Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2014/2150(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0208/2015

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0208/2015

Συζήτηση :

PV 11/04/2016 - 18
CRE 11/04/2016 - 18

Ψηφοφορία :

PV 12/04/2016 - 5.11
CRE 12/04/2016 - 5.11
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2016)0104

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 528kWORD 142k
Τρίτη 12 Απριλίου 2016 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Πρόγραμμα ελέγχου της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας της νομοθεσίας
P8_TA(2016)0104A8-0208/2015

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Απριλίου 2016 σχετικά με το πρόγραμμα ελέγχου της καταλληλότητας και της αποτελεσματικότητας της νομοθεσίας (REFIT): Τρέχουσα κατάσταση και προοπτικές (2014/2150(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τις διοργανικές συμφωνίεςγια τη βελτίωση της νομοθεσίας και του νομοθετικού έργου(1),

–  έχοντας υπόψη τις πρακτικές ρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν στις 22 Ιουλίου 2011 μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εφαρμογή του άρθρου 294 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ, σε περίπτωση συμφωνιών σε πρώτη ανάγνωση,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με την καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ και την επικουρικότητα και την αναλογικότητα – 19η έκθεση «Βελτίωση της νομοθεσίας» για το 2011(2),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 27ης Νοεμβρίου 2014 σχετικά με την αναθεώρηση των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής για την εκτίμηση επιπτώσεων και τον ρόλο της δοκιμής ΜΜΕ(3),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στην ανάθεση νομοθετικών αρμοδιοτήτων και τον έλεγχο από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή(4),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 13ης Σεπτεμβρίου 2012 σχετικά με την 18η έκθεση για τη βελτίωση της νομοθεσίας – Εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας (2010)(5),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Σεπτεμβρίου 2011 σχετικά με τη βελτίωση της νομοθεσίας, την επικουρικότητα και την αναλογικότητα και την έξυπνη νομοθεσία(6),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τη διασφάλιση ανεξάρτητων εκτιμήσεων αντικτύπου(7),

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 4ης Δεκεμβρίου 2014 σχετικά με την έξυπνη νομοθεσία,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής σχετικά με το πρόγραμμα ελέγχου της καταλληλότητας και της αποτελεσματικότητας της νομοθεσίας (REFIT): Τρέχουσα κατάσταση και προοπτικές (COM(2014)0368),

–  έχοντας υπόψη τις προηγούμενες ανακοινώσεις της Επιτροπής σχετικά με την καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ (COM(2012)0746 και COM(2013)0685),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής για την επικουρικότητα και την αναλογικότητα (19η έκθεση «Βελτίωση της νομοθεσίας» για το 2011) (COM(2012)0373),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Έξυπνη νομοθεσία – Ανταπόκριση στις ανάγκες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων» (COM(2013)0122),

–  έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με την παρακολούθηση και τη διαβούλευση όσον αφορά την έξυπνη νομοθεσία για τις ΜΜΕ (SWD(2013)0060),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την έξυπνη νομοθεσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COM(2010)0543),

–  έχοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για τις διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη του 2014,

–  έχοντας υπόψη την τελική έκθεση της 24ης Ιουλίου 2014 της ομάδας υψηλού επιπέδου ανεξάρτητων ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με τον διοικητικό φόρτο, με τίτλο «Cutting Red Tape in Europe – Legacy and Outlook» (Μειώνοντας τη γραφειοκρατία στην Ευρώπη – Κληρονομιά και προοπτικές), και ιδίως την αντίθετη γνώμη που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 12 και εκφράστηκε από 4 μέλη της ομάδας υψηλού επιπέδου με υπόβαθρο στην προώθηση των συμφερόντων των εργαζομένων, του τομέα της δημόσιας υγείας, του περιβάλλοντος και των καταναλωτών,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, που εκδόθηκε της 10ης Δεκεμβρίου 2014(8),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο «Βελτίωση της νομοθεσίας για καλύτερα αποτελέσματα – Ένα θεματολόγιο της ΕΕ» (COM(2015)0215),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με τίτλο «Πρόταση για τη σύναψη διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας» (COM(2015)0216),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τη δημιουργία της πλατφόρμας REFIT (C(2015)3261) και την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Η πλατφόρμα REFIT - Δομή και τρόπος λειτουργίας» (C(2015)3260),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την ίδρυση μιας ανεξάρτητης επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου (C(2015)3263), την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου – Εντολή, αρμοδιότητες και προσωπικό» (C(2015)3262), και την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Πρότυπη αιτιολογική έκθεση» (C(2015)3264/2),

–  έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής με τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας» (SWD(2015)0111),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων και της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A8-0208/2015),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρόγραμμα REFIT έχει καίρια σημασία για τη νέα στρατηγική της Επιτροπής σχετικά με τη βελτίωση της νομοθεσίας·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρόγραμμα REFIT έχει ως στόχο την παγίωση των διαδικασιών για τη βελτίωση της νομοθεσίας, την απλούστευση του δικαίου της ΕΕ, τη μείωση του διοικητικού και/ή κανονιστικού φόρτου, καθώς και μια πορεία προς τη χρηστή διακυβέρνηση που θα βασίζεται στη χάραξη πολιτικής βάσει αποδεικτικών στοιχείων, στο πλαίσιο της οποίας οι εκτιμήσεις επιπτώσεων και οι εκ των υστέρων αξιολογήσεις διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο, χωρίς να αντικαθιστούν τις πολιτικές αποφάσεις·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι για να στηρίξει τις δραστηριότητές της στο πλαίσιο του προγράμματος REFIT, η Επιτροπή δημιούργησε μια νέα πλατφόρμα REFIT, η οποία αποτελείται από δύο ομάδες: την «ομάδα των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων», η οποία αποτελείται από εμπειρογνώμονες υψηλού επιπέδου της δημόσιας διοίκησης κάθε κράτους μέλους και την «ομάδα των ενδιαφερόμενων μερών», η οποία αποτελείται από 20 εμπειρογνώμονες κατ' ανώτατο όριο, εκ των οποίων οι δύο εκπροσωπούν την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών και οι υπόλοιποι εκπροσωπούν τον κλάδο της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, τους κοινωνικούς εταίρους και τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη τον ετήσιο πίνακα αποτελεσμάτων για το REFIT που επιτρέπει την αξιολόγηση της προόδου σε όλους τους τομείς άσκησης πολιτικής και σε όλες τις πρωτοβουλίες που επισήμανε η Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που λαμβάνονται από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας του 2003 έχει καταστεί παρωχημένη από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε μέσω της Συνθήκης της Λισαβόνας·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, εντούτοις, κατά τα προηγούμενα έτη το θεματολόγιο για τη βελτίωση της νομοθεσίας συνέβαλε στη βελτίωση των νομοθετικών πρακτικών· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο μεγάλος αριθμός διαφορετικών ονομασιών και προγραμμάτων που εισήχθησαν από την Επιτροπή στον συγκεκριμένο τομέα, όπως «καλύτερη νομοθεσία», «βελτίωση της νομοθεσίας», «έξυπνη νομοθεσία», «καταλληλότητα της νομοθεσίας», «προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις», «έλεγχοι καταλληλότητας» και «ABR+» δεν διασφαλίζει επαρκή σαφήνεια και διαφάνεια σχετικά με τους στόχους των μέτρων, ιδίως για τους πολίτες, και ως εκ τούτου, τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να συνδυαστούν καλύτερα·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή με την ανακοίνωσή της με τίτλο «Βελτίωση της νομοθεσίας για καλύτερα αποτελέσματα – Ένα θεματολόγιο της ΕΕ» της 19ης Μαΐου 2015 εισηγείται πλέον μια συνεκτική, ολιστική προσέγγιση για τη βελτίωση της νομοθεσίας, η οποία λαμβάνει υπόψη τον συνολικό πολιτικό κύκλο της νομοθεσίας και απαιτεί στοχοθετημένη επικοινωνία όλων των θεσμικών οργάνων· και λαμβάνοντας υπόψη ότι για τον λόγο αυτό η επικοινωνία θα ελέγχεται ενδελεχώς από το Κοινοβούλιο ώστε να επιτυγχάνονται τα βέλτιστα δυνατά αποτελέσματα προς όφελος των πολιτών της Ένωσης·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι στόχοι και οι σκοποί της Ένωσης που προβλέπονται στο άρθρο 3 της ΣΕΕ έχουν όλοι εξίσου μεγάλη σημασία· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το πρόγραμμα REFIT δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τους ισχύοντες πολιτικούς στόχους, ούτε πρέπει να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην υγεία και την ασφάλεια των πολιτών, των καταναλωτών και των εργαζομένων ή στο περιβάλλον·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2014 η Επιτροπή διενήργησε δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με την αναθεώρηση των κατευθυντήριων γραμμών της για την εκτίμηση επιπτώσεων και για τις διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή, κατά την κατάρτιση του προγράμματος εργασίας της για το 2015, εφάρμοσε για πρώτη φορά την επονομαζόμενη αρχή της έλλειψης συνέχειας σε πολιτικό επίπεδο για να αιτιολογήσει την απόσυρση τεράστιου αριθμού εκκρεμών νομοθετικών προτάσεων·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή στο πρόγραμμα εργασιών της για το 2015 προέβλεπε ότι θα επικεντρώσει τις δραστηριότητές της στις μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις, και ότι η νέα δομή της στοχεύει να διασφαλίσει μια πιο συνεκτική πολιτική προσέγγιση, αυξάνοντας έτσι τη διαφάνεια στην ΕΕ και συνεπώς την αποδοχή εκ μέρους των πολιτών·

Βελτίωση της νομοθεσίας

1.  επισημαίνει την απόφαση του Προέδρου της Επιτροπής Juncker να αναθέσει στον πρώτο αντιπρόεδρο της Επιτροπής το χαρτοφυλάκιο της βελτίωσης της νομοθεσίας, γεγονός που ανταποκρίνεται στις εκκλήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και υπογραμμίζει την υψηλή πολιτική σημασία του ζητήματος αυτού· αναμένει ότι η ανάθεση αυτή θα έχει ως αποτέλεσμα τη θέσπιση μιας όσο το δυνατό καλύτερης από πλευράς ποιότητας ευρωπαϊκής νομοθεσίας η οποία θα ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των πολιτών και των ενδιαφερομένων μερών και θα διασφαλίζει ότι δεν διακυβεύονται οι στόχοι δημόσιας πολιτικής, όπως τα καταναλωτικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικά πρότυπα καθώς και τα πρότυπα στον τομέα της υγείας και της ασφάλειας·

2.  επισημαίνει ότι η βελτίωση της νομοθεσίας θα πρέπει να περιλαμβάνει τη νοοτροπία της δημόσιας διοίκησης σε όλα τα επίπεδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τον υπερβολικό βαθμό γραφειοκρατίας σε επίπεδο ΕΕ και την ανάγκη απλούστευσης της νομοθεσίας, και θα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης την υλοποίηση και την εφαρμογή των νομικών πράξεων της Ένωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο καθώς και σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, προκειμένου να διασφαλισθεί η χρηστή διοίκηση και η «φιλική προς την Ευρώπη συμπεριφορά» σε όλα τα επίπεδα·

3.  υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στην ανάπτυξη ορισμένων μέτρων και να εστιάσει περισσότερο στην ποιότητα της νομοθεσίας καθώς και στην καλύτερη επιβολή της ισχύουσας νομοθεσίας παρά στον αριθμό των νομοθετικών πράξεων· υπογραμμίζει, σε αυτό το πλαίσιο, ότι το κόστος δεν θα πρέπει να αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα αλλά ότι η ποιότητα της νομοθεσίας είναι το μόνο κατάλληλο σημείο αναφοράς και ότι το πρόγραμμα REFIT δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την υπονόμευση της αειφορίας ή των κοινωνικών, εργασιακών, περιβαλλοντικών ή καταναλωτικών προτύπων·

4.  προτείνει η Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο εισαγωγής «ρητρών λήξης ισχύος» σε νομοθετικές πρωτοβουλίες περιορισμένης χρονικής διάρκειας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν οδηγεί σε νομική αβεβαιότητα, και να περιλάβει, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, «ρήτρες αναθεώρησης» σε νομοθετικά μέτρα προκειμένου να επαναξιολογεί τακτικά κατά πόσο τα νομοθετικά μέτρα εξακολουθούν να είναι κατάλληλα σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

5.  τονίζει ότι ένα ευρωπαϊκό πρότυπο γενικά αντικαθιστά 28 εθνικά πρότυπα, κάτι που ενισχύει την ενιαία αγορά και συμβάλλει στη μείωση της γραφειοκρατίας·

6.  χαιρετίζει τη δέσμη μέτρων της 19ης Μαΐου 2015 που στοχεύει στη βελτίωση της νομοθεσίας· υποστηρίζει τη διαρκή δέσμευση της Επιτροπής στο θεματολόγιο για τη βελτίωση της νομοθεσίας· υπογραμμίζει ότι οι εργασίες που προβλέπονται στην ανακοίνωση για το πρόγραμμα REFIT πρέπει να εκληφθούν ως συνεχής διαδικασία, που διασφαλίζει ότι η ισχύουσα νομοθεσία σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι κατάλληλη για τον σκοπό, επιτυγχάνει τον κοινό στόχο των νομοθετών και ανταποκρίνεται στις προσδοκίες πολιτών, ιδίως των εργαζομένων, των επιχειρήσεων και άλλων ενδιαφερόμενων μερών·

7.  επισημαίνει τη δέσμευση της Επιτροπής σχετικά με τη νέα διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου που λαμβάνει υπόψη τις αλλαγές που επέφεραν η Συνθήκη της Λισαβόνας και η συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής, που παγιώνει βέλτιστες πρακτικές σε τομείς όπως ο νομοθετικός προγραμματισμός, οι εκτιμήσεις αντικτύπου, οι συστηματικοί εκ των υστέρων έλεγχοι της νομοθεσίας της ΕΕ, και η εφαρμογή και διαχείριση των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων, και σημειώνει την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων·

8.  χαιρετίζει τη διαβεβαίωση της Επιτροπής ότι η στρατηγική της για τη βελτίωση της νομοθεσίας δεν αποσκοπεί στην απορρύθμιση συγκεκριμένων τομέων άσκησης πολιτικής ούτε στην αμφισβήτηση των αξιών που είναι σημαντικές για εμάς όπως η κοινωνική προστασία, η προστασία του περιβάλλοντος και τα θεμελιώδη δικαιώματα, περιλαμβανομένου του δικαιώματος στην υγεία·

9.  αναγνωρίζει το μακροπρόθεσμο εντατικό έργο της ομάδας υψηλού επιπέδου ανεξάρτητων ενδιαφερόμενων μερών, η οποία έχει υποβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτάσεις για τη μείωση του διοικητικού φόρτου και η οποία έχει παρουσιάσει βέλτιστες πρακτικές για μια όσο το δυνατόν λιγότερο γραφειοκρατική εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων της ΕΕ στα κράτη μέλη· σημειώνει ότι τέσσερα μέλη της ομάδας υψηλού επιπέδου ανεξάρτητων ενδιαφερόμενων μερών έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους με αρκετά από τα συμπεράσματα που παρουσιάζονται στην τελική έκθεση της ομάδας για τον διοικητικό φόρτο και έχουν προβεί στην κατάρτιση αντίθετης γνώμης· αναμένει από την Επιτροπή να λάβει υπόψη τους προβληματισμούς όλων των ενδιαφερόμενων μερών που μετείχαν στη διαδικασία·

10.  τονίζει τη σημασία του κοινωνικού διαλόγου και του σεβασμού της αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων· υπογραμμίζει ειδικότερα σε σχέση με το άρθρο 9 ΣΛΕΕ ότι οι κοινωνικοί εταίροι δύνανται, σύμφωνα με το άρθρο 155 ΣΛΕΕ, να συνάπτουν συμφωνίες που μπορούν να οδηγήσουν στη θέσπιση νομοθεσίας της ΕΕ κατόπιν κοινού αιτήματος των υπογραφόντων μερών· αναμένει από την Επιτροπή να σεβαστεί την αυτονομία των μερών και τις συμφωνίες στις οποίες κατέληξαν κατόπιν διαπραγματεύσεων, και να λάβει σοβαρά υπόψη τους προβληματισμούς τους, τονίζει δε ότι το θεματολόγιο για τη βελτίωση της νομοθεσίας δεν θα πρέπει να αποτελέσει πρόφαση για να μη ληφθούν υπόψη ή να παρακαμφθούν συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, και θα απέρριπτε συνεπώς κάθε εκτίμηση αντικτύπου για τις συμφωνίες μεταξύ των κοινωνικών εταίρων·

11.  υπενθυμίζει ότι, κατά την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο, η επιλογή μεταξύ εκτελεστικών και κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων προκάλεσε πολλές διαφωνίες σε διοργανικό επίπεδο· θεωρεί, συνεπώς, σημαντικό να καθοριστούν ακριβείς κατευθυντήριες γραμμές, όπως ζητεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του, το οποίο εγκρίθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2014·

12.  χαιρετίζει την ανακοίνωση της Επιτροπής ότι προτίθεται να απλουστεύει τη διαχείριση της οικονομικής αρωγής στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ), των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων και της πρωτοβουλίας Ορίζων 2020·

Διαφάνεια και διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη

13.  επικροτεί την αναγνώριση από την Επιτροπή του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζει η διαδικασία διαβούλευσης στο πλαίσιο του προγράμματος REFIT· επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 της ΣΕΕ, όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ οφείλουν να διατηρούν ανοιχτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και την κοινωνία των πολιτών· καλεί τα θεσμικά όργανα να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στον υποχρεωτικό και τακτικό διάλογο με τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και την κοινωνία των πολιτών·

14.  επισημαίνει ότι, εάν καθιερωθεί μεγαλύτερη διαφάνεια, ο τρόπος λειτουργίας της ΕΕ μπορεί να καταστεί αποτελεσματικότερος και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη της κοινωνίας των πολιτών στην ΕΕ·

15.  επικροτεί, εν προκειμένω, το γεγονός ότι η Επιτροπή τονίζει πως ο διάλογος με τους πολίτες, τους κοινωνικούς εταίρους και άλλους ενδιαφερόμενους παράγοντες των επιχειρήσεων και της κοινωνίας των πολιτών συμβάλλει στην προσπάθεια να εξασφαλιστεί ότι η νομοθεσία της ΕΕ θα είναι διαφανής, αποτελεσματική και συνεκτική, και υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να αναφέρει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο καταλήγει στις προτάσεις της, για παράδειγμα με τη μορφή νομοθετικών κειμένων ή ανακοινώσεων της Επιτροπής·

16.  επισημαίνει ότι η Επιτροπή στο πλαίσιο της στρατηγικής της για τη βελτίωση της νομοθεσίας αναβαθμίζει σημαντικά τον ρόλο των δημόσιων διαβουλεύσεων· σημειώνει ότι η Επιτροπή θα διενεργεί στο μέλλον δημόσια διαβούλευση δώδεκα εβδομάδων α) πριν την κατάρτιση νέων νομοθετικών προτάσεων και β) όταν αξιολογεί υφιστάμενες νομοθετικές διατάξεις και ελέγχει την καταλληλότητά τους και γ) στο πλαίσιο οδικών χαρτών και εκ των προτέρων εκτιμήσεων αντικτύπου· σημειώνει άλλωστε ότι, πέραν τούτου, η Επιτροπή, ακόμα και μετά την έγκριση μιας πρότασης, θα δίνει τη δυνατότητα σε πολίτες και ενδιαφερόμενους φορείς να εκφράσουν την άποψή τους σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής εντός οκτώ εβδομάδων και θα διαβιβάζει τις απόψεις αυτές στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο·

17.  καλεί στο πλαίσιο αυτό την Επιτροπή να προβεί σε ισορροπημένη και διαφανή αξιολόγηση των απόψεων και των παρατηρήσεων όλων των συμμετεχόντων στη διαδικασία της διαβούλευσης και ιδίως να εγγυηθεί ότι οικονομικά και οργανωτικά ισχυρές ομάδες συμφερόντων δεν θα έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται τις δημόσιες διαβουλεύσεις για την εξυπηρέτηση των σκοπών τους· ζητεί από την Επιτροπή να δημοσιεύει τα συμπεράσματά της από τις διαβουλεύσεις·

18.  επισημαίνει ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου θα πρέπει να δημοσιεύονται μόνο όταν η Επιτροπή εγκρίνει την εκάστοτε πολιτική πρωτοβουλία· θεωρεί αναγκαίο, για λόγους διαφάνειας των αποφάσεων της Επιτροπής, οι εκτιμήσεις αντικτύπου να δημοσιεύονται ακόμα και όταν η Επιτροπή έχει λάβει την απόφαση να μην καταθέσει πρόταση νομοθετικής πράξης·

19.  διαπιστώνει ότι η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, που διαθέτει συμβουλευτικές αρμοδιότητες, συνιστά σημαντικό εκπρόσωπο της κοινωνίας των πολιτών· διαπιστώνει ότι η Επιτροπή των Περιφερειών, που διαθέτει επίσης συμβουλευτικές αρμοδιότητες, συνιστά σημαντικό εκπρόσωπο των περιφερειακών και των τοπικών αρχών της ΕΕ και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο όσον αφορά τον έλεγχο της εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ· επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δύνανται να ζητούν εκ των προτέρων τη γνώμη και των δύο συμβουλευτικών οργάνων σε κάθε περίπτωση που το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το κρίνουν σκόπιμο· φρονεί ότι η στοχοθετημένη και έγκαιρη διαβούλευση μαζί τους, καθώς και η ειδική εμπειρογνωμοσύνη τους, μπορούν να συμβάλουν στην επίτευξη του στόχου της βελτίωσης της νομοθεσίας·

20.  εκτιμά ότι θα πρέπει να υπάρχει εντονότερη συμμετοχή των περιφερειακών και τοπικών αρχών στη χάραξη των πολιτικών της ΕΕ, ιδίως μέσω της αξιοποίησης της εμπειρογνωμοσύνης και της πείρας των κρατών μελών σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο σε αρχικό στάδιο κατά την προετοιμασία της νομοθεσίας· επισημαίνει ότι όλα τα θεσμικά όργανα πρέπει να τηρούν στο νομοθετικό τους έργο τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας·

21.  επικροτεί την πρόθεση της Επιτροπής να καθιερώσει μεγαλύτερη διαφάνεια στη νομοθετική διαδικασία και να ενθαρρύνει τη συμμετοχή των πολιτών και των εκπροσώπων των ενδιαφερόμενων μερών στην όλη διαδικασία·

22.  επικροτεί την απόφαση της Επιτροπής να διενεργεί επίσης στο μέλλον δημόσιες διαβουλεύσεις διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων για σχέδια κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και σημαντικές εκτελεστικές πράξεις προτού τα κράτη μέλη αποφανθούν στην αρμόδια επιτροπή για την άποψή τους·

23.  ζητεί από την Επιτροπή να αναθεωρήσει τις κατευθυντήριες γραμμές της σχετικά με την αξιολόγηση, ενισχύοντας τη συμμετοχή και τη διαβούλευση των ενδιαφερόμενων μερών και καθιστώντας αμεσότερη τη συμμετοχή των ευρωπαίων πολιτών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων·

24.  επισημαίνει τη νέα επιλογή «Ελάφρυνση του βάρους – Εκφράστε την άποψή σας» (Lighten the Load – Have your Say) στη διαδικτυακή σελίδα της Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας και ζητεί ισορροπημένο και διαφανή έλεγχο των λαμβανόμενων παρατηρήσεων των ενδιαφερομένων από την Επιτροπή και τη νέα πλατφόρμα REFIT· πιστεύει, ωστόσο, ότι η ειδική ομάδα REFIT δεν πρέπει να υπόκειται σε υπερβολικά επαχθείς διαδικασίες και διαβουλεύσεις, αλλά θα πρέπει να είναι ένα όργανο ικανό να παρέχει γρήγορες απαντήσεις, καθώς και περισσότερο λεπτομερές πρόγραμμα εργασίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής νομοθετικής διαδικασίας· είναι της γνώμης ότι οι διαβουλεύσεις μέσω του εν λόγω ιστοτόπου της Επιτροπής δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις δημόσιες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη·

Εκτιμήσεις αντικτύπου και ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία

25.  σημειώνει ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου αποτελούν σημαντικό εργαλείο για την υποστήριξη της λήψης των αποφάσεων σε όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο στη βελτίωση της νομοθεσίας· στο πλαίσιο αυτό, καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να είναι περισσότερο αυστηρά κατά την τήρηση των δεσμεύσεων τους και κατά την εκτίμηση των επιπτώσεων των μελλοντικών και ισχυουσών νομοθετικών πράξεων· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι οι εν λόγω εκτιμήσεις δεν υποκαθιστούν τις πολιτικές εκτιμήσεις και αποφάσεις και ότι οι ελευθερίες των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά την άσκηση των πολιτικών τους καθηκόντων δεν πρέπει να περιοριστούν σε καμία περίπτωση·

26.  φρονεί ότι η αξιολόγηση της ανταγωνιστικότητας πρέπει να αποτελεί σημαντικό μέρος της διαδικασίας εκτίμησης αντικτύπου· θεωρεί ότι το σχέδιο αναθεωρημένων κατευθυντήριων γραμμών θα πρέπει να περιέχει οδηγίες σχετικά με τον τρόπο που πρέπει να εκτιμώνται και να σταθμίζονται στην τελική ανάλυση οι επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα· υποστηρίζει ένα γενικώς ισχύον τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο δεν πρέπει να εγκρίνονται από την Επιτροπή οι προτάσεις που έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα, εκτός εάν προσκομίζονται στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη σημαντικών μη μετρήσιμων οφελών·

27.  πιστεύει ότι οι αρχές για τη βελτίωση της νομοθεσίας πρέπει να εφαρμόζονται στις αποφάσεις σχετικά με το παράγωγο δίκαιο, καθώς και με το πρωτογενές δίκαιο· καλεί την Επιτροπή να συνοδεύει, κατά περίπτωση, τις κατ’ εξουσιοδότηση και τις εκτελεστικές πράξεις με εκτίμηση αντικτύπου, η οποία θα περιλαμβάνει διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη και τους εμπλεκόμενους φορείς·

28.  θεωρεί ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου θα πρέπει να είναι πλήρεις, ότι θα πρέπει να εκτιμώνται σταθμισμένα οι οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες, και να αξιολογείται ο αντίκτυπος στα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών και στην ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών· τονίζει ότι η ανάλυση κόστους-οφέλους αποτελεί ένα μόνο μεταξύ πολλών κριτηρίων·

29.  επισημαίνει ότι σε πολλά κράτη μέλη, όπως στη Σουηδία, τη Τσεχική Δημοκρατία, την Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία, υφίστανται ανεξάρτητα όργανα, τα οποία επικουρούν εποικοδομητικά τις κυβερνήσεις στο νομοθετικό έργο με στόχο να μειωθεί η γραφειοκρατία για τις επιχειρήσεις και τους πολίτες, καθώς και να περιοριστούν τα έξοδα που συνδέονται με την υποχρέωση ενημέρωσης με μετρήσιμο και επαληθεύσιμο τρόπο· επισημαίνει ότι θα μπορούσαν να λαμβάνονται υπόψη οι βέλτιστες πρακτικές και η πείρα των υφιστάμενων οργάνων που είναι αρμόδια για τη βελτίωση της νομοθεσίας· λαμβάνει υπό σημείωση τη μετατροπή της επιτροπής εκτίμησης αντικτύπου της Επιτροπής σε ανεξάρτητη «επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου» και αναμένει ότι η ένταξη ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων θα έχει θετικό αντίκτυπο στη διαδικασία εκτίμησης επιπτώσεων στο εσωτερικό της Επιτροπής· επιμένει ότι η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου έχει αποκλειστικά συμβουλευτικό ρόλο και δεν θα πρέπει να εκδίδει δεσμευτικές γνωμοδοτήσεις· επιμένει στην άποψη ότι οι εκτιμήσεις αντικτύπου θα πρέπει να είναι συνεπείς και να λαμβάνουν υπόψη όλες τις αλλαγές που επέρχονται στο στάδιο της διϋπηρεσιακής διαβούλευσης καθώς και να βασίζονται, μεταξύ άλλων, στην εκτίμηση του επιπρόσθετου κόστους για τα κράτη μέλη σε περίπτωση που δεν βρεθεί λύση σε ευρωπαϊκό επίπεδο· θεωρεί ότι η γνώμη της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου θα πρέπει να συνοδεύει τη τελική νομοθετική πρόταση· προτείνει κατά τη προσεχή διαβούλευση για τη διοργανική συμφωνία να συζητηθεί, ως ιδέα, το εάν ένα συμβούλιο ρυθμιστικού ελέγχου θα εξυπηρετούσε το κοινό συμφέρον των θεσμικών οργάνων ως ένα καθαρά συμβουλευτικό όργανο·

30.  επικροτεί το γεγονός ότι οι ομάδες εργασίας του Συμβουλίου πρόκειται τώρα, σε αρχικό στάδιο της συζήτησης σχετικά με συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις, να εξετάσουν τις σχετικές εκτιμήσεις αντικτύπου της Επιτροπής με βάση έναν ενδεικτικό κατάλογο σημείων ελέγχου· εκφράζει, ωστόσο, λύπη διότι η Γραμματεία του Συμβουλίου δεν διαθέτει ακόμα δική της μονάδα εκτίμησης αντικτύπου και πιστεύει ότι η προαναφερθείσα λύση θα μπορούσε να συμβάλει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του Συμβουλίου όσον αφορά την εκτίμηση σημαντικών τροποποιήσεων προτάσεων της Επιτροπής·

31.  επισημαίνει ότι το Κοινοβούλιο έχει ιδρύσει δική του διεύθυνση για την εκτίμηση αντικτύπου και την ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία, η οποία προσφέρει στις κοινοβουλευτικές επιτροπές πλήθος υπηρεσιών όσον αφορά την εκ των προτέρων και την εκ των υστέρων εκτίμηση του αντικτύπου, αξιολογεί την προστιθέμενη αξία των μελλοντικών ή των υφιστάμενων πολιτικών της ΕΕ, και εκτιμά πολιτικές επιλογές στους τομείς της επιστήμης και της τεχνολογίας· σημειώνει ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής, έχουν διεξαχθεί στο Κοινοβούλιο 20 περίπου εκτιμήσεις αντικτύπου για τροποποιήσεις σε προτάσεις της Επιτροπής· υπενθυμίζει στις εξειδικευμένες επιτροπές του Κοινοβουλίου ότι πρέπει να χρησιμοποιούν με μεγαλύτερη συνέπεια το ήδη υπάρχον μέσο της εκτίμησης αντικτύπου, ιδίως όταν σκοπεύουν να επιφέρουν σημαντικές τροποποιήσεις στην αρχική πρόταση της Επιτροπής· επισημαίνει, ωστόσο, ότι αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει σε περιορισμό του πεδίου ελιγμών που διαθέτουν οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

32.  παραπέμπει σε καθεμία από τις αρχές πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας· καλεί όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να λαμβάνουν πάντα υπόψη τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες της νομοθεσίας·

33.  επισημαίνει ότι η προθεσμία υπαναχώρησης που λαμβάνεται μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, αλλά πριν από την τελική ψηφοφορία –η οποία χρησιμοποιείται σήμερα για αναθεώρηση από νομική και γλωσσική άποψη– θα μπορούσε να αξιοποιηθεί περαιτέρω για την ολοκλήρωση της εκτίμησης αντικτύπου και του ελέγχου της επικουρικότητας·

34.  θεωρεί ότι όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα πρέπει να αναπτύξουν μια κοινή μεθοδολογική προσέγγιση για τις εκτιμήσεις αντικτύπου· τονίζει το γεγονός ότι οτα νομοθετικά προνόμια του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τη τροποποίηση προτάσεων της Επιτροπής πρέπει να παραμείνουν αμετάβλητα·

35.  παροτρύνει την Επιτροπή να αυξήσει τον αριθμό τόσο των δημόσιων όσο και των ιδιωτικών διαβουλεύσεών της με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών, κατά την κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων, αναζητώντας τρόπους ενίσχυσης της ευαισθητοποίησης επί των προτάσεων σε προκαταρκτικό στάδιο·

ΜΜΕ και προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις

36.  επισημαίνει τη δέσμευση της Επιτροπής για περαιτέρω βελτίωση της δοκιμής ΜΜΕ, έχοντας ιδίως υπόψη το γεγονός ότι τα 20 και πλέον εκατομμύρια των ΜΜΕ αποτελούν το 99 % όλων των επιχειρήσεων της ΕΕ και ότι, συνεπώς, οι ΜΜΕ αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομικής δραστηριότητας, της ανάπτυξης και της απασχόλησης· υποστηρίζει ότι πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα σύναψης προσαρμοσμένων συμφωνιών και θέσπισης πλέον ευέλικτων ρυθμίσεων για τις ΜΜΕ στις εκτιμήσεις αντικτύπου, εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι κατ' αυτόν τον τρόπο δεν υπονομεύεται η αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας και ότι με τις εξαιρέσεις ή τις πλέον ευέλικτες διατάξεις δεν ευνοείται ο κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς ούτε εμποδίζεται η πρόσβαση σε αυτή· επικροτεί, ως εκ τούτου, τη δέσμευση της Επιτροπής να εξετάσει πλέον ευέλικτους κανόνες για ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένης της χωρίς όρους απαλλαγής για τις μικρές επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι εύλογο και εφικτό και δεν υπονομεύεται η αποτελεσματική επίτευξη των κοινωνικών, οικολογικών και οικονομικών στόχων των προτεινόμενων νομοθετικών διατάξεων·

37.  καλεί την Επιτροπή να μην εγκαταλείψει τους φιλόδοξους στόχους της για τη θέσπιση βάσης με στόχο τη δημιουργία υψηλής αξίας θέσεων απασχόλησης, μέσω της μείωσης του διοικητικού φόρτου για τις ΜΜΕ, και ζητεί να ληφθούν μέτρα προκειμένου να μην διακυβευθούν οι στόχοι γενικού συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των φιλικών προς τους χρήστες, οικολογικών, κοινωνικών προτύπων και των προτύπων για την υγεία και την ασφάλεια, καθώς και των προτύπων για την ισότητα των φύλων· τονίζει ότι η μείωση του διοικητικού φόρτου δεν πρέπει να οδηγήσει σε υποβάθμιση των εργασιακών προτύπων ή σε αύξηση των επισφαλών συμβάσεων απασχόλησης, και ότι οι εργαζόμενοι στις ΜΜΕ και στις πολύ μικρές επιχειρήσεις πρέπει να απολαμβάνουν την ίδια μεταχείριση και υψηλό επίπεδο προστασίας όπως οι εργαζόμενοι σε μεγαλύτερες εταιρείες·

38.  επισημαίνει ότι η εκτίμηση αντικτύπου των νέων κανονισμών για τις ΜΜΕ δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποβεί εις βάρος των δικαιωμάτων των εργαζομένων·

39.  τονίζει την ανάγκη για σαφέστερους κανονισμούς που θα μπορούν να εφαρμόζονται με απλό τρόπο και να βοηθούν όλους τους παράγοντες να λειτουργούν εντός των ορίων του κράτους δικαίου· υπογραμμίζει ότι η απλούστερη και εξυπνότερη νομοθεσία μπορεί να διευκολύνει τη συνεπή μεταφορά αλλά και την πιο αποτελεσματική και ενιαία επιβολή της από τα κράτη μέλη·

Εκ των υστέρων αξιολογήσεις

40.  επικροτεί το γεγονός ότι η Επιτροπή καθιστά την εκ των υστέρων ανάλυση αναπόσπαστο μέρος της βελτίωσης της νομοθεσίας· τονίζει ότι, προκειμένου να επιτευχθεί ασφάλεια δικαίου για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, τέτοιου είδους αναλύσεις θα πρέπει να διενεργούνται εντός επαρκούς χρονικού πλαισίου, κατά προτίμηση αρκετά χρόνια μετά το πέρας της προθεσμίας για τη μεταφορά της νομοθεσίας στο εθνικό δίκαιο· υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι οι εκ των υστέρων αξιολογήσεις δεν πρέπει ποτέ να αντικαταστήσουν το καθήκον που έχει η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, να παρακολουθεί αποτελεσματικά και έγκαιρα την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης από τα κράτη μέλη και να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής αυτού·

41.  τονίζει τη σημασία της εκ των υστέρων εκτίμησης και της αξιολόγησης των επιδόσεων στον τομέα της πολιτικής για την αξιολόγηση της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας της νομοθεσίας της ΕΕ και των πολιτικών της ΕΕ υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων στα οποία απέβλεπε ο νομοθέτης·

42.  θεωρεί ότι τα εθνικά κοινοβούλια θα πρέπει να μετέχουν στην εκ των υστέρων αξιολόγηση της νέας νομοθεσίας, καθώς αυτό θα ωφελήσει, επίσης, τις εκθέσεις της Επιτροπής και θα συμβάλει στη διερεύνηση των διαφόρων εθνικών προκλήσεων που τίθενται από μεμονωμένους νόμους και κανονισμούς·

Εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ από τα κράτη μέλη

43.  διαπιστώνει ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, ένα τρίτο του ρυθμιστικού και διοικητικού φόρτου που συνοδεύει τη νομοθεσία της ΕΕ απορρέει από τα μέτρα μεταφοράς της που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη·

44.  αναγνωρίζει ότι, στην περίπτωση των οδηγιών, εναπόκειται στην εξουσία των κρατών μελών να αποφασίζουν σχετικά με την έγκριση υψηλότερων κοινωνικών και περιβαλλοντικών προτύπων και προτύπων στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών σε εθνικό επίπεδο από εκείνα τα ελάχιστα πρότυπα προστασίας που έχουν συμφωνηθεί σε επίπεδο ΕΕ, και επικροτεί κάθε σχετική απόφαση· επιβεβαιώνει ότι αυτά τα υψηλότερα πρότυπα δεν πρέπει να θεωρούνται κανονιστικός υπερθεματισμός· καλεί, ωστόσο, τις αρμόδιες εθνικές αρχές να έχουν επίγνωση των πιθανών συνεπειών της πρακτικής του επονομαζόμενου κανονιστικού υπερθεματισμού («Gold-Plating»), μέσω της οποίας προστίθεται άσκοπη γραφειοκρατική επιβάρυνση στη νομοθεσία της ΕΕ, καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε παρανόηση της νομοθετικής δραστηριότητας της ΕΕ που με τη σειρά της μπορεί να προαγάγει τον ευρωσκεπτικισμό· καλεί τα κράτη μέλη, χάριν της φιλικότητας προς τους χρήστες, να καταργήσουν τους υφιστάμενους περιττούς διοικητικούς κανόνες κατά την εφαρμογή των οδηγιών και των κανονισμών·

45.  ενθαρρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εντατικοποιήσουν την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών κατά την υλοποίηση και την εφαρμογή των οδηγιών της ΕΕ· εκτιμά ότι αυτό θα ενθαρρύνει τα ενδιαφερόμενα μέρη και τις τοπικές και περιφερειακές αρχές να συμμετάσχουν στον προσδιορισμό των δυσκολιών που συναντώνται κατά την εφαρμογή της πολιτικής της ΕΕ σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο·

46.  τονίζει το ενδιαφέρον του Κοινοβουλίου να γνωρίζει ως συννομοθέτης τα αποτελέσματα που παράγει στην πραγματικότητα η νομοθεσία της ΕΕ μετά την εφαρμογή της· καλεί επομένως την Επιτροπή να παρέχει στο Κοινοβούλιο πλήρη πρόσβαση σε οποιαδήποτε σχετική αξιολόγηση, μεταξύ άλλων στα βασικά στοιχεία που συλλέγονται και στα προπαρασκευαστικά έγγραφα·

47.  καλεί την Επιτροπή, ενόψει των σοβαρών και διαρκών προβλημάτων που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 σχετικά με τους ισχυρισμούς διατροφής και υγείας που διατυπώνονται στα τρόφιμα, περιλαμβανομένων προβλημάτων στρέβλωσης του ανταγωνισμού, να επανεξετάσει την επιστημονική βάση του εν λόγω κανονισμού, τη χρησιμότητά του και τον ρεαλιστικό χαρακτήρα του, και να διαγράψει, κατά περίπτωση, την έννοια των θρεπτικών χαρακτηριστικών· φρονεί ότι οι στόχοι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1924/2006, όπως η ακρίβεια των στοιχείων που αφορούν τα τρόφιμα και η αναγραφή ειδικών ενδείξεων σχετικά με την περιεκτικότητα σε λίπος, ζάχαρη και αλάτι, έχουν εν τω μεταξύ επιτευχθεί μέσω του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές·

48.  παραπέμπει στην κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα καθώς και στην κοινή πολιτική δήλωση, της 27ης Οκτωβρίου 2011, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, και καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει την πρόσβαση του Κοινοβουλίου στα εν λόγω επεξηγηματικά έγγραφα·

Απόσυρση από την Επιτροπή εκκρεμουσών νομοθετικών προτάσεων

49.  επισημαίνει ότι η νεοεκλεγείσα Επιτροπή, στο πρόγραμμα εργασίας της για το 2015, και επικαλούμενη την αρχή της έλλειψης συνέχειας σε πολιτικό επίπεδο, έθεσε για πρώτη φορά προς εξέταση όλες τις εκκρεμούσες νομοθετικές πρωτοβουλίες·

50.  επισημαίνει ότι η Επιτροπή μπορεί καθ’ οιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας έγκρισης ενωσιακής πράξης, σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, να αποσύρει μια πρόταση, εφόσον το Συμβούλιο δεν έχει ενεργήσει σχετικά, όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 14ης Απριλίου 2015(9)· καλεί, συνεπώς, χάριν της διοργανικής ισορροπίας, την Επιτροπή, σε περίπτωση απόσυρσης, να ζητήσει πρώτα τη γνώμη του Κοινοβουλίου, ιδίως μετά την πρώτη ανάγνωση και να λάβει δεόντως υπόψη τις θέσεις του· στο πλαίσιο αυτό παραπέμπει ειδικότερα στα ψηφίσματα του Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2015·

51.  επισημαίνει, περαιτέρω, ότι το Δικαστήριο, με την ίδια απόφαση, αποδέχεται τους ισχυρισμούς του Συμβουλίου ότι η Επιτροπή, σε περίπτωση απόσυρσης μιας νομοθετικής πρότασης, πρέπει να σέβεται την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, την αρχή της θεσμικής ισορροπίας και την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας όπως προβλέπονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 ΣΕΕ και την αρχή της δημοκρατίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 παράγραφοι 1 και 2 ΣΕΕ·

52.  επισημαίνει την ανάγκη να αποτραπεί η αλληλοεπικάλυψη νομοθεσιών·

o
o   o

53.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

(1) ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1· κείμενα που εγκρίθηκαν στις 9 Μαρτίου 2016, P8_TA(2016)0081.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0061.
(3) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2014)0069.
(4) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0127.
(5) ΕΕ C 353 E της 3.12.2013, σ. 117.
(6) ΕΕ C 51 E της 22.2.2013, σ. 87.
(7) ΕΕ C 380 E της 11.12.2012, σ. 31
(8) Έγγραφο ΕΟΚΕ INT/750.
(9) Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Απριλίου 2015 στην υπόθεση C-409/13, Συμβούλιο κατά Επιτροπής [ECLI:EU:C:2015:217].

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου