Διαδικασία : 2018/2600(RSP)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : B8-0238/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

B8-0238/2018

Συζήτηση :

PV 31/05/2018 - 4
CRE 31/05/2018 - 4

Ψηφοφορία :

PV 31/05/2018 - 7.12
CRE 31/05/2018 - 7.12
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2018)0242

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
PDF 438kWORD 56k
25.5.2018
PE621.621v01-00
 
B8-0238/2018

εν συνεχεία της ερώτησης με αίτημα προφορικής απάντησης B8‑0022/2018

σύμφωνα με το άρθρο 128 παράγραφος 5 του Κανονισμού


σχετικά με απάντηση στις αναφορές σχετικά με την αντιμετώπιση της επισφάλειας και της καταχρηστικής χρησιμοποίησης συμβάσεων ορισμένου χρόνου (2018/2600(RSP))


Cecilia Wikström, Πρόεδρος εξ ονόματος της Επιτροπής Αναφορών
ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με απάντηση στις αναφορές σχετικά με την αντιμετώπιση της επισφάλειας και της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως συμβάσεων ορισμένου χρόνου (2018/2600(RSP))  
B8‑0238/2018

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 155 παράγραφος 1 και το άρθρο 352 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

  έχοντας υπόψη τα άρθρα 4 και 30 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη και τα άρθρα 31 και 32 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τα μέτρα κατά των διακρίσεων και των καταχρήσεων της οδηγίας 1997/81/ΕΚ του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την ETUC - Παράρτημα:, Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης (οδηγία για την εργασία μερικής απασχόλησης)(1),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από την ETUC, την UNICE και το CEEP (οδηγία για την εργασία ορισμένου χρόνου)(2),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (οδηγία σχετικά με τον χρόνο εργασίας)(3),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2008/104/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, περί της εργασίας μέσω εταιρείας προσωρινής απασχόλησης(4),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2009/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 6ης Μαΐου 2009 σχετικά με τη θέσπιση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (οδηγία για το συμβούλιο εργαζομένων)(5),

–  έχοντας υπόψη τη σύμβαση 98 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως, και τη σύμβαση 175 σχετικά με την εργασία μερικής απασχόλησης,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Ιουλίου 2017 σχετικά με τις συνθήκες εργασίας και την επισφαλή απασχόληση(6),

–  έχοντας υπόψη τη μελέτη με τίτλο ‘Temporary contracts, precarious employment, employees’ fundamental rights and EU employment law’ («Προσωρινές συμβάσεις, επισφαλής απασχόληση, θεμελιώδη δικαιώματα των εργαζομένων και εργατικό δίκαιο της ΕΕ») που δημοσιεύθηκε από τη Γενική Διεύθυνση Εσωτερικών Πολιτικών τον Νοέμβριο του 2017(7),

–  έχοντας υπόψη τις πολυάριθμες αναφορές σχετικά με παραβιάσεις της οδηγίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα(8), σχετικά με τις επισφαλείς συνθήκες εργασίας των εργαζομένων που εργάζονται με συμβάσεις μηδενικών ωρών στον ιδιωτικό τομέα(9), σχετικά με τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση και τις διαφορές στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης(10) και σχετικά με την αντίθεση στην αυξανόμενη χρήση προσωρινών συμβάσεων(11),

–  έχοντας υπόψη τις νέες προτάσεις της Επιτροπής για μια ευρωπαϊκή αρχή εργασίας (COM(2018)0131 τελικό), καθώς και για μια σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στην κοινωνική προστασία για τους εργαζόμενους και τους αυτοαπασχολούμενους (COM(2018)0132),

–  έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της ακρόασης που διοργάνωσε η Επιτροπή Αναφορών στις 22 Νοεμβρίου 2017 σχετικά με την «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε προσωρινές ή επισφαλείς θέσεις εργασίας, βάσει αναφορών που έχουν ληφθεί»,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 91/533/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Οκτωβρίου 1991 σχετικά με την υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τους εργαζομένους για τους όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας(12),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για την κατάργηση της οδηγίας 91/533/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Οκτωβρίου 1991 (COM(2017)0797),

–  έχοντας υπόψη την ερώτηση προς την Επιτροπή σχετικά με την «Αντιμετώπιση των αναφορών σχετικά με την αντιμετώπιση της επισφάλειας και της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως συμβάσεων ορισμένου χρόνου» (O-000054/2018 – B8‑0022/2018)

–  έχοντας υπόψη την πρόταση ψηφίσματος της Επιτροπής Αναφορών,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 128 παράγραφος 5 και το άρθρο 123 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης έχει αυξηθεί στην ΕΕ κατά τα τελευταία 15 έτη, ως αποτέλεσμα των πολιτικών λιτότητας και της περιστολής των εργασιακών δικαιωμάτων που εφαρμόστηκαν, κάτι που έχει οδηγήσει σε αυξανόμενη επισφάλεια και αστάθεια της εργασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι χρειάζονται αποτελεσματικές πολιτικές που να καλύπτουν τις διάφορες μορφές απασχόλησης και να προστατεύουν επαρκώς τους εργαζόμενους·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι επισφαλείς συνθήκες εργασίας προκύπτουν από την ύπαρξη σοβαρών ελλείψεων στην αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε διάφορα επίπεδα ρύθμισης, συμπεριλαμβανομένων του πρωτογενούς και του παράγωγου δικαίου της ΕΕ και της νομοθεσίας των κρατών μελών· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αναφορές σχετικά με τους διάφορους τύπους απασχόλησης πρέπει να εξετάζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται και με τη σχετική νομοθεσία της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινωνική και εργασιακή πολιτική της ΕΕ βασίζεται στην αρχή της επικουρικότητας·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει ανάγκη να προσαρμοστούν τα μέτρα πολιτικής προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η επισφαλής απασχόληση αποτελεί δυναμική παράμετρο που επηρεάζει όλες τις προσωπικές σχέσεις εργασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταπολέμηση της επισφαλούς απασχόλησης πρέπει να επιδιώκεται με μια ολοκληρωμένη πολυεπίπεδη δέσμη μέτρων πολιτικής που προωθεί αποτελεσματικά και χωρίς αποκλεισμούς πρότυπα εργασίας παράλληλα με αποτελεσματικά μέτρα που εξασφαλίζουν τον σεβασμό της αρχής της ισότητας·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο στόχος για την αποτελεσματική καταπολέμηση των αθέμιτων πρακτικών απασχόλησης που οδηγούν σε επισφάλεια πρέπει επίσης να επιδιώκεται με βάση την ατζέντα για την αξιοπρεπή εργασία της ΔΟΕ, η οποία εξετάζει τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τα δικαιώματα εργασίας, την κοινωνική προστασία και τον κοινωνικό διάλογο, ενώ η ισότητα των φύλων αποτελεί εγκάρσιο στόχο·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δεδομένα της Eurostat και του Eurofound σχετικά με την μη εθελοντική προσωρινή απασχόληση, σχετικά με τις διαφορές φύλου και ηλικίας όσον αφορά την προσωρινή απασχόληση καθώς και σχετικά με την υποαπασχόληση σημαντικού ποσοστού των εργαζομένων με μερική απασχόληση, δείχνουν την αυξανόμενη παρουσία μη τυποποιημένων και άτυπων μορφών απασχόλησης· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δεδομένα για την ανεργία ανά φύλο και ηλικία δείχνουν ότι οι σχετικές τιμές βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδό τους από το 2009·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ορισμένα κράτη μέλη έχει εμφανιστεί, με την πάροδο των ετών, σημαντική αύξηση των άτυπων και προσωρινών συμβάσεων εργασίας, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, σε ένα νομικό πλαίσιο στο οποίο δεν είναι δυνατόν να προληφθεί επαρκώς ο μεγάλος αριθμός διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ούτε να επιβληθούν σχετικές κυρώσεις λόγω της έλλειψης αποτελεσματικών και αναλογικών μέσων έννομης προστασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι το γεγονός αυτό έχει υπονομεύσει την ακεραιότητα της ευρωπαϊκής εργατικής νομοθεσίας και της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει ένα συνολικό πλαίσιο νομοθεσίας της ΕΕ που έχει ως στόχο να περιοριστεί ο κίνδυνος που σχετίζεται με την επισφάλεια ορισμένων τύπων εργασιακών σχέσεων, όπως είναι η οδηγία για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η οδηγία για την εργασία μερικής απασχόλησης, η οδηγία για την προσωρινή απασχόληση, η οδηγία για τον χρόνο εργασίας, η οδηγία για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, η οδηγία για την ίση μεταχείριση μεταξύ προσώπων και η οδηγία για την ισότητα ευκαιριών και την ίση μεταχείριση·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει συσσωρεύσει μεγάλες καθυστερήσεις κατά τον χειρισμό διαδικασιών επί παραβάσει σχετικά με την παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας της ΕΕ από ορισμένα κράτη μέλη, γεγονός που επιτρέπει να συνεχίζονται επί σειρά ετών η καταχρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και η παραβίαση των δικαιωμάτων των εργαζομένων·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόσφατες πληροφορίες για αναφορές σχετικά με την κατάχρηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα έχουν αναδείξει την κατάσταση ορισμένων προσωρινών εργαζομένων που είχαν απολυθεί από τον δημόσιο φορέα για τον οποίον εργάζονταν, σε συνέχεια αποφάσεων οι οποίες έκριναν ότι είχαν πέσει θύματα καταχρηστικής χρησιμοποίησης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, κατά παράβαση της οδηγίας 1999/70/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από την ETUC, την UNICE και το CEEP(13)·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συνθήκες εργασίας διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, καθώς το καθένα διαθέτει τη δική του ειδική νομοθεσία σχετικά με τις συμβάσεις εργασίας·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή Αναφορών έχει ακούσει ισχυρά στοιχεία σχετικά με την αύξηση της καταχρηστικής χρήσης της επισφαλούς απασχόλησης·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι για μεγάλο αριθμό νέων αναφορών, η Επιτροπή Αναφορών δεν έχει λάβει απάντηση από την Επιτροπή, δεδομένου ότι υποβλήθηκαν το 2017·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εργαζόμενοι με συμβάσεις μηδενικών ωρών εργασίας πρέπει να θεωρούνται εργαζόμενοι βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ, δεδομένου ότι εργάζονται υπό τη διεύθυνση άλλου και λαμβάνουν αμοιβή για την εκτέλεση της εργασίας τους, και ότι, ως εκ τούτου, πρέπει να εφαρμόζεται η κοινωνική νομοθεσία της ΕΕ·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η επισφαλής απασχόληση, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων μηδενικών ωρών εργασίας, έχει ως αποτέλεσμα την ανεπαρκή πρόσβαση στην κοινωνική προστασία και υπονομεύει το δικαίωμα σε συλλογικές διαπραγματεύσεις, ιδίως σε ό,τι αφορά τις παροχές και την προστασία από καταχρηστική απόλυση, ενώ, παράλληλα, επηρεάζει αρνητικά την εξέλιξη της σταδιοδρομίας και την επαγγελματική κατάρτιση· λαμβάνοντας υπόψη ότι η επισφαλής εργασία οδηγεί σε συνολική επισφάλεια της ζωής·

 

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες είναι πιθανότερο να εργάζονται σε θέσεις μερικής απασχόλησης ή με συμβάσεις περιορισμένου χρόνου ή με χαμηλούς μισθούς και, ως εκ τούτου, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο επισφάλειας που απορρέει από διακρίσεις στην αγορά εργασίας, κάτι που επιβραδύνει την πρόοδο στην καταπολέμηση και εξάλειψη του μισθολογικού και συνταξιοδοτικού χάσματος μεταξύ των φύλων·

1.  είναι της γνώμης ότι η επισφαλής απασχόληση σημαίνει απασχόληση που προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την καταχρηστική χρήση προσωρινών συμβάσεων απασχόλησης κατά παράβαση των διεθνών προτύπων σχετικά με τις συνθήκες εργασίας, των εργασιακών δικαιωμάτων και του δικαίου της ΕΕ· υπογραμμίζει ότι η επισφαλής απασχόληση συνεπάγεται μεγαλύτερη έκθεση σε κοινωνικοοικονομική τρωτότητα, ανεπαρκείς πόρους για μια αξιοπρεπή ζωή και ανεπαρκή κοινωνική προστασία·

2.  τονίζει ότι είναι σημαντικό να γίνεται διάκριση μεταξύ της άτυπης εργασίας και της ύπαρξης επισφαλούς απασχόλησης· υπογραμμίζει ότι οι όροι «άτυπη» και «επισφαλής» δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ως συνώνυμα·

3.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καταπολεμήσουν την επισφαλή απασχόληση, όπως είναι οι συμβάσεις μηδενικών ωρών εργασίας, εξασφαλίζοντας την ανάπτυξη νέων μέσων και τον συνεπή σεβασμό της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και τη συγκεκριμένη εφαρμογή της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας σε εθνικό επίπεδο με σκοπό την επίλυση του ελλείμματος αξιοπρεπούς εργασίας και την εφαρμογή μιας προσέγγισης με βάση τα δικαιώματα· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συνεργαστούν με όλους τους κοινωνικούς εταίρους, ιδίως τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, και με τους σχετικούς συμφεροντούχους, για την προώθηση της ποιοτικής, ασφαλούς και καλά αμειβόμενης απασχόλησης, με στόχο, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση των επιθεωρήσεων εργασίας·

4.  καλεί την Επιτροπή να αναλάβει άμεσα δράση στη νομοθεσία της για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των πρακτικών απασχόλησης που οδηγούν σε επισφάλεια·

5.  έχει επίγνωση της πρότασης της Επιτροπής για μια Ευρωπαϊκή Αρχή Εργασίας και ζητεί η αρχή αυτή να λάβει επαρκή ίδιο προϋπολογισμό χωρίς να γίνει μετατόπιση πιστώσεων από άλλους σημαντικούς φορείς· καλεί την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της για την εξάλειψη των αθέμιτων όρων στις συμβάσεις απασχόλησης, αντιμετωπίζοντας όλες τις παραβιάσεις και τα νομικά κενά· αναγνωρίζει τη νέα πρόταση οδηγίας για διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας, που στοχεύει στη θέσπιση νέων δικαιωμάτων για όλους τους εργαζομένους, ιδίως προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες εργασίας των εργαζομένων στις νέες μορφές απασχόλησης και στις μη τυποποιημένες μορφές απασχόλησης, περιορίζοντας ταυτόχρονα τις επιβαρύνσεις στους εργοδότες και διατηρώντας την προσαρμοστικότητα της αγοράς εργασίας·

6.  χαιρετίζει ειδικότερα τις διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα αναζήτησης πρόσθετης απασχόλησης, με απαγόρευση των ρητρών αποκλειστικότητας και με όρια στις ρήτρες περί ασυμβίβαστου, καθώς και το δικαίωμα του εργαζομένου να ενημερώνεται σχετικά με την ημερομηνία έναρξης της εργασίας σε εύλογο χρόνο πριν από την εν λόγω ημερομηνία·

7.  τονίζει ότι η οδηγία για τον χρόνο εργασίας μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται σε εργαζόμενους με συμβάσεις μηδενικών ωρών εργασίας και ότι, ως εκ τούτου, αυτοί καλύπτονται από τις διατάξεις κανόνες σχετικά με τις ελάχιστες περιόδους ανάπαυσης και τον μέγιστο χρόνο εργασίας·

8.  καλεί τα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη τους δείκτες της ΔΟΕ για τον καθορισμό της ύπαρξης σχέσης απασχόλησης ως μέσο αντιμετώπισης της έλλειψης προστασίας που προσφέρεται από την επισφαλή απασχόληση·

9.  παρατηρεί ότι η πρόσβαση σε κοινωνική προστασία έχει ζωτική σημασία για την οικονομική και κοινωνική ασφάλεια του εργατικού δυναμικού και την εύρυθμη λειτουργία των αγορών εργασίας που δημιουργούν θέσεις εργασίας και διατηρήσιμη ανάπτυξη·

10.  υπογραμμίζει ότι πρέπει να εξασφαλίζονται επιθεωρήσεις, έτσι ώστε οι εργαζόμενοι που υπόκεινται σε προσωρινές ή ευέλικτες συμβατικές ρυθμίσεις να απολαμβάνουν τουλάχιστον την ίδια προστασία όπως και όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι· σημειώνει ότι απαιτείται μια στοχευμένη προσπάθεια για να χρησιμοποιηθούν υφιστάμενα μέσα της ΔΟΕ σε μια ειδική εκστρατεία για την καταπολέμηση της επισφαλούς εργασίας, καθώς και ότι πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη η ανάγκη για νέα δεσμευτικά μέσα και νομοθετικά μέτρα που θα περιορίζουν και θα μειώνουν την επισφαλή εργασία και θα καθιστούν τις επισφαλείς συμβάσεις εργασίας λιγότερο ελκυστικές για τους εργοδότες·

11.  πιστεύει ακράδαντα ότι πρέπει να διενεργηθεί μια συνολική αξιολόγηση των περιστάσεων που συνδέονται με την ανανέωση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεδομένου ότι οι υπηρεσίες που ζητούνται από τον εργαζόμενο δεν αφορούσαν απλώς προσωρινές μόνον ανάγκες και, ως εκ τούτου, αποκαλύπτεται η ύπαρξη κατάχρησης κατά παράβαση της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου της οδηγίας 1999/70/ΕΚ·

12.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ίση αμοιβή για ίση εργασία στον ίδιο χώρο εργασίας·

13.  επιμένει ότι η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να αξιολογούν τη νομοθεσία που αφορά τις πτυχές της επισφαλούς απασχόλησης σε σχέση με τις επιπτώσεις της από την άποψη του φύλου· θεωρεί αναγκαίο να δοθεί έμφαση σε διάφορα υφιστάμενα μέτρα σχετικά με τις ανάγκες των γυναικών που βρίσκονται σε επισφαλή απασχόληση, μία ήδη υπερεκπροσωπούμενη ομάδα που θα συνεχίσει να πλήττεται υπερβολικά·

14.  υπενθυμίζει ότι η γενική αρχή πάνω στην οποία βασίζεται η οδηγία 1999/70/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αποτελούν τη γενική μορφή των σχέσεων εργασίας, ενώ οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν απλώς ένα χαρακτηριστικό της απασχόλησης σε ορισμένους τομείς ή για ορισμένα επαγγέλματα και δραστηριότητες·

15.  καταγγέλλει την ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με στόχο την κάλυψη αναγκών που δεν είναι προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς, δεδομένου ότι αυτό αποτελεί παραβίαση της οδηγίας 1999/70/ΕΚ·

16.  σημειώνει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αποφανθεί ότι η μετατροπή σύμβασης ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου συνιστά μέτρο που συνάδει με τις απαιτήσεις που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης, επειδή εμποδίζει την κατάχρηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου και οδηγεί σε οριστική εξάλειψη των συνεπειών της κατάχρησης(14)·

17.  τονίζει ότι η μετατροπή σύμβασης ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου πρέπει να θεωρηθεί μέτρο που προλαμβάνει αποτελεσματικά και τιμωρεί την καταχρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, και πρέπει να περιλαμβάνεται σαφώς και με συνέπεια από όλα τα κράτη μέλη στα αντίστοιχα νομικά τους πλαίσια για το εργατικό δίκαιο·

18.  τονίζει ότι η μετατροπή σύμβασης ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου για τον εργαζόμενο ο οποίος έχει υπάρξει θύμα κατάχρησης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, κατά παράβαση της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, δεν απαλλάσσει ένα κράτος μέλος από την υποχρέωση να επιβάλει κυρώσεις για την κατάχρηση αυτή, συμπεριλαμβανομένης επιπλέον της δυνατότητας για τον θιγόμενο εργαζόμενο να λάβει αποζημίωση για τυχόν ζημίες που υπέστη κατά το παρελθόν·

19.  υπογραμμίζει ότι εάν ένα κράτος μέλος επιλέξει να τιμωρεί τις διακρίσεις ή την κατάχρηση που υπέστησαν εργαζόμενοι με προσωρινή απασχόληση κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, επιδικάζοντας αποζημιώσεις στους πληγέντες εργαζομένους, η αποζημίωση αυτή πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να είναι επαρκής και αποτελεσματική και πρέπει να τους αποζημιώνει πλήρως για όλες τις ζημίες που έχουν υποστεί·

20.  τονίζει ότι οι δημοσιονομικές παράμετροι στις οποίες στηρίζεται η επιλογή κοινωνικής πολιτικής από ένα κράτος μέλος δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την απουσία αποτελεσματικών μέτρων που αποσκοπούν στην πρόληψη και την τιμωρία για την κατάχρηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου· τονίζει ότι, στην πραγματικότητα, είναι αναγκαία η θέσπιση τέτοιων αποτελεσματικών μέτρων, σε πλήρη συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης, προκειμένου να εξουδετερωθούν οι συνέπειες της παραβίασης των δικαιωμάτων των εργαζομένων·

21.  καταδικάζει το γεγονός ότι εργαζόμενοι, οι οποίοι είχαν αναγνωριστεί από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές ως θύματα καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως συμβάσεων ορισμένου χρόνου κατά παράβαση της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, έχουν απολυθεί· πιστεύει ακράδαντα ότι στις περιπτώσεις κατάχρησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να εφαρμοστεί ένα μέτρο που παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων ώστε να τιμωρηθεί δεόντως η κατάχρηση και να εξουδετερωθούν οι συνέπειες της παράβασης του δικαίου της ΕΕ, καθώς και για να διασφαλιστεί, ως προς την απασχόλησή τους, η θέση των εργαζομένων που επλήγησαν·

22.  καλεί τα κράτη μέλη να αυξήσουν τα πρότυπα της εργασίας σε μη τυποποιημένες μορφές απασχόλησης, προσφέροντας, τουλάχιστον, μια δέσμη ελάχιστων απαιτήσεων όσον αφορά την κοινωνική προστασία, τα επίπεδα ελάχιστων μισθών και την πρόσβαση στην κατάρτιση και την ανάπτυξη·

23.  καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για να κάνουν σεβαστά, να προωθήσουν και να συγκεκριμενοποιήσουν τις θεμελιώδεις αρχές και τα δικαιώματα στον χώρο εργασίας που αφορούν τα άτομα που εργάζονται στην άτυπη οικονομία, και να θέσουν σε εφαρμογή κατάλληλους μηχανισμούς ή να αναθεωρήσουν υφιστάμενους μηχανισμούς προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και να αναγνωρισθούν και επιβληθούν οι σχέσεις απασχόλησης κατά τρόπον ώστε να διευκολύνεται η μετάβαση των εργαζομένων στην επίσημη οικονομία.

(1)

OJ L 14 της 20.1.1998, σ. 9.

(2)

ΕΕ L 175 της 10.7.1999, σ. 43.

(3)

OJ L 299 της 18.11.2003, σ. 9.

(4)

ΕΕ L 327 της 5.12 2008, σ. 9.

(5)

ΕΕ L 122 της 16.5 2009, σ. 28.

(6)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0290.

(7)

http://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/STUD/2017/596823/IPOL_STU(2017)596823_EN.pdf

(8)

0389/2015, 1328/2015, 0044/2016, 0988/2016, 1108/2016, 1202/2016, 1310/2016, 0188/2017, 0268/2017, 0283/2017, 0640/2017, 0701/2017

(9)

0019/2016, 0020/2016, 0021/2016, 0099/2017, 1162/2017

(10)

0019/2016, 0442/2017

(11)

1043/2017

(12)

ΕΕ L 288 της 18.10 1991, σ. 32.

(13)

ΕΕ L 175 της 10.7.1999, σ. 43.

(14)

Απόφαση του Δικαστηρίου της 26 Νοεμβρίου 2014, Mascolo, C-22/13, ECLI:EU:C:2014:2401, σκέψη 55, http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?docid=160109&doclang=EL

Τελευταία ενημέρωση: 30 Μαΐου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου