Διαδικασία : 2016/2727(RSP)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : B8-0642/2016

Κείμενα που κατατέθηκαν :

B8-0642/2016

Συζήτηση :

PV 25/05/2016 - 18
CRE 25/05/2016 - 18

Ψηφοφορία :

PV 26/05/2016 - 6.6
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :


ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
PDF 535kWORD 104k
23.5.2016
PE582.663v01-00
 
B8-0642/2016

εν συνεχεία δηλώσεων του Συμβουλίου και της Επιτροπής

σύμφωνα με το άρθρο 123 παράγραφος 2 του Κανονισμού


σχετικά με τις διατλαντικές ροές δεδομένων (2016/2727(RSP))


Cornelia Ernst, Marina Albiol Guzmán, Barbara Spinelli, Javier Couso Permuy, Luke Ming Flanagan, Tania González Peñas, Miguel Urbán Crespo, Lola Sánchez Caldentey, Xabier Benito Ziluaga, Estefanía Torres Martínez, Στέλιος Κούλογλου, Κώστας Χρυσόγονος, Δημήτριος Παπαδημούλης, Marisa Matias, Eleonora Forenza, Patrick Le Hyaric, εξ ονόματος Ομάδας GUE/NGL

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις διατλαντικές ροές δεδομένων (2016/2727(RSP))  
B8-0642/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Oκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών(1)(στο εξής «η οδηγία»), και ιδίως το άρθρο 25,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Aπριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και για την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ(2) (στο εξής «ο γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων»), που τέθηκε σε ισχύ στις 24 Μαΐου 2016 και θα τεθεί σε εφαρμογή δύο έτη μετά την εν λόγω ημερομηνία,

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου,

–  έχοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 6ης Οκτωβρίου 2015, στην υπόθεση C-362/14 Maximillian Schrems κατά Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο εκτελεστικής απόφασης της Επιτροπής, της 29ης Φεβρουαρίου 2016, σχετικά με την επάρκεια της προστασίας που παρέχεται από την ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής από ΕΕ-ΗΠΑ, καθώς και τα παραρτήματα της απόφασης αυτής υπό μορφή επιστολών από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου των ΗΠΑ,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 29ης Φεβρουαρίου 2016 σχετικά με αυτό το θέμα (COM(2016)0117), την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 2013, σχετικά με τη λειτουργία του ασφαλούς λιμένα από την προοπτική των πολιτών της ΕΕ και των εταιρειών που είναι εγκατεστημένες στην ΕΕ (COM(2013)0847) και την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 2013, σχετικά με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη ροή δεδομένων ΕΕ-ΗΠΑ (COM(2013)846),

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση (WP 238) για το θέμα αυτό, την οποία ενέκρινε στις 13 Απριλίου 2016 η ομάδα εργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 29 της οδηγίας, καθώς και τις γνωμοδοτήσεις που είχαν εγκριθεί προηγουμένως για το ίδιο θέμα (WP 12, WP 27 και WP 32),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή(3), και ιδίως το άρθρο 5 σχετικά με τη διαδικασία εξέτασης,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 5ης Ιουλίου 2000, σχετικά με το σχέδιο απόφασης της Επιτροπής όσον αφορά την επάρκεια της προστασίας που παρέχεται από τις αρχές ασφαλούς λιμένα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και τις συναφείς συχνές ερωτήσεις (FAQ) που εκδίδονται από το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ(4),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 12ης Μαρτίου 2014, σχετικά με το πρόγραμμα παρακολούθησης της υπηρεσίας εθνικής ασφάλειας (NSA) των ΗΠΑ, τα όργανα παρακολούθησης σε διάφορα κράτη μέλη και τον αντίκτυπό τους στα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ, και σχετικά με τη διατλαντική συνεργασία στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων(5), καθώς και το ψήφισμά του, της 29ης Οκτωβρίου 2015, σε συνέχεια του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2014, σχετικά με τη μαζική ηλεκτρονική παρακολούθηση πολιτών της ΕΕ(6),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 123 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας και του ηλεκτρονικού εμπορίου, καθώς και η ανάπτυξη ικανοτήτων υποκλοπής που έχουν επιτύχει διάφορες υπηρεσίες πληροφοριών, οδήγησαν, σε παγκόσμιο επίπεδο, στην εκθετική αύξηση της κίνησης δεδομένων και ηλεκτρονικών επικοινωνιών, αλλά επίσης και των κινδύνων κακής χρήσης των δεδομένων και υποκλοπής των επικοινωνιών αυτών·

Β.  εκτιμώντας ότι παρόμοιες καταχρήσεις όχι μόνο ενεργούν ως τροχοπέδη για την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, εφόσον υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, αλλά αποτελούν και παραβίαση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των πολιτών και, ιδίως, του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει μια παγκόσμια τάση όπου οι δημόσιες αρχές επιβολής του νόμου επεξεργάζονται τεράστιες ποσότητες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διατηρούνται από ιδιωτικούς φορείς, θολώνοντας έτσι τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ φορέων επιβολής του νόμου και εμπορικών παραγόντων, στοιχείο που εγείρει σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τη βασική θεμελιώδη αρχή του περιορισμού του σκοπού·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι προστασία των δεδομένων σημαίνει προστασία των ανθρώπων τους οποίους αφορούν τα υπό επεξεργασία δεδομένα, και ότι η προστασία αυτή αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζει η Ένωση (άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και άρθρο 16 της ΣΛΕΕ)·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία 95/46/ΕK («η οδηγία για την προστασία των δεδομένων»), η οποία θα αντικατασταθεί από τον γενικό κανονισμό περί προστασίας των δεδομένων το 2018, ορίζει δικαιώματα για το υποκείμενο των δεδομένων και αντίστοιχες υποχρεώσεις για εκείνους που επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή ασκούν τον έλεγχο της επεξεργασίας αυτής, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης όπου δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μεταφέρονται εκτός της Ένωσης·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η επάρκεια της προστασίας των προσωπικών δεδομένων σε μια τρίτη χώρα πρέπει να αξιολογείται με βάση τον διεξοδικό έλεγχο του συνόλου της νομοθεσίας της, η οποία συνολικά πρέπει να προσφέρει επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ισοδύναμο με εκείνο της ΕΕ·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων αναθέτει στην Επιτροπή το καθήκον να διασφαλίζει, εξ ονόματος των πολιτών της Ένωσης και των κρατών μελών της, ότι στις τρίτες χώρες υπάρχει επαρκές επίπεδο προστασίας·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, με την απόφασή του της 6ης Οκτωβρίου 2015, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής όσον αφορά την επάρκεια της προστασίας που παρέχεται από τις αρχές ασφαλούς λιμένα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και τις συναφείς συχνές ερωτήσεις (FAQ) που εκδίδονται από το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο διευκρίνιζε, στην απόφασή του αυτή, πως ένα ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας σε μια τρίτη χώρα πρέπει να θεωρείται ότι είναι «ουσιαστικά ισοδύναμο» με αυτό που εξασφαλίζεται εντός της Ένωσης·

Εισαγωγή

1.  εκφράζει τη βαθιά προσήλωσή του στα ανθρώπινα δικαιώματα στην ιδιωτικότητα και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

2.  προειδοποιεί για την αυξανόμενη τάση προς μια κουλτούρα στην οποία τόσο ιδιωτικοί όσοι και δημόσιοι φορείς περιφρονούν κατάφωρα το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων και επινοούν επιχειρηματικά μοντέλα και μοντέλα επιβολής του νόμου που παραβιάζουν αυτό το θεμελιώδες δικαίωμα, που είναι κεφαλαιώδες για κάθε δημοκρατική κοινωνία·

3.  υπογραμμίζει ότι διεθνείς εμπορικές δραστηριότητες είναι απόλυτα δυνατές εντός του πλαισίου προστασίας δεδομένων της ΕΕ, το οποίο προσφέρει υψηλό επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτό κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ·

4.  απορρίπτει, κατά συνέπεια, την ψευδή διχοτομία σύμφωνα με την οποία, στο θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το υψηλό επίπεδο προστασίας της ιδιωτικότητας και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα παρεμπόδιζε κατά κάποιο τρόπο την ελεύθερη ροή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ·

5.  επιμένει, αντιθέτως, στο γεγονός ότι οι πολίτες σε ολόκληρο τον κόσμο προσβλέπουν ολοένα και περισσότερο σε επιχειρήσεις που κατοχυρώνουν την αρχή της "προστασίας της ιδιωτικότητας από τη φάση του σχεδιασμού" στα προϊόντα τους, η οποία δηλώνει την αποδοχή τόσο από τους πολίτες (ως καταναλωτές) όσο και από τις επιχειρήσεις, ότι η ιδιωτικότητα είναι κεφαλαιώδες στοιχείο της καθημερινής ζωής του καθενός·

6.  επισημαίνει τις εξελίξεις στις ΗΠΑ, στις οποίες ιδιωτικές επιχειρήσεις ολοένα και περισσότερο αντιτάσσονται σε φορτικές κρατικές δυνάμεις οι οποίες προσπαθούν ενεργητικά να υπονομεύσουν την προστασία της ιδιωτικότητας από τη φάση του σχεδιασμού και τις προεπιλεγμένες πολιτικές στα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους·

Ιδιωτικός τομέας

7.  υπογραμμίζει ότι το βασικό πρόβλημα με τη συμφωνία Ασφαλούς Λιμένα ήταν η παράλογη διαδικασία "αυτοπιστοποίησης" βάσει της οποίας οι επιχειρήσεις θεωρήθηκαν αξιόπιστες να αυτοπιστοποιούν ότι τηρούν τις βασικές αρχές προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σε συνδυασμό με απόλυτη έλλειψη δυνατότητας επιβολής του νόμου εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου (FTC)·

8.  επισημαίνει ότι στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η απλή αυτορρύθμιση δεν μπορεί να εγγυηθεί την ισορροπία ελέγχων και διασφαλίσεων που απαιτούνται ώστε να γίνει ουσιαστικό το θεμελιώδες δικαίωμα·

9.  εκφράζει ανησυχία για το ενδεχόμενο η πρόσφατα συμφωνημένη Ασπίδα Προστασίας για την ιδιωτικότητα να μην καλύπτει τις απαιτήσεις του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων, του γενικού κανονισμού περί προστασίας των δεδομένων ή των συναφών αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων·

10.  σημειώνει ότι οι αρχές της «Ασπίδας Προστασίας για την ιδιωτικότητα» (Παράρτημα ΙΙ) δεν προσφέρουν ουσιαστικά ισοδύναμη δέσμη αρχών, εφόσον δεν επιβάλλουν τη συναίνεση του υποκειμένου των δεδομένων, δεν περιλαμβάνουν την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων και επιτρέπουν την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για σκοπούς ασύμβατους με τον σκοπό για τον οποίο συνελέγησαν τα δεδομένα αυτά, και έτσι δεν συμμορφώνονται με βασικές αρχές του ενωσιακού δικαίου προστασίας των δεδομένων·

11.  τονίζει ότι οι αρχές της «Ασπίδας Προστασίας για την ιδιωτικότητα» δίνουν γενική άδεια για κάθε είδους επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, χωρίς να απαιτείται η συναίνεση του υποκειμένου των δεδομένων και χωρίς να του προσφέρεται πλήρες δικαίωμα άρνησης· εκφράζει ανησυχία για το γεγονός ότι ακόμα και οι ρήτρες εξαίρεσης («κοινοποίηση» και «επιλογή») προβλέπονται μόνο για την περίπτωση ουσιαστικής αλλαγής του σκοπού ή διαβίβασης σε τρίτους· εκφράζει επίσης ανησυχία για το γεγονός ότι ακόμα και για τα ευαίσθητα δεδομένα, η συναίνεση του υποκειμένου είναι απαραίτητη μόνο στις δύο αυτές περιπτώσεις·

12.  επισημαίνει ότι η συμπληρωματική αρχή 2α δεν είναι σύμφωνη με την απόφαση Google Spain/Costeja του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 13ης Μαΐου 2014 (C-131/12) και με το δικαίωμα διαγραφής («δικαίωμα στη λήθη») που αναγνωρίζεται στη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων·

13.  επισημαίνει με ανησυχία ότι η επιβολή της νομοθεσίας στο πλαίσιο των αρχών της «Ασπίδας Προστασίας για την ιδιωτικότητα» θα ήταν εξαιρετικά δυσχερής αφού το υποκείμενο των δεδομένων θα πρέπει να προβαίνει σε πέντε διαδοχικές ενέργειες (διαμαρτυρία στον ελεγκτή, εναλλακτική επίλυση διαφοράς, διαμαρτυρία στο Υπουργείο Εμπορίου ή στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου μέσω μιας ευρωπαϊκής εποπτικής αρχής για την προστασία των δεδομένων, Επιτροπή της Ασπίδας Προστασίας για την ιδιωτικότητα, δικαστήριο των ΗΠΑ)· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, η εναλλακτική επίλυση διαφορών για καταναλωτικές συμβάσεις απαγορεύεται·

14.  επισημαίνει ότι η μόνη ποινή για έναν ελεγκτή που παραβαίνει τις αρχές της «Ασπίδας Προστασίας για την ιδιωτικότητα» είναι η διαγραφή από τον κατάλογο της «Ασπίδας Προστασίας για την ιδιωτικότητα»· δεν θεωρεί την ποινή αυτή ως ουσιαστικά ισοδύναμη των διοικητικών κυρώσεων και άλλων ποινών που προβλέπονται στη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων, και ιδίως στον γενικό κανονισμό περί προστασίας των δεδομένων·

15.  επισημαίνει ότι ούτε η FTC, ούτε το Υπουργείο Εμπορίου, αλλά ούτε και οι πάροχοι υπηρεσιών εναλλακτικής επίλυσης διενέξεων έχουν ερευνητικές εξουσίες συγκρίσιμες με εκείνες των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών· υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει δηλώσει πως η ύπαρξη ουσιαστικών ερευνητικών εξουσιών είναι απαραίτητη για την εποπτεία της προστασίας των δεδομένων στο πλαίσιο του πρωτογενούς δικαίου της ΕΕ·

16.  καλεί την Ασπίδα Προστασίας για την ιδιωτικότητα να απλουστεύσει και να εξορθολογίσει τη διαδικασία επιβολής, έτσι ώστε να εξασφαλίσει ισοδύναμη επιβολή, και να προβλέψει την άμεση διαδικαστική ανάμιξη της εθνικής αρχής προστασίας δεδομένων που ενεργεί για λογαριασμό του θιγόμενου υποκειμένου δεδομένων·

17.  υπενθυμίζει ότι μια απόφαση επάρκειας δίνει στους ελεγκτές δεδομένων από την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα προνομιακή πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ· εκφράζει ανησυχία για το γεγονός ότι οι χαμηλότερου επιπέδου απαιτήσεις των αρχών της «Ασπίδας Προστασίας», σε σύγκριση με εκείνες της νομοθεσίας της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων, θα προσφέρουν στους ελεγκτές και τους επεξεργαστές δεδομένων με έδρα στις ΗΠΑ ανταγωνιστικό πλεονέκτημα απέναντι στους ομόλογούς τους με έδρα στην ΕΕ·

18.  εκφράζει δυσφορία για το γεγονός ότι στις ΗΠΑ δεν υπάρχει ακόμη ένας συνολικός νόμος για την προστασία των δεδομένων των καταναλωτών, παρά τις κάποιες προσπάθειες που έχουν καταβληθεί τα τελευταία χρόνια·

Παρακολούθηση από το κράτος

19.  εκφράζει βαθύτατη ανησυχία για τη δυνατότητα πρόσβασης δημόσιων αρχών σε δεδομένα που μεταφέρονται στο πλαίσιο της Ασπίδας Προστασίας για την ιδιωτικότητα, η οποία δεν προβλέπει επαρκώς λεπτομερειακή ανάλυση ώστε να αποκλείεται η τεράστια και χωρίς διακρίσεις συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προέρχονται από την ΕΕ· υπενθυμίζει ότι το στοιχείο αυτό ήταν καθοριστικό στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-362/14 (Maximillian Schrems κατά Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων), στην οποία το Δικαστήριο κήρυξε άκυρη την απόφαση περί ασφαλούς λιμένα επειδή δεν προστάτευσε τον ενάγοντα από τις εκτεταμένες εξουσίες παρακολούθησης των αρχών των ΗΠΑ, όπως ήρθε στο φως από τις αποκαλύψεις του Snowden·

20.  σημειώνει ότι στο Παράρτημα VI (επιστολή του Robert S. Litt, Γραφείο Διευθυντή των Εθνικών Υπηρεσιών Πληροφοριών των ΗΠΑ (ODNI)) αποσαφηνίζεται ότι, βάσει της προεδρικής οδηγίας πολιτικής αριθ. 28 (στο εξής «PPD-28»), η μαζική συλλογή προσωπικών δεδομένων και επικοινωνιών μη Αμερικανών εξακολουθεί να επιτρέπεται σε έξι περιπτώσεις· επισημαίνει ότι αυτή η μαζική συλλογή πρέπει μόνο να είναι «όσο το δυνατόν πιο προσαρμοσμένη» και «εύλογη», κάτι που δεν αντιστοιχεί στα αυστηρότερα κριτήρια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας όπως απαιτεί ο Χάρτης· επισημαίνει επίσης ότι πέρυσι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάσισε πως, για να εξασφαλιστεί η η ορθή εφαρμογή των κριτηρίων της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, μια άδεια υποκλοπής θα πρέπει να προσδιορίζει σαφώς «ένα συγκεκριμένο πρόσωπο που θα τεθεί υπό παρακολούθηση ή έναν ενιαίο χώρο εγκαταστάσεων σε σχέση με τις οποίες θα δοθεί η άδεια», καθώς και ότι «ο προσδιορισμός αυτός μπορεί να γίνεται με ονόματα, διευθύνσεις, τηλεφωνικούς αριθμούς ή άλλες σχετικές πληροφορίες» (Roman Zakharov κατά Ρωσίας (2015), 47143/06 , 4 Δεκεμβρίου 2015, παράγραφος 264)· επισημαίνει ακόμη ότι πέρυσι το ίδιο δικαστήριο όρισε επίσης πως η δοκιμή της αναγκαιότητας επιβάλλει να είναι η παρεμβολή απολύτως αναγκαία για την απόκτηση ζωτικής σημασίας πληροφοριών σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση (Szabó και Vissy κατά Ουγγαρίας, 37138/14, 12 Ιανουαρίου 2016, παράγραφος 73)·

21.  σημειώνει ότι το Παράρτημα VI αποσαφηνίζει επίσης πως προσωπικά δεδομένα και επικοινωνίες μπορούν να διατηρούνται για πέντε έτη, ή ακόμα και περισσότερο αν αυτό θεωρείται πως είναι «προς το συμφέρον της εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών»· εκφράζει την ανησυχία ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση του Δικαστηρίου του 2014, σχετικά με τη διατήρηση δεδομένων (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-293/12 και C-594/12)·

22.  σημειώνει ότι η PPD-28 επιβάλλει νέους κανόνες που περιορίζουν τη χρήση προσωπικών δεδομένων και επικοινωνιών μη Αμερικανών πολιτών, δεν περιορίζει όμως τη μαζική συλλογή τους· σημειώνει ακόμη πως η PPD-28 αποσαφηνίζει στην υποσημείωση αριθ. 5 ότι, σύμφωνα με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ο ορισμός της «μαζικής συλλογής» δεν περιλαμβάνει τη μαζική παρακολούθηση και την πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και επικοινωνίες, αλλά μόνο τη μαζική αποθήκευση αυτών των δεδομένων και επικοινωνιών· εκφράζει ανησυχία για το γεγονός ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Schrems, που ορίζει ότι νομοθεσία που επιτρέπει την «πρόσβαση κατά γενικευμένο τρόπο στο περιεχόμενο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να θεωρηθεί ότι προσβάλλει το ουσιαστικό περιεχόμενο του θεμελιώδους δικαιώματος του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής»·

23.  σημειώνει ότι η γενική εξαίρεση για λόγους εθνικής ασφάλειας, που περιέχεται στο σημείο 5 του Παραρτήματος ΙΙ των αρχών της «Ασπίδας Προστασίας για την ιδιωτικότητα», έχει αντιγραφεί κατά λέξη από τις αρχές του ασφαλούς λιμένα, χωρίς να περιορίζεται περαιτέρω·

24.  σημειώνει τον διορισμό ενός διαμεσολαβητή στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, ως σημείου επαφής για τις εποπτικές αρχές της ΕΕ σε σχέση με τις κρατικές παρακολουθήσεις· τονίζει, ωστόσο, ότι, βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη, είναι επιβεβλημένη η ύπαρξη της δυνατότητας προσφυγής σε ένδικα μέσα για το ίδιο το υποκείμενο των δεδομένων· σημειώνει ότι στο Παράρτημα ΙΙΙ (επιστολή του Υπουργού Εξωτερικών John F. Kerry) αναφέρεται πως ο διαμεσολαβητής ούτε επιβεβαιώνει ούτε διαψεύδει ότι το πρόσωπο υπήρξε στόχος παρακολούθησης και δεν επιβεβαιώνει ότι εφαρμόστηκε το συγκεκριμένο επανορθωτικό μέτρο (παράγραφος 4 στοιχείο (ε))· επισημαίνει επίσης ότι ο διαμεσολαβητής δεν έχει την αναγκαία ανεξαρτησία από την εκτελεστική εξουσία, εφόσον αναφέρεται στον Υπουργό Εξωτερικών·

25.  σημειώνει ότι, μετά την ακύρωση της απόφασης του ασφαλούς λιμένα, οι ΗΠΑ δεν έχουν λάβει μέτρα για τον περιορισμό των προγραμμάτων επιτήρησης στα οποία αναφέρεται το Δικαστήριο αλλά, αντίθετα, ενέκριναν το νόμο του 2015 περί ανταλλαγής πληροφοριών για την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, και τώρα οριστικοποιεί τις αλλαγές στο άρθρο 41 των ομοσπονδιακών κανόνων ποινικής δικονομίας, που θα υπονομεύει ακόμη περισσότερο την ιδιωτικότητα των προσώπων που δεν είναι πολίτες των ΗΠΑ·

26.  σημειώνει ότι, παρά τις ενέργειες αυτές, οι ΗΠΑ παραμένουν η μόνη χώρα που έχει προβεί σε ενέργειες για την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων, μετά τις αποκαλύψεις για παγκόσμιες επιχειρήσεις παρακολούθησης, του νόμου «USA Freedom Act» του 2015, που περιόρισε τις δραστηριότητες μαζικής παρακολούθησης από τις υπηρεσίες πληροφοριών εντός των ΗΠΑ· εκφράζει ωστόσο ανησυχία διότι η νομική κατάσταση σχετικά με δραστηριότητες μαζικής παρακολούθησης από τις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ εκτός των ΗΠΑ και προσώπων που δεν είναι πολίτες των ΗΠΑ εντός των ΗΠΑ, όπως προβλέπεται από τη διάταξη 50 USC §1881a (‘Ενότητα 702’) δεν έχει αλλάξει· πιστεύει ότι είναι αναγκαίο να εγκριθεί επιπλέον νομοθεσία στις ΗΠΑ για τη διόρθωση της κατάστασης αυτής·

27.  επισημαίνει ότι μια σειρά κρατών μελών της ΕΕ, μεταξύ των οποίων η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, εξετάζουν ή έχουν εγκρίνει νομοθετήματα που αυξάνουν σημαντικά τις εξουσίες και τις ικανότητές τους όσον αφορά τις παρακολουθήσεις, αλλά που έρχονται σε αντίθεση με τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ή με τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων· καλεί την Επιτροπή να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει κατά αυτών των κρατών μελών·

Άλλα θέματα

28.  επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν έχει προβεί σε αξιολόγηση των δικαιωμάτων και της προστασίας φυσικών προσώπων στην ΕΕ όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν διαβιβάζονται από υπεύθυνο ελέγχου δεδομένων των HΠA ο οποίος καλύπτεται από την «Ασπίδα Προστασίας για την ιδιωτικότητα» σε υπηρεσία επιβολής του νόμου των ΗΠΑ· επισημαίνει ότι το Παράρτημα VII (επιστολή του Bruce C. Swartz, Υπουργείο Δικαιοσύνης) σχετικά με την πρόσβαση στα δεδομένα αναφέρεται μόνο στην πρόσβαση σε δεδομένα που αποθηκεύονται από εταιρείες, αλλά δεν αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων, ούτε στα δικαιώματα προσφυγής στη δικαιοσύνη για τα πρόσωπα στων οποίων τα δεδομένα υπήρξε πρόσβαση·

29.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του σχεδίου εκτελεστικής απόφασης της Επιτροπής, οι αρχές ελέγχου της προστασίας δεδομένων στην ΕΕ μπορούν ακόμη να αναστείλουν τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε υπεύθυνους ελέγχου δεδομένων που συμμετέχουν στη ρύθμιση της «Ασπίδας Προστασίας»· τονίζει ότι το γεγονός αυτό συνάδει με το άρθρο 4 της απόφασης 2001/497/ΕΚ της Επιτροπής, σχετικά με τις τυποποιημένες συμβατικές ρήτρες για τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες·

30.  επισημαίνει την αρχή του τόπου της αγοράς, που θεσπίστηκε με τον γενικό κανονισμό περί προστασίας των δεδομένων· επισημαίνει ότι, μετά την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού, πολλοί υπεύθυνοι ελέγχου δεδομένων στις ΗΠΑ που έχουν χρησιμοποιήσει τη ρύθμιση περί ασφαλούς λιμένα και θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη ρύθμιση της «Ασπίδας Προστασίας για την ιδιωτικότητα», θα πρέπει να συμμορφώνονται άμεσα με τον κανονισμό όταν προσφέρουν υπηρεσίες στην αγορά της ΕΕ ή παρακολουθούν πρόσωπα που βρίσκονται στην Ένωση, ακόμη και με το καθεστώς επιβολής που ορίζεται στον κανονισμό·

Συμπεράσματα

31.  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ρύθμιση της «Ασπίδας Προστασίας για την ιδιωτικότητα» και η κατάσταση στις ΗΠΑ δεν προσφέρουν αρκετά ουσιαστικές βελτιώσεις σε σύγκριση με τη ρύθμιση περί ασφαλούς λιμένα·

32.  επισημαίνει ότι είναι πολύ πιθανό το σχέδιο απόφασης περί επάρκειας, εφόσον εγκριθεί, να τεθεί και πάλι υπό αμφισβήτηση δια της δικαστικής οδού· επισημαίνει ότι αυτό δημιουργεί μια κατάσταση νομικής αβεβαιότητας τόσο για φυσικά πρόσωπα όσο και για επιχειρήσεις· σημειώνει ότι εμπειρογνώμονες σε ζητήματα προστασίας δεδομένων, καθώς και επιχειρηματικές ενώσεις, συμβουλεύουν ήδη τις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν άλλους τρόπους για τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων στις ΗΠΑ·

33.  εκφράζει ανησυχία για το ενδεχόμενο η Επιτροπή να υπερβεί τις εκτελεστικές εξουσίες της και να αποφασίσει ότι η ρύθμιση της «Ασπίδας Προστασίας για την ιδιωτικότητα» προσφέρει επαρκές επίπεδο προστασίας στις ΗΠΑ, χωρίς μια πλήρη αξιολόγηση του συστήματος των ΗΠΑ και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα ζητήματα που τέθηκαν στο παρόν ψήφισμα·

34.  καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει διετή ρήτρα λήξης ισχύος της απόφασης επάρκειας και να ξεκινήσει νέες διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ για ένα βελτιωμένο πλαίσιο στη βάση του γενικού κανονισμού περί προστασίας των δεδομένων·

35.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών και στην Κυβέρνηση και στο Κογκρέσο των ΗΠΑ.

(1)

ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

(2)

ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1.

(3)

ΕΕ L 55, 28.2.2011, σ. 13.

(4)

ΕΕ C 121, 24.4.2001, σ. 152.

(5)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0230.

(6)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0388.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου