Διαδικασία : 2018/2105(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0411/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0411/2018

Συζήτηση :

PV 12/12/2018 - 25
CRE 12/12/2018 - 25

Ψηφοφορία :

PV 13/12/2018 - 9.14
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2018)0531

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 708kWORD 75k
28.11.2018
PE 625.381v02-00 A8-0411/2018

σχετικά με την ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή κατά το 2017

(2018/2105(INI))

Επιτροπή Αναφορών

Εισηγήτρια: Eleonora Evi

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή κατά το 2017

(2018/2105(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

  έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή κατά το 2017,

  έχοντας υπόψη τα άρθρα 9, 11, 15, 24 και 228 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 11, 35, 37, 41, 42 και 43 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

  έχοντας υπόψη το πρωτόκολλο αριθ. 1 των Συνθηκών σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

  έχοντας υπόψη το πρωτόκολλο αριθ. 2 των Συνθηκών σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία (ΣΗΕΔΑΑ),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του ευρωπαίου διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του(1),

–  έχοντας υπόψη τον ευρωπαϊκό κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, όπως εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο στις 6 Σεπτεμβρίου 2001,

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία-πλαίσιο συνεργασίας που συνήφθη μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή την 15η Μαρτίου 2006 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 2006,

–  έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του σχετικά με τις δραστηριότητες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 και το άρθρο 220 παράγραφος 1 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Αναφορών (A8-0411/2018),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή κατά το 2017 υποβλήθηκε επισήμως στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 22 Μαΐου 2018 και ότι η Διαμεσολαβήτρια, Emily O’Reilly, την παρουσίασε στην Επιτροπή Αναφορών στις Βρυξέλλες στις 16 Μαΐου 2018·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα άρθρα 24 και 228 της ΣΛΕΕ εξουσιοδοτούν τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να δέχεται καταγγελίες σχετικά με κρούσματα κακοδιοίκησης στα πλαίσια των δραστηριοτήτων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, εξαιρουμένου το Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών του καθηκόντων·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 10 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει ότι κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στον δημοκρατικό βίο της Ένωσης και ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 15 ΣΛΕΕ ορίζει ότι «προκειμένου να προωθήσουν τη χρηστή διακυβέρνηση και να διασφαλίσουν τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης διεξάγουν τις εργασίες τους όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά» και ότι «κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης»·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο εστιάζει στο δικαίωμα χρηστής διοίκησης, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης»·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Χάρτη «κάθε πολίτης της Ένωσης καθώς και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε ένα κράτος μέλος, έχει δικαίωμα να προσφεύγει στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο της δράσης των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, με εξαίρεση το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων του»·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 298 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ ορίζει ότι κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης στηρίζονται σε ευρωπαϊκή διοίκηση ανοιχτή, αποτελεσματική και ανεξάρτητη·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2017 η Διαμεσολαβήτρια κίνησε 447 διαδικασίες έρευνας, εκ των οποίων 433 βάσει καταγγελίας και 14 αυτεπάγγελτα, ενώ περάτωσε 363 έρευνες (348 βάσει καταγγελίας και 15 αυτεπάγγελτα)· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περισσότερες από τις έρευνες αφορούσαν την Επιτροπή (256 έρευνες ή 57,3 %), ακολουθούμενη από τους οργανισμούς της ΕΕ (35 έρευνες ή 12,3 %), την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) (34 έρευνες ή 7,6 %), το Κοινοβούλιο (22 έρευνες ή 4,9 %), την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) (17 έρευνες ή 3,8 %), την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (16 έρευνες ή 3,6 %) και άλλα θεσμικά όργανα (67 έρευνες ή 15 %)·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τρία βασικά θέματα προβληματισμού στις έρευνες που περατώθηκαν από τη Διαμεσολαβήτρια το 2017 αφορούσαν: τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες και έγγραφα (20,6 %)· την υπηρεσιακή νοοτροπία (16,8 %) και τον σεβασμό των διαδικαστικών δικαιωμάτων (16,5 %)· λαμβάνοντας υπόψη ότι μεταξύ των λοιπών θεμάτων προβληματισμού περιλαμβάνονται ζητήματα δεοντολογίας, η συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων της ΕΕ, η ορθή χρήση της διακριτικής ευχέρειας, μεταξύ άλλων σε διαδικασίες επί παραβάσει, η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των δημόσιων διαγωνισμών της ΕΕ, των επιχορηγήσεων και των συμβάσεων της ΕΕ, οι προσλήψεις και η ορθή διαχείριση ζητημάτων που αφορούν το προσωπικό της ΕΕ·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε συνάρτηση με το στρατηγικό της έργο το 2017, η Υπηρεσία του Διαμεσολαβητή περάτωσε τέσσερις στρατηγικές έρευνες και άνοιξε τέσσερις νέες όσον αφορά τη διαφάνεια στο Συμβούλιο, το θέμα της μεταπήδησης από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα πρώην μελών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την προσβασιμότητα των δικτυακών τόπων της Επιτροπής από άτομα με αναπηρία και δραστηριότητες πριν από την υποβολή σχετικά με αξιολογήσεις φαρμάκων από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA)· εκτιμώντας ότι, το 2017, η Διαμεσολαβήτρια ανέλαβε οκτώ στρατηγικές πρωτοβουλίες όσον αφορά, μεταξύ άλλων θεμάτων, τη διαφάνεια της δράσης των ομάδων συμφερόντων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τη βελτίωση της Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Πολιτών (ΕΠΠ), και τους κανόνες μεταπήδησης από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα σε διάφορα όργανα και οργανισμούς της ΕΕ, και περάτωσε έξι στρατηγικές πρωτοβουλίες·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη χειρότερη οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση από την ίδρυσή της· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αναποτελεσματική προσέγγιση που υιοθέτησαν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν την έλλειψη διαφάνειας τόσο σε σχέση με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ όσο και σε σχέση με τις δραστηριότητες των ομάδων συμφερόντων, πέραν των υπολοίπων σημαντικών δεοντολογικών ζητημάτων που δημιουργεί στους κόλπους των θεσμικών οργάνων, συντελεί επίσης στην υπονόμευση της εικόνας της ΕΕ·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η άρνηση πρόσβασης σε έγγραφα της ΕΕ και άλλα συναφή προβλήματα διαφάνειας συνέχισαν να αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή το 2017·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, με δεδομένο τον συχνά ευαίσθητο από χρονική άποψη χαρακτήρα των αιτήσεων για πρόσβαση σε έγγραφα, η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια ξεκίνησε δοκιμαστική περίοδο για μια ταχεία διαδικασία·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Διαμεσολαβητής διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο όσον αφορά την εξασφάλιση της λογοδοσίας των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και όσον αφορά τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια και αμεροληψία της διοίκησης και των μηχανισμών λήψης αποφάσεων της ΕΕ, και τούτο προκειμένου να προστατεύονται επιτυχώς τα δικαιώματα των πολιτών και άρα να αυξάνεται η εμπιστοσύνη, η δέσμευση και η συμμετοχή αυτών στον δημοκρατικό βίο της Ένωσης·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι οι αρχές της δημοσιότητας και της διαφάνειας είναι εγγενείς στη νομοθετική διαδικασία της ΕΕ και ότι η αποτελεσματικότητα και η ακεραιότητα της νομοθετικής διαδικασίας δεν μπορούν να υποσκάψουν τις αρχές της δημοσιότητας και της διαφάνειας που διέπουν τη διαδικασία αυτή· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο της ΕΕ έχει παράσχει σαφείς κατευθύνσεις επ΄αυτού, λόγου χάρη με την απόφαση που εξέδωσε στις 22 Μαρτίου 2018 στην υπόθεση T-540/15·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διαμεσολαβήτρια διεξήγαγε, κατόπιν καταγγελίας, έρευνα που διήρκεσε έναν χρόνο όσον αφορά τη συμμετοχή του Προέδρου της ΕΚΤ στην Ομάδα των 30 (G30), μια ιδιωτικού χαρακτήρα οργάνωση στην οποία ανήκουν εκπρόσωποι των τραπεζών που εποπτεύονται, είτε άμεσα είτε έμμεσα, από την ΕΚΤ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διαμεσολαβήτρια συνέστησε να αναστείλει ο πρόεδρος της ΕΚΤ τη συμμετοχή του στην G30·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διαμεσολαβήτρια διερεύνησε καταγγελίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε η Επιτροπή τις επαγγελματικές επιλογές παλαιών Επιτρόπων μετά τη λήξη της θητείας τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διαμεσολαβήτρια είχε ήδη συμπεράνει ότι η μη λήψη συγκεκριμένης απόφασης της Επιτροπής στην περίπτωση του πρώην Προέδρου της Επιτροπής Manuel Barroso συνιστούσε κακοδιοίκηση· λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην υπόθεση Barroso, η Επιτροπή Δεοντολογίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείτο παραβίαση νομικών υποχρεώσεων και τούτο αφού έλαβε υπόψη της τη γραπτή δήλωση του πρώην Προέδρου, σύμφωνα με την οποία δεν είχε προσληφθεί για να προωθήσει τα συμφέροντα της Goldman Sachs και δεν σκόπευε να το πράξει·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρηματοπιστωτική κρίση οδήγησε σε οικονομική και κοινωνική κρίση, γεγονός που συντηρεί μια δυσπιστία έναντι των ευρωπαϊκών θεσμών·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις 25 Οκτωβρίου 2017, ο πρώην Πρόεδρος της Επιτροπής Barroso συναντήθηκε με έναν από τους νυν Αντιπροέδρους της Επιτροπής, συνάντηση η οποία καταχωρίστηκε ως επίσημη επαφή με την Goldman Sachs· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με σχόλιο της Διαμεσολαβήτριας, η ακριβής φύση αυτής της συνάντησης παραμένει αδιευκρίνιστη· λαμβάνοντας υπόψη ότι, όπως τόνισε η Διαμεσολαβήτρια, είναι κατανοητές οι ανησυχίες σύμφωνα με τις οποίες ο πρώην Πρόεδρος χρησιμοποιεί το κύρος του πρώην αξιώματός του και τις επαφές του με πρώην συναδέλφους για να επηρεάσει και να αποκτήσει πληροφορίες· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω υπόθεση δημιουργεί ερωτηματικά δομικού χαρακτήρα όσον αφορά τη συνολική προσέγγιση της Επιτροπής στον χειρισμό των υποθέσεων αυτών και όσον αφορά τον βαθμό ανεξαρτησίας της Επιτροπής Δεοντολογίας· επισημαίνοντας κατά συνέπεια την ανάγκη ισχυροτέρων κανόνων σε επίπεδο ΕΕ προκειμένου να προλαμβάνονται και να τιμωρούνται όλες οι συγκρούσεις συμφερόντων στα θεσμικά όργανα και στους οργανισμούς της ΕΕ·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, τον Μάρτιο του 2017, η Διαμεσολαβήτρια ξεκίνησε στρατηγικού χαρακτήρα έρευνα όσον αφορά τον ανοικτό χαρακτήρα και την ανάληψη ευθυνών στο Συμβούλιο· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί κακοδιοίκηση τόσο την αδράνεια του Συμβουλίου να καταγράψει εκείνα τα κράτη μέλη που παίρνουν θέση στο πλαίσιο μιας νομοθετικής διαδικασίας, όσο και την έλλειψη διαφάνειας από πλευράς Συμβουλίου σε ό,τι αφορά την πρόσβαση του κοινού στα νομοθετικά του έγγραφα, δεδομένου ότι ένας δυσανάλογα μεγάλος αριθμός εγγράφων χαρακτηρίζονται ‘LIMITE’, δηλ. μη προοριζόμενα για κυκλοφορία· λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις 17 Μαΐου 2018, η Διαμεσολαβήτρια υπέβαλε Ειδική Έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τη στρατηγικού χαρακτήρα έρευνά της επί της λογοδοσίας και της διαφάνειας του νομοθετικού έργου του Συμβουλίου·

ΚΑ.  εκτιμώντας ότι, αν υπάρξει μεγαλύτερη διαφάνεια σχετικά με τις θέσεις που παίρνουν οι εθνικές κυβερνήσεις, τότε ίσως περιοριστεί η διάχυτη αντίληψη ότι «για όλα φταίνε οι Βρυξέλλες», μία αντίληψη που διαστρεβλώνει την πραγματικότητα της νομοθεσίας που συμφωνείται σε επίπεδο ΕΕ και υποδαυλίζει τον ευρωσκεπτικισμό και το αντιευρωπαϊκό συναίσθημα·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διαμεσολαβήτρια έχει πραγματοποιήσει έρευνα με αντικείμενο τη μη συμμόρφωση της ΕΤΕπ με τους ενωσιακούς και διεθνείς κανόνες σε ό,τι αφορά την πολιτική διαφάνειας που εφαρμόζει σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αποτελεσματικότητα της πρόληψης των συγκρούσεων συμφερόντων στους κόλπους των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ αποτελεί ουσιαστικό κομμάτι της προσπάθειας να διασφαλιστεί η χρηστή διοίκηση και να αυξηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων της Ένωσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διαμεσολαβήτρια διεξήγαγε στρατηγικού χαρακτήρα έρευνα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αξιολογεί τις περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων των ειδικών συμβούλων της, οι οποίοι συχνά παρέχουν ταυτόχρονα τις υπηρεσίες τους στον ιδιωτικό τομέα·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διαμεσολαβήτρια διερεύνησε καταγγελίες πολιτών, σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή δεν έλαβε εγκαίρως απόφαση σε υποθέσεις διαδικασίες επί παραβάσει που αφορούσαν καταχρήσεις συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου· λαμβάνοντας υπόψη ότι, επί σειρά ετών, παρατηρείται σε πολλά κράτη μέλη σημαντική αύξηση των συμβάσεων άτυπης και προσωρινής απασχόλησης, γεγονός που υποσκάπτει την εφαρμογή του ευρωπαϊκού εργατικού δικαίου και τη νομολογία του Δικαστηρίου·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, προκειμένου να λαμβάνουν αποφάσεις που άπτονται της προστασίας της ανθρώπινης υγείας και της ασφάλειας ανθρώπων, ζώων και φυτών, τα θεσμικά και λοιπά όργανα της ΕΕ οφείλουν να είναι προσηλωμένα στους πολίτες και στην εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και να ανταποκρίνονται δεόντως στις ανησυχίες του κοινού όσον αφορά την πλήρη διαφάνεια, την ανεξαρτησία και την ακρίβεια στη συλλογή και στην αξιολόγηση των επιστημονικών αποδεικτικών στοιχείων· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα επιστημονικά στοιχεία και οι επιστημονικές διαδικασίες που χρησιμοποιήθηκαν σε επίπεδο ΕΕ για την έγκριση, μεταξύ άλλων, γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών, φυτοφαρμάκων και γλυφοσάτης, έγιναν στόχος σημαντικών επικρίσεων και αιτία ευρύτατου δημόσιου διαλόγου·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή εξακολουθεί να μην έχει εφαρμόσει τις συστάσεις της Διαμεσολαβήτριας όσον αφορά τις σχέσεις της με την καπνοβιομηχανία και, ως εκ τούτου, συνεχίζει να μην έχει εξασφαλίσει την πλήρη διαφάνεια που επιτάσσουν οι υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της σύμβασης-πλαισίου του ΠΟΥ για τον έλεγχο του καπνού·

ΚΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διαμεσολαβήτρια έχει δημοσιεύσει σαφείς και πρακτικές συστάσεις σχετικά με το πως οφείλουν οι δημόσιοι υπάλληλοι να αντιμετωπίζουν τους εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων και έχει καταβάλει προσπάθειες για μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση στους κόλπους του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τις συστάσεις αυτές·

ΚΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διαμεσολαβήτρια αποτελεί μέρος του θεσμικού πλαισίου της ΕΕ στο οποίο έχει ανατεθεί, βάσει της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (ΣΗΕΔΑΑ), η προστασία, η προώθηση και τη παρακολούθηση της εφαρμογής της σύμβασης αυτής σε επίπεδο θεσμικών οργάνων της ΕΕ·

ΚΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διαμεσολαβήτρια πραγματοποίησε έρευνα σχετικά με το πως ο κ. Martin Selmayr, την εποχή εκείνη Διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διορίστηκε Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τα όσα επεσήμανε η Διαμεσολαβήτρια, η Επιτροπή δημιούργησε τεχνητά ατμόσφαιρα σπουδής για την πλήρωση της θέσης του Γενικού Γραμματέα προκειμένου να αιτιολογήσει τη μη δημοσίευση προκήρυξης για τη θέση και διοργάνωσε διαδικασία επιλογής Αναπληρωτή Γενικού Γραμματέα όχι για να καλύψει άμεσα αυτή τη θέση αλλά για να κάνει τον κ. Selmayr Γενικό Γραμματέα με μια γοργή ενέργεια σε δύο χρόνους· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διαμεσολαβήτρια εντόπισε τέσσερα περιστατικά κακοδιοίκησης στον διορισμό του κ. Selmayr που οφείλονται στην ανικανότητα της Επιτροπής να ακολουθήσει ορθώς τους σχετικούς κανόνες τόσο στο γράμμα, όσο και στο πνεύμα τους·

Λ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το έργο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή συμπληρώνει στην εντέλεια το έργο των εθνικών και περιφερειακών ομολόγων του· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανταλλαγή και ο συντονισμός του έργου τους στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού δικτύου διαμεσολαβητών, υπό την αιγίδα του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, αποτελεί ένα θετικότατο κομμάτι των προσπαθειών για τη διασφάλιση του δικαιώματος όλων των πολιτών και των κατοίκων της Ένωσης στη χρηστή διοίκηση, σε όλα τα επίπεδα·

ΛΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το ισχύον καταστατικό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επικαιροποιήθηκε για τελευταία φορά πριν τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη της Λισαβόνας· λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν ανανεωθεί από τότε οι προσδοκίες που τρέφουν οι πολίτες της ΕΕ σε ό,τι αφορά τη χρηστή διοίκηση και τον ρόλο του Διαμεσολαβητή στη διασφάλισή της, ιδίως δε σε ό,τι αφορά τον τομέα της πρόσβασης στα έγγραφα, την καταγγελία παραβάσεων και την παρενόχληση, καθώς και τη μέριμνα ώστε να είναι δίκαιη και αμερόληπτη η διαχείριση που επιφυλάσσει η Επιτροπή στις πρωτοβουλίες ευρωπαίων πολιτών όσον αφορά το παραδεκτό τους·

1.  εγκρίνει την ετήσια έκθεση για το έτος 2017 που υπέβαλε η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια· επισημαίνει τον καθαρό και εύκολο να διαβαστεί τρόπο παρουσίασης, με ανάδειξη των πιο σημαντικών γεγονότων και στοιχείων που χαρακτήρισαν το έργο της Διαμεσολαβήτριας κατά το 2017·

2.  συγχαίρει την Emily O’Reilly για το εξαιρετικό της έργο και τις εποικοδομητικές της προσπάθειες για τη βελτίωση τόσο της ποιότητας της διοίκησης της ΕΕ, όσο και της προσβασιμότητας και της ποιότητας των υπηρεσιών που προσφέρει στους πολίτες· επιβεβαιώνει εκ νέου τη σθεναρή του υποστήριξη στις δράσεις της Διαμεσολαβήτριας υπέρ των πολιτών και υπέρ της ευρωπαϊκής δημοκρατίας·

3.  επικροτεί την πενταετή στρατηγική της Διαμεσολαβήτριας με τίτλο «Προς το 2019» με την οποία επιδιώκονται η μεγιστοποίηση του αντικτύπου και της προβολής της αποστολής της, καθώς και η εδραίωση μιας ισχυρής σχέσης με τα θεσμικά και άλλα όργανα της ΕΕ προς μεγαλύτερο όφελος των πολιτών·

4.  παρατηρεί με μεγάλη ανησυχία ότι οι έρευνες περί διαφάνειας και λογοδοσίας, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε πληροφορίες και έγγραφα, εξακολουθούν να αποτελούν τη μερίδα του λέοντος από τις υποθέσεις που χειρίστηκε η Διαμεσολαβήτρια εντός του 2017, ακολουθούμενες από καταγγελίες που αφορούν οργανισμούς και λοιπές υπηρεσίες της ΕΕ·

5.  επικροτεί τις προσπάθειες της Διαμεσολαβήτριας για απονομή του βραβείου καλής διοίκησης για το 2017 στο προσωπικό των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και δη σε εκείνο της ΓΔ «Υγεία» της Επιτροπής για τις προσπάθειες που καταβάλλουν για ασθενείς με σπάνιες νόσους·

6.  τονίζει πόσο σημαντική είναι η μέγιστη διαφάνεια και η βελτιωμένη πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή θεσμικών οργάνων της ΕΕ· τονίζει τον δομικό χαρακτήρα του έργου της Διαμεσολαβήτριας που φέρνει στην επιφάνεια κρούσματα κακοδιοίκησης με το να επιλέγει εξατομικευμένη κάθε φορά προσέγγιση και με το να δρομολογεί ολοένα και περισσότερες αυτεπάγγελτες έρευνες·

7.  εκφράζει τις ευχαριστίες του για την καλή συνεργασία της Διαμεσολαβήτριας και της ομάδας της με την Επιτροπή Αναφορών, μια συνεργασία που χαρακτηρίζεται από αμοιβαία εκτίμηση και από προσοχή στη λεπτομέρεια·

8.  επισημαίνει το γεγονός ότι η νομοθεσία της ΕΕ περί πρόσβασης σε έγγραφα χρήζει επικαιροποίησης· επαναλαμβάνει την έκκλησή του για αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, προκειμένου να διευκολυνθεί και το έργο της Διαμεσολαβήτριας όσον αφορά τον λεπτομερή έλεγχο της χορήγησης άδειας πρόσβασης σε έγγραφα από το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή· εκφράζει την ικανοποίησή του για τη θέσπιση της ταχείας διαδικασίας καταγγελιών από τη Διαμεσολαβήτρια όσον αφορά τη διαχείριση αιτημάτων σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα·

9.  επισημαίνει ότι οι πολίτες πρέπει να είναι σε θέση να έχουν αμεσότερη συμμετοχή στον δημοκρατικό βίο της ΕΕ, να παρακολουθούν λεπτομερώς τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στα θεσμικά όργανα της ΕΕ και να έχουν πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες προκειμένου να ασκούν πλήρως τα δημοκρατικά τους δικαιώματα·

10.  τονίζει τον ρόλο της Διαμεσολαβήτριας στην επιδίωξη μεγαλύτερης διαφάνειας και λογοδοσίας σχετικά με τις νομοθετικές διαδικασίες της ΕΕ με στόχο την αύξηση της εμπιστοσύνης των πολιτών, όσον αφορά όχι μόνο το σύννομο χαρακτήρα μιας μεμονωμένης πράξης, αλλά και τη νομιμότητα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στο σύνολό της·

11.  ζητεί αναθεώρηση των σχετικών με τα έγγραφα LIMITE εσωτερικών κατευθυντηρίων γραμμών του Συμβουλίου, οι οποίες δεν έχουν στέρεη νομική βάση, ούτως ώστε να τηρείται η αρχή βάσει της οποίας η διαβάθμιση LIMITE δίνεται μόνο σε προκαταρκτικά σχέδια που ακόμη δεν έχουν ούτε συντάκτη, ούτε αντίκτυπο στη νομοθετική διαδικασία·

12.  αναγνωρίζει την ανάγκη πλήρους διαφάνειας κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ και επιδοκιμάζει την έρευνα της Διαμεσολαβήτριας όσον αφορά τη συνήθη πρακτική των άτυπων διαπραγματεύσεων μεταξύ των τριών κύριων θεσμικών οργάνων της ΕΕ («τριμερείς διάλογοι»)· τάσσεται υπέρ της δημοσίευσης όλων των εγγράφων τριμερών διαλόγων, όπως επιτάσσουν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου·

13.  πιστεύει ακράδαντα ότι οι συστάσεις της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με την πολιτική της ΕΤΕπ σε θέματα διαφάνειας πρέπει να εφαρμοστούν χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση· καλεί την ΕΤΕπ να λάβει αμέσως μέτρα προκειμένου να καταργήσει το τεκμήριο της μη δημοσιοποίησης όσον αφορά πληροφορίες και έγγραφα που συλλέγονται κατά τη διάρκεια λογιστικών ελέγχων, επιθεωρήσεων και ερευνών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διεξάγονται τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την εκδήλωση κρουσμάτων απάτης και διαφθοράς·

14.  ζητεί να εξασφαλίζεται, στο πλαίσιο της πολιτικής δημοσιοποίησης του Ομίλου ΕΤΕπ, ένα ολοένα και υψηλότερο επίπεδο διαφάνειας όσον αφορά τις αρχές που διέπουν την τιμολογιακή πολιτική και τα όργανα διακυβέρνησής του· ζητεί να δημοσιεύονται τα πρακτικά των συνεδριάσεων της επιτροπής διαχείρισης του Ομίλου ΕΤΕπ·

15.  τονίζει ότι οι θέσεις που διατυπώνουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Συμβουλίου κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας της ΕΕ πρέπει να καταγράφονται και να φέρονται εγκαίρως και με προσιτό τρόπο εις γνώσιν του κοινού και, όπως συμβαίνει σε κάθε σύστημα που θεμελιώνεται στην αρχή της δημοκρατικής νομιμότητας, οι συννομοθέτες πρέπει να αναλαμβάνουν ενώπιον του κοινού την ευθύνη για τις ενέργειές τους· φρονεί ότι ένας αυξημένος βαθμός ανάληψης ευθυνών στο Συμβούλιο σε σχέση με τις θέσεις που παίρνουν οι εθνικές κυβερνήσεις επί της νομοθεσίας της ΕΕ, μεταξύ άλλων μέσω της εκ των προτέρων δημοσιοποίησης νομοθετικών κειμένων ενώ ακόμη βρίσκεται σε εξέλιξη η νομοθετική διαδικασία, θα συμβάλει στον περιορισμό της αδιαφάνειας των διαδικασιών λήψης αποφάσεων και θα αμβλύνει τη διάχυτη αντίληψη ότι «για όλα φταίνε οι Βρυξέλλες» σε σχέση με αποφάσεις που εν τέλει λαμβάνουν οι ίδιες οι κυβερνήσεις των κρατών μελών· ζητεί από το Συμβούλιο, δυνάμει του άρθρου 15 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, να αναθεωρήσει την περί απορρήτου πολιτική του ούτως ώστε να εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια στο έργο του·

16.  καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια και πρόσβαση σε έγγραφα και πληροφορίες σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες EU Pilot, τουλάχιστον σε σχέση με τις αναφορές που ελήφθησαν, καθώς και πλήρη διαφάνεια και πρόσβαση στις διαδικασίες EU Pilot και επί παραβάσει που έχουν ήδη περατωθεί·

17.  προτρέπει τη Διαμεσολαβήτρια να συνεχίσει να παρακολουθεί την εφαρμογή από την Επιτροπή της μεταρρύθμισης του συστήματος των ομάδων εμπειρογνωμόνων, ώστε να εξασφαλιστούν πλήρης συμμόρφωση με νομικά δεσμευτικούς κανόνες και μεγαλύτερη διαφάνεια κατά την διεκπεραίωση δραστηριοτήτων όλων των ομάδων εμπειρογνωμόνων, καθώς και να διερευνήσει και να αναφέρει κάθε πιθανή σύγκρουση συμφερόντων· πιστεύει ότι η προσεκτική αξιολόγηση όλων των ομάδων εμπειρογνωμόνων και η ενημέρωση σχετικά με αυτές χρειάζονται για να γίνει κατανοητός ο βαθμός ανεξαρτησίας τους και τούτο προκειμένου να υπηρετείται το δημόσιο συμφέρον και να εξασφαλίζεται προστιθέμενη αξία στη χάραξη πολιτικής της ΕΕ· πιστεύει ότι όλα τα μέλη των ομάδων εμπειρογνωμόνων πρέπει να περιλαμβάνονται στο Μητρώο Διαφάνειας·

18.  επαναλαμβάνει ότι χρειάζεται κεντρικός κόμβος διαφάνειας για όλα τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ·

19.  τάσσεται υπέρ της δέσμευσης της Διαμεσολαβήτριας για βελτίωση της διαφάνειας των δραστηριοτήτων των ομάδων συμφερόντων στην ΕΕ· τονίζει τη σημασία της έγκρισης κατάλληλης νομοθετικής πράξης προκειμένου το μητρώο διαφάνειας της ΕΕ να καταστεί υποχρεωτικό και νομικά δεσμευτικό για όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα της ΕΕ και για όλους τους εκπροσώπους συμφερόντων, εξασφαλίζοντας έτσι πλήρη διαφάνεια των δραστηριοτήτων των ομάδων συμφερόντων ·

20.  τονίζει τη σημασία της τακτικής επικαιροποίησης και της σημαντικής βελτίωσης της ακρίβειας των δεδομένων που περιέχει το μητρώο διαφάνειας της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης των δικηγορικών εταιρειών που εκπροσωπούν συμφέροντα να δηλώνουν όλους τους πελάτες τους· υπογραμμίζει την ανάγκη να καθίστανται διαθέσιμες δωρεάν όλες οι πληροφορίες σχετικά με την επιρροή που ασκούν εκπρόσωποι ομάδων συμφερόντων, κατά τρόπο πλήρως κατανοητό και εύκολα προσβάσιμο στο κοινό· πιστεύει ότι πρέπει να διασφαλιστεί πλήρης διαφάνεια όσον αφορά τη χρηματοδότηση όλων των εκπροσώπων συμφερόντων· ζητεί την αποβολή από το μητρώο διαφάνειας οποιουδήποτε οργανισμού παραβιάζει τους κανόνες σχετικά με τη μεταπήδηση από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα·

21.  επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το συμπέρασμα της Διαμεσολαβήτριας, η συνέχιση της συμμετοχής του Προέδρου της ΕΚΤ στην G30 συνιστά κακοδιοίκηση διότι ενισχύει την εντύπωση της κοινής γνώμης ότι η ανεξαρτησία της ΕΚΤ από ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα δεν είναι εξασφαλισμένη· τονίζει ότι τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ οφείλουν να αποφεύγουν να είναι μέλη φόρουμ ή άλλων οργανισμών που περιλαμβάνουν στελέχη τραπεζών εποπτευόμενων από την ΕΚΤ· λαμβάνει υπό σημείωση τις από 15ης Ιανουαρίου 2018 συστάσεις της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με τη συμμετοχή του Προέδρου και των μελών των οργάνων λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ στην G30 και προτρέπει την ΕΚΤ να τροποποιήσει τους σχετικούς κανόνες προκειμένου να διασφαλίσει την εφαρμογή στην πράξη των αυστηρότερων προτύπων δεοντολογίας και λογοδοσίας·

22.  θεωρεί ότι η Επιτροπή απέτυχε να τηρήσει τις αρχές της διαφάνειας, της δεοντολογίας και του κράτους δικαίου στη διαδικασία που ακολούθησε για τον διορισμό του κ. Selmayr ως νέου Γενικού Γραμματέα της· θεωρεί βαθιά λυπηρό γεγονός την απόφαση της Επιτροπής να επιβεβαιώσει τον διορισμό του κ. Selmayr ως νέου Γενικού Γραμματέα της και τούτο παρά τις εκτεταμένες και ευρείες επικρίσεις που εξέφρασαν πολίτες της ΕΕ και την ηθική βλάβη που υπέστη η ΕΕ στο σύνολό της· υπογραμμίζει ότι ο κ. Selmayr οφείλει να παραιτηθεί από Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής και καλεί την Επιτροπή να υιοθετήσει νέα διαδικασία διορισμού του Γενικού Γραμματέα της κατά την οποία θα διασφαλίζεται η εφαρμογή υψηλότατων προτύπων διαφάνειας, δεοντολογίας και κράτους δικαίου·

23.  καλεί τη Διαμεσολαβήτρια να συνεχίσει να εργάζεται για την ενίσχυση των κανόνων δεοντολογίας εντός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ με σκοπό να επιλυθούν προβλήματα που συνδέονται με τη μεταπήδηση από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα και να εγγυηθεί πλήρη διαφάνεια για όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με τέτοιες περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της δημοσίευσης χωρίς χρονοτριβή των ονομάτων όλων των εμπλεκομένων ανώτερων υπαλλήλων της ΕΕ· αναμένει με ενδιαφέρον την ανάλυση της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εφαρμόζει τις κατευθυντήριες γραμμές της καθώς και προτάσεις σχετικά με τον τρόπο βελτίωσης του χειρισμού υποθέσεων μεταπήδησης από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας υιοθέτησης νομοθετικών κανόνων για την πρόληψη και την επιβολή κυρώσεων σε τέτοιες περιπτώσεις και πιθανές παραβάσεις·

24.  πιστεύει ακράδαντα ότι πρέπει να εφαρμοστούν χωρίς χρονοτριβή αυστηρότεροι, σαφείς και ευκόλως εφαρμοστέοι ηθικοί και δεοντολογικοί κανόνες, με τα συναφή πρότυπα, σε όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα της ΕΕ, προκειμένου να διασφαλίζονται η τήρηση του καθήκοντος ακεραιότητας και διακριτικής ευχέρειας και η αποτροπή οποιασδήποτε σύγκρουσης συμφερόντων με τον ιδιωτικό τομέα· θεωρεί ότι κανόνες και πρότυπα αυτού του είδους πρέπει να βασίζονται σε νομοθετική πράξη· λαμβάνει υπό σημείωση τον επικαιροποιημένο κώδικα δεοντολογίας για τους Επιτρόπους που τέθηκε σε εφαρμογή τον Φεβρουάριο του 2018 και εισήγαγε αυστηρότερες περιόδους αναμονής· εκτιμά εντούτοις ότι οι περίοδοι ειδοποίησης μετά τη λήξη της θητείας πρέπει να παραταθούν·

25.  τονίζει την επείγουσα ανάγκη για αποτελεσματική αναβάθμιση του τρέχοντος Κώδικα χρηστής διοικητικής συμπεριφοράς μέσω της υιοθέτησης δεσμευτικής ρύθμισης σχετικά με το ζήτημα·

26.  πιστεύει ότι η συνάντηση μεταξύ του πρώην προέδρου της Επιτροπής Manuel Barroso και ενός εν ενεργεία Αντιπροέδρου της Επιτροπής, η οποία καταχωρίστηκε ως επίσημη συνεδρίαση με την Goldman Sachs, κατέδειξε περαιτέρω την επείγουσα ανάγκη να αναθεωρηθούν οι εν ισχύι κανόνες και πρακτικές για να ενισχυθούν οι απαιτήσεις ακεραιότητας για τους Επιτρόπους τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την ολοκλήρωση της θητείας τους·

27.  επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να διασφαλίσει εκ των προτέρων δημοσιοποίηση και πλήρη διαφάνεια σε ό,τι αφορά τις επαγγελματικές ασχολίες των πρώην Επιτρόπων μετά τη λήξη της θητείας τους· ζητεί από την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε η Επιτροπή Δεοντολογίας να είναι πλήρως ανεξάρτητη και υπόλογη και προτρέπει τη Διαμεσολαβήτρια να συνεχίσει να αξιολογεί και να υποβάλλει εκθέσεις σχετικά με οποιεσδήποτε ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων των μελών της Επιτροπής Δεοντολογίας·

28.  συγχαίρει τη Διαμεσολαβήτρια για τη στρατηγικού χαρακτήρα έρευνα που διεξήγαγε με θέμα τη διαφάνεια στη νομοθετική διαδικασία του Συμβουλίου (OI/2/2017/TE) και εκφράζει τη λύπη του διότι το Συμβούλιο δεν κατόρθωσε να απαντήσει εμπρόθεσμα στα συμπεράσματα της έρευνας· παρατηρεί ότι πρόκειται δυστυχώς για επαναλαμβανόμενο πρόβλημα που αντανακλάται μονίμως στις καταγγελίες που λαμβάνει η Διαμεσολαβήτρια· φρονεί εξάλλου ότι θα έπρεπε κάτι τέτοιο να θεωρείται μείζον πρόβλημα για τον δημοκρατικό βίο της Ένωσης και την αποτελεσματική συμμετοχή των πολιτών από όλη την ήπειρο, δεδομένου ότι εμποδίζει την εφαρμογή των συνταγματικών Συνθηκών και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων· έχει επ΄αυτού υπόψη του τα συμπεράσματα της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με πρόσφατη υπόθεση, την 1272/2017/LP σχετικά με την άρνηση του Συμβουλίου να επιτρέψει δημόσια πρόσβαση στη γνωμοδότηση της Νομικής του Υπηρεσίας σχετικά με μια διοργανική συμφωνία για το Μητρώο Διαφάνειας) σύμφωνα με τα οποία το ζήτημα απειλεί την αρχή της θεσμικής ισορροπίας και αντιβαίνει στη θεμελιώδη πρακτική της αμοιβαίας ειλικρινούς συνεργασίας· επισημαίνει ότι είναι αδύνατον να διενεργηθεί εκ των υστέρων ειδικός έλεγχος μετά από την απόρριψη ενός αιτήματος.·

29.  τονίζει την ανάγκη να επέλθουν σημαντικές βελτιώσεις στους κανόνες σύγκρουσης συμφερόντων για τους ειδικούς συμβούλους· καλεί ειδικά την Επιτροπή να εφαρμόσει πλήρως τις συστάσεις της Διαμεσολαβήτριας, υιοθετώντας πλήρη διαφάνεια και προορατική προσέγγιση όσον αφορά την αξιολόγηση κάθε πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων πριν και μετά τον διορισμό των ειδικών συμβούλων, και μεριμνώντας ώστε οι πολίτες να έχουν πλήρη πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες·

30.  επιδοκιμάζει το διαρκές ενδιαφέρον της Διαμεσολαβήτριας σε θέματα που αφορούν το προσωπικό των θεσμικών οργάνων και τονίζει πόσο σημαντική είναι η ελαχιστοποίηση οποιωνδήποτε διακρίσεων θα μπορούσαν να ανακύψουν από το γεγονός του διαφοροποιημένου καθεστώτος· επαναλαμβάνει πόση σημασία έχουν τα συμπεράσματα της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με τη μη αμειβόμενη πρακτική άσκηση στις αντιπροσωπείες της ΕΕ της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) (υπόθεση 454/2014/PMC), καθώς και η σύσταση προς την ΕΥΕΔ να καταβάλλει στους εκπαιδευόμενούς της κατάλληλο επίδομα σύμφωνα με την αρχή της μη διάκρισης· εκφράζει τη λύπη του διότι και άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ υποπίπτουν στο ίδιο παράπτωμα κακοδιοίκησης που είναι η πρακτική της μη αμειβόμενης πρακτικής άσκησης, μια πρακτική που στερεί από δίκαιες ευκαιρίες τους νέους και δεν προσφέρει εργασία ισοδύναμη με εκείνη των υπαλλήλων, κάτι που αποτελεί αποκλεισμό των νέων επαγγελματιών λόγω έλλειψης επαρκών χρηματικών πόρων με τους οποίους θα μπορούσαν να συντηρήσουν τους εαυτούς τους ή τους αφήνει ανεπαρκώς αμειβόμενους για τις υπηρεσίες τους· επισημαίνει ότι προβλήματα που απορρέουν από το καθεστώς των εκπαιδευομένων εμφανίζονται σε άλλους τομείς, όπως είναι π.χ. η έλλειψη μηχανισμών καταγγελίας περιπτώσεων σεξουαλικής παρενόχλησης στους οργανισμούς της Ένωσης· καλεί λοιπόν την Διαμεσολαβήτρια να ξεκινήσει ανοικτή, στρατηγικού χαρακτήρα, έρευνα σχετικά με το καθεστώς των εκπαιδευομένων·

31.  ζητεί μετ' επιτάσεως από την Επιτροπή να καταστήσει τις εργασίες της πλήρως διαφανείς δημοσιεύοντας στο Διαδίκτυο πληροφορίες σχετικά με όλες τις συναντήσεις της με ομάδες συμφερόντων της καπνοβιομηχανίας ή με τους νομίμους εκπροσώπους τους, καθώς και όλα τα πρακτικά αυτών των συναντήσεων, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της σύμβασης-πλαισίου για τον έλεγχο του καπνού του ΠΟΥ·

32.  προτρέπει τη Διαμεσολαβήτρια να παρακολουθεί πως τίθενται σε εφαρμογή οι συστάσεις προς τους υπαλλήλους της ΕΕ όσον αφορά τις επαφές τους με εκπροσώπους συμφερόντων και να συνεχίσει να ενημερώνει τους κοινοτικούς υπαλλήλους όλων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ σχετικά με τις συστάσεις αυτές, μέσω προγραμμάτων κατάρτισης, σεμιναρίων και συναφών μέτρων στήριξης·

33.  εκφράζει τη βαθιά του λύπη για τις καθυστερήσεις που συσσωρεύθηκαν από την Επιτροπή σε σχέση με διαδικασίες επί παραβάσει για την κατάχρηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, οι οποίες συνέτειναν σε μια κατάσταση κατάχρησης και παραβίασης των δικαιωμάτων των εργαζομένων στα κράτη μέλη· καλεί τη Διαμεσολαβήτρια να παρακολουθεί το θέμα αυτό, προκειμένου να προστατεύσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα των πολιτών·

34.  στηρίζει τον ρόλο της Διαμεσολαβήτριας στη διαμόρφωση μιας προορατικής και διαφανούς πολιτικής σε όλους τους οργανισμούς της ΕΕ· προτρέπει τη Διαμεσολαβήτρια να συνεχίσει να παρακολουθεί όλους τους οργανισμούς της ΕΕ προκειμένου να διασφαλίσει ότι πληρούν τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα διαφάνειας και παρέχουν στο κοινό πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα και πληροφορίες, με ιδιαίτερη έμφαση σε διαδικασίες και δραστηριότητες που αφορούν την προστασία της ανθρώπινης υγείας·

35.  ζητεί από τη Διαμεσολαβήτρια να ξεκινήσει στρατηγικού χαρακτήρα έρευνα προκειμένου να αξιολογήσει αφενός κατά πόσον τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ, όπως ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων, η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων, εξασφαλίζουν ότι η συλλογή, εξέταση και δημοσίευση επιστημονικών στοιχείων είναι πλήρως ανεξάρτητη, διαφανής, αμερόληπτη, ακριβής και απαλλαγμένη από συγκρούσεις συμφερόντων και, αφετέρου, κατά πόσον εφαρμόζονται κατάλληλες πολιτικές και παρέχονται διαδικαστικές εγγυήσεις, ιδίως όσον αφορά τους ΓΤΟ, τη γλυφοσάτη, τα φυτοφάρμακα, τα φυτοϋγειονομικά και βιοκτόνα προϊόντα και τα φάρμακα· προτείνει, στο πλαίσιο αυτό, τη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας σχετικά με τις διαδικασίες σύνθεσης και επιλογής των Επιστημονικών Επιτροπών και Ομάδων από αυτούς τους οργανισμούς, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης ανεξαρτησία τους και να εφαρμοστούν αυστηροί μηχανισμοί πρόληψης πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων·

36.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις στρατηγικού χαρακτήρα έρευνες της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με τη μεταχείριση των ατόμων με αναπηρίες στο πλαίσιο του κοινού συστήματος ασφάλισης υγείας της Επιτροπής, καθώς και σχετικά με την προσβασιμότητα των ιστοσελίδων της Επιτροπής και των διαδικτυακών εργαλείων από άτομα με αναπηρίες· προτρέπει τη Διαμεσολαβήτρια να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη διασφάλιση πλήρους και συνεπούς εφαρμογής της σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες από τη διοίκηση της ΕΕ·

37.  επιδοκιμάζει τη προσήλωση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας στον ανοικτό χαρακτήρα και στη διαφάνεια σε ολόκληρη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων του Brexit· υπογραμμίζει τη θετική απάντηση που έλαβε η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια τόσο από το Συμβούλιο όσο και από την Επιτροπή σε ό,τι αφορά την αναγνώριση της σημασίας της διαφάνειας· καλεί την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου να ανταποκριθεί σε αυτή τη δέσμευση·

38.  προτρέπει τη Διαμεσολαβήτρια να συνεχίσει να συνεργάζεται με εθνικούς διαμεσολαβητές μέσω του Ευρωπαϊκού Δικτύου Διαμεσολαβητών·

39.  καλεί το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαμεσολαβητών σε μεγαλύτερη επαγρύπνηση όσον αφορά την παρακολούθηση της ετοιμότητας άμεσης αντίδρασης των δημοσίων αρχών σε περιπτώσεις αστυνομικής βίας, ρατσισμού και αντισημιτισμού, για τη διαφύλαξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατικής διακυβέρνησης·

40.  ζητεί να διατεθούν περισσότεροι οικονομικοί και ανθρώπινοι πόροι στο γραφείο της Διαμεσολαβήτριας για να είναι αυτό σε θέση να ανταποκρίνεται στον τωρινό και στον μελλοντικό φόρτο εργασίας, ούτως ώστε να συνεχίσει να παρέχεται στους πολίτες της ΕΕ μια υπηρεσία ύψιστης σημασίας όσον αφορά το καίριο καθήκον του Διαμεσολαβητή για προαγωγή των πρακτικών χρηστής διοίκησης εντός της ΕΕ·

41.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το ετήσιο συνέδριο που πραγματοποίησε το Ευρωπαϊκό δίκτυο διαμεσολαβητών τον Ιούνιο του 2017, συνέδριο αφιερωμένο στον αρνητικό αντίκτυπο για τα δικαιώματα των πολιτών που έχουν το Brexit και ο αυξημένος λαϊκισμός στην Ευρώπη·

42.  επικροτεί το Βραβείο χρηστής διοίκησης της Διαμεσολαβήτριας, το οποίο αναγνωρίζει τις προσπάθειες που καταβάλλουν οι υπάλληλοι της ΕΕ για να βρουν καινοτόμους τρόπους υλοποίησης πολιτικών που είναι φιλικές προς τον πολίτη·

43.  επαναλαμβάνει την πρόθεσή του να επικαιροποιήσει το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή(2), και αντιστοίχως οποιουδήποτε κεκτημένου, προκειμένου να προσαρμοστεί ο ρόλος του στις τρέχουσες ανάγκες και προσδοκίες των πολιτών της ΕΕ όσον αφορά τη χρηστή διοίκηση·

44.  τονίζει την ανάγκη για βελτίωση του κοινωνικού διαλόγου·

45.  τονίζει ότι η εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτών και των θεσμικών οργάνων έχει ύψιστη σημασία στη σημερινή δύσκολη οικονομική κατάσταση·

46.  επισημαίνει την αναγκαιότητα διερεύνησης από την Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια της σύγκρουσης συμφερόντων που βιώνει η Επιτροπή μεταξύ του ρόλου της στην Τρόικα και της ευθύνης της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών και του κοινοτικού κεκτημένου·

47.  καλεί τη Διαμεσολαβήτρια να διασφαλίσει ότι η Επιτροπή θα βοηθήσει στη δημιουργία υποδομής με νομικές συμβουλές για τις ΕΠΠ καθώς και στη δημιουργία Νομικού Πλαισίου που να προστατεύει τα μέλη της ΕΠΠ

48.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα και την έκθεση της Επιτροπής Αναφορών στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, την Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια, τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών, καθώς και στους διαμεσολαβητές ή τα αντίστοιχα αρμόδια όργανα των κρατών μελών.

(1)

ΕΕ L 113 της 4.5.2016, σ. 15.

(2)

Σχέδιο απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 22ας Απριλίου 2008, για τροποποίηση της απόφασής του 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ της 9ης Mαρτίου 1994 σχετικά με το καθεστώς του Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (ΕΕ C 259 E της 29.10.2009, σ. 116).


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή κατά το 2017 υποβλήθηκε επισήμως στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 22 Μαΐου 2018, η δε Διαμεσολαβήτρια, Emily O’Reilly, παρουσίασε την έκθεσή της στην Επιτροπή Αναφορών στις Βρυξέλλες, στις 16 Μαΐου 2018·

Ο θεσμός του Διαμεσολαβητή κατοχυρώνεται στα άρθρα 24 και 228 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

Το άρθρο 24 της ΣΛΕΕ, καθώς και το άρθρο 43 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, προβλέπουν το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

Σύμφωνα με το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, ο οποίος εκλέγεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είναι αρμόδιος να δέχεται τις καταγγελίες όλων των πολιτών της Ένωσης ή των φυσικών ή νομικών προσώπων που κατοικούν ή έχουν την καταστατική τους έδρα σε κράτος μέλος, σχετικά με περιπτώσεις κακής διοίκησης στα πλαίσια της δράσης των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, με εξαίρεση το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών του καθηκόντων.

Ως κακοδιοίκηση νοείται η ανεπάρκεια ή η αναποτελεσματικότητα της διοίκησης. Αυτό συμβαίνει όταν ένα θεσμικό όργανο δεν ενεργεί σύμφωνα με τον νόμο, δεν τηρεί τις αρχές της χρηστής διοίκησης ή παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Μια βασική πτυχή της των ισχυουσών Συνθηκών, η οποία συνδέεται στενά με τις δραστηριότητες του Διαμεσολαβητή, περιλαμβάνεται στο άρθρο 15 της ΣΛΕΕ. Όντως, το άρθρο 15 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης προκειμένου να προωθήσουν τη χρηστή διακυβέρνηση και να διασφαλίσουν τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών διεξάγουν τις εργασίες τους όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά. Επιπλέον, προβλέπει ότι κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.

Μια επιπλέον βασική συνιστώσα, που συνδέεται ιδιαιτέρως με τον ρόλο του Διαμεσολαβητή, αποτελεί το άρθρο 41 παράγραφος 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων όπου επισημαίνεται ότι «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης».

Το 2017, 15 837 πολίτες προσέφυγαν στις υπηρεσίες της Διαμεσολαβήτριας, εξ αυτών δε 12 521 έλαβαν συμβουλές μέσω του διαδραστικού οδηγού που περιέχεται στον ιστότοπο της Διαμεσολαβήτριας, ενώ από τα υπόλοιπα αιτήματα 1 135 διαβιβάστηκαν σε άλλες υπηρεσίες προς ενημέρωση και 2 181 εξετάστηκαν από τη Διαμεσολαβήτρια ως καταγγελίες.

Από 2 181 συνολικά καταγγελίες που επεξεργάστηκε το 2017 η Διαμεσολαβήτρια, οι 711 ενέπιπταν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της ενώ οι 1 169 όχι·

Το 2017 η Διαμεσολαβήτρια κίνησε 447 διαδικασίες έρευνας, εκ των οποίων 433 βάσει καταγγελίας και 14 αυτεπάγγελτα, ενώ περάτωσε 363 έρευνες (348 βάσει καταγγελίας και 15 αυτεπάγγελτα). Οι περισσότερες από τις έρευνες αφορούσαν την Επιτροπή (256 έρευνες ή 57,3 %), ακολουθούμενη από τους οργανισμούς της ΕΕ (35 έρευνες ή 12,3 %), την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) (34 έρευνες ή 7,6 %), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (22 έρευνες ή 4,9 %), την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) (17 έρευνες ή 3,8 %), την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (16 έρευνες ή 3,6 %) και άλλα θεσμικά όργανα (67 έρευνες ή 15 %).

Τα τρία βασικά θέματα προβληματισμού της Διαμεσολαβήτριας στις έρευνες που περατώθηκαν το 2017 αφορούσαν: τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες και έγγραφα (20,6 %), την υπηρεσιακή νοοτροπία (16,8 %) και τον σεβασμό των διαδικαστικών δικαιωμάτων (16,5 %). Αντικείμενο προβληματισμού αποτέλεσαν επίσης ζητήματα δεοντολογίας, η συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων της ΕΕ, η ορθή χρήση της διακριτικής ευχέρειας, μεταξύ άλλων σε διαδικασίες επί παραβάσει, η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των δημόσιων διαγωνισμών της ΕΕ, των επιχορηγήσεων και των συμβάσεων της ΕΕ, οι προσλήψεις και η ορθή διαχείριση ζητημάτων που αφορούν το προσωπικό της ΕΕ.

Η εισηγήτρια εκτιμά ότι η στρατηγική που εφαρμόζει η Διαμεσολαβήτρια, με στόχο την αύξηση της προβολής της Υπηρεσίας της, οδήγησε σε αύξηση του συνολικού αριθμού καταγγελιών που εξετάστηκαν το 2017, από 1880 σε 2184, καθώς και σε αύξηση του αριθμού των καταγγελιών που ελήφθησαν και που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Διαμεσολαβήτριας από 711 σε 751.

Σε συνάρτηση με το στρατηγικό της έργο το 2017, η Υπηρεσία του Διαμεσολαβητή περάτωσε τέσσερις στρατηγικές έρευνες και άνοιξε τέσσερις νέες όσον αφορά τη διαφάνεια στο Συμβούλιο· το θέμα της μεταπήδησης από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα πρώην μελών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής· την προσβασιμότητα των δικτυακών τόπων της Επιτροπής από άτομα με αναπηρία και δραστηριότητες πριν από την υποβολή σχετικά με αξιολογήσεις φαρμάκων από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων. Η Διαμεσολαβήτρια ανέλαβε οκτώ στρατηγικές πρωτοβουλίες όσον αφορά, μεταξύ άλλων θεμάτων, τη διαφάνεια της δράσης των ομάδων συμφερόντων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τη βελτίωση της Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Πολιτών (ΕΠΠ)· τους κανόνες μεταπήδησης από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα σε διάφορα όργανα και οργανισμούς της ΕΕ, και περάτωσε έξι στρατηγικές πρωτοβουλίες.

Η εισηγήτρια σημειώνει με ανησυχία ότι οι έρευνες σχετικά με τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, συμπεριλαμβανομένων των ερευνών σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες και έγγραφα, εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο ποσοστό υποθέσεων τις οποίες χειρίστηκε η Διαμεσολαβήτρια το 2017.

Η εισηγήτρια υπογραμμίζει ότι η ΕΕ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη χειρότερη οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση από την ίδρυσή της. Όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ θα πρέπει να αισθάνονται την υποχρέωση να διασφαλίζουν πλήρη διαφάνεια και τα υψηλότερα πρότυπα δεοντολογίας και λογοδοσίας.

Σύμφωνα με την εισηγήτρια, η μη αποτελεσματική προσέγγιση που υιοθετήθηκε μέχρι σήμερα από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ όσον αφορά την αντιμετώπιση της έλλειψης διαφάνειας τόσο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ όσο και στις δραστηριότητες των ομάδων συμφερόντων, καθώς και σε άλλα σημαντικά δεοντολογικά ζητήματα εντός των θεσμικών οργάνων συμβάλλει, δυστυχώς, στην περαιτέρω υπονόμευση της εικόνας της ΕΕ καθώς και στην απογοήτευση και δυσαρέσκεια των πολιτών.

Από την άποψη αυτή, η εισηγήτρια υπενθυμίζει ότι η ΕΕ εξακολουθεί να μην υιοθετεί ένα υποχρεωτικό και νομικά δεσμευτικό μητρώο διαφάνειας της ΕΕ για να εξασφαλίσει πλήρη διαφάνεια όσον αφορά την εκπροσώπηση συμφερόντων σε όλα τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ και σε τρίτα μέρη. Επιπλέον, η εισηγήτρια υπογραμμίζει ότι οι νομοθετικές διατάξεις της ΕΕ για την πρόσβαση σε έγγραφα είναι πεπαλαιωμένες. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, στην πραγματικότητα, δεν αποτυπώνει πλέον την τρέχουσα νομική κατάσταση και τις θεσμικές πρακτικές που εφαρμόζονται από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ.

Πιστεύει επίσης ότι αξίζει να αναφερθούν δύο από τα σημαντικότερα ζητήματα δεοντολογίας που ανέκυψαν κατά το 2017.

Το πρώτο αφορά τη συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 2017 μεταξύ του πρώην Προέδρου της Επιτροπής Manuel Barroso και του νυν Αντιπροέδρου της Επιτροπής, που καταχωρίστηκε ως επίσημη συνεδρίαση με την Goldman Sachs, για την οποία η Διαμεσολαβήτρια τόνισε ότι η ακριβής φύση της δεν ήταν σαφής και ότι υπάρχουν κατανοητές ανησυχίες ότι ο πρώην Πρόεδρος χρησιμοποιεί την προηγούμενη ιδιότητά του και τις επαφές του με προηγούμενους συναδέλφους για να ασκήσεις επιρροή και να αποκτήσει πληροφορίες.

Το δεύτερο συνίσταται στο ότι ο Πρόεδρος της ΕΚΤ εξακολούθησε να είναι μέλος της Ομάδας των 30 (G30), ενός ιδιωτικού οργανισμού του οποίου τα μέλη περιλαμβάνουν εκπροσώπους τραπεζών που τελούν είτε άμεσα είτε έμμεσα υπό την εποπτεία της ΕΚΤ, παρά τη σύσταση της Διαμεσολαβήτριας να αναστείλει τη συμμετοχή του.

Η εισηγήτρια τονίζει ότι τόσο η «υπόθεση Barroso» όσο και το ότι ο Πρόεδρος της ΕΚΤ συνέχισε να είναι μέλος της G30 κατέδειξαν περαιτέρω την επείγουσα ανάγκη να εφαρμοστούν αυστηρότεροι ηθικοί και δεοντολογικοί κανόνες και αυστηρότερα πρότυπα σε όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ με σκοπό να διασφαλιστεί η τήρηση του καθήκοντος ακεραιότητας και διακριτικής ευχέρειας, καθώς και πλήρης ανεξαρτησία από τον ιδιωτικό τομέα.

Η εισηγήτρια επιθυμεί επίσης να επισημάνει τις περιπτώσεις κακής διοίκησης που διαπίστωσε η Διαμεσολαβήτρια σε συνάρτηση με την παράλειψη του Συμβουλίου να καταγράψει τα κράτη μέλη που τοποθετούνται στο πλαίσιο μιας νομοθετικής διαδικασίας αλλά και λόγω έλλειψης διαφάνειας από πλευράς Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα νομοθετικά του έγγραφα.

Η εισηγήτρια επισημαίνει ότι το Δικαστήριο της ΕΕ (ΔΕΕ) έχει αποφανθεί ότι οι αρχές της δημοσιότητας και της διαφάνειας είναι σύμφυτες με τη νομοθετική διαδικασία της ΕΕ και ότι οι πολίτες πρέπει να παρακολουθούν λεπτομερώς τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στα θεσμικά όργανα της ΕΕ και να έχουν πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες προκειμένου να ασκούν πλήρως τα δημοκρατικά τους δικαιώματα.

Ως εκ τούτου, η εισηγήτρια υπογραμμίζει την ανάγκη πλήρους διαφάνειας κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ, δεδομένου ότι σε ένα σύστημα που βασίζεται στην αρχή της δημοκρατικής νομιμότητας όλα τα θεσμικά όργανα πρέπει να είναι πλήρως υπόλογα στο κοινό για τις πράξεις τους.

Η εισηγήτρια πιστεύει ότι η Διαμεσολαβήτρια διαδραματίζει καίριο ρόλο στη διασφάλιση της πλήρους διαφάνειας και αμεροληψίας όσον αφορά τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και τη διοίκηση της ΕΕ με σκοπό την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών και επιδοκιμάζει την έρευνα της Διαμεσολαβήτριας σε σχέση με τις άτυπες διαπραγματεύσεις μεταξύ των τριών κύριων θεσμικών οργάνων της ΕΕ («τριμερείς διάλογοι»).

Κατά τη διάρκεια του 2017, η Διαμεσολαβήτρια τόνισε ότι ενδέχεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, να επιδιώξει να αξιολογήσει κατά πόσον οι επιστημονικοί φορείς της ΕΕ διαθέτουν τις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις για να διασφαλιστεί ότι οι παρεχόμενες επιστημονικές συμβουλές είναι όσο το δυνατόν πληρέστερες και ανεξάρτητες και κατά πόσο οι εν λόγω εγγυήσεις έχουν εφαρμοστεί ορθά σε κάθε σχετική διαδικασία.

Στο πλαίσιο αυτό, η εισηγήτρια επισημαίνει ότι τα επιστημονικά στοιχεία και οι διαδικασίες που χρησιμοποιούνται σε επίπεδο ΕΕ, τα οποία οδήγησαν σε εγκρίσεις, μεταξύ άλλων, γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών, φυτοφαρμάκων και της γλυφοσάτης, προκάλεσαν σημαντικές επικρίσεις και ευρεία δημόσια συζήτηση. Ως εκ τούτου, η εισηγήτρια καλεί τη Διαμεσολαβήτρια να ξεκινήσει μια στρατηγικού χαρακτήρα έρευνα προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσον τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ, όπως ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων, διασφαλίζουν ότι η συλλογή και η εξέταση των επιστημονικών στοιχείων είναι πλήρως ανεξάρτητη, διαφανής, ακριβής και απαλλαγμένη από συγκρούσεις συμφερόντων, καθώς και κατά πόσον εφαρμόζονται κατάλληλες πολιτικές και διαδικαστικές εγγυήσεις.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

21.11.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

26

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Margrete Auken, Beatriz Becerra Basterrechea, Andrea Cozzolino, Pál Csáky, Miriam Dalli, Rosa Estaràs Ferragut, Eleonora Evi, Τάκης Χατζηγεωργίου, Peter Jahr, Rikke-Louise Karlsson, Svetoslav Hristov Malinov, Lukas Mandl, Νότης Μαριάς, Ana Miranda, Miroslavs Mitrofanovs, Gabriele Preuß, Ελένη Θεοχάρους, Cecilia Wikström

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Rosa D’Amato, Urszula Krupa, Κωνσταντίνα Κούνεβα, Julia Pitera, Ángela Vallina

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Asim Ademov, Adam Szejnfeld, Mihai Ţurcanu


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

26

+

ALDE

ECR

EFDD

GUE/NGL

NI

PPE

S&D

Verts/ALE

Beatriz Becerra Basterrechea, Cecilia Wikström

Urszula Krupa, Νότης Μαριάς, Ελένη Θεοχάρους

Rosa D'Amato, Eleonora Evi

Τάκης Χατζηγεωργίου, Κωνσταντίνα Κούνεβα, Ángela Vallina

Rikke‑Louise Karlsson

Asim Ademov, Pál Csáky, Rosa Estaràs Ferragut, Peter Jahr, Svetoslav Hristov Malinov, Lukas Mandl, Julia Pitera, Adam Szejnfeld, Mihai Ţurcanu

Andrea Cozzolino, Miriam Dalli, Gabriele Preuß

Margrete Auken, Ana Miranda, Miroslavs Mitrofanovs

0

-

0

0

0

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Τελευταία ενημέρωση: 7 Δεκεμβρίου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου