Διαδικασία : 2018/2102(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0474/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0474/2018

Συζήτηση :

PV 30/01/2019 - 25
CRE 30/01/2019 - 25

Ψηφοφορία :

PV 31/01/2019 - 9.17
CRE 31/01/2019 - 9.17
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0062

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 819kWORD 90k
18.12.2018
PE 628.570v02-00 A8-0474/2018

σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού

(2018/2102(INI))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητής: Michel Reimon

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού

(2018/2102(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και ιδίως τα άρθρα 7, 8, 9, 11,12, 39, 42, 101 έως 109 και 174,

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 35, 37 και 38,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής, της 18ης Ιουνίου 2018, επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2017 (COM(2018)0482) και το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής με την ίδια ημερομηνία που τη συνοδεύει,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων,

–  έχοντας υπόψη τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής, της 9ης Ιουλίου 2014, με τίτλο «Προς ένα αποτελεσματικότερο έλεγχο των συγκεντρώσεων στην ΕΕ» (COM(2014)0449),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαρτίου 2017 όσον αφορά την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς (COM(2017)0142) (οδηγία ΕΔΑ+),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 19ης Ιουλίου 2016 σχετικά με την έννοια της κρατικής ενίσχυσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C(2016)2946),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 5ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμφωνίες συνεργασίας της ΕΕ για την εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού - μελλοντικές προοπτικές(1),

–  έχοντας υπόψη τους κανόνες, τις κατευθυντήριες γραμμές, τις αποφάσεις, τα ψηφίσματα, τις ανακοινώσεις και τα έγγραφα της Επιτροπής σχετικά με τον ανταγωνισμό,

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 19ης Απριλίου 2018(2) και της 14ης Φεβρουαρίου 2017(3) σχετικά με τις ετήσιες εκθέσεις επί της πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΕ για το 2017 και το 2016, αντίστοιχα,

–  έχοντας υπόψη τη μελέτη του Ιουλίου 2018 με τίτλο «Ζητήματα ανταγωνισμού στον τομέα της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (FinTech)» (Competition issues in the Area of Financial Technology (FinTech)), η οποία εκδόθηκε κατ’ εντολή της ομάδας εργασίας Ανταγωνισμός της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής,

–  έχοντας υπόψη τις απαντήσεις της Επιτροπής στις γραπτές ερωτήσεις E-000344-16, E-002666-16 και E-002112-16,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 2018, σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής της 18ης Ιουνίου 2018 επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2017,

–  έχοντας υπόψη την τελική έκθεση της Επιτροπής της 10ης Μαΐου 2017 για την έρευνα στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου (COM(2017)0229),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου και της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου (A8-0474/2018),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολιτική ανταγωνισμού εφαρμόζεται για περισσότερα από εξήντα χρόνια και ότι μια ισχυρή και αποτελεσματική ενωσιακή πολιτική ανταγωνισμού αποτελούσε ανέκαθεν ακρογωνιαίο λίθο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η φοροδιαφυγή και η φοροαποφυγή δημιουργούν αθέμιτο ανταγωνισμό, πλήττοντας ιδίως τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η φοροαποφυγή και η φοροδιαφυγή υπονομεύουν τη δίκαιη κατανομή των φορολογικών εσόδων στα κράτη μέλη της ΕΕ και, ως εκ τούτου, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η τεράστια φοροαποφυγή στην οποία επιδίδονται φυσικά πρόσωπα με μεγάλη περιουσία και επιχειρήσεις όχι μόνο αποβαίνει σε βάρος των απλών φορολογούμενων, των δημόσιων οικονομικών και των κοινωνικών δαπανών, αλλά συνιστά επίσης απειλή για τη χρηστή διακυβέρνηση, τη μακροοικονομική σταθερότητα, την κοινωνική συνοχή και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς της Ένωσης και των κρατών μελών·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένες κυβερνήσεις και δικαιοδοσίες, μεταξύ άλλων και εντός της ΕΕ, έχουν ειδικευτεί ή συμμετέχουν στη δημιουργία προτιμησιακών φορολογικών καθεστώτων που επιφέρουν στρέβλωση του ανταγωνισμού προς όφελος πολυεθνικών εταιρειών και ιδιωτών με μεγάλη περιουσία, που δεν έχουν, στην ουσία, οικονομική υπόσταση στις εν λόγω δικαιοδοσίες αλλά απλώς εκπροσωπούνται από εταιρείες-βιτρίνες·

1.  εκτιμά ότι η πολιτική ανταγωνισμού που αποσκοπεί στη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού σε όλους τους τομείς αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και βασικό παράγοντα για την κατοχύρωση της απρόσκοπτης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς· επικροτεί την έκθεση της Επιτροπής επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2017, καθώς και τις δραστηριότητες και τις προσπάθειές της να εξασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στην Ένωση προς όφελος όλων των πολιτών της ΕΕ, ιδίως εκείνων που βρίσκονται σε θέση αδυναμίας ως καταναλωτές· καλεί ακόμη την Επιτροπή να συνεχίσει να διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ, με ιδιαίτερη προσοχή στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ΜΜΕ, και να αποφεύγει την άνιση εφαρμογή τους στα κράτη μέλη·

2.  επικροτεί και ενθαρρύνει περαιτέρω τον διαρθρωμένο διάλογο με την αρμόδια για τον ανταγωνισμό Επίτροπο και τις προσπάθειες της Επιτροπής να διατηρήσει στενή συνεργασία με τα μέλη της αρμόδιας επιτροπής του Κοινοβουλίου και την ομάδα εργασίας της για την πολιτική ανταγωνισμού· θεωρεί ότι η ετήσια έκθεση της Επιτροπής για την πολιτική ανταγωνισμού αποτελεί βασικό στοιχείο για τον δημοκρατικό έλεγχο· υπενθυμίζει ότι τα τελευταία χρόνια το Κοινοβούλιο συμμετέχει, μέσω της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, στη διαμόρφωση του πλαισίου κανόνων ανταγωνισμού, για παράδειγμα στην πρόταση οδηγίας ΕΔΑ+· σημειώνει ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να διαθέτει εξουσίες συναπόφασης για τη διαμόρφωση του πλαισίου των κανόνων ανταγωνισμού και θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι η δημοκρατική διάσταση αυτού του τομέα πολιτικής της Ένωσης δεν ενισχύθηκε στις πρόσφατες τροποποιήσεις των Συνθηκών· ζητεί, συνεπώς, να τροποποιηθούν αναλόγως οι Συνθήκες·

3.  ζητεί από την Επιτροπή να αναλύσει προσεκτικά τον ιδιαίτερα επιζήμιο αντίκτυπο που ενδέχεται να έχει η προτεινόμενη συγχώνευση Siemens/Alstom στον ανταγωνισμό στον τομέα της ευρωπαϊκής σιδηροδρομικής αγοράς και τις δυσμενείς συνέπειές της για τους χρήστες των σιδηροδρόμων, οι οποίοι θα έρθουν πιθανώς αντιμέτωποι με υψηλότερες τιμές, λιγότερες επιλογές και χαμηλότερα επίπεδα εξυπηρέτησης, ποιότητας και καινοτομίας· σημειώνει ότι η προτεινόμενη συγχώνευση πιθανότατα θα αποβεί επιζήμια για τις αγορές τροχαίου υλικού «υψηλών ταχυτήτων», τρένων κύριας σιδηροδρομικής γραμμής και συρμών του μετρό, καθώς και για το σύνολο της σιδηροδρομικής υποδομής, δημιουργώντας δεσπόζουσα θέση στον τομέα της σηματοδότησης στην ΕΕ, ιδίως σε κράτη μέλη όπως το Βέλγιο, η Δανία, οι Κάτω Χώρες, η Ρουμανία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο·

4.  σημειώνει ότι η Επιτροπή υπέβαλε το 2018 νομοθετική πρόταση για τη θέσπιση του πανευρωπαϊκού ατομικού συνταξιοδοτικού προϊόντος (PEPP), το οποίο θα είναι ένα ιδιωτικό συνταξιοδοτικό ταμείο· τονίζει ότι αρχική πηγή έμπνευσης για αυτή τη νομοθετική πρόταση ήταν ο αμερικανικός επιχειρηματικός κολοσσός χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών BlackRock, που διαχειρίζεται το μεγαλύτερο κεφάλαιο στοιχείων ενεργητικού και του οποίου περίπου τα δύο τρίτα της, αξίας 6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, αυτοκρατορίας του βασίζονται σε συντάξεις, και ότι η πρόταση έγινε από την Επιτροπή μετά από σημαντικές προσπάθειες άσκησης πίεσης από την BlackRock· διαπιστώνει, επίσης, ότι υπάρχουν ολοένα και περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία ότι πολύ μεγάλοι διαχειριστές στοιχείων ενεργητικού, όπως η BlackRock, παρεμποδίζουν τον ανταγωνισμό σε πραγματικές αγορές και μεταξύ εταιρειών· ζητεί από την Επιτροπή να επιδεικνύει ιδιαίτερη επαγρύπνηση στο θέμα των κινδύνων δεσπόζουσας θέσης στην αγορά ιδιωτικών συνταξιοδοτικών προϊόντων·

5.  τονίζει ότι ο καταναλωτής είναι αυτός που επωφελείται πρωτίστως από έναν ουσιαστικό ανταγωνισμό στην ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά·

6.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την έρευνα για τα καρτέλ των κατασκευαστών φορτηγών· σημειώνει με ικανοποίηση το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε μόνο τον αντίκτυπο των καρτέλ των μεγάλων κατασκευαστών φορτηγών στις τιμές των φορτηγών, αλλά τους επέβαλε επίσης κυρώσεις διότι συνεργάστηκαν για να καθυστερήσει η εισαγωγή καθαρότερων φορτηγών·

7.  υπογραμμίζει ότι οι κανόνες ανταγωνισμού βασίζονται στις Συνθήκες και, σύμφωνα με το άρθρο 7 της ΣΛΕΕ, θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των ευρύτερων ευρωπαϊκών αξιών που στηρίζουν την ενωσιακή νομοθεσία όσον αφορά τις κοινωνικές υποθέσεις, την κοινωνική οικονομία της αγοράς, τα περιβαλλοντικά πρότυπα, την κλιματική πολιτική και την προστασία των καταναλωτών· φρονεί ότι η εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ για τον ανταγωνισμό θα πρέπει να αντιμετωπίζει όλες τις στρεβλώσεις της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων αυτών που δημιουργούν αρνητικοί κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί εξωτερικοί παράγοντες·

8.  εκτιμά ότι η πολιτική ανταγωνισμού θα πρέπει να λειτουργεί ως καταλύτης ώστε να συμβάλλει στην προώθηση της ενεργειακής μετάβασης στο σύνολο της ΕΕ, να τονώνει την οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση της Ευρώπης, να υποστηρίζει οικολογικά βιώσιμες γεωργικές δραστηριότητες και να περιορίζει τη δυνατότητα των μεγάλων εταιρειών παροχής ενεργειακών υπηρεσιών να αυξάνουν τις τιμές του ενεργειακού εφοδιασμού·

9.  επισημαίνει ότι, ακόμη και όταν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες παρέχονται δωρεάν, ιδίως στην ψηφιακή οικονομία, οι καταναλωτές ενδέχεται να εξακολουθούν να υφίστανται άδικη μεταχείριση, όπως υποβάθμιση ως προς την ποιότητα, την επιλογή και την καινοτομία ή εκβιαστικές πρακτικές· φρονεί ότι οι κανόνες της ΕΕ περί ανταγωνισμού και η επιβολή τους θα πρέπει να καλύπτουν επίσης μια σειρά από θέματα που υπερβαίνουν τις προσεγγίσεις που έχουν ως επίκεντρο τις τιμές, και να συνεκτιμούν ευρύτερες παραμέτρους, όπως η ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών, λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της ιδιωτικής ζωής των πολιτών·

10.  επισημαίνει τις τεράστιες αλλαγές που σημειώθηκαν στις αγορές λόγω της συνεχούς τεχνολογικής ανάπτυξης και οι οποίες δημιουργούν ευκαιρίες αλλά και προκλήσεις· τονίζει, εν προκειμένω, τον καίριο ρόλο της πολιτικής ανταγωνισμού στην περαιτέρω ανάπτυξη της ψηφιακής ενιαίας αγοράς· υπογραμμίζει ότι απαιτείται επειγόντως ένα πλαίσιο το οποίο, παράλληλα με την προώθηση της καινοτομίας των δεδομένων και νέων επιχειρηματικών μοντέλων, θα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις προκλήσεις μιας οικονομίας που βασίζεται σε δεδομένα και αλγόριθμους· υπογραμμίζει, ειδικότερα, ότι αρκετές ψηφιακές πλατφόρμες με δυνατότητα πρόσβασης και ελέγχου των συνεχώς αυξανόμενων ροών δεδομένων μπορούν να δημιουργήσουν οικονομίες κλίμακας και σημαντικές εξωτερικότητες δικτύου και μπορούν να προκαλέσουν αδυναμίες της αγοράς μέσω της υπερβολικής συγκέντρωσης και της άντλησης εσόδων από την κατάχρηση ισχύος στις αγορές· επικροτεί, στο πλαίσιο αυτό, τον διορισμό ειδικών συμβούλων για την Επίτροπο με κύριο αντικείμενο τις μελλοντικές προκλήσεις της ψηφιοποίησης για την πολιτική ανταγωνισμού, και αναμένει με ενδιαφέρον τα πορίσματα και τις συστάσεις τους για την ανάληψη δράσης· υπογραμμίζει την ανάγκη για κοινή προσέγγιση σε επίπεδο ΕΕ στα ζητήματα αυτά·

11.  υπογραμμίζει ότι οι χρήστες συχνά δεν γνωρίζουν τον βαθμό στον οποίο τα δεδομένα τους χρησιμοποιούνται και διαβιβάζονται σε τρίτους για σκοπούς μάρκετινγκ ή για εμπορικούς σκοπούς· καλεί την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), να διασφαλίσει ότι οι ψηφιακές εταιρείες εκμεταλλεύονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μόνο αφού προηγουμένως ο συγκεκριμένος συνδρομητής ή χρήστης έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του και ότι, χωρίς αυτή τη συγκατάθεση, τα δεδομένα δεν μπορούν να διαβιβαστούν σε τρίτα μέρη με τα οποία η εταιρεία ή η πλατφόρμα έχει συνάψει συμφωνία· υπενθυμίζει, επομένως, ότι οι ψηφιακές αγορές πρέπει να αξιολογούνται από διεπιστημονική άποψη, δεδομένου ότι η αντιανταγωνιστική συμπεριφορά μπορεί να συνεπάγεται παραβιάσεις άλλων τομέων δικαίου όπως η προστασία δεδομένων και η νομοθεσία περί καταναλωτών· τονίζει ότι η κατάλληλη επιβολή της νομοθεσίας θα προϋπέθετε τη συνεργασία διαφορετικών αρμόδιων αρχών, ιδίως των αρχών ανταγωνισμού, καταναλωτών και προστασίας δεδομένων, όπως προτείνεται στην πρωτοβουλία του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων για μια δομή κεντρικού συντονισμού(4)·

12.  καλεί την Ένωση να διοργανώσει ακρόαση με εταιρείες τεχνολογίας, απευθύνοντας πρόσκληση στους διευθύνοντες συμβούλους της Google, της Facebook και της Apple, για να συζητήσουν ιδίως τον τρόπο με τον οποίο συλλέγονται και χρησιμοποιούνται τα δεδομένα από τρίτες χώρες· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι οι χρήστες, οι ρυθμιστικοί φορείς και ενίοτε ακόμη και οι προγραμματιστές εφαρμογών και οι διαφημιστές δεν γνωρίζουν σε ποιο βαθμό τα δεδομένα ρέουν από τα έξυπνα τηλέφωνα προς ομίλους ψηφιακής διαφήμισης και άλλα τρίτα μέρη· σημειώνει ότι στα δεδομένα που συλλέγονται από τρίτα μέρη μέσω εφαρμογών έξυπνων τηλεφώνων περιλαμβάνονται τα πάντα από τις πληροφορίες του προφίλ, όπως η ηλικία και το φύλο, έως στοιχεία για τον τόπο, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων από τις πλησιέστερες κεραίες κινητής τηλεφωνίας ή από δρομολογητές Wi-Fi, και πληροφορίες για κάθε άλλη εφαρμογή ενός τηλεφώνου· πιστεύει ότι η ΕΕ θα πρέπει να παρέχει στους πολίτες τη δυνατότητα να κατανοούν τα ζητήματα μονοπωλίου και συγκέντρωσης που συνδέονται με τις εταιρείες αυτές που παρακολουθούν τα δεδομένα τους·

13.  καλεί, στο πλαίσιο αυτό, την Επιτροπή να αξιολογήσει τον έλεγχο των δεδομένων που είναι αναγκαία για τη δημιουργία και την παροχή υπηρεσιών ως παράμετρο ενδεικτική για την ύπαρξη ισχύος στην αγορά, μεταξύ άλλων κατά την έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών της σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ, και να απαιτήσει να υπάρχει διαλειτουργικότητα μεταξύ των επιγραμμικών πλατφορμών και των παρόχων κοινωνικών δικτύων· τονίζει επίσης την εξέλιξη των αλγορίθμων αυτόνομης μάθησης και της τεχνητής νοημοσύνης, ιδίως όταν παρέχονται σε εταιρείες από τρίτα μέρη, και τον αντίκτυπο που έχει στη φύση της δράσης καρτέλ· ζητεί από την Επιτροπή να παράσχει λεπτομερείς πληροφορίες για τα θέματα αυτά στην επόμενη ετήσια έκθεσή της σχετικά με την πολιτική ανταγωνισμού·

14.  θεωρεί σημαντική τη διασφάλιση της καλής λειτουργίας των μηχανισμών συλλογικής προσφυγής της ΕΕ που έχουν ως στόχο να παρέχεται κατάλληλη αποζημίωση στους καταναλωτές που θίγονται από αντιανταγωνιστικές πρακτικές·

15.  θεωρεί απαραίτητη τη διασφάλιση του δικαιώματος διασυνοριακής φορητότητας προκειμένου οι περιορισμοί που υφίστανται σε σχέση με το δικαίωμα αυτό να μην παγιώνονται ως θεμιτές πρακτικές της αγοράς· θεωρεί επίσης σημαντική την άρση περιορισμών για γεωγραφικούς λόγους που είναι καταχρηστικοί και αδικαιολόγητοι ενώ η προστασία που φέρονται να εξασφαλίζουν στα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας στερείται συνέπειας·

16.  θεωρεί ότι τα όρια δικαιοδοσίας που καθορίζουν την κίνηση διαδικασίας ελέγχου της συγκέντρωσης στην ΕΕ, τα οποία βασίζονται στον αντίστοιχο κύκλο εργασιών της οντότητας-στόχου και της αγοράστριας οντότητας, δεν είναι πάντοτε κατάλληλα για την ψηφιακή οικονομία, όπου η αξία συχνά αποτυπώνεται, για διαφημιστικούς σκοπούς, στον αριθμό επισκεπτών ενός δικτυακού τόπου· προτείνει την αναθεώρηση των εν λόγω ορίων και την προσαρμογή τους ώστε να συμπεριληφθούν, μεταξύ άλλων, παράγοντες όπως ο αριθμός των καταναλωτών που επηρεάζονται από τις συγχωνεύσεις και η αξία των σχετικών συναλλαγών·

17.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι είναι όλο και πιο δύσκολο να υπερκεραστούν τα εμπόδια για την είσοδο σε μερικούς τομείς της ψηφιακής οικονομίας, δεδομένου ότι, όσο διαιωνίζεται η άδικη αυτή συμπεριφορά, τόσο δυσχερέστερη είναι η εξάλειψη των αντιανταγωνιστικών συνεπειών της· εκτιμά ότι τα προσωρινά μέτρα μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο για τις αρχές ανταγωνισμού για να διασφαλιστεί ότι δεν θίγεται ο ανταγωνισμός όσο βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα· επιβεβαιώνει, εν προκειμένω, ότι η Επιτροπή θα πρέπει να κάνει αποτελεσματική χρήση των προσωρινών μέτρων, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη δέουσα διαδικασία και το δικαίωμα υπεράσπισης των επιχειρήσεων που τελούν υπό διερεύνηση· εκφράζει την ικανοποίηση του για τη δέσμευση της Επιτροπής να διενεργήσει ανάλυση για να διαπιστωθεί κατά πόσον υπάρχουν μέσα για την απλούστευση της έγκρισης προσωρινών μέτρων εντός δύο ετών από την ημερομηνία μεταφοράς της οδηγίας ΕΔΑ+ στο εθνικό δίκαιο· συνιστά εν προκειμένω να αντλήσει η Επιτροπή διδάγματα από βέλτιστες πρακτικές σε άλλες δικαιοδοσίες·

18.  καλεί την Επιτροπή να λάβει πιο φιλόδοξα μέτρα για την εξάλειψη των παράνομων εμποδίων στον διαδικτυακό ανταγωνισμό, προκειμένου να διασφαλίσει τις χωρίς φραγμούς ηλεκτρονικές αγορές εντός της ΕΕ, να παρακολουθεί τα ανώτατα όρια τιμών σε τομείς όπως οι επιγραμμικές πλατφόρμες στέγασης και τουρισμού, και να διασφαλίσει ότι οι καταναλωτές έχουν διασυνοριακή πρόσβαση σε ευρύ φάσμα επιγραμμικών αγαθών και υπηρεσιών σε ανταγωνιστικές τιμές· συνιστά να διεξαγάγει η Επιτροπή τομεακή έρευνα στη διαφημιστική αγορά για να γίνει καλύτερα κατανοητή η δυναμική της διαδικτυακής διαφημιστικής αγοράς και να προσδιοριστούν αντιανταγωνιστικές πρακτικές που πρέπει να αντιμετωπιστούν με την επιβολή της νομοθεσίας για τον ανταγωνισμό, όπως έχουν πράξει ορισμένες εθνικές αρχές·

19.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι η ψηφιοποίηση της σύγχρονης οικονομίας οδηγεί σε αλλαγές στην παραδοσιακή οικονομική λογική· τονίζει, ως εκ τούτου, ότι οιοδήποτε σύστημα φορολόγησης πρέπει να συνεκτιμά το γεγονός ότι η ψηφιοποίηση είναι πλέον ο κανόνας για όλους τους τομείς της οικονομίας μας· χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας· τονίζει ότι η φορολόγηση της ψηφιακής οικονομία πρέπει να αντιμετωπίσει τις ασυμμετρίες μεταξύ της παραδοσιακής οικονομίας και των νέων ψηφιακών οικονομικών πρακτικών και να αποτρέψει την παρεμπόδιση της ψηφιοποίησης και της καινοτομίας ή τη δημιουργία τεχνητών συνόρων στην οικονομία· υπογραμμίζει τη σημασία που έχει η εξεύρεση διεθνών λύσεων και κοινών προσεγγίσεων για τη φορολογία στην ψηφιακή οικονομία· ζητεί από την Επιτροπή να συνεχίσει τις προσπάθειές της στο πλαίσιο των διεθνών φόρουμ, ιδίως στον ΟΟΣΑ, για την επίτευξη μιας συμφωνίας αυτού του είδους·

20.  χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής για τον φόρο ψηφιακών υπηρεσιών ως κρίσιμο μέτρο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο ψηφιακός τομέας πληρώνει το δίκαιο μερίδιο φόρων που του αναλογεί μέχρι να υιοθετηθεί μόνιμη λύση που θα επιτρέπει τη φορολόγηση των εσόδων εκεί όπου δημιουργείται η αξία·

21.  επαναλαμβάνει ότι ο ανταγωνισμός στον τομέα των τηλεπικοινωνιών είναι ουσιώδης για την προώθηση της καινοτομίας και των επενδύσεων στα δίκτυα και ότι θα πρέπει να υπάρξει ενθάρρυνση για προσιτές τιμές και επιλογές υπηρεσιών για τον καταναλωτή· θεωρεί ότι η περιαγωγή εντός της ΕΕ εξακολουθεί να αποτελεί μεγάλη επιβάρυνση για επιχειρήσεις και καταναλωτές και ότι τα βήματα για την κατάργηση των τελών περιαγωγής στην ΕΕ δεν επαρκούν εφόσον το ζητούμενο είναι η περαιτέρω εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς· αναγνωρίζει ότι πρέπει να δημιουργηθούν κίνητρα για την ευθυγράμμιση των ενδοενωσιακών κλήσεων με τις τοπικές κλήσεις, μέσω της διευκόλυνσης των επενδύσεων σε ένα πλήρως ευρωπαϊκό ή κοινό δίκτυο· φρονεί ότι οι πολιτικές θα πρέπει να προάγουν τις αποδοτικές επενδύσεις σε νέα δίκτυα, να λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο στους καταναλωτές και, με τον τρόπο αυτό, να προλαμβάνουν την εμφάνιση νέων ψηφιακών χασμάτων μεταξύ νοικοκυριών υψηλού και χαμηλού εισοδήματος· ζητεί από την Επιτροπή να ενθαρρύνει την ανάπτυξη ευρυζωνικών υπηρεσιών, μέσω της προαγωγής ανταγωνισμού υψηλού επιπέδου, και να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο συνδεσιμότητας στην ΕΕ και την ταχεία ανάπτυξη του δικτύου 5G σε όλη την Ένωση, προκειμένου να εξασφαλίσει την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της Ένωσης και να προσελκύσει επενδύσεις· θεωρεί ότι, στο πλαίσιο της εκτέλεσης του ως άνω έργου, είναι σημαντικό η πολιτική ανταγωνισμού να λάβει υπόψη τις συνθήκες της ανάπτυξης ευρυζωνικών υπηρεσιών στις αγροτικές περιοχές, ούτως ώστε να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και να αντιστρέψει την τάση για αυξανόμενες τεχνολογικές ανισότητες μεταξύ αγροτικών και αστικών περιοχών όσον αφορά την πρόσβαση·

22.  θεωρεί ότι οι τρεχούμενοι λογαριασμοί και οι λογαριασμοί ταμιευτηρίου δεν θα πρέπει να συνεπάγονται την καταβολή προμηθειών από τον χρήστη, εκτός εάν συνδέονται με ειδικές υπηρεσίες·

23.  χαιρετίζει την αντιμονοπωλιακή απόφαση της Επιτροπής για την επιβολή προστίμου 4,34 δισεκατομμυρίων EUR στην Google για παράνομες πρακτικές στις κινητές συσκευές Android, με στόχο την ενίσχυση της κυριαρχίας της μηχανής αναζήτησης της Google· καλεί την Επιτροπή να ολοκληρώσει το 2019 την υπόθεση παραβίασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας από την Google Shopping, η οποία δρομολογήθηκε τον Νοέμβριο του 2010, πριν από οκτώ χρόνια· υπενθυμίζει στην Επιτροπή να ολοκληρώσει την έρευνα σχετικά με το πώς αντιμετωπίζει η Google στα αποτελέσματα αναζήτησής της άλλες δικές της εξειδικευμένες υπηρεσίες αναζήτησης, μεταξύ άλλων σχετικά με τα ζητήματα για την τοπική αναζήτηση τα οποία έθεσε η Yelp στην πρόσφατη καταγγελία της· συνιστά να εξετάσει η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού τη διάρκεια των υποθέσεων παράβασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας στον ψηφιακό χώρο και το καταλληλότερο εργαλείο για την αντιμετώπισή τους· ζητεί ειδικότερα από την Επιτροπή να μελετήσει το ενδεχόμενο να ορίσει προθεσμίες για τις αντιμονοπωλιακές υποθέσεις, όπως συμβαίνει με τις υποθέσεις συγκέντρωσης·

24.  επαναλαμβάνει ότι είναι αναγκαίο η Επιτροπή να εξετάσει επίσης τον πλήρη δομικό διαχωρισμό των ψηφιακών τεχνολογικών μονοπωλίων ως μοναδική λύση που θα επιτρέψει την αποκατάσταση του ανταγωνισμού και των ίσων όρων ανταγωνισμού εντός της ευρωπαϊκής ψηφιακής αγοράς·

25.  επισημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα της επιβολής της νομοθεσίας ανταγωνισμού εξαρτάται από τον κατάλληλο σχεδιασμό και τη δοκιμή διορθωτικών μέτρων· τονίζει ότι τα διορθωτικά μέτρα που απευθύνονται στους καταναλωτές είναι σημαντικά για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας σε μια αγορά, διότι βοηθούν τους καταναλωτές να λαμβάνουν αποφάσεις εν επιγνώσει και να διορθώνουν τις τάσεις του στάτους κβο· φρονεί ότι η Επιτροπή, κατά τον σχεδιασμό διορθωτικών μέτρων συμπεριφοράς, θα πρέπει να ενσωματώνει τα συμπεριφορικά οικονομικά ως βοηθητικό επιστημονικό κλάδο, όπως πράττουν τα τελευταία χρόνια κάποιες εθνικές αρχές·

26.  επισημαίνει ότι ο Πρόεδρος της Επιτροπής έχει δεσμευτεί να υποβάλει προτάσεις με στόχο την ενίσχυση της φορολογικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ μέσω της υποχρέωσης απόκρισης σε ομαδικά αιτήματα επί φορολογικών ζητημάτων, έτσι ώστε ένα κράτος μέλος να μπορεί να παρέχει σε άλλα κράτη μέλη όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τη δίωξη ενεχόμενων σε υποθέσεις διασυνοριακής φοροδιαφυγής, καθώς και να υποβάλει προτάσεις σχετικά με τη φορολογική μεταρρύθμιση δυνάμει του άρθρου 116 της ΣΛΕΕ, για τις οποίες θα απαιτείται διαδικασία συναπόφασης μεταξύ του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με στόχο την εξάλειψη της στρέβλωσης των όρων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά·

27.  αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Λουξεμβούργο χορήγησε αδικαιολόγητα φορολογικά πλεονεκτήματα ύψους σχεδόν 120 εκατομμυρίων EUR στην Engie, και ότι η διαδικασία ανάκτησης βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου έχει αποφασίσει να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης της Επιτροπής·

28.  σημειώνει την απόφαση της Επιτρόπου Ανταγωνισμού, Margrethe Vestager, σχετικά με την έρευνα που αφορά τις κρατικές ενισχύσεις στη McDonalds, από την οποία προέκυψε ότι η μη φορολόγηση ορισμένων κερδών της McDonalds στο Λουξεμβούργο δεν συνιστά παράνομη κρατική ενίσχυση· εκτιμά ότι η ισχύουσα ενωσιακή ρύθμιση δεν είναι κατάλληλη για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη διπλή μη φορολόγηση και να βάλει τέλος στην κούρσα μείωσης των φόρων των εταιρειών·

29.  επισημαίνει ότι, σε δύο πρόσφατες υποθέσεις, παρά τα συμπεράσματα του Συμβουλίου ενιαίας εξυγίανσης (ΣΕΕ), σύμφωνα με τα οποία η εν λόγω εξυγίανση δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί για λόγους δημόσιου συμφέροντος, η Επιτροπή ενέκρινε κρατικές ενισχύσεις με βάση το γεγονός ότι θα μετρίαζαν τις οικονομικές αναταράξεις σε περιφερειακό επίπεδο, αναδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό δύο διαφορετικές ερμηνείες του δημόσιου συμφέροντος· ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει τις αποκλίσεις μεταξύ των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των ενισχύσεων για την εκκαθάριση και το καθεστώς εξυγίανσης στο πλαίσιο της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των τραπεζών (BRRD) και, εν συνεχεία, να αναθεωρήσει αναλόγως την ανακοίνωσή της του 2013 για τον τραπεζικό τομέα·

30.  σημειώνει ότι μια σειρά μελετών(5) έχουν αποδείξει το κρυφό κοινωνικό κόστος και τον μειωμένο ανταγωνισμό των προϊόντων που αντιστοιχούν σε υψηλότερα επίπεδα συγκέντρωσης οριζόντιας ιδιοκτησίας· ζητεί, ως εκ τούτου, από την Επιτροπή να μελετήσει το ενδεχόμενο αναθεώρησης του κανονισμού συγκεντρώσεων προς την κατεύθυνση αυτή και να εκπονήσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη χρήση των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ σε τέτοιες περιπτώσεις·

31.  επισημαίνει ότι οι προσωρινές κρατικές ενισχύσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα για τη σταθεροποίηση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος ήταν ενδεχομένως απαραίτητες ελλείψει εξυγίανσης αλλά ότι, ωστόσο, πρέπει πλέον να ελεγχθούν και να καταργηθούν· εκφράζει τη λύπη του για τον ανεπαρκή χαρακτήρα του ελέγχου αυτού· καλεί εκ νέου την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον τα τραπεζικά ιδρύματα έχουν λάβει, από την έναρξη της κρίσης, έμμεσες επιδοτήσεις και κρατικές ενισχύσεις μέσω της παροχής ρευστότητας από κεντρικές τράπεζες· υπενθυμίζει ότι η Επίτροπος Margrethe Vestager δεσμεύτηκε, τον Νοέμβριο του 2017, στο πλαίσιο του διαρθρωμένου διαλόγου με την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να εξετάσει τις πιθανές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκύπτουν από το πρόγραμμα της ΕΚΤ για την αγορά επιχειρηματικών ομολόγων και να υποβάλει έκθεση με στοιχειοθετημένη απάντηση· υπογραμμίζει, ως προς το θέμα αυτό, ότι η έννοια της επιλεκτικότητας στις κρατικές ενισχύσεις αποτελεί βασικό κριτήριο που πρέπει να διερευνηθεί διεξοδικά και παραπέμπει, εν προκειμένω, στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ, το οποίο περιέχει τη λεγόμενη αρχή της καλόπιστης συνεργασίας·

32.  θεωρεί ότι προτεραιότητα αποτελεί η διασφάλιση της αυστηρής και αμερόληπτης τήρησης των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις κατά την αντιμετώπιση μελλοντικών κρίσεων στον τραπεζικό τομέα, προκειμένου οι φορολογούμενοι να προστατεύονται από το βάρος των διασώσεων τραπεζών·

33.  επιδοκιμάζει την εισαγωγή του εργαλείου του ανώνυμου καταγγέλλοντος από την Επιτροπή, το οποίο επιτρέπει την καταγγελία συμπράξεων ή άλλου είδους παράνομων αντιανταγωνιστικών πρακτικών και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αυξάνει τις πιθανότητες εντοπισμού και δίωξής τους· σημειώνει τα θετικά αριθμητικά δεδομένα μετά τους πρώτους μήνες χρήσης·

34.  εκφράζει την ανησυχία του διότι η ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση στον χρηματοπιστωτικό τομέα μπορεί να μειώσει τον βαθμό ανταγωνισμού στον εν λόγω τομέα και διότι δεν υφίσταται πραγματική εσωτερική τραπεζική αγορά, ενώ διατηρείται ο κατακερματισμός σε εθνικές αγορές·

35.  τονίζει ότι η Ευρώπη χρειάζεται ένα ισχυρό εναρμονισμένο πλαίσιο για την υποβολή εκθέσεων και τη φορολόγηση των πολυεθνικών εταιρειών, με δημόσια υποβολή εκθέσεων ανά χώρα σχετικά με μια κοινή ενοποιημένη βάση φορολογίας εταιρειών (ΚΕΒΦΕ)· υπενθυμίζει ότι, πέραν της μείωσης του κόστους που συνεπάγεται για τις επιχειρήσεις και τις φορολογικές αρχές των κρατών μελών, η λήψη αυτών των μέτρων θα έδινε λύση στο ζήτημα της μεταβιβαστικής τιμολόγησης και θα εξασφάλιζε πιο δίκαιο ανταγωνισμό στην ενιαία αγορά·

36.  καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει την αξιολόγηση των επιζήμιων φορολογικών μέτρων στα κράτη μέλη κατά το ευρωπαϊκό εξάμηνο, και να αξιολογήσει πλήρως τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και τις δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλες δικαιοδοσίες·

37.  καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει και ακόμη και να εντείνει τις προσπάθειες για τη διερεύνηση καταχρήσεων δεσποζουσών θέσεων στην αγορά εις βάρος καταναλωτών της ΕΕ· ζητεί, παράλληλα, η Επιτροπή να παρακολουθεί τα υφιστάμενα κυβερνητικά μονοπώλια και τη νομιμότητα των προσκλήσεων υποβολής προσφορών παραχώρησης, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε υπερβολική στρέβλωση του ανταγωνισμού·

38.  υπογραμμίζει ότι οι κρατικές ενισχύσεις μπορεί να προκαλέσουν στρεβλώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· επισημαίνει τις αυστηρές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ· σημειώνει ότι η πλειονότητα των αποφάσεων σχετικά με θέματα αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας και κρατικών ενισχύσεων λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο· πιστεύει, ως εκ τούτου, ότι η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί και να λαμβάνει μέτρα για τη διασφάλιση συνεκτικής πολιτικής εντός της εσωτερικής αγοράς· καλεί την Επιτροπή να δρομολογήσει χάρτη πορείας για καλύτερα στοχοθετημένες κρατικές ενισχύσεις· χαιρετίζει τις συνεχείς προσπάθειες της Επιτροπής να αποσαφηνίσει τις διάφορες πτυχές του ορισμού της κρατικής ενίσχυσης, όπως προκύπτει από την ανακοίνωσή της σχετικά με την έννοια της κρατικής ενίσχυσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ· επισημαίνει ιδίως τις προσπάθειες για την αποσαφήνιση των εννοιών «επιχείρηση» και «οικονομική δραστηριότητα»· διαπιστώνει, ωστόσο, ότι εξακολουθεί να είναι δύσκολη η διάκριση μεταξύ οικονομικών και μη οικονομικών δραστηριοτήτων· επισημαίνει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να διασφαλίζει την ορθή ερμηνεία της Συνθήκης· καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ), μεταξύ άλλων στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, κατά την εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις, ειδικά στο πλαίσιο της κρατικής στήριξης που προορίζεται για απομονωμένες, απομακρυσμένες ή περιφερειακές περιοχές της Ένωσης· υπογραμμίζει ότι, κατά την εφαρμογή του μέτρου των κρατικών ενισχύσεων για την προώθηση υπηρεσιών γενικού συμφέροντος, στόχος θα πρέπει να είναι το όφελος των καταναλωτών και των πολιτών και όχι η ενίσχυση κατεστημένων συμφερόντων·

39.  υπογραμμίζει ότι η φορολόγηση παραμένει πρωτίστως εθνική αρμοδιότητα λόγω της απαίτησης για ομοφωνία στο Συμβούλιο, και ότι η επιλογή πολιτικής, ως εκ τούτου, εξαρτάται από την πολιτική άποψη και τον πολιτικό προσανατολισμό των αντίστοιχων εθνικών κυβερνήσεων και κοινοβουλίων των κρατών μελών· σημειώνει, ωστόσο, ότι το εργαλείο της φορολόγησης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση έμμεσων κρατικών ενισχύσεων σε εταιρείες, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει άνισους όρους ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά· υπογραμμίζει, επομένως, την ανάγκη να διασφαλίζεται ότι οι εθνικές φορολογικές πολιτικές δεν στρεβλώνουν τον θεμιτό ανταγωνισμό και, ως εκ τούτου, ότι η φορολογική πολιτική και η πολιτική ανταγωνισμού εφαρμόζονται με συνέπεια εντός της εσωτερικής αγοράς· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η ειδική ομάδα για τις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή φορολογικών πλεονεκτημάτων αποτελεί πλέον μόνιμο όργανο· καλεί την ειδική ομάδα να εξοπλιστεί επαρκώς με ανθρώπινους πόρους και εργαλεία έρευνας· ζητεί σαφή εικόνα της πορείας των ερευνών για τις κρατικές ενισχύσεις στο πλαίσιο αυτό, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των υποθέσεων που ήδη διερευνώνται·

τονίζει ότι, εντός της εσωτερικής αγοράς, οι νεοεισερχόμενοι και οι επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, που δεν χρησιμοποιούν επιθετικές φορολογικές πρακτικές βρίσκονται σε μειονεκτική θέση· εκφράζει τη βαθιά ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή διερευνά διεξοδικά αντιανταγωνιστικές πρακτικές όπως τα επιλεκτικά φορολογικά πλεονεκτήματα ή τα συστήματα φορολογικών αποφάσεων για πλεονάζοντα κέρδη· χαιρετίζει την καθοδήγηση που παρέχει η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της σχετικά με την έννοια της κρατικής ενίσχυσης που καλύπτει τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling»· καλεί τα κράτη της ΕΕ να εγκαταλείψουν τις πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού που βασίζονται σε αδικαιολόγητα φορολογικά κίνητρα· καλεί το Συμβούλιο να εγκρίνει την πρόταση για την ΚΕΒΦΕ· θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις, οι μη καταβληθέντες φόροι από αποδέκτες παράνομων φορολογικών ενισχύσεων αποδίδονται στη χώρα η οποία χορήγησε την ενίσχυση· καλεί την Επιτροπή να εργαστεί για να βρεθεί λύση στο πρόβλημα αυτό·

επισημαίνει ότι οι διαπραγματεύσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν τον σεβασμό του θεμιτού ανταγωνισμού και εγγύηση ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα έχει τη δυνατότητα να χορηγεί κρατικές ενισχύσεις υπό τη μορφή ευνοϊκών φορολογικών συμφωνιών·

40.  υπογραμμίζει την εκτεταμένη συγκέντρωση της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων, στο πλαίσιο της οποίας ορισμένες εταιρείες διαμορφώνουν ολιγοπώλιο στην παγκόσμια αγορά σπόρων και φυτοφαρμάκων, εις βάρος αφενός των καταναλωτών, των αγροτών, και, αφετέρου, του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας· επισημαίνει ότι μια διάρθρωση αυτού του είδους θα έχει ως αποτέλεσμα οι γεωργοί να καταστούν, τεχνολογικά και οικονομικά, ακόμη πιο εξαρτημένοι από έναν μικρό αριθμό παγκοσμίως ολοκληρωμένων πλατφορμών ενιαίας αγοράς, να παράγουν μικρή ποικιλία σπόρων, να απομακρυνθούν, όσον αφορά τις δραστηριότητες καινοτομίας, από ένα παραγωγικό μοντέλο που σέβεται το περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα και, τελικά, λόγω περιορισμένου ανταγωνισμού, να παράγουν λιγότερη καινοτομία και τελικά προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας· καλεί την Επιτροπή, δεδομένης της μείωσης των γεωργικών εισοδημάτων που πλήττουν ιδίως τους μικροκαλλιεργητές, να προσανατολίσει την παρέμβασή της στη διασφάλιση αξιοπρεπών εισοδημάτων για τους αγρότες, ιδίως τους μικρούς και τους μεσαίους καλλιεργητές·

41.  θεωρεί ότι είναι αναγκαίος ένας πιο ενδελεχής έλεγχος από την Επιτροπή όσον αφορά τη χρήση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στον γεωργικό τομέα· σημειώνει ότι η κατάχρηση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας επιβάλλει στους αγρότες απαιτήσεις ως προς την παραγωγή που περιορίζουν τις επιλογές τους στην αγορά, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της βιοποικιλότητας των καλλιεργειών, τη στρέβλωση του ανταγωνισμού και τον περιορισμό της καινοτομίας· σημειώνει ότι τα συνιστώμενα μέτρα θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη ενός αγροβιομηχανικού μοντέλου που θα ενισχύει τη μετάβαση σε μία βιολογική και οικολογικά βιώσιμη γεωργία·

42.  επικροτεί πρωτοβουλίες όπως το πλαίσιο έξυπνων χωριών το οποίο ενθαρρύνει τους οικισμούς να γίνουν πιο ευέλικτοι, να χρησιμοποιούν καλύτερα τους πόρους τους και να λαμβάνουν πιο ενεργά μέρος στον ανταγωνισμό της ενιαίας αγοράς, καθώς και να βελτιώνουν την ελκυστικότητά τους και την ποιότητα ζωής των κατοίκων των αγροτικών περιοχών·

43.  αναγνωρίζει τις δυνατότητες της τεχνολογίας blockchain για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες· προειδοποιεί, ωστόσο, ότι η χρήση αυτής της τεχνολογίας για τη συγκέντρωση πόρων πρέπει να ρυθμιστεί προκειμένου να αποφευχθούν το υπερβολικό ντάμπινγκ έναντι ρυθμιζόμενων χρηματοπιστωτικών αγορών, οι κίνδυνοι για τους επενδυτές καθώς και οι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· καλεί την Επιτροπή να προτείνει, στο θέμα αυτό, κανονιστικό πλαίσιο για τις αρχικές προσφορές εικονικών νομισμάτων (ICO)·

44.  εκφράζει την ανησυχία του για την πρόσφατη έγκριση της συγχώνευσης Bayer και Monsanto από την Επιτροπή, η οποία αναγνώρισε ότι στην απόφασή της παρέλειψε να λάβει υπόψη τους στόχους που κατοχυρώνονται στη ΣΛΕΕ, ιδίως την ασφάλεια των τροφίμων, την προστασία των καταναλωτών, το περιβάλλον και το κλίμα·

45.  θεωρεί σημαντική, για τον σκοπό αυτό, τη λήψη μέτρων κατά των επιχειρήσεων που παρεμβαίνουν στα στάδια εμπορίας και διανομής της γεωργικής αλυσίδας και προκαλούν στρεβλώσεις στις γεωργικές αγορές εις βάρος των γεωργικών εισοδημάτων και των τιμών καταναλωτή·

46.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την προσέγγιση που υιοθέτησε η Επιτροπή κατά την αξιολόγηση των οριζόντιων συγκεντρώσεων να επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στον ανταγωνισμό στον τομέα της καινοτομίας, ιδίως σε συγχωνεύσεις που αφορούν αγορές υψηλής έντασης έρευνας, και σημειώνει ότι οι συγχωνεύσεις θα πρέπει να αξιολογούνται υπό το πρίσμα της εσωτερικής αγοράς στο σύνολό της· ζητεί ακόμη από την Επιτροπή να προτείνει αναθεώρηση του κανονισμού για τις συγκεντρώσεις στην ΕΕ και να αναλύσει κατά πόσον θα πρέπει να αποκτήσει την εξουσία, όπως συμβαίνει με ορισμένα κράτη μέλη, να θεσπίζει μέτρα για την προστασία της ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης και των δικαιωμάτων και των αρχών της ΣΛΕΕ και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας του περιβάλλοντος·

47.  επαναλαμβάνει το προκαταρκτικό συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η Google έκανε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της ως μηχανής αναζήτησης δίνοντας παράνομο πλεονέκτημα στα προϊόντα της· επισημαίνει ότι ο πλήρης διαρθρωτικός διαχωρισμός μεταξύ γενικών και εξειδικευμένων υπηρεσιών αναζήτησης της εταιρείας είναι απαραίτητος προκειμένου να δοθεί τέλος στην κατάχρηση αυτή·

48.  σημειώνει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερμηνεύει το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ με βάση το σκεπτικό ότι λαμβάνει υπόψη τους διαφορετικούς στόχους των Συνθηκών· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι η συσταλτική ερμηνεία του άρθρο 101 της ΣΛΕΕ από τις οριζόντιες κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής θεωρείται όλο και περισσότερο εμπόδιο στη συνεργασία μικρότερων παραγόντων της αγοράς για τη θέσπιση υψηλότερων περιβαλλοντικών και κοινωνικών προτύπων· φρονεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να δημιουργήσει ασφάλεια δικαίου σχετικά με τους όρους υπό τους οποίους οι συλλογικές ρυθμίσεις των οργανώσεων παραγωγών, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιρισμών, των ενώσεών τους και των διεπαγγελματικών οργανώσεων που γίνονται σε όλο το μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων με σκοπό τη βιωσιμότητα και τα δίκαια εργασιακά πρότυπα, θα πρέπει να αξιολογούνται βάσει της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και να ενθαρρύνει ανάλογες πρωτοβουλίες στο πλαίσιο της πολιτικής ανταγωνισμού· υπογραμμίζει, επίσης, ότι αυτή η νέα προσέγγιση δεν θα πρέπει να εμποδίζει την παραγωγή φθηνότερων προϊόντων, ιδίως σε τομείς όπου οι καταναλωτές είναι πιο ευαίσθητοι στο θέμα των τιμών· τονίζει επίσης τη σημασία της αρχής της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι ο περιορισμός του ανταγωνισμού δεν μπορεί να υπερβαίνει τα όρια που είναι απαραίτητα για την επίτευξη του γενικού συμφέροντος·

49.  επισημαίνει τους από κοινού συμφωνηθέντες σκοπούς και στόχους της ενεργειακής ένωσης και τονίζει ιδίως τη διάσταση της ασφάλειας, της απαλλαγής της οικονομίας από ανθρακούχες εκπομπές, της αλληλεγγύης και της εμπιστοσύνης· τονίζει ότι είναι σημαντικό να διασφαλίζεται ότι οι αγορές της ενεργειακής ένωσης βασίζονται στο κράτος δικαίου, τον ανταγωνισμό, τη διαφοροποίηση ενεργειακών πηγών και παρόχων, την προβλεψιμότητα και τη διαφάνεια και να αποφεύγεται η μόχλευση δεσπόζουσας θέσης από οιονδήποτε παράγοντα της αγοράς, εγκατεστημένο στην Ένωση ή σε τρίτη χώρα, εις βάρος των ανταγωνιστών και των καταναλωτών· ζητεί, εν προκειμένω, αυξημένο έλεγχο και, όπου απαιτείται, μέτρα και επιβολή υποχρεώσεων σε τέτοιους παράγοντες της αγοράς· επισημαίνει, ειδικότερα, ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί δεόντως η στρατηγική κατακερματισμού της αγοράς φυσικού αερίου της ΕΕ και, κατ’ επέκταση, παραβίασης των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΕ, που χρησιμοποιούν ορισμένες εταιρείες ενέργειας· υπογραμμίζει, ακόμη, ότι οι νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις που ανέλαβαν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα δεν θα καταστεί δυνατό να υλοποιηθούν χωρίς τη λήψη συγκεκριμένων κρατικών μέτρων για την προώθηση και τη δημιουργία κινήτρων για την παραγωγή και χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας· λαμβάνει υπό σημείωση την επικείμενη αναθεώρηση των κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις και την ενέργεια, η οποία δεν θα αποκλείει πλέον δύο από τους κλάδους που αντλούν τα περισσότερα οφέλη από κρατικές επιδοτήσεις, δηλαδή την πυρηνική ενέργεια και την εξόρυξη ορυκτών καυσίμων, και θα εξασφαλίζει μεγαλύτερη ευελιξία στην παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας από τους καταναλωτές· επισημαίνει ότι είναι σημαντικό να ολοκληρωθεί η ενεργειακή ένωση με την ενοποίηση αγορών, κυρίως μέσω επενδύσεων σε γραμμές διασύνδεσης, όπου απαιτείται, και βάσει των συνθηκών της αγοράς και του εμπορικού δυναμικού, και μέσω της αύξησης της εμπορεύσιμης ικανότητας των υφιστάμενων διασυνδέσεων· τονίζει, ως εκ τούτου, ότι κάθε έγκριση κρατικών ενισχύσεων για μηχανισμούς δυναμικότητας πρέπει να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο αναγκαιότητας, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης εναλλακτικών μέτρων, ιδίως της αποτελεσματικότερης χρήσης των υφιστάμενων γραμμών διασύνδεσης· υπογραμμίζει ότι οι μηχανισμοί δυναμικότητας αντιπροσωπεύουν συχνά σημαντικό κόστος για τους καταναλωτές και λειτουργούν ως «κρυφή επιχορήγηση», υποστηρίζοντας μη αποδοτικούς και ρυπογόνους σταθμούς παραγωγής ενέργειας, γεγονός που επιτάσσει να διασφαλίζεται ότι για οποιαδήποτε έγκριση κρατικών ενισχύσεων δεν γίνονται δεκτές στα προγράμματα αυτά οι πλέον ρυπογόνες δομές·

50.  σημειώνει ότι απαιτείται βελτίωση της διαφάνειας κατά την πρόβλεψη συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, προκειμένου να εκλείψει το ενδεχόμενο χρησιμοποίησης των συμπράξεων αυτών από εταίρους του ιδιωτικού τομέα για τη διασφάλιση ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων έναντι των ανταγωνιστών τους·

51.  χαιρετίζει την έρευνα της Επιτροπής σχετικά με τις πρακτικές τιμολόγησης για σωτήρια φάρμακα, ιδίως σχετικά με την υπόθεση στην οποία εμπλέκεται η φαρμακευτική εταιρεία Aspen·

52.  υπογραμμίζει τη σημασία που έχει η παροχή των ίδιων δικαιωμάτων σε όλους τους αερομεταφορείς όταν πετούν προς ή από την ΕΕ· αναγνωρίζει ότι αυτό δεν ισχύει πάντα για τις αεροπορικές εταιρείες της ΕΕ που λειτουργούν εκτός ΕΕ, οι οποίες υπόκεινται σε αθέμιτες πρακτικές που πλήττουν τον ανταγωνισμό· καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίσει αντιανταγωνιστικές πρακτικές που μεταξύ άλλων υπονομεύουν τη νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών· τονίζει και πάλι τη σημασία που έχει η διασφάλιση θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ αερομεταφορέων της ΕΕ και αερομεταφορέων τρίτων χωρών·

53.  τονίζει τη σημασία ενός ανταγωνιστικού τομέα μεταφορών· σημειώνει ότι η ενιαία αγορά στον τομέα των μεταφορών δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και ότι ο τομέας που παρουσιάζει τον μεγαλύτερο κατακερματισμό είναι ο σιδηροδρομικός· επικροτεί τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή για την ολοκλήρωση και τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς για την οδική μεταφορά επιβατών·

54.  επιβεβαιώνει ότι τα νέα έργα υποδομής, συμπεριλαμβανομένων όσων συνδέουν κράτη μέλη με τρίτες χώρες, και ιδίως οι κανόνες για τον διαχωρισμό και τη διαμόρφωση των αγοραίων τιμών, πρέπει να αποτελούν αντικείμενο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας·

55.  υπογραμμίζει τη σημασία και την ανάγκη για επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής και στις εθνικές αρμόδιες αρχές, καθώς και για ΤΠ και ψηφιακή εμπειρογνωσία, που είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που θέτει μια οικονομία που βασίζεται σε δεδομένα και αλγόριθμους· υποστηρίζει, σε συνάρτηση με το στοιχείο αυτό, το προτεινόμενο σκέλος του προγράμματος για την ενιαία αγορά που αφορά τον ανταγωνισμό στο πλαίσιο του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ) 2021-2027·

56.  υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή, όταν λαμβάνει αποφάσεις για υποθέσεις ανταγωνισμού, πρέπει να αντιμετωπίζει την εσωτερική αγορά ως μία ενιαία αγορά και όχι ως ένα αριθμό ανεξάρτητων τοπικών ή εθνικών αγορών·

57.  φρονεί ότι, για την αποτελεσματική εφαρμογή των αρχών του δικαίου του ανταγωνισμού και την πρόληψη ανακολουθιών όσον αφορά τα ένδικα μέσα και τα αποτελέσματα των δράσεων επιβολής, είναι απολύτως απαραίτητη η διεθνής συνεργασία· πιστεύει, εν προκειμένω, ότι ο καλύτερος τρόπος για τη βελτίωση των κανόνων και των πρακτικών ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο είναι η διεξαγωγή δίκαιων και διαφανών συζητήσεων· υποστηρίζει την ενεργό συμμετοχή της Επιτροπής, των εθνικών και, ενδεχομένως, των περιφερειακών αρχών ανταγωνισμού στο Διεθνές Δίκτυο Ανταγωνισμού·

58.  χαιρετίζει την οδηγία ΕΔΑ+, η οποία θα βελτιώσει σημαντικά την αποτελεσματική και συνεκτική υλοποίηση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού της ΕΕ σε ολόκληρη την Ένωση διασφαλίζοντας ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν κατάλληλα εργαλεία, πόρους και διασφαλίσεις ανεξαρτησίας, συμπεριλαμβανομένης διαφανούς διαδικασίας για την εκλογή ή τον ορισμό της ηγεσίας τους, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να επιβάλλουν αποτρεπτικά πρόστιμα για παραβάσεις που σχετίζονται με τον ανταγωνισμό· εκτιμά την έγκαιρη συνδρομή της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη σχετικά με την εφαρμογή αυτής της οδηγίας·

59.  καλεί την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε κάθε μελλοντική εμπορική συμφωνία να εξασφαλίζει ισότιμους όρους, ιδίως όσον αφορά τον ανταγωνισμό και τις κρατικές ενισχύσεις· τονίζει ότι οι κρατικές ενισχύσεις θα πρέπει να επιτρέπονται μόνο σε εξαιρετικές και αιτιολογημένες περιπτώσεις, οι οποίες ρυθμίζονται από τον νόμο, ούτως ώστε να αποφεύγεται η στρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά, με παράλληλη πρόβλεψη εξαιρέσεων και αιτιολογήσεων που σχετίζονται με την επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή· υπενθυμίζει ότι «εφόσον οι επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε παγκόσμια κλίμακα, το ίδιο πρέπει να πράξουν και οι φορείς επιβολής», ιδιαίτερα δεδομένου ότι η εξάπλωση των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ) και η ανάδυση της ψηφιακής οικονομίας έχουν οδηγήσει σε υπερβολική συγκέντρωση της αγοράς και της ισχύος σε ορισμένους τομείς· πιστεύει ότι, προκειμένου να αναπτυχθεί παγκοσμίως το δίκαιο εμπόριο, πρέπει πρώτα να καθιερωθούν παγκόσμιοι κανόνες για τον ανταγωνισμό και το υψηλότερο δυνατό επίπεδο συντονισμού ανάμεσα στις αρχές ανταγωνισμού, μεταξύ άλλων όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο των διαδικασιών ανταγωνισμού·

60.  υπενθυμίζει ότι οι διεθνείς εμπορικές και επενδυτικές συμφωνίες θα πρέπει να περιέχουν ένα συγκεκριμένο και ενισχυμένο κεφάλαιο σχετικά με τον ανταγωνισμό·

61.  καλεί την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της για να αναδείξει τις φιλοδοξίες της όσον αφορά το άνοιγμα των διεθνών αγορών δημοσίων συμβάσεων και την αύξηση της πρόσβασης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα σε τρίτες χώρες· θεωρεί αναγκαίο να μειωθούν οι ασυμμετρίες μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών, ιδιαίτερα των ΗΠΑ και της Κίνας, όσον αφορά την πρόσβαση σε δημόσιες συμβάσεις· καλεί όλους τους εμπορικούς εταίρους της ΕΕ να επιτρέψουν την άνευ διακρίσεων πρόσβαση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και εργαζομένων στις οικείες αγορές δημοσίων συμβάσεων· επικροτεί τον ανανεωμένο διάλογο σχετικά με το διεθνές μέσο για τις δημόσιες συμβάσεις, το οποίο θεσπίζει την αναγκαία αμοιβαιότητα όταν οι εμπορικοί εταίροι περιορίζουν την πρόσβαση στις οικείες αγορές δημοσίων συμβάσεων, και καλεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να το εγκρίνει ταχέως· υποστηρίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής να ανοίξει τις αγορές δημοσίων συμβάσεων τρίτων χωρών με τη σύναψη διμερών εμπορικών εταιρικών σχέσεων· υπενθυμίζει ότι οι εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό συνθήκες που δεν στηρίζονται στην αγορά και οι οποίες καθοδηγούνται από γεωπολιτικούς παράγοντες θα μπορούσαν ουσιαστικά να επικρατήσουν οιουδήποτε ανταγωνιστή κατά την υποβολή προσφορών για ευρωπαϊκές δημόσιες συμβάσεις· καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί τους διαγωνισμούς δημοσίων συμβάσεων και να αντιμετωπίσει τον αθέμιτο ανταγωνισμό από κρατικά υποστηριζόμενες εταιρείες, ο οποίος πλήττει επιχειρήσεις και εργαζομένους στην Ευρώπη·

62.  επισημαίνει ότι η καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, μεταξύ άλλων μέσω της πολιτικής ανταγωνισμού, είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού παγκοσμίως προς όφελος των εργαζομένων, των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, και αποτελεί μία από τις προτεραιότητες της ενωσιακής εμπορικής στρατηγικής· υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με το έγγραφο προβληματισμού για την τιθάσευση της παγκοσμιοποίησης, η Ένωση πρέπει να λάβει μέτρα για να αποκαταστήσει δίκαιες συνθήκες ανταγωνισμού· επικροτεί την ενσωμάτωση διατάξεων για τις πολιτικές ανταγωνισμού στη συμφωνία οικονομικής εταιρικής σχέσης με την Ιαπωνία και στη συνολική οικονομική και εμπορική συμφωνία με τον Καναδά· εκφράζει, εντούτοις, τη λύπη του διότι οι εν λόγω διατάξεις εξακολουθούν να έχουν περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και δεν εξασφαλίζουν την αποτελεσματική επιβολή και την επίλυση διαφορών· εφιστά την προσοχή στη σημασία που έχει η ενσωμάτωση φιλόδοξων διατάξεων για τον ανταγωνισμό σε όλες τις εμπορικές συμφωνίες και η επιβολή της εφαρμογής τους, με γνώμονα την εξασφάλιση δίκαιων κανόνων·

63.  επικροτεί την πρόταση που αφορά τη θέσπιση ευρωπαϊκού πλαισίου για τον έλεγχο των άμεσων ξένων επενδύσεων· θεωρεί ότι πρόκειται για ένα μέσο χρήσιμο για την προστασία ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στρατηγικού ενδιαφέροντος από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που ενδέχεται να βλάψουν την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη, και για τη διασφάλιση του σεβασμού των αρχών θεμιτού ανταγωνισμού στην ΕΕ·

64.  υπογραμμίζει τη σημασία του μέσου κατά των επιδοτήσεων για την αντιμετώπιση του αθέμιτου παγκόσμιου ανταγωνισμού και την εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού σύμφωνα με τους ενωσιακούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων· εκφράζει, εν προκειμένω, τη λύπη του για το γεγονός ότι το 2017 η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας έθεσε και πάλι τον υψηλότερο αριθμό νέων εμπορικών φραγμών για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τους εργαζομένους, ενώ εμπλεκόταν στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών υποθέσεων κατά των επιδοτήσεων·

65.  εκφράζει την ανησυχία του για την τελωνειακή πολιτική των ΗΠΑ και τον αντίκτυπό της στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων· τονίζει ότι οι προσπάθειες της Επιτροπής για την αποκατάσταση της ισορροπίας των εμπορικών συναλλαγών με τις ΗΠΑ θα πρέπει να είναι σταθερές, αλλά και ισορροπημένες, αναλογικές και συμβατές με τον ΠΟΕ·

66.  καλεί την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της για την προώθηση του θεμιτού ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά, μεταξύ άλλων με την καταπολέμηση της αδικαιολόγητης χρήσης δασμολογικών φραγμών και επιδοτήσεων, μέσω ισχυρότερης συνεργασίας με άλλες χώρες σε φόρουμ όπως ο ΠΟΕ, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το εμπόριο και την ανάπτυξη (ΔΗΕΕΑ), η Ομάδα των 20 και η Παγκόσμια Τράπεζα· υπενθυμίζει τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του ΠΟΕ μεταξύ 1996 και 2004 σχετικά με την αλληλεπίδραση μεταξύ εμπορίου και πολιτικής ανταγωνισμού, και εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το θέμα αυτό δεν έχει συμπεριληφθεί έκτοτε στο πρόγραμμα εργασίας του ΠΟΕ· τονίζει ότι διατάξεις των συμφωνιών του ΠΟΕ, όπως το άρθρο IX της Γενικής συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (GATS), παρέχουν τη βάση για περαιτέρω συνεργασία μεταξύ των μελών του ΠΟΕ σε θέματα ανταγωνισμού· ζητεί, ως εκ τούτου, να σημειωθεί νέα πρόοδος στη 12η υπουργική συνδιάσκεψη του ΠΟΕ στο θέμα της διασφάλισης θεμιτού διεθνούς ανταγωνισμού·

67.  εκφράζει την ανησυχία του σχετικά με την εικαζόμενη αδυναμία του ΠΟΕ να αντιμετωπίσει οικονομίες που δεν στηρίζονται στην αγορά και να ανταποκριθεί στις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκαλούνται από επιδοτήσεις και κρατικές παρεμβάσεις, παρά το γεγονός ότι πιστεύει ακράδαντα στον θεμελιώδη ρόλο που διαδραματίζει ο ΠΟΕ· επικροτεί την τριμερή δράση που ανέλαβαν οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και η ΕΕ για την κατάλληλη μεταρρύθμιση του ΠΟΕ·

68.  καλεί την Επιτροπή να εντείνει την υποστήριξή της προς τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) στην ΕΕ, ώστε να μπορούν τόσο να προστατεύουν όσο και να επιβάλλουν τα δικαιώματά τους σε περίπτωση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, όπως το ντάμπινγκ και η παροχή επιδοτήσεων από τρίτες χώρες· αναγνωρίζει, εν προκειμένω, τις προσπάθειες της Επιτροπής για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού σε υποθέσεις κατά πολύ γνωστών εταιρειών που έχουν λάβει μεγάλη δημοσιότητα, τονίζει όμως ότι η επιβολή του θεμιτού ανταγωνισμού στην περίπτωση των ΜΜΕ είναι επίσης υψίστης σημασίας·

69.  τονίζει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων των εμπορικών συμφωνιών περί βιώσιμης ανάπτυξης είναι σημαντική για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις χώρες εταίρους και για την προστασία των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων από τον αθέμιτο ανταγωνισμό· επικροτεί τη συμπερίληψη περιβαλλοντικών και κοινωνικών κριτηρίων στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης των μέτρων κατά των επιδοτήσεων και κατά του ντάμπινγκ·

70.  επισημαίνει ότι η πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ δεν επιτυγχάνει τα επιθυμητά αποτελέσματα διότι, ενώ εφαρμόζεται με στόχο την προάσπιση του θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ όλων των παραγόντων της εσωτερικής αγοράς, με ιδιαίτερη έμφαση στα συμφέροντα των καταναλωτών, η πραγματικότητα είναι ότι, λόγω των ανισοτήτων στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων, οι παραγωγοί γεωργικών προϊόντων αντιμετωπίζουν πίεση σε απαράδεκτο βαθμό· θεωρεί ότι τα συμφέροντα των καταναλωτών και των παραγωγών γεωργικών προϊόντων θα πρέπει να τυγχάνουν ισότιμης προστασίας·

71.  θεωρεί ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γεωργικών δραστηριοτήτων καθιστούν τις συλλογικές οργανώσεις απαραίτητες για την ενίσχυση της θέσης των παραγωγών του πρωτογενούς τομέα στην αλυσίδα τροφίμων και για την επίτευξη των στόχων της ΚΓΠ, όπως ορίζονται στο άρθρο 39 της ΣΛΕΕ, και ότι οι συλλογικές δραστηριότητες που διεξάγονται από οργανώσεις παραγωγών και από τις ενώσεις τους – συμπεριλαμβανομένων του προγραμματισμού της παραγωγής, της διαπραγμάτευσης των πωλήσεων και των συμβατικών ρυθμίσεων – πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρούνται συμβατές με το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ· επισημαίνει ότι η συνένωση αγροτών στις οργανώσεις παραγωγών ενισχύει τη θέση τους στην αλυσίδα εφοδιασμού·

72.  θεωρεί ότι το μοντέλο της διεπαγγελματικής οργάνωσης είναι μια επιτυχημένη μορφή κλαδικής διαχείρισης, δεδομένου ότι παρέχει μια δομή – και οργανώνει τις μεταξύ τους συναλλαγές – για όλους τους παράγοντες του κλάδου, που εκπροσωπούνται με δίκαιο τρόπο στη δομή του, καθιστώντας δυνατή τη μετάδοση οικονομικών και τεχνικών πληροφοριών, την ενίσχυση της διαφάνειας της αγοράς και την καλύτερη κατανομή των κινδύνων και των οφελών· θεωρεί ότι διαφορετικά, κατάλληλα δομημένα μοντέλα συνεργασίας, όπως το παρόν, θα πρέπει να διευκολύνονται από την ΚΓΠ για να καθίσταται ευχερέστερη η δημιουργία διεπαγγελματικών οργανώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

73.  θεωρεί ότι, σύμφωνα με την τρέχουσα τάση, θα πρέπει να ενισχυθούν περαιτέρω οι αρμοδιότητες των οργανώσεων παραγωγών και των διεπαγγελματικών οργανώσεων έτσι ώστε η διαπραγματευτική ισχύς των αγροτών να μπορεί να εξισορροπηθεί με τη διαπραγματευτική ισχύ των πωλητών λιανικής στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων· θεωρεί ότι θα πρέπει να αυξηθεί η συγχρηματοδότηση της ΕΕ για τη δημιουργία και τη λειτουργία αυτών των οργανώσεων·

74.  καλεί την Επιτροπή να διευκολύνει την εφαρμογή συλλογικών μέσων διαχείρισης της αγοράς σε περίπτωση κρίσης μέσω εργαλείων που δεν απαιτούν δημόσια κονδύλια, όπως οι αποσύρσεις προϊόντων που πραγματοποιούνται μέσω συμφωνιών μεταξύ φορέων της αλυσίδας τροφίμων· επισημαίνει ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να εφαρμοστεί από τις ίδιες τις διεπαγγελματικές οργανώσεις·

75.  θεωρεί ότι η είσοδος στην ευρωπαϊκή αγορά προϊόντων από τρίτες χώρες που δεν πληρούν τα ίδια κοινωνικά, υγειονομικά και περιβαλλοντικά πρότυπα δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό για τους ευρωπαίους παραγωγούς· ζητεί, ως εκ τούτου, την προστασία των ευάλωτων τομέων και τη συστηματική εφαρμογή των αρχών της αμοιβαιότητας και της συμμόρφωσης όσον αφορά τα γεωργικά προϊόντα τόσο στις μελλοντικές όσο και στις τρέχουσες εμπορικές διαπραγματεύσεις· ζητεί να εντάξει η Επιτροπή αυτή την πτυχή στις διαπραγματεύσεις της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση·

76.  υπογραμμίζει ότι η πρόσβαση στην εσωτερική αγορά της ΕΕ θα πρέπει να εξαρτάται από τη συμμόρφωση με τα υγειονομικά, φυτοϋγειονομικά και περιβαλλοντικά πρότυπα· ζητεί από την Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλιστεί ο θεμιτός ανταγωνισμός, να προωθήσει ισοδύναμα μέτρα και ελέγχους μεταξύ τρίτων χωρών και της ΕΕ στον τομέα των προτύπων για το περιβάλλον και για την ασφάλεια των τροφίμων· επισημαίνει ότι τα υψηλότερα πρότυπα περιβαλλοντικής ευημερίας και καλής μεταχείρισης των ζώων μπορεί να συνεπάγονται υψηλότερο κόστος· άρα, η υποβάθμιση των προτύπων μπορεί να οδηγήσει σε αντιανταγωνιστική συμπεριφορά· συνιστά να διερευνήσει η Επιτροπή τρόπους διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής της πολιτικής ανταγωνισμού με στόχο την πρόληψη αυτού του ντάμπινγκ, τόσο στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς όσο και λόγω εισαγωγών στην ενιαία αγορά·

77.  επισημαίνει ότι οι κλιματικές καταστροφές, θύματα των οποίων είναι οι αγρότες, επηρεάζουν την αγορά και αποδυναμώνουν τη θέση των αγροτών στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τους κανόνες αντιντάμπινγκ(6) της ΕΕ που εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, στον γεωργικό τομέα, το περιβαλλοντικό ντάμπινγκ δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό· ζητεί να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των ευρωπαίων πολιτών που απαιτούν μια βιώσιμη και φιλική προς το περιβάλλον κοινωνία· ζητεί, επομένως, από την Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και τα οφέλη για την κοινωνία ως σύνολο, να παραχωρήσει εξαιρέσεις από τους κανόνες του ανταγωνισμού για τη διευκόλυνση της συνεργασίας, σε οριζόντιο και κάθετο επίπεδο, στο πλαίσιο πρωτοβουλιών για τη βιωσιμότητα·

78.  εμμένει στην άποψη ότι «δίκαιη τιμή» δεν θα πρέπει να θεωρείται η χαμηλότερη δυνατή τιμή για τον καταναλωτή, αλλά μια τιμή λογική που θα αφήνει περιθώριο για δίκαιη αμοιβή σε όλα τα μέρη της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων· τονίζει ότι οι καταναλωτές έχουν και άλλα συμφέροντα, εκτός από τις χαμηλές τιμές, όπως η καλή μεταχείριση των ζώων, η περιβαλλοντική βιωσιμότητα, η ανάπτυξη της υπαίθρου, οι πρωτοβουλίες για τη μείωση της χρήσης των αντιβιοτικών, η καταπολέμηση της μικροβιακής αντοχής, κ.λπ.· ενθαρρύνει τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη το αίτημα των καταναλωτών για βιώσιμη παραγωγή τροφίμων, η οποία απαιτεί να συνεκτιμάται περισσότερο η αξία των «δημόσιων αγαθών» στην τιμολόγηση των τροφίμων· ζητεί, εν προκειμένω, από την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ να στοχεύει πέρα από τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή των «φθηνών τροφίμων»· θεωρεί ότι το κόστος παραγωγής πρέπει να λαμβάνεται πλήρως υπόψη όταν συμφωνούνται οι τιμές στις συμβάσεις μεταξύ εμπόρων λιανικής πώλησης/μεταποιητών και παραγωγών με σκοπό να εξασφαλίζονται τιμές που θα καλύπτουν τουλάχιστον το κόστος·

79.  επικροτεί το γεγονός ότι ο κανονισμός «Omnibus» θεσπίζει διαδικασία βάσει της οποίας μια ομάδα αγροτών μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή την έκδοση μη δεσμευτικής γνωμοδότησης σχετικά με τη συμβατότητα μιας συλλογικής δράσης με τη γενική παρέκκλιση από τους κανόνες του ανταγωνισμού βάσει του άρθρου 209 του ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ· καλεί την Επιτροπή, υπό το πρίσμα της σύστασης της ομάδας εργασίας για τις γεωργικές αγορές, να διευκρινίσει το πεδίο εφαρμογής της γενικής παρέκκλισης για τη γεωργία και την επικάλυψή της με τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται δυνάμει των άρθρων 149 και 152, και να συγκεκριμενοποιήσει έτσι περισσότερο τις εξαιρέσεις, ώστε η τυχόν αναγκαία αναστολή της εφαρμογής του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ να είναι εφαρμοστέα και εφικτή˙

80.  σημειώνει ότι το ατομικό όριο των ενισχύσεων de minimis στον γεωργικό τομέα διπλασιάστηκε το 2013 (από 7 500 EUR σε 15 000 EUR), προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έξαρση των κλιματικών, υγειονομικών και οικονομικών κρίσεων· επισημαίνει ότι, ταυτόχρονα, το εθνικό όριο των ενισχύσεων de minimis προσαρμόστηκε μόνον οριακά (από 0,75 % στο 1 % της αξίας της εθνικής γεωργικής παραγωγής), με αποτέλεσμα να μειωθεί το περιθώριο ευελιξίας των κρατών να συνδράμουν τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες· υποστηρίζει συνεπώς την πρόταση της Επιτροπής να δοθεί μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτη μέλη και τις περιφέρειες, στο πλαίσιο των κανόνων de minimis στον γεωργικό τομέα·

81.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις εξελίξεις που επέφερε ο κανονισμός «Οmnibus», προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 222 του κανονισμού ΚΟΑ, που επιτρέπει προσωρινή παρέκκλιση από το δίκαιο του ανταγωνισμού· καλεί, ωστόσο, την Επιτροπή να αποσαφηνίσει την εφαρμογή των άρθρων 219 και 222 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 όσον αφορά τη λήψη μέτρων σε περίπτωση διαταραχών και μεγάλης αστάθειας στην αγορά, δεδομένου ότι η νομική αβεβαιότητα που υφίσταται σήμερα σε σχέση με τα δύο αυτά άρθρα έχει ως αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται από κανέναν λόγω φόβου για πιθανή μη συμμόρφωση με τους κανόνες που καθορίζονται από τις αρχές ανταγωνισμού στα κράτη μέλη·

82.  υπενθυμίζει ότι έχει πραγματοποιηθεί σημαντική οριζόντια και κάθετη αναδιάρθρωση, η οποία έχει οδηγήσει σε περαιτέρω ενοποίηση στους ήδη συγκεντρωτικά οργανωμένους τομείς των σπόρων, των αγροχημικών, των λιπασμάτων, της ζωικής γενετικής και των γεωργικών μηχανημάτων, καθώς και στον τομέα της μεταποίησης και του λιανικού εμπορίου· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει, στο πλαίσιο αυτό και μετά την εξαγορά της Monsanto από τον όμιλο Bayer, που από κοινού ελέγχουν περίπου το 24 % της παγκόσμιας αγοράς φυτοφαρμάκων και το 29 % της παγκόσμιας αγοράς σπόρων, ότι τα συμφέροντα των γεωργών και των πολιτών της ΕΕ καθώς και το περιβάλλον της ΕΕ προστατεύονται, με ολοκληρωμένη και ολιστική αξιολόγηση των επιπτώσεων σε επίπεδο γεωργικής εκμετάλλευσης, των συγχωνεύσεων και των εξαγορών προμηθευτών γεωργικών εισροών, συμπεριλαμβανομένων των παραγωγών φυτοπροστατευτικών προϊόντων, ώστε να μπορούν οι γεωργοί να έχουν πρόσβαση σε καινοτόμα προϊόντα καλύτερης ποιότητας, με λιγότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον και σε ανταγωνιστικές τιμές· επισημαίνει ότι συγχωνεύσεις και εξαγορές αυτού του είδους θα μπορούσαν ενδεχομένως να βλάψουν τον ανταγωνισμό στον τομέα της πρόσβασης των γεωργών σε βασικά προϊόντα· θεωρεί ότι τα πρότυπα εμπορίας για το πολλαπλασιαστικό υλικό σπόρων και φυτών για χρήση ήσσονος σημασίας θα πρέπει να χαλαρώσουν και να αποκτήσουν μεγαλύτερη ευελιξία·

83.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, στις εθνικές και, όπου ενδείκνυται, στις περιφερειακές αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, καθώς και στα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1)

ΕΕ C 93 της 24.3.2017, σ. 71.

(2)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2018)0187.

(3)

ΕΕ C 252 της 18.7.2018, σ. 78.

(4)

«Προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ανταγωνιστικότητας στην εποχή των μαζικών δεδομένων: Η αλληλεπίδραση μεταξύ της προστασίας των δεδομένων, του δικαίου του ανταγωνισμού και της προστασίας των καταναλωτών στην ψηφιακή οικονομία», προκαταρκτική γνωμοδότηση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, Μάρτιος 2014, https://edps.europa.eu/sites/edp/files/publication/14-03-26_competitition_law_big_data_en.pdf

(5)

Η κοινή ιδιοκτησία από θεσμικούς επενδυτές και ο αντίκτυπός της στον ανταγωνισμό, ΟΟΣΑ, 5-6 Δεκεμβρίου 2017.

(6)

COM(2013)0192.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου (11.10.2018)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού

(2018/2102(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Adam Szejnfeld

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  καλεί την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε κάθε μελλοντική εμπορική συμφωνία να εξασφαλίζει ισότιμους όρους, ιδίως όσον αφορά τον ανταγωνισμό και τις κρατικές ενισχύσεις· τονίζει ότι οι κρατικές ενισχύσεις θα πρέπει να επιτρέπονται μόνο σε εξαιρετικές και αιτιολογημένες περιπτώσεις, οι οποίες ρυθμίζονται από τον νόμο, ούτως ώστε να αποφεύγεται η στρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά, προβλέποντας παράλληλα εξαιρέσεις και αιτιολογίες που σχετίζονται με την επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή· υπενθυμίζει ότι «εφόσον οι επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε παγκόσμια κλίμακα, το ίδιο πρέπει να πράξουν και οι φορείς επιβολής», ιδιαίτερα δεδομένου ότι η εξάπλωση των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ) και η ανάδυση της ψηφιακής οικονομίας έχουν οδηγήσει σε υπερβολική συγκέντρωση της αγοράς και της ισχύος σε ορισμένους τομείς· πιστεύει ότι, προκειμένου να αναπτυχθεί παγκοσμίως το δίκαιο εμπόριο, πρέπει πρώτα να καθιερωθούν παγκόσμιοι κανόνες για τον ανταγωνισμό και το υψηλότερο δυνατό επίπεδο συντονισμού ανάμεσα στις αρχές ανταγωνισμού, μεταξύ άλλων όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο των διαδικασιών ανταγωνισμού·

2.  υπενθυμίζει ότι οι διεθνείς εμπορικές και επενδυτικές συμφωνίες θα πρέπει να περιέχουν ένα συγκεκριμένο και ενισχυμένο κεφάλαιο σχετικά με τον ανταγωνισμό·

3.  καλεί την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της για να αναδείξει τις φιλοδοξίες της όσον αφορά το άνοιγμα των διεθνών αγορών δημοσίων συμβάσεων και την αύξηση της πρόσβασης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα σε τρίτες χώρες· θεωρεί αναγκαίο να μειωθούν οι ασυμμετρίες μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών, ιδιαίτερα των ΗΠΑ και της Κίνας, όσον αφορά την πρόσβαση σε δημόσιες συμβάσεις· καλεί όλους τους εμπορικούς εταίρους της ΕΕ να επιτρέψουν την άνευ διακρίσεων πρόσβαση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και εργαζομένων στις αγορές δημοσίων συμβάσεών τους· επικροτεί τον ανανεωμένο διάλογο σχετικά με το διεθνές μέσο για τις δημόσιες συμβάσεις, το οποίο θεσπίζει την αμοιβαιότητα που απαιτείται όταν οι εμπορικοί εταίροι περιορίζουν την πρόσβαση στις αγορές δημοσίων συμβάσεών τους, και καλεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να το εγκρίνει ταχέως· υποστηρίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής να ανοίξει τις αγορές δημοσίων συμβάσεων τρίτων χωρών με τη σύναψη διμερών εμπορικών εταιρικών σχέσεων· υπενθυμίζει ότι οι εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό συνθήκες που δεν στηρίζονται στην αγορά και οι οποίες καθοδηγούνται από γεωπολιτικούς παράγοντες θα μπορούσαν ουσιαστικά να κερδίσουν οποιονδήποτε ανταγωνιστή κατά την υποβολή προσφορών για ευρωπαϊκές δημόσιες συμβάσεις· καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί τους διαγωνισμούς δημοσίων συμβάσεων και να αντιμετωπίσει τον αθέμιτο ανταγωνισμό από κρατικά υποστηριζόμενες εταιρείες, ο οποίος πλήττει επιχειρήσεις και εργαζομένους στην Ευρώπη·

4.  επισημαίνει ότι η καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, μεταξύ άλλων μέσω της πολιτικής ανταγωνισμού, είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού παγκοσμίως προς όφελος των εργαζομένων, των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, και αποτελεί μία από τις προτεραιότητες της ενωσιακής εμπορικής στρατηγικής· υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με το έγγραφο προβληματισμού για την τιθάσευση της παγκοσμιοποίησης, η Ένωση πρέπει να λάβει μέτρα για να αποκαταστήσει δίκαιες συνθήκες ανταγωνισμού· επικροτεί την ενσωμάτωση διατάξεων για τις πολιτικές ανταγωνισμού στη συμφωνία οικονομικής εταιρικής σχέσης με την Ιαπωνία και στη συνολική οικονομική και εμπορική συμφωνία με τον Καναδά· εκφράζει, εντούτοις, τη λύπη του διότι οι εν λόγω διατάξεις εξακολουθούν να έχουν περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και δεν εξασφαλίζουν την αποτελεσματική επιβολή και την επίλυση διαφορών· εφιστά την προσοχή στη σημασία που έχει η ενσωμάτωση φιλόδοξων διατάξεων για τον ανταγωνισμό σε όλες τις εμπορικές συμφωνίες και η επιβολή της εφαρμογής τους, με γνώμονα την εξασφάλιση δίκαιων κανόνων·

5.  τονίζει τη σημασία της παγκόσμιας συνεργασίας στον τομέα της επιβολής της νομοθεσίας για τον ανταγωνισμό· ενθαρρύνει την ενεργό συμμετοχή της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού στο Διεθνές Δίκτυο Ανταγωνισμού·

6.  επικροτεί την πρόταση που αφορά τη θέσπιση ευρωπαϊκού πλαισίου για τον έλεγχο των άμεσων ξένων επενδύσεων· θεωρεί ότι πρόκειται για ένα μέσο χρήσιμο για την προστασία ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στρατηγικού ενδιαφέροντος από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που ενδέχεται να βλάψουν την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη, και για τη διασφάλιση του σεβασμού των αρχών θεμιτού ανταγωνισμού στην ΕΕ·

7.  υπογραμμίζει τη σημασία του μέσου κατά των επιδοτήσεων για την αντιμετώπιση του αθέμιτου παγκόσμιου ανταγωνισμού και την εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού σύμφωνα με τους ενωσιακούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων· εκφράζει, εν προκειμένω, τη λύπη του για το γεγονός ότι το 2017 η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας έθεσε και πάλι τον υψηλότερο αριθμό νέων εμπορικών φραγμών για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τους εργαζομένους, ενώ συμμετείχε στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών υποθέσεων κατά των επιδοτήσεων·

8.  εκφράζει την ανησυχία του για την τελωνειακή πολιτική των ΗΠΑ και τον αντίκτυπό της στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων· τονίζει ότι οι προσπάθειες της Επιτροπής για την αποκατάσταση της ισορροπίας των εμπορικών συναλλαγών με τις ΗΠΑ θα πρέπει να είναι σταθερές, αλλά και ισορροπημένες, αναλογικές και συμβατές με τον ΠΟΕ·

9.  καλεί την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της για την προώθηση του θεμιτού ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά, μεταξύ άλλων με την καταπολέμηση της αδικαιολόγητης χρήσης δασμολογικών φραγμών και επιδοτήσεων, μέσω ισχυρότερης συνεργασίας με άλλες χώρες σε φόρουμ όπως ο ΠΟΕ, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το εμπόριο και την ανάπτυξη (ΔΗΕΕΑ), η Ομάδα των 20 και η Παγκόσμια Τράπεζα· υπενθυμίζει τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του ΠΟΕ μεταξύ 1996 και 2004 σχετικά με την αλληλεπίδραση μεταξύ εμπορίου και πολιτικής ανταγωνισμού, και εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το θέμα αυτό δεν έχει συμπεριληφθεί έκτοτε στο πρόγραμμα εργασίας του ΠΟΕ· τονίζει ότι διατάξεις των συμφωνιών του ΠΟΕ, όπως το άρθρο IX της Γενικής συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (GATS), παρέχουν βάση για περαιτέρω συνεργασία μεταξύ των μελών του ΠΟΕ σε θέματα ανταγωνισμού· ζητεί, ως εκ τούτου, να πραγματοποιηθεί νέα πρόοδος κατά τη 12η υπουργική συνδιάσκεψη του ΠΟΕ, με στόχο την εξασφάλιση θεμιτού διεθνούς ανταγωνισμού·

10.  εκφράζει την ανησυχία του σχετικά με την εικαζόμενη αδυναμία του ΠΟΕ να αντιμετωπίσει οικονομίες που δεν στηρίζονται στην αγορά και να ανταποκριθεί στις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκαλούνται από επιδοτήσεις και κρατικές παρεμβάσεις, παρά το γεγονός ότι πιστεύει ακράδαντα στον θεμελιώδη ρόλο που διαδραματίζει ο ΠΟΕ· επικροτεί την τριμερή δράση που ανέλαβαν οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και η ΕΕ για να μεταρρυθμιστεί καταλλήλως ο ΠΟΕ·

11.  καλεί την Επιτροπή να αυξήσει την υποστήριξή της προς τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) στην ΕΕ, ώστε να μπορούν τόσο να προστατεύουν όσο και να επιβάλλουν τα δικαιώματά τους σε περίπτωση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, όπως το ντάμπινγκ και η παροχή επιδοτήσεων από τρίτες χώρες· αναγνωρίζει, εν προκειμένω, τις προσπάθειες της Επιτροπής για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού σε προβεβλημένες υποθέσεις κατά πολύ γνωστών εταιρειών, τονίζει όμως ότι η επιβολή του θεμιτού ανταγωνισμού στην περίπτωση των ΜΜΕ είναι επίσης υψίστης σημασίας·

12.  τονίζει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων των εμπορικών συμφωνιών περί βιώσιμης ανάπτυξης είναι σημαντική για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις χώρες εταίρους και για την προστασία των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων από τον αθέμιτο ανταγωνισμό· επικροτεί τη συμπερίληψη περιβαλλοντικών και κοινωνικών κριτηρίων στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης των μέτρων κατά των επιδοτήσεων και κατά του ντάμπινγκ.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

11.10.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

28

5

3

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Laima Liucija Andrikienė, Maria Arena, Tiziana Beghin, Daniel Caspary, Salvatore Cicu, Christofer Fjellner, Eleonora Forenza, Karoline Graswander-Hainz, Christophe Hansen, Heidi Hautala, Yannick Jadot, France Jamet, Elsi Katainen, Jude Kirton-Darling, Danilo Oscar Lancini, Bernd Lange, David Martin, Anne-Marie Mineur, Franck Proust, Godelieve Quisthoudt-Rowohl, Inmaculada Rodríguez-Piñero Fernández, Tokia Saïfi, Helmut Scholz, Joachim Schuster, Adam Szejnfeld, William (The Earl of) Dartmouth, Jan Zahradil

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Sander Loones, Fernando Ruas, Paul Rübig, José Ignacio Salafranca Sánchez-Neyra

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Beatriz Becerra Basterrechea, Czesław Hoc, Stanisław Ożóg, Jozo Radoš, Anders Sellström

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

28

+

ALDE

Beatriz Becerra Basterrechea, Elsi Katainen, Jozo Radoš

ECR

Czesław Hoc, Sander Loones, Stanisław Ożóg, Jan Zahradil

EFDD

William (The Earl of) Dartmouth

PPE

Laima Liucija Andrikienė, Daniel Caspary, Salvatore Cicu, Christofer Fjellner, Christophe Hansen, Franck Proust, Godelieve Quisthoudt-Rowohl, Fernando Ruas, Paul Rübig, Tokia Saïfi, José Ignacio Salafranca Sánchez-Neyra, Anders Sellström, Adam Szejnfeld

S&D

Maria Arena, Karoline Graswander-Hainz, Jude Kirton-Darling, Bernd Lange, David Martin, Inmaculada Rodríguez-Piñero Fernández, Joachim Schuster

5

-

EFDD

Tiziana Beghin

ENF

Danilo Oscar Lancini

GUE/NGL

Eleonora Forenza, Anne-Marie Mineur, Helmut Scholz

3

0

ENF

France Jamet

VERTS/ALE

Heidi Hautala, Yannick Jadot

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου (23.11.2018)

προς την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού

(2018/2102(INI))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Angélique Delahaye

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου καλεί την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ έχει σχεδιαστεί για τον δευτερογενή και τον τριτογενή τομέα·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 42 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζει ότι οι κανόνες του ανταγωνισμού εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων μόνο κατά το μέτρο που ορίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, λόγω των μοναδικών χαρακτηριστικών και της σημασίας του γεωργικού τομέα· λαμβάνοντας υπόψη ότι, τον Ιανουάριο του 2016 η Επιτροπή συγκρότησε ομάδα εμπειρογνωμόνων (ειδική ομάδα για τις γεωργικές αγορές ή AMTF) με σκοπό τη βελτίωση της θέσης των αγροτών στη διατροφική αλυσίδα· λαμβάνοντας υπόψη ότι στην τελική της έκθεση του Νοεμβρίου 2016, η AMTF διατύπωσε προτάσεις, μεταξύ άλλων, για τον τρόπο ενίσχυσης της διαφάνειας στην αγορά, βελτίωσης των συμβατικών σχέσεων εντός της αλυσίδας και ανάπτυξης νομικών δυνατοτήτων για την οργάνωση της συλλογικής δράσης των αγροτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι, με δεδομένες τις φυσικές και διαρθρωτικές ιδιαιτερότητες της γεωργικής δραστηριότητας, ο ευρωπαίος νομοθέτης, από το 1962, πάντα υπερασπιζόταν την εκχώρηση ειδικού καθεστώτος στον γεωργικό τομέα σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι το δίκαιο αυτό δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί σε αυτόν τον οικονομικό κλάδο με τον τρόπο που εφαρμόζεται στους υπόλοιπους κλάδους·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ και τη νομολογία της ΕΕ η κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ) υπερέχει του δικαίου του ανταγωνισμού·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 39 της ΣΛΕΕ θέτει ως στόχο της ΚΓΠ την εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου στο γεωργικό πληθυσμό και στα άτομα που κατοικούν στις αγροτικές περιοχές της Ευρώπης, ιδίως με την αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία, τη σταθεροποίηση των αγορών και την εξασφάλιση του εφοδιασμού·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μελλοντική ΚΓΠ θα πρέπει επίσης να αποσκοπεί στην προώθηση ενός ευφυούς, ανθεκτικού και διαφοροποιημένου γεωργικού τομέα που θα διασφαλίζει την επισιτιστική ασφάλεια, στην ενίσχυση της περιβαλλοντικής μέριμνας και της δράσης για το κλίμα και στη στήριξη των στόχων της Ένωσης για το περιβάλλον και το κλίμα, και στην ενίσχυση του κοινωνικοοικονομικού ιστού των αγροτικών περιοχών·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μεταρρύθμιση της ΚΓΠ το 2013, η γενική αναθεώρηση «Omnibus» και οι προτάσεις της Επιτροπής το 2018 στοχεύουν στην ενίσχυση της θέσης των αγροτών στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ειδικοί στόχοι της οδηγίας σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων αποσκοπούν στη διατήρηση της σταθερότητας της αγοράς, στην αύξηση των γεωργικών εισοδημάτων και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της γεωργίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόταση της Επιτροπής για την αντιμετώπιση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών μεταξύ επιχειρήσεων στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων αποτελεί καίριο βήμα για την επαναφορά της ισορροπίας δυνάμεων στην αλυσίδα και την προώθηση της διαφάνειας στη σχέση αγοραστή-προμηθευτή και για την επίτευξη μιας πιο βιώσιμης και ανταγωνιστικής αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων προς όφελος των αγροτών, των καταναλωτών και του περιβάλλοντος·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται συνεχής ανοδική τάση των τιμών των γεωργικών εισροών(1), ενώ οι τιμές παραγωγού που λαμβάνουν οι αγρότες για τα προϊόντα τους παραμένουν στάσιμες·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο πλαίσιο μιας ΚΓΠ που είναι προσανατολισμένη προς την αγορά και μιας αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης των γεωργικών αγορών, η «γεωργική εξαίρεση» έχει αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία, και θα πρέπει να συνεχίσει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη χάραξη και την εφαρμογή των πολιτικών και κατά τον έλεγχο της συμμόρφωσης με αυτές από την Επιτροπή και από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η γεωργική συνιστώσα του κανονισμού για τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (ο λεγόμενος κανονισμός «Omnibus») είναι φορέας σημαντικής προόδου για την ΚΓΠ καθώς ορίζεται μια ρητή παρέκκλιση από την εφαρμογή του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ για τις οργανώσεις παραγωγών·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το αίτημα έκδοσης προδικαστικής απόφασης που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Président de l’Autorité de la concurrence κατά Association des producteurs vendeurs d’endives (APVE) και άλλων αποδεικνύει την ανάγκη να υπάρχει μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου για τους παραγωγούς, τις οργανώσεις παραγωγών και τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους(2), και μάλιστα σε έναν τομέα που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα κατακερματισμένη προσφορά, συγκεντρωμένη ζήτηση, καθώς και δυσχέρειες στη διαχείριση της προσφοράς και στην πρόβλεψη της ζήτησης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στους παραγωγούς και στις οργανώσεις παραγωγών έχει καίρια σημασία όσον αφορά την αποσαφήνιση των σιωπηρών παρεκκλίσεων που συνδέονται με την αποστολή των οργανώσεων παραγωγών·

1.  επισημαίνει ότι η πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ δεν επιτυγχάνει τα επιθυμητά αποτελέσματα διότι, ενώ εφαρμόζεται με στόχο την προάσπιση του θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ όλων των παραγόντων της εσωτερικής αγοράς, με ιδιαίτερη έμφαση στα συμφέροντα των καταναλωτών, η πραγματικότητα είναι ότι, λόγω των ανισοτήτων στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων, οι παραγωγοί γεωργικών προϊόντων αντιμετωπίζουν πίεση σε απαράδεκτο βαθμό· θεωρεί ότι τα συμφέροντα των καταναλωτών και των παραγωγών γεωργικών προϊόντων θα πρέπει να τυγχάνουν ισότιμης προστασίας·

2.  είναι της άποψης ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γεωργικών δραστηριοτήτων καθιστούν τις συλλογικές οργανώσεις απαραίτητες για την ενίσχυση της θέσης των παραγωγών του πρωτογενούς τομέα στην αλυσίδα τροφίμων και για την επίτευξη των στόχων της ΚΓΠ, όπως ορίζονται στο άρθρο 39 της ΣΛΕΕ, και ότι οι συλλογικές δραστηριότητες που διεξάγονται από οργανώσεις παραγωγών και από τις ενώσεις τους - συμπεριλαμβανομένων του προγραμματισμού της παραγωγής, της διαπραγμάτευσης των πωλήσεων και των συμβατικών ρυθμίσεων - πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρούνται συμβατές με το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ· επισημαίνει ότι η συνένωση αγροτών στις οργανώσεις παραγωγών ενισχύει τη θέση τους στην αλυσίδα εφοδιασμού·

3.  θεωρεί ότι το μοντέλο της διεπαγγελματικής οργάνωσης είναι μια επιτυχημένη μορφή κλαδικής διαχείρισης, δεδομένου ότι αυτό παρέχει μια δομή - και οργανώνει τις μεταξύ τους συναλλαγές - για όλους τους παράγοντες του κλάδου, που εκπροσωπούνται με δίκαιο τρόπο στη δομή του, καθιστώντας δυνατή τη μετάδοση οικονομικών και τεχνικών πληροφοριών, την ενίσχυση της διαφάνειας της αγοράς και την καλύτερη κατανομή των κινδύνων και των οφελών· θεωρεί ότι διαφορετικά, κατάλληλα δομημένα μοντέλα συνεργασίας, όπως το παρόν, θα πρέπει να διευκολύνονται από την ΚΓΠ για να καθίσταται ευχερέστερη η δημιουργία διεπαγγελματικών οργανώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

4.  θεωρεί ότι, σύμφωνα με την τρέχουσα τάση, θα πρέπει να ενισχυθούν περαιτέρω οι αρμοδιότητες των οργανώσεων παραγωγών και των διεπαγγελματικών οργανώσεων, ώστε η διαπραγματευτική δύναμη των αγροτών να μπορεί να εξισορροπηθεί με τη διαπραγματευτική δύναμη των πωλητών λιανικής στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων· θεωρεί ότι θα πρέπει να αυξηθεί η συγχρηματοδότηση της ΕΕ για τη δημιουργία και τη λειτουργία αυτών των οργανώσεων·

5.  καλεί την Επιτροπή να διευκολύνει την εφαρμογή συλλογικών μέσων διαχείρισης της αγοράς σε περίπτωση κρίσης μέσω εργαλείων που δεν απαιτούν δημόσια κονδύλια, όπως οι αποσύρσεις προϊόντων που πραγματοποιούνται μέσω συμφωνιών μεταξύ φορέων της αλυσίδας τροφίμων· επισημαίνει ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να εφαρμοστεί από τις ίδιες τις διεπαγγελματικές οργανώσεις·

6.  θεωρεί ότι η είσοδος στην ευρωπαϊκή αγορά προϊόντων από τρίτες χώρες που δεν πληρούν τα ίδια κοινωνικά, υγειονομικά και περιβαλλοντικά πρότυπα δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό για τους ευρωπαίους παραγωγούς· ζητεί, ως εκ τούτου, την προστασία των ευάλωτων τομέων και τη συστηματική εφαρμογή των αρχών της αμοιβαιότητας και της συμμόρφωσης όσον αφορά τα γεωργικά προϊόντα τόσο στις μελλοντικές όσο και στις τρέχουσες εμπορικές διαπραγματεύσεις· ζητεί να εντάξει η Επιτροπή αυτή την πτυχή στις διαπραγματεύσεις της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση·

7.  υπογραμμίζει ότι η πρόσβαση στην εσωτερική αγορά της ΕΕ θα πρέπει να εξαρτάται από τη συμμόρφωση με τα υγειονομικά, φυτοϋγειονομικά και περιβαλλοντικά πρότυπα· ζητεί από την Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλισθεί ο θεμιτός ανταγωνισμός, να προωθήσει ισοδύναμα μέτρα και ελέγχους μεταξύ τρίτων χωρών και της ΕΕ στον τομέα των προτύπων για το περιβάλλον και για την ασφάλεια των τροφίμων· επισημαίνει ότι τα υψηλότερα πρότυπα της περιβαλλοντικής ευημερίας και της καλής μεταχείρισης των ζώων μπορεί να συνεπάγονται υψηλότερο κόστος, εξ ου και η υποβάθμιση των προτύπων μπορεί να οδηγήσει σε αντιανταγωνιστική συμπεριφορά· συστήνει να διερευνήσει η Επιτροπή τρόπους διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής της πολιτικής ανταγωνισμού με στόχο την πρόληψη ντάμπινγκ αυτού του είδους στην ενιαία αγορά και λόγω εισαγωγών στην ενιαία αγορά·

8.  καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη τις στρεβλώσεις της αγοράς που απορρέουν από εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες και επηρεάζουν τους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη την επισφαλή οικονομική τους κατάσταση και τον θεμελιώδη ρόλο τους στην κοινωνία μας, δεδομένου ότι οι γεωργικές αγορές χαρακτηρίζονται από αυξημένη αστάθεια των γεωργικών τιμών, γεγονός που επιδεινώνει την δεινή θέση των γεωργών στην αλυσίδα τροφίμων·

9.  επισημαίνει ότι οι κλιματικές καταστροφές, θύματα των οποίων είναι οι αγρότες, επηρεάζουν την αγορά και αποδυναμώνουν τη θέση των αγροτών στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων· υπενθυμίζει ότι οι κανόνες αντιντάμπινγκ της ΕΕ(3) που εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, στον γεωργικό τομέα θεωρούν ότι το περιβαλλοντικό ντάμπινγκ δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό· ζητεί να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των ευρωπαίων πολιτών που απαιτούν μια βιώσιμη και φιλική προς το περιβάλλον κοινωνία· ζητεί, επομένως, από την Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και τα οφέλη για την κοινωνία ως σύνολο, να παραχωρήσει εξαιρέσεις από τους κανόνες του ανταγωνισμού για τη διευκόλυνση της συνεργασίας, σε οριζόντιο και κάθετο επίπεδο, στο πλαίσιο πρωτοβουλιών για τη βιωσιμότητα·

10.  εμμένει στην άποψη ότι «δίκαιη τιμή» δεν θα πρέπει να θεωρείται η χαμηλότερη δυνατή τιμή για τον καταναλωτή, αλλά μια τιμή λογική που θα αφήνει περιθώριο για δίκαιη αμοιβή σε όλα τα μέρη της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων· τονίζει ότι οι καταναλωτές έχουν και άλλα συμφέροντα, εκτός από τις χαμηλές τιμές, όπως η καλή μεταχείριση των ζώων, η περιβαλλοντική βιωσιμότητα, η ανάπτυξη της υπαίθρου, οι πρωτοβουλίες για τη μείωση της χρήσης των αντιβιοτικών, η καταπολέμηση της μικροβιακής αντοχής, κ.λπ.· ενθαρρύνει τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη το αίτημα των καταναλωτών για βιώσιμη παραγωγή τροφίμων, η οποία απαιτεί να λαμβάνεται περισσότερο υπόψη η αξία των «δημόσιων αγαθών» στην τιμολόγηση των τροφίμων· ζητεί, εν προκειμένω, από την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ να στοχεύει πέρα από τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή των «φθηνών τροφίμων»· θεωρεί ότι το κόστος παραγωγής πρέπει να λαμβάνεται πλήρως υπόψη όταν συμφωνούνται οι τιμές στις συμβάσεις μεταξύ εμπόρων λιανικής πώλησης/μεταποιητών και παραγωγών με σκοπό να εξασφαλιστούν τιμές που θα καλύπτουν τουλάχιστον το κόστος·

11.  προτείνει εκ νέου οι διατάξεις που περιέχει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 («Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ») για τη θέσπιση μέτρων ρύθμισης της προσφοράς τυριού προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης (ΠΟΠ) ή προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης (ΠΓΕ) (άρθρο 150), χοιρομεριού ΠΟΠ ή ΠΓΕ (άρθρο 172) και οίνου (άρθρο 167), να επεκταθούν σε άλλα προϊόντα που φέρουν σήμα ποιότητας, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η προσαρμογή της προσφοράς στη ζήτηση·

12.  υπογραμμίζει ότι, προκειμένου να αποφευχθούν περιοριστικές ερμηνείες, η έννοια της «σχετικής αγοράς» στην ανάλυση της Επιτροπής πρέπει να επαναπροσδιοριστεί και να θεωρηθεί ότι καλύπτει όλη την κλίμακα του οικείου κλάδου·

13.  τονίζει ότι η πρόταση για επιβολή ανώτατου ορίου στις άμεσες πληρωμές μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την ανταγωνιστικότητα των μεσαίων γεωργικών εκμεταλλεύσεων·

14.  επικροτεί το γεγονός ότι ο κανονισμός «Omnibus» θεσπίζει διαδικασία βάσει της οποίας μια ομάδα αγροτών μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή την έκδοση μη δεσμευτικής γνωμοδότησης σχετικά με τη συμβατότητα μιας συλλογικής δράσης με τη γενική παρέκκλιση από τους κανόνες του ανταγωνισμού βάσει του άρθρου 209 του ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ· καλεί την Επιτροπή, υπό το πρίσμα της σύστασης της ομάδας εργασίας για τις γεωργικές αγορές, να διευκρινίσει το πεδίο εφαρμογής της γενικής παρέκκλισης για τη γεωργία και την επικάλυψή της με τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται δυνάμει των άρθρων 149 και 152, και να συγκεκριμενοποιήσει έτσι περισσότερο τις εξαιρέσεις, ώστε να είναι εφαρμοστέα και εφικτή η τυχόν αναγκαία αναστολή της εφαρμογής του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ˙

15.  σημειώνει ότι το ατομικό όριο των ενισχύσεων de minimis στον γεωργικό τομέα διπλασιάστηκε το 2013 (από 7.500 EUR σε 15.000 EUR), προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έξαρση των κλιματικών, υγειονομικών και οικονομικών κρίσεων· επισημαίνει ότι, ταυτόχρονα, το εθνικό όριο των ενισχύσεων de minimis προσαρμόστηκε μόνον οριακά (από 0,75 % στο 1 % της αξίας της εθνικής γεωργικής παραγωγής), με αποτέλεσμα να μειωθεί το περιθώριο ευελιξίας των κρατών να συνδράμουν τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες· υποστηρίζει συνεπώς την πρόταση της Επιτροπής να δοθεί μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτη μέλη και τις περιφέρειες, στο πλαίσιο των κανόνων de minimis στον γεωργικό τομέα·

16.  υποστηρίζει την πρόταση της Επιτροπής να παρασχεθεί στα κράτη μέλη περισσότερη ευελιξία, μέσω της χαλάρωσης των κανόνων περί κρατικών γεωργικών ενισχύσεων, προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι αγρότες να προβούν σε εθελοντικές προληπτικές αποταμιεύσεις για να αντιμετωπίσουν καλύτερα την αύξηση των κινδύνων που συνδέονται με το κλίμα και την υγεία, καθώς και την οικονομία·

17.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις εξελίξεις που επέφερε ο κανονισμός «Οmnibus», προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρο 222 του κανονισμού ΚΟΑ, που επιτρέπει προσωρινή παρέκκλιση από το δίκαιο του ανταγωνισμού· καλεί, ωστόσο, την Επιτροπή να αποσαφηνίσει την εφαρμογή των άρθρων 219 και 222 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 όσον αφορά τη λήψη μέτρων σε περίπτωση διαταραχών και μεγάλης αστάθειας στην αγορά, δεδομένου ότι η νομική αβεβαιότητα που υφίσταται σήμερα σε σχέση με τα δύο αυτά άρθρα έχει ως αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται από κανέναν λόγω φόβου για πιθανή μη συμμόρφωση με τους κανόνες που καθορίζονται από τις αρχές ανταγωνισμού στα κράτη μέλη·

18.  τονίζει ότι, κατά τη διάρκεια των περιόδων κατά τις οποίες οι αγορές γνωρίζουν σοβαρή αστάθεια, όταν και ο γεωργικός κλάδος απειλείται και όλοι οι πολίτες επηρεάζονται από τις ενδεχόμενες ζημιές στον βασικό επισιτιστικό εφοδιασμό, μια ΚΓΠ η οποία προσανατολίζεται προς την αγορά πρέπει να στηρίξει τους αγρότες και να χορηγήσει πρόσθετες, χρονικά περιορισμένες και πλήρως δικαιολογημένες εξαιρέσεις από τους κανόνες ανταγωνισμού για συμφωνίες και αποφάσεις μεταξύ γεωργών, οργανώσεων παραγωγών, των ενώσεών τους και αναγνωρισμένων διεπαγγελματικών οργανώσεων· κρίνει ακόμη απαραίτητο να δοθεί η δυνατότητα στο πλαίσιο του άρθρου 164 του κανονισμού ΚΟΑ να επεκταθούν οι ρυθμίσεις συμφωνιών ή αποφάσεων που έχει ληφθεί από αναγνωρισμένες γεωργικές οργανώσεις κατ’ εφαρμογή του άρθρου 222 του κανονισμού ΚΟΑ.

19.  υπενθυμίζει ότι έχει πραγματοποιηθεί σημαντική οριζόντια και κάθετη αναδιάρθρωση, η οποία έχει οδηγήσει σε περαιτέρω ενοποίηση στους ήδη συγκεντρωτικά οργανωμένους τομείς των σπόρων, των αγροχημικών, των λιπασμάτων, της ζωικής γενετικής και των γεωργικών μηχανημάτων, καθώς και στον τομέα της μεταποίησης και του λιανικού εμπορίου· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει, στο πλαίσιο αυτό και μετά την εξαγορά της Monsanto από τον όμιλο Bayer, που από κοινού ελέγχουν περίπου το 24 % της παγκόσμιας αγοράς φυτοφαρμάκων και το 29 % της παγκόσμιας αγοράς σπόρων, ότι τα συμφέροντα των γεωργών και των πολιτών της ΕΕ καθώς και το περιβάλλον της ΕΕ προστατεύονται, με ολοκληρωμένη και ολιστική αξιολόγηση των επιπτώσεων, σε επίπεδο γεωργικής εκμετάλλευσης, των συγχωνεύσεων και των εξαγορών προμηθευτών γεωργικών εισροών, συμπεριλαμβανομένων των παραγωγών φυτοπροστατευτικών προϊόντων, ώστε οι γεωργοί να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε καινοτόμα προϊόντα καλύτερης ποιότητας, με λιγότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον και σε ανταγωνιστικές τιμές· επισημαίνει ότι τέτοιες συγχωνεύσεις και εξαγορές θα μπορούσαν δυνητικά να βλάψουν τον ανταγωνισμό στον τομέα της πρόσβασης των γεωργών σε βασικά προϊόντα· θεωρεί ότι τα πρότυπα της εμπορίας για το πολλαπλασιαστικό υλικό σπόρων και φυτών για χρήση ήσσονος σημασίας θα πρέπει να χαλαρώσουν και να γίνουν πιο ευέλικτα.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

22.11.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

31

0

3

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Clara Eugenia Aguilera García, Eric Andrieu, Daniel Buda, Nicola Caputo, Jacques Colombier, Michel Dantin, Paolo De Castro, Albert Deß, Herbert Dorfmann, Norbert Erdős, Luke Ming Flanagan, Karine Gloanec Maurin, Esther Herranz García, Jan Huitema, Peter Jahr, Jarosław Kalinowski, Norbert Lins, Philippe Loiseau, Mairead McGuinness, Giulia Moi, Ulrike Müller, James Nicholson, Maria Noichl, Maria Lidia Senra Rodríguez, Ricardo Serrão Santos, Marc Tarabella

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Angélique Delahaye, Maria Heubuch, Anthea McIntyre, John Procter, Sofia Ribeiro, Annie Schreijer-Pierik

Αναπληρωτές (άρθρο 200 παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Stanisław Ożóg, Monika Vana

ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

31

+

ALDE

Jan Huitema, Ulrike Müller

ECR

Anthea McIntyre, James Nicholson, Stanisław Ożóg, John Procter

ENF

Jacques Colombier, Philippe Loiseau

PPE

Daniel Buda, Michel Dantin, Angélique Delahaye, Albert Deß, Herbert Dorfmann, Norbert Erdős, Esther Herranz García, Peter Jahr, Jarosław Kalinowski, Norbert Lins, Mairead McGuinness, Sofia Ribeiro, Annie Schreijer-Pierik

S&D

Clara Eugenia Aguilera García, Eric Andrieu, Nicola Caputo, Paolo De Castro, Karine Gloanec Maurin, Maria Noichl, Ricardo Serrão Santos, Marc Tarabella

Verts/ALE

Maria Heubuch, Monika Vana

0

-

3

0

EFDD

Giulia Moi

GUE/NGL

Luke Ming Flanagan, Maria Lidia Senra Rodríguez

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

(1)

Στοιχεία της Eurostat για τους δείκτες τιμών των γεωργικών προϊόντων (apri_pi)· βλέπε επίσης την αιτιολογική σκέψη Β του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2012, σχετικά με την αλυσίδα εφοδιασμού στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις: δομή και συνέπειες (ΕΕ C 227 E/3 της 6.8.2013).

(2)

Απόφαση του Δικαστηρίου, της 14ης Νοεμβρίου 2017, στην υπόθεση C-671/15, Président de l’Autorité de la concurrence κατά Association des producteurs vendeurs d’endives (APVE) και άλλων, ECLI:EU:C:2017:860.

(3)

COM(2013)0192.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

3.12.2018

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

32

2

1

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Pervenche Berès, Esther de Lange, Markus Ferber, Brian Hayes, Wolf Klinz, Γεώργιος Κύρτσος, Philippe Lamberts, Werner Langen, Bernd Lucke, Olle Ludvigsson, Ivana Maletić, Marisa Matias, Gabriel Mato, Alex Mayer, Bernard Monot, Luděk Niedermayer, Ralph Packet, Sirpa Pietikäinen, Anne Sander, Martin Schirdewan, Molly Scott Cato, Pedro Silva Pereira, Peter Simon, Marco Valli, Miguel Viegas, Jakob von Weizsäcker

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Enrique Calvet Chambon, Mady Delvaux, Syed Kamall, Alain Lamassoure, Luigi Morgano, Michel Reimon, Lieve Wierinck

Αναπληρωτές (άρθρο 200, παρ. 2) παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Barbara Lochbihler, Jarosław Wałęsa


ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

32

+

ALDE

Enrique Calvet Chambon, Wolf Klinz, Lieve Wierinck

ECR

Syed Kamall, Bernd Lucke, Ralph Packet

EFDD

Bernard Monot

GUE/NGL

Marisa Matias, Martin Schirdewan

PPE

Markus Ferber, Brian Hayes, Γεώργιος Κύρτσος, Alain Lamassoure, Esther de Lange, Ivana Maletić, Gabriel Mato, Luděk Niedermayer, Sirpa Pietikäinen, Anne Sander, Jarosław Wałęsa

S&D

Pervenche Berès, Mady Delvaux, Olle Ludvigsson, Alex Mayer, Luigi Morgano, Pedro Silva Pereira, Peter Simon, Jakob von Weizsäcker

VERTS/ALE

Philippe Lamberts, Barbara Lochbihler, Michel Reimon, Molly Scott Cato

2

-

GUE/NGL

Miguel Viegas

PPE

Werner Langen

1

0

EFDD

Marco Valli

Υπόμνημα των χρησιμοποιούμενων συμβόλων:

+  :  υπέρ

-  :  κατά

0  :  αποχή

Τελευταία ενημέρωση: 21 Ιανουαρίου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου