Διαδικασία : 2018/2900(RSP)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : RC-B8-0551/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

RC-B8-0551/2018

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 29/11/2018 - 8.10
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2018)0475

ΚΟΙΝΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ
PDF 498kWORD 50k
28.11.2018
PE631.544v01-00}
PE631.545v01-00} RC1
 
B8-0551/2018}
B8-0552/2018} RC1

σύμφωνα με το άρθρο 123 παράγραφοι 2 και 4 του Κανονισμού

που αντικαθιστά τις ακόλουθες προτάσεις ψηφίσματος:

B8‑0551/2018 (PPE, ALDE)

B8‑0552/2018 (S&D, GUE/NGL, Verts/ALE)


σχετικά με το σκάνδαλο cum-ex: οικονομικό έγκλημα και κενά στο ισχύον νομικό πλαίσιο (2018/2900(RSP))


Markus Ferber, Dariusz Rosati εξ ονόματος της Ομάδας PPE
Pervenche Berès, Peter Simon, Jeppe Kofod

εξ ονόματος της Ομάδας S&D

 
Nils Torvalds εξ ονόματος της Ομάδας ALDE
Miguel Urbán Crespo, Δημήτριος Παπαδημούλης, Martin Schirdewan, Patrick Le Hyaric, Marie‑Pierre Vieu, Στέλιος Κούλογλου, Kateřina Konečná, Jiří Maštálka, Paloma López Bermejo, Merja Kyllönen, Matt Carthy, Emmanuel Maurel, Κωνσταντίνα Κούνεβα, Marie‑Christine Vergiat, Marisa Matias εξ ονόματος της Ομάδας GUE/NGL
Sven Giegold εξ ονόματος της Ομάδας Verts/ALE
Monica Macovei

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το σκάνδαλο cum-ex: οικονομικό έγκλημα και κενά στο ισχύον νομικό πλαίσιο (2018/2900(RSP))  

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τις αποκαλύψεις για το cum-ex, στις οποίες προέβη κοινοπραξία ερευνητικών δημοσιογράφων με επικεφαλής τη γερμανική μη κερδοσκοπική οργάνωση μέσων ενημέρωσης CORRECTIV στις 18 Οκτωβρίου 2018,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2014/107/ΕΕ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 2014, για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/16/ΕΕ όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον φορολογικό τομέα (DAC2)(1),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία (EΕ) 2018/822 του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2018, για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/16/ΕΕ όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας σχετικά με δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις (DAC6)(2),

–  έχοντας υπόψη την 4η Εξεταστική Επιτροπή της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής που ερευνά το σκάνδαλο, η οποία κατέληξε στην έκδοση έκθεσης(3) τον Ιούνιο του 2017,

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 25ης Νοεμβρίου 2015(4) και της 6ης Ιουλίου 2016(5) σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και άλλα μέτρα παρόμοιου χαρακτήρα ή αποτελέσματος,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την επίτευξη διαφάνειας, συντονισμού και σύγκλισης στις πολιτικές όσον αφορά τη φορολογία των εταιρειών στην Ένωση(6),

–  έχοντας υπόψη τη σύστασή του, της 13ης Δεκεμβρίου 2017, προς το Συμβούλιο και την Επιτροπή εν συνεχεία της έρευνας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή(7),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 1ης Μαρτίου 2018, για τη σύσταση, τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων, την αριθμητική σύνθεση και τη διάρκεια της θητείας της ειδικής επιτροπής σχετικά με το οικονομικό έγκλημα, τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή (TAX3) (8)

–  έχοντας υπόψη τη συζήτησή του στην ολομέλεια της 23ης Οκτωβρίου 2018 σχετικά με το σκάνδαλο cum-ex,

–  έχοντας υπόψη την κοινή συνεδρίαση των επιτροπών ECON/TAX3 της 26ης Νοεμβρίου 2018,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 123 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο όρος «cum-ex» - ή εμπορικά συστήματα αρμπιτράζ μερισμάτων - αναφέρεται στην πρακτική αγοραπωλησίας μετοχών κατά τρόπο που αποκρύπτει την ταυτότητα του πραγματικού ιδιοκτήτη και επιτρέπει και στα δύο ή τα περισσότερα των δύο εμπλεκόμενα μέρη να ζητούν επιστροφές φόρου από τον φόρο υπεραξίας κεφαλαίων που είχε καταβληθεί μόνο μία φορά·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το σκάνδαλο cum-ex αποκαλύφθηκε στο κοινό μέσω μιας συνεργατικής έρευνας μεταξύ διάφορων ευρωπαϊκών ειδησεογραφικών μέσων από 12 χώρες και 38 δημοσιογράφους·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με πληροφορίες 11 κράτη μέλη έχουν χάσει φορολογικά έσοδα ύψους έως και 55,2 δισεκατομμυρίων ευρώ εξαιτίας του εν λόγω συστήματος·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι δύσκολο να υπολογιστεί το μέγιστο ποσό της ζημίας που προκλήθηκε, δεδομένου ότι πολλές ενέργειες ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και έχουν παραγραφεί εδώ και αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η έρευνα της κοινοπραξίας ευρωπαίων δημοσιογράφων χαρακτηρίζει τη Γερμανία, τη Δανία, την Ισπανία, την Ιταλία και τη Γαλλία ως τις κυριότερες αγορές-στόχους για εμπορικές πρακτικές cum-ex, ενώ ακολουθούν η Νορβηγία, η Φινλανδία, η Πολωνία, η Δανία, οι Κάτω Χώρες, η Αυστρία και η Τσεχική Δημοκρατία, και λαμβάνοντας υπόψη ότι στις εν λόγω πρακτικές εμπλέκεται ενδεχομένως ένας άγνωστος αριθμός κρατών μελών της ΕΕ, καθώς και χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (π.χ. Ελβετία)·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι έρευνες στα κράτη μέλη που επηρεάζονται περισσότερο βρίσκονται σε εξέλιξη·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα συστήματα cum-ex φέρουν ορισμένα από τα διακριτικά της φορολογικής απάτης και πρέπει να εκτιμηθεί το κατά πόσον έχει υπάρξει παραβίαση είτε της εθνικής είτε της ενωσιακής νομοθεσίας·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει αναφερθεί ότι στις εν λόγω εγκληματικές πρακτικές εμπλέκονται χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κρατών μελών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων πολλών μεγάλων γνωστών εμπορικών τραπεζών·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η τελική έκθεση της 4ης Εξεταστικής Επιτροπής της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής, όπως και τα δικαστήρια της Γερμανίας, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι φορολογικές πρακτικές όπως οι συναλλαγές cum-ex που αφορούν ανοικτές πωλήσεις είναι παράνομες και ότι η Ένωση Γερμανικών Τραπεζών επέτεινε το πρόβλημα αντί να βοηθήσει στην επίλυσή του·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι αρμόδιες αρχές δεν διεξήγαγαν εις βάθος έρευνες σχετικά με τις πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν από άλλα κράτη μέλη όσον αφορά τις αποκαλύψεις αναφορικά με τις συναλλαγές cum-ex·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το γεγονός ότι οι ξένοι επενδυτές δικαιούνται να αξιώνουν επιστροφή των παρακρατούμενων φόρων επί των μερισμάτων διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στις αποκαλύψεις·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι από τον Σεπτέμβριο 2017, η δεύτερη οδηγία σχετικά με τη διοικητική συνεργασία (ΟΔΣ2) απαιτεί από τα κράτη μέλη της ΕΕ να λαμβάνουν πληροφορίες από τα χρηματοπιστωτικά τους ιδρύματα και να τις ανταλλάσσουν με τα κράτη μέλη διαμονής των φορολογουμένων σε ετήσια βάση·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκτη οδηγία σχετικά με τη διοικητική συνεργασία (ΟΔΣ6) απαιτεί από κάθε πρόσωπο που καταρτίζει, διαθέτει στην αγορά, οργανώνει, καθιστά διαθέσιμη για εφαρμογή ή διαχειρίζεται την εφαρμογή μιας δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης η οποία διαθέτει προκαθορισμένα διακριτικά να δηλώνει τις ρυθμίσεις αυτές στις εθνικές φορολογικές αρχές·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εντολή της ειδικής επιτροπής σχετικά με το οικονομικό έγκλημα, τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή (TAX3) καλύπτει ρητά οποιεσδήποτε σχετικές εξελίξεις στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της επιτροπής που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της θητείας της·

1.  καταδικάζει απερίφραστα τη φορολογική απάτη που αποκαλύφθηκε, η οποία οδήγησε σε δημοσιοποιημένες απώλειες φορολογικών εσόδων των κρατών μελών που, σύμφωνα με εκτιμήσεις ορισμένων μέσων ενημέρωσης, ανέρχονται έως και σε 55,2 δισεκατομμύρια ευρώ, συνιστώντας πλήγμα για την ευρωπαϊκή κοινωνική οικονομία της αγοράς·

2.  σημειώνει με ανησυχία ότι το σκάνδαλο cum-ex έχει κλονίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στα φορολογικά συστήματα και τονίζει ότι είναι πολύ σημαντικό να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του κοινού και να διασφαλιστεί ότι όποια ζημία προκλήθηκε δεν θα επαναληφθεί·

3.  ζητεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών και την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών να διενεργήσουν έρευνα για τα εμπορικά συστήματα αρμπιτράζ μερισμάτων, όπως το cum-ex ή το cum-cum, προκειμένου να αξιολογηθούν οι πιθανές απειλές για την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών· να διαπιστώσει τη φύση και το μέγεθος των παραγόντων στα εν λόγω συστήματα· να εκτιμήσει κατά πόσον υπήρξαν παραβιάσεις είτε της εθνικής είτε της ενωσιακής νομοθεσίας· να αξιολογήσει τα μέτρα που λήφθηκαν από τις αρχές χρηματοπιστωτικής εποπτείας στα κράτη μέλη· να διατυπώσει κατάλληλες συστάσεις για μεταρρύθμιση και λήψη μέτρων προς τις οικείες αρμόδιες αρχές·

4.  υπογραμμίζει ότι αυτές οι νέες αποκαλύψεις φαίνεται να υποδεικνύουν πιθανές ελλείψεις των υφιστάμενων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών και συνεργασίας μεταξύ των αρχών των κρατών μελών· καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν με αποτελεσματικό τρόπο την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον φορολογικό τομέα·

5.  προτρέπει τις φορολογικές αρχές όλων των κρατών μελών να ορίσουν ενιαία σημεία επαφής («ΕΣΕ») σύμφωνα με την κοινή διεθνή ειδική ομάδα του ΟΟΣΑ για την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία και καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει και να διευκολύνει τη μεταξύ τους συνεργασία, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες σχετικά με υποθέσεις διασυνοριακού χαρακτήρα ανταλλάσσονται γρήγορα και αποτελεσματικά μεταξύ των κρατών μελών·

6.  καλεί τις εθνικές φορολογικές αρχές να αξιοποιήσουν πλήρως το σύνολο των δυνατοτήτων της ΟΔΣ6 όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον φορολογικό τομέα σχετικά με τις δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις· ζητεί επίσης να ενισχυθεί η ΟΔΣ6 προκειμένου να απαιτείται η υποχρεωτική γνωστοποίηση των συστημάτων αρμπιτράζ μερισμάτων, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης επιστροφών φόρου από μερίσματα και από φόρο υπεραξίας κεφαλαίων·

7.  παροτρύνει όλα τα κράτη μέλη που χαρακτηρίστηκαν ως φερόμενες βασικές αγορές-στόχοι για εμπορικές πρακτικές αρμπιτράζ μερισμάτων να διερευνήσουν και να αναλύσουν διεξοδικά τις πρακτικές πληρωμής μερισμάτων στις δικαιοδοσίες τους, να εντοπίσουν τα κενά στη φορολογική τους νομοθεσία τα οποία δημιουργούν ευκαιρίες για εκμετάλλευση από όσους επιδίδονται σε φορολογική απάτη και φοροαποφυγή, να αναλύσουν την ενδεχόμενη διασυνοριακή διάσταση των πρακτικών αυτών και να θέσουν τέλος σε όλες αυτές τις επιζήμιες φορολογικές πρακτικές·

8.  τονίζει την ανάγκη για συντονισμένη δράση μεταξύ των εθνικών αρχών προκειμένου να διασφαλιστεί η ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων που αποκομίστηκαν παρανόμως από δημόσιους λογαριασμούς·

9.  παροτρύνει την Επιτροπή να αξιολογήσει και τα κράτη μέλη να επανεξετάσουν και να επικαιροποιήσουν τις διμερείς συμφωνίες περί φορολογίας μεταξύ κρατών μελών και με τρίτες χώρες προκειμένου να κλείσουν τα κενά που δημιουργούν κίνητρα για βασιζόμενες στη φορολογία εμπορικές πρακτικές που αποσκοπούν στη φοροαποφυγή·

10.  καλεί την Επιτροπή να αναθεωρήσει την οδηγία για την κοινή φορολόγηση που ισχύει στην περίπτωση των μητρικών εταιρειών και των θυγατρικών από διαφορετικά κράτη μέλη με σκοπό την αντιμετώπιση των πρακτικών αρμπιτράζ μερισμάτων·

11.  καλεί την Επιτροπή να εκτιμήσει τον ρόλο των φορέων ειδικού σκοπού (SPV) και των οντοτήτων ειδικού σκοπού (ΟΕΣ) που αποκάλυψαν τα έγγραφα σχετικά με τις συναλλαγές cum-ex και, κατά περίπτωση, να προτείνει τον περιορισμό της χρήσης των εν λόγω μέσων·

12.  επισημαίνει ότι ο υψηλός βαθμός χρήσης SPV και SPE σε ροές άμεσων ξένων επενδύσεων έχει διαπιστωθεί ότι αποτελεί ένδειξη επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού·

13.  σημειώνει ότι η κρίση του 2008 οδήγησε σε γενικευμένες μειώσεις πόρων και προσωπικού στις φορολογικές διοικήσεις· καλεί τα κράτη μέλη να επενδύσουν και να εκσυγχρονίσουν τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους οι φορολογικές αρχές και να διαθέσουν τους αναγκαίους ανθρώπινους πόρους, με στόχο τη βελτίωση της επιτήρησης και τη μείωση του χρονικού και πληροφοριακού χάσματος·

14.  εκφράζει την άποψη ότι οι εργασίες των επιτροπών TAXE, TAX2, PANA και TAX3 θα πρέπει να συνεχιστούν κατά την προσεχή κοινοβουλευτική περίοδο, σε μια μόνιμη δομή εντός του Κοινοβουλίου, όπως μια υποεπιτροπή της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (ECON)·

15.  καλεί την ειδική επιτροπή TAX3 να διεξαγάγει τη δική της αξιολόγηση των αποκαλύψεων σχετικά με τις συναλλαγές cum-ex και να συμπεριλάβει στην τελική της έκθεση τα αποτελέσματα καθώς και οποιεσδήποτε σχετικές συστάσεις·

16.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών.

 

(1)

ΕΕ L 359 της 16.12.2014, σ. 1.

(2)

ΕΕ L 139 της 5.6.2018, σ. 1.

(3)

Deutscher Bundestag, Drucksache 18/12700, 20.6.2017.

(4)

ΕΕ C 366 της 27.10.2017, σ. 51.

(5)

ΕΕ C 101 της 16.3.2018, σ. 79.

(6)

ΕΕ C 399 της 24.11.2017, σ. 74.

(7)

ΕΕ C 369 της 11.10.2018, σ. 132.

(8)

Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2018)0048.

Τελευταία ενημέρωση: 29 Νοεμβρίου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου