Προηγούμενο 
 Επόμενο 
Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
9η κοινοβουλευτική περίοδος - Ιούλιος 2019
EPUB 189kPDF 1339k
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΟΙΝΟ
ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ

ΤΙΤΛΟΣ VIII : ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 : ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ

Άρθρο 208 : Εξεταστικές επιτροπές

1.   Σύμφωνα με το άρθρο 226 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 2 της απόφασης 95/167/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (1), το Κοινοβούλιο, μετά από αίτημα του ενός τετάρτου των βουλευτών, μπορεί να συστήσει εξεταστική επιτροπή για να εξετάζει τις καταγγελίες παραβάσεων ή κακοδιοίκησης κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, οι οποίες καταλογίζονται σε όργανο ή υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή σε δημόσια διοίκηση ενός κράτους μέλους, ή σε πρόσωπα στα οποία το δίκαιο της Ένωσης αναθέτει την εντολή της εφαρμογής του.

Το αντικείμενο της έρευνας, όπως προσδιορίζεται από το ένα τέταρτο των βουλευτών του Κοινοβουλίου, καθώς και το χρονικό διάστημα που καθορίζεται στην παράγραφο 11, δεν επιδέχονται τροπολογίες.

2.   Η απόφαση για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής δημοσιεύεται εντός ενός μηνός από τη λήψη της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.   Η λειτουργία εξεταστικής επιτροπής διέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού οι οποίες εφαρμόζονται στις επιτροπές, πλην των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από το παρόν άρθρο και από την απόφαση 95/167/EΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ.

4.   Το αίτημα για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής πρέπει να προσδιορίζει το αντικείμενο της έρευνας και να περιλαμβάνει λεπτομερή αιτιολογική έκθεση που να την υποστηρίζει. Το Κοινοβούλιο, μετά από πρόταση της Διάσκεψης των Προέδρων, αποφασίζει σχετικά με τη σύσταση επιτροπής και, αν αποφασίσει τη σύστασή της, σχετικά με την αριθμητική σύνθεσή της.

5.   Οι εξεταστικές επιτροπές δεν έχουν το δικαίωμα να γνωμοδοτούν προς άλλες επιτροπές.

6.   Δικαίωμα ψήφου σε οποιοδήποτε στάδιο των εργασιών εξεταστικής επιτροπής έχουν μόνο τα τακτικά μέλη της ή, κατά την απουσία τους, οι αναπληρωτές τους.

7.   Η εξεταστική επιτροπή εκλέγει τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους της και ορίζει έναν ή περισσότερους εισηγητές. Εξάλλου, η επιτροπή μπορεί επίσης να αναθέσει αποστολές, ειδικά καθήκοντα ή αρμοδιότητες στα μέλη της, τα οποία στη συνέχεια της υποβάλλουν λεπτομερή έκθεση.

8.   Στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ δύο συνεδριάσεων, οι συντονιστές της επιτροπής ασκούν, σε περιπτώσεις κατεπείγοντος ή ανάγκης, τις εξουσίες της επιτροπής, με την προϋπόθεση ότι οι ενέργειές τους θα επικυρωθούν από την εν λόγω επιτροπή στην αμέσως επόμενη συνεδρίασή της.

9.   Όσον αφορά τη χρήση των γλωσσών, η εξεταστική επιτροπή εφαρμόζει το άρθρο 167. Ωστόσο, το προεδρείο της επιτροπής:

-   μπορεί να περιορίσει τη διερμηνεία στις επίσημες γλώσσες των εν λόγω μελών της επιτροπής που συμμετέχουν στις εργασίες, εάν το κρίνει απαραίτητο για λόγους εμπιστευτικότητας, και

-   αποφασίζει σχετικά με τη μετάφραση των εγγράφων που παραλαμβάνει κατά τρόπο ώστε η επιτροπή να μπορεί να διεξάγει τις εργασίες της με αποτελεσματικότητα και ταχύτητα, καθώς και με σεβασμό του απαιτούμενου απορρήτου και της εμπιστευτικότητας.

10.   Σε περιπτώσεις που εικαζόμενες παραβάσεις ή κακοδιοίκηση κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης υποδηλώνουν ότι πιθανόν να ευθύνεται φορέας ή αρχή κράτους μέλους, η εξεταστική επιτροπή δύναται να ζητήσει από το κοινοβούλιο του εν λόγω κράτους μέλους να συνεργαστεί στο πλαίσιο της έρευνας.

11.   Η εξεταστική επιτροπή περατώνει τις εργασίες της με την υποβολή στο Κοινοβούλιο έκθεσης σχετικά με τα πορίσματα των εργασιών της το αργότερο εντός δώδεκα μηνών από την συγκρότησή της σε σώμα. Το Κοινοβούλιο μπορεί να αποφασίσει να παρατείνει δύο φορές την προθεσμία αυτή για άλλους τρεις μήνες. Εφόσον ενδείκνυται, η έκθεση μπορεί να περιέχει θέσεις της μειοψηφίας, υπό τους όρους του άρθρου 55. Η έκθεση αυτή δημοσιεύεται.

Μετά από αίτημα της εξεταστικής επιτροπής, το Κοινοβούλιο διεξάγει συζήτηση επί της τελικής αυτής έκθεσης κατά την αμέσως επόμενη από την υποβολή της έκθεσης περίοδο συνόδου.

12.   Η επιτροπή αυτή μπορεί επίσης να υποβάλει στο Κοινοβούλιο σχέδιο σύστασης προοριζόμενο για θεσμικά ή άλλα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή για τα κράτη μέλη.

13.   Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου αναθέτει στην αρμόδια επιτροπή, σύμφωνα με το παράρτημα VI του Κανονισμού, να εξακριβώσει τη συνέχεια που δόθηκε στα πορίσματα της εξεταστικής επιτροπής και, ενδεχομένως, τη σύνταξη σχετικής έκθεσης. Ο Πρόεδρος λαμβάνει κάθε άλλο μέτρο που θεωρείται σκόπιμο προκειμένου να προωθηθεί η ουσιαστική εφαρμογή των πορισμάτων των ερευνών.

(1) Απόφαση 95/167/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 1995, περί των λεπτομερών διατάξεων άσκησης του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΕ L 113 της 19.5.1995, σ. 1).
Τελευταία ενημέρωση: 21 Ιουνίου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου