Διαδικασία : 2017/2023(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0465/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0465/2018

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 17/01/2019 - 10.5

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0037

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 725kWORD 66k
13.12.2018
PE 622.144v06-00 A8-0465/2018

σχετικά με τις διασυνοριακές αιτήσεις επιστροφής έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν σε περίοδο ενόπλων συγκρούσεων και πολέμων

(2017/2023(INI))

Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

Εισηγητής: Pavel Svoboda

Συντάκτης γνωμοδότησης (*):Νικόλαος Χουντής, Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας

(*) Διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών– Άρθρο 54 του Κανονισμού

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τις διασυνοριακές αιτήσεις επιστροφής έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν σε περίοδο ενόπλων συγκρούσεων και πολέμων

(2017/2023(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση της Χάγης του 1954 για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης, καθώς και το δεύτερο πρωτόκολλο στη Σύμβαση αυτή, του Μαρτίου 1999,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 14ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την επιστροφή των λεηλατημένων περιουσιών στις εβραϊκές κοινότητες(1), και της 16ης Ιουλίου 1998, σχετικά με την επιστροφή των περιουσιών των θυμάτων του Ολοκαυτώματος(2),

–  έχοντας υπόψη τη δέσμη μέτρων του Δεκεμβρίου 2016 για την ενίσχυση της ικανότητας της ΕΕ να καταπολεμήσει τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, και την τήρηση των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν στο σχέδιο δράσης για την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, της 2ας Φεβρουαρίου 2016 (COM(2016)0050), καθώς και την πρότασή του για την έκδοση κανονισμού σχετικά με την εισαγωγή πολιτιστικών αγαθών (COM(2017)0375),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 30ής Απριλίου 2015, σχετικά με την καταστροφή τόπων πολιτισμικής σημασίας που διαπράττεται από το Ισλαμικό Κράτος (ISIS/Da’esh)(3),

–  έχοντας υπόψη τη σύμβαση UNIDROIT για τα κλαπέντα ή παρανόμως εξαχθέντα πολιτιστικά αγαθά, της 24ης Ιουνίου 1995,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2014/60/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος κράτους μέλους(4),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 116/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με την εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών(5),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις(6), και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 4,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 17ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με το νομικό πλαίσιο για την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών εντός της εσωτερικής αγοράς, η ιδιοκτησία των οποίων είναι πιθανό να αμφισβητηθεί(7),

–  έχοντας υπόψη τη μελέτη της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικών Πολιτικών, του 2016, με θέμα «Διασυνοριακές αιτήσεις επιστροφής έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν σε περίοδο ενόπλων συγκρούσεων και πολέμων και εναλλακτικές λύσεις έναντι της δικαστικής διαμάχης»,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (8),

–  έχοντας υπόψη τη σύμβαση της UNESCO, της 14ης Νοεμβρίου 1970, σχετικά με τα μέτρα για την απαγόρευση και πρόληψη της παράνομης εισαγωγής, εξαγωγής και μεταβίβασης κυριότητας των πολιτιστικών αγαθών,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου 14232/12, της 4ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τη δημιουργία ενός ανεπίσημου δικτύου αρχών επιβολής του νόμου και εμπειρογνωμοσύνης, αρμόδιου στον τομέα των πολιτιστικών αγαθών (EU CULTNET),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας (A8-0465/2018),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την Interpol, η μαύρη αγορά έργων τέχνης καθίσταται εξίσου κερδοφόρα με την αγορά ναρκωτικών, όπλων και προϊόντων παραποίησης/απομίμησης·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την εκτίμηση επιπτώσεων που διενήργησε η Επιτροπή στο πλαίσιο της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εισαγωγή πολιτιστικών αγαθών (COM(2017)0375), οι παγκόσμιες πωλήσεις αρχαιοτήτων αφορούν κατά το 80 έως 90% αγαθά παράνομης προέλευσης·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολιτιστική κληρονομιά συνιστά ένα από τα βασικά στοιχεία του πολιτισμού, μεταξύ άλλων, λόγω της συμβολικής αξίας της και της συνεισφοράς της στην πολιτιστική μνήμη της ανθρωπότητας και την ενότητα των λαών· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τελευταία χρόνια έχει διαπραχθεί σειρά εγκλημάτων κατά της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς από αντιμαχόμενες ομάδες και τρομοκρατικές οντότητες σε ολόκληρο τον κόσμο, ότι πολύτιμα έργα τέχνης, γλυπτά και αρχαιολογικά αντικείμενα πωλούνται και εισάγονται στην ΕΕ από ορισμένες τρίτες χώρες, και ότι τα κέρδη ενδέχεται να χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι σημαντικό να υπάρξει ρητή δέσμευση για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών, όπως έργα τέχνης που λεηλατήθηκαν κατά τη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων και πολέμων στη Λιβύη, τη Συρία και το Ιράκ· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πολιτιστικά αγαθά έχουν μεγάλη πολιτιστική, καλλιτεχνική, ιστορική και επιστημονική σημασία και πρέπει να προστατεύονται από την παράνομη ιδιοποίηση και τη λεηλασία·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, λίγο μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, έγιναν προσπάθειες για την εύρεση λεηλατημένων αγαθών και την επιστροφή τους στη χώρα προέλευσής τους·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για δίκαιες διαδικασίες και αποζημίωση των θυμάτων, καθώς και με το καταστατικό και τις συμβάσεις της UNESCO για την προστασία της κληρονομιάς, πρέπει να διασφαλίζεται η επιστροφή των αντικειμένων που διατίθενται στο εμπόριο ή/και προέρχονται από παράνομες ανασκαφές ή έχουν αποκτηθεί παράνομα·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Αρχές της Διάσκεψης της Ουάσιγκτον για τα κατασχεθέντα από τους Ναζί έργα τέχνης, το Φόρουμ του Βίλνιους και η Διακήρυξη του Τερεζίν για τις περιουσίες της εποχής του Ολοκαυτώματος και συναφή ζητήματα, έδωσαν έμφαση στη σημασία της επιστροφής όσον αφορά ατομικά ακίνητα περιουσιακά στοιχεία· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός των έργων τέχνης που έχουν επιστραφεί μετά το συνέδριο της Ουάσιγκτον εκτιμάται ότι είναι μεταξύ 1.000 και 2.000(9)· λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχει πλήρης κατάλογος των έργων που έχουν επιστραφεί τα τελευταία χρόνια·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα έργα τέχνης δεν έχουν ακόμη βρεθεί και εκκρεμεί η επιστροφή τους στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους ή στους κληρονόμους τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά τη Διάσκεψη της Ουάσιγκτον, το 1998, ο Jonathan Petropoulos προέβη στην εκτίμηση ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη είχαν κλαπεί περίπου 650.000 έργα τέχνης, και ο Ronald Lauder δήλωσε ότι εξακολουθούσαν να λείπουν 11.000 αντικείμενα τέχνης, αξίας από 10 έως 30 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ την εποχή εκείνη (1998)· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διάσκεψη για τα αιτήματα επιστροφής και ο WJRO απαντούν συνήθως ότι δεν υπάρχουν ακριβείς εκτιμήσεις: εκλάπησαν περίπου 650.000 έργα τέχνης, εκ των οποίων περί τα 100.000 δεν έχουν ακόμη βρεθεί·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προσφεύγοντες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν νομικά προβλήματα, αφενός, λόγω της συχνά ιδιάζουσας φύσης των αξιώσεών τους και, αφετέρου, λόγω της εκπνοής των μεταπολεμικών νόμων περί επιστροφής, της μη αναδρομικότητας των συμβατικών κανόνων, της απουσίας ορισμού για τα λεηλατημένα «έργα τέχνης», των διατάξεων περί αποσβεστικής προθεσμίας για τις αξιώσεις ή των διατάξεων περί χρησικτησίας και καλής πίστης·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αιτήσεις επιστροφής λεηλατημένων έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών αντιμετωπίζονται κυρίως μέσω του δημόσιου διεθνούς δικαίου· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εν λόγω κανόνες πρέπει να συμπληρωθούν με αυστηρότερους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανεπαρκώς ανεπτυγμένη διάσταση του ιδιωτικού δικαίου, τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συμβάλλει στην ανασφάλεια δικαίου σε περιπτώσεις διασυνοριακής επιστροφής λεηλατημένων έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών, όχι μόνον όσον αφορά τις ολοκληρωμένες συναλλαγές έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν από τους Ναζί αλλά και μελλοντικές υποθέσεις·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχει νομοθεσία της ΕΕ που να διέπει ρητά και πλήρως τις αξιώσεις επιστροφής για έργα τέχνης και πολιτιστικά αγαθά που λεηλατήθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις από ιδιώτες·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η UNESCO, σε συνδυασμό με μεγάλους οίκους δημοπρασιών, μουσεία και αναγνωρισμένους συλλέκτες στην Ευρώπη, αναπτύσσει προηγμένη έρευνα για την προέλευση των έργων αυτών προκειμένου να είναι σε θέση να τα επιστρέψει στους ιδιοκτήτες τους·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM) δημοσιεύει «κόκκινους καταλόγους» κατηγοριών αντικειμένων που είναι ευάλωτα στην παράνομη διακίνηση για περισσότερο από μια δεκαετία, με σκοπό τη συμπλήρωση της βάσης δεδομένων της Ιντερπόλ για τα κλεμμένα αντικείμενα·

1.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν υπήρξε σχεδόν καμία συνέχεια στο ψήφισμά του σχετικά με το νομικό πλαίσιο για την ελεύθερη κυκλοφορία εντός της εσωτερικής αγοράς αγαθών των οποίων η κυριότητα είναι πιθανό να αμφισβητηθεί, στο πλαίσιο του οποίου το Κοινοβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να εκπονήσει μελέτη σχετικά με ορισμένες πτυχές του αστικού και του δικονομικού δικαίου, την αναζήτηση της προέλευσης, τα συστήματα καταχώρισης σε κατάλογο, τους μηχανισμούς εξωδικαστικού συμβιβασμού των διαφορών και τη σκοπιμότητα σύστασης μιας διασυνοριακής διοικητικής αρχής που θα έχει συντονιστικό ρόλο· θεωρεί ότι το άρθρο 81 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) θα μπορούσε να αποτελέσει τη νομική βάση για την ανάθεση εξουσιών στην Ένωση για την ανάληψη δράσης στον τομέα αυτόν·

2.  υπογραμμίζει ότι η λεηλασία έργων τέχνης και άλλων πολιτιστικών αγαθών κατά τη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων και πολέμων, καθώς και εν καιρώ ειρήνης, αποτελεί σημαντική κοινή ανησυχία, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί τόσο στο επίπεδο της πρόληψης όσο και στο επίπεδο της επιστροφής λεηλατημένων πολιτιστικών αγαθών, με σκοπό να προστατευτεί και να διασφαλιστεί η ακεραιότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς και της ταυτότητας κοινωνιών, κοινοτήτων, ομάδων και ατόμων·

3.  σημειώνει ότι δεν έχει δοθεί η δέουσα προσοχή σε επίπεδο ΕΕ στην επιστροφή των έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν, εκλάπησαν ή αποκτήθηκαν παράνομα, μεταξύ άλλων σε ένοπλες συγκρούσεις, ιδίως στους τομείς του ιδιωτικού δικαίου, του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και της πολιτικής δικονομίας· καλεί την Επιτροπή να προστατεύει, να υποστηρίζει και να ενθαρρύνει τις διασυνοριακές αξιώσεις επιστροφής πολιτιστικών αγαθών που έχουν μετακινηθεί και υπεξαιρεθεί, ως αποτέλεσμα κρατικών νομιμοποιημένων πράξεων διαρπαγής και λεηλασίας κατά τη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εκδώσουν συστάσεις και κατευθυντήριες γραμμές για την αύξηση της ευαισθητοποίησης σχετικά με την ανάγκη στήριξης των εθνικών θεσμικών οργάνων στα κράτη μέλη στο θέμα των αιτήσεων επιστροφής·

4.  τονίζει ότι θεσμοί όπως η UNESCO και η Ιντερπόλ ζητούν την ενίσχυση της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και την ενδυνάμωση των κρατών ώστε να θέσουν σε εφαρμογή μέτρα για τη διευκόλυνση της επιστροφής·

5.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία σχετικά με την ακριβή κλίμακα των λεηλασιών και του παράνομου εμπορίου πολιτιστικής περιουσίας· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καταρτίσουν αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία σε αυτόν τον τομέα·

6.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι οι περισσότερες τρέχουσες πολιτικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες εστιάζουν αποκλειστικά στο δημόσιο, διοικητικό ή/και ποινικό δίκαιο· τονίζει ότι, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο ρυθμιστικό πλαίσιο, το ιδιωτικό δίκαιο πρέπει να λαμβάνεται περισσότερο υπόψη· καλεί τις αρμόδιες αρχές να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα και να αναλάβουν όλες τις κατάλληλες πρωτοβουλίες για την επίτευξη αυτού του στόχου·

7.  θεωρεί ότι απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση προκειμένου να χυθεί φως στο σκοτεινό πεδίο του παράνομου εμπορίου πολιτιστικής περιουσίας και να αποκτηθούν καλύτερες πληροφορίες σχετικά με την κλίμακα, τη δομή και το μέγεθός του, π.χ. μέσω του έργου ILLICID που διεξάγεται τώρα στη Γερμανία·

8.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την αναγνώριση από ορισμένα κράτη μέλη ότι χρειάζεται να αντιμετωπιστούν τα συγκεκριμένα προβλήματα που συνδέονται με αξιώσεις επιστροφής έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν, κλάπηκαν ή αποκτήθηκαν παράνομα σε ένοπλες συγκρούσεις και πολέμους, προκειμένου να βρεθούν νομικές λύσεις που να διασφαλίζουν τα περιουσιακά δικαιώματα των ιδιωτών, των κρατικών και τοπικών κυβερνητικών φορέων και θρησκευτικών ενώσεων που στερήθηκαν άδικα τα έργα τέχνης τους κατά τη διάρκεια ένοπλης σύγκρουσης ή πολέμου·

9.  τονίζει τη σημασία της αύξησης της συλλογικής ευαισθητοποίησης για την καταγγελία των παράνομων αυτών πρακτικών και υπενθυμίζει ότι κάθε αντικείμενο που αφαιρείται από τον ιδιοκτήτη του αντιπροσωπεύει έναν ιστορικό και επιστημονικό θησαυρό που χάνεται για πάντα·

10.  επισημαίνει ότι ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών και της ανάπτυξης μιας παράνομης αγοράς έργων τέχνης, καθώς και υποστήριξης της επιστροφής τους, είναι η προώθηση της ανάπτυξης θεμιτών πρακτικών στο εμπόριο έργων τέχνης και της επιστροφής από διακρατική και παγκόσμια προοπτική, τόσο ως προς το επιδιωκόμενο προληπτικό αποτέλεσμα όσο και με στόχο την τιμωρία των δραστών·

11.  φρονεί ότι, προκειμένου να υπάρξει μια δέσμη κανόνων που θα μπορεί να αποτρέπει αποτελεσματικά τη λεηλασία και τη λαθρεμπορία έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών, και προκειμένου να επιτευχθεί μια πλήρως διαφανής, υπεύθυνη και ηθική παγκόσμια αγορά αντικειμένων καλλιτεχνικής αξίας, η Επιτροπή θα πρέπει να επιδιώξει τη συνεργασία με τρίτες χώρες με σκοπό τη δημιουργία σχέσεων γόνιμης συνεργασίας, λαμβανομένων υπόψη, προς τον σκοπό αυτόν, των αρχών που διατυπώνονται στη σύμβαση UNIDROIT του 1995 για τα κλαπέντα ή παρανόμως εξαχθέντα πολιτιστικά αγαθά·

12.  θεωρεί ότι νομοθετικές ενέργειες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της διάστασης του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ενδείκνυνται μόνο για μελλοντικές συναλλαγές·

13.  θεωρεί ότι είναι καιρός να τεθεί τέρμα στα χρόνια των δολιχοδρομήσεων και των λεπτών διαφοροποιήσεων, προκειμένου να δημιουργηθεί μια υπεύθυνη και ηθική ευρωπαϊκή αγορά έργων τέχνης· ζητεί από την Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, να προσδιορίσει τα μέτρα αστικού δικαίου που θα συμβάλουν στην επίλυση των δυσχερών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ιδιώτες που επιδιώκουν την επιστροφή των έργων τέχνης που τους ανήκουν· ταυτόχρονα, καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει ένα νέο πλαίσιο συζητήσεων για τον προσδιορισμό βέλτιστων πρακτικών και λύσεων για το παρόν και το μέλλον·

14.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόταση της Επιτροπής για κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εισαγωγή πολιτιστικών αγαθών, της 13ης Ιουλίου 2017 (COM(2017)0375), καθώς και για τις τροπολογίες στην πρόταση που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 25 Οκτωβρίου 2018· λαμβανομένου υπόψη του συνολικού φάσματος της αγοράς έργων τέχνης και του αριθμού των αντικειμένων που βρίσκονται στα χέρια ιδιωτών, επαναλαμβάνει ότι είναι αναγκαίες περαιτέρω προσπάθειες όσον αφορά τη διασυνοριακή επιστροφή έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις και πολέμους· υπογραμμίζει ότι η έρευνα προέλευσης και η ευρωπαϊκή συνεργασία έχουν αποδειχθεί χρήσιμες για την ταυτοποίηση αντικειμένων που λεηλατήθηκαν και, στη συνέχεια, για την επιστροφή τους, ενώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, απέτρεψαν τη χρηματοδότηση τρομοκρατικών ομάδων ή πολέμων·

15.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, λόγω της απουσίας, της χαλαρής εφαρμογής ή των διαφορών των κανόνων στα κράτη μέλη όσον αφορά την έρευνα προέλευσης και τη δέουσα επιμέλεια, πολλές διασυνοριακές αιτήσεις επιστροφής δεν μπορούν να διεκπεραιωθούν με αποτελεσματικό και συντονισμένο τρόπο, γεγονός που ενδέχεται να ενθαρρύνει τη λεηλασία και την παράνομη διακίνηση και να προσφέρει κίνητρα στο λαθρεμπόριο· σημειώνει ότι, λόγω της έλλειψης κοινών προτύπων, η εφαρμοστέα διαδικασία είναι συχνά ασαφής για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, μεταξύ άλλων μουσεία, εμπόρους έργων τέχνης, συλλέκτες, τουρίστες και ταξιδιώτες· ζητεί, συνεπώς, από την Επιτροπή να εναρμονίσει τους κανόνες σχετικά με την έρευνα προέλευσης και να ενσωματώσει ορισμένες βασικές αρχές της σύμβασης UNIDROIT του 1995 για τα κλαπέντα ή παρανόμως εξαχθέντα πολιτιστικά αγαθά σε νομοθετική πράξη·

16.   τονίζει ότι είναι απολύτως αναγκαία η συστηματική προσφυγή σε υψηλής ποιότητας και ανεξάρτητη έρευνα προέλευσης για τον εντοπισμό λεηλατημένων έργων τέχνης, τη διευκόλυνση της επιστροφής τους στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, τη διαμόρφωση μιας πιο διαφανούς και υπεύθυνης αγοράς έργων τέχνης και την αποτελεσματική πρόληψη και αποτροπή λεηλασιών και λαθρεμπορίας έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών σε περιβάλλοντα ένοπλων συγκρούσεων και πολέμων· σημειώνει τις δυνατότητες που προσφέρουν τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά μέσα προς αυτή την κατεύθυνση· ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν και να υποστηρίξουν ειδικά προγράμματα κατάρτισης σε έρευνα προέλευσης, σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο, προκειμένου να μπορέσουν όσοι εμπλέκονται στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου πολιτιστικών αγαθών να αναπτύξουν και να βελτιώσουν την εμπειρογνωμοσύνη τους, μεταξύ άλλων μέσω διασυνοριακών έργων·

17.  θεωρεί ότι η έρευνα προέλευσης συνδέεται στενά με την υποχρέωση δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζεται κατά την απόκτηση έργων τέχνης και ότι αποτελεί σημαντικό ζήτημα για όλους τους παράγοντες της αγοράς έργων τέχνης, καθώς η εν γνώσει ή εξ αμελείας απόκτηση έργων τέχνης που αποτελούν προϊόν κλοπής τιμωρείται σύμφωνα με ορισμένα εθνικά δίκαια·

18.  θεωρεί ότι θα πρέπει προφανώς να ληφθεί μέριμνα για τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης καταγραφής όλων των πολιτιστικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των πολιτιστικών αγαθών εβραϊκής κυριότητας που λεηλατήθηκαν από τους Ναζί και τους συμμάχους τους, από τη στιγμή της λεηλασίας τους μέχρι σήμερα· ζητεί από την Επιτροπή να υποστηρίξει ένα σύστημα καταλογογράφησης, το οποίο θα χρησιμοποιείται τόσο από δημόσιους φορείς όσο και από ιδιωτικές συλλογές τέχνης, για την από κοινού συλλογή στοιχείων σχετικά με την κατάσταση των λεηλατηθέντων, κλαπέντων ή παρανόμως αποκτηθέντων πολιτιστικών αγαθών και την ακριβή πορεία των υφιστάμενων δικαστικών διεκδικήσεων· παροτρύνει την Επιτροπή να στηρίξει τα έργα ψηφιοποίησης που αναμένεται να δημιουργήσουν νέες ή να συνδέσουν υφιστάμενες ψηφιακές βάσεις δεδομένων, προκειμένου να διευκολυνθεί η ανταλλαγή των εν λόγω δεδομένων και η έρευνα προέλευσης·

19.  θεωρεί ότι, για να διευκολυνθεί η ορθή έρευνα προέλευσης, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός όσο το δυνατόν λεπτομερέστερου αρχείου εγγράφων ή μητρώου συναλλαγών· ζητεί από την Επιτροπή να υποστηρίξει ενεργά την εκπόνηση κοινών κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τα εν λόγω μητρώα και να εγκρίνει κατάλληλα μέτρα για να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν γενική υποχρέωση των επαγγελματιών της αγοράς έργων τέχνης να τηρούν ένα τέτοιο μητρώο συναλλαγών και, γενικότερα, να συμμορφώνονται προς τη σύμβαση UNIDROIT του 1995 για τα κλαπέντα ή παρανόμως εξαχθέντα πολιτιστικά αγαθά·

20.  παροτρύνει την Επιτροπή να ενθαρρύνει και να στηρίξει οικονομικά τις δραστηριότητες έρευνας προέλευσης σε ολόκληρη την Ένωση· προτείνει να διοργανώσει η Επιτροπή ένα φόρουμ συζήτησης για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και την εξεύρεση των καλύτερων λύσεων για το παρόν και το μέλλον·

21.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο θέσπισης ειδικού εναλλακτικού μηχανισμού επίλυσης διαφορών για τη διαχείριση αιτήσεων επιστροφής λεηλατημένων έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών, με σκοπό την υπέρβαση των υφιστάμενων νομικών εμποδίων, όπως μια υβριδική μορφή διαιτησίας και διαμεσολάβησης· τονίζει ότι είναι σημαντικό να υπάρχουν σαφείς κανόνες και διαφανείς και ουδέτερες διαδικασίες·

22.  σημειώνει ότι οι αποσβεστικές προθεσμίες συχνά δημιουργούν δυσκολίες για τους ενάγοντες σε υποθέσεις επιστροφής· ζητεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει το θέμα και να επιτύχει τη σωστή ισορροπία για τις αποσβεστικές προθεσμίες που ισχύουν για τις αξιώσεις επιστροφής έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων των αξιώσεων επιστροφής έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν από τους Ναζί, οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την προστασία των συμφερόντων τόσο των θυμάτων της λεηλασίας και της κλοπής όσο και της αγοράς· θεωρεί ότι ο νόμος των ΗΠΑ περί ανάκτησης έργων τέχνης που δημεύθηκαν κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως υπόδειγμα·

23.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο λήψης νομοθετικών μέτρων για την ενίσχυση του νομικού συστήματος όσον αφορά διασυνοριακές αιτήσεις επιστροφής έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις και πολέμους, με βάση τα μέσα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου·

24.  ζητεί από τα αρμόδια θεσμικά όργανα της ΕΕ να ενθαρρύνουν τα κράτη μέλη να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις ισχύουσες πρακτικές όσον αφορά τον έλεγχο προέλευσης πολιτιστικών αγαθών και να εντείνουν τη συνεργασία τους για την εναρμόνιση των μέτρων ελέγχου και των διοικητικών διαδικασιών που έχουν ως στόχο τον καθορισμό της προέλευσης των πολιτιστικών αγαθών·

25.  επισημαίνει την έλλειψη συντονισμού σε επίπεδο κρατών μελών όσον αφορά την ερμηνεία της έννοιας της «δέουσας επιμέλειας»· καλεί την Επιτροπή να αποσαφηνίσει την έννοια της «δέουσας επιμέλειας» σε σχέση με την καλή πίστη· επισημαίνει, ως παράδειγμα, το άρθρο 16 του ελβετικού ομοσπονδιακού νόμου σχετικά με τη διεθνή μεταβίβαση πολιτιστικών αγαθών, το οποίο απαγορεύει στους αντιπροσώπους και τους εκπλειστηριαστές να προβαίνουν σε συναλλαγές επί έργων τέχνης, εάν έχουν οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την προέλευση του αντικειμένου· σημειώνει ότι, βάσει του νόμου αυτού, το βάρος της απόδειξης μεταφέρεται εν μέρει στον πωλητή· ωστόσο, ο κάτοχος ενός έργου τέχνης δεν μπορεί να επικαλεστεί την αρχή της καλής πίστεως, εάν δεν είναι σε θέση να αποδείξει ότι έδωσε τη δέουσα προσοχή κατά τη στιγμή της απόκτησης· καλεί την Επιτροπή να εγκρίνει μέτρα με στόχο να ενημερωθεί η αγορά έργων τέχνης αλλά και οι δυνητικοί αγοραστές για τη σημασία της έρευνας προέλευσης, δεδομένου ότι η έρευνα αυτή συνδέεται με την υποχρέωση δέουσας επιμέλειας·

26.  προτρέπει την Επιτροπή να αναπτύξει κοινές αρχές για την πρόσβαση στα δημόσια ή ιδιωτικά αρχεία που περιέχουν πληροφορίες σχετικά με την ταυτοποίηση και τη θέση των περιουσιακών στοιχείων και να προβεί σε εμπεριστατωμένη χαρτογράφηση των υφιστάμενων βάσεων δεδομένων για πολιτιστικά αγαθά και να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας κεντρικής βάσης μεταδεδομένων, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τις διαθέσιμες πληροφορίες, θα ενημερώνεται τακτικά και θα επιτρέπει την πρόσβαση σε όλους τους σχετικούς φορείς· θεωρεί ότι, με βάση την εν λόγω κεντρική βάση μεταδεδομένων, θα πρέπει να εφαρμοστεί ένα κοινό σύστημα καταλογογράφησης, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τυποποιημένες ταυτότητες αντικειμένων· ζητεί, συνεπώς, από την Επιτροπή να ενθαρρύνει τη θέσπιση των ταυτοτήτων αντικειμένων οι οποίες αναπτύχθηκαν και προωθήθηκαν από το ICOM και άλλους οργανισμούς ως το πρότυπο της αγοράς σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά· τονίζει ότι η εν λόγω βάση δεδομένων θα πρέπει να συνδέεται με τη βάση δεδομένων της INTERPOL για τα κλαπέντα έργα τέχνης και να επικαιροποιείται τακτικά·

27.  θεωρεί ότι, με σκοπό να καταστεί δυνατή μια πιο ενδελεχής και ακριβής έρευνα προέλευσης, η δημιουργία ενός μητρώου εγγράφων ή ενός μητρώου συναλλαγών πολιτιστικής ιδιοκτησίας θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ακόμη χρήσιμο συμπλήρωμα στην προαναφερθείσα βάση δεδομένων· ζητεί από την Επιτροπή να εγκρίνει κατάλληλα μέτρα για να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν γενική υποχρέωση των φορέων της αγοράς έργων τέχνης να τηρούν τέτοια μητρώα εγγράφων ή συναλλαγών και, γενικότερα, να συμμορφώνονται προς τη σύμβαση UNIDROIT του 1995 για τα κλαπέντα ή παρανόμως εξαχθέντα πολιτιστικά αγαθά·

28.  θεωρεί ότι η κεντρική βάση δεδομένων θα πρέπει να λειτουργεί βάσει ενός κοινού συστήματος καταλογογράφησης, στο πλαίσιο του οποίου τα αντικείμενα θα ταυτοποιούνται με τυποποιημένο τρόπο (λαμβανομένων υπόψη χαρακτηριστικών όπως υλικά, τεχνικές, διαστάσεις, επιγραφές, τίτλος, θέμα, ημερομηνία ή περίοδος κ.λπ.)

29.  καλεί την Επιτροπή να προσδιορίσει κοινές αρχές για τη στοιχειοθέτηση της ιδιοκτησίας ή του τίτλου κυριότητας, κανόνες σχετικά με την παραγραφή, πρότυπα σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και κοινούς ορισμούς για τις έννοιες της λεηλασίας και του έργου τέχνης, λαμβάνοντας υπόψη και τους σχετικούς κανόνες που ισχύουν στα κράτη μέλη·

30.  καλεί τα κράτη μέλη και τις υποψήφιες χώρες να καταβάλουν όλες τις αναγκαίες προσπάθειες για τη λήψη μέτρων ώστε να εξασφαλιστεί η δημιουργία μηχανισμών που θα ευνοούν την επιστροφή των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στο παρόν ψήφισμα, και να έχουν επίγνωση ότι η επιστροφή έργων τέχνης, τα οποία λεηλατήθηκαν, εκλάπησαν ή αποκτήθηκαν παράνομα στη διάρκεια εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, αποτελεί ζήτημα γενικού συμφέροντος σύμφωνα με το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου·

31.  επισημαίνει ότι, προκειμένου να υπάρξει μια δέσμη κανόνων που θα μπορεί να αποτρέπει αποτελεσματικά τη λεηλασία και τη λαθρεμπορία έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών, και προκειμένου να επιτευχθεί μια πλήρως διαφανής, υπεύθυνη και ηθική παγκόσμια αγορά αντικειμένων καλλιτεχνικής αξίας, η Επιτροπή θα πρέπει να επιδιώξει τη συνεργασία με τρίτες χώρες με σκοπό τη δημιουργία σχέσεων γόνιμης συνεργασίας που ευνοούν την επιστροφή των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στο παρόν ψήφισμα, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τόσο τις αρχές που ορίζονται στη σύμβαση UNIDROIT του 1995 για τα κλαπέντα ή παρανόμως εξαχθέντα πολιτιστικά αγαθά, όσο και το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου·

32.  υπενθυμίζει ότι η εκπαίδευση προωθεί τον σεβασμό και την εκτίμηση προς τα έργα τέχνης και άλλα πολιτιστικά αγαθά, που αποτελούν σύμβολα της πολιτιστικής κληρονομιάς, και ότι, ως εκ τούτου, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην πρόληψη και την αποτροπή της λεηλασίας και της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν και να στηρίξουν εκπαιδευτικές δραστηριότητες και δραστηριότητες ευαισθητοποίησης γύρω από το θέμα αυτό, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης·

33.  καλεί την Επιτροπή και όλες τις σχετικές αρμόδιες αρχές να εγκρίνουν μέτρα με στόχο να ενημερωθεί η αγορά έργων τέχνης αλλά και οι δυνητικοί αγοραστές για τη σημασία της έρευνας προέλευσης, δεδομένου ότι η έρευνα αυτή συνδέεται με την υποχρέωση δέουσας επιμέλειας·

34.  υπενθυμίζει ότι η στενή συνεργασία μεταξύ της αστυνομίας και των τελωνειακών υπηρεσιών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο είναι απαραίτητη για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης έργων πολιτιστικής κληρονομιάς·

35.  υποστηρίζει ότι οι διασυνοριακές διαδικασίες επιστροφής έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν, εκλάπησαν ή αποκτήθηκαν παράνομα και η ενεργός προώθηση της έρευνας προέλευσης θα πρέπει να τεθούν επί τάπητος στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας για το Ευρωπαϊκό Έτος Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 2018· καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή και την ομάδα εργασίας που αυτή έχει συγκροτήσει να συμπεριλάβουν το σημείο αυτό στο πρόγραμμα εργασίας τους, στο οποίο περιγράφονται λεπτομερώς οι δραστηριότητες για το Ευρωπαϊκό Έτος Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 2018·

°

°  °

36.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1)

  ΕΕ C 17 της 22.1.1996, σ. 199.

(2)

  ΕΕ C 292 της 21.9.1998, σ. 166.

(3)

  ΕΕ C 346 της 21.9.2016, σ. 55.

(4)

  ΕΕ L 159 της 28.5.2014, σ. 1.

(5)

  ΕΕ L 39 της 10.2.2009, σ. 1.

(6)

  ΕΕ L 351 της 20.12.2012, σ. 1.

(7)

  ΕΕ C 91E της 15.4.2004, σ. 500.

(8)

  ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1.

(9)

  Εκτίμηση της Πρωτοβουλίας για τα λεηλατηθέντα έργα τέχνης και πολιτιστικά αγαθά, την οποία ανέλαβαν η Διάσκεψη για τα αιτήματα επιστροφής και τον Παγκόσμιο Εβραϊκό Οργανισμό για τις επιστροφές (WJRO).


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Τα τελευταία χρόνια, το θέμα των λεηλατημένων έργων τέχνης και της επιστροφής των πολιτιστικών αγαθών έχει έρθει στο προσκήνιο τόσο της ιστορικής έρευνας όσο και της δημόσιας συνείδησης. Το πρόβλημα των πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν κατά τη διάρκεια πολέμου με πράξεις βίας, με δήμευση ή μέσω φαινομενικώς νόμιμων συναλλαγών ή δημοπρασιών, παραμένει μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Η λεηλασία σε περιόδους αποικιοκρατίας, καθώς και οι λεηλασίες στη Συρία και το Ιράκ, εξακολουθούν να αποτελούν τεράστιο πρόβλημα.

Μια από τις μεγαλύτερες, οργανωμένες και θεσμοθετημένες κλοπές έργων τέχνης πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκατομμύρια αντικείμενα πολιτιστικής σημασίας κατασχέθηκαν ή εκλάπησαν από τους Ναζί· σήμερα, εβδομήντα και πλέον έτη μετά το τέλος του πολέμου, χιλιάδες αντικείμενα τέχνης εξακολουθούν να λείπουν και αναμένουν την επιστροφή τους στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους ή στους κληρονόμους τους. Τα δικαστήρια συχνά δεν είναι σε θέση να αξιολογήσουν αυτές τις αξιώσεις στη σωστή τους διάσταση.

Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η λεηλασία αυτή ήταν παράνομη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, τα Ηνωμένα Έθνη κατέστησαν σαφές ότι τα λεηλατηθέντα περιουσιακά στοιχεία που ανέκτησαν τα κράτη έπρεπε να επιστραφούν στο κράτος προέλευσής τους, προκειμένου να επιστραφούν στον αρχικό τους ιδιοκτήτη. Αυτή η λεηλατηθείσα περιουσία έλαβε στη συνέχεια ειδικό καθεστώς από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης, το οποίο ρητά αποφάνθηκε ότι, δυνάμει του άρθρου 6 στοιχείο β) του Χάρτη της Νυρεμβέργης, η λεηλασία ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάρκεια του πολέμου δύναται να αποτελεί έγκλημα βάσει του διεθνούς δικαίου. Στην οριστική απόφασή του, το Δικαστήριο απεφάνθη ειδικότερα ότι ορισμένες λεηλασίες που έλαβαν χώρα μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1939 συνιστούσαν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Η αρχή αυτή αναγνωρίστηκε με εθνικούς νόμους που εκδόθηκαν μετά τον πόλεμο στην Ελβετία, το Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ιταλία και τις Κάτω Χώρες, δημιουργώντας τεκμήριο υπέρ του αρχικού ιδιοκτήτη της περιουσίας που λεηλατήθηκε στη διάρκεια αυτής της περιόδου. Η παρέλευση των μεταπολεμικών νόμων περί επιστροφής, η μη αναδρομικότητα των συμβατικών κανόνων, και διάφορες νομικές έννοιες, όπως οι αποσβεστικές προθεσμίες για τις αξιώσεις, η χρησικτησία, η καλή πίστη και η έλλειψη ορισμού των λεηλατημένων έργων τέχνης είναι λόγοι που δικαιολογούν την ύπαρξη διεθνών προτύπων όσον αφορά τις ιδιωτικές αξιώσεις επί έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν από τους Ναζί.

Μετά τη σύμβαση της Χάγης του 1954 για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης(1), τη σύμβαση της UNESCO του 1970 για τα μέσα απαγόρευσης και πρόληψης της παράνομης εισαγωγής, εξαγωγής και μεταβίβασης της κυριότητας των πολιτιστικών αγαθών(2), και τη σύμβαση UNIDROIT του 1995 για τα κλαπέντα ή παρανόμως εξαχθέντα πολιτιστικά αντικείμενα(3), η Διάσκεψη της Ουάσιγκτον επανέφερε στη διεθνή συζήτηση το ζήτημα της προέλευσης, αναζήτησης και επιστροφής των έργων τέχνης στους νόμιμους προπολεμικούς ιδιοκτήτες τους ή στους κληρονόμους τους. Η διεθνής πρακτική που ακολουθείται σήμερα χαρακτηρίζεται από έλλειψη διαφάνειας: πολλές υποθέσεις διακανονίζονται και έργα τέχνης «ξεπλένονται» βάσει μιας εμπιστευτικής συμφωνίας χωρίς νομική επιχειρηματολογία. Ωστόσο, η Αυστρία, η Γαλλία, οι Κάτω Χώρες, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία έχουν συγκροτήσει επιτροπές εμπειρογνωμόνων για να βοηθήσουν τα ιδρύματα σε υποθέσεις επιστροφής. Τον Σεπτέμβριο του 2018, το Moderna Museet και το Nationalmuseum της Στοκχόλμης υπέβαλαν πρόταση στη σουηδική κυβέρνηση ζητώντας επίσης τη συγκρότηση ανεξάρτητης επιτροπής που θα συνδράμει στον χειρισμό υποθέσεων έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν από τους Ναζί.

Εμπειρογνώμονες που δραστηριοποιούνται σε τοπικά, εθνικά και διεθνή θεσμικά όργανα και ιδρύματα όπως υπουργεία, μουσεία, οίκοι δημοπρασιών, αρχεία, εκθεσιακά κέντρα ή ακόμη και ιδιωτικοί συλλέκτες, έχουν αρχίσει να λαμβάνουν μέτρα που έχουν ως στόχο να παρακινήσουν τον κόσμο της τέχνης να υιοθετήσει δίκαιες πρακτικές για τον εντοπισμό, την ανάκτηση και την επιστροφή λεηλατημένων έργων τέχνης. Ωστόσο, το πεδίο παραμένει κατακερματισμένο σε εθνικές, θεσμικές και επαγγελματικές γραμμές και συνεχίζει να εμφανίζει έντονη τάση εστίασης σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ή συλλογές(4). Βλ. τη μελέτη που ανατέθηκε από την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων στο Θεματικό Τμήμα «Δικαιώματα των πολιτών και συνταγματικές υποθέσεις» με τίτλο «Διασυνοριακή επιστροφή έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις και πολέμους και τρόποι εξωδικαστικού συμβιβασμού των διαφορών».

Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέβαλε ορισμένες προσπάθειες για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από τη λεηλασία έργων τέχνης κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι προσπάθειες αυτές άρχισαν με την οδηγία 93/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από το έδαφος κράτους μέλους, με την οποία καθιερώθηκε μηχανισμός συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών για την καλύτερη προστασία και διασφάλιση της ακεραιότητας της πολιτιστικής κληρονομιάς των κρατών μελών. Την εν λόγω οδηγία ακολούθησε σύντομα η έκδοση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στις 14 Δεκεμβρίου 1995, ψηφίσματος σχετικά με την επιστροφή των δημευθεισών περιουσιών στις εβραϊκές κοινότητες και, στις 16 Ιουλίου 1998, ψηφίσματος σχετικά με την επιστροφή των περιουσιών των θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Η έκθεση De Clerq για ένα νομικό πλαίσιο για την ελεύθερη κυκλοφορία, εντός της εσωτερικής αγοράς, αγαθών των οποίων η κυριότητα είναι πιθανό να αποτελέσει αντικείμενο αμφισβήτησης, εγκρίθηκε ομόφωνα σε επίπεδο επιτροπής στις 17 Νοεμβρίου 2003(5). Έναν μήνα αργότερα, η ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε το ψήφισμα με συντριπτική πλειοψηφία 487 ψήφων υπέρ έναντι 10 κατά, καλώντας τα κράτη μέλη να καταβάλουν όλες τις αναγκαίες προσπάθειες για τη λήψη μέτρων που να διασφαλίζουν τη δημιουργία μηχανισμών που να ευνοούν την επιστροφή λεηλατηθέντων έργων τέχνης στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. Ζήτησε επίσης την ανάληψη δράσης από την Επιτροπή, η οποία θα έπρεπε να έχει εκπονήσει μελέτη σχετικά με διάφορες πτυχές που αφορούν τους κανόνες αστικού και δικονομικού δικαίου, την αναζήτηση της προέλευσης, τα συστήματα καταχώρισης σε κατάλογο, εναλλακτικό μηχανισμό επίλυσης διαφορών και τη σκοπιμότητα δημιουργίας μιας διασυνοριακής διοικητικής αρχής συντονισμού. Η Επιτροπή δεν έδωσε καμία συνέχεια στα αιτήματα του Κοινοβουλίου.

Δεν υπάρχουν σε διεθνές επίπεδο εναρμονισμένοι κανόνες σύγκρουσης δικαιοδοσίας σχετικά με αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα. Ο κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012(6) («Βρυξέλλες I») και η Σύμβαση του Λουγκάνο για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, αποσκοπούν στον εκ των προτέρων καθορισμό του δικαστηρίου ή των δικαστηρίων που θα έχουν δικαιοδοσία. Το άρθρο 7 παράγραφος 4 του κανονισμού «Βρυξέλλες I» καθορίζει το αρμόδιο δικαστήριο για την εξέταση αστικών αγωγών, με βάση την κυριότητα, για την ανάκτηση πολιτιστικού αγαθού. Ωστόσο, η εφαρμογή του περιορίζεται στην καθορισμένη κατηγορία πολιτιστικών αγαθών που προστατεύονται από την οδηγία 93/7/ΕΚ (η οποία έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από την οδηγία 2014/60). Ο κανονισμός «Βρυξέλλες Ι» φέρνει κάποια ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τη νομική σύγκρουση σχετικά με το αρμόδιο όργανο, αλλά όχι και σε σχέση με την επιλογή του δικαίου, τις αποσβεστικές προθεσμίες, τα πρότυπα ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία ή τον τρόπο απόκτησης τίτλου ιδιοκτησίας. Οι κανόνες αυτοί διέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008(7) («Ρώμη I») και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 864/2007(8) («Ρώμη II»). Οι κανονισμοί Ρώμη Ι και ΙΙ ισχύουν για αξιώσεις που αφορούν κλαπέντα ή λεηλατημένα έργα τέχνης ή έργα τέχνης που αποκτήθηκαν με καταναγκασμό, εάν η αξίωση λαμβάνει τη μορφή σύμβασης ή αντιδικίας προκύπτουσας εξ αδικοπραξίας. Με τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σε μια διαφορά, οι κανονισμοί της Ρώμης καθορίζουν επίσης τις αποσβεστικές προθεσμίες, τον τρόπο απόκτησης γνήσιου τίτλου και τα πρότυπα που αφορούν τα αποδεικτικά στοιχεία, στοιχεία τα οποία θα πρέπει να διέπουν τα εν λόγω ζητήματα. Ωστόσο, οι κανονισμοί δεν έχουν αναδρομική εφαρμογή και ισχύουν μόνο για τις συμβάσεις που συνήφθησαν από τη 17η Δεκεμβρίου 2009 και για τα γεγονότα που προκάλεσαν ζημία από την 11η Ιανουαρίου 2009 και εξής, αντιστοίχως. Οι αξιώσεις κατά εναγομένων που έχουν την κατοικία τους εκτός των κρατών μελών δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους καθορίζεται από τους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του εν λόγω κράτους.

Μία σημαντική πτυχή για την προώθηση των διασυνοριακών αξιώσεων επιστροφής έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν σε περίοδο ενόπλων συγκρούσεων και πολέμων είναι να καθοριστεί το πεδίο που καλύπτει η συγκεκριμένη έννοια. Σε γενικές γραμμές, αυτό μπορεί να χωριστεί σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:

1.  Λεηλασίες και κλοπές που έλαβαν χώρα σε κάποια ιστορική περίοδο, όπως η αποικιοκρατία.

2.  Λεηλασίες και κλοπές που έλαβαν χώρα πρόσφατα, όπως κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

3.  Λεηλασίες και κλοπές που λαμβάνουν χώρα σε παρόντα και μελλοντικό χρόνο.

Και οι τρεις απαιτούν διαφορετική μεταχείριση και διαφορετικά μέσα πολιτικής.

(1)

  14 Μαΐου 1954, 249 UNTS 240.

(2)

  17 Νοεμβρίου 1970, 823 UNTS 231.

(3)

  24 Ιουνίου 1995, 34 ILM 1322

(4)

  Βλ. τη μελέτη που ανατέθηκε από την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων στο Θεματικό Τμήμα «Δικαιώματα των πολιτών και συνταγματικές υποθέσεις» με τίτλο «Διασυνοριακή επιστροφή έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις και πολέμους και τρόποι εξωδικαστικού συμβιβασμού των διαφορών».

(5)

  A5-0278/2003.

(6)

  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (αναδιατύπωση), ΕΕ L 351, 20.12.2012, σ. 1.

(7)

  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές («Ρώμη Ι»), ΕΕ L 177, 4.7.2008, σ. 6.

(8)

  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («Ρώμη II»), ΕΕ L 199, 31.7.2007, σ. 40.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας (28.6.2018)

προς την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων

με συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τις διασυνοριακές αιτήσεις επιστροφής έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν σε περίοδο ενόπλων συγκρούσεων και πολέμων

(2017/2023(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης (*): Νικόλαος Χουντής

(*)  Διαδικασία συνδεδεμένων επιτροπών– Άρθρο 54 του Κανονισμού

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας καλεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  υπενθυμίζει ότι η εκπαίδευση προωθεί τον σεβασμό και την εκτίμηση προς τα έργα τέχνης και άλλα πολιτιστικά αγαθά, που αποτελούν σύμβολα της πολιτιστικής κληρονομιάς και ταυτότητας, και ότι, ως εκ τούτου, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην πρόληψη και την αποτροπή της λεηλασίας και της λαθρεμπορίας πολιτιστικών αγαθών· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν και να στηρίξουν εκπαιδευτικές δραστηριότητες και δραστηριότητες ευαισθητοποίησης γύρω από το θέμα αυτό, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης·

2.  υπογραμμίζει ότι ο διασυνοριακός χαρακτήρας της πλειονότητας των αιτήσεων επιστροφής απαιτεί μια σαφή και συνεκτική διασυνοριακή προσέγγιση που μπορεί να αντιμετωπίσει τις υφιστάμενες δυσκολίες και να διευκολύνει την επίτευξη ορθών και δίκαιων λύσεων· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο να συγκροτήσει συμβουλευτικό σώμα σε ενωσιακό επίπεδο, το οποίο θα συνδράμει τα κράτη μέλη και άλλους φορείς στις προσπάθειές τους να εντοπίσουν και να αναγνωρίσουν λεηλατημένα έργα τέχνης και άλλα πολιτιστικά αγαθά και να επισπεύσουν την επιστροφή τους στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους·

3.  υπογραμμίζει ότι η λεηλασία των έργων τέχνης και άλλων πολιτιστικών αγαθών κατά τη διάρκεια ενόπλων συγκρούσεων και πολέμων, καθώς και εν καιρώ ειρήνης, αποτελεί μια σημαντική κοινή ανησυχία, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί στο επίπεδο της πρόληψης αλλά και στο επίπεδο της επιστροφής λεηλατημένων πολιτιστικών αγαθών, με σκοπό την προστασία και την εξασφάλιση της ακεραιότητας της πολιτιστικής κληρονομιάς και της ταυτότητας των κοινωνιών, των κοινοτήτων, των ομάδων και ατόμων·

4.   τονίζει ότι είναι απολύτως αναγκαία η συστηματική προσφυγή σε υψηλής ποιότητας και ανεξάρτητη έρευνα προέλευσης για τον εντοπισμό λεηλατημένων έργων τέχνης, τη διευκόλυνση της επιστροφής τους στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, τη διαμόρφωση μιας πιο διαφανούς και υπεύθυνης αγοράς έργων τέχνης και την αποτελεσματική πρόληψη και αποτροπή λεηλασιών και λαθρεμπορίας έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών σε περιβάλλοντα ένοπλων συγκρούσεων και πολέμων· σημειώνει τις δυνατότητες που προσφέρουν τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία προς αυτή την κατεύθυνση· ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν και να υποστηρίξουν ειδικά προγράμματα κατάρτισης σε έρευνα προέλευσης, σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο, προκειμένου να μπορέσουν όσοι εμπλέκονται στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου πολιτιστικών αγαθών να αναπτύξουν και να βελτιώσουν την εμπειρογνωμοσύνη τους, μεταξύ άλλων μέσω διασυνοριακών έργων·

5.  επιδοκιμάζει την πρόταση της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 2017, για έναν κανονισμό σχετικά με τις εισαγωγές πολιτιστικών αγαθών· λαμβανομένου υπόψη του συνολικού φάσματος της αγοράς έργων τέχνης και του αριθμού των αντικειμένων που βρίσκονται στα χέρια ιδιωτών, υπογραμμίζει την ανάγκη για περαιτέρω προσπάθειες όσον αφορά τη διασυνοριακή επιστροφή έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις και πολέμους· υπογραμμίζει ότι η έρευνα προέλευσης και η ευρωπαϊκή συνεργασία έχουν αποδειχθεί χρήσιμες για την ταυτοποίηση αντικειμένων που λεηλατήθηκαν και, στη συνέχεια, για την επιστροφή τους, ενώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, απέτρεψαν τη χρηματοδότηση τρομοκρατικών ομάδων ή πολέμων·

6.  έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η έρευνα προέλευσης συνδέεται στενά με την υποχρέωση δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζεται κατά την απόκτηση έργων τέχνης και ότι αποτελεί σημαντικό ζήτημα για όλους τους παράγοντες της αγοράς έργων τέχνης, καθώς η εν γνώσει ή εξ αμελείας απόκτηση έργων τέχνης που αποτελούν προϊόν κλοπής τιμωρείται σύμφωνα με ορισμένα εθνικά δίκαια·

7.  καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν κατάλληλα μέτρα προκειμένου να τεθεί τέλος στο παράνομο εμπόριο πολιτιστικών αγαθών από τα εδάφη κρατών που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, όπως η Συρία και το Ιράκ, ώστε να αποτρέπεται η χρήση πολιτιστικών αγαθών για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας·

8.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, λόγω της απουσίας, της χαλαρότητας ή διαφορών των κανόνων ανάμεσα στα κράτη μέλη σχετικά με την έρευνα προέλευσης και τη δέουσα επιμέλεια, πολλές διασυνοριακές αιτήσεις επιστροφής δεν μπορούν να υλοποιηθούν με αποτελεσματικό και συντονισμένο τρόπο, γεγονός που ενδέχεται, συνεπώς, να ενθαρρύνει τη λεηλασία και την παράνομη διακίνηση και να προσφέρει κίνητρα στο λαθρεμπόριο· λόγω της έλλειψης κοινών προτύπων, οι εφαρμοστέες διαδικασίες είναι συχνά ασαφείς για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, μεταξύ άλλων για τα μουσεία, τους εμπόρους έργων τέχνης, τους συλλέκτες, τους τουρίστες και τους ταξιδιώτες· ζητεί, συνεπώς, από την Επιτροπή να εναρμονίσει τους κανόνες σχετικά με την έρευνα προέλευσης και την ενσωμάτωση ορισμένων βασικών αρχών της σύμβασης UNIDROIT του 1995 για τα κλαπέντα ή παρανόμως εξαχθέντα πολιτιστικά αγαθά σε νομοθετική πράξη·

9.   επισημαίνει ότι η αυξανόμενη ευαισθητοποίηση του κοινού όσον αφορά τα έργα τέχνης και τα πολιτιστικά αγαθά που λεηλατήθηκαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και την αύξηση που σημειώθηκε πρόσφατα στη λεηλασία έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στο Ιράκ και τη Συρία, καθώς και επιπλέον όσον αφορά τη σπουδαιότητα της έρευνας προέλευσης, οδήγησε στην ανάπτυξη χρήσιμων πόρων για την εξακρίβωση του ιστορικού κυριότητας ενός έργου τέχνης· αναγνωρίζει την αξία των πρωτοβουλιών που αναλαμβάνουν μουσεία και άλλοι δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς με στόχο την ανάπτυξη εργαλείων για τη διευκόλυνση της έρευνας προέλευσης· ζητεί από την Επιτροπή να προβεί σε εμπεριστατωμένη χαρτογράφηση των υφιστάμενων βάσεων δεδομένων και να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας κεντρικής βάσης μεταδεδομένων, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τις διαθέσιμες πληροφορίες, θα ενημερώνεται τακτικά και θα επιτρέπει την πρόσβαση σε όλους τους σχετικούς φορείς·

10.   θεωρεί ότι, με βάση την εν λόγω κεντρική βάση μεταδεδομένων, θα μπορούσε να εφαρμοστεί ένα κοινό σύστημα καταλογογράφησης, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τυποποιημένες ταυτότητες αντικειμένων· ζητεί, συνεπώς, από την Επιτροπή να ενθαρρύνει τη θέσπιση των ταυτοτήτων αντικειμένων οι οποίες αναπτύχθηκαν και προωθήθηκαν από το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM) και άλλους οργανισμούς ως το πρότυπο της αγοράς σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά της ΕΕ·

11.   πιστεύει ότι, για να διευκολυνθεί η ορθή έρευνα προέλευσης, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός αρχείου εγγράφων ή μητρώου συναλλαγών, με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες· ζητεί από την Επιτροπή να υποστηρίξει ενεργά την εκπόνηση κοινών κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τα εν λόγω μητρώα και να εγκρίνει κατάλληλα μέτρα για να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν γενική υποχρέωση των επαγγελματιών της αγοράς έργων τέχνης να τηρούν τέτοιο μητρώο συναλλαγών και, γενικότερα, να συμμορφώνονται προς τη σύμβαση UNIDROIT του 1995 για τα κλαπέντα ή παρανόμως εξαχθέντα πολιτιστικά αγαθά·

12.  φρονεί ότι, προκειμένου να υπάρξει μια δέσμη κανόνων που θα μπορεί να αποτρέπει αποτελεσματικά τη λεηλασία και τη λαθρεμπορία έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών, και προκειμένου να επιτευχθεί μια πλήρως διαφανής, υπεύθυνη και ηθική παγκόσμια αγορά αντικειμένων καλλιτεχνικής αξίας, η Επιτροπή θα πρέπει να επιδιώξει τη συνεργασία με τρίτες χώρες με σκοπό τη δημιουργία σχέσεων γόνιμης συνεργασίας, λαμβανομένων υπόψη, προς τον σκοπό αυτόν, των αρχών που διατυπώνονται στη σύμβαση UNIDROIT του 1995 για τα κλαπέντα ή παρανόμως εξαχθέντα πολιτιστικά αγαθά·

13.  ζητεί από την Επιτροπή να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις ισχύουσες πρακτικές όσον αφορά τον έλεγχο προέλευσης πολιτιστικών αγαθών και να εντείνουν τη συνεργασία τους για την εναρμόνιση των μέτρων ελέγχου και των διοικητικών διαδικασιών που έχουν ως στόχο τον καθορισμό της προέλευσης των πολιτιστικών αγαθών·

14.  παροτρύνει την Επιτροπή να ενθαρρύνει και να στηρίξει οικονομικά τις δραστηριότητες έρευνας προέλευσης σε ολόκληρη την Ένωση· προτείνει η Επιτροπή να διοργανώσει ένα φόρουμ συζήτησης για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και τον εντοπισμό των καλύτερων λύσεων για το παρόν και το μέλλον·

15.  καλεί την Επιτροπή να εγκρίνει μέτρα με στόχο να ενημερωθεί η αγορά έργων τέχνης αλλά και οι δυνητικοί αγοραστές για τη σημασία της έρευνας προέλευσης, δεδομένου ότι η έρευνα αυτή συνδέεται με την υποχρέωση δέουσας επιμέλειας·

16.  υποστηρίζει ότι οι διασυνοριακές διαδικασίες επιστροφής έργων τέχνης και πολιτιστικών αγαθών που λεηλατήθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις και πολέμους και η ενεργός προώθηση της έρευνας προέλευσης θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο απασχόλησης στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας για το Ευρωπαϊκό Έτος Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 2018· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή, και την ομάδα εργασίας που αυτή έχει συγκροτήσει, να περιλάβουν το σημείο αυτό στο πρόγραμμα εργασίας τους, στο οποίο περιγράφονται λεπτομερώς οι δραστηριότητες στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Έτους Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 2018.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

23.1.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

24

3

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Isabella Adinolfi, Dominique Bilde, Andrea Bocskor, Silvia Costa, Mircea Diaconu, Damian Drăghici, Angel Dzhambazki, Jill Evans, María Teresa Giménez Barbat, Petra Kammerevert, Svetoslav Hristov Malinov, Curzio Maltese, Rupert Matthews, Stefano Maullu, Luigi Morgano, John Procter, Michaela Šojdrová, Yana Toom, Helga Trüpel, Sabine Verheyen, Julie Ward, Bogdan Brunon Wenta, Bogdan Andrzej Zdrojewski, Krystyna Łybacka, Θεόδωρος Ζαγοράκης, Νικόλαος Χουντής

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Algirdas Saudargas

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

24

+

ALDE

Mircea Diaconu, María Teresa Giménez Barbat, Yana Toom

EFDD

Isabella Adinolfi

ENF

Dominique Bilde

GUE/NGL

Curzio Maltese, Νικόλαος Χουντής

PPE

Andrea Bocskor, Svetoslav Hristov Malinov, Stefano Maullu, Algirdas Saudargas, Michaela Šojdrová, Sabine Verheyen, Bogdan Brunon Wenta, Bogdan Andrzej Zdrojewski, Θεόδωρος Ζαγοράκης

S&D

Silvia Costa, Damian Drăghici, Petra Kammerevert, Krystyna Łybacka, Luigi Morgano, Julie Ward

Verts/ALE

Jill Evans, Helga Trüpel

3

-

ECR

Angel Dzhambazki, Rupert Matthews, John Procter

0

0

Υπόμνημα για τα χρησιμοποιούμενα σύμβολα:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

20.11.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

17

1

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Joëlle Bergeron, Jean-Marie Cavada, Κώστας Χρυσόγονος, Mady Delvaux, Mary Honeyball, Sajjad Karim, Sylvia-Yvonne Kaufmann, António Marinho e Pinto, Julia Reda, Evelyn Regner, Pavel Svoboda, Axel Voss, Francis Zammit Dimech, Tadeusz Zwiefka

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Sergio Gaetano Cofferati, Luis de Grandes Pascual, Tiemo Wölken, Kosma Złotowski


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

17

+

ALDE

Jean-Marie Cavada, António Marinho e Pinto

EFDD

Joëlle Bergeron

GUE/NGL

Kostas Chrysogonos

PPE

Daniel Buda, Luis de Grandes Pascual, Pavel Svoboda, Axel Voss, Francis Zammit Dimech, Tadeusz Zwiefka

S&D

Sergio Gaetano Cofferati, Mady Delvaux, Mary Honeyball, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Evelyn Regner, Tiemo Wölken

VERTS/ALE

Julia Reda

1

-

ECR

Kosma Złotowski

0

0

 

 

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Τελευταία ενημέρωση: 11 Ιανουαρίου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου