Διαδικασία : 2018/2121(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0170/2019

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0170/2019

Συζήτηση :

PV 25/03/2019 - 13
CRE 25/03/2019 - 13

Ψηφοφορία :

PV 26/03/2019 - 7.20
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0240

<Date>{08/03/2019}8.3.2019</Date>
<NoDocSe>A8-0170/2019</NoDocSe>
PDF 1156kWORD 394k

<TitreType>ΕΚΘΕΣΗ</TitreType>

<Titre>σχετικά με το οικονομικό έγκλημα, τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή</Titre>

<DocRef>(2018/2121(INI))</DocRef>


<Commission>{TAX3}Ειδική επιτροπή σχετικά με το οικονομικό έγκλημα, τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή</Commission>

Συνεισηγητές: <Depute>Jeppe Kofod, Luděk Niedermayer</Depute>

ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΑ/ ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 OVERVIEW OF ACTIVITIES DURING THE MANDATE
 I. LIST OF ACRONYMS
 II. COMMITTEE MANDATE
 III. COMMITTEE COMPOSITION
 IV. ACTIVITIES OF THE COMMITTEE
 IV-5.1 Mission to Washington D.C. - 16 - 18 July 2018
 IV-5.2 Mission to Riga (Latvia) - 30 - 31 August 2018
 IV-5.3 Mission to Douglas (Isle of Man) - 22 - 23 November 2018
 IV-5.4 Mission to Estonia and Denmark -6-8 February 2019
 V. LIST OF STUDIES
 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΤΕΛΙΚΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με το οικονομικό έγκλημα, τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή

(2018/2121(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

 έχοντας υπόψη τα άρθρα 4 και 13 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ),

 έχοντας υπόψη τα άρθρα 107, 108, 113, 115 και 116 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

 έχοντας υπόψη την απόφασή του της 1ης Μαρτίου 2018 για τη σύσταση, τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων, την αριθμητική σύνθεση και τη διάρκεια της θητείας της ειδικής επιτροπής σχετικά με το οικονομικό έγκλημα, τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή[1],

 έχοντας υπόψη το ψήφισμα της επιτροπής TAXE της 25ης Νοεμβρίου 2015[2] και το ψήφισμα της επιτροπής TAX2 της 6ης Ιουλίου 2016[3] σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και άλλα μέτρα παρόμοιου χαρακτήρα ή αποτελέσματος,

 έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την επίτευξη διαφάνειας, συντονισμού και σύγκλισης στις πολιτικές όσον αφορά τη φορολογία των εταιρειών στην Ένωση[4],

 έχοντας υπόψη τα αποτελέσματα της εξεταστικής επιτροπής για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή, η οποία υποβλήθηκε στο Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 13 Δεκεμβρίου 2017[5],

 λαμβάνοντας υπόψη τη συνέχεια που δόθηκε από την Επιτροπή σε καθένα από τα προαναφερθέντα ψηφίσματα του Κοινοβουλίου[6],

 λαμβάνοντας υπόψη τις πολυάριθμες αποκαλύψεις από ερευνητές δημοσιογράφους, όπως τα LuxLeaks, τα έγγραφα του Παναμά, τα Paradise Papers και, πιο πρόσφατα, τα σκάνδαλα «cum‑ex», καθώς και τις υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που αφορούν, ιδίως, τράπεζες στη Δανία, την Εσθονία, τη Γερμανία, τη Λετονία, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο,

 έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 29ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με το σκάνδαλο CumEx: οικονομικό έγκλημα και κενά στο ισχύον νομικό πλαίσιο[7],

 έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Απριλίου 2018 σχετικά με την προστασία των ερευνητών δημοσιογράφων στην Ευρώπη: η υπόθεση του Σλοβάκου δημοσιογράφου Ján Kuciak και της Martina Kušnírová[8],

 έχοντας υπόψη τις μελέτες που εκπόνησε η Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τίτλο «Citizenship by investment (CBI) and residence by investment (RBI) schemes in the EU: state of play, issues and impacts» (καθεστώτα χορήγησης ιθαγένειας ως αντάλλαγμα για επενδύσεις (CBI) και άδειας διαμονής ως αντάλλαγμα για επενδύσεις (RBI) στην ΕΕ: κατάσταση πραγμάτων, προβλήματα και επιπτώσεις), «Money laundering and tax evasion risks in free ports and customs warehouses» (κίνδυνοι της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της φοροδιαφυγής στον τομέα των ελεύθερων λιμένων και των τελωνειακών αποθηκών) και «An overview of shell companies in the European Union» (επισκόπηση των εικονικών επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση)[9],

 έχοντας υπόψη τη μελέτη με θέμα «VAT fraud: economic impact, challenges and policy issues»[10] (Απάτη στον τομέα του ΦΠΑ: οικονομικός αντίκτυπος, προκλήσεις και ζητήματα πολιτικής), τη μελέτη με θέμα «Cryptocurrencies and blockchain - Legal context and implications for financial crime, money laundering and tax evasion» (Κρυπτονομίσματα και συναλλαγές blockchain - Νομικό πλαίσιο και συνέπειες για το οικονομικό έγκλημα, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη φοροδιαφυγή) και τη μελέτη με θέμα «Impact of Digitalisation on International Tax Matters»[11] (Αντίκτυπος της ψηφιοποίησης σε διεθνή φορολογικά θέματα),

 έχοντας υπόψη τις μελέτες της Επιτροπής σχετικά με «aggressive tax planning indicators» (δείκτες επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού)[12],

 έχοντας υπόψη τα στοιχεία που συγκέντρωσε η επιτροπή TAX3 στις 34 ακροάσεις της με εμπειρογνώμονες ή από ανταλλαγές απόψεων με Επιτρόπους και υπουργούς και κατά τις αποστολές στην Ουάσιγκτον, τη Ρίγα, τη Νήσο του Μαν, την Εσθονία και τη Δανία,

 έχοντας υπόψη το εκσυγχρονισμένο και ισχυρότερο πλαίσιο φορολόγησης εταιρειών που θεσπίστηκε κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου, ιδίως τις οδηγίες κατά της φοροαποφυγής (ATAD I[13] και ATAD II[14]) και τις αναθεωρήσεις της οδηγίας για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας (DAC)[15],

 έχοντας υπόψη τις προτάσεις της Επιτροπής που εκκρεμούν προς έγκριση, ειδικότερα σχετικά με την κοινή (ενοποιημένη) βάση φορολογίας εταιρειών (Κ(Ε)ΒΦΕ)[16], τη δέσμη μέτρων για τη φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας[17] και την υποβολή εκθέσεων ανά χώρα (CBCR)[18], καθώς και τη θέση του Κοινοβουλίου σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα,

 έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών συνελθόντων την 1η Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με την Ομάδα «Κώδικας δεοντολογίας» για τη φορολογία των επιχειρήσεων (ΟΚΔ), και τις τακτικές εκθέσεις της ομάδας αυτής προς το Συμβούλιο ECOFIN,

 έχοντας υπόψη τον κατάλογο του Συμβουλίου με τις μη συνεργάσιμες περιοχές φορολογικής δικαιοδοσίας που εκδόθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2017 και τροποποιήθηκε με βάση τη συνεχιζόμενη παρακολούθηση των αναλήψεων υποχρεώσεων από τρίτες χώρες,

 έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 21ης Μαρτίου 2018 σχετικά με τις νέες απαιτήσεις κατά της φοροαποφυγής στη νομοθεσία της ΕΕ που διέπει ιδίως τις χρηματοδοτικές και επενδυτικές πράξεις (C(2018)1756),

 έχοντας υπόψη τον εν εξελίξει εκσυγχρονισμό του πλαισίου ΦΠΑ, ιδίως το οριστικό καθεστώς ΦΠΑ,

 έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 24ης Νοεμβρίου 2016, με θέμα «Προς ένα οριστικό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ»[19],

 έχοντας υπόψη το πρόσφατα εγκριθέν νέο πλαίσιο της ΕΕ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ιδίως μετά την έγκριση της τέταρτης (AMLD4)[20] και πέμπτης (AMLD5)[21] αναθεώρησης της οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

 έχοντας υπόψη τις διαδικασίες επί παραβάσει εναντίον 23 κρατών μελών επειδή δεν μετέφεραν ή μετέφεραν εν μέρει την οδηγία AMLD4 στο εθνικό τους δίκαιο,

 έχοντας υπόψη το σχέδιο δράσης της Επιτροπής της 2ας Φεβρουαρίου 2016 για την ενίσχυση της καταπολέμησης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (COM(2016)0050)[22],

 έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 12ης Σεπτεμβρίου 2018 σχετικά με την ενίσχυση του πλαισίου της Ένωσης για την εποπτεία και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (COM(2018)0645),

 έχοντας υπόψη την έκθεση της 15ης Δεκεμβρίου 2016 της πλατφόρμας των μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πλατφόρμα ΜΧΠ της ΕΕ) για την άσκηση χαρτογράφησης και ανάλυση των κενών στις αρμοδιότητες των ΜΧΠ της ΕΕ και των εμποδίων όσον αφορά την απόκτηση και την ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής της 26ης Ιουνίου 2017 σχετικά με τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών (SWD(2017)0275),

 έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) και της Επιτροπής, της 11 Ιουλίου 2018, προς τη Μονάδα Ανάλυσης Χρηματοπιστωτικών Πληροφοριών της Μάλτας (FIAU) σχετικά με τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση με την οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας,

 έχοντας υπόψη την επιστολή της 7 Δεκεμβρίου 2018 του προέδρου της επιτροπής TAX3 προς τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Μάλτας στην ΕΕ, τον κ. Daniel Azzopardi, ζητώντας εξηγήσεις σχετικά με την εταιρεία «17 Black»,

 έχοντας υπόψη τις έρευνες για κρατικές ενισχύσεις και τις αποφάσεις της Επιτροπής[23],

 έχοντας υπόψη την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2018 που αφορά την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης (COM(2018)0218),

 έχοντας υπόψη τα αποτελέσματα των διαφόρων συνόδων κορυφής G7, G8 και G20 για διεθνή φορολογικά θέματα,

 έχοντας υπόψη το ψήφισμα που ενέκρινε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 27 Ιουλίου 2015 σχετικά με το πρόγραμμα δράσης της Αντίς Αμπέμπα,

 έχοντας υπόψη την έκθεση της ομάδας υψηλού επιπέδου σχετικά με τις παράνομες χρηματοοικονομικές ροές από την Αφρική, η οποία καταρτίστηκε κατόπιν κοινού αιτήματος κατά τη διάσκεψη των Αφρικανών υπουργών οικονομικών, φορολογικού σχεδιασμού και οικονομικής ανάπτυξης της Επιτροπής της Αφρικανικής Ένωσης και της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Αφρική,

 έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 28ης Ιανουαρίου 2016 σχετικά με μια εξωτερική στρατηγική για πραγματική φορολόγηση (COM(2016)0024), στην οποία η Επιτροπή ζήτησε επίσης από την ΕΕ να «δώσει το παράδειγμα».

 έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 8ης Ιουλίου 2015 σχετικά με τη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή ως προκλήσεις για τη διακυβέρνηση, την κοινωνική προστασία και την ανάπτυξη στις αναπτυσσόμενες χώρες[24], και της 15ης Ιανουαρίου 2019 σχετικά με την ισότητα των φύλων και τις φορολογικές πολιτικές στην ΕΕ[25],

 έχοντας υπόψη την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) για τη διαρκή τήρηση της νομοθεσίας όσον αφορά την προσωπική ζωή·

 έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής, της 23 Ιανουαρίου 2019, για τα προγράμματα χορήγησης ιθαγένειας και άδειας διαμονής σε επενδυτές στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COM (2019) 0012),

 έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 15ης Ιανουαρίου 2019 με τίτλο «Προς μια πιο αποτελεσματική και πιο δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων στη φορολογική πολιτική της ΕΕ» (COM(2019)0008),

 έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 18 Οκτωβρίου 2017, με τίτλο «Οι συμπράξεις της ΕΕ για την ανάπτυξη και οι προκλήσεις που εγείρουν οι διεθνείς φορολογικές συμφωνίες»,

 έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

 έχοντας υπόψη την έκθεση της Eιδικής Eπιτροπής για το οικονομικό έγκλημα, τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή (A8-0170/2019),

1. Γενική εισαγωγή για τον καθορισμό του πλαισίου

1.1. Αλλαγές

1. υποστηρίζει ότι οι υφιστάμενοι φορολογικοί κανόνες είναι συχνά ανίκανοι να συμβαδίσουν με την αυξανόμενη ταχύτητα της οικονομίας· υπενθυμίζει ότι οι τρέχοντες διεθνείς και εθνικοί φορολογικοί κανόνες σχεδιάστηκαν ως επί το πλείστον στις αρχές του 20ού αιώνα· υποστηρίζει ότι υπάρχει επείγουσα και συνεχής ανάγκη για αναμόρφωση των κανόνων, έτσι ώστε τα διεθνή, ενωσιακά και εθνικά φορολογικά συστήματα να μπορούν να ανταποκρίνονται στις νέες οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές προκλήσεις του 21ου αιώνα· επισημαίνει την ευρεία κατανόηση του ότι τα υφιστάμενα φορολογικά συστήματα και οι μέθοδοι λογιστικής δεν είναι εξοπλισμένα για να προσαρμόζονται στις εξελίξεις αυτές και να διασφαλίζουν ότι όλοι οι συμμετέχοντες στην αγορά καταβάλλουν το μερίδιο των φόρων που τους αναλογεί·

2. υπογραμμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνέβαλε σημαντικά στην καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος, της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής όπως αποκαλύφθηκε, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις των LuxLeaks, των εγγράφων του Παναμά, των εγγράφων Paradise, των Football Leaks, των Bahamas Leaks και του CumEx, ιδίως με τις εργασίες των ειδικών επιτροπών TAXE, TAX2[26] και TAX3, την εξεταστική επιτροπή PANA και την Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (ECON)·

3. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της τρέχουσας θητείας της, η Επιτροπή υπέβαλε 26 νομοθετικές προτάσεις με στόχο την κάλυψη ορισμένων κενών, τη βελτίωση της καταπολέμησης του οικονομικού εγκλήματος και του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού, και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της είσπραξης φόρων και της φορολογικής δικαιοσύνης· εκφράζει τη βαθιά του λύπη για την έλλειψη προόδου στο Συμβούλιο όσον αφορά σημαντικές πρωτοβουλίες σε σχέση με τη μεταρρύθμιση της φορολογίας εταιρειών που δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί εξαιτίας της έλλειψης πραγματικής πολιτικής βούλησης· ζητεί την ταχεία έγκριση των πρωτοβουλιών της ΕΕ που δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί και την προσεκτική παρακολούθηση της εφαρμογής για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα και η ορθή επιβολή της νομοθεσίας, προκειμένου αυτή να συμβαδίζει με την προσαρμοστικότητα της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής και του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού·

4. υπενθυμίζει ότι μια φορολογική δικαιοδοσία ελέγχει μόνο φορολογικά θέματα που συνδέονται με την επικράτειά της, ενώ οι οικονομικές ροές και ορισμένοι φορολογούμενοι, όπως οι πολυεθνικές επιχειρήσεις και τα φυσικά πρόσωπα με μεγάλη περιουσία, λειτουργούν σε παγκόσμιο επίπεδο·

5. τονίζει ότι για τον ορισμό των φορολογικών βάσεων απαιτείται να υπάρχει πλήρης εικόνα της κατάστασης του φορολογούμενου, συμπεριλαμβανομένων των συνιστωσών που βρίσκονται εκτός της δεδομένης φορολογικής δικαιοδοσίας, και να προσδιορίζεται η συνιστώσα που αναφέρεται στην κάθε δικαιοδοσία· επισημαίνει ότι απαιτείται επίσης η κατανομή των φορολογικών αυτών βάσεων μεταξύ των φορολογικών δικαιοδοσιών για την αποφυγή της διπλής φορολόγησης και της διπλής μη φορολόγησης· επιβεβαιώνει ότι πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην εξάλειψη της διπλής μη φορολόγησης καθώς και στην αντιμετώπιση του ζητήματος της διπλής φορολόγησης·

6. θεωρεί ότι πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες από όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, καθώς και από τα κράτη μέλη, για να εξηγήσουν στους πολίτες το έργο που επιτελείται στον τομέα της φορολογίας και τις ενέργειες που αναλαμβάνονται για την αντιμετώπιση των υφισταμένων προβλημάτων και κενών· θεωρεί ότι η ΕΕ πρέπει να υιοθετήσει μια ευρεία στρατηγική με την οποία η ΕΕ θα υποστηρίξει, με σχετικές πολιτικές, τα κράτη μέλη που μεταβαίνουν από τα υφιστάμενα επιζήμια φορολογικά συστήματα σε ένα φορολογικό σύστημα συμβατό με το νομικό πλαίσιο της ΕΕ και το πνεύμα των συνθηκών της ΕΕ·

7. επισημαίνει ότι οι οικονομικές ροές[27] και ευκαιρίες για αλλαγή φορολογικής κατοικίας έχουν αυξηθεί σημαντικά· προειδοποιεί ότι ορισμένα νέα φαινόμενα[28] είναι εγγενώς αδιαφανή ή διευκολύνουν την αδιαφάνεια που επιτρέπει τη φορολογική απάτη, τη φοροδιαφυγή, τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό, τη φοροδιαφυγή και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

8. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη σφετερίζονται τη φορολογική βάση άλλων κρατών μελών προσελκύοντας κέρδη που παράγονται αλλού, επιτρέποντας έτσι στις εταιρείες να μειώσουν τεχνητά τη φορολογική τους βάση· υποστηρίζει ότι η πρακτική αυτή όχι μόνο βλάπτει την αρχή της αλληλεγγύης της ΕΕ αλλά οδηγεί επίσης σε αναδιανομή του πλούτου προς τις πολυεθνικές και τους μετόχους τους εις βάρος των πολιτών της ΕΕ· υποστηρίζει το σημαντικό έργο ακαδημαϊκών και δημοσιογράφων που βοηθούν να χυθεί φως σε αυτές οι πρακτικές·

1.2. Σκοπός της φορολόγησης και επιπτώσεις της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής, των επιζήμιων φορολογικών πρακτικών και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες

9. θεωρεί ότι η δίκαιη φορολόγηση και η αποφασιστική καταπολέμηση της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής, του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας δίκαιης κοινωνίας και μιας ισχυρής οικονομίας, προασπίζοντας παράλληλα το κοινωνικό συμβόλαιο και το κράτος δικαίου· σημειώνει ότι ένα δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα είναι το κλειδί για την αντιμετώπιση της ανισότητας, όχι μόνο μέσω της χρηματοδότησης των δημόσιων δαπανών για τη στήριξη της κοινωνικής κινητικότητας, αλλά και μέσω της μείωσης των εισοδηματικών ανισοτήτων· επισημαίνει ότι η φορολογική πολιτική μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τις αποφάσεις για την απασχόληση, τα επίπεδα των επενδύσεων και την προθυμία των εταιρειών να επεκταθούν·

10. υπογραμμίζει ότι η πιο επείγουσα προτεραιότητα είναι να μειωθεί το φορολογικό χάσμα που προκαλείται από τη φορολογική απάτη, τη φοροδιαφυγή, τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και ο αντίκτυπός τους στους εθνικούς προϋπολογισμούς και στους προϋπολογισμούς της ΕΕ, προκειμένου να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού και φορολογική δικαιοσύνη μεταξύ όλων των φορολογουμένων, να καταπολεμηθεί η αύξηση της ανισότητας και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στη δημοκρατική χάραξη πολιτικής, διασφαλίζοντας ότι οι απατεώνες δεν διαθέτουν ανταγωνιστικό φορολογικό πλεονέκτημα σε βάρος των έντιμων φορολογουμένων·

11 τονίζει ότι οι κοινές προσπάθειες σε επίπεδο ΕΕ και σε εθνικό επίπεδο είναι ζωτικής σημασίας για την προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ και των εθνικών προϋπολογισμών από τις ζημίες που οφείλονται σε μη καταβληθέντες φόρους· σημειώνει ότι μόνο με πλήρη και αποτελεσματική είσπραξη των φορολογικών εσόδων μπορούν τα κράτη να παρέχουν, μεταξύ άλλων, ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικά προσιτής εκπαίδευσης, της υγειονομικής περίθαλψης και της στέγασης, της ασφάλειας, του ελέγχου της εγκληματικότητας και της αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, της κοινωνικής ασφάλισης και φροντίδας, της επιβολής των επαγγελματικών και περιβαλλοντικών προτύπων, της καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής, της προώθησης της ισότητας των φύλων, των δημόσιων μεταφορών και των βασικών υποδομών προκειμένου να προαχθεί και, εάν είναι αναγκαίο, να σταθεροποιηθεί η κοινωνικά ισόρροπη ανάπτυξη και να κινηθούμε προς τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης·

12. θεωρεί ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα της φορολογίας και της είσπραξης φόρων, οι οποίες έχουν μετατοπίσει τη φορολογική επίπτωση από τον πλούτο στο εισόδημα, από το εισόδημα κεφαλαίου στο εισόδημα εργασίας και την κατανάλωση, από τις πολυεθνικές στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), και από τον χρηματοπιστωτικό τομέα στην πραγματική οικονομία, είχαν δυσανάλογο αντίκτυπο στις γυναίκες και τα άτομα με χαμηλό εισόδημα, που συνήθως εξαρτώνται περισσότερο από το εισόδημα από την εργασία και δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους για κατανάλωση[29]· σημειώνει ότι μεταξύ των πλουσιότερων παρατηρούνται υψηλότερα ποσοστά φοροδιαφυγής[30]· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τον αντίκτυπο στην κοινωνική ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης της ισότητας των φύλων και των άλλων προαναφερόμενων πολιτικών, στις νομοθετικές προτάσεις της στους τομείς της φορολογίας και της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

1.3. Κίνδυνοι και οφέλη που συνδέονται με συναλλαγές σε μετρητά

13. τονίζει ότι οι συναλλαγές σε μετρητά εξακολουθούν να αποτελούν πολύ υψηλό κίνδυνο όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη φοροδιαφυγή, συμπεριλαμβανομένης της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, παρά τα οφέλη τους, όπως είναι η προσβασιμότητα και η ταχύτητα· σημειώνει ότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν ήδη θεσπίσει περιορισμούς στις πληρωμές σε μετρητά· επισημαίνει επίσης ότι, ενώ έχουν εναρμονιστεί οι κανόνες για τον έλεγχο μετρητών στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, οι κανόνες μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τις κινήσεις μετρητών εντός των συνόρων της ΕΕ ποικίλλουν·

14. επισημαίνει ότι ο κατακερματισμός και ο διαφορετικός χαρακτήρας αυτών των μέτρων έχουν τη δυνατότητα να διαταράξουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να εκπονήσει πρόταση σχετικά με ευρωπαϊκούς περιορισμούς στις πληρωμές σε μετρητά, με ταυτόχρονη διατήρηση των μετρητών ως μέσου πληρωμής· σημειώνει, επιπλέον, ότι τα υψηλής ονομαστικής αξίας χαρτονομίσματα του ευρώ παρουσιάζουν υψηλότερο κίνδυνο όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ανακοίνωσε το 2016 ότι δεν θα εκδίδει πλέον νέα χαρτονομίσματα αξίας 500 ευρώ (παρόλο που το εναπομένον απόθεμα παραμένει νόμιμο χρήμα)· καλεί την ΕΚΤ να καταρτίσει χρονοδιάγραμμα για τη σταδιακή κατάργηση της δυνατότητας χρήσης χαρτονομισμάτων των 500 ευρώ·

1.4. Ποσοτική αξιολόγηση

15. (τονίζει ότι η φορολογική απάτη, η φοροδιαφυγή και ο επιθετικός φορολογικός σχεδιασμός έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια πόρων για τους εθνικούς προϋπολογισμούς και τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης[31]· αναγνωρίζει ότι η ποσοτικοποίηση αυτών των ζημιών δεν είναι απλή υπόθεση· επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι αυξημένες απαιτήσεις διαφάνειας όχι μόνο θα παράσχουν καλύτερα δεδομένα αλλά και θα συμβάλουν στη μείωση της αδιαφάνειας·

16. Παρατηρεί ότι πολλές εκτιμήσεις έχουν προσπαθήσει να υπολογίσουν το μέγεθος των ζημιών από φορολογική απάτη, φοροδιαφυγή και επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό· υπενθυμίζει ότι καμία από αυτές δεν παρέχει από μόνη της επαρκή εικόνα, λόγω της φύσης των δεδομένων ή της έλλειψης δεδομένων· σημειώνει ότι ορισμένες από τις πρόσφατες εκτιμήσεις αλληλοσυμπληρώνονται, δεδομένου ότι βασίζονται σε διαφορετικές αλλά συμπληρωματικές μεθοδολογίες·

17. αποδοκιμάζει, για μια ακόμη φορά, «την έλλειψη αξιόπιστων και αμερόληπτων στατιστικών στοιχείων σχετικά με το μέγεθος της φοροαποφυγής και της φοροδιαφυγής [και] τονίζει πόσο σημαντικό είναι να αναπτυχθούν κατάλληλες και διαφανείς μεθοδολογίες ποσοτικοποίησης του μεγέθους αυτών των φαινομένων, καθώς και των επιπτώσεών τους στα δημόσια οικονομικά, τις οικονομικές δραστηριότητες και τις δημόσιες επενδύσεις των χωρών»[32]· υπενθυμίζει τη σημασία της πολιτικής και οικονομικής ανεξαρτησίας των στατιστικών υπηρεσιών για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας των στατιστικών στοιχείων· καλεί την Eurostat να ζητήσει τεχνική βοήθεια για τη συλλογή περιεκτικών και επακριβών στατιστικών στοιχείων, έτσι ώστε αυτά να παρέχονται σε συγκρίσιμη και εύκολα συντονισμένη ψηφιακή μορφή·

18. υπενθυμίζει ειδικότερα την εμπειρική εκτίμηση του μεγέθους των ετήσιων απωλειών εσόδων που προκαλούνται από τον εταιρικό επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό στην ΕΕ που καταρτίστηκε το 2015· σημειώνει ότι η εκτίμηση κυμαίνεται από 50 έως 70 δισεκατομμύρια EUR (ποσό που χάθηκε αποκλειστικά και μόνο λόγω της μετατόπισης κερδών, το οποίο ισοδυναμεί με το 17 % τουλάχιστον των εσόδων από τον φόρο εισοδήματος εταιρειών (CIT) το 2013 και το 0,4 % του ΑΕΠ) σε 160-190 δισεκατομμύρια EUR (περιλαμβανομένων επίσης των εξατομικευμένων φορολογικών ρυθμίσεων για τις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις και των ανεπαρκειών στην είσπραξη)·

19. καλεί το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη να δώσουν προτεραιότητα σε έργα, ιδίως με την υποστήριξη του προγράμματος Fiscalis, με στόχο την ποσοτικοποίηση του μεγέθους της φοροαποφυγής προκειμένου να αντιμετωπιστεί καλύτερα το τρέχον φορολογικό κενό· τονίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει εγκρίνει[33] αύξηση του προγράμματος Fiscalis· προτρέπει τα κράτη μέλη, υπό τον συντονισμό της Επιτροπής, να υπολογίζουν τα φορολογικά τους κενά και να δημοσιεύουν τα αποτελέσματα ετησίως·

20. σημειώνει ότι το έγγραφο εργασίας του ΔΝΤ[34] εκτιμά ότι οι παγκόσμιες απώλειες λόγω της διάβρωσης της βάσης και της μετατόπισης κερδών (BEPS) και σε σχέση με τους φορολογικούς παραδείσους ανέρχονται σε περίπου 600 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ ετησίως· σημειώνει ότι οι μακροπρόθεσμες κατά προσέγγιση εκτιμήσεις του ΔΝΤ είναι 400 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ για τις χώρες του ΟΟΣΑ (1 % του ΑΕγχΠ τους) και 200 δισεκατομμύρια δολάρια για τις αναπτυσσόμενες χώρες (1,3 % του ΑΕγχΠ τους)·

21. εκφράζει την ικανοποίησή του για τις πρόσφατες εκτιμήσεις της μη παρατηρούμενης οικονομίας -που συχνά ονομάζεται «παραοικονομία» - στην έρευνα για τις φορολογικές πολιτικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση 2017[35], όπου παρέχεται μια έμμεση ευρύτερη ένδειξη της φοροδιαφυγής· τονίζει ότι η αξία της μη παρατηρούμενης οικονομίας μετρά οικονομικές δραστηριότητες οι οποίες ενδέχεται να μην περιλαμβάνονται στις βασικές πηγές δεδομένων που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών·

22. τονίζει ότι σχεδόν το 40 % των κερδών των πολυεθνικών εταιρειών μετατοπίζεται σε φορολογικούς παραδείσους ανά τον κόσμο κάθε χρόνο και ότι κάποιες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφανίζονται ως οι μεγάλοι χαμένοι από τη μετατόπιση των κερδών, διότι το 35 % των μετατοπιζομένων κερδών προέρχονται από χώρες της ΕΕ, ακολουθούν δε οι αναπτυσσόμενες χώρες (30 %)[36]· επισημαίνει ότι περίπου το 80 % των κερδών που μετατοπίζονται από την ΕΕ διοχετεύονται προς ή μέσω λίγων άλλων κρατών μελών της ΕΕ· επισημαίνει ότι οι πολυεθνικές εταιρείες μπορεί να πληρώνουν έως και 30 % λιγότερους φόρους από τους εγχώριους ανταγωνιστές τους και ότι ο επιθετικός φορολογικός σχεδιασμός στρεβλώνει τον ανταγωνισμό για τις εγχώριες επιχειρήσεις, ιδίως τις ΜΜΕ·

23. παρατηρεί ότι οι πολυεθνικές εταιρείες που συμμετείχαν στην ακρόαση της TAX3 καταρτίζουν τις δικές τους εκτιμήσεις για τις πραγματικούς φορολογικούς συντελεστές (ETR) [37]· επισημαίνει ότι οι εκτιμήσεις αυτές τίθενται υπό αμφισβήτηση από ορισμένους εμπειρογνώμονες·

24. ζητεί τη συλλογή στατιστικών στοιχείων σχετικά με τις μεγάλες συναλλαγές σε ελεύθερους λιμένες, τελωνειακές αποθήκες και ειδικές οικονομικές ζώνες, καθώς και για τις αποκαλύψεις από μεσάζοντες και καταγγέλτες·

1.5. Φορολογική απάτη, φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή και επιθετικός φορολογικός σχεδιασμός (ΕΦΣ)

25. υπενθυμίζει ότι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φορολογικής απάτης αντιμετωπίζει παράνομες πράξεις, ενώ η καταπολέμηση της φοροαποφυγής αφορά περιπτώσεις οι οποίες εκμεταλλεύονται παραθυράκια ή a priori βρίσκονται εντός των ορίων του νόμου, εκτός αν κριθούν παράνομες από τις φορολογικές αρχές ή, τελικά, από τα δικαστήρια, αλλά είναι αντίθετες προς το πνεύμα του νόμου· ζητεί, κατά συνέπεια, την απλούστευση του φορολογικού πλαισίου·

26. υπενθυμίζει ότι η βελτίωση της είσπραξης των φόρων στις χώρες της ΕΕ είναι πιθανό να μειώσει την εγκληματικότητα που συνδέεται με τη φοροδιαφυγή και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που την ακολουθεί·

27 υπενθυμίζει ότι ο επιθετικός φορολογικός σχεδιασμός συνίσταται στον καθορισμό ενός φορολογικού σχεδιασμού που αποσκοπεί στον περιορισμό της υποχρέωσης καταβολής φόρου, με τη χρήση των τεχνικών πτυχών του φορολογικού συστήματος ή μεσολαβώντας μεταξύ δύο ή περισσότερων φορολογικών συστημάτων οι οποίες αντιβαίνουν προς το πνεύμα του νόμου·

28. εκφράζει την ικανοποίησή του στην απάντηση της Επιτροπής στα αιτήματα που διατύπωσε στα ψηφίσματα των επιτροπών TAXE, TAX2 και PANA για τον καλύτερο προσδιορισμό του ΕΦΣ και των επιζήμιων φορολογικών πρακτικών·

29. καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να προτείνουν και να εγκρίνουν έναν ολοκληρωμένο και ακριβή ορισμό των δεικτών επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού, με βάση τόσο τα διακριτικά στοιχεία που προσδιορίζονται στην πέμπτη επανεξέταση της οδηγίας για τη διοικητική συνεργασία (DAC6)[38] όσο και τις σχετικές μελέτες και συστάσεις της Επιτροπής[39]· υπογραμμίζει ότι αυτοί οι σαφείς δείκτες μπορούν να βασίζονται, κατά περίπτωση, σε διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα· καλεί τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν τους εν λόγω δείκτες ως βάση για την κατάργηση όλων των επιζήμιων φορολογικών πρακτικών που απορρέουν από τα υφιστάμενα φορολογικά παραθυράκια· καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να ενημερώνουν τακτικά τους εν λόγω δείκτες, αν προκύψουν νέες ρυθμίσεις ή πρακτικές ΕΦΣ·

30. τονίζει την ομοιότητα μεταξύ των φορολογούμενων εταιρειών και των φυσικών προσώπων με μεγάλη περιουσία όσον αφορά τη χρήση εταιρικών δομών και παρόμοιων υποδομών όπως οι εταιρείες καταπιστευματικής διαχείρισης και οι εξωχώριες εγκαταστάσεις για τους σκοπούς ΕΦΣ· επισημαίνει τον ρόλο των διαμεσολαβητών[40] στη δημιουργία τέτοιων συστημάτων· υπενθυμίζει εν προκειμένω ότι το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων των φυσικών προσώπων με μεγάλη περιουσία προκύπτει υπό μορφή κεφαλαιουχικών κερδών και όχι αποδοχών·

31. εκφράζει την ικανοποίησή του για την αξιολόγηση της Επιτροπής και τη συμπερίληψη δεικτών ΕΦΣ στις ανά χώρα εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2018· ζητεί η αξιολόγηση αυτή να πραγματοποιείται σε τακτική βάση προκειμένου να εξασφαλίζονται ίσοι όροι ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά της ΕΕ, καθώς και η μεγαλύτερη σταθερότητα των δημόσιων εσόδων μακροπρόθεσμα· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει σαφή επακολούθηση προκειμένου να τερματιστούν οι πρακτικές ΕΦΣ, ενδεχομένως με τη μορφή επίσημων συστάσεων·

32. επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς τις εταιρείες, ως φορολογούμενους, να συμμορφώνονται πλήρως με τις φορολογικές υποχρεώσεις τους και να απέχουν από τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό που οδηγεί σε BEPS, και να εξετάσουν την υιοθέτηση δίκαιης φορολογικής στρατηγικής και αποφυγής επιζήμιων φορολογικών πρακτικών ως σημαντικό μέρος της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης τους, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, ώστε να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη των φορολογουμένων στα πλαίσια φορολογίας·

33. προτρέπει τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στη διαδικασία ενισχυμένης συνεργασίας να συμφωνήσουν το συντομότερο δυνατό στην καθιέρωση ενός φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών (ΦΧΣ), αν και αναγνωρίζει ότι το προτιμότερο θα ήταν μια συνολική λύση·

2. Φορολόγηση των εταιρειών

34. υπενθυμίζει ότι με την παγκοσμιοποίηση και την ψηφιοποίηση έχουν αυξηθεί οι ευκαιρίες επιλογής τοποθεσίας για μια επιχείρηση ή κατοικία βάσει του ρυθμιστικού πλαισίου·

35. υπενθυμίζει ότι οι φόροι πρέπει να καταβάλλονται στις δικαιοδοσίες όπου λαμβάνουν χώρα η πραγματική και ουσιαστική οικονομική δραστηριότητα και η δημιουργία αξίας, ή, στην περίπτωση της έμμεσης φορολογίας, εκεί όπου γίνεται η κατανάλωση· επισημαίνει ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την υιοθέτηση της κοινής ενοποιημένης βάσης φορολογίας εταιρειών (ΚΕΒΦΕ) στην ΕΕ με κατάλληλη και δίκαιη κατανομή, που θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων όλα τα υλικά και άυλα στοιχεία ενεργητικού·

36. σημειώνει ότι η ΕΕ θέσπισε φόρο εξόδου από μια χώρα στην οδηγία ATAD Ι, πράγμα που επιτρέπει στα κράτη μέλη να φορολογούν την οικονομική αξία του κεφαλαιουχικού κέρδους που δημιουργείται στην επικράτειά της ακόμη και όταν το κέρδος αυτό δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί τη στιγμή της εξόδου· θεωρεί ότι η αρχή της φορολόγησης των κερδών που πραγματοποιούνται στα κράτη μέλη πριν από την απομάκρυνσή τους από την Ένωση θα πρέπει να ενισχυθεί, για παράδειγμα μέσω της συντονισμένης παρακράτησης φόρων στην πηγή επί των τόκων και των δικαιωμάτων, προκειμένου να καλυφθούν τα υφιστάμενα κενά και να αποφευχθεί η μη φορολόγηση κερδών που εξέρχονται από την ΕΕ· καλεί το Συμβούλιο να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις για την πρόταση σχετικά με τόκους και δικαιώματα[41]· σημειώνει ότι οι φορολογικές συμβάσεις συχνά μειώνουν τον συντελεστή παρακράτησης στην πηγή με σκοπό την αποφυγή της διπλής φορολόγησης[42]·

37. επιβεβαιώνει εκ νέου ότι η προσαρμογή των διεθνών φορολογικών κανόνων πρέπει να αντιμετωπίζει την αποφυγή που απορρέει από την πιθανή εκμετάλλευση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των εθνικών φορολογικών διατάξεων και των δικτύων φορολογικών συνθηκών, με αποτέλεσμα τη διάβρωση της φορολογικής βάσης και τη διπλή μη φορολόγηση, εξασφαλίζοντας παράλληλα την εξάλειψη της διπλής φορολόγησης·

2.1. Σχέδιο δράσης BEPS και η εφαρμογή του στην ΕΕ: Οδηγία κατά της φοροαποφυγής (ATAD)

38. αναγνωρίζει ότι το σχέδιο δράσης G20/ΟΟΣΑ για την BEPS είχε ως στόχο να αντιμετωπίσει με συντονισμένο τρόπο τα αίτια και τις περιστάσεις που δημιουργούν τις πρακτικές BEPS, μέσω της βελτίωσης της συνοχής των φορολογικών κανόνων σε διασυνοριακό επίπεδο, της ενίσχυσης των ουσιαστικών απαιτήσεων, της διαφάνειας και της ασφάλειας· δηλώνει ωστόσο ότι η προθυμία και η δέσμευση για συνεργασία σχετικά με το σχέδιο δράσης BEPS του ΟΟΣΑ ποικίλλει μεταξύ των χωρών και μεταξύ των συγκεκριμένων δράσεων·

39. σημειώνει ότι το σημείο 15 του σχεδίου δράσης G20/ΟΟΣΑ κατά της BEPS, το οποίο αποσκοπεί να αντιμετωπίσει με συντονισμένο τρόπο τα αίτια και τις συνθήκες που δημιουργούν τις πρακτικές BEPS, εφαρμόζεται και παρακολουθείται και ταυτόχρονα διεξάγονται περαιτέρω συζητήσεις, σε ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο από τις αρχικές συμμετέχουσες χώρες, μέσω του χωρίς αποκλεισμούς πλαισίου του ΟΟΣΑ· καλεί τα κράτη μέλη να στηρίξουν τη μεταρρύθμιση τόσο της εντολής όσο και της λειτουργίας του χωρίς αποκλεισμούς πλαισίου, για να διασφαλιστεί ότι τα εναπομένοντα φορολογικά κενά και τα άλυτα φορολογικά ζητήματα, όπως η κατανομή των φορολογικών δικαιωμάτων μεταξύ των χωρών, καλύπτονται από το ισχύον διεθνές πλαίσιο για την καταπολέμηση των πρακτικών BEPS·

40. επισημαίνει ότι οι δράσεις πρέπει να υλοποιούνται· λαμβάνει υπό σημείωση το σημείωμα πολιτικής[43] του Πλαισίου χωρίς αποκλεισμούς για την BEPS, το οποίο αποσκοπεί στην εξεύρεση πιθανών λύσεων στις προκλήσεις που έχουν εντοπιστεί σχετικά με τη φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας·

41. επισημαίνει ότι ορισμένες χώρες έχουν πρόσφατα εγκρίνει μονομερή αντίμετρα για την καταπολέμηση των επιζήμιων φορολογικών πρακτικών (όπως η επιβολή φόρου σε εκτρεπόμενα κέρδη που εισήγαγε το Ηνωμένο Βασίλειο και οι διατάξεις της φορολογικής μεταρρύθμισης των ΗΠΑ σχετικά με το παγκόσμιο άυλο εισόδημα με χαμηλή φορολογία (Global Intangible Low-Taxed Income (GILTI)), προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το ξένο εισόδημα των πολυεθνικών εταιρειών φορολογείται δεόντως με ελάχιστο πραγματικό φορολογικό συντελεστή στη χώρα φορολογικής κατοικίας της μητρικής εταιρείας· ζητεί να αξιολογηθούν αυτά τα μέτρα από την ΕΕ· επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με αυτά τα μονομερή μέτρα, η ΕΕ προωθεί κατά κανόνα πολυμερείς και συναινετικές λύσεις προκειμένου να εξασφαλιστεί η δίκαιη κατανομή των φορολογικών δικαιωμάτων· τονίζει ότι, για παράδειγμα, η ΕΕ δίνει προτεραιότητα σε μια παγκόσμια λύση όσον αφορά τη φορολόγηση του ψηφιακού τομέα, αλλά προτείνει ωστόσο έναν ενωσιακό φόρο για τις ψηφιακές υπηρεσίες, καθώς ο παγκόσμιος διάλογος για το θέμα αυτό προχωρεί με αργούς ρυθμούς·

42. υπενθυμίζει ότι η δέσμη μέτρων της ΕΕ κατά της φοροαποφυγής για το 2016 συμπληρώνει τις υφιστάμενες διατάξεις με συντονισμένο τρόπο σε ολόκληρη την ΕΕ στην ενιαία αγορά·

43. εκφράζει την ικανοποίησή του για την έγκριση από την ΕΕ των οδηγιών ATAD I και ATAD II· σημειώνει ότι οι οδηγίες αυτές παρέχουν μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη διασφαλίζοντας ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας έναντι της εταιρικής φοροαποφυγής σε ολόκληρη την ΕΕ και εξασφαλίζουν παράλληλα ένα πιο δίκαιο και σταθερό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις, τόσο από άποψη ζήτησης όσο και από άποψη προσφοράς· εκφράζει την ικανοποίησή του για τις διατάξεις σχετικά με τις ασυμφωνίες στη μεταχείριση υβριδικών μέσων για την πρόληψη της διπλής μη φορολόγησης, προκειμένου να εξαλειφθούν οι υφιστάμενες ασυμφωνίες και να μη δημιουργηθούν ακόμη περισσότερες, μεταξύ κρατών μελών και με τρίτες χώρες·

44. εκφράζει την ικανοποίησή του για τις διατάξεις σχετικά με τις ελεγχόμενες αλλοδαπές εταιρείες (ΕΑΕ) που περιλαμβάνονται στην οδηγία ATAD I για να διασφαλιστεί ότι τα κέρδη που πραγματοποιούν οι σχετικές εταιρείες σε χώρες με χαμηλή ή μηδενική φορολογία, φορολογούνται πραγματικά· αναγνωρίζει ότι χάρη στις διατάξεις αυτές η απουσία ή η πολυμορφία εθνικών κανόνων για τις ΕΑΕ εντός της Ένωσης δεν προκαλούν στρέβλωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς πέρα από καταστάσεις αμιγώς τεχνητών ρυθμίσεων, όπως έχει ζητήσει επανειλημμένα το Κοινοβούλιο· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για τη συνύπαρξη δύο προσεγγίσεων ως προς την εφαρμογή των κανόνων για τις ΕΑΕ στην ATAD I και καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν μόνο τους απλούστερους και αποτελεσματικότερους κανόνες για τις ΕΑΕ, όπως αυτοί που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο α) της ATAD I·

45. επικροτεί τον γενικό κανόνα απαγόρευσης καταχρήσεων για υπολογισμό της εταιρικής φορολογικής οφειλής που περιλαμβάνεται στην ATAD I, ο οποίος επιτρέπει στα κράτη μέλη να μη λαμβάνουν υπόψη διευθετήσεις που δεν είναι γνήσιες, και συνεκτιμωμένων όλων των σχετικών στοιχείων και περιστάσεων, αποσκοπούν στην απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος· επαναλαμβάνει το αίτημα που επανειλημμένως έχει διατυπώσει για την έγκριση ενός γενικού και κοινού αυστηρού κανόνα κατά των καταχρήσεων, συγκεκριμένα στην ισχύουσα νομοθεσία και ιδιαίτερα στην οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες, την οδηγία για τις συγχωνεύσεις και την οδηγία για τους τόκους και τα δικαιώματα·

46. επαναλαμβάνει το αίτημά του για σαφή ορισμό της μόνιμης εγκατάστασης και της σημαντικής οικονομικής παρουσίας κατά τρόπον ώστε οι εταιρείες να μην μπορούν να αποφεύγουν τεχνηέντως την φορολογητέα παρουσία τους στα κράτη μέλη στα οποία έχουν οικονομική δραστηριότητα·

47. ζητεί να οριστικοποιηθούν οι εργασίες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του κοινού φόρουμ της ΕΕ σχετικά με τις τιμές μεταβίβασης (JTPF) για την ανάπτυξη ορθών πρακτικών και την παρακολούθηση από την Επιτροπή της εφαρμογής τους από τα κράτη μέλη·

48. υπενθυμίζει τις ανησυχίες του σχετικά με τη χρήση των τιμών μεταβίβασης στον ATP και, κατά συνέπεια, υπενθυμίζει την ανάγκη για λήψη κατάλληλων μέτρων και βελτίωση του πλαισίου της πρακτικής των τιμών μεταβίβασης για την αντιμετώπιση του ζητήματος· τονίζει ότι πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι τιμές μεταβίβασης αντικατοπτρίζουν την οικονομική πραγματικότητα, παρέχουν ασφάλεια, σαφήνεια και δικαιοσύνη για τα κράτη μέλη και για τις εταιρείες που λειτουργούν εντός της Ένωσης, και μειώνουν τον κίνδυνο κατάχρησης των κανόνων για σκοπούς μετατόπισης κερδών, λαμβανομένων υπόψη των κατευθυντηρίων γραμμών του ΟΟΣΑ σχετικά με τις τιμές μεταβίβασης με αποδέκτες τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και τη φορολογική διοίκηση το 2010[44]· παρατηρεί ωστόσο ότι, όπως επισημάνθηκε από πολυάριθμους εμπειρογνώμονες και δημοσιεύσεις, η χρήση της «έννοιας της ανεξάρτητης οντότητας» ή της «αρχής του πλήρους ανταγωνισμού» συνιστά έναν από τους βασικούς παράγοντες που καθιστούν δυνατές τις επιζήμιες φορολογικές πρακτικές[45]·

49. τονίζει ότι οι δράσεις της ΕΕ που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της BEPS και του ΕΦΣ έχουν εφοδιάσει τις φορολογικές αρχές με επικαιροποιημένη εργαλειοθήκη για τη διασφάλιση της ορθής είσπραξης των φόρων με παράλληλη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των βιομηχανιών της ΕΕ· τονίζει ότι οι φορολογικές αρχές θα πρέπει να είναι υπεύθυνες για την αποτελεσματική χρήση των εργαλείων χωρίς να επιβάλλουν πρόσθετη επιβάρυνση στους φορολογούμενους που έχουν συναίσθηση των ευθυνών τους, ιδίως τις ΜΜΕ·

50. κατανοεί ότι η νέα ροή πληροφοριών προς τις φορολογικές αρχές μετά την έγκριση των οδηγιών ATAD I και DAC4 δημιουργεί την ανάγκη για επαρκείς πόρους ώστε να εξασφαλιστεί η πλέον αποτελεσματική χρήση των πληροφοριών αυτών και να μειωθεί αποτελεσματικά το υφιστάμενο φορολογικό χάσμα· καλεί όλα τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται από τις αρχές είναι επαρκή και κατάλληλα για να χρησιμοποιούν αυτές τις πληροφορίες και να συνδυάζουν και να διασταυρώνουν πληροφορίες από διαφορετικές πηγές και σύνολα δεδομένων·

2.2. Ενίσχυση των δράσεων της ΕΕ για την καταπολέμηση του ΕΦΣ και τη συμπλήρωση του σχεδίου δράσης κατά της BEPS

2.2.1. Ενδελεχής έλεγχος των φορολογικών συστημάτων των κρατών μελών και του συνολικού φορολογικού περιβάλλοντος – ΕΦΣ εντός της ΕΕ (Ευρωπαϊκό Εξάμηνο)

51. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι τα φορολογικά συστήματα των κρατών μελών και το συνολικό φορολογικό περιβάλλον έχουν καταστεί μέρος του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του Κοινοβουλίου[46]· επιδοκιμάζει τις μελέτες και τα δεδομένα που εκπόνησε η Επιτροπή[47], τα οποία επιτρέπουν την καλύτερη αντιμετώπιση των καταστάσεων που παρέχουν οικονομικούς δείκτες ΕΦΣ, και δίνουν σαφή ένδειξη της έκθεσης σε φορολογικό σχεδιασμό, καθώς και παρέχουν πλούσια βάση δεδομένων για το φαινόμενο αυτό σε όλα τα κράτη μέλη· επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη, στο πνεύμα της καλόπιστης συνεργασίας, δεν πρέπει να διευκολύνουν τη δημιουργία συστημάτων ΕΦΣ που δεν συνάδουν με το νομικό πλαίσιο της ΕΕ και το πνεύμα των Συνθηκών της ΕΕ·

52. ζητεί οι νέοι αυτοί φορολογικοί δείκτες για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο να έχουν το ίδιο καθεστώς με τους δείκτες που σχετίζονται με τον έλεγχο των δαπανών· υπογραμμίζει ότι θα είναι θετικό να προστεθεί στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο αυτή η φορολογική διάσταση, δεδομένου ότι τούτο θα καταστήσει δυνατή την αντιμετώπιση ορισμένων επιζήμιων φορολογικών πρακτικών που μέχρι στιγμής δεν είχαν αντιμετωπιστεί μέσω της οδηγίας ATAD και άλλων υφιστάμενων ευρωπαϊκών κανονισμών·

53. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η DAC6 ορίζει τα διακριτικά των δηλωτέων διασυνοριακών ρυθμίσεων τα οποία οι ενδιάμεσοι πρέπει να αναφέρουν στις φορολογικές αρχές, ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγησή τους από τις εν λόγω αρχές· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι τα εν λόγω χαρακτηριστικά των συστημάτων ΕΦΣ μπορούν να επικαιροποιούνται εάν προκύψουν νέες ρυθμίσεις ή πρακτικές· επισημαίνει ότι η προθεσμία για την εφαρμογή της οδηγίας δεν έχει ακόμη λήξει και ότι οι διατάξεις θα πρέπει να παρακολουθούνται προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητά τους·

54. καλεί την ΟΚΔ να υποβάλλει ετησίως έκθεση στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο σχετικά με τις βασικές ρυθμίσεις που επισημαίνονται στα κράτη μέλη, ώστε να μπορούν οι αρμόδιοι για τη λήψη αποφάσεων να συμβαδίζουν με τα νέα φορολογικά συστήματα που βρίσκονται στο στάδιο της επεξεργασίας και να λαμβάνουν τα αναγκαία αντίμετρα που ενδέχεται να χρειαστούν·

55. καλεί τόσο τα θεσμικά όργανα της ΕΕ όσο και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι δημόσιες συμβάσεις δεν διευκολύνουν τη φοροαποφυγή από τους προμηθευτές· επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρακολουθούν και να διασφαλίζουν ότι οι εταιρείες ή άλλες νομικές οντότητες που συμμετέχουν σε διαγωνισμούς και δημόσιες συμβάσεις δεν συμμετέχουν σε φορολογική απάτη, φοροδιαφυγή και ΕΦΣ· καλεί την Επιτροπή να αποσαφηνίσει την υφιστάμενη πρακτική σύναψης δημόσιων συμβάσεων βάσει της οδηγίας της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις και, εάν χρειαστεί, να προτείνει την επικαιροποίηση της οδηγίας, ώστε να μην απαγορεύεται η εφαρμογή φορολογικών πτυχών ως κριτηρίων αποκλεισμού ή ακόμη ως κριτηρίων επιλογής στις δημόσιες συμβάσεις1.

56. καλεί την Επιτροπή να εκδώσει το ταχύτερο δυνατό πρόταση με στόχο την κατάργηση των φορολογικών καθεστώτων που είναι ευνοϊκά προς την ευρεσιτεχνία, και καλεί τα κράτη μέλη να προτιμούν τη μη επιζήμια και, κατά περίπτωση, άμεση στήριξη για την Ε&Δ στην επικράτειά τους· τονίζει ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις για τις εταιρείες πρέπει να διαμορφώνονται με προσοχή και να εφαρμόζονται μόνον όταν υπάρχει θετικός αντίκτυπος στην απασχόληση και την ανάπτυξη και όταν αποκλείεται οποιοσδήποτε κίνδυνος να δημιουργηθούν νέα παραθυράκια στο φορολογικό σύστημα·

57. επαναλαμβάνει, εν τω μεταξύ, το αίτημά του να διασφαλιστεί ότι τα υφιστάμενα ευνοϊκά για την ευρεσιτεχνία φορολογικά καθεστώτα θα εγκαθιδρύσουν πραγματική σχέση με την οικονομική δραστηριότητα, όπως οι δοκιμές δαπανών, και ότι δεν θα στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό· επισημαίνει τον αυξανόμενο ρόλο των άυλων περιουσιακών στοιχείων στην αλυσίδα αξίας των πολυεθνικών επιχειρήσεων· λαμβάνει υπό σημείωση τον βελτιωμένο ορισμό του κόστους της Ε&Α στην πρόταση για την κοινή βάση φορολογίας εταιρειών (ΚΒΦΕ)· υποστηρίζει τη θέση του Κοινοβουλίου σχετικά με τη φορολογική πίστωση για πραγματικές δαπάνες Ε&Α αντί για έκπτωση της Ε&Α·

2.2.2. Καλύτερη συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, συμπεριλαμβανομένης της ΚΕΒΦΕ

58. τονίζει ότι η φορολογική πολιτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εστιάζεται τόσο στην καταπολέμηση της φοροαποφυγής και του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού όσο και στη διευκόλυνση της διασυνοριακής οικονομικής δραστηριότητας μέσω της συνεργασίας μεταξύ των φορολογικών αρχών και του σχεδιασμού έξυπνης φορολογικής πολιτικής·

59. υπογραμμίζει ότι υπάρχουν πολλά φορολογικά εμπόδια στη διασυνοριακή οικονομική δραστηριότητα· επισημαίνει, ως προς αυτό, το ψήφισμά του της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους 20 σημαντικότερους προβληματισμούς των ευρωπαίων πολιτών και των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων για τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς[48]· προτρέπει την Επιτροπή να εγκρίνει κατά προτεραιότητα ένα σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση των εμποδίων αυτών·

60. επικροτεί την εκ νέου δρομολόγηση του σχεδίου ΚΕΒΦΕ, με την έγκριση, από την Επιτροπή, αλληλένδετων προτάσεων για την ΚΒΦΕ και την ΚΕΒΦΕ· υπογραμμίζει ότι, εφόσον εφαρμοστεί πλήρως, η ΚΕΒΦΕ θα εξαλείψει τα παραθυράκια μεταξύ των εθνικών φορολογικών συστημάτων, ιδίως σε σχέση με τη μεταβιβαστική τιμολόγηση·

61. καλεί το Συμβούλιο να εγκρίνει ταχέως και να εφαρμόσει τις δύο προτάσεις ταυτόχρονα, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου, η οποία περιλαμβάνει ήδη την έννοια της εικονικής μόνιμης εγκατάστασης και τύπους κατανομής ώστε να καλυφθούν τα εναπομείναντα κενά τα οποία επιτρέπουν τη φοροαποφυγή και να εξασφαλισθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού λαμβάνοντας υπόψη την ψηφιοποίηση· εκφράζει τη λύπη του για τη συνεχιζόμενη άρνηση ορισμένων κρατών μελών να βρουν λύση, και καλεί τα κράτη μέλη να γεφυρώσουν τις αποκλίνουσες θέσεις τους·

62. υπενθυμίζει ότι η εφαρμογή της Κ(Ε)ΒΦΕ θα πρέπει να συνοδεύεται από την εφαρμογή κοινών λογιστικών κανόνων και την κατάλληλη εναρμόνιση των διοικητικών πρακτικών·

63. υπενθυμίζει ότι, για να τερματιστεί η πρακτική της μετατόπισης των κερδών και να θεσπιστεί η αρχή ότι ο φόρος καταβάλλεται όταν παράγεται κέρδος, η ΚΒΦΕ και η ΚΕΒΦΕ θα πρέπει να εισαχθούν ταυτόχρονα σε όλα τα κράτη μέλη· καλεί την Επιτροπή να εκδώσει νέα πρόταση βάσει του άρθρου 116 της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με την οποία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα ενεργούν σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία για την έκδοση της απαραίτητης νομοθεσίας, σε περίπτωση που το Συμβούλιο αδυνατεί να εκδώσει ομόφωνη απόφαση σχετικά με την πρόταση για τη θέσπιση ΚΕΒΦΕ·

2.2.3. Ψηφιακή φορολόγηση εταιρειών

64. σημειώνει ότι το φαινόμενο της ψηφιοποίησης έχει δημιουργήσει μια νέα κατάσταση στην αγορά, όπου οι ψηφιακές και ψηφιοποιημένες εταιρείες είναι σε θέση να επωφελούνται από τις τοπικές αγορές χωρίς να διαθέτουν φυσική, και ως εκ τούτου φορολογητέα, παρουσία στην εν λόγω αγορά, οπότε δημιουργούνται άνισοι όροι ανταγωνισμού και τίθενται σε μειονεκτική θέση οι παραδοσιακές εταιρείες· επισημαίνει ότι τα μοντέλα ψηφιακών επιχειρήσεων στην ΕΕ έχουν χαμηλότερη πραγματική μέση φορολογική επιβάρυνση από ό, τι τα παραδοσιακά επιχειρηματικά μοντέλα[49]·

65. στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνει τη σταδιακή μετάβαση από την υλική παραγωγή σε άυλα περιουσιακά στοιχεία στις αλυσίδες αξίας των πολυεθνικών εταιρειών, όπως αντανακλάται στους σχετικούς ρυθμούς αύξησης, κατά τα τελευταία πέντε έτη, των εισπράξεων δικαιωμάτων και τελών αδειών (σχεδόν 5 % ετησίως) σε σύγκριση με τις εμπορευματικές συναλλαγές και τις άμεσες ξένες επενδύσεις (λιγότερο από 1 % ετησίως)[50]· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι ψηφιακές επιχειρήσεις δεν πληρώνουν σχεδόν καθόλου φόρους σε ορισμένα κράτη μέλη παρά τη σημαντική ψηφιακή τους παρουσία και τα μεγάλα έσοδά τους στα εν λόγω κράτη μέλη·

66. πιστεύει ότι η ΕΕ θα πρέπει να μεριμνήσει για ένα πιο ελκυστικό επιχειρηματικό περιβάλλον ώστε να επιτύχει την ομαλή λειτουργία της Ψηφιακής Ενιαίας Αγοράς, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη δίκαιη φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας· υπενθυμίζει ότι, όσον αφορά την ψηφιοποίηση της οικονομίας συνολικά, η θέση της δημιουργίας αξίας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες από τους χρήστες, καθώς και τις πληροφορίες που συλλέγονται σχετικά με τη συμπεριφορά των καταναλωτών στο διαδίκτυο·

67. υπογραμμίζει ότι η έλλειψη κοινής προσέγγισης της Ένωσης για την αντιμετώπιση της φορολογίας της ψηφιακής οικονομίας θα οδηγήσει -και μάλιστα έχει ήδη οδηγήσει- τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν μονομερείς λύσεις, οι οποίες θα επιφέρουν ρυθμιστικό αρμπιτράζ και κατάτμηση της ενιαίας αγοράς και ενδέχεται να επιβαρύνουν τις εταιρείες που λειτουργούν σε διασυνοριακή βάση, καθώς και τις φορολογικές αρχές·

68. επισημαίνει τον ηγετικό ρόλο που διαδραμάτισαν η Επιτροπή και ορισμένα κράτη μέλη στον παγκόσμιο διάλογο σχετικά με τη φορολόγηση της ψηφιοποιημένης οικονομίας· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να συνεχίσουν το προδραστικό έργο τους σε επίπεδο ΟΟΣΑ και ΟΗΕ, ιδίως μέσω της διαδικασίας που καθιερώθηκε από το Πλαίσιο χωρίς αποκλεισμούς σχετικά με την BEPS στο σημείωμα πολιτικής του[51]· υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι η ΕΕ δεν θα πρέπει να περιμένει για την εξεύρεση λύσης σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά θα πρέπει να δράσει αμέσως·

69. επιδοκιμάζει τη δέσμη μέτρων για τον φόρο ψηφιακών υπηρεσιών, που ενέκρινε η Επιτροπή στις 21 Μαρτίου 2018· εκφράζει ωστόσο τη λύπη του για την έλλειψη προόδου του Συμβουλίου[52] και την αδυναμία του να καταλήξει σε συμφωνία σχετικά με τη δέσμη μέτρων της Επιτροπής· εκφράζει την ανησυχία του διότι, αντιθέτως, το Συμβούλιο εξετάζει επί του παρόντος μια πρόταση πολύ λιγότερο φιλόδοξη ως προς την εμβέλειά της σε σχέση με την αρχική πρόταση και με την επόμενη θέση του Κοινοβουλίου που εγκρίθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2018[53]· καλεί το Συμβούλιο να εγκρίνει ταχέως αυτές τις προτάσεις·

70. υπογραμμίζει ότι η συμφωνία σχετικά με το τι αποτελεί ψηφιακή μόνιμη εγκατάσταση, η μόνη που έχει επιτευχθεί μέχρι στιγμής, αποτελεί ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν επιλύει το ζήτημα του τρόπου προσδιορισμού της φορολογικής βάσης·

71. καλεί τα κράτη μέλη που είναι πρόθυμα να εξετάσουν την καθιέρωση ψηφιακού φόρου να το πράξουν στο πλαίσιο της ενισχυμένης συνεργασίας, εάν το Συμβούλιο δεν μπορέσει να καταλήξει σε συμφωνία σχετικά με τον Φόρο ψηφιακών υπηρεσιών (ΦΨΥ)·

72. κατανοεί ότι η λεγόμενη προσωρινή λύση δεν είναι η βέλτιστη δυνατή· πιστεύει ότι θα βοηθήσει να επιταχυνθεί η αναζήτηση καλύτερης λύσης σε παγκόσμιο επίπεδο, με παράλληλη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού στις τοπικές αγορές σε κάποιο βαθμό· καλεί τα κράτη μέλη της ΕΕ να συζητήσουν, να υιοθετήσουν και να εφαρμόσουν το συντομότερο δυνατό τη μακροπρόθεσμη λύση σχετικά με τη φορολογία της ψηφιακής οικονομίας (όσον αφορά τη σημαντική ψηφιακή παρουσία), προκειμένου η ΕΕ να παραμείνει πρότυπο σε παγκόσμιο επίπεδο· τονίζει ότι η μακροπρόθεσμη λύση που προτείνεται από την Επιτροπή θα πρέπει να χρησιμεύσει ως βάση για τη διεξαγωγή περαιτέρω εργασιών σε διεθνές επίπεδο·

73. επισημαίνει την έντονη ζήτηση για ΦΨΥ από τους πολίτες της ΕΕ· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με έρευνες, το 80 % των πολιτών της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας, των Κάτω Χωρών, της Σουηδίας και της Δανίας τάσσονται υπέρ ενός ΦΨΥ και πιστεύουν ότι η ΕΕ δεν θα φανεί πρωτοπόρα στις διεθνείς προσπάθειες· υπογραμμίζει επιπλέον ότι η πλειοψηφία των ερωτηθέντων πολιτών επιθυμεί ο ΦΨΥ να έχει ευρύ πεδίο εφαρμογής[54]·

74. καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι ο ΦΨΥ θα εξακολουθήσει να αποτελεί προσωρινό μέτρο με τη συμπερίληψη «ρήτρας λήξης ισχύος» στην πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου της 21ης Μαρτίου 2018 σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου ψηφιακών υπηρεσιών επί εσόδων που προκύπτουν από την παροχή ορισμένων ψηφιακών υπηρεσιών[55] (COM(2018)0148), και επιταχύνοντας τη συζήτηση σχετικά με τη σημαντική ψηφιακή παρουσία·

2.2.4.  Πραγματική φορολόγηση

75. επισημαίνει ότι οι ονομαστικοί συντελεστές φορολογίας επιχειρήσεων μειώθηκαν σε επίπεδο ΕΕ από κατά μέσο όρο 32 % το 2000 σε 21,9 % το 2018[56], κάτι που αντιπροσωπεύει μείωση κατά 32 %· εκφράζει την ανησυχία του για τις επιπτώσεις του εν λόγω ανταγωνισμού στη βιωσιμότητα των φορολογικών συστημάτων και τις πιθανές δευτερογενείς επιπτώσεις του σε άλλες χώρες· παρατηρεί ότι το πρώτο σχέδιο BEPS υπό την αιγίδα των G20/ΟΟΣΑ δεν έθιξε το φαινόμενο αυτό· εκφράζει την ικανοποίησή του για την ανακοίνωση του πλαισίου χωρίς αποκλεισμούς σχετικά με τη BEPS, ώστε να διερευνηθούν «χωρίς προκαταλήψεις» τα δικαιώματα φορολόγησης, κάτι που θα ενίσχυε την ικανότητα των περιοχών δικαιοδοσίας να φορολογούν τα κέρδη, όταν η άλλη περιοχή δικαιοδοσίας με φορολογικά δικαιώματα εφαρμόζει χαμηλό πραγματικό φορολογικό συντελεστή στα εν λόγω κέρδη, έως το 2020[57], το οποίο μεταφράζεται σε ελάχιστη πραγματική φορολόγηση· σημειώνει ότι, σύμφωνα με το Πλαίσιο χωρίς αποκλεισμούς για την BEPS, οι τρέχουσες εργασίες υπό την αιγίδα του ΟΟΣΑ δεν συνεπάγονται αλλαγές στο γεγονός ότι χώρες ή περιοχές δικαιοδοσίας παραμένουν ελεύθερες να καθορίζουν τους δικούς τους φορολογικούς συντελεστές ή να μην εφαρμόζουν καθόλου σύστημα φορολογίας εισοδήματος επιχειρήσεων[58]·

76. χαιρετίζει το νέο παγκόσμιο πρότυπο του ΟΟΣΑ για τον συντελεστή σημαντικών δραστηριοτήτων σε περιοχές δικαιοδοσίας με μηδενικούς ή ονομαστικούς μόνο φόρους[59], το οποίο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις εργασίες της ΕΕ για τη διαδικασία κατάρτισης του ενωσιακού καταλόγου (Αντικειμενικό κριτήριο 2.2 του καταλόγου της ΕΕ)·

77. επισημαίνει τις διαφορές μεταξύ των εκτιμήσεων για τους πραγματικούς φορολογικούς συντελεστές των μεγάλων επιχειρήσεων — που συχνά βασίζονται στην πρόβλεψη για φόρους[60] — και του πραγματικού φόρου που καταβάλλεται από τις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις· σημειώνει ότι οι παραδοσιακοί κλάδοι πληρώνουν κατά μέσο όρο πραγματικό συντελεστή φορολογίας επιχειρήσεων 23 %, ενώ ο ψηφιακός τομέας πληρώνει περίπου 9,5 %[61]·

78. επισημαίνει τις αποκλίνουσες μεθοδολογίες για την εκτίμηση των πραγματικών φορολογικών συντελεστών, οι οποίες δεν επιτρέπουν την αξιόπιστη σύγκριση των συντελεστών στην ΕΕ και παγκοσμίως· παρατηρεί ότι ορισμένες εκτιμήσεις των πραγματικών φορολογικών συντελεστών στην ΕΕ αποκλίνουν κατά ποσοστό από 2,2 % έως 30 %[62] · καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει τη δική της μεθοδολογία και να δημοσιεύει τακτικά τους πραγματικούς φορολογικούς συντελεστές στα κράτη μέλη·

79. καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει το φαινόμενο της μείωσης των ονομαστικών φορολογικών συντελεστών και τον αντίκτυπό του στους πραγματικούς φορολογικούς συντελεστές στην ΕΕ, και να προτείνει διορθωτικά μέτρα, τόσο εντός της ΕΕ όσο και προς τρίτες χώρες, κατά περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων αυστηρών κανόνων κατά των καταχρήσεων, αμυντικών μέτρων, όπως ισχυρότεροι κανόνες για τις ελεγχόμενες αλλοδαπές εταιρείες και μιας σύστασης για την τροποποίηση των φορολογικών συνθηκών·

80. καλεί τα κράτη μέλη να επικαιροποιήσουν την εντολή της ΟΚΔ για τη διερεύνηση της έννοιας της ελάχιστης πραγματικής φορολόγησης των εταιρικών κερδών, προκειμένου να δοθεί συνέχεια στις εργασίες του ΟΟΣΑ σχετικά με τις φορολογικές προκλήσεις της ψηφιοποίησης της οικονομίας·

81. λαμβάνει υπόψη τη δήλωση του Γάλλου Υπουργού Οικονομικών στη συνεδρίαση της TAX3 της 23ης Οκτωβρίου 2018 σχετικά με την ανάγκη να συζητηθεί η έννοια της ελάχιστης φορολόγησης· χαιρετίζει την προθυμία της Γαλλίας να συμπεριλάβει τη συζήτηση για την ελάχιστη φορολόγηση στις προτεραιότητες της προεδρίας της στην G7 το 2019·

2.3. Διοικητική συνεργασία σε σχέση με τους άμεσους φόρους

82. τονίζει ότι, από τον Ιούνιο του 2014, η DAC έχει τροποποιηθεί τέσσερις φορές·

83. καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει και να υποβάλει προτάσεις για την εξάλειψη των κενών στην οδηγία DAC2, ιδίως με τη συμπερίληψη «σκληρών» περιουσιακών στοιχείων και κρυπτονομισμάτων στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, προβλέποντας κυρώσεις για μη συμμόρφωση ή ψευδή δήλωση για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς και με τη συμπερίληψη περισσότερων τύπων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και τύπων λογαριασμών που δεν αναφέρονται αυτήν τη στιγμή, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία·

84. επαναλαμβάνει το αίτημά του για διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής σε σχέση με την ανταλλαγή πληροφοριών για φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax rulings» και την ευρύτερη πρόσβαση της Επιτροπής, καθώς και για μεγαλύτερη εναρμόνιση των πρακτικών των διαφόρων εθνικών φορολογικών αρχών σε θέματα φορολογικών αποφάσεων·

85. καλεί την Επιτροπή να δημοσιοποιήσει το συντομότερο δυνατόν την πρώτη αξιολόγηση της DAC3 ως προς το θέμα αυτό, ιδιαίτερα όσον αφορά τον αριθμό των αποφάσεων που κοινοποιήθηκαν και τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες οι εθνικές φορολογικές αρχές είχαν πρόσβαση σε πληροφορίες που κατείχε άλλο κράτος μέλος· ζητεί η αξιολόγηση να εξετάσει επίσης τον αντίκτυπο της αποκάλυψης βασικών πληροφοριών που σχετίζονται με φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax rulings» (τον αριθμό των αποφάσεων τύπου «tax rulings», τα ονόματα των δικαιούχων, τον πραγματικό φορολογικό συντελεστή που προκύπτει από κάθε απόφαση)· καλεί τα κράτη μέλη να δημοσιεύουν τις εγχώριες φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling»·

86. εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι ο Επίτροπος που είναι αρμόδιος για τη φορολογία δεν αναγνωρίζει την ανάγκη να επεκταθεί το υπάρχον σύστημα για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εθνικών φορολογικών αρχών·

87. επαναλαμβάνει επίσης το αίτημά του να εξασφαλιστούν ταυτόχρονοι φορολογικοί έλεγχοι προσώπων με κοινά ή συμπληρωματικά συμφέροντα (περιλαμβανομένων των μητρικών εταιρειών και των θυγατρικών τους), και το αίτημά του να ενισχυθεί περαιτέρω η φορολογική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών μέσω της υποχρέωσης ανταπόκρισης σε ομαδικά αιτήματα επί φορολογικών θεμάτων· υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα της σιωπής ενώπιον των φορολογικών αρχών δεν ισχύει στο πλαίσιο απλής διοικητικής έρευνας και ότι είναι υποχρεωτική η συνεργασία[63]·

88. θεωρεί ότι οι συντονισμένες επιτόπιες επιθεωρήσεις και οι κοινοί έλεγχοι πρέπει να αποτελούν μέρος του ευρωπαϊκού πλαισίου συνεργασίας μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων·

89. τονίζει ότι όχι μόνο οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των φορολογικών αρχών και η επεξεργασία πληροφοριών, αλλά και η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών συμβάλλουν στην αποτελεσματικότερη είσπραξη των φόρων· καλεί τα κράτη μέλη να δώσουν προτεραιότητα στην ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των φορολογικών αρχών, ιδίως όσον αφορά την ψηφιοποίηση των φορολογικών διοικήσεων·

90. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εναρμονίσουν τις διαδικασίες για ένα ψηφιακό σύστημα υποβολής φορολογικών δηλώσεων, προκειμένου να διευκολυνθούν οι διασυνοριακές δραστηριότητες και να μειωθεί η γραφειοκρατία·

91. καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει άμεσα την εφαρμογή της DAC4 και να προσδιορίσει κατά πόσον οι εθνικές φορολογικές αρχές έχουν αποτελεσματική πρόσβαση σε πληροφορίες ανά χώρα που κατέχει άλλο κράτος μέλος· ζητεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει πώς συνδέεται η DAC4 με τη δράση 13 του σχεδίου δράσης G20/BEPS για την ανταλλαγή πληροφοριών ανά χώρα·

92. εκφράζει την ικανοποίησή του για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών επί χρηματοοικονομικών λογαριασμών με βάση το παγκόσμιο πρότυπο που αναπτύχθηκε από τον ΟΟΣΑ με την Ανδόρα, το Λιχτενστάιν, το Μονακό, τον Άγιο Μαρίνο και την Ελβετία· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναβαθμίσουν τις διατάξεις της Συνθήκης έτσι ώστε να είναι σύμφωνες με την τροποποιημένη DAC·

93. τονίζει επιπλέον τη συμβολή του προγράμματος Fiscalis 2020, που αποσκοπεί στην ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των συμμετεχουσών χωρών, των φορολογικών τους αρχών και των υπαλλήλων τους· τονίζει την προστιθέμενη αξία των κοινών δράσεων στον τομέα αυτό και τον ρόλο του πιθανού προγράμματος στην ανάπτυξη και λειτουργία μεγάλων διευρωπαϊκών συστημάτων πληροφορικής·

94. υπενθυμίζει στα κράτη μέλη όλες τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τη Συνθήκη[64], ιδίως δε το να συνεργάζονται καλόπιστα, ειλικρινώς και ταχέως· ζητεί, ως εκ τούτου, με γνώμονα τις διασυνοριακές υποθέσεις, κυρίως τους αποκαλούμενους φακέλους CumEx, οι εθνικές φορολογικές αρχές όλων των κρατών μελών να ορίσουν ενιαία κέντρα επαφής (SPoC), σύμφωνα με το σύστημα SPoC της Κοινής Διεθνούς Ειδικής ομάδας για την Ανταλλαγή Πληροφοριών και τη Συνεργασία (JITSIC) στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ[65], με σκοπό να διευκολυνθεί και να ενισχυθεί η συνεργασία για την καταπολέμηση της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής και του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού· καλεί επίσης την Επιτροπή να διευκολύνει και να συντονίσει τη συνεργασία μεταξύ των SPoC των κρατών μελών·

95. συνιστά όπως οι αρχές των κρατών μελών, στις οποίες κοινοποιούνται από τις ομολόγους τους σε άλλα κράτη μέλη πιθανές παραβιάσεις της νομοθεσίας, υποχρεούνται να απευθύνουν επίσημη κοινοποίηση παραλαβής και, κατά περίπτωση και σε εύθετο χρόνο, ουσιαστική απάντηση επί των μέτρων που λαμβάνονται σε συνέχεια της προαναφερθείσας κοινοποίησης·

2.4. Αποκοπή μερισμάτων και παράκαμψη τοκομεριδίων

96. επισημαίνει ότι οι συναλλαγές CumEx αποτελούν παγκόσμιο πρόβλημα από τη δεκαετία του 1990, μεταξύ άλλων στην Ευρώπη, αλλά δεν υπήρξε συντονισμένη δράση για την καταπολέμησή τους· εκφράζει τη λύπη του για τη φορολογική απάτη που αποκαλύφθηκε από το λεγόμενο σκάνδαλο των φακέλων CumEx, το οποίο οδήγησε σε δημοσιοποιηθείσες απώλειες φορολογικών εσόδων των κρατών μελών ύψους έως και 55,2 δισεκ. EUR σύμφωνα με εκτιμήσεις ορισμένων μέσων ενημέρωσης· υπογραμμίζει ότι η κοινοπραξία Ευρωπαίων δημοσιογράφων αναγνωρίζει τη Γερμανία, τη Δανία, την Ισπανία, την Ιταλία και τη Γαλλία ως τις κυριότερες αγορές-στόχους για πρακτικές συναλλαγών cum-ex, ακολουθούμενες από το Βέλγιο, τη Φινλανδία, την Πολωνία, τις Κάτω Χώρες, την Αυστρία και την Τσεχική Δημοκρατία·

97. τονίζει ότι η πολυπλοκότητα των φορολογικών συστημάτων μπορεί να οδηγήσει σε νομικά παραθυράκια που διευκολύνουν τη φορολογική απάτη, όπως τα CumEx.

98. επισημαίνει ότι η συστηματική απάτη που επικεντρώνεται στα συστήματα CumEx και CumCum κατέστη δυνατή εν μέρει επειδή οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δεν διενέργησαν επαρκείς ελέγχους στις αιτήσεις επιστροφής φόρων και δεν διαθέτουν σαφή και πλήρη εικόνα για την πραγματική ιδιοκτησία των μετοχών· ζητεί από τα κράτη μέλη να προσφέρουν πρόσβαση για όλες τις αρμόδιες αρχές σε πλήρεις και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την ιδιοκτησία των μετοχών· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει κατά πόσον απαιτείται ανάληψη δράσης από την ΕΕ στον τομέα αυτό και να υποβάλει νομοθετική πρόταση εάν η αξιολόγηση καταδείξει την ανάγκη ανάληψης τέτοιας δράσης·

99. υπογραμμίζει ότι οι αποκαλύψεις φαίνεται να υποδεικνύουν πιθανές ελλείψεις των εθνικών φορολογικών νόμων και των υφιστάμενων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών και συνεργασίας μεταξύ των αρχών των κρατών μελών· προτρέπει τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά όλους τους διαύλους επικοινωνίας, τα εθνικά δεδομένα και τα δεδομένα που διατίθενται από το ενισχυμένο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών·

100. τονίζει ότι οι διασυνοριακές πτυχές των φακέλων CumEx θα πρέπει να αντιμετωπιστούν σε πολυμερές επίπεδο· προειδοποιεί ότι η θέσπιση νέων διμερών συνθηκών σχετικά με τις ανταλλαγές πληροφοριών και τους μηχανισμούς διμερούς συνεργασίας μεταξύ των επιμέρους κρατών μελών θα περιπλέξει τον ήδη περίπλοκο ιστό των διεθνών κανόνων, θα εισαγάγει νέα κενά και θα συμβάλει στην έλλειψη διαφάνειας·

101. παροτρύνει όλα τα κράτη μέλη να διερευνήσουν και να αναλύσουν διεξοδικά τις πρακτικές πληρωμής μερισμάτων στις δικαιοδοσίες τους, να εντοπίσουν τα κενά στη φορολογική τους νομοθεσία τα οποία δημιουργούν ευκαιρίες για εκμετάλλευση από όσους επιδίδονται σε φορολογική απάτη και φοροαποφυγή, να αναλύσουν τυχόν ενδεχόμενη διασυνοριακή διάσταση των πρακτικών αυτών και να θέσουν τέλος σε όλες αυτές τις επιζήμιες φορολογικές πρακτικές· καλεί κράτη μέλη να ανταλλάξουν βέλτιστες πρακτικές σε αυτόν τον τομέα·

102. καλεί τα κράτη μέλη και τις αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας τους να εκτιμήσουν την ανάγκη απαγόρευσης των αποκλειστικά φορολογικών κινήτρων, όπως το αρμπιτράζ μερισμάτων ή την αποκοπή μερισμάτων και παρόμοια συστήματα, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων ώστε ο εκδότης να μπορεί να αποδείξει ότι οι εν λόγω χρηματοοικονομικές πρακτικές έχουν ουσιαστικό οικονομικό σκοπό πέραν της αδικαιολόγητης επιστροφής φόρων ή/και φοροαποφυγής· καλεί τους νομοθέτες της ΕΕ να αξιολογήσουν τη δυνατότητα εφαρμογής του εν λόγω μέτρου σε επίπεδο ΕΕ·

103. καλεί την Επιτροπή να αρχίσει αμέσως να προετοιμάζει πρόταση για μια Ευρωπαϊκή αστυνομική δύναμη για το χρηματοπιστωτικό έγκλημα στο πλαίσιο της Ευρωπόλ, η οποία θα διαθέτει δικά της μέσα έρευνας, καθώς και ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο για διασυνοριακές φορολογικές έρευνες και για άλλα διασυνοριακά χρηματοπιστωτικά εγκλήματα·

104. συμπεραίνει ότι οι φάκελοι Cum-Ex καταδεικνύουν την επείγουσα ανάγκη βελτίωσης της συνεργασίας μεταξύ των φορολογικών αρχών των κρατών μελών της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών· καλεί, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη συνεργασία τους για τον εντοπισμό, την ανάσχεση, τη διερεύνηση και τη δίωξη των συστημάτων φορολογικής απάτης και φοροδιαφυγής, όπως το CumEx και, όπου αρμόζει, το CumCum, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών, και να υποστηρίξουν λύσεις σε επίπεδο ΕΕ, εφόσον συντρέχουν λόγοι·

2.5. Διαφάνεια σε σχέση με τη φορολογία των εταιρειών

105. εκφράζει την ικανοποίησή του για την έγκριση της DAC4, η οποία προβλέπει την υποβολή στοιχείων ανά χώρα στις φορολογικές αρχές, σύμφωνα με το πρότυπο της Δράσης 13 της BEPS·

106. υπενθυμίζει ότι η δημόσια υποβολή στοιχείων ανά χώρα είναι ένα από τα βασικά μέτρα για την επίτευξη μεγαλύτερης διαφάνειας όσον αφορά τη φορολογική πληροφόρηση των επιχειρήσεων· τονίζει ότι η πρόταση για τη δημόσια υποβολή στοιχείων ανά χώρα από ορισμένες επιχειρήσεις και υποκαταστήματα υποβλήθηκε στους συννομοθέτες αμέσως μετά το σκάνδαλο των εγγράφων του Παναμά στις 12 Απριλίου 2016, και ότι το Κοινοβούλιο ενέκρινε τη θέση του επ’ αυτής στις 4 Ιουλίου 2017[66]· υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο είχε ζητήσει τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της υποβολής στοιχείων και την προστασία των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων της ΕΕ·

107. εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για την έλλειψη προόδου και συνεργασίας από πλευράς Συμβουλίου από το 2016· ζητεί μετ’ επιτάσεως να σημειωθεί ταχεία πρόοδος από το Συμβούλιο έτσι ώστε να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις με το Κοινοβούλιο·

108. υπενθυμίζει ότι ο δημόσιος έλεγχος είναι χρήσιμος για ερευνητές[67], ερευνητές δημοσιογράφους, επενδυτές και άλλους συμφεροντούχους, προκειμένου να προβαίνουν σε ορθή αξιολόγηση των κινδύνων, των ευθυνών και των ευκαιριών για την τόνωση της δίκαιης επιχειρηματικότητας· υπενθυμίζει ότι υπάρχουν ήδη παρόμοιες διατάξεις για τον τραπεζικό τομέα στο άρθρο 89 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ (CDRIV)[68] και για τις βιομηχανίες εξόρυξης και υλοτομίας στην οδηγία 2013/34/ΕΕ[69]· σημειώνει ότι ορισμένοι ιδιώτες συμφεροντούχοι αναπτύσσουν εθελοντικώς νέα εργαλεία υποβολής εκθέσεων για την ενίσχυση της φορολογικής διαφάνειας, όπως το πρότυπο της πρωτοβουλίας για την υποβολή εκθέσεων σε παγκόσμιο επίπεδο με τίτλο «Disclosure on tax and payments to governments», στο πλαίσιο της πολιτικής τους για την εταιρική κοινωνική ευθύνη·

109. υπενθυμίζει ότι τα μέτρα για την εταιρική φορολογική διαφάνεια πρέπει να θεωρούνται ότι σχετίζονται με το άρθρο 50 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ σχετικά με την ελευθερία εγκατάστασης και, ως εκ τούτου, το προαναφερθέν άρθρο αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση για την πρόταση δημόσιας υποβολής εκθέσεων ανά χώρα, όπως διαπιστώθηκε στην εκτίμηση επιπτώσεων της Επιτροπής που δημοσιεύτηκε στις 12 Απριλίου 2016 (COM (2016) 0198

110. σημειώνει ότι, όσον αφορά την περιορισμένη ικανότητα των αναπτυσσόμενων χωρών να ικανοποιούν τις απαιτήσεις μέσω των υφιστάμενων διαδικασιών ανταλλαγής πληροφοριών, η διαφάνεια είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς θα διευκολύνει την πρόσβαση στις πληροφορίες για τις φορολογικές τους διοικήσεις·

2.6. Κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις

111. υπενθυμίζει ότι ο τομέας της άμεσης φορολογίας των επιχειρήσεων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κρατικών ενισχύσεων[70] όταν φορολογικά μέτρα εισάγουν διακρίσεις μεταξύ φορολογουμένων, σε αντίθεση με τα φορολογικά μέτρα γενικού χαρακτήρα που ισχύουν για όλες τις επιχειρήσεις αδιακρίτως·

112. καλεί την Επιτροπή και ιδίως τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού να αξιολογήσει τα πιθανά μέτρα που θα αποθαρρύνουν τα κράτη μέλη από το να χορηγούν τέτοιες κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή φορολογικού πλεονεκτήματος·

113. εκφράζει την ικανοποίησή του για τη νέα προληπτική και ανοιχτή προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά τις έρευνες για παράνομες κρατικές ενισχύσεις κατά τη διάρκεια της παρούσας θητείας, οι οποίες οδήγησαν στην ολοκλήρωση από την Επιτροπή ορισμένων έντονα προβεβλημένων υποθέσεων·

114. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, από το 2014, η Επιτροπή διερευνά τις πρακτικές των κρατών μελών σε θέματα φορολογικών αποφάσεων, σε συνέχεια των ισχυρισμών περί ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης ορισμένων εταιρειών, και έχει κινήσει εννέα επίσημες έρευνες από το 2014, έξι από τις οποίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η φορολογική απόφαση συνιστούσε παράνομη κρατική ενίσχυση[71]· παρατηρεί ότι μία από τις έρευνες περατώθηκε καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η διπλή μη φορολόγηση ορισμένων κερδών δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση[72], ενώ οι άλλες δύο βρίσκονται σε εξέλιξη[73]·

115. σημειώνει ότι, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η McDonald’s είχε επωφεληθεί από διπλή μη φορολόγηση για ορισμένα από τα κέρδη της στην ΕΕ, δεν μπορούσε να εκδοθεί απόφαση βάσει των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις, δεδομένου ότι η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διπλή μη φορολόγηση οφείλεται σε ασυμφωνία μεταξύ της φορολογικής νομοθεσίας του Λουξεμβούργου και των ΗΠΑ και της σύμβασης Λουξεμβούργου-ΗΠΑ περί διπλής φορολόγησης[74]· αναγνωρίζει την ανακοίνωση του Λουξεμβούργου ότι θα αναθεωρήσει τις συμβάσεις του περί διπλής φορολόγησης ώστε να συμμορφωθεί με το διεθνές φορολογικό δίκαιο·

116. εκφράζει την ανησυχία του για το μέγεθος των μη καταβληθέντων φόρων σε όλα τα κράτη μέλη για μεγάλα χρονικά διαστήματα[75]· υπενθυμίζει ότι ο στόχος της ανάκτησης των παράνομων ενισχύσεων είναι η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, και ότι ο υπολογισμός του ακριβούς ποσού της προς επιστροφή ενίσχυσης αποτελεί μέρος της υποχρέωσης εφαρμογής που βαρύνει τις εθνικές αρχές· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει και να καθιερώσει βιώσιμα αντίμετρα, περιλαμβανομένων των προστίμων, προκειμένου να βοηθηθούν τα κράτη μέλη να αποφεύγουν να προσφέρουν επιλεκτική ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση, η οποία συνιστά κρατική ενίσχυση μη συμμορφούμενη προς τους κανόνες της ΕΕ·

117. επαναλαμβάνει τις εκκλήσεις του προς την Επιτροπή για κατευθυντήριες γραμμές που θα διευκρινίζουν τι συνιστά κρατική ενίσχυση φορολογικού χαρακτήρα και «κατάλληλη» μεταβιβαστική τιμολόγηση· καλεί επίσης την Επιτροπή να άρει την ανασφάλεια δικαίου τόσο για τους συμμορφούμενους φορολογούμενους όσο και για τις φορολογικές διοικήσεις, και να δημιουργήσει ένα συνολικό αντίστοιχο πλαίσιο για τις φορολογικές πρακτικές των κρατών μελών·

2.7. Εικονικές εταιρείες

118. επισημαίνει ότι δεν υπάρχει ενιαίος ορισμός των εικονικών εταιρειών, δηλ. εταιρειών εγγεγραμμένων σε μια δικαιοδοσία μόνο για λόγους φοροαποφυγής ή φοροδιαφυγής και χωρίς οποιαδήποτε σημαντική οικονομική παρουσία· ωστόσο υπογραμμίζει ότι απλά κριτήρια όπως η πραγματική οικονομική δραστηριότητα ή η φυσική παρουσία του προσωπικού που εργάζεται για την επιχείρηση, θα μπορούσαν να αποτελέσουν εργαλεία εντοπισμού και καταπολέμησης της εξάπλωσης των εταιρειών-βιτρινών. επαναλαμβάνει την έκκλησή του για σαφή ορισμό·

119. τονίζει ότι, όπως προτείνεται στη θέση του Κοινοβουλίου για τις διοργανικές διαπραγματεύσεις για την τροποποιητική οδηγία όσον αφορά τις διασυνοριακές μετατροπές, συγχωνεύσεις και διασπάσεις[76], τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι οι διασυνοριακές μετατροπές αντιστοιχούν στην πραγματική άσκηση μιας πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας, μεταξύ άλλων στον ψηφιακό τομέα, προκειμένου να αποφευχθεί η δημιουργία εικονικών εταιρειών·

120. καλεί τα κράτη μέλη να ζητήσουν την ανταλλαγή δέσμης χρηματοοικονομικών πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών πριν από την εκτέλεση διασυνοριακών μετατροπών, συγχωνεύσεων ή διασπάσεων·

121. ζητεί να γνωστοποιείται στις φορολογικές αρχές η ταυτότητα των πραγματικών κατόχων·

122. επισημαίνει ότι έχουν ληφθεί εθνικά μέτρα για να απαγορευτούν ειδικά οι εμπορικές σχέσεις με εικονικές εταιρείες· επισημαίνει, ειδικότερα, τη νομοθεσία της Λετονίας, η οποία ορίζει την εικονική εταιρεία ως οντότητα που δεν έχει καμία πραγματική οικονομική δραστηριότητα και δεν διαθέτει αποδεικτικά έγγραφα περί του αντιθέτου, η οποία έχει καταχωριστεί σε περιοχή δικαιοδοσίας όπου οι εταιρείες δεν υποχρεούνται να υποβάλλουν οικονομικές καταστάσεις, και/ή δεν διαθέτει τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας στη χώρα κατοικίας· παρατηρεί, ωστόσο, ότι σύμφωνα με τη νομοθεσία της ΕΕ, η απαγόρευση των εικονικών εταιρειών στη Λετονία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απαγόρευση εικονικών εταιρειών που εδρεύουν σε κράτη μέλη της ΕΕ, δεδομένου ότι αυτό θα εθεωρείτο ότι εισάγει διακρίσεις[77]· ζητεί από την Επιτροπή να προτείνει αλλαγές στην ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία που θα επιτρέψουν την απαγόρευση των εικονικών εταιρειών, ακόμη και αν εδρεύουν σε κράτη μέλη της ΕΕ·

123. τονίζει ότι το υψηλό επίπεδο των εισερχόμενων και εξερχόμενων άμεσων ξένων επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕγχΠ σε επτά κράτη μέλη (Βέλγιο, Κύπρος, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Μάλτα και Κάτω Χώρες) μπορεί εν μέρει μόνο να εξηγηθεί με αναφορά σε πραγματικές οικονομικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε αυτά τα κράτη μέλη[78]·

124. υπογραμμίζει το υψηλό ποσοστό των ΑΞΕ σε ορισμένα κράτη μέλη, ιδίως στο Λουξεμβούργο, τη Μάλτα, την Κύπρο, τις Κάτω Χώρες και την Ιρλανδία[79]· σημειώνει ότι αυτές οι ΑΞΕ συνήθως κατέχονται από οντότητες ειδικού σκοπού (ΟΕΣ) οι οποίες συχνά χρησιμεύουν για να εκμεταλλεύονται παραθυράκια· καλεί την Επιτροπή να εκτιμήσει τον ρόλο των ΟΕΣ που κατέχουν ΑΞΕ·

125. σημειώνει ότι οικονομικοί δείκτες όπως ένα ασυνήθιστα υψηλό επίπεδο ΑΞΕ, καθώς και οι ΑΞΕ που κατέχονται από ΟΕΣ, συγκαταλέγονται στους δείκτες ΕΦΣ[80]·

126. σημειώνει ότι οι κανόνες για την απαγόρευση των καταχρήσεων που προβλέπει η οδηγία ATAD (τεχνητές ρυθμίσεις) καλύπτουν τις εικονικές εταιρείες, ενώ η ΚΒΦΕ και η ΚΕΒΦΕ θα εξασφάλιζαν ότι το εισόδημα αποδίδεται εκεί όπου λαμβάνει χώρα η πραγματική οικονομική δραστηριότητα·

127. παροτρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να θεσπίσουν συντονισμένες, δεσμευτικές, εκτελεστικές και ουσιαστικές απαιτήσεις οικονομικής δραστηριότητας καθώς και ελέγχους δαπανών·

128. καλεί την Επιτροπή να διενεργήσει, εντός δύο ετών, ελέγχους καταλληλότητας των διασυνδεδεμένων νομοθετικών και πολιτικών πρωτοβουλιών που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της χρήσης εικονικών εταιρειών στο πλαίσιο της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής, του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

3. ΦΠΑ

129. υπογραμμίζει την ανάγκη εναρμόνισης των κανόνων ΦΠΑ σε επίπεδο ΕΕ στον βαθμό που είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί η δημιουργία και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να αποφευχθεί η στρέβλωση του ανταγωνισμού[81]·

130. τονίζει ότι ο ΦΠΑ αποτελεί σημαντική πηγή φορολογικών εσόδων για τους εθνικούς προϋπολογισμούς· σημειώνει ότι το 2016 τα έσοδα από τον ΦΠΑ στα 28 κράτη μέλη της ΕΕ ανήλθαν σε 1 044 δισεκατομμύρια EUR, ποσό που αντιστοιχεί στο 18 % του συνόλου των φορολογικών εσόδων στα κράτη μέλη· λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός της ΕΕ για το 2017 ανήλθε σε 157 δισεκατομμύρια EUR·

131. εκφράζει, ωστόσο, τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι, κάθε χρόνο, χάνονται μεγάλα ποσά των αναμενόμενων εσόδων από τον ΦΠΑ λόγω απάτης· επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τις στατιστικές της Επιτροπής, το έλλειμμα ΦΠΑ (που είναι η διαφορά μεταξύ των αναμενόμενων εσόδων από τον ΦΠΑ και του ΦΠΑ που πράγματι εισπράττεται, και παρέχει κατ’ αυτόν τον τρόπο εκτίμηση του ΦΠΑ που χάνεται όχι μόνο λόγω απάτης, αλλά και λόγω πτώχευσης, εσφαλμένων υπολογισμών και αποφυγής ΦΠΑ) για το 2016 ανήλθε σε 147 δισεκατομμύρια EUR, ποσό που αντιπροσωπεύει πάνω από το 12 % των συνολικών αναμενόμενων εσόδων από τον ΦΠΑ[82], μολονότι η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη σε ορισμένα κράτη μέλη, όπου το έλλειμμα πλησιάζει ή ακόμα και ξεπερνά το 20 %, κάτι που δείχνει μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την αντιμετώπιση του ελλείμματος ΦΠΑ·

132. σημειώνει ότι η Επιτροπή εκτιμά ότι περίπου 50 δισεκατομμύρια EUR– ή 100 EUR ανά πολίτη της ΕΕ κάθε χρόνο – χάνονται από τη διασυνοριακή απάτη στον τομέα του ΦΠΑ[83]· ενώ η Ευρωπόλ εκτιμά ότι περίπου 60 δισεκατομμύρια EUR από την απάτη στον τομέα του ΦΠΑ συνδέονται με τη χρηματοδότηση του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας· σημειώνει την αυξημένη εναρμόνιση και απλούστευση των καθεστώτων ΦΠΑ στην ΕΕ, αν και η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών δεν είναι ούτε επαρκής ούτε αποτελεσματική προς το παρόν· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη συνεργασία τους για την καλύτερη καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ· καλεί την επόμενη Επιτροπή να δώσει προτεραιότητα στην εισαγωγή και την εφαρμογή του οριστικού καθεστώτος ΦΠΑ, προκειμένου να το βελτιώσει·

133. ζητεί αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία για την εκτίμηση του ελλείμματος ΦΠΑ και τονίζει την ανάγκη να υπάρχει κοινή προσέγγιση όσον αφορά τη συλλογή και την ανταλλαγή δεδομένων εντός της ΕΕ· ζητεί μετ’ επιτάσεως από την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι συλλέγονται και δημοσιεύονται τακτικά στα κράτη μέλη εναρμονισμένα στατιστικά στοιχεία·

134. υπογραμμίζει ότι το χαρακτηριστικό του ισχύοντος (μεταβατικού) καθεστώτος ΦΠΑ που επιτρέπει την εφαρμογή εξαίρεσης στις ενδοκοινοτικές παραδόσεις εντός της ΕΕ και στις εξαγωγές έχει αποτελέσει αντικείμενο κατάχρησης από απατεώνες, ιδίως στο πλαίσιο της αλυσιδωτής απάτης στον τομέα του ΦΠΑ ή της ενδοκοινοτικής απάτης του αφανούς εμπόρου (ΕΑΑΕ)·

135. σημειώνει ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι επιχειρήσεις που ασκούν τις δραστηριότητές τους σε διασυνοριακή βάση πλήττονται επί του παρόντος από το κόστος συμμόρφωσης το οποίο είναι κατά 11 % υψηλότερο σε σύγκριση με το κόστος που βαρύνει τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται μόνο στο εγχώριο εμπόριο· σημειώνει, ειδικότερα, ότι οι ΜΜΕ πλήττονται από δυσανάλογο κόστος συμμόρφωσης όσον αφορά τον ΦΠΑ, που είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους εξακολουθούν να είναι επιφυλακτικές όσον αφορά την αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της ενιαίας αγοράς· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν λύσεις προκειμένου να μειωθούν οι δαπάνες συμμόρφωσης ΦΠΑ που σχετίζονται με το διασυνοριακό εμπόριο·

3.1. Εκσυγχρονισμός του πλαισίου του ΦΠΑ

136. χαιρετίζει συνεπώς το σχέδιο δράσης της Επιτροπής για τον ΦΠΑ, της 6ης Απριλίου 2016, με στόχο τη μεταρρύθμιση του πλαισίου του ΦΠΑ και τις 13 νομοθετικές προτάσεις που ενέκρινε η Επιτροπή από τον Δεκεμβρίου 2016, οι οποίες εξετάζουν τη μετάβαση προς το οριστικό καθεστώς ΦΠΑ, αίρουν τα εμπόδια όσον αφορά τον ΦΠΑ στο ηλεκτρονικό εμπόριο, τροποποιούν το καθεστώς ΦΠΑ για τις ΜΜΕ, εκσυγχρονίζουν την πολιτική για τα ποσοστά ΦΠΑ και δίνουν λύση στο φορολογικό έλλειμμα του ΦΠΑ·

137. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι το 2015 θεσπίστηκε μια μικρή μονοαπευθυντική θυρίδα (MoSS) για τον ΦΠΑ στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και των ηλεκτρονικών υπηρεσιών ως εθελοντικό σύστημα καταχώρισης, δήλωσης και πληρωμής του ΦΠΑ· εκφράζει την ικανοποίησή του για την επέκταση της MoSS σε άλλους τομείς παροχής αγαθών και υπηρεσιών στους τελικούς καταναλωτές από την 1η Ιανουαρίου 2021·

138. σημειώνει ότι η Επιτροπή εκτιμά ότι η μεταρρύθμιση για τον εκσυγχρονισμό του ΦΠΑ αναμένεται να μειώσει τη γραφειοκρατία κατά 95 %, ποσό που εκτιμάται σε 1 δισεκατομμύριο EUR·

139. εκφράζει ιδιαίτερα την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι στις 5 Δεκεμβρίου 2017 το Συμβούλιο ενέκρινε νέους κανόνες που διευκολύνουν τις διαδικτυακές επιχειρήσεις να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά τον ΦΠΑ· χαιρετίζει ιδίως το γεγονός ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη τη γνώμη του Κοινοβουλίου σχετικά με την καθιέρωση ευθύνης των διαδικτυακών πλατφορμών να εισπράττουν τον ΦΠΑ επί των εξ αποστάσεως πωλήσεων τις οποίες διευκολύνουν· θεωρεί ότι το μέτρο αυτό θα εξασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού με τις επιχειρήσεις εκτός ΕΕ, καθώς πολλά αγαθά που εισάγονται για εξ αποστάσεως πωλήσεις εισέρχονται επί του παρόντος στην ΕΕ χωρίς να υπόκεινται σε ΦΠΑ· καλεί τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν έως το 2021 για την ορθή εφαρμογή των νέων κανόνων·

140. χαιρετίζει τις προτάσεις για τη θέσπιση του οριστικού συστήματος ΦΠΑ που εγκρίθηκαν στις 4 Οκτωβρίου 2017[84] και 24 Μαΐου 2018[85]· εκφράζει ιδιαίτερα την ικανοποίησή του για την πρόταση της Επιτροπής να εφαρμοστεί η αρχή του προορισμού στη φορολογία, πράγμα που σημαίνει ότι ο ΦΠΑ θα καταβάλλεται στις φορολογικές αρχές του κράτους μέλους του τελικού καταναλωτή, σύμφωνα με τον συντελεστή που ισχύει στο εν λόγω κράτος μέλος·

141. εκφράζει ιδιαίτερη ικανοποίηση για την πρόοδο που έχει σημειώσει το Συμβούλιο όσον αφορά το οριστικό καθεστώς ΦΠΑ, με την έγκριση των προσωρινών λύσεων[86] στις 4 Οκτωβρίου 2018· εκφράζει, ωστόσο, την ανησυχία του για το γεγονός ότι δεν εγκρίθηκαν διασφαλίσεις σε σχέση με ευαίσθητους στην απάτη κανόνες σύμφωνα με τη θέση του Κοινοβουλίου[87] σχετικά με την πρόταση για τον πιστοποιημένο υποκείμενο στον φόρο (CTP)[88], όπως εκφράστηκε στη γνωμοδότησή του της 3ης Οκτωβρίου 2018[89]· εκφράζει τη μεγάλη απογοήτευσή του για το γεγονός ότι το Συμβούλιο ανέβαλε την απόφαση για την εισαγωγή του καθεστώτος του πιστοποιημένου υποκείμενου στον φόρο έως την θέσπιση του οριστικού καθεστώτος ΦΠΑ·

142. καλεί το Συμβούλιο να διασφαλίσει ότι το καθεστώς CTP συνάδει με το καθεστώς των εγκεκριμένων οικονομικών φορέων (AEO) που χορηγούν οι τελωνειακές αρχές·

143. ζητεί έναν ελάχιστο διαφανή συντονισμό της ΕΕ όσον αφορά τον ορισμό του καθεστώτος CTP, συμπεριλαμβανομένης της τακτικής αξιολόγησης από την Επιτροπή του τρόπου με τον οποίο τα κράτη μέλη χορηγούν το καθεστώς CTP· ζητεί την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των φορολογικών αρχών των κρατών μελών σχετικά με τις αρνήσεις χορήγησης του καθεστώτος CTP σε ορισμένες εταιρείες, προκειμένου να ενισχυθούν η συνοχή και τα κοινά πρότυπα·

144. επικροτεί, επιπλέον, την αναθεώρηση των ειδικών καθεστώτων για τις ΜΜΕ[90], η οποία έχει καίρια σημασία για την εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού, δεδομένου ότι τα συστήματα απαλλαγής από τον ΦΠΑ διατίθενται επί του παρόντος μόνο σε εγχώριους φορείς, και μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κόστους συμμόρφωσης με τον ΦΠΑ για τις ΜΜΕ· καλεί το Συμβούλιο να λάβει υπόψη τη γνώμη του Κοινοβουλίου της 11ης Σεπτεμβρίου 2018[91], ιδίως όσον αφορά την περαιτέρω απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών για τις ΜΜΕ· καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή να δημιουργήσει μια διαδικτυακή πύλη μέσω της οποίας καλούνται να εγγράφονται οι ΜΜΕ που επιθυμούν να κάνουν χρήση της εξαίρεσης σε άλλο κράτος μέλος, και να προβλέψει μια μονοαπευθυντική θυρίδα μέσω της οποίας οι μικρές επιχειρήσεις θα μπορούν να υποβάλλουν δηλώσεις ΦΠΑ στα διάφορα κράτη μέλη στα οποία ασκούν τη δραστηριότητά τους·

145. επισημαίνει την έγκριση της πρότασης της Επιτροπής για έναν μηχανισμό γενικευμένης αντιστροφής της επιβάρυνσης (GRCM)[92], κάτι που θα επιτρέψει προσωρινές παρεκκλίσεις από τους συνήθεις κανόνες ΦΠΑ, προκειμένου να αποφευχθεί η αλυσιδωτή απάτη στα κράτη μέλη που πλήττονται περισσότερο από αυτό το είδος απάτης· καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί στενά την εφαρμογή και τους ενδεχόμενους κινδύνους καθώς και τα οφέλη της νέας αυτής νομοθεσίας· επιμένει, ωστόσο, ότι ο μηχανισμός γενικευμένης αντιστροφής της επιβάρυνσης δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να καθυστερήσει την ταχεία εφαρμογή ενός οριστικού συστήματος ΦΠΑ·

146. σημειώνει ότι η επέκταση του ηλεκτρονικού εμπορίου μπορεί συχνά να αποτελέσει πρόκληση για τις φορολογικές αρχές, π.χ. με την απουσία φορολογητέας ταυτότητας ενός πωλητή στην ΕΕ, και την καταχώριση δηλώσεων ΦΠΑ πολύ κάτω από την πραγματική αξία των δηλούμενων συναλλαγών· χαιρετίζει, κατά συνέπεια, το πνεύμα των προτεινόμενων κανόνων εφαρμογής σχετικά με τις εξ αποστάσεως πωλήσεις αγαθών, που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή στις 11 Δεκεμβρίου 2018 (COM(2018)0819 και COM(2018)0821), σύμφωνα με τους οποίους, από το 2021, οι διαδικτυακές πλατφόρμες θα έχουν την ευθύνη να εξασφαλίζουν ότι εισπράττεται ο ΦΠΑ επί των πωλήσεων προϊόντων από εταιρείες εκτός ΕΕ σε καταναλωτές από την ΕΕ που λαμβάνουν χώρα στις πλατφόρμες τους·

147. ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να παρακολουθούν τις συναλλαγές ηλεκτρονικού εμπορίου που αφορούν πωλητές εγκατεστημένους εκτός της ΕΕ, οι οποίοι δεν δηλώνουν ΦΠΑ (για παράδειγμα με την αδικαιολόγητη χρήση του καθεστώτος του «δείγματος») ή σκόπιμα υποτιμούν την αξία τους, ώστε να αποφεύγεται εντελώς ή να μειώνεται ο οφειλόμενος ΦΠΑ· θεωρεί ότι οι πρακτικές αυτές θέτουν σε κίνδυνο την ακεραιότητα και την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις εφόσον το κρίνει σκόπιμο και αναγκαίο·

3.2. Το έλλειμμα ΦΠΑ, η καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ και η διοικητική συνεργασία για τον ΦΠΑ

148. επαναλαμβάνει την έκκλησή του να αντιμετωπιστούν οι παράγοντες που συμβάλλουν στο φορολογικό έλλειμμα, όπως ο ΦΠΑ·

149. χαιρετίζει την έναρξη των διαδικασιών επί παραβάσει από την Επιτροπή, στις 8 Μαρτίου 2018, κατά της Κύπρου, της Ελλάδας και της Μάλτας και στις 8 Νοεμβρίου 2018, κατά της Ιταλίας και της Νήσου του Μαν, σε σχέση με καταχρηστικές πρακτικές ΦΠΑ που αφορούν την αγορά θαλαμηγών και αεροσκαφών, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα σταματήσουν να προσφέρουν παράνομη ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση σε ιδιωτικές θαλαμηγούς και αεροσκάφη, γεγονός που στρεβλώνει τον ανταγωνισμό στον τομέα της ναυτιλίας και της αεροπλοΐας·

150. επικροτεί τις τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 904/2010 σχετικά με μέτρα ενίσχυσης της διοικητικής συνεργασίας στον τομέα του ΦΠΑ· επικροτεί τις επισκέψεις παρακολούθησης της Επιτροπής σε 10 κράτη μέλη που πραγματοποιήθηκαν το 2017, και ιδίως την επακόλουθη σύσταση για βελτίωση της αξιοπιστίας του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών ΦΠΑ (VIES)·

151. επισημαίνει ότι η Επιτροπή πρότεινε πρόσφατα πρόσθετα εργαλεία ελέγχου και την ενίσχυση του ρόλου του Eurofisc, καθώς και μηχανισμούς στενότερης συνεργασίας μεταξύ των τελωνειακών και φορολογικών διοικήσεων· καλεί όλα τα κράτη μέλη να συμμετέχουν πιο ενεργά στο σύστημα ανάλυσης συναλλαγών δικτύου (TNA) στο πλαίσιο του Eurofisc·

152. είναι της γνώμης ότι η συμμετοχή όλων των κρατών μελών στο Eurofisc πρέπει να είναι υποχρεωτική και να αποτελεί προϋπόθεση για τη λήψη κονδυλίων της ΕΕ· ενστερνίζεται την ανησυχία του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με την επιστροφή του ΦΠΑ στις δαπάνες στον τομέα της συνοχής[93] και το πρόγραμμα της ΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης[94]·

153. ζητεί μετ’ επιτάσεως από την Επιτροπή να εξετάσει τις δυνατότητες συλλογής και κοινοποίησης στοιχείων σχετικά με τις συναλλαγές ΦΠΑ σε πραγματικό χρόνο από τα κράτη μέλη, διότι αυτό θα αυξήσει την αποτελεσματικότητα του Eurofisc και θα επιτρέψει την περαιτέρω ανάπτυξη νέων στρατηγικών για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ· καλεί όλες τις αρμόδιες αρχές να χρησιμοποιούν ποικίλες τεχνολογίες στατιστικής και εξόρυξης δεδομένων για τον εντοπισμό ανωμαλιών, ύποπτων σχέσεων και προτύπων, επιτρέποντας στις φορολογικές υπηρεσίες να αντιμετωπίζουν καλύτερα ευρύ φάσμα συμπεριφορών μη συμμόρφωσης με προληπτικό, στοχοθετημένο και οικονομικά αποδοτικό τρόπο·

154. επικροτεί την έγκριση της οδηγίας σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων (ΠΟΣ)[95], η οποία αποσαφηνίζει τα θέματα της διασυνοριακής συνεργασίας και της αμοιβαίας νομικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών, της Eurojust, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ· καλεί την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, την OLAF, το Eurofisc, την Ευρωπόλ και την Eurojust να συνεργαστούν στενά για να συντονίσουν τις προσπάθειές τους για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ και να εντοπίσουν και να προσαρμοστούν σε νέες δόλιες πρακτικές·

155. επισημαίνει, ωστόσο, την ανάγκη για καλύτερη συνεργασία μεταξύ των διοικητικών αρχών, των δικαστικών αρχών και των αρχών επιβολής του νόμου εντός της ΕΕ, όπως τονίστηκε από εμπειρογνώμονες κατά την ακρόαση που πραγματοποιήθηκε στις 28 Ιουνίου 2018 και σε μελέτη που ανατέθηκε από την επιτροπή TAX3·

156. επικροτεί την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στις διασυνοριακές τρομοκρατικές πράξεις· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να αρχίσει να λειτουργεί το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως το 2022, εξασφαλίζοντας στενή συνεργασία με τα ήδη συσταθέντα θεσμικά όργανα, τους οργανισμούς, τις υπηρεσίες και τα γραφεία της Ένωσης, που είναι υπεύθυνα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης· ζητεί να επιβληθούν παραδειγματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές κυρώσεις· θεωρεί ότι όποιος συμμετέχει σε οργανωμένο σύστημα απάτης στον τομέα του ΦΠΑ θα πρέπει να τιμωρείται αυστηρά, προκειμένου να αποφεύγεται η αντίληψη περί ατιμωρησίας που επικρατεί·

157. θεωρεί ότι ένα από τα βασικά ζητήματα που επιτρέπουν τη δόλια συμπεριφορά σε σχέση με τον ΦΠΑ είναι το γεγονός ότι ο δράστης μπορεί να αποκομίσει κέρδη σε μετρητά· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να αναλύσει την πρόταση των εμπειρογνωμόνων[96] για τη διάθεση διασυνοριακών δεδομένων συναλλαγών για μια αλυσίδα συστοιχιών, και για τη χρήση εξασφαλισμένων ψηφιακών νομισμάτων, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για πληρωμές ΦΠΑ (ενιαίος σκοπός) αντί της χρήσης πιστωτικού χρήματος·

158. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι το Συμβούλιο ασχολήθηκε με την απάτη που συνδέεται με τις εισαγωγές[97]· θεωρεί ότι η ορθή ενσωμάτωση δεδομένων από τις τελωνειακές διασαφήσεις στο σύστημα VIES θα επιτρέψει στα κράτη μέλη προορισμού να διασταυρώνουν τα στοιχεία των τελωνείων και του ΦΠΑ προκειμένου να διασφαλίζεται ότι ο ΦΠΑ καταβάλλεται στη χώρα προορισμού· καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν τη νέα αυτή νομοθεσία κατά τρόπο αποτελεσματικό και έγκαιρο έως την 1η Ιανουαρίου 2020·

159. θεωρεί ότι η διοικητική συνεργασία μεταξύ φορολογικών και τελωνειακών αρχών είναι μη βέλτιστη[98]· καλεί τα κράτη μέλη να αναθέσουν στο Eurofisc την ανάπτυξη νέων στρατηγικών για την παρακολούθηση των εμπορευμάτων στο πλαίσιο του τελωνειακού καθεστώτος 42, του μηχανισμού που επιτρέπει στον εισαγωγέα να αποκτήσει απαλλαγή από τον ΦΠΑ όταν τα εισαγόμενα εμπορεύματα προορίζονται τελικά να μεταφερθούν σε επιχειρηματικούς πελάτες που βρίσκονται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος εισαγωγής·

160. υπογραμμίζει τη σημασία της εφαρμογής ενός μητρώου πραγματικών δικαιούχων εταιρικών οντοτήτων βάσει της οδηγίας AMLD5 ως σημαντικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ· παροτρύνει τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τις ικανότητες και τα προσόντα των αστυνομικών δυνάμεων, των φορολογικών υπηρεσιών, των εισαγγελέων και των δικαστών που ασχολούνται με τέτοιου είδους απάτες·

161. εκφράζει την ανησυχία του για τα αποτελέσματα της μελέτης[99] που ανατέθηκε από την επιτροπή TAX3, σύμφωνα με την οποία οι προτάσεις της Επιτροπής θα μειώσουν την απάτη στις εισαγωγές, αλλά δεν θα την εξαλείψουν· σημειώνει ότι το ζήτημα της υποεκτίμησης και της επιβολής των κανόνων της ΕΕ εν γένει στην περίπτωση μη ενωσιακών υποκείμενων στον φόρο δεν θα επιλυθεί· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει, για τα εν λόγω εμπορεύματα, εναλλακτικές μεθόδους είσπραξης μακροπρόθεσμα· τονίζει ότι δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή το να βασίζεται κανείς στην καλή πίστη των μη ενωσιακών υποκείμενων στον φόρο για την είσπραξη του ΦΠΑ στην ΕΕ· θεωρεί ότι αυτά τα εναλλακτικά μοντέλα είσπραξης θα πρέπει να στοχεύουν όχι μόνο στις πωλήσεις που πραγματοποιούνται μέσω ηλεκτρονικών πλατφορμών, αλλά σε όλες τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται από μη ενωσιακούς υποκείμενους στον φόρο, ανεξάρτητα από το επιχειρηματικό μοντέλο που χρησιμοποιούν·

162. καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις συνέπειες της εισαγωγής του οριστικού καθεστώτος για τα έσοδα ΦΠΑ στα κράτη μέλη· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει σοβαρά τις δυνατότητες εμφάνισης νέων κινδύνων απάτης στο οριστικό σύστημα ΦΠΑ, ιδίως την περίπτωση του αφανούς προμηθευτή στις διασυνοριακές συναλλαγές, που υποκαθιστά την περίπτωση του αφανούς πελάτη στην αλυσιδωτή απάτη· τονίζει, εν προκειμένω, ότι είναι σαφές ότι το σύστημα τελωνειακής διαμετακόμισης, μεταξύ άλλων, μπορεί ασφαλώς να διευκολύνει το εμπόριο στο εσωτερικό της ΕΕ· επισημαίνει, ωστόσο, ότι είναι δυνατόν να σημειώνονται καταχρήσεις και ότι οι εγκληματικές οργανώσεις, αποφεύγοντας την πληρωμή φόρων και δασμών, μπορούν να προκαλέσουν τεράστιες ζημίες τόσο στα κράτη μέλη όσο και στην ΕΕ (μέσω της αποφυγής πληρωμής του ΦΠΑ)· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να παρακολουθήσει το σύστημα τελωνειακής διαμετακόμισης και να υποβάλει προτάσεις με βάση κυρίως τις συστάσεις της OLAF, της Ευρωπόλ και του Eurofisc·

163. πιστεύει ότι η μεγάλη πλειονότητα των ευρωπαίων πολιτών αναμένει σαφή ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία που επιτρέπει τον προσδιορισμό και την επιβολή κυρώσεων σε όσους δεν καταβάλλουν τον φόρο που οφείλουν να καταβάλουν, καθώς και την έγκαιρη ανάκτηση των οφειλόμενων φόρων·

4. Φορολόγηση φυσικών προσώπων

164. τονίζει ότι κατά κανόνα τα φυσικά πρόσωπα δεν ασκούν το δικαίωμά τους να κυκλοφορούν ελεύθερα για τους σκοπούς της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής και του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι η φορολογική βάση ορισμένων φυσικών προσώπων είναι αρκετά ευρεία ώστε να εκτείνεται σε πολλές περιοχές φορολογικής δικαιοδοσίας·

165. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι τα φυσικά πρόσωπα με μεγάλη περιουσία και τα φυσικά πρόσωπα με πολύ μεγάλη περιουσία εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα, χρησιμοποιώντας πολύπλοκες φορολογικές δομές, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης εταιρειών, να μεταφέρουν τις αποδοχές και τα κεφάλαιά τους ή τις αγορές τους σε διαφορετικές περιοχές φορολογικής δικαιοδοσίας, έτσι ώστε να επιτυγχάνουν ουσιαστικά μειωμένη ή μηδενική ευθύνη, χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων και άλλων μεσαζόντων· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν εφαρμόσει φορολογικά καθεστώτα για την προσέλκυση φυσικών προσώπων με μεγάλη περιουσία χωρίς τη δημιουργία πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας·

166. Παρατηρεί ότι τα βασικά ποσοστά για τα εισοδήματα από εργασία είναι συνήθως υψηλότερα απ’ ό,τι για έσοδα από κεφάλαια σε ολόκληρη την ΕΕ· παρατηρεί ότι, συνολικά, η συμβολή από τη φορολόγηση του πλούτου στα συνολικά φορολογικά έσοδα εξακολουθεί να είναι μάλλον περιορισμένη, στο 4,3 % των συνολικών φορολογικών εσόδων στην ΕΕ[100]·

167. σημειώνει με λύπη ότι η φοροδιαφυγή, η φοροαποφυγή και ο επιθετικός φορολογικός σχεδιασμός συμβάλλουν στη μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης στους έντιμους και δίκαιους φορολογούμενους·

168. καλεί τα κράτη μέλη να επιβάλλουν αποτρεπτικές, αποτελεσματικές και αναλογικές κυρώσεις σε περιπτώσεις φορολογικής απάτης, φοροδιαφυγής και παράνομου ΕΦΣ, και να διασφαλίσουν την επιβολή των εν λόγω κυρώσεων·

169. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν δημιουργήσει αμφίβολα φορολογικά καθεστώτα που επιτρέπουν σε φυσικά πρόσωπα που αποκτούν καθεστώς κατοίκου να προσπορίζονται φορολογικά πλεονεκτήματα, υπονομεύοντας με τον τρόπο αυτό τη φορολογική βάση άλλων κρατών μελών και προωθώντας επιζήμιες πολιτικές που εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των πολιτών τους· παρατηρεί ότι τα καθεστώτα αυτά μπορεί να προσφέρουν οφέλη που δεν είναι διαθέσιμα στους πολίτες της χώρας, όπως η μη φορολόγηση περιουσιακών στοιχείων και εισοδημάτων στο εξωτερικό, ο κατ’ αποκοπήν φόρος επί των εισοδημάτων εξωτερικού, αφορολόγητο επί μέρους των εισοδημάτων που εισπράττονται στη χώρα ή χαμηλότερος φορολογικός συντελεστής για συντάξεις που εισπράττονται στη χώρα καταγωγής·

170. υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή, σε ανακοίνωσή της του 2001, πρότεινε να συμπεριληφθούν στον κατάλογο των επιζήμιων φορολογικών πρακτικών της ΟΚΔ (για τη φορολογία των επιχειρήσεων)[101] τα ειδικά καθεστώτα για εκπατρισμένους υψηλής ειδίκευσης, αλλά έκτοτε δεν έχει παράσχει κανένα στοιχείο σχετικά με το εύρος του προβλήματος· καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει το ζήτημα αυτό και, ειδικότερα, να αξιολογήσει τους κινδύνους της διπλής φορολόγησης, καθώς διπλής μη φορολόγησης, των εν λόγω συστημάτων·

4.1. Καθεστώτα χορήγησης ιθαγένειας ως αντάλλαγμα για επενδύσεις (CBI) και άδειας διαμονής ως αντάλλαγμα για επενδύσεις (RBI)

171. εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η πλειονότητα των κρατών μελών έχει υιοθετήσει καθεστώτα χορήγησης ιθαγένειας ως αντάλλαγμα για επενδύσεις (CBI) και άδειας παραμονής ως αντάλλαγμα για επενδύσεις (RBI)[102], ευρέως γνωστά ως «χρυσές θεωρήσεις και διαβατήρια» ή «προγράμματα για επενδυτές», με τα οποία χορηγείται ιθαγένεια ή άδεια διαμονής σε πολίτες κρατών μελών της ΕΕ και τρίτων χωρών ως αντάλλαγμα για οικονομικές επενδύσεις·

172. παρατηρεί ότι οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο αυτών των προγραμμάτων δεν προάγουν κατ’ ανάγκη την πραγματική οικονομία του κράτους μέλους που χορηγεί την ιθαγένεια ή τη διαμονή, και ότι συχνά δεν απαιτούν από τους αιτούντες να περνούν κάποιο χρονικό διάστημα στο έδαφος στο οποίο πραγματοποιείται η επένδυση, και ότι ακόμη και όταν υπάρχει επίσημα μια τέτοια απαίτηση, η εκπλήρωσή της συνήθως δεν επαληθεύεται· τονίζει ότι παρόμοια συστήματα υπονομεύουν την επίτευξη των στόχων της Ένωσης και, ως εκ τούτου, παραβιάζουν την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας·

173. παρατηρεί ότι τουλάχιστον 5 000 υπήκοοι τρίτων χωρών έχουν αποκτήσει την ιθαγένεια της ΕΕ μέσω προγραμμάτων επενδύσεων[103]· επισημαίνει ότι, σύμφωνα με μια μελέτη[104], έχει χορηγηθεί ιθαγένεια σε τουλάχιστον 6 000 πρόσωπα, ενώ έχουν εκδοθεί περίπου 100 000 άδειες διαμονής·

174. εκφράζει την ανησυχία του διότι ιθαγένειες και άδειες διαμονής χορηγούνται χωρίς κατάλληλο έλεγχο ασφαλείας για τους αιτούντες, συμπεριλαμβανομένων υπηκόων τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου, και, ως εκ τούτου, ενέχουν κινδύνους για την ασφάλεια για την Ένωση· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η αδιαφάνεια που περιβάλλει την προέλευση των χρημάτων που συνδέονται με τα καθεστώτα CBI και RBI έχει αυξήσει σημαντικά τους πολιτικούς, οικονομικούς κινδύνους και τους κινδύνους ασφαλείας για τις ευρωπαϊκές χώρες·

175. τονίζει ότι τα καθεστώτα CBI και RBI ενέχουν άλλους σημαντικούς κινδύνους, συμπεριλαμβανομένης της υποτίμησης της ιθαγένειας της ΕΕ και της εθνικής ιθαγένειας, ενώ έχουν δυναμικό ενίσχυσης της διαφθοράς, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της φοροδιαφυγής· επισημαίνει ότι η απόφαση ενός κράτους μέλους να εφαρμόσει καθεστώτα CBI και RBI έχει δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλα κράτη μέλη· επαναλαμβάνει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η ιθαγένεια ή η διαμονή θα μπορούσε να χορηγείται μέσω των εν λόγω καθεστώτων χωρίς να διεξάγεται κατάλληλος έλεγχος δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, ή χωρίς να διεξάγεται καν έλεγχος από τις αρμόδιες αρχές·

176. επισημαίνει ότι η υποχρέωση που ορίζεται στην AMLD5, βάσει της οποίας οι υπόχρεες οντότητες οφείλουν να θεωρούν τους αιτούντες υπαγωγής στα καθεστώτα CBI ή RBI ως παράγοντες υψηλού κινδύνου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δέουσας επιμέλειας, δεν απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την ευθύνη τους να θεσπίζουν, να τηρούν και να παρακολουθούν ενισχυμένα πρότυπα δέουσας επιμέλειας· σημειώνει ότι έχουν ξεκινήσει πολλές επίσημες έρευνες για διαφθορά και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο, οι οποίες σχετίζονται άμεσα με τα καθεστώτα CBI και RBI·

177. υπογραμμίζει ότι, ταυτόχρονα, η οικονομική βιωσιμότητα και η βιωσιμότητα των επενδύσεων που πραγματοποιούνται μέσω αυτών των καθεστώτων παραμένουν αβέβαιες· υπογραμμίζει ότι η ιθαγένεια και όλα τα δικαιώματα που συνδέονται με αυτήν δεν πρέπει ποτέ να πωλούνται·

178. επισημαίνει ότι τα καθεστώτα CBI και RBI ορισμένων κρατών μελών έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από Ρώσους πολίτες και από πολίτες από χώρες υπό ρωσική επιρροή· υπογραμμίζει ότι τα καθεστώτα αυτά θα μπορούσαν να εξυπηρετούν Ρώσους πολίτες που συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο κυρώσεων που καταρτίσθηκε μετά την παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία και την επίθεση της Ρωσίας στην Κριμαία, ως μέσο για την αποφυγή των κυρώσεων της ΕΕ·

179. επικρίνει το γεγονός ότι τα προγράμματα αυτά τακτικά περιλαμβάνουν φορολογικά προνόμια ή ειδικά φορολογικά καθεστώτα για τους δικαιούχους· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι αυτά τα προνόμια θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν τον στόχο της δίκαιης συνεισφοράς όλων των πολιτών στο φορολογικό σύστημα·

180. ανησυχεί για την έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τον αριθμό και την προέλευση των αιτούντων, τον αριθμό των ατόμων στα οποία χορηγείται ιθαγένεια ή άδεια διαμονής, καθώς και το ποσό που επενδύεται μέσω των εν λόγω καθεστώτων και την προέλευσή του· εκτιμά το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη αναφέρουν ρητά το όνομα και την εθνικότητα των ατόμων στα οποία χορηγείται ιθαγένεια ή άδεια διαμονής στο πλαίσιο των εν λόγω καθεστώτων· ενθαρρύνει και άλλα κράτη μέλη να ακολουθήσουν το παράδειγμα αυτό·

181. εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, τα καθεστώτα CBI και RBI θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν καταχρηστικά, με σκοπό την υπονόμευση των κοινών προτύπων αναφοράς (CRS) κατά τις διαδικασίες ελέγχου δέουσας επιμέλειας, με αποτέλεσμα την υποβολή ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων βάσει των CRS, ιδίως όταν δεν δημοσιοποιούνται στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα όλες οι περιοχές δικαιοδοσίας της φορολογικής κατοικίας· σημειώνει ότι, κατά την άποψη του ΟΟΣΑ, τα καθεστώτα θεωρήσεων που είναι δυνητικά υψηλού κινδύνου για την ακεραιότητα των κοινών προτύπων αναφοράς είναι εκείνα που παρέχουν στους φορολογουμένους πρόσβαση σε χαμηλό συντελεστή φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων κάτω του 10 % επί υπεράκτιων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, ενώ δεν απαιτούν σημαντική φυσική παρουσία τουλάχιστον 90 ημερών στη περιοχή δικαιοδοσίας που προσφέρει το καθεστώς «golden visa»·

182. εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η Μάλτα και η Κύπρος διαθέτουν καθεστώτα[105] που ενδέχεται να θέσουν σε υψηλό κίνδυνο την ακεραιότητα των κοινών προτύπων αναφοράς

183. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα πιθανά οικονομικά οφέλη από τα καθεστώτα CBI και RBI δεν αντισταθμίζουν τους σοβαρούς κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και φοροδιαφυγής·

184. καλεί τα κράτη μέλη να καταργήσουν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν όλα τα υφιστάμενα καθεστώτα CBI ή RBI·

185. τονίζει ότι, στο μεταξύ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν τη φυσική παρουσία στη χώρα ως προϋπόθεση για να επωφεληθεί κάποιος από τα καθεστώτα CBI και RBI και ότι θα πρέπει να διασφαλίζουν δεόντως την ορθή εφαρμογή του ενισχυμένου ελέγχου δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη για τους αιτούντες ιθαγένεια ή άδεια διαμονής μέσω αυτών των καθεστώτων, όπως απαιτεί η AMLD5· τονίζει ότι η AMLD5 επιβάλλει ενισχυμένη δέουσα επιμέλεια για τα πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα (ΠΕΠ)· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι κυβερνήσεις θα φέρουν την τελική ευθύνη για την εκτέλεση δέουσας επιμέλειας σε αιτούντες CBI και RBI· καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί αυστηρά και συνεχώς την ορθή εφαρμογή και τήρηση των ελέγχων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στο πλαίσιο των καθεστώτων CBI και RBI έως ότου καταργηθούν σε όλα τα κράτη μέλη·

186. τονίζει ότι η απόκτηση άδειας διαμονής ή ιθαγένειας κράτους μέλους παρέχει στον δικαιούχο πρόσβαση σε ευρύ φάσμα δικαιωμάτων σε ολόκληρη την επικράτεια της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στον χώρο Σένγκεν· καλεί, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν τα προγράμματα CBI και RBI, μέχρι να καταργηθούν τελικά, να ελέγχουν δεόντως τον χαρακτήρα των αιτούντων και να απορρίπτουν την αίτησή τους, εάν παρουσιάζουν κινδύνους ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· προειδοποιεί περαιτέρω για τους κινδύνους των καθεστώτων CBI και RBI που συνδέονται με οικογενειακή επανένωση, όπου τα μέλη της οικογένειας των δικαιούχων CBI ή RBI μπορούν να αποκτήσουν άδεια διαμονής ή υπηκοότητα με ελάχιστους ή καθόλου ελέγχους·

187. στο πλαίσιο αυτό, καλεί τα κράτη μέλη να συντάξουν και να δημοσιεύσουν διαφανή δεδομένα σχετικά με τα καθεστώτα CBI και RBI, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των απορρίψεων και των λόγων απόρριψης· καλεί, στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη, έως ότου καταργηθούν τελικά τα εν λόγω καθεστώτα, να εκδώσουν κατευθυντήριες γραμμές και να εξασφαλίσουν την καλύτερη συλλογή δεδομένων και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, μεταξύ άλλων σε σχέση με αιτούντες των οποίων οι αιτήσεις απορρίφθηκαν για λόγους ασφαλείας·

188. θεωρεί ότι, έως ότου καταργηθούν τελικά τα εν καθεστώτα CBI και RBI, τα κράτη μέλη πρέπει να επιβάλλουν τις ίδιες υποχρεώσεις σε ενδιαμέσους στο εμπόριο των CBI και RBI όπως με εκείνες που ισχύουν για τις υπόχρεες οντότητες βάσει της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και καλεί τα κράτη μέλη να αποτρέπουν τις συγκρούσεις συμφερόντων που συνδέονται με τα καθεστώτα CBI και RBI, οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν όταν ιδιωτικές επιχειρήσεις, που είχαν βοηθήσει τις κρατικές αρχές στον σχεδιασμό, τη διαχείριση και την προώθηση των εν λόγω καθεστώτων, παρέχουν επίσης συμβουλές και στήριξη σε φυσικά πρόσωπα, ελέγχοντας την καταλληλότητά τους και βοηθώντας τα κατά την υποβολή των αιτήσεών τους για την απόκτηση ιθαγένειας ή άδειας διαμονής·

189. χαιρετίζει την έκθεση της Επιτροπής, της 23 Ιανουαρίου 2019, για τα προγράμματα χορήγησης ιθαγένειας και άδειας διαμονής σε επενδυτές στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COM (2019) 0012)· σημειώνει ότι η έκθεση επιβεβαιώνει ότι και οι δύο τύποι καθεστώτων συνιστούν σοβαρούς κινδύνους για τα κράτη μέλη και την Ένωση συνολικά, ιδίως όσον αφορά την ασφάλεια, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη διαφθορά, την καταστρατήγηση των κανόνων της ΕΕ και τη φοροδιαφυγή, και ότι οι σοβαροί αυτοί κίνδυνοι επιτείνονται λόγω αδυναμιών στη διαφάνεια και τη διακυβέρνηση των συστημάτων· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η Επιτροπή ανησυχεί για το γεγονός ότι οι κίνδυνοι που ενέχουν τα συστήματα δεν μετριάζονται πάντοτε επαρκώς από τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη·

190. λαμβάνει υπό σημείωση την πρόθεση της Επιτροπής να συγκροτήσει ομάδα εμπειρογνωμόνων για την αντιμετώπιση θεμάτων διαφάνειας, διακυβέρνησης και ασφάλειας των εν λόγω συστημάτων· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει αναλάβει να παρακολουθεί τον αντίκτυπο των προγραμμάτων για την ιθαγένεια των επενδυτών που εφαρμόζονται από τις χώρες στις οποίες ισχύει το καθεστώς απαλλαγής από την υποχρέωση θεώρησης ως μέρος του μηχανισμού αναστολής των θεωρήσεων· καλεί την Επιτροπή να συντονίσει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τις απορριφθείσες αιτήσεις· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τους κινδύνους που συνδέονται με την πώληση ιθαγένειας και άδειας διαμονής στο πλαίσιο της επόμενης υπερεθνικής αξιολόγησης κινδύνου· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τον βαθμό στον οποίο τα συστήματα αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί από τους πολίτες της ΕΕ·

4.2. Ελεύθεροι λιμένες, τελωνειακές αποθήκες και άλλες ειδικές οικονομικές ζώνες (ΕΟΖ)·

191. χαιρετίζει το γεγονός ότι οι ελεύθεροι λιμένες θα καταστούν υπόχρεες οντότητες στο πλαίσιο της AMLD5 και ότι θα υποχρεούνται να τηρούν τις απαιτήσεις περί δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και να αναφέρουν ύποπτες συναλλαγές στις μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ)·

192. σημειώνει ότι εντός της ΕΕ μπορούν να δημιουργηθούν ελεύθεροι λιμένες στο πλαίσιο της διαδικασίας της «ελεύθερης ζώνης»· σημειώνει ότι οι ελεύθερες ζώνες είναι κλειστοί χώροι εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, όπου μη ενωσιακά εμπορεύματα μπορούν να εισαχθούν χωρίς δασμούς εισαγωγής, άλλες επιβαρύνσεις (δηλαδή φόρους) και μέτρα εμπορικής πολιτικής·

193. υπενθυμίζει ότι οι ελεύθεροι λιμένες αποτελούν αποθήκες στις ελεύθερες ζώνες, οι οποίες, αρχικά, προορίζονταν για την αποθήκευση εμπορευμάτων υπό διαμετακόμιση· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι έκτοτε έχουν γίνει δημοφιλείς για την αποθήκευση υποκατάστατων περιουσιακών στοιχείων, όπως έργα τέχνης, πολύτιμοι λίθοι, αντίκες, χρυσός και συλλογές κρασιού – συχνά σε μόνιμη βάση[106]-, και χρηματοδοτούνται από άγνωστες πηγές· τονίζει ότι οι ελεύθεροι λιμένες ή οι ελεύθερες ζώνες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για σκοπούς φοροδιαφυγής ή για την επίτευξη των ίδιων αποτελεσμάτων με τους φορολογικούς παραδείσους·

194. σημειώνει ότι, εκτός από την ασφαλή αποθήκευση, τα κίνητρα για τη χρήση ελεύθερων λιμένων περιλαμβάνουν υψηλό βαθμό απορρήτου και τη μεταφορά των εισαγωγικών δασμών και των έμμεσων φόρων, όπως ο ΦΠΑ ή ο φόρος χρήσης·

195. υπογραμμίζει ότι υπάρχουν πάνω από 80 ελεύθερες ζώνες στην ΕΕ[107] και πολλές χιλιάδες άλλοι αποθηκευτικοί χώροι υπό καθεστώς «ειδικών διαδικασιών αποθήκευσης», ιδίως «τελωνειακές αποθήκες», που μπορούν να προσφέρουν τον ίδιο βαθμό απορρήτου και (έμμεσα) φορολογικά οφέλη[108]·

196. παρατηρεί ότι, βάσει του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, οι τελωνειακές αποθήκες σχεδόν εξομοιώνονται νομικά με ελεύθερους λιμένες· συνιστά, ως εκ τούτου, να εξομοιωθούν με ελεύθερους λιμένες με τη θέσπιση νομικών μέτρων για τον μετριασμό των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και φοροδιαφυγής, όπως τα μέτρα που προβλέπει η οδηγία AMLD5· θεωρεί ότι οι αποθήκες θα πρέπει να είναι στελεχωμένες με επαρκές και καταρτισμένο προσωπικό ώστε να μπορούν να διεξάγουν τον απαραίτητο έλεγχο των επιχειρήσεων που φιλοξενούν·

197. σημειώνει ότι οι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε ελεύθερους λιμένες συνδέονται άμεσα με τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην αγορά υποκατάστατων περιουσιακών στοιχείων·

198. σημειώνει ότι, σύμφωνα με την οδηγία DAC5, από την 1η Ιανουαρίου 2018, οι άμεσες φορολογικές αρχές έχουν «πρόσβαση κατόπιν αιτήματος» σε ευρύ σύνολο πληροφοριών όσον αφορά τον πραγματικό τελικό δικαιούχο, οι οποίες συλλέγονται δυνάμει της AMLD· επισημαίνει ότι η νομοθεσία της ΕΕ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες βασίζεται στην αξιόπιστη έρευνα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και στην επιμελή αναφορά ύποπτων συναλλαγών από υπόχρεες οντότητες, οι οποίες θα καταστούν ελεγκτές της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· σημειώνει με ανησυχία ότι η «πρόσβαση κατόπιν αιτήματος» σε πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή ελεύθερων λιμένων μπορεί να έχει μόνο πολύ περιορισμένο αντίκτυπο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις[109]·

199. καλεί την Επιτροπή να εξετάσει σε ποιον βαθμό οι ελεύθεροι λιμένες και οι άδειες ναυσιπλοΐας μπορούν να χρησιμοποιηθούν καταχρηστικά για φοροδιαφυγή[110]· καλεί, επιπλέον, την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση για την εξασφάλιση της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, όπως είναι οι αρχές επιβολής του νόμου, οι φορολογικές και οι τελωνειακές αρχές και η Ευρωπόλ, σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους και τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται σε ελεύθερους λιμένες, τελωνειακές αποθήκες ή ειδικές οικονομικές ζώνες και να προβλέψει την υποχρέωση ιχνηλασιμότητας·

200. σημειώνει ότι το τέλος του τραπεζικού απορρήτου οδήγησε στην ανάδυση των επενδύσεων σε νέα στοιχεία, όπως έργα τέχνης, η οποία, με τη σειρά της, έχει οδηγήσει στη ραγδαία ανάπτυξη της αγοράς έργων τέχνης τα τελευταία χρόνια· τονίζει ότι οι ελεύθερες ζώνες προσφέρουν έναν ασφαλή χώρο αποθήκευσης, ως επί το πλείστον χωρίς εποπτεία, όπου το εμπόριο μπορεί να διεξάγεται χωρίς την επιβολή φορολογίας και η κυριότητα μπορεί να αποκρύπτεται, καθώς δεν υπάρχει ρυθμιστικό πλαίσιο για την αγορά έργων τέχνης εξαιτίας παραγόντων, όπως η δυσκολία καθορισμού των τιμών και εξεύρεσης ειδικών· επισημαίνει ότι είναι, για παράδειγμα, πιο εύκολο να μεταφερθεί ένας πίνακας μεγάλης αξίας στην άλλη άκρη του κόσμου από το να μεταφερθεί το αντίστοιχο χρηματικό ποσό·

4.3. Φορολογικές αμνηστίες

201. υπενθυμίζει[111] την ανάγκη να χρησιμοποιούνται οι αμνηστίες με εξαιρετική σύνεση ή να αποφεύγεται εντελώς η χρήση τους, καθώς αποτελούν απλώς μια πηγή εύκολης και ταχείας είσπραξης φόρων βραχυπρόθεσμα, η οποία συχνά καθιερώνεται για να καλυφθούν κενά του προϋπολογισμού, αλλά μπορεί επίσης να χρησιμεύσει για να ενθαρρύνει κατοίκους να φοροδιαφεύγουν και να περιμένουν την επόμενη αμνηστία χωρίς να υποστούν αποτρεπτικές κυρώσεις ή ποινές· καλεί τα κράτη μέλη που θεσπίζουν φορολογικές αμνηστίες να απαιτούν πάντα από τον δικαιούχο να εξηγεί την πηγή των κεφαλαίων που είχε παραλείψει να δηλώσει·

202. καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τα προηγούμενα προγράμματα αμνηστίας που θέσπισαν τα κράτη μέλη και, ειδικότερα, τα δημόσια έσοδα που ανακτήθηκαν και τον αντίκτυπό τους μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα στην αστάθεια της φορολογικής βάσης· παροτρύνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι τα συναφή δεδομένα σχετικά με τους δικαιούχους προηγούμενων και μελλοντικών φορολογικών αμνηστιών θα κοινοποιούνται δεόντως στις δικαστικές αρχές, τις αρχές επιβολής του νόμου και τις φορολογικές αρχές, προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τους κανόνες ΚΞΧ/ΧΤ και η ενδεχόμενη δίωξη για άλλα οικονομικά εγκλήματα·

203. εκφράζει την άποψη ότι η ΟΚΔ θα πρέπει να ελέγχει και να καθιστά σαφές κάθε πρόγραμμα φορολογικής αμνηστίας προτού εφαρμοστεί σε κράτος μέλος· θεωρεί ότι ο φορολογούμενος ή ο τελικός πραγματικός δικαιούχος μιας εταιρείας που έχει ήδη λάβει μία ή περισσότερες φορολογικές αμνηστίες δεν θα πρέπει ποτέ να έχει τη δυνατότητα να επωφεληθεί από επιπλέον φορολογική αμνηστία· καλεί τις εθνικές αρχές που διαχειρίζονται τα δεδομένα προσώπων που έχουν λάβει φορολογικές αμνηστίες να προβούν σε αποτελεσματική ανταλλαγή δεδομένων των αρχών επιβολής του νόμου ή άλλων αρμόδιων αρχών που διερευνούν εγκλήματα πέραν της φορολογικής απάτης ή της φοροδιαφυγής·

4.4. Διοικητική συνεργασία

204. αναγνωρίζει το γεγονός ότι η διοικητική συνεργασία στον τομέα άμεσων φορολογικών πλαισίων καλύπτει τώρα τόσο τους ιδιώτες όσο και τους εταιρικούς φορολογούμενους·

205. υπογραμμίζει ότι οι διεθνείς κανόνες αναφορικά με τη διοικητική συνεργασία είναι οι ελάχιστοι κανόνες· θεωρεί, κατά συνέπεια, ότι τα κράτη μέλη θα έπρεπε να προχωρήσουν πέρα από τον απλό σεβασμό αυτών των ελάχιστων κανόνων· καλεί τα κράτη μέλη να εξαλείψουν περαιτέρω τα εμπόδια στη διοικητική και νομική συνεργασία·

206. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, με την έγκριση του παγκόσμιου προτύπου για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών, που εφαρμόστηκε δυνάμει της ΕΑΒ1, και με την κατάργηση της οδηγίας του 2003 για τη φορολόγηση των αποταμιεύσεων, έχει θεσπιστεί ενιαίος μηχανισμός της ΕΕ για την ανταλλαγή πληροφοριών·

5. Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ΚΞΧ)

207. τονίζει ότι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και ότι μπορεί να προέρχεται από διάφορες παράνομες δραστηριότητες, όπως η διαφθορά, η παράνομη διακίνηση όπλων και ανθρώπων, το εμπόριο ναρκωτικών, η φοροδιαφυγή και η φορολογική απάτη, ενώ μπορεί να χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας· σημειώνει με ανησυχία ότι τα έσοδα από εγκληματικές δραστηριότητες στην ΕΕ εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 110 δισεκατομμύρια EUR ετησίως[112], ποσό που αντιστοιχεί στο 1 % του συνολικού ΑΕγχΠ της Ένωσης· επισημαίνει ότι η Επιτροπή εκτιμά ότι σε ορισμένα κράτη μέλη έως και το 70 % των υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες έχει διασυνοριακή διάσταση[113]· σημειώνει, επίσης, ότι η κλίμακα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εκτιμάται από τον ΟΗΕ[114] ότι κυμαίνεται μεταξύ 2 και 5 % του παγκόσμιου ΑΕΠ, ή μεταξύ 715 δισεκατομμυρίων και 1,87 τρισεκατομμυρίων EUR ετησίως·

208. υπογραμμίζει ότι διάφορες πρόσφατες υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στο εσωτερικό της Ένωσης συνδέονται με κεφάλαια, κυβερνώσες ελίτ και/ή πολίτες που προέρχονται ιδίως από τη Ρωσία και από την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ)· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η απειλή την οποία συνιστούν για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και σταθερότητα τα παράνομα εισοδήματα που εισέρχονται στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα από τη Ρωσία και από χώρες της ΚΑΚ προκειμένου να νομιμοποιηθούν και που χρησιμοποιούνται περαιτέρω για τη χρηματοδότηση εγκληματικών δραστηριοτήτων· θεωρεί ότι τα έσοδα αυτά θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών της Ένωσης και δημιουργούν στρεβλώσεις και αθέμιτα ανταγωνιστικά μειονεκτήματα για νομοταγείς πολίτες και εταιρείες· θεωρεί ότι, εκτός από τη φυγή κεφαλαίων, η οποία δεν μπορεί να περιοριστεί χωρίς την επίλυση των οικονομικών και διοικητικών προβλημάτων της χώρας προέλευσης, και από τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες για καθαρά εγκληματικούς λόγους, οι εν λόγω εχθρικές δραστηριότητες, πρόθεση των οποίων είναι η αποδυνάμωση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών, των οικονομιών τους και των θεσμών τους, πραγματοποιούνται σε μέγεθος τέτοιο που να αποσταθεροποιεί την ευρωπαϊκή ήπειρο· ζητεί καλύτερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τον έλεγχο των κεφαλαίων που εισέρχονται στην Ένωση από τη Ρωσία·

209. επαναλαμβάνει την έκκλησή του[115] για επιβολή κυρώσεων σε επίπεδο ΕΕ για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στο πνεύμα του αμερικανικού καθολικού νόμου Magnitsky, οι οποίες θα πρέπει να επιτρέπουν την επιβολή απαγορεύσεων θεώρησης και στοχοθετημένων κυρώσεων, όπως η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας της ΕΕ για μεμονωμένους δημόσιους υπαλλήλους ή άτομα που ενεργούν με επίσημη ιδιότητα, που ευθύνονται για πράξεις διαφθοράς ή σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· χαιρετίζει το νομοθετικό ψήφισμά του, της 14ης Φεβρουαρίου 2019, σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου για τον έλεγχο των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση[116]· ζητεί αυξημένο έλεγχο και εποπτεία των χαρτοφυλακίων καταθέσεων μη κατοίκων και του μεριδίου τους στο εσωτερικό τους που προέρχεται από χώρες που ενέχουν δυνητικά κίνδυνο ασφάλειας για την Ένωση·

210. χαιρετίζει την έγκριση των οδηγιών AMLD4 και AMLD5· τονίζει ότι αποτελούν σημαντικά βήματα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των προσπαθειών της Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για την καταπολέμηση της χρηματοδότησης τρομοκρατικών δραστηριοτήτων· σημειώνει ότι το πλαίσιο της Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες βασίζεται κυρίως σε μια προληπτική προσέγγιση όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με επίκεντρο τον εντοπισμό και την αναφορά ύποπτων συναλλαγών·

211. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός κρατών μελών δεν κατάφεραν πλήρως ή εν μέρει να μεταφέρουν την οδηγία AMLD4 στην εθνική τους νομοθεσία εντός της καθορισμένης προθεσμίας και ότι, για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή χρειάστηκε να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει εναντίον τους, συμπεριλαμβανομένων των παραπομπών ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[117]· καλεί τα κράτη μέλη να διορθώσουν ταχέως την κατάσταση αυτή· παροτρύνει τα κράτη μέλη, ιδίως, να συμμορφωθούν με τη νομική τους υποχρέωση να τηρήσουν την προθεσμία της 10ης Ιανουαρίου 2020 για τη μεταφορά της AMLD5 στην εθνική τους νομοθεσία· υπογραμμίζει και χαιρετίζει τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 23ης Νοεμβρίου 2018, με τα οποία καλούνται τα κράτη μέλη να μεταφέρουν την AMLD5 στην εθνική τους νομοθεσία πριν από την προθεσμία του 2020· καλεί την Επιτροπή να αξιοποιήσει πλήρως τα μέσα που έχουν στη διάθεσή της για να παράσχει στήριξη και να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη μεταφέρουν και εφαρμόζουν δεόντως την AMLD5 το συντομότερο δυνατόν·

212. υπενθυμίζει τη ζωτική σημασία της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στο πλαίσιο της υποχρέωσης προς εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη, η οποία συνίσταται στην υποχρέωση των υπόχρεων οντοτήτων να ελέγχουν με ορθό τρόπο τα στοιχεία των πελατών τους και την πηγή των κεφαλαίων τους, καθώς και τους τελικούς πραγματικούς δικαιούχους των περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της δέσμευσης ανώνυμων λογαριασμών· εκφράζει τη λύπη του διότι ορισμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα συναφή τραπεζικά μοντέλα τους έχουν διευκολύνει ενεργά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· καλεί τον ιδιωτικό τομέα να αναλάβει ενεργό ρόλο στην καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και την πρόληψη τρομοκρατικών δραστηριοτήτων, στο μέτρο των δυνατοτήτων του· καλεί τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επανεξετάσουν ενεργά τις εσωτερικές τους διαδικασίες για την πρόληψη κάθε κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

213. χαιρετίζει το σχέδιο δράσης που ενέκρινε το Συμβούλιο στις 4 Δεκεμβρίου 2018, το οποίο περιλαμβάνει αρκετά μη νομοθετικά μέτρα για την καλύτερη αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στην Ένωση· καλεί την Επιτροπή να ενημερώνει τακτικά το Κοινοβούλιο σχετικά με την πρόοδο στην εφαρμογή του σχεδίου δράσης·

214. εκφράζει την ανησυχία του για την απουσία συγκεκριμένων διαδικασιών αξιολόγησης και επανεξέτασης της ακεραιότητας των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, ιδίως όταν κατηγορούνται επίσημα για εγκληματική δραστηριότητα· ζητεί μηχανισμούς για την παρακολούθηση και την επανεξέταση της συμπεριφοράς και της ορθότητας των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ και ζητεί την προστασία τους σε περίπτωση κατάχρησης εξουσίας από την αρχή που έχει την εξουσία διορισμού·

215. καταδικάζει το γεγονός ότι οι συστημικές αστοχίες στην επιβολή των απαιτήσεων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σε συνδυασμό με την αναποτελεσματική εποπτεία, έχουν οδηγήσει σε μια σειρά πρόσφατων υποθέσεων υψηλού κύρους, που αφορούν τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε ευρωπαϊκές τράπεζες, οι οποίες σχετίζονται με συστηματικές παραβιάσεις των πλέον βασικών απαιτήσεων εξακρίβωσης της ταυτότητας του πελάτη και δέουσας επιμέλειας·

216. υπενθυμίζει ότι η υποχρέωση εξακρίβωσης της ταυτότητας του πελάτη και η υποχρέωση δέουσας επιμέλειας είναι σημαντικές και ότι πρέπει να εξακολουθούν να υφίστανται καθόλη τη διάρκεια της επιχειρηματικής σχέσης και ότι πρέπει να παρακολουθούνται με ιδιαίτερη προσοχή οι συναλλαγές των πελατών για ύποπτες ή ασυνήθιστες δραστηριότητες· υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, την υποχρέωση των υπόχρεων οντοτήτων να ενημερώνουν πάραυτα τις εθνικές ΜΧΠ, με δική τους πρωτοβουλία, για πράξεις που είναι ύποπτες για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συναφή βασικά αδικήματα ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, παρά τις προσπάθειες του Κοινοβουλίου, η AMLD5 συνεχίζει, ως έσχατη λύση, να επιτρέπει στα φυσικά πρόσωπα που έχουν θέση ανώτερου διοικητικού στελέχους να καταχωρίζονται ως πραγματικοί δικαιούχοι εταιρείας ή καταπιστεύματος, ενώ ο πραγματικός δικαιούχος δεν είναι γνωστός ή υπάρχουν υποψίες για αυτόν·

217. παρατηρεί ότι σε ορισμένα κράτη μέλη υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου του ανεξήγητου πλούτου για την παρακολούθηση των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες; υπογραμμίζει ότι ο μηχανισμός αυτός συχνά συνίσταται σε μια δικαστική εντολή που απαιτεί από ένα πρόσωπο που είναι ευλόγως ύποπτο για συμμετοχή σε σοβαρό έγκλημα ή που συνδέεται με πρόσωπο που εμπλέκεται σε σοβαρό έγκλημα, να εξηγήσει τη φύση και την έκταση του ενδιαφέροντός του σε μια συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο και να εξηγήσει πώς αποκτήθηκε αυτό, όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι το γνωστό νόμιμο εισόδημα του εναγομένου δεν θα επαρκούσε για να του επιτρέψει να αποκτήσει το περιουσιακό στοιχείο· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τις επιπτώσεις και τη σκοπιμότητα ενός τέτοιου μέτρου σε επίπεδο Ένωσης·

218. χαιρετίζει την απόφαση ορισμένων κρατών μελών να απαγορεύσουν την έκδοση μετοχών στον κομιστή και να μετατρέψουν τις υφιστάμενες σε ονομαστικές αξίες· ζητεί από τα κράτη μέλη να εξετάσουν την ανάγκη θέσπισης παρόμοιων μέτρων στις δικαιοδοσίες τους, λαμβάνοντας υπόψη τις νέες διατάξεις της AMLD5 σχετικά με την αναφορά του πραγματικού δικαιούχου και τους εντοπισθέντες κινδύνους·

219. καλεί την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση, για να τερματίσει την πρακτική της αποδοχής των τελικών δικαιούχων ως μέσου συγκάλυψης με χρήση αχυρανθρώπων και να παροτρύνει άλλες δικαιοδοσίες σε διεθνές επίπεδο να πράξουν το ίδιο· καλεί τα κράτη μέλη κατά τη μεταφορά της AMLD5 στο εθνικό δίκαιο να διασφαλίζουν ότι οι υπόχρεες οντότητες καταγγέλλουν τις επιχειρηματικές σχέσεις με άλλες εταιρείες των οποίων οι τελικοί πραγματικοί δικαιούχοι δεν είναι γνωστοί·

220. τονίζει την επείγουσα ανάγκη να δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικότερο σύστημα για την επικοινωνία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των δικαστικών αρχών εντός της Ένωσης, αντικαθιστώντας τα παραδοσιακά μέσα αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις, τα οποία οδηγούν σε χρονοβόρες και επαχθείς διαδικασίες και κατά συνέπεια βλάπτουν τις έρευνες για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και άλλα σοβαρά εγκλήματα· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να αξιολογήσει την ανάγκη νομοθετικής δράσης ως προς το θέμα αυτό·

221. καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει και να υποβάλει έκθεση στο Κοινοβούλιο σχετικά με τον ρόλο και τους ιδιαίτερους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων που παρουσιάζουν νομικές ρυθμίσεις, όπως φορείς ειδικού σκοπού (SPV), οντότητες ειδικού σκοπού (SPE) και καταπιστεύματα κερδοσκοπικού χαρακτήρα (NCPT) στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ιδιαίτερα στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε εδάφη εξαρτώμενα από το βρετανικό στέμμα και σε υπερπόντια εδάφη·

222. παροτρύνει τα κράτη μέλη να συμμορφώνονται πλήρως με τη νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά την έκδοση κρατικών ομολόγων στις χρηματοπιστωτικές αγορές· θεωρεί ότι η δέουσα επιμέλεια σε τέτοιες χρηματοοικονομικές πράξεις είναι απολύτως απαραίτητη·

223. σημειώνει ότι, μόνο κατά τη διάρκεια της θητείας της επιτροπής TAX3, γνωστοποιήθηκαν τρεις θλιβερές υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω τραπεζών της ΕΕ: Η ING Bank N.V. αναγνώρισε πρόσφατα σοβαρές ανεπάρκειες στην εφαρμογή των διατάξεων ΚΞΧ/ΧΤ και συμφώνησε να καταβάλει 775 εκατομμύρια EUR σε διακανονισμό με την εισαγγελική αρχή των Κάτω Χωρών[118]· η ABLV Bank στη Λετονία τέθηκε σε εκούσια εκκαθάριση αφότου το αμερικανικό δίκτυο επιβολής οικονομικών εγκλημάτων (FinCEN) αποφάσισε να απαγορεύσει στην ABLV να τηρεί λογαριασμό ανταπόκρισης στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω ανησυχιών περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες[119], και η Danske Bank παραδέχθηκε, μετά από έρευνα σε 15.000 πελάτες και σε περίπου 9,5 εκατομμύρια συναλλαγές που συνδέονταν με υποκατάστημά της στην Εσθονία, ότι οι κύριες ελλείψεις στα συστήματα διακυβέρνησης και ελέγχου της τράπεζας είχαν καταστήσει δυνατή τη χρήση του εσθονικού υποκαταστήματος για ύποπτες συναλλαγές[120]·

224. σημειώνει ότι, στην περίπτωση της Danske Bank, συναλλαγές αξίας άνω των 200 δισεκατομμυρίων EUR διοχετεύτηκαν εντός και εκτός του εσθονικού υποκαταστήματός της[121], χωρίς η τράπεζα να έχει θέσει σε εφαρμογή επαρκή εσωτερικά καθεστώτα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και εξακρίβωσης των στοιχείων των πελατών, όπως παραδέχτηκε στη συνέχεια η ίδια η τράπεζα και επιβεβαίωσαν οι αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας της Εσθονίας και της Δανίας· θεωρεί ότι αυτή η παράλειψη δείχνει πλήρη έλλειψη ευθύνης εκ μέρους τόσο της τράπεζας όσο και των αρμόδιων εθνικών αρχών· καλεί τις αρμόδιες αρχές να διενεργήσουν επείγουσες αξιολογήσεις της επάρκειας των διαδικασιών καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και εξακρίβωσης των στοιχείων των πελατών σε όλες τις ευρωπαϊκές τράπεζες προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

225. σημειώνει, περαιτέρω, ότι 6.200 πελάτες του εσθονικού υποκαταστήματος της Danske Bank έχουν εμπλακεί σε ύποπτες συναλλαγές, ότι περίπου 500 πελάτες έχουν συνδεθεί με γνωστά στο κοινό συστήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ότι 177 έχουν συνδεθεί με το σκάνδαλο «Ρωσικό πλυντήριο χρημάτων» (Russian Laundromat) και 75 πελάτες με το σκάνδαλο «πλυντήριο χρημάτων του Αζερμπαϊτζάν» (Azerbaijani Laundromat), ενώ 53 πελάτες ήταν εταιρείες που βρέθηκαν να έχουν κοινές διευθύνσεις και διευθυντές[122]· καλεί τις αρμόδιες εθνικές αρχές να εντοπίσουν τους προορισμούς των ύποπτων συναλλαγών των 6 200 πελατών του εσθονικού υποκαταστήματος της Danske Bank, για να επιβεβαιώσουν ότι τα έσοδα από παράνομες δραστηριότητες που νομιμοποιήθηκαν δεν χρησιμοποιήθηκαν για περαιτέρω εγκληματικές δραστηριότητες· καλεί τις αρμόδιες εθνικές αρχές να συνεργαστούν δεόντως σε αυτό το θέμα καθώς οι αλυσίδες των ύποπτων συναλλαγών είναι σαφώς διασυνοριακές·

226. υπογραμμίζει ότι η ΕΚΤ ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της Pilatus Bank της Μάλτας μετά τη σύλληψη στις Ηνωμένες Πολιτείες του Ali Sadr Hashi Nejad, προέδρου της Pilatus Bank και μοναδικού της μετόχου, με την κατηγορία, μεταξύ άλλων, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· τονίζει ότι η ΕΑΤ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ΜΑΧΠ της Μάλτας παραβίασε το δίκαιο της ΕΕ, διότι δεν προέβη σε αποτελεσματική εποπτεία της Pilatus Bank λόγω, μεταξύ άλλων, διαδικαστικών ελλείψεων και έλλειψης εποπτικών δράσεων· παρατηρεί ότι, στις 8 Νοεμβρίου 2018 η Επιτροπή απηύθυνε επίσημη γνώμη προς τη ΜΑΧΠ της Μάλτας, καλώντας την να λάβει πρόσθετα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις νομικές της υποχρεώσεις[123]· καλεί τη ΜΑΧΠ της Μάλτας να πάρει μέτρα για να συμμορφωθεί με τις αντίστοιχες συστάσεις·

227. λαμβάνει υπό σημείωση την επιστολή προς την επιτροπή TAX3 από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Μάλτας στην ΕΕ, σε απάντηση στις ανησυχίες της επιτροπής σχετικά με την εικαζόμενη συμμετοχή ορισμένων ΠΕΠ της Μάλτας σε πιθανό νέο επεισόδιο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και φοροδιαφυγής που συνδέεται με μια εταιρεία με έδρα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) με την ονομασία «17 Black»[124]· εκφράζει τη λύπη του για την έλλειψη ακρίβειας των απαντήσεων που ελήφθησαν· εκφράζει την ανησυχία του για την κατά τα φαινόμενα πολιτική αδράνεια των αρχών της Μάλτας· εκφράζει ιδιαίτερη ανησυχία για το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις περί 17 Black, φαίνεται να εμπλέκονται ΠΕΠ από τα υψηλότερα επίπεδα της κυβέρνησης της Μάλτας· καλεί τις αρχές της Μάλτας να ζητήσουν αποδεικτικά στοιχεία από τα ΗΑΕ υπό τη μορφή επιστολών νομικής συνδρομής· καλεί τα ΗΑΕ να συνεργαστούν με τις αρχές της Μάλτας και της Ευρώπης και να διασφαλίσουν ότι τα κεφάλαια που είναι δεσμευμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της 17 Black θα παραμείνουν δεσμευμένα έως ότου διεξαχθεί διεξοδική έρευνα· επισημαίνει, ειδικότερα, την κατά τα φαινόμενα έλλειψη ανεξαρτησίας τόσο της ΜΑΧΠ της Μάλτας όσο και του Διοικητή της Αστυνομίας της Μάλτας· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί μέτρα κατά των ΠΕΠ που εμπλέκονται σε υποθέσεις εικαζόμενης διαφθοράς· υπογραμμίζει ότι η έρευνα της Μάλτας θα μπορούσε να επωφεληθεί από τη σύσταση μιας κοινής ομάδας έρευνας (ΚΟΕ), που θα βασίζεται σε μια ad hoc συμφωνία[125], προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την ανεξαρτησία και την ποιότητα των εν εξελίξει εθνικών ερευνών, με την υποστήριξη της Ευρωπόλ και της Eurojust·

228. σημειώνει ότι την εποχή της δολοφονίας της, η ερευνητική δημοσιογράφος Daphne Caruana Galizia εργαζόταν πάνω στη μεγαλύτερη διαρροή πληροφοριών που είχε ποτέ λάβει, η οποία προερχόταν από τους διακομιστές της ElectroGas, της εταιρείας διαχείρισης του σταθμού ηλεκτροπαραγωγής της Μάλτας· σημειώνει επίσης ότι ιδιοκτήτης της 17 Black, η οποία επρόκειτο να μεταφέρει μεγάλα χρηματικά ποσά σε πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα της Μάλτας υπεύθυνα για τον συγκεκριμένο σταθμό ηλεκτροπαραγωγής, είναι ο διευθυντής και μέτοχος της ΕlectroGas·

229. εκφράζει την ανησυχία του για την αύξηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στο πλαίσιο άλλων μορφών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, ιδίως του φαινομένου των λεγόμενων «ιπτάμενων χρημάτων» και των «περιβόητων οδών»· τονίζει ότι είναι αναγκαία η ενίσχυση του συντονισμού και της συνεργασίας μεταξύ των τοπικών και περιφερειακών διοικητικών αρχών και των αρχών επιβολής του νόμου για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων στις ευρωπαϊκές πόλεις·

230. έχει επίγνωση του γεγονότος ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες συνίσταται μέχρι στιγμής σε οδηγίες και βασίζεται στην ελάχιστη εναρμόνιση, γεγονός που οδήγησε σε διαφορετικές εθνικές πρακτικές εποπτείας και επιβολής στα κράτη μέλη· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει στην απαιτούμενη εκτίμηση επιπτώσεων, στο πλαίσιο μελλοντικής αναθεώρησης της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά πόσον ένας κανονισμός θα αποτελούσε καταλληλότερη νομική πράξη από ό,τι μια οδηγία· ζητεί, εν προκειμένω, την ταχεία μετατροπή σε κανονισμό της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, εφόσον η εκτίμηση επιπτώσεων υποδείξει τέτοια ανάγκη·

5.1. Συνεργασία μεταξύ εποπτικών αρχών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και αρχών προληπτικής εποπτείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

231. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, μετά τις πρόσφατες περιπτώσεις παραβιάσεων ή εικαζόμενων παραβιάσεων των κανόνων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ανακοινώθηκε συμπληρωματική δράση από τον Πρόεδρο της Επιτροπής στην ομιλία του για την κατάσταση της Ένωσης, στις 12 Σεπτεμβρίου 2018·

232. ζητεί τον απαραίτητο αυξημένο έλεγχο και συνεχή εποπτεία των μελών των διοικητικών συμβουλίων και των μετόχων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων και των ασφαλιστικών εταιρειών στην ΕΕ, και τονίζει ιδιαίτερα τη δυσκολία ανάκλησης τραπεζικών αδειών ή ισοδύναμων ειδικών αδειών·

233. υποστηρίζει το έργο που έχει αναλάβει η κοινή ομάδα εργασίας, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους της Γενικής Διεύθυνσης Δικαιοσύνης και Καταναλωτών της Επιτροπής και της Γενικής Διεύθυνσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών και Ένωσης Κεφαλαιαγορών της Επιτροπής, της ΕΚΤ, των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών (ΕΕΑ) και τον πρόεδρο της υποεπιτροπής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες της Μεικτής Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, με στόχο τον εντοπισμό των υφιστάμενων αδυναμιών και την πρόταση μέτρων που θα επιτρέψουν την αποτελεσματική συνεργασία και τον συντονισμό και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών και των υπηρεσιών επιβολής·

234. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το τρέχον επίπεδο συντονισμού των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ΚΞΧ/ΧΤ), ιδίως σε καταστάσεις ΚΞΧ/ΧΤ με διασυνοριακές επιπτώσεις, δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων προκλήσεων στον εν λόγω τομέα και ότι η ικανότητα της Ένωσης να επιβάλλει συντονισμένους κανόνες και πρακτικές για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι επί του παρόντος ανεπαρκής·

235. ζητεί την αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων στόχων που οδηγούν σε ένα ενισχυμένο πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ, όπως αναφέρεται στο «Έγγραφο προβληματισμού σχετικά με τα πιθανά στοιχεία ενός χάρτη πορείας για την απρόσκοπτη συνεργασία μεταξύ των εποπτικών αρχών της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και των αρχών προληπτικής εποπτείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση»[126], όπως η δημιουργία, σε επίπεδο ΕΕ, μηχανισμού για τον καλύτερο συντονισμό των δραστηριοτήτων των φορέων εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ σε οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα, ιδίως σε περιπτώσεις όπου οι ανησυχίες για την ΚΞΧ/ΧΤ ενδέχεται να έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις, καθώς και η πιθανή συγκέντρωση της εποπτείας της ΚΞΧ μέσω υφιστάμενου ή νέου οργανισμού της Ένωσης που θα έχει την εξουσία να επιβάλλει εναρμονισμένους κανόνες και πρακτικές στα κράτη μέλη της ΕΕ· θεωρεί ότι, εάν καθιερωθεί ο μηχανισμός αυτός, θα πρέπει να διατεθούν επαρκείς ανθρώπινοι και οικονομικοί πόροι για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του·

236. υπενθυμίζει ότι η ΕΚΤ έχει την αρμοδιότητα και την ευθύνη για την απόσυρση της άδειας πιστωτικών ιδρυμάτων για σοβαρές παραβιάσεις των κανόνων για την ΚΞΧ/ΧΤ· σημειώνει, ωστόσο, ότι η ΕΚΤ εξαρτάται πλήρως από τις εθνικές εποπτικές αρχές για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες για πληροφορίες σχετικά με παραβιάσεις που εντοπίζονται από τις εθνικές αρχές· καλεί τις εθνικές αρχές για την ΚΞΧ να διαθέσουν εγκαίρως στην ΕΚΤ ποιοτικές πληροφορίες, ώστε η ΕΚΤ να μπορεί να επιτελεί σωστά το έργο της· χαιρετίζει, στο πλαίσιο αυτό, την πολυμερή συμφωνία σχετικά με τις πρακτικές λεπτομέρειες για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της ΕΚΤ και όλων των αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία της συμμόρφωσης των πιστωτικών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με τις υποχρεώσεις ΚΞΧ/ΧΤ σύμφωνα με την AMLD4·

237. θεωρεί ότι η προληπτική εποπτεία και η εποπτεία για την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως χωριστές έννοιες· υπογραμμίζει ότι οι ΕΕΑ έχουν περιορισμένες δυνατότητες για να αναλάβουν σημαντικότερο ρόλο στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες λόγω των δομών λήψης αποφάσεων, της έλλειψης εξουσιών και των περιορισμένων πόρων τους· τονίζει ότι η ΕΑΤ θα πρέπει να αναλάβει ηγετικό ρόλο στον εν λόγω αγώνα, ενώ παράλληλα θα πρέπει να συντονίζεται στενά με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) και την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ), και θα πρέπει, ως εκ τούτου, επειγόντως, να αποκτήσει επαρκή ικανότητα σε ανθρώπινους και υλικούς πόρους ώστε να συμβάλλει αποτελεσματικά στη συνεπή και αποτελεσματική πρόληψη της χρήσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, μεταξύ άλλων με τη διενέργεια εκτιμήσεων κινδύνου για τις αρμόδιες αρχές και ελέγχων εντός του συνολικού πλαισίου της· ζητεί να δίνεται μεγαλύτερη δημοσιότητα στους ελέγχους αυτούς και, ιδίως, να παρέχονται συστηματικά σχετικές πληροφορίες στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σε περίπτωση σοβαρών ελλείψεων που εντοπίζονται σε εθνικό επίπεδο ή σε επίπεδο ΕΕ[127]·

238. σημειώνει την αυξημένη σημασία των εθνικών εποπτικών αρχών· παροτρύνει την Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΤ, να προτείνει μηχανισμούς για τη διευκόλυνση της αυξημένης συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ των αρχών χρηματοπιστωτικής εποπτείας· ζητεί, μακροπρόθεσμα, αυξημένη εναρμόνιση των πρακτικών εποπτείας των διαφόρων εθνικών αρχών ΚΞΧ·

239. εκφράζει την ικανοποίησή του για την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 12ης Σεπτεμβρίου 2018, σχετικά με την ισχυροποίηση του ενωσιακού πλαισίου προληπτικής εποπτείας και εποπτείας της καταπολέμησης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (COM(2018)0645) και για την πρόταση που περιλαμβάνει σχετικά με την επανεξέταση των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών για την ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης· θεωρεί ότι η ΕΑΤ θα πρέπει να αναλάβει ηγετικό, συντονιστικό και εποπτικό ρόλο σε επίπεδο Ένωσης για την αποτελεσματική προστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος από τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τους κινδύνους της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ενόψει των ανεπιθύμητων δυνητικών συστημικών συνεπειών για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης, οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν από καταχρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και υπό το πρίσμα της εμπειρίας που έχει ήδη αποκτήσει η ΕΑΤ όσον αφορά την προστασία του τραπεζικού τομέα από τις εν λόγω παραβιάσεις ως μια αρχή με αρμοδιότητα εποπτείας σε όλα τα κράτη μέλη·

240. σημειώνει τις ανησυχίες που εξέφρασε η ΕΑΤ όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (2013/36/ΕΕ) σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων[128]·  χαιρετίζει τις προτάσεις της ΕΑΤ για την αντιμετώπιση των αδυναμιών που προκαλούνται από το ισχύον νομικό πλαίσιο της Ένωσης· καλεί τα κράτη μέλη να μεταφέρουν ταχέως στο εθνικό δίκαιο τις πρόσφατα εγκριθείσες αλλαγές στην οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις·

5.2. Συνεργασία μεταξύ των μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ)

241. υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την AMLD5, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν αυτοματοποιημένους κεντρικούς μηχανισμούς που να επιτρέπουν την ταχεία ταυτοποίηση των κατόχων τραπεζικών λογαριασμών και λογαριασμών πληρωμών, και να διασφαλίζουν ότι κάθε ΜΧΠ είναι σε θέση να παρέχει εγκαίρως στις άλλες ΜΧΠ πληροφορίες που περιέχονται σε αυτούς τους κεντρικούς μηχανισμούς· τονίζει τη σημασία της έγκαιρης πληροφόρησης για την πρόληψη οικονομικών εγκλημάτων και τη διακοπή των ερευνών· καλεί τα κράτη μέλη να επιταχύνουν τη δημιουργία αυτών των μηχανισμών, ώστε οι ΜΧΠ των κρατών μελών να είναι σε θέση να συνεργάζονται αποτελεσματικά μεταξύ τους για τον εντοπισμό και την καταπολέμηση των δραστηριοτήτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· ενθαρρύνει ένθερμα τις ΜΧΠ των κρατών μελών να χρησιμοποιούν το σύστημα FIU.net· παρατηρεί τη σημασία της προστασίας των δεδομένων και σε αυτόν τον τομέα·

242. θεωρεί ότι, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, είναι ζωτικής σημασίας οι εθνικές ΜΧΠ να διαθέτουν επαρκείς πόρους και ικανότητες·

243. υπογραμμίζει ότι, προκειμένου να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, είναι απαραίτητη η συνεργασία όχι μόνο μεταξύ των ΜΧΠ των κρατών μελών, αλλά και μεταξύ των ΜΧΠ των κρατών μελών και των ΜΧΠ τρίτων χωρών· επισημαίνει τις πολιτικές συμφωνίες σχετικά με τις διοργανικές διαπραγματεύσεις[129] ενόψει της μελλοντικής έγκρισης της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κανόνων με σκοπό τη διευκόλυνση της χρήσης χρηματοοικονομικών και άλλων πληροφοριών για την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη ορισμένων ποινικών αδικημάτων και την κατάργηση της απόφασης 2000/642/ΔΕΥ του Συμβουλίου·

244. καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει εξειδικευμένους κύκλους κατάρτισης για τις ΜΧΠ, ιδίως όσον αφορά τις πιο περιορισμένες ικανότητες σε ορισμένα κράτη μέλη· λαμβάνει υπό σημείωση τη συνεισφορά του ομίλου Egmont, που συγκεντρώνει 159 ΜΧΠ και στοχεύει στην ενίσχυση της επιχειρησιακής συνεργασίας τους ενθαρρύνοντας την επιδίωξη και την υλοποίηση πολλών έργων· αναμένει την αξιολόγηση από την Επιτροπή του πλαισίου συνεργασίας των ΜΧΠ με τρίτες χώρες και των εμποδίων και ευκαιριών ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ των ΜΧΠ της Ένωσης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η δυνατότητα δημιουργίας ενός μηχανισμού συντονισμού και στήριξης· υπενθυμίζει ότι η εν λόγω αξιολόγηση πρέπει να είναι έτοιμη έως την 1η Ιουνίου 2019·

245. καλεί την Επιτροπή να συνεργαστεί ενεργά με τα κράτη μέλη για την εξεύρεση μηχανισμών για τη βελτίωση και την ενίσχυση της συνεργασίας των ΜΧΠ των κρατών μελών με τις ΜΧΠ τρίτων χωρών· καλεί την Επιτροπή να αναλάβει κατάλληλη δράση στο θέμα αυτό στα σχετικά διεθνή φόρουμ, όπως ο ΟΟΣΑ και η Ειδική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF)· θεωρεί ότι σε κάθε συμφωνία που θα προκύψει θα πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

246. καλεί την Επιτροπή να εκπονήσει έκθεση προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στην οποία θα αξιολογεί κατά πόσον οι διαφορές ως προς το καθεστώς και την οργάνωση μεταξύ των ΜΧΠ των κρατών μελών παρεμποδίζουν τη συνεργασία για την καταπολέμηση των σοβαρών εγκλημάτων με διασυνοριακή διάσταση·

247. επισημαίνει ότι η μη τυποποίηση των μορφοτύπων αναφοράς ύποπτων συναλλαγών (STR) και των κατώτατων ορίων STR μεταξύ των κρατών μελών και σε σχέση με τις διαφορετικές υπόχρεες οντότητες οδηγεί σε δυσκολίες κατά την επεξεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ΜΧΠ· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει, με την υποστήριξη της ΕΑΤ, μηχανισμούς για τη δημιουργία, το ταχύτερο δυνατό, τυποποιημένων μορφοτύπων αναφοράς για τις υπόχρεες οντότητες, προκειμένου να διευκολυνθεί και να ενισχυθεί η επεξεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ΜΧΠ σε υποθέσεις με διασυνοριακή διάσταση, και να μελετήσει το θέμα της τυποποίησης των κατώτατων ορίων ύποπτων συναλλαγών

248. καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τη δυνατότητα δημιουργίας αυτοματοποιημένων συστημάτων ανάκτησης STR που θα επέτρεπαν στις ΜΧΠ των κρατών μελών να αναζητούν συναλλαγές και τους εκκινητές και τους παραλήπτες τους που έχουν επανειλημμένα αναφερθεί ως ύποπτοι σε διαφορετικά κράτη μέλη·

249. ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές και τις ΜΧΠ να συνεργαστούν με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και άλλες υπόχρεες οντότητες προκειμένου να ενισχύσουν την αναφορά ύποπτων δραστηριοτήτων και να μειώσουν την αμυντική αναφορά, συμβάλλοντας έτσι στη διασφάλιση ότι οι ΜΧΠ θα λαμβάνουν πιο χρήσιμες, εστιασμένες και πλήρεις πληροφορίες για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους, διασφαλίζοντας παράλληλα τη συμμόρφωση με τον γενικό κανονισμό για την προστασία των δεδομένων·

250. υπενθυμίζει τη σημασία της ανάπτυξης βελτιωμένων διαύλων διαλόγου, επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των δημόσιων αρχών και συγκεκριμένων συμφεροντούχων του ιδιωτικού τομέα, γνωστών εν γένει ως συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), ιδίως για τις υπόχρεες οντότητες δυνάμει της οδηγίας AMLD, και επισημαίνει την ύπαρξη και τα θετικά αποτελέσματα της μόνης διακρατικής ΣΔΙΤ, της σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στον τομέα των χρηματοοικονομικών πληροφοριών, η οποία προωθεί τη στρατηγική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ τραπεζών, ΜΧΠ, υπηρεσιών επιβολής του νόμου και εθνικών ρυθμιστικών αρχών σε όλα τα κράτη μέλη·

251. υποστηρίζει τη συνεχή βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των ΜΧΠ και των αρχών επιβολής του νόμου, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπόλ· θεωρεί ότι μια τέτοια εταιρική σχέση πρέπει να καθιερωθεί στον τομέα των νέων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένων των εικονικών περιουσιακών στοιχείων, ούτως ώστε να επισημοποιηθούν προϋπάρχουσες δραστηριότητες στα κράτη μέλη· καλεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (EDPB) να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις στους φορείς της αγοράς που επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ως μέρος των υποχρεώσεών τους δέουσας επιμέλειας ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να συμμορφώνονται με τις σχετικές διατάξεις για την προστασία των δεδομένων·

252. επισημαίνει ότι η αύξηση και η βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών και των ΜΧΠ είναι ζωτικής σημασίας για την αποτελεσματική καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της φοροδιαφυγής; υπογραμμίζει περαιτέρω ότι η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της φοροδιαφυγής απαιτεί επίσης καλή συνεργασία μεταξύ των ΜΧΠ και των τελωνειακών αρχών·

253. ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει έκθεση σχετικά με το υφιστάμενο καθεστώς και τις βελτιώσεις στις ΜΧΠ των κρατών μελών της ΕΕ σε σχέση με τη διάδοση, ανταλλαγή και επεξεργασία πληροφοριών, σύμφωνα με τις συστάσεις της PANA[130] και την έκθεση χαρτογράφησης που εκπονήθηκε από την πλατφόρμα ΜΧΠ των κρατών μελών·

5.3. Υπόχρεες οντότητες (φάσμα)

254. χαιρετίζει το γεγονός ότι η AMLD5 έχει διευρύνει τον κατάλογο των υπόχρεων οντοτήτων, ώστε να περιλαμβάνει παρόχους υπηρεσιών ανταλλαγής μεταξύ εικονικών νομισμάτων και πιστωτικού χρήματος, παρόχους υπηρεσιών θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών, εμπόρους έργων τέχνης και ελεύθερους λιμένες·

255. καλεί την Επιτροπή να λάβει μέτρα για να βελτιωθεί η επιβολή της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, ιδίως για να διευκρινιστεί καλύτερα ότι η ευθύνη για την ορθή εφαρμογή της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη εμπίπτει πάντοτε στην υπόχρεη οντότητα, ακόμη και όταν ανατίθεται σε εξωτερικούς φορείς, και να προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων όταν προκύπτει αμέλεια ή σύγκρουση συμφερόντων σε περιπτώσεις εξωτερικής ανάθεσης· υπογραμμίζει τη νομική υποχρέωση που έχουν βάσει της οδηγίας AMLD5 οι υπόχρεες οντότητες για διενέργεια ενισχυμένων ελέγχων και συστηματικών αναφορών όταν διενεργούν διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς τις επιχειρηματικές σχέσεις ή τις συναλλαγές στις οποίες συμμετέχουν χώρες οι οποίες χαρακτηρίζονται από την Επιτροπή ως τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

5.4. Μητρώα

256. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η DAC5 επιτρέπει την πρόσβαση των φορολογικών αρχών σε στοιχεία για τους πραγματικούς δικαιούχους και σε άλλες πληροφορίες δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη· υπενθυμίζει ότι η πρόσβαση αυτή είναι απαραίτητη για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων των φορολογικών αρχών·

257. σημειώνει ότι η νομοθεσία της Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες υποχρεώνει τα κράτη μέλη να δημιουργούν κεντρικά μητρώα που περιλαμβάνουν πλήρη στοιχεία σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους εταιρειών και καταπιστευμάτων, ενώ προβλέπει τη διασύνδεσή τους· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η AMLD5 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο είναι προσβάσιμες σε όλες τις περιπτώσεις στο ευρύ κοινό στο σύνολό του·

258. σημειώνει ωστόσο ότι, όσον αφορά τα καταπιστεύματα, τα εθνικά μητρώα θα είναι καταρχήν προσβάσιμα μόνο σε εκείνους που αποδεικνύουν έννομο συμφέρον πρόσβασης· τονίζει ότι τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να ανοίξουν στο κοινό τα μητρώα των πραγματικών δικαιούχων για καταπιστεύματα, όπως έχει ήδη ζητήσει το Κοινοβούλιο· καλεί τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν ελεύθερα προσβάσιμα και ανοικτά μητρώα δεδομένων· υπενθυμίζει, σε κάθε περίπτωση, ότι το τέλος που ενδέχεται να αποφασίσουν να επιβάλουν δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το διοικητικό κόστος που συνεπάγεται η διάθεση των πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων συντήρησης και ανάπτυξης των μητρώων·

259. τονίζει ότι η διασύνδεση των μητρώων πραγματικών δικαιούχων θα πρέπει να διασφαλίζεται από την Επιτροπή· θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί στενά τη λειτουργία του εν λόγω διασυνδεδεμένου συστήματος και να αξιολογεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος κατά πόσον λειτουργεί σωστά και κατά πόσον θα πρέπει να συμπληρωθεί με τη δημιουργία ενός δημόσιου μητρώου της ΕΕ για τους πραγματικούς δικαιούχους ή άλλων μηχανισμών που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά οποιοεσδήποτε ενδεχόμενες αδυναμίες· καλεί την Επιτροπή, στο μεταξύ, να αναπτύξει και να εκδώσει τεχνικές κατευθυντήριες γραμμές για την προώθηση της σύγκλισης του μορφότυπου, της διαλειτουργικότητας και της διασύνδεσης των μητρώων των κρατών μελών· είναι της άποψης ότι η πραγματική κυριότητα των καταπιστευμάτων θα πρέπει να έχει το ίδιο επίπεδο διαφάνειας με τις εταιρείες στο πλαίσιο της AMLD5, εξασφαλίζοντας παράλληλα κατάλληλες εγγυήσεις·

260. εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι οι πληροφορίες στα μητρώα πραγματικών δικαιούχων δεν είναι πάντοτε επαρκείς και/ή ακριβείς· καλεί, κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι τα μητρώα πραγματικών δικαιούχων περιλαμβάνουν μηχανισμούς επαλήθευσης για την εξασφάλιση της ακρίβειας των δεδομένων· καλεί την Επιτροπή να αξιολογεί τους μηχανισμούς επαλήθευσης και την αξιοπιστία των δεδομένων στις ανασκοπήσεις της·

261. ζητεί αυστηρότερο και ακριβέστερο ορισμό των πραγματικών δικαιούχων, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι όλα τα φυσικά πρόσωπα που έχουν την κυριότητα ή τον έλεγχο μιας νομικής οντότητας εντοπίζονται·

262. υπενθυμίζει την ανάγκη για σαφείς κανόνες που επιτρέπουν τον άμεσο εντοπισμό των πραγματικών δικαιούχων, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης ύπαρξης γραπτού εγγράφου σύστασης και καταχώρισης του καταπιστεύματος ή άλλης παρόμοιας δομής στο κράτος μέλος στο οποίο δημιουργείται, τελεί υπό διαχείριση ή λειτουργεί το καταπίστευμα·

263. υπογραμμίζει το πρόβλημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω επενδύσεων σε ακίνητα σε ευρωπαϊκές πόλεις μέσω αλλοδαπών εταιρειών-βιτρινών· υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα της εναρμόνισης των πληροφοριών που περιέχονται στα κτηματολόγια και στα μητρώα ακινήτων και να αξιολογήσει την ανάγκη διασύνδεσης των εν λόγω μητρώων· καλεί την Επιτροπή να συνοδεύσει την έκθεση αυτή, εφόσον αρμόζει, με νομοθετική πρόταση· είναι της γνώμης ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τους τελικούς πραγματικούς δικαιούχους γης και ακίνητης περιουσίας·

264. επαναλαμβάνει τη θέση του σχετικά με τη δημιουργία μητρώων πραγματικών δικαιούχων για τις συμβάσεις ασφάλισης ζωής, όπως διατυπώνεται στις διοργανικές διαπραγματεύσεις για την AMLD5· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει κατά πόσον είναι εφικτό και αναγκαίο να καταστούν οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο τις συμβάσεις ασφάλισης ζωής και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι προσβάσιμες στις αρμόδιες αρχές·

265. σημειώνει ότι, σύμφωνα με την AMLD5, η Επιτροπή πρέπει να προβεί σε ανάλυση της σκοπιμότητας συγκεκριμένων μέτρων και μηχανισμών σε επίπεδο Ένωσης και κρατών μελών, καθιστώντας δυνατή τη συλλογή και την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων που έχουν συσταθεί εκτός της Ένωσης· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση για έναν τέτοιο μηχανισμό σε περίπτωση που η ανάλυση σκοπιμότητας είναι ευνοϊκή·

5.5. Τεχνολογικοί κίνδυνοι και εικονικά περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των εικονικών νομισμάτων και των κρυπτονομισμάτων

266. υπογραμμίζει το θετικό δυναμικό των νέων τεχνολογιών κατανεμημένου καθολικού (DLT), όπως η τεχνολογία blockchain· σημειώνει, ταυτόχρονα, την αυξανόμενη κατάχρηση νέων μεθόδων πληρωμής και μεταφοράς βάσει αυτών των τεχνολογιών για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή τη διάπραξη άλλων οικονομικών εγκλημάτων· αναγνωρίζει την ανάγκη να παρακολουθούνται οι ταχέως μεταβαλλόμενες τεχνολογικές εξελίξεις προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η νομοθεσία αντιμετωπίζει με αποτελεσματικό τρόπο την κατάχρηση των νέων τεχνολογιών και την ανωνυμία, γεγονός που διευκολύνει τις εγκληματικές δραστηριότητες χωρίς να περιορίζονται οι θετικές πτυχές τους·

267. παροτρύνει την Επιτροπή να εξετάσει προσεκτικά τους σχετικούς κρυπτοπαράγοντες που δεν καλύπτονται επί του παρόντος από τη νομοθεσία της Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και να διευρύνει τον κατάλογο των υπόχρεων οντοτήτων, εφόσον απαιτείται, και ιδίως των παρόχων υπηρεσιών στον τομέα των συναλλαγών που συνεπάγονται ανταλλαγές ενός ή περισσότερων εικονικών νομισμάτων· καλεί, στο μεταξύ, τα κράτη μέλη να μεταφέρουν το συντομότερο δυνατόν στο εθνικό τους δίκαιο τις διατάξεις της AMLD5 οι οποίες επιβάλλουν υποχρέωση για τα πορτοφόλια του εικονικού νομίσματος και σχετικά με την ανταλλαγή υπηρεσιών για τον προσδιορισμό των πελατών τους, γεγονός που θα καθιστούσε πολύ δυσχερή την ανώνυμη χρήση εικονικών νομισμάτων·

268. καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις τεχνολογικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένης της ταχείας επέκτασης των καινοτόμων επιχειρηματικών μοντέλων της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας και της υιοθέτησης αναδυόμενων τεχνολογιών όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι DLT, η γνωστική πληροφορική και η μηχανική μάθηση, προκειμένου να εκτιμηθούν οι τεχνολογικοί κίνδυνοι και τα πιθανά παραθυράκια και να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα σε κυβερνοεπιθέσεις ή σε καταρρεύσεις του συστήματος, ιδίως με την προώθηση της προστασίας των δεδομένων· ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές και την Επιτροπή να προβούν σε ενδελεχή αξιολόγηση των πιθανών συστημικών κινδύνων που αφορούν τις εφαρμογές DLT·

269. υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη και η χρήση εικονικών περιουσιακών στοιχείων αποτελεί μακροπρόθεσμη τάση που θα εξακολουθήσει να υφίσταται και θα ενταθεί στη διάρκεια των επόμενων ετών, ιδίως χάρη στη χρήση εικονικών νομισμάτων για διάφορες χρήσεις όπως η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων· ζητεί από την Επιτροπή να αναπτύξει ένα κατάλληλο πλαίσιο σε επίπεδο ΕΕ προκειμένου να ανταποκρίνεται σε αυτές τις εξελίξεις, αντλώντας έμπνευση τόσο από τις εργασίες σε διεθνές επίπεδο όσο και από τις ευρωπαϊκές αρχές όπως η ΕΑΚΑΑ· θεωρεί ότι αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να εξασφαλίζει τις απαραίτητες εγγυήσεις έναντι των συγκεκριμένων κινδύνων που εγκυμονούν τα εικονικά περιουσιακά στοιχεία χωρίς να παρεμποδίζει την καινοτομία·

270. επισημαίνει ειδικότερα ότι η αδιαφάνεια των εικονικών περιουσιακών στοιχείων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διευκόλυνση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της φοροδιαφυγής· παροτρύνει την Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, να παράσχει σαφή καθοδήγηση σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα εικονικά περιουσιακά στοιχεία θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως υφιστάμενο ή νέο χρηματοπιστωτικό μέσο στη MiFID2 και τις περιστάσεις υπό τις οποίες έχει εφαρμογή η νομοθεσία της ΕΕ στις αρχικές προσφορές κερμάτων·

271. καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει την απαγόρευση ορισμένων μέτρων ανωνυμίας σχετικά με συγκεκριμένα εικονικά περιουσιακά στοιχεία και, αν κριθεί απαραίτητο, να εξετάσει το ενδεχόμενο ρύθμισης των εικονικών περιουσιακών στοιχείων ως χρηματοπιστωτικών μέσων· τονίζει ότι οι ΜΧΠ θα πρέπει να είναι σε θέση να συνδέουν τις διευθύνσεις εικονικών νομισμάτων και κρυπτονομισμάτων με την ταυτότητα του ιδιοκτήτη των εικονικών περιουσιακών στοιχείων· θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τη δυνατότητα υποχρεωτικής καταχώρισης των χρηστών των εικονικών περιουσιακών στοιχείων· υπενθυμίζει ότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν ήδη θεσπίσει διάφορους τύπος μέτρων για συγκεκριμένα τμήματα αυτού του τομέα όπως είναι οι αρχικές προσφορές των αδειοπλαισίων και τα οποία θα πρέπει να αποτελέσουν έμπνευση για τη μελλοντική δράση της ΕΕ·

272. υπογραμμίζει ότι η FATF τόνισε πρόσφατα την επείγουσα ανάγκη να αναλάβουν όλες οι χώρες συντονισμένη δράση για την πρόληψη της χρήσης εικονικών περιουσιακών στοιχείων για την εγκληματικότητα και την τρομοκρατία, καλώντας όλες τις χώρες να λάβουν νομικά και πρακτικά μέτρα για να αποτρέψουν την κατάχρηση των εικονικών περιουσιακών στοιχείων[131]· καλεί την Επιτροπή να αναζητήσει τρόπους για να ενσωματώσει στο ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο τις συστάσεις και τους κανόνες που διατύπωσε η FATF σχετικά με τα εικονικά περιουσιακά στοιχεία· υπογραμμίζει ότι η Ένωση πρέπει να συνεχίσει να τάσσεται υπέρ ενός συνεκτικού και συντονισμένου διεθνούς πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων για τα εικονικά περιουσιακά στοιχεία, αξιοποιώντας τις προσπάθειες που έχει αναλάβει στην G20·

273. επαναλαμβάνει την έκκλησή του για επείγουσα αξιολόγηση από την Επιτροπή των συνεπειών που έχουν οι δραστηριότητες ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τα φορολογικά εγκλήματα· θεωρεί ότι αυτή η αξιολόγηση αποτελεί προτεραιότητα· σημειώνει την αύξηση του τομέα των ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών σε ορισμένες δικαιοδοσίες, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων από τις περιοχές του Βρετανικού Στέμματος, όπως η Νήσος του Μαν, όπου τα ηλεκτρονικά τυχερά παιχνίδια ήδη αντιστοιχούν στο 18 % του εθνικού εισοδήματος·

274. λαμβάνει υπό σημείωση τις εργασίες σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις εξ αποστάσεως διεργασίες εξακρίβωσης στοιχείων του πελάτη, με τις οποίες διερευνώνται θέματα όπως η δυνατότητα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που χρησιμοποιούν ηλεκτρονική ταυτοποίηση (e-ID) και η φορητότητα της εξακρίβωσης στοιχείων του πελάτη, ώστε η ταυτότητα των πελατών να προσδιορίζεται ψηφιακά· καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, να αξιολογήσει τα δυνητικά πλεονεκτήματα της καθιέρωσης ενός ευρωπαϊκού συστήματος ηλεκτρονικής ταυτοποίησης· υπενθυμίζει τη σημασία της διατήρησης κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ της προστασίας των δεδομένων και της ιδιωτικότητας και της ανάγκης να έχουν οι αρμόδιες αρχές πρόσβαση στις πληροφορίες για σκοπούς ποινικών ερευνών·

5.6. Κυρώσεις

275. τονίζει ότι η νομοθεσία της ΕΕ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες απαιτεί από τα κράτη μέλη να θεσπίζουν κυρώσεις για τις παραβιάσεις των κανόνων που διέπουν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· τονίζει ότι οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές· ζητεί τη θέσπιση απλουστευμένων διαδικασιών στα κράτη μέλη για την επιβολή οικονομικών κυρώσεων που επιβάλλονται για παραβιάσεις της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

276. προτρέπει τα κράτη μέλη να δημοσιεύουν, το συντομότερο δυνατόν και χωρίς εξαιρέσεις, πληροφορίες σχετικά με τη φύση και την αξία των κυρώσεων που επιβάλλονται, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του υπευθύνου· καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν επίσης κυρώσεις και μέτρα σχετικά με τα μέλη του διοικητικού οργάνου και άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία είναι υπεύθυνα για παραβιάσεις των κανόνων καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο[132]·

277. καλεί την Επιτροπή να υποβάλλει ανά διετία στο Κοινοβούλιο έκθεση σχετικά με την εθνική νομοθεσία και τις πρακτικές όσον αφορά τις κυρώσεις για παραβιάσεις της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

278. χαιρετίζει την έγκριση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1805 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου  και του Συμβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2018 σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων δέσμευσης και δήμευσης[133], ο οποίος αποβλέπει στο να διευκολυνθεί η διασυνοριακή ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων από εγκληματικές ενέργειες και κατά συνέπεια θα συμβάλει στην ενίσχυση της ικανότητας της Ένωσης για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας και στη διακοπή των πηγών χρηματοδότησης για εγκληματίες και τρομοκράτες σε ολόκληρη την Ένωση·

279. επικροτεί την έγκριση της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1673 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου  και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του ποινικού δικαίου[134], με την οποία θεσπίζονται νέες διατάξεις ποινικού δικαίου και διευκολύνεται η αποτελεσματικότερη και ταχύτερη διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών για την αποτελεσματικότερη πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και της συναφούς χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος· σημειώνει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί, ανάλογα με την περίπτωση, ότι οι αρμόδιες αρχές τους δεσμεύουν ή δημεύουν, σύμφωνα με την οδηγία 2014/42/ΕΕ[135], τα προϊόντα των αδικημάτων και τα όργανα που χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν κατά τη διάπραξή τους ή συνέβαλαν στη διάπραξή τους·

5.7. Διεθνής διάσταση

280. επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την AMLD4, η Επιτροπή υποχρεούται να προσδιορίζει τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου που παρουσιάζουν στρατηγικές ελλείψεις στο καθεστώς τους για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της καταπολέμησης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·

281. θεωρεί ότι, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το έργο που έχει αναληφθεί σε διεθνές επίπεδο για τον εντοπισμό τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου για τους σκοπούς της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ιδίως της FATF, είναι σημαντικό η Ένωση να διαθέτει έναν αυτόνομο κατάλογο τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου· χαιρετίζει, από την άποψη αυτή, τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό της Επιτροπής της 31ης Ιανουαρίου 2019 για τη συμπλήρωση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τις ελάχιστες ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβαίνουν και το είδος των επιπρόσθετων μέτρων που πρέπει να λαμβάνουν τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί για τον μετριασμό του κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σε ορισμένες τρίτες χώρες[136]·

282. χαιρετίζει την έγκριση, από την Επιτροπή, της μεθοδολογίας για την επισήμανση των τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, που δημοσιεύθηκε στις 22 Ιουνίου 2018[137]· εκφράζει την ικανοποίησή του για την αξιολόγηση της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 2019, σχετικά με τις χώρες «προτεραιότητας 1»·

283. υπογραμμίζει την ανάγκη να εξασφαλισθεί η συνοχή και η συμπληρωματικότητα μεταξύ του καταλόγου των τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και του ευρωπαϊκού καταλόγου μη συνεργάσιμων δικαιοδοσιών· επαναλαμβάνει την έκκλησή του να ανατεθεί στην Επιτροπή ένας κεντρικός ρόλος για τη διαχείριση και των δύο καταλόγων· καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει τη διαφάνεια της διαδικασίας ελέγχου των δικαιοδοσιών·

284. εκφράζει την ανησυχία του για τις καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες οι αρμόδιες αρχές στην Ελβετία δεν επιτελούν σωστά τις λειτουργίες τους για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας[138]· καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη τα στοιχεία αυτά κατά την επικαιροποίηση του καταλόγου των τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου και στις μελλοντικές διμερείς σχέσεις μεταξύ της Ελβετίας και της Ένωσης·

285. ζητεί από την Επιτροπή να παράσχει τεχνική βοήθεια σε τρίτες χώρες με σκοπό την ανάπτυξη αποτελεσματικών συστημάτων καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη συνεχή τους βελτίωση·

286. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι η ΕΕ θα ομιλεί με μία φωνή στο πλαίσιο της FATF και ότι θα συμβάλουν ενεργά στον τρέχοντα προβληματισμό σχετικά με τη μεταρρύθμισή της, με στόχο την ενίσχυση των πόρων της και τη νομιμότητά της· καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει υπαλλήλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως παρατηρητές στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής στην FATF·

287. καλεί την Επιτροπή να αναλάβει μια παγκόσμια πρωτοβουλία για τη δημιουργία κεντρικών δημόσιων μητρώων τελικών δικαιούχων σε όλες τις δικαιοδοσίες· στο πλαίσιο αυτό, τονίζει τον ζωτικό ρόλο διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ και ο ΟΗΕ·

6. Διεθνής διάσταση της φορολογίας

288. επισημαίνει ότι ένα δίκαιο ευρωπαϊκό φορολογικό σύστημα απαιτεί ένα δικαιότερο παγκόσμιο φορολογικό περιβάλλον· επαναλαμβάνει το αίτημά του για την παρακολούθηση των εν εξελίξει φορολογικών μεταρρυθμίσεων τρίτων χωρών·

289. λαμβάνει υπό σημείωση τις προσπάθειες που καταβάλλουν ορισμένες τρίτες χώρες για να δράσουν αποφασιστικά κατά της BEPS· τονίζει, ωστόσο, ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα πρέπει να εξακολουθήσουν να είναι σύμφωνες με τους υφιστάμενους κανόνες του ΠΟΕ·

290. θεωρεί ότι οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά την επίσκεψη της επιτροπής στην Ουάσινγκτον σχετικά με τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις στις ΗΠΑ και τις πιθανές επιπτώσεις τους στη διεθνή συνεργασία έχουν ιδιαίτερη σημασία· πιστεύει ότι ορισμένες από τις διατάξεις του νόμου για τους φορολογικές ελαφρύνσεις και τις θέσεις εργασίας των ΗΠΑ του 2017 (US Tax Cuts and Jobs Act) θα ήταν ασυμβίβαστες με τους υφιστάμενους κανόνες του ΠΟΕ, σύμφωνα με ορισμένους εμπειρογνώμονες· παρατηρεί ότι ορισμένες διατάξεις της αμερικανικής φορολογικής μεταρρύθμισης επιδιώκουν μονομερώς και χωρίς αμοιβαιότητα να αναζωογονήσουν διακρατικά οφέλη που αποδίδονται στην επικράτεια των ΗΠΑ (με την προϋπόθεση ότι αυτά παράγονται, τουλάχιστον κατά 50%, στην επικράτεια των ΗΠΑ)· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή βρίσκεται επί του παρόντος στο στάδιο της αξιολόγησης των πιθανών ρυθμιστικών και εμπορικών επιπτώσεων, ιδίως των διατάξεων BEAT, GILTI και FDII[139] της νέας φορολογικής μεταρρύθμισης των ΗΠΑ· καλεί την Επιτροπή να ενημερώσει το Κοινοβούλιο για τα αποτελέσματα της αξιολόγησης·

291. επισημαίνει ότι αναπτύχθηκαν δύο τύποι διακυβερνητικών συμφωνιών (IGA) για τον νόμο περί φορολογικής συμμόρφωσης αλλοδαπών λογαριασμών (FATCA)  για να βοηθήσουν τον FATCA να συμμορφωθεί με τους διεθνείς νόμους[140]· θεωρεί ότι μόνο ένα από τα μοντέλα IGA είναι αμοιβαίο· εκφράζει τη λύπη του για τη σοβαρή ανισορροπία στην αμοιβαιότητα αυτών των συμφωνιών, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ συνήθως λαμβάνουν πολύ περισσότερες πληροφορίες από ξένες κυβερνήσεις από όσες παρέχουν οι ίδιες· καλεί την Επιτροπή να πραγματοποιήσει διαδικασία χαρτογράφησης για να αναλύσει την έκταση της αμοιβαιότητας κατά την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ΗΠΑ και των κρατών μελών·

292. καλεί το Συμβούλιο να δώσει εντολή στην Επιτροπή για να διαπραγματευτεί συμφωνία με τις ΗΠΑ για τη διασφάλιση της αμοιβαιότητας στον FATCA·

293. επαναλαμβάνει τις προτάσεις που περιέχονται στο ψήφισμά του της 5ης Ιουλίου 2018 σχετικά με τις δυσμενείς επιπτώσεις του FATCA σε πολίτες της ΕΕ και ιδίως στους «Αμερικανούς λόγω συγκυριών»[141], το οποίο ζητεί από την Επιτροπή να αναλάβει δράση για να διασφαλίσει ότι είναι εγγυημένα τα θεμελιώδη δικαιώματα όλων των πολιτών, ιδίως εκείνα των «Αμερικανών λόγω συγκυριών»;

294. καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να παρουσιάσουν μια κοινή προσέγγιση της ΕΕ για τον FATCA με στόχο την επαρκή προστασία των δικαιωμάτων των ευρωπαίων πολιτών (ιδίως των «Αμερικανών λόγω συγκυριών») και τη βελτίωση της αμοιβαιότητας στην αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών με τις ΗΠΑ, με προτιμώμενο πρότυπο τα κοινά πρότυπα αναφοράς· καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο, στο μεταξύ, να εξετάσουν αντίμετρα, όπως η παρακράτηση φόρου, όπου αρμόζει, ώστε να εξασφαλίζονται ίσοι όροι ανταγωνισμού, αν οι ΗΠΑ δεν διασφαλίσουν την αμοιβαιότητα στο πλαίσιο του FATCA·

295. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να παρακολουθούν τις νέες φορολογικές διατάξεις για τις εταιρείες των χωρών που συνεργάζονται με την ΕΕ βάσει διεθνούς συμφωνίας[142]·

6.1. Φορολογικοί παράδεισοι και περιοχές δικαιοδοσίας που διευκολύνουν τον ΕΦΣ εντός και εκτός της ΕΕ

296. υπενθυμίζει τη σημασία ενός κοινού ενωσιακού καταλόγου μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας (εφεξής «ο κατάλογος της ΕΕ»), ο οποίος θα βασίζεται σε ολοκληρωμένα, διαφανή, ισχυρά, αντικειμενικώς επαληθεύσιμα και κοινά αποδεκτά κριτήρια που θα επικαιροποιούνται τακτικά·

297. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η αρχική διαδικασία του καταλόγου της ΕΕ αφορούσε μόνο τρίτες χώρες· σημειώνει ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, έχει εντοπίσει αδυναμίες σε φορολογικά συστήματα ορισμένων κρατών μελών, οι οποίες διευκολύνουν τον ΕΦΣ· χαιρετίζει, ωστόσο, τη δήλωση της προέδρου της Ομάδας «Κώδικας δεοντολογίας για τη φορολογία των επιχειρήσεων» κατά την ακρόαση της επιτροπής TAX3 της 10ης Οκτωβρίου 2018, σχετικά με τη δυνατότητα ελέγχου των κρατών μελών με τα ίδια κριτήρια που καθορίστηκαν για τον κατάλογο της ΕΕ στο πλαίσιο της αναθεώρησης της εντολής της Ομάδας ΚΔ[143]·

298. χαιρετίζει την έγκριση από το Συμβούλιο του πρώτου καταλόγου της ΕΕ, στις 5 Δεκεμβρίου 2017, και τη συνεχιζόμενη παρακολούθηση των δεσμεύσεων που ανέλαβαν τρίτες χώρες· σημειώνει ότι ο κατάλογος έχει επικαιροποιηθεί αρκετές φορές με βάση την αξιολόγηση των εν λόγω δεσμεύσεων και, κατά συνέπεια, διάφορες χώρες έχουν αφαιρεθεί· παρατηρεί ότι στις 9 Νοεμβρίου 2018 ο κατάλογος περιλάμβανε μόνο πέντε φορολογικές δικαιοδοσίες: Αμερικανική Σαμόα, Γκουάμ, Σαμόα, Τρινιδάδ και Τομπάγκο και Αμερικανικές Παρθένοι Νήσοι·

299. υπογραμμίζει ότι οι διαδικασίες ανίχνευσης και παρακολούθησης είναι αδιαφανείς και ότι δεν είναι σαφές εάν έχει επιτευχθεί πραγματική πρόοδος όσον αφορά τις χώρες που αφαιρούνται από τον κατάλογο·

300. υπογραμμίζει ότι η αξιολόγηση από το Συμβούλιο και την Ομάδα ΚΔ για τη φορολογία των επιχειρήσεων βασίζεται σε κριτήρια που απορρέουν από τεχνικό πίνακα αποτελεσμάτων της Επιτροπής και ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε νομική συμμετοχή σε αυτή τη διαδικασία· καλεί, εν προκειμένω, την Επιτροπή και το Συμβούλιο να ενημερώσουν λεπτομερώς το Κοινοβούλιο πριν από οποιαδήποτε προτεινόμενη αλλαγή στον κατάλογο· καλεί το Συμβούλιο να δημοσιεύει τακτική έκθεση προόδου όσον αφορά τις περιοχές δικαιοδοσίας που κατατάσσονται σε μαύρη ή γκρίζα λίστα, στο πλαίσιο της τακτικής ενημέρωσης εκ μέρους της ΟΚΔ προς το Συμβούλιο·

301. καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να επεξεργαστούν μια φιλόδοξη και αντικειμενική μεθοδολογία η οποία δεν θα βασίζεται σε δεσμεύσεις αλλά σε εκτίμηση των συνεπειών της νομοθεσίας που εφαρμόζεται δεόντως και ορθά στις χώρες αυτές·

302. εκφράζει τη βαθιά του λύπη για την έλλειψη διαφάνειας κατά τη διαδικασία κατάρτισης του αρχικού καταλόγου και αποδοκιμάζει τη μη αντικειμενική εφαρμογή των κριτηρίων κατάρτισης του καταλόγου που καθόρισε το ECOFIN· επιμένει ότι η διαδικασία πρέπει να είναι απαλλαγμένη από κάθε πολιτική παρέμβαση· εκφράζει, ωστόσο, την ικανοποίησή του για τη βελτίωση της διαφάνειας που επιτεύχθηκε με τη δημοσιοποίηση επιστολών που στάλθηκαν σε περιοχές δικαιοδοσίας που υποβλήθηκαν σε έλεγχο από την ΟΚΔ, καθώς και της δέσμης των επιστολών δέσμευσης που ελήφθησαν· ζητεί να τεθούν στη διάθεση του κοινού όλες οι υπόλοιπες επιστολές που δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, προκειμένου να διασφαλιστεί ο έλεγχος και η ορθή υλοποίηση των δεσμεύσεων· θεωρεί ότι οι δικαιοδοσίες που αρνούνται να δώσουν τη συγκατάθεσή τους για την αποκάλυψη των δεσμεύσεών τους προκαλούν τη δημόσια υποψία ότι δεν είναι συνεργάσιμες σε φορολογικά θέματα·

303. χαιρετίζει τις πρόσφατες διευκρινίσεις της ΟΚΔ σχετικά με δίκαια φορολογικά κριτήρια, ιδίως όσον αφορά την έλλειψη οικονομικής ουσίας για περιοχές δικαιοδοσίας που είτε δεν έχουν φορολογικό συντελεστή εισοδήματος εταιρειών είτε έχουν μεν, αλλά το ποσοστό του προσεγγίζει το 0 %· καλεί τα κράτη μέλη να εργαστούν προς την κατεύθυνση της σταδιακής βελτίωσης των κριτηρίων του ενωσιακού καταλόγου, ώστε να καλυφθούν όλες οι επιζήμιες φορολογικές πρακτικές[144]·

304. χαιρετίζει το νέο παγκόσμιο πρότυπο του ΟΟΣΑ για την εφαρμογή του συντελεστή σημαντικών δραστηριοτήτων σε περιοχές δικαιοδοσίας με μηδενικούς ή ονομαστικούς μόνο φόρους[145], το οποίο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις εργασίες της ΕΕ για τη διαδικασία κατάρτισης του ενωσιακού καταλόγου[146]· καλεί τα κράτη μέλη να ασκήσουν πίεση στην G20 προκειμένου να αναμορφώσει τα κριτήρια της μαύρης λίστας του ΟΟΣΑ ώστε να επεκταθούν πέρα από την αμιγή φορολογική διαφάνεια και να αντιμετωπιστούν επίσης η φοροδιαφυγή και ο ΕΦΣ·

305. ζητεί η ειδική περίπτωση της Ελβετίας, για την οποία δεν προβλέπεται συγκεκριμένη προθεσμία λόγω προηγούμενης συμφωνίας μεταξύ της Ελβετίας και της ΕΕ, να περιληφθεί στο παράρτημα Ι έως το τέλος του 2019, υπό τον όρο ότι έως τότε, μετά τη σωστή διαδικασία κλιμάκωσης, η Ελβετία δεν θα καταργήσει τα μη συμμορφούμενα φορολογικά καθεστώτα της, τα οποία επιτρέπουν την άνιση μεταχείριση του αλλοδαπού και του εγχώριου εισοδήματος, καθώς και φορολογικά πλεονεκτήματα για ορισμένες μορφές εταιρειών·

306. σημειώνει με ανησυχία ότι οι τρίτες χώρες μπορούν να καταργήσουν τα μη συμμορφούμενα φορολογικά καθεστώτα αλλά να τα αντικαταστήσουν με νέα, δυνητικά επιβλαβή για την ΕΕ, φορολογικά καθεστώτα· τονίζει ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ισχύει ιδίως στην περίπτωση της Ελβετίας· καλεί το Συμβούλιο να επανεκτιμήσει ορθά την Ελβετία και οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα[147] που εισάγει παρόμοιες νομοθετικές αλλαγές[148]·

307. επισημαίνει ότι συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της ΕΕ και της Ελβετίας για την αναθεώρηση της διμερούς προσέγγισης για την αμοιβαία πρόσβαση στην αγορά· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι η τελική συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και της Ελβετίας θα περιλαμβάνει ρήτρα χρηστής φορολογικής διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων συγκεκριμένων κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή φορολογικού πλεονεκτήματος, την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σε φορολογικά θέματα, τη δημόσια πρόσβαση στις πληροφορίες για τον πραγματικό δικαιούχο, όπου αρμόζει, καθώς και διατάξεων κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· ζητεί από τους διαπραγματευτές της ΕΕ να οριστικοποιήσουν μια συμφωνία η οποία, μεταξύ άλλων, καταργεί τις αδυναμίες[149] του ελβετικού εποπτικού συστήματος και προστατεύει τους καταγγέλτες·

308. εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι οι κάτοικοι Αυστρίας που έχουν τραπεζικούς λογαριασμούς σε πιστωτικά ιδρύματα στο Λιχτενστάιν δεν επηρεάζονται από τον νόμο σχετικά με τα κοινά πρότυπα αναφοράς εάν τα εισοδήματα κεφαλαίου τους προέρχονται από δομές περιουσιακών στοιχείων (ιδιωτικά και άλλα ιδρύματα, καταπιστεύματα και άλλα ομοειδή) και το πιστωτικό ίδρυμα στο Λιχτενστάιν μεριμνά για τη φορολογία σύμφωνα με τις διμερείς συνθήκες· καλεί την Αυστρία να τροποποιήσει τη νομοθεσία της στον τομέα αυτόν, ώστε να καλυφθεί το κενό των κοινών προτύπων αναφοράς·

309. επισημαίνει ενδεικτικά ότι, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ σχετικά με τις άμεσες ξένες επενδύσεις, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες έχουν από κοινού περισσότερες εισερχόμενες επενδύσεις από ό,τι οι ΗΠΑ, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων είναι σε οντότητες ειδικού σκοπού χωρίς προφανή σημαντική οικονομική δραστηριότητα, ενώ η Ιρλανδία έχει περισσότερες εισερχόμενες επενδύσεις τόσο από τη Γερμανία όσο και από τη Γαλλία· επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της χώρας, οι ξένες επενδύσεις στη Μάλτα αντιστοιχούν στο 1 474 % του μεγέθους της οικονομίας της·

310. υπενθυμίζει μια ερευνητική μελέτη που δείχνει ότι η φοροαποφυγή μέσω έξι κρατών μελών της ΕΕ έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια φορολογικών εσόδων ύψους 42,8 δισ. στα άλλα 22 κράτη μέλη[150], το οποίο σημαίνει πως το ισοζύγιο καθαρών πληρωμών αυτών των χωρών μπορεί να αντισταθμιστεί με τις ζημίες που προκαλούν στη φορολογητέα βάση των άλλων κρατών μελών·

311. υπενθυμίζει ότι, προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση της φορολογικής απάτης, της φοροαποφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες από την Ένωση και τα κράτη μέλη, όλα τα διαθέσιμα δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των μακροοικονομικών, πρέπει να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά·

312. υπενθυμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επικρίνει επτά κράτη μέλη[151] - το Βέλγιο, την Κύπρο, την Ουγγαρία, την Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, τη Μάλτα και τις Κάτω Χώρες - για αδυναμίες στις φορολογικές πολιτικές τους που διευκολύνουν τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό, υποστηρίζοντας ότι ασκούν φορολογικές πολιτικές που υπονομεύουν την ακεραιότητα της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς· θεωρεί ότι οι εν λόγω δικαιοδοσίες μπορούν επίσης να θεωρηθούν ότι διευκολύνουν τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό σε παγκόσμιο επίπεδο·

313. χαιρετίζει την αναμενόμενη αναθεώρηση του καταλόγου της ΕΕ κατά το πρώτο τρίμηνο του 2019· ζητεί από το Συμβούλιο να δημοσιεύσει λεπτομερή αξιολόγηση των δεσμεύσεων των δικαιοδοσιών που δεσμεύτηκαν εκούσια να προβούν σε μεταρρύθμιση και που περιλαμβάνονταν στο παράρτημα ΙΙ όταν ο δημοσιεύθηκε πρώτος κατάλογος της ΕΕ την 5η Δεκεμβρίου 2017· ζητεί την εγγραφή στο παράρτημα Ι των δικαιοδοσιών που συμπεριελήφθησαν στο παράρτημα ΙΙ χάρη στις δεσμεύσεις που ανέλαβαν το 2017, εάν δεν έχουν υλοποιηθεί έως το τέλος του 2018 ή εντός του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος οι δέουσες μεταρρυθμίσεις·

6.2. Αντίμετρα

314. επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να λάβουν αποτελεσματικά και αποτρεπτικά αντίμετρα κατά των μη συνεργάσιμων περιοχών δικαιοδοσίας, με στόχο την παροχή κινήτρων για την ορθή συνεργασία σε φορολογικά θέματα και τη συμμόρφωση των χωρών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι του καταλόγου της ΕΕ·

315. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι τα περισσότερα αντίμετρα που προτείνει το Συμβούλιο επαφίενται στην εθνική διακριτική ευχέρεια· σημειώνει με ανησυχία ότι κατά την ακρόαση της επιτροπής TAX3 της 15 Μαΐου 2018, ορισμένοι εμπειρογνώμονες[152] υπογράμμισαν το γεγονός ότι τα αντίμετρα ενδέχεται να μην παρέχουν επαρκή κίνητρα για τις μη συνεργαζόμενες δικαιοδοσίες να συμμορφωθούν, δεδομένου ότι «ο ενωσιακός κατάλογος παραλείπει ορισμένα από τα πλέον διαβόητα φορολογικά καταφύγια»· πιστεύει ότι αυτό υπονομεύει την αξιοπιστία της διαδικασίας κατάρτισης του καταλόγου, καθώς έχουν επίσης επισημάνει ορισμένοι εμπειρογνώμονες·

316. καλεί τα κράτη μέλη να εγκρίνουν ένα ενιαίο σύνολο ισχυρών αντιμέτρων, όπως η παρακράτηση φόρου, ο αποκλεισμός από τις προσκλήσεις σύναψης δημοσίων συμβάσεων, οι αυξημένες απαιτήσεις λογιστικού ελέγχου και οι αυτόματοι κανόνες για τις ΕΑΕ, για τις εταιρείες που είναι παρούσες σε μη συνεργάσιμες δικαιοδοσίες του καταλόγου, εκτός εάν οι φορολογούμενοι μεταφέρουν εκεί πραγματικές οικονομικές δραστηριότητες·

317. καλεί τόσο τις φορολογικές αρχές όσο και τους φορολογούμενους να συνεργάζονται για τη συγκέντρωση των σχετικών στοιχείων σε περίπτωση που η ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία ασκεί ουσιαστική οικονομική δραστηριότητα και έχει ουσιαστική οικονομική παρουσία που υποστηρίζεται από προσωπικό, εξοπλισμό, περιουσιακά στοιχεία και εγκαταστάσεις, όπως αποδεικνύεται από τα σχετικά γεγονότα και τις περιστάσεις·

318. επισημαίνει ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες πιθανόν να μην διαθέτουν τους πόρους για να εφαρμόσουν τα προσφάτως συμφωνηθέντα διεθνή ή ευρωπαϊκά φορολογικά πρότυπα· καλεί, συνεπώς, το Συμβούλιο να αποκλείσει αντίμετρα όπως περικοπές της αναπτυξιακής βοήθειας·

319. επισημαίνει ότι η επιβολή αντιμέτρων είναι απαραίτητη για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· σημειώνει περαιτέρω ότι η οικονομική επιρροή της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά ως προς τις μη συνεργάσιμες περιοχές δικαιοδοσίας και να αποτρέψει τους φορολογούμενους από το να εκμεταλλεύονται τα φορολογικά παραθυράκια και τις επιζήμιες φορολογικές πρακτικές που προσφέρουν οι εν λόγω δικαιοδοσίες·

320. καλεί τα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα[153] να εξετάσουν το ενδεχόμενο αύξησης και ενίσχυσης του ελέγχου δέουσας επιμέλειας για κάθε έργο ξεχωριστά σε περιοχές δικαιοδοσίας που απαριθμούνται στο Παράρτημα ΙΙ του ενωσιακού καταλόγου, προκειμένου να αποφευχθεί η επένδυση ή διοχέτευση κονδυλίων της ΕΕ μέσω οντοτήτων σε τρίτες χώρες που δεν συμμορφώνονται με τα φορολογικά πρότυπα της ΕΕ· σημειώνει την ανακοίνωση της ΕΤΕπ σχετικά με τη νέα πολιτική της στον τομέα των μη συμμορφούμενων δικαιοδοσιών και ζητεί η πολιτική αυτή να επικαιροποιείται σε τακτική βάση και να περιλαμβάνει αυξημένες απαιτήσεις διαφάνειας σύμφωνα με τα πρότυπα της ΕΕ·

6.3. Θέση της ΕΕ ως παγκόσμιου ηγέτη

321. επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να διαδραματίσουν, ύστερα από πρότερο συντονισμό, ηγετικό ρόλο στην παγκόσμια καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ιδίως μέσω πρωτοβουλιών της Επιτροπής σε όλα τα σχετικά διεθνή φόρουμ, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Εθνών, της G20 και του ΟΟΣΑ, που διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στον φορολογικό τομέα, ιδίως μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση·

322. υπενθυμίζει ότι οι πολυμερείς πολιτικές και η διεθνής συνεργασία μεταξύ χωρών, συμπεριλαμβανομένων των αναπτυσσόμενων χωρών, παραμένουν το προτιμώμενο μέσο για την επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων, τηρουμένης της αρχής της αμοιβαιότητας· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ορισμένες νομοθετικές προτάσεις οι οποίες προχωρούν πέρα από τις συστάσεις του ΟΟΣΑ για την BEPS και θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βάση για περαιτέρω εποικοδομητικές εργασίες σε διεθνές επίπεδο καθυστερούν στο Συμβούλιο·

323. εκτιμά ότι η δημιουργία ενός διακυβερνητικού φορολογικού οργάνου εντός του πλαισίου του ΟΗΕ, το οποίο θα πρέπει να έχει άρτιο εξοπλισμό και επαρκείς πόρους και, όπου αρμόζει, εξουσίες επιβολής, θα εξασφαλίζει ότι όλες οι χώρες μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα στη διαμόρφωση και τη μεταρρύθμιση των παγκόσμιων φορολογικών πολιτικών[154] για την αποτελεσματική καταπολέμηση των επιζήμιων φορολογικών πρακτικών και για την εξασφάλιση κατάλληλης κατανομής των φορολογικών δικαιωμάτων· λαμβάνει υπό σημείωση τις πρόσφατες εκκλήσεις να αναβαθμιστεί η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ για τη διεθνή συνεργασία σε φορολογικά θέματα σε διακυβερνητικό παγκόσμιο φορολογικό όργανο των Ηνωμένων Εθνών[155]· τονίζει ότι το υπόδειγμα φορολογικής σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών εξασφαλίζει μια πιο δίκαιη κατανομή των φορολογικών δικαιωμάτων μεταξύ χωρών προέλευσης και χωρών εγκατάστασης·

324. ζητεί να πραγματοποιηθεί διακυβερνητική διάσκεψη κορυφής για τις εναπομένουσες αναγκαίες παγκόσμιες φορολογικές μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να ενισχυθεί η διεθνής συνεργασία και να ασκηθεί πίεση σε όλες τις χώρες, και ιδίως στα χρηματοπιστωτικά τους κέντρα, ώστε να συμμορφώνονται με τα πρότυπα της διαφάνειας και της δίκαιης φορολόγησης· καλεί την Επιτροπή να αναλάβει την πρωτοβουλία για μια τέτοια διάσκεψη κορυφής και ζητεί η διάσκεψη κορυφής να δρομολογήσει μια δεύτερη δέσμη διεθνών φορολογικών μεταρρυθμίσεων προκειμένου να δοθεί συνέχεια στο σχέδιο δράσης για τη BEPS και να καταστεί δυνατή η δημιουργία του προαναφερθέντος διακυβερνητικού φορολογικού οργάνου·

325. λαμβάνει υπό σημείωση τη δράση και τη συμβολή της Επιτροπής στο παγκόσμιο φόρουμ του ΟΟΣΑ για τη διαφάνεια και την ανταλλαγή πληροφοριών, το χωρίς αποκλεισμούς πλαίσιο για την BEPS - ιδίως με στόχο να προωθηθούν υψηλότερα πρότυπα χρηστής φορολογικής διακυβέρνησης παγκοσμίως και παράλληλα να διασφαλιστεί ότι τα διεθνή πρότυπα χρηστής φορολογικής διακυβέρνησης συνεχίζουν να τηρούνται πλήρως στην ΕΕ·

6.4. Αναπτυσσόμενες χώρες

326. πιστεύει ότι η στήριξη των αναπτυσσόμενων χωρών όσον αφορά την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού, καθώς και της διαφθοράς και του απορρήτου που διευκολύνει τις παράνομες χρηματοοικονομικές ροές, είναι υψίστης σημασίας για την ενίσχυση της συνοχής της αναπτυξιακής πολιτικής στην ΕΕ και τη βελτίωση των φορολογικών ικανοτήτων των αναπτυσσόμενων χωρών και την ικανότητά τους να κινητοποιούν τους ίδιους πόρους τους για μια βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη· τονίζει την ανάγκη να αυξηθεί το μερίδιο της οικονομικής και τεχνικής συνδρομής προς τις εθνικές φορολογικές διοικήσεις των αναπτυσσόμενων χωρών, έτσι ώστε να δημιουργηθούν σταθερά και σύγχρονα νομικά πλαίσια φορολόγησης·

327. χαιρετίζει τη συνεργασία μεταξύ της ΕΕ και της Αφρικανικής Ένωσης (ΑΕ) στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Addis Tax», της πρωτοβουλίας για τη διαφάνεια της εξορυκτικής βιομηχανίας (ΠΔΕΒ) και της διαδικασίας Kimberley· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να στηρίξουν τις χώρες της ΑΕ στην εφαρμογή πολιτικών διαφάνειας· ενθαρρύνει, στο πλαίσιο αυτό, τις εθνικές και περιφερειακές φορολογικές αρχές να ανταλλάσσουν αυτόματα πληροφορίες· υπενθυμίζει την ανάγκη για στενή, ενισχυμένη συνεργασία της Ιντερπόλ και της Afripol·

328. υπενθυμίζει την ανάγκη να διενεργούν τα κράτη μέλη, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, τακτικές αναλύσεις των σημαντικών δευτερογενών επιπτώσεων των φορολογικών πολιτικών και των διμερών φορολογικών συνθηκών σε άλλα κράτη μέλη και στις αναπτυσσόμενες χώρες, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι έχουν γίνει κάποιες εργασίες στον τομέα αυτόν στο πλαίσιο της πλατφόρμας για τη χρηστή διακυβέρνηση στον φορολογικό τομέα· καλεί όλα τα κράτη μέλη να διενεργούν παρόμοιες αναλύσεις δευτερογενών επιπτώσεων υπό την εποπτεία της Επιτροπής·

329. υπενθυμίζει την ανάγκη να ληφθούν υπόψη τα ειδικά νομικά χαρακτηριστικά και τα τρωτά σημεία των αναπτυσσόμενων χωρών, ιδίως στο πλαίσιο της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, συγκεκριμένα όσον αφορά τη μεταβατική περίοδο και την ανάγκη υποστήριξής τους για την ανάπτυξη των ικανοτήτων τους·

330. σημειώνει ότι απαιτείται στενότερη συνεργασία με τις περιφερειακές οργανώσεις, ιδίως με την ΑΕ, για την καταπολέμηση των παράνομων χρηματοοικονομικών ροών και της διαφθοράς στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα·

331. εκφράζει την ικανοποίησή του για τη συμμετοχή επί ίσοις όροις όλων των χωρών που συμμετέχουν στο πλαίσιο χωρίς αποκλεισμούς, στο οποίο ενώνει πάνω από 115 χώρες και περιοχές δικαιοδοσίας με σκοπό τη συνεργασία για την εφαρμογή της δέσμης μέτρων BEPS των ΟΟΣΑ/G20· καλεί τα κράτη μέλη να στηρίξουν τη μεταρρύθμιση τόσο της εντολής όσο και της λειτουργίας του πλαισίου χωρίς αποκλεισμούς, ώστε να διασφαλίσουν ότι λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των αναπτυσσόμενων χωρών· υπενθυμίζει, ωστόσο, τον αποκλεισμό περισσοτέρων από 100 αναπτυσσόμενων χωρών από τις διαπραγματεύσεις για τις δράσεις BEPS·

332. αναγνωρίζει ότι καθεστώτα φορολογικού παραδείσου υπάρχουν και στις αναπτυσσόμενες χώρες· χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής για ενισχυμένη συνεργασία με τρίτες χώρες στην καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και, ειδικότερα, τη δημιουργία άδειας εισαγωγής για αντίκες·

333. υπενθυμίζει ότι η δημόσια αναπτυξιακή βοήθεια που στοχεύει στη μείωση της φτώχειας, θα πρέπει να στραφεί περισσότερο στην εφαρμογή κατάλληλου κανονιστικού πλαισίου και στην ενίσχυση των φορολογικών αρχών και των οργάνων που είναι αρμόδια για την καταπολέμηση των παράνομων χρηματοοικονομικών ροών· ζητεί η βοήθεια αυτή να παρασχεθεί υπό μορφή τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης σε σχέση με τη διαχείριση των πόρων, τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση και τους κανόνες για την καταπολέμηση της διαφθοράς· ζητεί οι ενισχύσεις αυτές να ευνοούν επίσης την περιφερειακή συνεργασία για την καταπολέμηση της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής, του ΕΦΣ και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· τονίζει ότι η βοήθεια αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει τη στήριξη της κοινωνίας των πολιτών και των μέσων ενημέρωσης στις αναπτυσσόμενες χώρες, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δημόσιος έλεγχος των εγχώριων φορολογικών πολιτικών·

334. αναμένει από την Επιτροπή να συγκεντρώσει επαρκείς πόρους για την εφαρμογή της προσέγγισης «Περισσότερες εισπράξεις, καλύτερες δαπάνες», ιδίως μέσω των εμβληματικών της προγραμμάτων[156]·

335. ζητεί να αναληφθεί συντονισμένη εξωτερική δράση από την ΕΕ και τα κράτη μέλη της σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής προκειμένου να δοθεί σε τρίτες χώρες και σε αναπτυσσόμενες χώρες η δυνατότητα να ενισχύσουν την ισόρροπη οικονομική τους ανάπτυξη και να αποφευχθεί η εξάρτηση από έναν μόνο τομέα, ιδίως τον χρηματοπιστωτικό·

336. υπενθυμίζει την ανάγκη για δίκαιη μεταχείριση των αναπτυσσόμενων χωρών κατά τη διαπραγμάτευση φορολογικών συμβάσεων, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης κατάστασής τους και με τη διασφάλιση της δίκαιης κατανομής των φορολογικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με την πραγματική οικονομική δραστηριότητα και τη δημιουργία αξίας· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, να τηρείται το υπόδειγμα φορολογικής σύμβασης του ΟΗΕ ως ελάχιστο πρότυπο και να εξασφαλίζεται διαφάνεια κατά τη διαπραγμάτευση συμβάσεων· αναγνωρίζει ότι το υπόδειγμα φορολογικής σύμβασης του ΟΟΣΑ εκχωρεί περισσότερα δικαιώματα στη χώρα διαμονής·

337. καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει διατάξεις κατά του οικονομικού εγκλήματος, της φοροδιαφυγής και του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού στη συνθήκη που θα αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τις χώρες ΑΚΕ μετά τη λήξη της ισχύουσας συμφωνίας του Κοτονού του Φεβρουαρίου 2020 επισημαίνει την ιδιαίτερη σημασία που έχει η διαφάνεια στον φορολογικό τομέα προκειμένου να εφαρμοστούν αποτελεσματικά οι εν λόγω διατάξεις·

6.5. Συμφωνίες της ΕΕ με τρίτες χώρες

338. υπενθυμίζει ότι η χρηστή φορολογική διακυβέρνηση αποτελεί παγκόσμια πρόκληση, η οποία απαιτεί, προ πάντων, παγκόσμιες λύσεις· υπενθυμίζει τη θέση του, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να περιλαμβάνεται συστηματικά στις νέες σχετικές συμφωνίες της ΕΕ με τρίτες χώρες μια ρήτρα «χρηστής φορολογικής διακυβέρνησης», προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω συμφωνίες δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν καταχρηστικά από εταιρείες ή διαμεσολαβητές με σκοπό τη φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή ή τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, χωρίς να παρακωλύονται οι αποκλειστικές αρμοδιότητες της ΕΕ· εκφράζει την άποψη ότι η ρήτρα αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει ειδικούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή φορολογικού πλεονεκτήματος, απαιτήσεων διαφάνειας και διατάξεων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

339. ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν με συντονισμένο τρόπο τις διμερείς σχέσεις τους με τις αντίστοιχες τρίτες χώρες, με την υποστήριξη της Επιτροπής, όπου αρμόζει, ώστε να καθιερώσουν περαιτέρω διμερή συνεργασία μεταξύ των ΜΧΠ, των φορολογικών αρχών και των αρμόδιων αρχών για την καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος

340. σημειώνει ότι, παράλληλα με τις πολιτικές συμφωνίες που περιέχουν αυτή τη ρήτρα χρηστής φορολογικής διακυβέρνησης, οι συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών της ΕΕ (ΣΕΣ) περιλαμβάνουν φορολογικές εξαιρέσεις που παρέχουν περιθώριο άσκησης πολιτικής για την εφαρμογή της προσέγγισης της ΕΕ για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, επιμένοντας, για παράδειγμα, στη χρηστή φορολογική διακυβέρνηση και μέσω της αποτελεσματικής χρήσης του ενωσιακού καταλόγου με τις μη συνεργάσιμες περιοχές φορολογικής δικαιοδοσίας· σημειώνει, περαιτέρω, ότι οι ΣΕΣ έχουν επίσης ως στόχο την προώθηση των σχετικών διεθνών προτύπων και της επιβολής τους σε τρίτες χώρες·

341. θεωρεί ότι η ΕΕ δεν θα πρέπει να συνάπτει συμφωνίες με μη συνεργάσιμες περιοχές φορολογικής δικαιοδοσίας όπως εμφανίζονται στο Παράρτημα Ι του ενωσιακού καταλόγου, έως ότου αυτές συμμορφωθούν με τα πρότυπα χρηστής φορολογικής διακυβέρνησης της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει κατά πόσον η μη συμμόρφωση με τα πρότυπα χρηστής φορολογικής διακυβέρνησης της ΕΕ επηρεάζει την ορθή λειτουργία των ΣΕΣ ή των πολιτικών συμφωνιών στις περιπτώσεις που έχει ήδη υπογραφεί συμφωνία·

342. υπενθυμίζει ότι θα πρέπει να ενσωματωθούν ρήτρες χρηστής φορολογικής διακυβέρνησης και διαφάνειας, καθώς και ανταλλαγής πληροφοριών, σε όλες τις νέες σχετικές συμφωνίες της ΕΕ με τρίτες χώρες και να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης κατά την αναθεώρηση των ήδη υφιστάμενων συμφωνιών, λαμβανομένου υπόψη ότι αποτελούν βασικά μέσα της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, αλλά όμως ότι, ανάλογα με τον συγκεκριμένο τομέα πολιτικής, απαιτούν διαφορετικά επίπεδα αρμοδιότητας·

6.6. Διμερείς φορολογικές συμβάσεις που συνάπτονται από τα κράτη μέλη

343. σημειώνει ότι ορισμένοι εμπειρογνώμονες θεωρούν ότι πολλές φορολογικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από κράτη μέλη της ΕΕ και βρίσκονται επί του παρόντος σε ισχύ περιορίζουν τα φορολογικά δικαιώματα των χωρών με χαμηλό και χαμηλότερο μέσο εισόδημα[157]· ζητεί, κατά τη διαπραγμάτευση φορολογικών συμφωνιών, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της να συμμορφώνονται με την αρχή της συνοχής πολιτικής για την ανάπτυξη όπως ορίζεται στο άρθρο 208 της ΣΛΕΕ· υπογραμμίζει ότι είναι δικαίωμα των κρατών μελών να συνάπτουν φορολογικές συμβάσεις·

344. επισημαίνει ότι η ένταση των απωλειών λόγω φοροαποφυγής είναι σημαντικά μεγαλύτερη στις χώρες με χαμηλό και μεσαίο εισόδημα, ιδίως στην Υποσαχάρια Αφρική, στη Λατινική Αμερική και στην Καραϊβική, καθώς και στη Νότια Ασία απ’ ό,τι σε άλλες περιοχές[158]· ζητεί, κατά συνέπεια, από τα κράτη μέλη να επαναδιαπραγματευτούν τις διμερείς φορολογικές συμβάσεις τους με τρίτες χώρες με σκοπό να συμπεριληφθούν αντικαταχρηστικές ρήτρες και να αποφευχθούν η αναζήτηση της ευνοϊκότερης φορολογικής σύμβασης και ο ανταγωνισμός προς τα κάτω μεταξύ αναπτυσσόμενων χωρών·

345. καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει όλες τις ισχύουσες φορολογικές συμβάσεις που έχουν υπογραφεί από τα κράτη μέλη με τρίτες χώρες, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι όλες συμμορφώνονται με τα νέα παγκόσμια πρότυπα, όπως η πολυμερής σύμβαση για την εφαρμογή σχετικών με τις φορολογικές συμβάσεις μέτρων για την πρόληψη της διάβρωσης της φορολογικής βάσης και της μεταφοράς των κερδών («MLI»)· επισημαίνει ότι η MLI αντιπροσωπεύει πρότυπα που βασίζονται στον ΟΟΣΑ κατά την καθιέρωση των οποίων δεν ελήφθησαν υπόψη ούτε οι ανάγκες ούτε οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι αναπτυσσόμενες χώρες· ζητεί από την Επιτροπή να δημοσιοποιήσει συστάσεις προς τα κράτη μέλη σχετικά με τις υφιστάμενες διμερείς φορολογικές συμβάσεις τους, ώστε να διασφαλιστεί ότι περιλαμβάνουν γενικούς κανόνες για την αντιμετώπιση των καταχρήσεων, με στόχο μια γνήσια οικονομική δραστηριότητα και τη δημιουργία αξίας·

346. έχει επίγνωση ότι οι διμερείς φορολογικές συμβάσεις δεν αντικατοπτρίζουν τη σημερινή πραγματικότητα των ψηφιοποιημένων οικονομιών· καλεί τα κράτη μέλη να επικαιροποιήσουν τις διμερείς φορολογικές συμβάσεις τους με βάση τη σύσταση της Επιτροπής σχετικά με τη φορολόγηση των εταιρειών με σημαντική ψηφιακή παρουσία[159]·

6.7. Διπλή φορολογία

347. εκφράζει την ικανοποίησή του για το ενισχυμένο πλαίσιο για την αποφυγή της διπλής φορολογίας· τονίζει ότι η εξάλειψη της διπλής φορολογίας έχει μεγάλη σημασία προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι έντιμοι φορολογούμενοι τυγχάνουν δίκαιης μεταχείρισης και ότι δεν υπονομεύεται η εμπιστοσύνη τους· καλεί τα κράτη μέλη να τηρούν τις συμβάσεις τους διπλής φορολογίας και να συνεργάζονται ειλικρινά και ταχέως σε περιπτώσεις καταγγελλόμενης διπλής φορολογίας·

348. επικροτεί την έγκριση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852 του Συμβουλίου, της 10ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με τους μηχανισμούς επίλυσης των φορολογικών διαφορών στην ΕΕ, με την οποία εφαρμόζεται το πρότυπο που καθορίζεται στη δράση 14 της BEPS· επισημαίνει ότι η προθεσμία για την εφαρμογή της οδηγίας (30 Ιουνίου 2019) δεν έχει λήξει και ότι οι διατάξεις θα πρέπει να παρακολουθούνται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι είναι αποδοτικές και αποτελεσματικές·

349. καλεί την Επιτροπή να συγκεντρώσει και να δημοσιοποιήσει πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των φορολογικών διαφορών που υποβάλλονται και επιλύονται, ανά τύπο διαφοράς ανά έτος και ανά συμμετέχουσα χώρα, ώστε να παρακολουθείται ο μηχανισμός και να διασφαλίζεται η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητά του·

6.8. Εξόχως απόκεντρες περιφέρειες

350. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι εξόχως απόκεντρες περιφέρειες της ΕΕ θα εφαρμόζουν τα ελάχιστα πρότυπα της BEPS, καθώς και την οδηγία για την καταπολέμηση της φοροαποφυγής·

351. σημειώνει ότι η Επιτροπή κίνησε εις βάθος έρευνα για την εφαρμογή του καθεστώτος περιφερειακών ενισχύσεων για την ελεύθερη ζώνη της Μαδέρας από την Πορτογαλία[160]·

7. Ενδιάμεσοι

352. εκφράζει την ικανοποίησή του για τον ευρύ ορισμό τόσο των «ενδιάμεσων»[161] όσο και των «δηλωτέων διασυνοριακών ρυθμίσεων» στην προσφάτως εγκριθείσα DAC6[162]· ζητεί να επικαιροποιηθούν τα διακριτικά στο πλαίσιο της DAC6 προκειμένου να καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τα συστήματα αρμπιτράζ μερισμάτων, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης επιστροφών φόρου από μερίσματα και από φόρο υπεραξίας κεφαλαίων· καλεί την Επιτροπή να επανεκτιμήσει την επέκταση της υποχρέωσης αναφοράς της DAC6 σε εγχώριες υποθέσεις· υπενθυμίζει την υποχρέωση των ενδιάμεσων στο πλαίσιο της οδηγίας DAC6 να αναφέρουν στις φορολογικές αρχές διαρθρωτικά κενά στη φορολογική νομοθεσία, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τον αυξανόμενο αριθμό διασυνοριακών στρατηγικών φοροαποφυγής· θεωρεί ότι τα συστήματα που θεωρούνται επιβλαβή από τις αρμόδιες εγχώριες αρχές θα πρέπει να αντιμετωπίζονται και να δημοσιοποιούνται ανώνυμα·

353. επαναλαμβάνει ότι οι ενδιάμεσοι διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στη διευκόλυνση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και στη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και θα πρέπει να θεωρούνται υπόλογοι για τις πράξεις αυτές·

354. επαναλαμβάνει την ανάγκη ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων και των χρηματοπιστωτικών εποπτικών αρχών για μια κοινή και αποτελεσματική εποπτεία του ρόλου των ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και υπό το φως του γεγονότος ότι ορισμένα χρηματοπιστωτικά μέσα που βασίζονται σε φορολογικά κίνητρα ενδέχεται να απειλήσουν τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και την ακεραιότητα της αγοράς·

355. θεωρεί ότι η Ένωση θα πρέπει να δώσει το παράδειγμα και καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι ενδιάμεσοι που προωθούν τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό και τη φοροδιαφυγή δεν θα πρέπει να έχουν ρόλο καθοδηγητή ή συμβούλου όσον αφορά τη χάραξη της σχετικής πολιτικής της ΕΕ·

356. καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν και να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους συγκρούσεων συμφερόντων που απορρέουν από την παροχή νομικών συμβουλών, φορολογικών συμβουλών και υπηρεσιών λογιστικού ελέγχου, κατά την παροχή συμβουλών τόσο σε εταιρικούς πελάτες όσο και σε δημόσιες αρχές· τονίζει ότι αυτή η σύγκρουση συμφερόντων μπορεί να λάβει πολλές μορφές, όπως συμβάσεις δημόσιων προμηθειών που απαιτούν την παροχή αμειβομένων συμβουλών για τέτοιες υπηρεσίες, παροχή ανεπίσημων ή μη αμειβόμενων συμβουλών, επίσημες συμβουλευτικές ομάδες και ομάδες εμπειρογνωμόνων. καθώς και με μεταπήδηση στον ιδιωτικό τομέα· τονίζει, ως εκ τούτου, τη σημασία του διαφανούς προσδιορισμού των υπηρεσιών που παρέχονται σε συγκεκριμένο πελάτη και του σαφούς διαχωρισμού μεταξύ αυτών των υπηρεσιών· επαναλαμβάνει τα αιτήματά του από προηγούμενες εκθέσεις[163] για το θέμα αυτό·

357. εκφράζει την ικανοποίησή του για την παρακολούθηση της επιβολής της οδηγίας 2014/56/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών[164] και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος και την κατάργηση της απόφασης 2005/909/ΕΚ της Επιτροπής[165], ιδίως τη διάταξη για τη διενέργεια από τους νόμιμους ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία υποχρεωτικών ελέγχων των οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος· επισημαίνει την ανάγκη να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή αυτών των κανόνων·

358. ζητεί από τα κράτη μέλη να εξετάσουν τη θέσπιση υποχρέωσης φορολογικής δήλωσης για όλους τους φορολογικούς και χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές που αναφέρονται στη δράση 12 του έργου BEPS, οι οποίοι κατά την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους γνωρίζουν την ύπαρξη των ανταλλαγών· συσκευές ή δομές καταχρηστικής ή επιθετικής φύσης·

359. ζητεί την εναλλαγή των ελεγκτών ανά 7 έτη για την πρόληψη των συγκρούσεων συμφερόντων και τον περιορισμό της παροχής μη ελεγκτικών υπηρεσιών στο ελάχιστο·

360. επαναλαμβάνει ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, οι σύμβουλοι και άλλοι ενδιάμεσοι που εν γνώσει τους, συστηματικά και κατ’ επανάληψη, διευκολύνουν, εμπλέκονται ή συμμετέχουν σε δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή φοροδιαφυγής, ή που ιδρύουν γραφεία, παραρτήματα ή θυγατρικές σε περιοχές δικαιοδοσίας που περιέχονται στον κατάλογο της ΕΕ για να προσφέρουν στους πελάτες τους μηχανισμούς επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού΄, θα πρέπει να υπόκεινται σε αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις· ζητεί τα εν λόγω ιδρύματα και άτομα να υπόκεινται σε σοβαρή επανεξέταση των επαγγελματικών αδειών λειτουργίας τους σε περίπτωση που έχουν καταδικαστεί για τη συμμετοχή τους σε δόλια συμπεριφορά, ή έχουν επίγνωση για παρόμοια συμπεριφορά από τους πελάτες τους και, όπου αρμόζει, να υπόκεινται σε περιορισμούς όσον αφορά τη λειτουργία τους στην ενιαία αγορά·

361. επισημαίνει ότι το επαγγελματικό απόρρητο δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για την προστασία ή τη συγκάλυψη παράνομων πρακτικών ή για δραστηριότητες που αντιβαίνουν στο πνεύμα του νόμου· ζητεί το προνόμιο του δικηγορικού απορρήτου να μην εμποδίζει τις δέουσες αναφορές ύποπτων συναλλαγών ή τις αναφορές άλλων δυνητικά παράνομων δραστηριοτήτων, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις γενικές αρχές του ποινικού δικαίου·

362. καλεί την Επιτροπή να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της αρχής του δικηγορικού απορρήτου και να ορίσει σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην παραδοσιακή παροχή νομικών συμβουλών και την ανάληψη ρόλου οικονομικού φορέα από τους δικηγόρους, σύμφωνα με τη νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων·

8. Προστασία καταγγελτών και δημοσιογράφων

363. πιστεύει ότι η προστασία των καταγγελτών τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα έχει μείζονα σημασία για να διασφαλιστεί ότι οι παράνομες δραστηριότητες και η κατάχρηση του νόμου θα αποτρέπονται ή δεν θα ευδοκιμούν· αναγνωρίζει ότι οι καταγγέλτες διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στην ενίσχυση της δημοκρατίας στις κοινωνίες στον αγώνα κατά της διαφθοράς και άλλων σοβαρών εγκλημάτων ή παράνομων δραστηριοτήτων και στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης· τονίζει ότι οι καταγγέλτες αποτελούν συχνά σημαντική πηγή για την ερευνητική δημοσιογραφία και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να προστατεύονται από κάθε μορφή παρενόχλησης και αντιποίνων· επισημαίνει τη σημασία να καθίστανται διαθέσιμοι όλοι οι δίαυλοι καταγγελίας·

364. πιστεύει ότι είναι απαραίτητη η προστασία του απορρήτου των πηγών της ερευνητικής δημοσιογραφίας, συμπεριλαμβανομένων των καταγγελτών, προκειμένου να διαφυλαχθεί ο ρόλος της ερευνητικής δημοσιογραφίας ως μηχανισμού επαγρύπνησης για τη δημοκρατική κοινωνία·

365. θεωρεί, συνεπώς, ότι το καθήκον της εμπιστευτικότητας θα πρέπει να αίρεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες η αποκάλυψη πληροφοριών σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα του καταγγέλλοντος αποτελεί αναγκαία και αναλογική υποχρέωση, η οποία επιβάλλεται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο ερευνών ή δικαστικών διαδικασιών ή με στόχο να προστατευθούν οι ελευθερίες τρίτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υπεράσπισης του εμπλεκόμενου προσώπου, και, σε κάθε περίπτωση, με την επιφύλαξη των κατάλληλων εγγυήσεων που προβλέπουν οι συγκεκριμένες νομοθεσίες· θεωρεί ότι σε περίπτωση παραβίασης του καθήκοντος εμπιστευτικότητας όσον αφορά την ταυτότητα του καταγγέλλοντος, θα πρέπει να προβλέπονται κατάλληλες κυρώσεις[166]·

366. επισημαίνει ότι ο νόμος των Ηνωμένων Πολιτειών περί ψευδών ισχυρισμών παρέχει ένα ισχυρό πλαίσιο για την επιβράβευση των καταγγελτών στις περιπτώσεις που η κυβέρνηση ανακτά κεφάλαια που είχαν απολεσθεί λόγω διαφθοράς[167]· υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με έκθεση του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, οι καταγγέλτες ήταν άμεσα υπεύθυνοι για τον εντοπισμό και την αναφορά 3,4 δισεκ. από τα συνολικώς ανακτηθέντα 3,7 δισεκ. USD· καλεί τα κράτη μέλη να καθιερώσουν ασφαλείς διαύλους επικοινωνίας εμπιστευτικών πληροφοριών για τις καταγγελίες των καταγγελτών εντός των συναφών αρχών και σε ιδιωτικές οντότητες·

367. καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τις βέλτιστες πρακτικές που εφαρμόζονται σε ολόκληρο τον κόσμο[168] για την προστασία των καταγγελτών και την παροχή κινήτρων σε αυτούς και να εξετάσει την αναθεώρηση της υφιστάμενης νομοθεσίας ώστε να γίνουν ακόμα πιο αποτελεσματικοί οι ανάλογοι μηχανισμοί στην ΕΕ·

368. ζητεί να ιδρυθεί γενικό ταμείο της ΕΕ που θα χορηγεί κατάλληλη χρηματοδοτική στήριξη στους καταγγέλτες των οποίων οι βιοποριστικοί πόροι τίθενται σε κίνδυνο ως αποτέλεσμα αποκάλυψης εγκληματικής δραστηριότητας ή γεγονότων τα οποία σαφώς αφορούν το δημόσιο συμφέρον·

369. ανησυχεί ότι συχνά ο φόβος αντιποίνων αποθαρρύνει τους καταγγέλτες από το να αναφέρουν τις ανησυχίες τους και ότι αν δεν αποθαρρύνονται τα αντίποινα και παραμένουν ατιμώρητα δυνητικοί καταγγέλτες ενδέχεται να διστάσουν και να μην αναφέρουν τις ανησυχίες τους· θεωρεί ότι η αναγνώριση στην οδηγία AMLD5 του δικαιώματος των καταγγελτών να υποβάλλουν κατά τρόπο ασφαλή τις καταγγελίες τους στις αρμόδιες αρχές, δηλ. μέσω ενός ενιαίου σημείου επαφής σε σύνθετες διεθνείς υποθέσεις, όταν εκτίθενται σε απειλή ή αντίποινα, καθώς και του δικαιώματός τους για αποτελεσματική προσφυγή, αποτελεί σημαντική βελτίωση της κατάστασης των ατόμων που καταγγέλλουν υποψίες περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στο εσωτερικό μιας επιχείρησης ή μιας ΜΧΠ· παροτρύνει τα κράτη μέλη να μεταφέρουν εγκαίρως στο εθνικό τους δίκαιο και να επιβάλλουν δεόντως τις διατάξεις για την προστασία των καταγγελτών που προβλέπονται στην οδηγία AMLD5·

370. επικροτεί την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης και ζητεί την ταχεία περάτωση των διοργανικών διαπραγματεύσεων· ζητεί το τελικό κείμενο να είναι ισορροπημένο και να αποφεύγει τη δημιουργία υπέρμετρου γραφειοκρατικού φόρτου για τις ΜΜΕ·

371. υπενθυμίζει ότι οι υπάλληλοι της ΕΕ απολαύουν προστασίας για τους καταγγέλτες βάσει του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης[169] και καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν συγκρίσιμα πρότυπα για τους δημοσίους λειτουργούς τους·

372. θεωρεί ότι οι συμφωνίες εμπιστευτικότητας που περιλαμβάνονται στις συμβάσεις εργασίας και στις συμφωνίες απόλυσης δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να εμποδίζουν τους υπαλλήλους να αναφέρουν στις αρμόδιες αρχές εικαζόμενες περιπτώσεις παραβίασης του νόμου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[170]· καλεί την Επιτροπή να εκτιμήσει τη δυνατότητα να προτείνει νομοθεσία που θα απαγορεύει τις καταχρηστικές συμφωνίες εμπιστευτικότητας·

373. σημειώνει ότι η επιτροπή TAX3 κάλεσε τους καταγγέλτες στις υποθέσεις Julius Bär και Danske Bank να καταθέσουν σε δημόσιες κοινοβουλευτικές ακροάσεις[171]· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η προστασία των καταγγελτών στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν είναι πλήρως ικανοποιητική και ότι ο φόβος των αντιποίνων τόσο από τους εργοδότες όσο και από τις αρχές μπορεί να εμποδίσει τους καταγγέλτες να αποκαλύψουν πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις του νόμου· εκφράζει τη βαθιά λύπη του για το γεγονός ότι ο καταγγέλτης της Danske Bank δεν μπόρεσε να εκφράσει ελεύθερα και πλήρως τις διαπιστώσεις του για την υπόθεση της Danske Bank, λόγω νομικών περιορισμών·

374. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας της Δανίας δεν ήλθε σε επαφή με τον καταγγέλτη που ανέφερε μαζικές δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην Danske Bank· εκφράζει την άποψη ότι η παράλειψη αυτή συνιστά βαριά αμέλεια εκ μέρους της αρχής χρηματοπιστωτικής εποπτείας της Δανίας όσον αφορά την υποχρέωσή της να διενεργεί κατάλληλες έρευνες μετά από σοβαρές κατηγορίες για μεγάλης κλίμακας και συστηματική νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω μιας τράπεζας· καλεί τις αρμόδιες αρχές της ΕΕ και των κρατών μελών να αξιοποιούν πλήρως τις πληροφορίες που παρέχουν οι καταγγέλτες και να ενεργούν γρήγορα και αποφασιστικά όταν λαμβάνουν πληροφορίες από αυτούς·

375. καλεί τα κράτη μέλη να συνεργαστούν στενά με το Συμβούλιο της Ευρώπης για την προώθηση και την εφαρμογή στο εθνικό δίκαιο όλων των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης της σύστασης για την προστασία των καταγγελτών· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναλάβουν ηγετικό ρόλο σε άλλα διεθνή φόρουμ προκειμένου να προωθηθεί η έγκριση διεθνών δεσμευτικών προτύπων για την προστασία των καταγγελτών·

376. σημειώνει ότι, πέρα από τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας της ταυτότητας των καταγγελτών που είναι απαραίτητο μέτρο για την προστασία του καταγγέλλοντος, οι ανώνυμες καταγγελίες θα πρέπει να προστατεύονται περαιτέρω από γενικευμένες απειλές και επιθέσεις εκ μέρους των δήθεν θιγομένων που αποβλέπουν στην απαξίωση του ανωνύμως καταγγέλλοντος·

377. αναγνωρίζει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι κατά τη διερεύνηση ή την καταγγελία υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φορολογικής απάτης, φοροδιαφυγής και επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού· ανησυχεί ότι οι ερευνητές δημοσιογράφοι υφίστανται συχνά απειλές και εκφοβισμό, συμπεριλαμβανομένου του νομικού εκφοβισμού με στρατηγικές μηνύσεις κατά της συμμετοχής του κοινού (SLAPP)· καλεί τα κράτη μέλη να βελτιώσουν την προστασία των δημοσιογράφων, ιδίως εκείνων που συμμετέχουν σε έρευνες σχετικά με το οικονομικό έγκλημα·

378. καταδικάζει έντονα τις βιαιοπραγίες κατά δημοσιογράφων· υπενθυμίζει με απογοήτευση ότι τα τελευταία χρόνια στη Μάλτα και τη Σλοβακία δολοφονήθηκαν δημοσιογράφοι που συμμετείχαν στη διερεύνηση ύποπτων δραστηριοτήτων σχετικών με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες[172]· υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης, οι καταχρήσεις και τα εγκλήματα που διαπράττονται εις βάρος δημοσιογράφων έχουν βαθύ ανασταλτικό αντίκτυπο στην ελευθερία της έκφρασης και διευρύνουν το φαινόμενο της αυτολογοκρισίας·

379. ζητεί επιμόνως από τις αρχές της Μάλτας να χρησιμοποιήσουν όλα τα διαθέσιμα μέσα για να σημειώσουν πρόοδο όσον αφορά τον εντοπισμό των ηθικών αυτουργών της δολοφονίας της ερευνήτριας δημοσιογράφου Daphne Caruana Galizia· χαιρετίζει την πρωτοβουλία 26 διεθνών οργανώσεων για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και οργανώσεων δημοσιογράφων που ζητούν να κινηθεί ανεξάρτητη δημόσια έρευνα για τη δολοφονία της Daphne Caruana Galizia και να αξιολογηθεί κατά πόσο αυτή η δολοφονία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί· ζητεί επιμόνως από την κυβέρνηση της Μάλτας να κινήσει αυτή την ανεξάρτητη δημόσια έρευνα χωρίς καθυστέρηση· σημειώνει επίσης ότι η κυβέρνηση της Μάλτας έχει αναπτύξει συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς, όπως η Ευρωπόλ, το FBI και το Ολλανδικό Ιατροδικαστικό Ινστιτούτο, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει την εμπειρογνωσία της·

380. ενθαρρύνει τις σλοβακικές αρχές να συνεχίσουν την έρευνά τους για τις δολοφονίες των Ján Kuciak και Martina Kušnírová και να εντοπίσουν τους δράστες και τους ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας· καλεί τις σλοβακικές αρχές να διερευνήσουν πλήρως τις περιπτώσεις φοροδιαφυγής μεγάλης κλίμακας, απατών ΦΠΑ και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που έφεραν στο φως οι έρευνες του Ján Kuciak·

381. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ερευνητές δημοσιογράφοι, όπως η Daphne Caruana Galizia, πέφτουν συχνά θύματα καταχρηστικών μηνύσεων που αποσκοπούν στη λογοκρισία, τον εκφοβισμό και τη φίμωσή τους, μέσω της επιβάρυνσής τους με το κόστος της νομικής τους υπεράσπισης, έως ότου αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την κριτική ή την έκφραση της αντίθεσής τους· υπενθυμίζει ότι τέτοιες καταχρηστικές μηνύσεις συνιστούν απειλή για τα θεμελιώδη δημοκρατικά δικαιώματα, όπως η ελευθερία της έκφρασης, η ελευθερία του Τύπου και η ελευθερία διάδοσης και λήψης πληροφοριών·

382. καλεί τα κράτη μέλη να θέσουν σε εφαρμογή μηχανισμούς για την πρόληψη των SLAPP· θεωρεί ότι οι μηχανισμοί αυτοί θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη το δικαίωμα σε καλή φήμη και υπόληψη· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τη δυνατότητα και τον χαρακτήρα της απτής δράσης που θα έπρεπε να αναληφθεί στον τομέα αυτό·

383. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι ελβετικοί νόμοι περί συκοφαντικής δυσφήμισης χρησιμοποιούνται για τη φίμωση των επικριτών στην Ελβετία και σε άλλες περιοχές, επειδή το βάρος της αποδείξεως φέρει ο εναγόμενος και όχι ο ενάγων· το γεγονός αυτό δεν πλήττει μόνο τους δημοσιογράφους και τους καταγγέλτες, αλλά και τις αναφέρουσες οντότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα υπόχρεα άτομα βάσει του μητρώου πραγματικών δικαιούχων, όπως στην περίπτωση της υποχρέωσης κοινοποίησης ενός Ελβετού πραγματικού δικαιούχου, οπότε ο αναφέρων μπορεί να καταλήξει να εναχθεί στην Ελβετία για δυσφήμιση και διασυρμό, τα οποία είναι ποινικά αδικήματα[173]·

9. Θεσμικές πτυχές

9.1. Διαφάνεια

384. χαιρετίζει το έργο της πλατφόρμας για τη χρηστή φορολογική διακυβέρνηση· σημειώνει ότι η εντολή της πλατφόρμας ισχύει έως τις 16 Ιουνίου 2019· ζητεί την παράτασή της ή την ανανέωσή της για να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα λαμβάνουν υπόψη τις ανησυχίες και την εμπειρογνωμοσύνη της κοινωνίας των πολιτών· ενθαρρύνει την Επιτροπή να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής των προσκεκλημένων εμπειρογνωμόνων στην ομάδα εμπειρογνωμόνων για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (EGMLTF), ώστε να συμπεριλάβει εμπειρογνώμονες από τον ιδιωτικό τομέα (επιχειρήσεις και ΜΚΟ)·

385. τονίζει ότι ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εντολή να εξετάζει την εφαρμογή από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ των κανόνων της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων εργασίας του Συμβουλίου ή της ΟΚΔ στον τομέα της φορολογίας·

386. υπενθυμίζει τα αποτελέσματα της έρευνας ιδίας πρωτοβουλίας της Διαμεσολαβήτριας σχετικά με τις μεθόδους εργασίας του Συμβουλίου και τη σύστασή της, της 9ης Φεβρουαρίου 2018, με την οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πρακτική του Συμβουλίου να μην καθιστά τα νομοθετικά έγγραφα ευρέως προσβάσιμα, η δυσανάλογη χρήση του καθεστώτος «LIMITE» και η συστηματική του αδυναμία καταγραφής της ταυτότητας των κρατών μελών που τοποθετούνται στο πλαίσιο μιας νομοθετικής διαδικασίας συνιστούν περιπτώσεις κακοδιοίκησης[174]·

387. υπενθυμίζει ότι η φορολόγηση παραμένει αρμοδιότητα των κρατών μελών και ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει περιορισμένες εξουσίες στα θέματα αυτά·

388. επισημαίνει, ωστόσο, ότι τα προβλήματα της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής και του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά από τα κράτη μέλη μεμονωμένα· εκφράζει κατά συνέπεια τη λύπη του για το γεγονός ότι, παρά τις εκκλήσεις του Συμβουλίου, δεν έχει καταστεί διαθέσιμο κανένα σχετικό έγγραφο στην επιτροπή TAX3· εκφράζει τη βαθιά ανησυχία του για την έλλειψη πολιτικής βούλησης των κρατών μελών στο Συμβούλιο να λάβουν ουσιαστικά μέτρα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής και του επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού ή να συμμορφωθούν με τη ΣΕΕ και με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας[175] και να διασφαλίσουν επαρκή διαφάνεια και συνεργασία με τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ·

389. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι ισχύοντες κανόνες για την πρόσβαση σε διαβαθμισμένες και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες που διατίθενται στο Κοινοβούλιο από το Συμβούλιο, την Επιτροπή ή τα κράτη μέλη δεν παρέχουν πλήρη νομική σαφήνεια αλλά, σύμφωνα με τη γενικά επικρατούσα ερμηνεία, εξαιρούν τους διαπιστευμένους κοινοβουλευτικούς βοηθούς (ΔΚΒ) από την ανάγνωση και την ανάλυση μη διαβαθμισμένων «άλλων εμπιστευτικών πληροφοριών» σε ασφαλή αίθουσα ανάγνωσης· ζητεί, συνεπώς, τη θέσπιση σαφώς διατυπωμένης διάταξης σε διοργανική συμφωνία κατόπιν διαπραγματεύσεων για τη διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης των ΔΚΒ σε έγγραφα με βάση την αρχή της «ανάγκης να γνωρίζουν», στο πλαίσιο του ρόλου τους για επικουρία των βουλευτών·

390. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις, οι εκπρόσωποι της Προεδρίας του Συμβουλίου αρνήθηκαν να εμφανιστούν ενώπιον της επιτροπής TAX3 για να την ενημερώσουν σχετικά με την πρόοδο που έχει επιτευχθεί όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων των επιτροπών TAXE, TAX2 και PANA· τονίζει ότι οι επαφές εργασίας μεταξύ της Προεδρίας του Συμβουλίου και των ειδικών και εξεταστικών επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα πρέπει να αποτελούν πάγια πρακτική·

9.2. Ομάδα «Κώδικας δεοντολογίας» για τη φορολογία των επιχειρήσεων

391. σημειώνει την αυξημένη επικοινωνία με την ΟΚΔ και εκφράζει ιδιαίτερα την ικανοποίησή του για την εξαμηνιαία δημοσίευση της έκθεσής της προς το Συμβούλιο, καθώς και για τις επιστολές που εστάλησαν στις περιοχές δικαιοδοσίας και τις δεσμεύσεις που ελήφθησαν στο πλαίσιο της διαδικασίας κατάρτισης ενωσιακού καταλόγου·

392. εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του για τον αδιαφανή χαρακτήρα των διαπραγματεύσεων σχετικά με τη διαδικασία κατάρτισης ενωσιακού καταλόγου και καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν τη διαφάνεια στην επικείμενη επικαιροποίηση των καταλόγων·

393. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι ο πρόεδρος της ΟΚΔ εμφανίστηκε ενώπιον της επιτροπής TAX3, γεγονός που αποτελεί ριζική μεταβολή της προηγούμενης θέσης της ΟΚΔ· σημειώνει, επίσης, ότι από την έναρξη των εργασιών της επιτροπής TAX3, έχουν καταστεί διαθέσιμα συγκεντρωτικά έγγραφα των εργασιών της ΟΚΔ[176]· εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του για το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά δεν δημοσιεύτηκαν νωρίτερα και ότι σημαντικά μέρη τους έχουν διαγραφεί·

394. τονίζει ότι οι προαναφερθείσες συστάσεις της Διαμεσολαβήτριας ισχύουν και για την ΟΚΔ, η οποία θα πρέπει να παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες, ιδίως όσον αφορά τις επιζήμιες φορολογικές πρακτικές των κρατών μελών και τη διαδικασία κατάρτισης ενωσιακού καταλόγου·

395. καλεί την ΟΚΔ να λάβει περαιτέρω μέτρα για να διασφαλίσει τη διαφάνεια των συνεδριάσεών της, ιδίως με δημοσιοποίηση των θέσεων των διαφόρων κρατών μελών στην υπό συζήτηση ημερήσια διάταξη το αργότερο έξι μήνες μετά τη συνεδρίαση·

396. καλεί την Επιτροπή να υποβάλει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας για τη φορολογία των επιχειρήσεων και των κρατικών ενισχύσεων φορολογικού χαρακτήρα, όπως ορίζονται στο σημείο Ξ του κώδικα[177]·

397. πιστεύει ότι η εντολή της ΟΚΔ πρέπει να επικαιροποιηθεί, δεδομένου ότι αντιμετωπίζει ζητήματα πέρα από την αξιολόγηση των επιζήμιων φορολογικών πρακτικών της ΕΕ, άρα δεν παρέχει απλώς τεχνική συμβολή στις αποφάσεις που λαμβάνει το Συμβούλιο αλλά προσφέρει πολύ περισσότερα· ζητεί, βάσει της εν μέρει πολιτικής φύσης των εργασιών που έχει αναλάβει η ομάδα, να επιστρέψουν τα καθήκοντα αυτά σε ένα πλαίσιο που να επιτρέπει τον δημοκρατικό έλεγχο ή την εποπτεία, αρχής γενομένης από την εφαρμογή της διαφάνειας·

398. ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, να αποκατασταθεί ο αδιαφανής χαρακτήρας της σύνθεσης της ΟΚΔ με τη δημοσίευση καταλόγου των μελών της·

9.3. Επιβολή της νομοθεσίας της ΕΕ

399. καλεί το νεοεκλεγέν Κοινοβούλιο να προβεί σε συνολική αξιολόγηση της προόδου όσον αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα που ζητήθηκαν από τις επιτροπές TAXE, TAX2, PANA και TAX3, συγκρίνοντας τα αιτήματα που υποβλήθηκαν με εκείνα που έχουν απαντηθεί από το Συμβούλιο και άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ, και να δρομολογήσει, αν χρειαστεί, τα αναγκαία διαδικαστικά και/ή νομικά μέτρα·

400. ζητεί τη δημιουργία ενός νέου Κέντρου Συνοχής και Συντονισμού της Φορολογικής Πολιτικής της Ένωσης (TPCCC) εντός της δομής της Επιτροπής, το οποίο θα πρέπει να μπορεί να αξιολογεί και να παρακολουθεί τις φορολογικές πολιτικές των κρατών μελών σε επίπεδο Ένωσης και να εξασφαλίζει ότι δεν εφαρμόζονται νέα επιζήμια φορολογικά μέτρα από τα κράτη μέλη·

401. θεωρεί ότι το εν λόγω TPCCC θα διασφαλίζει την αποτελεσματική και ταχεία συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών[178] και θα διευκολύνει την έγκαιρη προειδοποίηση σε περιπτώσεις όπως το σκάνδαλο Cum Ex· θεωρεί, επιπλέον, ότι το εν λόγω TPCCC θα πρέπει να μπορεί να παρακολουθεί τη συμμόρφωση των κρατών μελών με τον κοινό ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων δικαιοδοσιών ζητεί επιτακτικά από τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν την έκκληση αυτή και από την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση για έναν τέτοιο μηχανισμό·

9.4. Συνεργασία με μη θεσμικούς συμμετέχοντες

402. εκφράζει την ικανοποίησή του για τη συμμετοχή και τη συμβολή των συμφεροντούχων στις ακροάσεις της επιτροπής TAX3, όπως αναφέρονται στην ενότητα IV.3 της επισκόπησης των δραστηριοτήτων κατά τη διάρκεια της εντολής της επιτροπής TAX3· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι άλλοι συμφεροντούχοι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε ακροάσεις της επιτροπής ΤΑΧ3, όπως αναφέρεται στην ενότητα IV.4 της επισκόπησης των δραστηριοτήτων· παρατηρεί ότι δεν ήταν δυνατό να βρεθούν αποτρεπτικές κυρώσεις σε περίπτωση που δεν δόθηκε λόγος για την άρνηση αυτή·

403. καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να συμφωνήσουν σχετικά με τη δημιουργία ενός δημόσια προσβάσιμου και τακτικά επικαιροποιούμενου καταλόγου μη συνεργάσιμων μη θεσμικών φορέων στη διοργανική συμφωνία σχετικά με το υποχρεωτικό μητρώο διαφάνειας για εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων· θεωρεί, στο μεταξύ, ότι θα πρέπει να τηρείται αρχείο των ατόμων και των οργανώσεων που αρνήθηκαν, χωρίς βάσιμο λόγο, να παραστούν στις ακροάσεις των επιτροπών TAXE, TAX2, PANA και TAX3· καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να έχουν κατά νου τη στάση αυτή σε οποιεσδήποτε πιθανές επαφές με τους ενδιαφερόμενους συμφεροντούχους και να αφαιρέσουν τις κάρτες εισόδου τους στους χώρους τους·

9.5. Το δικαίωμα εξέτασης των πραγμάτων/έρευνας του Κοινοβουλίου

404. θεωρεί ότι έχει ζωτική σημασία για την άσκηση του δημοκρατικού ελέγχου επί της εκτελεστικής εξουσίας, να ανατεθούν στο Κοινοβούλιο αρμοδιότητες έρευνας και εξέτασης των πραγμάτων ανάλογες εκείνων των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών· πιστεύει ότι, για να μπορέσει να ασκήσει τις αρμοδιότητες αυτές, το Κοινοβούλιο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καλεί και να υποχρεώνει μάρτυρες να παρουσιαστούν και να απαιτεί την προσκόμιση εγγράφων·

405. πιστεύει ότι, για να ασκηθούν τα δικαιώματα αυτά, πρέπει τα κράτη μέλη να συμφωνήσουν να επιβάλλουν κυρώσεις κατά φυσικών προσώπων για την μη προσέλευση ή τη μη προσκόμιση εγγράφων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που διέπει την εθνική κοινοβουλευτική εξέταση των πραγμάτων και την έρευνα·

406. παροτρύνει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να συμμετάσχουν στην έγκαιρη ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις λεπτομερείς διατάξεις που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

9.6. Ομοφωνία έναντι ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία

407. επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να χρησιμοποιεί, όταν κρίνεται σκόπιμο, τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 116 της ΣΛΕΕ, με την οποία καθίσταται δυνατή η μεταβολή της απαίτησης ομοφωνίας σε περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώσει ότι μια διαφορά μεταξύ των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών διαστρεβλώνει τους όρους ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς·

408. εκφράζει την ικανοποίησή του για τη συμβολή της Επιτροπής με την ανακοίνωσή της με τίτλο «Προς μια πιο αποτελεσματική και πιο δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων στη φορολογική πολιτική της ΕΕ» με την οποία προτείνεται ένας χάρτης πορείας προς την ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία για συγκεκριμένα και πιεστικά ζητήματα φορολογικής πολιτικής, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ζωτικής σημασίας νομοθετικοί φάκελοι και οι πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής ή των οικονομικών εγκλημάτων έχουν παγώσει στο Συμβούλιο εις βάρος μεγάλης πλειοψηφίας κρατών μελών· εκφράζει την ικανοποίησή του για την υποστήριξη που εξέφρασαν ορισμένα κράτη μέλη στην εν λόγω πρόταση[179]·

409. τονίζει ότι θα πρέπει να συνεχίσουν να εξετάζονται όλα τα σενάρια και όχι μόνο η μετατόπιση από την ομοφωνία στην ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία μέσω ρήτρας «γέφυρας»· καλεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να προσθέσει το σημείο αυτό στην ημερήσια διάταξη μιας συνόδου κορυφής πριν από το τέλος του 2019, προκειμένου να συμμετάσχει σε εποικοδομητικό διάλογο σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να διευκολυνθεί η λήψη αποφάσεων επί φορολογικών θεμάτων προς όφελος της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς·

9.7. Επακολούθηση

410. εκφράζει την άποψη ότι οι εργασίες των επιτροπών TAXE, TAX2, PANA και TAX3 θα πρέπει να συνεχιστούν κατά την προσεχή κοινοβουλευτική περίοδο, σε μια μόνιμη δομή εντός του Κοινοβουλίου, όπως μια υποεπιτροπή της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (ECON), με στόχο να διευκολυνθεί η συμμετοχή από περισσότερες της μίας επιτροπές·

°

° °

411. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων, την Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τη Moneyval, τα κράτη μέλη, τα εθνικά κοινοβούλια, τον ΟΗΕ, την G20, την Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης και τον ΟΟΣΑ.

OVERVIEW OF ACTIVITIES DURING THE MANDATE

March 2018 - February 2019

* * *

I. LIST OF ACRONYMS

APAs   Accredited Parliamentary Assistants

AU   African Union

ATP   Aggressive Tax Planning

ATAD   Anti-Tax Avoidance Directive

AML   Anti - Money Laundering

AMLD   Anti-Money Laundering Directive

BEAT  Base Erosion and Anti- Abuse Tax

BEPS  Base Erosion and Profit Shifting

CTP  Certified Taxable Person

CBI  Citizenship by Investment (Golden visa programmes)

CoC Group  Code of Conduct Group on Business Taxation

CCTB  Common Corporate Tax Base

CCCTB   Common Consolidated Corporate Tax Base

CRS   Common Reporting System

CFC   Controlled Foreign Corporation

CIT  Corporate Income Tax

CSR  Corporate Social Responsibility

CDD  Customer Due Diligence

DAC  Directive on Administrative Cooperation in the tax area

Commission  European Commission

The Council  The Council of the European Union

EBA  European Banking Authority

EPPO  European Public Prosecutor’s Office

ESAs  European Supervisory Authorities

EU (or the Union) European Union

FATF  Financial Action Task Force

FIU  Financial Intelligence Unit

FDII  Foreign Derived Intangible Income

FDR  Foreign Direct Investment

FTAs   Free Trade Agreements

GAAR   General Anti- Abuse Rule

GDP  Gross Domestic Product

GILTI   Global Intangible Low-Taxed Income

IMF  International Monetary Fund

JTPF  Joint Transfer Pricing Forum

KYC   Know Your Customer

ML  Money Laundering

MLI  Multilateral Convention to Implement Tax Treaty related Measures to Prevent Base Erosion and Profit Shifting (Multilateral Instrument)

MNE  Multinational Enterprise

NGOs  Non-Governmental Institutions

NOE  Non -Observed Economy

OECD  Organisation for Economic Co-operation and Development

OLAF  European Anti- Fraud Office

R&D   Research & Development

RBI   Residency by Investment

SMEs   Small and Medium- sized Enterprises

SEZ  Special Economic Zone

SPE  Special Purpose Entity

SLAPP  Strategic Lawsuits against Public Participation

TAX3  Special Committee on Financial Crimes, Tax Evasion and Tax Avoidance

TF  Terrorist Financing

TFEU  Treaty on the Functioning of the European Union

UBO  Ultimate Beneficial Owner

UCC  Union Customs Code

UHNWI   High Net Worth Individuals (HNWI)/ Ultra High Net Worth Individuals

UN  United Nations

VAT  Value Added Tax

WTO  World Trade Organisation


 

II. COMMITTEE MANDATE

 

P8_TA(2018)0048

Setting up a special committee on financial crimes, tax evasion and tax avoidance (TAX3)

European Parliament decision of 1 March 2018 on setting up a special committee on financial crimes, tax evasion and tax avoidance (TAX3), and defining its responsibilities, numerical strength and term of office (2018/2574(RSO))

The European Parliament,

 having regard to the proposal for a decision of the Conference of Presidents,

 having regard to its decision of 12 February 2015[180] on setting up a special committee on tax rulings and other measures similar in nature or effect (the ‘TAXE 1 special committee’), its powers, numerical strength and term of office,

 having regard to its resolution of 25 November 2015 on tax rulings and other measures similar in nature or effect[181],

 having regard to its decision of 2 December 2015[182] on setting up a special committee on tax rulings and other measures similar in nature or effect (the ‘TAXE 2 special committee’), its powers, numerical strength and term of office,

 having regard to its resolution of 6 July 2016 on tax rulings and other measures similar in nature or effect[183],

 having regard to its decision of 8 June 2016[184] on setting up a Committee of Inquiry to investigate alleged contraventions and maladministration in the application of Union law in relation to money laundering, tax avoidance and tax evasion (the ‘PANA inquiry committee’), its powers, numerical strength and term of office,

 having regard to its recommendation of 13 December 2017 to the Council and the Commission following the inquiry into money laundering, tax avoidance and tax evasion[185],

 having regard to Rule 197 of its Rules of Procedure,

1. Decides to set up a special committee on financial crimes, tax evasion and tax avoidance, vested with the following powers:

(a)  to build on and complement the work carried out by the TAXE 1 and TAXE 2 special committees, in particular focusing on the effective implementation by Member States, Commission and/or the Council, and the impact of, the recommendations in its abovementioned resolutions of 25 November 2015 and 6 July 2016;

(b)  to build on and complement the work carried out by the PANA inquiry committee, in particular focusing on the effective implementation by Member States, Commission and/or the Council, and the impact of, the recommendations in its abovementioned recommendation of 13 December 2017;

(c)  to follow up on the progress by the Member States in ending tax practices which allow for tax avoidance and/or tax evasion that are harmful for the proper functioning of the single market, as referred to in its abovementioned resolutions of 25 November 2015 and 6 July 2016 and recommendation of 13 December 2017;

(d)  to assess how EU VAT rules were circumvented in the framework of the Paradise Papers and to evaluate in a more general way the impact of VAT fraud and administrative cooperation rules in the Union; and to analyse the exchange of information and coordination policies between the Member States and Eurofisc;

(e)  to contribute to the ongoing debate on taxation of the digital economy;

(f)  to assess national schemes providing tax privileges (such as citizenship programmes);

(g)  to follow closely the ongoing work of, and contribution by, the Commission and Member States in international institutions, including the Organisation for Economic Co-operation and Development, G20, UN and the Financial Action Task Force (FATF), while fully respecting the competences of the Committee on Economic and Monetary Affairs regarding taxation matters;

(h)  to access documents relevant to its work and to make the necessary contacts and hold hearings with international, European (including the Code of Conduct Group for Business Taxation) and national institutions and fora, the national parliaments and governments of the Member States and third countries, as well as representatives of the academic community, business and civil society, including social partners, in close cooperation with the standing committees; in doing so taking into account efficient use of Parliament resources;

(i)  to analyse and assess the third‑country dimension in tax avoidance practices, including the impact on developing countries; to monitor improvements and existing gaps in the exchange of information with third countries in this respect, with particular attention to be given to the Crown Dependencies and Overseas Territories;

(j)  to assess the Commission’s own assessment and screening process for listing countries in the AMLD delegated act on high-risk third countries;

(k)  to assess the methodology, country screening and impact of the EU list of non-cooperative jurisdictions for tax purposes (EU blacklist of tax havens), the removal of countries from the list, and the sanctions adopted towards listed countries;

(l)  to examine the consequences of bilateral tax treaties concluded by Member States;

(m)  to make any recommendations that it deems necessary in this matter;

2. Decides that the Special Committee should take into account in its work the recent Paradise Papers revelations from 5 November 2017 and any relevant developments within the remit of the Committee that emerge during its term;

3. Decides that the special committee shall have 45 members;

 

4. Decides that the term of office of the special committee shall be 12 months, beginning on the date of adoption of this decision.


III. COMMITTEE COMPOSITION

 

 

1. Bureau

Petr JEŽEK (CS)

Chairman

ALDE

Roberts ZĪLE (LV)

1st Vice-Chair

ECR

Eva JOLY (FR)

2nd Vice-Chair

Greens/EFA

Esther DE LANGE (NL)

3rd Vice-Chair

EPP

Ana GOMES (PT)

4th Vice-Chair

S&D

 

2. Coordinators

Dariusz ROSATI (PL)

EPP

Tom VANDENKENDELAERE (NL)

(Deputy Coordinator)

EPP

Peter SIMON (DE)

S&D

Monica MACOVEI (RO)

ECR

Nils TORVALDS (SV)

ALDE

Sven GIEGOLD (DE)

Greens/EFA

Martin SCHIRDEWAN (DE)

GUE/NGL

David COBURN (EN)

EFDD

Mario BORGHEZIO (IT)

ENF

3. Co-Rapporteurs

Luděk NIEDERMAYER (CS)

EPP

Jeppe KOFOD (DA)

S&D

 

4. Shadow-Rapporteurs

Roberts Zile (LV)

ECR

Wolf KLINZ (DE)

ALDE

Molly SCOTT CATO (EN)

Greens/EFA

Miguel URBÁN CRESPO (ES)

GUE/NGL

.....

EFDD

Mario BORGHEZIO (IT)

ENF

 

 

5.  Members of the Committee

 

The committee is composed of 45 Members distributed by political groups as follows:

 

EPP

14

S&D

11

ECR

4

ALDE

4

GUE/NGL

4

Greens/EFA

3

EFDD

2

ENF

2

N-A

1

 

 

6. List of Full Members and Substitutes

 

FULL MEMBERS

 

SUBSTITUTES

L

EPP

14/14

L

EPP

14/14

MT

CASA David

 

EL

CHRISTOFOROU Lefteris

 

DE

FERBER Markus

 

IT

COMI Lara

 

PT

FERNANDES José Manuel

 

FR

DIDIER Geoffroy

 

DE

KARAS Othmar

 

FR

ENGEL Frank

 

NL

DE LANGE Esther

 

EN

HAYES Brian

 

DE

LANGEN Werner

 

SV

HÖKMARK Gunnar

 

LV

LOSKUTOVS Aleksejs

 

PL

JAZŁOWIECKA Danuta

 

RO

MUREŞAN Siegfried

 

EL

KYRTSOS Georgios

 

CS

NIEDERMAYER Luděk

 

FR

LAMASSOURE Alain

 

PL

ROSATI Dariusz

 

DE

MANN Thomas

 

ES

SALAFRANCA SÁNCHEZ-NEYRA José Ignacio

ES

MATO Gabriel

 

IT

SALINI Massimiliano

 

MT

METSOLA Roberta

 

FR

SANDER Anne

 

BG

RADEV Emil

 

NL

VANDENKENDELAERE Tom

 

SK

ŠTEFANEC Ivan

 

L

S-D

11/11

 

S-D

11/11

FR

DELVAUX Mady

 

FR

BERÈS Pervenche

 

EN

GILL Neena

 

RO

FRUNZULICĂ Doru Claudian

 

PT

GOMES Ana

 

DE

KOHN Arndt

 

IT

GUALTIERI Roberto

 

DE

KÖSTER Dietmar

 

ES

JÁUREGUI ATONDO Ramón

 

ES

LÓPEZ AGUILAR Juan Fernando

 

DA

KOFOD Jeppe

 

SV

LUDVIGSSON Olle

 

RO

PAVEL Emilian

 

RO

POPA Răzvan

 

DE

REGNER Evelyn

 

MT

SANT Alfred

 

FR

ROZIÈRE Virginie

 

IT

SCHLEIN Elly

 

DE

SIMON Peter

 

HU

SZANYI Tibor

 

NL

TANG Paul

 

IT

VIOTTI Daniele

 

L

ECR

4/4

 

ECR

1/4

RO

MACOVEI Monica

 

DE

LUCKE Bernd

 

PL

OŻÓG Stanisław

 

 

 

 

FI

RUOHONEN-LERNER Pirkko

 

 

 

 

LV

ZĪLE Roberts

 

 

 

 

L

ALDE

4/4

 

ALDE

4/4

CS

JEŽEK Petr

 

ES

CALVET CHAMBON Enrique

 

DE

KLINZ Wolf

 

FR

CORNILLET Thierry

 

FR

MICHEL Louis

 

NL

NAGTEGAAL Caroline

 

SV

TORVALDS Nils

 

ES

PAGAZAURTUNDÚA RUIZ Maite

 

L

GUE/NGL

4/4

 

GUE/NGL

4/4

EN

CARTHY Matt

 

EL

KOULOGLOU Stelios

 

PT

MATIAS Marisa

 

ES

LÓPEZ BERMEJO Paloma

 

FR

MAUREL Emmanuel

 

DE

SCHIRDEWAN Martin

 

ES

URBÁN CRESPO Miguel

 

PT

VIEGAS Miguel

 

L

Greens/EFA

3/3

 

Greens/EFA

3/3

DE

GIEGOLD Sven

 

SV

ANDERSSON Max

 

FR

JOLY Eva

 

ES

SOLÉ Jordi

 

EN

SCOTT CATO Molly

 

ES

URTASUN Ernest

 

L

EFDD

2/2

 

EFDD

2/2

EN

COBURN David

 

FR

MONOT Bernard

 

EN

FINCH Raymond

 

IT

VALLI Marco

 

L

ENF

2/2

 

ENF

2/2

IT

BORGHEZIO Mario

 

FR

LEBRETON Gilles

 

DE

KAPPEL Barbara

 

DE

PRETZELL Marcus

 

L

N-A

1/1

 

 

 

EL

ZARIANOPOULOS Sotirios

 

 

 

 

 

 

 


IV. ACTIVITIES OF THE COMMITTEE

 

 

 

 

 

 

The constitutive meeting took place on 22 March 2018.

 

The TAX3 Committee held 34 Committee meetings, public hearings and workshops from March 2018 until end of February 2019.

 

Including:

 

 In the context of the TAX3 Report, 3 Committee meetings:

 Consideration of draft report, on 27 November 2018

 Consideration of amendments, on 29 January 2019

 Vote on TAX3 report in Committee, on 27 February 2019

 

 10 exchanges of views with:

 Commissioner Pierre Moscovici, on 27 March 2018, jointly with Committee on Economic and Monetary Affairs (ECON)

 Commissioner Vera Jourova, on 25 June 2018

 Fabrizia Lapecorella, Chair of the Code of Conduct Group on Business Taxation, on 10 October 2018

 The French Minister for Economy and Finance, Bruno Le Maire, on 23 October 2018, jointly with Committee on Economic and Monetary Affairs (ECON)

 Commissioner Pierre Moscovici, on 27 November 2018

 Commissioner Vera Jourova, on 10 December 2018

 Owen Bonnici, Minister for Justice of Malta, on 11 February 2019

 National Parliaments, jointly with ECON, on 18 February 2019

 Commissioner Margrethe Vestager on 19 February 2019

 Inés María Bardón Rafael, Spanish State Secretary for the Treasury, on 19 February 2019

 

 18 public hearings, among which:

 16 TAX3 public hearings

 1 joint public hearing with the Special Committee on Terrorism (TERR) on “The use of tax frauds –including VAT or carousel fraud- to finance terrorism”, on 28 June 2018

 1 joint public hearing with the Committee on Economic and Monetary Affairs (ECON) on the “Cum-Ex scandal: financial crime and the loopholes in the current legal framework”, on 26 November 2018

 

 3 workshops

 “Taxation and fight against Money Laundering: Crypto Currencies, Digitalisation and the European Semester” with the Policy Department "A" for Economic, Scientific and Quality of Life, on 7 June 2018

 Presentation of Study on “VAT fraud: economic impact, challenges and policy issues”, with the Policy Department "A" for Economic, Scientific and Quality of Life, on 10 October 2018

 “Golden Visas, Free Ports, and Shell Companies in the EU: Money Laundering, Tax Evasion And Tax Avoidance Risks” with the European Parliamentary Research Service (EPRS), on 18 October 2018

 

Coordinators' meetings

 

 22 March 2018 in Brussels

 27 March 2018 in Brussels

 12 April 2018 in Brussels

 15 May 2018 in Brussels

 11 June 2018 in Strasbourg

 25 June 2018 in Brussels

 13 September 2018 in Strasbourg

 1st October 2018 in Strasbourg

 15 October 2018 in Brussels

 27 November 2018 in Brussels

 14 January 2019 in Strasbourg

 19 February 2019 in Brussels

 

Shadow-Rapporteurs meetings

 

 Tuesday, 15 January 2019, in Strasbourg

 Wednesday, 23 January 2019, in Brussels

 Tuesday, 12 February 2019, in Strasbourg

 Wednesday, 13 February 2019, in Strasbourg

 Tuesday, 19 February 2019, in Brussels

 Wednesday, 20 February 2019, in Brussels

 

* * *

 

The TAX3 Committee held 4 fact-findings missions from July 2018 until February 2019:

 16-18 July 2018 - Mission to USA (Washington)

 30-31 August 2018 - Mission to Latvia (Riga)

 22-23 November 2018 - Mission to Isle of Man

 6-8 February 2019 - Mission to Estonia and Denmark


 

List of activities of

TAX1, TAX2, PANA and TAX3 Committees

 

Activities

TAXE

Mandate: 10 months

TAX2

Mandate: 8 months

PANA

Mandate: 18 months

TAX3

Mandate: 12 months

TOTAL

Public hearings

4

5

13

18

40

Exchanges of views

(Commission, Council, Ministers, National Parliaments...)

8

5

9

10

32

Discussions on the Report

3

2

4

3

12

Workshops

1

1

4

3

9

Total Committee meetings

16

13

30

34

93

Missions

6

3

8

4

21

Coordinators’ meetings

11

6

16

12

45

Studies

6

4

9

6

25

---------------------------

 Special Committee on tax rulings and other measures similar in nature or effect (TAXE) -  From 12 February 2015 to 30 November 2015

 Special committee on tax rulings and other measures similar in nature or effect (TAXE2) - From 2 December 2015 to 2 August 2016

 Committee of Inquiry to investigate alleged contraventions and maladministration in the application of Union law in relation to money laundering, tax avoidance (PANA) - From 8 June 2016 to 8 December 2017

 Special committee on financial crimes, tax evasion and tax avoidance (TAX3) - From 1st March 2018 to 1st March 2019


 

 

 

 

 

Date

Topic / objective

Tuesday, 27 March 2018

09.00 - 10.30

Joint Public meeting with ECON

Exchange of views with Commissioner Pierre Moscovici on ”Digital taxation and aggressive tax planning in the context of the European Semester”

Thursday, 26 April 2018

9.00 - 12.30

Public hearing

Combatting Money Laundering in the EU Banking System

Tuesday, 15 May 2018

14.30 - 18.00
Public Hearing

The Fight against Harmful Tax Practices within the European Union and abroad

Thursday, 7 June 2018

14.00 - 18.00

Workshop

Taxation and fight against Money Laundering: Crypto Currencies, Digitalisation and the European Semester