Κανονισμός του Ευρωπαϊκού ΚοινοβουλίουPDF
8η κοινοβουλευτική περίοδος - Ιούλιος 2018
EPUB 230kPDF 1234k
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΟΙΝΟ
ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ : ΑΡΘΡΑ 196 ΕΩΣ 200 ΚΑΙ ΑΡΘΡΟ 212 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΟΠΩΣ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΤΕΘΟΥΝ ΣΕ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2019 (ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 13ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016)

Άρθρο 196 : Σύσταση μονίμων επιτροπών

Το Κοινοβούλιο, μετά από πρόταση της Διάσκεψης των Προέδρων, συνιστά μόνιμες επιτροπές. Οι αρμοδιότητές τους καθορίζονται σε παράρτημα του Κανονισμού(1). Το εν λόγω παράρτημα εγκρίνεται με πλειοψηφία των ψηφισάντων. Τα μέλη τους ορίζονται κατά την πρώτη περίοδο συνόδου μετά την επανεκλογή του Κοινοβουλίου και εκ νέου μετά από δυόμισι χρόνια.

Οι αρμοδιότητες των μονίμων επιτροπών μπορούν επίσης να καθορισθούν σε χρόνο διαφορετικό από αυτόν της σύστασής τους.

Άρθρο 197 : Ειδικές επιτροπές

1.   Κατόπιν προτάσεως της Διάσκεψης των Προέδρων, το Κοινοβούλιο μπορεί ανά πάσα στιγμή να συστήσει ειδικές επιτροπές, των οποίων οι αρμοδιότητες, η αριθμητική σύνθεση και η λήξη της θητείας καθορίζονται ταυτόχρονα με τη λήψη της απόφασης περί σύστασης της επιτροπής.

2.   Η διάρκεια της θητείας μιας ειδικής επιτροπής δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, εκτός εάν, κατά τη λήξη της, το Κοινοβούλιο παρατείνει την εν λόγω περίοδο. Εκτός εάν προβλέπει κάτι διαφορετικό η απόφαση του Κοινοβουλίου με την οποία συγκροτείται η ειδική επιτροπή, η θητεία της τελευταίας αρχίζει από την ημερομηνία της συνεδρίασης για την συγκρότησή της σε σώμα.

3.   Οι ειδικές επιτροπές δεν έχουν το δικαίωμα να γνωμοδοτούν προς άλλες επιτροπές.

Άρθρο 198 : Εξεταστικές επιτροπές

1.   Σύμφωνα με το άρθρο 226 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 2 της απόφασης 95/167/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής(2), το Κοινοβούλιο, μετά από αίτημα του ενός τετάρτου των βουλευτών, μπορεί να συστήσει εξεταστική επιτροπή για να εξετάζει τις καταγγελίες παραβάσεων ή κακοδιοίκησης κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, οι οποίες καταλογίζονται σεόργανο ή υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή σε δημόσια διοίκηση ενός κράτους μέλους, ή σε πρόσωπα στα οποία το δίκαιο της Ένωσης αναθέτει την εντολή της εφαρμογής του.

Το αντικείμενο της έρευνας, όπως προσδιορίζεται από το ένα τέταρτο των βουλευτών του Κοινοβουλίου, καθώς και το χρονικό διάστημα που καθορίζεται στην παράγραφο 11, δεν επιδέχονται τροπολογίες.

2.   Η απόφαση για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής δημοσιεύεται εντός ενός μηνός από τη λήψη της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.   Η λειτουργία εξεταστικής επιτροπής διέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού οι οποίες εφαρμόζονται στις επιτροπές, πλην των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από το παρόν άρθρο και από την απόφαση 95/167/EΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ.

4.   Το αίτημα για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής πρέπει να προσδιορίζει το αντικείμενο της έρευνας και να περιλαμβάνει λεπτομερή αιτιολογική έκθεση που να την υποστηρίζει. Το Κοινοβούλιο, μετά από πρόταση της Διάσκεψης των Προέδρων, αποφασίζει σχετικά με τη σύσταση επιτροπής και, αν αποφασίσει την αριθμητική σύστασή της.

5.   Οι εξεταστικές επιτροπές δεν έχουν το δικαίωμα να γνωμοδοτούν προς άλλες επιτροπές.

6.   Δικαίωμα ψήφου σε οποιοδήποτε στάδιο των εργασιών εξεταστικής επιτροπής έχουν μόνο τα τακτικά μέλη της ή, κατά την απουσία τους, οι αναπληρωτές τους.

7.   Η εξεταστική επιτροπή εκλέγει τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους της και ορίζει έναν ή περισσότερους εισηγητές. Εξάλλου, η επιτροπή μπορεί επίσης να αναθέσει αποστολές, ειδικά καθήκοντα ή αρμοδιότητες στα μέλη της, τα οποία στη συνέχεια της υποβάλλουν λεπτομερή έκθεση.

8.   Στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ δύο συνεδριάσεων, οι συντονιστές της επιτροπής ασκούν, σε περιπτώσεις κατεπείγοντος ή ανάγκης, τις εξουσίες της επιτροπής, με την προϋπόθεση ότι οι ενέργειές τους θα επικυρωθούν από την εν λόγω επιτροπή στην αμέσως επόμενη συνεδρίασή της.

9.   Όσον αφορά τη χρήση των γλωσσών, η εξεταστική επιτροπή εφαρμόζει το άρθρο 158. Ωστόσο, το προεδρείο της επιτροπής:

-   μπορεί να περιορίσει τη διερμηνεία στις επίσημες γλώσσες των εν λόγω μελών της επιτροπής που συμμετέχουν στις εργασίες, εάν το κρίνει απαραίτητο για λόγους εμπιστευτικότητας, και

-   αποφασίζει σχετικά με τη μετάφραση των εγγράφων που παραλαμβάνει κατά τρόπο ώστε η επιτροπή να μπορεί να διεξάγει τις εργασίες της με αποτελεσματικότητα και ταχύτητα, καθώς και με σεβασμό του απαιτούμενου απορρήτου και της εμπιστευτικότητας.

10.   Σε περιπτώσεις που εικαζόμενες παραβάσεις ή κακοδιοίκηση κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης υποδηλώνουν ότι πιθανόν να ευθύνεται φορέας ή αρχή κράτους μέλους, η εξεταστική επιτροπή δύναται να ζητήσει από το κοινοβούλιο του εν λόγω κράτους μέλους να συνεργαστεί στο πλαίσιο της έρευνας.

11.   Η εξεταστική επιτροπή περατώνει τις εργασίες της με την υποβολή στο Κοινοβούλιο έκθεσης σχετικά με τα πορίσματα των εργασιών της το αργότερο εντός δώδεκα μηνών από την συγκρότησή της σε σώμα. Το Κοινοβούλιο μπορεί να αποφασίσει να παρατείνει δύο φορές την προθεσμία αυτή για άλλους τρεις μήνες. Εφόσον ενδείκνυται, η έκθεση μπορεί να περιέχει θέσεις της μειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 52α. Η έκθεση αυτή δημοσιεύεται.

Μετά από αίτημα της εξεταστικής επιτροπής, το Κοινοβούλιο διεξάγει συζήτηση επί της τελικής αυτής έκθεσης κατά την αμέσως επόμενη από την υποβολή της έκθεσης περίοδο συνόδου.

12.   Η επιτροπή αυτή μπορεί επίσης να υποβάλει στο Κοινοβούλιο σχέδιο σύστασης προοριζόμενο για θεσμικά ή άλλα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή για τα κράτη μέλη.

13.   Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου αναθέτει στην αρμόδια επιτροπή, σύμφωνα με το Παράρτημα V του Κανονισμού, να εξακριβώσει τη συνέχεια που δόθηκε στα πορίσματα της εξεταστικής επιτροπής και, ενδεχομένως, τη σύνταξη σχετικής έκθεσης. Ο Πρόεδρος λαμβάνει κάθε άλλο μέτρο που θεωρείται σκόπιμο προκειμένου να προωθηθεί η ουσιαστική εφαρμογή των πορισμάτων των ερευνών.

Άρθρο 199 : Σύνθεση των επιτροπών

1.   Τα μέλη των επιτροπών, των ειδικών επιτροπών και των εξεταστικών επιτροπών ορίζονται από τις πολιτικές ομάδες και από τους μη εγγεγραμμένους βουλευτές.

Η Διάσκεψη των Προέδρων ορίζει προθεσμία εντός της οποίας οι πολιτικές ομάδες και οι μη εγγεγραμμένοι βουλευτές πρέπει να γνωστοποιήσουν τα ονόματα των ορισθέντων στον Πρόεδρο, ο οποίος στη συνέχεια τα ανακοινώνει στο Κοινοβούλιο.

2.   Η σύνθεση των επιτροπών αντικατοπτρίζει στο μέτρο του δυνατού τη σύνθεση του Κοινοβουλίου. Οι έδρες των επιτροπών κατανέμονται μεταξύ των πολιτικών ομάδων είτε βάσει του εγγύτερου ακέραιου αριθμού που υπερβαίνει τον αναλογικό υπολογισμό είτε βάσει του εγγύτερου ακέραιου αριθμού που υπολείπεται του αναλογικού αυτού υπολογισμού.

Σε περίπτωση που οι πολιτικές ομάδες αδυνατούν να συμφωνήσουν σχετικά με την αναλογική εκπροσώπησή τους εντός μίας ή περισσοτέρων επιτροπών, η απόφαση λαμβάνεται από τη Διάσκεψη των Προέδρων.

3.   Εάν πολιτική ομάδα αποφασίσει να μην λάβει έδρες σε μία επιτροπή ή εάν δεν ορίσει τα μέλη της εντός της προθεσμίας που ορίζει η Διάσκεψη των Προέδρων, οι έδρες αυτές παραμένουν κενές. Η ανταλλαγή εδρών μεταξύ των πολιτικών ομάδων δεν επιτρέπεται.

4.   Σε περίπτωση που η αλλαγή πολιτικής ομάδας εκ μέρους βουλευτή διαταράσσει την αναλογική κατανομή των εδρών της επιτροπής, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1α, και δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των πολιτικών ομάδων προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις αρχές που καθορίζονται σε αυτήν, η Διάσκεψη των Προέδρων λαμβάνει τις αναγκαίες αποφάσεις.

5.   Οποιεσδήποτε μεταβολές αποφασίζονται στους διορισμούς εκ μέρους των πολιτικών ομάδων και των μη εγγεγραμμένων βουλευτών γνωστοποιούνται στον Πρόεδρο, ο οποίος στη συνέχεια τις ανακοινώνει στο Κοινοβούλιο το αργότερο κατά την έναρξη της επόμενης συνεδρίασης. Οι εν λόγω αποφάσεις αρχίζουν να ισχύουν από την ημέρα της ανακοίνωσης.

6.   Οι πολιτικές ομάδες και οι μη εγγεγραμμένοι βουλευτές μπορούν να ορίσουν για κάθε επιτροπή αναπληρωτές των οποίων ο αριθμός δεν υπερβαίνει τον αριθμό των τακτικών μελών που δικαιούνται να διορίσουν στην επιτροπή η εκάστοτε πολιτική ομάδα ή οι μη εγγεγραμμένοι βουλευτές. Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου ενημερώνεται σχετικά. Οι εν λόγω αναπληρωτές δικαιούνται να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της επιτροπής, να λαμβάνουν το λόγο και, σε περίπτωση απουσίας του τακτικού μέλους, να συμμετέχουν στις ψηφοφορίες.

7.   Σε περίπτωση που ένα τακτικό μέλος απουσιάζει και οι αναπληρωτές είτε δεν έχουν διοριστεί είτε απουσιάζουν, το τακτικό μέλος μπορεί να αναπληρωθεί στις συνεδριάσεις από άλλο βουλευτή της ίδιας πολιτικής ομάδας ή, αν το μέλος είναι μη εγγεγραμμένος βουλευτής, μπορεί να αναπληρωθεί από άλλο μη εγγεγραμμένο βουλευτή, με δικαίωμα συμμετοχής στις ψηφοφορίες. Ο πρόεδρος της επιτροπής ενημερώνεται σχετικά το αργότερο κατά την έναρξη της ψηφοφορίας.

Η προηγουμένη γνωστοποίηση που προβλέπει η παράγραφος 7 τελευταία περίοδος, πρέπει να γίνει πριν από το πέρας της συζήτησης ή πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας επί του σημείου ή επί των σημείων για τα οποία το τακτικό μέλος αναπληρώνεται.

Σύμφωνα με το παρόν άρθρο:

–   η ιδιότητα του τακτικού ή αναπληρωματικού μέλους επιτροπής αποκλειστικά από τη συμμετοχή σε συγκεκριμένη πολιτική ομάδα·

–   όταν ο αριθμός των τακτικών μελών που διαθέτει πολιτική ομάδα σε μία επιτροπή μεταβάλλεται, ο ανώτατος αριθμός των μονίμων αναπληρωματικών μελών που μπορεί να διορίσει στην επιτροπή αυτή μεταβάλλεται αναλόγως·

–   όταν μέλος αλλάζει πολιτική ομάδα, δεν μπορεί να διατηρήσει την ιδιότητα του τακτικού ή αναπληρωματικού μέλους επιτροπής που είχε ως μέλος της αρχικής του ομάδας·

–   σε καμία περίπτωση μέλος της επιτροπής δεν μπορεί να είναι αναπληρωτής συναδέλφου που ανήκει σε άλλη πολιτική ομάδα.

Άρθρο 200 - Αναπληρωτές : (Διαγράφεται)

Άρθρο 212 : Σύσταση και καθήκοντα των διακοινοβουλευτικών αντιπροσωπειών

1.   Μετά από πρόταση της Διάσκεψης των Προέδρων, το Κοινοβούλιο συνιστά μόνιμες διακοινοβουλευτικές αντιπροσωπείες και αποφασίζει για τη φύση τους και τον αριθμό των μελών τους, ανάλογα με τις αρμοδιότητές τους. Τα μέλη των αντιπροσωπειών ορίζονται από τις πολιτικές ομάδες και τους μη εγγεγραμμένους βουλευτές κατά την πρώτη ή τη δεύτερη περίοδο συνόδου μετά την επανεκλογή του Κοινοβουλίου για όλη τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου.

2.   Οι πολιτικές ομάδες διασφαλίζουν, κατά το δυνατόν, τη δίκαιη εκπροσώπηση των κρατών μελών, των πολιτικών τάσεων και των φύλων. Δεν επιτρέπεται ο αριθμός των μελών της αντιπροσωπείας που έχουν την ίδια ιθαγένεια να υπερβαίνει το ένα τρίτο των μελών αυτής. Εφαρμόζεται κατ' αναλογία το άρθρο 199.

3.   Η συγκρότηση σε σώμα των προεδρείων των αντιπροσωπειών πραγματοποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία που ισχύει για τις μόνιμες επιτροπές, σύμφωνα με το άρθρο 204.

4.   Οι γενικές αρμοδιότητες των διαφόρων αντιπροσωπειών καθορίζονται από το Κοινοβούλιο, το οποίο μπορεί οποτεδήποτε να αποφασίσει επέκταση ή περιορισμό αυτών των αρμοδιοτήτων.

5.   Οι εκτελεστικές διατάξεις που απαιτούνται για τον καθορισμό των δραστηριοτήτων των αντιπροσωπειών εγκρίνονται από τη Διάσκεψη των Προέδρων μετά από πρόταση της Διάσκεψης των Προέδρων των Αντιπροσωπειών.

6.   Ο πρόεδρος της αντιπροσωπείας ενημερώνει τακτικά την επιτροπή που είναι αρμόδια για τις εξωτερικές υποθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητες της αντιπροσωπείας.

7.   Εφόσον θέμα της ημερήσιας διάταξης  εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιότητας της αντιπροσωπείας, παρέχεται στον πρόεδρο της αντιπροσωπείας η δυνατότητα να ακουστεί από επιτροπή. Το ίδιο ισχύει για συνεδριάσεις των αντιπροσωπειών όσον αφορά τον πρόεδρο ή εισηγητή της επιτροπής αυτής.

(1)Βλέπε παράρτημα V.
(2)Απόφαση 95/167/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 1995, περί των λεπτομερών διατάξεων άσκησης του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΕ L 113 της 19.5.1995, σ. 1).
Τελευταία ενημέρωση: 22 Μαΐου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου