

i)  οι κίνδυνοι για το περιβάλλον, την κοινωνία ή τη διακυβέρνηση (ΠΚΔ) πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εσωτερική διακυβέρνηση μιας επιχείρησης επενδύσεων·

ii)  οι κίνδυνοι ΠΚΔ πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την πολιτική αποδοχών μιας επιχείρησης επενδύσεων·

iii)  οι κίνδυνοι ΠΚΔ πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αντιμετώπιση κινδύνων· και

iv)  οι κίνδυνοι ΠΚΔ πρέπει να περιλαμβάνονται στη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης.

β)  την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων ανταλλαγής πληροφοριών βάσει της παρούσας οδηγίας·

γ)  τη συνεργασία της Ένωσης και των κρατών μελών με τρίτες χώρες κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) ---/---- [IFR]·

δ)  την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) ---/---- [IFR] στις επιχειρήσεις επενδύσεων βάσει της νομικής δομής τους ή του μοντέλου ιδιοκτησίας τους.

Άρθρο 61Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.  Έως [18 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωσή τους προς την παρούσα οδηγία.

2.  Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από την [ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR].

3.  Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και την ΕΑΤ το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Όταν τα έγγραφα που υποβάλλουν τα κράτη μέλη κατά την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο δεν επαρκούν για την πλήρη εκτίμηση της συμμόρφωσης των διατάξεων μεταφοράς με ορισμένες διατάξεις της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή δύναται, κατ’ αίτηση της ΕΑΤ, με σκοπό την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, ή με δική της πρωτοβουλία, να απαιτήσει από τα κράτη μέλη να παράσχουν λεπτομερέστερα στοιχεία σχετικά με τη μεταφορά και την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και της παρούσας οδηγίας.

4.  Οι διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους.

Άρθρο 62Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για τους σκοπούς της εποπτείας και της εξυγίανσης των επιχειρήσεων επενδύσεων, οι παραπομπές στην οδηγία 2013/36/ΕΕ που περιέχονται σε άλλες πράξεις της Ένωσης νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 63Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος  Ο Πρόεδρος

(1)

  [ΕΕ C 0 της 0.0.0000, σ. 0. / Δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα].

(2)

  [ΕΕ C 0 της 0.0.0000, σ. 0. / Δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα].

(3)

* Τροπολογίες: το νέο ή το τροποποιημένο κείμενο σημειώνεται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες οι διαγραφές σημειώνονται με το σύμβολο ▌.

(4)

  ΕΕ C […] της […], σ. […].

(5)

  ΕΕ C […] της […], σ. […].

(6)

  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(7)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

(8)

  Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ. 1).

(9)

  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).

(10)

  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).

(11)

  Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, Αξιολόγηση των κανόνων σχετικά με τις αποδοχές που προβλέπουν η οδηγία 2013/36/ΕΕ και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (COM(2016) 510 final).

(12)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(13)

  ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.

(14)

  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).

(15)

  Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).

(16)

  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων (ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 1).

(17)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84).

(18)

  Οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ (ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1).

(19)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(20)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 1).

(21)

  Οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σ. 87).

(22)

  Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).

(23)

  Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).

(24)

  Σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2009, σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (ΕΕ L 120 της 15.5.2009, σ. 22).

(25)

  Απόφαση 2004/10/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 2003, για τη σύσταση της ευρωπαϊκής επιτροπής τραπεζών (ΕΕ L 3 της 7.1.2004, σ. 36).


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (12.7.2018)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ

(COM(2017)0791 – C8-0452/2017 – 2017/0358(COD))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Κώστας Χρυσόγονος

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να λάβει υπόψη της τις ακόλουθες τροπολογίες:

Τροπολογία    1

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(2)  Τα υφιστάμενα καθεστώτα προληπτικής εποπτείας βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ βασίζονται, σε μεγάλο βαθμό, σε διαδοχικές επαναλήψεις των διεθνών ρυθμιστικών προτύπων, που έχουν καθοριστεί για μεγάλους τραπεζικούς ομίλους από την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία, και αντιμετωπίζουν μόνον εν μέρει τους ειδικούς κινδύνους που είναι εγγενείς στις διάφορες δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων. Ως εκ τούτου, τα ιδιαίτερα τρωτά σημεία και οι κίνδυνοι που χαρακτηρίζουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να αντιμετωπιστούν περαιτέρω, μέσω κατάλληλων και αναλογικών ρυθμίσεων προληπτικής εποπτείας σε επίπεδο Ένωσης.

(2)  Τα υφιστάμενα καθεστώτα προληπτικής εποπτείας βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ βασίζονται, σε μεγάλο βαθμό, σε διαδοχικές επαναλήψεις των διεθνών ρυθμιστικών προτύπων, που έχουν καθοριστεί για μεγάλους τραπεζικούς ομίλους από την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία, και αντιμετωπίζουν μόνον εν μέρει τους ειδικούς κινδύνους που είναι εγγενείς στις διάφορες δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων. Ως εκ τούτου, τα ιδιαίτερα τρωτά σημεία και οι κίνδυνοι που χαρακτηρίζουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να αντιμετωπιστούν περαιτέρω, μέσω αποτελεσματικών, κατάλληλων και αναλογικών ρυθμίσεων προληπτικής εποπτείας σε επίπεδο Ένωσης, συμβάλλοντας στην εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ΕΕ και διασφαλίζοντας αποτελεσματική προληπτική εποπτεία, διατηρώντας παράλληλα το κόστος συμμόρφωσης υπό έλεγχο και εξασφαλίζοντας επαρκή κεφάλαια για τους κινδύνους των περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων.

Τροπολογία    2

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(3)  Η ορθή προληπτική εποπτεία θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διοικούνται με μεθοδικό τρόπο και με σκοπό τη βέλτιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους. Θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, αφενός, το ενδεχόμενο υπερβολικής ανάληψης κινδύνων από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους πελάτες τους και, αφετέρου, τους διάφορους βαθμούς κινδύνου που αναλαμβάνουν ή ενέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων. Ομοίως, η εν λόγω προληπτική εποπτεία θα πρέπει να αποσκοπεί στην αποφυγή αδικαιολόγητου διοικητικού φόρτου για τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

(3)  Η ορθή προληπτική εποπτεία θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διοικούνται με μεθοδικό τρόπο και με σκοπό τη βέλτιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους. Θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, αφενός, το ενδεχόμενο υπερβολικής ανάληψης κινδύνων από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους πελάτες τους και, αφετέρου, τους διάφορους βαθμούς κινδύνου που αναλαμβάνουν ή ενέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων. Ομοίως, η εν λόγω προληπτική εποπτεία θα πρέπει να αποσκοπεί στην αποφυγή δυσανάλογου διοικητικού φόρτου για τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Ταυτόχρονα, οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να καθιστούν δυνατή την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της κατοχύρωσης της ασφάλειας και της ευρωστίας των διαφόρων επιχειρήσεων επενδύσεων και της αποφυγής του υπερβολικού κόστους, το οποίο θα μπορούσε να υπονομεύσει τη βιωσιμότητα της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας.

Τροπολογία    3

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(4)  Πολλές από τις απαιτήσεις που απορρέουν από το πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινών κινδύνων που διατρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα. Αναλόγως, οι υφιστάμενες απαιτήσεις έχουν διαμορφωθεί, σε μεγάλο βαθμό, με γνώμονα τη διατήρηση της δανειοδοτικής ικανότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων στη διάρκεια των οικονομικών κύκλων και την προστασία καταθετών και φορολογουμένων από ενδεχόμενη πτώχευση, και δεν έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση των διαφορετικών προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν διατηρούν μεγάλα χαρτοφυλάκια δανείων λιανικής και επιχειρηματικών δανείων, και δεν δέχονται καταθέσεις. Η πιθανότητα να έχει η πτώχευσή τους αρνητικές επιπτώσεις στη γενικότερη χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι μικρότερη σε σχέση με την περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Επομένως, οι κίνδυνοι που διατρέχουν και ενέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαφέρουν ουσιωδώς από τους κινδύνους που διατρέχουν και ενέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα, και η διαφορά αυτή θα πρέπει να αποτυπώνεται σαφώς στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας της Ένωσης.

(4)  Πολλές από τις απαιτήσεις που απορρέουν από το πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινών κινδύνων που διατρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα. Αναλόγως, οι υφιστάμενες απαιτήσεις έχουν διαμορφωθεί, σε μεγάλο βαθμό, με γνώμονα τη διατήρηση της δανειοδοτικής ικανότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων στη διάρκεια των οικονομικών κύκλων και την προστασία καταθετών και φορολογουμένων από ενδεχόμενη πτώχευση, και δεν έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση των διαφορετικών προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν διατηρούν μεγάλα χαρτοφυλάκια δανείων λιανικής και επιχειρηματικών δανείων, και δεν δέχονται καταθέσεις. Η πιθανότητα να έχει η πτώχευσή τους αρνητικές επιπτώσεις στη γενικότερη χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι μικρότερη σε σχέση με την περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά εξακολουθούν να συνιστούν κίνδυνο, ο οποίος πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω ενός ισχυρού πλαισίου. Επομένως, οι κίνδυνοι που διατρέχουν και ενέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαφέρουν ουσιωδώς από τους κινδύνους που διατρέχουν και ενέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα, και η διαφορά αυτή θα πρέπει να αποτυπώνεται σαφώς στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας της Ένωσης.

Τροπολογία    4

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(5)  Οι διαφορές στην εφαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου στα διάφορα κράτη μέλη συνιστούν απειλή για τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού των επιχειρήσεων επενδύσεων εντός της Ένωσης. Οι διαφορές αυτές προκύπτουν από τη συνολική πολυπλοκότητα της εφαρμογής του πλαισίου στις διάφορες επιχειρήσεις επενδύσεων με βάση τις υπηρεσίες που παρέχουν, ενώ ορισμένες εθνικές αρχές προβαίνουν σε προσαρμογή ή εξορθολογισμό της εν λόγω εφαρμογής στην εθνική νομοθεσία ή πρακτική. Δεδομένου ότι το υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας δεν αντιμετωπίζει το σύνολο των κινδύνων που διατρέχουν και ενέχουν κάποια είδη επιχειρήσεων επενδύσεων, σε κάποια κράτη μέλη επιβάλλονται μεγάλες κεφαλαιακές προσαυξήσεις σε ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων. Θα πρέπει να θεσπιστούν ενιαίες διατάξεις που αντιμετωπίζουν αυτούς τους κινδύνους, προκειμένου να διασφαλιστεί εναρμονισμένη προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων σε ολόκληρη την Ένωση.

(5)  Οι διαφορές στην εφαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου στα διάφορα κράτη μέλη συνιστούν απειλή για τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού των επιχειρήσεων επενδύσεων εντός της Ένωσης, παρεμποδίζοντας την πρόσβαση των επενδυτών σε νέες ευκαιρίες και σε καλύτερους τρόπους διαχείρισης των κινδύνων τους. Οι διαφορές αυτές προκύπτουν από τη συνολική πολυπλοκότητα της εφαρμογής του πλαισίου στις διάφορες επιχειρήσεις επενδύσεων με βάση τις υπηρεσίες που παρέχουν, ενώ ορισμένες εθνικές αρχές προβαίνουν σε προσαρμογή ή εξορθολογισμό της εν λόγω εφαρμογής στην εθνική νομοθεσία ή πρακτική. Δεδομένου ότι το υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας δεν αντιμετωπίζει το σύνολο των κινδύνων που διατρέχουν και ενέχουν κάποια είδη επιχειρήσεων επενδύσεων, σε κάποια κράτη μέλη επιβάλλονται μεγάλες κεφαλαιακές προσαυξήσεις σε ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων. Θα πρέπει να θεσπιστούν ενιαίες διατάξεις που αντιμετωπίζουν αυτούς τους κινδύνους, προκειμένου να διασφαλιστεί σαφής εναρμονισμένη προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων σε ολόκληρη την Ένωση.

Τροπολογία    5

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 7

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(7)  Ενδέχεται να υπάρχουν κράτη μέλη στα οποία οι αρχές που είναι αρμόδιες για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων να είναι διαφορετικές από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία της συμπεριφοράς στην αγορά. Είναι άρα αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών αυτών.

(7)  Ενδέχεται να υπάρχουν κράτη μέλη στα οποία οι αρχές που είναι αρμόδιες για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων να είναι διαφορετικές από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία της συμπεριφοράς στην αγορά. Είναι άρα αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών αυτών, προκειμένου να διασφαλιστεί εναρμονισμένη προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση που να λειτουργεί γρήγορα και αποτελεσματικά.

Τροπολογία    6

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 9

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(9)  Το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου μιας επιχείρησης επενδύσεων θα πρέπει να βασίζεται στις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που έχει άδεια να παρέχει και να ασκεί, αντίστοιχα, η συγκεκριμένη επιχείρηση επενδύσεων σύμφωνα με την οδηγία 2004/39/ΕΚ. Η δυνατότητα των κρατών μελών να μειώνουν το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, αφενός, και το φαινόμενο της άνισης εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, αφετέρου, έχουν οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου εμφανίζει αποκλίσεις ανά την Ένωση. Για να δοθεί τέλος σε αυτόν τον κατακερματισμό, το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου θα πρέπει να εναρμονιστεί.

(9)  Το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου μιας επιχείρησης επενδύσεων θα πρέπει να βασίζεται στις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που έχει άδεια να παρέχει και να ασκεί, αντίστοιχα, η συγκεκριμένη επιχείρηση επενδύσεων σύμφωνα με την οδηγία 2004/39/ΕΚ. Η δυνατότητα των κρατών μελών να μειώνουν το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, αφενός, και το φαινόμενο της άνισης εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, αφετέρου, έχουν οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου εμφανίζει αποκλίσεις ανά την Ένωση. Για να δοθεί τέλος σε αυτόν τον κατακερματισμό, το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου θα πρέπει να εναρμονιστεί αναλόγως για όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων στην Ένωση.

Τροπολογία    7

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 11

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(11)  Προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς είναι να εναπόκειται η ευθύνη για την εποπτεία της χρηματοοικονομικής ευρωστίας μιας επιχείρησης επενδύσεων, και ιδίως της φερεγγυότητάς της, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Για να επιτευχθεί αποτελεσματική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων και σε άλλα κράτη μέλη επίσης, στα οποία παρέχουν υπηρεσίες ή έχουν υποκατάστημα, θα πρέπει να διασφαλίζεται στενή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των εν λόγω κρατών μελών.

(11)  Προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς είναι να εναπόκειται η ευθύνη για την εποπτεία της χρηματοοικονομικής ευρωστίας μιας επιχείρησης επενδύσεων, και ιδίως της φερεγγυότητάς της, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Για να επιτευχθεί αποτελεσματική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων και σε άλλα κράτη μέλη επίσης, στα οποία παρέχουν υπηρεσίες ή έχουν υποκατάστημα, θα πρέπει να διασφαλίζεται στενή συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές των εν λόγω κρατών μελών.

Τροπολογία    8

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 12

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(12)  Για ενημερωτικούς και εποπτικούς σκοπούς, και ιδίως για να διασφαλίζεται η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργούν, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους, να επιθεωρούν τις δραστηριότητες που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων στο έδαφός τους, και να απαιτούν πληροφόρηση σχετικά με τις δραστηριότητες των εν λόγω υποκαταστημάτων. Τα εποπτικά μέτρα για αυτά τα υποκαταστήματα θα πρέπει, ωστόσο, να παραμείνουν στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.

(12)  Για ενημερωτικούς και εποπτικούς σκοπούς, και ιδίως για να διασφαλίζεται η σταθερότητα και η ασφάλεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργούν, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους, να επιθεωρούν τις δραστηριότητες που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων στο έδαφός τους, και να απαιτούν πληροφόρηση σχετικά με τις δραστηριότητες των εν λόγω υποκαταστημάτων. Τα εποπτικά μέτρα για αυτά τα υποκαταστήματα θα πρέπει, ωστόσο, να παραμείνουν στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.

Τροπολογία    9

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 16

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(16)  Προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR], τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. Για να διασφαλιστεί ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των διοικητικών κυρώσεων, αυτές θα πρέπει να δημοσιεύονται, εκτός από σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις. Για να είναι σε θέση οι πελάτες και οι επενδυτές να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις όσον αφορά τις επενδυτικές τους επιλογές, αυτοί οι πελάτες και επενδυτές θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων.

(16)  Προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR], τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. Για να διασφαλιστεί ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των διοικητικών κυρώσεων, αυτές θα πρέπει να δημοσιεύονται. Για να είναι σε θέση οι πελάτες και οι επενδυτές να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις όσον αφορά τις επενδυτικές τους επιλογές, αυτοί οι πελάτες και επενδυτές θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων.

Τροπολογία    10

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 17

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(17)  Προκειμένου να εντοπίζονται παραβιάσεις εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, καθώς και παραβιάσεις του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες διερεύνησης και θα πρέπει να συστήνουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς για την καταγγελία πιθανών ή πραγματικών παραβιάσεων.

(17)  Προκειμένου να εντοπίζονται παραβιάσεις εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, καθώς και παραβιάσεις του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες διερεύνησης και θα πρέπει να συστήνουν αποτελεσματικούς και ταχείς μηχανισμούς για την καταγγελία πιθανών ή πραγματικών παραβιάσεων.

Τροπολογία    11

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 18

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(18)  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να διαθέτουν εσωτερικό κεφάλαιο το οποίο να επαρκεί, από πλευράς ποσότητας, ποιότητας και κατανομής, για την κάλυψη των ειδικών κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένες ή μπορεί να εκτεθούν. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν επαρκείς στρατηγικές και διαδικασίες για την εκτίμηση και τη διατήρηση της επάρκειας του εσωτερικού κεφαλαίου τους.

(18)  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να έχουν διαθέσιμο εσωτερικό κεφάλαιο το οποίο να επαρκεί, από πλευράς ποσότητας, ποιότητας και κατανομής, για την κάλυψη των ειδικών κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένες ή μπορεί να εκτεθούν. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν επαρκείς στρατηγικές και διαδικασίες για την εκτίμηση και τη διατήρηση της επάρκειας του εσωτερικού κεφαλαίου τους.

Τροπολογία    12

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 20

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(20)  Για την ευθυγράμμιση των αποδοχών με το προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων και για την κατοχύρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υπόκεινται σε σαφείς αρχές σχετικά με τις ρυθμίσεις εταιρικής διακυβέρνησης και κανόνες σχετικά με τις αποδοχές, που να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει, ωστόσο, να εξαιρεθούν από τους κανόνες αυτούς, διότι οι διατάξεις περί αποδοχών και εταιρικής διακυβέρνησης βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ είναι επαρκώς λεπτομερείς για αυτές τις κατηγορίες επιχειρήσεων.

(20)  Για την ευθυγράμμιση των αποδοχών με το προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων και για την κατοχύρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υπόκεινται σε σαφείς αρχές σχετικά με τις ρυθμίσεις εταιρικής διακυβέρνησης και κανόνες σχετικά με τις αποδοχές, που να είναι ουδέτεροι ως προς το φύλο και που να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει, ωστόσο, να εξαιρεθούν από τους κανόνες αυτούς, διότι οι διατάξεις περί αποδοχών και εταιρικής διακυβέρνησης βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου είναι επαρκώς λεπτομερείς για αυτές τις κατηγορίες επιχειρήσεων.

 

______________

 

Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).

Τροπολογία    13

Πρόταση οδηγίας

Αιτιολογική σκέψη 24

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

(24)  Ως απάντηση στη διογκούμενη απαίτηση της κοινής γνώμης για φορολογική διαφάνεια, αλλά και για την προώθηση της εταιρικής ευθύνης των επιχειρήσεων επενδύσεων, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να γνωστοποιούν συγκεκριμένες πληροφορίες όπως, μεταξύ άλλων, πληροφορίες για τα πραγματοποιούμενα κέρδη, τους καταβαλλόμενους φόρους και τις εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις.

(24)  Ως απάντηση στη διογκούμενη απαίτηση της κοινής γνώμης για φορολογική διαφάνεια, αλλά και για την προώθηση της εταιρικής ευθύνης των επιχειρήσεων επενδύσεων, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να γνωστοποιούν σε ετήσια βάση συγκεκριμένες πληροφορίες όπως, μεταξύ άλλων, πληροφορίες για τα πραγματοποιούμενα κέρδη, τους καταβαλλόμενους φόρους και τις εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις.

Τροπολογία    14

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 4 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν μία ή περισσότερες αρχές που είναι αρμόδιες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή και την ΕΑΤ σχετικά με τον εν λόγω ορισμό και, σε περίπτωση περισσότερων της μίας αρμόδιων αρχών, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθεμίας αρμόδιας αρχής.

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν μία ή περισσότερες αρχές που είναι αρμόδιες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, την ΕΑΤ και την ΕΑΚΑΑ σχετικά με τον εν λόγω ορισμό και, σε περίπτωση περισσότερων της μίας αρμόδιων αρχών, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθεμίας αρμόδιας αρχής.

Τροπολογία    15

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 6 – παράγραφος 2 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

α)  οι αρμόδιες αρχές, ως μέρη του ΕΣΧΕ, συνεργάζονται με εμπιστοσύνη και απόλυτο αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η ανταλλαγή κατάλληλων και αξιόπιστων πληροφοριών μεταξύ αυτών και άλλων μερών του ΕΣΧΕ·

α)  οι αρμόδιες αρχές, ως μέρη του ΕΣΧΕ, συνεργάζονται με εμπιστοσύνη και απόλυτο αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η ανταλλαγή κατάλληλων, αξιόπιστων και διεξοδικών πληροφοριών μεταξύ αυτών και άλλων μερών του ΕΣΧΕ·

Τροπολογία    16

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 6 – παράγραφος 2 – στοιχείο γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

γ)  οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε προσπάθεια ώστε να ακολουθούν τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδονται από την ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου38, και να ανταποκρίνονται στις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις που εκδίδονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου39·

γ)  οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε προσπάθεια ώστε να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδονται από την ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου38, και να ανταποκρίνονται στις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις που εκδίδονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου39·

__________________

__________________

38 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

38 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

39 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 1).

39 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 1).

Τροπολογία    17

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 8 – παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4.  Η Επιτροπή επικαιροποιεί, μέσω εκτελεστικών πράξεων, το ύψος του αρχικού κεφαλαίου που αναφέρεται στις παραγράφους 1 έως 3 του παρόντος άρθρου, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 56 παράγραφος 2.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για να αναπροσαρμόζει το ύψος του αρχικού κεφαλαίου που αναφέρεται στις παραγράφους 1 έως 3 του παρόντος άρθρου, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις.

Τροπολογία    18

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 11 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιούν πάραυτα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής κάθε πληροφορία ή διαπίστωση σχετικά με ενδεχόμενα προβλήματα και κινδύνους που ενέχει η επιχείρηση επενδύσεων για την προστασία των πελατών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής, τα οποία εντόπισαν στο πλαίσιο της εποπτείας των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων.

2.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιούν πάραυτα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής κάθε πληροφορία ή διαπίστωση σχετικά με ενδεχόμενα προβλήματα και κινδύνους που ενέχει η επιχείρηση επενδύσεων για την προστασία των πελατών ή τη σταθερότητα ή την ασφάλεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής, τα οποία εντόπισαν στο πλαίσιο της εποπτείας των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων.

Τροπολογία    19

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 11 – παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4.  Όταν, μετά την κοινοποίηση των πληροφοριών και διαπιστώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής θεωρούν ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 3, μπορούν, αφού πρώτα ενημερώσουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και την ΕΑΤ, να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των πελατών στους οποίους παρέχονται υπηρεσίες, καθώς και για την προστασία της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

4.  Όταν, μετά την κοινοποίηση των πληροφοριών και διαπιστώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής θεωρούν ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 3, μπορούν, αφού πρώτα ενημερώσουν αμελλητί τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και την ΕΑΤ, να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των πελατών στους οποίους παρέχονται υπηρεσίες, καθώς και για την προστασία της σταθερότητας και της ασφάλειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Τροπολογία    20

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 11 – παράγραφος 5

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

5.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής που διαφωνούν με τα μέτρα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να παραπέμψουν το ζήτημα στην ΕΑΤ, η οποία ενεργεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Εάν η ΕΑΤ ενεργήσει σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός.

5.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής που διαφωνούν με τα μέτρα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να παραπέμψουν το ζήτημα στην ΕΑΤ, η οποία ενεργεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Εάν η ΕΑΤ ενεργήσει σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, λαμβάνει την απόφασή της το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός ενός μηνός.

Τροπολογία    21

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 11 – παράγραφος 8

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

8.  Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στις παραγράφους 6 και 7 στην Επιτροπή, το αργότερο έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

8.  Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στις παραγράφους 6 και 7 στην Επιτροπή, το αργότερο έως [έξι μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

Τροπολογία    22

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 12 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, για σκοπούς εποπτείας και εφόσον το κρίνουν σκόπιμο για λόγους σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο κράτος μέλος υποδοχής, έχουν την εξουσία να διεξάγουν, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων στο έδαφός τους, και να απαιτούν πληροφόρηση από το εκάστοτε υποκατάστημα σχετικά με τις δραστηριότητές του.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, για σκοπούς εποπτείας και εφόσον το κρίνουν σκόπιμο για λόγους σταθερότητας ή ασφάλειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο κράτος μέλος υποδοχής, έχουν την εξουσία να διεξάγουν, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων στο έδαφός τους, και να απαιτούν πληροφόρηση από το εκάστοτε υποκατάστημα σχετικά με τις δραστηριότητές του.

Τροπολογία    23

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 12 – παράγραφος 2 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Πριν από τη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής πραγματοποιούν διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

Πριν από τη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής πραγματοποιούν αμελλητί διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

Τροπολογία    24

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 12 – παράγραφος 2 – εδάφιο 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τις πληροφορίες που είναι σημαντικές για την εκτίμηση κινδύνου της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων.

Το συντομότερο δυνατό μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τις πληροφορίες που είναι σημαντικές για την εκτίμηση κινδύνου της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων.

Τροπολογία    25

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται εις γνώσιν αυτών των αρχών και προσώπων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, μπορούν να δημοσιοποιούνται μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, υπό τον όρο να μην προκύπτει η ταυτότητα της συγκεκριμένης επιχείρησης επενδύσεων ή συγκεκριμένων προσώπων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο.

Οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται εις γνώσιν αυτών των αρχών και προσώπων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, μπορούν να δημοσιοποιούνται σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, υπό τον όρο να μην προκύπτει η ταυτότητα της συγκεκριμένης επιχείρησης επενδύσεων ή συγκεκριμένων προσώπων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο.

Τροπολογία    26

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 13 – παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες για τους σκοπούς της παραγράφου 2, να ορίζουν ρητά τον τρόπο χειρισμού των εν λόγω πληροφοριών και να περιορίζουν ρητά οποιαδήποτε περαιτέρω διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών.

4.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες για τους σκοπούς της παραγράφου 2 και να ορίζουν ρητά τον τρόπο χειρισμού των εν λόγω πληροφοριών.

Τροπολογία    27

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 15 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ40 και το οποίο ασκεί σε επιχείρηση επενδύσεων τα καθήκοντα που περιγράφονται στο άρθρο 73 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ41 ή στο άρθρο 34 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ ή κάθε άλλο νόμιμο καθήκον, υποχρεούται να γνωστοποιεί ταχέως στις αρμόδιες αρχές κάθε γεγονός ή απόφαση που αφορά την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή αφορά επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων και το οποίο/η οποία:

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ40 και το οποίο ασκεί σε επιχείρηση επενδύσεων τα καθήκοντα που περιγράφονται στο άρθρο 73 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ41 ή στο άρθρο 34 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ ή κάθε άλλο νόμιμο καθήκον, υποχρεούται να γνωστοποιεί το ταχύτερο δυνατό στις αρμόδιες αρχές κάθε γεγονός ή απόφαση που αφορά την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή αφορά επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων και το οποίο/η οποία:

__________________

__________________

40 Οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σ. 87).

40 Οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σ. 87).

41 Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).

41 Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).

Τροπολογία    28

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 16 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – στοιχείο δ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

δ)  σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10 % του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και προμήθειες ή αμοιβές της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση·

δ)  σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 15% του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και προμήθειες ή αμοιβές της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση·

Τροπολογία    29

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 17 – παράγραφος 1 – στοιχείο β – στοιχείο iv

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

iv)  να προβαίνουν σε συνέντευξη με κάθε άλλο πρόσωπο που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας·

iv)  να προβαίνουν σε συνέντευξη με κάθε σχετικό πρόσωπο με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας·

Τροπολογία    30

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 18

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Άρθρο 18

Άρθρο 18

Δημοσιοποίηση των διοικητικών κυρώσεων και μέτρων

Δημοσιοποίηση των διοικητικών κυρώσεων και μέτρων

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να δημοσιοποιούν στον επίσημο δικτυακό τους τόπο τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα που επιβάλλονται, σύμφωνα με το άρθρο 16, και κατά των οποίων δεν έχει ασκηθεί ή δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί προσφυγή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η δημοσιοποίηση αυτή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τον τύπο και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο. Οι πληροφορίες δημοσιεύονται μόνο μετά την ενημέρωση του εν λόγω προσώπου σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις και μέτρα, και στον βαθμό που η δημοσιοποίηση είναι αναγκαία και αναλογική.

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να δημοσιοποιούν στον επίσημο δικτυακό τους τόπο τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα που επιβάλλονται, σύμφωνα με το άρθρο 16, και κατά των οποίων δεν έχει ασκηθεί ή δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί προσφυγή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η δημοσιοποίηση αυτή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τον τύπο και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο. Οι πληροφορίες δημοσιεύονται μόνο μετά την ενημέρωση του εν λόγω προσώπου σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις και μέτρα, και στον βαθμό που η δημοσιοποίηση είναι αναγκαία και αναλογική. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι ίδιες πληροφορίες δημοσιοποιούνται στον επίσημο ιστότοπο της ενδιαφερόμενης επιχείρησης επενδύσεων.

2.  Όταν τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη δημοσιοποίηση των μη τελεσίδικων διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 16, οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν επίσης, στον επίσημο δικτυακό τους τόπο, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των προσφυγών και σχετικά με την έκβασή τους.

2.  Όταν τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη δημοσιοποίηση των μη τελεσίδικων διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 16, οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν επίσης, στον επίσημο δικτυακό τους τόπο, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των προσφυγών και σχετικά με την έκβασή τους. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι ίδιες πληροφορίες δημοσιοποιούνται στον επίσημο ιστότοπο της ενδιαφερόμενης επιχείρησης επενδύσεων.

3.  Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν τις διοικητικές κυρώσεις ή τα μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 16 ανωνύμως, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

3.  Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν τις διοικητικές κυρώσεις ή τα μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 16 ανωνύμως, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) η κύρωση επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο και η δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του εν λόγω προσώπου θεωρείται δυσανάλογη·

α) η κύρωση επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο και η δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του εν λόγω προσώπου θεωρείται δυσανάλογη·

β) η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο διεξαγόμενη ποινική έρευνα ή τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών αγορών·

β) η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο διεξαγόμενη ποινική έρευνα ή τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών αγορών·

γ) η δημοσιοποίηση θα προξενούσε δυσανάλογη ζημία στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις επενδύσεων ή τα ενδιαφερόμενα φυσικά πρόσωπα.

γ) η δημοσιοποίηση θα προξενούσε δυσανάλογη ζημία στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις επενδύσεων ή τα ενδιαφερόμενα φυσικά πρόσωπα.

4.   Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που δημοσιεύονται δυνάμει του παρόντος άρθρου παραμένουν στον επίσημο δικτυακό τόπο τους για τουλάχιστον πέντε έτη. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να διατηρούνται στον επίσημο δικτυακό τόπο της αρμόδιας αρχής, μόνον εφόσον επιτρέπεται από τους εφαρμοστέους κανόνες περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

4.   Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που δημοσιεύονται δυνάμει του παρόντος άρθρου παραμένουν στον επίσημο δικτυακό τόπο τους για τουλάχιστον πέντε έτη. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να διατηρούνται στον επίσημο δικτυακό τόπο της αρμόδιας αρχής, μόνον εφόσον επιτρέπεται από τους εφαρμοστέους κανόνες περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Τροπολογία    31

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 19 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 16, καθώς και σχετικά με κάθε προσφυγή κατά των εν λόγω κυρώσεων και μέτρων και την έκβασή της. Η ΕΑΤ τηρεί κεντρική βάση δεδομένων με τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που της γνωστοποιούνται, με αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Αυτή η βάση δεδομένων είναι προσιτή μόνο στις αρμόδιες αρχές και ενημερώνεται τακτικά.

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 16, καθώς και σχετικά με κάθε προσφυγή κατά των εν λόγω κυρώσεων και μέτρων και την έκβασή της. Η ΕΑΤ τηρεί κεντρική βάση δεδομένων με τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που της γνωστοποιούνται, με αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Αυτή η βάση δεδομένων είναι προσιτή στις αρμόδιες αρχές και στην ΕΑΚΑΑ και ενημερώνεται τακτικά, τουλάχιστον ανά τρίμηνο.

Τροπολογία    32

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 23 – παράγραφος 4 – εδάφιο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που υπόκεινται στο παρόν τμήμα εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του παρόντος τμήματος στις θυγατρικές τους οι οποίες είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 13) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, εκτός εάν η μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ένωση μπορεί να αποδείξει στις αρμόδιες αρχές ότι η εφαρμογή του παρόντος τμήματος είναι παράνομη, σύμφωνα με τη νομοθεσία της τρίτης χώρας όπου είναι εγκατεστημένες οι εν λόγω θυγατρικές.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που υπόκεινται στο παρόν τμήμα εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του παρόντος τμήματος στις θυγατρικές τους οι οποίες είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 13) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, εκτός εάν η μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ένωση αποδείξει στις αρμόδιες αρχές ότι η εφαρμογή του παρόντος τμήματος είναι παράνομη, σύμφωνα με τη νομοθεσία της τρίτης χώρας όπου είναι εγκατεστημένες οι εν λόγω θυγατρικές.

Τροπολογία    33

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 28 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων εφαρμόζουν τις αρχές της παραγράφου 1 κατά τρόπο κατάλληλο προς το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων εφαρμόζουν τις αρχές της παραγράφου 1 κατά τρόπο ανάλογο και κατάλληλο προς το μέγεθος, την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

Τροπολογία    34

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 29 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων επωφελείται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 28) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εφαρμόζονται οι ακόλουθες απαιτήσεις:

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων επωφελείται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 28 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, δεν καταβάλλει μεταβλητές αποδοχές.

α)  όταν οι μεταβλητές αποδοχές δεν συμβιβάζονται με τη διατήρηση υγιούς κεφαλαιακής βάσης στην επιχείρηση επενδύσεων και την έγκαιρη έξοδό της από την έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, οι μεταβλητές αποδοχές όλου του προσωπικού περιορίζονται σε μέρος των καθαρών εσόδων·

 

β)  οι επιχειρήσεις επενδύσεων θέτουν όρια στις αποδοχές των μελών του διοικητικού οργάνου της επιχείρησης επενδύσεων·

 

γ)  η επιχείρηση επενδύσεων καταβάλλει μεταβλητές αποδοχές στα μέλη του διοικητικού οργάνου της επιχείρησης επενδύσεων, μόνον εφόσον οι εν λόγω αποδοχές έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.

 

Τροπολογία    35

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 30 – παράγραφος 1 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

α)  στην περίπτωση που οι μεταβλητές αποδοχές συνδέονται με τις επιδόσεις, το συνολικό ποσό των μεταβλητών αποδοχών βασίζεται σε έναν συνδυασμό εκτίμησης των επιδόσεων του ατόμου, της σχετικής επιχειρηματικής μονάδας και των συνολικών αποτελεσμάτων της επιχείρησης επενδύσεων·

α)  στην περίπτωση που οι μεταβλητές αποδοχές συνδέονται με τις επιδόσεις, το συνολικό ποσό των μεταβλητών αποδοχών βασίζεται σε έναν συνδυασμό εκτίμησης των επιδόσεων του ατόμου, ανεξαρτήτως φύλου , της σχετικής επιχειρηματικής μονάδας και των συνολικών αποτελεσμάτων της επιχείρησης επενδύσεων·

Τροπολογία    36

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 30 – παράγραφος 1 – στοιχείο ι – εισαγωγικό μέρος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

ι)  τουλάχιστον 50 % των μεταβλητών αποδοχών αποτελείται από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:

ι)  τουλάχιστον 60% των μεταβλητών αποδοχών αποτελείται από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:

Τροπολογία    37

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 30 – παράγραφος 1 – στοιχείο ι α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

ι α)  κατά παρέκκλιση από το στοιχείο ι), σε περίπτωση που μια επιχείρηση επενδύσεων δεν εκδίδει κανένα από τα μέσα αυτά, οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να εγκρίνουν τη χρήση εναλλακτικών ρυθμίσεων που εκπληρώνουν τους ίδιους στόχους·

Τροπολογία    38

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 30 – παράγραφος 1 – στοιχείο ια

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

ια)  τουλάχιστον 40 % των μεταβλητών αποδοχών αναβάλλεται για περίοδο τριών έως πέντε ετών, κατά περίπτωση, ανάλογα με τον οικονομικό κύκλο της επιχείρησης επενδύσεων, τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τους κινδύνους της και τις δραστηριότητες του εν λόγω προσώπου, εκτός από την περίπτωση μεταβλητών αποδοχών ιδιαίτερα υψηλού ποσού, όπου το ποσοστό των μεταβλητών αποδοχών που αναβάλλεται ανέρχεται τουλάχιστον σε 60 %·

ια)  τουλάχιστον 50% των μεταβλητών αποδοχών αναβάλλεται για περίοδο τριών έως πέντε ετών, κατά περίπτωση, ανάλογα με τον οικονομικό κύκλο της επιχείρησης επενδύσεων, τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τους κινδύνους της και τις δραστηριότητες του εν λόγω προσώπου, εκτός από την περίπτωση μεταβλητών αποδοχών ιδιαίτερα υψηλού ποσού, όπου το ποσοστό των μεταβλητών αποδοχών που αναβάλλεται ανέρχεται τουλάχιστον σε 70%·

Τροπολογία    39

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 30 – παράγραφος 1 – στοιχείο ιβ – εισαγωγικό μέρος

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

ιβ)  ποσοστό έως και 100 % των μεταβλητών αποδοχών συρρικνώνεται, σε περίπτωση υποτονικών ή αρνητικών χρηματοοικονομικών επιδόσεων της επιχείρησης επενδύσεων, μεταξύ άλλων μέσω ρυθμίσεων malus ή ρυθμίσεων περί επιστροφής αμοιβών, που υπόκεινται σε κριτήρια τα οποία καθορίζονται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και καλύπτουν ειδικότερα καταστάσεις όπου το εν λόγω πρόσωπο:

ιβ)  ποσοστό 100 % των μεταβλητών αποδοχών συρρικνώνεται, σε περίπτωση υποτονικών ή αρνητικών χρηματοοικονομικών επιδόσεων της επιχείρησης επενδύσεων, μεταξύ άλλων μέσω ρυθμίσεων malus ή ρυθμίσεων περί επιστροφής αμοιβών, που υπόκεινται σε κριτήρια τα οποία καθορίζονται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και καλύπτουν ειδικότερα καταστάσεις όπου το εν λόγω πρόσωπο:

Τροπολογία    40

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 30 – παράγραφος 4 – εδάφιο 1 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

α)  επιχειρήσεις επενδύσεων, των οποίων η αξία των στοιχείων ενεργητικού είναι κατά μέσο όρο ίση ή μικρότερη από 100 εκατομμύρια EUR, κατά τη διάρκεια της τετραετούς περιόδου που προηγείται άμεσα του δεδομένου οικονομικού έτους·

α)  επιχειρήσεις επενδύσεων, των οποίων η αξία των στοιχείων ενεργητικού είναι κατά μέσο όρο ίση ή μικρότερη από 50 εκατομμύρια EUR, κατά τη διάρκεια της τετραετούς περιόδου που προηγείται άμεσα του δεδομένου οικονομικού έτους·

Τροπολογία    41

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 31 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για να εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που προσδιορίζονται ως σημαντικές, σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 4, προβαίνουν στη σύσταση επιτροπής αποδοχών. Η εν λόγω επιτροπή αποδοχών εκφέρει αρμοδίως και ανεξαρτήτως γνώμη για τις πολιτικές και τις πρακτικές αποδοχών, καθώς και για τα κίνητρα που δημιουργούνται για τη διαχείριση του κινδύνου, του κεφαλαίου και της ρευστότητας.

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για να εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν συμμορφώνονται με τα κριτήρια του άρθρου 30 παράγραφος 4 εδάφιο 1 στοιχείο α), προβαίνουν στη σύσταση επιτροπής αποδοχών. Η εν λόγω επιτροπή αποδοχών εκφέρει αρμοδίως και ανεξαρτήτως γνώμη για τις πολιτικές και τις πρακτικές αποδοχών, καθώς και για τα κίνητρα που δημιουργούνται για τη διαχείριση του κινδύνου, του κεφαλαίου και της ρευστότητας. Στο πλαίσιο ενός ομίλου, η επιτροπή αποδοχών μπορεί επίσης να είναι επιτροπή αποδοχών για το σύνολο του ομίλου.

Αιτιολόγηση

Η τροπολογία αποσκοπεί στην απλούστευση του πλαισίου: εάν η τροπολογία γίνει δεκτή, υπάρχει μόνο μία πιθανή υποδιαίρεση της κατηγορίας 2 (όριο ισολογισμού EUR 100 εκατομμύρια). Επιπλέον, θα πρέπει να περιορίσει τη διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών και, ως εκ τούτου, να εξασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού και ασφάλεια δικαίου.

Τροπολογία    42

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 31 – παράγραφος 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για να εξασφαλίζουν ότι η επιτροπή αποδοχών είναι υπεύθυνη για την προετοιμασία των αποφάσεων σχετικά με τις αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που έχουν επιπτώσεις στους κινδύνους και τη διαχείριση των κινδύνων της συγκεκριμένης επιχείρησης επενδύσεων, και οι οποίες λαμβάνονται από το διοικητικό όργανο. Ο Πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής αποδοχών είναι μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα στη συγκεκριμένη επιχείρηση επενδύσεων. Εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό όργανο, στην επιτροπή αποδοχών συμπεριλαμβάνεται ένας ή περισσότεροι εκπρόσωποι των εργαζομένων.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για να εξασφαλίζουν ότι η επιτροπή αποδοχών είναι υπεύθυνη για την προετοιμασία των αποφάσεων σχετικά με τις αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που έχουν επιπτώσεις στους κινδύνους και τη διαχείριση των κινδύνων της συγκεκριμένης επιχείρησης επενδύσεων, και οι οποίες λαμβάνονται από το διοικητικό όργανο. Ο Πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής αποδοχών είναι μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα στη συγκεκριμένη επιχείρηση επενδύσεων. Εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό όργανο, στην επιτροπή αποδοχών συμπεριλαμβάνεται ένας ή περισσότεροι εκπρόσωποι των εργαζομένων. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων επιδιώκουν ισορροπία μεταξύ των φύλων στην επιτροπή αποδοχών τους.

Τροπολογία    43

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 32 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 51 στοιχεία γ), δ) και στ) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] και χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για τη συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών ως προς τις αποδοχές. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΤ.

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 51 στοιχεία α), β), βα), γ), δ) και στ) του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR] και χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για τη συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών ως προς τις αποδοχές. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΤ και στην ΕΑΚΑΑ· η ΕΑΤ δημοσιεύει ετήσια έκθεση σχετικά με τις εν λόγω τάσεις και πρακτικές.

Τροπολογία    44

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 32 – παράγραφος 3

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

3.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή ορθών πολιτικών για τις αποδοχές. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές λαμβάνουν υπόψη τουλάχιστον τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 28 έως 31 και τις αρχές περί ορθών πολιτικών αποδοχών που ορίζονται στη σύσταση 2009/384/ΕΚ43 της Επιτροπής.

3.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή ορθών και ουδέτερων ως προς το φύλο πολιτικών για τις αποδοχές. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές λαμβάνουν υπόψη τουλάχιστον τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 28 έως 31 και τις αρχές περί ορθών πολιτικών αποδοχών που ορίζονται στη σύσταση 2009/384/ΕΚ43 της Επιτροπής.

_________________

_________________

43 Σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2009, σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (ΕΕ L 120 της 15.5.2009, σ. 22).

43 Σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2009, σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (ΕΕ L 120 της 15.5.2009, σ. 22).

Τροπολογία    45

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 32 – παράγραφος 4

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων παρέχουν στις αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήματος, πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των φυσικών προσώπων ανά επιχείρηση επενδύσεων με αποδοχές ύψους 1 εκατομμυρίου EUR ή περισσότερο ανά οικονομικό έτος, σε επίπεδο αμοιβών 1 εκατομμυρίου EUR, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τις αρμοδιότητες των θέσεων απασχόλησης αυτών, τον σχετικό επιχειρηματικό τομέα και τα βασικά στοιχεία μισθού, πρόσθετων αμοιβών, μακροπρόθεσμων επιβραβεύσεων και συνταξιοδοτικών εισφορών. Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΤ, η οποία τις δημοσιεύει συνολικά, βάσει κράτους μέλους καταγωγής, σε κοινό μορφότυπο διαβίβασης στοιχείων. Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, μπορεί να καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για να διευκολύνει την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου και να διασφαλίζει τη συνέπεια των πληροφοριών που συγκεντρώνονται.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων παρέχουν στις αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήματος, πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των φυσικών προσώπων ανά επιχείρηση επενδύσεων με αποδοχές ύψους 500 000 EUR ή περισσότερο ανά οικονομικό έτος, σε επίπεδο αμοιβών 500 000 EUR, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τις αρμοδιότητες των θέσεων απασχόλησης αυτών, τον σχετικό επιχειρηματικό τομέα και τον μισθό, τις πρόσθετες αμοιβές, τις μακροπρόθεσμες επιβραβεύσεις και συνταξιοδοτικές εισφορές. Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΤ, η οποία τις δημοσιεύει αναλυτικά, βάσει κράτους μέλους καταγωγής/υποδοχής, σε κοινό μορφότυπο διαβίβασης στοιχείων. Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για να διευκολύνει την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου και να διασφαλίζει τη συνέπεια των πληροφοριών που συγκεντρώνονται.

Τροπολογία    46

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 33 – παράγραφος 1 – στοιχείο στ α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

στ α)  τη συνεκτίμηση των κινδύνων που σχετίζονται με περιβαλλοντικές, κοινωνικές και διακυβερνητικές παραμέτρους (κριτήρια ESG) στις ρυθμίσεις περιορισμού των κινδύνων των επιχειρήσεων επενδύσεων.

Τροπολογία    47

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 36 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1 – στοιχείο ζ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

ζ)  να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων τον περιορισμό των μεταβλητών αποδοχών ως ποσοστού του συνόλου των καθαρών εσόδων, όταν το ύψος των αποδοχών αυτών δεν συνάδει με τη διατήρηση υγιούς κεφαλαιακής βάσης·

ζ)  να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων την αναστολή των μεταβλητών αποδοχών, όταν το ύψος των αποδοχών αυτών δεν συνάδει με τη διατήρηση υγιούς κεφαλαιακής βάσης·

Τροπολογία    48

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 36 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – στοιχείο ιβ α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

ιβ α)  να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να μειώνουν τους κινδύνους που προκύπτουν για την ασφάλεια του δικτύου και των συστημάτων πληροφοριών τους, ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα, η ακεραιότητα και η διαθεσιμότητα των διαδικασιών και των δεδομένων.

Τροπολογία    49

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 37 – παράγραφος 1 – στοιχείο α

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

α)  η επιχείρηση επενδύσεων είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων που δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την κεφαλαιακή απαίτηση που καθορίζεται στο τρίτο μέρος του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR]·

α)  η επιχείρηση επενδύσεων είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων που δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την κεφαλαιακή απαίτηση που καθορίζεται στο τρίτο μέρος του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], λαμβανομένων ιδίως υπόψη των κινδύνων που σχετίζονται με περιβαλλοντικές, κοινωνικές και διακυβερνητικές παραμέτρους (κριτήρια ESG)·

Τροπολογία    50

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 43 – παράγραφος 1

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων που περιγράφονται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή των αρνητικών εξελίξεων σε χρηματοοικονομικές αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, η αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 42, ειδοποιεί, σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 τμήμα 2 του παρόντος τίτλου, το συντομότερο δυνατό, την ΕΑΤ, το ΕΣΣΚ και οποιαδήποτε σχετική αρμόδια αρχή και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των εργασιών τους.

Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων που περιγράφονται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή των αρνητικών εξελίξεων σε χρηματοοικονομικές αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα ή την ασφάλεια του χρηματοοικονομικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, η αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 42, ειδοποιεί, σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 τμήμα 2 του παρόντος τίτλου, το συντομότερο δυνατό, την ΕΑΤ, το ΕΣΣΚ και οποιαδήποτε σχετική αρμόδια αρχή και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των εργασιών τους.

Τροπολογία    51

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 54

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Άρθρο 54

Άρθρο 54

Άσκηση της εξουσιοδότησης

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2.  Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 27 παράγραφος 3 και στο άρθρο 33 παράγραφος 6 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα, από [ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

2.  Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 8 παράγραφος 4, στο άρθρο 27 παράγραφος 3 και στο άρθρο 33 παράγραφος 6 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για διάστημα πέντε ετών από [ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

3.  Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 27 παράγραφος 3 και στο άρθρο 33 παράγραφος 6 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των τυχόν κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

3.  Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 8 παράγραφος 4, στο άρθρο 27 παράγραφος 3 και στο άρθρο 33 παράγραφος 6 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των τυχόν κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.  Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις αρχές της Διοργανικής Συμφωνίας, της 13ης Απριλίου 2016, για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

4.  Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις αρχές της Διοργανικής Συμφωνίας, της 13ης Απριλίου 2016, για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.  Μόλις η Επιτροπή εκδώσει κατ' εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

5.  Μόλις η Επιτροπή εκδώσει κατ' εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

6.  Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 2, του άρθρου 27 παράγραφος 3 και του άρθρου 33 παράγραφος 6 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός [δύο μηνών] από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά [δύο μήνες], κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

6.  Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 2, του άρθρου 8 παράγραφος 4, του άρθρου 27 παράγραφος 3 και του άρθρου 33 παράγραφος 6 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός [δύο μηνών] από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά [δύο μήνες], κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Τροπολογία    52

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 58 α (νέο)

Οδηγία 2014/59/ΕΕ

Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – σημείο 3

 

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Άρθρο 58α

 

Τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ

 

Η οδηγία 2014/59/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

 

Στο άρθρο 2 παράγραφος 1, το σημείο 3) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 

 

«3) «επιχείρηση επενδύσεων»: επιχείρηση επενδύσεων που ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της [οδηγίας (ΕΕ) ---/---- [IFD]]·». 

Αιτιολόγηση

Η τροπολογία αυτή είναι αναγκαία για να αλλάξει η αναφορά που χρησιμοποιείται στην οδηγία BRRD (ανάκαμψη και εξυγίανση) για τον ορισμό του πεδίου εφαρμογής των επιχειρήσεων επενδύσεων που υπόκεινται στην οδηγία, διότι η αναφορά στην οδηγία CRD (κεφαλαιακές απαιτήσεις) που χρησιμοποιείται επί του παρόντος θα διαγραφεί από την οδηγία IFD.

Τροπολογία    53

Πρόταση οδηγίας

Άρθρο 60 – παράγραφος 1 α (νέα)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

 

Έως [5 έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας οδηγίας] και στη συνέχεια ανά τριετία, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και τις επιπτώσεις της.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Τίτλος

Προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων

Έγγραφα αναφοράς

COM(2017)0791 – C8-0452/2017 – 2017/0358(COD)

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

18.1.2018

 

 

 

Γνωμοδότηση της

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

JURI

18.1.2018

Συντάκτης(τρια) γνωμοδότησης

       Ημερομηνία ορισμού

Κώστας Χρυσόγονος

24.1.2018

Εξέταση στην επιτροπή

15.5.2018

 

 

 

Ημερομηνία έγκρισης

10.7.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

18

1

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Max Andersson, Joëlle Bergeron, Marie-Christine Boutonnet, Jean-Marie Cavada, Rosa Estaràs Ferragut, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Gilles Lebreton, António Marinho e Pinto, Emil Radev, Pavel Svoboda, Axel Voss, Francis Zammit Dimech, Tadeusz Zwiefka, Κώστας Χρυσόγονος

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Pascal Durand, Angel Dzhambazki, Evelyne Gebhardt, Răzvan Popa

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

18

+

ALDE

EFDD

ENF

GUE/NGL

PPE

S&D

VERTS/ALE

Jean-Marie Cavada, António Marinho e Pinto

Joëlle Bergeron

Marie-Christine Boutonnet, Gilles Lebreton

Κώστας Χρυσόγονος

Rosa Estaràs Ferragut, Emil Radev, Pavel Svoboda, Axel Voss, Francis Zammit Dimech, Tadeusz Zwiefka

Evelyne Gebhardt, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Razvan Popa

Max Andersson, Pascal Durand

1

-

ECR

Angel Dzhambazki

0

0

 

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Τίτλος

Απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων

Έγγραφα αναφοράς

COM(2017)0791 – C8-0452/2017 – 2017/0358(COD)

Ημερομηνία υποβολής στο ΕΚ

20.12.2017

 

 

 

Επιτροπή αρμόδια επί της ουσίας

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

ECON

18.1.2018

 

 

 

Γνωμοδοτικές επιτροπές

       Ημερομ. αναγγελίας στην ολομέλεια

DEVE

18.1.2018

ITRE

18.1.2018

JURI

18.1.2018

 

Αποφάσισε να μη γνωμοδοτήσει

       Ημερομηνία της απόφασης

DEVE

31.1.2018

ITRE

23.1.2018

 

 

Εισηγητές

       Ημερομηνία ορισμού

Markus Ferber

23.1.2018

 

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

16.5.2018

19.6.2018

 

 

Εξέταση στην επιτροπή

24.9.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

35

9

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Pervenche Berès, Markus Ferber, Jonás Fernández, Giuseppe Ferrandino, Sven Giegold, Roberto Gualtieri, Brian Hayes, Gunnar Hökmark, Barbara Kappel, Philippe Lamberts, Werner Langen, Sander Loones, Bernd Lucke, Olle Ludvigsson, Ivana Maletić, Marisa Matias, Gabriel Mato, Bernard Monot, Luděk Niedermayer, Stanisław Ożóg, Anne Sander, Martin Schirdewan, Molly Scott Cato, Pedro Silva Pereira, Ernest Urtasun, Marco Valli, Tom Vandenkendelaere, Miguel Viegas, Steven Woolfe, Marco Zanni, Esther de Lange

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Doru-Claudian Frunzulică, Ramón Jáuregui Atondo, Rina Ronja Kari, Jeppe Kofod, Marcus Pretzell, Romana Tomc, Lieve Wierinck, Roberts Zīle, Sophia in ‘t Veld

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Jo Leinen, Julia Pitera, Virginie Rozière, Sabine Verheyen

Ημερομηνία κατάθεσης

27.9.2018


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

35

+

ALDE

Lieve Wierinck, Sophia in 't Veld

ECR

Sander Loones, Bernd Lucke, Stanisław Ożóg, Roberts Zīle

ENF

Barbara Kappel

PPE

Markus Ferber, Brian Hayes, Gunnar Hökmark, Werner Langen, Ivana Maletić, Gabriel Mato, Luděk Niedermayer, Julia Pitera, Anne Sander, Romana Tomc, Tom Vandenkendelaere, Sabine Verheyen, Esther de Lange

S&D

Pervenche Berès, Jonás Fernández, Giuseppe Ferrandino, Doru‑Claudian Frunzulică, Roberto Gualtieri, Ramón Jáuregui Atondo, Jeppe Kofod, Jo Leinen, Olle Ludvigsson, Virginie Rozière, Pedro Silva Pereira

Verts/ALE

Sven Giegold, Philippe Lamberts, Molly Scott Cato, Ernest Urtasun

9

-

EFDD

Bernard Monot, Marco Valli

ENF

Marcus Pretzell, Marco Zanni

GUE/NGL

Rina Ronja Kari, Marisa Matias, Martin Schirdewan, Miguel Viegas

NI

Steven Woolfe

0

0

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Τελευταία ενημέρωση: 11 Οκτωβρίου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου