Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2015/2221(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0033/2016

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0033/2016

Συζήτηση :

PV 10/03/2016 - 3
CRE 10/03/2016 - 3

Ψηφοφορία :

PV 10/03/2016 - 7.11
CRE 10/03/2016 - 7.11
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2016)0093

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 543kWORD 163k
Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Τραπεζική Ένωση - Ετήσια έκθεση 2015
P8_TA(2016)0093A8-0033/2016

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Μαρτίου 2016 σχετικά με την Τραπεζική Ένωση – Ετήσια έκθεση για το 2015 (2015/2221(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων(1) (κανονισμός ΕΕΜ),

–  έχοντας υπόψη τη Διοργανική Συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σχετικά με τις πρακτικές λεπτομέρειες που αφορούν την άσκηση της δημοκρατικής λογοδοσίας και την επίβλεψη της άσκησης των καθηκόντων που ανατίθενται στην ΕΚΤ στο πλαίσιο του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού(2),

–  έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση της ΕΚΤ, του Μαρτίου του 2015, για την εποπτική δραστηριότητα κατά το 2014(3),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Απριλίου 2014, που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ)(4),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, σχετικά με την εφαρμογή του διαχωρισμού μεταξύ της λειτουργίας νομισματικής πολιτικής και της εποπτικής λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2014/39)(5),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 4ης Φεβρουαρίου 2014, για τον προσδιορισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων που υπόκεινται στη συνολική αξιολόγηση (ΕΚΤ/2014/3)(6),

–  έχοντας υπόψη το πρόσφατο έργο της Επιτροπής της Βασιλείας, και ιδίως τις αναθεωρήσεις της τυποποιημένης προσέγγισης για τον πιστωτικό κίνδυνο και την αναθεώρηση της μέτρησης του λειτουργικού κινδύνου,

–  έχοντας υπόψη τη συνολική αξιολόγηση που πραγματοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κατά το διάστημα μεταξύ Νοεμβρίου 2013 και Οκτωβρίου 2014(7),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/534 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 17ης Μαρτίου 2015, για την υποβολή εποπτικών αναφορών σχετικά με χρηματοοικονομική πληροφόρηση(8),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010(9) (κανονισμός ΕΜΕ),

–  έχοντας υπόψη τη Συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης σχετικά με τις πρακτικές λεπτομέρειες που αφορούν την άσκηση της δημοκρατικής λογοδοσίας και την επίβλεψη της άσκησης των καθηκόντων που ανατίθενται στο Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης στο πλαίσιο του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης(10),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων(11),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση σχετικά με την ολοκλήρωση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης της Ευρώπης («έκθεση των πέντε προέδρων»),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παραπέμψει την Τσεχική Δημοκρατία, το Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες, την Πολωνία, τη Ρουμανία και τη Σουηδία στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μη εφαρμογή της οδηγίας της ΕΕ για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των τραπεζών (2014/59/EΕ),

–  έχοντας υπόψη τη δήλωση του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με την Τραπεζική Ένωση και τις ενδιάμεσες χρηματοδοτικές ρυθμίσεις για το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 19ης Ιανουαρίου 2016 σχετικά με τον απολογισμό και τις προκλήσεις της ρύθμισης των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών σε επίπεδο ΕΕ: αντίκτυπος και επόμενα βήματα προς ένα αποδοτικότερο και αποτελεσματικό πλαίσιο της ΕΕ για την χρηματοπιστωτική ρύθμιση και την Ένωση Κεφαλαιαγορών(12),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 24ης Ιουνίου 2015, σχετικά με την επανεξέταση του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης: ανασκόπηση και προκλήσεις(13),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, του Μαρτίου 2015, σχετικά με την κανονιστική μεταχείριση περιπτώσεων έκθεσης σε κίνδυνο χώρας,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, με τίτλο «Προς την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης» (COM(2015)0587),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με την έκδοση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 με σκοπό τη θέσπιση Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων (COM(2015)0586),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0033/2016),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Τραπεζική Ένωση (ΤΕ) αποτελεί απαραίτητο στοιχείο μιας νομισματικής ένωσης και θεμελιώδες συστατικό μέρος μιας γνήσιας Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), και είναι ανοιχτή στη συμμετοχή των κρατών μελών που δεν έχουν ακόμη υιοθετήσει το ευρώ·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΤΕ έχει καθοριστική σημασία για τη διασφάλιση της σταθερότητας και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ, δεδομένου ότι ενισχύει τη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση, μειώνει τους κινδύνους για το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και τον ηθικό κίνδυνο, και συμβάλλει με τον τρόπο αυτό στη διάρρηξη του δεσμού μεταξύ κυβερνήσεων και τραπεζών προωθώντας παράλληλα τον επιμερισμό του κινδύνου στη νομισματική ένωση·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η τραπεζική ένωση διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη χρηματοδότηση των επενδύσεων και, συνακόλουθα, στην ενίσχυση της ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων απασχόλησης σε ολόκληρη την ΕΕ·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε μια ΤΕ το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων θα πρέπει να συμπληρώνεται από έναν ενιαίο εποπτικό μηχανισμό (ΕΕΜ), έναν ενιαίο μηχανισμό εξυγίανσης (ΕΜΕ) και ένα υψηλό και ενιαίο επίπεδο προστασίας των καταθέσεων, και να συνοδεύεται από έναν αποτελεσματικό δημοσιονομικό μηχανισμό προστασίας σε επίπεδο ΕΕ·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ΕΕΜ είναι ο πρώτος πυλώνας της ΤΕ και έχει ως στόχο να εξασφαλίσει την ενιαία και ομοιόμορφη εποπτεία των τραπεζών των συμμετεχόντων κρατών μελών, να δημιουργήσει ίσους όρους ανταγωνισμού στην τραπεζική αγορά, και να συμβάλει στην ασφάλεια και την ευρωστία των πιστωτικών ιδρυμάτων και στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, με σεβασμό στην πολυμορφία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρηματικών μοντέλων τους·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δεν έχει λάβει ως τώρα δεόντως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας κατά την άσκηση του εποπτικού της ρόλου·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ΕΜΕ συνιστά τον δεύτερο πυλώνα της ΤΕ και αποσκοπεί στην εξασφάλιση ενιαίων κανόνων και διαδικασιών και μιας κοινής διαδικασίας λήψης αποφάσεων για την ομαλή εξυγίανση των χρεοκοπημένων τραπεζών με τις ελάχιστες δυνατές επιπτώσεις στο υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην πραγματική οικονομία, στους απλούς πολίτες ή στα δημόσια οικονομικά σε ολόκληρη την Ευρώπη·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο τρίτος πυλώνας της ΤΕ συνίσταται προς το παρόν μόνο σε μια προσέγγιση των εθνικών συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων, ενώ η Επιτροπή μόλις πρόσφατα υπέβαλε πρόταση για ένα ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλισης των καταθέσεων με στόχο να εξασφαλιστεί σταδιακά ένα ενιαίο επίπεδο προστασίας των καταθέσεων, για την οποία θα αποφασίσουν οι συννομοθέτες στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κανονισμός ΕΕΜ και ο κανονισμός ΕΜΕ απαιτούν τη συμμόρφωση των νέων οργάνων που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο του ΕΕΜ –ιδίως του εποπτικού συμβουλίου της ΕΚΤ– και του ΕΜΕ –ιδίως του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης– προς τις αρχές της διαφάνειας και της λογοδοσίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα όργανα αυτά θα πρέπει να λειτουργούν υποδειγματικά εν προκειμένω, αλλά και όσον αφορά την τεχνική ικανότητα και ακεραιτότητα·

Ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (ΕΕΜ)

1.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τη σύσταση του ΕΕΜ, που σημείωσε επιτυχία ήδη από τη δημιουργία του τόσο από επιχειρησιακή άποψη όσο και σε σχέση με την ποιότητα της εποπτείας, και θεωρεί ότι τούτο αποτελεί αξιοσημείωτο επίτευγμα, λαμβανομένης υπόψη της περιπλοκότητας του έργου και του πολύ σύντομου διαθέσιμου χρονικού πλαισίου·

2.  παροτρύνει για ευρεία εκπροσώπηση στην ΤΕ μέσω της μελλοντικής εμπλοκής και συμμετοχής ΕΑΑ μη συμμετεχόντων κρατών μελών βάσει των καθιερωμένων νομικών κανόνων και διαδικασιών, καθώς και μέσω της ενισχυμένης συνεργασίας με τρίτες χώρες εκτός ΕΕ· επαναλαμβάνει ότι η ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ των ΕΑΑ σε ολόκληρη την ΕΕ και διεθνώς είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής ρύθμισης και εποπτείας των τραπεζών που είναι σημαντικές από συστημική άποψη·

3.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τα ακόλουθα, ιδίως όσον αφορά την επιχειρησιακή δομή:

   α) τη διαδικασία προσλήψεων, χάρη στην οποία δημιουργήθηκε ένα καλό μείγμα από άποψη δεξιοτήτων, πολιτισμών και φύλου, που συνέβαλε στον υπερεθνικό χαρακτήρα του ΕΕΜ, καθώς και το πλήρες πρόγραμμα δραστηριοτήτων κατάρτισης για τις εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ) και τα μέλη του προσωπικού της ΕΚΤ· επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι πρακτικές της ΕΚΤ για τους συμβασιούχους επιδέχονται βελτίωση, ιδίως όσον αφορά τον αριθμό των βραχυπρόθεσμων συμβάσεων, τον έλεγχο της τήρησης του ωραρίου του προσωπικού, τη διαφάνεια της διαδικασίας προσλήψεων και τη διάθεση διαπραγμάτευσης με τους συνδικαλιστικούς φορείς· επισημαίνει την ανακοίνωση της ΕΚΤ, ότι διόρισε τον πρώτο της διευθυντή υπηρεσιών, για τη διαχείριση όλων των διοικητικών υπηρεσιών, των υπηρεσιών ΤΠ και των ανθρώπινων πόρων·
   β) τη σύνταξη, βάσει των εθνικών βέλτιστων πρακτικών, του εποπτικού εγχειριδίου για τον καθορισμό των κοινών διεργασιών, διαδικασιών και μεθόδων διεξαγωγής μιας πανευρωπαϊκής διαδικασίας εποπτικής εξέτασης·
   γ) τη δημιουργία της υποδομής ΤΠ και των συναφών εργαλείων ανάλυσης· τονίζει τη σημασία της δημιουργίας ανθεκτικών και λειτουργικών συστημάτων ΤΠ που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εποπτικών καθηκόντων του ΕΕΜ· ενθαρρύνει τον συντονισμό μεταξύ του ΕΕΜ και των εθνικών εποπτικών αρχών για την κάλυψη των αναγκών σε δεδομένα μέσω μιας ενιαίας εφαρμογής·
   δ) τη σύσταση μικτών εποπτικών ομάδων (JST) και τον διάλογο που έχουν καθιερώσει οι ομάδες αυτές με τα εποπτευόμενα πιστωτικά ιδρύματα·
   ε) τις διαδικασίες που προβλέπονται για εργασίες εκτός των κοινών διαδικασιών (έγκριση ειδικών συμμετοχών, αδειοδότηση, μηχανισμός διαβατηρίου, αξιολογήσεις καταλληλότητας)·

4.  επισημαίνει ότι ένα πολύ σημαντικό μέρος των εργασιών αφιερώνεται συστηματικά μόνο στις διοικητικές διαδικασίες που απαιτούνται από τον κανονισμό ΕΕΜ, οι οποίες μπορεί να μην είναι πάντοτε αναλογικές, και είναι διατεθειμένο να εξετάσει προτάσεις για τη μείωση της επιχειρησιακής επιβάρυνσης των δομών σε όλα τα επίπεδα, και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας του ΕΕΜ, ιδίως με την αξιοποίηση των δυνατοτήτων εξορθολογισμού των διοικητικών διαδικασιών ή με την ανάθεση ορισμένων αποφάσεων σχετικά με συγκεκριμένα διοικητικά ζητήματα στο πλαίσιο σαφών ορίων και κατευθυντήριων γραμμών·

5.  επισημαίνει με ικανοποίηση την αναθεώρηση των δεοντολογικών κανόνων της ΕΚΤ, αλλά υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να υπάρχουν ουσιαστικοί κανόνες για τις συγκρούσεις συμφερόντων και διασφαλίσεις έναντι της αθέμιτης επιρροής του χρηματοπιστωτικού κλάδου στο προσωπικό και στα μέλη των διοικητικών οργάνων·

6.  πιστεύει ότι ο βαθμός αποτελεσματικότητας που επιτεύχθηκε από τις JST σε λιγότερο από ένα έτος είναι μεν αξιοσημείωτος, αλλά είναι δυνατόν να επιτευχθούν περαιτέρω βελτιώσεις, μεταξύ άλλων, με την ουσιαστικότερη συμμετοχή των ΕΑΑ στη διαδικασία λήψης αποφάσεων·

7.  επισημαίνει τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν από τις εποπτευόμενες οντότητες σχετικά με την ανάγκη για έγκαιρο προγραμματισμό των εποπτικών ενεργειών, προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητά τους και να αποτραπούν οι ανεπιθύμητες συνέπειες για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των τραπεζών, και θεωρεί ότι υπάρχει μεγάλο περιθώριο βελτίωσης στον συγκεκριμένο τομέα·

8.  τονίζει την ανάγκη να αποφεύγονται οι επικαλύψεις όσον αφορά τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και γενικότερα τα περιττά διοικητικά βάρη για τα πιστωτικά ιδρύματα, ιδίως για τις μικρότερες τράπεζες, και να εξασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας· ζητεί να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα της συλλογής δεδομένων, η οποία θα πρέπει να συμμορφώνεται προς την αρχή «μόνον άπαξ», και να εξεταστεί ως προς τη χρησιμότητα, το εφαρμόσιμο και την αναλογικότητά της·

9.  καλεί την ΕΚΤ να εξασφαλίσει ότι στη δημιουργία της βάσης δεδομένων για τον πιστωτικό κίνδυνο (Analytical Credit Dataset, AnaCredit) θα ληφθούν ιδιαίτερα υπόψη η αρχή της αναλογικότητας και η ανάγκη να αποφευχθεί το δυσανάλογα υψηλό διοικητικό κόστος, ιδίως για τα μικρότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, να καθοριστούν στο κατάλληλο επίπεδο τα σχετικά όρια για την υποβολή στοιχείων·

10.  υπογραμμίζει τη σημασία που έχει η στενή συνεργασία μεταξύ των γενικών διευθύνσεων (ΓΔ) της ΕΚΤ που είναι επιφορτισμένες με θέματα άμεσης και έμμεσης μικροπροληπτικής εποπτείας και της ΓΔ που είναι επιφορτισμένη με την οριζόντια εποπτεία και τις υπηρεσίες πραγματογνωσίας, και τονίζει τον ρόλο της τελευταίας για τη βελτίωση της κατανόησης, μεταξύ των εποπτευόμενων οντοτήτων, της κοινής εποπτικής προσέγγισης που διέπει τα συγκεκριμένα επιμέρους μέτρα μικροπροληπτικής εποπτείας· τονίζει τη σημασία του πλήρους οργανωτικού διαχωρισμού μεταξύ του προσωπικού του ΕΕΜ και του προσωπικού που παρέχει υπηρεσίες αναγκαίες για τους σκοπούς της ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής·

11.  ζητεί τη συστηματική αναθεώρηση των διεξοδικών αξιολογήσεων των ιδρυμάτων που τελούν υπό την εποπτεία της ΕΚΤ, καθώς και κατάλληλες βελτιώσεις στη μεθοδολογία υπό το φως των αντλούμενων διδαγμάτων, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ένα ίδρυμα κρίνεται ότι είναι εύρωστο κατά την αξιολόγηση και εν συνεχεία αντιμετωπίζει προβλήματα, καθώς και όταν ένα ίδρυμα κρίνεται με βάση προσομοίωση ακραίων καταστάσεων ότι δεν διαθέτει επαρκή κεφάλαια αλλά το σενάριο αυτό αποδεικνύεται καταφανώς εσφαλμένο· υπογραμμίζει τους περιορισμούς της τρέχουσας μεθοδολογίας προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων, που επιτρέπει το άνοιγμα σε τρίτες χώρες με βάση την αρχική αξιολόγηση των τραπεζών·

12.  επιδοκιμάζει το γεγονός ότι η ΕΚΤ καταβάλλει προσπάθειες για τη βελτίωση του ευρύτερου πλαισίου των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων προκειμένου να προσδώσει ρεαλιστικότερα δυναμικά χαρακτηριστικά στο πλαίσιο των μοντέλων των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, να τους προσθέσει ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων ρευστότητας, και να τους ενσωματώσει τις αλυσιδωτές επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα και την αλληλεπίδραση με την πραγματική οικονομία και τον σκιώδη τραπεζικό τομέα στο ευρύτερο πλαίσιο·

13.  θεωρεί ότι η διεξοδική αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε πριν από την έναρξη λειτουργίας του ΕΕΜ αποτελεί σημαντικό βήμα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, που είχε πληγεί λόγω των ετών της κρίσης, και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ, μέσω της βελτίωσης της κεφαλαιοποίησης και της αύξησης της διαφάνειας· θεωρεί ότι η Διαδικασία Εποπτικού Ελέγχου και Αξιολόγησης (SREP) και οι μελλοντικές διεξοδικές αξιολογήσεις των ισολογισμών των τραπεζών συνιστούν αναγκαίο μέσο για τον προσδιορισμό των τραπεζών που πρέπει να ενισχύσουν την κεφαλαιοποίησή τους και να μειώσουν τη μόχλευση·

14.  τονίζει το γεγονός ότι η οικονομική ανάκαμψη έχει μεν αρχίσει, αλλά –ιδίως λόγω ανεπαρκούς επιπέδου διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σύγκλισης και επενδύσεων, και υπερβολικής εξάρτησης από εξωτερικούς παράγοντες, παραμένει εύθραυστη και περιορισμένη, ενώ ο πληθωρισμός υπολείπεται του στόχου· στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνει ότι ενώ τον τελευταίο καιρό παρατηρήθηκαν απτές βελτιώσεις, η δυναμική των πιστώσεων είναι ακόμα χαμηλή σε πολλές δικαιοδοσίες και ένας μεγάλος όγκος μη εξυπηρετούμενων δανείων επιβαρύνει τους ισολογισμούς πολλών ευρωπαϊκών τραπεζών, περιορίζοντας την ικανότητά τους να χρηματοδοτούν την οικονομία·

15.  υπενθυμίζει ότι η δυνατότητα διαγραφής ή πώλησης μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι κρίσιμη, καθώς απελευθερώνει κεφάλαια για τη χρηματοδότηση νέων δανείων, ιδίως σε ΜΜΕ· τονίζει ότι είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστεί το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδίως μέσω της διευκόλυνσης της σύστασης εταιρειών διαχείρισης χαρτοφυλακίου στις χώρες όπου κρίνεται απαραίτητο, όπως συνέβη στην Ισπανία και στην Ιρλανδία·

16.  επισημαίνει ότι ο αποτελεσματικός συντονισμός μεταξύ μακροπροληπτικών και μικροπροληπτικών πολιτικών έχει καθοριστική σημασία, και υπογραμμίζει ότι ο ΕΕΜ αποτελεί εξ ολοκλήρου τμήμα του μακροπροληπτικού πλαισίου της ΕΕ και του έχουν ανατεθεί σχετικές μακροπροληπτικές αρμοδιότητες, από κοινού με τις ΕΑΑ και το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ· τονίζει την ανάγκη να ενισχυθεί ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) προκειμένου οι αρμοδιότητες των ΕΑΑ και του ΕΕΜ να συμπληρωθούν από μια διατομεακή αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι κίνδυνοι στο μακροοικονομικό επίπεδο θα αντιμετωπίζονται με γνώμονα το γενικό συμφέρον της Ευρώπης· θεωρεί ότι η μακροπροληπτική πολιτική πρέπει να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην αποτροπή των μεγάλων διακυμάνσεων στον χρηματοοικονομικό κύκλο· υπενθυμίζει ότι το ΕΣΣΚ θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη διασύνδεση των χρηματοπιστωτικών αγορών και τυχόν άλλους συστημικούς κινδύνους που επηρεάζουν τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών·

17.  συμφωνεί με τις απόψεις που εξέφρασαν ανώτατα στελέχη της ΕΚΤ, ήτοι ότι η μακροπροληπτική πολιτική πρέπει να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην αποτροπή των μεγάλων διακυμάνσεων στον χρηματοοικονομικό κύκλο αντί να ενισχύει απλώς την ανθεκτικότητα στους κλυδωνισμούς όταν συμβαίνουν· επιδοκιμάζει την έρευνα της ΕΚΤ σχετικά με τον ορισμό της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και ζητεί την ανάπτυξη εργαλείων, όπως ο δείκτης συστημικού κινδύνου που συζητήθηκε στην επισκόπηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας του Νοεμβρίου του 2015 για την παρακολούθηση του συστημικού κινδύνου στο πλαίσιο μιας αποτελεσματικής δέσμης εργαλείων διαχείρισής του·

18.  επισημαίνει ότι η διαρθρωτική μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα, η οποία σχεδιάστηκε με γνώμονα τη μείωση του συστημικού κινδύνου και την αντιμετώπιση του ζητήματος των ιδρυμάτων των οποίων το μέγεθος δεν επιτρέπει την πτώχευσή τους, δεν έχει υλοποιηθεί ακόμα· ζητεί να επιτευχθεί σύντομα νομοθετική συμφωνία·

19.  επισημαίνει ότι ο ασφαλιστικός τομέας επεκτείνεται διαρκώς περισσότερο σε χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, και υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να υπάρχουν ίσοι όροι ανταγωνισμού προκειμένου να αποφεύγεται το ρυθμιστικό αρμπιτράζ όσον αφορά την προληπτική εποπτεία και του κανόνες προστασίας των καταναλωτών·

20.  πιστεύει ότι η παγκόσμια κινητοποίηση για να επιτευχθούν περισσότερα και καλύτερης ποιότητας τραπεζικά κεφάλαια και τράπεζες με λιγότερη μόχλευση συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη ενός υγιούς τραπεζικού συστήματος ικανού να στηρίξει την οικονομία, καθώς και για να μην επαναληφθούν ενδεχόμενες διασώσεις μεγάλης κλίμακας, όπως αυτές που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης· υπογραμμίζει, εντούτοις, ότι η ανάπτυξη ρυθμιστικών και εποπτικών πολιτικών και άλλων πολιτικών του χρηματοπιστωτικού τομέα σε παγκόσμιο επίπεδο (Συμβούλιο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (FSB), Επιτροπή της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία (BCBS), κ.λπ.) δεν πρέπει να στοχοποιεί ένα συγκεκριμένο μοντέλο χρηματοδότησης που χρησιμοποιείται σε κάποιο μέρος του κόσμου·

21.  επισημαίνει ότι η αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων πέραν ενός ορισμένου ορίου μπορεί να έχει ως παρενέργεια τον περιορισμό της δανειοδοτικής ικανότητας των τραπεζών, και, ότι ο κίνδυνος αυτός θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνεται υπόψη στον προσδιορισμό του ύψους του κεφαλαίου· υπογραμμίζει ότι η αλληλεξάρτηση μεταξύ των κεφαλαιακών απαιτήσεων και της προσφοράς πιστώσεων δεν είναι γραμμική·

22.  καλεί την Επιτροπή να διεξαγάγει, από κοινού με τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές (ESA), διεξοδική αξιολόγηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων της ισχύουσας και της μελλοντικής νομοθεσίας, προκειμένου, ειδικότερα, να αναλύσει τις συνέπειές τους αναφορικά με τους όρους χρηματοδότησης των ΜΜΕ και, γενικότερα, της πραγματικής οικονομίας, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την ισορροπία μεταξύ του βραχυπρόθεσμου και του μακροπρόθεσμου αντικτύπου των κεφαλαιακών απαιτήσεων και την ανάγκη για διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας·

23.  υπενθυμίζει τη σημασία εργαλείων όπως ο «συντελεστής υποστήριξης των ΜΜΕ»· προτείνει να επεκταθούν οι πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της χρηματοδότησης των ΜΜΕ, ώστε να καλύπτουν τις νεοφυείς επιχειρήσεις, τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και τις εταιρείες μεσαίας κεφαλαιοποίησης·

24.  θεωρεί ότι η σταθεροποίηση του εποπτικού και ρυθμιστικού πλαισίου αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, ώστε να αποφευχθεί η αβεβαιότητα σχετικά με τη ρυθμιστική και εποπτική δράση, και να στηριχτούν η ανάπτυξη και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα· ζητεί να περιοριστεί βραχυπρόθεσμα η πολυπλοκότητα της υφιστάμενης νομοθεσίας και να δημιουργηθεί μεσοπρόθεσμα ένα ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό εγχειρίδιο κανόνων για τη χρηματοπιστωτική ρύθμιση και τα δικαιώματα των καταναλωτών, το οποίο να αντικαταστήσει την τρέχουσα πολύπλοκη και επαχθή νομοθεσία που απαρτίζεται από επιμέρους και μεμονωμένους κανόνες·

25.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την ανάπτυξη κοινής μεθοδολογίας όσον αφορά τον κύκλο της SREP του 2015· επισημαίνει ότι, εν μέρει λόγω της ταχείας έναρξης λειτουργίας του ΕΕΜ, πολλές πτυχές της εν λόγω μεθοδολογίας ολοκληρώθηκαν αφού είχε ήδη αρχίσει ο κύκλος της SREP, και θεωρεί ότι, προκειμένου να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των αποτελεσμάτων και να αυξηθεί η συνέπεια μεταξύ των προφίλ κινδύνου των τραπεζών και των επιπέδων των κεφαλαίων, θα ήταν σκόπιμο να βελτιωθεί περαιτέρω η διαδικασία που οδηγεί στην έγκριση των κοινών εποπτικών προτύπων αξιολόγησης κινδύνου· επικροτεί την προθυμία του ΕΕΜ να καταβάλει προσπάθειες για τη βελτίωση της διακυβέρνησης των τραπεζών και ιδίως της διαχείρισης κινδύνου, της διάθεσης για ανάληψη κινδύνων και του κυβερνοκινδύνου·

26.  θεωρεί ότι ο υπολογισμός του μέγιστου διανεμητέου ποσού (MDA) για κάθε επιμέρους τράπεζα σύμφωνα με το άρθρο 141 παράγραφος 6 της οδηγίας για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (CRD) αποτελεί σημαντικό μέσο για την επίτευξη κεφαλαιακής αποκατάστασης, εναλλακτικά προς τη συρρίκνωση των ισολογισμών· υπογραμμίζει ότι έλλειψη η σαφήνειας της νομοθεσίας αναφορικά με την ιεραρχία μεταξύ του δεύτερου πυλώνα και των κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας σε σχέση με το όριο του MDA και άλλα περιοριστικά μέτρα δεν αποκλείει την χρησιμοποίηση ενός περιθωρίου ευελιξίας από τον ΕΕΜ προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που είναι υπερβολικά αυστηρές και ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την αγορά ομολόγων πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 και τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού με άλλες δικαιοδοσίες· ζητεί να διευκρινιστούν από νομική άποψη ο μηχανισμός MDA και η λειτουργία του δεύτερου πυλώνα όσον αφορά την αντιμετώπιση του κινδύνου συγκεκριμένης τράπεζας, προκειμένου να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού στην ΕΕ και να υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια σε σχέση με τον σκοπό που εξυπηρετεί ο μηχανισμός· θεωρεί ότι η αναθεώρηση των διατάξεων αυτών θα πρέπει να αποσκοπεί στην ενσωμάτωσή τους στον κανονισμό·

27.  υπογραμμίζει ότι οι επιλογές σε εθνικό επίπεδο και η διακριτική ευχέρεια που εκχωρείται στα κράτη μέλη εμποδίζουν τον ΕΕΜ να αναπτύξει μια ενιαία προσέγγιση εποπτείας στην ευρωζώνη ώστε να εξασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού, και πιστεύει ότι η προσέγγιση των πρακτικών και των προτύπων θα πρέπει να συμβαδίζει με την ολοκλήρωση των άλλων δύο πυλώνων της Τραπεζικής Ένωσης· επικροτεί, στο πλαίσιο αυτό, τη δημοσίευση εκ μέρους της ΕΚΤ σχεδίου κανονισμού με στόχο την εξάλειψη περίπου 35 εθνικών δικαιωμάτων και διακριτικών ευχερειών στο πλαίσιο του τραπεζικού κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ, καθώς και τη δημοσίευση σχεδίου οδηγού που θα βοηθάει τις μικτές εποπτικές ομάδες (JST) να λαμβάνουν αποφάσεις με μεγαλύτερη συνέπεια στους τομείς που καλύπτονται από τα υπόλοιπα προσδιορισθέντα δικαιώματα και διακριτικές ευχέρειες· θεωρεί ότι η εν λόγω ενιαία υλοποίηση απαιτεί μια σταδιακή προσέγγιση και ότι θα πρέπει να έχει ως στόχο να αντιμετωπίσει όλα τα υφιστάμενα εμπόδια και τις κατατμήσεις· είναι πρόθυμο να συνεργαστεί σε νομοθετικό επίπεδο για να βελτιωθεί περαιτέρω η κανονιστική και εποπτική εναρμόνιση· τονίζει την ανάγκη να αναθεωρηθούν τα δικαιώματα και οι διακριτικές ευχέρειες που εκχωρούνται σε εθνικό επίπεδο, ώστε να διαμορφωθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού στην Τραπεζική Ένωση, μεταξύ άλλων μεταξύ των χρηματοπιστωτικών ομίλων και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που δεν ανήκουν σε ομίλους και έχουν συμμετοχές σε ασφαλιστικές εταιρείες'

28.  υπενθυμίζει ότι η εφαρμογή της επιμέτρησης εύλογης αξίας για μη πραγματοποιηθέντα κέρδη και για ζημίες σε ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων στην κατηγορία «Διαθέσιμα προς πώληση» όχι μόνο ενισχύει τον δεσμό μεταξύ τραπεζών και κυβερνήσεων αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αστάθεια ιδίων κεφαλαίων· καλεί την ΕΚΤ να διατηρήσει τη μη εφαρμογή της εν λόγω επιμέτρησης έως ότου εφαρμοστεί το IFRS 9·

29.  υπογραμμίζει ότι τόσο ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26 Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων όσο και η οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων), αναφερόμενες συλλογικά ως «CRR/CRDIV»), εγκρίθηκαν από τους συννομοθέτες πριν από τη θέσπιση του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού· παροτρύνει την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για την τεχνική προσαρμογή της δέσμης CRR/CRDIV ώστε να ευθυγραμμιστεί με το πλαίσιο της Τραπεζικής Ένωσης· καλεί την Επιτροπή να χρησιμοποιεί κανονισμούς, που εφαρμόζονται άμεσα και για όλες τις χώρες της ΕΕ, αντί οδηγίες, ως νομοθετικό εργαλείο για τη διασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής σε ολόκληρη την ΕΕ και την Τραπεζική Ένωση·

30.  τονίζει τη σημασία του έργου που έχει αναληφθεί όσον αφορά την εναρμόνιση του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού, η οποία είναι καθοριστική για τη συγκρισιμότητα, και την επανεξέταση των εσωτερικών μοντέλων για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων των τραπεζών· εκτιμά ότι η πρόοδος στον συγκεκριμένο τομέα, για όλα τα χαρτοφυλάκια, είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας και της αξιοπιστίας της εποπτείας των τραπεζών στη ζώνη του ευρώ, προκειμένου να προαχθούν οι βέλτιστες πρακτικές στα μοντέλα της αγοράς και του πιστωτικού κινδύνου·

31.  επικροτεί την έγκριση πέντε προτεραιοτήτων υψηλού επιπέδου από το ΕΕΜ, για την καθοδήγηση της εποπτείας του κατά το 2016· τονίζει ότι ο ΕΕΜ θα πρέπει να εξετάζει, πέρα από τον πιστωτικό κίνδυνο, όλες τις μορφές τραπεζικών κινδύνων, συμπεριλαμβανομένου του μη χρηματοπιστωτικού κινδύνου· υπογραμμίζει ότι απαιτείται να ληφθούν περαιτέρω μέτρα για να ενισχυθεί ο εποπτικός έλεγχος των χρηματοοικονομικών χαρτοφυλακίων των τραπεζών, ιδίως των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 3, συμπεριλαμβανομένων των παραγώγων· τονίζει την ανάγκη μείωσης των διασυνδέσεων μεταξύ του ρυθμιζόμενου και του σκιώδους τραπεζικού τομέα, αν μη τι άλλο με τον περιορισμό της αντίστοιχης έκθεσης σε πιστωτικούς κινδύνους·

32.  θεωρεί ότι θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στα μεγαλύτερα ανοίγματα υπό τη μορφή λογαριασμών εκτός ισολογισμού, ιδίως όσον αφορά τις παγκόσμιες συστημικά σημαντικές τράπεζες (G-SIB)· τονίζει εν προκειμένω την ανάγκη επαγρύπνησης όσον αφορά την ανάπτυξη του σκιώδους τραπεζικού τομέα·

33.  επισημαίνει το έργο των BCBS και ΕΣΣΚ όσον αφορά τα ανοίγματα τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών διαμεσολαβητών σε κρατικά ομόλογα καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να αξιολογήσουν προσεκτικά και διεξοδικά τις ενδεχόμενες μεσοπρόθεσμες μεταβολές του τρέχοντος ρυθμιστικού πλαισίου, χωρίς να μειώσουν τη διαθέσιμη χρηματοδότηση για τα κράτη μέλη και χωρίς παρενέργειες στον ανταγωνισμό και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στο πλαίσιο μιας συντονισμένης προσπάθειας σε παγκόσμιο επίπεδο· υπογραμμίζει ότι προκειμένου να μειωθεί ουσιαστικά ο κίνδυνος, θα πρέπει να ληφθούν παράλληλα μέτρα, μεταξύ άλλων για τη μείωση του ανοίγματος σε επίπεδο 2 και επίπεδο 3 και να εξασφαλιστεί η πλήρης σύγκλιση των συστημάτων εσωτερικών διαβαθμίσεων (IRB) για τη μέτρηση του πιστωτικού κινδύνου·

34.  τονίζει ότι ο ΕΕΜ και ο ΕΜΕ αποτελούν ένα βήμα προς τη δημιουργία κοινής αγοράς τραπεζικών υπηρεσιών, καθιστώντας ελκυστικότερη τη διασυνοριακή ενοποίηση· εκτιμά ότι η καθιέρωση αξιολόγησης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της δυνατότητας εξυγίανσης, στην οδηγία για τις ειδικές συμμετοχές, είναι απαραίτητη προκειμένου να αποφευχθούν νέα προβλήματα συνδεόμενα με την αντίληψη ότι το μέγεθος ορισμένων ιδρυμάτων είναι τέτοιο που δεν επιτρέπει την πτώχευσή τους («too-big-to-fail»), τα οποία ενδέχεται να δημιουργηθούν λόγω της αύξησης του αριθμού συγχωνεύσεων και εξαγορών·

35.  υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισε ο ΕΕΜ κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης, με την παρακολούθηση της κατάστασης του τραπεζικού τομέα της χώρας, τη διεξαγωγή διεξοδικής αξιολόγησης των σημαντικών ελληνικών ιδρυμάτων και τη συμβολή στον προσδιορισμό των αναγκών ανακεφαλαιοποίησης· επισημαίνει ότι οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών όπως εκτιμήθηκαν από τον ΕΕΜ κυμαίνονται από 4,4 δισ. EUR στο βασικό σενάριο έως 14,4 δισ. EUR στο σενάριο με τον μεγαλύτερο κίνδυνο, ενώ το περιθώριο ασφαλείας που προβλεπόταν από το πρόγραμμα ανερχόταν σε 25 δισ. EUR· ζητεί να διευκρινιστεί ο ρόλος των εταιρειών χρηματοοικονομικών συμβούλων, που τους ανατέθηκαν συχνά συμβάσεις χωρίς δημόσια πρόσκληση υποβολής προσφορών και είχαν συμμετοχή σε όλες τις διασώσεις στη ζώνη του ευρώ, παρέχοντας πραγματογνωσία στην «τρόικα» των διεθνών δανειστών· ζητεί μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία στη διαδικασία ανάθεσης συμβάσεων έργου, προκειμένου να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων λόγω δεσμών με επενδυτικά ταμεία και άλλους παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών· ζητεί από την ΕΚΤ να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της του «σιωπηρού παρατηρητή» όσον αφορά τα προγράμματα βοήθειας· τονίζει ότι η επείγουσα στήριξη της ρευστότητας (ELA) αποτελεί ουσιαστικό μέσο για τη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεδομένου ότι εμποδίζει τη μετατροπή των κρίσεων ρευστότητας σε κρίσεις φερεγγυότητας· επισημαίνει ότι η ευθύνη για την παροχή της δεν έχει ακόμη πλήρως μεταβιβαστεί στο επίπεδο της ζώνης του ευρώ· επικροτεί τις παρατηρήσεις του Προέδρου Draghi στην Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Κοινοβουλίου, σχετικά με τη συνεπή αναθεώρηση του καθεστώτος της ELA υπό το φως της μεταφοράς της τραπεζικής εποπτείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

36.  πιστεύει ότι η στρατηγική εποπτείας της ΕΚΤ θα πρέπει, αποφεύγοντας κάθε διαφοροποίηση με βάση τα εθνικά σύνορα, να αντανακλά και να προστατεύει τον πλουραλισμό και την ποικιλομορφία των τραπεζικών μοντέλων σε ολόκληρη την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των αυθεντικών και υγιών αμοιβαίων κεφαλαίων, ταμιευτηρίων και συνεταιριστικών τραπεζών, και να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας·

37.  θεωρεί ότι η διαφάνεια απέναντι στους παράγοντες της αγοράς και το κοινό, μεταξύ άλλων όσον αφορά λεπτά θέματα όπως οι κεφαλαιακοί στόχοι ως αποτέλεσμα του κύκλου SREP, οι εποπτικές πρακτικές, και άλλες απαιτήσεις, έχει καθοριστική σημασία για την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των εποπτευόμενων οντοτήτων, τον θεμιτό ανταγωνισμό στον τραπεζικό τομέα και την αποφυγή καταστάσεων στις οποίες η κανονιστική αβεβαιότητα επηρεάζει αρνητικά την επιχειρηματική στρατηγική των τραπεζών· υπογραμμίζει ότι η διαφάνεια τόσο των εποπτικών αρχών όσο και των εποπτευόμενων οντοτήτων αποτελεί επίσης προϋπόθεση για τη λογοδοσία, δεδομένου ότι επιτρέπει στο Κοινοβούλιο και στο κοινό να ενημερώνονται σχετικά με βασικά θέματα πολιτικής και να αξιολογούν τη συνέπεια προς τους κανόνες και τις εποπτικές πρακτικές· ζητεί μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά τις αποφάσεις και τις αιτιολογήσεις του δεύτερου πυλώνα·

38.  υπογραμμίζει ότι η δημοσίευση καταλόγου συνήθων ερωτήσεων σχετικά με την SREP θα μπορούσε, σε αυτό το πλαίσιο, να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο·

39.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τον αποδοτικό και ανοικτό τρόπο με τον οποίο η ΕΚΤ έχει ανταποκριθεί ως σήμερα στις υποχρεώσεις λογοδοσίας της ενώπιον του Κοινοβουλίου, και καλεί την ΕΚΤ να συνεχίσει να λειτουργεί έτσι και να συμβάλει περαιτέρω στη βελτίωση της ικανότητας του Κοινοβουλίου να αξιολογεί τις πολιτικές και τις δραστηριότητες του ΕΕΜ· επικροτεί την προθυμία του Προέδρου της ΕΚΤ να συνεχίσει τη συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσον αφορά τον ρόλο της ΕΚΤ σε τραπεζικά θέματα, ιδίως στο πλαίσιο οργανισμών που θέτουν παγκόσμια πρότυπα, όπως το FSB·

40.  υπενθυμίζει ότι ο δημόσιος έλεγχος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των μηχανισμών που εξασφαλίζουν τη λογοδοσία των ιδρυμάτων έναντι των πολιτών· επισημαίνει, συνεπώς, με ανησυχία τη δήλωση που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο 2015 από την Επιτροπή Επαφών των Επικεφαλής των Ανώτατων Οργάνων Ελέγχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ), η οποία προειδοποιεί για την εμφάνιση ελεγκτικών κενών λόγω της μεταβίβασης εποπτικών καθηκόντων από εθνικές αρχές στον ΕΕΜ σε πλαίσιο στο οποίο η εντολή ελέγχου του ΕΕΣ επί της άσκησης εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ είναι λιγότερο ευρεία από τις αντίστοιχες εντολές των εθνικών οργάνων ελέγχου επί των εθνικών εποπτικών αρχών· συνιστά, επομένως, να εξεταστεί το ενδεχόμενο ενίσχυσης της εντολής ελέγχου του ΕΕΣ·

41.  υπογραμμίζει τη σημασία της συνεργασίας με το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (SRB), την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) και με άλλες αρχές στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συστήματος χρηματοπιστωτικής εποπτείας, με πλήρη σεβασμό στην κατανομή των ρόλων και των αρμοδιοτήτων και στον διαχωρισμό μεταξύ ρύθμισης και εποπτείας, προκειμένου να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τη δομή ελέγχων και ισορροπιών της ΕΕ· τονίζει ιδίως ότι η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), με τη σαφή εντολή που της έχει ανατεθεί στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, πρέπει να ενδυναμώσει και να ενισχύσει το πλαίσιο προστασίας των καταναλωτών για τις τραπεζικές υπηρεσίες, συμπληρωματικά προς την προληπτική εποπτεία του ΕΕΜ, και στην Ένωση συνολικά·

42.  χαιρετίζει την αξιοπιστία του ΕΕΜ σε διεθνές επίπεδο· θεωρεί θεμελιώδους σημασίας τη δέουσα συμμετοχή του ΕΕΜ στην κατάρτιση των παγκόσμιων κανονιστικών προτύπων, και ιδίως των κατευθυντήριων γραμμών τις οποίες διαπραγματεύονται το FSB και η BCBS·

Ενιαίος Μηχανισμός Εξυγίανσης (ΕΜΕ)

43.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την αποτελεσματική σύσταση του SRB και για την ίδρυση των εθνικών αρχών εξυγίανσης (NRA) στα κράτη μέλη·

44.  τονίζει τη σημασία της καθιέρωσης αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ του SRB και των NRA για την ομαλή λειτουργία του ΕΜΕ· θεωρεί ότι οι τα εσωτερικά κλιμάκια εξυγίανσης (IRT), ως ισοδύναμα των JST του EEM, αποτελούν καλή βάση για την οργάνωση της συνεργασίας εντός του ΕΜΕ·

45.  ενθαρρύνει τη σύναψη μνημονίου συνεργασίας (ΜΣ) σχετικά με την αμοιβαία συνεργασία και ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ του SRB και της ΕΚΤ ως ενιαίας εποπτικής αρχής, προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα και να αποτραπεί η διπλή υποβολή στοιχείων από τις τράπεζες, συγχρόνως δε να μπορεί το SRB να έχει πρόσβαση στα δεδομένα του ΕΕΜ που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της θεσμικής του εντολής· τονίζει τη σημασία της ομαλής συνεργασίας μεταξύ του ΕΜΕ και των αρμόδιων εθνικών αρχών (ΕΑΑ)·

46.  υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ των τραπεζών που βρίσκονται υπό την άμεση εποπτεία του ΕΕΜ και των τραπεζών υπό την άμεση ευθύνη του SRB (συμπεριλαμβανομένων άλλων διασυνοριακών ομίλων) και τις πιθανές συνέπειές της όσον αφορά την πρόσβαση του SRB σε πληροφορίες·

47.  ζητεί να καθιερωθούν ειδικές ρυθμίσεις εντός της Επιτροπής και μεταξύ του SRB και της Επιτροπής, προκειμένου να καθοριστούν αποτελεσματικές διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων σε περίπτωση εξυγίανσης·

48.  ενθαρρύνει τη σύναψη συμφωνιών συνεργασίας μεταξύ του SRB και των NRA μη συμμετεχόντων κρατών μελών και τρίτων χωρών, για την αποτελεσματική αμοιβαία συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών·

49.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την προετοιμασία από το SRB εγχειριδίων για δραστηριότητες εξυγίανσης, σύμφωνα με τα σχετικά πρότυπα της ΕΑΤ, σκοπός των οποίων είναι να προωθήσουν μια συνεκτική, αποτελεσματική και αναλογική προσέγγιση στα καθήκοντα εξυγίανσης στο πλαίσιο του ΕΜΕ·

50.  ζητεί να σημειωθεί εγκαίρως πρόοδος όσον αφορά την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης και τον καθορισμό της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL) για τα ιδρύματα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ΕΜΕ, προκειμένου να είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί η ομαλή εξυγίανση των προβληματικών τραπεζών, με τις ελάχιστες δυνατές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία και τα δημόσια οικονομικά· καλεί την Επιτροπή να εγκρίνει σύντομα το ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο για την MREL, με υψηλό δεσμευτικό πρότυπο τουλάχιστον 8% MREL για όλες τις τράπεζες του SRB, σύμφωνα με την οδηγία για την ανάκαμψη και την εξυγίανση (BRRD) (οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014)(14) και ελαχιστοποιώντας τις πιθανότητες απώλειας μη καλυπτόμενων καταθέσεων ΜΜΕ· επισημαίνει το επιτελούμενο έργο για την υλοποίηση της συνολικής ικανότητας απορρόφησης ζημιών (TLAC) και καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει τη συμβατότητα με την MREL·

51.  καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει, με βάση την πείρα της και στο πλαίσιο της αναθεώρησης του κανονισμού (EE) αριθ. 806/2014, αν το SRB και οι NRA διαθέτουν επαρκή εξουσίες και μέσα έγκαιρης επέμβασης για την πρόληψη της αιμορραγίας των τραπεζών·

52.  τονίζει ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό ΕΕΜ, το συμβούλιο θα πρέπει, κατά προτεραιότητα, να μεριμνά δεόντως για την κατάρτιση των σχεδίων εξυγίανσης των συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων, για την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσής τους και για τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων με στόχο την αντιμετώπιση ή την άρση των εμποδίων στην εξυγίανσή τους· υπογραμμίζει επίσης ότι το συμβούλιο έχει την εξουσία να απαιτεί την τροποποίηση της διάρθρωσης και της οργάνωσης των ιδρυμάτων ή των ομίλων, προκειμένου να λαμβάνει τα μέτρα που είναι αναγκαία και αναλογικά για τη μείωση ή την άρση των υλικών εμποδίων στην εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και να διασφαλίζει τη δυνατότητα εξυγίανσης των οικείων οντοτήτων·

53.  επισημαίνει τον διπλό ρόλο των μελών του συμβουλίου, τα οποία είναι συγχρόνως μέλη ενός εκτελεστικού οργάνου με αρμοδιότητες λήψης αποφάσεων και ανώτερα στελέχη που λογοδοτούν στον Πρόεδρο, και θεωρεί ότι θα πρέπει να πραγματοποιηθεί αξιολόγηση της δομής αυτής πριν από τη λήξη της τρέχουσας εντολής·

54.  καλεί τα κράτη μέλη που δεν το έχουν πράξει ακόμα, να ολοκληρώσουν τη μεταφορά της BRRD, και τονίζει τη σημασία της πλήρους εφαρμογής και επιβολής των διατάξεών της·

55.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την επικύρωση από τα κράτη μέλη της διακυβερνητικής συμφωνίας για τη μεταφορά και την αμοιβαιοποίηση των εισφορών στο ενιαίο ταμείο εξυγίανσης (ΕΤΕ), που επιτρέπει την πλήρη λειτουργία του ΕΜΕ, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης του μέσου διάσωσης με ίδια μέσα, από την 1η Ιανουαρίου 2016, σύμφωνα με το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα· εκφράζει την επιδοκιμασία του για την καθιέρωση διαδικασιών υπολογισμού και συγκέντρωσης για τις εκ των προτέρων καταβαλλόμενες εισφορές στο ΕΤΕ μέσω του SRB· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για την απόφαση να συσταθεί το ΕΤΕ με διακυβερνητική συμφωνία αντί μέσω του ενωσιακού δικαίου· καλεί την Επιτροπή να λάβει άμεσα τα αναγκαία μέτρα για την ταχεία ενσωμάτωση της διακυβερνητικής συμφωνίας στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 16 της συμφωνίας και στην έκθεση των πέντε προέδρων·

56.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις για την περαιτέρω μείωση των νομικών κινδύνων των αξιώσεων στο πλαίσιο της αρχής περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών·

57.  καλεί τα κράτη μέλη να εισπράττουν τις εισφορές που συνδέονται με την BRRD και τον ΕΜΕ πλήρως, εγκαίρως και αποτελεσματικά σε εθνικό επίπεδο, προκειμένου να τις μεταβιβάζουν στο ΕΤΕ σύμφωνα με τη διακυβερνητική συμφωνία·

58.  καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διεξαγάγει με εξαιρετική προσοχή επανεξέταση του υπολογισμού των συνεισφορών για το ΕΤΕ που προβλέπεται στην αιτιολογική σκέψη 27 του κατ᾽ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/63, και να ελέγξει ιδίως την καταλληλότητα του παράγοντα κινδύνου, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι αντικατοπτρίζεται με ορθό τρόπο το προφίλ κινδύνου των λιγότερο σύνθετων ιδρυμάτων·

59.  συνιστά, για την αποτελεσματική διαχείριση των τραπεζικών κρίσεων στο μέλλον, την προσεκτική αξιολόγηση των διαφόρων επιλογών που έχει στη διάθεσή του το συμβούλιο με βάση την ενωσιακή νομοθεσία (διάφορα εργαλεία εξυγίανσης εναλλακτικά προς τη ρευστοποίηση της τράπεζας), λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της διασφάλισης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της διατήρησης της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα·

60.  υπογραμμίζει την χρονική αναντιστοιχία μεταξύ των κανόνων για την κατανομή των βαρών και για την πλήρη διάσωση με ίδια μέσα, οι οποίοι επηρέασαν αναδρομικά την πραγματική επικινδυνότητα των χρεωστικών τίτλων που εκδόθηκαν πριν από τις τελευταίες νομικές διατάξεις, και τον ορισμό και την εφαρμογή κατάλληλων κανόνων προστασίας των επενδύσεων· καλεί το SRB να διεξαγάγει προσεκτική αξιολόγηση της μεταβατικής περιόδου και να εξασφαλίσει ότι, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας, οι νέοι κανόνες θα εφαρμοστούν με την αναγκαία αναλογικότητα και δικαιοσύνη· καλεί την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) να εγγυηθούν την απαιτούμενη προστασία των καταναλωτών·

61.  τονίζει ότι είναι αναγκαίο, συνεπεία της ύπαρξης των εθνικών τμημάτων του ΕΤΕ, να τεθεί ταχέως σε εφαρμογή κατάλληλος μεταβατικός μηχανισμός χρηματοδότησης, προκειμένου να χορηγούνται στο Ταμείο, εφόσον χρειάζεται, επαρκείς πόροι κατά την περίοδο πριν από την ολοκλήρωσή του και να διασφαλιστεί ο αποτελεσματικός διαχωρισμός μεταξύ τραπεζών και κυβερνήσεων· υπενθυμίζει ότι η Ευρωομάδα και οι υπουργοί του ECOFIN, αναγνώρισαν στη δήλωσή τους της 18ης Δεκεμβρίου 2013 τη δυνατότητα προσφυγής είτε σε εθνικές πηγές, με την υποστήριξη τραπεζικών εισφορών, είτε στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ)·

62.  εκφράζει, πάντως, την ικανοποίησή του για τη συμφωνία που επιτεύχθηκε όσον αφορά τη διάθεση κονδυλίων για συγκεκριμένες διαδικασίες εξυγίανσης, από εθνικούς πόρους·

63.  υπενθυμίζει τη δήλωση του ECOFIN, της 8ης Δεκεμβρίου 2015, και τη δέσμευση που περιλαμβάνει όσον αφορά την εξέταση, μετά την ολοκλήρωση της κύρωσης της διακυβερνητικής συμφωνίας, της δυνατότητας για πλήρη μεταφορά της BRRD και εφαρμογή ρυθμίσεων μεταβατικής χρηματοδότησης, καθώς και των περαιτέρω ενεργειών και χρονοδιαγράμματος για την ανάπτυξη κοινού μηχανισμού προστασίας που θα διευκολύνει τον δανεισμό από το ΕΤΕ, που να τεθούν σε ισχύ το αργότερο έως το τέλος της μεταβατικής περιόδου· τονίζει, ωστόσο, ότι ένας κοινός δημοσιονομικός μηχανισμός προστασίας θα χρησιμοποιείται μόνο ως έσχατη λύση όταν τα άλλα προληπτικά μέτρα για την ενίσχυση της εποπτείας και τη διαχείριση κρίσεων δεν επαρκούν για την εξάλειψη του κινδύνου· υπενθυμίζει ότι ο μηχανισμός προστασίας θα πρέπει να είναι φορολογικά ουδέτερος μεσοπρόθεσμα, και υπογραμμίζει τη σημασία της αποφυγής του ηθικού κινδύνου· τονίζει ότι ο τραπεζικός τομέας θα πρέπει να παραμείνει υπεύθυνος για την αποπληρωμή μέσω τραπεζικών εισφορών σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της εκ των υστέρων καταβολής·

Τρίτος πυλώνας

64.  υπενθυμίζει ότι, από κοινού με τον ΕΕΜ και τον ΕΜΕ, σε μια ουσιαστική ΤΕ θα πρέπει να εξασφαλίζεται η ικανότητα παροχής ενιαίου και υψηλού επιπέδου προστασίας των καταθέσεων, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική θέση τους, ως βήμα στην κατεύθυνση της ουσιαστικής διάρρηξης του φαύλου κύκλου κυβερνήσεων-τραπεζών, της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των καταθετών, της δημιουργίας ίσων όρων ανταγωνισμού και της ενίσχυσης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας· θεωρεί ότι κάθε σύστημα προστασίας των καταθέσεων πρέπει πάντα να αποτρέπει την πρόκληση ηθικού κινδύνου, εξασφαλίζοντας παράλληλα ότι όποιος αναλαμβάνει κίνδυνο θα έχει και την ευθύνη για την ανάληψη του κινδύνου·

65.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δέσμη που πρότεινε η Επιτροπή στις 24 Νοεμβρίου 2015 σχετικά με τον επιμερισμό του κινδύνου και τη μείωση του κινδύνου στην ΤΕ· επισημαίνει τη σταδιακή προσέγγιση από μια αντασφάλιση των εθνικών συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (DGS) σε ένα καθεστώς συνασφάλισης και, τελικά, στην πλήρη ασφάλιση των συμμετεχόντων εθνικών DGS κατά την οριστική κατάσταση, και την προσέγγιση με γνώμονα τον κίνδυνο στον υπολογισμό των συνεισφορών· προσβλέπει στην έναρξη νομοθετικών διαπραγματεύσεων στη βάση της υιοθετηθείσας θέσης·

66.  επισημαίνει ότι η δημιουργία ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης των καταθέσεων (EDIS) απαιτεί την εφαρμογή ενιαίου εγχειριδίου κανόνων καθώς και του πρώτου και του δεύτερου πυλώνα της ΤΕ, όπως επίσης τη μεταφορά της BRRD και της οδηγίας για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων (DGSD) από όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, και περαιτέρω μέτρα για την ουσιαστική μείωση των κινδύνων στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα· τονίζει ότι η εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συστημικού μηχανισμού αποφυγής του κινδύνου, μειώνοντας έτσι τους φόβους ηθικού κινδύνου που θα μπορούσαν να προκληθούν από την σταδιακή αμοιβαιοποίηση των συστημάτων εγγύησης· υπογραμμίζει τη δέσμευση της Επιτροπής για περαιτέρω μείωση των κινδύνων και την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού στην ΤΕ·

67.  επισημαίνει ότι ένα εύρυθμο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων χρηματοδοτούμενο από εισφορές του χρηματοπιστωτικού τομέα αποτελεί έναν από τους αποδεδειγμένους τρόπους πρόληψης της διάσωσης τραπεζών με χρήματα των φορολογουμένων·

68.  υπενθυμίζει ότι ο ρόλος της Επιτροπής είναι να διασφαλίζει ίσους όρους ανταγωνισμού σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι θα πρέπει να αποτρέπει οποιονδήποτε κατακερματισμό εντός της εσωτερικής αγοράς·

o
o   o

69.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στο Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης.

(1) ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63.
(2) ΕΕ L 320 της 30.11.2013, σ. 1.
(3) https://www.bankingsupervision.europa.eu/ecb/pub/pdf/ssmar2014.en.pdf.
(4) ΕΕ L 141 της 14.5.2014, σ. 1.
(5) ΕΕ L 300 της 18.10.2014, σ. 57.
(6) ΕΕ L 69 της 8.3.2014, σ. 107.
(7) https://www.bankingsupervision.europa.eu/banking/comprehensive/2014/html/ index.en.html.
(8) ΕΕ L 86 της 31.3.2015, σ. 13.
(9) ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1.
(10) ΕΕ L 339 της 24.12.2015, σ. 58.
(11) ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149.
(12) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0006.
(13) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0238.
(14) ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου