Διαδικασία : 2017/0230(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0013/2019

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0013/2019

Συζήτηση :

PV 15/04/2019 - 19
CRE 15/04/2019 - 19

Ψηφοφορία :

PV 16/04/2019 - 8.16
CRE 16/04/2019 - 8.16

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0374

ΕΚΘΕΣΗ     ***I
PDF 1512kWORD 485k
14.1.2019
PE 625.358v02-00 A8-0013/2019

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοοικονομικά μέσα και χρηματοοικονομικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας

(COM(2018)0646 – C8-0409/2018 – 2017/0230(COD))

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Εισηγητές: Othmar Karas, Pervenche Berès

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Προϋπολογισμών
 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοοικονομικά μέσα και χρηματοοικονομικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας

(COM(2018)0646 – C8-0409/2018 – 2017/0230(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0646),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0409/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 15ης Φεβρουαρίου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Προϋπολογισμών (A8-0013/2019),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Τροπολογία    1

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(2)*

στην πρόταση της Επιτροπής

---------------------------------------------------------

Τροποποιημένη πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοοικονομικά μέσα και χρηματοοικονομικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(3),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(4),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(5),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(8)  Επομένως, είναι καίριας σημασίας το χρηματοοικονομικό σύστημα να διαδραματίσει πλήρως τον ρόλο του στην αντιμετώπιση των κρίσιμων προκλήσεων βιωσιμότητας. Αυτό θα απαιτήσει ▌ενεργή συμβολή των ΕΕΑ για τη δημιουργία του κατάλληλου κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου ▌.

(11α)  Είναι όλο και πιο σημαντικό να προωθηθεί η συνεπής, συστηματική και αποτελεσματική παρακολούθηση και εκτίμηση των κινδύνων που συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας στο πλαίσιο του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης. Η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας αποτελεί κοινή ευθύνη των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και οργανισμών στο πλαίσιο των αντίστοιχων εντολών τους. Θα πρέπει να θεσπίσουν μηχανισμούς για την ενίσχυση της συνεργασίας, του συντονισμού και της αμοιβαίας συνδρομής, αξιοποιώντας πλήρως όλα τα εργαλεία και τα μέτρα που είναι διαθέσιμα βάσει του υφιστάμενου κανονιστικού και θεσμικού πλαισίου. Ταυτόχρονα, όλες οι εμπλεκόμενες οντότητες θα πρέπει να επιτρέπουν τον ορθό έλεγχο και την επίβλεψη των ενεργειών τους.

(11α α)  Δεδομένων των συνεπειών για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, οι οποίες ενδέχεται να προκύψουν από περιπτώσεις κατάχρησης του χρηματοπιστωτικού τομέα για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και του γεγονότος ότι στον τραπεζικό τομέα ακριβώς είναι πιθανότερο να έχουν συστημικό αντίκτυπο οι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και με βάση την πείρα που έχει ήδη αποκτήσει η ΕΑΤ στην προστασία του τραπεζικού τομέα από τις εν λόγω καταχρήσεις, ως αρχή που επιβλέπει όλα τα κράτη μέλη, η ΕΑΤ θα πρέπει να αναλάβει ηγετικό ρόλο συντονισμού και παρακολούθησης σε επίπεδο Ένωσης για την αποτελεσματική προστασία του χρηματοοικονομικού συστήματος από κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να ανατεθεί στην ΕΑΤ, εκτός από τις αρμοδιότητες που διαθέτει επί του παρόντος, η εξουσία να ενεργεί στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, στον βαθμό που η εν λόγω εξουσία αφορά την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όταν πρόκειται για φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα και για τις αρμόδιες αρχές που τους εποπτεύουν, οι οποίοι καλύπτονται από τους εν λόγω κανονισμούς. Επιπλέον, η συγκέντρωση αυτής της εντολής για ολόκληρο τον χρηματοοικονομικό τομέα στο πλαίσιο της ΕΑΤ θα βελτιώσει τη χρήση της εμπειρογνωσίας και των πόρων της ΕΑΤ και δεν θίγει τις ουσιαστικές υποχρεώσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/849.

(11β)  Προκειμένου να ασκήσει η ΕΑΤ αποτελεσματικά την εντολή της, θα πρέπει να αξιοποιήσει πλήρως όλες τις εξουσίες και τα εργαλεία που διαθέτει βάσει του κανονισμού, τηρώντας παράλληλα την αρχή της αναλογικότητας. Τα μέτρα που λαμβάνει η ΕΑΤ για την προώθηση της ακεραιότητας, της διαφάνειας και της ασφάλειας στο χρηματοοικονομικό σύστημα και για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού ή των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, τις επιχειρηματικές πρακτικές, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των φορέων του χρηματοοικονομικού τομέα και των χρηματοοικονομικών αγορών. Σύμφωνα με τον νέο της ρόλο, είναι σημαντικό η ΕΑΤ να συλλέγει όλες τις σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τις δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που εντοπίζονται από τις σχετικές ενωσιακές και εθνικές αρχές, με την επιφύλαξη των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στις αρχές δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 και χωρίς περιττές επικαλύψεις. Η ΕΑΤ θα πρέπει, σε πλήρη συμμόρφωση με τους κανόνες για την προστασία των δεδομένων, να αποθηκεύει τις εν λόγω πληροφορίες σε κεντρική βάση δεδομένων και να προωθεί τη συνεργασία μεταξύ των αρχών, εξασφαλίζοντας την κατάλληλη διάδοση των σχετικών πληροφοριών. Η ΕΑΤ δύναται επίσης, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, να διαβιβάζει στις εθνικές δικαστικές αρχές του οικείου κράτους μέλους και, κατά περίπτωση, στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στην κατοχή της και τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ποινική δίωξη.

(11β α)  Κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προληπτικής εποπτείας, η ΕΑΤ θα πρέπει να παρέχει συνδρομή. Η ΕΑΤ θα πρέπει επίσης να συνεργάζεται στενά και, κατά περίπτωση, να ανταλλάσσει πληροφορίες με τις αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, υπό την εποπτική ιδιότητά της, και με τις αρχές που είναι επιφορτισμένες με το δημόσιο καθήκον εποπτείας των υπόχρεων οντοτήτων που απαριθμούνται στα σημεία 1) και 2) του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, καθώς και με τις μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τους υφιστάμενους διαύλους για την ανταλλαγή πληροφοριών, όπως η πλατφόρμα των ΜΧΠ της ΕΕ και το δίκτυο FIU.Net, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και για την αποφυγή οποιασδήποτε μορφής αλληλεπικαλυπτόμενων ή ασυνεπών ενεργειών για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

(11β β)  Επιπλέον, η ΕΑΤ θα πρέπει να διενεργεί αξιολογήσεις των αρμόδιων αρχών, καθώς και αξιολογήσεις κινδύνου σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η ΕΑΤ θα πρέπει να αναλάβει έναν ρόλο για τον προσδιορισμό πρακτικών και διαδικασιών εποπτείας και προληπτικής εποπτείας στα κράτη μέλη οι οποίες είναι επιβλαβείς για τη συνέπεια και την ισχύ του πλαισίου της ΕΕ για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η ΕΑΤ θα πρέπει να κινεί διαδικασίες για τη διόρθωση αυτών των αδυναμιών και, εάν είναι απαραίτητο, να προτείνει νέα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα.

(11β γ)  Επιπλέον, η ΕΑΤ θα πρέπει να αναλάβει ηγετικό ρόλο όσον αφορά τη συμβολή στη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών της Ένωσης και των αρμόδιων αρχών σε τρίτες χώρες για τα θέματα αυτά, με σκοπό τον καλύτερο συντονισμό της δράσης σε επίπεδο Ένωσης σε σημαντικές υποθέσεις καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας οι οποίες έχουν διασυνοριακή διάσταση και αφορούν τρίτες χώρες.

(11γ)  Προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα του εποπτικού ελέγχου της συμμόρφωσης στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και να εξασφαλιστεί μεγαλύτερος συντονισμός της επιβολής από τις αρμόδιες εθνικές αρχές όσον αφορά παραβιάσεις του άμεσα εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου ή των εθνικών μέτρων μεταφοράς του στο εθνικό δίκαιο, η ΕΑΤ θα πρέπει να έχει την εξουσία να διεξάγει ανάλυση των πληροφοριών που συλλέγονται και, εφόσον είναι αναγκαίο, να διερευνά καταγγελίες που περιέρχονται σε γνώση της σχετικά με σημαντικές παραβιάσεις ή μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, και, όταν διαθέτει αποδείξεις ή σοβαρές ενδείξεις για σημαντικές παραβιάσεις, να ζητεί από τις αρμόδιες αρχές να διερευνούν τις πιθανές παραβιάσεις των σχετικών κανόνων και να εξετάζουν το ενδεχόμενο λήψης αποφάσεων και επιβολής κυρώσεων στα χρηματοοικονομικά ιδρύματα τα οποία υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις νομικές υποχρεώσεις τους. Η εξουσία αυτή θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο στις περιπτώσεις που η ΕΑΤ έχει ενδείξεις για σημαντικές παραβιάσεις. Όταν η ΕΑΤ έχει σοβαρές ενδείξεις για σημαντικές παραβιάσεις, οι ενέργειες που αναφέρονται ανωτέρω θα πρέπει να δρομολογούνται αμελλητί. Τα αιτήματα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο δεν θα πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο τρέχοντα εποπτικά μέτρα της αρμόδιας αρχής στην οποία απευθύνεται το αίτημα.

(15α)  Δεδομένου ότι είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του πλαισίου εποπτείας της Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι ανεξάρτητες αξιολογήσεις για την παροχή αντικειμενικών και διαφανών απόψεων σχετικά με τις εποπτικές πρακτικές είναι υψίστης σημασίας. Μέσω αυτών των αξιολογήσεων, η ΕΑΤ θα πρέπει να αξιολογεί τις στρατηγικές, τις ικανότητες και τους πόρους των αρμόδιων αρχών για την αντιμετώπιση των αναδυόμενων κινδύνων που σχετίζονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Όταν από τις εν λόγω αξιολογήσεις προκύπτουν σοβαρές ανησυχίες, τις οποίες δεν αποκαθιστά η αρμόδια αρχή, όπως κρίνεται σκόπιμο και απαραίτητο, η ΕΑΤ θα πρέπει να εκδίδει έκθεση επακολούθησης σχετικά με τη συμμόρφωση προς τα απαιτούμενα μέτρα επακολούθησης και θα πρέπει να ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

(15β) Για την εκπλήρωση των καθηκόντων και την άσκηση των εξουσιών της, η ΕΑΤ θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις που απευθύνονται στους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα στο πλαίσιο της διαδικασίας για παράβαση του δικαίου της Ένωσης και της διαδικασίας δεσμευτικής διαμεσολάβησης, ακόμη και όταν οι ουσιαστικοί κανόνες δεν εφαρμόζονται άμεσα στους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα, αφού λάβει απόφαση που απευθύνεται στην αρμόδια αρχή. Όταν οι ουσιαστικοί κανόνες καθορίζονται σε οδηγίες, η ΕΑΤ θα πρέπει να εφαρμόζει την εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά των εν λόγω οδηγιών στο εθνικό δίκαιο, εκτός εάν η ΕΑΤ, κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή, θεωρεί ότι η εθνική νομοθεσία δεν μεταφέρει επαρκώς τις εν λόγω οδηγίες. Όταν η σχετική ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από κανονισμούς και όταν, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, αυτοί οι κανονισμοί παρέχουν ρητώς επιλογές στα κράτη μέλη, η ΕΑΤ θα πρέπει να εφαρμόζει την εθνική νομοθεσία με την οποία ασκούνται οι εν λόγω επιλογές.

(15β α)    Προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος της ΕΑΤ όσον αφορά τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του εποπτικού ελέγχου της συμμόρφωσης στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και στην αντιμετώπιση παραβιάσεων ή μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ή των εθνικών μέτρων μεταφοράς του, η ΕΑΤ θα πρέπει να καθιστά διαθέσιμους διαύλους για την καταγγελία περιπτώσεων παραβίασης ή μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Η ΕΑΤ θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες μπορούν να υποβάλλονται ανώνυμα και με ασφάλεια. Όταν η ΕΑΤ θεωρεί ότι οι υποβληθείσες πληροφορίες περιλαμβάνουν αποδείξεις ή σοβαρές ενδείξεις για σημαντικές παραβιάσεις, η ΕΑΤ παρέχει ανάδραση στον καταγγέλλοντα.

(24α)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι το κατάλληλο επίπεδο εμπειρογνωσίας υποστηρίζει τις αποφάσεις που αφορούν μέτρα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, είναι αναγκαίο να συσταθεί μόνιμη εσωτερική επιτροπή που θα απαρτίζεται από τους προϊσταμένους των αρχών και των φορέων που είναι αρμόδιοι για τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, των οποίων η πραγματογνωσία σε σχέση με τα διάφορα επιχειρηματικά μοντέλα και τις ιδιαιτερότητες των τομέων θα πρέπει να λαμβάνεται πλήρως υπόψη. Η εν λόγω επιτροπή θα εξετάζει και θα προετοιμάζει τις αποφάσεις που θα λαμβάνει η ΕΑΤ. Για να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη, η νέα αυτή επιτροπή θα αντικαταστήσει την υφιστάμενη υποεπιτροπή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η οποία έχει συσταθεί στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής των ΕΕΑ.

(24α α)  Όσον αφορά τα καθήκοντα της ΕΑΤ που αφορούν την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η Μεικτή Επιτροπή θα πρέπει να χρησιμεύει ως φόρουμ στο οποίο η ΕΑΤ θα πρέπει να συνεργάζεται τακτικά και στενά με την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών για θέματα που αφορούν την αλληλεπίδραση μεταξύ των συγκεκριμένων καθηκόντων της ΕΑΤ τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) και των καθηκόντων που ανατίθενται στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, ώστε να διασφαλίζεται ότι λαμβάνονται πλήρως υπόψη τα διάφορα επιχειρηματικά μοντέλα και οι ιδιαιτερότητες των διαφόρων τομέων.

(24α β)  Η ΕΑΤ θα πρέπει να διαθέτει κατάλληλους και επαρκείς πόρους και τη δέουσα στελέχωση, ώστε να συμβάλλει αποτελεσματικά στη συνεπή, αποτελεσματική και ουσιαστική πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Οι επιπλέον αρμοδιότητες και καθήκοντα που ανατίθενται στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών θα πρέπει να συνοδεύονται από επαρκείς ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους.

(24α γ)  Σύμφωνα με τον στόχο της επίτευξης ενός πιο συνεκτικού και βιώσιμου συστήματος εποπτείας στην Ένωση για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με όλες τις σχετικές αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη, θα πρέπει να διενεργήσει ολοκληρωμένη αξιολόγηση σχετικά με την εφαρμογή, τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα των ειδικών καθηκόντων που ανατίθενται στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 σημείο 1 του παρόντος κανονισμού. Στο πλαίσιο της αξιολόγησής της, η Επιτροπή θα πρέπει να αναλύσει την αλληλεπίδραση μεταξύ των εν λόγω καθηκόντων και των καθηκόντων που ανατίθενται στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών. Δεδομένου ότι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας λαμβάνουν χώρα εκτός του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, η Επιτροπή θα πρέπει, βάσει συνολικής ανάλυσης κόστους και οφέλους, καθώς και σύμφωνα με τον στόχο της διασφάλισης της συνέπειας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας, να διερευνήσει επίσης διεξοδικά τη δυνατότητα ανάθεσης ειδικών καθηκόντων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σε υφιστάμενο ή νέο ειδικό οργανισμό ενωσιακής εμβέλειας. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει την αξιολόγηση αυτή, στο πλαίσιο της έκθεσής της σύμφωνα με το άρθρο 65 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/843, συνοδευόμενη από νομοθετικές προτάσεις αν κρίνεται σκόπιμο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, έως τις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010

Ο κανονισμός (ΕΕ) 1093/2010 τροποποιείται ως εξής:

(1)  Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή ενεργεί στο πλαίσιο των εξουσιών που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό και στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, της οδηγίας 2009/110/ΕΚ, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της οδηγίας 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου**, της οδηγίας 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου***, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847**** του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*****, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου******, της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου********* και, στον βαθμό που οι πράξεις αυτές εφαρμόζονται σε οικονομικά και χρηματοοικονομικά ιδρύματα και στις αρμόδιες αρχές που τα εποπτεύουν, στο πλαίσιο των σχετικών μερών της οδηγίας 2002/65/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων όλων των οδηγιών, κανονισμών και αποφάσεων που βασίζονται σε αυτές τις πράξεις, και κάθε άλλης νομικά δεσμευτικής πράξης της Ένωσης με την οποία ανατίθενται καθήκοντα στην Αρχή. Η Αρχή ενεργεί επίσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου********.

Η Αρχή ενεργεί επίσης στο πλαίσιο των εξουσιών που παρέχονται από τον παρόντα κανονισμό και εντός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849(*****) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στον βαθμό που η εν λόγω οδηγία ισχύει για τους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα και τις αρμόδιες αρχές που τους εποπτεύουν. Για τον σκοπό αυτόν, η ΕΑΤ εκτελεί τα καθήκοντα που ανατίθενται με οποιαδήποτε νομικά δεσμευτική πράξη της Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 ή στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών, η Αρχή διαβουλεύεται με τις εν λόγω αρχές και τις τηρεί ενήμερες για τις δραστηριότητές της που αφορούν οποιαδήποτε οντότητα αποτελεί «χρηματοοικονομικό ίδρυμα», όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ή «συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές», όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

* Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 133 της 22.5.2008, σ. 66).

** Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149).

*** Οδηγία 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, για τη συγκρισιμότητα των τελών που συνδέονται με λογαριασμούς πληρωμών, την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών και την πρόσβαση σε λογαριασμούς πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 214).

**** Κανονισμός (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και περί κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1781/2006 (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 1).

**** Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ, 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35).

***** Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63).

********* Οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19)»·

α α)    η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η Αρχή ενεργεί επίσης στο πεδίο των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων, των χρηματοοικονομικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων, των επιχειρήσεων επενδύσεων, των ιδρυμάτων πληρωμών και των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος, σε σχέση με τα θέματα που δεν εμπίπτουν άμεσα στις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, περιλαμβανομένων των θεμάτων εταιρικής διακυβέρνησης, ελέγχου και χρηματοοικονομικών αναφορών, λαμβάνοντας υπόψη βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα και την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω δράσεις της Αρχής είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση αποτελεσματικής και συνεπούς εφαρμογής των πράξεων αυτών.»

α β)    η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Ο σκοπός της Αρχής είναι να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον συμβάλλοντας στη βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη σταθερότητα και αποτελεσματικότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, προς όφελος της οικονομίας, των πολιτών και των επιχειρήσεων της Ένωσης. Η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της, συμβάλλει:

α) στη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, διασφαλίζοντας ιδίως υγιή, αποτελεσματική και συνεπή ρύθμιση και εποπτεία,

β) στη διασφάλιση της ακεραιότητας, της διαφάνειας, της αποδοτικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοοικονομικών αγορών,

γ) στην ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού,

δ) στην αποτροπή της καταχρηστικής επιλογής του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας και στην προαγωγή ισότιμων συνθηκών ανταγωνισμού,

ε) στη διασφάλιση της δέουσας ρύθμισης και εποπτείας της ανάληψης των πιστωτικών και λοιπών κινδύνων, ▐

στ) στην ενίσχυση της προστασίας των πελατών και των καταναλωτών·

στ α) στην ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένης της προώθησης μιας προσέγγισης που βασίζεται στους κινδύνους, όσον αφορά την εποπτεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

στ β) στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

Γι’ αυτούς τους λόγους, η Αρχή πρέπει να συμβάλλει στη διασφάλιση της συνεπούς, αποδοτικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των πράξεων στις οποίες παραπέμπει η παράγραφος 2, να ενισχύει την εποπτική σύγκλιση και να γνωμοδοτεί σύμφωνα με το άρθρο 16α στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή ▌.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που της ανατίθενται με βάση τον παρόντα κανονισμό, η Αρχή αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε είδους συστημικό κίνδυνο που προέρχεται από χρηματοοικονομικά ιδρύματα, σε περίπτωση αποτυχίας των οποίων μπορεί να πληγεί η λειτουργία του χρηματοοικονομικού συστήματος ή της πραγματικής οικονομίας.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Αρχή ενεργεί ανεξάρτητα, αντικειμενικά και με αμερόληπτο και διαφανή τρόπο, προς το συμφέρον της Ένωσης ως συνόλου, τηρώντας παράλληλα την αρχή της αναλογικότητας. Η Αρχή εφαρμόζει τις αρχές της λογοδοσίας και της ακεραιότητας και θα πρέπει να διασφαλίζει την ισότιμη μεταχείριση όλων των συμφεροντούχων στο πλαίσιο αυτό.

Το περιεχόμενο και η μορφή των ενεργειών και των μέτρων της Αρχής δεν υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού ή των πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και είναι ανάλογα με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενυπάρχουν στην επιχειρηματική δραστηριότητα ιδρύματος ή σε αγορές που επηρεάζονται από τη δράση της Αρχής.»

β)  στο άρθρο 1 παράγραφος 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η Αρχή ενεργεί επίσης στο πλαίσιο των εξουσιών που παρέχονται από τον παρόντα κανονισμό και εντός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849(*) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στον βαθμό που η εν λόγω οδηγία ισχύει για τους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα και τις αρμόδιες αρχές που τους εποπτεύουν. Για τον σκοπό αυτόν, η ΕΑΤ εκτελεί τα καθήκοντα που ανατίθενται με οποιαδήποτε νομικά δεσμευτική πράξη της Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 ή στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών, η Αρχή διαβουλεύεται με τις εν λόγω αρχές και τις τηρεί ενήμερες για τις δραστηριότητές της που αφορούν οποιαδήποτε οντότητα αποτελεί «χρηματοοικονομικό ίδρυμα», όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ή «συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές», όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(*) Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).»·

(2)  το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ). Κύριος στόχος του ΕΣΧΕ είναι να εξασφαλίζεται η κατάλληλη εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για τον χρηματοοικονομικό τομέα, ώστε να διαφυλαχθεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα και για να διασφαλιστεί η εμπιστοσύνη στο χρηματοοικονομικό σύστημα στο σύνολό του και η αποτελεσματική και επαρκής προστασία των πελατών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.»

β)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι συμμετέχοντες στο ΕΣΧΕ συνεργάζονται με εμπιστοσύνη και πλήρη αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η ▌ροή κατάλληλων και αξιόπιστων πληροφοριών αναμεταξύ τους και σε σχέση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή

γ)  στην παράγραφο 5 παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οι αναφορές του παρόντος κανονισμού στην εποπτεία περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές δραστηριότητες, με την επιφύλαξη των εθνικών αρμοδιοτήτων, όλων των αρμόδιων αρχών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

(2α)  το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 3

Υποχρέωση λογοδοσίας του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας

1. Οι αρχές που μνημονεύονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε) είναι υπόλογες έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι υπόλογη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο όσον αφορά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων τα οποία της ανατίθενται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 σύμφωνα με τον προαναφερθέντα κανονισμό.

2. Κατά τη διάρκεια οποιωνδήποτε ερευνών διεξάγονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 226 ΣΛΕΕ, η Αρχή συνεργάζεται πλήρως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

3. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους. Η έκθεση δημοσιοποιείται.

Η Αρχή περιλαμβάνει στην ετήσια έκθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί με εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς ή διοικήσεις τρίτων χωρών όσον αφορά τη συνδρομή της Αρχής προς την Επιτροπή για την προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας και σχετικά με τις δραστηριότητες παρακολούθησης που αναλαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 33.

4. Κατόπιν αιτήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο πρόεδρος συμμετέχει σε ακρόαση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις επιδόσεις της Αρχής. Πραγματοποιείται ακρόαση τουλάχιστον ετησίως. Ο πρόεδρος προβαίνει σε δήλωση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και απαντά σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις των μελών του, όποτε ζητηθεί.

5. Ο πρόεδρος υποβάλλει έγγραφη έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες της Αρχής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όποτε ζητηθεί και τουλάχιστον 15 ημέρες πριν να προβεί στη δήλωση που προβλέπει η παράγραφος 1γ.

6. Πέρα από τις πληροφορίες που μνημονεύονται στα άρθρα 11 έως 18 και στα άρθρα 20 και 33, η έκθεση συμπεριλαμβάνει κάθε σχετική πληροφορία που έχει ζητήσει ad hoc το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

7. Η Αρχή απαντά προφορικώς ή γραπτώς στις ερωτήσεις που απευθύνονται στην ίδια από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο εντός πέντε εβδομάδων από την παραλαβή της ερώτησης.

8. Κατόπιν αιτήσεως, ο πρόεδρος πραγματοποιεί, κεκλεισμένων των θυρών, εμπιστευτικές προφορικές συζητήσεις με τον πρόεδρο, τους αντιπροέδρους και τους συντονιστές της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εάν οι εν λόγω συζητήσεις απαιτούνται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 226 ΣΛΕΕ. Όλοι οι συμμετέχοντες τηρούν τις απαιτήσεις περί επαγγελματικού απορρήτου.

9. Η Αρχή καταρτίζει μητρώο εγγράφων και προσδιορίζει το καθεστώς προσβασιμότητάς τους.

10. Η Αρχή κοινοποιεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μια ουσιαστική σύνοψη των εργασιών των συνεδριάσεων της Επιτροπής της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία, του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και του Συμβουλίου των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και κάθε άλλου σχετικού διεθνούς οργάνου ή οργανισμού που αφορά ή επηρεάζει την τραπεζική εποπτεία.»

(3)  το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)  το σημείο 1) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1) «χρηματοοικονομικά ιδρύματα»: κάθε επιχείρηση που υπόκειται σε ρύθμιση και εποπτεία σύμφωνα με τις ενωσιακές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·»·

α α)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο 1α:

«1α) «φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα»: κάθε οντότητα που υπόκειται στο άρθρο 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 και η οποία είναι επίσης είτε «χρηματοοικονομικό ίδρυμα», όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού και στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, είτε «συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές», όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010»·

β)  στο σημείο 2), το σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i) οι αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 40) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε ό,τι αφορά ζητήματα που σχετίζονται με τα καθήκοντα που της ανατίθενται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013·»·

γ)  στο σημείο 2), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii) όσον αφορά την οδηγία 2002/65/ΕΚ, οι αρχές και οι φορείς που είναι αρμόδιοι να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων με τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας·

ii α) όσον αφορά την οδηγία (ΕΕ) 2015/849, οι αρχές και οι φορείς που εποπτεύουν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και είναι αρμόδιοι να διασφαλίζουν τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 48 της εν λόγω οδηγίας»·

δ)  στο σημείο 2), το σημείο iii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«iii) όσον αφορά τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων, οι φορείς που διαχειρίζονται συστήματα εγγύησης καταθέσεων σύμφωνα με την οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ή, στην περίπτωση που τη λειτουργία του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων διαχειρίζεται ιδιωτική εταιρεία, η δημόσια αρχή που έχει την εποπτεία των συστημάτων αυτών δυνάμει αυτής της οδηγίας και οι οικείες διοικητικές αρχές που αναφέρονται στην εν λόγω οδηγία, και»·

ε)  στο σημείο 2), προστίθενται τα ακόλουθα σημεία v) και vi):

«v) οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην οδηγία 2014/17/ΕΕ, στον κανονισμό 2015/751, στην οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, στην οδηγία 2009/110/ΕΚ, στον κανονισμό (ΕΚ) 924/2009 και στον κανονισμό (ΕΕ) 260/2012·

vi) οι φορείς και οι αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 20 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ.»·

(4)  το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)  το σημείο 2) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2) εκτελεστικό συμβούλιο, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 47·»·

β)  το σημείο 4) απαλείφεται·

(4α)  το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

«Άρθρο 7Έδρα

Η έδρα της Αρχής βρίσκεται στο Παρίσι της Γαλλίας.

Ο καθορισμός της τοποθεσίας της έδρας της Αρχής δεν επηρεάζει την εκτέλεση από την Αρχή των καθηκόντων και εξουσιών της, την οργάνωση της δομής διακυβέρνησής της, τη λειτουργία της κύριας οργάνωσής της ή την κύρια χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της, επιτρέποντας, κατά περίπτωση, την από κοινού χρήση με τους οργανισμούς της Ένωσης υπηρεσιών διοικητικής στήριξης και υπηρεσιών διαχείρισης εγκαταστάσεων οι οποίες δεν συνδέονται με τις κύριες δραστηριότητες της Αρχής. Έως τις ... [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού] και εφεξής κάθε 12 μήνες, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη συμμόρφωση των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών προς τη συγκεκριμένη απαίτηση.»

(5)  το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

-i)  το στοιχείο α) τροποποιείται ως εξής:

«α) με βάση τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, συμβάλλει στην καθιέρωση κοινών ρυθμιστικών και εποπτικών προτύπων και πρακτικών υψηλής ποιότητας, ιδίως με την ανάπτυξη σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και άλλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των γνωμοδοτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 16α·»

i)  το στοιχείο α α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α α) καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση το οποίο προσδιορίζει εποπτικές βέλτιστες πρακτικές και μεθοδολογίες και διεργασίες υψηλής ποιότητας, λαμβάνει δε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις μεταβαλλόμενες επιχειρηματικές πρακτικές και επιχειρηματικά μοντέλα καθώς και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών·»·

ii)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο α β):

«α β) καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εγχειρίδιο εξυγίανσης σχετικά με την εξυγίανση των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση το οποίο προσδιορίζει εποπτικές βέλτιστες πρακτικές και υψηλής ποιότητας μεθοδολογίες και διεργασίες εξυγίανσης, λαμβάνει δε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις μεταβαλλόμενες επιχειρηματικές πρακτικές και επιχειρηματικά μοντέλα καθώς και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών·»·

ii α)  το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) συμβάλλει στη συνεπή εφαρμογή των νομικά δεσμευτικών ενωσιακών πράξεων, ιδίως συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινής εποπτικής νοοτροπίας, διασφαλίζοντας τη συνεπή, αποδοτική και αποτελεσματική εφαρμογή των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, αποτρέποντας την καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας, προωθώντας και παρακολουθώντας την εποπτική ανεξαρτησία, μεσολαβώντας και επιλύοντας διαφωνίες μεταξύ αρμόδιων αρχών, διασφαλίζοντας αποτελεσματική και συνεπή εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, διασφαλίζοντας τη συνεκτική λειτουργία των σωμάτων εποπτών και λαμβάνοντας μέτρα, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης·»

iii)  τα στοιχεία ε) και στ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) διοργανώνει και διενεργεί αξιολογήσεις των αρμόδιων αρχών, με την υποστήριξη των εθνικών αρμόδιων αρχών, και, στο πλαίσιο αυτό, εκδίδει ▌συστάσεις προς τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, εντοπίζει βέλτιστες πρακτικές και, στο πλαίσιο αυτό, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, με σκοπό την ενίσχυση της συνοχής των εποπτικών αποτελεσμάτων·

στ) παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα αρμοδιότητάς της, περιλαμβανομένων, εφόσον ενδείκνυται, των εξελίξεων που αφορούν τις τάσεις της πίστης, ιδίως προς τα νοικοκυριά και τις ΜΜΕ, και τις τάσεις στις καινοτόμες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και τις εξελίξεις που σχετίζονται με τις τάσεις των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων·

στ α) διεξάγει, μαζί με τις αρμόδιες αρχές, συγκριτικές αξιολογήσεις σχετικά με τα αποτελέσματα των εσωτερικών μοντέλων με σκοπό την ανάλυση του εύρους της μεταβλητότητας των παραμέτρων κινδύνου, καθώς και της προγνωστικής τους ικανότητας και, στο πλαίσιο αυτό, εκδίδει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις·»·

iii α)  το σημείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ) πραγματοποιεί αναλύσεις αγοράς με στόχο την εμπεριστατωμένη εκπλήρωση των καθηκόντων της Αρχής·»

iv)  το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) ενισχύει, κατά περίπτωση, την προστασία των καταθετών, των καταναλωτών και των επενδυτών, ιδίως σε σχέση με τις ελλείψεις σε διασυνοριακό πλαίσιο και λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς κινδύνους·»·

iv α)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο θ α):

«θ α) συμβάλλει στη θέσπιση κοινής στρατηγικής της Ένωσης για τα χρηματοοικονομικά δεδομένα·»

iv β)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο ια α):

«ια α) δημοσιεύει στον ιστότοπό της και ενημερώνει τακτικά όλα τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, τις κατευθυντήριες γραμμές, τις συστάσεις και τις ερωτήσεις και απαντήσεις για κάθε νομοθετική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, συμπεριλαμβανομένων των επισκοπήσεων που αφορούν την τρέχουσα κατάσταση των εν εξελίξει εργασιών και το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα για την έγκριση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, των σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, των κατευθυντήριων γραμμών, των συστάσεων και των ερωτήσεων και απαντήσεων. Οι πληροφορίες αυτές διατίθενται σε όλες τις γλώσσες εργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης·»

v)  προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ιβ):

«ιβ) συμβάλλει στη συνεπή, αποδοτική και αποτελεσματική πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.»·

β)  ▌η παράγραφος 1α τροποποιείται ως εξής:

i)  το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) λαμβάνοντας υπόψη τον στόχο για κατοχύρωση της ασφάλειας και ευρωστίας των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, λαμβάνει δεόντως υπόψη τους διαφόρους τύπους, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων.»

ii)  προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο γ):

«γ) λαμβάνει υπόψη την τεχνολογική καινοτομία, καινοτόμα και βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα, καθώς και την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και των σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων.»·

γ)  η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i) παρεμβάλλεται το στοιχείο γ α):

«γ α) εκδίδει συστάσεις όπως ορίζεται στα άρθρα 29α και 31α,»·

i α) παρεμβάλλεται το στοιχείο δ α):

«δ α) εκδίδει προειδοποιήσεις σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3·»

i β) παρεμβάλλονται τα στοιχεία ζ α), ζ β) και ζ γ):

«ζ α) γνωμοδοτεί προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 16α·

ζ β) εκδίδει απαντήσεις σε ερωτήσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 16β·

ζ γ) εκδίδει χρονικά περιορισμένες επιστολές μη ανάληψης δράσης (no-action letters), όπως ορίζεται στο άρθρο 9γ·»

    ii) το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) συλλέγει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 35 και στο άρθρο 35β·»·

γ α)  η παράγραφος 2α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2α. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, η Αρχή τηρεί αυστηρά τους νόμους επιπέδου 1 και τα μέτρα επιπέδου 2 και εφαρμόζει τις αρχές της αναλογικότητας και της βελτίωσης της νομοθεσίας, περιλαμβανομένων εκτιμήσεων επιπτώσεων, αναλύσεων κόστους-οφέλους και ανοικτών δημόσιων διαβουλεύσεων.

Οι ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις που αναφέρονται στα άρθρα 10, 15, 16 και 16α διεξάγονται όσο το δυνατόν ευρύτερα, για να διασφαλιστεί μία προσέγγιση χωρίς αποκλεισμούς προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, και παρέχουν εύλογο χρόνο στους συμφεροντούχους για να απαντήσουν. Η Αρχή παρέχει και δημοσιεύει ανάδραση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν οι πληροφορίες και οι απόψεις που προέκυψαν από τις διαβουλεύσεις, σε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις.

Η Αρχή συνοψίζει τα στοιχεία που έλαβε από τους συμφεροντούχους κατά τρόπο που να επιτρέπει τη συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων των δημόσιων διαβουλεύσεων για παρόμοια θέματα.»

(6)  το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

-α)  στην παράγραφο 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) συλλογή, ανάλυση και αναφορά των καταναλωτικών τάσεων, όπως η εξέλιξη του κόστους και των επιβαρύνσεων για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες λιανικής και χρηματοοικονομικά προϊόντα λιανικής στα κράτη μέλη·»

-α α)  στην παράγραφο 1, προστίθενται τα στοιχεία δ α), δ β) και δ γ)·

«δ α)  συμβολή στην εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά όπου οι καταναλωτές και οι λοιποί χρήστες των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών έχουν ισότιμη πρόσβαση σε συγκρίσιμες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, προϊόντα και μέτρα επανόρθωσης·

δ β)  προώθηση περαιτέρω εξελίξεων όσον αφορά τη ρύθμιση και την εποπτεία, οι οποίες θα μπορούσαν να διευκολύνουν μια βαθύτερη εναρμόνιση και ολοκλήρωση σε επίπεδο ΕΕ· για τον σκοπό αυτό, η Αρχή, στον τομέα εμπειρογνωσίας της, παρακολουθεί τα εμπόδια ή τις επιπτώσεις στη διασυνοριακή ενοποίηση και μπορεί να διατυπώνει γνώμες ή συστάσεις με σκοπό να προσδιορίζει κατάλληλους τρόπους για την αντιμετώπισή τους·

δ γ)  συντονισμός των δραστηριοτήτων ανώνυμης έρευνας αγοράς («mystery shopping») των αρμόδιων αρχών.»

α)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή παρακολουθεί νέες και υφιστάμενες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και μπορεί να θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 με σκοπό την προώθηση της ασφάλειας και της αξιοπιστίας των αγορών και τη σύγκλιση και αποτελεσματικότητα των ρυθμιστικών και εποπτικών πρακτικών.

2α. Η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της, αναπτύσσει πρότυπα σχετικά με την εποπτεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας τα οποία απευθύνονται στις εθνικές αρμόδιες αρχές, για παράδειγμα σε σχέση με τις ελάχιστες εξουσίες και καθήκοντα.»·

β)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η Αρχή συστήνει, ως αναπόσπαστο οργανωτικό της μέρος, επιτροπή για την αναλογικότητα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι διαφορές στη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, στα μεταβαλλόμενα επιχειρηματικά μοντέλα και επιχειρηματικές πρακτικές, και στο μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών αντικατοπτρίζονται στις εργασίες της Αρχής, και επιτροπή για την προστασία των καταναλωτών και τη χρηματοοικονομική καινοτομία, στην οποία συμμετέχουν όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές και οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την προστασία των καταναλωτών, με σκοπό την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών και την υιοθέτηση συντονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τη ρυθμιστική και εποπτική μεταχείριση των νέων ή καινοτόμων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και την παροχή γνωμοδοτήσεων με σκοπό να τις παρουσιάσει η Αρχή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Η Αρχή συνεργάζεται στενά με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων για την αποφυγή επικαλύψεων, ασυνεπειών και ανασφάλειας δικαίου στον τομέα της προστασίας δεδομένων. Η Αρχή μπορεί επίσης να συμπεριλάβει στην επιτροπή εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων.»·

β α)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Η Αρχή μπορεί προσωρινά να απαγορεύσει ή να περιορίσει την εμπορική προώθηση, διανομή ή πώληση ορισμένων χρηματοοικονομικών προϊόντων, μέσων ή δραστηριοτήτων που ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντική οικονομική ζημία στους πελάτες ή απειλούν την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης, στις περιπτώσεις που καθορίζονται και υπό τους όρους που θεσπίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ή, εφόσον απαιτείται, σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης, σύμφωνα και με τους όρους που θεσπίζονται στο άρθρο 18.

Η Αρχή επανεξετάζει την απόφαση στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο ανά τακτά χρονικά διαστήματα, το συντομότερο δυνατό και τουλάχιστον ανά εξάμηνο. Η Αρχή μπορεί να ανανεώσει την απαγόρευση ή τον περιορισμό δύο φορές, και μετά την περίοδο αυτή η απαγόρευση ή ο περιορισμός καθίσταται μόνιμος, εκτός εάν η Αρχή κρίνει το αντίθετο.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Αρχή να επανεξετάσει την απόφασή της. Σε αυτήν την περίπτωση, η Αρχή αποφασίζει αν θα εμμείνει στην απόφασή της κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

Η Αρχή μπορεί επίσης να εκτιμήσει την ανάγκη απαγόρευσης ή περιορισμού ορισμένων μορφών χρηματοοικονομικής δραστηριότητας ή πρακτικής και, εφόσον χρειαστεί, να ενημερώσει σχετικώς την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές προκειμένου να διευκολύνει τη θέσπιση οιασδήποτε απαγόρευσης ή περιορισμού.»

(6α)  παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 9α και 9β:

«Άρθρο 9αΕιδικά καθήκοντα σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

1.  Η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της, αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο συντονισμού και παρακολούθησης για την προώθηση της ακεραιότητας, της διαφάνειας και της ασφάλειας του χρηματοοικονομικού συστήματος, λαμβάνοντας μέτρα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού ή των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, τις επιχειρηματικές πρακτικές, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των φορέων του χρηματοοικονομικού τομέα και των χρηματοοικονομικών αγορών. Στα εν λόγω μέτρα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας περιλαμβάνονται τα εξής:

α)  συλλογή και ανάλυση σχετικών πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές και άλλες πηγές σχετικά με τις αδυναμίες που εντοπίστηκαν στις διεργασίες και τις διαδικασίες, τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, τις αξιολογήσεις της καταλληλότητας, τα επιχειρηματικά μοντέλα και τις δραστηριότητες των φορέων του χρηματοοικονομικού τομέα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και τα μέτρα που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές, με την επιφύλαξη των καθηκόντων που ανατίθενται στις αρχές δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Αρχή όλες τις εν λόγω πληροφορίες επιπλέον όσων υποχρεώσεων προβλέπονται βάσει του άρθρου 35. Η Αρχή συντονίζεται στενά με τις μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών, χωρίς περιττές επικαλύψεις·

α α)  στενός συντονισμός και, κατά περίπτωση, ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, υπό την εποπτική ιδιότητά της, και με τις αρχές που είναι επιφορτισμένες με το δημόσιο καθήκον εποπτείας των υπόχρεων οντοτήτων που απαριθμούνται στα σημεία 1) και 2) του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, καθώς και με τις μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τους υφιστάμενους διαύλους για την ανταλλαγή πληροφοριών, όπως η πλατφόρμα των ΜΧΠ της ΕΕ και το δίκτυο FIU.Net, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και για την αποφυγή οποιασδήποτε μορφής αλληλεπικαλυπτόμενων ή ασυνεπών ενεργειών για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·

β)  ανάπτυξη κοινών κατευθυντήριων γραμμών και προτύπων για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στον χρηματοοικονομικό τομέα και προώθηση της συνεπούς εφαρμογής τους, ειδικότερα με την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και άλλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των γνωμοδοτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 16α, τα οποία βασίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2·

β α)  παροχή συνδρομής στις αρμόδιες αρχές, κατόπιν ειδικών αιτημάτων τους·

γ)  παρακολούθηση των εξελίξεων της αγοράς και αξιολόγηση των τρωτών σημείων και κινδύνων όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και, κατά περίπτωση, τη χρηστή φορολογική διακυβέρνηση στον χρηματοοικονομικό τομέα.

1α.  Για τους σκοπούς του στοιχείου α) της παραγράφου 1, η Αρχή καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις πρακτικές λεπτομέρειες σχετικά με τη συλλογή σχετικών πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων του είδους των πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλουν οι αρμόδιες αρχές σχετικά με τις αδυναμίες που εντοπίζονται στις μεθόδους και τις διαδικασίες, τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, τις αξιολογήσεις καταλληλότητας, τα επιχειρηματικά μοντέλα και τις δραστηριότητες των φορέων του χρηματοοικονομικού τομέα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και τα μέτρα που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές, χωρίς να δημιουργούνται περιττές επικαλύψεις.

Η Αρχή υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στην παράγραφο 1α σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ.

2.  Τηρουμένων των κανόνων προστασίας των δεδομένων, η Αρχή δημιουργεί και ενημερώνει κεντρική βάση δεδομένων με τις πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α). Η Αρχή διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες αναλύονται και καθίστανται διαθέσιμες στις αρμόδιες αρχές με βάση την ανάγκη γνώσης τους και με εμπιστευτικό τρόπο. Η Αρχή δύναται επίσης, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, να διαβιβάζει στις εθνικές δικαστικές αρχές και τις εθνικές αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους και, κατά περίπτωση, στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στην κατοχή της και τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ποινική δίωξη.

3.  Η Αρχή προωθεί τη σύγκλιση των εποπτικών διαδικασιών που αναφέρονται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/849 και αξιολογεί τις στρατηγικές, τις ικανότητες και τους πόρους των αρμόδιων αρχών για την αντιμετώπιση των αναδυόμενων κινδύνων που σχετίζονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, μεταξύ άλλων διεξάγοντας ▌αξιολογήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 30.

Αν από μια τέτοια αξιολόγηση προκύψουν σοβαρές ελλείψεις στον εντοπισμό, την αξιολόγηση ή την αντιμετώπιση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και η αρμόδια αρχή δεν προβαίνει σε ενέργειες για τη λήψη των μέτρων επακολούθησης που κρίνονται ενδεδειγμένα και αναγκαία σύμφωνα με την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφος 3, η Αρχή εκδίδει έκθεση επακολούθησης σχετικά με τη συμμόρφωση προς τα απαιτούμενα μέτρα επακολούθησης και ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

4.  Η Αρχή διενεργεί, με την υποστήριξη της μόνιμης εσωτερικής επιτροπής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας όταν αυτό κρίνεται σκόπιμο, αξιολογήσεις κινδύνου για τις αρμόδιες αρχές, με επίκεντρο τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο iiα), με σκοπό τον έλεγχο των στρατηγικών και των πόρων που διαθέτουν για την αντιμετώπιση και την παρακολούθηση των σημαντικότερων αναδυόμενων κινδύνων που συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα των εν λόγω αξιολογήσεων κινδύνου όσον αφορά τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στον χρηματοοικονομικό τομέα της Ένωσης, μεταξύ άλλων ενσωματώνοντας την ανάλυση των αποτελεσμάτων στη γνώμη που της ζητείται να εκδώσει, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.

5.  Σε σημαντικές υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που επηρεάζουν διασυνοριακά θέματα με τρίτες χώρες, η Αρχή διαδραματίζει ηγετικό ρόλο όσον αφορά τη συμβολή στη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών της Ένωσης και των αρμόδιων αρχών σε τρίτες χώρες.

6.  Η Αρχή συγκροτεί μόνιμη εσωτερική επιτροπή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, με σκοπό τον συντονισμό των μέτρων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και την εκπόνηση των σχεδίων αποφάσεων που πρόκειται να ληφθούν από την Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 44.

7.  Της επιτροπής προεδρεύει ο πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου. Η επιτροπή απαρτίζεται από τους επικεφαλής των αρχών και των φορέων που είναι αρμόδιοι για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων με τις απαιτήσεις της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849. Επιπλέον, η Επιτροπή, το ΕΣΣΚ, το εποπτικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών μπορούν να ορίζουν από έναν εκπρόσωπο υψηλού επιπέδου για να συμμετέχει ως παρατηρητής στις συνεδριάσεις της επιτροπής, λαμβάνουν δε πλήρως υπόψη την πραγματογνωσία τους όσον αφορά τα διάφορα επιχειρηματικά μοντέλα και ιδιαιτερότητες των τομέων. Η επιτροπή μπορεί να αναθέσει ορισμένες από τις εργασίες της σε εσωτερική ομάδα εργασίας που προετοιμάζει τις αποφάσεις της επιτροπής.

Άρθρο 9βΑίτημα διερεύνησης σχετικά με την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

1.  Σε θέματα που αφορούν την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849, το συμβούλιο εποπτών ή το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί, εφόσον έχει αποδείξεις ή σοβαρές ενδείξεις για σημαντικές παραβάσεις, να ζητήσει από την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 σημείο iiα) να διερευνήσει πιθανές παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης, από φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα, και όταν το δίκαιο αυτό αποτελείται από οδηγίες ή παρέχει ρητώς επιλογές στα κράτη μέλη, παραβάσεις της εθνικής νομοθεσίας για τη μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο ή για τη χρήση των επιλογών που παρέχονται στα κράτη μέλη από το δίκαιο της Ένωσης, και να εξετάσει το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων στον εν λόγω φορέα όσον αφορά τις εν λόγω παραβάσεις. Εφόσον είναι αναγκαίο, μπορεί επίσης να ζητήσει από την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 σημείο iiα) να εξετάσει το ενδεχόμενο έκδοσης μεμονωμένης απόφασης που απευθύνεται στον συγκεκριμένο φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα, επιβάλλοντάς του υποχρέωση να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του δυνάμει του άμεσα εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου ή σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο ή για τη χρήση των επιλογών που παρέχονται στα κράτη μέλη από το δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε συμπεριφοράς. Όταν η Αρχή έχει σοβαρές ενδείξεις για σημαντικές παραβάσεις, οι ενέργειες που αναφέρονται ανωτέρω δρομολογούνται αμελλητί. Τα αιτήματα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο δεν εμποδίζουν τρέχοντα εποπτικά μέτρα της αρμόδιας αρχής στην οποία απευθύνεται το αίτημα.

2.  Η αρμόδια αρχή συμμορφώνεται με κάθε αίτημα που απευθύνεται σε αυτήν σύμφωνα με την παράγραφο 1 και ενημερώνει την Αρχή το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός 10 εργάσιμων ημερών για τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να συμμορφωθεί με το αίτημα αυτό.

3.  Με την επιφύλαξη των εξουσιών και των υποχρεώσεων της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, όταν αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζεται το άρθρο 17.»·

(6α α)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 9γ:

Άρθρο 9γ

Χρονικά περιορισμένες επιστολές μη ανάληψης δράσης (no-action letters)

1.  Σε εξαιρετικές περιστάσεις, και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο, η Αρχή μπορεί, σε συντονισμό με όλες τις σχετικές αρμόδιες αρχές, να εκδίδει χρονικά περιορισμένες επιστολές μη ανάληψης δράσης όσον αφορά συγκεκριμένες διατάξεις της ενωσιακής νομοθεσίας που βασίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2. Με τις εν λόγω επιστολές μη ανάληψης δράσης, η Αρχή και όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές δεσμεύονται προσωρινά ότι δεν θα λάβουν μέτρα επιβολής σε σχέση με τη μη συμμόρφωση ενός χρηματοοικονομικού ιδρύματος με συγκεκριμένες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, όταν το χρηματοοικονομικό ίδρυμα δεν μπορεί να συμμορφωθεί με τις εν λόγω συγκεκριμένες διατάξεις για τουλάχιστον έναν από τους ακόλουθους λόγους:

α)   η συμμόρφωση θα είχε ως αποτέλεσμα το χρηματοοικονομικό ίδρυμα να ενεργεί κατά παράβαση άλλων νομικών και κανονιστικών απαιτήσεων του ενωσιακού δικαίου·

β)  η Αρχή κρίνει ότι δεν είναι εφικτή η συμμόρφωση χωρίς περαιτέρω μέτρα επιπέδου 2 ή καθοδήγηση επιπέδου 3·

γ)  η συμμόρφωση θα έβλαπτε σοβαρά ή θα απειλούσε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα: την εμπιστοσύνη της αγοράς, την προστασία των καταναλωτών ή των επενδυτών, την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή των αγορών βασικών προϊόντων, τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης.

Η Αρχή δεν εκδίδει επιστολές μη ανάληψης δράσης εάν κρίνει ότι αυτές θα είχαν αρνητικές συνέπειες, δυσανάλογες σε σχέση με τα οφέλη τους, για την αποτελεσματικότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή για την προστασία των καταναλωτών ή των επενδυτών.

2.  Η Αρχή διευκρινίζει στην επιστολή μη ανάληψης δράσης τις συγκεκριμένες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου τις οποίες αφορά η μη επιβολή, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1 και την ημερομηνία λήξης της μη επιβολής. Η διάρκεια της εν λόγω μη επιβολής δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες.

3.  Εάν η Αρχή αποφασίσει να εκδώσει επιστολή μη ανάληψης δράσης, γνωστοποιεί αμέσως την απόφασή της στην Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή της εν λόγω γνωστοποίησης, η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να ζητήσουν από την Αρχή να επανεξετάσει την απόφασή της. Κατόπιν πρωτοβουλίας της Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο εβδομάδες. Σε περίπτωση που η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο ζητήσει από την Αρχή να επανεξετάσει την απόφασή της, η Αρχή αποφασίζει αν θα εμμείνει στην απόφασή της κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

4.  Εάν η Αρχή έχει εκδώσει επιστολή μη ανάληψης δράσης σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 3, τη δημοσιεύει αμέσως στον ιστότοπό της. Η Αρχή επανεξετάζει, σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα, την απόφασή της να εκδώσει επιστολή μη ανάληψης δράσης, και μπορεί να την ανανεώσει μόνο για μία περίοδο 6 μηνών. Εάν μια απόφαση για την έκδοση επιστολής μη ανάληψης δράσης δεν ανανεωθεί μετά την πάροδο έξι μηνών ή ενός έτους, η ισχύς της λήγει αυτομάτως.

(6α β)  το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 10Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα

1. Οσάκις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκχωρούν εξουσίες στην Επιτροπή για τη θέσπιση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεκτική εναρμόνιση στους τομείς που περιγράφονται συγκεκριμένα στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή δύναται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων. Η Αρχή υποβάλλει τα σχέδια ρυθμιστικών προτύπων που κατήρτισε στην Επιτροπή προς έγκριση. Ταυτόχρονα, η Αρχή διαβιβάζει τα εν λόγω τεχνικά πρότυπα προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα είναι τεχνικής φύσεως, δεν επιβάλλουν στρατηγικές αποφάσεις ή πολιτικές επιλογές και το περιεχόμενό τους περιορίζεται από τις νομοθετικές πράξεις επί των οποίων βασίζονται. Η Αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το συντομότερο δυνατόν και πλήρως σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην κατάρτιση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων.

Πριν την υποβολή τους στην Επιτροπή, η Αρχή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2α. Η Αρχή ζητεί επίσης τις συμβουλές της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Εντός τριών μηνών από την παραλαβή σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή αποφασίζει εάν θα το εγκρίνει. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων εν μέρει μόνο ή, εάν το απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης, με τροποποιήσεις.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν καταλήξει σε απόφαση εντός τριών μηνών από την παραλαβή ενός σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου σχετικά με το αν θα εγκρίνει το εν λόγω πρότυπο, ενημερώνει πάραυτα επ’ αυτού, και σε κάθε περίπτωση πριν από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε απόφαση και το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα έγκρισης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ημερομηνία μεταφοράς και εφαρμογής της εφαρμοστέας νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Τυχόν καθυστέρηση στην έγκριση του σχεδίου ρυθμιστικού προτύπου δεν εμποδίζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να ασκούν τις ελεγκτικές εξουσίες τους σύμφωνα με το άρθρο 13.

Εφόσον η Επιτροπή προτίθεται να μην εγκρίνει ένα σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου ή να το εγκρίνει εν μέρει ή με τροποποιήσεις, διαβιβάζει και πάλι το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου προς την Αρχή, εξηγώντας γιατί δεν το εγκρίνει ή, ενδεχομένως, εξηγώντας τους λόγους των τροποποιήσεών της, και διαβιβάζει αντίγραφο της επιστολής της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Εντός έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής και να το επανυποβάλει στην Επιτροπή υπό μορφή επίσημης γνώμης προς έγκριση. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Αν κατά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας των έξι εβδομάδων η Αρχή δεν υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου ή υποβάλει σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που δεν τροποποιήθηκε κατά τρόπο συνεπή προς τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου με τις τροποποιήσεις που θεωρεί συναφείς ή να το απορρίψει.

Η Επιτροπή δεν μπορεί να τροποποιεί το περιεχόμενο σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου της Αρχής χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

2. Αν η Αρχή δεν υποβάλει σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, ενημερώνει αμέσως επ’ αυτού το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους δεν είναι σε θέση να υποβάλει σχέδιο ρυθμιστικού προτύπου και το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα έγκρισης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ημερομηνία μεταφοράς και εφαρμογής της εφαρμοστέας νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο εντός νέας προθεσμίας. Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη νέα προθεσμία. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο της Αρχής να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους αυτή δεν είναι σε θέση να υποβάλει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου.

3. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη και χωρίς σχέδιο της Αρχής, μόνο εφόσον η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου προς την Επιτροπή εντός της προθεσμίας σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η Επιτροπή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σχετικά με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Επιτροπή ζητεί επίσης συμβουλές της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Η Επιτροπή διαβιβάζει πάραυτα το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Αρχή.

▌Εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου και να το υποβάλει υπό μορφή επίσημης γνώμης στην Επιτροπή. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Εάν μετά την παρέλευση της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο η Αρχή δεν έχει υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο.

Εφόσον η Αρχή υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας των έξι εβδομάδων, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου βάσει των προτεινομένων από την Αρχή τροποποιήσεων ή να εγκρίνει το ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο με τις τροπολογίες που κρίνει σκόπιμες. Η Επιτροπή δεν μπορεί να τροποποιήσει το περιεχόμενο του σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που έχει καταρτίσει η Αρχή δίχως εκ των προτέρων συντονισμό με αυτήν, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

4. Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα εγκρίνονται με κανονισμούς ή αποφάσεις. Οι λέξεις «ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο» εμφανίζονται στον τίτλο τους. Δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζουν να ισχύουν κατά την ημερομηνία που ορίζεται στις εν λόγω πράξεις.»

(6β)  Στο άρθρο 13 παράγραφος 1 διαγράφεται το δεύτερο εδάφιο.

(6γ)  το άρθρο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 15Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα

1. Όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκχωρούν εκτελεστικές εξουσίες στην Επιτροπή για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 291 ΣΛΕΕ, και προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή δύναται να καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων. Τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα είναι τεχνικής φύσεως, δεν συνεπάγονται στρατηγικές αποφάσεις ή πολιτικές επιλογές, το δε περιεχόμενό τους είναι να καθοριστούν οι όροι εφαρμογής αυτών των πράξεων. Η Αρχή υποβάλλει το σχέδιο εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που κατήρτισε στην Επιτροπή προς έγκριση. Ταυτόχρονα, η Αρχή διαβιβάζει τα εν λόγω τεχνικά πρότυπα προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Πριν την υποβολή τους στην Επιτροπή, η Αρχή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2α. Η Αρχή ζητεί επίσης τις συμβουλές της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Εντός τριών μηνών από την παραλαβή σχεδίου εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή αποφασίζει αν θα το εγκρίνει. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εν μέρει μόνο ή με τροποποιήσεις, εφόσον αυτό απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης. Εάν η Επιτροπή δεν αντιταχθεί εν όλω ή εν μέρει στο προτεινόμενο εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο εντός του χρονικού διαστήματος αξιολόγησης, θεωρείται ότι εγκρίθηκε.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν καταλήξει σε απόφαση εντός τριών μηνών από την παραλαβή του εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, ενημερώνει πάραυτα επ’ αυτού, και σε κάθε περίπτωση πριν από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε απόφαση και το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα έγκρισης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ημερομηνία μεταφοράς και εφαρμογής της εφαρμοστέας νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Εφόσον η Επιτροπή προτίθεται να μην εγκρίνει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου ή προτίθεται να το εγκρίνει εν μέρει ή με τροποποιήσεις, το διαβιβάζει και πάλι προς την Αρχή, εξηγώντας γιατί δεν σκοπεύει να το εγκρίνει ή, ενδεχομένως, εξηγώντας τους λόγους των τροποποιήσεών της, και διαβιβάζει αντίγραφο της επιστολής της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Εντός έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής και να το επανυποβάλει στην Επιτροπή υπό μορφή επίσημης γνώμης. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Αν, κατά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο πέμπτο εδάφιο, η Αρχή δεν έχει υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου ή έχει υποβάλει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου που δεν τροποποιήθηκε κατά τρόπο συνεπή προς τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο με τις τροποποιήσεις που θεωρεί συναφείς ή να το απορρίψει.

Η Επιτροπή δεν τροποποιεί το περιεχόμενο σχεδίου εκτελεστικού τεχνικού προτύπου της Αρχής χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

2. Στις περιπτώσεις που η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, ενημερώνει αμέσως επ’ αυτού το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους δεν είναι σε θέση να υποβάλει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου και το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα έγκρισης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ημερομηνία μεταφοράς και εφαρμογής της εφαρμοστέας νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο εντός νέας προθεσμίας. Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη νέα προθεσμία. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο της Αρχής να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους αυτή δεν είναι σε θέση να υποβάλει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου.

3. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο με εκτελεστική πράξη και χωρίς σχέδιο της Αρχής μόνο εφόσον η Αρχή δεν υποβάλλει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου προς την Επιτροπή εντός την των προθεσμιών σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η Επιτροπή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ή σχετικά με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Επιτροπή ζητεί επίσης συμβουλές της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Η Επιτροπή διαβιβάζει πάραυτα το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Αρχή.

▌Εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου και να το υποβάλει υπό μορφή επίσημης γνώμης στην Επιτροπή. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Εάν, κατά τη λήξη της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο, η Αρχή δεν έχει υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο.

Σε περίπτωση που η Αρχή υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εντός της εν λόγω προθεσμίας των έξι εβδομάδων, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου βάσει των προτεινομένων από την Αρχή τροποποιήσεων ή να εγκρίνει το εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο με τις τροπολογίες που κρίνει σχετικές.

Η Επιτροπή δεν τροποποιεί το περιεχόμενο του σχεδίου εκτελεστικών τεχνικών προτύπων της Αρχής χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

4. Τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα εγκρίνονται με κανονισμούς ή αποφάσεις. Οι λέξεις «εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο» εμφανίζονται στον τίτλο τους. Δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζουν να ισχύουν κατά την ημερομηνία που ορίζεται στις εν λόγω πράξεις.»

(7)  το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο ΕΣΧΕ και την εξασφάλιση της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, η Αρχή εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις με αποδέκτες αρμόδιες αρχές ή χρηματοοικονομικά ιδρύματα.

Η Αρχή μπορεί επίσης να απευθύνει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις στις αρχές των κρατών μελών που δεν έχουν οριστεί ως αρμόδιες αρχές βάσει του παρόντος κανονισμού, αλλά είναι επιφορτισμένες με τη διασφάλιση της εφαρμογής των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Οι κατευθυντήριες γραμμές και οι συστάσεις συνάδουν με την εντολή των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και λαμβάνουν υπόψη την αρχή της αναλογικότητας. Η Αρχή δεν εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις για ζητήματα που καλύπτονται από εξουσιοδοτήσεις επιπέδου 1 για ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα ή εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα.

1α. Με σκοπό τη δημιουργία συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο πλαίσιο του ΕΣΧΕ, η Αρχή μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές που απευθύνονται σε όλες τις αρμόδιες αρχές ή τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα για τους σκοπούς των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, με βάση την εφαρμοστική διαδικασία συμμόρφωσης ή αιτιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές θεωρούνται κατάλληλες για συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι αρμόδιες αρχές και τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα μπορούν να θεσπίζουν πρόσθετες πρακτικές όσον αφορά τη μέθοδο συμμόρφωσης με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.»

β)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, διενεργεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις και, κατά περίπτωση, τις ερωτήσεις και απαντήσεις που εκδίδει και αναλύει τα συναφή ενδεχόμενα κόστη και οφέλη της έκδοσης τέτοιου είδους κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι αναλογικές σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής, τη φύση και την επίπτωση των κατευθυντήριων γραμμών ή των συστάσεων. Η Αρχή ζητεί επίσης, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ▌συμβουλές από την ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37. Η Αρχή, εάν δεν διεξάγει ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις ή δεν ζητεί συμβουλές από την ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων, προβαίνει σε σχετική αιτιολόγηση.»·

β α)  παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 2α, 2β, 2γ και 2δ:

«2α. Για τους σκοπούς των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή μπορεί να εκδίδει συστάσεις προς μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές ή προς ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.

2β. Η Αρχή αναφέρει στις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις της με ποιον τρόπο συμβάλλει στη δημιουργία συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο πλαίσιο του ΕΣΧΕ, με ποιον τρόπο εξασφαλίζει την κοινή, ενιαία και συνεπή εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, καθώς και με ποιον τρόπο τηρεί τις διατάξεις των παραγράφων 1, 1α και 2α.

2γ. Οι κατευθυντήριες γραμμές και οι συστάσεις δεν αναφέρονται μόνο σε στοιχεία νομοθετικών πράξεων ούτε τα αναπαράγουν. Πριν να εκδώσει νέα κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση, η Αρχή επανεξετάζει τις υφιστάμενες κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, ώστε να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη.

2δ. Τρεις μήνες πριν από την έκδοση οποιασδήποτε από τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1α και στην παράγραφο 2α, η Αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με το προβλεπόμενο περιεχόμενο των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων.»

γ)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που έχουν εκδοθεί, δηλώνει πώς αιτιολόγησε η Αρχή την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών, σύμφωνα με την παράγραφο 1α, και συστάσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 2α, και συνοψίζει την ανάδραση από τις δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2α. Η έκθεση αναφέρει επίσης ποια αρμόδια αρχή δεν συμμορφώθηκε προς τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η Αρχή προτίθεται να εξασφαλίσει ότι η οικεία αρμόδια αρχή θα τηρεί τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις της στο μέλλον.»·

δ)  προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 5, 5α και 5β:

«5. Εάν τα δύο τρίτα των μελών της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων είναι της γνώμης ότι η Αρχή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της εκδίδοντας κατευθυντήρια γραμμή σύμφωνα με την παράγραφο 1α, μπορούν να στείλουν σχετική αιτιολογημένη συμβουλή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

5α. Εάν τουλάχιστον τα μισά από τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων είναι της γνώμης ότι η Αρχή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της εκδίδοντας σύσταση σύμφωνα με την παράγραφο 2α, μπορούν να στείλουν σχετική αιτιολογημένη συμβουλή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

5β. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή μπορούν να ζητήσουν εξήγηση που να αιτιολογεί την έκδοση των σχετικών κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων από την Αρχή. Η Επιτροπή, μόλις λάβει την εξήγηση της Αρχής, προβαίνει σε εκτίμηση του πεδίου εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων, λαμβανομένης υπόψη της αρμοδιότητας της Αρχής, και διαβιβάζει την εκτίμησή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή κρίνει ότι η Αρχή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της, η Επιτροπή, αφού δώσει στην Αρχή την ευκαιρία να διατυπώσει τις απόψεις της, μπορεί να εκδώσει απόφαση με την οποία απαιτείται από την Αρχή να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις. Πριν από τη λήψη μιας τέτοιας απόφασης και οποτεδήποτε το ζητήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Επιτροπή προβαίνει σε δήλωση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και απαντά σε τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών του. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να εκδώσει απόφαση με την οποία να απαιτεί από την Αρχή να αποσύρει ή να τροποποιήσει τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις. Η απόφαση της Επιτροπής δημοσιοποιείται.»·

(7α)  παρεμβάλλονται τα άρθρα 16α και 16β:

«Άρθρο 16αΓνωμοδοτήσεις

1. Για όλα τα θέματα που εμπίπτουν στον τομέα της αρμοδιότητάς της και κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, ή με δική της πρωτοβουλία, η Αρχή μπορεί να γνωμοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Οι εν λόγω γνωμοδοτήσεις δεν δημοσιοποιούνται, εκτός εάν αυτό ορίζεται στο αίτημα.

2. Το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να περιλαμβάνει δημόσια διαβούλευση ή τεχνική ανάλυση.

3. Όσον αφορά τις εκτιμήσεις βάσει του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/36/ΕΚ οι οποίες, σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, απαιτούν διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσότερων κρατών μελών, η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος μιας από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, να εκδώσει και να δημοσιεύσει γνωμοδότηση σχετικά με εκτίμηση του είδους αυτού. Η γνωμοδότηση εκδίδεται άμεσα και σε κάθε περίπτωση πριν από τη λήξη της περιόδου εκτίμησης που αναφέρεται στην ίδια οδηγία.

4. Η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, να παράσχει τεχνικές συμβουλές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή κατά τη διάρκεια της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας και για κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αφορούν οποιαδήποτε νομοθετική πρόταση της Επιτροπής στους τομείς που ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Άρθρο 16βΕρωτήσεις και απαντήσεις

1. Για την ερμηνεία, την πρακτική εφαρμογή ή τη μεταφορά των διατάξεων των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, ή για τις σχετικές κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις, τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδονται βάσει των εν λόγω νομοθετικών πράξεων, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, μπορεί να υποβάλει ερώτημα στην Αρχή σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα της Ένωσης.

Πριν από την υποβολή ερώτησης προς την Αρχή, τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα εξετάζουν εάν θα απευθύνουν την ερώτηση πρώτα στην αρμόδια αρχή τους.

Αφού τις συγκεντρώσει και πριν τις απαντήσει, η Αρχή δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο, για κάθε νομοθετική πράξη, όλες τις παραδεκτές ερωτήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Η διαδικασία αυτή δεν εμποδίζει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, να ζητεί από την Αρχή εμπιστευτικές τεχνικές συμβουλές ή διευκρινίσεις.

2. Η Αρχή δημοσιεύει στον ιστότοπό της μη δεσμευτικές απαντήσεις σε όλες τις παραδεκτές ερωτήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 για κάθε νομοθετική πράξη, εκτός εάν η εν λόγω δημοσίευση έρχεται σε σύγκρουση με το έννομο συμφέρον του φυσικού ή νομικού προσώπου που υπέβαλε το ερώτημα ή ενδέχεται να συνεπάγεται κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.

3. Πριν από την δημοσίευση απαντήσεων σε παραδεκτές ερωτήσεις, η Αρχή δύναται να διαβουλεύεται με τους συμφεροντούχους σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2.

4. Οι απαντήσεις της Αρχής θεωρούνται κατάλληλες για συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με τις σχετικές κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις, καθώς και με τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις εν λόγω νομοθετικές πράξεις. Οι αρμόδιες αρχές και τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα δύνανται να θεσπίζουν άλλες πρακτικές για τη συμμόρφωση με όλες τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις.

5. Η Αρχή επανεξετάζει τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μόλις αυτό κριθεί αναγκαίο και σκόπιμο ή το αργότερο 24 μήνες μετά τη δημοσίευσή τους, προκειμένου να τις αναθεωρήσει, να τις επικαιροποιήσει ή να τις αποσύρει, εάν αυτό είναι απαραίτητο.

6. Κατά περίπτωση, η Αρχή λαμβάνει υπόψη τις δημοσιευμένες απαντήσεις κατά την εκπόνηση ή την επικαιροποίηση των κατευθυντήριων γραμμών και των συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16.»

(8)  το άρθρο 17 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Αν αρμόδια αρχή δεν έχει εφαρμόσει τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ή τις έχει εφαρμόσει κατά τρόπο που φαίνεται να παραβιάζει το δίκαιο της Ένωσης, περιλαμβανομένων των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που εγκρίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15, και ειδικότερα αν παρέλειψε να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοοικονομικού ιδρύματος προς τις απαιτήσεις που ορίζουν οι εν λόγω πράξεις, η Αρχή ενεργεί σύμφωνα με τις εξουσίες που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 6 του παρόντος άρθρου.

2. Κατόπιν αιτήματος μιας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής ή της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων, ή βάσει τεκμηριωμένων και αιτιολογημένων πληροφοριών από σχετικούς οργανισμούς ή ιδρύματα, ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας και αφού προηγουμένως ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, η Αρχή απαντά στο αίτημα και, κατά περίπτωση, διερευνά την κατ’ ισχυρισμό παραβίαση ή μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.

Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 35, η αρμόδια αρχή παρέχει, χωρίς καθυστέρηση, στην Αρχή όλες τις πληροφορίες που η Αρχή θεωρεί αναγκαίες για την έρευνά της, περιλαμβανομένων πληροφοριών ως προς τον τρόπο εφαρμογής, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 35, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα για πληροφορίες απευθείας σε άλλες αρμόδιες αρχές ή σχετικά χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όποτε το αίτημα για πληροφορίες που υπέβαλε η σχετική αρμόδια αρχή αποδείχτηκε ή κρίνεται ανεπαρκές για τη συγκέντρωση των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για τη διερεύνηση των ισχυρισμών σχετικά με παραβίαση ή μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Όταν απευθύνεται σε χρηματοοικονομικά ιδρύματα, το αιτιολογημένο αίτημα επεξηγεί τους λόγους που καθιστούν τις πληροφορίες αναγκαίες για τη διερεύνηση κατ’ ισχυρισμό παραβίασης ή μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

Ο αποδέκτης τέτοιου αιτήματος παρέχει στην Αρχή σαφείς, ακριβείς και πλήρεις πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Στην περίπτωση που το αίτημα παροχής πληροφοριών απευθύνεται σε χρηματοοικονομικό ίδρυμα, η Αρχή ενημερώνει τις οικείες αρμόδιες αρχές για το αίτημα. Οι αρμόδιες αρχές βοηθούν την Αρχή στη συγκέντρωση των πληροφοριών, εφόσον αυτό ζητηθεί από την Αρχή.

3. Η Αρχή δύναται να κινήσει διαδικασία διαιτησίας με την οικεία αρμόδια αρχή για να συζητήσουν τις ενέργειες που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο. Η οικεία αρμόδια αρχή συνεργάζεται καλόπιστα στην εν λόγω διαιτησία.

Το συντομότερο δυνατό, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός τετραμήνου από την κίνηση της έρευνάς της, η Αρχή μπορεί να απευθύνει στην οικεία αρμόδια αρχή σύσταση όπου ορίζεται η ενέργεια που απαιτείται για τη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο.

Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της σύστασης, η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στην Αρχή τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο.

4. Εάν η αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με το ενωσιακό δίκαιο εντός μηνός από την παραλαβή της σύστασης της Αρχής, η Επιτροπή μπορεί, αφού ενημερωθεί από την Αρχή ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, να διατυπώσει επίσημη γνώμη απαιτώντας από την αρμόδια αρχή να προβεί στις ενέργειες που απαιτούνται για να συμμορφωθεί με το ενωσιακό δίκαιο. Η επίσημη γνώμη της Επιτροπής λαμβάνει υπόψη τη σύσταση της Αρχής.

Η Επιτροπή εκδίδει την εν λόγω επίσημη γνώμη το αργότερο εντός τριών μηνών από την έγκριση της σύστασης. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά ένα μήνα.

Η Αρχή και οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες.

5. Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της επίσημης γνώμης που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στην Επιτροπή και την Αρχή τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς την επίσημη αυτή γνώμη.

«6.  Με την επιφύλαξη των εξουσιών και των υποχρεώσεων της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την επίσημη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται σε αυτήν και εφόσον απαιτείται έγκαιρη αποκατάσταση αυτής της μη συμμόρφωσης, προκειμένου να διατηρηθούν ή να αποκατασταθούν οι ουδέτερες συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά ή να διασφαλιστούν η εύρυθμη λειτουργία και η ακεραιότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, η Αρχή μπορεί, εφόσον οι σχετικές απαιτήσεις των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ισχύουν άμεσα για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, ή στο πλαίσιο θεμάτων σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, για τους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα, να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση προς χρηματοοικονομικό ίδρυμα ή φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα, με την οποία θα απαιτεί από αυτόν να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, περιλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε συμπεριφοράς.

Σε θέματα σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όταν οι σχετικές απαιτήσεις των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 δεν ισχύουν άμεσα για τους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα, η Αρχή μπορεί να εκδώσει απόφαση με την οποία θα απαιτεί από την αρμόδια αρχή να συμμορφωθεί με την επίσημη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εντός της προθεσμίας που ορίζεται σε αυτή. Αν αρχή δεν συμμορφωθεί με την εν λόγω απόφαση, η Αρχή μπορεί επίσης να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Για τον σκοπό αυτόν, η Αρχή εφαρμόζει όλη τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης και όταν η εν λόγω νομοθεσία αποτελείται από οδηγίες, την εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά των εν λόγω οδηγιών στο εθνικό δίκαιο. Όταν η σχετική ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από κανονισμούς και αυτοί οι κανονισμοί παρέχουν ρητώς επιλογές στα κράτη μέλη, η Αρχή πρέπει να εφαρμόζει επίσης και την εθνική νομοθεσία με την οποία ασκούνται αυτές οι επιλογές.

Η απόφαση της Αρχής είναι σύμφωνη με την επίσημη γνώμη που εκδόθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.

7.  Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 υπερισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές για το ίδιο θέμα.

Οι αρμόδιες αρχές, όταν αναλαμβάνουν δράση αναφορικά με θέματα που υπόκεινται σε επίσημη γνώμη δυνάμει της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου ή σε απόφαση δυνάμει της παραγράφου 6, συμμορφώνονται με την επίσημη γνώμη ή την απόφαση, ανάλογα με την περίπτωση.

8. Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή επισημαίνει ποιες αρμόδιες αρχές και χρηματοοικονομικά ιδρύματα δεν συμμορφώθηκαν προς τις επίσημες γνώμες ή αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 6 του παρόντος άρθρου.»·

(8α)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 17α:

«Άρθρο 17a

Η Αρχή διαθέτει ειδικούς διαύλους καταγγελίας για την παραλαβή και τον χειρισμό πληροφοριών που παρέχονται από καταγγέλλοντα σχετικά με την καταγγελία περιπτώσεων παραβίασης ή μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Η Αρχή διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες μπορούν να υποβάλλονται ανώνυμα και με ασφάλεια. Όταν η Αρχή θεωρεί ότι οι υποβληθείσες πληροφορίες περιλαμβάνουν αποδείξεις ή σοβαρές ενδείξεις για σημαντικές παραβιάσεις, παρέχει ανάδραση στον καταγγέλλοντα.»

(8β)  Στο άρθρο 18, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Αν το Συμβούλιο έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 2 και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον η συντονισμένη δράση από αρμόδιες αρχές είναι αναγκαία για να αντιμετωπιστούν αντίξοες εξελίξεις που ενδέχεται να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης ή την προστασία των πελατών και των καταναλωτών, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένες αποφάσεις με τις οποίες ζητείται από τις αρμόδιες αρχές να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, για να αντιμετωπιστούν οι εξελίξεις αυτές, διασφαλίζοντας ότι τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στις εν λόγω πράξεις.»

(9)  Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Σε περιπτώσεις οι οποίες προσδιορίζονται στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καθώς και σε περιπτώσεις σημαντικής διαφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων εθνικών αρμόδιων αρχών σχετικά με την εφαρμογή των πράξεων αυτών και με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 17, η Αρχή μπορεί να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4 σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων από τις οικείες αρμόδιες αρχές, εάν μια αρμόδια αρχή διαφωνεί με τη διαδικασία ή το περιεχόμενο πράξης, προτεινόμενης πράξης ή αδράνειας από άλλη αρμόδια αρχή·

β)  με δική της πρωτοβουλία όταν, με βάση αντικειμενικούς λόγους, μεταξύ άλλων με βάση πληροφορίες από συμμετέχοντες στην αγορά ή οργανώσεις καταναλωτών, μπορεί να προσδιοριστεί διαφωνία μεταξύ αρμόδιων αρχών.

Στις περιπτώσεις στις οποίες οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτούν τη λήψη κοινής απόφασης από αρμόδιες αρχές, τεκμαίρεται η ύπαρξη διαφωνίας εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση από τις αρχές αυτές εντός των προθεσμιών που ορίζονται στις εν λόγω πράξεις.»·

β)  παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 1α και 1β:

«1α. Οι οικείες αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν αμελλητί στην Αρχή ότι δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  όταν στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 προβλέπεται προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται όποιο από τα ακόλουθα προηγηθεί χρονικά:

i) η προθεσμία έχει λήξει·

ii) μία ή περισσότερες από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών λόγων·

β)  όταν, στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, δεν έχει προβλεφθεί προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται όποιο από τα ακόλουθα προηγηθεί χρονικά:

i)  μία ή περισσότερες από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών λόγων· ή

ii)  έχει παρέλθει διάστημα δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής από αρμόδια αρχή αιτήματος άλλης αρμόδιας αρχής για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων με σκοπό τη συμμόρφωση με τις εν λόγω ενωσιακές πράξεις και η αρμόδια αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα δεν έχει εκδώσει ακόμη απόφαση η οποία να ικανοποιεί το αίτημα.

1β. Ο πρόεδρος κρίνει κατά πόσον η Αρχή πρέπει να ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Όταν η παρέμβαση πραγματοποιείται με πρωτοβουλία της Αρχής, η Αρχή γνωστοποιεί στις οικείες αρμόδιες αρχές την απόφασή της σχετικά με την παρέμβαση.

Έως ότου εκδοθεί η απόφαση της Αρχής σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 47 παράγραφος 3α, στις περιπτώσεις στις οποίες οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτούν τη λήψη κοινής απόφασης, όλες οι αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται στην κοινή απόφαση αναβάλλουν τις ατομικές αποφάσεις τους. Εφόσον η Αρχή αποφασίσει να ενεργήσει, όλες οι αρμόδιες αρχές που υπεισέρχονται στην κοινή απόφαση αναβάλλουν τη λήψη των αποφάσεών τους έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 και 3.»·

γ)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εάν οι οικείες αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε συμφωνία κατά τη διάρκεια της φάσης συμβιβασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Αρχή μπορεί να λάβει απόφαση απαιτώντας από τις εν λόγω αρχές να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα ή να μην προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επίλυση του θέματος, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης. Η απόφαση της Αρχής είναι δεσμευτική για τις οικείες αρμόδιες αρχές. Η απόφαση της Αρχής μπορεί να επιβάλει στις αρμόδιες αρχές να ανακαλέσουν ή να τροποποιήσουν μια απόφαση που εξέδωσαν ή να κάνουν χρήση των εξουσιών που διαθέτουν βάσει της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης.»·

δ)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Η Αρχή ενημερώνει τις οικείες αρμόδιες αρχές σχετικά με την ολοκλήρωση των διαδικασιών βάσει των παραγράφων 2 και 3, κοινοποιώντας τους ταυτόχρονα, κατά περίπτωση, την απόφαση που έλαβε βάσει της παραγράφου 3.»·

ε)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.  Με την επιφύλαξη των εξουσιών και των υποχρεώσεων της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής και ως εκ τούτου δεν διασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοοικονομικού ιδρύματος ή, στο πλαίσιο θεμάτων που συνδέονται με την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτόν σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση που απευθύνεται στο εν λόγω χρηματοοικονομικό ίδρυμα ή τον εν λόγω φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, περιλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε πρακτικής.

Σε θέματα σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, η Αρχή μπορεί επίσης να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, όταν οι σχετικές απαιτήσεις των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 δεν ισχύουν άμεσα για τους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα. Για τον σκοπό αυτόν, η Αρχή εφαρμόζει όλη τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία και όταν η εν λόγω ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από οδηγίες, την εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά των εν λόγω οδηγιών στο εθνικό δίκαιο. Όταν η σχετική ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από κανονισμούς και αυτοί οι κανονισμοί παρέχουν ρητώς επιλογές στα κράτη μέλη, η Αρχή εφαρμόζει και την εθνική νομοθεσία με την οποία ασκούνται αυτές οι επιλογές.»·

(9α)  το άρθρο 21 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 21Σώματα εποπτών

1. Η Αρχή προωθεί και παρακολουθεί, εντός του πεδίου των εξουσιών της, την αποδοτική, αποτελεσματική και συνεπή λειτουργία των σωμάτων εποπτών, όπου αυτά θεσπίζονται με νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, και ενισχύει τη συνέπεια στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στα σώματα εποπτών. Με στόχο τη σύγκλιση των βέλτιστων πρακτικών εποπτείας, η Αρχή προωθεί κοινά εποπτικά σχέδια και κοινούς ελέγχους και το προσωπικό της Αρχής έχει πλήρη δικαιώματα συμμετοχής στα σώματα εποπτών και, ως εκ τούτου, δύναται να συμμετέχει και, εφόσον αυτό δικαιολογείται δεόντως, να ηγείται των δραστηριοτήτων των σωμάτων εποπτών, όπως, μεταξύ άλλων, σε επιτόπιους ελέγχους, που διενεργούνται από κοινού από δύο ή περισσότερες αρμόδιες αρχές.

2. Η Αρχή αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο όσον αφορά τη διασφάλιση της συνεπούς λειτουργίας των σωμάτων εποπτών για τα διασυνοριακά χρηματοοικονομικά ιδρύματα σε ολόκληρη την Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη τον συστημικό κίνδυνο που εγκυμονούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που αναφέρονται στο άρθρο 23, και, κατά περίπτωση, συγκαλεί συνεδρίαση του σώματος.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Αρχή θεωρείται «αρμόδια αρχή» κατά την έννοια της συναφούς νομοθεσίας.

Η Αρχή μπορεί:

α) να συγκεντρώνει και να ανταλλάσσει όλες τις σχετικές πληροφορίες σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να διευκολύνει το έργο του σώματος και να θεσπίσει και να διαχειριστεί ένα κεντρικό σύστημα ώστε οι πληροφορίες αυτές να διατίθενται στις αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν στο σώμα·

β) να δρομολογεί και να συντονίζει προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 32 για να εκτιμά την αντοχή των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, ιδίως τον συστημικό κίνδυνο που εγκυμονούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23, υπό αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, καθώς και να αξιολογεί το ενδεχόμενο αύξησης του συστημικού κινδύνου υπό συνθήκες πίεσης, εξασφαλίζοντας για τις εν λόγω προσομοιώσεις την εφαρμογή όσο το δυνατόν συνεκτικότερης μεθοδολογίας σε εθνικό επίπεδο και, όταν κρίνεται σκόπιμο, να απευθύνει σύσταση στην αρμόδια αρχή για διόρθωση των προβλημάτων που εντοπίζονται κατά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων και για διεξαγωγή ειδικών εκτιμήσεων. Μπορεί να ζητεί από τις αρμόδιες αρχές να διεξάγουν επιτόπιες επιθεωρήσεις και να συμμετέχει σε τέτοιου είδους επιτόπιες επιθεωρήσεις, ώστε να εξασφαλίζεται η συγκρισιμότητα και η αξιοπιστία των μεθόδων, των πρακτικών και των αποτελεσμάτων των εκτιμήσεων σε επίπεδο Ένωσης·

γ) να προωθεί αποτελεσματικές και αποδοτικές εποπτικές δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η αξιολόγηση των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται ή μπορεί να εκτεθούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως καθορίζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης ή προκύπτουν υπό συνθήκες πίεσης,

δ) να επιβλέπει, σύμφωνα με τα καθήκοντα και τις εξουσίες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, τα καθήκοντα που εκτελούν οι αρμόδιες αρχές, και

ε) να ζητά την πραγματοποίηση περαιτέρω διαβουλεύσεων εντός ενός σώματος σε περίπτωση που θεωρεί ότι η απόφαση θα είχε ως αποτέλεσμα την εσφαλμένη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου ή δεν θα συνέβαλλε στην επίτευξη του στόχου της σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών. Μπορεί ακόμη να απαιτεί από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας να προγραμματίζει συνεδρίαση του σώματος ή να προσθέτει θέματα στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης.

3. Η Αρχή μπορεί να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, όπως ορίζεται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίζουν τα άρθρα 10 έως 15, για να διασφαλίζει ενιαίους όρους εφαρμογής σε σχέση με τις διατάξεις που αφορούν την επιχειρησιακή λειτουργία των σωμάτων εποπτών, καθώς και να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 16, με στόχο την προώθηση της σύγκλισης της εποπτικής λειτουργίας και των βέλτιστων πρακτικών που έχουν εγκριθεί από τα σώματα εποπτών.

4. Η Αρχή αναλαμβάνει ρόλο νομικά δεσμευτικής διαμεσολάβησης για να επιλύει διαφορές μεταξύ των αρμόδιων αρχών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 19. Η Αρχή μπορεί να λάβει αποφάσεις εποπτείας που εφαρμόζονται άμεσα στο σχετικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 19.»

(10)  το άρθρο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Άρθρο 22Γενικές διατάξεις

περί συστημικών κινδύνων

1. Η Αρχή εξετάζει δεόντως τον συστημικό κίνδυνο, ο οποίος ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010. Αντιμετωπίζει οποιονδήποτε κίνδυνο διατάραξης των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που:

α) προκαλείται από την ανεπάρκεια του συνόλου ή μερών του χρηματοοικονομικού συστήματος· και

β) ενδέχεται να έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες στην εσωτερική αγορά και στην πραγματική οικονομία.

Η Αρχή λαμβάνει υπόψη, στις περιπτώσεις όπου κρίνεται σκόπιμο, την παρακολούθηση και εκτίμηση του συστημικού κινδύνου που διενεργείται από το ΕΣΣΚ και την Αρχή και ανταποκρίνεται στις προειδοποιήσεις και στις συστάσεις του ΕΣΣΚ σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010.

2. Η Αρχή, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ και σύμφωνα με το άρθρο 23, αναπτύσσει μια κοινή δέσμη ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών (πίνακας κινδύνου) για τον εντοπισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου.

Η Αρχή αναπτύσσει επίσης έναν κατάλληλο μηχανισμό δοκιμασίας υπό συνθήκες πίεσης για να διευκολύνει τον εντοπισμό των ιδρυμάτων τα οποία ίσως εγκυμονούν συστημικό κίνδυνο. Τα ιδρύματα αυτά θα υπόκεινται σε ενισχυμένη εποπτεία και, όποτε απαιτείται, στις διαδικασίες διάσωσης και εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 25.

3. Με την επιφύλαξη των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή καταρτίζει, εφόσον απαιτείται, πρόσθετες κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο συστημικός κίνδυνος που εγκυμονούν.

Η Αρχή διασφαλίζει ότι ο συστημικός κίνδυνος που εγκυμονούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα λαμβάνεται υπόψη κατά την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στους τομείς που ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

4. Κατόπιν αιτήσεως μιας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, των κρατών μελών ή της Επιτροπής ή ιδία πρωτοβουλία, η Αρχή μπορεί να ερευνά συγκεκριμένο είδος χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή συγκεκριμένο είδος προϊόντων ή συγκεκριμένη μορφή συμπεριφοράς, προκειμένου να εκτιμά ενδεχόμενους κινδύνους κατά της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος ή της προστασίας των πελατών ή των καταναλωτών και να απευθύνει κατάλληλες συστάσεις στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές για την ανάληψη δράσης.

Για τους σκοπούς αυτούς, η Αρχή μπορεί να κάνει χρήση των εξουσιών που της εκχωρούνται βάσει του παρόντος κανονισμού, περιλαμβανομένων των άρθρων 35 και 35β.

5. Η Μεικτή Επιτροπή φροντίζει για τον συνολικό και διατομεακό συντονισμό των δραστηριοτήτων που εκτελούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.»·

(10α)  Στο άρθρο 23, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή, σε συνεννόηση με το ΕΣΣΚ, αναπτύσσει κριτήρια για τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου, καθώς και κατάλληλο μηχανισμό δοκιμασίας υπό συνθήκες πίεσης, που περιλαμβάνει αξιολόγηση του ενδεχόμενου αύξησης, υπό συνθήκες πίεσης, του συστημικού κινδύνου που εγκυμονούν ή στον οποίο εκτίθενται τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένου του συστημικού κινδύνου που σχετίζεται με το περιβάλλον. Τα χρηματοοικονομικά αυτά ιδρύματα τα οποία ίσως εγκυμονούν συστημικό κίνδυνο υπόκεινται σε ενισχυμένη εποπτεία και, όποτε απαιτείται, στις διαδικασίες διάσωσης και εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 25.»

(10β)  Στο άρθρο 27 παράγραφος 2, το τρίτο εδάφιο διαγράφεται.

(11)  το άρθρο 29 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο α α):

«α α) εκδίδει το ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 29α·»·

ii)  το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) προάγει την αποτελεσματική διμερή και πολυμερή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών όσον αφορά όλα τα σχετικά ζητήματα, μεταξύ άλλων την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο και τις επιθέσεις στον κυβερνοχώρο ▌, τηρώντας πλήρως τις ισχύουσες διατάξεις για την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων που προβλέπει η συναφής ενωσιακή νομοθεσία·»·

iii) το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) καταρτίζει τομεακά και διατομεακά προγράμματα κατάρτισης, μεταξύ άλλων όσον αφορά την τεχνολογική καινοτομία, διευκολύνει τις ανταλλαγές προσωπικού και ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές να εντείνουν τη χρήση προγραμμάτων αποσπάσεων και άλλων εργαλείων·»

iii α)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο ε α):

«ε α) θεσπίζει σύστημα παρακολούθησης για την εκτίμηση των σοβαρών περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων, λαμβάνοντας υπόψη τη συμφωνία COP 21 του Παρισιού·».

β)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή μπορεί, κατά περίπτωση, να αναπτύξει νέα πρακτικά μέσα και εργαλεία σύγκλισης για την προαγωγή κοινών εποπτικών προσεγγίσεων και πρακτικών.

Με σκοπό την ανάπτυξη κοινής εποπτικής νοοτροπίας, η Αρχή καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον χαρακτήρα, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, τις επιχειρηματικές πρακτικές, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών. Η Αρχή επίσης καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εγχειρίδιο εξυγίανσης για την εξυγίανση χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον χαρακτήρα, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, τις επιχειρηματικές πρακτικές, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών. Τόσο το ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο όσο και το ενωσιακό εγχειρίδιο εξυγίανσης καθορίζουν βέλτιστες πρακτικές και προσδιορίζουν υψηλής ποιότητας μεθοδολογίες και διεργασίες.

Η Αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη το εποπτικό εγχειρίδιο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, συμπεριλαμβανομένων της αξιολόγησης ενδεχόμενων παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 17, της επίλυσης διαφορών σύμφωνα με το άρθρο 19, του καθορισμού και της αξιολόγησης ενωσιακών στρατηγικών στόχων εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 29α και της διενέργειας αξιολογήσεων των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με το άρθρο 30.

Όπου κρίνεται σκόπιμο, η Αρχή διενεργεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις επιλογές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και τα εργαλεία και τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες. Οι διαβουλεύσεις και αναλύσεις αυτές είναι ανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής, τη φύση και τον αντίκτυπο των γνωμοδοτήσεων ή των εργαλείων και των μέσων. Η Αρχή ζητεί επίσης, όπου κρίνεται σκόπιμο, τη γνώμη ή συμβουλές από την ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων.»·

(12)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 29α:

«Άρθρο 29α

Ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας

1. Η Αρχή εκδίδει, τουλάχιστον ανά τριετία και έως την 31η Μαρτίου, έπειτα από συζήτηση στο συμβούλιο εποπτών και λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις των αρμόδιων αρχών, τις υφιστάμενες εργασίες των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και τις αναλύσεις, προειδοποιήσεις και συστάσεις που δημοσιεύει το ΕΣΣΚ, σύσταση απευθυνόμενη στις αρμόδιες αρχές, στην οποία διατυπώνονται στρατηγικοί στόχοι και προτεραιότητες εποπτείας σε επίπεδο Ένωσης («ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας») με την επιφύλαξη των ειδικών εθνικών στόχων και προτεραιοτήτων των αρμόδιων αρχών. Οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, στις παρατηρήσεις τους, τις δραστηριότητες εποπτείας στις οποίες θεωρούν ότι πρέπει να δώσει προτεραιότητα η Αρχή. Η Αρχή διαβιβάζει το ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή και το δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της.

Το ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας προσδιορίζει συγκεκριμένες προτεραιότητες για τις εποπτικές δραστηριότητες με στόχο την προώθηση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών και της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης, καθώς και την ανταπόκριση στις συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, τους ενδεχόμενους κινδύνους και τα τρωτά σημεία, προβλέποντας τις νέες εξελίξεις συμπεριλαμβανομένων νέων επιχειρηματικών μοντέλων, σύμφωνα με όσα προσδιορίζονται στο άρθρο 32. To ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας δεν εμποδίζει τις εθνικές αρμόδιες αρχές να εφαρμόζουν τις εθνικές βέλτιστες πρακτικές, ενεργώντας με βάση πρόσθετες εθνικές προτεραιότητες και εξελίξεις, και λαμβάνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες.

2. Κάθε αρμόδια αρχή ορίζει πώς ακριβώς το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας της ευθυγραμμίζεται με το ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας.

4. Κάθε αρμόδια αρχή, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής της, αφιερώνει ένα κεφάλαιο στην υλοποίηση του ετήσιου προγράμματος εργασίας.

Το κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)  περιγραφή των εποπτικών δραστηριοτήτων και ελέγχων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, πρακτικών και συμπεριφορών της αγοράς και χρηματοοικονομικών αγορών, καθώς και των διοικητικών μέτρων και κυρώσεων που επιβλήθηκαν σε χρηματοοικονομικά ιδρύματα ευθυνόμενα για παραβιάσεις του ενωσιακού και εθνικού δικαίου·

β)  περιγραφή δραστηριοτήτων που πραγματοποιήθηκαν και οι οποίες δεν προβλέπονταν στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας·

γ)  καταγραφή των δραστηριοτήτων που προβλέπονταν στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας και δεν πραγματοποιήθηκαν, των στόχων του εν λόγω προγράμματος που δεν επιτεύχθηκαν, καθώς και των λόγων για τους οποίους δεν διενεργήθηκαν οι εν λόγω δραστηριότητες και δεν επιτεύχθηκαν οι εν λόγω στόχοι.

5. Η Αρχή αξιολογεί τις πληροφορίες που ορίζονται στο ειδικό κεφάλαιο που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Σε περίπτωση που υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι να μην υλοποιηθούν οι προτεραιότητες που ορίζονται στο ενωσιακό στρατηγικό εποπτικό σχέδιο, η Αρχή εκδίδει σύσταση προς κάθε οικεία αρμόδια αρχή σχετικά με τους τρόπους κάλυψης των ελλείψεων στις δραστηριότητες της αρμόδιας αρχής.

Με βάση τις εκθέσεις και τη δική της εκτίμηση κινδύνων, η Αρχή προσδιορίζει τις δραστηριότητες της αρμόδιας αρχής που είναι κρίσιμης σημασίας για την υλοποίηση του ενωσιακού στρατηγικού σχεδίου εποπτείας και, κατά περίπτωση, διενεργεί αξιολογήσεις των εν λόγω δραστηριοτήτων βάσει του άρθρου 30.

6. Η Αρχή δημοσιοποιεί βέλτιστες πρακτικές οι οποίες εντοπίζονται κατά την εξέταση των ετήσιων προγραμμάτων εργασίας.»·

(13)  το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:

α)  ο τίτλος του άρθρου αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αξιολογήσεις αρμόδιων αρχών»·

β)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, διεξάγει περιοδικά αξιολογήσεις ορισμένων ή όλων των δραστηριοτήτων των αρμόδιων αρχών, για την περαιτέρω βελτίωση της συνέπειας και της αποδοτικότητας στα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων. Προς τον σκοπό αυτόν, η Αρχή αναπτύσσει μεθόδους που θα καταστήσουν δυνατή την αντικειμενική εκτίμηση και τη σύγκριση μεταξύ των αρμόδιων αρχών που εξετάζονται. Κατά τον προσδιορισμό των προς αξιολόγηση αρμόδιων αρχών και την πραγματοποίηση αξιολογήσεων, λαμβάνονται υπόψη υπάρχουσες πληροφορίες και οι αξιολογήσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σχετικά με την οικεία αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών πληροφοριών που παρέχονται στην Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 35 και κάθε σχετικής πληροφορίας από συμφεροντούχους, ιδίως σε σχέση με τυχόν ελλείψεις και παραπτώματα της αρμόδιας αρχής.»·

γ)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η Αρχή προβαίνει στη σύσταση ad hoc επιτροπής αξιολόγησης υπό την προεδρία της Αρχής, η οποία απαρτίζεται από προσωπικό της Αρχής, το οποίο συνοδεύουν και υποστηρίζουν, σε εθελοντική βάση και εκ περιτροπής, έως και πέντε εκπρόσωποι διαφόρων αρμόδιων αρχών εξαιρουμένης της αξιολογούμενης αρμόδιας αρχής

δ)  η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i) η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αξιολόγηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκτίμηση των ακόλουθων στοιχείων, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτά:»·

ii)  το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) επάρκεια των πόρων, του βαθμού ανεξαρτησίας και των ρυθμίσεων διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής, ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή των πράξεων της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και την ικανότητα αντίδρασης στις εξελίξεις της αγοράς·»·

ii α)  το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) αποτελεσματικότητα και βαθμός σύγκλισης που επιτεύχθηκε στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και στην εποπτική πρακτική, περιλαμβανομένων των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, των κατευθυντήριων γραμμών και των συστάσεων που εκδόθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 16, και βαθμός στον οποίο η εποπτική πρακτική επιτυγχάνει τους στόχους που ορίζονται από το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των στόχων της κοινής νοοτροπίας εποπτείας βάσει του άρθρου 29 και του ενωσιακού στρατηγικού σχεδίου εποπτείας βάσει του άρθρου 29α·»

ii β)  το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών που ανέπτυξαν κάποιες αρμόδιες αρχές·»

ε)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η Αρχή συντάσσει έκθεση στην οποία παραθέτει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης. Στην εν λόγω έκθεση επεξηγούνται και υποδεικνύονται τα μέτρα παρακολούθησης που κρίνονται ενδεδειγμένα και αναγκαία ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης. Τα εν λόγω μέτρα παρακολούθησης μπορούν να διατυπωθούν υπό μορφή κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 16, και γνωμοδοτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1 στοιχείο α), που απευθύνονται στις σχετικές αρμόδιες αρχές.

▌Η Αρχή εκδίδει έκθεση παρακολούθησης σχετικά με τη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα μέτρα παρακολούθησης. ▌

Κατά την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15 ή κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16, η Αρχή λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης παράλληλα με οιεσδήποτε άλλες πληροφορίες έχει λάβει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της προκειμένου να διασφαλίσει τη σύγκλιση εποπτικών πρακτικών ύψιστης ποιότητας.»·

στ)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Η Αρχή υποβάλλει γνωμοδότηση στην Επιτροπή όποτε, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης ή οποιαδήποτε άλλη πληροφορία έχει λάβει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, θεωρεί ότι θα ήταν αναγκαία από τη σκοπιά της Ένωσης περαιτέρω εναρμόνιση των ενωσιακών κανόνων που εφαρμόζονται στα χρηματοοικονομικά ιδρύματα ή στις αρμόδιες αρχές ή όποτε θεωρεί ότι η αρμόδια αρχή δεν έχει εφαρμόσει τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή ότι τις έχει εφαρμόσει κατά τρόπο που φαίνεται να παραβιάζει το ενωσιακό δίκαιο.»·

ζ)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η Αρχή δημοσιεύει τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων παρακολούθησης, εκτός εάν η δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος. Η αρμόδια αρχή που υπόκειται στην αξιολόγηση καλείται να υποβάλει παρατηρήσεις πριν από τη δημοσίευση οποιασδήποτε έκθεσης. Πριν από τη δημοσίευση, η Αρχή λαμβάνει υπόψη, ανάλογα με την περίπτωση, τις εν λόγω παρατηρήσεις. Η Αρχή μπορεί να δημοσιεύσει τις παρατηρήσεις αυτές ως παράρτημα της έκθεσης, εκτός εάν η δημοσίευση θα συνεπαγόταν κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος ή αν η αρμόδια αρχή αντιτίθεται στη δημοσίευση. Η έκθεση που συντάσσεται από την Αρχή και η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 3, καθώς και οι κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις που εγκρίνονται από την Αρχή και οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 3α, δημοσιεύονται ταυτόχρονα.»·

(14)  το άρθρο 31 τροποποιείται ως εξής:

α)  στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) τη λήψη ▌κατάλληλων μέτρων σε καταστάσεις που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών, με σκοπό τον συντονισμό των ενεργειών που αναλαμβάνονται από τις σχετικές αρμόδιες αρχές·»

β)  στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο ε α):

«ε α) τη λήψη κατάλληλων μέτρων με σκοπό την υιοθέτηση τεχνολογικών καινοτομιών για τον συντονισμό των ενεργειών που αναλαμβάνονται από τις σχετικές αρμόδιες αρχές·»

γ)  προστίθεται η παράγραφος 1α:

«1α. Η Αρχή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για τη διευκόλυνση της εισόδου στην αγορά φορέων ή προϊόντων που βασίζονται στην τεχνολογική καινοτομία. Προκειμένου να συμβάλει στην καθιέρωση μιας κοινής ευρωπαϊκής προσέγγισης όσον αφορά την τεχνολογική καινοτομία, η Αρχή προωθεί την εποπτική σύγκλιση, με την υποστήριξη, κατά περίπτωση, της επιτροπής για τη χρηματοοικονομική καινοτομία, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, η Αρχή μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16.»

(15)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 31α:

«Άρθρο 31αΣυντονισμός όσον αφορά την κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση και εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων και τις μεταβιβάσεις κινδύνου

1.  Η Αρχή συντονίζει σε συνεχή βάση τις εποπτικές ενέργειες των αρμόδιων αρχών με σκοπό την προώθηση της εποπτικής σύγκλισης στους τομείς της κατ’ εξουσιοδότηση άσκησης και της εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων από χρηματοοικονομικά ιδρύματα, καθώς και σε σχέση με τις μεταβιβάσεις κινδύνου που πραγματοποιούνται από αυτά σε τρίτες χώρες για να επωφεληθούν από το διαβατήριο της ΕΕ ενώ ασκούν ουσιαστικά σημαντικές δραστηριότητες ή λειτουργίες εκτός της Ένωσης, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 ▌. Στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, οι αρμόδιες αρχές φέρουν την τελική ευθύνη για αποφάσεις αδειοδότησης, εποπτείας και επιβολής όσον αφορά την κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση και εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων καθώς και τις μεταβιβάσεις κινδύνου.

2. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Αρχή, όταν προτίθενται να προβούν σε αδειοδότηση ή καταχώριση χρηματοοικονομικού ιδρύματος το οποίο θα τελούσε υπό την εποπτεία της οικείας αρμόδιας αρχής σύμφωνα με τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, και όταν το επιχειρηματικό σχέδιο του χρηματοοικονομικού ιδρύματος συνεπάγεται την εξωτερική ανάθεση ή κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση σημαντικού μέρους των δραστηριοτήτων του ή οποιασδήποτε από τις βασικές λειτουργίες του ή τη μεταβίβαση κινδύνου για σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων του σε τρίτες χώρες, προκειμένου να επωφεληθεί από το διαβατήριο της ΕΕ ενώ ασκεί ουσιαστικά σημαντικές δραστηριότητες ή λειτουργίες εκτός της Ένωσης. Οι γνωστοποιήσεις των αρμόδιων αρχών προς την Αρχή είναι αρκετά λεπτομερείς ▌.

3. Εφόσον εφαρμόζεται η ενωσιακή νομοθεσία που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και αυτή δεν επιβάλλει ειδική υποχρέωση για τη γνωστοποίηση της εξωτερικής ανάθεσης, της κατ’ εξουσιοδότηση άσκησης καθηκόντων ή της μεταβίβασης κινδύνου, το χρηματοοικονομικό ίδρυμα γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή την εξωτερική ανάθεση ή την κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση σημαντικού μέρους των δραστηριοτήτων του ή οποιασδήποτε από τις βασικές λειτουργίες του, καθώς και τη μεταβίβαση κινδύνου για σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων του, σε άλλη οντότητα ή δικό του υποκατάστημα που είναι εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα. Η οικεία αρμόδια αρχή ενημερώνει την Αρχή σχετικά με τις εν λόγω γνωστοποιήσεις σε εξαμηνιαία βάση.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 35, κατόπιν αιτήματος της Αρχής, η αρμόδια αρχή παρέχει πληροφορίες σχετικά με ρυθμίσεις χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων για εξωτερική ανάθεση, κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση ή μεταβίβαση κινδύνου.

Η Αρχή παρακολουθεί κατά πόσον οι οικείες αρμόδιες αρχές επαληθεύουν ότι οι ρυθμίσεις για εξωτερική ανάθεση, κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση καθηκόντων ή μεταβίβαση κινδύνου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο συνάπτονται σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, συμμορφώνονται με τις κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις ή γνώμες της Αρχής και δεν αποτρέπουν την αποτελεσματική εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές και την επιβολή του νόμου σε τρίτη χώρα.

3α. Εάν οι ρυθμίσεις επαλήθευσης της αρμόδιας αρχής αποτρέπουν την αποτελεσματική εποπτεία ή επιβολή και συνεπάγονται κινδύνους καταχρηστικής επιλογής του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας μεταξύ των κρατών μελών, η Αρχή μπορεί να απευθύνει συστάσεις προς την οικεία αρμόδια αρχή σχετικά με τον τρόπο βελτίωσης των ρυθμίσεων επαλήθευσής της, συμπεριλαμβανομένης προθεσμίας εντός της οποίας η αρμόδια αρχή θα πρέπει να εφαρμόσει τις συνιστώμενες αλλαγές. Εάν η οικεία αρμόδια αρχή δεν ακολουθήσει τις συστάσεις, εκθέτει τους λόγους για αυτό και η Αρχή δημοσιοποιεί τις συστάσεις της μαζί με την εν λόγω αιτιολόγηση.

3β. Η Επιτροπή, εντός [ενός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού], καταρτίζει έκθεση στην οποία προβαίνει σε απολογισμό των διαφόρων προσεγγίσεων της τομεακής νομοθεσίας όσον αφορά την αξιολόγηση, τη σημαντικότητα της δραστηριότητας που πρόκειται να ανατεθεί σε εξωτερικούς φορείς ή να ασκηθεί κατ’ εξουσιοδότηση, και η οποία διερευνά τη δυνατότητα για μια πιο εναρμονισμένη προσέγγιση στο θέμα αυτό, μέσω του ενδεχόμενου καθορισμού κοινών κριτηρίων και μεθοδολογίας. Η Επιτροπή υποβάλλει την έκθεση αυτή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη:

α) τη συνέχεια της δραστηριότητας,

β) την ικανότητα αποτελεσματικής διαχείρισης,

γ) την ουσιαστική ικανότητα ελέγχου των δραστηριοτήτων που ασκούνται κατ’ εξουσιοδότηση ή ανατίθενται σε εξωτερικούς φορείς, καθώς και των μεταβιβάσεων κινδύνου.»

(15α)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 31β:

«Άρθρο 31βΑνταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την καταλληλότητα και την εντιμότητα

Η Αρχή, από κοινού με την EIOPA και την ESMA, δημιουργούν σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με την εκτίμηση της καταλληλότητας και της εντιμότητας των κατόχων ειδικών συμμετοχών, των διευθυντών και των βασικών αρμοδίων των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.»

(16)  το άρθρο 32 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 32Εκτίμηση των εξελίξεων της αγοράς

, συμπεριλαμβανομένων των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων

1.  Η Αρχή παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα της αρμοδιότητάς της και, αν κρίνει σκόπιμο, ενημερώνει τις άλλες δύο ΕΕΑ, το ΕΣΣΚ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τις συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, τους ενδεχόμενους κινδύνους και τα τρωτά σημεία. Η Αρχή περιλαμβάνει στις εκτιμήσεις της ▌ανάλυση των αγορών εντός των οποίων λειτουργούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και εκτίμηση των επιπτώσεων των πιθανών εξελίξεων της αγοράς στα ιδρύματα αυτά.

2.  ▌Η Αρχή προωθεί και συντονίζει σε επίπεδο Ένωσης εκτιμήσεις της αντοχής των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς με ρεαλιστικό τρόπο. Προς τον σκοπό αυτόν αναπτύσσει:

α)  κοινές μεθοδολογίες εκτίμησης της επίπτωσης οικονομικών σεναρίων στη χρηματοοικονομική θέση ενός χρηματοοικονομικού ιδρύματος·

α α)  κοινές μεθοδολογίες για τον προσδιορισμό των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων που πρέπει να περιλαμβάνονται σε εκτιμήσεις σε επίπεδο Ένωσης·

β)  κοινές προσεγγίσεις για την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εν λόγω εκτιμήσεων για την αντοχή των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων·

γ)  κοινές μεθοδολογίες εκτίμησης της επίπτωσης συγκεκριμένων προϊόντων ή διαδικασιών διανομής σε κάποιο ίδρυμα· ▐

δ)  κοινές μεθοδολογίες για την εκτίμηση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού για τις ανάγκες των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων· και

δ α)  κοινές μεθοδολογίες για την εκτίμηση της επίπτωσης των περιβαλλοντικών κινδύνων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των ιδρυμάτων.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η Αρχή συνεργάζεται με το ΕΣΣΚ, το οποίο αποφεύγει οποιαδήποτε δυνητική σύγκρουση συμφερόντων όσον αφορά τη διεξαγωγή νομισματικών πολιτικών.

2α.  Τουλάχιστον μία φορά ετησίως, η Αρχή, σε συνεργασία με τον ΕΕΜ, εξετάζει τη σκοπιμότητα διενέργειας των εκτιμήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 σε επίπεδο Ένωσης, και ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τους λόγους της απόφασής της. Όταν διενεργούνται τέτοιες εκτιμήσεις σε επίπεδο Ένωσης, η Αρχή δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα για καθένα από τα συμμετέχοντα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, εκτός εάν κρίνει ότι η εν λόγω δημοσιοποίηση δεν είναι σκόπιμη όσον αφορά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της, την ακεραιότητα της αγοράς ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Οι υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών για τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να δημοσιεύσουν το αποτέλεσμα των εκτιμήσεων σε επίπεδο Ένωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ή να διαβιβάσουν το αποτέλεσμα τέτοιων εκτιμήσεων στην Αρχή με σκοπό τη δημοσίευση από την Αρχή των αποτελεσμάτων των εκτιμήσεων σε επίπεδο Ένωσης σχετικά με την αντοχή των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων.

3.  Με την επιφύλαξη των καθηκόντων του ΕΣΣΚ, τα οποία ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, η Αρχή διαβιβάζει, τουλάχιστον μια φορά το έτος ή και συχνότερα, αν κρίνει σκόπιμο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το ΕΣΣΚ, εκτιμήσεις τάσεων, δυνητικών κινδύνων και τρωτών σημείων στον τομέα αρμοδιότητάς της, σε συνδυασμό με τον πίνακα κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 2.

Σε αυτές τις εκτιμήσεις η Αρχή περιλαμβάνει κατάταξη των σημαντικότερων κινδύνων και τρωτών σημείων και, αν κρίνει σκόπιμο, συνιστά προληπτικές ή διορθωτικές ενέργειες.

3α.  Για τους σκοπούς της διενέργειας των σε επίπεδο Ένωσης αξιολογήσεων της αντοχής των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η Αρχή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 35 και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται σε αυτό, να ζητήσει πληροφορίες απευθείας από τα εν λόγω χρηματοοικονομικά ιδρύματα. Μπορεί επίσης να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές να διεξαγάγουν ειδικές ανασκοπήσεις. Μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές να διεξαγάγουν επιτόπιες επιθεωρήσεις, και μπορεί να συμμετάσχει σε αυτές τις επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 21, και υπό τους όρους αυτού, για να εξασφαλιστεί η συγκρισιμότητα και η αξιοπιστία των μεθόδων, πρακτικών και αποτελεσμάτων.

3β.  Η Αρχή μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές να απαιτούν από τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα να υποβάλουν σε ανεξάρτητο λογιστικό έλεγχο τις πληροφορίες που αυτά πρέπει να παρέχουν κατά την παράγραφο 3α.

4.  Η Αρχή διασφαλίζει επαρκή κάλυψη των διατομεακών εξελίξεων, κινδύνων και τρωτών σημείων, συνεργαζόμενη στενά με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) μέσω της Μεικτής Επιτροπής.»·

(17)  το άρθρο 33 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 33Διεθνείς σχέσεις

συμπεριλαμβανομένης της ισοδυναμίας

1. Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων των κρατών μελών και των ενωσιακών θεσμικών οργάνων, η Αρχή μπορεί να αναπτύσσει επαφές και να προβαίνει σε διοικητικές ρυθμίσεις με ρυθμιστικές αρχές, εποπτικές αρχές και, κατά περίπτωση, αρχές εξυγίανσης, διεθνείς οργανισμούς και τους διοικητικούς φορείς τρίτων χωρών. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν δημιουργούν νομικές υποχρεώσεις στην Ένωση και τα κράτη μέλη της, ούτε αποτρέπουν τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές τους από τη σύναψη διμερών ή πολυμερών ρυθμίσεων με αυτές τις τρίτες χώρες.

Εάν μια τρίτη χώρα, σύμφωνα με την ισχύουσα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θεσπίστηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, περιλαμβάνεται στον κατάλογο χωρών που παρουσιάζουν στρατηγικές ανεπάρκειες στα εθνικά τους συστήματα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίες συνεπάγονται σημαντικές απειλές για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, η Αρχή δεν συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας με τις ρυθμιστικές αρχές, τις εποπτικές αρχές και, κατά περίπτωση, τις αρχές εξυγίανσης της εν λόγω τρίτης χώρας.

2. Η Αρχή επικουρεί την Επιτροπή στην προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας όσον αφορά ρυθμιστικά καθεστώτα και καθεστώτα εποπτείας σε τρίτες χώρες κατόπιν συγκεκριμένου αιτήματος της Επιτροπής για παροχή συμβουλών, με πρωτοβουλία της ή εφόσον απαιτείται από τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

2α. Η Αρχή παρακολουθεί, σε συνεχή βάση, τις ρυθμιστικές εξελίξεις, τις εποπτικές εξελίξεις και, κατά περίπτωση, τις εξελίξεις σε επίπεδο εξυγίανσης, καθώς και τις πρακτικές επιβολής και τις σχετικές εξελίξεις της αγοράς σε τρίτες χώρες για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποφάσεις ισοδυναμίας από την Επιτροπή σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, με σκοπό να επαληθευτεί αν πληρούνται τα κριτήρια βάσει των οποίων έχουν ληφθεί οι εν λόγω αποφάσεις και οποιεσδήποτε προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτές. Η Αρχή υποβάλλει εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τα πορίσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στις άλλες δύο ΕΕΑ ανά τριετία ή συχνότερα, ανάλογα με την περίπτωση ή εφόσον ζητηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή. Η έκθεση επικεντρώνεται ιδίως στις συνέπειες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την ακεραιότητα της αγοράς, την προστασία των επενδυτών ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Με την επιφύλαξη των ειδικών απαιτήσεων που προβλέπονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη των όρων της δεύτερης περιόδου της παραγράφου 1, η Αρχή συνεργάζεται με τις σχετικές αρμόδιες αρχές και κατά περίπτωση επίσης με τις αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών των οποίων τα ρυθμιστικά και εποπτικά καθεστώτα έχουν αναγνωριστεί ως ισοδύναμα. Η εν λόγω συνεργασία λαμβάνει χώρα βάσει διοικητικών ρυθμίσεων οι οποίες συνάπτονται με τις σχετικές αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών. Κατά τη διαπραγμάτευση τέτοιου είδους διοικητικών ρυθμίσεων, η Αρχή περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τα εξής:

α)  τους μηχανισμούς που παρέχουν τη δυνατότητα στην Αρχή να λαμβάνει συναφείς πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το ρυθμιστικό καθεστώς, την εποπτική προσέγγιση, τις συναφείς εξελίξεις της αγοράς και τυχόν μεταβολές οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν την απόφαση περί ισοδυναμίας·

β)  στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την επακολούθηση των εν λόγω αποφάσεων περί ισοδυναμίας, τις διαδικασίες που αφορούν τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων, όταν χρειάζεται, των επιτόπιων επιθεωρήσεων που διεξάγονται υπό την ευθύνη της Αρχής, με τη συνοδεία και την υποστήριξη έως και πέντε εκπροσώπων διαφόρων αρμόδιων αρχών σε εθελοντική και εκ περιτροπής βάση καθώς και της αρμόδιας αρχής της τρίτης χώρας.

Η Αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τις άλλες ΕΕΑ, εάν αρμόδια αρχή τρίτης χώρας αρνηθεί να συνάψει τέτοιου είδους διοικητικές ρυθμίσεις ή αρνηθεί να συνεργαστεί ουσιαστικά. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω πληροφορίες κατά την επανεξέταση των σχετικών αποφάσεων ισοδυναμίας.

2β. Όταν η Αρχή εντοπίσει εξελίξεις όσον αφορά τις πρακτικές ρύθμισης, εποπτείας ή, κατά περίπτωση, εξυγίανσης, ή επιβολής στις τρίτες χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 2α, οι οποίες ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στη χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της, στην ακεραιότητα της αγοράς, στην προστασία των επενδυτών ή στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σε εμπιστευτική βάση και χωρίς καθυστέρηση.

2γ. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Αρχή εκ των προτέρων σχετικά με την πρόθεσή τους να συνάψουν διοικητικές ρυθμίσεις με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών σε οποιονδήποτε από τους τομείς που διέπονται από τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, μεταξύ άλλων σε σχέση με υποκαταστήματα οντοτήτων τρίτων χωρών. Θέτουν στη διάθεση της Αρχής σχέδιο των εν λόγω προγραμματιζόμενων ρυθμίσεων το συντομότερο δυνατό.

Η Αρχή μπορεί να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές για να καταρτίζει υποδείγματα διοικητικών ρυθμίσεων, με σκοπό την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών εντός της Ένωσης και την ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού. Οι αρμόδιες αρχές ακολουθούν τα εν λόγω υποδείγματα ρυθμίσεων όσο το δυνατόν αυστηρότερα.

Όταν η Αρχή, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, αναπτύσσει τέτοιου είδους υποδείγματα διοικητικών ρυθμίσεων, οι αρμόδιες αρχές δεν συνάπτουν διοικητικές ρυθμίσεις με αρχές τρίτων χωρών πριν από την ολοκλήρωση του υποδείγματος ρύθμισης.

Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί με εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς ή διοικήσεις τρίτων χωρών, τη συνδρομή της Αρχής προς την Επιτροπή για την προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας και σχετικά με τις δραστηριότητες παρακολούθησης που αναλαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 2α.

3α. Η Αρχή επιδιώκει να γίνει πλήρες μέλος της Επιτροπής της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία και του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και επιδιώκει να αποκτήσει την ιδιότητα του παρατηρητή στο Συμβούλιο Παρακολούθησης Διεθνών Λογιστικών Προτύπων.

Οποιαδήποτε θέση λαμβάνεται από την Αρχή σε διεθνή φόρουμ συζητείται πρώτα και εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών.

3β. Η Αρχή παρακολουθεί, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο, τις ρυθμιστικές εξελίξεις, τις εποπτικές εξελίξεις και, κατά περίπτωση, τις εξελίξεις σε επίπεδο εξυγίανσης, καθώς και τις πρακτικές επιβολής και τις σχετικές εξελίξεις της αγοράς σε τρίτες χώρες για τις οποίες έχουν συναφθεί διεθνείς συμφωνίες.

Με την επιφύλαξη των ειδικών απαιτήσεων των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη των όρων της δεύτερης περιόδου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Αρχή συνεργάζεται με τις σχετικές αρμόδιες αρχές και κατά περίπτωση επίσης με τις αρχές εξυγίανσης των τρίτων χωρών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.»·

(18)  το άρθρο 34 διαγράφεται.

(19)  το άρθρο 35 τροποποιείται ως εξής:

α)  οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Έπειτα από αίτημα της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Αρχή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτουν νόμιμη πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες.

Οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ακριβείς, πλήρεις και υποβάλλονται εντός της προθεσμίας την οποία ορίζει η Αρχή.

2. Η Αρχή μπορεί επίσης να ζητήσει να της παρέχονται πληροφορίες ανά τακτά διαστήματα και με ειδικώς προσδιορισμένους μορφοτύπους ή μέσω συγκρίσιμων υποδειγμάτων που έχει εγκρίνει η Αρχή. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται πάντα, όπου είναι δυνατόν, χρησιμοποιώντας τους υφιστάμενους ενιαίους μορφοτύπους υποβολής στοιχείων και τηρούν την αρχή της αναλογικότητας που προβλέπεται στο εθνικό και το ενωσιακό δίκαιο, μεταξύ άλλων στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

3. Κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής, η Αρχή παρέχει κάθε πληροφορία που διαθέτει και η οποία είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της αρμόδιας αρχής.»·

β)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Εάν οι πληροφορίες που ζητούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν είναι διαθέσιμες ή δεν καταστούν διαθέσιμες από τις αρμόδιες αρχές εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί από την Αρχή, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα σε οποιονδήποτε από τους εξής:

α) σε άλλες αρχές με εποπτικές λειτουργίες,

β) στο αρμόδιο για τα οικονομικά υπουργείο του οικείου κράτους μέλους, εάν έχει στη διάθεσή του πληροφορίες προληπτικής εποπτείας,

γ) στην εθνική κεντρική τράπεζα του οικείου κράτους μέλους,

δ) στη στατιστική υπηρεσία του οικείου κράτους μέλους.

Κατόπιν αιτήματος της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές βοηθούν την Αρχή στη συγκέντρωση των πληροφοριών.»·

γ)  οι παράγραφοι 6 και 7α απαλείφονται·

(20)  παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 35α έως 35δ:

«Άρθρο 35αΆσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 35β

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην Αρχή, σε οποιονδήποτε υπάλληλό της ή άλλο εξουσιοδοτημένο από την Αρχή πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 35 δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε νομικό επαγγελματικό προνόμιο.

Τα άρθρα 35α και 35β εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 35βΑίτηση παροχής πληροφοριών από χρηματοοικονομικά ιδρύματα, εταιρείες συμμετοχών ή υποκαταστήματα οικείων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και από μη ρυθμιζόμενους επιχειρησιακούς φορείς εντός χρηματοοικονομικού ομίλου ή ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων

1. Εάν οι ζητούμενες πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή την παράγραφο 5 του άρθρου 35 δεν είναι διαθέσιμες ή δεν καταστούν διαθέσιμες εντός της προθεσμίας που ορίζεται από την Αρχή, αυτή μπορεί, χωρίς να δημιουργούνται αντίγραφα δεδομένων, να απαιτήσει από τα ακόλουθα ιδρύματα και φορείς να παράσχουν τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να είναι σε θέση η Αρχή να εκτελέσει τα καθήκοντά της βάσει του παρόντος κανονισμού:

α) οικεία χρηματοοικονομικά ιδρύματα·

β) εταιρείες συμμετοχών ή υποκαταστήματα οικείου χρηματοοικονομικού ιδρύματος·

γ) μη ρυθμιζόμενους επιχειρησιακούς φορείς εντός χρηματοοικονομικού ομίλου ή ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων που είναι σημαντικοί για τις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες των οικείων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων.

4. Εντός εύλογης προθεσμίας που ορίζεται από την Αρχή, τα οικεία ιδρύματα και φορείς που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 ή οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους ▌παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. ▌

5. Η Αρχή αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της ▌αίτησης ▌στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο εδρεύει ή είναι εγκατεστημένη η σχετική οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και την οποία αφορά η αίτηση πληροφοριών.

6. Η Αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες έλαβε σύμφωνα με το παρόν άρθρο μόνο για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 35γΔιαδικαστικοί κανόνες σχετικά με την επιβολή προστίμων

1. Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η Αρχή διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 35δ παράγραφος 1, η Αρχή ζητεί από την Επιτροπή να ερευνήσει το θέμα. ▌

Άρθρο 35δΠρόστιμα

και περιοδικές χρηματικές ποινές

-1. Πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για επιβολή προστίμου ή περιοδικής χρηματικής ποινής, η Επιτροπή δίνει στο ίδρυμα ή στον φορέα που είναι αποδέκτης της αίτησης παροχής πληροφοριών τη δυνατότητα ακρόασης.

Η Επιτροπή θεμελιώνει την απόφασή της να επιβάλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή μόνο στα πορίσματα για τα οποία τα ενδιαφερόμενα ιδρύματα ή οι φορείς είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

1. Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση επιβολής προστίμου, εάν διαπιστώσει ότι ίδρυμα ή φορέας που απαριθμείται στο άρθρο 35β παράγραφος 1 έχει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παραλείψει να παράσχει πληροφορίες που απαιτούνται ή έχει παράσχει ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ▌σύμφωνα με το άρθρο 35β παράγραφος 1.

2. Το βασικό πρόστιμο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανέρχεται σε τουλάχιστον [X· κάτω των 50 000 EUR] EUR και δεν υπερβαίνει τις [Υ· κάτω των 200 000 EUR] EUR, είναι δε αποτρεπτικό, αποτελεσματικό και αναλογικό προς το μέγεθος του ιδρύματος ή του φορέα και προς τον χαρακτήρα και τη σοβαρότητα της παράβασης.

Η Αρχή, από κοινού με την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΑΕΣ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προσδιορίζουν τη μεθοδολογία για τον καθορισμό των προστίμων σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

▌5. ▌Το συνολικό ποσό του προστίμου δεν υπερβαίνει το [X%· κάτω του 20%] του ετήσιου κύκλου εργασιών της συγκεκριμένης οντότητας κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, εκτός εάν η οντότητα έχει επωφεληθεί οικονομικά άμεσα ή έμμεσα από την παράβαση. Στην περίπτωση αυτή, το συνολικό πρόστιμο είναι τουλάχιστον ίσο προς το εν λόγω οικονομικό όφελος.

5α. Η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει περιοδική χρηματική ποινή έως ότου διορθωθεί η παράβαση. Η περιοδική χρηματική ποινή είναι αναλογική προς το μέγεθος του ιδρύματος ή της οντότητας και τον χαρακτήρα και τη σημασία της παράβασης.

5β. Τα δικαιώματα υπεράσπισης του ιδρύματος ή του φορέα διασφαλίζονται πλήρως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Το ίδρυμα ή ο φορέας έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της Αρχής και της Επιτροπής, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν επεκτείνεται σε εμπιστευτικές πληροφορίες ή σε εσωτερικής χρήσης προπαρασκευαστικά έγγραφα της Αρχής ή της Επιτροπής.

5γ. Η αναγκαστική εκτέλεση του προστίμου ή της περιοδικής χρηματικής ποινής αναστέλλεται μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ιδρύματα ή οι φορείς που υπόκεινται σε πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή μπορούν να κινήσουν διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά απόφασης της Επιτροπής για την επιβολή προστίμου ή περιοδικής χρηματικής ποινής. Το Δικαστήριο δύναται μεταξύ άλλων να ακυρώσει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που επιβλήθηκε από την Επιτροπή.

5δ. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοπιστωτικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

5ε. Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. »

▌(21)  το άρθρο 36 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 3 διαγράφεται.

β)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενη προς την Αρχή, η Αρχή συζητεί την προειδοποίηση ή σύσταση κατά την επόμενη συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών ή, κατά περίπτωση, νωρίτερα, για να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της εν λόγω προειδοποίησης ή σύστασης στην εκπλήρωση των καθηκόντων της και τη συνέχεια που πρέπει ενδεχομένως να δοθεί.

Με τη συναφή διαδικασία λήψης αποφάσεων, λαμβάνει απόφαση αν πρέπει να ληφθούν μέτρα με βάση τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό για τον χειρισμό των θεμάτων που ορίζονται στις προειδοποιήσεις και συστάσεις και σχετικά με το περιεχόμενο αυτών των μέτρων.

Αν η Αρχή δεν δώσει συνέχεια σε προειδοποίηση ή σύσταση, αναφέρει στο ΕΣΣΚ τους σχετικούς λόγους. Το ΕΣΣΚ ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010. Το ΕΣΣΚ ενημερώνει επίσης σχετικά το Συμβούλιο και την Επιτροπή.»

γ)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενης προς αρμόδια αρχή, η Αρχή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, μπορεί να χρησιμοποιεί τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό προκειμένου να εξασφαλίσει έγκαιρη επακολούθηση.

Αν ο αποδέκτης δεν προτίθεται να ακολουθήσει τη σύσταση του ΕΣΣΚ, ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών και συζητεί με αυτό τους λόγους για τους οποίους δεν λαμβάνει μέτρα.»

δ)  η παράγραφος 6 διαγράφεται.

(22)  το άρθρο 37 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 37Ομάδα συμφεροντούχων του τραπεζικού τομέα

1. Προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της διαβούλευσης με συμφεροντούχους τομέων σχετικών με τα καθήκοντα της Αρχής, συγκροτείται ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων. Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων γνωμοδοτεί σχετικά με τις ενέργειες που αναλαμβάνονται με βάση τα άρθρα 10 έως 15 όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα και, στον βαθμό που αυτές δεν αφορούν μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, το άρθρο 16 όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, το άρθρο 16α όσον αφορά τις γνωμοδοτήσεις και το άρθρο 16β όσον αφορά τις ερωτήσεις και απαντήσεις. Εάν χρειάζεται να αναληφθεί δράση επειγόντως και η διαβούλευση καθίσταται ανέφικτη, η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων ενημερώνεται όσο το δυνατόν συντομότερα.

Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων συνεδριάζει ιδία πρωτοβουλία όποτε κρίνεται αναγκαίο, και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον τέσσερις φορές το χρόνο.

2. Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων αποτελείται από 30 μέλη· 13 μέλη που εκπροσωπούν στη σωστή αναλογία τα πιστωτικά και επενδυτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στην Ένωση —τρία από τα οποία εκπροσωπούν συνεργατικές τράπεζες και τράπεζες αποταμίευσης—, 13 μέλη που εκπροσωπούν τους εκπροσώπους των υπαλλήλων τους, τους καταναλωτές, τους χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών και τους αντιπροσώπους των ΜΜΕ, και 4 μέλη που είναι ανεξάρτητοι διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί.

3. Τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων ορίζονται από το συμβούλιο εποπτών, μετά από ανοικτή και διαφανή διαδικασία επιλογής. Στο μέτρο του δυνατού, κατά τη λήψη της απόφασής του το συμβούλιο εποπτών διασφαλίζει τη δέουσα συνεκτίμηση της ποικιλομορφίας του τραπεζικού τομέα, τη γεωγραφική ισορροπία και την ισορροπία των φύλων, καθώς και την εκπροσώπηση των συμφεροντούχων από ολόκληρη την Ένωση. Τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων επιλέγονται σύμφωνα με τα προσόντα, τις δεξιότητες, τις σχετικές γνώσεις και την αποδεδειγμένη εμπειρία τους.

3α. Τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων εκλέγουν τον πρόεδρο της ομάδας μεταξύ των μελών της. Η θητεία του προέδρου διαρκεί δύο έτη.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να καλέσει τον πρόεδρο της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων να προβεί σε δήλωση ενώπιόν του και να απαντήσει σε τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών του, όποτε του ζητηθεί.

4. Η Αρχή παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, υπό την αίρεση του επαγγελματικού απορρήτου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 70, και διασφαλίζει επαρκή γραμματειακή υποστήριξη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων. Καθιερώνεται επαρκής αποζημίωση για τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που εκπροσωπούν μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, εξαιρουμένων των εκπροσώπων του κλάδου. Η αποζημίωση αυτή λαμβάνει υπόψη το προπαρασκευαστικό και το μετέπειτα έργο των μελών και είναι τουλάχιστον ισοδύναμη με τα ποσοστά επιστροφής δαπανών που καταβάλλονται στους υπαλλήλους, σύμφωνα με τον Τίτλο V, Κεφάλαιο 1, Τμήμα 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου (κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης). Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων μπορεί να συγκροτήσει ομάδες εργασίας για τεχνικά θέματα. Η θητεία των μελών της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων διαρκεί τέσσερα έτη και τη λήξη της ακολουθεί νέα διαδικασία επιλογής.

Τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων μπορούν να υπηρετήσουν επί δυο διαδοχικές θητείες.

5. Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων μπορεί να υποβάλλει στην Αρχή γνώμες και συμβουλές για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τα καθήκοντα της Αρχής, με ιδιαίτερη έμφαση στα καθήκοντα των άρθρων 10 έως 16β και των άρθρων 29, 30, 32 και 35.

Όταν τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε συμβουλή, το ένα τρίτο των μελών της ή τα μέλη που εκπροσωπούν μια ομάδα συμφεροντούχων επιτρέπεται να εκδώσουν χωριστή συμβουλή.

Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων, η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών, η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και η ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών μπορούν να εκδίδουν κοινές συμβουλές για ζητήματα που σχετίζονται με το έργο των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών σύμφωνα με το άρθρο 56 του παρόντος κανονισμού σχετικά με κοινές θέσεις και κοινές πράξεις.

6. Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων εγκρίνει τον εσωτερικό της κανονισμό με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών της.

7. Η Αρχή δημοσιοποιεί τις συμβουλές της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων, τη χωριστή συμβουλή των μελών της και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεών της, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ελήφθησαν υπόψη οι συμβουλές και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων. »·

β)    στην παράγραφο 5 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Όταν τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων δεν μπορούν να καταλήξουν σε κοινή γνώμη ή συμβουλή, τα μέλη που εκπροσωπούν μια ομάδα συμφεροντούχων επιτρέπεται να εκδώσουν χωριστή γνώμη ή συμβουλή.

Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων, η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών, η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και η ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών μπορούν να εκδίδουν κοινές γνώμες και συμβουλές για ζητήματα που σχετίζονται με το έργο των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών σύμφωνα με το άρθρο 56 του παρόντος κανονισμού σχετικά με κοινές θέσεις και κοινές πράξεις.»·

(22a)  το άρθρο 38 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή διασφαλίζει ότι καμία απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει των άρθρων 18, 19 ή 20 δεν έρχεται με οιονδήποτε τρόπο σε σύγκρουση με τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες κρατών μελών.»

(23)  το άρθρο 39 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 39Διαδικασίες λήψης αποφάσεων

1. Η Αρχή ενεργεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 6 όταν εκδίδει αποφάσεις δυνάμει των άρθρων 17, 18 και 19.

2. Η Αρχή ενημερώνει κάθε αποδέκτη απόφασης στην επίσημη γλώσσα του σχετικά με την πρόθεσή της να εκδώσει την απόφαση, τάσσοντας προθεσμία εντός της οποίας ο αποδέκτης μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του για το αντικείμενο της απόφασης, λαμβανόμενου πλήρως υπόψη του επείγοντος χαρακτήρα, της πολυπλοκότητας και των ενδεχόμενων συνεπειών του θέματος. Ο αποδέκτης μπορεί να εκφράσει τις απόψεις του στην επίσημη γλώσσα του. Η διάταξη που θεσπίζεται στην πρώτη περίοδο της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις συστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 3.

3. Οι αποφάσεις της Αρχής αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

4. Οι αποδέκτες των αποφάσεων της Αρχής ενημερώνονται σχετικά με τα διαθέσιμα μέσα προσφυγής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

5. Εάν η Αρχή έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 ή το άρθρο 18 παράγραφος 4, επανεξετάζει την εν λόγω απόφαση σε ενδεδειγμένα χρονικά διαστήματα.

6. Η έκδοση των αποφάσεων τις οποίες λαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με τα άρθρα ▌18 ή 19 δημοσιοποιείται. Η έκδοση των αποφάσεων τις οποίες λαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 17 μπορεί να δημοσιοποιείται. Η δημοσιοποίηση γνωστοποιεί την ταυτότητα της οικείας αρμόδιας αρχής ή του οικείου χρηματοοικονομικού ιδρύματος και το βασικό περιεχόμενο της απόφασης, εκτός εάν η εν λόγω δημοσιοποίηση αντίκειται στο έννομο συμφέρον των εν λόγω χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή στην προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους ή θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης.»·

(24)  το άρθρο 40 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)  παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία α α) και α β):

«α α) τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, χωρίς δικαίωμα ψήφου·

α β) τον επικεφαλής της διοίκησης του κράτους μέλους που είναι αρμόδια για τη διαπραγμάτευση και την έγκριση των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, προκειμένου να ενεργεί στο πλαίσιο των άρθρων 10 έως 15»·

i α)  το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) τον επικεφαλής της εθνικής δημόσιας αρχής που είναι αρμόδια για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε κάθε κράτος μέλος, προκειμένου να ενεργεί στο πλαίσιο οποιασδήποτε αρμοδιότητας με εξαίρεση αυτές που ορίζονται στα άρθρα 10 έως 15, ο οποίος συμμετέχει αυτοπροσώπως στις συνεδριάσεις τουλάχιστον δύο φορές ετησίως·»

i β)  το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) έναν αντιπρόσωπο του ΕΣΣΚ, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο οποίος απέχει από την υιοθέτηση θέσεων που προκύπτουν από τη διεξαγωγή της νομισματικής πολιτικής·»

i β)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο στ α):

«στ α) έναν εκπρόσωπο του ΕΣΕ, χωρίς δικαίωμα ψήφου·»

α α)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Κάθε ▌αρχή είναι υπεύθυνη για τον ορισμό ενός αναπληρωματικού μέλους υψηλού επιπέδου από αυτήν, το οποίο μπορεί να αντικαθιστά το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α β) και στην παράγραφο 1 στοιχείο β), σε περίπτωση που το πρόσωπο αυτό κωλύεται να παραστεί.»

α β)  διαγράφεται η παράγραφος 4α.

α γ)  η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Προκειμένου να ενεργεί στο πλαίσιο της οδηγίας 94/19/ΕΚ, το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δύναται, κατά περίπτωση, να συνοδεύεται από εκπρόσωπο των αρμόδιων φορέων οι οποίοι διαχειρίζονται συστήματα εγγύησης καταθέσεων σε κάθε κράτος μέλος, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Αν η εθνική δημόσια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δεν είναι αρμόδια για την εξυγίανση, το μέλος του συμβουλίου εποπτών μπορεί να αποφασίσει να προσκαλέσει εκπρόσωπο της αρχής εξυγίανσης, χωρίς δικαίωμα ψήφου.»

α δ)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6α. Για τους σκοπούς των μέτρων που πρέπει να ληφθούν στο πλαίσιο των άρθρων 10 έως 15, ένας εκπρόσωπος της Επιτροπής είναι μέλος του συμβουλίου εποπτών χωρίς δικαίωμα ψήφου, ένας εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι παρατηρητής, και ένας εκπρόσωπος από κάθε διοίκηση κράτους μέλους μπορεί να είναι παρατηρητής στο συμβούλιο εποπτών.»

β)  η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7. Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να προσκαλεί παρατηρητές.»

γ)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 8:

«8. Εάν η εθνική δημόσια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δεν είναι υπεύθυνη για την επιβολή των κανόνων προστασίας των καταναλωτών, το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο μπορεί να αποφασίσει να καλέσει εκπρόσωπο της αρχής προστασίας καταναλωτών του κράτους μέλους, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Εάν σε ένα κράτος μέλος, πλείονες αρχές είναι συναρμόδιες για την προστασία των καταναλωτών, οι εν λόγω αρχές συμφωνούν για κοινό αντιπρόσωπο.»·

(25)  το άρθρο 41 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 41Εσωτερικές επιτροπές

«Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται. Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να προβλέπει την ανάθεση ορισμένων σαφώς καθορισμένων καθηκόντων και αποφάσεων σε εσωτερικές επιτροπές, στο εκτελεστικό συμβούλιο ή στον πρόεδρο.»·

(26)  το άρθρο 42 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 42Ανεξαρτησία

του συμβουλίου εποπτών

Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που τους ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, ο Πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου εποπτών ▌ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης συνολικά και ούτε ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση ▌ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Ούτε τα κράτη μέλη, ούτε τα θεσμικά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης ή οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας δεν επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του συμβουλίου εποπτών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Όταν ο βαθμός ανεξαρτησίας που αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο α) έχει κριθεί ανεπαρκής σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, το συμβούλιο εποπτών μπορεί να αποφασίσει είτε να αναστείλει προσωρινά το δικαίωμα ψήφου του συγκεκριμένου μέλους είτε να αναστείλει προσωρινά τη συμμετοχή του στην Αρχή, μέχρις ότου αποκατασταθεί η ανεπάρκεια.»·

(27)  το άρθρο 43 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Το συμβούλιο εποπτών καθοδηγεί το έργο της Αρχής και είναι το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων για στρατηγικές αποφάσεις και σημαντικές αποφάσεις σε θέματα πολιτικής.

Εκτός εάν προβλέπεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει ▌τις συστάσεις, τις κατευθυντήριες γραμμές, τις γνώμες και τις αποφάσεις της Αρχής και εκδίδει τις συμβουλές που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙ ▌.»·

β)  οι παράγραφοι 2 και 3 διαγράφονται·

γ)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου, το πρόγραμμα εργασίας της Αρχής για το επόμενο έτος και το διαβιβάζει προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

Η Αρχή καθορίζει τις προτεραιότητές της σε σχέση με τις αξιολογήσεις που προσδιορίζουν, κατά περίπτωση, τις αρμόδιες αρχές και δραστηριότητες που υπόκεινται σε αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 30. Εάν αιτιολογείται δεόντως, η Αρχή μπορεί να προσδιορίσει πρόσθετες αρμόδιες αρχές για αξιολόγηση.

Το πρόγραμμα εργασίας εγκρίνεται με την επιφύλαξη της ετήσιας διαδικασίας για τον προϋπολογισμό και δημοσιοποιείται.»·

δ)    η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου, την ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται και η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, βάσει του σχεδίου έκθεσης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 47 παράγραφος 9 στοιχείο στ), και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους. Η έκθεση δημοσιοποιείται.»·

ε)  η παράγραφος 8 διαγράφεται·

(27α)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 43α:

«Άρθρο 43a

Διαφάνεια των αποφάσεων που εγκρίνονται από το συμβούλιο εποπτών

Με την επιφύλαξη του άρθρου 70, εντός έξι το πολύ εβδομάδων από την ημερομηνία συνεδρίασης του συμβουλίου εποπτών, η Αρχή διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατ’ ελάχιστον, πλήρη και ουσιαστικά πρακτικά των εργασιών της εν λόγω συνεδρίασης του συμβουλίου εποπτών τα οποία καθιστούν δυνατή την πλήρη κατανόηση των συζητήσεων, συμπεριλαμβανομένου ενός σχολιασμένου καταλόγου των αποφάσεων. »

(28)  το άρθρο 44 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οι αποφάσεις του συμβουλίου εποπτών λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των μελών του. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.

Όσον αφορά τις αποφάσεις για την κατάρτιση και την έγκριση των πράξεων, των σχεδίων και των μέσων που ορίζονται στα άρθρα 10 έως 16 και τα μέτρα και τις αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 5 τρίτο εδάφιο, του άρθρου 9α και του Κεφαλαίου VΙ και κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, το συμβούλιο εποπτών λαμβάνει αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία των μελών του, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον την απλή πλειοψηφία των παρόντων στην ψηφοφορία μελών από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που είναι συμμετέχοντα κράτη μέλη, ως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 («συμμετέχοντα κράτη μέλη») και την απλή πλειοψηφία των παρόντων στην ψηφοφορία μελών από τις αρμόδιες αρχές κρατών μελών που δεν είναι συμμετέχοντα κράτη μέλη, ως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 («μη συμμετέχοντα κράτη μέλη»). Τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου και ο πρόεδρος δεν συμμετέχουν στην ψηφοφορία επί των αποφάσεων αυτών.

Όσον αφορά αποφάσεις που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 18 παράγραφοι 3 και 4 και κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, το συμβούλιο εποπτών λαμβάνει αποφάσεις με απλή πλειοψηφία των ψηφιζόντων μελών του, που περιλαμβάνει απλή πλειοψηφία των μελών του από αρμόδιες αρχές συμμετεχόντων κρατών μελών και απλή πλειοψηφία των μελών του από αρμόδιες αρχές μη συμμετεχόντων κρατών μελών.

α)   παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

1α. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το συμβούλιο εποπτών είναι αρμόδιο να εγκρίνει τις αποφάσεις που εκπονεί το εκτελεστικό συμβούλιο για τους σκοπούς του άρθρου 22 παράγραφος 1, του άρθρου 22 παράγραφος 2, του άρθρου 22 παράγραφος 3, του άρθρου 22 παράγραφος 5, του άρθρου 29α, του άρθρου 31α, του άρθρου 32 και των άρθρων 35β έως 35δ, σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 3, με απλή πλειοψηφία των μελών του.

Σε περίπτωση που το συμβούλιο εποπτών δεν εγκρίνει τις αποφάσεις που εκπονεί το εκτελεστικό συμβούλιο για τους σκοπούς του άρθρου 22 παράγραφος 1, του άρθρου 22 παράγραφος 2, του άρθρου 22 παράγραφος 3, του άρθρου 22 παράγραφος 5, του άρθρου 29α, του άρθρου 31α, του άρθρου 32 και των άρθρων 35β έως 35η, μπορεί να τροποποιεί τις εν λόγω αποφάσεις. Το συμβούλιο εποπτών είναι αρμόδιο να εγκρίνει τις εν λόγω τροποποιημένες αποφάσεις με πλειοψηφία τριών τετάρτων των μελών του.

Σε περίπτωση που το συμβούλιο εποπτών δεν εγκρίνει τις τροποποιημένες αποφάσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών, το εκτελεστικό συμβούλιο λαμβάνει την απόφαση.»·

β)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του. Ο εσωτερικός κανονισμός ορίζει λεπτομερώς τις ρυθμίσεις που διέπουν την ψηφοφορία.»

γ)    η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Τα μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου και οι παρατηρητές δεν συμμετέχουν σε οποιεσδήποτε συζητήσεις του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο άρθρο 75 παράγραφος 3 ή στις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται για τον πρόεδρο, τα μέλη που είναι επίσης μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου και τον εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που ορίζεται από το εποπτικό της συμβούλιο.»·

(29)  στο κεφάλαιο III, ο τίτλος της ενότητας 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ενότητα 2

Εκτελεστικό συμβούλιο»

(30)  το άρθρο 45 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 45Σύνθεση

1. Το εκτελεστικό συμβούλιο απαρτίζεται από τον πρόεδρο και τρία μέλη πλήρους απασχόλησης, τα οποία είναι υπήκοοι κράτους μέλους. Ο πρόεδρος αναθέτει σε κάθε μέλος πλήρους απασχόλησης σαφώς καθορισμένα καθήκοντα άσκησης πολιτικής και διοίκησης, ειδικότερα αρμοδιότητες για θέματα προϋπολογισμού, για θέματα που αφορούν το πρόγραμμα εργασίας της Αρχής και για θέματα σύγκλισης. Ένα από τα μέλη πλήρους απασχόλησης εκτελεί χρέη αντιπροέδρου και ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου κατά την απουσία του ή σε περίπτωση εύλογου κωλύματος, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Τα μέλη πλήρους απασχόλησης επιλέγονται με βάση τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις και την πρακτική πείρα τους σε σχέση με τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, στο πλαίσιο των διαφορετικών επιχειρηματικών τους μοντέλων, και τις αγορές, ιδίως στον τραπεζικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων των καταναλωτών, καθώς και την πείρα τους σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση. Τα μέλη πλήρους απασχόλησης έχουν ευρεία πείρα διοίκησης. Τουλάχιστον ένα από τα μέλη πλήρους απασχόλησης θα πρέπει να μην έχει απασχοληθεί σε εθνική αρμόδια αρχή κατά τη διάρκεια ενός έτους πριν από τον διορισμό του. Η επιλογή τους πραγματοποιείται βάσει ανοικτής πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνέχεια της οποίας η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα, έπειτα από διαβούλευση με το συμβούλιο εποπτών.

Η Επιτροπή υποβάλλει τον κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση. Μετά την έγκριση του εν λόγω καταλόγου, το Συμβούλιο εκδίδει απόφαση διορισμού των μελών πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου ▌. Η σύνθεση του εκτελεστικού συμβουλίου είναι ισόρροπη και αναλογική και αντικατοπτρίζει την Ένωση στο σύνολό της.

3. Εάν ένα μέλος πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 46 ή έχει κριθεί ένοχο σοβαρού παραπτώματος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν, με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής η οποία έχει εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να εκδώσουν απόφαση για να το παύσουν από τα καθήκοντά του.

4. Η θητεία των μελών πλήρους απασχόλησης είναι πενταετής και άπαξ ανανεώσιμη. Κατά το εννεάμηνο που προηγείται της λήξης της πενταετούς θητείας του μέλους πλήρους απασχόλησης, το συμβούλιο εποπτών αξιολογεί:

α) τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά την πρώτη θητεία και τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκαν·

β) τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της Αρχής για τα επόμενα έτη.

Λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο προς ανανέωση τον κατάλογο των μελών πλήρους απασχόλησης. Με βάση τον εν λόγω κατάλογο και λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση, το Συμβούλιο μπορεί να παρατείνει τη θητεία των μελών πλήρους απασχόλησης.»·

(31)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 45α:

«Άρθρο 45αΛήψη αποφάσεων

1. Οι αποφάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου εγκρίνονται με απλή πλειοψηφία των μελών του. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Εάν ζητηθεί από τον πρόεδρο ή τουλάχιστον τρία μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου, οι αποφάσεις παραπέμπονται στο συμβούλιο εποπτών.

2. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής συμμετέχει στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκτός των θεμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 63.

3. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

4. Οι συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου συγκαλούνται από τον πρόεδρο με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μελών του εκτελεστικού συμβουλίου, και προεδρεύονται από τον πρόεδρο.

Το εκτελεστικό συμβούλιο συνέρχεται πριν από κάθε συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών και όσο συχνά το εκτελεστικό συμβούλιο κρίνει απαραίτητο. Υποβάλλει τακτικά εκθέσεις στο συμβούλιο εποπτών και συνέρχεται τουλάχιστον έντεκα φορές τον χρόνο.

5. ▌Οι συμμετέχοντες χωρίς δικαίωμα ψήφου δεν παρίστανται σε οποιεσδήποτε συζητήσεις του εκτελεστικού συμβουλίου οι οποίες αφορούν μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.

5α. Το συμβούλιο εποπτών δικαιούται να υποβάλλει ειδικές αιτήσεις παροχής πληροφοριών στο εκτελεστικό συμβούλιο. »·

(32)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 45β:

«Άρθρο 45βΕσωτερικές επιτροπές

Το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται.»·

(33)  το άρθρο 46 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 46Ανεξαρτησία

του εκτελεστικού συμβουλίου

Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά προς το αποκλειστικό συμφέρον της Ένωσης συνολικά και δεν επιτρέπεται να ζητούν ή να δέχονται οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση ▌ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου δεν κατέχουν άλλη θέση σε εθνικό, ενωσιακό ή διεθνές επίπεδο.

Ούτε τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης, ούτε οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.»·

(34)  το άρθρο 47 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 47Καθήκοντα

1. Το εκτελεστικό συμβούλιο εξασφαλίζει ότι η Αρχή εκπληρώνει την αποστολή της και εκτελεί τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, ιδίως την έκδοση εσωτερικών διοικητικών εντολών και τη δημοσίευση ανακοινώσεων, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία της Αρχής, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Το εκτελεστικό συμβούλιο προτείνει στο συμβούλιο εποπτών ετήσιο και πολυετές πρόγραμμα εργασίας προς έγκριση.

3. Το εκτελεστικό συμβούλιο ασκεί τις σχετικές με τον προϋπολογισμό εξουσίες του σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 64.

Για τους σκοπούς του άρθρου 17, του άρθρου 19, του άρθρου 22 παράγραφος 4 και του άρθρου 30, ▌το εκτελεστικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να ενεργεί και να λαμβάνει αποφάσεις. Για τους σκοπούς του άρθρου 22 παράγραφος 1, του άρθρου 22 παράγραφος 2, του άρθρου 22 παράγραφος 3, του άρθρου 22 παράγραφος 5, του άρθρου 29α, του άρθρου 31α, του άρθρου 32 και των άρθρων 35β έως 35δ, το εκτελεστικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να εκπονεί αποφάσεις οι οποίες υπόκεινται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων που ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 1α. Το εκτελεστικό συμβούλιο τηρεί ενήμερο το συμβούλιο εποπτών για όλες τις αποφάσεις που εκπονεί και λαμβάνει.

3α. Το εκτελεστικό συμβούλιο εξετάζει και γνωμοδοτεί ▌για κάθε ζήτημα το οποίο πρόκειται να αποφασιστεί από το συμβούλιο εποπτών.

4. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει το σχέδιο πολιτικής προσωπικού της Αρχής και, σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 2, τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής «κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης»).

5. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει τις ειδικές διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 72.

6. Το εκτελεστικό συμβούλιο υποβάλλει στο συμβούλιο εποπτών προς έγκριση ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, περιλαμβανομένων των πεπραγμένων όσον αφορά τα καθήκοντα του προέδρου, με βάση το σχέδιο έκθεσης στο οποίο παραπέμπει η παράγραφος 9 στοιχείο στ).

7. Το εκτελεστικό συμβούλιο διορίζει και παύει τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφοι 3 και 5, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την πρόταση του συμβουλίου εποπτών.

8. Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου δημοσιοποιούν όλες τις διεξαχθείσες συνεδριάσεις και την προσφερθείσα φιλοξενία. Οι δαπάνες καταχωρίζονται δημοσίως σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

9. Το εντεταλμένο μέλος αναλαμβάνει τα ακόλουθα ειδικά καθήκοντα:

α) εκτελεί το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας της Αρχής υπό την καθοδήγηση του συμβουλίου εποπτών και υπό τον έλεγχο του εκτελεστικού συμβουλίου,

β) λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, κυρίως δε εκδίδει εσωτερικές διοικητικές εγκυκλίους και δημοσιεύει ανακοινώσεις, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία της Αρχής σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό,

γ) καταρτίζει πολυετές πρόγραμμα εργασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2,

δ) καταρτίζει πρόγραμμα εργασίας έως την 30ή Ιουνίου κάθε έτους, για το επόμενο έτος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2,

ε) καταρτίζει προσχέδιο προϋπολογισμού της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 63 και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 64,

στ) συντάσσει ετήσιο σχέδιο έκθεσης που περιλαμβάνει μια ενότητα για τις ρυθμιστικές και εποπτικές δραστηριότητες της Αρχής και μια ενότητα για θέματα χρηματοοικονομικής και διοικητικής φύσης,

ζ) όσον αφορά το προσωπικό της Αρχής, ασκεί τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 68 και διαχειρίζεται τα θέματα προσωπικού.»·

(35)  το άρθρο 48 τροποποιείται ως εξής:

α)  στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο πρόεδρος είναι υπήκοος κράτους μέλους και είναι υπεύθυνος για την προετοιμασία των εργασιών και την προεδρία των συνεδριάσεων του συμβουλίου εποπτών και του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

β)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Για την επιλογή του προέδρου, η Επιτροπή συγκροτεί επιτροπή επιλογής που αποτελείται από έξι ανεξάρτητα πρόσωπα υψηλού επιπέδου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή διορίζουν το καθένα από δύο μέλη της επιτροπής επιλογής. Η επιτροπή επιλογής εκλέγει πρόεδρο μεταξύ των μελών της. Η επιτροπή επιλογής αποφασίζει με απλή πλειοψηφία για τη δημοσίευση της προκήρυξης κενής θέσης, τα κριτήρια επιλογής και την περιγραφή των συγκεκριμένων καθηκόντων, τη σύνθεση του σώματος των υποψηφίων καθώς και τη μέθοδο με την οποία ελέγχεται το σώμα των υποψηφίων, προκειμένου να καταρτιστεί ισόρροπος από άποψη φύλου κατάλογος επικρατέστερων υποψηφιοτήτων με τουλάχιστον δύο υποψηφίους. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου της επιτροπής επιλογής.

Ο πρόεδρος επιλέγεται με βάση τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις του για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και τις αγορές, ιδίως στον τραπεζικό τομέα, κατόπιν ανοικτής πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πρόεδρος διαθέτει πολυετή και αναγνωρισμένη πείρα σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση, καθώς και πολυετή πείρα σε ανώτερη διευθυντική θέση, είναι σε θέση να επιδεικνύει ηγετικά προσόντα και υψηλά πρότυπα αποδοτικότητας, ικανότητας και ακεραιότητας και έχει αποδεδειγμένη γνώση τουλάχιστον δύο επίσημων γλωσσών της Ένωσης.

Η επιτροπή επιλογής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο προς έγκριση τον κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων για τη θέση του προέδρου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να προσκαλέσει τους επιλεγέντες υποψηφίους σε ακρόαση κεκλεισμένων των θυρών ή δημόσια ακρόαση, να υποβάλει γραπτές ερωτήσεις στους υποψηφίους, να αντιταχθεί στον διορισμό ενός υποψηφίου και να υποδείξει τον υποψήφιο που προτιμά. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκδίδουν κοινή απόφαση για τον διορισμό του προέδρου από τον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων.

2α. Εάν ο πρόεδρος δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 49 ή έχει κριθεί ένοχος σοβαρού παραπτώματος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής ή με δική τους πρωτοβουλία, να εκδώσουν κοινή απόφαση για την παύση του από τα καθήκοντά του. Κατά την κατάρτιση της πρότασής της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβουλεύεται με τις εθνικές αρμόδιες αρχές.»·

β α)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η θητεία του προέδρου είναι οκταετής και μη ανανεώσιμη.»

γ)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Κατά το εννεάμηνο που προηγείται της λήξης της οκταετούς θητείας του προέδρου, το συμβούλιο εποπτών αποτιμά:

α) τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά την πρώτη θητεία και τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκαν·

β) τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της Αρχής για τα επόμενα έτη.

Για τον σκοπό της αποτίμησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, το συμβούλιο εποπτών διορίζει προσωρινό αναπληρωτή πρόεδρο μεταξύ των μελών του.»·

δ)  η παράγραφος 5 διαγράφεται·

(35α)  το άρθρο 49 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 49Ανεξαρτησία

του προέδρου

Με την επιφύλαξη του ρόλου του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά τα καθήκοντα του προέδρου, ο πρόεδρος δεν επιτρέπεται να ζητεί ούτε να δέχεται οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση ▌ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Ούτε τα κράτη μέλη, ούτε τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης ή οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τον πρόεδρο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 68, ο πρόεδρος, μετά την έξοδό του από την υπηρεσία, εξακολουθεί να δεσμεύεται από την υποχρέωση να συμπεριφέρεται με ακεραιότητα και διακριτικότητα σε σχέση με την αποδοχή ορισμένων θέσεων και ευεργετημάτων.»

(36)  Το άρθρο 49α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 49αΔαπάνες

Ο πρόεδρος δημοσιοποιεί όλες τις συνεδριάσεις που διεξάχθηκαν με εξωτερικούς ενδιαφερομένους εντός δύο εβδομάδων από τη συνεδρίαση και την προσφερθείσα φιλοξενία. Οι δαπάνες καταχωρίζονται δημοσίως σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.»·

(37)  τα άρθρα 50, 51, 52, 52α και 53 διαγράφονται·

(38)  το άρθρο 54 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Μεικτή Επιτροπή αποτελεί φόρουμ στο οποίο η Αρχή συνεργάζεται τακτικά και στενά, για να διασφαλίζει διατομεακή συνέπεια, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τομεακές ιδιαιτερότητες, με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), συγκεκριμένα, όταν απαιτείται από την ενωσιακή νομοθεσία, όσον αφορά:

– τους χρηματοοικονομικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και τη διασυνοριακή ενοποίηση,

– τη λογιστική και τους ελέγχους,

– τις μικροπροληπτικές αναλύσεις διατομεακών εξελίξεων, κινδύνων και τρωτών σημείων για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα,

– τα επενδυτικά προϊόντα για μικροεπενδυτές,

– την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο,

– την ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών με το ΕΣΣΚ και τις ΕΕΑ,

τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες λιανικής και ζητήματα προστασίας των καταναλωτών και των επενδυτών,

– την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας.»·

γ)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Όσον αφορά τα καθήκοντα της Αρχής που αφορούν την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η Μεικτή Επιτροπή χρησιμεύει ως φόρουμ στο οποίο η Αρχή συνεργάζεται τακτικά και στενά με την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών για θέματα που αφορούν την αλληλεπίδραση μεταξύ των συγκεκριμένων καθηκόντων της Αρχής τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) και των καθηκόντων που ανατίθενται στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών.

Η Μεικτή Επιτροπή μπορεί να επικουρεί την Επιτροπή στην αξιολόγηση των προϋποθέσεων και των τεχνικών προδιαγραφών και διαδικασιών για την εξασφάλιση ασφαλούς και αποτελεσματικής διασύνδεσης των κεντρικών αυτοματοποιημένων μηχανισμών σύμφωνα με την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 32α παράγραφος 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/843, καθώς και στην αποτελεσματική διασύνδεση των εθνικών μητρώων σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2018/843.»·

(39)  το άρθρο 55 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 55Σύνθεση

1. Η Μεικτή Επιτροπή αποτελείται από τους προέδρους των ΕΕΑ ▌.

2. Στις συνεδριάσεις της Μεικτής Επιτροπής, καθώς και, αν απαιτείται, οποιωνδήποτε υποεπιτροπών που αναφέρονται στο άρθρο 57, προσκαλούνται ως παρατηρητές ένα μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου, ένας εκπρόσωπος της Επιτροπής και ο δεύτερος πρόεδρος του ΕΣΣΚ και, αν απαιτείται, ο πρόεδρος οποιασδήποτε υποεπιτροπής της Μεικτής Επιτροπής.

3. Ο πρόεδρος της Μεικτής Επιτροπής ορίζεται ετησίως εκ περιτροπής μεταξύ των προέδρων των ΕΕΑ. Ο πρόεδρος της Μεικτής Επιτροπής είναι ο δεύτερος αντιπρόεδρος του ΕΣΣΚ.

4. Η Μεικτή Επιτροπή εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό της. Η Μεικτή Επιτροπή μπορεί να προσκαλεί παρατηρητές. Η Μεικτή Επιτροπή λαμβάνει κοινές θέσεις συναινετικά.

Η Μεικτή Επιτροπή συνέρχεται τουλάχιστον μια φορά το τρίμηνο.

4α. Ο πρόεδρος της Αρχής διαβουλεύεται τακτικά με το συμβούλιο εποπτών και ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών σχετικά με οποιαδήποτε θέση λαμβάνεται στις συνεδριάσεις της Μεικτής Επιτροπής και των υποεπιτροπών της.»·

(39α)  το άρθρο 56 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 56Κοινές θέσεις και κοινές πράξεις

Εφόσον είναι αναγκαίο, στο πλαίσιο των καθηκόντων της που ορίζονται στο κεφάλαιο II και ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, η Αρχή επιδιώκει να καταλήξει σε κοινές θέσεις με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), ανάλογα με την περίπτωση.

Αν απαιτείται από την ενωσιακή νομοθεσία, οι πράξεις βάσει των άρθρων 10 έως ▌19 του παρόντος κανονισμού οι οποίες αφορούν την εφαρμογή της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και κάθε άλλης ενωσιακής πράξης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και οι οποίες εμπίπτουν επίσης στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) ή της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών), εγκρίνονται παράλληλα από την Αρχή, την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), ανάλογα με την περίπτωση.

Αν η απόφαση της Αρχής αποκλίνει από την κοινή θέση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή αν δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση, η Αρχή ενημερώνει αμελλητί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τους σχετικούς λόγους

(39α)  το άρθρο 57 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 57Υποεπιτροπές

1. Η Μεικτή Επιτροπή μπορεί να συγκροτεί υποεπιτροπές με σκοπό την προετοιμασία σχεδίων κοινών θέσεων και κοινών πράξεων για λογαριασμό της Μεικτής Επιτροπής.

2. Οι υποεπιτροπές συγκροτούνται από τους προέδρους των ΕΕΑ και από έναν υψηλόβαθμο εκπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος, προερχόμενο από το εν ενεργεία προσωπικό της οικείας αρμόδιας αρχής.

3. Οι υποεπιτροπές εκλέγουν πρόεδρο μεταξύ των εκπροσώπων των σχετικών αρμόδιων αρχών, ο οποίος είναι επίσης παρατηρητής στη Μεικτή Επιτροπή.

3α. Για τους σκοπούς του άρθρου 56, συστήνεται υποεπιτροπή χρηματοοικονομικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων στη Μεικτή Επιτροπή.

4. Η Μεικτή Επιτροπή δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της όλες τις υποεπιτροπές που έχουν συσταθεί, συμπεριλαμβανομένων των αρμοδιοτήτων τους και καταλόγου των μελών τους με τα αντίστοιχα καθήκοντά τους στην υποεπιτροπή.»

(40)  το άρθρο 58 τροποποιείται ως εξής:

-α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Συγκροτείται συμβούλιο προσφυγών των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών

-α α)  στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

2. Το συμβούλιο προσφυγών αποτελείται από έξι τακτικά και έξι αναπληρωματικά μέλη, τα οποία είναι πρόσωπα υψίστης εντιμότητας με αποδεδειγμένο ιστορικό σχετικών γνώσεων της ενωσιακής νομοθεσίας και διεθνούς επαγγελματικής πείρας, αρκούντως υψηλού επιπέδου στους τομείς των τραπεζικών και ασφαλιστικών υπηρεσιών, των επαγγελματικών συντάξεων, των αγορών κινητών αξιών ή άλλων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, αποκλειομένων του εν ενεργεία προσωπικού των αρμόδιων αρχών ή άλλων εθνικών ή ενωσιακών οργάνων που συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Αρχής και των μελών της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων. Τα μέλη είναι υπήκοοι κράτους μέλους και έχουν άριστη γνώση τουλάχιστον δύο επίσημων γλωσσών της Ένωσης. Το συμβούλιο προσφυγών έχει επαρκή νομική εμπειρία, ώστε να παράσχει εμπεριστατωμένες νομικές γνώμες όσον αφορά τη νομιμότητα και την αναλογικότητα της άσκησης των εξουσιών της Αρχής.»

α)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Το εκτελεστικό συμβούλιο της Αρχής ορίζει δυο μέλη του συμβουλίου προσφυγών και δύο αναπληρωματικά μέλη από πίνακα επικρατέστερων υποψηφίων τον οποίο προτείνει η Επιτροπή, έπειτα από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και έπειτα από διαβούλευση με το συμβούλιο εποπτών.

Αφού λάβει τον κατάλογο επικρατέστερων υποψηφιοτήτων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να καλέσει τα υποψήφια μέλη και αναπληρωματικά μέλη να προβούν σε δήλωση ενώπιον του και να απαντήσουν σε τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών του πριν από τον διορισμό τους.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να καλέσει τον πρόεδρο του συμβουλίου προσφυγών να προβεί σε δήλωση ενώπιόν του και να απαντήσει σε τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών του, όποτε του ζητηθεί.»·

β)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Δεν είναι δυνατόν να παυθεί από τα καθήκοντά του κατά τη διάρκεια της θητείας του μέλος του συμβουλίου προσφυγών το οποίο ορίστηκε από το εκτελεστικό συμβούλιο της Αρχής, εκτός εάν κριθεί ένοχο για σοβαρό παράπτωμα και το εκτελεστικό συμβούλιο λάβει σχετική απόφαση, αφού προηγουμένως διαβουλευθεί με το συμβούλιο εποπτών.»·

β α)  η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8. Οι ΕΕΑ διασφαλίζουν επαρκή επιχειρησιακή και μόνιμη γραμματειακή υποστήριξη του συμβουλίου προσφυγών μέσω της Μεικτής Επιτροπής.»

(41)  στο άρθρο 59, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών είναι ανεξάρτητα κατά τη λήψη των αποφάσεών τους. Δεν δεσμεύονται από οποιεσδήποτε οδηγίες. Δεν εκτελούν οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα σε σχέση με την Αρχή, το εκτελεστικό συμβούλιό της ή το συμβούλιο εποπτών της.

2. Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών και το προσωπικό της Αρχής που παρέχει επιχειρησιακή και γραμματειακή υποστήριξη δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε εκδίκαση προσφυγής στην οποία έχουν προσωπικό συμφέρον ή στην οποία είχαν προηγουμένως παρέμβει ως αντιπρόσωποι ενός από τους διαδίκους ή εάν συνέπραξαν στην απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή.»·

(42)  στο άρθρο 60, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά απόφασης της Αρχής που αναφέρεται στα άρθρα 16, 16α, 17, 18, 19 και 35, μεταξύ άλλων σε σχέση με την αναλογικότητά της, και οποιασδήποτε άλλης απόφασης που ελήφθη από την Αρχή σύμφωνα με τις ενωσιακές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η οποία απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο, ή κατά απόφασης η οποία, παρότι έχει τη μορφή απόφασης απευθυνόμενης προς κάποιο άλλο πρόσωπο, αφορά άμεσα και μεμονωμένα το εν λόγω πρόσωπο.

2. Η προσφυγή, συνοδευόμενη από αιτιολογικό υπόμνημα, υποβάλλεται εγγράφως στην Αρχή εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή, ελλείψει κοινοποίησης, από την ημέρα κατά την οποία η Αρχή δημοσίευσε την απόφασή της.

Το συμβούλιο προσφυγών αποφασίζει επί της προσφυγής εντός τριών μηνών από την άσκησή της.»

(43)  το άρθρο 62 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα έσοδα της Αρχής συνίστανται, με την επιφύλαξη άλλων κατηγοριών εσόδων, σε οποιονδήποτε συνδυασμό των εξής:

α) εξισορροπητική συνεισφορά της Ένωσης, η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (τμήμα «Επιτροπή») και ανέρχεται τουλάχιστον στο 35% των εκτιμώμενων εσόδων της Αρχής,

α α) υποχρεωτικές εισφορές έως 65% των εκτιμώμενων εσόδων της Αρχής από τις εθνικές δημόσιες αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων,

β) ανάλογα με την εξέλιξη του πεδίου εποπτείας ειδικά για τα ιδρύματα, ετήσιες συνεισφορές των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, με βάση τις ετήσιες εκτιμώμενες δαπάνες οι οποίες αφορούν τις δραστηριότητες που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό και από τις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 για κάθε κατηγορία συμμετεχόντων που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Αρχής,

γ) τυχόν τέλη που καταβάλλονται στην Αρχή στις περιπτώσεις που ορίζονται στις σχετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης,

δ) συνεισφορές κρατών μελών ή παρατηρητών,

ε) χρεώσεις για δημοσιεύσεις, δραστηριότητες κατάρτισης και κάθε άλλη υπηρεσία που ζητείται από τις αρμόδιες αρχές.

1α. Τα έσοδα που συγκεντρώνει η Αρχή δεν υπονομεύουν την ανεξαρτησία ή την αμεροληψία της.»·

α α)  στην παράγραφο 4 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η κατάσταση προβλέψεων βασίζεται στους στόχους και στα αναμενόμενα αποτελέσματα του ετησίου προγράμματος εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2 και λαμβάνει υπόψη τους χρηματοδοτικούς πόρους που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων αυτών και των αναμενόμενων αποτελεσμάτων.»

β)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

5. Εθελοντικές συνεισφορές κρατών μελών και παρατηρητών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) δεν γίνονται δεκτές εάν η εν λόγω αποδοχή θα έθετε εν αμφιβόλω την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της Αρχής.»·

(45)  το άρθρο 63 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 63Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1.  Κάθε έτος, το εντεταλμένο μέλος καταρτίζει προσωρινό σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού της Αρχής για τα επόμενα τρία οικονομικά έτη, στο οποίο παρουσιάζονται οι προβλέψεις εσόδων και δαπανών, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το προσωπικό, με βάση τον ετήσιο και τον πολυετή προγραμματισμό της Αρχής, και το διαβιβάζει στο εκτελεστικό συμβούλιο και στο συμβούλιο εποπτών, μαζί με το οργανόγραμμα.

1α.  Ο πρόεδρος παρουσιάζει το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στη συνέχεια δε το συμβούλιο εποπτών, βάσει του σχεδίου που έχει εγκριθεί από το εκτελεστικό συμβούλιο, εγκρίνει το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού για τα επόμενα τρία οικονομικά έτη.

1β.  Το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού διαβιβάζεται από το εκτελεστικό συμβούλιο στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έως τις 31 Ιανουαρίου. Με την επιφύλαξη της έγκρισης του ετήσιου προϋπολογισμού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού.

2.  Λαμβανομένου υπόψη του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού, η Επιτροπή εγγράφει στο σχέδιο του προϋπολογισμού της Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για το οργανόγραμμα και το ποσό της εξισορροπητικής συνεισφοράς που θα βαρύνει τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 της Συνθήκης.

3.  Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει το οργανόγραμμα για την Αρχή. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για την εξισορροπητική συνεισφορά προς την Αρχή και εγκρίνει το όριο για τις συνολικές δαπάνες της Αρχής.

4.  Ο προϋπολογισμός της Αρχής εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, αναπροσαρμόζεται δεόντως.

5.  Το εκτελεστικό συμβούλιο γνωστοποιεί αμελλητί στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να εκτελέσει έργο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως όταν πρόκειται για έργο σχετικό με ακίνητα, όπως μίσθωση ή αγορά κτιρίων.

5α.  Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει οποιοδήποτε έργο μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές ή μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της Αρχής, ιδίως όταν πρόκειται για έργο σχετικό με ακίνητα, όπως μίσθωση ή αγορά κτιρίων, συμπεριλαμβανομένων των ρητρών διακοπής.»·

(46)  το άρθρο 64 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 64 Εκτέλεση και έλεγχος του προϋπολογισμού

«1. Το εντεταλμένο μέλος ασκεί καθήκοντα διατάκτη και εκτελεί τον ετήσιο προϋπολογισμό της Αρχής.

2. Ο υπόλογος της Αρχής, ο οποίος είναι ανεξάρτητος, διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς ▌στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους. Το άρθρο 70 δεν εμποδίζει την Αρχή να παρέχει στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο οποιεσδήποτε πληροφορίες ζητούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο και οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

3. Ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει στον υπόλογο της Επιτροπής μέχρι την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους τα απαιτούμενα λογιστικά στοιχεία που απαιτούνται για την ενοποίηση, με τον τρόπο και τη μορφή που έχει οριστεί από τον υπόλογο της Επιτροπής.

4. Επίσης, ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει την έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση στα μέλη του συμβουλίου εποπτών, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους.

5. Αφού λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 148 του δημοσιονομικού κανονισμού, ο υπόλογος της Αρχής, με δική του ευθύνη, καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Αρχής. Το εντεταλμένο μέλος διαβιβάζει τους εν λόγω λογαριασμούς στο συμβούλιο εποπτών, το οποίο διατυπώνει γνώμη επί των λογαριασμών αυτών.

6. Μέχρι την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους, ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει τους οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του συμβουλίου εποπτών, στον υπόλογο της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Ο υπόλογος της Αρχής αποστέλλει επίσης στον υπόλογο της Επιτροπής, έως την 1η Ιουλίου, δέσμη εκθέσεων που έχει καταρτίσει, σε τυποποιημένη μορφή σύμφωνα με τα όσα έχει ορίσει ο υπόλογος της Επιτροπής για λόγους ενοποίησης.

7. Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως τις 15 Νοεμβρίου του επόμενου έτους.

8. Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου, το εντεταλμένο μέλος αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση επί των παρατηρήσεων του τελευταίου. Επίσης διαβιβάζει αντίγραφο της εν λόγω απάντησης στο εκτελεστικό συμβούλιο και στην Επιτροπή.

9. Το εντεταλμένο μέλος υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από αίτημα του τελευταίου και όπως προβλέπεται στο άρθρο 165 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε στοιχείο που απαιτείται για την εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το υπόψη οικονομικό έτος.

10. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, χορηγεί, πριν από τις 15 Μαΐου του έτους Ν + 2, απαλλαγή στην Αρχή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους Ν.

10α. Η Αρχή διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη για τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και κάθε άλλη παρατήρηση που διατυπώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τη διαδικασία απαλλαγής.»·

(46α)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 64α:

«Άρθρο 64αΕσωτερικός λογιστικός έλεγχος της Αρχής

Η Αρχή συγκροτεί επιτροπή εσωτερικού λογιστικού ελέγχου, η οποία γνωμοδοτεί προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την απαλλαγή του μέρους του προϋπολογισμού το οποίο δεν χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης.»

(47)  το άρθρο 65 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 65Δημοσιονομικοί κανόνες

Οι δημοσιονομικοί κανόνες που ισχύουν για την Αρχή εγκρίνονται από το εκτελεστικό συμβούλιο μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι εν λόγω κανόνες δεν επιτρέπεται να αποκλίνουν από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1271/2013* της Επιτροπής για τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012, εκτός εάν αυτό απαιτούν οι συγκεκριμένες ανάγκες για τη λειτουργία της Αρχής και μόνο με την προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής.

*  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1271/2013 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2013, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 328 της 7.12.2013, σ. 42).»·

(48)  στο άρθρο 66, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης πράξης, εφαρμόζεται στην Αρχή χωρίς κανένα περιορισμό ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου**.

**Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1).»·

(49)  το άρθρο 68 τροποποιείται ως εξής:

α)    οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για το προσωπικό της Αρχής, περιλαμβανομένων των μελών πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου και του προέδρου της, ισχύουν ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης, το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό και οι κανόνες που θέσπισαν από κοινού τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για την εφαρμογή τους.

2. Το εκτελεστικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.»·

β)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει διατάξεις που επιτρέπουν την απόσπαση στην Αρχή εθνικών εμπειρογνωμόνων από κράτη μέλη.»·

(50)  το άρθρο 70 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών και όλα τα μέλη του προσωπικού της Αρχής, περιλαμβανομένων υπαλλήλων από κράτη μέλη οι οποίοι έχουν αποσπαστεί προσωρινά και λοιπών προσώπων που εκτελούν καθήκοντα για την Αρχή βάσει συμβάσεως, υπόκεινται στις απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 339 ΣΛΕΕ και τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας της Ένωσης, ακόμη και μετά την παύση των καθηκόντων τους.

Το άρθρο 16 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εφαρμόζεται σε όλα τα μέλη του προσωπικού της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων που αποσπώνται προσωρινά από τα κράτη μέλη και όλων των άλλων προσώπων που εκτελούν καθήκοντα για την Αρχή βάσει συμβάσεως.»·

β)  στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η υποχρέωση που απορρέει από την παράγραφο 1 και από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εμποδίζει την Αρχή και τις αρμόδιες αρχές να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες για την επιβολή των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και ειδικότερα για νομικές διαδικασίες σχετικές με την έκδοση αποφάσεων.»·

γ)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που παρέχουν, άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, οποιαδήποτε υπηρεσία σχετική με τα καθήκοντα της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων και άλλων προσώπων που εξουσιοδοτούνται από το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών ή διορίζονται από τις αρμόδιες αρχές για τον σκοπό αυτόν, υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου, ισοδύναμες με εκείνες των προηγούμενων παραγράφων.

Οι ίδιες απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου ισχύουν επίσης για τους παρατηρητές που παρίστανται στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου και του συμβουλίου εποπτών και οι οποίοι λαμβάνουν μέρος στις δραστηριότητες της Αρχής.»·

δ)  οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εμποδίζουν την Αρχή να ανταλλάσσει πληροφορίες με αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τη λοιπή ενωσιακή νομοθεσία ▌.

Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται σε πρόσωπα που υποβάλλουν ή κοινοποιούν πληροφορίες σχετικά με απειλή ή βλάβη για το δημόσιο συμφέρον στο πλαίσιο της εργασιακής τους σχέσης.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 υπόκεινται στους όρους για το επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2. Στον εσωτερικό κανονισμό της η Αρχή ορίζει τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των κανόνων εμπιστευτικότητας των παραγράφων 1 και 2.

4. Η Αρχή εφαρμόζει την απόφαση (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 2015/444 της Επιτροπής.

4α. Η Αρχή διαθέτει ειδικούς διαύλους καταγγελίας για την παραλαβή και τον χειρισμό πληροφοριών που παρέχονται από καταγγέλλοντα σε σχέση με πραγματικές ή δυνητικές παραβάσεις πράξεων της Ένωσης ή κατάχρηση του νόμου ή υποθέσεις κακοδιοίκησης.»·

(51)  το άρθρο 71 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών αναφορικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 ή των υποχρεώσεων της Αρχής αναφορικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2018/ΧΧΧ (κανονισμός περί προστασίας δεδομένων για τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ) κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.»·

(52)  στο άρθρο 72, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.»·

(53)  στο άρθρο 73, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εκτελεστικό συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με το γλωσσικό καθεστώς που εφαρμόζεται στην Αρχή.»·

(54)  Στο άρθρο 74, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αναγκαίες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Αρχής στο κράτος μέλος όπου εδρεύει και σχετικά με τις εγκαταστάσεις που πρέπει να θέσει στη διάθεσή της το εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος για το προσωπικό της Αρχής και τα μέλη των οικογενειών τους ορίζονται σε συμφωνία για την έδρα μεταξύ της Αρχής και του εν λόγω κράτους μέλους, η οποία συνάπτεται μετά τη λήψη της έγκρισης του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

(54α)  στο άρθρο 75, οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή ▌συνεργάζεται με τις χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και οι οποίες εφαρμόζουν νομοθεσία αναγνωρισμένη ως ισοδύναμη στους τομείς αρμοδιότητας της Αρχής στους οποίους παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, όπως προβλέπεται σε διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 218 ΣΛΕΕ.

3. Με βάση τις σχετικές διατάξεις των συμφωνιών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, επέρχονται ρυθμίσεις οι οποίες εξειδικεύουν, ιδίως, τη φύση, το πεδίο εφαρμογής και τις διαδικαστικές πτυχές της συμμετοχής των χωρών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ιδίως σε σχέση με τις χώρες που είναι μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, στο έργο της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων των προβλέψεων σχετικά με την οικονομική συμμετοχή και το προσωπικό. Μπορούν να προβλέπουν εκπροσώπηση, ως παρατηρητών, στη διακυβέρνηση της Αρχής, αλλά διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω χώρες δεν παρίστανται σε οποιεσδήποτε συζητήσεις αφορούν μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, παρά μόνο αν υπάρχει άμεσο συμφέρον.»

(55)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 75α:

«Άρθρο 75αΆσκηση της εξουσιοδότησης

1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

3. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 35δ παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που καθορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.

4. Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή συμβουλεύεται εμπειρογνώμονες οι οποίοι ορίζονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση της νομοθεσίας.

5. Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6. Κάθε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 35δ παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο αρχίζει να ισχύει μόνον εφόσον δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η προθεσμία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν αντίρρηση. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.»·

(56)  το άρθρο 76 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 76Σχέση με την ΕΕΑΤΕ

Η Αρχή θεωρείται ο νόμιμος διάδοχος της ΕΕΑΤΕ. Έως την ημερομηνία σύστασης της Αρχής, όλα τα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις και όλες οι εκκρεμείς δράσεις της ΕΕΑΤΕ μεταφέρονται αυτομάτως στην Αρχή. Η ΕΕΑΤΕ θα συντάξει κατάσταση στην οποία θα εμφαίνεται η κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της κατά την ημερομηνία της μεταφοράς αυτής. Η εν λόγω κατάσταση θα ελεγχθεί και θα εγκριθεί από την ΕΕΑΤΕ και από την Επιτροπή.»

(57)  παρεμβάλλεται νέο άρθρο 77α:

Άρθρο 77αΜεταβατικές διατάξεις

Τα καθήκοντα και η θέση του εκτελεστικού διευθυντή που έχει διοριστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, και που υπηρετεί την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παύουν κατά την ημερομηνία αυτή.

Τα καθήκοντα και η θέση του προέδρου που έχει διοριστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, και που υπηρετεί την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παραμένουν έως τη λήξη τους.

Τα καθήκοντα και η θέση των μελών του συμβουλίου διοίκησης που έχουν διοριστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, και που υπηρετούν την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παύουν κατά την ημερομηνία αυτή.».

(57α)  το άρθρο 79 διαγράφεται.

(57β)  το άρθρο 80 διαγράφεται.

(57γ)  το άρθρο 81 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 81Επανεξέταση

1. Έως την/τις ... [18 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και ανά τριετία στη συνέχεια, η Επιτροπή δημοσιεύει γενική έκθεση σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε ως αποτέλεσμα της λειτουργίας της Αρχής και των διαδικασιών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η έκθεση αξιολογεί μεταξύ άλλων:

α) την αποτελεσματικότητα και τον βαθμό σύγκλισης των πρακτικών εποπτείας που έχει επιτευχθεί από τις αρμόδιες αρχές:

i) την ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών και τη σύγκλιση ως προς πρότυπα ισοδύναμα προς την εταιρική διακυβέρνηση·

ii) την αμεροληψία, την αντικειμενικότητα και την αυτονομία της Αρχής·

β) τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών·

γ) την πρόοδο που έχει σημειωθεί προς σύγκλιση στα πεδία της πρόληψης, διαχείρισης και επίλυσης κρίσεων, περιλαμβανομένων των ενωσιακών μηχανισμών χρηματοδότησης·

δ) τον ρόλο της Αρχής όσον αφορά τον συστημικό κίνδυνο·

ε) την εφαρμογή της ρήτρας διασφάλισης του άρθρου 38·

στ) την εφαρμογή του δεσμευτικού μεσολαβητικού ρόλου που θεσπίζει το άρθρο 19·

στ α) τη λειτουργία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Μεικτής Επιτροπής·

στ β) τα εμπόδια ή τις επιπτώσεις στη διασυνοριακή ενοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού.

2. Στην έκθεση στην οποία παραπέμπει η παράγραφος 1 εξετάζεται επίσης εάν:

α) ενδείκνυται να συνεχισθεί η χωριστή εποπτεία τραπεζών, ασφαλίσεων, επαγγελματικών συντάξεων, κινητών αξιών και χρηματοοικονομικών αγορών·

β) ενδείκνυται η άσκηση προληπτικής εποπτείας και η εποπτεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας να διενεργούνται χωριστά ή από τον ίδιο επόπτη·

γ) ενδείκνυται να απλοποιηθεί και να ενισχυθεί η αρχιτεκτονική του ΕΣΧΕ για να αυξηθεί η συνοχή μεταξύ του μακροεπιπέδου και του μικροεπιπέδου και μεταξύ των ΕΕΑ·

δ) η εξέλιξη του ΕΣΧΕ συμβαδίζει αρμονικά με τις παγκόσμιες εξελίξεις·

ε) υπάρχει επαρκής πολυμορφία και αριστεία εντός του ΕΣΧΕ·

στ) υπάρχει επαρκής λογοδοσία και διαφάνεια σχετικά με τις απαιτήσεις δημοσιότητας·

ζ) οι πόροι της Αρχής επαρκούν για την επιτέλεση των καθηκόντων της·

η) ενδείκνυται να διατηρηθεί η έδρα της Αρχής ή να μεταφερθούν οι ΕΕΑ σε ενιαία έδρα προκειμένου να αναβαθμιστεί ο μεταξύ τους συντονισμός.

2α. Στο πλαίσιο της γενικής έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με όλες τις σχετικές αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη, διενεργεί ολοκληρωμένη αξιολόγηση σχετικά με την εφαρμογή, τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα της έκδοσης επιστολών μη ανάληψης δράσης δυνάμει του άρθρου 9γ του παρόντος κανονισμού.

2β. Η Επιτροπή υποβάλλει τις αξιολογήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2α, μαζί με νομοθετικές προτάσεις, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις [18 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

3. Όσον αφορά το ζήτημα της άμεσης εποπτείας χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή υποδομών πανευρωπαϊκής εμβέλειας και λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις της αγοράς, τη σταθερότητα της εσωτερικής αγοράς και τη συνοχή της Ένωσης συνολικά, η Επιτροπή συντάσσει ετήσια έκθεση για τη σκοπιμότητα της ανάθεσης στην Αρχή περισσότερων εποπτικών αρμοδιοτήτων στον τομέα αυτόν.

4. Η έκθεση και οι συνοδευτικές προτάσεις, εάν υπάρχουν, υποβάλλονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.»

(57δ)  προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 81α:

«Άρθρο 81αΑξιολόγηση των ειδικών καθηκόντων που ανατίθενται στην Αρχή όσον αφορά την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

1. Η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με όλες τις σχετικές αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη, διενεργεί ολοκληρωμένη αξιολόγηση σχετικά με την εφαρμογή, τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα των ειδικών καθηκόντων που ανατίθενται στην Αρχή δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 1 σημείο 1) του παρόντος κανονισμού. Στο πλαίσιο της αξιολόγησής της, η Επιτροπή αναλύει την αλληλεπίδραση μεταξύ των εν λόγω καθηκόντων και των καθηκόντων που ανατίθενται στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών. Επιπλέον, η Επιτροπή, βάσει συνολικής ανάλυσης κόστους και οφέλους, καθώς και σύμφωνα με τον στόχο της διασφάλισης της συνέπειας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας, διερευνά διεξοδικά τη δυνατότητα ανάθεσης ειδικών καθηκόντων για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σε υφιστάμενο ή νέο ειδικό οργανισμό ενωσιακής εμβέλειας.

2. Η Επιτροπή υποβάλλει την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στο πλαίσιο της έκθεσής της σύμφωνα με το άρθρο 65 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/843, συνοδευόμενη από νομοθετικές προτάσεις αν κρίνεται σκόπιμο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, έως τις 11 Ιανουαρίου 2022.»

Άρθρο 2Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010

Ο κανονισμός (ΕΕ) 1094/2010 τροποποιείται ως εξής:

(1)  το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α α)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή ενεργεί στο πλαίσιο των εξουσιών που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό και στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ με εξαίρεση τον Τίτλο IV αυτής, των οδηγιών 2002/92/ΕΚ, 2003/41/ΕΚ, 2002/87/ΕΚ, της οδηγίας 2009/103/ΕΚ*, της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου** και, στον βαθμό που οι πράξεις αυτές εφαρμόζονται για ασφαλιστικές επιχειρήσεις, αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ιδρύματα που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, στο πλαίσιο των σχετικών τμημάτων της οδηγίας 2002/65/ΕΚ, περιλαμβανομένων όλων των οδηγιών, των κανονισμών και των αποφάσεων που βασίζονται στις εν λόγω πράξεις, και κάθε άλλης νομικά δεσμευτικής πράξης της Ένωσης με την οποία ανατίθενται καθήκοντα στην Αρχή.

*   Οδηγία 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ L 263 της 7.10.2009, σ. 11).

**  Οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19)»·

α β)    η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η Αρχή ενεργεί επίσης στο πεδίο των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, χρηματοοικονομικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων, ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, σε σχέση με τα θέματα που δεν εμπίπτουν άμεσα στις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, περιλαμβανομένων των θεμάτων εταιρικής διακυβέρνησης, ελέγχου και χρηματοοικονομικών αναφορών, λαμβάνοντας υπόψη βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα και την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω δράσεις της Αρχής είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση αποτελεσματικής και συνεπούς εφαρμογής των πράξεων αυτών.»

α γ)    η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Ο σκοπός της Αρχής είναι να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον συμβάλλοντας στη βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη σταθερότητα και αποτελεσματικότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, προς όφελος της οικονομίας, των πολιτών και των επιχειρήσεων της Ένωσης. Η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της, συμβάλλει:

α) στη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, διασφαλίζοντας ιδίως υγιή, αποτελεσματική και συνεπή ρύθμιση και εποπτεία,

β) στη διασφάλιση της ακεραιότητας, της διαφάνειας, της αποδοτικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοοικονομικών αγορών,

γ) στην ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού,

δ) στην αποτροπή της καταχρηστικής επιλογής του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας και στην προαγωγή ισότιμων συνθηκών ανταγωνισμού,

ε) στη διασφάλιση της δέουσας ρύθμισης και εποπτείας της ανάληψης κινδύνων στους τομείς των ασφαλίσεων, των αντασφαλίσεων και των δραστηριοτήτων επαγγελματικής συνταξιοδότησης· ▌

στ) στην ενίσχυση της προστασίας των πελατών και των καταναλωτών·

στ α) στην ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένης της προώθησης μιας προσέγγισης που βασίζεται στους κινδύνους, όσον αφορά την εποπτεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Γι’ αυτούς τους λόγους, η Αρχή πρέπει να συμβάλλει στη διασφάλιση της συνεπούς, αποδοτικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των πράξεων στις οποίες παραπέμπει η παράγραφος 2, να ενισχύει την εποπτική σύγκλιση και να γνωμοδοτεί σύμφωνα με το άρθρο 16α στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή ▌.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που της ανατίθενται με βάση τον παρόντα κανονισμό, η Αρχή αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε είδους συστημικό κίνδυνο που προέρχεται από χρηματοοικονομικά ιδρύματα, σε περίπτωση αποτυχίας των οποίων μπορεί να πληγεί η λειτουργία του χρηματοοικονομικού συστήματος ή της πραγματικής οικονομίας.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Αρχή ενεργεί ανεξάρτητα, αντικειμενικά και με αμερόληπτο και διαφανή τρόπο, προς το συμφέρον της Ένωσης ως συνόλου, τηρώντας παράλληλα την αρχή της αναλογικότητας. Η Αρχή εφαρμόζει τις αρχές της λογοδοσίας και της ακεραιότητας και θα πρέπει να διασφαλίζει την ισότιμη μεταχείριση όλων των συμφεροντούχων στο πλαίσιο αυτό.

Το περιεχόμενο και η μορφή των ενεργειών και των μέτρων της Αρχής δεν υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού ή των πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και είναι ανάλογα με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενυπάρχουν στην επιχειρηματική δραστηριότητα ιδρύματος ή σε αγορές που επηρεάζονται από τη δράση της Αρχής.»

(2)  το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ). Κύριος στόχος του ΕΣΧΕ είναι να εξασφαλίζεται η κατάλληλη εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για τον χρηματοοικονομικό τομέα, ώστε να διαφυλαχθεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα και για να διασφαλιστεί η εμπιστοσύνη στο χρηματοοικονομικό σύστημα στο σύνολό του και η αποτελεσματική και επαρκής προστασία των πελατών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.»

β)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι συμμετέχοντες στο ΕΣΧΕ συνεργάζονται με εμπιστοσύνη και πλήρη αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η ▌ροή κατάλληλων και αξιόπιστων πληροφοριών αναμεταξύ τους και σε σχέση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή

γ)  στην παράγραφο 5 παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οι αναφορές του παρόντος κανονισμού στην εποπτεία περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές δραστηριότητες, με την επιφύλαξη των εθνικών αρμοδιοτήτων, όλων των αρμόδιων αρχών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

(2α)  το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 3Υποχρέωση λογοδοσίας

του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας

1. Οι αρχές που μνημονεύονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε) είναι υπόλογες έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

2. Κατά τη διάρκεια οποιωνδήποτε ερευνών διεξάγονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 226 ΣΛΕΕ, η Αρχή συνεργάζεται πλήρως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

3. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους. Η έκθεση δημοσιοποιείται.

Η Αρχή περιλαμβάνει στην ετήσια έκθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί με εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς ή διοικήσεις τρίτων χωρών όσον αφορά τη συνδρομή της Αρχής προς την Επιτροπή για την προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας και σχετικά με τις δραστηριότητες παρακολούθησης που αναλαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 33.

4. Κατόπιν αιτήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο πρόεδρος συμμετέχει σε ακρόαση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις επιδόσεις της Αρχής. Πραγματοποιείται ακρόαση τουλάχιστον ετησίως. Ο πρόεδρος προβαίνει σε δήλωση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και απαντά σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις των μελών του, όποτε ζητηθεί.

5. Ο πρόεδρος υποβάλλει έγγραφη έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες της Αρχής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όποτε ζητηθεί και τουλάχιστον 15 ημέρες πριν να προβεί στη δήλωση που προβλέπει η παράγραφος 1γ.

6. Πέρα από τις πληροφορίες που μνημονεύονται στα άρθρα 11 έως 18 και στα άρθρα 20 και 33, η έκθεση συμπεριλαμβάνει κάθε σχετική πληροφορία που έχει ζητήσει ad hoc το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

7. Η Αρχή απαντά προφορικώς ή γραπτώς στις ερωτήσεις που απευθύνονται στην ίδια από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο εντός πέντε εβδομάδων από την παραλαβή της ερώτησης.

8. Κατόπιν αιτήσεως, ο πρόεδρος πραγματοποιεί, κεκλεισμένων των θυρών, εμπιστευτικές προφορικές συζητήσεις με τον πρόεδρο, τους αντιπροέδρους και τους συντονιστές της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εάν οι εν λόγω συζητήσεις απαιτούνται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 226 ΣΛΕΕ. Όλοι οι συμμετέχοντες τηρούν τις απαιτήσεις περί επαγγελματικού απορρήτου.

9. Η Αρχή καταρτίζει μητρώο εγγράφων και προσδιορίζει το καθεστώς προσβασιμότητάς τους.

10. Η Αρχή κοινοποιεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μια ουσιαστική σύνοψη των εργασιών των συνεδριάσεων της Διεθνούς Ένωσης Ασφαλιστικών Εποπτών, του Διεθνούς Οργανισμού Εποπτών Συντάξεων, του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, του Συμβουλίου Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και κάθε άλλου σχετικού διεθνούς οργανισμού ή οργάνου που αφορά ή επηρεάζει την εποπτεία ασφαλίσεων, αντασφαλίσεων και συντάξεων.»

(3)  Στο άρθρο 4 σημείο 2), το στοιχείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii) όσον αφορά τις οδηγίες 2002/65/ΕΚ και (ΕΕ) 2015/849, οι αρχές που είναι αρμόδιες να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ▌προς τις απαιτήσεις των εν λόγω οδηγιών·»·

(4)  το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)    το σημείο 2) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2) εκτελεστικό συμβούλιο, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 47·»·

β)    το σημείο 4) απαλείφεται·

(4α)  στο άρθρο 7 προστίθεται νέα παράγραφος:

«Ο καθορισμός της τοποθεσίας της έδρας της Αρχής δεν επηρεάζει την εκτέλεση από την Αρχή των καθηκόντων και εξουσιών της, την οργάνωση της δομής διακυβέρνησής της, τη λειτουργία της κύριας οργάνωσής της ή την κύρια χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της, επιτρέποντας, κατά περίπτωση, την από κοινού χρήση με τους οργανισμούς της Ένωσης υπηρεσιών διοικητικής στήριξης και υπηρεσιών διαχείρισης εγκαταστάσεων οι οποίες δεν συνδέονται με τις κύριες δραστηριότητες της Αρχής. Έως την/τις ... [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού] και εφεξής κάθε 12 μήνες, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη συμμόρφωση των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών προς τη συγκεκριμένη απαίτηση.»

(5)  το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)    η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

-i)  το στοιχείο α) τροποποιείται ως εξής:

με βάση τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, συμβάλλει στην καθιέρωση κοινών ρυθμιστικών και εποπτικών προτύπων και πρακτικών υψηλής ποιότητας, ιδίως ▌με την ανάπτυξη ▌σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και άλλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των γνωμοδοτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 16α·»

i)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο α α):

«α α) καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση το οποίο προσδιορίζει εποπτικές βέλτιστες πρακτικές και μεθοδολογίες και διεργασίες υψηλής ποιότητας, λαμβάνει δε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις μεταβαλλόμενες επιχειρηματικές πρακτικές και επιχειρηματικά μοντέλα καθώς και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών·»·

ii α)  το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) συμβάλλει στη συνεπή εφαρμογή των νομικά δεσμευτικών ενωσιακών πράξεων, ιδίως συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινής εποπτικής νοοτροπίας, διασφαλίζοντας τη συνεπή, αποδοτική και αποτελεσματική εφαρμογή των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, αποτρέποντας την καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας, προωθώντας και παρακολουθώντας την εποπτική ανεξαρτησία, μεσολαβώντας και επιλύοντας διαφωνίες μεταξύ αρμόδιων αρχών, διασφαλίζοντας αποτελεσματική και συνεπή εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, διασφαλίζοντας τη συνεκτική λειτουργία των σωμάτων εποπτών και λαμβάνοντας μέτρα, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης·»

ii)  τα στοιχεία ε) και στ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) διοργανώνει και διενεργεί αξιολογήσεις των αρμόδιων αρχών, με την υποστήριξη των εθνικών αρμόδιων αρχών, και, στο πλαίσιο αυτό, εκδίδει ▌συστάσεις προς τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, εντοπίζει βέλτιστες πρακτικές και, στο πλαίσιο αυτό, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, με σκοπό την ενίσχυση της συνοχής των εποπτικών αποτελεσμάτων·

στ) παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα αρμοδιότητάς της, περιλαμβανομένων, εφόσον ενδείκνυται, των εξελίξεων που αφορούν ▌τις τάσεις στις καινοτόμες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, και τις εξελίξεις που σχετίζονται με τις τάσεις των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων·»·

ii α)  το σημείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ) πραγματοποιεί αναλύσεις αγοράς με στόχο την εμπεριστατωμένη εκπλήρωση των καθηκόντων της Αρχής·»

iii)  το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) ενισχύει, κατά περίπτωση, την προστασία των ασφαλισμένων, των μελών του συνταξιοδοτικού συστήματος και των συνταξιούχων, των καταναλωτών και των επενδυτών, ιδίως σε σχέση με τις ελλείψεις σε διασυνοριακό πλαίσιο και λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς κινδύνους»·

iii α)  παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία θ α) και θ β):

«θ α) συντονίζει τις δραστηριότητες επιβολής του νόμου μεταξύ των αρμόδιων αρχών·»

«θ β) συμβάλλει στη θέσπιση κοινής στρατηγικής της Ένωσης για τα χρηματοοικονομικά δεδομένα·»

iii β)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο ια α):

«ια α) δημοσιεύει στον ιστότοπό της και ενημερώνει τακτικά όλα τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, τις κατευθυντήριες γραμμές, τις συστάσεις και τις ερωτήσεις και απαντήσεις για κάθε νομοθετική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, συμπεριλαμβανομένων των επισκοπήσεων που αφορούν την τρέχουσα κατάσταση των εν εξελίξει εργασιών και το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα για την έγκριση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, των σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, των κατευθυντήριων γραμμών, των συστάσεων και των ερωτήσεων και απαντήσεων. Οι πληροφορίες αυτές διατίθενται σε όλες τις γλώσσες εργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης·»

iv)  το στοιχείο ιβ) απαλείφεται·

v)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο ιγ):

«ιγ) παρέχει συμβουλές σχετικά με τις αιτήσεις που αφορούν εσωτερικά μοντέλα, με σκοπό τη διευκόλυνση της λήψης αποφάσεων και την παροχή συνδρομής όπως προβλέπεται στο άρθρο 21α·»·

β)  παρεμβάλλεται νέα παράγραφος 1α:

«1α. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η Αρχή:

α) κάνει χρήση όλων των εξουσιών που διαθέτει·

β) λαμβάνοντας υπόψη τον στόχο για κατοχύρωση της ασφάλειας και ευρωστίας των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, λαμβάνει δεόντως υπόψη τους διαφόρους τύπους, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων·

γ) λαμβάνει υπόψη την τεχνολογική καινοτομία, τα καινοτόμα και βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα όπως οι συνεταιρισμοί και τα ταμεία αλληλασφάλισης, καθώς και την ενσωμάτωση παραγόντων που σχετίζονται με το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση»·

γ)  η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i) παρεμβάλλεται το στοιχείο γ α):

«γ α) εκδίδει συστάσεις όπως ορίζεται στα άρθρα 29α και 31α,»·

i α) παρεμβάλλεται το στοιχείο δ α):

«δ α) εκδίδει προειδοποιήσεις σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3·»

i β) παρεμβάλλονται τα στοιχεία ζ α), ζ β) και ζ γ):

«ζ α) γνωμοδοτεί προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 16α·

ζ β) εκδίδει απαντήσεις σε ερωτήσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 16β·

ζ γ) εκδίδει χρονικά περιορισμένες επιστολές μη ανάληψης δράσης (no-action letters), όπως ορίζεται στο άρθρο 9a·»

ii) το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) συλλέγει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 35 και στο άρθρο 35β·»·

δ)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, η Αρχή τηρεί αυστηρά τους νόμους επιπέδου 1 και τα μέτρα επιπέδου 2 και εφαρμόζει τις αρχές της αναλογικότητας και της βελτίωσης της νομοθεσίας, περιλαμβανομένων εκτιμήσεων επιπτώσεων, αναλύσεων κόστους-οφέλους και ανοικτών δημόσιων διαβουλεύσεων.

Οι ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις που αναφέρονται στα άρθρα 10, 15, 16 και 16α διεξάγονται όσο το δυνατόν ευρύτερα, για να διασφαλιστεί μία προσέγγιση χωρίς αποκλεισμούς προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, και παρέχουν εύλογο χρόνο στους συμφεροντούχους για να απαντήσουν. Η Αρχή παρέχει και δημοσιεύει ανάδραση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν οι πληροφορίες και οι απόψεις που προέκυψαν από τις διαβουλεύσεις, σε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις.

Η Αρχή συνοψίζει τα στοιχεία που έλαβε από τους συμφεροντούχους κατά τρόπο που να επιτρέπει τη συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων των δημόσιων διαβουλεύσεων για παρόμοια θέματα.»·

(6)  το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

-α α)  στην παράγραφο 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) συλλογή, ανάλυση και αναφορά των καταναλωτικών τάσεων, όπως η εξέλιξη του κόστους και των επιβαρύνσεων για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες λιανικής και χρηματοοικονομικά προϊόντα λιανικής στα κράτη μέλη·»

α)  στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο νέο στοιχείο α β):

α β) ανάπτυξη δεικτών κινδύνου για τους μικροεπενδυτές με σκοπό τον έγκαιρο εντοπισμό αιτιών που ενδέχεται να προκαλέσουν βλάβη στους καταναλωτές και τους επενδυτές·»·

β α)  στην παράγραφο 1, προστίθενται τα στοιχεία δ α) και δ β):

«δ α) συμβολή στην εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά όπου οι καταναλωτές και οι ασφαλισμένοι έχουν ισότιμη πρόσβαση σε συγκρίσιμες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, προϊόντα και μέτρα επανόρθωσης·

δ β) συντονισμός των δραστηριοτήτων ανώνυμης έρευνας αγοράς («mystery shopping») των αρμόδιων αρχών.»

γ)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή παρακολουθεί νέες και υφιστάμενες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και μπορεί να θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 με σκοπό την προώθηση της ασφάλειας και της αξιοπιστίας των αγορών και τη σύγκλιση και αποτελεσματικότητα των ρυθμιστικών και εποπτικών πρακτικών.

2α. Η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της, αναπτύσσει πρότυπα σχετικά με την εποπτεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας τα οποία απευθύνονται στις εθνικές αρμόδιες αρχές, για παράδειγμα σε σχέση με τις ελάχιστες εξουσίες και καθήκοντα. »·

δ)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η Αρχή συστήνει, ως αναπόσπαστο οργανωτικό της μέρος, επιτροπή για την αναλογικότητα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι διαφορές στη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, στα μεταβαλλόμενα επιχειρηματικά μοντέλα και επιχειρηματικές πρακτικές, και στο μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών αντικατοπτρίζονται στις εργασίες της Αρχής, και επιτροπή για την προστασία των καταναλωτών και τη χρηματοοικονομική καινοτομία, στην οποία συμμετέχουν όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές και οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την προστασία των καταναλωτών, με σκοπό την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών και την υιοθέτηση συντονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τη ρυθμιστική και εποπτική μεταχείριση των νέων ή καινοτόμων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και την παροχή γνωμοδοτήσεων με σκοπό να τις παρουσιάσει η Αρχή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Η Αρχή συνεργάζεται στενά με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων για την αποφυγή επικαλύψεων, ασυνεπειών και ανασφάλειας δικαίου στον τομέα της προστασίας δεδομένων. Η Αρχή μπορεί επίσης να συμπεριλάβει στην επιτροπή εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων.»·

β α)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Η Αρχή μπορεί προσωρινά να απαγορεύσει ή να περιορίσει την εμπορική προώθηση, διανομή ή πώληση ορισμένων χρηματοοικονομικών προϊόντων, μέσων ή δραστηριοτήτων που ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντική οικονομική ζημία στους πελάτες ή απειλούν την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης, στις περιπτώσεις που καθορίζονται και υπό τους όρους που θεσπίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ή, εφόσον απαιτείται, σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης, σύμφωνα και με τους όρους που θεσπίζονται στο άρθρο 18.

Η Αρχή επανεξετάζει την απόφαση στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο ανά τακτά χρονικά διαστήματα, το συντομότερο δυνατό και τουλάχιστον ανά εξάμηνο. Η Αρχή μπορεί να ανανεώσει την απαγόρευση ή τον περιορισμό δύο φορές, και μετά την περίοδο αυτή η απαγόρευση ή ο περιορισμός καθίσταται μόνιμος, εκτός εάν η Αρχή κρίνει το αντίθετο.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Αρχή να επανεξετάσει την απόφασή της. Σε αυτήν την περίπτωση, η Αρχή αποφασίζει αν θα εμμείνει στην απόφασή της κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

Η Αρχή μπορεί επίσης να εκτιμήσει την ανάγκη απαγόρευσης ή περιορισμού ορισμένων μορφών χρηματοοικονομικής δραστηριότητας ή πρακτικής και, εφόσον χρειαστεί, να ενημερώσει σχετικώς την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές προκειμένου να διευκολύνει τη θέσπιση οιασδήποτε απαγόρευσης ή περιορισμού.»

(6α)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 9α:

Άρθρο 9αΧρονικά περιορισμένες επιστολές μη ανάληψης δράσης (no-action letters)

1.  Σε εξαιρετικές περιστάσεις, και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο, η Αρχή μπορεί, σε συντονισμό με όλες τις σχετικές αρμόδιες αρχές, να εκδίδει χρονικά περιορισμένες επιστολές μη ανάληψης δράσης όσον αφορά συγκεκριμένες διατάξεις της ενωσιακής νομοθεσίας που βασίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2. Με τις εν λόγω επιστολές μη ανάληψης δράσης, η Αρχή και όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές δεσμεύονται προσωρινά ότι δεν θα λάβουν μέτρα επιβολής σε σχέση με τη μη συμμόρφωση ενός χρηματοοικονομικού ιδρύματος με συγκεκριμένες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, όταν το χρηματοοικονομικό ίδρυμα δεν μπορεί να συμμορφωθεί με τις εν λόγω συγκεκριμένες διατάξεις για τουλάχιστον έναν από τους ακόλουθους λόγους:

α)   η συμμόρφωση θα είχε ως αποτέλεσμα το χρηματοοικονομικό ίδρυμα να ενεργεί κατά παράβαση άλλων νομικών και κανονιστικών απαιτήσεων του ενωσιακού δικαίου·

β)  η Αρχή κρίνει ότι δεν είναι εφικτή η συμμόρφωση χωρίς περαιτέρω μέτρα επιπέδου 2 ή καθοδήγηση επιπέδου 3·

γ)  η συμμόρφωση θα έβλαπτε σοβαρά ή θα απειλούσε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα: την εμπιστοσύνη της αγοράς, την προστασία των καταναλωτών ή των επενδυτών, την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή των αγορών βασικών προϊόντων, τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης.

Η Αρχή δεν εκδίδει επιστολές μη ανάληψης δράσης εάν κρίνει ότι αυτές θα είχαν αρνητικές συνέπειες, δυσανάλογες σε σχέση με τα οφέλη τους, για την αποτελεσματικότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή για την προστασία των καταναλωτών ή των επενδυτών.

2.  Η Αρχή διευκρινίζει στην επιστολή μη ανάληψης δράσης τις συγκεκριμένες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου τις οποίες αφορά η μη επιβολή, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1 και την ημερομηνία λήξης της μη επιβολής. Η διάρκεια της εν λόγω μη επιβολής δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες.

3.  Εάν η Αρχή αποφασίσει να εκδώσει επιστολή μη ανάληψης δράσης, γνωστοποιεί αμέσως την απόφασή της στην Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή της εν λόγω γνωστοποίησης, η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να ζητήσουν από την Αρχή να επανεξετάσει την απόφασή της. Κατόπιν πρωτοβουλίας της Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο εβδομάδες. Σε περίπτωση που η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο ζητήσει από την Αρχή να επανεξετάσει την απόφασή της, η Αρχή αποφασίζει αν θα εμμείνει στην απόφασή της κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

4.  Εάν η Αρχή έχει εκδώσει επιστολή μη ανάληψης δράσης σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 3, τη δημοσιεύει αμέσως στον ιστότοπό της. Η Αρχή επανεξετάζει, σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα, την απόφασή της να εκδώσει επιστολή μη ανάληψης δράσης, και μπορεί να την ανανεώσει μόνο για μία περίοδο 6 μηνών. Εάν μια απόφαση για την έκδοση επιστολής μη ανάληψης δράσης δεν ανανεωθεί μετά την πάροδο έξι μηνών ή ενός έτους, η ισχύς της λήγει αυτομάτως.

(6α)  το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 10Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα

1. Οσάκις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκχωρούν εξουσίες στην Επιτροπή για τη θέσπιση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεκτική εναρμόνιση στους τομείς που περιγράφονται συγκεκριμένα στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή δύναται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων. Η Αρχή υποβάλλει τα σχέδια ρυθμιστικών προτύπων που κατήρτισε στην Επιτροπή προς έγκριση. Ταυτόχρονα, η Αρχή διαβιβάζει τα εν λόγω τεχνικά πρότυπα προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα είναι τεχνικής φύσεως, δεν επιβάλλουν στρατηγικές αποφάσεις ή πολιτικές επιλογές και το περιεχόμενό τους περιορίζεται από τις νομοθετικές πράξεις επί των οποίων βασίζονται. Η Αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το συντομότερο δυνατόν και πλήρως σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην κατάρτιση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων.

Πριν την υποβολή τους στην Επιτροπή, η Αρχή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2α. Η Αρχή ζητεί επίσης τις συμβουλές της οικείας ομάδας συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Εντός τριών μηνών από την παραλαβή σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή αποφασίζει εάν θα το εγκρίνει. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων εν μέρει μόνο ή, εάν το απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης, με τροποποιήσεις.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν καταλήξει σε απόφαση εντός τριών μηνών από την παραλαβή ενός σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου σχετικά με το αν θα εγκρίνει το εν λόγω πρότυπο, ενημερώνει πάραυτα επ’ αυτού, και σε κάθε περίπτωση πριν από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε απόφαση και το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα έγκρισης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ημερομηνία μεταφοράς και εφαρμογής της εφαρμοστέας νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Τυχόν καθυστέρηση στην έγκριση του σχεδίου ρυθμιστικού προτύπου δεν εμποδίζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να ασκούν τις ελεγκτικές εξουσίες τους σύμφωνα με το άρθρο 13.

Εφόσον η Επιτροπή προτίθεται να μην εγκρίνει ένα σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου ή να το εγκρίνει εν μέρει ή με τροποποιήσεις, διαβιβάζει και πάλι το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου προς την Αρχή, εξηγώντας γιατί δεν το εγκρίνει ή, ενδεχομένως, εξηγώντας τους λόγους των τροποποιήσεών της, και διαβιβάζει αντίγραφο της επιστολής της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Εντός έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής και να το επανυποβάλει στην Επιτροπή υπό μορφή επίσημης γνώμης προς έγκριση. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Αν κατά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας των έξι εβδομάδων η Αρχή δεν υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου ή υποβάλει σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που δεν τροποποιήθηκε κατά τρόπο συνεπή προς τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου με τις τροποποιήσεις που θεωρεί συναφείς ή να το απορρίψει.

Η Επιτροπή δεν μπορεί να τροποποιεί το περιεχόμενο σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου της Αρχής χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

2. Αν η Αρχή δεν υποβάλει σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, ενημερώνει αμέσως επ’ αυτού το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους δεν είναι σε θέση να υποβάλει σχέδιο ρυθμιστικού προτύπου και το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα έγκρισης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ημερομηνία μεταφοράς και εφαρμογής της εφαρμοστέας νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο εντός νέας προθεσμίας. Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη νέα προθεσμία. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο της Αρχής να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους αυτή δεν είναι σε θέση να υποβάλει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου.

3. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη και χωρίς σχέδιο της Αρχής, μόνο εφόσον η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου προς την Επιτροπή εντός της προθεσμίας σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η Επιτροπή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σχετικά με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Επιτροπή ζητεί επίσης τις συμβουλές της οικείας ομάδας συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Η Επιτροπή διαβιβάζει πάραυτα το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Αρχή.

▌Εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου και να το υποβάλει υπό μορφή επίσημης γνώμης στην Επιτροπή. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Εάν μετά την παρέλευση της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο η Αρχή δεν έχει υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο.

Εφόσον η Αρχή υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας των έξι εβδομάδων, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου βάσει των προτεινομένων από την Αρχή τροποποιήσεων ή να εγκρίνει το ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο με τις τροπολογίες που κρίνει σκόπιμες. Η Επιτροπή δεν μπορεί να τροποποιήσει το περιεχόμενο του σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που έχει καταρτίσει η Αρχή δίχως εκ των προτέρων συντονισμό με αυτήν, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

4. Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα εγκρίνονται με κανονισμούς ή αποφάσεις. Οι λέξεις «ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο» εμφανίζονται στον τίτλο τους. Δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζουν να ισχύουν κατά την ημερομηνία που ορίζεται στις εν λόγω πράξεις.»

(6β)  Στο άρθρο 13 παράγραφος 1 διαγράφεται το δεύτερο εδάφιο.

(6γ)  το άρθρο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 15Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα

1. Όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκχωρούν εκτελεστικές εξουσίες στην Επιτροπή για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 291 ΣΛΕΕ, και προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή δύναται να καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων. Τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα είναι τεχνικής φύσεως, δεν συνεπάγονται στρατηγικές αποφάσεις ή πολιτικές επιλογές, το δε περιεχόμενό τους είναι να καθοριστούν οι όροι εφαρμογής αυτών των πράξεων. Η Αρχή υποβάλλει το σχέδιο εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που κατήρτισε στην Επιτροπή προς έγκριση. Ταυτόχρονα, η Αρχή διαβιβάζει τα εν λόγω τεχνικά πρότυπα προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Πριν την υποβολή τους στην Επιτροπή, η Αρχή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2α. Η Αρχή ζητεί επίσης τις συμβουλές της οικείας ομάδας συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Εντός τριών μηνών από την παραλαβή σχεδίου εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή αποφασίζει αν θα το εγκρίνει. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εν μέρει μόνο ή με τροποποιήσεις, εφόσον αυτό απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης. Εάν η Επιτροπή δεν αντιταχθεί εν όλω ή εν μέρει στο προτεινόμενο εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο εντός του χρονικού διαστήματος αξιολόγησης, θεωρείται ότι εγκρίθηκε.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν καταλήξει σε απόφαση εντός τριών μηνών από την παραλαβή του εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, ενημερώνει πάραυτα επ’ αυτού, και σε κάθε περίπτωση πριν από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε απόφαση και το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα έγκρισης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ημερομηνία μεταφοράς και εφαρμογής της εφαρμοστέας νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Εφόσον η Επιτροπή προτίθεται να μην εγκρίνει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου ή προτίθεται να το εγκρίνει εν μέρει ή με τροποποιήσεις, το διαβιβάζει και πάλι προς την Αρχή, εξηγώντας γιατί δεν σκοπεύει να το εγκρίνει ή, ενδεχομένως, εξηγώντας τους λόγους των τροποποιήσεών της, και διαβιβάζει αντίγραφο της επιστολής της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Εντός έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής και να το επανυποβάλει στην Επιτροπή υπό μορφή επίσημης γνώμης. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Αν, κατά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο πέμπτο εδάφιο, η Αρχή δεν έχει υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου ή έχει υποβάλει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου που δεν τροποποιήθηκε κατά τρόπο συνεπή προς τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο με τις τροποποιήσεις που θεωρεί συναφείς ή να το απορρίψει.

Η Επιτροπή δεν τροποποιεί το περιεχόμενο σχεδίου εκτελεστικού τεχνικού προτύπου της Αρχής χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

2. Στις περιπτώσεις που η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, ενημερώνει αμέσως επ’ αυτού το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους δεν είναι σε θέση να υποβάλει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου και το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα έγκρισης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ημερομηνία μεταφοράς και εφαρμογής της εφαρμοστέας νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο εντός νέας προθεσμίας. Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη νέα προθεσμία. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο της Αρχής να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους αυτή δεν είναι σε θέση να υποβάλει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου.

3. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο με εκτελεστική πράξη και χωρίς σχέδιο της Αρχής μόνο εφόσον η Αρχή δεν υποβάλλει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου προς την Επιτροπή εντός την των προθεσμιών σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η Επιτροπή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ή σχετικά με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Επιτροπή ζητεί επίσης τις συμβουλές της οικείας ομάδας συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Η Επιτροπή διαβιβάζει πάραυτα το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Αρχή.

▌Εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου και να το υποβάλει υπό μορφή επίσημης γνώμης στην Επιτροπή. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Εάν, κατά τη λήξη της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο, η Αρχή δεν έχει υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο.

Σε περίπτωση που η Αρχή υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εντός της εν λόγω προθεσμίας των έξι εβδομάδων, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου βάσει των προτεινομένων από την Αρχή τροποποιήσεων ή να εγκρίνει το εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο με τις τροπολογίες που κρίνει σχετικές.

Η Επιτροπή δεν τροποποιεί το περιεχόμενο του σχεδίου εκτελεστικών τεχνικών προτύπων της Αρχής χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

4. Τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα εγκρίνονται με κανονισμούς ή αποφάσεις. Οι λέξεις «εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο» εμφανίζονται στον τίτλο τους. Δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζουν να ισχύουν κατά την ημερομηνία που ορίζεται στις εν λόγω πράξεις.»

(7)  το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο ΕΣΧΕ και την εξασφάλιση της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, η Αρχή εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις με αποδέκτες αρμόδιες αρχές ή χρηματοοικονομικά ιδρύματα.

Η Αρχή μπορεί επίσης να απευθύνει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις στις αρχές των κρατών μελών που δεν έχουν οριστεί ως αρμόδιες αρχές βάσει του παρόντος κανονισμού, αλλά είναι επιφορτισμένες με τη διασφάλιση της εφαρμογής των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Οι κατευθυντήριες γραμμές και οι συστάσεις συνάδουν με την εντολή των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και λαμβάνουν υπόψη την αρχή της αναλογικότητας. Η Αρχή δεν εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις για ζητήματα που καλύπτονται από εξουσιοδοτήσεις επιπέδου 1 για ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα ή εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα.

1α. Με σκοπό τη δημιουργία συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο πλαίσιο του ΕΣΧΕ, η Αρχή μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές που απευθύνονται σε όλες τις αρμόδιες αρχές ή τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα για τους σκοπούς των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, με βάση την εφαρμοστική διαδικασία συμμόρφωσης ή αιτιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές θεωρούνται κατάλληλες για συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι αρμόδιες αρχές και τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα μπορούν να θεσπίζουν πρόσθετες πρακτικές όσον αφορά τη μέθοδο συμμόρφωσης με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

β)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, διενεργεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις και, κατά περίπτωση, τις ερωτήσεις και απαντήσεις που εκδίδει και αναλύει τα συναφή ενδεχόμενα κόστη και οφέλη της έκδοσης τέτοιου είδους κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι αναλογικές σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής, τη φύση και την επίπτωση των κατευθυντήριων γραμμών ή των συστάσεων. Η Αρχή, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, ζητεί επίσης ▌συμβουλές από την ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και την ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών που αναφέρονται στο άρθρο 37. Η Αρχή, εάν δεν διεξάγει ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις ή δεν ζητεί συμβουλές από την ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και την ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, προβαίνει σε σχετική αιτιολόγηση.»

β α)  παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 2α, 2β, 2γ και 2δ:

«2α. Για τους σκοπούς των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή μπορεί να εκδίδει συστάσεις προς μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές ή προς ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.

2β. Η Αρχή αναφέρει στις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις της με ποιον τρόπο συμβάλλει στη δημιουργία συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο πλαίσιο του ΕΣΧΕ, με ποιον τρόπο εξασφαλίζει την κοινή, ενιαία και συνεπή εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, καθώς και με ποιον τρόπο τηρεί τις διατάξεις των παραγράφων 1, 1α και 2α.

2γ. Οι κατευθυντήριες γραμμές και οι συστάσεις δεν αναφέρονται μόνο σε στοιχεία νομοθετικών πράξεων ούτε τα αναπαράγουν. Πριν να εκδώσει νέα κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση, η Αρχή επανεξετάζει τις υφιστάμενες κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, ώστε να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη.

2γ. Τρεις μήνες πριν από την έκδοση οποιασδήποτε από τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1α και στην παράγραφο 2α, η Αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με το προβλεπόμενο περιεχόμενο των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων.»

γ)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που έχουν εκδοθεί, δηλώνει πώς αιτιολόγησε η Αρχή την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών, σύμφωνα με την παράγραφο 1α, και συστάσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 2α, και συνοψίζει την ανάδραση από τις δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2α. Η έκθεση αναφέρει επίσης ποια αρμόδια αρχή δεν συμμορφώθηκε προς τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η Αρχή προτίθεται να εξασφαλίσει ότι η οικεία αρμόδια αρχή θα τηρεί τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις της στο μέλλον.»·

δ)  προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 5, 5α και 5β:

«5. Εάν τα δύο τρίτα των μελών της ομάδας συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ή της ομάδας συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών είναι της γνώμης ότι η Αρχή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της εκδίδοντας κατευθυντήρια γραμμή σύμφωνα με την παράγραφο 1α, μπορούν να στείλουν σχετική αιτιολογημένη συμβουλή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

5α. Εάν τουλάχιστον τα μισά μέλη της ομάδας συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ή της ομάδας συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών είναι της γνώμης ότι η Αρχή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της εκδίδοντας σύσταση σύμφωνα με την παράγραφο 2α, μπορούν να στείλουν σχετική αιτιολογημένη συμβουλή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

5β. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή μπορούν να ζητήσουν εξήγηση που να αιτιολογεί την έκδοση των σχετικών κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων από την Αρχή. Η Επιτροπή, μόλις λάβει την εξήγηση της Αρχής, προβαίνει σε εκτίμηση του πεδίου εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων, λαμβανομένης υπόψη της αρμοδιότητας της Αρχής, και διαβιβάζει την εκτίμησή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή κρίνει ότι η Αρχή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της, η Επιτροπή, αφού δώσει στην Αρχή την ευκαιρία να διατυπώσει τις απόψεις της, μπορεί να εκδώσει απόφαση με την οποία απαιτείται από την Αρχή να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις. Πριν από τη λήψη μιας τέτοιας απόφασης και οποτεδήποτε το ζητήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Επιτροπή προβαίνει σε δήλωση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και απαντά σε τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών του. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να εκδώσει απόφαση με την οποία να απαιτεί από την Αρχή να αποσύρει ή να τροποποιήσει τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις. Η απόφαση της Επιτροπής δημοσιοποιείται.»·

(7α)  παρεμβάλλονται τα άρθρα 16α και 16β:

«Άρθρο 16αΓνωμοδοτήσεις

1. Για όλα τα θέματα που εμπίπτουν στον τομέα της αρμοδιότητάς της και κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, ή με δική της πρωτοβουλία, η Αρχή μπορεί να γνωμοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Οι εν λόγω γνωμοδοτήσεις δεν δημοσιοποιούνται, εκτός εάν αυτό ορίζεται στο αίτημα.

2. Το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να περιλαμβάνει δημόσια διαβούλευση ή τεχνική ανάλυση.

3. Όσον αφορά τις προληπτικές εκτιμήσεις συγχωνεύσεων και εξαγορών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και για τις οποίες, σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, απαιτείται διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσότερων κρατών μελών, η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος μιας από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, να εκδώσει και να δημοσιεύσει γνώμη για προληπτική εκτίμηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αφορούν τα κριτήρια του άρθρου 59 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Η γνώμη εκδίδεται άμεσα και σε κάθε περίπτωση πριν από τη λήξη της περιόδου αξιολόγησης σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ. Τα άρθρα 35 και 35β εφαρμόζονται στους τομείς για τους οποίους η Αρχή μπορεί να εκδίδει γνώμη.

4. Η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, να παράσχει τεχνικές συμβουλές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή κατά τη διάρκεια της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας και για κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αφορούν οποιαδήποτε νομοθετική πρόταση της Επιτροπής στους τομείς που ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Άρθρο 16βΕρωτήσεις και απαντήσεις

1. Για την ερμηνεία, την πρακτική εφαρμογή ή τη μεταφορά των διατάξεων των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, ή για τις σχετικές κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις, τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδονται βάσει των εν λόγω νομοθετικών πράξεων, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, μπορεί να υποβάλει ερώτημα στην Αρχή σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα της Ένωσης.

Πριν από την υποβολή ερώτησης προς την Αρχή, τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα εξετάζουν εάν θα απευθύνουν την ερώτηση πρώτα στην αρμόδια αρχή τους.

Αφού τις συγκεντρώσει και πριν τις απαντήσει, η Αρχή δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο, για κάθε νομοθετική πράξη, όλες τις παραδεκτές ερωτήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Η διαδικασία αυτή δεν εμποδίζει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, να ζητεί από την Αρχή εμπιστευτικές τεχνικές συμβουλές ή διευκρινίσεις.

2. Η Αρχή δημοσιεύει στον ιστότοπό της μη δεσμευτικές απαντήσεις σε όλες τις παραδεκτές ερωτήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 για κάθε νομοθετική πράξη, εκτός εάν η εν λόγω δημοσίευση έρχεται σε σύγκρουση με το έννομο συμφέρον του φυσικού ή νομικού προσώπου που υπέβαλε το ερώτημα ή ενδέχεται να συνεπάγεται κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.

3. Πριν από την δημοσίευση απαντήσεων σε παραδεκτές ερωτήσεις, η Αρχή δύναται να διαβουλεύεται με τους συμφεροντούχους σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2.

4. Οι απαντήσεις της Αρχής θεωρούνται κατάλληλες για συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με τις σχετικές κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις, καθώς και με τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις εν λόγω νομοθετικές πράξεις. Οι αρμόδιες αρχές και τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα δύνανται να θεσπίζουν άλλες πρακτικές για τη συμμόρφωση με όλες τις εφαρμοστέες νομικές απαιτήσεις.

5. Η Αρχή επανεξετάζει τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μόλις αυτό κριθεί αναγκαίο και σκόπιμο ή το αργότερο 24 μήνες μετά τη δημοσίευσή τους, προκειμένου να τις αναθεωρήσει, να τις επικαιροποιήσει ή να τις αποσύρει, εάν αυτό είναι απαραίτητο.

6. Κατά περίπτωση, η Αρχή λαμβάνει υπόψη τις δημοσιευμένες απαντήσεις κατά την εκπόνηση ή την επικαιροποίηση των κατευθυντήριων γραμμών και των συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16.»

(8)  το άρθρο 17 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Αν αρμόδια αρχή δεν έχει εφαρμόσει τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ή τις έχει εφαρμόσει κατά τρόπο που φαίνεται να παραβιάζει το δίκαιο της Ένωσης, περιλαμβανομένων των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που εγκρίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15, και ειδικότερα αν παρέλειψε να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοοικονομικού ιδρύματος προς τις απαιτήσεις που ορίζουν οι εν λόγω πράξεις, η Αρχή ενεργεί σύμφωνα με τις εξουσίες που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 6 του παρόντος άρθρου.

2. Κατόπιν αιτήματος μιας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής ή της οικείας ομάδας συμφεροντούχων, ή βάσει τεκμηριωμένων και αιτιολογημένων πληροφοριών από σχετικούς οργανισμούς ή ιδρύματα, ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας και αφού προηγουμένως ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, η Αρχή απαντά στο αίτημα και, κατά περίπτωση, διερευνά την κατ’ ισχυρισμό παραβίαση ή μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.

Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 35, η αρμόδια αρχή παρέχει, χωρίς καθυστέρηση, στην Αρχή όλες τις πληροφορίες που η Αρχή θεωρεί αναγκαίες για την έρευνά της, περιλαμβανομένων πληροφοριών ως προς τον τρόπο εφαρμογής, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 35, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα για πληροφορίες απευθείας σε άλλες αρμόδιες αρχές ή σχετικά χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όποτε το αίτημα για πληροφορίες που υπέβαλε η σχετική αρμόδια αρχή αποδείχτηκε ή κρίνεται ανεπαρκές για τη συγκέντρωση των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για τη διερεύνηση των ισχυρισμών σχετικά με παραβίαση ή μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Όταν απευθύνεται σε χρηματοοικονομικά ιδρύματα, το αιτιολογημένο αίτημα επεξηγεί τους λόγους που καθιστούν τις πληροφορίες αναγκαίες για τη διερεύνηση κατ’ ισχυρισμό παραβίασης ή μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

Ο αποδέκτης τέτοιου αιτήματος παρέχει στην Αρχή σαφείς, ακριβείς και πλήρεις πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Στην περίπτωση που το αίτημα παροχής πληροφοριών απευθύνεται σε χρηματοοικονομικό ίδρυμα, η Αρχή ενημερώνει τις οικείες αρμόδιες αρχές για το αίτημα. Οι αρμόδιες αρχές βοηθούν την Αρχή στη συγκέντρωση των πληροφοριών, εφόσον αυτό ζητηθεί από την Αρχή.

3. Η Αρχή δύναται να κινήσει διαδικασία διαιτησίας με την οικεία αρμόδια αρχή για να συζητήσουν τις ενέργειες που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο. Η οικεία αρμόδια αρχή συνεργάζεται καλόπιστα στην εν λόγω διαιτησία.

Το συντομότερο δυνατό, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός τετραμήνου από την κίνηση της έρευνάς της, η Αρχή μπορεί να απευθύνει στην οικεία αρμόδια αρχή σύσταση όπου ορίζεται η ενέργεια που απαιτείται για τη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο.

Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της σύστασης, η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στην Αρχή τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο.

4. Εάν η αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με το ενωσιακό δίκαιο εντός μηνός από την παραλαβή της σύστασης της Αρχής, η Επιτροπή μπορεί, αφού ενημερωθεί από την Αρχή ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, να διατυπώσει επίσημη γνώμη απαιτώντας από την αρμόδια αρχή να προβεί στις ενέργειες που απαιτούνται για να συμμορφωθεί με το ενωσιακό δίκαιο. Η επίσημη γνώμη της Επιτροπής λαμβάνει υπόψη τη σύσταση της Αρχής.

Η Επιτροπή εκδίδει την εν λόγω επίσημη γνώμη το αργότερο εντός τριών μηνών από την έγκριση της σύστασης. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά ένα μήνα.

Η Αρχή και οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες.

5. Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της επίσημης γνώμης που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στην Επιτροπή και την Αρχή τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς την επίσημη αυτή γνώμη.

6. Με την επιφύλαξη των εξουσιών και των υποχρεώσεων της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την επίσημη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται σε αυτήν και εφόσον απαιτείται έγκαιρη αποκατάσταση αυτής της μη συμμόρφωσης προκειμένου να διατηρηθούν ή να αποκατασταθούν οι ουδέτερες συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά ή να διασφαλιστούν η εύρυθμη λειτουργία και η ακεραιότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, η Αρχή μπορεί, εφόσον οι σχετικές απαιτήσεις των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ισχύουν άμεσα για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς χρηματοοικονομικό ίδρυμα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, περιλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε πρακτικής.

Η απόφαση της Αρχής είναι σύμφωνη με την επίσημη γνώμη που εκδόθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 4.

7. Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 υπερισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές για το ίδιο θέμα.

Όταν αναλαμβάνουν δράση αναφορικά με θέματα που υπόκεινται σε επίσημη γνώμη δυνάμει της παραγράφου 4 ή σε απόφαση δυνάμει της παραγράφου 6, οι αρμόδιες αρχές συμμορφούνται με την επίσημη γνώμη ή την απόφαση, ανάλογα με την περίπτωση.

8. Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή επισημαίνει ποιες αρμόδιες αρχές και χρηματοοικονομικά ιδρύματα δεν συμμορφώθηκαν προς τις επίσημες γνώμες ή αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 6 του παρόντος άρθρου.»·

(8α)  Στο άρθρο 18, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Αν το Συμβούλιο έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 2 και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον η συντονισμένη δράση από αρμόδιες αρχές είναι αναγκαία για να αντιμετωπιστούν αντίξοες εξελίξεις που ενδέχεται να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης ή την προστασία των πελατών και των καταναλωτών, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένες αποφάσεις με τις οποίες ζητείται από τις αρμόδιες αρχές να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, για να αντιμετωπιστούν οι εξελίξεις αυτές, διασφαλίζοντας ότι τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στις εν λόγω πράξεις.»

(9)  Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Σε περιπτώσεις οι οποίες προσδιορίζονται στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καθώς και σε περιπτώσεις σημαντικής διαφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων εθνικών αρμόδιων αρχών σχετικά με την εφαρμογή των πράξεων αυτών και με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 17, η Αρχή μπορεί να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4 σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων από τις οικείες αρμόδιες αρχές, εάν μια αρμόδια αρχή διαφωνεί με τη διαδικασία ή το περιεχόμενο πράξης, προτεινόμενης πράξης ή αδράνειας από άλλη αρμόδια αρχή·

β)  με δική της πρωτοβουλία όταν, με βάση αντικειμενικούς λόγους, μεταξύ άλλων με βάση πληροφορίες από συμμετέχοντες στην αγορά ή οργανώσεις καταναλωτών, μπορεί να προσδιοριστεί διαφωνία μεταξύ αρμόδιων αρχών.

Στις περιπτώσεις στις οποίες οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτούν τη λήψη κοινής απόφασης από αρμόδιες αρχές, τεκμαίρεται η ύπαρξη διαφωνίας εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση από τις αρχές αυτές εντός των προθεσμιών που ορίζονται στις εν λόγω πράξεις.»·

β)  παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 1α και 1β:

«1α. Οι οικείες αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν αμελλητί στην Αρχή ότι δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  όταν στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 προβλέπεται προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται όποιο από τα ακόλουθα προηγηθεί χρονικά:

i) η προθεσμία έχει λήξει·

ii) μία ή περισσότερες από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών λόγων·

β)  όταν, στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, δεν έχει προβλεφθεί προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται όποιο από τα ακόλουθα προηγηθεί χρονικά:

i.  μία ή περισσότερες από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών λόγων· ή

ii.  έχει παρέλθει διάστημα δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής από αρμόδια αρχή αιτήματος άλλης αρμόδιας αρχής για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων με σκοπό τη συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης και η αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα δεν έχει εκδώσει ακόμη απόφαση η οποία να ικανοποιεί το αίτημα.»·

1β. Ο πρόεδρος κρίνει κατά πόσον η Αρχή πρέπει να ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Όταν η παρέμβαση πραγματοποιείται με πρωτοβουλία της Αρχής, η Αρχή γνωστοποιεί στις οικείες αρμόδιες αρχές την απόφασή της σχετικά με την παρέμβαση.

Ενόσω εκκρεμεί η απόφαση της Αρχής σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 47 παράγραφος 3α, στις περιπτώσεις όπου οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, απαιτούν τη λήψη κοινής απόφασης, όλες οι αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν στην κοινή απόφαση αναβάλλουν τη λήψη των μεμονωμένων αποφάσεών τους. Εφόσον η Αρχή αποφασίσει να ενεργήσει, όλες οι αρμόδιες αρχές που απαιτείται να λάβουν την κοινή απόφαση αναβάλλουν τη λήψη των αποφάσεών τους έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 και 3.»·

δ)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εάν οι οικείες αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε συμφωνία κατά τη διάρκεια της φάσης συμβιβασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Αρχή μπορεί να λάβει απόφαση απαιτώντας από τις εν λόγω αρχές να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα ή να μην προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επίλυση του θέματος, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης. Η απόφαση της Αρχής είναι δεσμευτική για τις οικείες αρμόδιες αρχές. Η απόφαση της Αρχής μπορεί να επιβάλει στις αρμόδιες αρχές να ανακαλέσουν ή να τροποποιήσουν μια απόφαση που εξέδωσαν ή να κάνουν χρήση των εξουσιών που διαθέτουν βάσει της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης.»·

ε)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Η Αρχή ενημερώνει τις οικείες αρμόδιες αρχές σχετικά με την ολοκλήρωση των διαδικασιών βάσει των παραγράφων 2 και 3, κοινοποιώντας τους ταυτόχρονα, κατά περίπτωση, την απόφαση που έλαβε βάσει της παραγράφου 3.»·

στ)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής και έτσι δεν διασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοοικονομικού ιδρύματος με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτό σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς χρηματοοικονομικό ίδρυμα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, περιλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε πρακτικής.»·

(10)  το άρθρο 21 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 21Σώματα εποπτών

1. Η Αρχή προωθεί και παρακολουθεί, εντός του πεδίου των εξουσιών της, την αποδοτική, αποτελεσματική και συνεπή λειτουργία των σωμάτων εποπτών, όπου αυτά θεσπίζονται με νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, και ενισχύει τη συνέπεια και τη συνοχή στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στα σώματα εποπτών. Με στόχο τη σύγκλιση των βέλτιστων πρακτικών εποπτείας, η Αρχή προωθεί κοινά εποπτικά σχέδια και κοινούς ελέγχους και το προσωπικό της Αρχής έχει πλήρη δικαιώματα συμμετοχής στα σώματα εποπτών και, ως εκ τούτου, δύναται να συμμετέχει και, εφόσον αυτό δικαιολογείται δεόντως, να ηγείται των δραστηριοτήτων των σωμάτων εποπτών, όπως, μεταξύ άλλων, σε επιτόπιους ελέγχους, που διενεργούνται από κοινού από δύο ή περισσότερες αρμόδιες αρχές.

2. Η Αρχή αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο όσον αφορά τη διασφάλιση της συνεπούς και συνεκτικής λειτουργίας των σωμάτων εποπτών για τα διασυνοριακά ιδρύματα σε ολόκληρη την Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη τον συστημικό κίνδυνο που εγκυμονούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που αναφέρονται στο άρθρο 23, και, κατά περίπτωση, συγκαλεί συνεδρίαση του σώματος.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Αρχή θεωρείται «αρμόδια αρχή» ή «εποπτική αρχή» κατά την έννοια της συναφούς νομοθεσίας.

Η Αρχή μπορεί:

α) να συγκεντρώνει και να ανταλλάσσει όλες τις σχετικές πληροφορίες σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να διευκολύνει το έργο του σώματος και να θεσπίσει και να διαχειριστεί ένα κεντρικό σύστημα ώστε οι πληροφορίες αυτές να διατίθενται στις αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν στο σώμα·

β) να δρομολογεί και να συντονίζει προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 32 για να εκτιμά την αντοχή των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, ιδίως τον συστημικό κίνδυνο που εγκυμονούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23, υπό αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, καθώς και να αξιολογεί το ενδεχόμενο αύξησης του συστημικού κινδύνου υπό συνθήκες πίεσης, εξασφαλίζοντας για τις εν λόγω προσομοιώσεις την εφαρμογή όσο το δυνατόν συνεκτικότερης μεθοδολογίας σε εθνικό επίπεδο και, όταν κρίνεται σκόπιμο, να απευθύνει σύσταση στην αρμόδια αρχή για διόρθωση των προβλημάτων που εντοπίζονται κατά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων και για διεξαγωγή ειδικών εκτιμήσεων. Μπορεί να ζητεί από τις αρμόδιες αρχές να διεξάγουν επιτόπιες επιθεωρήσεις και να συμμετέχει σε τέτοιου είδους επιτόπιες επιθεωρήσεις, ώστε να εξασφαλίζεται η συγκρισιμότητα και η αξιοπιστία των μεθόδων, των πρακτικών και των αποτελεσμάτων των εκτιμήσεων σε επίπεδο Ένωσης·

γ) να προωθεί αποτελεσματικές και αποδοτικές εποπτικές δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η αξιολόγηση των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται ή μπορεί να εκτεθούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως καθορίζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης ή προκύπτουν υπό συνθήκες πίεσης,

δ) να επιβλέπει, σύμφωνα με τα καθήκοντα και τις εξουσίες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, τα καθήκοντα που εκτελούν οι αρμόδιες αρχές, και

ε) να ζητά την πραγματοποίηση περαιτέρω διαβουλεύσεων εντός ενός σώματος σε περίπτωση που θεωρεί ότι η απόφαση θα είχε ως αποτέλεσμα την εσφαλμένη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου ή δεν θα συνέβαλλε στην επίτευξη του στόχου της σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών. Μπορεί ακόμη να απαιτεί από τον επόπτη της ομάδας να προγραμματίζει συνεδρίαση του σώματος ή να προσθέτει θέματα στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης.

3. Η Αρχή μπορεί να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, όπως ορίζεται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίζουν τα άρθρα 10 έως 15, για να διασφαλίζει ενιαίους όρους εφαρμογής σε σχέση με τις διατάξεις που αφορούν την επιχειρησιακή λειτουργία των σωμάτων εποπτών, καθώς και να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 16, με στόχο την προώθηση της σύγκλισης της εποπτικής λειτουργίας και των βέλτιστων πρακτικών που έχουν εγκριθεί από τα σώματα εποπτών.

4. Η Αρχή αναλαμβάνει ρόλο νομικά δεσμευτικής διαμεσολάβησης για να επιλύει διαφορές μεταξύ των αρμόδιων αρχών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 19. Η Αρχή μπορεί να λάβει αποφάσεις εποπτείας που εφαρμόζονται άμεσα στο σχετικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 19.»

(11)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 21α:

«Άρθρο 21αΕσωτερικά μοντέλα

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 112 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η Αρχή ▌κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών:

α) παρέχει συμβουλές στις οικείες εποπτικές αρχές σχετικά με την αίτηση χρήσης ή αλλαγής εσωτερικού μοντέλου. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΑΑΕΣ μπορεί να ζητήσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες από τις οικείες εποπτικές αρχές· και

β) σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με την έγκριση εσωτερικών μοντέλων, βοηθά τις οικείες εποπτικές αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 19.

2. Στις περιπτώσεις που ορίζονται στο άρθρο 231 παράγραφος 6α της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι επιχειρήσεις μπορούν να ζητήσουν από την ΕΑΑΕΣ να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 19.

(12)  το άρθρο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Άρθρο 22Γενικές διατάξεις

περί συστημικών κινδύνων

1. Η Αρχή εξετάζει δεόντως τον συστημικό κίνδυνο, ο οποίος ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010. Αντιμετωπίζει οποιονδήποτε κίνδυνο διατάραξης των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που:

α) προκαλείται από την ανεπάρκεια του συνόλου ή μερών του χρηματοοικονομικού συστήματος· και

β) ενδέχεται να έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες στην εσωτερική αγορά και στην πραγματική οικονομία.

Η Αρχή λαμβάνει υπόψη, στις περιπτώσεις όπου κρίνεται σκόπιμο, την παρακολούθηση και εκτίμηση του συστημικού κινδύνου που διενεργείται από το ΕΣΣΚ και την Αρχή και ανταποκρίνεται στις προειδοποιήσεις και στις συστάσεις του ΕΣΣΚ σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010.

2. Η Αρχή, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23 ▌, αναπτύσσει κοινή προσέγγιση για τον εντοπισμό και τη μέτρηση της συστημικής βαρύτητας, περιλαμβανομένων ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών αν χρειαστεί.

Αυτοί οι δείκτες αποτελούν καθοριστικό στοιχείο για τον προσδιορισμό κατάλληλων δράσεων εποπτείας. Η Αρχή παρακολουθεί το βαθμό σύγκλισης των προσδιορισμένων δράσεων, ώστε να προωθηθεί η κοινή προσέγγιση.

3. Με την επιφύλαξη των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή καταρτίζει, εφόσον απαιτείται, πρόσθετες κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο συστημικός κίνδυνος που εγκυμονούν.

Η Αρχή διασφαλίζει ότι ο συστημικός κίνδυνος που εγκυμονούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα λαμβάνεται υπόψη κατά την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στους τομείς που ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

4. Κατόπιν αιτήσεως μιας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, των κρατών μελών ή της Επιτροπής ή ιδία πρωτοβουλία, η Αρχή μπορεί να ερευνά συγκεκριμένο είδος χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή συγκεκριμένο είδος προϊόντων ή συγκεκριμένη μορφή συμπεριφοράς, προκειμένου να εκτιμά ενδεχόμενους κινδύνους κατά της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος ή της προστασίας των ασφαλισμένων, των μελών του συνταξιοδοτικού συστήματος και των συνταξιούχων και να απευθύνει κατάλληλες συστάσεις στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές για την ανάληψη δράσης.

Για τους σκοπούς αυτούς, η Αρχή μπορεί να κάνει χρήση των εξουσιών που της εκχωρούνται βάσει του παρόντος κανονισμού, περιλαμβανομένων των άρθρων 35 και 35β.

5. Η Μεικτή Επιτροπή φροντίζει για τον συνολικό και διατομεακό συντονισμό των δραστηριοτήτων που εκτελούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.»

(12α)  Στο άρθρο 23, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή, σε συνεννόηση με το ΕΣΣΚ, αναπτύσσει κριτήρια για τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου, καθώς και κατάλληλο μηχανισμό δοκιμασίας υπό συνθήκες πίεσης, που περιλαμβάνει αξιολόγηση του ενδεχόμενου αύξησης, υπό συνθήκες πίεσης, του συστημικού κινδύνου που ίσως εγκυμονούν ή στον οποίο εκτίθενται τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένου του συστημικού κινδύνου που σχετίζεται με το περιβάλλον. Τα χρηματοοικονομικά αυτά ιδρύματα τα οποία ίσως εγκυμονούν συστημικό κίνδυνο υπόκεινται σε ενισχυμένη εποπτεία και, όποτε απαιτείται, στις διαδικασίες διάσωσης και εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 25.

Η Αρχή αναπτύσσει κατάλληλο μηχανισμό δοκιμασίας υπό συνθήκες πίεσης για να διευκολύνει τον εντοπισμό χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων τα οποία ίσως εγκυμονούν συστημικό κίνδυνο. Τα ιδρύματα αυτά θα υπόκεινται σε ενισχυμένη εποπτεία και, όποτε απαιτείται, στις διαδικασίες διάσωσης και εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 25.»

(12β)  το άρθρο 27 τροποποιείται ως εξής:

α)  στην παράγραφο 1, διαγράφεται το στοιχείο ζ).

β)  στην παράγραφο 1, διαγράφεται το τρίτο εδάφιο.

(13)  το άρθρο 29 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο α α):

«α α) εκδίδει το ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 29α·»·

ii)  το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) προάγει την αποτελεσματική διμερή και πολυμερή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών όσον αφορά όλα τα σχετικά ζητήματα, μεταξύ άλλων την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο και τις επιθέσεις στον κυβερνοχώρο ▌, τηρώντας πλήρως τις ισχύουσες διατάξεις για την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων που προβλέπει η συναφής ενωσιακή νομοθεσία·»·

iii) το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) καταρτίζει τομεακά και διατομεακά προγράμματα κατάρτισης, μεταξύ άλλων όσον αφορά την τεχνολογική καινοτομία, διάφορες μορφές συνεταιρισμών και ταμείων αλληλασφάλισης, διευκολύνει τις ανταλλαγές προσωπικού και ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές να εντείνουν τη χρήση προγραμμάτων αποσπάσεων και άλλων εργαλείων·»

iii α) παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο ε α):

«ε α) θεσπίζει σύστημα παρακολούθησης για την εκτίμηση των σοβαρών περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων, λαμβάνοντας υπόψη τη συμφωνία COP 21 του Παρισιού·».

β)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή μπορεί, κατά περίπτωση, να αναπτύξει νέα πρακτικά μέσα και εργαλεία σύγκλισης για την προαγωγή κοινών εποπτικών προσεγγίσεων και πρακτικών.

Με σκοπό την ανάπτυξη κοινής εποπτικής νοοτροπίας, η Αρχή καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον χαρακτήρα, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, τις επιχειρηματικές πρακτικές, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων. Το ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο ορίζει ▌βέλτιστες πρακτικές και προσδιορίζει μεθοδολογίες και διαδικασίες υψηλής ποιότητας.

Η Αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη το εποπτικό εγχειρίδιο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, συμπεριλαμβανομένων της αξιολόγησης ενδεχόμενων παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 17, της επίλυσης διαφορών σύμφωνα με το άρθρο 19, του καθορισμού και της αξιολόγησης ενωσιακών στρατηγικών στόχων εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 29α και της διενέργειας αξιολογήσεων των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με το άρθρο 30.

Όπου κρίνεται σκόπιμο, η Αρχή διενεργεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις επιλογές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και τα εργαλεία και τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες. Οι διαβουλεύσεις και αναλύσεις αυτές είναι ανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής, τη φύση και τον αντίκτυπο των γνωμοδοτήσεων ή των εργαλείων και των μέσων. Η Αρχή ζητεί επίσης, όπου κρίνεται σκόπιμο, συμβουλές από την οικεία ομάδα συμφεροντούχων.»·

(14)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 29α:

«Άρθρο 29α

Ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας

1. Η Αρχή εκδίδει, τουλάχιστον ανά τριετία και έως την 31η Μαρτίου, έπειτα από συζήτηση στο συμβούλιο εποπτών και λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις των αρμόδιων αρχών, τις υφιστάμενες εργασίες των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και τις αναλύσεις, προειδοποιήσεις και συστάσεις που δημοσιεύει το ΕΣΣΚ, σύσταση απευθυνόμενη στις αρμόδιες αρχές, στην οποία διατυπώνονται στρατηγικοί στόχοι και προτεραιότητες εποπτείας σε επίπεδο Ένωσης («ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας») με την επιφύλαξη των ειδικών εθνικών στόχων και προτεραιοτήτων των αρμόδιων αρχών. Οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, στις παρατηρήσεις τους, τις δραστηριότητες εποπτείας στις οποίες θεωρούν ότι πρέπει να δώσει προτεραιότητα η Αρχή. Η Αρχή διαβιβάζει το ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή και το δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της.

Το ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας προσδιορίζει συγκεκριμένες προτεραιότητες για τις εποπτικές δραστηριότητες με στόχο την προώθηση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών και της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης, καθώς και την ανταπόκριση στις συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, τους ενδεχόμενους κινδύνους και τα τρωτά σημεία, προβλέποντας τις νέες εξελίξεις συμπεριλαμβανομένων νέων επιχειρηματικών μοντέλων, σύμφωνα με όσα προσδιορίζονται στο άρθρο 32. To ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας δεν εμποδίζει τις εθνικές αρμόδιες αρχές να εφαρμόζουν τις εθνικές βέλτιστες πρακτικές, ενεργώντας με βάση πρόσθετες εθνικές προτεραιότητες και εξελίξεις, και λαμβάνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες.

2. Κάθε αρμόδια αρχή ορίζει πώς ακριβώς το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας της ευθυγραμμίζεται με το ενωσιακό στρατηγικό σχέδιο εποπτείας.

4. Κάθε αρμόδια αρχή, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής της, αφιερώνει ένα κεφάλαιο στην υλοποίηση του ετήσιου προγράμματος εργασίας.

Το κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)  περιγραφή των εποπτικών δραστηριοτήτων και ελέγχων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, πρακτικών και συμπεριφορών της αγοράς και χρηματοοικονομικών αγορών, καθώς και των διοικητικών μέτρων και κυρώσεων που επιβλήθηκαν σε χρηματοοικονομικά ιδρύματα ευθυνόμενα για παραβιάσεις του ενωσιακού και εθνικού δικαίου·

β)  περιγραφή δραστηριοτήτων που πραγματοποιήθηκαν και οι οποίες δεν προβλέπονταν στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας·

γ)  καταγραφή των δραστηριοτήτων που προβλέπονταν στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας και οι οποίες δεν διενεργήθηκαν, των στόχων του εν λόγω προγράμματος που δεν επιτεύχθηκαν, καθώς και των λόγων για τους οποίους δεν διενεργήθηκαν οι εν λόγω δραστηριότητες και δεν επιτεύχθηκαν οι εν λόγω στόχοι.

5. Η Αρχή αξιολογεί τις πληροφορίες που ορίζονται στο ειδικό κεφάλαιο που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Σε περίπτωση που υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι να μην υλοποιηθούν οι προτεραιότητες που ορίζονται στο ενωσιακό στρατηγικό εποπτικό σχέδιο, η Αρχή εκδίδει σύσταση προς κάθε οικεία αρμόδια αρχή σχετικά με τους τρόπους κάλυψης των ελλείψεων στις δραστηριότητες της αρμόδιας αρχής.

Με βάση τις εκθέσεις και την εκτίμηση κινδύνων που η ίδια διενεργεί, η Αρχή προσδιορίζει τις δραστηριότητες της αρμόδιας αρχής οι οποίες είναι κρίσιμες για την τήρηση του στρατηγικού σχεδίου εποπτείας, και κατά περίπτωση διενεργεί αξιολογήσεις των εν λόγω δραστηριοτήτων βάσει του άρθρου 30.

6. Η Αρχή δημοσιοποιεί βέλτιστες πρακτικές οι οποίες εντοπίζονται κατά την εξέταση των ετήσιων προγραμμάτων εργασίας.»·

(15)  το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:

α)  ο τίτλος του άρθρου αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αξιολογήσεις αρμόδιων αρχών»·

β)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, διεξάγει περιοδικά αξιολογήσεις ορισμένων ή όλων των δραστηριοτήτων των αρμόδιων αρχών, για την περαιτέρω βελτίωση της συνέπειας και της αποδοτικότητας στα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων. Προς τον σκοπό αυτόν, η Αρχή αναπτύσσει μεθόδους που θα καταστήσουν δυνατή την αντικειμενική εκτίμηση και τη σύγκριση μεταξύ των αρμόδιων αρχών που εξετάζονται. Κατά τον προσδιορισμό των προς αξιολόγηση αρμόδιων αρχών και την πραγματοποίηση αξιολογήσεων, λαμβάνονται υπόψη υπάρχουσες πληροφορίες και οι αξιολογήσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σχετικά με την οικεία αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών πληροφοριών που παρέχονται στην Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 35 και κάθε σχετικής πληροφορίας από συμφεροντούχους, ιδίως σε σχέση με τυχόν ελλείψεις και παραπτώματα της αρμόδιας αρχής.»·

γ)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η Αρχή προβαίνει στη σύσταση ad hoc επιτροπής αξιολόγησης υπό την προεδρία της Αρχής, η οποία απαρτίζεται από προσωπικό της Αρχής, το οποίο συνοδεύουν και υποστηρίζουν, σε εθελοντική βάση και εκ περιτροπής, έως και πέντε εκπρόσωποι διαφόρων αρμόδιων αρχών εξαιρουμένης της αξιολογούμενης αρμόδιας αρχής.»·

δ)  η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)  η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αξιολόγηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκτίμηση των ακόλουθων στοιχείων, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτά:»·

ii)  το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)  επάρκεια των πόρων, του βαθμού ανεξαρτησίας και των ρυθμίσεων διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής, ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή των πράξεων της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και την ικανότητα αντίδρασης στις εξελίξεις της αγοράς·»·

ii α)  το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)  αποτελεσματικότητα και βαθμός σύγκλισης που επιτεύχθηκε στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και στην εποπτική πρακτική, περιλαμβανομένων των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, των κατευθυντήριων γραμμών και των συστάσεων που εκδόθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 16, και βαθμός στον οποίο η εποπτική πρακτική επιτυγχάνει τους στόχους που ορίζονται από το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των στόχων της κοινής νοοτροπίας εποπτείας βάσει του άρθρου 29 και του ενωσιακού στρατηγικού σχεδίου εποπτείας βάσει του άρθρου 29α·»

ii β)  το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)  εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών που ανέπτυξαν κάποιες αρμόδιες αρχές·»

ε)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η Αρχή συντάσσει έκθεση στην οποία παραθέτει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης. Στην εν λόγω έκθεση επεξηγούνται και υποδεικνύονται τα μέτρα παρακολούθησης που κρίνονται ενδεδειγμένα και αναγκαία ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης. Τα εν λόγω μέτρα παρακολούθησης μπορούν να διατυπωθούν υπό μορφή κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 16, και γνωμοδοτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1 στοιχείο α), που απευθύνονται στις σχετικές αρμόδιες αρχές.

▌Η Αρχή εκδίδει έκθεση παρακολούθησης σχετικά με τη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα μέτρα παρακολούθησης. ▌

Κατά την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15 ή κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16, η Αρχή λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης παράλληλα με οιεσδήποτε άλλες πληροφορίες έχει λάβει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της προκειμένου να διασφαλίσει τη σύγκλιση εποπτικών πρακτικών ύψιστης ποιότητας.»·

στ)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Η Αρχή υποβάλλει γνωμοδότηση στην Επιτροπή όποτε, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης ή οποιαδήποτε άλλη πληροφορία έχει λάβει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, θεωρεί ότι θα ήταν αναγκαία από τη σκοπιά της Ένωσης περαιτέρω εναρμόνιση των ενωσιακών κανόνων που εφαρμόζονται στα χρηματοοικονομικά ιδρύματα ή στις αρμόδιες αρχές ή όποτε θεωρεί ότι η αρμόδια αρχή δεν έχει εφαρμόσει τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή ότι τις έχει εφαρμόσει κατά τρόπο που φαίνεται να παραβιάζει το ενωσιακό δίκαιο.»·

ζ)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η Αρχή δημοσιεύει τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων παρακολούθησης, εκτός εάν η δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος. Η αρμόδια αρχή που υπόκειται στην αξιολόγηση καλείται να υποβάλει παρατηρήσεις πριν από τη δημοσίευση οποιασδήποτε έκθεσης. Πριν από τη δημοσίευση, η Αρχή λαμβάνει υπόψη, ανάλογα με την περίπτωση, τις εν λόγω παρατηρήσεις. Η Αρχή μπορεί να δημοσιεύσει τις παρατηρήσεις αυτές ως παράρτημα της έκθεσης, εκτός εάν η δημοσίευση θα συνεπαγόταν κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος ή αν η αρμόδια αρχή αντιτίθεται στη δημοσίευση. Η έκθεση που συντάσσεται από την Αρχή και η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 3, καθώς και οι κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις που εγκρίνονται από την Αρχή και οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 3α, δημοσιεύονται ταυτόχρονα.»·

(16)  το άρθρο 31 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή διαδραματίζει γενικό συντονιστικό ρόλο μεταξύ αρμόδιων εθνικών αρχών, ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες αντίξοες εξελίξεις ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος ή, σε περιπτώσεις σημαντικών διασυνοριακών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που ενδέχεται να επηρεάσουν την προστασία των ασφαλισμένων, των μελών του συνταξιοδοτικού συστήματος και των συνταξιούχων στην Ένωση.»

β)  στην παράγραφο 2, το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) τη λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της συγκρότησης και της διοίκησης πλατφορμών συνεργασίας βάσει της παραγράφου 3β, σε καταστάσεις που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών ή σε περιπτώσεις σημαντικών διασυνοριακών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που ενδέχεται να επηρεάσουν την προστασία των ασφαλισμένων, με σκοπό τη διευκόλυνση και τον συντονισμό των ενεργειών που αναλαμβάνονται από τις σχετικές αρμόδιες αρχές·»

γ)  στην παράγραφο 2, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο ε α):

«ε α) τη λήψη κατάλληλων μέτρων με σκοπό την υιοθέτηση τεχνολογικών καινοτομιών για τον συντονισμό των ενεργειών που αναλαμβάνονται από τις σχετικές αρμόδιες αρχές·»

γ)  παρεμβάλλονται οι νέες παράγραφοι 3, 3α, 3β και 3γ:

«3. Η Αρχή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για τη διευκόλυνση της εισόδου στην αγορά φορέων ή προϊόντων που βασίζονται στην τεχνολογική καινοτομία. Προκειμένου να συμβάλει στην καθιέρωση μιας κοινής ευρωπαϊκής προσέγγισης όσον αφορά την τεχνολογική καινοτομία, η Αρχή προωθεί την εποπτική σύγκλιση, με την υποστήριξη, κατά περίπτωση, της επιτροπής για τη χρηματοοικονομική καινοτομία, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, η Αρχή μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16.

3α. Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει την Αρχή και τις εποπτικές αρχές των κρατών μελών υποδοχής, όταν προτίθεται να χορηγήσει άδεια σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία τελεί υπό την εποπτεία της σύμφωνα με τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, της οποίας το επιχειρηματικό σχέδιο συνεπάγεται ότι μέρος των δραστηριοτήτων της θα πραγματοποιείται στη βάση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών ή της ελευθερίας εγκατάστασης.

Η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει επίσης χωρίς καθυστέρηση την Αρχή και τις εποπτικές αρχές των κρατών μελών υποδοχής όταν εντοπίζει επιδεινούμενες συνθήκες χρηματοδότησης ή άλλους αναδυόμενους κινδύνους που προκαλεί μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στις εν εξελίξει επιχειρήσεις, ιδίως όταν η επιχείρηση ασκείται, για σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς της, στη βάση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών ή της ελευθερίας εγκατάστασης, με αποτέλεσμα να ενδέχεται να προκύψουν σημαντικές διασυνοριακές επιπτώσεις.

Οι εν λόγω κοινοποιήσεις στην Αρχή και στις εποπτικές αρχές των κρατών μελών υποδοχής είναι επαρκώς λεπτομερείς ώστε να επιτρέπουν μια ορθή αξιολόγηση.

3β. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3α πρώτο και δεύτερο εδάφιο, η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών ή με δική της πρωτοβουλία, να δημιουργεί και να συντονίζει μια συνεργατική πλατφόρμα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε), με σκοπό την ενίσχυση της ανταλλαγής πληροφοριών και την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των σχετικών αρμόδιων αρχών και, κατά περίπτωση, την επίτευξη κοινής άποψης για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3α δεύτερο εδάφιο.

Σε περίπτωση που η Αρχή διαπιστώσει, βάσει των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο στ), ότι ένα χρηματοοικονομικό ίδρυμα ασκεί τη δραστηριότητά του κυρίως ή εξ ολοκλήρου σε άλλο κράτος μέλος, ενημερώνει τις ενδιαφερόμενες αρχές και μπορεί να δημιουργήσει, με δική της πρωτοβουλία, σε συντονισμό με τις σχετικές αρμόδιες αρχές, μια συνεργατική πλατφόρμα προκειμένου να διευκολυνθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εν λόγω αρχών.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 35, κατόπιν αιτήματος της Αρχής, οι σχετικές αρμόδιες αρχές παρέχουν όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας της συνεργατικής πλατφόρμας.

3γ. Σε περίπτωση που οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε κοινή άποψη στη συνεργατική πλατφόρμα, η Αρχή μπορεί να εκδώσει σύσταση προς την οικεία αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβάνοντας μια προθεσμία μέχρι την οποία η αρμόδια αρχή θα πρέπει να εφαρμόσει τις συνιστώμενες αλλαγές. Εάν η αρμόδια αρχή δεν ακολουθήσει τη σύσταση της Αρχής, αναφέρει τους λόγους. Σε περίπτωση που η Αρχή κρίνει ότι οι λόγοι αυτοί δεν είναι σωστοί, δημοσιοποιεί τη σύστασή της, μαζί με τους προαναφερθέντες λόγους.»·

(17)  παρεμβάλλεται νέο άρθρο 31α:

«Άρθρο 31αΣυντονισμός όσον αφορά την κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση και εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων και τη μεταβίβαση κινδύνου

1. Η Αρχή συντονίζει σε συνεχή βάση τις εποπτικές ενέργειες των αρμόδιων αρχών με σκοπό την προώθηση της εποπτικής σύγκλισης στους τομείς της κατ’ εξουσιοδότηση άσκησης και της εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων από χρηματοοικονομικά ιδρύματα, καθώς και σε σχέση με τις μεταβιβάσεις κινδύνου που πραγματοποιούνται από αυτά σε τρίτες χώρες για να επωφεληθούν από το διαβατήριο της ΕΕ ενώ ασκούν ουσιαστικά σημαντικές δραστηριότητες ή λειτουργίες εκτός της Ένωσης, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 ▌. Στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, οι αρμόδιες αρχές φέρουν την τελική ευθύνη για αποφάσεις αδειοδότησης, εποπτείας και επιβολής όσον αφορά την κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση και εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων καθώς και τις μεταβιβάσεις κινδύνου.

2. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Αρχή, όταν προτίθενται να προβούν σε αδειοδότηση ή καταχώριση χρηματοοικονομικού ιδρύματος το οποίο θα τελούσε υπό την εποπτεία της οικείας αρμόδιας αρχής σύμφωνα με τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, και όταν το επιχειρηματικό σχέδιο του χρηματοοικονομικού ιδρύματος συνεπάγεται την εξωτερική ανάθεση ή κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση σημαντικού μέρους των δραστηριοτήτων του ή οποιασδήποτε από τις βασικές λειτουργίες του ή τη μεταβίβαση κινδύνου για σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων του σε τρίτες χώρες, προκειμένου να επωφεληθεί από το διαβατήριο της ΕΕ ενώ ασκεί ουσιαστικά σημαντικές δραστηριότητες ή λειτουργίες εκτός της Ένωσης. Οι γνωστοποιήσεις των αρμόδιων αρχών προς την Αρχή είναι αρκετά λεπτομερείς ▌.

3. Εφόσον εφαρμόζεται η ενωσιακή νομοθεσία που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και αυτή δεν επιβάλλει ειδική υποχρέωση για τη γνωστοποίηση της εξωτερικής ανάθεσης, της κατ’ εξουσιοδότηση άσκησης καθηκόντων ή της μεταβίβασης κινδύνου, το χρηματοοικονομικό ίδρυμα γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή την εξωτερική ανάθεση ή την κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση σημαντικού μέρους των δραστηριοτήτων του ή οποιασδήποτε από τις βασικές λειτουργίες του, καθώς και τη μεταβίβαση κινδύνου για σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων του, σε άλλη οντότητα ή δικό του υποκατάστημα που είναι εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα. Η οικεία αρμόδια αρχή ενημερώνει την Αρχή σχετικά με τις εν λόγω γνωστοποιήσεις σε εξαμηνιαία βάση.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 35, κατόπιν αιτήματος της Αρχής, η αρμόδια αρχή παρέχει πληροφορίες σχετικά με ρυθμίσεις χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων για εξωτερική ανάθεση, κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση ή μεταβίβαση κινδύνου.

Η Αρχή παρακολουθεί κατά πόσον οι οικείες αρμόδιες αρχές επαληθεύουν ότι οι ρυθμίσεις για εξωτερική ανάθεση, κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση καθηκόντων ή μεταβίβαση κινδύνου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο συνάπτονται σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, συμμορφώνονται με τις κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις ή γνωμοδοτήσεις της Αρχής και δεν αποτρέπουν την αποτελεσματική εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές [και την επιβολή] σε τρίτη χώρα.

3α. Εάν οι ρυθμίσεις επαλήθευσης της αρμόδιας αρχής αποτρέπουν την αποτελεσματική εποπτεία ή επιβολή και συνεπάγονται κινδύνους καταχρηστικής επιλογής του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας μεταξύ των κρατών μελών, η Αρχή μπορεί να απευθύνει συστάσεις προς την οικεία αρμόδια αρχή σχετικά με τον τρόπο βελτίωσης των ρυθμίσεων επαλήθευσής της, συμπεριλαμβανομένης προθεσμίας εντός της οποίας η αρμόδια αρχή θα πρέπει να εφαρμόσει τις συνιστώμενες αλλαγές. Εάν η οικεία αρμόδια αρχή δεν ακολουθήσει τις συστάσεις, εκθέτει τους λόγους για αυτό και η Αρχή δημοσιοποιεί τις συστάσεις της μαζί με την εν λόγω αιτιολόγηση.

3β. Η Επιτροπή, εντός [ενός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού], καταρτίζει έκθεση στην οποία προβαίνει σε απολογισμό των διαφόρων προσεγγίσεων της τομεακής νομοθεσίας όσον αφορά την αξιολόγηση, τη σημαντικότητα της δραστηριότητας που πρόκειται να ανατεθεί σε εξωτερικούς φορείς ή να ασκηθεί κατ’ εξουσιοδότηση, και η οποία διερευνά τη δυνατότητα για μια πιο εναρμονισμένη προσέγγιση στο θέμα αυτό, μέσω του ενδεχόμενου καθορισμού κοινών κριτηρίων και μεθοδολογίας. Η Επιτροπή υποβάλλει την έκθεση αυτή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη:

α) τη συνέχεια της δραστηριότητας,

β) την ικανότητα αποτελεσματικής διαχείρισης,

γ) την ουσιαστική ικανότητα ελέγχου των δραστηριοτήτων που ασκούνται κατ’ εξουσιοδότηση ή ανατίθενται σε εξωτερικούς φορείς, καθώς και των μεταβιβάσεων κινδύνου.»

(18)  το άρθρο 32 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 32Εκτίμηση των εξελίξεων της αγοράς

, συμπεριλαμβανομένων των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων

1.  Η Αρχή παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα της αρμοδιότητάς της και, αν κρίνει σκόπιμο, ενημερώνει τις άλλες δύο ΕΕΑ, το ΕΣΣΚ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τις συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, τους ενδεχόμενους κινδύνους και τα τρωτά σημεία. Η Αρχή περιλαμβάνει στις εκτιμήσεις της ▌ανάλυση των αγορών εντός των οποίων λειτουργούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και εκτίμηση των επιπτώσεων των πιθανών εξελίξεων της αγοράς στα ιδρύματα αυτά.

2.  ▌Η Αρχή προωθεί και συντονίζει σε επίπεδο Ένωσης εκτιμήσεις της αντοχής των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς με ρεαλιστικό τρόπο. Προς τον σκοπό αυτόν, αναπτύσσει, προς εφαρμογή από τις αρμόδιες αρχές:

α)  κοινές μεθοδολογίες εκτίμησης της επίπτωσης οικονομικών σεναρίων στη χρηματοοικονομική θέση ενός χρηματοοικονομικού ιδρύματος·

α α)  κοινές μεθοδολογίες για τον προσδιορισμό των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων που πρέπει να περιλαμβάνονται σε εκτιμήσεις σε επίπεδο Ένωσης·

β)  κοινές προσεγγίσεις για την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εν λόγω εκτιμήσεων για την αντοχή των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων·

γ)  κοινές μεθοδολογίες εκτίμησης της επίπτωσης συγκεκριμένων προϊόντων ή διαδικασιών διανομής στη χρηματοοικονομική θέση ενός ιδρύματος και στην ενημέρωση των ασφαλισμένων, των μελών του συνταξιοδοτικού συστήματος, των συνταξιούχων και των πελατών· και

γ α)  κοινές μεθοδολογίες για την εκτίμηση της επίπτωσης των περιβαλλοντικών κινδύνων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των ιδρυμάτων.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η Αρχή συνεργάζεται με το ΕΣΣΚ, το οποίο αποφεύγει οποιαδήποτε δυνητική σύγκρουση συμφερόντων όσον αφορά τη διεξαγωγή νομισματικών πολιτικών.

2α.  Τουλάχιστον μία φορά ετησίως, η Αρχή εξετάζει τη σκοπιμότητα διενέργειας των εκτιμήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 σε επίπεδο Ένωσης, και ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τους λόγους της απόφασής της. Όταν διενεργούνται τέτοιες εκτιμήσεις σε επίπεδο Ένωσης, η Αρχή δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα για καθένα από τα συμμετέχοντα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, εκτός εάν κρίνει ότι η εν λόγω δημοσιοποίηση δεν είναι σκόπιμη όσον αφορά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της, την ακεραιότητα της αγοράς ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Οι υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών για τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να δημοσιεύσουν το αποτέλεσμα των εκτιμήσεων σε επίπεδο Ένωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ή να διαβιβάσουν το αποτέλεσμα τέτοιων εκτιμήσεων στην Αρχή με σκοπό τη δημοσίευση από την Αρχή των αποτελεσμάτων των εκτιμήσεων σε επίπεδο Ένωσης σχετικά με την αντοχή των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων.

3.  Με την επιφύλαξη των καθηκόντων του ΕΣΣΚ, τα οποία ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, η Αρχή διαβιβάζει, τουλάχιστον μια φορά το έτος ή και συχνότερα, αν κρίνει σκόπιμο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το ΕΣΣΚ, εκτιμήσεις τάσεων, δυνητικών κινδύνων και τρωτών σημείων στον τομέα αρμοδιότητάς της, σε συνδυασμό με τους δείκτες που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 2.

Σε αυτές τις εκτιμήσεις η Αρχή περιλαμβάνει κατάταξη των σημαντικότερων κινδύνων και τρωτών σημείων και, αν κρίνει σκόπιμο, συνιστά προληπτικές ή διορθωτικές ενέργειες.

4.  Η Αρχή διασφαλίζει επαρκή κάλυψη των διατομεακών εξελίξεων, κινδύνων και τρωτών σημείων, συνεργαζόμενη στενά με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) μέσω της Μεικτής Επιτροπής.»·

(20)  το άρθρο 33 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 33Διεθνείς σχέσεις

συμπεριλαμβανομένης της ισοδυναμίας

1. Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων των κρατών μελών και των ενωσιακών θεσμικών οργάνων, η Αρχή μπορεί να αναπτύσσει επαφές και να προβαίνει σε διοικητικές ρυθμίσεις με ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς και τους διοικητικούς φορείς τρίτων χωρών. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν δημιουργούν νομικές υποχρεώσεις στην Ένωση και τα κράτη μέλη της, ούτε αποτρέπουν τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές τους από τη σύναψη διμερών ή πολυμερών ρυθμίσεων με αυτές τις τρίτες χώρες.

Εάν μια τρίτη χώρα, σύμφωνα με την ισχύουσα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θεσπίστηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, περιλαμβάνεται στον κατάλογο χωρών που παρουσιάζουν στρατηγικές ανεπάρκειες στα εθνικά τους συστήματα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίες συνεπάγονται σημαντικές απειλές για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, η Αρχή δεν συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας με τις ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές της εν λόγω τρίτης χώρας.

2. Η Αρχή επικουρεί την Επιτροπή στην προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας όσον αφορά ρυθμιστικά καθεστώτα και καθεστώτα εποπτείας σε τρίτες χώρες κατόπιν συγκεκριμένου αιτήματος της Επιτροπής για παροχή συμβουλών, με πρωτοβουλία της ή εφόσον απαιτείται από τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

2α. Η Αρχή παρακολουθεί, σε συνεχή βάση, τις ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις, καθώς και τις πρακτικές επιβολής και τις σχετικές εξελίξεις της αγοράς σε τρίτες χώρες για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποφάσεις ισοδυναμίας από την Επιτροπή σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, με σκοπό να επαληθευτεί αν πληρούνται τα κριτήρια βάσει των οποίων έχουν ληφθεί οι εν λόγω αποφάσεις και οποιεσδήποτε προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτές. Η Αρχή υποβάλλει εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τα πορίσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στις άλλες δύο ΕΕΑ ανά τριετία ή συχνότερα, ανάλογα με την περίπτωση ή εφόσον ζητηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή. Η έκθεση επικεντρώνεται ιδίως στις συνέπειες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την ακεραιότητα της αγοράς, την προστασία των επενδυτών ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Με την επιφύλαξη των ειδικών απαιτήσεων που προβλέπονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη των όρων της δεύτερης περιόδου της παραγράφου 1, η Αρχή συνεργάζεται με τις σχετικές αρμόδιες αρχές ▌τρίτων χωρών των οποίων τα ρυθμιστικά και εποπτικά καθεστώτα έχουν αναγνωριστεί ως ισοδύναμα. Η εν λόγω συνεργασία λαμβάνει χώρα βάσει διοικητικών ρυθμίσεων οι οποίες συνάπτονται με τις σχετικές αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών. Κατά τη διαπραγμάτευση τέτοιου είδους διοικητικών ρυθμίσεων, η Αρχή περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τα εξής:

α)  τους μηχανισμούς που παρέχουν τη δυνατότητα στην Αρχή να λαμβάνει συναφείς πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το ρυθμιστικό καθεστώς, την εποπτική προσέγγιση, τις συναφείς εξελίξεις της αγοράς και τυχόν μεταβολές οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν την απόφαση περί ισοδυναμίας·

β)  στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την επακολούθηση των εν λόγω αποφάσεων περί ισοδυναμίας, τις διαδικασίες που αφορούν τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων, όταν χρειάζεται, των επιτόπιων επιθεωρήσεων που διεξάγονται υπό την ευθύνη της Αρχής, με τη συνοδεία και την υποστήριξη έως και πέντε εκπροσώπων διαφόρων αρμόδιων αρχών σε εθελοντική και εκ περιτροπής βάση καθώς και της αρμόδιας αρχής της τρίτης χώρας.

Η Αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τις άλλες ΕΕΑ, εάν αρμόδια αρχή τρίτης χώρας αρνηθεί να συνάψει τέτοιου είδους διοικητικές ρυθμίσεις ή αρνηθεί να συνεργαστεί ουσιαστικά. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω πληροφορίες κατά την επανεξέταση των σχετικών αποφάσεων ισοδυναμίας.

2β. Όταν η Αρχή εντοπίσει εξελίξεις όσον αφορά τις πρακτικές ρύθμισης, εποπτείας ή επιβολής στις τρίτες χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 2α, οι οποίες ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στη χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της, στην ακεραιότητα της αγοράς, στην προστασία των επενδυτών ή στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σε εμπιστευτική βάση και χωρίς καθυστέρηση.

2γ. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Αρχή εκ των προτέρων σχετικά με την πρόθεσή τους να συνάψουν διοικητικές ρυθμίσεις με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών σε οποιονδήποτε από τους τομείς που διέπονται από τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, μεταξύ άλλων σε σχέση με υποκαταστήματα οντοτήτων τρίτων χωρών. Θέτουν στη διάθεση της Αρχής σχέδιο των εν λόγω προγραμματιζόμενων ρυθμίσεων το συντομότερο δυνατό.

Η Αρχή μπορεί να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές για να καταρτίζει υποδείγματα διοικητικών ρυθμίσεων, με σκοπό την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών εντός της Ένωσης και την ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού. Οι αρμόδιες αρχές ακολουθούν τα εν λόγω υποδείγματα ρυθμίσεων όσο το δυνατόν αυστηρότερα.

Όταν η Αρχή, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, αναπτύσσει τέτοιου είδους υποδείγματα διοικητικών ρυθμίσεων, οι αρμόδιες αρχές δεν συνάπτουν διοικητικές ρυθμίσεις με αρχές τρίτων χωρών πριν από την ολοκλήρωση του υποδείγματος ρύθμισης.

Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί με εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς ή διοικήσεις τρίτων χωρών, τη συνδρομή της Αρχής προς την Επιτροπή για την προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας και σχετικά με τις δραστηριότητες παρακολούθησης που αναλαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 2α.

3α. Η Αρχή επιδιώκει να γίνει πλήρες μέλος της Διεθνούς Ένωσης Ασφαλιστικών Εποπτών, του Διεθνούς Οργανισμού Εποπτών Συντάξεων και του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και επιδιώκει να αποκτήσει την ιδιότητα του παρατηρητή στο Συμβούλιο Παρακολούθησης Διεθνών Λογιστικών Προτύπων.

Οποιαδήποτε θέση λαμβάνεται από την Αρχή σε διεθνή φόρουμ συζητείται πρώτα και εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών.

3β. Η Αρχή παρακολουθεί, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο, τις ρυθμιστικές εξελίξεις, τις εποπτικές εξελίξεις και, κατά περίπτωση, τις εξελίξεις σε επίπεδο εξυγίανσης, καθώς και τις πρακτικές επιβολής και τις σχετικές εξελίξεις της αγοράς σε τρίτες χώρες για τις οποίες έχουν συναφθεί διεθνείς συμφωνίες.

Με την επιφύλαξη των ειδικών απαιτήσεων των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη των όρων της δεύτερης περιόδου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Αρχή συνεργάζεται με τις σχετικές αρμόδιες αρχές και κατά περίπτωση επίσης με τις αρχές εξυγίανσης των τρίτων χωρών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.»·

(21)  το άρθρο 34 διαγράφεται.

(22)  το άρθρο 35 τροποποιείται ως εξής:

α)  οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Έπειτα από αίτημα της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Αρχή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτουν νόμιμη πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες.

Οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ακριβείς, πλήρεις και υποβάλλονται εντός της προθεσμίας την οποία ορίζει η Αρχή.

2. Η Αρχή μπορεί επίσης να ζητήσει να της παρέχονται πληροφορίες ανά τακτά διαστήματα και με ειδικώς προσδιορισμένους μορφοτύπους ή μέσω συγκρίσιμων υποδειγμάτων που έχει εγκρίνει η Αρχή. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται πάντα, όπου είναι δυνατόν, χρησιμοποιώντας τους υφιστάμενους ενιαίους μορφοτύπους υποβολής στοιχείων και τηρούν την αρχή της αναλογικότητας που προβλέπεται στο εθνικό και το ενωσιακό δίκαιο, μεταξύ άλλων στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

3. Κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής, η Αρχή παρέχει κάθε πληροφορία που διαθέτει και η οποία είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της αρμόδιας αρχής.»·

β)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Εάν οι πληροφορίες που ζητούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν είναι διαθέσιμες ή δεν καταστούν διαθέσιμες από τις αρμόδιες αρχές εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί από την Αρχή, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα σε οποιονδήποτε από τους εξής:

α) σε άλλες αρχές με εποπτικές λειτουργίες,

β) στο αρμόδιο για τα οικονομικά υπουργείο του οικείου κράτους μέλους, εάν έχει στη διάθεσή του πληροφορίες προληπτικής εποπτείας,

γ) στην εθνική κεντρική τράπεζα του οικείου κράτους μέλους,

δ) στη στατιστική υπηρεσία του οικείου κράτους μέλους.

Κατόπιν αιτήματος της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές βοηθούν την Αρχή στη συγκέντρωση των πληροφοριών.»·

γ)   οι παράγραφοι 6 και 7 διαγράφονται·

(23)  παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 35α έως 35δ:

«Άρθρο 35αΆσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 35β

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην Αρχή, σε οποιονδήποτε υπάλληλό της ή άλλο εξουσιοδοτημένο από την Αρχή πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 35 δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε νομικό επαγγελματικό προνόμιο.

Τα άρθρα 35α και 35β εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 35βΑίτηση σε χρηματοοικονομικά ιδρύματα για την παροχή πληροφοριών

1. Εάν οι ζητούμενες πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή την παράγραφο 5 του άρθρου 35 δεν είναι διαθέσιμες ή δεν καταστούν διαθέσιμες εντός της προθεσμίας που ορίζεται από την Αρχή, αυτή μπορεί, χωρίς να δημιουργούνται αντίγραφα δεδομένων, να απαιτήσει από τα σχετικά χρηματοοικονομικά ιδρύματα να παράσχουν τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να είναι σε θέση η Αρχή να εκτελέσει τα καθήκοντά της βάσει του παρόντος κανονισμού.

4. Εντός εύλογης προθεσμίας που ορίζεται από την Αρχή, τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα ή οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους ▌παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. ▌

5. Η Αρχή αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της ▌αίτησης ▌στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο εδρεύει ή είναι εγκατεστημένη η σχετική οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και την οποία αφορά η αίτηση πληροφοριών.

6. Η Αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες έλαβε σύμφωνα με το παρόν άρθρο μόνο για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό.»·

Άρθρο 35γΔιαδικαστικοί κανόνες σχετικά με την επιβολή προστίμων

1. Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η Αρχή διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 35δ παράγραφος 1, η Αρχή ζητεί από την Επιτροπή να ερευνήσει το θέμα. ▌

Άρθρο 35δΠρόστιμα

και περιοδικές χρηματικές ποινές

-1. Πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για επιβολή προστίμου ή περιοδικής χρηματικής ποινής, η Επιτροπή δίνει στο ίδρυμα ή στον φορέα που είναι αποδέκτης της αίτησης παροχής πληροφοριών τη δυνατότητα ακρόασης.

Η Επιτροπή θεμελιώνει την απόφασή της να επιβάλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή μόνο στα πορίσματα για τα οποία τα ενδιαφερόμενα ιδρύματα ή οι φορείς είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

1. Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση επιβολής προστίμου, εάν διαπιστώσει ότι χρηματοοικονομικό ίδρυμα που αναφέρεται στο άρθρο 35β έχει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παραλείψει να παράσχει πληροφορίες που απαιτούνται ή έχει παράσχει ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ▌σύμφωνα με το άρθρο 35β παράγραφος 1.

2. Το βασικό πρόστιμο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανέρχεται σε τουλάχιστον [X· κάτω των 50 000 EUR] EUR και δεν υπερβαίνει τις [Υ· κάτω των 200 000 EUR] EUR, είναι δε αποτρεπτικό, αποτελεσματικό και αναλογικό προς το μέγεθος του ιδρύματος ή του φορέα και προς τον χαρακτήρα και τη σοβαρότητα της παράβασης.

Η Αρχή, από κοινού με την ΕΑΤ και την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προσδιορίζουν τη μεθοδολογία για τον καθορισμό των προστίμων σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

5. ▌Το συνολικό ποσό του προστίμου δεν υπερβαίνει το [X%· κάτω του 20%] του ετήσιου κύκλου εργασιών της συγκεκριμένης οντότητας κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, εκτός εάν η οντότητα έχει επωφεληθεί οικονομικά άμεσα ή έμμεσα από την παράβαση. Στην περίπτωση αυτή, το συνολικό πρόστιμο είναι τουλάχιστον ίσο προς το εν λόγω οικονομικό όφελος.

5α. Η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει περιοδική χρηματική ποινή έως ότου διορθωθεί η παράβαση. Η περιοδική χρηματική ποινή είναι αναλογική προς το μέγεθος του ιδρύματος ή της οντότητας και τον χαρακτήρα και τη σημασία της παράβασης.

5β. Τα δικαιώματα υπεράσπισης του ιδρύματος ή του φορέα διασφαλίζονται πλήρως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Το ίδρυμα ή ο φορέας έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της Αρχής και της Επιτροπής, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν επεκτείνεται σε εμπιστευτικές πληροφορίες ή σε εσωτερικής χρήσης προπαρασκευαστικά έγγραφα της Αρχής ή της Επιτροπής.

5γ. Η αναγκαστική εκτέλεση του προστίμου ή της περιοδικής χρηματικής ποινής αναστέλλεται μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ιδρύματα ή οι φορείς που υπόκεινται σε πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή μπορούν να κινήσουν διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά απόφασης της Επιτροπής για την επιβολή προστίμου ή περιοδικής χρηματικής ποινής. Το Δικαστήριο δύναται μεταξύ άλλων να ακυρώσει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που επιβλήθηκε από την Επιτροπή.

5δ. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοπιστωτικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

5ε. Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

▌(24)  το άρθρο 36 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 3 διαγράφεται.

β)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενη προς την Αρχή, η Αρχή συζητεί την προειδοποίηση ή σύσταση κατά την επόμενη συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών ή, κατά περίπτωση, νωρίτερα, για να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της εν λόγω προειδοποίησης ή σύστασης στην εκπλήρωση των καθηκόντων της και τη συνέχεια που πρέπει ενδεχομένως να δοθεί.

Με τη συναφή διαδικασία λήψης αποφάσεων, λαμβάνει απόφαση αν πρέπει να ληφθούν μέτρα με βάση τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό για τον χειρισμό των θεμάτων που ορίζονται στις προειδοποιήσεις και συστάσεις και σχετικά με το περιεχόμενο αυτών των μέτρων.

Αν η Αρχή δεν δώσει συνέχεια σε προειδοποίηση ή σύσταση, αναφέρει στο ΕΣΣΚ τους σχετικούς λόγους. Το ΕΣΣΚ ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010. Το ΕΣΣΚ ενημερώνει επίσης σχετικά το Συμβούλιο και την Επιτροπή.»

γ)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενης προς αρμόδια αρχή, η Αρχή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, μπορεί να χρησιμοποιεί τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό προκειμένου να εξασφαλίσει έγκαιρη επακολούθηση.

Αν ο αποδέκτης δεν προτίθεται να ακολουθήσει τη σύσταση του ΕΣΣΚ, ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών και συζητεί με αυτό τους λόγους για τους οποίους δεν λαμβάνει μέτρα.»

δ)  η παράγραφος 6 διαγράφεται.

(25)  το άρθρο 37 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 37Ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών

1. Προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της διαβούλευσης με συμφεροντούχους τομέων σχετικών με τα καθήκοντα της Αρχής, συγκροτείται ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (εφεξής αποκαλούμενες από κοινού «ομάδες συμφεροντούχων»). Οι ομάδες συμφεροντούχων γνωμοδοτούν σχετικά με τις ενέργειες που αναλαμβάνονται με βάση τα άρθρα 10 έως 15 όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα και, στον βαθμό που αυτές δεν αφορούν μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, το άρθρο 16 όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, το άρθρο 16α όσον αφορά τις γνωμοδοτήσεις και το άρθρο 16β όσον αφορά τις ερωτήσεις και απαντήσεις. Εάν χρειάζεται να αναληφθεί δράση επειγόντως και η διαβούλευση καθίσταται ανέφικτη, οι ομάδες συμφεροντούχων ενημερώνονται όσο το δυνατόν συντομότερα.

Οι ομάδες συμφεροντούχων συνεδριάζουν τουλάχιστον τέσσερις φορές τον χρόνο. Μπορούν να συζητούν μεταξύ τους θέματα κοινού ενδιαφέροντος και ενημερώνονται αμοιβαίως για τα λοιπά θέματα τα οποία συζητούνται.

Τα μέλη της μιας ομάδας συμφεροντούχων μπορούν να είναι επίσης μέλη της άλλης ομάδας συμφεροντούχων.

2. Η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων αποτελείται από 30 μέλη· 13 μέλη που εκπροσωπούν στη σωστή αναλογία ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που δραστηριοποιούνται στην Ένωση —τρία από τα οποία εκπροσωπούν συνεταιριστικούς ασφαλιστές ή αντασφαλιστές και αλληλασφαλιστικές ή αλληλαντασφαλιστικές ενώσεις—, 13 μέλη που εκπροσωπούν τους εκπροσώπους των υπαλλήλων τους, καθώς και τους καταναλωτές, τους χρήστες ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υπηρεσιών, αντιπροσώπους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) και εκπροσώπους των συναφών επαγγελματικών ενώσεων, και 4 μέλη που είναι ανεξάρτητοι διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί. ▐

3. Η ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών αποτελείται από 30 μέλη· 13 μέλη που εκπροσωπούν στη σωστή αναλογία τα ιδρύματα επαγγελματικών συντάξεων που δραστηριοποιούνται στην Ένωση, 13 μέλη που εκπροσωπούν εκπροσώπους υπαλλήλων, εκπροσώπους συνταξιούχων, εκπροσώπους των ΜΜΕ και εκπροσώπους των συναφών επαγγελματικών ενώσεων, και 4 μέλη που είναι ανεξάρτητοι διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί. ▐

4. Τα μέλη των ομάδων συμφεροντούχων ορίζονται από το συμβούλιο εποπτών, μετά από ανοικτή και διαφανή διαδικασία επιλογής. Στο μέτρο του δυνατού, κατά τη λήψη της απόφασής του το συμβούλιο εποπτών διασφαλίζει τη δέουσα συνεκτίμηση της ποικιλομορφίας των τομέων των ασφαλίσεων, των αντασφαλίσεων και των επαγγελματικών συντάξεων, τη γεωγραφική ισορροπία και την ισορροπία των φύλων, καθώς και την εκπροσώπηση των συμφεροντούχων από ολόκληρη την Ένωση. Τα μέλη των ομάδων συμφεροντούχων επιλέγονται σύμφωνα με τα προσόντα, τις δεξιότητες, τις σχετικές γνώσεις και την αποδεδειγμένη εμπειρία τους.

4α. Τα μέλη της οικείας ομάδας συμφεροντούχων εκλέγουν τον πρόεδρο της ομάδας μεταξύ των μελών της. Η θητεία του προέδρου διαρκεί δύο έτη.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να καλέσει τον πρόεδρο οποιασδήποτε ομάδας συμφεροντούχων να προβεί σε δήλωση ενώπιόν του και να απαντήσει σε τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών του, όποτε του ζητηθεί.

5. Η Αρχή παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, υπό την αίρεση του επαγγελματικού απορρήτου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 70, και διασφαλίζει επαρκή γραμματειακή υποστήριξη των ομάδων συμφεροντούχων. Καθιερώνεται επαρκής αποζημίωση για τα μέλη των ομάδων συμφεροντούχων που εκπροσωπούν μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, εξαιρουμένων των εκπροσώπων του κλάδου. Η αποζημίωση αυτή λαμβάνει υπόψη το προπαρασκευαστικό και το μετέπειτα έργο των μελών και είναι τουλάχιστον ισοδύναμη με τα ποσοστά επιστροφής δαπανών που καταβάλλονται στους υπαλλήλους, σύμφωνα με τον Τίτλο V, Κεφάλαιο 1, Τμήμα 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου (κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης). Οι ομάδες συμφεροντούχων μπορούν να συγκροτήσουν ομάδες εργασίας για τεχνικά θέματα. Η θητεία των μελών της ομάδας συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και της ομάδας συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών διαρκεί τέσσερα έτη και τη λήξη της ακολουθεί νέα διαδικασία επιλογής.

Τα μέλη των ομάδων συμφεροντούχων μπορούν να υπηρετήσουν επί δυο διαδοχικές θητείες.

6. Οι ομάδες συμφεροντούχων μπορούν να υποβάλλουν στην Αρχή γνώμες και συμβουλές για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τα καθήκοντα της Αρχής, με ιδιαίτερη έμφαση στα καθήκοντα των άρθρων 10 έως 16β και των άρθρων 29, 30, 32 και 35.

Όταν τα μέλη των ομάδων συμφεροντούχων δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε συμβουλή, το ένα τρίτο των μελών τους ή τα μέλη που εκπροσωπούν μια ομάδα συμφεροντούχων επιτρέπεται να εκδώσουν χωριστή συμβουλή.

Η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και η ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων και η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών μπορούν να εκδίδουν κοινές γνώμες και συμβουλές για θέματα που άπτονται των εργασιών των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών δυνάμει του άρθρου 56 του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις κοινές θέσεις και τις κοινές πράξεις.

7. Οι ομάδες συμφεροντούχων εγκρίνουν τον εσωτερικό τους κανονισμό με συμφωνία πλειοψηφίας δύο τρίτων των αντίστοιχων μελών τους.

8. Η Αρχή δημοσιοποιεί ▌τις συμβουλές των ομάδων συμφεροντούχων, τη χωριστή συμβουλή των μελών τους και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεών τους, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ελήφθησαν υπόψη οι συμβουλές και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων.»·

(25a)  το άρθρο 38 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή διασφαλίζει ότι καμία απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει των άρθρων 18, 19 ή 20 δεν έρχεται με οιονδήποτε τρόπο σε σύγκρουση με τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες κρατών μελών.»

(26)  το άρθρο 39 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 39Διαδικασίες λήψης αποφάσεων

1. Η Αρχή ενεργεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 6 όταν εκδίδει αποφάσεις δυνάμει των άρθρων 17, 18 και 19.

2. Η Αρχή ενημερώνει κάθε αποδέκτη απόφασης στην επίσημη γλώσσα του σχετικά με την πρόθεσή της να εκδώσει την απόφαση, τάσσοντας προθεσμία εντός της οποίας ο αποδέκτης μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του για το αντικείμενο της απόφασης, λαμβανόμενου πλήρως υπόψη του επείγοντος χαρακτήρα, της πολυπλοκότητας και των ενδεχόμενων συνεπειών του θέματος. Ο αποδέκτης μπορεί να εκφράσει τις απόψεις του στην επίσημη γλώσσα του. Η διάταξη που θεσπίζεται στην πρώτη περίοδο της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις συστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 3.

3. Οι αποφάσεις της Αρχής αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

4. Οι αποδέκτες των αποφάσεων της Αρχής ενημερώνονται σχετικά με τα διαθέσιμα μέσα προσφυγής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

5. Εάν η Αρχή έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 ή το άρθρο 18 παράγραφος 4, επανεξετάζει την εν λόγω απόφαση σε ενδεδειγμένα χρονικά διαστήματα.

6. Η έκδοση των αποφάσεων τις οποίες λαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με τα άρθρα ▌18 ή 19 δημοσιοποιείται. Η έκδοση των αποφάσεων τις οποίες λαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 17 μπορεί να δημοσιοποιείται. Η δημοσιοποίηση γνωστοποιεί την ταυτότητα της οικείας αρμόδιας αρχής ή του οικείου χρηματοοικονομικού ιδρύματος και το βασικό περιεχόμενο της απόφασης, εκτός εάν η εν λόγω δημοσιοποίηση αντίκειται στο έννομο συμφέρον των εν λόγω χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή στην προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους ή θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης.»·

(27)  το άρθρο 40 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)  παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία α α) και α β):

«α α) τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, χωρίς δικαίωμα ψήφου·»·

α β) τον επικεφαλής της διοίκησης του κράτους μέλους που είναι αρμόδια για τη διαπραγμάτευση και την έγκριση των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, προκειμένου να ενεργεί στο πλαίσιο των άρθρων 10 έως 15»·

i α)  το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) τον επικεφαλής της εθνικής δημόσιας αρχής που είναι αρμόδια για την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων σε κάθε κράτος μέλος, προκειμένου να ενεργεί στο πλαίσιο οποιασδήποτε αρμοδιότητας με εξαίρεση αυτές που ορίζονται στα άρθρα 10 έως 15, ο οποίος συμμετέχει αυτοπροσώπως στις συνεδριάσεις τουλάχιστον δύο φορές ετησίως·»

i β)  το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ) έναν αντιπρόσωπο του ΕΣΣΚ, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο οποίος απέχει από την υιοθέτηση θέσεων που προκύπτουν από τη διεξαγωγή της νομισματικής πολιτικής·

α α)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Κάθε ▌αρχή είναι υπεύθυνη για τον ορισμό ενός αναπληρωματικού μέλους υψηλού επιπέδου από αυτήν, το οποίο μπορεί να αντικαθιστά το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α β) και στην παράγραφο 1 στοιχείο β), σε περίπτωση που το πρόσωπο αυτό κωλύεται να παραστεί.»

α β)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4α. Για τους σκοπούς των μέτρων που πρέπει να ληφθούν στο πλαίσιο των άρθρων 10 έως 15, ένας εκπρόσωπος της Επιτροπής είναι μέλος του συμβουλίου εποπτών χωρίς δικαίωμα ψήφου, ένας εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι παρατηρητής, και ένας εκπρόσωπος από κάθε διοίκηση κράτους μέλους μπορεί να είναι παρατηρητής στο συμβούλιο εποπτών.»

α γ)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να προσκαλεί παρατηρητές.»

▌γ)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος ·

«5α. Εάν η εθνική δημόσια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δεν είναι υπεύθυνη για την επιβολή των κανόνων προστασίας των καταναλωτών, το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο μπορεί να αποφασίσει να καλέσει εκπρόσωπο της αρχής προστασίας καταναλωτών του κράτους μέλους, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Εάν σε ένα κράτος μέλος, πλείονες αρχές είναι συναρμόδιες για την προστασία των καταναλωτών, οι εν λόγω αρχές συμφωνούν για κοινό αντιπρόσωπο.»·

(28)  το άρθρο 41 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 41Εσωτερικές επιτροπές

«Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται. Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να προβλέπει την ανάθεση ορισμένων σαφώς καθορισμένων καθηκόντων και αποφάσεων σε εσωτερικές επιτροπές, στο εκτελεστικό συμβούλιο ή στον πρόεδρο.»·

(29)  το άρθρο 42 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 42Ανεξαρτησία

του συμβουλίου εποπτών

Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που τους ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, ο Πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου εποπτών ▌ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης συνολικά και ούτε ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση ▌ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Ούτε τα κράτη μέλη, ούτε τα θεσμικά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης ή οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας δεν επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του συμβουλίου εποπτών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Όταν ο βαθμός ανεξαρτησίας που αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο α) έχει κριθεί ανεπαρκής σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, το συμβούλιο εποπτών μπορεί να αποφασίσει είτε να αναστείλει προσωρινά το δικαίωμα ψήφου του συγκεκριμένου μέλους είτε να αναστείλει προσωρινά τη συμμετοχή του στην Αρχή, μέχρις ότου αποκατασταθεί η ανεπάρκεια.»·

(30)  το άρθρο 43 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Το συμβούλιο εποπτών καθοδηγεί το έργο της Αρχής και είναι το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων για στρατηγικές αποφάσεις και σημαντικές αποφάσεις σε θέματα πολιτικής.

Εκτός εάν προβλέπεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει ▌τις συστάσεις, τις κατευθυντήριες γραμμές, τις γνώμες και τις αποφάσεις της Αρχής και εκδίδει τις συμβουλές που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙ ▌.»·

β)  οι παράγραφοι 2 και 3 διαγράφονται·

γ)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου, το πρόγραμμα εργασίας της Αρχής για το επόμενο έτος και το διαβιβάζει προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

Η Αρχή καθορίζει τις προτεραιότητές της σε σχέση με τις αξιολογήσεις που προσδιορίζουν, κατά περίπτωση, τις αρμόδιες αρχές και δραστηριότητες που υπόκεινται σε αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 30. Εάν αιτιολογείται δεόντως, η Αρχή μπορεί να προσδιορίσει πρόσθετες αρμόδιες αρχές για αξιολόγηση.

Το πρόγραμμα εργασίας εγκρίνεται με την επιφύλαξη της ετήσιας διαδικασίας για τον προϋπολογισμό και δημοσιοποιείται.»·

δ)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου, την ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται και η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, βάσει του σχεδίου έκθεσης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 47 παράγραφος 9 στοιχείο στ), και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους. Η έκθεση δημοσιοποιείται.»·

ε)  η παράγραφος 8 διαγράφεται·

(30α)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 43α:

«Άρθρο 43a

Διαφάνεια των αποφάσεων που εγκρίνονται από το συμβούλιο εποπτών

Με την επιφύλαξη του άρθρου 70, εντός έξι το πολύ εβδομάδων από την ημερομηνία συνεδρίασης του συμβουλίου εποπτών, η Αρχή διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατ’ ελάχιστον, πλήρη και ουσιαστικά πρακτικά των εργασιών της εν λόγω συνεδρίασης του συμβουλίου εποπτών τα οποία καθιστούν δυνατή την πλήρη κατανόηση των συζητήσεων, συμπεριλαμβανομένου ενός σχολιασμένου καταλόγου των αποφάσεων. »

(31)  το άρθρο 44 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οι αποφάσεις του συμβουλίου εποπτών λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των μελών του. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.

Όσον αφορά τις αποφάσεις για την κατάρτιση και την έγκριση των πράξεων, των σχεδίων και των μέσων που ορίζονται στα άρθρα 10 έως 16 και όλα τα μέτρα και τις αποφάσεις που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 5 τρίτο εδάφιο, του άρθρου 9α και του Κεφαλαίου VΙ και κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, το συμβούλιο εποπτών λαμβάνει αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία των μελών του, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο άρθρο 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις. Τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου και ο πρόεδρος δεν συμμετέχουν στην ψηφοφορία επί των αποφάσεων αυτών.

1α. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το συμβούλιο εποπτών είναι αρμόδιο να εγκρίνει τις αποφάσεις που εκπονεί το εκτελεστικό συμβούλιο για τους σκοπούς του άρθρου 22 παράγραφος 1, του άρθρου 22 παράγραφος 2, του άρθρου 22 παράγραφος 3, του άρθρου 22 παράγραφος 5, του άρθρου 29α, του άρθρου 31α, του άρθρου 32 και των άρθρων 35β έως 35η, σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 3, με απλή πλειοψηφία των μελών του.

Σε περίπτωση που το συμβούλιο εποπτών δεν εγκρίνει τις αποφάσεις που εκπονεί το εκτελεστικό συμβούλιο για τους σκοπούς του άρθρου 22 παράγραφος 1, του άρθρου 22 παράγραφος 2, του άρθρου 22 παράγραφος 3, του άρθρου 22 παράγραφος 5, του άρθρου 29α, του άρθρου 31α, του άρθρου 32 και των άρθρων 35β έως 35η, μπορεί να τροποποιεί τις εν λόγω αποφάσεις. Το συμβούλιο εποπτών είναι αρμόδιο να εγκρίνει τις εν λόγω τροποποιημένες αποφάσεις με πλειοψηφία τριών τετάρτων των μελών του.

Σε περίπτωση που το συμβούλιο εποπτών δεν εγκρίνει τις τροποποιημένες αποφάσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών, το εκτελεστικό συμβούλιο λαμβάνει την απόφαση.»·

α α)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

1α. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το συμβούλιο εποπτών είναι αρμόδιο να εγκρίνει τις αποφάσεις που εκπονεί το εκτελεστικό συμβούλιο για τους σκοπούς του άρθρου 22 παράγραφος 1, του άρθρου 22 παράγραφος 2, του άρθρου 22 παράγραφος 3, του άρθρου 22 παράγραφος 5, του άρθρου 29α, του άρθρου 31α, του άρθρου 32 και των άρθρων 35β έως 35η, σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 3, με απλή πλειοψηφία των μελών του.

Σε περίπτωση που το συμβούλιο εποπτών δεν εγκρίνει τις αποφάσεις που εκπονεί το εκτελεστικό συμβούλιο για τους σκοπούς του άρθρου 22 παράγραφος 1, του άρθρου 22 παράγραφος 2, του άρθρου 22 παράγραφος 3, του άρθρου 22 παράγραφος 5, του άρθρου 29α, του άρθρου 31α, του άρθρου 32 και των άρθρων 35β έως 35η, μπορεί να τροποποιεί τις εν λόγω αποφάσεις. Το συμβούλιο εποπτών είναι αρμόδιο να εγκρίνει τις εν λόγω τροποποιημένες αποφάσεις με πλειοψηφία τριών τετάρτων των μελών του.

Σε περίπτωση που το συμβούλιο εποπτών δεν εγκρίνει τις τροποποιημένες αποφάσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών, το εκτελεστικό συμβούλιο λαμβάνει την απόφαση.»·

β)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του. Ο εσωτερικός κανονισμός ορίζει λεπτομερώς τις ρυθμίσεις που διέπουν την ψηφοφορία.»

γ)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Τα μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου και οι παρατηρητές δεν συμμετέχουν σε οποιεσδήποτε συζητήσεις του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο άρθρο 75 παράγραφος 3 ή στις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται για τον πρόεδρο και τα μέλη που είναι επίσης μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου. ▌»·

(32)  στο κεφάλαιο III, ο τίτλος της ενότητας 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ενότητα 2

Εκτελεστικό συμβούλιο»·

(33)  το άρθρο 45 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 45Σύνθεση

«1. Το εκτελεστικό συμβούλιο απαρτίζεται από τον πρόεδρο και τρία μέλη πλήρους απασχόλησης, τα οποία είναι υπήκοοι κράτους μέλους. Ο πρόεδρος αναθέτει σε κάθε μέλος πλήρους απασχόλησης σαφώς καθορισμένα καθήκοντα άσκησης πολιτικής και διοίκησης, ειδικότερα αρμοδιότητες για θέματα προϋπολογισμού, για θέματα που αφορούν το πρόγραμμα εργασίας της Αρχής και για θέματα σύγκλισης. Ένα από τα μέλη πλήρους απασχόλησης εκτελεί χρέη αντιπροέδρου και ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου κατά την απουσία του ή σε περίπτωση εύλογου κωλύματος, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Τα μέλη πλήρους απασχόλησης επιλέγονται με βάση τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις και την πρακτική πείρα τους σε σχέση με τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, στο πλαίσιο των διαφορετικών επιχειρηματικών τους μοντέλων, και τις αγορές, ιδίως στον τομέα των ασφαλίσεων και των επαγγελματικών συντάξεων, συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων των καταναλωτών, καθώς και την πείρα τους σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση. Τα μέλη πλήρους απασχόλησης έχουν ευρεία πείρα διοίκησης. Τουλάχιστον ένα από τα μέλη πλήρους απασχόλησης θα πρέπει να μην έχει απασχοληθεί σε εθνική αρμόδια αρχή κατά τη διάρκεια ενός έτους πριν από τον διορισμό του. Η επιλογή τους πραγματοποιείται βάσει ανοικτής πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνέχεια της οποίας η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα, έπειτα από διαβούλευση με το συμβούλιο εποπτών.

Η Επιτροπή υποβάλλει τον κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση. Μετά την έγκριση του εν λόγω καταλόγου, το Συμβούλιο εκδίδει απόφαση διορισμού των μελών πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου ▌. Η σύνθεση του εκτελεστικού συμβουλίου είναι ισόρροπη και αναλογική και αντικατοπτρίζει την Ένωση στο σύνολό της.

3. Εάν ένα μέλος πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 46 ή έχει κριθεί ένοχο σοβαρού παραπτώματος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν, με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής η οποία έχει εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να εκδώσουν απόφαση για να το παύσουν από τα καθήκοντά του.

4. Η θητεία των μελών πλήρους απασχόλησης είναι πενταετής και άπαξ ανανεώσιμη. Κατά το εννεάμηνο που προηγείται της λήξης της πενταετούς θητείας του μέλους πλήρους απασχόλησης, το συμβούλιο εποπτών αξιολογεί:

α) τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά την πρώτη θητεία και τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκαν·

β) τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της Αρχής για τα επόμενα έτη.

Λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο προς ανανέωση τον κατάλογο των μελών πλήρους απασχόλησης. Με βάση τον εν λόγω κατάλογο και λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση, το Συμβούλιο μπορεί να παρατείνει τη θητεία των μελών πλήρους απασχόλησης.»·

(34)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 45α:

«Άρθρο 45αΛήψη αποφάσεων

1. Οι αποφάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου εγκρίνονται με απλή πλειοψηφία των μελών του. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Εάν ζητηθεί από τον πρόεδρο ή τουλάχιστον τρία μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου, οι αποφάσεις παραπέμπονται στο συμβούλιο εποπτών.

2. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής συμμετέχει στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκτός των θεμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 63.

3. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

4. Οι συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου συγκαλούνται από τον πρόεδρο με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μελών του εκτελεστικού συμβουλίου, και προεδρεύονται από τον πρόεδρο.

Το εκτελεστικό συμβούλιο συνέρχεται πριν από κάθε συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών και όσο συχνά το εκτελεστικό συμβούλιο κρίνει απαραίτητο. Υποβάλλει τακτικά εκθέσεις στο συμβούλιο εποπτών και συνέρχεται τουλάχιστον έντεκα φορές τον χρόνο.

5. ▌Οι συμμετέχοντες χωρίς δικαίωμα ψήφου δεν παρίστανται σε οποιεσδήποτε συζητήσεις του εκτελεστικού συμβουλίου οι οποίες αφορούν μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.

5α. Το συμβούλιο εποπτών δικαιούται να υποβάλλει ειδικές αιτήσεις παροχής πληροφοριών στο εκτελεστικό συμβούλιο.»·

(35)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 45β:

«Άρθρο 45βΕσωτερικές επιτροπές

Το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται.»·

(36)  το άρθρο 46 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 46Ανεξαρτησία

του εκτελεστικού συμβουλίου

Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά προς το αποκλειστικό συμφέρον της Ένωσης συνολικά και δεν επιτρέπεται να ζητούν ή να δέχονται οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση ▌ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου δεν κατέχουν άλλη θέση σε εθνικό, ενωσιακό ή διεθνές επίπεδο.

Ούτε τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης, ούτε οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.»·

(37)  το άρθρο 47 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 47Καθήκοντα

1. Το εκτελεστικό συμβούλιο εξασφαλίζει ότι η Αρχή εκπληρώνει την αποστολή της και εκτελεί τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, ιδίως την έκδοση εσωτερικών διοικητικών εντολών και τη δημοσίευση ανακοινώσεων, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία της Αρχής, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Το εκτελεστικό συμβούλιο προτείνει στο συμβούλιο εποπτών ετήσιο και πολυετές πρόγραμμα εργασίας προς έγκριση.

3. Το εκτελεστικό συμβούλιο ασκεί τις σχετικές με τον προϋπολογισμό εξουσίες του σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 64.

Για τους σκοπούς του άρθρου 17, του άρθρου 19, του άρθρου 22 παράγραφος 4 και του άρθρου 30, ▌το εκτελεστικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να ενεργεί και να λαμβάνει αποφάσεις. Για τους σκοπούς του άρθρου 22 παράγραφος 1, του άρθρου 22 παράγραφος 2, του άρθρου 22 παράγραφος 3, του άρθρου 22 παράγραφος 5, του άρθρου 29α, του άρθρου 31α, του άρθρου 32 και των άρθρων 35β έως 35δ, το εκτελεστικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να εκπονεί αποφάσεις οι οποίες υπόκεινται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων που ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 1α. Το εκτελεστικό συμβούλιο τηρεί ενήμερο το συμβούλιο εποπτών για όλες τις αποφάσεις που εκπονεί και λαμβάνει.

3α. Το εκτελεστικό συμβούλιο εξετάζει και γνωμοδοτεί ▌για κάθε ζήτημα το οποίο πρόκειται να αποφασιστεί από το συμβούλιο εποπτών.

4. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει το σχέδιο πολιτικής προσωπικού της Αρχής και, σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 2, τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής «κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης»).

5. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει τις ειδικές διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 72.

6. Το εκτελεστικό συμβούλιο υποβάλλει στο συμβούλιο εποπτών προς έγκριση ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, περιλαμβανομένων των πεπραγμένων όσον αφορά τα καθήκοντα του προέδρου, με βάση το σχέδιο έκθεσης στο οποίο παραπέμπει η παράγραφος 9 στοιχείο στ).

7. Το εκτελεστικό συμβούλιο διορίζει και παύει τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφοι 3 και 5, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την πρόταση του συμβουλίου εποπτών.

Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου δημοσιοποιούν όλες τις διεξαχθείσες συνεδριάσεις και κάθε προσφερθείσα φιλοξενία. Οι δαπάνες καταχωρίζονται δημοσίως σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

9. Το εντεταλμένο μέλος αναλαμβάνει τα ακόλουθα ειδικά καθήκοντα:

α) εκτελεί το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας της Αρχής υπό την καθοδήγηση του συμβουλίου εποπτών και υπό τον έλεγχο του εκτελεστικού συμβουλίου,

β) λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, κυρίως δε εκδίδει εσωτερικές διοικητικές εγκυκλίους και δημοσιεύει ανακοινώσεις, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία της Αρχής σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό,

γ) καταρτίζει πολυετές πρόγραμμα εργασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2,

δ) καταρτίζει κάθε έτος, έως τις 30 Ιουνίου, πρόγραμμα εργασίας για το επόμενο έτος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2,

ε) καταρτίζει προσχέδιο προϋπολογισμού της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 63 και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 64,

στ) συντάσσει ετήσιο σχέδιο έκθεσης που περιλαμβάνει μια ενότητα για τις ρυθμιστικές και εποπτικές δραστηριότητες της Αρχής και μια ενότητα για θέματα χρηματοοικονομικής και διοικητικής φύσης,

ζ) όσον αφορά το προσωπικό της Αρχής, ασκεί τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 68 και διαχειρίζεται θέματα προσωπικού.»·

(38)  το άρθρο 48 τροποποιείται ως εξής:

α)    στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο πρόεδρος είναι υπήκοος κράτους μέλους και είναι υπεύθυνος για την προετοιμασία των εργασιών και την προεδρία των συνεδριάσεων του συμβουλίου εποπτών και του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

β)    η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Για την επιλογή του προέδρου, η Επιτροπή συγκροτεί επιτροπή επιλογής που αποτελείται από έξι ανεξάρτητα πρόσωπα υψηλού επιπέδου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή διορίζουν το καθένα από δύο μέλη της επιτροπής επιλογής. Η επιτροπή επιλογής εκλέγει πρόεδρο μεταξύ των μελών της. Η επιτροπή επιλογής αποφασίζει με απλή πλειοψηφία για τη δημοσίευση της προκήρυξης κενής θέσης, τα κριτήρια επιλογής και την περιγραφή των συγκεκριμένων καθηκόντων, τη σύνθεση του σώματος των υποψηφίων καθώς και τη μέθοδο με την οποία ελέγχεται το σώμα των υποψηφίων, προκειμένου να καταρτιστεί ισόρροπος από άποψη φύλου κατάλογος επικρατέστερων υποψηφιοτήτων με τουλάχιστον δύο υποψηφίους. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου της επιτροπής επιλογής.

Ο πρόεδρος επιλέγεται με βάση τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις του για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και τις αγορές, ιδίως στον τομέα των ασφαλίσεων και των επαγγελματικών συντάξεων, κατόπιν ανοικτής πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πρόεδρος διαθέτει πολυετή και αναγνωρισμένη πείρα σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση, καθώς και πολυετή πείρα σε ανώτερη διευθυντική θέση, είναι σε θέση να επιδεικνύει ηγετικά προσόντα και υψηλά πρότυπα αποδοτικότητας, ικανότητας και ακεραιότητας και έχει αποδεδειγμένη γνώση τουλάχιστον δύο επίσημων γλωσσών της Ένωσης.

Η επιτροπή επιλογής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο προς έγκριση τον κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων για τη θέση του προέδρου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να προσκαλέσει τους επιλεγέντες υποψηφίους σε ακρόαση κεκλεισμένων των θυρών ή δημόσια ακρόαση, να υποβάλει γραπτές ερωτήσεις στους υποψηφίους, να αντιταχθεί στον διορισμό ενός υποψηφίου και να υποδείξει τον υποψήφιο που προτιμά. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκδίδουν κοινή απόφαση για τον διορισμό του προέδρου από τον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων.

2α. Εάν ο πρόεδρος δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 49 ή έχει κριθεί ένοχος σοβαρού παραπτώματος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής ή με δική τους πρωτοβουλία, να εκδώσουν κοινή απόφαση για την παύση του από τα καθήκοντά του. Κατά την κατάρτιση της πρότασής της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβουλεύεται με τις εθνικές αρμόδιες αρχές.»·

β α)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η θητεία του προέδρου είναι οκταετής και μη ανανεώσιμη.»

γ)    η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Κατά το εννεάμηνο που προηγείται της λήξης της οκταετούς θητείας του προέδρου, το συμβούλιο εποπτών αποτιμά:

α) τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά την πρώτη θητεία και τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκαν·

β) τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της Αρχής για τα επόμενα έτη.

Για τον σκοπό της αποτίμησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, το συμβούλιο εποπτών διορίζει προσωρινό αναπληρωτή πρόεδρο μεταξύ των μελών του.»·

δ)    η παράγραφος 5 διαγράφεται·

(38α)  το άρθρο 49 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 49Ανεξαρτησία

του προέδρου

Με την επιφύλαξη του ρόλου του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά τα καθήκοντα του προέδρου, ο πρόεδρος δεν επιτρέπεται να ζητεί ούτε να δέχεται οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση ▌ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Ούτε τα κράτη μέλη, ούτε τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης ή οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τον πρόεδρο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 68, ο πρόεδρος, μετά την έξοδό του από την υπηρεσία, εξακολουθεί να δεσμεύεται από την υποχρέωση να συμπεριφέρεται με ακεραιότητα και διακριτικότητα σε σχέση με την αποδοχή ορισμένων θέσεων και ευεργετημάτων.»

(39)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 49α:

«Άρθρο 49αΔαπάνες

Ο πρόεδρος δημοσιοποιεί όλες τις συνεδριάσεις που διεξάχθηκαν με εξωτερικούς ενδιαφερομένους εντός δύο εβδομάδων από τη συνεδρίαση και την προσφερθείσα φιλοξενία. Οι δαπάνες καταχωρίζονται δημοσίως σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.»·

(40)  τα άρθρα 50, 51, 52 και 53 απαλείφονται·

(41)  το άρθρο 54 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Μεικτή Επιτροπή αποτελεί φόρουμ στο οποίο η Αρχή συνεργάζεται τακτικά και στενά, για να διασφαλίζει διατομεακή συνέπεια, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τομεακές ιδιαιτερότητες, με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), συγκεκριμένα, όταν απαιτείται από την ενωσιακή νομοθεσία, όσον αφορά:

– τους χρηματοοικονομικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και τη διασυνοριακή ενοποίηση,

– τη λογιστική και τους ελέγχους,

– τις μικροπροληπτικές αναλύσεις διατομεακών εξελίξεων, κινδύνων και τρωτών σημείων για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα,

– τα επενδυτικά προϊόντα για μικροεπενδυτές,

– την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο,

– την ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών με το ΕΣΣΚ και τις ΕΕΑ,

τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες λιανικής και ζητήματα προστασίας των καταναλωτών και των επενδυτών,

– την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας.»

γ)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α.   Η Μεικτή Επιτροπή χρησιμεύει ως φόρουμ στο οποίο η Αρχή συνεργάζεται τακτικά και στενά με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών για θέματα που αφορούν την αλληλεπίδραση μεταξύ των καθηκόντων της Αρχής και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών και των ειδικών καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και έχουν ανατεθεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών.»·

(42)  το άρθρο 55 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 55Σύνθεση

1. Η Μεικτή Επιτροπή αποτελείται από τους προέδρους των ΕΕΑ ▌.

2. Στις συνεδριάσεις της Μεικτής Επιτροπής, καθώς και, αν απαιτείται, οποιωνδήποτε υποεπιτροπών που αναφέρονται στο άρθρο 57, προσκαλούνται ως παρατηρητές ένα μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου, ένας εκπρόσωπος της Επιτροπής και ο δεύτερος πρόεδρος του ΕΣΣΚ και, αν απαιτείται, ο πρόεδρος οποιασδήποτε υποεπιτροπής της Μεικτής Επιτροπής.

3. Ο πρόεδρος της Μεικτής Επιτροπής ορίζεται ετησίως εκ περιτροπής μεταξύ των προέδρων των ΕΕΑ. Ο πρόεδρος της Μεικτής Επιτροπής είναι ο δεύτερος αντιπρόεδρος του ΕΣΣΚ.

4. Η Μεικτή Επιτροπή εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό της. Η Μεικτή Επιτροπή μπορεί να προσκαλεί παρατηρητές. Η Μεικτή Επιτροπή λαμβάνει κοινές θέσεις συναινετικά. Ο κανονισμός αυτός μπορεί να ορίζει επιπλέον συμμετέχοντες στις συνεδριάσεις της Μεικτής Επιτροπής.

Η Μεικτή Επιτροπή συνέρχεται τουλάχιστον μια φορά το τρίμηνο.

4α. Ο πρόεδρος της Αρχής διαβουλεύεται τακτικά με το συμβούλιο εποπτών και ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών σχετικά με οποιαδήποτε θέση λαμβάνεται στις συνεδριάσεις της Μεικτής Επιτροπής και των υποεπιτροπών της.»·

(42α)  το άρθρο 56 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 56Κοινές θέσεις και κοινές πράξεις

Εφόσον είναι αναγκαίο, στο πλαίσιο των καθηκόντων της που ορίζονται στο κεφάλαιο II και ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, η Αρχή επιδιώκει να καταλήξει σε κοινές θέσεις με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), ανάλογα με την περίπτωση.

Αν απαιτείται από την ενωσιακή νομοθεσία, οι πράξεις βάσει των άρθρων 10 έως ▌19 του παρόντος κανονισμού οι οποίες αφορούν την εφαρμογή της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και κάθε άλλης ενωσιακής πράξης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και οι οποίες εμπίπτουν επίσης στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών) ή της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών), εγκρίνονται παράλληλα από την Αρχή, την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), ανάλογα με την περίπτωση.

Αν η απόφαση της Αρχής αποκλίνει από την κοινή θέση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή αν δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση, η Αρχή ενημερώνει αμελλητί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τους σχετικούς λόγους

(42β)  το άρθρο 57 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 57Υποεπιτροπές

1. Η Μεικτή Επιτροπή μπορεί να συγκροτεί υποεπιτροπές με σκοπό την προετοιμασία σχεδίων κοινών θέσεων και κοινών πράξεων για λογαριασμό της Μεικτής Επιτροπής.

2. Οι υποεπιτροπές συγκροτούνται από τους προέδρους των ΕΕΑ και από έναν υψηλόβαθμο εκπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος, προερχόμενο από το εν ενεργεία προσωπικό της οικείας αρμόδιας αρχής.

3. Οι υποεπιτροπές εκλέγουν πρόεδρο μεταξύ των εκπροσώπων των σχετικών αρμόδιων αρχών, ο οποίος είναι επίσης παρατηρητής στη Μεικτή Επιτροπή.

3α. Για τους σκοπούς του άρθρου 56, συστήνεται υποεπιτροπή χρηματοοικονομικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων στη Μεικτή Επιτροπή.

4. Η Μεικτή Επιτροπή δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της όλες τις υποεπιτροπές που έχουν συσταθεί, συμπεριλαμβανομένων των αρμοδιοτήτων τους και καταλόγου των μελών τους με τα αντίστοιχα καθήκοντά τους στην υποεπιτροπή.»

(43)  το άρθρο 58 τροποποιείται ως εξής:

-α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Συγκροτείται συμβούλιο προσφυγών των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών

-α α)  στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

2. Το συμβούλιο προσφυγών αποτελείται από έξι τακτικά και έξι αναπληρωματικά μέλη, τα οποία είναι πρόσωπα υψίστης εντιμότητας με αποδεδειγμένο ιστορικό σχετικών γνώσεων της ενωσιακής νομοθεσίας και διεθνούς επαγγελματικής πείρας, αρκούντως υψηλού επιπέδου στους τομείς των τραπεζικών και ασφαλιστικών υπηρεσιών, των επαγγελματικών συντάξεων, των αγορών κινητών αξιών ή άλλων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, αποκλειομένων του εν ενεργεία προσωπικού των αρμόδιων αρχών ή άλλων εθνικών ή ενωσιακών οργάνων που συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Αρχής και των μελών της ομάδας συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και της ομάδας συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών. Τα μέλη είναι υπήκοοι κράτους μέλους και έχουν άριστη γνώση τουλάχιστον δύο επίσημων γλωσσών της Ένωσης. Το συμβούλιο προσφυγών έχει επαρκή νομική εμπειρία, ώστε να παράσχει εμπεριστατωμένες νομικές γνώμες όσον αφορά τη νομιμότητα και την αναλογικότητα της άσκησης των εξουσιών της Αρχής.»

α)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Το εκτελεστικό συμβούλιο της Αρχής ορίζει δυο μέλη του συμβουλίου προσφυγών και δύο αναπληρωματικά μέλη από πίνακα επικρατέστερων υποψηφίων τον οποίο προτείνει η Επιτροπή, έπειτα από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και έπειτα από διαβούλευση με το συμβούλιο εποπτών.

Αφού λάβει τον κατάλογο επικρατέστερων υποψηφιοτήτων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να καλέσει τα υποψήφια μέλη και αναπληρωματικά μέλη να προβούν σε δήλωση ενώπιον του και να απαντήσουν σε τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών του πριν από τον διορισμό τους.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να καλέσει τον πρόεδρο του συμβουλίου προσφυγών να προβεί σε δήλωση ενώπιόν του και να απαντήσει σε τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών του, όποτε του ζητηθεί.»·

β)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Δεν είναι δυνατόν να παυθεί από τα καθήκοντά του κατά τη διάρκεια της θητείας του μέλος του συμβουλίου προσφυγών το οποίο ορίστηκε από το εκτελεστικό συμβούλιο της Αρχής, εκτός εάν κριθεί ένοχο για σοβαρό παράπτωμα και το εκτελεστικό συμβούλιο λάβει σχετική απόφαση, αφού προηγουμένως διαβουλευθεί με το συμβούλιο εποπτών.»·

β α)  η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8. Οι ΕΕΑ διασφαλίζουν επαρκή επιχειρησιακή και μόνιμη γραμματειακή υποστήριξη του συμβουλίου προσφυγών μέσω της Μεικτής Επιτροπής.»

(44)  στο άρθρο 59, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών είναι ανεξάρτητα κατά τη λήψη των αποφάσεών τους. Δεν δεσμεύονται από οποιεσδήποτε οδηγίες. Δεν εκτελούν οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα σε σχέση με την Αρχή, το εκτελεστικό συμβούλιό της ή το συμβούλιο εποπτών της.

2. Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών και το προσωπικό της Αρχής που παρέχει επιχειρησιακή και γραμματειακή υποστήριξη δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε εκδίκαση προσφυγής στην οποία έχουν προσωπικό συμφέρον ή στην οποία είχαν προηγουμένως παρέμβει ως αντιπρόσωποι ενός από τους διαδίκους ή εάν συνέπραξαν στην απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή.»·

(45)  στο άρθρο 60, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά απόφασης της Αρχής που αναφέρεται στα άρθρα 16, 16α, 17, 18, 19 και 35, μεταξύ άλλων σε σχέση με την αναλογικότητά της, και οποιασδήποτε άλλης απόφασης που ελήφθη από την Αρχή σύμφωνα με τις ενωσιακές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η οποία απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο, ή κατά απόφασης η οποία, παρότι έχει τη μορφή απόφασης απευθυνόμενης προς κάποιο άλλο πρόσωπο, αφορά άμεσα και μεμονωμένα το εν λόγω πρόσωπο.

2. Η προσφυγή, συνοδευόμενη από αιτιολογικό υπόμνημα, υποβάλλεται εγγράφως στην Αρχή εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή, ελλείψει κοινοποίησης, από την ημέρα κατά την οποία η Αρχή δημοσίευσε την απόφασή της.

Το συμβούλιο προσφυγών αποφασίζει επί της προσφυγής εντός τριών μηνών από την άσκησή της.»

(46)  το άρθρο 62 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα έσοδα της Αρχής συνίστανται, με την επιφύλαξη άλλων κατηγοριών εσόδων, σε οποιονδήποτε συνδυασμό των εξής:

α) εξισορροπητική συνεισφορά της Ένωσης, η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (τμήμα «Επιτροπή») και ανέρχεται τουλάχιστον στο 35% των εκτιμώμενων εσόδων της Αρχής,

α α) υποχρεωτικές εισφορές έως 65% των εκτιμώμενων εσόδων της Αρχής από τις εθνικές δημόσιες αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων,

β) ανάλογα με την εξέλιξη του πεδίου εποπτείας ειδικά για τα ιδρύματα, ετήσιες συνεισφορές των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, με βάση τις ετήσιες εκτιμώμενες δαπάνες οι οποίες αφορούν τις δραστηριότητες που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό και από τις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 για κάθε κατηγορία συμμετεχόντων που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Αρχής,

γ) τυχόν τέλη που καταβάλλονται στην Αρχή στις περιπτώσεις που ορίζονται στις σχετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης,

δ) συνεισφορές κρατών μελών ή παρατηρητών,

ε) χρεώσεις για δημοσιεύσεις, δραστηριότητες κατάρτισης και κάθε άλλη υπηρεσία που ζητείται από τις αρμόδιες αρχές.

1α. Τα έσοδα που συγκεντρώνει η Αρχή δεν υπονομεύουν την ανεξαρτησία ή την αμεροληψία της.»·

α α)  στην παράγραφο 4 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η κατάσταση προβλέψεων βασίζεται στους στόχους και στα αναμενόμενα αποτελέσματα του ετησίου προγράμματος εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2 και λαμβάνει υπόψη τους χρηματοδοτικούς πόρους που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων αυτών και των αναμενόμενων αποτελεσμάτων.»

β)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

5. Εθελοντικές συνεισφορές κρατών μελών και παρατηρητών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) δεν γίνονται δεκτές εάν η εν λόγω αποδοχή θα μπορούσε να εγείρει αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της Αρχής.»·

(48)  το άρθρο 63 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 63Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1. Κάθε έτος, το εντεταλμένο μέλος καταρτίζει προσωρινό σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού της Αρχής για τα επόμενα τρία οικονομικά έτη, στο οποίο παρουσιάζονται οι προβλέψεις εσόδων και δαπανών, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το προσωπικό, με βάση τον ετήσιο και τον πολυετή προγραμματισμό της Αρχής, και το διαβιβάζει στο εκτελεστικό συμβούλιο και στο συμβούλιο εποπτών, μαζί με το οργανόγραμμα.

1α. Ο πρόεδρος παρουσιάζει το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στη συνέχεια δε το συμβούλιο εποπτών, βάσει του σχεδίου που έχει εγκριθεί από το εκτελεστικό συμβούλιο, εγκρίνει το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού για τα επόμενα τρία οικονομικά έτη.

1β. Το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού διαβιβάζεται από το εκτελεστικό συμβούλιο στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έως τις 31 Ιανουαρίου. Με την επιφύλαξη της έγκρισης του ετήσιου προϋπολογισμού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού.

2. Λαμβανομένου υπόψη του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού, η Επιτροπή εγγράφει στο σχέδιο του προϋπολογισμού της Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για το οργανόγραμμα και το ποσό της εξισορροπητικής συνεισφοράς που θα βαρύνει τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 της Συνθήκης.

3. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει το οργανόγραμμα για την Αρχή. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για την εξισορροπητική συνεισφορά προς την Αρχή και εγκρίνει το όριο για τις συνολικές δαπάνες της Αρχής.

4. Ο προϋπολογισμός της Αρχής εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, αναπροσαρμόζεται δεόντως.

5. Το εκτελεστικό συμβούλιο γνωστοποιεί αμελλητί στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να εκτελέσει έργο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως όταν πρόκειται για έργο σχετικό με ακίνητα, όπως μίσθωση ή αγορά κτιρίων.

5α.  Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει οποιοδήποτε έργο μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές ή μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της Αρχής, ιδίως όταν πρόκειται για έργο σχετικό με ακίνητα, όπως μίσθωση ή αγορά κτιρίων, συμπεριλαμβανομένων των ρητρών διακοπής.»·

(49)  το άρθρο 64 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Άρθρο 64 Εκτέλεση και έλεγχος του προϋπολογισμού

«1. Το εντεταλμένο μέλος ασκεί καθήκοντα διατάκτη και εκτελεί τον ετήσιο προϋπολογισμό της Αρχής.

2. Ο υπόλογος της Αρχής, ο οποίος είναι ανεξάρτητος, διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς ▌στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους. Το άρθρο 70 δεν εμποδίζει την Αρχή να παρέχει στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο οποιεσδήποτε πληροφορίες ζητούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο και οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

3. Ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει στον υπόλογο της Επιτροπής μέχρι την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους τα απαιτούμενα λογιστικά στοιχεία που απαιτούνται για την ενοποίηση, με τον τρόπο και τη μορφή που έχει οριστεί από τον υπόλογο της Επιτροπής.

4. Ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει την έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση στα μέλη του συμβουλίου εποπτών, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους.

5. Αφού λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 148 του δημοσιονομικού κανονισμού, ο υπόλογος της Αρχής, με δική του ευθύνη, καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Αρχής. Το εντεταλμένο μέλος διαβιβάζει τους εν λόγω λογαριασμούς στο συμβούλιο εποπτών, το οποίο διατυπώνει γνώμη επί των λογαριασμών αυτών.

6. Ο υπόλογος της Αρχής αποστέλλει τους οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του συμβουλίου εποπτών, έως την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους, στον υπόλογο της Επιτροπής, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Ο υπόλογος της Αρχής αποστέλλει επίσης στον υπόλογο της Επιτροπής, έως την 1η Ιουλίου, δέσμη εκθέσεων που έχει καταρτίσει, σε τυποποιημένη μορφή σύμφωνα με τα όσα έχει ορίσει ο υπόλογος της Επιτροπής για λόγους ενοποίησης.

7. Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως τις 15 Νοεμβρίου του επόμενου έτους.

8. Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου, το εντεταλμένο μέλος αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση επί των παρατηρήσεων του τελευταίου. Επίσης διαβιβάζει αντίγραφο της εν λόγω απάντησης στο εκτελεστικό συμβούλιο και στην Επιτροπή.

9. Το εντεταλμένο μέλος υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από αίτημα του τελευταίου και όπως προβλέπεται στο άρθρο 165 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε στοιχείο που απαιτείται για την εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το υπόψη οικονομικό έτος.

10. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, χορηγεί, πριν από τις 15 Μαΐου του έτους Ν + 2, απαλλαγή στην Αρχή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους Ν.

10α. Η Αρχή διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη για τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και κάθε άλλη παρατήρηση που διατυπώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τη διαδικασία απαλλαγής.»·

(49α)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 64α:

«Άρθρο 64αΕσωτερικός λογιστικός έλεγχος της Αρχής

«Η Αρχή συγκροτεί επιτροπή εσωτερικού λογιστικού ελέγχου, η οποία γνωμοδοτεί προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την απαλλαγή του μέρους του προϋπολογισμού το οποίο δεν χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης.»

(50)  το άρθρο 65 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 65Δημοσιονομικοί κανόνες

Οι δημοσιονομικοί κανόνες που ισχύουν για την Αρχή εγκρίνονται από το εκτελεστικό συμβούλιο μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι εν λόγω κανόνες δεν επιτρέπεται να αποκλίνουν από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1271/2013* της Επιτροπής για τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012, εκτός εάν αυτό απαιτούν οι συγκεκριμένες ανάγκες για τη λειτουργία της Αρχής και μόνο με την προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής.

*Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1271/2013 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2013, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 328 της 7.12.2013, σ. 42).»·

(51)  στο άρθρο 66, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης πράξης, εφαρμόζεται στην Αρχή χωρίς κανένα περιορισμό ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*.

*Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1).»·

(52)  το άρθρο 68 τροποποιείται ως εξής:

α)  οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για το προσωπικό της Αρχής, περιλαμβανομένων των μελών πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου και του προέδρου της, ισχύουν ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης, το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό και οι κανόνες που θέσπισαν από κοινού τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για την εφαρμογή τους.  

2. Το εκτελεστικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.»·

β)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει διατάξεις που επιτρέπουν την απόσπαση στην Αρχή εθνικών εμπειρογνωμόνων από κράτη μέλη.»·

(53)  το άρθρο 70 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών και όλα τα μέλη του προσωπικού της Αρχής, περιλαμβανομένων υπαλλήλων από κράτη μέλη οι οποίοι έχουν αποσπαστεί προσωρινά και λοιπών προσώπων που εκτελούν καθήκοντα για την Αρχή βάσει συμβάσεως, υπόκεινται στις απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 339 ΣΛΕΕ και τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας της Ένωσης, ακόμη και μετά την παύση των καθηκόντων τους.

Το άρθρο 16 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εφαρμόζεται σε όλα τα μέλη του προσωπικού της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων που αποσπώνται προσωρινά από τα κράτη μέλη και όλων των άλλων προσώπων που εκτελούν καθήκοντα για την Αρχή βάσει συμβάσεως.»·

β)  στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η υποχρέωση που απορρέει από την παράγραφο 1 και από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εμποδίζει την Αρχή και τις αρμόδιες αρχές να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες για την επιβολή των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και ειδικότερα για νομικές διαδικασίες σχετικές με την έκδοση αποφάσεων.»·

γ)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που παρέχουν, άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, οποιαδήποτε υπηρεσία σχετική με τα καθήκοντα της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων και άλλων προσώπων που εξουσιοδοτούνται από το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών ή διορίζονται από τις αρμόδιες αρχές για τον σκοπό αυτόν, υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου, ισοδύναμες με εκείνες των προηγούμενων παραγράφων.

Οι ίδιες απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου ισχύουν επίσης για τους παρατηρητές που παρίστανται στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου και του συμβουλίου εποπτών και οι οποίοι λαμβάνουν μέρος στις δραστηριότητες της Αρχής.»·

δ)  οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εμποδίζουν την Αρχή να ανταλλάσσει πληροφορίες με αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τη λοιπή ενωσιακή νομοθεσία ▌.

Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται σε πρόσωπα που υποβάλλουν ή κοινοποιούν πληροφορίες σχετικά με απειλή ή βλάβη για το δημόσιο συμφέρον στο πλαίσιο της εργασιακής τους σχέσης.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 υπόκεινται στους όρους για το επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2. Στον εσωτερικό κανονισμό της η Αρχή ορίζει τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των κανόνων εμπιστευτικότητας των παραγράφων 1 και 2.

4. Η Αρχή εφαρμόζει την απόφαση (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 2015/444 της Επιτροπής.

4α. Η Αρχή διαθέτει ειδικούς διαύλους καταγγελίας για την παραλαβή και τον χειρισμό πληροφοριών που παρέχονται από καταγγέλλοντα σε σχέση με πραγματικές ή δυνητικές παραβάσεις πράξεων της Ένωσης ή κατάχρηση του νόμου ή υποθέσεις κακοδιοίκησης.»·

(54)  το άρθρο 71 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών αναφορικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 ή των υποχρεώσεων της Αρχής αναφορικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2018/ΧΧΧ (κανονισμός περί προστασίας δεδομένων για τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ) κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.»·

(55)  στο άρθρο 72, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.»·

(56)  στο άρθρο 73, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εκτελεστικό συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με το γλωσσικό καθεστώς που εφαρμόζεται στην Αρχή.»·

(57)  Στο άρθρο 74, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αναγκαίες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Αρχής στο κράτος μέλος όπου εδρεύει και σχετικά με τις εγκαταστάσεις που πρέπει να θέσει στη διάθεσή της το εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος για το προσωπικό της Αρχής και τα μέλη των οικογενειών τους ορίζονται σε συμφωνία για την έδρα μεταξύ της Αρχής και του εν λόγω κράτους μέλους, η οποία συνάπτεται μετά τη λήψη της έγκρισης του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

(57α)  στο άρθρο 75, οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή ▌συνεργάζεται με τις χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και οι οποίες εφαρμόζουν νομοθεσία αναγνωρισμένη ως ισοδύναμη στους τομείς αρμοδιότητας της Αρχής στους οποίους παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, όπως προβλέπεται σε διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 218 ΣΛΕΕ.

3. Με βάση τις σχετικές διατάξεις των συμφωνιών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, επέρχονται ρυθμίσεις οι οποίες εξειδικεύουν, ιδίως, τη φύση, το πεδίο εφαρμογής και τις διαδικαστικές πτυχές της συμμετοχής των χωρών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ιδίως σε σχέση με τις χώρες που είναι μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, στο έργο της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων των προβλέψεων σχετικά με την οικονομική συμμετοχή και το προσωπικό. Μπορούν να προβλέπουν εκπροσώπηση, ως παρατηρητών, στη διακυβέρνηση της Αρχής, αλλά διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω χώρες δεν παρίστανται σε οποιεσδήποτε συζητήσεις αφορούν μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, παρά μόνο αν υπάρχει άμεσο συμφέρον.»

(58)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 75α:

«Άρθρο 75αΆσκηση της εξουσιοδότησης

1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

3. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 35δ παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που καθορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.

4. Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή συμβουλεύεται εμπειρογνώμονες οι οποίοι ορίζονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση της νομοθεσίας.

5. Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6. Κάθε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 35δ παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο αρχίζει να ισχύει μόνον εφόσον δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η προθεσμία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν αντίρρηση. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.»·

(59)  το άρθρο 76 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 76Σχέση με την επιτροπή ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων (ΕΕΕΑΑΕΣ)

Η Αρχή θεωρείται ο νόμιμος διάδοχος της ΕΕΕΑΑΕΣ. Έως την ημερομηνία σύστασης της Αρχής, όλα τα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις και όλες οι εκκρεμείς δράσεις της ΕΕΕΑΑΕΣ μεταφέρονται αυτομάτως στην Αρχή. Η ΕΕΕΑΑΕΣ συντάσσει κατάσταση κλεισίματος για τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις της κατά την ημερομηνία της μεταφοράς αυτής. Η εν λόγω κατάσταση ελέγχεται και εγκρίνεται από την ΕΕΕΑΑΕΣ και από την Επιτροπή.»

(60)  παρεμβάλλεται νέο άρθρο 77α:

Άρθρο 77αΜεταβατικές διατάξεις

Τα καθήκοντα και η θέση του εκτελεστικού διευθυντή που έχει διοριστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2014/51/ΕΕ, και που υπηρετεί την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παύουν κατά την ημερομηνία αυτή.

Τα καθήκοντα και η θέση του προέδρου που έχει διοριστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2014/51/ΕΕ, και που υπηρετεί την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παραμένουν έως τη λήξη τους.

Τα καθήκοντα και η θέση των μελών του συμβουλίου διοίκησης που έχουν διοριστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2014/51/ΕΕ, και που υπηρετούν την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παύουν κατά την ημερομηνία αυτή.».

(60α)  το άρθρο 79 διαγράφεται.

(60β)  το άρθρο 80 διαγράφεται.

(60γ)  το άρθρο 81 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 81Επανεξέταση

1. Έως την/τις ... [18 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και ανά τριετία στη συνέχεια, η Επιτροπή δημοσιεύει γενική έκθεση σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε ως αποτέλεσμα της λειτουργίας της Αρχής και των διαδικασιών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η έκθεση αξιολογεί μεταξύ άλλων:

α) την αποτελεσματικότητα και τον βαθμό σύγκλισης των πρακτικών εποπτείας που έχει επιτευχθεί από τις αρμόδιες αρχές:

i) την ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών και τη σύγκλιση ως προς πρότυπα ισοδύναμα προς την εταιρική διακυβέρνηση·

ii) την αμεροληψία, την αντικειμενικότητα και την αυτονομία της Αρχής·

β) τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών·

γ) την πρόοδο που έχει σημειωθεί προς σύγκλιση στα πεδία της πρόληψης, διαχείρισης και επίλυσης κρίσεων, περιλαμβανομένων των ενωσιακών μηχανισμών χρηματοδότησης·

δ) τον ρόλο της Αρχής όσον αφορά τον συστημικό κίνδυνο·

ε) την εφαρμογή της ρήτρας διασφάλισης του άρθρου 38·

στ) την εφαρμογή του δεσμευτικού μεσολαβητικού ρόλου που θεσπίζει το άρθρο 19·

στ α) τη λειτουργία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της Μεικτής Επιτροπής.

2. Στην έκθεση στην οποία παραπέμπει η παράγραφος 1 εξετάζεται επίσης εάν:

α) ενδείκνυται να συνεχισθεί η χωριστή εποπτεία τραπεζών, ασφαλίσεων, επαγγελματικών συντάξεων, κινητών αξιών και χρηματοοικονομικών αγορών·

β) ενδείκνυται η άσκηση προληπτικής εποπτείας και η εποπτεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας να διενεργούνται χωριστά ή από τον ίδιο επόπτη·

γ) ενδείκνυται να απλοποιηθεί και να ενισχυθεί η αρχιτεκτονική του ΕΣΧΕ για να αυξηθεί η συνοχή μεταξύ του μακροεπιπέδου και του μικροεπιπέδου και μεταξύ των ΕΕΑ·

δ) η εξέλιξη του ΕΣΧΕ συμβαδίζει αρμονικά με τις παγκόσμιες εξελίξεις·

ε) υπάρχει επαρκής πολυμορφία και αριστεία εντός του ΕΣΧΕ·

στ) υπάρχει επαρκής λογοδοσία και διαφάνεια σχετικά με τις απαιτήσεις δημοσιότητας·

ζ) οι πόροι της Αρχής επαρκούν για την επιτέλεση των καθηκόντων της·

η) ενδείκνυται να διατηρηθεί η έδρα της Αρχής ή να μεταφερθούν οι ΕΕΑ σε ενιαία έδρα προκειμένου να αναβαθμιστεί ο μεταξύ τους συντονισμός.

2α. Στο πλαίσιο της γενικής έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με όλες τις σχετικές αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη, διενεργεί ολοκληρωμένη αξιολόγηση σχετικά με την εφαρμογή, τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα της έκδοσης επιστολών μη ανάληψης δράσης δυνάμει του άρθρου 9α του παρόντος κανονισμού.

2β. Η Επιτροπή υποβάλλει τις αξιολογήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2α, μαζί με νομοθετικές προτάσεις, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις [18 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

3. Όσον αφορά το ζήτημα της άμεσης εποπτείας χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή υποδομών πανευρωπαϊκής εμβέλειας και λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις της αγοράς, τη σταθερότητα της εσωτερικής αγοράς και τη συνοχή της Ένωσης συνολικά, η Επιτροπή συντάσσει ετήσια έκθεση για τη σκοπιμότητα της ανάθεσης στην Αρχή περισσότερων εποπτικών αρμοδιοτήτων στον τομέα αυτόν.

4. Η έκθεση και οι συνοδευτικές προτάσεις, εάν υπάρχουν, υποβάλλονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.»

Άρθρο 3

Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010

Ο κανονισμός (ΕΕ) 1095/2010 τροποποιείται ως εξής:

(1)  Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)    η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή ενεργεί στο πλαίσιο των εξουσιών που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό και στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 97/9/ΕΚ, της οδηγίας 98/26/ΕΚ, της οδηγίας 2001/34/ΕΚ, της οδηγίας 2002/47/ΕΚ, της οδηγίας 2003/71/ΕΚ, της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, του κανονισμού 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου**, της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου***, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου****, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*****, της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου****** και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και, στον βαθμό που οι πράξεις αυτές εφαρμόζονται σε εταιρείες που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που διαθέτουν στο κοινό μέσω της αγοράς μερίδια ή μετοχές τους και στις αρμόδιες αρχές που ασκούν την εποπτεία επ’ αυτών, στο πλαίσιο των σχετικών μερών της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και της οδηγίας 2002/65/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων όλων των οδηγιών, των κανονισμών και των αποφάσεων που βασίζονται σε αυτές τις πράξεις, και κάθε άλλης νομικά δεσμευτικής πράξης της Ένωσης με την οποία ανατίθενται καθήκοντα στην Αρχή.

* Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1).

**Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων (ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 1).

***Οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).

****Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 1-72).

*****Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84-148).

******Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349-496).»·

α α)    η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η Αρχή ενεργεί επίσης στο πεδίο των δραστηριοτήτων των συμμετεχόντων στην αγορά, σε σχέση με τα θέματα που δεν εμπίπτουν άμεσα στις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, περιλαμβανομένων των θεμάτων εταιρικής διακυβέρνησης, ελέγχου και χρηματοοικονομικών αναφορών, λαμβάνοντας υπόψη βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα και την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω δράσεις της Αρχής είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση αποτελεσματικής και συνεπούς εφαρμογής των πράξεων αυτών. Η Αρχή λαμβάνει επίσης τα κατάλληλα μέτρα στο πλαίσιο των θεμάτων δημόσιων προσφορών εξαγορών, συμψηφισμών και διακανονισμών και παραγώγων.»

β)    παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη άλλων ενωσιακών πράξεων με τις οποίες ανατίθενται στην Αρχή τα καθήκοντα της αδειοδότησης ή της εποπτείας και αντίστοιχες εξουσίες.»·

β α)    η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Ο σκοπός της Αρχής είναι να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον συμβάλλοντας στη βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη σταθερότητα και αποτελεσματικότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, προς όφελος της οικονομίας, των πολιτών και των επιχειρήσεων της Ένωσης. Η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της, συμβάλλει:

α) στη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, διασφαλίζοντας ιδίως υγιή, αποτελεσματική και συνεπή ρύθμιση και εποπτεία,

β) στη διασφάλιση της ακεραιότητας, της διαφάνειας, της αποδοτικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοοικονομικών αγορών,

γ) στην ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού,

δ) στην αποτροπή της καταχρηστικής επιλογής του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας και στην προαγωγή ισότιμων συνθηκών ανταγωνισμού,

ε) στη διασφάλιση της δέουσας ρύθμισης και εποπτείας της ανάληψης των επενδυτικών και λοιπών κινδύνων, ▐

στ) στην ενίσχυση της προστασίας των πελατών και των επενδυτών·

στ α) στην ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένης της προώθησης μιας προσέγγισης που βασίζεται στους κινδύνους, όσον αφορά την εποπτεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Γι’ αυτούς τους λόγους, η Αρχή πρέπει να συμβάλλει στη διασφάλιση της συνεπούς, αποδοτικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των πράξεων στις οποίες παραπέμπει η παράγραφος 2, να ενισχύει την εποπτική σύγκλιση και να γνωμοδοτεί σύμφωνα με το άρθρο 16α στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή ▌.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που της ανατίθενται με βάση τον παρόντα κανονισμό, η Αρχή αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε είδους συστημικό κίνδυνο που προέρχεται από χρηματοοικονομικά ιδρύματα, σε περίπτωση αποτυχίας των οποίων μπορεί να πληγεί η λειτουργία του χρηματοοικονομικού συστήματος ή της πραγματικής οικονομίας.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Αρχή ενεργεί ανεξάρτητα, αντικειμενικά και με αμερόληπτο και διαφανή τρόπο, προς το συμφέρον της Ένωσης ως συνόλου, τηρώντας παράλληλα την αρχή της αναλογικότητας. Η Αρχή εφαρμόζει τις αρχές της λογοδοσίας και της ακεραιότητας και θα πρέπει να διασφαλίζει την ισότιμη μεταχείριση όλων των συμφεροντούχων στο πλαίσιο αυτό.

Το περιεχόμενο και η μορφή των ενεργειών και των μέτρων της Αρχής δεν υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού ή των πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και είναι ανάλογα με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενυπάρχουν στην επιχειρηματική δραστηριότητα ιδρύματος ή σε αγορές που επηρεάζονται από τη δράση της Αρχής.»

(2)  το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ). Κύριος στόχος του ΕΣΧΕ είναι να εξασφαλίζεται η κατάλληλη εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για τον χρηματοοικονομικό τομέα, ώστε να διαφυλαχθεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα και για να διασφαλιστεί η εμπιστοσύνη στο χρηματοοικονομικό σύστημα στο σύνολό του και η αποτελεσματική και επαρκής προστασία των πελατών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.»

β)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι συμμετέχοντες στο ΕΣΧΕ συνεργάζονται με εμπιστοσύνη και πλήρη αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η ▌ροή κατάλληλων και αξιόπιστων πληροφοριών αναμεταξύ τους και σε σχέση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή

γ)  στην παράγραφο 5 παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οι αναφορές του παρόντος κανονισμού στην εποπτεία περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές δραστηριότητες, με την επιφύλαξη των εθνικών αρμοδιοτήτων, όλων των αρμόδιων αρχών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

(2α)  το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 3Υποχρέωση λογοδοσίας

του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας

1. Οι αρχές που μνημονεύονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε) είναι υπόλογες έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

2. Κατά τη διάρκεια οποιωνδήποτε ερευνών διεξάγονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 226 ΣΛΕΕ, η Αρχή συνεργάζεται πλήρως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

3. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους. Η έκθεση δημοσιοποιείται.

Η Αρχή περιλαμβάνει στην ετήσια έκθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί με εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς ή διοικήσεις τρίτων χωρών όσον αφορά τη συνδρομή της Αρχής προς την Επιτροπή για την προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας και σχετικά με τις δραστηριότητες παρακολούθησης που αναλαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 33.

4. Κατόπιν αιτήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο πρόεδρος συμμετέχει σε ακρόαση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις επιδόσεις της Αρχής. Πραγματοποιείται ακρόαση τουλάχιστον ετησίως. Ο πρόεδρος προβαίνει σε δήλωση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και απαντά σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις των μελών του, όποτε ζητηθεί.

5. Ο πρόεδρος υποβάλλει έγγραφη έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες της Αρχής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όποτε ζητηθεί και τουλάχιστον 15 ημέρες πριν να προβεί στη δήλωση που προβλέπει η παράγραφος 1γ.

6. Πέρα από τις πληροφορίες που μνημονεύονται στα άρθρα 11 έως 18 και στα άρθρα 20 και 33, η έκθεση συμπεριλαμβάνει κάθε σχετική πληροφορία που έχει ζητήσει ad hoc το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

7. Η Αρχή απαντά προφορικώς ή γραπτώς στις ερωτήσεις που απευθύνονται στην ίδια από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο εντός πέντε εβδομάδων από την παραλαβή της ερώτησης.

8. Κατόπιν αιτήσεως, ο πρόεδρος πραγματοποιεί, κεκλεισμένων των θυρών, εμπιστευτικές προφορικές συζητήσεις με τον πρόεδρο, τους αντιπροέδρους και τους συντονιστές της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εάν οι εν λόγω συζητήσεις απαιτούνται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 226 ΣΛΕΕ. Όλοι οι συμμετέχοντες τηρούν τις απαιτήσεις περί επαγγελματικού απορρήτου.

9. Η Αρχή καταρτίζει μητρώο εγγράφων και προσδιορίζει το καθεστώς προσβασιμότητάς τους.

10. Η Αρχή κοινοποιεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μια ουσιαστική σύνοψη των εργασιών των συνεδριάσεων του Διεθνούς Οργανισμού Επιτροπών Κινητών Αξιών, του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και του Συμβουλίου των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και κάθε άλλου σχετικού διεθνούς οργάνου ή οργανισμού που αφορά ή επηρεάζει την εποπτεία των κινητών αξιών και των αγορών.»

(3)  στο άρθρο 4 σημείο 3), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii) όσον αφορά τις οδηγίες 2002/65/ΕΚ και (ΕΕ) 2015/849, τις αρχές που είναι αρμόδιες να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση εταιρειών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και οργανισμών συλλογικών επενδύσεων που διαθέτουν στο κοινό μέσω της αγοράς μερίδια ή μετοχές τους προς τις απαιτήσεις των εν λόγω οδηγιών·»·

(4)  το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)    το σημείο 2) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2) εκτελεστικό συμβούλιο, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 47·»·

β)    το σημείο 4) απαλείφεται·

(4α)  το άρθρο 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 7Έδρα

Η έδρα της Αρχής βρίσκεται στο Παρίσι της Γαλλίας.

Ο καθορισμός της τοποθεσίας της έδρας της Αρχής δεν επηρεάζει την εκτέλεση από την Αρχή των καθηκόντων και εξουσιών της, την οργάνωση της δομής διακυβέρνησής της, τη λειτουργία της κύριας οργάνωσής της ή την κύρια χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της, επιτρέποντας, κατά περίπτωση, την από κοινού χρήση με τους οργανισμούς της Ένωσης υπηρεσιών διοικητικής στήριξης και υπηρεσιών διαχείρισης εγκαταστάσεων οι οποίες δεν συνδέονται με τις κύριες δραστηριότητες της Αρχής. Έως την/τις ... [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού] και εφεξής κάθε 12 μήνες, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη συμμόρφωση των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών προς τη συγκεκριμένη απαίτηση.»

(5)  το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)    η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

-i)  το στοιχείο α) τροποποιείται ως εξής:

«α) με βάση τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, συμβάλλει στην καθιέρωση κοινών ρυθμιστικών και εποπτικών προτύπων και πρακτικών υψηλής ποιότητας, ιδίως ▌με την ανάπτυξη ▌σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και άλλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των γνωμοδοτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 16α·»

i)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο α α):

«α α) καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές στην Ένωση το οποίο προσδιορίζει εποπτικές βέλτιστες πρακτικές και μεθοδολογίες και διεργασίες υψηλής ποιότητας, λαμβάνει δε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις μεταβαλλόμενες επιχειρηματικές πρακτικές και επιχειρηματικά μοντέλα καθώς και το μέγεθος των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές και των αγορών·»·

ii α)  το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) συμβάλλει στη συνεπή εφαρμογή των νομικά δεσμευτικών ενωσιακών πράξεων, ιδίως συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινής εποπτικής νοοτροπίας, διασφαλίζοντας τη συνεπή, αποδοτική και αποτελεσματική εφαρμογή των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, αποτρέποντας την καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας, προωθώντας και παρακολουθώντας την εποπτική ανεξαρτησία, μεσολαβώντας και επιλύοντας διαφωνίες μεταξύ αρμόδιων αρχών, διασφαλίζοντας αποτελεσματική και συνεπή εποπτεία των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές, διασφαλίζοντας τη συνεκτική λειτουργία των σωμάτων εποπτών και λαμβάνοντας μέτρα, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης·»

ii)  τα στοιχεία ε) και στ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) διοργανώνει και διενεργεί αξιολογήσεις των αρμόδιων αρχών, με την υποστήριξη των εθνικών αρμόδιων αρχών, και, στο πλαίσιο αυτό, εκδίδει ▌συστάσεις προς τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, εντοπίζει βέλτιστες πρακτικές και, στο πλαίσιο αυτό, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, με σκοπό την ενίσχυση της συνοχής των εποπτικών αποτελεσμάτων·

στ) παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα αρμοδιότητάς της, περιλαμβανομένων, εφόσον ενδείκνυται, των εξελίξεων που αφορούν τις τάσεις στις καινοτόμες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, και τις εξελίξεις που σχετίζονται με τις τάσεις των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων·»·

ii α)  το σημείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ) πραγματοποιεί αναλύσεις αγοράς με στόχο την εμπεριστατωμένη εκπλήρωση των καθηκόντων της Αρχής·»

iii)  το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) ενισχύει, κατά περίπτωση, την προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών, ιδίως σε σχέση με τις ελλείψεις σε διασυνοριακό πλαίσιο και λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς κινδύνους·»·

iii α)  παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία θ α) και θ β):

«θ α) συντονίζει τις δραστηριότητες επιβολής του νόμου μεταξύ των αρμόδιων αρχών·»

θ β) συμβάλλει στη θέσπιση κοινής στρατηγικής της Ένωσης για τα χρηματοοικονομικά δεδομένα·»

iii β)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο ια α):

«ια α) δημοσιεύει στον ιστότοπό της και ενημερώνει τακτικά όλα τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, τις κατευθυντήριες γραμμές, τις συστάσεις και τις ερωτήσεις και απαντήσεις για κάθε νομοθετική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, συμπεριλαμβανομένων των επισκοπήσεων που αφορούν την τρέχουσα κατάσταση των εν εξελίξει εργασιών και το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα για την έγκριση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, των σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, των κατευθυντήριων γραμμών, των συστάσεων και των ερωτήσεων και απαντήσεων. Οι πληροφορίες αυτές διατίθενται σε όλες τις γλώσσες εργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης·»

iv)  το στοιχείο ιβ) απαλείφεται·

β)  παρεμβάλλεται νέα παράγραφος 1α:

«1α. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η Αρχή:

α) κάνει χρήση όλων των εξουσιών που διαθέτει· και

β) λαμβάνοντας υπόψη τον στόχο για κατοχύρωση της ασφάλειας και ευρωστίας των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές, λαμβάνει δεόντως υπόψη τους διαφόρους τύπους, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές·

γ) λαμβάνει υπόψη την τεχνολογική καινοτομία, καινοτόμα και βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα, καθώς και την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και των σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων.»·

γ)  η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)  παρεμβάλλεται το στοιχείο γ α):

«γ α) εκδίδει συστάσεις όπως ορίζεται στα άρθρα 29α και 31α,»·

i α) παρεμβάλλεται το στοιχείο δ α):

«δ α) εκδίδει προειδοποιήσεις σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3·»

i β) παρεμβάλλονται τα στοιχεία ζ α), ζ β) και ζ γ):

«ζ α) γνωμοδοτεί προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 16α·

ζ β) εκδίδει απαντήσεις σε ερωτήσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 16β·

ζ γ) εκδίδει χρονικά περιορισμένες επιστολές μη ανάληψης δράσης (no-action letters), όπως ορίζεται στο άρθρο 9a·»

ii)  το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) συλλέγει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 35 και στο άρθρο 35β·»·

δ)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, η Αρχή τηρεί αυστηρά τους νόμους επιπέδου 1 και τα μέτρα επιπέδου 2 και εφαρμόζει τις αρχές της αναλογικότητας και της βελτίωσης της νομοθεσίας, περιλαμβανομένων εκτιμήσεων επιπτώσεων, αναλύσεων κόστους-οφέλους και ανοικτών δημόσιων διαβουλεύσεων.

Οι ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις που αναφέρονται στα άρθρα 10, 15, 16 και 16α διεξάγονται όσο το δυνατόν ευρύτερα, για να διασφαλιστεί μία προσέγγιση χωρίς αποκλεισμούς προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, και παρέχουν εύλογο χρόνο στους συμφεροντούχους για να απαντήσουν. Η Αρχή παρέχει και δημοσιεύει ανάδραση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν οι πληροφορίες και οι απόψεις που προέκυψαν από τις διαβουλεύσεις, σε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις.

Η Αρχή συνοψίζει τα στοιχεία που έλαβε από τους συμφεροντούχους κατά τρόπο που να επιτρέπει τη συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων των δημόσιων διαβουλεύσεων για παρόμοια θέματα.»·

(6)  το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

-α)  στην παράγραφο 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) συλλογή, ανάλυση και αναφορά των καταναλωτικών τάσεων, όπως η εξέλιξη του κόστους και των επιβαρύνσεων για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες λιανικής και χρηματοοικονομικά προϊόντα λιανικής στα κράτη μέλη·»

-α α)  στην παράγραφο 1, προστίθενται τα στοιχεία δ α) και δ β):

«δ α)  συμβολή στην εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά όπου οι καταναλωτές και οι λοιποί χρήστες των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών έχουν ισότιμη πρόσβαση σε συγκρίσιμες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, προϊόντα και μέτρα επανόρθωσης·

δ β)  συντονισμός των δραστηριοτήτων ανώνυμης έρευνας αγοράς («mystery shopping») των αρμόδιων αρχών.»

β)    η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή παρακολουθεί νέες και υφιστάμενες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και μπορεί να θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 με σκοπό την προώθηση της ασφάλειας και της αξιοπιστίας των αγορών και τη σύγκλιση και αποτελεσματικότητα των ρυθμιστικών και εποπτικών πρακτικών.

2α. Η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της, αναπτύσσει πρότυπα σχετικά με την εποπτεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας τα οποία απευθύνονται στις εθνικές αρμόδιες αρχές, για παράδειγμα σε σχέση με τις ελάχιστες εξουσίες και καθήκοντα. »·

γ)    η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η Αρχή συστήνει, ως αναπόσπαστο οργανωτικό της μέρος, επιτροπή για την αναλογικότητα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι διαφορές στη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, στα μεταβαλλόμενα επιχειρηματικά μοντέλα και επιχειρηματικές πρακτικές, και στο μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών αντικατοπτρίζονται στις εργασίες της Αρχής, και επιτροπή για την προστασία των καταναλωτών και τη χρηματοοικονομική καινοτομία, στην οποία συμμετέχουν όλες οι σχετικές αρμόδιες ▌αρχές και οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την προστασία των καταναλωτών, με σκοπό την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών και την υιοθέτηση συντονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τη ρυθμιστική και εποπτική μεταχείριση των νέων ή καινοτόμων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και την παροχή γνωμοδοτήσεων με σκοπό να τις παρουσιάσει η Αρχή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Η Αρχή συνεργάζεται στενά με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων για την αποφυγή επικαλύψεων, ασυνεπειών και ανασφάλειας δικαίου στον τομέα της προστασίας δεδομένων. Η Αρχή μπορεί επίσης να συμπεριλάβει στην επιτροπή εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων.»·

β α)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Η Αρχή μπορεί προσωρινά να απαγορεύσει ή να περιορίσει την εμπορική προώθηση, διανομή ή πώληση ορισμένων χρηματοοικονομικών προϊόντων, μέσων ή δραστηριοτήτων που ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντική οικονομική ζημία στους πελάτες ή απειλούν την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης, στις περιπτώσεις που καθορίζονται και υπό τους όρους που θεσπίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ή, εφόσον απαιτείται, σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης, σύμφωνα και με τους όρους που θεσπίζονται στο άρθρο 18.

Η Αρχή επανεξετάζει την απόφαση στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο ανά τακτά χρονικά διαστήματα, το συντομότερο δυνατό και τουλάχιστον ανά εξάμηνο. Η Αρχή μπορεί να ανανεώσει την απαγόρευση ή τον περιορισμό δύο φορές, και μετά την περίοδο αυτή η απαγόρευση ή ο περιορισμός καθίσταται μόνιμος, εκτός εάν η Αρχή κρίνει το αντίθετο.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Αρχή να επανεξετάσει την απόφασή της. Σε αυτήν την περίπτωση, η Αρχή αποφασίζει αν θα εμμείνει στην απόφασή της κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

Η Αρχή μπορεί επίσης να εκτιμήσει την ανάγκη απαγόρευσης ή περιορισμού ορισμένων μορφών χρηματοοικονομικής δραστηριότητας ή πρακτικής και, εφόσον χρειαστεί, να ενημερώσει σχετικώς την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές προκειμένου να διευκολύνει τη θέσπιση οιασδήποτε απαγόρευσης ή περιορισμού.»

(6α)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 9α:

Άρθρο 9αΧρονικά περιορισμένες επιστολές μη ανάληψης δράσης (no-action letters)

1.  Σε εξαιρετικές περιστάσεις, και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο, η Αρχή μπορεί, σε συντονισμό με όλες τις σχετικές αρμόδιες αρχές, να εκδίδει χρονικά περιορισμένες επιστολές μη ανάληψης δράσης όσον αφορά συγκεκριμένες διατάξεις της ενωσιακής νομοθεσίας που βασίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2. Με τις εν λόγω επιστολές μη ανάληψης δράσης, η Αρχή και όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές δεσμεύονται προσωρινά ότι δεν θα λάβουν μέτρα επιβολής σε σχέση με τη μη συμμόρφωση ενός συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές με συγκεκριμένες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, όταν ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές δεν μπορεί να συμμορφωθεί με τις εν λόγω συγκεκριμένες διατάξεις για τουλάχιστον έναν από τους ακόλουθους λόγους:

α)   η συμμόρφωση θα είχε ως αποτέλεσμα ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές να ενεργεί κατά παράβαση άλλων νομικών και κανονιστικών απαιτήσεων του ενωσιακού δικαίου·

β)  η Αρχή κρίνει ότι δεν είναι εφικτή η συμμόρφωση χωρίς περαιτέρω μέτρα επιπέδου 2 ή καθοδήγηση επιπέδου 3·

γ)  η συμμόρφωση θα έβλαπτε σοβαρά ή θα απειλούσε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα: την εμπιστοσύνη της αγοράς, την προστασία των καταναλωτών ή των επενδυτών, την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή των αγορών βασικών προϊόντων, τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης.

Η Αρχή δεν εκδίδει επιστολές μη ανάληψης δράσης εάν κρίνει ότι αυτές θα είχαν αρνητικές συνέπειες, δυσανάλογες σε σχέση με τα οφέλη τους, για την αποτελεσματικότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή για την προστασία των καταναλωτών ή των επενδυτών.

2.  Η Αρχή διευκρινίζει στην επιστολή μη ανάληψης δράσης τις συγκεκριμένες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου τις οποίες αφορά η μη επιβολή, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1 και την ημερομηνία λήξης της μη επιβολής. Η διάρκεια της εν λόγω μη επιβολής δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες.

3.  Εάν η Αρχή αποφασίσει να εκδώσει επιστολή μη ανάληψης δράσης, γνωστοποιεί αμέσως την απόφασή της στην Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή της εν λόγω γνωστοποίησης, η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να ζητήσουν από την Αρχή να επανεξετάσει την απόφασή της. Κατόπιν πρωτοβουλίας της Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο εβδομάδες. Σε περίπτωση που η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο ζητήσει από την Αρχή να επανεξετάσει την απόφασή της, η Αρχή αποφασίζει αν θα εμμείνει στην απόφασή της κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

4.  Εάν η Αρχή έχει εκδώσει επιστολή μη ανάληψης δράσης σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 3, τη δημοσιεύει αμέσως στον ιστότοπό της. Η Αρχή επανεξετάζει, σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα, την απόφασή της να εκδώσει επιστολή μη ανάληψης δράσης, και μπορεί να την ανανεώσει μόνο για μία περίοδο 6 μηνών. Εάν μια απόφαση για την έκδοση επιστολής μη ανάληψης δράσης δεν ανανεωθεί μετά την πάροδο έξι μηνών ή ενός έτους, η ισχύς της λήγει αυτομάτως.

(6α)  το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 10Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα

1. Οσάκις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκχωρούν εξουσίες στην Επιτροπή για τη θέσπιση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεκτική εναρμόνιση στους τομείς που περιγράφονται συγκεκριμένα στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή δύναται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων. Η Αρχή υποβάλλει τα σχέδια ρυθμιστικών προτύπων που κατήρτισε στην Επιτροπή προς έγκριση. Ταυτόχρονα, η Αρχή διαβιβάζει τα εν λόγω τεχνικά πρότυπα προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα είναι τεχνικής φύσεως, δεν επιβάλλουν στρατηγικές αποφάσεις ή πολιτικές επιλογές και το περιεχόμενό τους περιορίζεται από τις νομοθετικές πράξεις επί των οποίων βασίζονται. Η Αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το συντομότερο δυνατόν και πλήρως σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην κατάρτιση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων.

Πριν την υποβολή τους στην Επιτροπή, η Αρχή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2α. Η Αρχή ζητεί επίσης τη συμβουλή της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Εντός τριών μηνών από την παραλαβή σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή αποφασίζει εάν θα το εγκρίνει. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων εν μέρει μόνο ή, εάν το απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης, με τροποποιήσεις.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν καταλήξει σε απόφαση εντός τριών μηνών από την παραλαβή ενός σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου σχετικά με το αν θα εγκρίνει το εν λόγω πρότυπο, ενημερώνει πάραυτα επ’ αυτού, και σε κάθε περίπτωση πριν από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε απόφαση και το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα έγκρισης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ημερομηνία μεταφοράς και εφαρμογής της εφαρμοστέας νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Τυχόν καθυστέρηση στην έγκριση του σχεδίου ρυθμιστικού προτύπου δεν εμποδίζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να ασκούν τις ελεγκτικές εξουσίες τους σύμφωνα με το άρθρο 13.

Εφόσον η Επιτροπή προτίθεται να μην εγκρίνει ένα σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου ή να το εγκρίνει εν μέρει ή με τροποποιήσεις, διαβιβάζει και πάλι το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου προς την Αρχή, εξηγώντας γιατί δεν το εγκρίνει ή, ενδεχομένως, εξηγώντας τους λόγους των τροποποιήσεών της, και διαβιβάζει αντίγραφο της επιστολής της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Εντός έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής και να το επανυποβάλει στην Επιτροπή υπό μορφή επίσημης γνώμης προς έγκριση. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Αν κατά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας των έξι εβδομάδων η Αρχή δεν υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου ή υποβάλει σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που δεν τροποποιήθηκε κατά τρόπο συνεπή προς τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου με τις τροποποιήσεις που θεωρεί συναφείς ή να το απορρίψει.

Η Επιτροπή δεν μπορεί να τροποποιεί το περιεχόμενο σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου της Αρχής χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

2. Αν η Αρχή δεν υποβάλει σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, ενημερώνει αμέσως επ’ αυτού το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους δεν είναι σε θέση να υποβάλει σχέδιο ρυθμιστικού προτύπου και το προγραμματισμένο χρονοδιάγραμμα έγκρισης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ημερομηνία μεταφοράς και εφαρμογής της εφαρμοστέας νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο εντός νέας προθεσμίας. Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη νέα προθεσμία. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο της Αρχής να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους αυτή δεν είναι σε θέση να υποβάλει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου.

3. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη και χωρίς σχέδιο της Αρχής, μόνο εφόσον η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου προς την Επιτροπή εντός της προθεσμίας σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η Επιτροπή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σχετικά με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Επιτροπή ζητεί επίσης τη συμβουλή της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Η Επιτροπή διαβιβάζει πάραυτα το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Αρχή.

▌Εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου και να το υποβάλει υπό μορφή επίσημης γνώμης στην Επιτροπή. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Εάν μετά την παρέλευση της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο η Αρχή δεν έχει υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο.

Εφόσον η Αρχή υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας των έξι εβδομάδων, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου βάσει των προτεινομένων από την Αρχή τροποποιήσεων ή να εγκρίνει το ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο με τις τροπολογίες που κρίνει σκόπιμες. Η Επιτροπή δεν μπορεί να τροποποιήσει το περιεχόμενο του σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που έχει καταρτίσει η Αρχή δίχως εκ των προτέρων συντονισμό με αυτήν, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

4. Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα εγκρίνονται με κανονισμούς ή αποφάσεις. Οι λέξεις «ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο» εμφανίζονται στον τίτλο τους. Δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζουν να ισχύουν κατά την ημερομηνία που ορίζεται στις εν λόγω πράξεις.»

(6β)  Στο άρθρο 13 παράγραφος 1 διαγράφεται το δεύτερο εδάφιο.

(6γ)  το άρθρο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 15Εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα

1. Όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκχωρούν εκτελεστικές εξουσίες στην Επιτροπή για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 291 ΣΛΕΕ, και προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογ