Διαδικασία : 2016/2727(RSP)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : B8-0622/2016

Κείμενα που κατατέθηκαν :

B8-0622/2016

Συζήτηση :

PV 25/05/2016 - 18
CRE 25/05/2016 - 18

Ψηφοφορία :

PV 26/05/2016 - 6.6
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :


ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
PDF 526kWORD 103k
17.5.2016
PE582.642v01-00
 
B8-0622/2016

εν συνεχεία δηλώσεων του Συμβουλίου και της Επιτροπής

σύμφωνα με το άρθρο 123 παράγραφος 2 του Κανονισμού


σχετικά με τις διατλαντικές ροές δεδομένων (2016/2727(RSP))


Jan Philipp Albrecht, Judith Sargentini εξ ονόματος της Ομάδας Verts/ALE

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις διατλαντικές ροές δεδομένων (2016/2727(RSP))  
B8-0622/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών(1) (στο εξής «η οδηγία»), και ιδίως το άρθρο 25,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και για την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ(2) (στο εξής «ο γενικός κανονισμός περί προστασίας των δεδομένων»), που τέθηκε σε ισχύ στις 24 Μαΐου 2016 και θα εφαρμόζεται από την 25η Μαΐου 2018,

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «ο Χάρτης») και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 6ης Οκτωβρίου 2015, στην υπόθεση C-362/14 Maximillian Schrems κατά Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο εκτελεστικής απόφασης της Επιτροπής, της 29ης Φεβρουαρίου 2016, σχετικά με την επάρκεια της προστασίας που παρέχεται από την ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής από ΕΕ-ΗΠΑ, καθώς και τα παραρτήματα της απόφασης αυτής υπό μορφή επιστολών από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου των ΗΠΑ,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 29ης Φεβρουαρίου 2016, με τίτλο «Διατλαντικές ροές δεδομένων: Αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μέσω ισχυρών διασφαλίσεων» (COM(2016)0117), την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 2013, σχετικά με σχετικά με τη λειτουργία του ασφαλούς λιμένα από την προοπτική των πολιτών της ΕΕ και των εταιρειών που είναι εγκατεστημένες στην ΕΕ (COM(2013)0847) και την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 2013, σχετικά με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη ροή δεδομένων ΕΕ-ΗΠΑ (COM(2013)846),

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση για το θέμα αυτό (WP 238) την οποία ενέκρινε στις 13 Απριλίου 2016 η ομάδα εργασίας που συγκροτήθηκε στη βάση του άρθρου 29 της οδηγίας, καθώς και τις γνωμοδοτήσεις που είχαν εγκριθεί προηγουμένως για το ίδιο θέμα (WP12, WP27 και WP 32),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή(3), και ιδίως το άρθρο 5 όσον αφορά τη διαδικασία εξέτασης,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 5ης Ιουλίου 2000, σχετικά με το σχέδιο απόφασης της Επιτροπής όσον αφορά την επάρκεια της προστασίας που παρέχεται από τις αρχές ασφαλούς λιμένα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και τις συναφείς συχνές ερωτήσεις (FAQ) που εκδίδονται από το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ(4),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 12ης Μαρτίου 2014, σχετικά με το πρόγραμμα παρακολούθησης της υπηρεσίας εθνικής ασφάλειας (NSA) των ΗΠΑ, τα όργανα παρακολούθησης σε διάφορα κράτη μέλη και τον αντίκτυπό τους στα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ, και σχετικά με τη διατλαντική συνεργασία στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων(5), καθώς και το ψήφισμά του, της 29ης Οκτωβρίου 2015, σε συνέχεια του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2014, σχετικά με τη μαζική ηλεκτρονική παρακολούθηση πολιτών της ΕΕ(6),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 123 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας και του ηλεκτρονικού εμπορίου, καθώς και η ανάπτυξη ικανοτήτων υποκλοπής που έχουν επιτύχει διάφορες υπηρεσίες πληροφοριών, οδήγησαν, σε παγκόσμιο επίπεδο, στην εκθετική αύξηση της κίνησης δεδομένων και ηλεκτρονικών επικοινωνιών, αλλά και των κινδύνων κακής χρήσης των δεδομένων και υποκλοπής των επικοινωνιών αυτών·

B.  εκτιμώντας ότι αυτή η κακή χρήση όχι μόνο συνιστά τροχοπέδη για την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, εφόσον υπονομεύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, αλλά αποτελεί και παραβίαση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των πολιτών και, ιδίως, του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα·

Γ.  εκτιμώντας ότι προστασία των δεδομένων σημαίνει προστασία των ανθρώπων τους οποίους αφορούν τα υπό επεξεργασία δεδομένα, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία αυτή αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζει η Ένωση (άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και άρθρο 16 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης)·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία, η οποία θα αντικατασταθεί από τον γενικό κανονισμό περί προστασίας των δεδομένων το 2018, ορίζει δικαιώματα για το υποκείμενο των δεδομένων και αντίστοιχες υποχρεώσεις για εκείνους που επεξεργάζονται τα δεδομένα ή ασκούν τον έλεγχο της επεξεργασίας αυτής·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία αυτή θα είναι άχρηστη αν περιορίζεται στο έδαφος της Ένωσης και δεν παρέχεται η δέουσα προστασία, όπως ορίζει η οδηγία, και στις τρίτες χώρες στις οποίες διαβιβάζονται τα δεδομένα·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταλληλότητα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων σε μια τρίτη χώρα πρέπει να αξιολογείται στη βάση της εσωτερικής νομοθεσίας ή των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας αυτής, καθώς και ότι τα μέσα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται αποτελεσματικά στην πράξη·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίσει, εξ ονόματος των πολιτών της Ένωσης και των κρατών μελών της, ότι στις εν λόγω τρίτες χώρες υπάρχει επαρκές επίπεδο προστασίας·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, με την απόφασή του της 6ης Οκτωβρίου 2015, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής όσον αφορά την επάρκεια της προστασίας που παρέχεται από τις αρχές ασφαλούς λιμένα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και τις συναφείς συχνές ερωτήσεις (FAQ) που εκδίδονται από το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διευκρίνιζε, στην απόφασή του αυτή, πως ένα ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας σε μια τρίτη χώρα πρέπει να θεωρείται ότι είναι «ουσιαστικά ισοδύναμο» με αυτό που εξασφαλίζεται εντός της Ένωσης·

Εισαγωγή

1.  εκφράζει ικανοποίηση για τις προσπάθειες που κατέβαλαν η Επιτροπή και η κυβέρνηση των ΗΠΑ για την επίτευξη ουσιαστικών βελτιώσεων στην «Ασπίδα Προστασίας της Ιδιωτικής Ζωής», σε σύγκριση με την απόφαση περί ασφαλούς λιμένα·

2.  υπογραμμίζει τη σημασία που έχει η διαφύλαξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων στην προστασία των δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής·

3.  υπογραμμίζει τη σημασία των διατλαντικών συναλλαγών και της διατλαντικής συνεργασίας·

4.  υπογραμμίζει τη σημασία της ασφάλειας δικαίου για τα υποκείμενα και τους ελεγκτές των δεδομένων·

5.  εκφράζει ανησυχία για το ενδεχόμενο η «Ασπίδα Προστασίας» να μην καλύπτει πλήρως τις απαιτήσεις του Χάρτη, της οδηγίας, του γενικού κανονισμού περί προστασίας των δεδομένων και των συναφών αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων·

Ιδιωτικός τομέας

6.  σημειώνει ότι οι αρχές της «Ασπίδας Προστασίας» (Παράρτημα ΙΙ) δεν προσφέρουν ουσιαστικά ισοδύναμη δέσμη αρχών, εφόσον δεν επιβάλλουν τη συναίνεση του υποκειμένου των δεδομένων, δεν περιλαμβάνουν την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων και επιτρέπουν την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για σκοπούς ασύμβατους με τον σκοπό για τον οποίο συνελέγησαν τα δεδομένα αυτά·

7.  τονίζει ότι οι αρχές της «Ασπίδας Προστασίας» δίνουν γενική άδεια για κάθε είδους επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, χωρίς να απαιτείται η συναίνεση του υποκειμένου των δεδομένων και χωρίς να του προσφέρεται πλήρες δικαίωμα άρνησης· εκφράζει ανησυχία για το γεγονός ότι ακόμα και οι ρήτρες εξαίρεσης («κοινοποίηση» και «επιλογή») προβλέπονται μόνο για την περίπτωση ουσιαστικής αλλαγής του σκοπού ή διαβίβασης σε τρίτους· εκφράζει επίσης ανησυχία για το γεγονός ότι ακόμα και στην περίπτωση ευαίσθητων δεδομένων, η συναίνεση του υποκειμένου είναι απαραίτητη μόνο στις δύο αυτές περιπτώσεις·

8.  επισημαίνει ότι η συμπληρωματική αρχή 2α δεν είναι σύμφωνη με την απόφαση Google Spain/Costeja του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 13ης Μαΐου 2014 (C-131/12) και με το δικαίωμα διαγραφής («δικαίωμα στη λήθη») που αναγνωρίζεται στη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων·

9.  επισημαίνει με ανησυχία ότι η επιβολή της νομοθεσίας στο πλαίσιο των αρχών της «Ασπίδας Προστασίας» θα ήταν εξαιρετικά δυσχερής αφού το υποκείμενο των δεδομένων θα πρέπει να προβαίνει σε πέντε διαδοχικές ενέργειες (διαμαρτυρία στον ελεγκτή, εναλλακτική επίλυση διαφοράς, διαμαρτυρία στο Υπουργείο Εμπορίου ή στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου μέσω μιας ευρωπαϊκής εποπτικής αρχής για την προστασία των δεδομένων, Επιτροπή της Ασπίδας Προστασίας, δικαστήριο των ΗΠΑ)· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, η εναλλακτική επίλυση διαφορών για καταναλωτικές συμβάσεις απαγορεύεται·

10.  επισημαίνει ότι η μόνη ποινή για έναν ελεγκτή που παραβαίνει τις αρχές της «Ασπίδας Προστασίας» είναι η διαγραφή από τον κατάλογο της «Ασπίδας Προστασίας»· δεν θεωρεί την ποινή αυτή ως ουσιαστικά ισοδύναμη των διοικητικών κυρώσεων και άλλων ποινών που προβλέπονται στη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων, και ιδίως στον γενικό κανονισμό περί προστασίας των δεδομένων·

11.  επισημαίνει ότι ούτε η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου, ούτε το Υπουργείο Εμπορίου, αλλά ούτε και οι πάροχοι υπηρεσιών εναλλακτικής επίλυσης διενέξεων έχουν ερευνητικές εξουσίες συγκρίσιμες με εκείνες των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών· υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει δηλώσει πως η ύπαρξη ουσιαστικών ερευνητικών εξουσιών είναι καίριας σημασίας για την εποπτεία της προστασίας των δεδομένων στο πλαίσιο του πρωτογενούς δικαίου της ΕΕ·

12.  υπενθυμίζει ότι μια απόφαση επάρκειας δίνει στους ελεγκτές δεδομένων από την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα προνομιακή πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ· εκφράζει ανησυχία για το γεγονός ότι οι χαμηλότερου επιπέδου απαιτήσεις των αρχών της «Ασπίδας Προστασίας», σε σύγκριση με εκείνες της νομοθεσίας της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων, θα προσφέρουν στους ελεγκτές και τους επεξεργαστές δεδομένων με έδρα στις Ηνωμένες πολιτείες ανταγωνιστικό πλεονέκτημα απέναντι στους ομόλογούς τους με έδρα στην Ένωση·

13.  εκφράζει δυσφορία για το γεγονός ότι στις ΗΠΑ δεν υπάρχει ακόμη ένας συνολικός νόμος για την προστασία των δεδομένων των καταναλωτών, παρά τις κάποιες προσπάθειες π ου έχουν καταβληθεί τα τελευταία χρόνια·

Παρακολούθηση από το κράτος

14.  σημειώνει ότι το Παράρτημα VI (επιστολή του Robert S. Litt, ODNI) αποσαφηνίζει πως, βάσει της προεδρικής οδηγίας περί πολιτικής αριθ. 28 (στο εξής «PPD-28»), η χρήση μαζικά συλλεγόμενων προσωπικών δεδομένων και επικοινωνιών μη αμερικανών πολιτών επιτρέπεται ακόμη, σε έξι περιπτώσεις· επισημαίνει ότι αυτή η μαζική συλλογή πρέπει μόνο να είναι «όσο το δυνατόν πιο προσαρμοσμένη» και «εύλογη», κάτι που δεν αντιστοιχεί στα αυστηρότερα κριτήρια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας που ορίζει ο Χάρτης· επισημαίνει επίσης ότι πέρυσι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάσισε πως, για να εξασφαλιστεί η η ορθή εφαρμογή των κριτηρίων της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, μια άδεια υποκλοπής θα πρέπει να προσδιορίζει σαφώς «ένα συγκεκριμένο πρόσωπο που θα τεθεί υπό παρακολούθηση ή έναν ενιαίο χώρο εγκαταστάσεων σε σχέση με τις οποίες θα δοθεί η άδεια», καθώς και ότι «ο προσδιορισμός αυτός μπορεί να γίνεται με ονόματα, διευθύνσεις, τηλεφωνικούς αριθμούς ή άλλες σχετικές πληροφορίες» (Zakharov v Russia (2015), παράγραφος 264)· επισημαίνει ακόμη ότι πέρυσι το ίδιο δικαστήριο όρισε επίσης πως η δοκιμή της αναγκαιότητας επιβάλλει να είναι η παρεμβολή απολύτως αναγκαία για την απόκτηση ζωτικής σημασίας πληροφοριών σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση (Szabó and Vissy v Hungary (2015), παράγραφος 73)·

15.  σημειώνει ότι το Παράρτημα VI αποσαφηνίζει επίσης πως προσωπικά δεδομένα και επικοινωνίες μπορούν να διατηρούνται για πέντε έτη, αλλά και περισσότερο αν αυτό θεωρείται πως είναι «προς το συμφέρον της εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών»· εκφράζει την ανησυχία ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του 2014, σχετικά με τη διατήρηση δεδομένων (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-293/12 και C-594/12)·

16.  σημειώνει ότι η PPD-28 επιβάλλει νέους κανόνες που περιορίζουν τη χρήση προσωπικών δεδομένων και επικοινωνιών μη αμερικανών πολιτών, δεν περιορίζει όμως τη μαζική συλλογή τους· σημειώνει ακόμη πως η υποσημείωση αριθ. 5 της PPD-28 αποσαφηνίζει ότι, σύμφωνα με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ο ορισμός της «μαζικής συλλογής» δεν περιλαμβάνει τη μαζική παρακολούθηση και την πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και επικοινωνίες, αλλά μόνο τη μαζική αποθήκευση αυτών των δεδομένων και επικοινωνιών· εκφράζει ανησυχία για το γεγονός ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την υπόθεση Schrems , που ορίζει ότι νομοθεσία που επιτρέπει την «πρόσβαση κατά γενικευμένο τρόπο στο περιεχόμενο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να θεωρηθεί ότι προσβάλλει το ουσιαστικό περιεχόμενο του θεμελιώδους δικαιώματος του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής»·

17.  σημειώνει ότι η PPD-28 δεν είναι ισότιμη με νόμο των ΗΠΑ και μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από κάποιον μελλοντικό αμερικανό Πρόεδρο· προειδοποιεί ότι αυτό προκαλεί νομική ανασφάλεια για τους πολίτες της ΕΕ που επαφίενται στην «Ασπίδα Προστασίας», διότι όλα τα δεδομένα που διαβιβάζονται στις ΗΠΑ μπορεί στο μέλλον να απολέσουν την «Ασπίδα Προστασίας», χωρίς δυνατότητα προσφυγής σε ένδικα μέσα ή νομοθετικές διαδικασίες και χωρίς έγκαιρη προειδοποίηση·

18.  σημειώνει ότι η γενική εξαίρεση για λόγους εθνικής ασφάλειας, στο σημείο 5 του Παραρτήματος ΙΙ των αρχών της «Ασπίδας Προστασίας», έχει αντιγραφεί κατά λέξη από τις αρχές του ασφαλούς λιμένα, χωρίς να περιορίζεται περαιτέρω·

19.  σημειώνει τον διορισμό ενός διαμεσολαβητή στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, ως σημείου επαφής για τις εποπτικές αρχές της ΕΕ σε σχέση με τις κρατικές παρακολουθήσεις· τονίζει, ωστόσο, ότι, βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη, είναι επιβεβλημένη η ύπαρξη της δυνατότητας προσφυγής σε ένδικα μέσα για το ίδιο το υποκείμενο των δεδομένων· σημειώνει ότι στο Παράρτημα ΙΙΙ (επιστολή του Υπουργού Εξωτερικών John F. Kerry) αναφέρεται πως ο διαμεσολαβητής ούτε επιβεβαιώνει ούτε διαψεύδει ότι το πρόσωπο υπήρξε στόχος παρακολούθησης, αλλά ούτε επιβεβαιώνει το συγκεκριμένο επανορθωτικό μέτρο· επισημαίνει επίσης ότι ο διαμεσολαβητής δεν έχει την αναγκαία ανεξαρτησία από την εκτελεστική εξουσία, εφόσον αναφέρεται στον Υπουργό Εξωτερικών·

20.  σημειώνει ότι, μετά την ακύρωση της απόφασης του ασφαλούς λιμένα, οι ΗΠΑ δεν έχουν λάβει μέτρα για τον περιορισμό των προγραμμάτων επιτήρησης στα οποία αναφέρεται το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά, αντίθετα, ενέκριναν το νόμο του 2015 περί ανταλλαγής πληροφοριών για την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, και τώρα οριστικοποιεί τις αλλαγές στον κανόνα 41 των ομοσπονδιακών κανόνων ποινικής δικονομίας, που θα υπονομεύει ακόμη περισσότερο την ιδιωτική ζωή των προσώπων που δεν είναι πολίτες των ΗΠΑ·

21.  σημειώνει ότι, παρά τις ενέργειες αυτές, οι ΗΠΑ παραμένουν η μόνη χώρα που έχει προβεί σε ενέργειες για την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων, μετά τις αποκαλύψεις για παγκόσμιες επιχειρήσεις παρακολούθησης, του νόμου «USA Freedom Act» του 2015, που περιόρισε τις δραστηριότητες μαζικής παρακολούθησης από τις υπηρεσίες πληροφοριών εντός των ΗΠΑ· εκφράζει όμως ανησυχία για το γεγονός ότι η νομική κατάσταση όσον αφορά τις μαζικές παρακολουθήσεις από υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ έξω από τις Ηνωμένες Πολιτείες και προσώπων που δεν είναι πολίτες των ΗΠΑ εντός των ΗΠΑ, όπως προβλέπει ο Κώδικας της Νομοθεσίας των ΗΠΑ (Title 50, §1881a (‘Section 702’)), δεν έχει αλλάξει· πιστεύει ότι είναι αναγκαίο να εγκριθεί επιπλέον νομοθεσία στις ΗΠΑ για τη διόρθωση της κατάστασης αυτής·

22.  επισημαίνει ότι μια σειρά κρατών μελών, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Κάτω Χώρες, εξετάζουν ή έχουν ήδη εγκρίνει νομοθετήματα που αυξάνουν σημαντικά τις εξουσίες και τις ικανότητές τους όσον αφορά τις παρακολουθήσεις, αλλά που έρχονται σε αντίθεση με τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και με τη νομολογία του Δικαστηρίου Της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων· καλεί την Επιτροπή να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει κατά αυτών των κρατών μελών·

Άλλα θέματα

23.  επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν έχει προβεί σε αξιολόγηση όσον αφορά τα δικαιώματα και την προστασία φυσικών προσώπων στην ΕΕ όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν διαβιβάζονται από υπεύθυνο ελέγχου δεδομένων που καλύπτεται από την «Ασπίδα Προστασίας» προς μια υπηρεσία επιβολής του νόμου των ΗΠΑ· επισημαίνει ότι το Παράρτημα VII (επιστολή του from Bruce C. Swartz, Υπουργείο Δικαιοσύνης) σχετικά με την πρόσβαση στα δεδομένα αναφέρεται μόνο στην πρόσβαση σε δεδομένα που αποθηκεύονται από εταιρείες, αλλά δεν αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων, ούτε στα δικαιώματα προσφυγής στη δικαιοσύνη για τα πρόσωπα στων οποίων τα δεδομένα υπήρξε πρόσβαση·

24.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του σχεδίου εκτελεστικής απόφασης της Επιτροπής, οι αρχές ελέγχου της προστασίας δεδομένων στην ΕΕ μπορούν ακόμη να αναστείλουν τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε υπεύθυνους ελέγχου δεδομένων που συμμετέχουν στη ρύθμιση της «Ασπίδας Προστασίας»· τονίζει ότι αυτό ευθυγραμμίζεται με το άρθρο 4 της απόφασης 2001/497/ΕΚ της Επιτροπής, σχετικά με τις τυποποιημένες συμβατικές ρήτρες για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες·

25.  επισημαίνει την αρχή του τόπου της αγοράς, που θεσπίστηκε με τον γενικό κανονισμό περί προστασίας των δεδομένων· επισημαίνει ότι, μετά την εφαρμογή του κανονισμού, πολλοί υπεύθυνοι ελέγχου δεδομένων στις ΗΠΑ που έχουν χρησιμοποιήσει τη ρύθμιση περί ασφαλούς λιμένα και θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη ρύθμιση της «Ασπίδας Προστασίας», θα πρέπει να συμμορφώνονται άμεσα με τον κανονισμό όταν προσφέρουν υπηρεσίες στην αγορά της ΕΕ ή παρακολουθούν πρόσωπα που βρίσκονται στην Ένωση·

Συμπεράσματα

26.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ρύθμιση της «Ασπίδας Προστασίας» και η κατάσταση στις ΗΠΑ δεν προσφέρουν επαρκείς ουσιαστικές βελτιώσεις σε σύγκριση με τη ρύθμιση περί ασφαλούς λιμένα·

27.  επισημαίνει ότι είναι πολύ πιθανό το σχέδιο απόφασης περί επάρκειας, εφόσον εγκριθεί, να τεθεί και πάλι υπό αμφισβήτηση δια της δικαστικής οδού· επισημαίνει ότι αυτό δημιουργεί μια κατάσταση νομικής αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις και τα φυσικά πρόσωπα· σημειώνει ότι εμπειρογνώμονες σε ζητήματα προστασίας δεδομένων, καθώς και επιχειρηματικές ενώσεις, συμβουλεύουν ήδη τις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν άλλους τρόπους για τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων στις ΗΠΑ·

28.  εκφράζει ανησυχία για το ενδεχόμενο η Επιτροπή να υπερβεί τις εκτελεστικές εξουσίες της και να αποφασίσει ότι η ρύθμιση της «Ασπίδας Προστασίας» προσφέρει επαρκές επίπεδο προστασίας στις ΗΠΑ, χωρίς μια πλήρη αξιολόγηση του συστήματος των ΗΠΑ και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα ζητήματα που τέθηκαν στο παρόν ψήφισμα·

29.  καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει τον διάλογο με τις ΗΠΑ για να προωθήσει περαιτέρω βελτιώσεις στη ρύθμιση της «Ασπίδας Προστασίας», με δεδομένες τις τρέχουσες αδυναμίες της, ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος δικαστικής ακύρωσης της απόφασης περί επάρκειάς της·

30.  καλεί την Επιτροπή να περιλάβει, τουλάχιστον, μια διετή ρήτρα λήξης ισχύος της απόφασης επάρκειας και να ξεκινήσει νέες διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ για ένα βελτιωμένο πλαίσιο στη βάση του γενικού κανονισμού περί προστασίας των δεδομένων·

31.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών και στην Κυβέρνηση και στο Κογκρέσο των ΗΠΑ.

(1)

ΕΕ L 281, 23.11.1995, σ. 31.

(2)

ΕΕ L 119, 4.5.2016, σ. 1.

(3)

ΕΕ L 55, 28.2.2011, σ. 13.

(4)

ΕΕ C 121, 24.4.2001, σ. 152.

(5)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0230.

(6)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0388.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου