Διαδικασία : 2016/2747(RSP)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : B8-0734/2016

Κείμενα που κατατέθηκαν :

B8-0734/2016

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 08/06/2016 - 12.18
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :


ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
PDF 494kWORD 84k
1.6.2016
PE596.900v01-00
 
B8-0734/2016

εν συνεχεία δήλωσης της Επιτροπής

σύμφωνα με το άρθρο 123 παράγραφος 2 του Κανονισμού


σχετικά με τους ενδοκρινικούς διαταράκτες: πώς διαμορφώνεται η κατάσταση μετά την από 16ης Δεκεμβρίου 2015 απόφαση του Δικαστηρίου (2016/2747(RSP))


Sylvie Goddyn εξ ονόματος της Ομάδας ENF

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τους ενδοκρινικούς διαταράκτες: πώς διαμορφώνεται η κατάσταση μετά την από 16ης Δεκεμβρίου 2015 απόφαση του Δικαστηρίου (2016/2747(RSP))  
B8-0734/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 528/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση βιοκτόνων(1),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1935/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τα υλικά και αντικείμενα που προορίζονται να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα και με την κατάργηση των οδηγιών 80/590/ΕΟΚ και 89/109/ΕΟK(2),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ(3),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, στην υπόθεση Τ-521/14, Βασίλειο της Σουηδίας κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής(4), κατά την οποία το Βασίλειο της Σουηδίας, με τη στήριξη, μεταξύ άλλων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, άσκησε προσφυγή κατά της Επιτροπής λόγω παράλειψης της Επιτροπής να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που προσδιορίζουν ειδικά επιστημονικά κριτήρια για τον καθορισμό των ιδιοτήτων ενδοκρινικού διαταράκτη,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 36 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 168 της ΣΛΕΕ,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 17 παράγραφος 8 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και το άρθρο 234 της ΣΛΕΕ,

–  έχοντας υπόψη την επιστολή, της 22ας Μαρτίου 2016, του Προέδρου της Επιτροπής Jean-Claude Juncker προς τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ((2016)1416502),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής, το Νοέμβριο του 2015, για τη λήψη νέου μέτρου σχετικά με τη δισφαινόλη Α (BPA) σε υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα(5),

–  έχοντας υπόψη τη δήλωση της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2016, σχετικά με τους ενδοκρινικούς διαταράκτες: πώς διαμορφώνεται η κατάσταση μετά την από 16ης Δεκεμβρίου 2015 απόφαση του Δικαστηρίου,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 123 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 528/2012 εδράζεται στην αρχή της προφύλαξης και αποβλέπει στο να εξασφαλίζεται ότι η παρασκευή και η διάθεση δραστικών ουσιών και βιοκτόνων στην αγορά δεν έχουν επιβλαβείς επιδράσεις στην υγεία των ανθρώπων ή των ζώων ή μη αποδεκτές επιδράσεις στο περιβάλλον·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 528/2012, η Επιτροπή όφειλε να εκδώσει, έως τις 13 Δεκεμβρίου 2013, το αργότερο, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που προσδιορίζουν επιστημονικά κριτήρια για τον καθορισμό των ιδιοτήτων ενδοκρινικού διαταράκτη όσον αφορά δραστικές ουσίες και βιοκτόνα·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή δεν εξέδωσε τις ως άνω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, ούτε πριν ούτε μετά τις 13 Δεκεμβρίου 2013·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε με την απόφασή του, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, ότι η Επιτροπή είχε σαφή, συγκεκριμένη και απαλλαγμένη αιρέσεων υποχρέωση να εκδώσει, έως τις 13 Δεκεμβρίου 2013, το αργότερο, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που προσδιορίζουν τα ως άνω επιστημονικά κριτήρια·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε συγκεκριμένο νομικό ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε η Επιτροπή προκειμένου να δικαιολογήσει την παράλειψή της να ενεργήσει αναλόγως και ότι, στη σκέψη 74 της απόφασής του, αποφάνθηκε κατηγορηματικά ότι καμία διάταξη του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 528/2012 δεν απαιτεί εκτίμηση των επιπτώσεων επιστημονικών κριτηρίων βάσει κινδύνου·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στη συνεδρίαση ολομέλειας του Κοινοβουλίου της 2ας Φεβρουαρίου 2016, η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Επίτροπο Υγείας και Ασφάλειας Τροφίμων κ. Vytenis Povilas Andriukaitis, ανακοίνωσε ότι μια εκτίμηση επιπτώσεων «λειτουργεί ως χρήσιμο, έως και αναγκαίο μέσο για τη διαμόρφωση της μελλοντικής απόφασής της σχετικά με τα κριτήρια» και, επιπλέον, ότι η Επιτροπή σκόπευε να υποβάλει «κατά πρώτον, έναν εκτελεστικό κανονισμό που θα περιλαμβάνει τα κριτήρια, τα οποία θα εφαρμόζονται στις χημικές ουσίες που εμπίπτουν στον κανονισμό για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και στη λεγόμενη διαδικασία PRAC (κανονιστική διαδικασία με έλεγχο)» και «κατά δεύτερον, μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θα περιλαμβάνει τα κριτήρια, τα οποία θα εφαρμόζονται βάσει του κανονισμού για τα βιοκτόνα»·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Πρόεδρος Juncker επιβεβαίωσε, με την προαναφερθείσα επιστολή του της 22ας Μαρτίου 2016 προς τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την πρόθεση της Επιτροπής να ζητήσει, εν πρώτοις, τη γνώμη της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου για την εκτίμηση επιπτώσεων, παρότι το Γενικό Δικαστήριο είχε δηλώσει ότι καμία διάταξη του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 528/2012 δεν απαιτεί εκτίμηση των επιπτώσεων επιστημονικών κριτηρίων βάσει κινδύνου·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές οι δηλώσεις συνιστούν επιβεβαίωση συνεχούς, σταθερής και κατ’ επανάληψη παράβασης του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 528/2012 και της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 2015·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 266 ΣΛΕΕ «το θεσμικό ή λοιπό όργανο ή οργανισμός των οποίων η πράξη εκηρύχθη άκυρη ή των οποίων η παράλειψη εκηρύχθη αντίθετη προς τις Συνθήκες, οφείλουν να λαμβάνουν τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης»·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη, ως εκ τούτου, ότι η κατ’ επανάληψη μη συμμόρφωση αυτού του είδους συνιστά σαφή παραβίαση των Συνθηκών·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχή που διέπει τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1935/2004 είναι ότι κάθε υλικό ή αντικείμενο που προορίζεται να έρθει σε επαφή άμεσα ή έμμεσα με τρόφιμα πρέπει να είναι επαρκώς αδρανές ώστε να αποκλείεται η μεταφορά ουσιών στα τρόφιμα σε ποσότητες τέτοιες που θέτουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία ή επιφέρουν απαράδεκτες τροποποιήσεις στη σύσταση των τροφίμων ή αλλοίωση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών τους·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1935/2004 προβλέπει ότι όταν κράτος μέλος διαπιστώνει, με βάση εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην οποία λαμβάνονται υπόψη νέα πληροφοριακά στοιχεία που προέκυψαν ή νέα εκτίμηση των υφιστάμενων στοιχείων, ότι η χρήση ενός υλικού ή αντικειμένου θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία, αυτό το κράτος μέλος μπορεί να αναστέλλει ή να περιορίζει προσωρινά στην επικράτειά του την εφαρμογή ειδικών κανόνων της ΕΕ, όπως είναι οι κανόνες για τις πλαστικές ουσίες· λαμβάνοντας υπόψη ότι, βάσει των ίδιων κανόνων, η Επιτροπή υποχρεούται τότε να αποφασίσει κατά πόσο τα μέτρα αυτά είναι απαραίτητα, αφού λάβει τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), εφόσον ενδείκνυται κάτι τέτοιο, και στη συνέχεια είτε να θεσπίσει τα εν λόγω μέτρα είτε να τα απορρίψει·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλά κράτη μέλη, βάσει των εν λόγω μέτρων διασφάλισης , έχουν επιβάλει εθνική απαγόρευση της χρήσης εικαζόμενων ενδοκρινικών διαταρακτών σε πλαστικά υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, καθώς επίσης και σε άλλα υλικά που χρησιμοποιούνται στις επιστρώσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Δανία και το Βέλγιο έχουν επιβάλει εθνική απαγόρευση της χρήσης του BPA σε υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα για βρέφη και μικρά παιδιά, πράγμα που έχει κάνει και η Σουηδία, μόνον όσον αφορά τις επιστρώσεις και τη βερνίκωση για υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα για βρέφη και μικρά παιδιά, ενώ στη Γαλλία η απαγόρευση αφορά όλες τις συσκευασίες τροφίμων, τα δοχεία και τα σκεύη·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομική υποχρέωση της Επιτροπής προς δράση ισχύει για τα κράτη μέλη εκείνα που έχουν επικαλεστεί λόγους για την εφαρμογή του άρθρου 18, δηλαδή για τη Γαλλία, τη Δανία και το Βέλγιο· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εν λόγω κράτη μέλη, καθώς και η Σουηδία, κοινοποίησαν τα μέτρα που θέσπισαν, εφόσον σχετίζονται με υλικά για τα οποία δεν υπάρχουν ειδικά εναρμονισμένα μέτρα σε επίπεδο ΕΕ, όπως απαιτείται βάσει της «διαδικασίας κοινοποίησης 2015/1535»·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 εδράζεται στην αρχή της διασφάλισης υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος·

1.  υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή παρέλειψε να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος·

2.  υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την υποχρέωσή της όσον αφορά την έκδοση κατ' εξουσιοδότηση πράξεων που επιβάλλει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 528/2012·

3.  υπενθυμίζει ότι υποχρέωση της Επιτροπής ήταν ο προσδιορισμός των επιστημονικών κριτηρίων για τον καθορισμό των ιδιοτήτων ενδοκρινικού διαταράκτη όσον αφορά δραστικές ουσίες και βιοκτόνα, ενώ, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή στις 19 Μαΐου 2015, ο ρόλος των εκτιμήσεων επιπτώσεων είναι η συλλογή στοιχείων προκειμένου να αξιολογηθεί εάν δικαιολογείται μελλοντική ανάληψη νομοθετικής ή μη νομοθετικής δράσης από την Ένωση, καθώς και ποιος είναι ο βέλτιστος τρόπος σχεδιασμού της εν λόγω δράσης ώστε να επιτευχθούν οι επιθυμητοί στόχοι της σχετικής πολιτικής·

4.  θεωρεί απαράδεκτο ότι, ακόμα και μετά από την καταδικαστική απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, η Επιτροπή παρέλειψε να προτείνει τις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που προσδιορίζουν ειδικά επιστημονικά κριτήρια για τον καθορισμό των ιδιοτήτων ενδοκρινικού διαταράκτη όσον αφορά δραστικές ουσίες και βιοκτόνα·

5.  καταδικάζει ως υποκριτικές και ανούσιες τις προσπάθειες της Επιτροπής να καθυστερήσει να αναλάβει δράση και την προσπάθειά της να δικαιολογήσει την ανάγκη διενέργειας εκτίμησης επιπτώσεων, παρά το γεγονός ότι δεν απαιτείται κάτι τέτοιο από τη σχετική νομοθεσία, όταν έχει ήδη δημοσιοποιηθεί η επιρροή που δέχεται από ομάδες συμφερόντων του βιομηχανικού τομέα, από τον ΠΟΕ και της Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, προκειμένου να μην δημοσιεύσει επιστημονικά κριτήρια για τον καθορισμό των ιδιοτήτων ενδοκρινικού διαταράκτη·

6.  επισημαίνει και περαιτέρω παραβίαση των Συνθηκών από πλευράς της Επιτροπής, καθόσον η Επιτροπή δεν έχει λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου·

7.  ζητεί από την Επιτροπή να επιτρέψει στα κράτη μέλη να αποφασίσουν την απαγόρευση της χρήσης και εισαγωγής προϊόντων, όταν θεωρούν ότι αυτά αποτελούν ενδοκρινικούς διαταράκτες·

8.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1)

ΕΕ L 167, της 27.6.2012, σ. 1.

(2)

ΕΕ L 338 , της 13.11.2004, σ. 4.

(3)

ΕΕ L 396, της 30.12.2006, σ. 1.

(4)

Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, στην υπόθεση T-521/14, Βασίλειο της Σουηδίας κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ECLI:EU:T:2015:976.

(5)

http://ec.europa.eu/smart-regulation/roadmaps/docs/2015_sante_534_bpa_measure_en.pdf.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου