Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2015/2326(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0262/2016

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0262/2016

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 06/10/2016 - 5.8
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2016)0385

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 407kWORD 51k
Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Ετήσια έκθεση του 2014 σχετικά με την παρακολούθηση της εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου
P8_TA(2016)0385A8-0262/2016

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 6ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με την ετήσια έκθεση του 2014 για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (2015/2326(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την 32η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (2014) (COM(2015)0329),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο «Έκθεση αξιολόγησης της πρωτοβουλίας EU Pilot» (COM(2010)0070),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο «Δεύτερη έκθεση αξιολόγησης της πρωτοβουλίας EU Pilot» (COM(2011)0930),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 20ής Μαρτίου 2002, όσον αφορά τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου (COM(2002)0141),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 2ας Απριλίου 2012 με τίτλο «Επικαιροποίηση του χειρισμού των σχέσεων με τους καταγγέλλοντες όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης» (COM(2012)0154),

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου που συνήφθη μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 10ης Σεπτεμβρίου 2015 σχετικά με την 30ή και την 31η έκθεση της Επιτροπής για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (2012-2013)(1),

–  σύμφωνα με τα άρθρα 52 και 132 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Αναφορών (A8-0262/2016),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 17 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) ορίζει τον θεμελιώδη ρόλο της Επιτροπής ως «θεματοφύλακα των Συνθηκών»·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 ΣΕΕ, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες, απευθύνεται δε στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και στα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 51 παράγραφος 1 ΧΘΔΕΕ)·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 258 παράγραφοι 1 και 2 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή διαβιβάζει αιτιολογημένη γνώμη σε κράτος μέλος, όταν κρίνει ότι αυτό δεν εκπλήρωσε υποχρέωσή του εκ των Συνθηκών, και δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο, εάν το εν λόγω κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας που του τάσσει η Επιτροπή·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία -πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπει ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με όλες τις διαδικασίες επί παραβάσει με βάση προειδοποιητικές επιστολές, αλλά δεν καλύπτει την άτυπη διαδικασία «EU Pilot», που προηγείται της κίνησης επίσημης διαδικασίας επί παραβάσει·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 4 παράγραφος 3 ΣΕΕ και την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ Ένωσης και κρατών μελών προκειμένου να υλοποιήσει την υποχρέωσή της να τηρεί διακριτική στάση έναντι των κρατών μελών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας EU Pilot·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι με τη διαδικασία EU Pilot επιδιώκεται μια στενότερη και συνεκτικότερη συνεργασία μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών προκειμένου να αντιμετωπίζονται, κατά το δυνατόν, εγκαίρως οι παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου και να αποτρέπεται η ανάγκη προσφυγής στη διαδικασία επί παραβάσει·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2014 η Επιτροπή έλαβε 3 715 καταγγελίες σχετικά με πιθανές παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου, τα δε κράτη μέλη κατά των οποίων υποβλήθηκαν οι περισσότερες από αυτές τις καταγγελίες ήταν η Ισπανία (553), η Ιταλία (475) και η Γερμανία (276)·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2014 η Επιτροπή κίνησε 893 νέες διαδικασίες επί παραβάσει, τα δε κράτη μέλη με τις περισσότερες εκκρεμείς διαδικασίες ήταν η Ελλάδα (89), η Ιταλία (89) και η Ισπανία (86)·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 41 ΧΘΔΕΕ ορίζει το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση ως το δικαίωμα κάθε προσώπου στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και ότι το άρθρο 298 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι, κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης στηρίζονται σε ευρωπαϊκή διοίκηση ανοιχτή, αποτελεσματική και ανεξάρτητη·

1.  επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του ΧΘΔΕΕ (άρθρο 6 παράγραφος 1 ΣΕΕ), οι διατάξεις του οποίου απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και στα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης·

2.  αναγνωρίζει ότι τα κράτη μέλη φέρουν την κύρια ευθύνη για την ορθή μεταφορά και εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, τονίζει, ωστόσο, ότι αυτό δεν απαλλάσσει τα θεσμικά όργανα της ΕΕ από την υποχρέωσή τους να σέβονται το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ κατά τη θέσπιση του παράγωγου δικαίου της Ένωσης·

3.  τονίζει τον θεμελιώδη ρόλο της Επιτροπής στην εποπτεία της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ και στην υποβολή της ετήσιας έκθεσης προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο· ζητεί από την Επιτροπή να συνεχίσει να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη διάφορων εργαλείων για τη βελτίωση της εφαρμογής, της επιβολής και της τήρησης του ενωσιακού δικαίου στα κράτη μέλη και για την παροχή στοιχείων για την εφαρμογή των κανονισμών της ΕΕ στην επόμενη ετήσια έκθεση της Επιτροπής, πέρα από εκείνα που αφορούν την εφαρμογή των οδηγιών της ΕΕ·

4.  αναγνωρίζει ότι τα κράτη μέλη φέρουν την κύρια ευθύνη για την ορθή μεταφορά και εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, και υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης, όταν εφαρμόζουν το ενωσιακό δίκαιο, να σέβονται πλήρως τις θεμελιώδεις αξίες και τα θεμελιώδη δικαιώματα που έχουν κατοχυρωθεί στις συνθήκες και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ· επισημαίνει ότι ο έλεγχος και η αξιολόγηση της εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής· καλεί για τον σκοπό αυτό εκ νέου τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν συστηματικά τους πίνακες συσχετισμού, τονίζει, ωστόσο, ότι αυτό δεν απαλλάσσει τα θεσμικά όργανα της ΕΕ από την υποχρέωσή τους να σέβονται το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ κατά τη θέσπιση του παράγωγου δικαίου της Ένωσης· γνωρίζει ότι πρέπει να κάνει χρήση των εκθέσεων εφαρμογής όσον αφορά τις τομεακές νομοθεσίες·

5.  αναγνωρίζει ότι στη συνάρτηση αυτή ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι ζωτικής σημασίας αφού ασκεί πολιτικό έλεγχο στις ενέργειες της Επιτροπής αναφορικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας, ελέγχει τις ετήσιες εκθέσεις παρακολούθησης της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ και εγκρίνει τα σχετικά κοινοβουλευτικά ψηφίσματα· επισημαίνει ότι το ΕΚ θα μπορούσε να συνεισφέρει περισσότερο στην έγκαιρη και ορθή μεταφορά της νομοθεσίας της ΕΕ στα εθνικά δίκαια, μεταδίδοντας την εμπειρία που αποκτά κατά τη διαδικασία λήψης νομοθετικών αποφάσεων μέσω προκαθορισμένων σχέσεων με τα εθνικά κοινοβούλια·

6.  επισημαίνει ότι η έγκαιρη και ορθή μεταφορά του δικαίου της ΕΕ στην εθνική νομοθεσία και ένα σαφές εθνικό νομοθετικό πλαίσιο θα πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα για τα κράτη μέλη προκειμένου να αποφεύγονται οι παραβάσεις της νομοθεσίας της ΕΕ ενώ παράλληλα θα παρέχονται στα άτομα και στις επιχειρήσεις τα σκοπούμενα οφέλη χάρη στην αποτελεσματική και ουσιαστική εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ·

7.  υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο των κοινωνικών εταίρων, των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και άλλων ενδιαφερόμενων φορέων όσον αφορά τη θέσπιση νομοθεσίας και τον έλεγχο και την επισήμανση ελλείψεων κατά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ από τα κράτη μέλη· επισημαίνει την αναγνώριση, εκ μέρους της Επιτροπής, του ρόλου των ενδιαφερόμενων φορέων, μέσω της δρομολόγησης, το 2014, νέων εργαλείων που διευκολύνουν την εν λόγω διαδικασία· ενθαρρύνει τους ενδιαφερόμενους φορείς να συνεχίσουν να επαγρυπνούν εν προκειμένω στο μέλλον·

8.  αναγνωρίζει τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει η αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ στην ενίσχυση της αξιοπιστίας των θεσμικών οργάνων της ΕΕ· εκτιμά τη σημασία που προσδίδει η ετήσια έκθεση της Επιτροπής στις αναφορές που υποβάλλουν πολίτες, επιχειρήσεις και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών οι οποίες αποτελούν θεμελιώδες δικαίωμα που έχει κατοχυρωθεί με τη συνθήκη της Λισαβόνας, σημαντικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ιθαγένειας και σημαντικό μέσο παρακολούθησης της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ και του εντοπισμού πιθανών κενών σε αυτό μέσω της απευθείας έκφρασης των απόψεων και των εμπειριών των πολιτών, παράλληλε με τις εκλογές και τα δημοψηφίσματα που εξακολουθούν να αποτελούν την κύρια οδό της δημοκρατικής έκφρασης·

9.  θεωρεί ότι οι μη ρεαλιστικές προθεσμίες για την εφαρμογή της νομοθεσίας μπορούν να καταστήσουν αδύνατη τη συμμόρφωση των κρατών μελών, γεγονός που ισοδυναμεί με σιωπηρή αποδοχή των καθυστερήσεων στην εφαρμογή· καλεί τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να συμφωνήσουν σε πιο κατάλληλα χρονοδιαγράμματα για την εφαρμογή των κανονισμών και οδηγιών, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις απαιτούμενες προθεσμίες ελέγχου και διαβούλευσης· πιστεύει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλλει εκθέσεις, αξιολογήσεις και νομοθετικές αναθεωρήσεις στις προθεσμίες που έχουν συμφωνηθεί από τους συννομοθέτες και όπως ορίζεται στη σχετική νομοθεσία·

10.  επιδοκιμάζει το γεγονός ότι στη νέα Διοργανική Συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου περιλαμβάνονται διατάξεις με στόχο να βελτιωθεί η μεταφορά και εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ και να προωθηθεί μια πιο δομημένη συνεργασία στο ζήτημα αυτό· στηρίζει την έκκληση που διατυπώνεται στη συμφωνία αυτή για τον καλύτερο εντοπισμό των εθνικών μέτρων που δεν αφορούν αυστηρά με την ενωσιακή νομοθεσία (μια πρακτική που είναι γνωστή ως «κανονιστικός υπερθεματισμός»)· τονίζει τη σπουδαιότητα της ενίσχυσης της διαδικασίας μεταφοράς και την ανάγκη να κοινοποιούν τα κράτη μέλη και να επισημαίνουν σαφώς τα εθνικά μέτρα που συμπληρώνουν τις ευρωπαϊκές οδηγίες· τονίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατά την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας, να μην επιβαρύνουν χωρίς λόγο τη νομοθεσία αυτή, δεδομένου ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται εσφαλμένες αντιλήψεις όσον αφορά την νομοπαραγωγική δραστηριότητα της ΕΕ και αυξάνεται αδικαιολόγητα ο σκεπτικισμός των πολιτών· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι αυτό δεν θίγει με κανέναν τρόπο το δικαίωμα των κρατών μελών να θεσπίζουν σε εθνικό επίπεδο αυστηρότερα κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα από όσα έχουν συμφωνηθεί σε επίπεδο ΕΕ·

11.  υπογραμμίζει ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να διαδραματίζει έναν ισχυρότερο ρόλο κατά την εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι υποψήφιες προς ένταξη χώρες και οι χώρες με τις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνάψει συμφωνίες σύνδεσης τηρούν το δίκαιο της ΕΕ· προτείνει στη συνάρτηση αυτή να παρασχεθεί στις χώρες αυτές κατάλληλη βοήθεια υπό μορφήν διαρκούς συνεργασίας με τα εθνικά τους κοινοβούλια στον τομέα της τήρησης και εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ·

12.  φρονεί ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να συντάσσει κανονικές εκθέσεις και όχι απλώς ψηφίσματα για όλες τις υποψήφιες χώρες σε συνάρτηση με τις ετήσιες εκθέσεις προόδου που συντάσσει η Επιτροπή, προκειμένου να παρέχεται σε όλες τις ενδιαφερόμενες επιτροπές η δυνατότητα να γνωμοδοτούν σχετικά· πιστεύει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσει να συντάσσει εκθέσεις προόδου για όλες τις χώρες της ευρωπαϊκής γειτονίας οι οποίες έχουν υπογράψει συμφωνίες σύνδεσης, ούτως ώστε να μπορεί το Κοινοβούλιο να προβαίνει σε μια σοβαρή και συστηματική αξιολόγηση της προόδου που έχουν σημειώσει οι χώρες αυτές στον τομέα της εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου που συναρτάται με τα ζητήματα της σύνδεσης·

13.  χαιρετίζει την 32η «ετήσια έκθεση της Επιτροπής για τον έλεγχο και την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης» και επισημαίνει ότι το 2013 το περιβάλλον, οι μεταφορές, η εσωτερική αγορά και οι υπηρεσίες υπήρξαν οι τομείς πολιτικής στους οποίους οι περισσότερες υποθέσεις παράβασης συνέχισαν να εκκρεμούν και το 2014· επισημαίνει επίσης ότι το 2014 το περιβάλλον, η υγεία, η προστασία των καταναλωτών, η κινητικότητα και οι μεταφορές αποτέλεσαν και πάλι τους τομείς πολιτικής, σε συνάρτηση με τους οποίους κινήθηκε ο μεγαλύτερος αριθμός νέων διαδικασιών επί παραβάσει· παροτρύνει την Επιτροπή, χάριν της διασφάλισης διοργανικής διαφάνειας, να προσφέρει στο Κοινοβούλιο καλύτερη πρόσβαση σε έγγραφα που αφορούν υποθέσεις παραβίασης του δικαίου της ΕΕ·

14.  διαπιστώνει ότι, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση, «ο αριθμός των επίσημων διαδικασιών επί παραβάσει έχει μειωθεί κατά τα τελευταία πέντε χρόνια» και ότι σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτό αποτυπώνει την αποτελεσματικότητα του δομημένου διαλόγου με τα κράτη μέλη μέσω του EU Pilot· θεωρεί, συνεπώς, ότι η μείωση που σημειώθηκε τα τελευταία έτη και η μείωση που αναμένεται να σημειωθεί κατά τα προσεχή έτη οφείλονται στη διαρκή πτώση του αριθμού νέων νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής· τονίζει ωστόσο ότι, σε περίπτωση καθυστερημένης μεταφοράς οδηγιών, η Επιτροπή δεν εφαρμόζει τη διαδικασία EU Pilot·

15.  επισημαίνει ότι με την εκ των υστέρων αυτή αξιολόγηση δεν αίρεται η υποχρέωση της Επιτροπής να παρακολουθεί εγκαίρως και με αποτελεσματικό τρόπο τη μεταφορά και εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, τονίζει δε ότι το Κοινοβούλιο θα μπορούσε, μέσω του ελέγχου που ασκεί στην Επιτροπή, να συμμετέχει στην παρακολούθηση της εφαρμογής των νομοθετικών διατάξεων·

16.  επισημαίνει ότι η αύξηση του αριθμού των νέων υποθέσεων «EU Pilot» κατά την υπό εξέταση περίοδο και η μείωση του αριθμού των εκκρεμών διαδικασιών επί παραβάσει, καταδεικνύουν σύμφωνα με την ετήσια έκθεση, ότι το σύστημα «EU Pilot» έχει αποδείξει την αξία του και είχε θετικό αντίκτυπο με την προώθηση της αποτελεσματικότερης επιβολής του δικαίου της ΕΕ· επαναλαμβάνει, ωστόσο, ότι η επιβολή του δικαίου της ΕΕ δεν είναι επαρκώς διαφανής ούτε υπόκειται σε πραγματικό έλεγχο εκ μέρους των προσφευγόντων και των ενδιαφερομένων μερών, και εκφράζει τη λύπη του επειδή, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του, το Κοινοβούλιο εξακολουθεί να έχει ανεπαρκή πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία «EU Pilot» και τις εκκρεμείς υποθέσεις· καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, να διασφαλίσει περισσότερη διαφάνεια αναφορικά με τις πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία «EU Pilot» και τις εκκρεμείς υποθέσεις·

17.  φρονεί ότι οι χρηματικές ποινές λόγω μη τήρησης του ενωσιακού δικαίου πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές, να λαμβάνονται υπόψη οι συνεχείς παραλείψεις στον τομέα αυτό και να γίνονται σεβαστά τα νομικά δικαιώματα των κρατών μελών·

18.  υπενθυμίζει ότι σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που εδράζεται στο κράτος δικαίου και στην ασφάλεια και προβλεψιμότητα του νόμου, θα πρέπει οι πολίτες της ΕΕ, πρώτα από όλους, να είναι σε θέση να γνωρίζουν με σαφή, προσιτό, διαφανή και γρήγορο τρόπο (μέσω Διαδικτύου και με άλλα μέσα) εάν και ποιοι εθνικοί νόμοι έχουν εκδοθεί με μεταφορά του δικαίου της ΕΕ στην εσωτερική νομοθεσία, και ποιες εθνικές αρχές είναι υπεύθυνες για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής τους·

19.  καλεί την Επιτροπή να διασυνδέσει όλες τις δικτυακές πύλες, τα σημεία πρόσβασης και τους ενημερωτικούς ιστοτόπους σε μια ενιαία δικτυακή πύλη που θα παρέχει στους πολίτες εύκολη πρόσβαση σε ηλεκτρονικά έντυπα καταγγελιών και φιλικές προς το χρήστη πληροφορίες για τις διαδικασίες επί παραβάσει· ζητεί, επιπλέον, από την Επιτροπή να περιλάβει πιο λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τη χρήση αυτών των δικτυακών πυλών στην επόμενη έκθεση παρακολούθησής της·

20.  επισημαίνει ότι η ειλικρινής συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου αποτελεί υποχρέωση και των δύο θεσμικών οργάνων· ζητεί, συνεπώς, να αναθεωρηθεί η συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ώστε να καταστεί δυνατή η παροχή ενημέρωσης σχετικά με τις διαδικασίες «EU Pilot» υπό μορφή (εμπιστευτικού) εγγράφου προς την κοινοβουλευτική επιτροπή που είναι αρμόδια για την ερμηνεία και την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης·

21.  υπενθυμίζει ότι στο ψήφισμά του της 15ης Ιανουαρίου 2013(2), το Κοινοβούλιο ζήτησε την έγκριση ενός κανονισμού της ΕΕ σχετικά με τη θέσπιση ευρωπαϊκού διοικητικού διαδικαστικού δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 298 ΣΛΕΕ, αλλά ότι, παρά το γεγονός ότι το ψήφισμα εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία (572 ψήφοι υπέρ, 16 κατά και 12 αποχές), η Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Κοινοβουλίου να υποβάλει σχετική πρόταση· καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει το ψήφισμα του Κοινοβουλίου με στόχο την υποβολή πρότασης νομοθετικής πράξης σχετικά με το διοικητικό διαδικαστικό δίκαιο·

22.  εκφράζει, ειδικότερα, τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν δόθηκε συνέχεια στην έκκλησή του για τη θέσπιση δεσμευτικών κανόνων υπό μορφήν ενός κανονισμού που θα καθορίζει τις διάφορες πτυχές της διαδικασίας επί παραβάσει και της προδικασίας, όπως κοινοποιήσεις, δεσμευτικές προθεσμίες, το δικαίωμα ακρόασης και η υποχρέωση αιτιολόγησης, καθώς και το δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στο φάκελό του, προκειμένου να ενισχυθούν τα δικαιώματα των πολιτών και να διασφαλίζεται διαφάνεια·

23.  επισημαίνει, στη συνάρτηση αυτή, ότι η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων έχει συγκροτήσει μια νέα ομάδα εργασίας για το διοικητικό δίκαιο, η οποία έχει αποφασίσει να εκπονήσει ένα συγκεκριμένο σχέδιο κανονισμού σχετικά με τη διοικητική διαδικασία που εφαρμόζει η διοίκηση της Ένωσης για να αποτελέσει «πηγή έμπνευσης» για την Επιτροπή, με στόχο όχι να αμφισβητήσει το δικαίωμα πρωτοβουλίας της Επιτροπής, αλλά να αποδείξει ότι η θέσπιση του κανονισμού αυτού είναι και χρήσιμη και εφικτή·

24.  πιστεύει ότι στόχος του εν λόγω σχεδίου κανονισμού δεν είναι να αντικαταστήσει την ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ, αλλά αντιθέτως να την συμπληρώσει όταν ανακύπτουν προβλήματα αναφορικά με την ερμηνεία και να προσδώσει περισσότερη προσβασιμότητα, σαφήνεια και συνοχή στην ερμηνεία των ισχυουσών διατάξεων προς όφελος τόσο των πολιτών και των επιχειρήσεων όσο και της διοίκησης και των υπαλλήλων της·

25.  καλεί, συνεπώς, για μια ακόμη φορά την Επιτροπή να υποβάλει μια νομοθετική πρόταση σχετικά με ένα ευρωπαϊκό διοικητικό διαδικαστικό δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψη τη δράση που έχει αναλάβει έως τώρα το Κοινοβούλιο προς αυτήν την κατεύθυνση·

26.  υπενθυμίζει ότι όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, ακόμη και όταν ενεργούν ως μέλη ομάδων διεθνών δανειστών («τρόικες»), δεσμεύονται από τις Συνθήκες και τον ΧΘΔΕΕ·

27.  καλεί την Επιτροπή να καταστήσει τη συμμόρφωση προς το δίκαιο της ΕΕ πραγματική πολιτική προτεραιότητα που πρέπει να επιδιώκεται σε στενή συνεργασία με το Κοινοβούλιο, το οποίο έχει καθήκον α) να εξασφαλίζει ότι η Επιτροπή παραμένει πολιτικά υπόλογη και β), ως συννομοθέτης, να διασφαλίζει ότι τηρείται πλήρως ενήμερο προκειμένου να βελτιώνει συνεχώς το νομοθετικό του έργο·

28.  τάσσεται υπέρ της δημιουργίας ενός μηχανισμού στο πλαίσιο του Κοινοβουλίου για τον έλεγχο της εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου στα κράτη μέλη, με τον οποίο θα αναλύεται το πρόβλημα της μη συμμόρφωσης κατά συγκεκριμένο ανά χώρα τρόπο και θα λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι οι αρμόδιες μόνιμες επιτροπές του Κοινοβουλίου ελέγχουν την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στο πλαίσιο των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους.

29.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή καθώς και στην Επιτροπή των Περιφερειών, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0322.
(2) ΕΕ C 440 της 30.12.2015, σ. 17.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου