Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2014/0121(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0158/2015

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0158/2015

Συζήτηση :

PV 07/07/2015 - 10
CRE 07/07/2015 - 10
PV 13/03/2017 - 12
CRE 13/03/2017 - 12

Ψηφοφορία :

PV 08/07/2015 - 4.6
CRE 08/07/2015 - 4.6
Αιτιολογήσεις ψήφου
PV 14/03/2017 - 6.3

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2015)0257
P8_TA(2017)0067

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 664kWORD 241k
Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Ενθάρρυνση της μακροπρόθεσμης ενεργού συμμετοχής των μετόχων και δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης ***I
P8_TA(2015)0257A8-0158/2015
Κείμενο
 Ενοποιημένο κείμενο

Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Ιουλίου 2015 στην πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2007/36/ΕΚ όσον αφορά την ενθάρρυνση της μακροπρόθεσμης ενεργού συμμετοχής των μετόχων και της οδηγίας 2013/34/ΕΕ όσον αφορά ορισμένα στοιχεία της δήλωσης εταιρικής διακυβέρνησης (COM(2014)0213 – C7-0147/2014 – 2014/0121(COD))(1)
ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(2)
στην πρόταση της Επιτροπής

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

[Tροπολογία αριθ. 1 εκτός αν ορίζεται διαφορετικά]

(1) Το θέμα αναπέμφθηκε στην αρμόδια επιτροπή προς επανεξέταση, σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του Κανονισμού (Α8-0158/2015).
(2) Τροπολογίες: το νέο κείμενο και η αντικατάσταση κειμένου σημειώνονται με έντονους πλάγιους χαρακτήρες και η διαγραφή με το σύμβολο ▌.


ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2015/...
ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για την τροποποίηση της οδηγίας 2007/36/ΕΚ όσον αφορά την ενθάρρυνση της μακροπρόθεσμης ενεργού συμμετοχής των μετόχων, της οδηγίας 2013/34/ΕΕ όσον αφορά ορισμένα στοιχεία της δήλωσης εταιρικής διακυβέρνησης και της οδηγίας 2004/109/ΕΚ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 50 και 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(1),

Κατόπιν διαβούλευσης με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Η οδηγία 2007/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(2) καθορίζει προϋποθέσεις για την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων των μετόχων που κατέχουν δικαίωμα ψήφου σε γενικές συνελεύσεις εταιρειών που έχουν την καταστατική έδρα τους σε κράτος μέλος και οι μετοχές των οποίων έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, εγκατεστημένη ή λειτουργούσα σε κράτος μέλος.

(2)  Αν και δεν τους ανήκουν οι κεφαλαιουχικές εταιρείες, οι οποίες αποτελούν χωριστές νομικές οντότητες που δεν υπόκεινται πλήρως στον έλεγχό τους, οι μέτοχοι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διακυβέρνηση των εταιρειών αυτών. Η χρηματοοικονομική κρίση αποκάλυψε ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι μέτοχοι ήταν υπέρ της ανάληψης υπερβολικού βραχυπρόθεσμου κινδύνου από μέρους των διαχειριστών. Επίσης, ▌το υφιστάμενο επίπεδο «παρακολούθησης» και ενεργού συμμετοχής των θεσμικών επενδυτών και των διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων στις εταιρείες στις οποίες γίνονται οι επενδύσεις είναι συχνά ανεπαρκές και υπερβολικά επικεντρωμένο στις βραχυπρόθεσμες αποδόσεις, γεγονός που οδηγεί σε μη βέλτιστη εταιρική διακυβέρνηση και απόδοση των εισηγμένων εταιρειών.

(2α)  Η ενεργότερη συμμετοχή των μετόχων στην εταιρική διακυβέρνηση είναι ένας από τους μοχλούς που μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση της απόδοσης, χρηματοοικονομικής και μη, των εταιρειών αυτών. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα δικαιώματα των μετόχων δεν είναι ο μοναδικός μακροπρόθεσμος παράγοντας που πρέπει να συνεκτιμάται στο πλαίσιο της εταιρικής διακυβέρνησης, θα πρέπει να συνοδεύονται από πρόσθετα μέτρα για να εξασφαλιστεί η ενεργότερη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών, ιδίως των εργαζομένων, των τοπικών αρχών και της κοινωνίας των πολιτών.

(3)  Στο σχέδιο δράσης για το ευρωπαϊκό εταιρικό δίκαιο και την εταιρική διακυβέρνηση, η Επιτροπή ανακοίνωσε ορισμένες δράσεις στον τομέα της εταιρικής διακυβέρνησης, ιδίως για την ενθάρρυνση της μακροπρόθεσμης ενεργού συμμετοχής των μετόχων και τη βελτίωση της διαφάνειας μεταξύ των εταιρειών και των επενδυτών.

(4)  Για να διευκολυνθεί περαιτέρω η άσκηση των δικαιωμάτων των μετόχων και η ενεργός συμμετοχή των εισηγμένων εταιρειών και των μετόχων, οι εισηγμένες εταιρείες θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ταυτοποιούν τους μετόχους τους και να επικοινωνούν άμεσα μαζί τους. Επομένως, προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια και ο διάλογος, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει ένα πλαίσιο που θα εξασφαλίζει τη δυνατότητα εξακρίβωσης των στοιχείων των μετόχων. [Τροπολογία 29]

(5)  Η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων των μετόχων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αποτελεσματικότητα της αλυσίδας διαμεσολαβητών που διατηρούν λογαριασμούς αξιών εκ μέρους των μετόχων, ιδίως σε διασυνοριακές καταστάσεις. Στόχο της παρούσας οδηγίας αποτελεί η βελτίωση της διαβίβασης πληροφοριών από τους διαμεσολαβητές μέσω της αλυσίδας συμμετοχών για τη διευκόλυνση της άσκησης των δικαιωμάτων των μετόχων.

(6)  Δεδομένου του σημαντικού ρόλου των διαμεσολαβητών, αυτοί θα πρέπει να υποχρεούνται να διευκολύνουν την άσκηση των δικαιωμάτων των μετόχων ▌ όταν οι μέτοχοι επιθυμούν να ασκούν τα δικαιώματα αυτά αυτοπροσώπως ή επιθυμούν να διορίσουν κάποιον τρίτο για τον σκοπό αυτόν. Όταν οι μέτοχοι δεν επιθυμούν να ασκούν τα δικαιώματα οι ίδιοι και έχουν διορίσει τον διαμεσολαβητή για τον σκοπό αυτόν, ο διαμεσολαβητής θα πρέπει να υποχρεούται να ασκεί τα δικαιώματα αυτά κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης και σύμφωνα με τις ρητές οδηγίες των μετόχων και προς όφελός τους.

(7)  Για την προώθηση των επενδύσεων σε μετοχές σε όλη την Ένωση και την άσκηση των δικαιωμάτων που συνδέονται με μετοχές, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να θεσπίσει ένα υψηλό επίπεδο διαφάνειας όσον αφορά το κόστος των υπηρεσιών που παρέχουν οι διαμεσολαβητές. Προκειμένου να αποτρέπονται διακρίσεις σχετικά με τις τιμές κατά τη διασυνοριακή κατοχή μετοχών, σε σύγκριση με την αμιγώς εγχώρια κατοχή μετοχών, τυχόν διαφορές ως προς το επιβαλλόμενο κόστος μεταξύ της εγχώριας και της διασυνοριακής άσκησης δικαιωμάτων θα πρέπει να δικαιολογούνται δεόντως και να αντικατοπτρίζουν τη διαφορά όσον αφορά την πραγματική δαπάνη για την προσφορά των υπηρεσιών που παρέχουν οι διαμεσολαβητές. Οι διαμεσολαβητές από τρίτες χώρες που έχουν ιδρύσει υποκατάστημα στην Ένωση θα πρέπει να υπόκεινται σε κανόνες σχετικά με την εξακρίβωση των στοιχείων των μετόχων, τη διαβίβαση πληροφοριών, τη διευκόλυνση της άσκησης των δικαιωμάτων των μετόχων και τη διαφάνεια όσον αφορά το κόστος, ώστε να εξασφαλίζεται αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τις μετοχές που κατέχονται μέσω των εν λόγω διαμεσολαβητών.

(8)  Η αποτελεσματική και διατηρήσιμη ενεργός συμμετοχή των μετόχων αποτελεί σημαντικό στοιχείο του μοντέλου εταιρικής διακυβέρνησης των εισηγμένων εταιρειών, το οποίο εξαρτάται από ελέγχους και ισορροπίες μεταξύ των διαφόρων οργάνων και των διαφόρων ενδιαφερόμενων μερών. Η κατάλληλη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών, ιδίως των εργαζόμενων, θα πρέπει να θεωρείται στοιχείο ύψιστης σημασίας για την ανάπτυξη ενός ισόρροπου ευρωπαϊκού πλαισίου εταιρικής διακυβέρνησης.

(9)  Οι θεσμικοί επενδυτές και οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων είναι συχνά σημαντικοί μέτοχοι εισηγμένων εταιρειών στην Ένωση και, επομένως, μπορούν να διαδραματίσουν σημαίνοντα ρόλο στην εταιρική διακυβέρνηση των εταιρειών αυτών, αλλά και γενικότερα σε σχέση με τη στρατηγική και τη μακροπρόθεσμη απόδοση των εταιρειών αυτών. Ωστόσο, η πείρα των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι οι θεσμικοί επενδυτές και οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων συχνά δεν συμμετέχουν κατά τον δέοντα τρόπο στις εταιρείες στις οποίες κατέχουν μετοχές και ▌ ότι οι κεφαλαιαγορές συχνά ασκούν ισχυρές πιέσεις στις εταιρείες για βραχυπρόθεσμη απόδοση, γεγονός που διακυβεύει τη μακροπρόθεσμη χρηματοοικονομική και μη χρηματοοικονομική απόδοση των εταιρειών και οδηγεί, μεταξύ πλείστων άλλων αρνητικών συνεπειών, σε κατώτερο του βέλτιστου επίπεδο επενδύσεων, παραδείγματος χάριν στην έρευνα και την ανάπτυξη, εις βάρος της μακροπρόθεσμης απόδοσης ▌ των εταιρειών ▌.

(10)  Οι θεσμικοί επενδυτές και οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων δεν χαρακτηρίζονται συχνά από διαφάνεια όσον αφορά τις επενδυτικές στρατηγικές και την πολιτική τους για την ενεργό συμμετοχή, την εφαρμογή και τα αποτελέσματά τους. Η δημόσια γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών θα είχε θετικό αντίκτυπο στην ευαισθητοποίηση των επενδυτών, θα επέτρεπε τη βελτιστοποίηση των επενδυτικών αποφάσεων που λαμβάνουν οι τελικοί δικαιούχοι, όπως οι μελλοντικοί συνταξιούχοι, θα διευκόλυνε τον διάλογο μεταξύ των εταιρειών και των μετόχων τους, θα ενδυνάμωνε την ενεργό συμμετοχή των μετόχων και θα ενίσχυε τη λογοδοσία των εταιρειών έναντι των ενδιαφερόμενων μερών και της κοινωνίας των πολιτών.

(11)  Επομένως, οι θεσμικοί επενδυτές και οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει να αναπτύξουν μια πολιτική για την ενεργό συμμετοχή των μετόχων, η οποία να προσδιορίζει, μεταξύ άλλων, πώς ενσωματώνεται η ενεργός συμμετοχή των μετόχων στην επενδυτική στρατηγική τους, πώς παρακολουθούνται οι εταιρείες στις οποίες γίνονται επενδύσεις, περιλαμβανομένων των περιβαλλοντικών και κοινωνικών τους κινδύνων, πώς διεξάγεται διάλογος με τις εταιρείες στις οποίες γίνονται επενδύσεις και με τα ενδιαφερόμενα μέρη τους, και πώς ασκούνται τα δικαιώματα ψήφου. Η εν λόγω πολιτική ενεργού συμμετοχής θα πρέπει να περιλαμβάνει πολιτικές για τη διαχείριση υφιστάμενων ή ενδεχόμενων περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων, όπως την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών από τον θεσμικό επενδυτή ή τον διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων, ή εταιρείες συνδεδεμένες με αυτούς, στην εταιρεία στην οποία γίνονται επενδύσεις. Η πολιτική αυτή, η εφαρμογή της και τα αποτελέσματά της θα πρέπει να γνωστοποιούνται δημοσίως και να αποστέλλονται στους πελάτες των θεσμικών επενδυτών σε ετήσια βάση. Στην περίπτωση που οι θεσμικοί επενδυτές ή οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων αποφασίζουν να μην αναπτύξουν πολιτική για την ενεργό συμμετοχή και/ή αποφασίζουν να μη γνωστοποιήσουν την εφαρμογή και τα αποτελέσματά της, θα πρέπει να επεξηγούν σαφώς και αιτιολογημένα την επιλογή τους.

(12)  Οι θεσμικοί επενδυτές θα πρέπει να γνωστοποιούν ετησίως στο κοινό τον τρόπο με τον οποίο η στρατηγική επενδύσεων ▌ την οποία εφαρμόζουν ευθυγραμμίζεται με το προφίλ και τη διάρκεια των υποχρεώσεών τους, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο συμβάλλει στη μεσομακροπρόθεσμη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων τους. Όταν χρησιμοποιούν διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, είτε μέσω εντολών που παρέχουν διακριτική ευχέρεια διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε μεμονωμένη βάση είτε μέσω συγκεντρωμένων κεφαλαίων, θα πρέπει να γνωστοποιούν στο κοινό τα κύρια στοιχεία της συμφωνίας με τον διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων όσον αφορά διάφορα ζητήματα, όπως αν η συμφωνία παρέχει κίνητρα στον διαχειριστή των περιουσιακών στοιχείων να ευθυγραμμίζει την επενδυτική στρατηγική και τις αποφάσεις του με το προφίλ και τη διάρκεια των υποχρεώσεων του θεσμικού επενδυτή, αν παρέχει κίνητρα στον διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων να λαμβάνει επενδυτικές αποφάσεις βάσει της μεσομακροπρόθεσμης απόδοσης της εταιρείας και να συμμετέχει σε εταιρείες, τον τρόπο με τον οποίο αξιολογεί την απόδοση των διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων, τη διάρθρωση του αντιτίμου για τις υπηρεσίες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και τον στόχο όσον αφορά την απόδοση του χαρτοφυλακίου. Η γνωστοποίηση αυτή θα συμβάλει στη σωστή ευθυγράμμιση των συμφερόντων των τελικών δικαιούχων των θεσμικών επενδυτών, των διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων και των εταιρειών στις οποίες γίνονται επενδύσεις και, ενδεχομένως, στην ανάπτυξη περισσότερο μακροπρόθεσμων επενδυτικών στρατηγικών και περισσότερο μακροπρόθεσμων σχέσεων με τις εταιρείες στις οποίες γίνονται επενδύσεις, στις οποίες θα περιλαμβάνεται η ενεργός συμμετοχή των μετόχων.

(13)  Θα πρέπει να απαιτείται να κοινοποιούν οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων ▌τον τρόπο με τον οποίο η επενδυτική στρατηγική τους και η εφαρμογή της συνάδουν με τη συμφωνία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και τον τρόπο με τον οποίο η επενδυτική στρατηγική και οι αποφάσεις συμβάλλουν στη μεσομακροπρόθεσμη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του θεσμικού επενδυτή. Επίσης, θα πρέπει να κοινοποιούν τη συχνότητα εναλλαγής του χαρτοφυλακίου, αν λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις βάσει της κρίσης τους για τη μεσομακροπρόθεσμη απόδοση της εταιρείας στην οποία γίνονται επενδύσεις ▌ και αν ο διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων χρησιμοποιεί πληρεξούσιους συμβούλους για τις δραστηριότητες ενεργού συμμετοχής του. Περαιτέρω πληροφορίες θα πρέπει να γνωστοποιούνται από τους διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων απευθείας στους θεσμικούς επενδυτές, περιλαμβανομένων πληροφοριών για τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου, για τα έξοδα σχετικά με τη συχνότητα εναλλαγής του χαρτοφυλακίου, για τις συγκρούσεις συμφερόντων που έχουν προκύψει και για τον τρόπο με τον οποίο έχουν αντιμετωπιστεί. Οι πληροφορίες αυτές δίνουν στον θεσμικό επενδυτή τη δυνατότητα να παρακολουθεί καλύτερα τον διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων, παρέχουν κίνητρα για τη σωστή ευθυγράμμιση των συμφερόντων και την ενεργό συμμετοχή των μετόχων.

(14)  Για να βελτιωθεί η πληροφόρηση στην αλυσίδα επενδύσεων σε μετοχές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι πληρεξούσιοι σύμβουλοι εγκρίνουν και εφαρμόζουν επαρκή μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι οι σχετικές με την ψήφο συστάσεις τους είναι ακριβείς και αξιόπιστες, βάσει ενδελεχούς ανάλυσης του συνόλου των πληροφοριών που έχουν στη διάθεσή τους, και δεν επηρεάζονται από οποιαδήποτε υφιστάμενη ή ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων ή επιχειρηματική σχέση. Οι πληρεξούσιοι σύμβουλοι θα πρέπει να εγκρίνουν και να εφαρμόζουν έναν κώδικα δεοντολογίας. Οι παρεκκλίσεις από τον κώδικα θα πρέπει να δηλώνονται και να επεξηγούνται, μαζί με τις τυχόν εναλλακτικές λύσεις που έχουν υιοθετηθεί. Οι πληρεξούσιοι σύμβουλοι θα πρέπει να υποβάλλουν έκθεση σε ετήσια βάση σχετικά με την εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας τους. Θα πρέπει να γνωστοποιούν ορισμένες βασικές πληροφορίες σχετικά με τη διαμόρφωση των σχετικών με τις ψήφους συστάσεών τους και σχετικά με οποιαδήποτε πραγματική ή ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων ή επιχειρηματική σχέση που δύναται να επηρεάσει τη διαμόρφωση των σχετικών με τις ψήφους συστάσεών τους.

(15)  Δεδομένου ότι οι αποδοχές είναι ένα από τα βασικά μέσα με τα οποία οι εταιρείες ευθυγραμμίζουν τα συμφέροντά τους με τα συμφέροντα των διοικητικών στελεχών τους και λόγω του κρίσιμου ρόλου των διοικητικών στελεχών στις εταιρείες, είναι σημαντικό να καθορίζεται καταλλήλως η πολιτική αποδοχών των εταιρειών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(3) και λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές δομές των διοικητικών συμβουλίων τις οποίες εφαρμόζουν οι εταιρείες στα διαφορετικά κράτη μέλη. Η απόδοση των διοικητικών στελεχών θα πρέπει να αξιολογείται με κριτήρια τόσο χρηματοοικονομικής όσο και με μη χρηματοοικονομικής απόδοσης, περιλαμβανομένων περιβαλλοντικών και κοινωνικών παραγόντων καθώς και παραγόντων που σχετίζονται με την εταιρική διακυβέρνηση.

(15α)  Η πολιτική αποδοχών των διοικητικών στελεχών μιας εταιρείας θα πρέπει να συμβάλλει και στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της εταιρείας, προκειμένου να ανταποκρίνεται σε μια πιο αποτελεσματική πρακτική εταιρικής διακυβέρνησης και να μη συνδέεται εξ ολοκλήρου ή σε μεγάλο ποσοστό με βραχυπρόθεσμους επενδυτικούς στόχους.

(16)  Για να εξασφαλιστεί ότι οι μέτοχοι έχουν ουσιαστικό λόγο επί της πολιτικής αποδοχών, θα πρέπει να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου επί της πολιτικής αποδοχών, βάσει σαφούς, κατανοητής και ολοκληρωμένης επισκόπησης της πολιτικής αποδοχών της εταιρείας, η οποία θα πρέπει να είναι ευθυγραμμισμένη με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της εταιρείας και θα πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα αποφυγής περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων. Οι εταιρείες θα πρέπει να καταβάλλουν αποδοχές στα διοικητικά στελέχη τους μόνο σύμφωνα με μια πολιτική αποδοχών που έχει υπερψηφιστεί από τους μετόχους. Η πολιτική αποδοχών που έχει υπερψηφιστεί θα πρέπει να γνωστοποιείται δημοσίως χωρίς καθυστέρηση. [Τροπολογία 30]

(17)  Για να εξασφαλιστεί ότι η εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών συνάδει με την εγκεκριμένη πολιτική, οι μέτοχοι θα πρέπει να αποκτήσουν δικαίωμα συμβουλευτικής ψήφου επί της έκθεσης αποδοχών της εταιρείας. Για να εξασφαλιστεί η λογοδοσία των διοικητικών στελεχών, η έκθεση αποδοχών θα πρέπει να είναι σαφής και κατανοητή και να παρουσιάζει ολοκληρωμένη επισκόπηση των αποδοχών των επιμέρους διοικητικών στελεχών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Εάν οι μέτοχοι καταψηφίσουν την έκθεση αποδοχών, η εταιρεία θα πρέπει, εάν είναι απαραίτητο, να ξεκινήσει διάλογο με τους μετόχους προκειμένου να διαπιστώσει τους λόγους της απόρριψης. Η εταιρεία θα πρέπει να επεξηγήσει στην επόμενη έκθεση αποδοχών το πώς ελήφθη υπόψη η ψήφος των μετόχων. [Τροπολογία 31]

(17α)  Η αυξημένη διαφάνεια όσον αφορά τις δραστηριότητες των μεγάλων εταιρειών, ιδίως όσον αφορά τα κτηθέντα κέρδη, τους καταβληθέντες φόρους επί των κερδών και τις εισπραχθείσες ενισχύσεις, έχουν ουσιαστική σημασία για την εξασφάλιση της εμπιστοσύνης και την προώθηση της ενεργού συμμετοχής των μετόχων και των άλλων πολιτών της Ένωσης στις επιχειρήσεις. Η υποχρεωτική λογοδοσία σε αυτόν τον τομέα μπορεί να θεωρηθεί ως εκ τούτου σημαντικό στοιχείο της ευθύνης που υπέχουν οι εταιρείες έναντι των μετόχων και της κοινωνίας.

(18)  Για να έχουν τα ενδιαφερόμενα μέρη, οι μέτοχοι και η κοινωνία των πολιτών εύκολη πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες εταιρικής διακυβέρνησης, η έκθεση αποδοχών θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης, που θα πρέπει να δημοσιεύουν οι εισηγμένες εταιρείες σύμφωνα με το άρθρο 20 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013(4).

(18α)  Θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των διαδικασιών για τον καθορισμό των αποδοχών των διοικητικών στελεχών και του συστήματος διαμόρφωσης των μισθών των εργαζομένων. Συνεπώς, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που αφορούν τις αποδοχές δεν θίγουν την απρόσκοπτη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που εγγυάται το άρθρο 153 παράγραφος 5 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), τις γενικές αρχές του εθνικού δικαίου των συμβάσεων και της εθνικής εργατικής νομοθεσίας, καθώς και, ενδεχομένως, το δικαίωμα των κοινωνικών εταίρων να συνάπτουν και να επιβάλλουν συλλογικές συμβάσεις, σύμφωνα με τις εθνικές τους νομοθετικές διατάξεις και πρακτικές.

(18β)  Οι ρυθμίσεις περί αποδοχών δεν θα πρέπει επίσης να θίγουν τις διατάξεις σχετικά με την εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο που ενδεχομένως προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο.

(19)  Οι συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη είναι δυνατόν να ζημιώνουν τις εταιρείες ▌, καθώς ενδέχεται να παρέχουν στο συνδεδεμένο μέρος την ευκαιρία να ιδιοποιηθεί αξία που ανήκει στην εταιρεία. Επομένως, είναι σημαντικό να υπάρχουν επαρκείς δικλείδες ασφαλείας για την προστασία των συμφερόντων των εταιρειών. Για τον λόγο αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι σημαντικές συναλλαγές συνδεδεμένων μερών έχουν εγκριθεί από τους μετόχους ή από το διοικητικό ή το εποπτικό όργανο των εταιρειών, σύμφωνα με διαδικασίες που δεν επιτρέπουν στα συνδεδεμένα μέρη να εκμεταλλεύονται τη θέση τους, και εξασφαλίζουν τη δέουσα προστασία των συμφερόντων των εταιρειών και των μετόχων που δεν είναι συνδεδεμένα μέρη, περιλαμβανομένων των μετόχων της μειοψηφίας. Στην περίπτωση σημαντικών συναλλαγών συνδεδεμένων μερών ▌, οι εταιρείες θα πρέπει να ανακοινώνουν τις συναλλαγές αυτές το αργότερο κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης της συναλλαγής τους και να συνοδεύουν την ανακοίνωση από έκθεση που αξιολογεί κατά πόσο η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε υπό τους όρους της αγοράς και επιβεβαιώνει ότι είναι δίκαιη και εύλογη από την οπτική της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων της μειοψηφίας. Θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να εξαιρούν τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ της εταιρείας και κοινοπραξιών και ενός ή περισσότερων μελών του ομίλου της, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέλη του ομίλου ή των κοινοπραξιών ανήκουν εξ ολοκλήρου στην εταιρεία ή ότι κανένα άλλο συνδεδεμένο μέρος της εταιρείας δεν έχει συμφέρον στα μέλη του ομίλου ή στις κοινοπραξίες, και τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητας και συνάπτονται υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς.

(20)  Υπό το πρίσμα της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995(5), είναι αναγκαίο να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ της διευκόλυνσης της άσκησης των δικαιωμάτων των μετόχων και του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Οι πληροφορίες εξακρίβωσης των στοιχείων των μετόχων θα πρέπει να περιορίζονται στο όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας των αντίστοιχων μετόχων, περιλαμβανομένων της πλήρους διεύθυνσης, του τηλεφώνου και, ενδεχομένως, της ηλεκτρονικής διεύθυνσης, καθώς και του αριθμού μετοχών που κατέχουν και των δικαιωμάτων ψήφου που διαθέτουν. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να είναι ακριβείς και ενημερωμένες, ενώ οι διαμεσολαβητές και οι εταιρείες θα πρέπει να επιτρέπουν τη διόρθωση ή τη διαγραφή όλων των λανθασμένων ή ελλιπών στοιχείων. Αυτές οι πληροφορίες εξακρίβωσης των στοιχείων των μετόχων δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς, πέραν της διευκόλυνσης της άσκησης των δικαιωμάτων των μετόχων, της ενεργού συμμετοχής των μετόχων και του διαλόγου μεταξύ της εταιρείας και των μετόχων.

(21)  Για να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή των άρθρων σχετικά με την εξακρίβωση των στοιχείων των μετόχων, τη διαβίβαση πληροφοριών, τη διευκόλυνση της άσκησης των δικαιωμάτων των μετόχων και σχετικά με τις εκθέσεις αποδοχών, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον καθορισμό των συγκεκριμένων απαιτήσεων σχετικά με τη διαβίβαση πληροφοριών για τα στοιχεία ταυτότητας των μετόχων, τη διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ της εταιρείας και των μετόχων και τη διευκόλυνση από τον διαμεσολαβητή της άσκησης των δικαιωμάτων των μετόχων και την τυποποιημένη παρουσίαση της έκθεσης αποδοχών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή τις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη κατ ' εξουσιοδότηση πράξεων, θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατά τον δέοντα τρόπο διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(22)  Για να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία ή τα μέτρα εφαρμογής της οδηγίας αυτής εφαρμόζονται στην πράξη, οποιαδήποτε παραβίαση των απαιτήσεων αυτών θα πρέπει να συνεπάγεται κυρώσεις. Για τον σκοπό αυτόν, οι ποινές θα πρέπει να είναι επαρκώς αποτρεπτικές και αναλογικές.

(23)  Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, λόγω του διεθνούς χαρακτήρα της ενωσιακής αγοράς μετοχών, και η ανάληψη δράσης μεμονωμένα από τα κράτη μέλη είναι πιθανόν να οδηγήσει σε διαφορετικές δέσμες κανόνων, που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ή να δημιουργήσουν νέα εμπόδια στη λειτουργία της, ενώ οι στόχοι είναι πιθανότερο, λόγω της κλίμακας και των επιπτώσεών τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(24)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα(6), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύουν, στις περιπτώσεις όπου αιτιολογείται, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2007/36/ΕΚ

Η οδηγία 2007/36/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1)  Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)  Στην παράγραφο 1, προστίθεται η ακόλουθη περίοδος:"

«Καθορίζει επίσης συγκεκριμένες απαιτήσεις προκειμένου να διευκολυνθεί η μακροπρόθεσμη ενεργός συμμετοχή των μετόχων, μεταξύ των οποίων η ταυτοποίηση των μετόχων, η διαβίβαση πληροφοριών και η διευκόλυνση της άσκησης των δικαιωμάτων των μετόχων. Επιπλέον, εξασφαλίζει διαφάνεια όσον αφορά τις πολιτικές ενεργού συμμετοχής των θεσμικών επενδυτών και των διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων και τις δραστηριότητες των πληρεξουσίων συμβούλων και καθορίζει ορισμένες απαιτήσεις σχετικά με τις αποδοχές των διοικητικών στελεχών και τις συναλλαγές με συνδεδεμένο μέρος.»·

"

αα)  Μετά την παράγραφο 3, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:"

«3α. Οι οργανισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 3 δεν εξαιρούνται σε καμία περίπτωση από τις διατάξεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο Iβ.»·

"

β)  Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος, μετά την παράγραφο 3α:"

«3β. Το κεφάλαιο Ιβ εφαρμόζεται σε θεσμικούς επενδυτές και διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων στον βαθμό που επενδύουν, άμεσα ή μέσω ενός οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, εκ μέρους θεσμικών επενδυτών, εφόσον επενδύουν σε μετοχές. Εφαρμόζεται επίσης και στους πληρεξούσιους συμβούλους.»·

"

βα)  Μετά την παράγραφο 3β, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: "

«3γ. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων που προβλέπονται στην τομεακή νομοθεσία της ΕΕ για τη ρύθμιση συγκεκριμένων κατηγοριών εισηγμένων εταιρειών ή οντοτήτων. Οι διατάξεις της τομεακής νομοθεσίας της ΕΕ υπερισχύουν των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, εάν οι απαιτήσεις που προβλέπει η παρούσα οδηγία αντιτίθενται στις απαιτήσεις που ορίζει η τομεακή νομοθεσία της ΕΕ. Εάν η παρούσα οδηγία θεσπίζει πιο εξειδικευμένους κανόνες ή προσθέτει απαιτήσεις σε σύγκριση με τις διατάξεις της τομεακής νομοθεσίας της ΕΕ, οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.».

"

2)  Στο άρθρο 2, προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία δ) έως ιαγ):"

«δ) «διαμεσολαβητής»: νομικό πρόσωπο που έχει την καταστατική του έδρα, την κεντρική του διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή του εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διατηρεί λογαριασμούς αξιών για πελάτες·

   δα) «μεγάλη εταιρεία»: εταιρεία η οποία πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·
   δβ) «μεγάλος όμιλος»: όμιλος ο οποίος πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·
   ε) «διαμεσολαβητής τρίτης χώρας»: νομικό πρόσωπο που έχει την καταστατική του έδρα, την κεντρική του διοίκηση ή την κύρια εγκατάστασή του εκτός της Ένωσης και διατηρεί λογαριασμούς αξιών για πελάτες·
   στ) «θεσμικός επενδυτής»: επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον τομέα της ασφάλισης ζωής, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 3 στοιχεία α), β) και γ) καθώς και στον τομέα της αντασφάλισης για την κάλυψη υποχρεώσεων ασφάλισης ζωής και δεν εξαιρείται σύμφωνα με τα άρθρα 3, 4, 9, 10, 11 ή 12 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(7), και ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(8), σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, εκτός εάν ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει να μην εφαρμόσει τη συγκεκριμένη οδηγία πλήρως ή εν μέρει στο συγκεκριμένο ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας·
   ζ) «διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων»: επιχείρηση επενδύσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9), που παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου σε θεσμικούς επενδυτές, ΔΟΕΕ (διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων), όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(10), που δεν πληροί τις προϋποθέσεις εξαίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, ή εταιρεία διαχείρισης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(11)· ή εταιρεία επενδύσεων εγκεκριμένη σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ, εφόσον δεν έχει ορίσει εταιρεία διαχείρισης εγκεκριμένη σύμφωνα με την οδηγία αυτή για τη διαχείρισή της·
   η) «ενεργός συμμετοχή των μετόχων»: η παρακολούθηση, από έναν μέτοχο μεμονωμένα ή από κοινού με άλλους μετόχους, των εταιρειών, σε σημαντικά ζητήματα στα οποία περιλαμβάνονται η στρατηγική, η χρηματοοικονομική και μη χρηματοοικονομική απόδοση, ο κίνδυνος, η διάρθρωση κεφαλαίου, οι ανθρώπινοι πόροι, ο κοινωνικός και περιβαλλοντικός αντίκτυπος και η εταιρική διακυβέρνηση, διατηρώντας διάλογο με τις εταιρείες και τα ενδιαφερόμενα μέρη τους για τα ζητήματα αυτά και ασκώντας τα εκλογικά και λοιπά δικαιώματά τους που συνδέονται με τις μετοχές·
   θ) «πληρεξούσιος σύμβουλος»: νομικό πρόσωπο που παρέχει σε επαγγελματική βάση συστάσεις σε μετόχους για την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου τους·
   ι) «διοικητικό στέλεχος»:
   οποιοδήποτε μέλος των διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων μιας εταιρείας·
   ο διευθύνων σύμβουλος και οι αναπληρωτές διευθύνοντες σύμβουλοι, όταν δεν είναι μέλη των διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων·
   ια) «συνδεδεμένο μέρος»: έχει την έννοια που του αποδίδεται στα διεθνή λογιστικά πρότυπα που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12)·
   ιαα) «στοιχεία ενεργητικού»: η συνολική αξία του ενεργητικού που εμφαίνεται στον ενοποιημένο ισολογισμό της εταιρείας, ο οποίος έχει καταρτιστεί σύμφωνα με διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής αναφοράς·
   ιαβ) «ενδιαφερόμενο μέρος»: κάθε άτομο, ομάδα, οργάνωση ή τοπική κοινότητα που επηρεάζεται ή έχει κάποιο άλλο συμφέρον από τη λειτουργία και την απόδοση μιας εταιρείας·
   ιαγ) «πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα του μετόχου»: οποιεσδήποτε πληροφορίες επιτρέπουν τον προσδιορισμό της ταυτότητας ενός μετόχου, περιλαμβανομένων τουλάχιστον:
   του ονόματος των μετόχων και των στοιχείων επικοινωνίας τους (στα οποία περιλαμβάνονται η πλήρης ταχυδρομική διεύθυνση, ο αριθμός τηλεφώνου και η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου) και, εφόσον πρόκειται για νομικά πρόσωπα, του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού τους ή, εάν δεν είναι διαθέσιμος, άλλων στοιχείων ταυτότητας·
   του αριθμού των μετοχών που τους ανήκουν και των δικαιωμάτων ψήφου που αντιστοιχούν σε αυτές τις μετοχές.».

"

2α)  Στο άρθρο 2, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:"

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να περιλάβουν στον ορισμό του διοικητικού στελέχους που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο ιβ) άλλα άτομα που καλύπτουν παρόμοιες θέσεις.».

"

2β)  Μετά το άρθρο 2, παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:"

«Άρθρο 2α

Προστασία των δεδομένων

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της παρούσας οδηγίας να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις που μεταφέρουν την οδηγία 95/46/ΕΚ.».

"

3)  Μετά το άρθρο 3, παρεμβάλλονται τα ακόλουθα κεφάλαια Ια και Ιβ:"

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ

ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ, ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ

Άρθρο 3α

Εξακρίβωση των στοιχείων των μετόχων

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εταιρείες έχουν το δικαίωμα να εξακριβώνουν τα στοιχεία των μετόχων τους, λαμβάνοντας υπόψη τα υφιστάμενα εθνικά συστήματα.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατόπιν αιτήματος της εταιρείας, ο διαμεσολαβητής γνωστοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, στην εταιρεία τις πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία ταυτότητας του μετόχου. Στην περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι του ενός διαμεσολαβητές σε μια αλυσίδα συμμετοχών, το αίτημα της εταιρείας διαβιβάζεται μεταξύ των διαμεσολαβητών χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. Ο διαμεσολαβητής που διαθέτει τις πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία ταυτότητας του μετόχου, τις διαβιβάζει απευθείας στην εταιρεία.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων (ΚΑΤ) είναι οι αρμόδιοι διαμεσολαβητές για τη συγκέντρωση των πληροφοριών σχετικά με τα στοιχεία ταυτότητας του μετόχου και τη διαβίβασή τους απευθείας στην εταιρεία.

3.  Οι μέτοχοι ενημερώνονται δεόντως από τον διαμεσολαβητή ότι οι πληροφορίες που αφορούν τα στοιχεία ταυτότητάς τους ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και, κατά περίπτωση, ότι οι πληροφορίες αυτές πράγματι διαβιβάστηκαν στην εταιρεία. Οι πληροφορίες αυτές δύνανται να χρησιμοποιηθούν μόνο για σκοπούς διευκόλυνσης της άσκησης των δικαιωμάτων του μετόχου, της ενεργού συμμετοχής και του διαλόγου μεταξύ της εταιρείας και του μετόχου σχετικά με ζητήματα που αφορούν την εταιρεία. Σε κάθε περίπτωση, επιτρέπεται στις εταιρείες να διαθέτουν σε τρίτα μέρη μια επισκόπηση της μετοχικής σύνθεσης της εταιρείας μέσω της κοινοποίησης των διαφόρων κατηγοριών μετόχων. Η εταιρεία και ο διαμεσολαβητής εξασφαλίζουν ότι τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα μπορούν να διορθώσουν ή να διαγράψουν τυχόν ελλιπή ή ανακριβή στοιχεία. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εταιρείες και οι διαμεσολαβητές δεν αποθηκεύουν τις πληροφορίες που τους διαβιβάστηκαν σχετικά με τα στοιχεία ταυτότητας του μετόχου, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, παρά μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο και το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες από τη στιγμή που η εταιρεία ή ο διαμεσολαβητής πληροφορείται ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει παύσει να είναι μέτοχος.

4.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο διαμεσολαβητής που αναφέρει στην εταιρεία τις πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία ταυτότητας του μετόχου, σύμφωνα με την παράγραφο 2, δεν θεωρείται ότι παραβιάζει οποιονδήποτε περιορισμό που αφορά τη γνωστοποίηση πληροφοριών, ο οποίος επιβάλλεται βάσει σύμβασης ή από οποιαδήποτε νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη.

5.  Για να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδώσει πράξεις κατ' εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 14α, που θα προσδιορίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις διαβίβασης των πληροφοριών που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 όσον αφορά τον μορφότυπο των προς διαβίβαση πληροφοριών, τον μορφότυπο του αιτήματος, συμπεριλαμβανομένων των προς χρήση ασφαλών μορφοτύπων, καθώς και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούνται. [Τροπολογία 24]

Άρθρο 3β

Διαβίβαση πληροφοριών

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, εάν μια εταιρεία δεν επικοινωνεί απευθείας με τους μετόχους της, οι πληροφορίες σχετικά με τις μετοχές τους διατίθενται μέσω του δικτυακού τόπου της εταιρείας και διαβιβάζονται σε αυτούς ή, σύμφωνα με τις οδηγίες των μετόχων, σε τρίτους, από τον διαμεσολαβητή, χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

   α) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την άσκηση ενός δικαιώματος του μετόχου που απορρέει από τις μετοχές του·
   β) οι πληροφορίες απευθύνονται σε όλους τους μετόχους της συγκεκριμένης κατηγορίας.

2.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις εταιρείες να παρέχουν και να υποβάλλουν στον διαμεσολαβητή τις πληροφορίες σχετικά με την άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από μετοχές, σύμφωνα με την παράγραφο 1, σε τυποποιημένη μορφή και εγκαίρως.

3.  Τα κράτη μέλη υποχρεώνουν τον διαμεσολαβητή να διαβιβάζει στην εταιρεία, σύμφωνα με τις οδηγίες που έχει λάβει από τους μετόχους, χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, τις πληροφορίες που λαμβάνει από τους μετόχους σχετικά με την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις μετοχές τους.

4.  Στην περίπτωση που υφίστανται περισσότεροι του ενός διαμεσολαβητές σε μια αλυσίδα συμμετοχών, οι αναφερόμενες στις παραγράφους 1 και 3 πληροφορίες διαβιβάζονται μεταξύ των διαμεσολαβητών χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.

5.  Για να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδώσει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 14α, που θα προσδιορίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις διαβίβασης πληροφοριών που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 4, ▌ σχετικά με το προς διαβίβαση περιεχόμενο, τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούνται και τον τύπο και τον μορφότυπο των προς διαβίβαση πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των προς χρήση ασφαλών μορφοτύπων.

Άρθρο 3γ

Διευκόλυνση της άσκησης των δικαιωμάτων των μετόχων

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαμεσολαβητές διευκολύνουν τον μέτοχο κατά την άσκηση των δικαιωμάτων ▌ μετόχου, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος συμμετοχής και ψήφου στις γενικές συνελεύσεις. Η διευκόλυνση αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

   α) ο διαμεσολαβητής προβαίνει στις αναγκαίες ρυθμίσεις ώστε ο μέτοχος ή τρίτο πρόσωπο διορισμένο από τον μέτοχο να μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα αυτοπροσώπως·
   β) ο διαμεσολαβητής ασκεί τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μετοχές, κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης και σύμφωνα με τις εντολές του μετόχου και προς όφελός του.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εταιρείες δημοσιοποιούν, μέσω του δικτυακού τους τόπου, τα πρακτικά των γενικών συνελεύσεων και τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εταιρείες επιβεβαιώνουν τις ψήφους των μετόχων ή εκ μέρους των μετόχων στις γενικές συνελεύσεις, όταν η ψηφοφορία διεξάγεται ηλεκτρονικά. Στην περίπτωση που ψηφίζει ο διαμεσολαβητής, αυτός διαβιβάζει την επιβεβαίωση της ψήφου στον μέτοχο. Στην περίπτωση που υφίστανται περισσότεροι του ενός διαμεσολαβητές στην αλυσίδα συμμετοχών, η επιβεβαίωση διαβιβάζεται μεταξύ των διαμεσολαβητών χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.

3.  Για να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδώσει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 14α, που θα προσδιορίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη διευκόλυνση της άσκησης των δικαιωμάτων των μετόχων που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, ▌ σχετικά με τον τύπο και το περιεχόμενο της διευκόλυνσης, τη μορφή της επιβεβαίωσης των ψήφων και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούνται.

Άρθρο 3δ

Διαφάνεια όσον αφορά τα έξοδα

1.  Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους διαμεσολαβητές να χρεώνουν το κόστος των υπηρεσιών που παρέχονται από τις εταιρείες βάσει του παρόντος κεφαλαίου. Οι διαμεσολαβητές γνωστοποιούν δημοσίως τις τιμές, τα τέλη και οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις, χωριστά για κάθε υπηρεσία αναφερόμενη στο παρόν κεφάλαιο.

2.  Όταν οι διαμεσολαβητές έχουν δικαίωμα χρέωσης κόστους σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαμεσολαβητές δημοσιοποιούν, ξεχωριστά για κάθε υπηρεσία, το κόστος των υπηρεσιών που αναφέρονται στο παρόν κεφάλαιο.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οποιεσδήποτε χρεώσεις δαπανών που δύνανται να επιβληθούν από έναν διαμεσολαβητή σε μετόχους, εταιρείες και άλλους διαμεσολαβητές δεν εισάγουν διακρίσεις, είναι εύλογες και αναλογικές. Οποιεσδήποτε διαφορές στις χρεώσεις που επιβάλλονται σε περιπτώσεις εγχώριας και διασυνοριακής άσκησης δικαιωμάτων επιτρέπονται μόνον εφόσον αιτιολογούνται δεόντως και αντικατοπτρίζουν τις διαφορές ως προς το πραγματικό κόστος της παροχής των υπηρεσιών.

Άρθρο 3ε

Διαμεσολαβητές τρίτης χώρας

Οποιοσδήποτε διαμεσολαβητής τρίτης χώρας που έχει ιδρύσει υποκατάστημα στην Ένωση υπόκειται στο παρόν κεφάλαιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ

ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ

Άρθρο 3στ

Πολιτική ενεργού συμμετοχής

1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 3στ παράγραφος 4, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι θεσμικοί επενδυτές και οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων αναπτύσσουν πολιτική για την ενεργό συμμετοχή των μετόχων («πολιτική ενεργού συμμετοχής»). Η πολιτική ενεργού συμμετοχής προσδιορίζει τον τρόπο εκτέλεσης των ακόλουθων ενεργειών από τους θεσμικούς επενδυτές και τους διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων:

   α) ενσωμάτωση της ενεργού συμμετοχής των μετόχων στην επενδυτική στρατηγική τους·
   β) παρακολούθηση των εταιρειών στις οποίες γίνονται επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένης της μη χρηματοοικονομικής τους απόδοσης, και μείωση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών κινδύνων·
   γ) διεξαγωγή διαλόγου με τις εταιρείες στις οποίες γίνονται επενδύσεις·
   δ) άσκηση δικαιωμάτων ψήφου·
   ε) χρήση υπηρεσιών παρεχόμενων από πληρεξούσιους συμβούλους·
   στ) συνεργασία με άλλους μετόχους·
   στα) διεξαγωγή διαλόγου και συνεργασία με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη των εταιρειών στις οποίες πραγματοποιούνται επενδύσεις.

2.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 3στ παράγραφος 4, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η πολιτική ενεργού συμμετοχής περιλαμβάνει πολιτικές διαχείρισης υφιστάμενων ή ενδεχόμενων περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων σε σχέση με την ενεργό συμμετοχή των μετόχων. Οι πολιτικές αυτές αναπτύσσονται ιδίως για το σύνολο των ακόλουθων περιστάσεων:

   α) ο θεσμικός επενδυτής ή ο διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων ή άλλες εταιρείες συνδεδεμένες με αυτούς προσφέρουν χρηματοπιστωτικά προϊόντα στην εταιρεία στην οποία γίνονται επενδύσεις ή έχουν άλλες εμπορικές σχέσεις με αυτήν·
   β) ένα διοικητικό στέλεχος του θεσμικού επενδυτή ή του διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων είναι επίσης διοικητικό στέλεχος της εταιρείας στην οποία γίνονται επενδύσεις·
   γ) ένας διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων που διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία ενός ιδρύματος επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών επενδύει σε μια εταιρεία που πραγματοποιεί εισφορές στο ίδρυμα αυτό·
   δ) ο θεσμικός επενδυτής ή ο διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων συνδέεται με εταιρεία για τις μετοχές της οποίας έχει ξεκινήσει διαδικασία προσφορών εξαγοράς.

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι θεσμικοί επενδυτές και οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων γνωστοποιούν δημοσίως, σε ετήσια βάση, την πολιτική ενεργού συμμετοχής που εφαρμόζουν, τον τρόπο εφαρμογής της και τα αποτελέσματά της. Οι αναφερόμενες στην πρώτη περίοδο πληροφορίες είναι διαθέσιμες, χωρίς χρέωση, τουλάχιστον στον δικτυακό τόπο της εταιρείας. Οι θεσμικοί επενδυτές παρέχουν στους πελάτες τους τις πληροφορίες αυτές σε ετήσια βάση.

Οι θεσμικοί επενδυτές και οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων γνωστοποιούν δημοσίως, για κάθε εταιρεία στην οποία κατέχουν μετοχές, αν και πώς ψηφίζουν στις γενικές συνελεύσεις των αντίστοιχων εταιρειών και εξηγούν τη συμπεριφορά τους στις ψηφοφορίες. Στην περίπτωση που ένας διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων ψηφίζει εκ μέρους ενός θεσμικού επενδυτή, ο θεσμικός επενδυτής αναφέρει πού έχουν δημοσιευθεί οι συγκεκριμένες πληροφορίες ψήφου από τον διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων. Οι αναφερόμενες στην παρούσα παράγραφο πληροφορίες είναι διαθέσιμες, χωρίς χρέωση, τουλάχιστον στον δικτυακό τόπο της εταιρείας.

4.  Στην περίπτωση που οι θεσμικοί επενδυτές ή οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων αποφασίζουν να μην αναπτύξουν πολιτική ενεργού συμμετοχής ή αποφασίζουν να μην γνωστοποιήσουν την εφαρμογή και τα αποτελέσματά της, επεξηγούν σαφώς και αιτιολογημένα την επιλογή τους. [Τροπολογία 25]

Άρθρο 3ζ

Επενδυτική στρατηγική θεσμικών επενδυτών και συμφωνίες με τους διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι θεσμικοί επενδυτές γνωστοποιούν στο κοινό τον τρόπο με τον οποίο η στρατηγική επενδύσεων σε μετοχές («επενδυτική στρατηγική») που εφαρμόζουν ευθυγραμμίζεται με το προφίλ και τη διάρκεια των υποχρεώσεών τους, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο συμβάλλει στη μεσομακροπρόθεσμη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων τους. Οι αναφερόμενες στην πρώτη περίοδο πληροφορίες είναι διαθέσιμες, χωρίς χρέωση, τουλάχιστον στον δικτυακό τόπο της εταιρείας για όσο χρονικό διάστημα ισχύουν και αποστέλλονται ετησίως στους πελάτες της εταιρείας μαζί με τις πληροφορίες για την πολιτική ενεργού συμμετοχής που εφαρμόζουν.

2.  Στην περίπτωση που ένας διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων επενδύει εκ μέρους ενός θεσμικού επενδυτή, είτε υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας για κάθε πελάτη είτε μέσω ενός οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, ο θεσμικός επενδυτής γνωστοποιεί ετησίως στο κοινό τα κύρια στοιχεία της συμφωνίας με τον διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων όσον αφορά τα ακόλουθα ζητήματα:

   α) αν και σε ποιον βαθμό παρέχει κίνητρα στον διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων να ευθυγραμμίζει την επενδυτική στρατηγική του και τις αποφάσεις του με το προφίλ και τη διάρκεια των υποχρεώσεών του·
   β) αν και σε ποιον βαθμό παρέχει κίνητρα στον διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων να λαμβάνει επενδυτικές αποφάσεις βάσει της μεσομακροπρόθεσμης απόδοσης της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένης της μη χρηματοοικονομικής της απόδοσης, και να συμμετέχει ενεργά σε εταιρείες για τη βελτίωση των επιδόσεων της εταιρείας στην παροχή επενδυτικής απόδοσης·
   γ) τη μέθοδο και τον χρονικό ορίζοντα για την αξιολόγηση της απόδοσης του διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων και, ιδίως, αν και πώς η αξιολόγηση αυτή λαμβάνει υπόψη τη μακροπρόθεσμη απόλυτη απόδοση, σε αντίθεση με την απόδοση σε σχέση με κάποιον δείκτη ή άλλους διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων που εφαρμόζουν παρόμοιες επενδυτικές στρατηγικές·
   δ) τον τρόπο με τον οποίο η διάρθρωση του αντιτίμου για τις υπηρεσίες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων συμβάλλει στην ευθυγράμμιση των επενδυτικών αποφάσεων του διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων με το προφίλ και τη διάρκεια των υποχρεώσεων του θεσμικού επενδυτή·
   ε) τον στόχο ως προς τη συχνότητα εναλλαγής ή το εύρος της συχνότητας εναλλαγής του χαρτοφυλακίου, τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της συχνότητας εναλλαγής και αν έχει καθιερωθεί οποιαδήποτε διαδικασία στην περίπτωση υπέρβασής της από τον διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων·
   στ) τη διάρκεια της συμφωνίας με τον διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων.

Στην περίπτωση που η συμφωνία με τον διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων δεν περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως στ), ο θεσμικός επενδυτής επεξηγεί σαφώς και αιτιολογημένα γιατί συμβαίνει αυτό. [Τροπολογία 26]

Άρθρο 3η

Διαφάνεια των διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων γνωστοποιούν, όπως ορίζεται στις παραγράφους 2 και 2α, τον τρόπο με τον οποίο η επενδυτική στρατηγική τους και η εφαρμογή της συμμορφώνονται με τη ▌ συμφωνία που αναφέρεται στο άρθρο 3ζ παράγραφος 2.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων γνωστοποιούν στο κοινό, σε ετήσια βάση, το σύνολο των ακόλουθων πληροφοριών:

   α) αν, και, εάν ναι, πώς λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις βάσει της κρίσης τους σχετικά με τη μεσομακροπρόθεσμη απόδοση της εταιρείας στην οποία γίνονται επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένης της μη χρηματοοικονομικής της απόδοσης·

   β) τη συχνότητα εναλλαγής του χαρτοφυλακίου, τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της και επεξήγηση, σε περίπτωση που η συχνότητα εναλλαγής έχει υπερβεί το επιδιωκόμενο επίπεδο·

   γ) αν έχουν προκύψει υφιστάμενες ή ενδεχόμενες περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων σε σχέση με τις δραστηριότητες ενεργού συμμετοχής και, εάν ναι, ποιες, και πώς τις αντιμετώπισε ο διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων·
   δ) αν, και, εάν ναι, πώς χρησιμοποιεί ο διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων πληρεξούσιους συμβούλους για τις δραστηριότητες ενεργού συμμετοχής τους·
   ε) τον τρόπο με τον οποίο, η επενδυτική στρατηγική και η εφαρμογή της συμβάλουν συνολικά στη μεσομακροπρόθεσμη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του θεσμικού επενδυτή.

2α.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων γνωστοποιούν, σε ετήσια βάση, στο θεσμικό επενδυτή με τον οποίο έχουν συνάψει τη συμφωνία που αναφέρεται στο άρθρο 3ζ παράγραφος 2, το σύνολο των ακόλουθων πληροφοριών:

   α) τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου και την επεξήγηση σημαντικών μεταβολών στο χαρτοφυλάκιο κατά την προηγούμενη περίοδο·
   β) τα έξοδα τα σχετικά με τη συχνότητα εναλλαγής του χαρτοφυλακίου·
   γ) την πολιτική τους σχετικά με τον δανεισμό αξιών και την εφαρμογή της.

3.  Οι πληροφορίες που γνωστοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2 παρέχονται χωρίς χρέωση, τουλάχιστον στον δικτυακό τόπο του διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων. Οι πληροφορίες που γνωστοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2α παρέχονται χωρίς χρέωση και, εάν ο διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων δεν διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας για κάθε πελάτη, παρέχονται επίσης και σε άλλους επενδυτές κατόπιν αίτησης.

3α.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να επιτρέπεται σε έναν διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων, εφόσον αυτό εγκρίνεται από την αρμόδια αρχή, να μην προβαίνει σε κοινοποίηση ενός ορισμένου τμήματος κοινοποιητέων βάσει του παρόντος άρθρου πληροφοριών, εφόσον το τμήμα αυτό αφορά τρέχουσες εξελίξεις ή υποθέσεις που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και η γνωστοποίησή του θα προκαλούσε σοβαρή ζημία στην εμπορική θέση του διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων.

Άρθρο 3θ

Διαφάνεια πληρεξούσιων συμβούλων

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πληρεξούσιοι σύμβουλοι λαμβάνουν και εφαρμόζουν επαρκή μέτρα ώστε να διασφαλίζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι οι σχετικές με την έρευνα και την ψήφο συστάσεις τους είναι ακριβείς και αξιόπιστες, βασίζονται σε ενδελεχή ανάλυση του συνόλου των πληροφοριών που έχουν στη διάθεσή τους και διατυπώνονται αποκλειστικά προς το συμφέρον των πελατών τους.

1α.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληρεξούσιοι σύμβουλοι παραπέμπουν στον κώδικα δεοντολογίας τον οποίο εφαρμόζουν. Σε περίπτωση που παρεκκλίνουν από οποιεσδήποτε συστάσεις του εν λόγω κώδικα δεοντολογίας, οφείλουν να προβούν σε σχετική δήλωση, να εξηγήσουν τους λόγους της ενέργειάς τους αυτής και να αναφέρουν τα εναλλακτικά μέτρα που ενδεχομένως έχουν λάβει. Οι πληροφορίες αυτές, μαζί με την αναφορά στον κώδικα δεοντολογίας τον οποίο εφαρμόζουν, δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο των πληρεξουσίων συμβούλων.

Οι πληρεξούσιοι σύμβουλοι υποβάλλουν κάθε έτος έκθεση σχετικά με την εφαρμογή αυτού του κώδικα δεοντολογίας. Οι ετήσιες εκθέσεις δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο των πληρεξουσίων συμβούλων και παραμένουν διαθέσιμες, χωρίς χρέωση, για τουλάχιστον τρία έτη μετά την ημερομηνία της δημοσίευσης.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πληρεξούσιοι σύμβουλοι γνωστοποιούν δημοσίως, σε ετήσια βάση, το σύνολο των ακόλουθων πληροφοριών σε σχέση με τη διαμόρφωση των σχετικών με την έρευνα και τις ψήφους συστάσεών τους:

   α) τα απαραίτητα χαρακτηριστικά των μεθοδολογιών και των μοντέλων που εφαρμόζουν·
   β) τις κύριες πηγές πληροφοριών που χρησιμοποιούν·
   γ) αν, και, εάν ναι, πώς λαμβάνουν υπόψη τους όρους της εθνικής αγοράς και τις νομικές, κανονιστικές και εταιρικές συνθήκες·
   γα) τα βασικά χαρακτηριστικά της έρευνας που αναλαμβάνουν και τις πολιτικές ψήφου που εφαρμόζονται για κάθε αγορά·
   δ) αν διατηρούν επικοινωνία ή διάλογο με τις εταιρείες που αποτελούν αντικείμενο των συστάσεων έρευνας και ψήφου τους και με τα ενδιαφερόμενα μέρη και, εάν ναι, το εύρος και τη φύση του διαλόγου αυτού·
   δα) την πολιτική όσον αφορά την αποτροπή και διαχείριση ενδεχόμενων συγκρούσεων συμφερόντων·
   ε) τον συνολικό αριθμό και τα προσόντα των εργαζομένων που ασχολούνται με τη διαμόρφωση των συστάσεων ψήφου·
   στ) τον συνολικό αριθμό συστάσεων ψήφου που διατυπώθηκαν το προηγούμενο έτος.

Οι πληροφορίες αυτές δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο των πληρεξουσίων συμβούλων και παραμένουν διαθέσιμες, χωρίς χρέωση, για τουλάχιστον τρία έτη από την ημέρα δημοσίευσης.

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πληρεξούσιοι σύμβουλοι εντοπίζουν και γνωστοποιούν, χωρίς περιττές καθυστερήσεις, στους πελάτες τους οποιαδήποτε υφιστάμενη ή ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων ή επιχειρηματική σχέση που ενδέχεται να επηρεάζει την έρευνα και τη διαμόρφωση των συστάσεων ψήφου τους και τις ενέργειες στις οποίες έχουν προβεί για την εξάλειψη ή την άμβλυνση της υφιστάμενης ή ενδεχόμενης σύγκρουσης συμφερόντων.».

"

4)  Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:"

«Άρθρο 9α

Δικαίωμα ψήφου επί της πολιτικής αποδοχών

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εταιρείες καταρτίζουν πολιτική αποδοχών όσον αφορά τα διοικητικά στελέχη και την υποβάλλουν σε δεσμευτική ψηφοφορία στη γενική συνέλευση των μετόχων. Οι εταιρείες καταβάλλουν αμοιβή στα διοικητικά στελέχη τους μόνο σύμφωνα με πολιτική αποδοχών που έχει ψηφιστεί στη γενική συνέλευση των μετόχων. Οποιαδήποτε αλλαγή στην πολιτική τίθεται σε ψηφοφορία στη γενική συνέλευση των μετόχων και, σε κάθε περίπτωση, η πολιτική υποβάλλεται προς έγκριση στη γενική συνέλευση τουλάχιστον ανά τριετία.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η ψηφοφορία της γενικής συνέλευσης σχετικά με την πολιτική αποδοχών έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα.

Στις περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει εφαρμοστεί στο παρελθόν μία πολιτική αποδοχών και οι μέτοχοι απορρίπτουν το σχέδιο πολιτικής που τους έχει υποβληθεί, η εταιρεία μπορεί, κατά τη διάρκεια επανεξέτασης του σχεδίου και για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος έως την έγκριση του σχεδίου, να καταβάλλει αποδοχές στα διοικητικά της στελέχη με βάση τις ισχύουσες πρακτικές.

Στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται πολιτική αποδοχών και οι μέτοχοι απορρίπτουν το σχέδιο πολιτικής που τους έχει υποβληθεί σύμφωνα με το εδάφιο 1, η εταιρεία μπορεί, κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης του σχεδίου και για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος έως την έγκριση του σχεδίου, να καταβάλλει αποδοχές στα διοικητικά της στελέχη σύμφωνα με την ισχύουσα πολιτική.

2.  Η πολιτική είναι σαφής, κατανοητή, συνάδει με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της εταιρείας και περιλαμβάνει μέτρα για την αποφυγή περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων.

3.  Στην πολιτική επεξηγείται πώς συμβάλλει η πολιτική στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα και τη βιωσιμότητα της εταιρείας. Στην πολιτική τίθενται σαφή κριτήρια για τη χορήγηση σταθερών και μεταβλητών αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων όλων των πριμ και όλων των επιδομάτων οποιασδήποτε μορφής.

Αναφέρονται τα κατάλληλα σχετικά ποσοστά των διαφόρων συνιστωσών των σταθερών και μεταβλητών αποδοχών. Εξηγείται ο τρόπος με τον οποίο λήφθηκαν υπόψη οι μισθολογικές και εργασιακές συνθήκες των εργαζομένων της εταιρείας κατά τον καθορισμό της πολιτικής ή των αποδοχών των διοικητικών στελεχών ▌.

Για τις μεταβλητές αποδοχές, η πολιτική αναφέρει τα κριτήρια χρηματοοικονομικής και μη χρηματοοικονομικής απόδοσης, όπου περιλαμβάνεται, κατά περίπτωση, ο συνυπολογισμός των προγραμμάτων και αποτελεσμάτων που σχετίζονται με την εταιρική κοινωνική ευθύνη τα οποία θα εφαρμοστούν και επεξηγεί τον τρόπο με τον οποίο συμβάλλουν στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα και τη βιωσιμότητα της εταιρείας, καθώς και τις μεθόδους που θα εφαρμοστούν για να προσδιοριστεί ο βαθμός στον οποίο πληρούνται τα κριτήρια απόδοσης· προσδιορίζει τις περιόδους αναβολής, τις περιόδους κατοχύρωσης αποδοχών που βασίζονται σε μετοχές και τη διατήρηση μετοχών μετά την κατοχύρωση, και τις πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα ανάκτησης των μεταβλητών αποδοχών από την εταιρεία.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η λογιστική αξία των μετοχών δεν έχει κυρίαρχο ρόλο στα κριτήρια που αφορούν την χρηματοοικονομική απόδοση.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αποδοχές που βασίζονται σε μετοχές δεν αποτελούν το σημαντικότερο μέρος των μεταβλητών αποδοχών των διοικητικών στελεχών. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου υπό την προϋπόθεση ότι η πολιτική αποδοχών περιλαμβάνει σαφή και αιτιολογημένη επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο η παρέκκλιση αυτή συμβάλλει στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα και τη βιωσιμότητα της εταιρείας.

Η πολιτική αναφέρει τους βασικούς όρους των συμβάσεων των διοικητικών στελεχών, συμπεριλαμβανομένων της διάρκειάς τους και των εφαρμοζόμενων προθεσμιών προειδοποίησης, τους όρους καταγγελίας των συμβάσεων και τις πληρωμές που συνδέονται με την καταγγελία αυτή, καθώς και τα χαρακτηριστικά των συστημάτων επικουρικής σύνταξης ή πρόωρης συνταξιοδότησης. Όταν η εθνική νομοθεσία επιτρέπει στις εταιρείες να προβαίνουν σε συμφωνίες με διοικητικά στελέχη χωρίς τη σύναψη σύμβασης, στην περίπτωση αυτή η πολιτική αναφέρει τους βασικούς όρους της συμφωνίας με τα διοικητικά στελέχη, συμπεριλαμβανομένων της διάρκειάς της και των εφαρμοζόμενων προθεσμιών προειδοποίησης, τους όρους καταγγελίας της σύμβασης και τις πληρωμές που συνδέονται με την καταγγελία αυτή, καθώς και τα χαρακτηριστικά των συστημάτων επικουρικής σύνταξης ή πρόωρης συνταξιοδότησης.

Η πολιτική προσδιορίζει τις διαδικασίες της εταιρείας για τον καθορισμό των αποδοχών των διοικητικών στελεχών, περιλαμβανομένων του ρόλου και της λειτουργίας της επιτροπής αποδοχών.

Στην πολιτική επεξηγείται η συγκεκριμένη διαδικασία λήψης αποφάσεων που οδήγησε στον προσδιορισμό της. Σε περίπτωση που αναθεωρείται η πολιτική, περιλαμβάνεται επεξήγηση όλων των σημαντικών μεταβολών και του τρόπου με τον οποίο ελήφθησαν υπόψη οι ψήφοι και οι απόψεις των μετόχων επί της πολιτικής και της έκθεσης των προηγούμενων τριών τουλάχιστον συναπτών ετών.

4.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, μετά την ψήφισή της από τους μετόχους, η πολιτική δημοσιεύεται, χωρίς καθυστερήσεις, και καθίσταται διαθέσιμη, δωρεάν, στον δικτυακό τόπο της εταιρείας, τουλάχιστον για όσο χρονικό διάστημα ισχύει. [Τροπολογία 27 αναθ.]

Άρθρο 9β

Πληροφορίες παρεχόμενες στην έκθεση αποδοχών και δικαίωμα ψήφου επί της έκθεσης αποδοχών

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η εταιρεία καταρτίζει σαφή και κατανοητή έκθεση αποδοχών, η οποία παρουσιάζει ολοκληρωμένη επισκόπηση των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων όλων των επιδομάτων οποιασδήποτε μορφής, που χορηγήθηκαν, σύμφωνα με την αναφερόμενη στο άρθρο 9α πολιτική αποδοχών, στα επιμέρους διοικητικά στελέχη, συμπεριλαμβανομένων των νεοπροσληφθέντων και των παλαιότερων διοικητικών στελεχών, κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Περιέχει, κατά περίπτωση, όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

   α) το σύνολο των αποδοχών που έχουν χορηγηθεί, καταβληθεί ή οφείλονται, με ανάλυση στις επιμέρους συνιστώσες τους, τα σχετικά ποσοστά των σταθερών και των μεταβλητών αποδοχών, επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο οι συνολικές αποδοχές συνδέονται με τη μακροπρόθεσμη απόδοση και πληροφορίες για τον τρόπο εφαρμογής των κριτηρίων χρηματοοικονομικής και μη χρηματοοικονομικής απόδοσης·
   β) τη σχετική μεταβολή των αποδοχών των εκτελεστικών διοικητικών στελεχών κατά τα τελευταία τρία οικονομικά έτη, τη σχέση τους με την εξέλιξη της γενικής απόδοσης της εταιρείας και με τη μεταβολή των μέσων αποδοχών των εργαζομένων κατά την αυτή περίοδο·
   γ) τις όποιες αποδοχές λαμβάνουν τα διοικητικά στελέχη της εταιρείας ή τις αποδοχές που τους οφείλονται από οποιαδήποτε εταιρεία που ανήκει στον ίδιο όμιλο·
   δ) τον αριθμό μετοχών και δικαιωμάτων προαίρεσης για μετοχές που έχουν χορηγηθεί ή προσφερθεί, και τις κύριες προϋποθέσεις άσκησης των δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της τιμής και της ημερομηνίας άσκησης, καθώς και οποιαδήποτε μεταβολή τους·
   ε) πληροφορίες για τη χρήση της δυνατότητας ανάκτησης μεταβλητών αποδοχών·
   στ) πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο καθορισμού των αποδοχών των διοικητικών στελεχών, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για τον ρόλο της επιτροπής αποδοχών.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προστασία του δικαιώματος των φυσικών προσώπων στην ιδιωτική ζωή, σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ, κατά την επεξεργασία των προσωπικών στοιχείων των διοικητικών στελεχών.

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι μέτοχοι έχουν δικαίωμα συμβουλευτικής ψήφου επί της έκθεσης αποδοχών του προηγούμενου οικονομικού έτους κατά την ετήσια γενική συνέλευση. Στην περίπτωση που οι μέτοχοι καταψηφίσουν την έκθεση αποδοχών, η εταιρεία διεξάγει, εφόσον κρίνεται απαραίτητο, διάλογο με τους μετόχους προκειμένου να διαπιστώσει τους λόγους της απόρριψης. Η εταιρεία επεξηγεί στην επόμενη έκθεση αποδοχών πώς ελήφθη υπόψη η ψήφος των μετόχων.

3α.  Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και του άρθρου 9α σχετικά με τις αποδοχές δεν θίγουν τα εθνικά συστήματα διαμόρφωσης των μισθών των εργαζομένων και, ενδεχομένως, τις εθνικές διατάξεις σχετικά με την εκπροσώπηση των εργαζομένων στα διοικητικά συμβούλια.

4.  Για να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδώσει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 14α, που θα προσδιορίζουν την τυποποιημένη παρουσίαση των πληροφοριών που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. [Τροπολογία 28]

Άρθρο 9γ

Δικαίωμα ψήφου επί των συναλλαγών συνδεδεμένων μερών

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εταιρείες, στην περίπτωση σημαντικών συναλλαγών με συνδεδεμένα μέρη ▌, ανακοινώνουν τις συναλλαγές αυτές το αργότερο κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης της συναλλαγής και συνοδεύουν την ανακοίνωση από έκθεση ▌ που αξιολογεί κατά πόσον πραγματοποιήθηκε υπό τους όρους της αγοράς, επιβεβαιώνει ότι η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη από την οπτική της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων της μειοψηφίας, και επεξηγεί τις εκτιμήσεις στις οποίες βασίζεται η αξιολόγηση. Η ανακοίνωση περιλαμβάνει πληροφορίες για τη φύση της σχέσης με το συνδεδεμένο μέρος, το όνομα του συνδεδεμένου μέρους, το ύψος της συναλλαγής και οποιεσδήποτε άλλες σημαντικές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση της οικονομικής δικαιοσύνης της συναλλαγής από τη σκοπιά της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων και των μετόχων της μειοψηφίας.

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν εξειδικευμένους κανόνες όσον αφορά την έγκριση της έκθεσης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, συμπεριλαμβανομένου και του αρμόδιου για την κατάρτιση των εκθέσεων φορέα, ο οποίος ανήκει σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

   ανεξάρτητο τρίτο μέρος·
   το εποπτικό όργανο της εταιρείας· ή
   επιτροπή ανεξαρτήτων διοικητικών στελεχών.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι σημαντικές συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη έχουν εγκριθεί από τους μετόχους ή από το διοικητικό ή το εποπτικό όργανο της εταιρείας, σύμφωνα με διαδικασίες που δεν επιτρέπουν στα συνδεδεμένα μέρη να εκμεταλλεύονται τη θέση τους, και εξασφαλίζουν τη δέουσα προστασία των συμφερόντων της εταιρείας και των μετόχων που δεν είναι συνδεδεμένα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων της μειοψηφίας.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι μέτοχοι έχουν δικαίωμα ψήφου για σημαντικές συναλλαγές που εγκρίνονται από το διοικητικό ή το εποπτικό όργανο της εταιρείας.

Σκοπός είναι να μην αποκτούν πλεονέκτημα τα συνδεδεμένα μέρη λόγω ειδικής θέσης, καθώς και να προστατεύονται δεόντως τα συμφέροντα της εταιρείας.

2α.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα συνδεδεμένα μέρη και οι εκπρόσωποί τους αποκλείονται από την κατάρτιση της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καθώς και από την ψηφοφορία και τη διαδικασία λήψης απόφασης που προβλέπονται στην παράγραφο 2. Στην περίπτωση που η συναλλαγή συνδεδεμένων μερών αφορά έναν μέτοχο, ο συγκεκριμένος μέτοχος αποκλείεται από την ψηφοφορία που αφορά τη συναλλαγή. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στον μέτοχο που είναι συνδεδεμένο μέρος να λαμβάνει μέρος στην ψηφοφορία υπό την προϋπόθεση ότι η εθνική νομοθεσία παρέχει επαρκείς δικλείδες ασφαλείας που εφαρμόζονται κατά τη διαδικασία της ψηφοφορίας και αποσκοπούν στην προστασία των συμφερόντων των μετόχων που δεν είναι συνδεδεμένα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων της μειοψηφίας, εμποδίζοντας το συνδεδεμένο μέρος να εγκρίνει τη συναλλαγή παρά την αντίθετη γνώμη της πλειοψηφίας των μετόχων που δεν είναι συνδεδεμένα μέρη ή παρά την αντίθετη γνώμη της πλειοψηφίας των ανεξάρτητων διοικητικών στελεχών.

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι συναλλαγές με το ίδιο συνδεδεμένο μέρος που έχουν ολοκληρωθεί σε κάθε δωδεκάμηνη περίοδο ή κατά το ίδιο οικονομικό έτος και δεν υπόκεινται στις υποχρεώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, αθροίζονται για τους σκοπούς της εφαρμογής των εν λόγω παραγράφων. ▌

4.  Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από τις απαιτήσεις των παραγράφων 1, 2 και 3:

   τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ της εταιρείας και ενός ή περισσότερων μελών του ομίλου της ή κοινοπραξιών, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω μέλη του ομίλου ανήκουν εξ ολοκλήρου στην εταιρεία ή ότι κανένα άλλο συνδεδεμένο μέρος της εταιρείας δεν έχει συμφέρον στα εν λόγω μέλη του ομίλου ή στις κοινοπραξίες·
   τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητας και συνάπτονται υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς.

4α.  Τα κράτη μέλη ορίζουν τις σημαντικές συναλλαγές με τα συνδεδεμένα μέρη. Για τον ορισμό των σημαντικών συναλλαγών με τα συνδεδεμένα μέρη λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

   α) η επιρροή που ενδέχεται να έχουν οι πληροφορίες σχετικά με τη συναλλαγή στις αποφάσεις των ατόμων που συμμετέχουν στη διαδικασία έγκρισης·
   β) ο αντίκτυπος της συναλλαγής στα αποτελέσματα, στα περιουσιακά στοιχεία, στη κεφαλαιοποίηση ή στον κύκλο εργασιών της εταιρείας καθώς και τη θέση του συνδεδεμένου μέρους·
   γ) οι κίνδυνοι που συνεπάγεται η συναλλαγή για την εταιρεία και τους μειοψηφούντες μετόχους της.

Κατά τον ορισμό των σημαντικών συναλλαγών με τα συνδεδεμένα μέρη, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν μία ή περισσότερες ποσοτικές αναλογίες με βάση τον αντίκτυπο της συναλλαγής στα έσοδα, τα περιουσιακά στοιχεία, την κεφαλαιοποίηση ή τον κύκλο εργασιών της εταιρείας, ή να λαμβάνουν υπόψη τη φύση της συναλλαγής και τη θέση του συνδεδεμένου μέρους.».

"

5)  Μετά το άρθρο 14, παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο ΙΙα:"

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ IIΑ

ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 14α

Άσκηση των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων

1.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.  Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3α παράγραφος 5, στο άρθρο 3β παράγραφος 5, στο άρθρο 3γ παράγραφος 3 και στο άρθρο 9β εξουσία έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από την ….*.

3.  Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 3α παράγραφος 5, στο άρθρο 3β παράγραφος 5, στο άρθρο 3γ παράγραφος 3 και στο άρθρο 9β μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Παράγει αποτελέσματα από την επομένη της δημοσίευσης της εν λόγω απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται στην απόφαση. Δεν θίγει το κύρος των ήδη εν ισχύι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

4.  Μόλις η Επιτροπή εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

5.  Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 3α παράγραφος 5, του άρθρου 3β παράγραφος 5, του άρθρου 3γ παράγραφος 3 και του άρθρου 9β, τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν λήξει η προθεσμία αυτή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν προτίθενται να προβάλλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 14β

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περιπτώσεις παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή το αργότερο έως τις [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο] ▌ και την ενημερώνουν αμελλητί σχετικά με οποιαδήποτε επακόλουθη τροποποίηση που τις επηρεάζει.».

"

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2013/34/ΕΕ

Η οδηγία 2013/34/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

-1) Στο άρθρο 2 προστίθεται το ακόλουθο σημείο:"

«17) φορολογική συμφωνία τύπου «tax ruling»: κάθε εκ των προτέρων ερμηνεία ή εφαρμογή νομικής διάταξης για διασυνοριακή κατάσταση ή συναλλαγή εταιρείας που ενδέχεται να οδηγήσει σε απώλεια φορολογικών εσόδων στα κράτη μέλη ή σε εξοικονόμηση φόρου για την εταιρεία ως αποτέλεσμα εικονικών ενδοομιλικών μεταφορών κερδών.».

"

-1α) Στο άρθρο 18 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος μετά την παράγραφο 2:"

«2α. Στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων, οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι οντότητες δημοσίου συμφέροντος δημοσιοποιούν επίσης, εξειδικεύοντας ανά κράτος μέλος και τρίτη χώρα στις οποίες διαθέτουν έδρα, τις ακόλουθες πληροφορίες σε ενοποιημένη βάση για το οικονομικό έτος:

   α) επωνυμία ή επωνυμίες, φύση δραστηριοτήτων και γεωγραφική θέση·
   β) κύκλο εργασιών·
   γ) αριθμό εργαζομένων σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης·
   δ) αξία των περιουσιακών στοιχείων και ετήσιο κόστος συντήρησης αυτών·
   ε) πωλήσεις και αγορές·
   στ) κέρδη ή ζημίες προ φόρων·
   ζ) φόρους επί των αποτελεσμάτων·
   η) εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις·
   θ) οι μητρικές εταιρείες παρέχουν λίστα των θυγατρικών που δραστηριοποιούνται σε κάθε κράτος μέλος ή τρίτη χώρα, μαζί με τα σχετικά στοιχεία.».

"

-1β) Στο άρθρο 18, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "

«3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η παράγραφος 1 στοιχείο β) και η παράγραφος 2α δεν εφαρμόζονται στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις μιας επιχείρησης, όταν η επιχείρηση περιλαμβάνεται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που πρέπει να καταρτίζονται βάσει του άρθρου 22, εφόσον οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται στις σημειώσεις της ενοποιημένης οικονομικής κατάστασης.».

"

-1γ) Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:"

«Άρθρο 18α

Πρόσθετες πληροφορίες για τις μεγάλες επιχειρήσεις

1.  Στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων, οι μεγάλες επιχειρήσεις, εκτός από τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των άρθρων 16, 17 και 18 και όλων των άλλων διατάξεων της παρούσας οδηγίας, δημοσιοποιούν βασικά στοιχεία και πληροφορίες όσον αφορά τις φορολογικές συμφωνίες τύπου «tax ruling», ανά κράτος μέλος και τρίτη χώρα όπου οι εν λόγω μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν θυγατρική εταιρεία. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να καθορίζει, μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 49, τον μορφότυπο και το περιεχόμενο της δημοσίευσης.

2.  Επιχειρήσεις στις οποίες ο μέσος αριθμός των εργαζομένων σε ενοποιημένη βάση κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους δεν υπερβαίνει τους 500 και ο ισολογισμός των οποίων σε ενοποιημένη βάση δεν υπερβαίνει τα 86 εκατομμύρια EUR ή έναν καθαρό κύκλο εργασιών 100 εκατομμυρίων EUR εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3.  Η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει για οιαδήποτε εταιρεία διεπόμενη από το δίκαιο κράτους μέλους, η μητρική της οποίας υπόκειται στους νόμους κράτους μέλους και οι πληροφορίες της οποίας περιλαμβάνονται στις πληροφορίες που δημοσιοποιεί η ως άνω μητρική επιχείρηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

4.  Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ελέγχονται σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ.».

"

1)  Το άρθρο 20 τροποποιείται ως εξής:

α)  Στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο η):"

«η) την έκθεση αποδοχών που ορίζεται στο άρθρο 9β της οδηγίας 2007/36/ΕΕ.»·

"

β)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«3. Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο διατυπώνουν γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο για τα πληροφοριακά στοιχεία που καταρτίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ) και ελέγχουν αν έχουν παρασχεθεί τα πληροφοριακά στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β), ε), στ), ζ) και η) του παρόντος άρθρου.»·

"

γ)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«4. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 στοιχεία α), β), ε), στ), ζ) και η) του παρόντος άρθρου τις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 που έχουν εκδώσει τίτλους πλην μετοχών που είναι δεκτοί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 14) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, εκτός αν οι επιχειρήσεις αυτές έχουν εκδώσει μετοχές που είναι δεκτές προς διαπραγμάτευση σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 15) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ.».

"

Άρθρο 2α

Τροποποιήσεις στην οδηγία 2004/109/ΕΚ

Η οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(13) τροποποιείται ως εξής:

1)  Στο άρθρο 2 παράγραφος 1 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ιη):"

«ιη) φορολογική συμφωνία τύπου «tax ruling»: κάθε εκ τω προτέρων ερμηνεία ή εφαρμογή νομικής διάταξης για διασυνοριακή κατάσταση ή συναλλαγή εταιρείας που ενδέχεται να οδηγήσει σε απώλεια φορολογικών εσόδων στα κράτη μέλη ή σε εξοικονόμηση φόρου για την εταιρεία ως αποτέλεσμα εικονικών ενδοομιλικών μεταφορών κερδών.».

"

2)  Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα:"

«Άρθρο 16α

Πρόσθετες πληροφορίες για τους εκδότες

1.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε εκδότη να δημοσιοποιεί ετησίως, εξειδικεύοντας ανά κράτος μέλος και τρίτη χώρα όπου διαθέτει θυγατρική εταιρεία, τις ακόλουθες πληροφορίες σε ενοποιημένη βάση για το οικείο οικονομικό έτος:

   α) επωνυμία ή επωνυμίες, φύση δραστηριοτήτων και γεωγραφική θέση·
   β) κύκλο εργασιών·
   γ) αριθμό εργαζομένων σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης·
   δ) αποτελέσματα προ φόρων·
   ε) φόρους επί των αποτελεσμάτων·
   στ) εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις

2.  Η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει για οιοδήποτε εκδότη διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους, η μητρική του οποίου υπόκειται στους νόμους κράτους μέλους και οι πληροφορίες του οποίου περιλαμβάνονται στις πληροφορίες που δημοσιοποιεί η ως άνω μητρική επιχείρηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.  Οι πληροφορίες της παραγράφου 1 ελέγχονται σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ και δημοσιεύονται, εφόσον είναι δυνατό, ως παράρτημα στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ή, όπου συντρέχει περίπτωση, στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του σχετικού εκδότη.

Άρθρο 16β

Πρόσθετες πληροφορίες για τους εκδότες

1.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε εκδότη να δημοσιοποιεί ετησίως, σε ενοποιημένη βάση για το οικείο οικονομικό έτος, βασικά στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με φορολογικές συμφωνίες τύπου «tax ruling», ανά κράτος μέλος και τρίτη χώρα όπου διαθέτει θυγατρική εταιρεία. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να καθορίζει, μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφοι 2α, 2β και 2γ, τον μορφότυπο και το περιεχόμενο της δημοσίευσης.

2.  Η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει για οποιονδήποτε εκδότη διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους, η μητρική επιχείρηση του οποίου υπόκειται στους νόμους κράτους μέλους και οι πληροφορίες του οποίου περιλαμβάνονται στις πληροφορίες που δημοσιοποιεί η ως άνω μητρική επιχείρηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.  Οι πληροφορίες της παραγράφου 1 ελέγχονται σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ και δημοσιεύονται, εφόσον είναι δυνατό, ως παράρτημα των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων ή, όπου συντρέχει λόγος, των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων του σχετικού εκδότη.».

"

3)  Στο άρθρο 27, η παράγραφος 2α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«2α. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 2 παράγραφος 3, άρθρο 5 παράγραφος 6, άρθρο 9 παράγραφος 7, άρθρο 12 παράγραφος 8, άρθρο 13 παράγραφος 2, άρθρο 14 παράγραφος 2, άρθρο 16α παράγραφος 1, άρθρο 17 παράγραφος 4, άρθρο 18 παράγραφος 5, άρθρο 19 παράγραφος 4, άρθρο 21 παράγραφος 4, άρθρο 23 παράγραφος 4, άρθρο 23 παράγραφος 5 και άρθρο 23 παράγραφος 7 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο 4 ετών από τον Ιανουάριο του 2011. Η Επιτροπή καταρτίζει έκθεση για τις ανατεθείσες εξουσίες το αργότερο έξι μήνες πριν από το πέρας της τετραετίας. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο την ανακαλέσει σύμφωνα με το άρθρο 27α.».

"

Άρθρο 3

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.  Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο [18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της] ▌. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.  Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 4

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 5

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

…,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 451 της 16.12.2014, σ. 87.
(2) Οδηγία 2007/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, σχετικά με την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων από μετόχους εισηγμένων εταιρειών (ΕΕ L 184 της 14.7.2007, σ. 17).
(3) Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).
(4) Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).
(5) Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31).
(6) ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.
(7) Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1).
(8) Οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΕΕ L 235 της 23.9.2003, σ. 10).
(9) Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/EΚ και της οδηγίας 2011/61/EΕ (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).
(10) Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1).
(11) Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).
(12) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων (ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 1).
(13) Οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕK (ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 38).

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου