Ευρετήριο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016 - ΣτρασβούργοΟριστική έκδοση
Aυτοματοποιημένη ανταλλαγή δεδομένων DNA στη Δανία *
 Αυτοματοποιημένη ανταλλαγή δακτυλοσκοπικών δεδομένων στη Δανία *
 Συμφωνία ΕΕ-Κίνας για την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης βραχείας διαμονής για τους κατόχους διπλωματικών διαβατηρίων ***
 Κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν ή απειλούνται από σοβαρές δυσκολίες όσον αφορά τη χρηματοοικονομική τους σταθερότητα ***I
 Αίτηση για την άρση της ασυλίας του Jean-Marie Le Pen
 Αίτηση για την υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών της Jane Collins
 Αίτηση για την υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών του Mario Borghezio
 Στατιστικές σχετικά με τις σιδηροδρομικές μεταφορές όσον αφορά τη συλλογή στοιχείων για εμπορεύματα, επιβάτες και ατυχήματα ***II
 Στατιστικές σχετικά με μεταφορές εμπορευμάτων μέσω εσωτερικών πλωτών οδών (κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές αρμοδιότητες) ***II
 Ενωσιακό νομικό πλαίσιο για τις τελωνειακές παραβάσεις και τις σχετικές κυρώσεις ***I
 Σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 3/2016: Ασφάλεια των Οργάνων
 Στρατηγική της ΕΕ έναντι του Ιράν μετά την πυρηνική συμφωνία
 Καταπολέμηση της διαφθοράς και συνέχεια στο ψήφισμα της επιτροπής CRIM
 Ανθρώπινα Δικαιώματα και μετανάστευση σε τρίτες χώρες
 Εταιρική ευθύνη για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε τρίτες χώρες
 Στρατηγική της ΕΕ για το υγροποιημένο φυσικό αέριο και την αποθήκευση φυσικού αερίου
 Πώς θα καταστούν ομοιόμορφοι οι έλεγχοι της αλιείας στην Ευρώπη;
 Βελτίωση της σύνδεσης και της προσβασιμότητας των υποδομών μεταφορών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη
 Μηχανισμός της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα

Aυτοματοποιημένη ανταλλαγή δεδομένων DNA στη Δανία *
PDF 383kWORD 48k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με το σχέδιο εκτελεστικής απόφασης του Συμβουλίου για την έναρξη της αυτοματοποιημένης ανταλλαγής δεδομένων DNA στη Δανία (11219/2016 – C8-0340/2016 – 2016/0813(CNS))
P8_TA(2016)0391A8-0289/2016

(Διαβούλευση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο του Συμβουλίου (11219/2016),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 39 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, και το άρθρο 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις, σύμφωνα με τα οποία κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C8-0340/2016),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση 2008/615/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2008, σχετικά με την αναβάθμιση της διασυνοριακής συνεργασίας, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του διασυνοριακού εγκλήματος(1), και ιδίως το άρθρο 33,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 10ης Οκτωβρίου 2013 σχετικά με την ενίσχυση της διασυνοριακής συνεργασίας για την επιβολή του νόμου στην ΕΕ: η εφαρμογή της απόφασης του Prüm και το ευρωπαϊκό πρότυπο ανταλλαγής πληροφοριών(2),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 9ης Ιουλίου 2015 σχετικά με το ευρωπαϊκό θεματολόγιο για την ασφάλεια(3),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A8-0289/2016),

1.  εγκρίνει το σχέδιο του Συμβουλίου·

2.  καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

3.  ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στο κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο·

4.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1)ΕΕ L 210 της 6.8.2008, σ. 1.
(2)ΕΕ C 181 της 19.5.2016, σ. 67.
(3)Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0269.


Αυτοματοποιημένη ανταλλαγή δακτυλοσκοπικών δεδομένων στη Δανία *
PDF 384kWORD 48k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με το σχέδιο εκτελεστικής απόφασης του Συμβουλίου για την έναρξη της αυτοματοποιημένης ανταλλαγής δακτυλοσκοπικών δεδομένων στη Δανία (11220/2016 – C8-0341/2016 – 2016/0814(CNS))
P8_TA(2016)0392A8-0288/2016

(Διαβούλευση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο του Συμβουλίου (11220/2016),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 39 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, και το άρθρο 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις, σύμφωνα με τα οποία κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C8-0341/2016),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση 2008/615/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2008, σχετικά με την αναβάθμιση της διασυνοριακής συνεργασίας, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του διασυνοριακού εγκλήματος(1), και ιδίως το άρθρο 33,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 10ης Οκτωβρίου 2013 σχετικά με την ενίσχυση της διασυνοριακής συνεργασίας για την επιβολή του νόμου στην ΕΕ: η εφαρμογή της απόφασης του Prüm και το ευρωπαϊκό πρότυπο ανταλλαγής πληροφοριών (EIXM)(2),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 9ης Ιουλίου 2015 σχετικά με το ευρωπαϊκό θεματολόγιο για την ασφάλεια(3),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A8-0288/2016),

1.  εγκρίνει το σχέδιο του Συμβουλίου·

2.  καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

3.  ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στο κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο·

4.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1)ΕΕ L 210 της 6.8.2008, σ. 1.
(2) ΕΕ C 181 της 19.5.2016, σ. 67.
(3) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0269.


Συμφωνία ΕΕ-Κίνας για την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης βραχείας διαμονής για τους κατόχους διπλωματικών διαβατηρίων ***
PDF 378kWORD 48k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου για τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας σχετικά με την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία διαμονή για τους κατόχους διπλωματικών διαβατηρίων (15470/2015 – C8-0110/2016 – 2015/0293(NLE))
P8_TA(2016)0393A8-0281/2016

(Έγκριση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου (15470/2015),

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας σχετικά με την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία διαμονή για τους κατόχους διπλωματικών διαβατηρίων (15469/2015),

–  έχοντας υπόψη την αίτηση έγκρισης που υπέβαλε το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 77 παράγραφος 2 και το άρθρο 218 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) σημείο v) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C8-0110/2016),

–  έχοντας υπόψη την επιστολή της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 99 παράγραφος 1 πρώτο και τρίτο εδάφιο και παράγραφος 2, καθώς και το άρθρο 108 παράγραφος 7 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A8-0281/2016),

1.  εγκρίνει τη σύναψη της συμφωνίας·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.


Κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν ή απειλούνται από σοβαρές δυσκολίες όσον αφορά τη χρηματοοικονομική τους σταθερότητα ***I
PDF 392kWORD 50k
Ψήφισμα
Κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕE) αριθ. 1303/2013 του Συμβουλίου όσον αφορά ορισμένες διατάξεις σχετικά με τη χρηματοοικονομική διαχείριση για ορισμένα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν ή απειλούνται από σοβαρές δυσκολίες όσον αφορά τη χρηματοοικονομική τους σταθερότητα (COM(2016)0418 – C8-0238/2016 – 2016/0193(COD))
P8_TA(2016)0394A8-0292/2016

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2016)0418),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 177 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0238/2016),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 21ης Σεπτεμβρίου 2016(1),

–  μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή των Περιφερειών,

–  έχοντας υπόψη την επιστολή της Επιτροπής Προϋπολογισμών,

–  έχοντας υπόψη τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, να εγκρίνει τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (A8-0292/2016),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 25 Οκτωβρίου 2016 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2016/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 όσον αφορά ορισμένες διατάξεις σχετικά με τη χρηματοοικονομική διαχείριση για ορισμένα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν ή απειλούνται από σοβαρές δυσκολίες όσον αφορά τη χρηματοοικονομική τους σταθερότητα

(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΕ) 2016/2135.)

(1) Δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα.


Αίτηση για την άρση της ασυλίας του Jean-Marie Le Pen
PDF 408kWORD 50k
Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με την αίτηση για την άρση της ασυλίας του Jean-Marie Le Pen (2016/2108(IMM))
P8_TA(2016)0395A8-0301/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τις δύο αιτήσεις για την άρση της ασυλίας του Jean-Marie Le Pen, που διαβίβασε η Γενική Εισαγγελέας του Εφετείου του Παρισιού στις 14 Μαρτίου 2016 σε συνάρτηση με δύο εκκρεμούσες διαδικασίες ενώπιον των ανακριτών του Πρωτοδικείου του Παρισιού λόγω υποκίνησης σε ρατσιστικό μίσος (υποθέσεις 2211/15/21 και 2226/15/9), οι οποίες αφορούν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, και οι οποίες ανακοινώθηκαν στην ολομέλεια στις 8 Ιουνίου 2016,

–  έχοντας ακούσει τον Jean-Marie Le Pen σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 8 και 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το άρθρο 6 παράγραφος 2 της πράξης της 20ής Σεπτεμβρίου 1976 σχετικά με την εκλογή των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση και καθολική ψηφοφορία,

–  έχοντας υπόψη τις αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 12 Μαΐου 1964, 10 Ιουλίου 1986, 15 και 21 Οκτωβρίου 2008, 19 Μαρτίου 2010, 6 Σεπτεμβρίου 2011 και 17 Ιανουαρίου 2013(1),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 26 του Συντάγματος της Γαλλικής Δημοκρατίας,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 5 παράγραφος 2, το άρθρο 6 παράγραφος 1 και το άρθρο 9 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A8-0301/2016),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δύο ανακριτές στο Πρωτοδικείο του Παρισιού έχουν ζητήσει την άρση της ασυλίας του Jean-Marie Le Pen σε συνάρτηση με φερόμενη τέλεση αξιόποινης πράξης·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, δυνάμει του άρθρου 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απολαύουν, εντός της επικρατείας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 26 του Συντάγματος της Γαλλικής Δημοκρατίας «κανένα μέλος του Κοινοβουλίου δεν δύναται να διωχθεί, να καταζητηθεί, να συλληφθεί, να κρατηθεί ή να καταδικαστεί για γνώμη που εξέφρασε ή για ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του» και ότι «κανένα μέλος του Κοινοβουλίου δεν δύναται να συλληφθεί ή να υποστεί άλλο μέτρο στερητικό ή περιοριστικό της ελευθερίας του χωρίς άδεια της Βουλής»·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται σε έρευνα, κράτηση ή δίωξη για γνώμη εκφρασθείσα ή ψήφο δοθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι με τη διάταξη αυτή διασφαλίζεται ότι οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απολαύουν κατ’ αρχήν του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, χωρίς ωστόσο το δικαίωμα αυτό να τους επιτρέπει να διατυπώνουν υβριστικούς, συκοφαντικούς και δυσφημιστικούς ισχυρισμούς, να υποκινούν σε μισαλλοδοξία ή να προβαίνουν σε μειωτικούς για την τιμή και την υπόληψη ενός ατόμου ισχυρισμούς ή σε κάθε άλλη δήλωση που είναι αντίθετη με το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διατάξεις σχετικά με την ασυλία πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των αξιών, των στόχων και των αρχών των ευρωπαϊκών συνθηκών·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όσον αφορά τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η απόλυτη αυτή ασυλία καλύπτει τις γνώμες που εκφράστηκαν τόσο κατά τις επίσημες συνεδριάσεις εντός του Κοινοβουλίου, όσο και εκτός του οργάνου όπως, για παράδειγμα, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει «σχέση μεταξύ εκφρασθείσας γνώμης και άσκησης των βουλευτικών καθηκόντων»·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Jean-Marie Le Pen κατηγορείται ότι σε βιντεοσκόπηση που αναρτήθηκε στις 6 Ιουνίου 2014 στο Διαδίκτυο προέβη δημοσίως σε υποκίνηση σε φυλετικό μίσος·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ουδεμία σχέση υπάρχει μεταξύ της επίμαχης δήλωσης και της βουλευτικής δραστηριότητας του Jean-Marie Le Pen και ότι συνεπώς ο Jean-Marie Le Pen δεν έχει ενεργήσει στο πλαίσιο της άσκησης της εντολής του ως βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υφίστανται υπόνοιες περί fumus persecutionis, δηλαδή απόπειρα να παρεμποδιστεί η βουλευτική δραστηριότητα του Jean-Marie Le Pen·

1.  αποφασίζει να άρει την ασυλία του Jean-Marie Le Pen·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει αμελλητί την παρούσα απόφαση και την έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του στις αρμόδιες αρχές της Γαλλικής Δημοκρατίας.

(1) Απόφαση του Δικαστηρίου, της 12ης Μαΐου 1964, Wagner/Fohrmann και Krier 101/63, ECLI:EU:C:1964:28· απόφαση του Δικαστηρίου, της 10ης Ιουλίου 1986, Wybot/Faure και άλλων 149/85, ECLI:EU:C:1986:310· απόφαση του Δικαστηρίου, της 15ης Οκτωβρίου 2008, Mote/Parlement T-345/05, ECLI:EU:T:2008:440· απόφαση του Δικαστηρίου, της 21ης Οκτωβρίου 2008, Marra/De Gregorio και Clemente C-200/07 και C-201/07, ECLI:EU:C:2008:579· απόφαση του Δικαστηρίου, της 19ης Μαρτίου 2010, Gollnisch/Parlement T-42/06, ECLI:EU:T:2010:102· απόφαση του Δικαστηρίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Patriciello C-163/10, ECLI:EU:C:2011:543· απόφαση του Δικαστηρίου, της 17ης Ιανουαρίου 2013, Gollnisch/Parlement, T-346/11 και T-347/11, ECLI:EU:T:2013:23.


Αίτηση για την υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών της Jane Collins
PDF 405kWORD 50k
Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με την αίτηση για την υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών της Jane Collins (2016/2087(IMM))
P8_TA(2016)0396A8-0297/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την αίτηση της Jane Collins της 3ης Μαΐου 2016, και η οποία ανακοινώθηκε στην ολομέλεια στις 11 Μαΐου 2016, σχετικά με την υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών της σε συνάρτηση με την εκκρεμούσα αστική δίκη εις βάρος της ενώπιον του Queen’s Bench Division of the High Court στο Λονδίνο (υπόθεση αριθ. HQ14DO4882),

–  έχοντας ακούσει τον James Carver, που εκπροσώπησε την Jane Collins, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 8 και 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το άρθρο 6 παράγραφος 2 της πράξης της 20ής Σεπτεμβρίου 1976 σχετικά με την εκλογή των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση και καθολική ψηφοφορία,

–  έχοντας υπόψη τις αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 12 Μαΐου 1964, 10 Ιουλίου 1986, 15 και 21 Οκτωβρίου 2008, 19 Μαρτίου 2010, 6 Σεπτεμβρίου 2011 και 17 Ιανουαρίου 2013(1),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 5 παράγραφος 2 και τα άρθρα 7 και 9 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A8-0297/2016),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Jane Collins έχει ζητήσει την υπεράσπιση των κοινοβουλευτικών προνομίων και ασυλιών της σε συνάρτηση με αστική δίκη που εκκρεμεί εις βάρος της ενώπιον του Queen’s Bench Division of the High Court στο Λονδίνο·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατ’ αρχάς, η αίτηση αφορά την υπεράσπιση του δικαιώματος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, βάσει του άρθρου 7 του Πρωτοκόλλου, να μην υπόκεινται σε διοικητικούς ή άλλους περιορισμούς όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία τους κατά τη μετάβασή τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή την επιστροφή τους από αυτό·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το τμήμα αυτό της αίτησης αφορά το γεγονός ότι η Jane Collins υποστηρίζει ότι η μετάβασή της στις συνεδριάσεις του Κοινοβουλίου έχει παρεμποδισθεί από τον προγραμματισμό της δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμεί εις βάρος της·

Δ.  λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι το άρθρο 7 του Πρωτοκόλλου δεν εφαρμόζεται σε περιορισμούς που απορρέουν από δικαστικές διαδικασίες, δεδομένου ότι για αυτές ισχύουν οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του Πρωτοκόλλου(2), και, ως εκ τούτου, η αίτηση για την υπεράσπιση της βουλευτικής ασυλίας είναι απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 7 του Πρωτοκόλλου·

E.  λαμβάνοντας κατά δεύτερο λόγο υπόψη ότι η αίτηση αφορά την υπεράσπιση του δικαιώματος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, βάσει του άρθρου 8 του Πρωτοκόλλου, να μην υπόκεινται σε οιαδήποτε μορφή έρευνας, κράτησης ή δίωξης σε συνάρτηση με γνώμες εκφρασθείσες ή ψήφους δοθείσες από αυτούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το εν λόγω τμήμα της αίτησης αφορά το γεγονός ότι εις βάρος της Jane Collins έχει ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης στο Ηνωμένο Βασίλειο, συμπεριλαμβανομένης διευρυμένης αποζημίωσης, για φερόμενη συκοφαντική δυσφήμιση, καθώς και αγωγή παραλείψεως προκειμένου να μην επαναλάβει τις εγκαλούμενες δηλώσεις·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγωγή για συκοφαντική δυσφήμιση αφορά κατηγορίες που διατύπωσε η Jane Collins σε ένα κομματικό συνέδριο·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η βουλευτική ασυλία που αναγνωρίζεται από το άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου εφαρμόζεται για γνώμες που έχουν εκφράσει οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μόνο στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δηλώσεις βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκτός των χώρων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θεωρούνται ότι έχουν διατυπωθεί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους μόνον εφόσον συνιστούν υποκειμενική εκτίμηση, η οποία συνδέεται άμεσα και προδήλως με την άσκηση των καθηκόντων αυτών(3)·

Ι.  λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι δεν υφίσταται άμεση και προφανής σχέση μεταξύ των εγκαλούμενων δηλώσεων και των καθηκόντων της Jane Collins ως βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δεδομένου ότι αυτές δεν σχετίζονται με τη δραστηριότητά της ως βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή με τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά έχουν διατυπωθεί στο πλαίσιο ενός εθνικού πολιτικού διαλόγου·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εγκαλούμενες δηλώσεις δεν καλύπτονται, συνεπώς, από το άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου·

1.  αποφασίζει να μην υπερασπισθεί τα προνόμια και τις ασυλίες της Jane Collins·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει αμελλητί την παρούσα απόφαση και την έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και στον αξιότιμο δικαστή Warby.

(1) Απόφαση του Δικαστηρίου, της 12ης Μαΐου 1964, Wagner/Fohrmann και Krier 101/63, ECLI:EU:C:1964:28· απόφαση του Δικαστηρίου, της 10ης Ιουλίου 1986, Wybot/Faure και άλλων 149/85, ECLI:EU:C:1986:310· απόφαση του Δικαστηρίου, της 15ης Οκτωβρίου 2008, Mote/Parlement T-345/05, ECLI:EU:T:2008:440· απόφαση του Δικαστηρίου, της 21ης Οκτωβρίου 2008, Marra/De Gregorio και Clemente C-200/07 και C-201/07, ECLI:EU:C:2008:579· απόφαση του Δικαστηρίου, της 19ης Μαρτίου 2010, Gollnisch/Parlement T-42/06, ECLI:EU:T:2010:102· απόφαση του Δικαστηρίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Patriciello C-163/10, ECLI:EU:C:2011:543· απόφαση του Δικαστηρίου, της 17ης Ιανουαρίου 2013, Gollnisch/Parlement, T-346/11 και T-347/11, ECLI:EU:T:2013:23.
(2) Απόφαση του Δικαστηρίου, της 15ης Οκτωβρίου 2008, Mote/Parlement T-345/05, ECLI:EU:T:2008:440, σκέψεις 49 και 51.
(3) Απόφαση του Δικαστηρίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Patriciello C-163/10, ECLI:EU:C:2011:543.


Αίτηση για την υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών του Mario Borghezio
PDF 418kWORD 51k
Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με την αίτηση για την υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών του Mario Borghezio (2016/2028(IMM))
P8_TA(2016)0397A8-0312/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την αίτηση του Mario Borghezio της 5ης Ιανουαρίου 2016, και η οποία ανακοινώθηκε στην ολομέλεια την 1η Φεβρουαρίου 2016, σχετικά με την υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών του σε συνάρτηση με την εκκρεμούσα ποινική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου του Μιλάνου (αριθ. αναφοράς RGNR 41838/13, RG GIP αριθ. 12607/14),

–  έχοντας ακούσει τον Mario Borghezio σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 8 και 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το άρθρο 6 παράγραφος 2 της πράξης της 20ής Σεπτεμβρίου 1976 σχετικά με την εκλογή των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση και καθολική ψηφοφορία,

–  έχοντας υπόψη τις αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 12 Μαΐου 1964, 10 Ιουλίου 1986, 15 και 21 Οκτωβρίου 2008, 19 Μαρτίου 2010, 6 Σεπτεμβρίου 2011 και 17 Ιανουαρίου 2013(1),

—  έχοντας υπόψη το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο A) του ιταλικού νόμου αριθ. 205/1993,

—  έχοντας υπόψη το άρθρο 5 παράγραφος 2 και τα άρθρα 7 και 9 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A8-0312/2016),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Mario Borghezio, υπέβαλε, σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αίτηση για την προάσπιση της βουλευτικής του ασυλίας σε συνάρτηση με ποινική διαδικασία η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου του Μιλάνου· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την κοινοποίηση που επιδόθηκε από την Εισαγγελία, ο κ. Borghezio κατηγορείται ότι κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής υποστήριξε ιδέες βασιζόμενες στη φυλετική υπεροχή και στο φυλετικό και εθνοτικό μίσος, συμπεριφορά η οποία τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο α) του ιταλικού νόμου αριθ. 205/1993·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα άρθρα 8 και 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλληλοαποκλείονται(2): λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αποκλειστικά γνώμες που καταγγέλλεται ότι συνιστούν διακρίσεις και εκφράστηκαν από βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· λαμβάνοντας ως εκ τούτου υπόψη ότι η δυνατότητα εφαρμογής μόνο του άρθρου 8 του πρωτοκόλλου θεωρείται αυτονόητη·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8 του πρωτοκόλλου αριθ. 7, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται σε έρευνα, κράτηση ή δίωξη για γνώμη εκφρασθείσα ή ψήφο δοθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, για να καλύπτεται από την ασυλία, η γνώμη του βουλευτή του ΕΚ πρέπει να έχει εκφραστεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του, επομένως απαιτείται σύνδεση μεταξύ της εκφρασθείσας γνώμης και των βουλευτικών καθηκόντων· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σύνδεσμος αυτός πρέπει να είναι άμεσος και σαφής(3)·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά τη διάρκεια της εν λόγω ραδιοφωνικής εκπομπής, ζητήθηκε από τον Mario Borghezio να σχολιάσει τον διορισμό και την επάρκεια ενός νέου μέλους της ιταλικής κυβέρνησης, και συγκεκριμένα της νέας υπουργού Κοινωνικής Ενσωμάτωσης·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και από την ακρόαση ενώπιόν της, οι δηλώσεις του κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δεν έχουν άμεση και σαφή σύνδεση με τις κοινοβουλευτικές του δραστηριότητες·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη, ειδικότερα, ότι οι δηλώσεις για τις οποίες καταγγέλλεται ο βουλευτής έχουν οξύτερο τόνο από αυτόν που συνηθίζεται σε πολιτικές συζητήσεις, επιπλέον δε έχουν βαθιά αντικοινοβουλευτικό χαρακτήρα· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δηλώσεις αυτές είναι αντίθετες προς το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πραγματοποιήθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων ενός βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ότι ο Mario Borghezio ενεργούσε στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του ως βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, όταν έχει ασκηθεί αγωγή κατά βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενώπιον εθνικού δικαστηρίου και το δικαστήριο αυτό έχει πληροφορηθεί ότι έχει κινηθεί διαδικασία για την υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών του εν λόγω βουλευτή, όπως προβλέπεται στον Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το εν λόγω δικαστήριο οφείλει να αναστείλει τη δικαστική διαδικασία και να ζητήσει από το Κοινοβούλιο να διατυπώσει τη γνώμη του το ταχύτερο δυνατόν(4)· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο του Μιλάνου, ενώπιον του οποίου είχε εκκρεμεί η δίωξη εις βάρος του κ. Borghezio, αρνήθηκε να αναστείλει τη δικαστική διαδικασία και διέταξε να συνεχιστεί, παρά τη σχετική αίτηση που υπέβαλε ο κ. Borghezio επί τη βάσει της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου της ΕΕ·

1.  αποφασίζει να μην υπερασπιστεί τα προνόμια και τις ασυλίες του Mario Borghezio·

2.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το Δικαστήριο του Μιλάνου, παρά τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ, αρνήθηκε να αναστείλει τη διαδικασία κατά του κ. Borghezio·

3.  αναμένει από τις ιταλικές αρχές να συμμορφώνονται πάντα με την αρχή που καθιέρωσε το Δικαστήριο της ΕΕ σε σχέση με την υποχρέωση του αρμόδιου δικαστηρίου να αναστέλλει τη δικαστική διαδικασία, όταν έχει υποβληθεί αίτηση για την υπεράσπιση των προνομίων και ασυλιών βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

4.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει αμελλητί την παρούσα απόφαση και την έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του στην αρμόδια αρχή της Ιταλικής Δημοκρατίας και στον Mario Borghezio.

(1) Απόφαση του Δικαστηρίου, της 12ης Μαΐου 1964, Wagner/Fohrmann και Krier 101/63, ECLI:EU:C:1964:28· απόφαση του Δικαστηρίου, της 10ης Ιουλίου 1986, Wybot/Faure και άλλων 149/85, ECLI:EU:C:1986:310· απόφαση του Δικαστηρίου, της 15ης Οκτωβρίου 2008, Mote/Parlement T-345/05, ECLI:EU:T:2008:440· απόφαση του Δικαστηρίου, της 21ης Οκτωβρίου 2008, Marra/De Gregorio και Clemente C-200/07 και C-201/07, ECLI:EU:C:2008:579· απόφαση του Δικαστηρίου, της 19ης Μαρτίου 2010, Gollnisch/Parlement T-42/06, ECLI:EU:T:2010:102· απόφαση του Δικαστηρίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Patriciello C-163/10, ECLI:EU:C:2011:543· απόφαση του Δικαστηρίου, της 17ης Ιανουαρίου 2013, Gollnisch/Parlement, T-346/11 και T-347/11, ECLI:EU:T:2013:23.
(2) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-200/07 και C-201/07 Marra, ως άνω, παράγραφος 45.
(3) Σκέψεις 33 και 35 της προαναφερθείσας υποθέσεως C-163/10 Patriciello.
(4) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-200/07 και C-201/07 Marra, ως άνω, παράγραφος 43.


Στατιστικές σχετικά με τις σιδηροδρομικές μεταφορές όσον αφορά τη συλλογή στοιχείων για εμπορεύματα, επιβάτες και ατυχήματα ***II
PDF 395kWORD 48k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ενόψει της έγκρισης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 91/2003 για τις στατιστικές σχετικά με τις σιδηροδρομικές μεταφορές, όσον αφορά τη συλλογή στοιχείων για εμπορεύματα, επιβάτες και ατυχήματα (10000/1/2016 – C8-0365/2016 – 2013/0297(COD))
P8_TA(2016)0398A8-0300/2016

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: δεύτερη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

—  έχοντας υπόψη τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση (10000/1/2016 – C8-0365/2016),

—  έχοντας υπόψη τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση(1) σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2013)0611),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 7 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 76 του Κανονισμού του,

—  έχοντας υπόψη τη σύσταση για τη δεύτερη ανάγνωση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (A8-0300/2016),

1.  εγκρίνει τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση·

2.  διαπιστώνει ότι η πράξη εκδόθηκε σύμφωνα με τη θέση του Συμβουλίου·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να υπογράψει την πράξη, μαζί με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 297 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

4.  αναθέτει στον Γενικό Γραμματέα του να υπογράψει την πράξη, αφού προηγουμένως ελεγχθεί ότι όλες οι διαδικασίες έχουν δεόντως ολοκληρωθεί, και να προβεί, σε συμφωνία με τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου, στη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

5.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στα εθνικά κοινοβούλια.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν στις 11.3.2014, P7_TA(2014)0197.


Στατιστικές σχετικά με μεταφορές εμπορευμάτων μέσω εσωτερικών πλωτών οδών (κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές αρμοδιότητες) ***II
PDF 396kWORD 48k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ενόψει της έγκρισης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1365/2006 για στατιστικές σχετικά με μεταφορές εμπορευμάτων μέσω εσωτερικών πλωτών οδών όσον αφορά την ανάθεση κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στην Επιτροπή για την έγκριση ορισμένων μέτρων (09878/1/2016 – C8-0358/2016 – 2013/0226(COD))
P8_TA(2016)0399A8-0298/2016

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: δεύτερη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

—  έχοντας υπόψη τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση (09878/1/2016 – C8-0358/2016),

—  έχοντας υπόψη τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση(1) σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2013)0484),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 7 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 76 του Κανονισμού του,

—  έχοντας υπόψη τη σύσταση για τη δεύτερη ανάγνωση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (A8-0298/2016),

1.  εγκρίνει τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση·

2.  διαπιστώνει ότι η πράξη εκδόθηκε σύμφωνα με τη θέση του Συμβουλίου·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να υπογράψει την πράξη, μαζί με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 297 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

4.  αναθέτει στον Γενικό Γραμματέα του να υπογράψει την πράξη, αφού προηγουμένως ελεγχθεί ότι όλες οι διαδικασίες έχουν δεόντως ολοκληρωθεί, και να προβεί, σε συμφωνία με τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου, στη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

5.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στα εθνικά κοινοβούλια.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν στις 11.3.2014, P7_TA(2014)0180.


Ενωσιακό νομικό πλαίσιο για τις τελωνειακές παραβάσεις και τις σχετικές κυρώσεις ***I
PDF 645kWORD 76k
Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 στην πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το ενωσιακό νομικό πλαίσιο για τις τελωνειακές παραβάσεις και τις σχετικές κυρώσεις (COM(2013)0884 – C8-0033/2014 – 2013/0432(COD))(1)
P8_TA(2016)0400A8-0239/2016

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή   Τροπολογία
Τροπολογία 1
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική αναφορά 1
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 33,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 33 και 114,
Τροπολογία 2
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 1 α (νέα)
(1α)   Η οδηγία αυτή θα πρέπει να συμμορφώνεται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου1.
___________________
1 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 269 της 10.10.2013, σ. 1).
Τροπολογία 3
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 2
(2)  Κατά συνέπεια, οι τελωνειακές παραβάσεις και οι σχετικές κυρώσεις ακολουθούν 28 διαφορετικά σύνολα κανόνων δικαίου. Ως εκ τούτου, μια παράβαση της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση και οι κυρώσεις που ενδεχομένως επιβάλλονται σε κάθε περίπτωση διαφέρουν ως προς το είδος και την αυστηρότητα, αναλόγως του κράτους μέλους που επιβάλλει την κύρωση.
(2)  Οι τελωνειακές παραβάσεις και οι σχετικές κυρώσεις ακολουθούν 28 διαφορετικά σύνολα κανόνων δικαίου. Ως εκ τούτου, μια παράβαση της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση και οι κυρώσεις που ενδεχομένως επιβάλλονται σε κάθε περίπτωση διαφέρουν ως προς το είδος και την αυστηρότητα, αναλόγως του κράτους μέλους που επιβάλλει την κύρωση, με αποτέλεσμα την πιθανή απώλεια εσόδων για τα κράτη μέλη και τη στρέβλωση του εμπορίου.
Τροπολογία 4
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 3
(3)  Οι διαφορές αυτές μεταξύ των νομικών συστημάτων των κρατών μελών δεν επηρεάζουν μόνον τη βέλτιστη διαχείριση της τελωνειακής ένωσης, αλλά εμποδίζουν επίσης και τη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού για τους οικονομικούς φορείς στην τελωνειακή ένωση, δεδομένου ότι έχουν επίπτωση στην πρόσβαση των εν λόγω φορέων σε τελωνειακές απλουστεύσεις και διευκολύνσεις.
(3)  Οι διαφορές αυτές μεταξύ των νομικών συστημάτων των κρατών μελών δεν επηρεάζουν μόνον τη βέλτιστη διαχείριση της τελωνειακής ένωσης και τη διαφάνεια που απαιτείται για τη δέουσα λειτουργία της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τους τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίζονται οι παραβάσεις από τις διάφορες τελωνειακές αρχές, αλλά εμποδίζουν επίσης την επίτευξη ίσων όρων ανταγωνισμού για τους οικονομικούς φορείς στην τελωνειακή ένωση, οι οποίοι υπόκεινται ήδη σε διαφορετική δέσμη κανόνων ανά την Ένωση, δεδομένου ότι έχουν επίπτωση στην πρόσβαση των εν λόγω φορέων σε τελωνειακές απλουστεύσεις και διευκολύνσεις.
Τροπολογία 5
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 6
(6)  Είναι σκόπιμο να καταρτιστεί κατάλογος συμπεριφορών οι οποίες θα πρέπει να θεωρείται ότι παραβιάζουν την ενωσιακή τελωνειακή νομοθεσία και οδηγούν στην επιβολή κυρώσεων. Οι εν λόγω τελωνειακές παραβάσεις θα πρέπει να βασίζονται πλήρως στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την τελωνειακή νομοθεσία με άμεσες παραπομπές στον κώδικα. Η παρούσα οδηγία δεν καθορίζει αν τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις για παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας.
(6)  Είναι σκόπιμο να καταρτιστεί με την παρούσα οδηγία κατάλογος συμπεριφορών οι οποίες θα πρέπει να θεωρείται ότι παραβιάζουν την ενωσιακή τελωνειακή νομοθεσία και οδηγούν στην επιβολή κυρώσεων. Οι εν λόγω τελωνειακές παραβάσεις θα πρέπει να βασίζονται πλήρως στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την τελωνειακή νομοθεσία με άμεσες παραπομπές στον κώδικα. Η παρούσα οδηγία προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν μη ποινικές κυρώσεις για παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας. Θα πρέπει επίσης να υπάρχει η δυνατότητα για τα κράτη μέλη να προβλέπουν την επιβολή ποινικών κυρώσεων, σύμφωνα με το εθνικό και το ενωσιακό δίκαιο, αντί μη ποινικών κυρώσεων στις περιπτώσεις που η φύση και η σοβαρότητα της παράβασης το απαιτεί, προκειμένου η κύρωση που επιβάλλεται να είναι αποτρεπτική, αποτελεσματική και αναλογική.
Τροπολογία 6
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 7
(7)   Η πρώτη κατηγορία συμπεριφορών θα πρέπει να περιλαμβάνει τελωνειακές παραβάσεις βάσει αντικειμενικής ευθύνης, η οποία δεν προϋποθέτει κανένα στοιχείο ύπαρξης υπαιτιότητας, δεδομένου του αντικειμενικού χαρακτήρα των υποχρεώσεων και του γεγονότος ότι τα άτομα που είναι αρμόδια για την εκπλήρωσή τους δεν είναι δυνατόν να αγνοούν την ύπαρξή τους και τον δεσμευτικό χαρακτήρα τους.
Διαγράφεται
Τροπολογία 7
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 8
(8)   Η δεύτερη και η τρίτη κατηγορία συμπεριφορών θα πρέπει να περιλαμβάνουν τελωνειακές παραβάσεις που διαπράχθηκαν από αμέλεια ή από πρόθεση, αντιστοίχως. Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω υποκειμενικό στοιχείο πρέπει να προσδιοριστεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη.
Διαγράφεται
Τροπολογία 8
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 10
(10)  Για λόγους ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που προκύπτει από σφάλμα των τελωνειακών αρχών δεν θα πρέπει να θεωρείται τελωνειακή παράβαση.
(10)  Για λόγους ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που προκύπτει από σφάλμα των τελωνειακών αρχών, όπως αναφέρεται στον κώδικα δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι συνιστούν τελωνειακή παράβαση.
Τροπολογία 9
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 12
(12)  Προκειμένου να υπάρξει προσέγγιση των εθνικών συστημάτων κυρώσεων των κρατών μελών, θα πρέπει να καθοριστούν κλίμακες κυρώσεων που να αντανακλούν τις διαφορετικές κατηγορίες τελωνειακών παραβάσεων και τη σοβαρότητά τους. Με σκοπό την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους λαμβάνουν υπόψη τους τις ιδιαίτερα επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των κυρώσεων που πρέπει να εφαρμόζονται.
(12)  Προκειμένου να υπάρξει προσέγγιση των εθνικών συστημάτων κυρώσεων των κρατών μελών, θα πρέπει να καθοριστούν κλίμακες κυρώσεων που να αντανακλούν τη σοβαρότητα των τελωνειακών παραβάσεων. Με σκοπό την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους λαμβάνουν υπόψη τους τις ιδιαίτερα επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των κυρώσεων που πρέπει να εφαρμόζονται.
Τροπολογία 10
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 12 α (νέα)
(12α)   Μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες σοβαρές παραβάσεις δεν συνδέονται με τους διαφυγόντες δασμούς αλλά με την αξία των σχετικών εμπορευμάτων, για παράδειγμα στην περίπτωση παραβάσεων που αφορούν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας ή υπό απαγόρευση ή περιορισμό εμπορεύματα, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να επιβάλλουν κύρωση με βάση την αξία των εμπορευμάτων.
Τροπολογία 11
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 13
(13)  Η προθεσμία παραγραφής που ισχύει για τη δίωξη μιας τελωνειακής παράβασης θα πρέπει να καθοριστεί σε τέσσερα έτη από την ημερομηνία κατά την οποία διαπράχθηκε η τελωνειακή παράβαση ή, στην περίπτωση συνεχών ή επανειλημμένων παραβάσεων, από την ημερομηνία κατά την οποία η συμπεριφορά που αποτελεί την εν λόγω παράβαση παύει να υφίσταται. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής διακόπτεται με πράξη που αφορά διεξαγωγή έρευνας ή κίνηση δικαστικής διαδικασίας σχετικά με την τελωνειακή παράβαση. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εν λόγω προθεσμία αναστέλλεται. Η κίνηση ή η συνέχιση της εν λόγω διαδικασίας θα πρέπει να αποκλείεται μετά τη λήξη προθεσμίας οκτώ ετών, ενώ η προθεσμία παραγραφής για την επιβολή κύρωσης θα πρέπει να είναι τρία έτη.
(13)  Η προθεσμία παραγραφής που ισχύει για τη δίωξη μιας τελωνειακής παράβασης θα πρέπει να καθοριστεί σε τέσσερα έτη από την ημερομηνία κατά την οποία διαπράχθηκε η τελωνειακή παράβαση ή, στην περίπτωση συνεχών ή επανειλημμένων παραβάσεων, από την ημερομηνία κατά την οποία η συμπεριφορά που αποτελεί την εν λόγω παράβαση παύει να υφίσταται. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής διακόπτεται με πράξη που αφορά διεξαγωγή έρευνας ή κίνηση δικαστικής διαδικασίας σχετικά με την ίδια τελωνειακή παράβαση, ή με πράξη εκ μέρους του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εν λόγω προθεσμία αναστέλλεται. Κάθε διαδικασία πρέπει να παραγράφεται, ανεξάρτητα από τυχόν διακοπή της περιόδου παραγραφής, μετά τη λήξη προθεσμίας οκτώ ετών, ενώ η προθεσμία παραγραφής για την επιβολή κύρωσης θα πρέπει να είναι τρία έτη.
Τροπολογία 12
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 14
(14)  Η αναστολή της διοικητικής διαδικασίας σχετικά με τις τελωνειακές παραβάσεις θα πρέπει να προβλέπεται για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχουν κινηθεί ποινικές διαδικασίες κατά του ιδίου προσώπου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Η συνέχιση της διοικητικής διαδικασίας μετά την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας θα πρέπει να είναι δυνατή μόνο με την αυστηρή τήρηση της αρχής ne bis in idem.
(14)  Η αναστολή της διοικητικής διαδικασίας σχετικά με τις τελωνειακές παραβάσεις θα πρέπει να προβλέπεται για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχουν κινηθεί ποινικές διαδικασίες κατά του ιδίου προσώπου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Η συνέχιση της διοικητικής διαδικασίας μετά την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας θα πρέπει να είναι δυνατή μόνο με την αυστηρή τήρηση της αρχής ne bis in idem, η οποία έχει την έννοια ότι δεν μπορεί να επιβληθεί δύο φορές ποινή για το ίδιο αδίκημα.
Τροπολογία 13
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 15 α (νέα)
(15α)   Ο γενικός στόχος της παρούσας οδηγίας είναι να διασφαλιστεί η αποτελεσματική επιβολή της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας. Ωστόσο, το νομικό πλαίσιο που προβλέπει η παρούσα οδηγία δεν επιτρέπει ολοκληρωμένη προσέγγιση της επιβολής, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας, του ελέγχου και της διερεύνησης. Η Επιτροπή θα πρέπει επομένως να υποχρεούται να υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με αυτές τις παραμέτρους, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής του κοινού πλαισίου διαχείρισης κινδύνου, προκειμένου να εκτιμηθεί το κατά πόσον απαιτείται περαιτέρω νομοθετική ρύθμιση.
Τροπολογία 14
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 18 α (νέα)
(18α)   Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην ενίσχυση της τελωνειακής συνεργασίας με την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με τις τελωνειακές κυρώσεις. Δεδομένου ότι, επί του παρόντος, οι νομικές παραδόσεις των κρατών μελών διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό, η πλήρης εναρμόνιση στον τομέα αυτό είναι αδύνατη.
Τροπολογία 15
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 1 – παράγραφος 1
1.  Η παρούσα οδηγία θεσπίζει πλαίσιο σχετικά με τις παραβάσεις της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας και προβλέπει κυρώσεις για τις εν λόγω παραβάσεις.
1.  Η παρούσα οδηγία επιδιώκει να συμβάλει στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να καθορίσει το πλαίσιο σχετικά με παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας της Ένωσης, και προβλέπει την επιβολή μη ποινικών κυρώσεων για τις παραβάσεις αυτές, με την προσέγγιση των διατάξεων που προβλέπονται από τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές πρακτικές των κρατών μελών.
Τροπολογία 16
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 1 – παράγραφος 2 α (νέα)
2α.   Η παρούσα οδηγία καλύπτει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών έναντι των εμπορικών εταίρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και έναντι του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και του Παγκόσμιου Οργανισμού Τελωνείων, με σκοπό την εγκαθίδρυση μιας ομοιογενούς και αποδοτικής εσωτερικής αγοράς διευκολύνοντας παράλληλα το εμπόριο και παρέχοντας ασφάλεια.
Τροπολογία 17
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2
Άρθρο 2
Άρθρο 2
Τελωνειακές παραβάσεις και σχετικές κυρώσεις
Γενικές αρχές
Τα κράτη μέλη καθορίζουν κανόνες σχετικά με κυρώσεις όσον αφορά τις τελωνειακές παραβάσεις που ορίζονται στα άρθρα 3 έως 6.
1.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν κανόνες σχετικά με κυρώσεις όσον αφορά τις τελωνειακές παραβάσεις που ορίζονται στα άρθρα 3 και 6 με αυστηρή τήρηση της αρχής ne bis in idem.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πράξεις ή παραλείψεις που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 6 αποτελούν τελωνειακές παραβάσεις, όταν διαπράττονται από αμέλεια ή από πρόθεση.
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την επιβολή ποινικών κυρώσεων, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και το ενωσιακό δίκαιο, αντί μη ποινικών κυρώσεων στις περιπτώσεις που η φύση και η σοβαρότητα της υπό εξέταση παράβασης το απαιτεί, προκειμένου η κύρωση που επιβάλλεται να είναι αποτρεπτική, αποτελεσματική και αναλογική.
2.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:
α)   Οι τελωνειακές αρχές εκτιμούν αν η παράβαση έχει διαπραχθεί από αμέλεια, πράγμα που σημαίνει ότι το υπεύθυνο πρόσωπο δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια στον έλεγχο των δραστηριοτήτων του/της, ή ότι έλαβε μέτρα που είναι προδήλως ανεπαρκή για να αποφευχθεί η ύπαρξη περιστάσεων που οδηγούν στην παράβαση, όταν ο κίνδυνος εμφάνισής της είναι ευλόγως προβλέψιμος
β)   Οι τελωνειακές αρχές εκτιμούν αν η παράβαση έχει διαπραχθεί από πρόθεση, πράγμα που σημαίνει ότι η πράξη ή παράλειψη έγινε από τον υπεύθυνο με την επίγνωση ότι η εν λόγω πράξη ή παράλειψη συνιστά παράβαση, ή με τον προμελετημένο και συνειδητό στόχο να παραβεί την τελωνειακή νομοθεσία·
γ)   Σφάλματα εξ αβλεψίας ή λάθη δεν συνιστούν τελωνειακές παραβάσεις εκτός εάν είναι σαφές από το σύνολο των περιστάσεων ότι διαπράχθηκαν από αμέλεια ή από πρόθεση.
Τροπολογία 18
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 α (νέο)
Άρθρο 2α
Διευκόλυνση του εμπορίου
Προκειμένου να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που υπέχει η Ένωση δυνάμει της συμφωνίας του ΠΟΕ για τη διευκόλυνση του εμπορίου, τα κράτη μέλη εργάζονται από κοινού για τη δημιουργία ενός συστήματος συνεργασίας που περιλαμβάνει όλα τα κράτη μέλη. Το σύστημα αυτό έχει ως στόχο τον συντονισμό των βασικών δεικτών επιδόσεων όσον αφορά τις τελωνειακές κυρώσεις (ανάλυση του αριθμού προσφυγών, βαθμός υποτροπής κλπ.)· τη διάδοση βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των τελωνειακών υπηρεσιών (αποτελεσματικότητα των ελέγχων και των κυρώσεων, μείωση του διοικητικού κόστους κλπ.)· την ανάδειξη των εμπειριών των οικονομικών φορέων και τη δημιουργία συνδέσμων μεταξύ τους· την παρακολούθηση του τρόπου εκτέλεσης των δραστηριοτήτων των τελωνειακών υπηρεσιών· και την εκπόνηση στατιστικού έργου σχετικά με τις παραβάσεις που διαπράττουν εταιρείες από τρίτες χώρες. Στο πλαίσιο του συστήματος συνεργασίας, όλα τα κράτη μέλη ενημερώνονται χωρίς χρονοτριβή σχετικά με τις έρευνες που διεξάγονται για τελωνειακές παραβάσεις καθώς και για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις, κατά τρόπο ώστε να διευκολύνεται το εμπόριο, να προλαμβάνεται η διοχέτευση παράνομων εμπορευμάτων στην εσωτερική αγορά και να βελτιώνεται η αποτελεσματικότητα των ελέγχων.
Τροπολογία 19
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 3
Άρθρο 3
Άρθρο 3
Αντικειμενική ευθύνη για τελωνειακές παραβάσεις
Τελωνειακές παραβάσεις
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ακόλουθες πράξεις ή παραλείψεις αποτελούν τελωνειακές παραβάσεις, ανεξάρτητα από κάθε στοιχείο ύπαρξης υπαιτιότητας:
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ακόλουθες πράξεις ή παραλείψεις αποτελούν τελωνειακές παραβάσεις:
α)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του προσώπου που καταθέτει τελωνειακή διασάφηση, διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης, συνοπτική διασάφηση εισόδου, συνοπτική διασάφηση εξόδου, διασάφηση επανεξαγωγής ή γνωστοποίηση επανεξαγωγής να εξασφαλίζει την ακρίβεια και την πληρότητα των πληροφοριών που παρέχονται στη διασάφηση, γνωστοποίηση ή αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κώδικα·
α)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του προσώπου που καταθέτει τελωνειακή διασάφηση, διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης, συνοπτική διασάφηση εισόδου, συνοπτική διασάφηση εξόδου, διασάφηση επανεξαγωγής ή γνωστοποίηση επανεξαγωγής να εξασφαλίζει την ακρίβεια και την πληρότητα των πληροφοριών που παρέχονται στη διασάφηση, γνωστοποίηση ή αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κώδικα·
β)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του προσώπου που καταθέτει τελωνειακή διασάφηση, διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης, συνοπτική διασάφηση εισόδου, συνοπτική διασάφηση εξόδου, διασάφηση επανεξαγωγής ή γνωστοποίηση επανεξαγωγής να εξασφαλίζει τη γνησιότητα, την ακρίβεια και την ισχύ κάθε συνοδευτικού εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κώδικα·
β)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του προσώπου που καταθέτει τελωνειακή διασάφηση, διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης, συνοπτική διασάφηση εισόδου, συνοπτική διασάφηση εξόδου, διασάφηση επανεξαγωγής ή γνωστοποίηση επανεξαγωγής να εξασφαλίζει τη γνησιότητα, την ακρίβεια και την ισχύ κάθε συνοδευτικού εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κώδικα·
γ)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του προσώπου να καταθέσει συνοπτική διασάφηση εισόδου, σύμφωνα με το άρθρο 127 του κώδικα, γνωστοποίηση της άφιξης θαλασσοπλοούντος πλοίου ή αεροσκάφους, σύμφωνα με το άρθρο 133 του κώδικα, διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 145 του κώδικα, τελωνειακή διασάφηση, σύμφωνα με το άρθρο 158 του κώδικα, γνωστοποίηση δραστηριοτήτων σε ελεύθερες ζώνες, σύμφωνα με το άρθρο 244 παράγραφος 2 του κώδικα, διασάφηση πριν από την αναχώρηση, σύμφωνα με το άρθρο 263 του κώδικα, διασάφηση επανεξαγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 270 του κώδικα, συνοπτική διασάφηση εξόδου, σύμφωνα με το άρθρο 271 του κώδικα, ή γνωστοποίηση επανεξαγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 274 του κώδικα·
γ)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης προσώπου να καταθέσει συνοπτική διασάφηση εισόδου, σύμφωνα με το άρθρο 127 του κώδικα, γνωστοποίηση της άφιξης θαλασσοπλοούντος πλοίου ή αεροσκάφους, σύμφωνα με το άρθρο 133 του κώδικα, διασάφηση προσωρινής εναπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 145 του κώδικα, τελωνειακή διασάφηση, σύμφωνα με το άρθρο 158 του κώδικα, γνωστοποίηση δραστηριοτήτων σε ελεύθερες ζώνες, σύμφωνα με το άρθρο 244 παράγραφος 2 του κώδικα, διασάφηση πριν από την αναχώρηση, σύμφωνα με το άρθρο 263 του κώδικα, διασάφηση επανεξαγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 270 του κώδικα, συνοπτική διασάφηση εξόδου, σύμφωνα με το άρθρο 271 του κώδικα, ή γνωστοποίηση επανεξαγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 274 του κώδικα·
δ)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του οικονομικού φορέα φύλαξης των εγγράφων και πληροφοριών που συνδέονται με τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων, με κάθε τρόπο που είναι προσβάσιμος, για την χρονική περίοδο που απαιτείται από την τελωνειακή νομοθεσία, σύμφωνα με το άρθρο 51 του κώδικα·
δ)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του οικονομικού φορέα φύλαξης των εγγράφων και πληροφοριών που συνδέονται με τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων, με κάθε τρόπο που είναι προσβάσιμος, για την χρονική περίοδο που απαιτείται από την τελωνειακή νομοθεσία, σύμφωνα με το άρθρο 51 του κώδικα·
ε)  απομάκρυνση από την τελωνειακή επιτήρηση εμπορευμάτων που έχουν εισέλθει στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης χωρίς την άδεια των τελωνειακών αρχών, κατά παράβαση του άρθρου 134 παράγραφος 1 πρώτο και δεύτερο εδάφιο του κώδικα·
ε)  απομάκρυνση από την τελωνειακή επιτήρηση εμπορευμάτων που έχουν εισέλθει στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης χωρίς την άδεια των τελωνειακών αρχών, κατά παράβαση του άρθρου 134 παράγραφος 1 πρώτο και δεύτερο εδάφιο του κώδικα·
στ)  απομάκρυνση από την τελωνειακή επιτήρηση εμπορευμάτων, κατά παράβαση του άρθρου 134 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο, του άρθρου 158 παράγραφος 3 και του άρθρου 242 του κώδικα·
στ)  απομάκρυνση από την τελωνειακή επιτήρηση εμπορευμάτων, κατά παράβαση του άρθρου 134 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο, του άρθρου 158 παράγραφος 3 και του άρθρου 242 του κώδικα·
ζ)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης προσώπου που πραγματοποιεί την είσοδο εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που συνδέονται με τη μεταφορά των εμπορευμάτων στον κατάλληλο τόπο, σύμφωνα με το άρθρο 135 παράγραφος 1 του κώδικα ή να ενημερώνει τις τελωνειακές αρχές όταν δεν είναι δυνατή η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 137 παράγραφοι 1 και 2 του κώδικα·
ζ)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης προσώπου που πραγματοποιεί την είσοδο εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που συνδέονται με τη μεταφορά των εμπορευμάτων στον κατάλληλο τόπο, σύμφωνα με το άρθρο 135 παράγραφος 1 του κώδικα ή να ενημερώνει πάραυτα τις τελωνειακές αρχές όταν δεν είναι δυνατή η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 137 παράγραφοι 1 και 2 του κώδικα καθώς και να ενημερώνει σχετικά με τον τόπο όπου βρίσκονται τα εμπορεύματα·
η)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης προσώπου το οποίο πραγματοποιεί την είσοδο εμπορευμάτων σε ελεύθερη ζώνη, εάν η ελεύθερη ζώνη εφάπτεται χερσαίων συνόρων μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας, να μεταφέρει τα εμπορεύματα αυτά απευθείας στην εν λόγω ελεύθερη ζώνη, χωρίς διέλευση από άλλο μέρος του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 135 παράγραφος 2 του κώδικα·
η)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης προσώπου το οποίο πραγματοποιεί την είσοδο εμπορευμάτων σε ελεύθερη ζώνη, εάν η ελεύθερη ζώνη εφάπτεται χερσαίων συνόρων μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας, να μεταφέρει τα εμπορεύματα αυτά απευθείας στην εν λόγω ελεύθερη ζώνη, χωρίς διέλευση από άλλο μέρος του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 135 παράγραφος 2 του κώδικα·
θ)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του διασαφιστή για προσωρινή εναπόθεση ή υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς να παράσχει έγγραφα στις τελωνειακές αρχές εφόσον αυτό απαιτείται από την ενωσιακή νομοθεσία ή όταν είναι απαραίτητο για τη διενέργεια τελωνειακών ελέγχων, σύμφωνα με το άρθρο 145 παράγραφος 2 και το άρθρο 163 παράγραφος 2 του κώδικα·
θ)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του διασαφιστή για προσωρινή εναπόθεση ή υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς να παράσχει έγγραφα στις τελωνειακές αρχές εφόσον αυτό απαιτείται από την ενωσιακή νομοθεσία ή όταν είναι απαραίτητο για τη διενέργεια τελωνειακών ελέγχων, σύμφωνα με το άρθρο 145 παράγραφος 2 και το άρθρο 163 παράγραφος 2 του κώδικα·
ι)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του οικονομικού φορέα που είναι υπεύθυνος για τη μη ενωσιακά εμπορεύματα τα οποία βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεση να θέσει τα εν λόγω εμπορεύματα σε τελωνειακό καθεστώς ή να τα επανεξαγάγει εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 149 του κώδικα·
ι)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του διασαφιστή για προσωρινή εναπόθεση, ή του προσώπου που αποθηκεύει τα εμπορεύματα σε περιπτώσεις που είναι αποθηκευμένα σε άλλους χώρους που έχουν καθοριστεί ή εγκριθεί από τις τελωνειακές αρχές, που είναι υπεύθυνος για τη μη ενωσιακά εμπορεύματα τα οποία βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεση, να θέσει τα εν λόγω εμπορεύματα σε τελωνειακό καθεστώς ή να τα επανεξαγάγει εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 149 του κώδικα·
ια)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του διασαφιστή για υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς να έχει στην κατοχή του και στη διάθεση των τελωνειακών αρχών, τη στιγμή της υποβολής της τελωνειακής διασάφησης ή της συμπληρωματικής διασάφησης , τα συνοδευτικά έγγραφα που απαιτούνται για την εφαρμογή του εν λόγω καθεστώτος, σύμφωνα με το άρθρο 163 παράγραφος 1 και το άρθρο 167 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κώδικα·
ια)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του διασαφιστή για υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς να έχει στην κατοχή του και στη διάθεση των τελωνειακών αρχών, τη στιγμή της υποβολής της τελωνειακής διασάφησης ή της συμπληρωματικής διασάφησης , τα συνοδευτικά έγγραφα που απαιτούνται για την εφαρμογή του εν λόγω καθεστώτος, σύμφωνα με το άρθρο 163 παράγραφος 1 και το άρθρο 167 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κώδικα·
ιβ)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του διασαφιστή για υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς, στην περίπτωση απλουστευμένης διασάφησης σύμφωνα με το άρθρο 166 του κώδικα ή εγγραφής στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή, σύμφωνα με το άρθρο 182 του κώδικα, να υποβάλει συμπληρωματική διασάφηση στο αρμόδιο τελωνείο και εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας, σύμφωνα με το άρθρο 167 παράγραφος 1 του κώδικα·
ιβ)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του διασαφιστή για υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς, στην περίπτωση απλουστευμένης διασάφησης σύμφωνα με το άρθρο 166 του κώδικα ή εγγραφής στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή, σύμφωνα με το άρθρο 182 του κώδικα, να υποβάλει συμπληρωματική διασάφηση στο αρμόδιο τελωνείο και εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας, σύμφωνα με το άρθρο 167 παράγραφος 1 του κώδικα·
ιγ)  αφαίρεση ή καταστροφή των μέσων εξακρίβωσης που τίθενται από τις τελωνειακές αρχές σε εμπορεύματα, στη συσκευασία ή στα μέσα μεταφοράς χωρίς προηγούμενη άδεια που χορηγείται από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 192 παράγραφος 2 του κώδικα·
ιγ)  αφαίρεση ή καταστροφή των μέσων εξακρίβωσης που τίθενται από τις τελωνειακές αρχές σε εμπορεύματα, στη συσκευασία ή στα μέσα μεταφοράς χωρίς προηγούμενη άδεια που χορηγείται από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 192 παράγραφος 2 του κώδικα·
ιδ)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του κατόχου αδείας καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή για εκκαθάριση αυτού του τελωνειακού καθεστώτος εντός της προθεσμίας που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 257 του κώδικα·
ιδ)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του κατόχου αδείας καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή για εκκαθάριση αυτού του τελωνειακού καθεστώτος εντός της προθεσμίας που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 257 του κώδικα·
ιε)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του κατόχου αδείας καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή για εξαγωγή των ελαττωματικών εμπορευμάτων εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 262 του κώδικα·
ιε)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του κατόχου αδείας καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή για εξαγωγή των ελαττωματικών εμπορευμάτων εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 262 του κώδικα·
ιστ)  κατασκευή κτιρίου σε ελεύθερη ζώνη χωρίς την έγκριση των τελωνειακών αρχών που προβλέπεται στο άρθρο 244 παράγραφος 1 του κώδικα·
ιστ)  κατασκευή κτιρίου σε ελεύθερη ζώνη χωρίς προηγούμενη έγκριση των τελωνειακών αρχών όπως προβλέπεται στο άρθρο 244 παράγραφος 1 του κώδικα·
ιζ)  μη καταβολή των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών από το πρόσωπο που υποχρεούται να τους καταβάλει εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 108 του κώδικα.
ιζ)  μη καταβολή των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών από το πρόσωπο που υποχρεούται να τους καταβάλει εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 108 του κώδικα·
ιζ α)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης οικονομικού φορέα να παρέχει, κατόπιν αιτήματος των τελωνειακών αρχών, τα ζητηθέντα έγγραφα και πληροφορίες στην κατάλληλη μορφή και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, καθώς και την απαιτούμενη βοήθεια για τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων ή ελέγχων, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 του κώδικα·
ιζ β)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του δικαιούχου μιας απόφασης σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1 του κώδικα·
ιζ γ)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του δικαιούχου μιας απόφασης σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας να κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση στις τελωνειακές αρχές κάθε στοιχείο που ανακύπτει μετά τη λήψη της απόφασης από τις εν λόγω αρχές και μπορεί να έχει επίπτωση στη διατήρηση ή το περιεχόμενό της, σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 2 του κώδικα·
ιζ δ)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του δικαιούχου καθεστώτος ενωσιακής διαμετακόμισης να προσκομίζει άθικτα τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού εντός της καθορισμένης προθεσμίας, σύμφωνα με το άρθρο 233 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κώδικα·
ιζ ε)   εκφόρτωση ή μεταφόρτωση των εμπορευμάτων από το μέσο μεταφοράς στο οποίο βρίσκονται, χωρίς άδεια των τελωνειακών αρχών ή σε χώρους που δεν έχουν καθοριστεί ή εγκριθεί από τις αρχές αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 140 του κώδικα·
ιζ στ)   εναπόθεση εμπορευμάτων σε εγκαταστάσεις προσωρινής εναπόθεσης ή τελωνειακές αποθήκες χωρίς άδεια των τελωνειακών αρχών, σύμφωνα με τα άρθρα 147 και 148 του κώδικα·
ιζ ζ)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του κατόχου της άδειας ή του δικαιούχου του καθεστώτος να πληροί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την αποθήκευση των εμπορευμάτων που βρίσκονται υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, σύμφωνα με το άρθρο 242 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) του κώδικα·
ιζ η)   παροχή στις τελωνειακές αρχές ψευδών στοιχείων ή εγγράφων τα οποία απαιτούνται από τις εν λόγω αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 15 ή 163 του κώδικα·
ιζ θ)   χρήση εσφαλμένων ή ελλιπών στοιχείων ή πλαστών, μη ορθών ή εκτός ισχύος εγγράφων από έναν οικονομικό φορέα προκειμένου να λάβει έγκριση από τις τελωνειακές αρχές:
i)   για την απόκτηση της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα σύμφωνα με το άρθρο 38 του κώδικα,
ii)   για τη χρήση απλουστευμένης διασάφησης σύμφωνα με το άρθρο 166 του κώδικα,
iii)   για τη χρήση άλλων τελωνειακών απλουστεύσεων σύμφωνα με τα άρθρα 177, 179, 182 ή 185 του κώδικα, ή
iv)   για την υπαγωγή των προϊόντων σε ειδικά καθεστώτα σύμφωνα με το άρθρο 211 του κώδικα·
ιζ ι)   εισαγωγή ή έξοδος των εμπορευμάτων στο ή από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, χωρίς προσκόμισή τους στις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 139 και 245 ή το άρθρο 267 παράγραφος 2 του κώδικα·
ιζ ια)   μεταποίηση εμπορευμάτων σε αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης χωρίς να έχει δοθεί σχετική έγκριση από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 241 του κώδικα·
ιζ ιβ)   απόκτηση ή κατοχή εμπορευμάτων που εμπλέκονται σε μία από τις τελωνειακές παραβάσεις που αναφέρονται στο παρόν άρθρο στοιχεία ιζ δ) και ιζ ι).
Τροπολογία 20
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4
Άρθρο 4
Διαγράφεται
Τελωνειακές παραβάσεις που διαπράττονται από αμέλεια
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ακόλουθες πράξεις ή παραλείψεις αποτελούν τελωνειακές παραβάσεις, όταν διαπράττονται από αμέλεια:
α)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του οικονομικού φορέα που είναι υπεύθυνος για τη μη ενωσιακά εμπορεύματα τα οποία βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεση να θέσει τα εν λόγω εμπορεύματα σε τελωνειακό καθεστώς ή να τα επανεξαγάγει εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 149 του κώδικα·
β)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του οικονομικού φορέα να παρέχει στις τελωνειακές αρχές την απαιτούμενη βοήθεια για τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων ή ελέγχων, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 του κώδικα·
γ)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του δικαιούχου μιας απόφασης σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1 του κώδικα·
δ)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του δικαιούχου μιας απόφασης σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας να κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση στις τελωνειακές αρχές κάθε στοιχείο που ανακύπτει μετά τη λήψη της απόφασης από τις εν λόγω αρχές και μπορεί να έχει επίπτωση στη διατήρηση ή το περιεχόμενό της, σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 2 του κώδικα·
ε)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του οικονομικού φορέα να προσκομίζει τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης στις τελωνειακές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 139 του κώδικα·
στ)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του δικαιούχου καθεστώτος ενωσιακής διαμετακόμισης να προσκομίζει άθικτα τα εμπορεύματα στο τελωνείο προορισμού εντός της καθορισμένης προθεσμίας, σύμφωνα με το άρθρο 233 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κώδικα·
ζ)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του οικονομικού φορέα να προσκομίζει στο τελωνείο τα εμπορεύματα που εισέρχονται σε ελεύθερη ζώνη, σύμφωνα με το άρθρο 245 του κώδικα·
η)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του οικονομικού φορέα να προσκομίζει στο τελωνείο κατά την έξοδο τα εμπορεύματα που προορίζονται για έξοδο από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 267 παράγραφος 2 του κώδικα·
θ)   εκφόρτωση ή μεταφόρτωση των εμπορευμάτων από το μέσο μεταφοράς στο οποίο βρίσκονται, χωρίς άδεια των τελωνειακών αρχών ή σε χώρους που δεν έχουν καθοριστεί ή εγκριθεί από τις αρχές αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 140 του κώδικα·
ι)   εναπόθεση εμπορευμάτων σε εγκαταστάσεις προσωρινής εναπόθεσης ή τελωνειακές αποθήκες χωρίς άδεια των τελωνειακών αρχών, σύμφωνα με τα άρθρα 147 και 148·
ια)   μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του κατόχου της άδειας ή του δικαιούχου του καθεστώτος να πληροί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την αποθήκευση των εμπορευμάτων που βρίσκονται υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, σύμφωνα με το άρθρο 242 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) του κώδικα.
Τροπολογία 21
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 5
Άρθρο 5
Διαγράφεται
Τελωνειακές παραβάσεις που διαπράττονται εκ προθέσεως
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ακόλουθες πράξεις ή παραλείψεις αποτελούν τελωνειακές παραβάσεις, όταν διαπράττονται εκ προθέσεως:
α)  παροχή στις τελωνειακές αρχές ψευδών στοιχείων ή εγγράφων τα οποία απαιτούνται από τις εν λόγω αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 15 ή 163 του κώδικα·
β)  χρήση ψευδών δηλώσεων ή οποιουδήποτε άλλου αντικανονικού μέσου από έναν οικονομικό φορέα προκειμένου να λάβει έγκριση από τις τελωνειακές αρχές:
i)  για την απόκτηση της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα σύμφωνα με το άρθρο 38 του κώδικα,
ii)  για τη χρήση της απλουστευμένης διασάφησης σύμφωνα με το άρθρο 166 του κώδικα,
iii)   για τη χρήση άλλων τελωνειακών απλουστεύσεων σύμφωνα με τα άρθρα 177, 179, 182 και 185 του κώδικα,
iv)   για την υπαγωγή των προϊόντων σε ειδικά καθεστώτα σύμφωνα με το άρθρο 211 του κώδικα·
γ)  εισαγωγή ή έξοδος των εμπορευμάτων στο ή από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, χωρίς προσκόμισή τους στις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 139 και 245 ή το άρθρο 267 παράγραφος 2 του κώδικα·
δ)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του δικαιούχου μιας απόφασης σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1 του κώδικα·
ε)  μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του δικαιούχου μιας απόφασης σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας να κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση στις τελωνειακές αρχές κάθε στοιχείο που ανακύπτει μετά τη λήψη της απόφασης από τις εν λόγω αρχές και μπορεί να έχει επίπτωση στη διατήρηση ή το περιεχόμενό της, σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 2 του κώδικα·
στ)  μεταποίηση εμπορευμάτων σε αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης χωρίς να έχει δοθεί σχετική έγκριση από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 241 του κώδικα·
ζ)  απόκτηση ή κατοχή εμπορευμάτων που εμπλέκονται σε μία από τις τελωνειακές παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 στοιχείο στ) και στο παρόν άρθρο στοιχείο γ).
Τροπολογία 22
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 6
Άρθρο 6
Άρθρο 6
Ηθική αυτουργία, συνέργεια και απόπειρα
Ηθική αυτουργία, συνέργεια και απόπειρα
1.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η ηθική αυτουργία και η συνέργεια σε πράξη ή παράλειψη που αναφέρεται στο άρθρο 5 αποτελούν τελωνειακή παράβαση.
1.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η ηθική αυτουργία και η συνέργεια σε πράξη ή παράλειψη που αναφέρεται στο άρθρο 8β παράγραφος 2 αποτελούν τελωνειακή παράβαση.
2.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η απόπειρα να διαπραχθεί πράξη ή παράλειψη που αναφέρεται στο άρθρο 5 στοιχεία β) ή γ) αποτελεί τελωνειακή παράβαση.
2.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η απόπειρα να διαπραχθεί πράξη ή παράλειψη που αναφέρεται στο άρθρο 3 στοιχεία ιζ θ) ή ιζ ι) αποτελεί τελωνειακή παράβαση.
Τροπολογία 23
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7
Άρθρο 7
Άρθρο 7
Σφάλμα των τελωνειακών αρχών
Σφάλμα των τελωνειακών αρχών
Οι πράξεις ή παραλείψεις που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 6 δεν συνιστούν τελωνειακές παραβάσεις, όταν πραγματοποιούνται λόγω σφάλματος των τελωνειακών αρχών.
Οι πράξεις ή παραλείψεις που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 6 δεν συνιστούν τελωνειακές παραβάσεις, όταν πραγματοποιούνται λόγω σφάλματος των τελωνειακών αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 119 του κώδικα, οι δε τελωνειακές αρχές υπέχουν ευθύνη για σφάλματα που προκαλούν ζημία.
Τροπολογία 24
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος
1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα νομικά πρόσωπα υπέχουν ευθύνη για τελωνειακές παραβάσεις που διαπράττονται προς όφελός τους από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου και το οποίο κατέχει διευθυντική θέση στο εσωτερικό του νομικού προσώπου, βάσει του γεγονότος ότι διαθέτει ένα από τα ακόλουθα:
1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα νομικά πρόσωπα υπέχουν ευθύνη για τελωνειακές παραβάσεις, όπως αυτές ορίζονται στα άρθρα 3 και 6, που διαπράττονται προς όφελός τους από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου και το οποίο κατέχει διευθυντική θέση στο εσωτερικό του νομικού προσώπου, βάσει του γεγονότος ότι διαθέτει ένα από τα ακόλουθα:
Τροπολογία 25
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 2
2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι τα νομικά πρόσωπα υπέχουν ευθύνη όταν η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου από το πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 κατέστησε δυνατή τη διάπραξη τελωνειακής παράβασης προς όφελος του εν λόγω νομικού προσώπου από πρόσωπο το οποίο τελεί υπό την εξουσία του προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
(Δεν αφορά το ελληνικό κείμενο.)
Τροπολογία 26
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 3 α (νέα)
3α.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας «νομικό πρόσωπο» νοείται κάθε οντότητα που έχει νομική προσωπικότητα σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία, εξαιρουμένων των κρατών ή δημοσίων φορέων κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας και των δημόσιων διεθνών οργανισμών.
Τροπολογία 27
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 α (νέο)
Άρθρο 8α
Παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν καθορίζεται αν μια παράβαση είναι ήσσονος σημασίας
1.   Όταν εξετάζεται κατά πόσο μια παράβαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 είναι ήσσονος σημασίας, τα κράτη μέλη μεριμνούν, από την αρχή της διαδικασίας, δηλαδή κατά τον καθορισμό του αν έχει διαπραχθεί τελωνειακή παράβαση, ώστε οι αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων:
α)   η τελωνειακή παράβαση διαπράχθηκε από αμέλεια·
β)   τα εμπορεύματα υπόκεινται στις απαγορεύσεις ή τους περιορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 134 παράγραφος 1 δεύτερη πρόταση του κώδικα και στο άρθρο 267 παράγραφος 3 στοιχείο ε) του κώδικα·
γ)   η παράβαση έχει μικρή ή καμία επίπτωση στο ποσό των τελωνειακών δασμών που πρέπει να καταβληθούν·
δ)   το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο συνεργάζεται ουσιαστικά με την αρμόδια αρχή κατά τη σχετική διαδικασία·
ε)   το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο γνωστοποιεί εκουσίως την παράβαση, εφόσον η παράβαση δεν έχει ήδη καταστεί αντικείμενο διερευνητικής δραστηριότητας η οποία ήταν εν γνώσει του υπευθύνου για την παράβαση·
στ)   το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο είναι σε θέση να αποδείξει ότι καταβάλλει σημαντική προσπάθεια για να συμμορφωθεί με την ενωσιακή τελωνειακή νομοθεσία, επιδεικνύοντας υψηλό βαθμό ελέγχου των δραστηριοτήτων του/της, για παράδειγμα μέσω ενός συστήματος συμμόρφωσης·
ζ)   το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο είναι μικρή ή μεσαία επιχείρηση, η οποία δεν είχε προηγούμενη εμπειρία σε τελωνειακά θέματα.
2.   Οι αρμόδιες αρχές θεωρούν την παράβαση ήσσονος σημασίας μόνον όταν δεν υπάρχει κανένας επιβαρυντικός παράγοντας όσον αφορά την παράβαση σύμφωνα με το άρθρο 8β.
Τροπολογία 28
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 β (νέο)
Άρθρο 8β
Παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν εκτιμάται αν μια παράβαση είναι σοβαρή
1.   Όταν εξετάζεται κατά πόσο μια παράβαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 ή 6 είναι σοβαρή, τα κράτη μέλη μεριμνούν, από την αρχή της διαδικασίας, δηλαδή κατά τον καθορισμό του αν έχει διαπραχθεί τελωνειακή παράβαση, ώστε οι αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη οιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις οι οποίες ενδέχεται να ισχύουν:
α)   η τελωνειακή παράβαση διαπράχθηκε με πρόθεση·
β)   η παράβαση διήρκεσε επί μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που υποδεικνύει πρόθεση συνέχισής της·
γ)   παρόμοια ή συνδεόμενη παράβαση συνεχίζεται ή επαναλαμβάνεται, δηλαδή, έχει διαπραχθεί πέραν της μιας φοράς·
δ)   η παράβαση έχει σημαντικό αντίκτυπο επί του ποσού των διαφυγόντων εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών·
ε)   τα εμπορεύματα υπόκεινται στις απαγορεύσεις ή τους περιορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 134 παράγραφος 1 δεύτερη πρόταση του κώδικα και στο άρθρο 267 παράγραφος 3 στοιχείο ε) του κώδικα·
στ)   το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση αρνείται να συνεργαστεί, ή να συνεργαστεί πλήρως, με την αρμόδια αρχή·
ζ)   το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση έχει διαπράξει παλαιότερες παραβάσεις.
2.   Οι παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 στοιχεία στ), ζ), ιστ), ιζ θ) και ιζ ι) συνιστούν, από την ίδια τους τη φύση, σοβαρές παραβάσεις.
Τροπολογία 29
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9
Άρθρο 9
Άρθρο 9
Κυρώσεις για τις τελωνειακές παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3
Μη ποινικές κυρώσεις για ήσσονος σημασίας τελωνειακές παραβάσεις
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων για τις τελωνειακές παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3, εντός των ακόλουθων ορίων:
1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, επιπλέον της ανάκτησης των διαφυγόντων δασμών, την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών, αποτρεπτικών και μη ποινικών κυρώσεων, για εκείνες από τις τελωνειακές παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3, οι οποίες θεωρούνται ήσσονος σημασίας σύμφωνα με το άρθρο 8α, εντός των ακόλουθων ορίων:
α)  όταν η τελωνειακή παράβαση αφορά συγκεκριμένα εμπορεύματα, χρηματικό πρόστιμο που ανέρχεται από 1 % έως 5 % της αξίας των εμπορευμάτων·
α)  όταν η τελωνειακή παράβαση συνδέεται με τους διαφυγόντες δασμούς, χρηματικό πρόστιμο που ανέρχεται έως το 70% των διαφυγόντων δασμών·
β)  όταν η τελωνειακή παράβαση δεν συνδέεται με συγκεκριμένα εμπορεύματα, χρηματικό πρόστιμο από 150 έως 7 500 ευρώ.
β)  όταν η τελωνειακή παράβαση δεν συνδέεται με τους διαφυγόντες δασμούς, χρηματικό πρόστιμο έως 7 500 EUR.
2.   Κατά τον καθορισμό του επιπέδου των κυρώσεων που πρέπει να επιβληθούν εντός των καθοριζόμενων στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ορίων, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται υπόψη όλες οι σχετικές περιστάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 8α.
Τροπολογία 30
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10
Άρθρο 10
Διαγράφεται
Κυρώσεις για τις τελωνειακές παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων για τις τελωνειακές παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4, εντός των ακόλουθων ορίων:
α)   όταν η τελωνειακή παράβαση αφορά συγκεκριμένα εμπορεύματα, χρηματικό πρόστιμο που ανέρχεται έως το 15 % της αξίας των εμπορευμάτων·
β)   όταν η τελωνειακή παράβαση δεν συνδέεται με συγκεκριμένα εμπορεύματα, χρηματικό πρόστιμο έως 22 500 ευρώ.
Τροπολογία 31
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 11
Άρθρο 11
Άρθρο 11
Κυρώσεις για τις τελωνειακές παραβάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 6
Μη ποινικές κυρώσεις για σοβαρές τελωνειακές παραβάσεις
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων για τις τελωνειακές παραβάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 6, εντός των ακόλουθων ορίων:
1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, επιπλέον της ανάκτησης των διαφυγόντων δασμών, την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών, αποτρεπτικών και μη ποινικών κυρώσεων, για εκείνες από τις τελωνειακές παραβάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 6, οι οποίες θεωρούνται σοβαρές σύμφωνα με το άρθρο 8β, εντός των ακόλουθων ορίων:
α)  όταν η τελωνειακή παράβαση αφορά συγκεκριμένα εμπορεύματα, χρηματικό πρόστιμο που ανέρχεται έως το 30% της αξίας των εμπορευμάτων·
α)  όταν η τελωνειακή παράβαση συνδέεται με τους διαφυγόντες δασμούς, χρηματικό πρόστιμο μεταξύ 70% και 140% των διαφυγόντων δασμών·
α α)   όταν η τελωνειακή παράβαση δεν συνδέεται με τους διαφυγόντες δασμούς αλλά με την αξία των εμπορευμάτων, χρηματικό πρόστιμο που ανέρχεται μεταξύ του 15% και του 30% της αξίας των εμπορευμάτων·
β)  όταν η τελωνειακή παράβαση δεν συνδέεται με συγκεκριμένα εμπορεύματα, χρηματικό πρόστιμο έως 45 000 ευρώ.
β)  όταν η τελωνειακή παράβαση δεν συνδέεται ούτε με τους διαφυγόντες δασμούς ούτε με την αξία των εμπορευμάτων, χρηματικό πρόστιμο μεταξύ 7 500 και 45 000 EUR.
2.   Κατά τον καθορισμό του επιπέδου των κυρώσεων που πρέπει να επιβληθούν εντός των καθοριζόμενων στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ορίων, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται υπόψη όλες οι σχετικές περιστάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 8α και στο άρθρο 8β παράγραφος 1.
Τροπολογία 32
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 11 α (νέο)
Άρθρο 11α
Άλλες μη ποινικές κυρώσεις για σοβαρές παραβάσεις
1.   Πέραν των κυρώσεων που παρατίθενται στο άρθρο 11, και σύμφωνα με τον κώδικα, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν τις ακόλουθες μη χρηματικές κυρώσεις όταν έχει διαπραχθεί σοβαρή παράβαση:
α)   προσωρινή ή οριστική κατάσχεση των εμπορευμάτων·
β)   αναστολή χορηγηθείσας άδειας.
2.   Σύμφωνα με τον κώδικα, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αποφάσεις για την απόκτηση της ιδιότητας του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα πρέπει να ανακληθούν σε περίπτωση σοβαρής ή επανειλημμένης παράβασης της τελωνειακής νομοθεσίας.
Τροπολογία 33
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 11 β (νέο)
Άρθρο 11β
Αναθεώρηση
1.   Τα ποσά των προστίμων που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 11 αναθεωρούνται από την Επιτροπή, από κοινού με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, πέντε έτη από [την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας]. Σκοπός της διαδικασίας αναθεώρησης είναι να διασφαλιστεί η μεγαλύτερη σύγκλιση των ποσών των προστίμων που επιβάλλονται στο πλαίσιο της τελωνειακής ένωσης, με σκοπό την εναρμόνιση της λειτουργίας της.
2.   Κάθε χρόνο, η Επιτροπή δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν από τα κράτη μέλη για τις τελωνειακές παραβάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 6.
3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με την τελωνειακή νομοθεσία κατά την έννοια του άρθρου 5 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013, καθώς και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 978/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου1.
_______________
1 Κανονισμός (EE) αριθ. 978/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για την εφαρμογή συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 732/2008 (ΕΕ L 303 της 31.10.2012, σ. 1).
Τροπολογία 34
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 11 γ (νέο)
Άρθρο 11γ
Διακανονισμός
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη δυνατότητα διακανονισμού δηλαδή μιας διαδικασίας που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να έρθουν σε συμφωνία με το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση προκειμένου να διευθετηθεί το θέμα τελωνειακής παράβασης ως εναλλακτική λύση αντί της εκκίνησης ή συνέχισης δικαστικών διαδικασιών, με αντάλλαγμα την αποδοχή από το εν λόγω πρόσωπο μιας αμέσως εκτελεστής κύρωσης.
Ωστόσο, εάν έχουν ήδη κινηθεί οι δικαστικές διαδικασίες, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να καταλήξουν σε διακανονισμό μόνο με τη συμφωνία της δικαστικής αρχής.
Η Επιτροπή θα παράσχει κατευθυντήριες γραμμές για τις διαδικασίες διακανονισμού προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι δίδεται η ευκαιρία για διακανονισμό στο πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για μια παράβαση, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης και με διαφανή τρόπο, και ότι τυχόν συμφωνία διακανονισμού περιλαμβάνει τη δημοσίευση του αποτελέσματος της διαδικασίας.
Τροπολογία 35
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 12
Άρθρο 12
Διαγράφεται
Αποτελεσματική εφαρμογή κυρώσεων και άσκηση των εξουσιών επιβολής κυρώσεων από τις αρμόδιες αρχές
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των κυρώσεων για τις τελωνειακές παραβάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 6, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων, όπου κρίνεται σκόπιμο:
α)  της σοβαρότητας και της διάρκειας της παράβασης·
β)  του γεγονότος ότι το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση είναι εγκεκριμένος οικονομικός φορέας·
γ)  του ποσού του μη καταβληθέντος εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού·
δ)  του γεγονότος ότι τα εμπορεύματα υπόκεινται στις απαγορεύσεις ή τους περιορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 134 παράγραφος 1 δεύτερη πρόταση του κώδικα και στο άρθρο 267 παράγραφος 3 στοιχείο ε) του κώδικα ή ενέχουν κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια·
ε)  του επίπεδου συνεργασίας του υπεύθυνου για την παράβαση με την αρμόδια αρχή·
στ)  τυχόν προηγούμενων παραβάσεων από το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση.
Τροπολογία 36
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 12 α (νέο)
Άρθρο 12α
Συμμόρφωση
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι διατίθενται στα ενδιαφερόμενα μέρη κατευθυντήριες γραμμές και δημοσιεύσεις σχετικά με το πώς μπορούν να συμμορφωθούν και να συνεχίσουν να συμμορφώνονται με την ενωσιακή τελωνειακή νομοθεσία, με τρόπο εύκολα προσβάσιμο, κατανοητό και επικαιροποιημένο.
Τροπολογία 37
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 13
Άρθρο 13
Περίοδος παραγραφής
Άρθρο 13
Περίοδος παραγραφής
1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής των τελωνειακών παραβάσεων διαδικασίες που αναφέρεται στα άρθρα 3 έως 6 είναι τέσσερα έτη και αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία διαπράχθηκε η εν λόγω τελωνειακή παράβαση.
1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής για την εκκίνηση διαδικασιών τελωνειακών παραβάσεων που αναφέρεται στα άρθρα 3 και 6 είναι τέσσερα έτη και ότι αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία διαπράχθηκε η εν λόγω τελωνειακή παράβαση.
2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, για τις διαρκείς ή επαναλαμβανόμενες τελωνειακές παραβάσεις, η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία η πράξη ή παράλειψη που συνιστά την τελωνειακή παράβαση παύει να υφίσταται.
2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, για τις διαρκείς ή επαναλαμβανόμενες τελωνειακές παραβάσεις, η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία η πράξη ή παράλειψη που συνιστά την τελωνειακή παράβαση παύει να υφίσταται.
3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής διακόπτεται από κάθε πράξη της αρμόδιας αρχής, η οποία κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, που σχετίζεται με διερεύνηση ή νομική διαδικασία όσον αφορά την ίδια τελωνειακή παράβαση. Η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να υπολογίζεται από την ημέρα της πράξης διακοπής.
3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής διακόπτεται από κάθε πράξη της αρμόδιας αρχής, η οποία κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, που σχετίζεται με διερεύνηση ή νομική διαδικασία όσον αφορά την ίδια τελωνειακή παράβαση, ή από πράξη εκ μέρους του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση. Η προθεσμία παραγραφής συνεχίζει να υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία φθάνει στο τέλος της η πράξη διακοπής.
4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η κίνηση ή η συνέχιση κάθε διαδικασίας που αφορά τελωνειακή παράβαση που αναφέρεται στα άρθρα 3 έως 6 δεν επιτρέπεται μετά τη λήξη περιόδου οκτώ ετών από την ημέρα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή 2.
4.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 14 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε διαδικασία που αφορά τελωνειακή παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 3 ή 6 έχει παραγραφεί, ανεξάρτητα από τυχόν διακοπή της προθεσμίας παραγραφής, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, μετά τη λήξη περιόδου οκτώ ετών από την ημέρα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή 2 του παρόντος άρθρου.
5.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής για την εκτέλεση απόφασης επιβολής κυρώσεων ανέρχεται σε τρία έτη. Η εν λόγω προθεσμία αρχίζει να υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση καθίσταται οριστική.
5.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία παραγραφής για την εκτέλεση απόφασης επιβολής κυρώσεων ανέρχεται σε τρία έτη. Η εν λόγω προθεσμία αρχίζει να υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση καθίσταται οριστική.
6.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι προθεσμίες παραγραφής που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 4 και 5 αναστέλλονται.
6.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι προθεσμίες παραγραφής που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 4 και 5 αναστέλλονται.
Τροπολογία 38
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 16 – παράγραφος 1
Τα κράτη μέλη συνεργάζονται και ανταλλάσσουν όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την κίνηση διαδικασίας σχετικά με πράξη ή παράλειψη που συνιστά τελωνειακή παράβαση όπως αναφέρεται στα άρθρα 3 έως 6, ιδίως σε περίπτωση που περισσότερα από ένα κράτη μέλη έχουν κινήσει ποινική διαδικασία κατά του ιδίου προσώπου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.
Τα κράτη μέλη συνεργάζονται και ανταλλάσσουν όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την κίνηση διαδικασίας σχετικά με πράξη ή παράλειψη που συνιστά τελωνειακή παράβαση όπως αναφέρεται στα άρθρα 3 και 6, ιδίως σε περιπτώσεις που περισσότερα από ένα κράτη μέλη έχουν κινήσει ποινική διαδικασία κατά του ιδίου προσώπου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Ο στόχος της συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας των τελωνειακών ελέγχων των εμπορευμάτων και η εναρμόνιση των διαδικασιών στο εσωτερικό της Ένωσης.
Τροπολογία 39
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 16 – παράγραφος 1 α (νέα)
Η Επιτροπή επιβλέπει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών για τη δημιουργία βασικών δεικτών επιδόσεων που ισχύουν για τους τελωνειακούς ελέγχους και τις κυρώσεις, τη διάδοση των βέλτιστων πρακτικών και τον συντονισμό της κατάρτισης των τελωνειακών υπαλλήλων.
Τροπολογία 40
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 17
Άρθρο 17
Άρθρο 17
Κατάσχεση
Κατάσχεση
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να προβούν σε προσωρινή κατάσχεση των εμπορευμάτων, μεταφορικών μέσων και κάθε άλλου μέσου που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάπραξη των τελωνειακών παραβάσεων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 6.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα προσωρινής κατάσχεσης των εμπορευμάτων, μεταφορικών μέσων ή άλλου μέσου που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάπραξη των τελωνειακών παραβάσεων που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 6. Αν, κατόπιν της επιβολής κύρωσης, κάποιο κράτος μέλος κατασχέσει οριστικά τα εμπορεύματα αυτά, δύναται να επιλέξει να καταστρέψει, να επαναχρησιμοποιήσει ή να ανακυκλώσει τα εμπορεύματα, όπως αρμόζει.
Τροπολογία 41
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 18 – παράγραφος 1 α (νέα)
Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2017 η Επιτροπή θα έχει υποβάλει έκθεση σχετικά με τα υπόλοιπα στοιχεία επιβολής της ενωσιακής νομοθεσίας περί τελωνείων, όπως την εποπτεία, τον έλεγχο και τη διερεύνηση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συνοδευόμενη, όπου δει, από νομοθετική πρόταση προς συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας.
Τροπολογία 42
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 18 α (νέο)
Άρθρο 18α
Υποβολή εκθέσεων από τα κράτη μέλη
Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις παραβάσεις, τα οποία υποδεικνύουν τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν ως αποτέλεσμα των παραβάσεων αυτών, προκειμένου να δώσουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αξιολογήσει την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Οι πληροφορίες που παρέχονται με αυτόν τον τρόπο αποστέλλονται ετησίως μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας οδηγίας. Η Επιτροπή δύναται να χρησιμοποιεί τα δεδομένα αυτά κατά την αναθεώρηση της παρούσας οδηγίας με σκοπό την καλύτερη προσέγγιση των εθνικών συστημάτων επιβολής κυρώσεων.

(1) Το θέμα αναπέμφθηκε στην αρμόδια επιτροπή προς επανεξέταση, σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του Κανονισμού (Α8-0239/2016).


Σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 3/2016: Ασφάλεια των Οργάνων
PDF 389kWORD 49k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με τη θέση του Συμβουλίου όσον αφορά το σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 3/2016 της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2016: Ασφάλεια των θεσμικών οργάνων (12600/2016 – C8-0409/2016 – 2016/2121(BUD))
P8_TA(2016)0401A8-0295/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 314 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 106α της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου(1), και ιδίως το άρθρο 41,

–  έχοντας υπόψη τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2016, που εγκρίθηκε οριστικά στις 25 Νοεμβρίου 2015(2),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1311/2013 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2013, για τον καθορισμό του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2014-2020(3),

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία, της 2ας Δεκεμβρίου 2013, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, για τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση(4),

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 3/2016 που εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 30 Ιουνίου 2016 (COM(2016)0310),

–  έχοντας υπόψη τη θέση επί του σχεδίου διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 3/2016, που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 11 Οκτωβρίου 2016 και διαβιβάστηκε στο Κοινοβούλιο την ίδια ημέρα (12600/2016 – C8-0409/2016),

–  έχοντας υπόψη την από 7ης Ιουνίου 2016 επιστολή του Προέδρου του Κοινοβουλίου προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής, και ιδίως την παράγραφο 3,

–  έχοντας υπόψη τη δήλωσή του σχετικά με την εφαρμογή του σημείου 27 της Διοργανικής Συμφωνίας που αποτελεί μέρος των κοινών συμπερασμάτων που εξήχθησαν κατά τη διαδικασία συνδιαλλαγής για τον προϋπολογισμό του 2016 στις 14 Νοεμβρίου 2015,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 88 και 91 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Προϋπολογισμών (A8-0295/2016),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις που υποχρέωσαν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να αναθεωρήσουν τις ανάγκες τους όσον αφορά την ασφάλεια και να κρίνουν ότι χρειάζονται πρόσθετοι πόροι το 2016·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στο σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 3/2016 προτείνεται συνεπώς η αύξηση των πιστώσεων για την ασφάλεια κατά συνολικό ποσό 15,8 εκατομμυρίων EUR στα Ευρωπαϊκά Σχολεία, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο Δικαστήριο, στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, στην Επιτροπή των Περιφερειών και στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, ότι το σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 3/2016 έχει ως στόχο τη δημιουργία 35 πρόσθετων μόνιμων θέσεων για την πρόσληψη πρόσθετων υπαλλήλων ασφαλείας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι θέσεις αυτές θα πρέπει να διατηρηθούν στον προϋπολογισμό του 2017 και να εξαιρεθούν από τον στόχο για μείωση του προσωπικού κατά 5%, δεδομένου ότι αντιστοιχούν σε νέα δραστηριότητα· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο σέβεται πλήρως τη δήλωσή του για μείωση του προσωπικού κατά 5 %, που επισυνάπτεται στα κοινά συμπεράσματα για τον προϋπολογισμό του 2016·

1.  λαμβάνει γνώση του σχεδίου διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 3/2016, όπως υπεβλήθη από την Επιτροπή·

2.  εγκρίνει τη θέση του Συμβουλίου επί του σχεδίου διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 3/2016·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαπιστώσει την οριστική έγκριση του διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 3/2016 και να μεριμνήσει για τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

4.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, καθώς και στα εθνικά κοινοβούλια.

(1) ΕΕ L 298 της 26.10.2012, σ. 1.
(2) ΕΕ L 48 της 24.2.2016.
(3) ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 884.
(4) ΕΕ C 373 της 20.12.2013, σ. 1.


Στρατηγική της ΕΕ έναντι του Ιράν μετά την πυρηνική συμφωνία
PDF 548kWORD 74k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ έναντι του Ιράν μετά την πυρηνική συμφωνία (2015/2274(INI))
P8_TA(2016)0402A8-0286/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την κοινή δήλωση της Αντιπροέδρου της Επιτροπής/Ύπατης Εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (ΑΕ/ΥΕ), Federica Mogherini, και του υπουργού Εξωτερικών του Ιράν, Mohammad Javad Zarif, στις 16 Απριλίου 2016 στην Τεχεράνη,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα 2231 (2015) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο εγκρίθηκε στις 20 Ιουλίου 2015,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με τη συμφωνία επί του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν της 20ής Ιουλίου 2015,

–  έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του σχετικά με το Ιράν, και συγκεκριμένα της 10ης Μαρτίου 2011 σχετικά με την προσέγγιση της ΕΕ απέναντι στο Ιράν(1), της 14ης Ιουνίου 2012 σχετικά με την κατάσταση των εθνοτικών μειονοτήτων στο Ιράν(2), της 17ης Νοεμβρίου 2011 σχετικά με τις πρόσφατες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Ιράν(3), και της 3ης Απριλίου 2014 σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ έναντι του Ιράν(4),

–  έχοντας υπόψη το στρατηγικό πλαίσιο και το σχέδιο δράσης της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία, έχοντας υπόψη τις ετήσιες εκθέσεις της ΕΕ σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα,

–  έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του σχετικά με τις Ετήσιες Εκθέσεις της ΕΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 8ης Οκτωβρίου 2015 σχετικά με τη θανατική ποινή(5),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν της 10ης Μαρτίου 2016, τις πρόσφατες δηλώσεις του στις 20 Μαΐου και στις 8 Ιουνίου 2016, στις οποίες εξέφρασε την ανησυχία του για τη φυλάκιση των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το πρόσφατο κύμα υποκίνησης μίσους κατά της κοινότητας των Μπαχάι και την έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών της 3ης Μαρτίου 2016 σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα 70/173 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, A/RES/70/173, που εγκρίθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2015,

–  έχοντας υπόψη τις δηλώσεις της ΥΕ/ΑΕ, Federica Mogherini, της 14ης Οκτωβρίου 2015 σχετικά με την εκτέλεση ενός ανήλικου παραβάτη στο Ιράν και της 20ής Μαΐου 2016 σχετικά με την καταδίκη του Ιρανού υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Narges Mohammadi,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου (A8-0286/2016),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία με το Ιράν για τα πυρηνικά και οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στη χώρα αποτελούν μια ευκαιρία για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων στη χώρα, καθώς και για τη βελτίωση των σχέσεών της με την Ευρωπαϊκή Ένωση·

Σχέσεις ΕΕ-Ιράν

Πολιτικός διάλογος

1.  θεωρεί ότι το κοινό ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης (JCPOA), γνωστό και ως συμφωνία με το Ιράν για τα πυρηνικά, αποτέλεσε αξιοσημείωτο επίτευγμα της πολυμερούς διπλωματίας, και συγκεκριμένα της ευρωπαϊκής διπλωματίας, που θα πρέπει να οδηγήσει όχι μόνο στην αισθητή βελτίωση των σχέσεων ΕΕ-Ιράν αλλά και στην προώθηση της σταθερότητας σε ολόκληρη την περιοχή· φρονεί πως τώρα όλες οι πλευρές φέρουν την ευθύνη για την αυστηρή και πλήρη εφαρμογή της· επικροτεί την ίδρυση της Μικτής Επιτροπής που απαρτίζεται από εκπροσώπους του Ιράν και της ομάδας χωρών Ε3/ΕΕ+3 (Κίνα, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσική Ομοσπονδία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες, με την ΥΕ/ΑΕ)· στηρίζει πλήρως τον ρόλο της Ύπατης Εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας ως συντονίστριας της Μικτής Επιτροπής που ιδρύθηκε στο πλαίσιο του JCPOA, και θεωρεί ότι η αυστηρή και πλήρης εφαρμογή του JCPOA εξακολουθεί να έχει καίρια σημασία·

2.  επιδοκιμάζει την επίσκεψη της ΥΕ/ΑΕ, Mogherini, στο Ιράν στις 16 Απριλίου 2016, μαζί με οχτώ ευρωπαίους επιτρόπους, ως σημαντικό ορόσημο για τη δημιουργία ενός φιλόδοξου θεματολογίου διμερών σχέσεων μεταξύ της ΕΕ και του Ιράν σε τομείς αμοιβαίου συμφέροντος· σημειώνει ότι πολλές ανακοινώσεις της Επιτροπής και αντιπροσωπείες από την ΕΕ στο Ιράν, στην τελευταία από τις οποίες συμμετείχαν η Ύπατη Εκπρόσωπος/Αντιπρόεδρος της ΕΕ και επτά Επίτροποι, έχουν εστιάσει στους εμπορικούς και οικονομικούς δεσμούς·

3.  υπενθυμίζει ότι η απόφαση του Συμβουλίου να άρει όλες τις σχετικές με τα πυρηνικά κυρώσεις εις βάρος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, ως αποτέλεσμα της υλοποίησης των δεσμεύσεών της στο πλαίσιο του κοινού ολοκληρωμένου σχεδίου δράσης, επιτρέπει την επανέναρξη της συνεργασίας με το Ιράν και θα δημιουργήσει ευκαιρίες και οφέλη και για τις δύο πλευρές, προσφέροντας τη δυνατότητα να ανοίξει εκ νέου η ιρανική αγορά για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις· υπενθυμίζει επίσης πως το Ιράν διαθέτει έναν μεγάλο, σχετικά υψηλού μορφωτικού επιπέδου και νεαρής ηλικίας πληθυσμό, η σύνθεση του ΑΕΠ του είναι από τις πιο διαφοροποιημένες στην περιοχή, έχει ανάγκη επενδύσεων και αποτελεί δυνητική αγορά για ευρωπαϊκά αγαθά υψηλής ποιότητας·

4.  επικροτεί το άνοιγμα των σχέσεων με το Ιράν· επισημαίνει ότι η ανάπτυξη των σχέσεων ΕΕ-Ιράν πρέπει να συμβαδίσουν με την εφαρμογή της πυρηνικής συμφωνίας/JCPOA· υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με τα όσα προβλέπει η συμφωνία η μη εφαρμογή της εκ μέρους του Ιράν μπορεί να οδηγήσει στην επαναφορά των κυρώσεων· ενθαρρύνει την ανανέωση των σχέσεων μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών της αφενός και του Ιράν αφετέρου, ούτως ώστε τα δύο μέρη να συνεργάζονται στενά σε διμερή και πολυμερή θέματα για τη διασφάλιση μιας σταθερότερης περιφέρειας και της αποτελεσματικής εφαρμογής της συμφωνίας για τα πυρηνικά· θεωρεί ότι οι σχέσεις ΕΕ-Ιράν πρέπει να αναπτυχθούν μέσω πολυεπίπεδου διαλόγου με επαφές σε πολιτικό, διπλωματικό, οικονομικό, ακαδημαϊκό και τεχνικό επίπεδο, καθώς και εκείνες των λαών και με φορείς της κοινωνίας των πολιτών, ΜΚΟ και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· τάσσεται υπέρ του ανοίγματος των σχέσεων ΕΕ-Ιράν προς το αμοιβαίο συμφέρον και των δύο μερών, στη βάση μιας ρεαλιστικής αξιολόγησης των κοινών συμφερόντων και των διαφορών, με στόχο την ενθάρρυνση της σταδιακής επέκτασης της συνεργασίας σε κλίμα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, πρωτίστως προς όφελος των λαών του Ιράν και της ΕΕ· στηρίζει, στο πλαίσιο αυτό, τη δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ανανέωση της συνεργασίας με το Ιράν στη βάση διαλόγου που θα χαρακτηρίζεται από τα τέσσερα «C» (comprehensive, cooperative, critical, constructive): ένας διάλογος με ευρύ πεδίο εφαρμογής (comprehensive)· συνεργατικός (cooperative) στους τομείς στους οποίους το Ιράν και η ΕΕ έχουν αμοιβαία συμφέροντα· κριτικός (critical), ανοικτός και ειλικρινής σε τομείς στους οποίους το Ιράν και η ΕΕ διαφωνούν αλλά αναζητούν κοινό έδαφος· και γενικά εποικοδομητικός (constructive) στο πνεύμα και στην πράξη·

5.  επικροτεί τις θεσμικές αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) προκειμένου να αποτυπωθούν τα αποτελέσματα του JCPOA, και συγκεκριμένα επικροτεί τη δημιουργία ειδικής ομάδας για το Ιράν στην ΕΥΕΔ, με στόχο τον συντονισμό των διαφόρων αξόνων δράσης για όλα τα ζητήματα που αφορούν το Ιράν· επικροτεί τα μέτρα που έλαβε η ΕΥΕΔ για τη σύσταση αντιπροσωπείας της ΕΕ στην Τεχεράνη, σύμφωνα με εκκλήσεις σε προηγούμενα ψηφίσματα του ΕΚ, καθώς θα επιτρέψει τη συνεργασία της ΕΕ με τις ιρανικές αρχές προκειμένου να βελτιωθεί η ενημέρωση του κοινού εντός της χώρας σχετικά με την ίδια την ΕΕ, να αντιμετωπιστούν οι παρανοήσεις και να οικοδομηθεί μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ της ΕΕ και του Ιράν· τονίζει, εν προκειμένω, ότι οι τομείς του εμπορίου και των επενδύσεων αποτελούν αρμοδιότητες της ΕΕ και ότι η σύσταση αντιπροσωπείας της ΕΕ στην Τεχεράνη θα διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ ΕΕ και Ιράν στους τομείς του εμπορίου, της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, συμβάλλοντας σημαντικά στην εκπλήρωση των προσδοκιών και των δύο πλευρών· Υπογραμμίζει ότι η μετάδοση του Euronews στην περσική θα αποτελέσει στο μέλλον σημαντική ενημερωτική γέφυρα ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο περσόφωνο κοινό·

6.  επαναλαμβάνει ότι η ΕΕ και το Ιράν έχουν αποφασίσει να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα που απασχολούν και τις δύο πλευρές με εποικοδομητικό τρόπο· ζητεί η στρατηγική της ΕΕ για την επανεκκίνηση της συνεργασίας με το Ιράν να βασιστεί αρχικά σε μέτρα για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης σε τεχνικούς τομείς που θα δημιουργήσουν θετικό προηγούμενο για κοινά έργα της ΕΕ και του Ιράν και μπορούν να προετοιμάσουν το έδαφος για μια πιο ουσιαστική μακροπρόθεσμη συνεργασία·

7.  επιμένει ότι είναι σημαντικό να αναπτυχθεί η κοινοβουλευτική διάσταση των σχέσεων ΕΕ-Ιράν ως μέρος της στρατηγικής για την αποκατάσταση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης· επαναλαμβάνει, στο πλαίσιο αυτό, τη στήριξή του στην πρόταση που συζητήθηκε μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Majlis σχετικά με την ανάπτυξη διακοινοβουλευτικού διαλόγου για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, που αναγνωρίζει τις κοινές προκλήσεις της ριζοσπαστικοποίησης στο Ιράν, σε όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής και εντός της ίδιας της ΕΕ· επικροτεί την επανέναρξη του πολιτικού διαλόγου μεταξύ της ΕΕ και του Ιράν, μεταξύ άλλων και στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· ενθαρρύνει την ανάπτυξη διαλόγου για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο μέλλον στον οποίο να συμμετάσχουν εκπρόσωποι της δικαιοσύνης, των δυνάμεων ασφαλείας και της κοινωνίας των πολιτών· αναγνωρίζει ότι μολονότι και οι δύο πλευρές διακατέχονται από καχυποψία και δυσπιστία, υπάρχει μακρά ιστορία μεταξύ πολλών κρατών μελών και του Ιράν, και το Ιράν εκφράζει τη φιλοδοξία να έχει καλές σχέσεις με την ΕΕ, γεγονός που διανοίγει δυνατότητες για μια σχέση που θα βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στον σεβασμό· αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα του εσωτερικού πολιτικού τοπίου στο Ιράν και επαναλαμβάνει ότι η ΕΕ δεν επιδιώκει να παρέμβει στις εσωτερικές πολιτικές επιλογές στη χώρα αυτή ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, αλλά επιδιώκει συνεργασία η οποία θα βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό των διεθνών προτύπων και αρχών· θεωρεί ότι η πλήρης εξομάλυνση των σχέσεων μπορεί να επιτευχθεί μόνο παράλληλα προς την συνεχιζόμενη εφαρμογή του κοινού ολοκληρωμένου σχεδίου δράσης (JCPOA) μέσω τακτικού και διαρκούς διαλόγου, και ότι άμεση προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσει η διεύρυνση του πεδίου των σχέσεων ΕΕ-Ιράν σε τομείς για τους οποίους υπάρχει σχετική κοινή συμφωνία· θεωρεί, ωστόσο, ότι απώτερος στόχος πρέπει να είναι η δημιουργία εταιρικής σχέσης μεταξύ του Ιράν και της ΕΕ·

8.  επαναλαμβάνει την έντονη, επί τη βάσει αρχών μακρόχρονη αντίθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη θανατική ποινή σε κάθε περίπτωση και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και τονίζει για μια ακόμα φορά ότι η κατάργηση της θανατικής ποινής αποτελεί βασικό στόχο της πολιτικής της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα· εξακολουθεί να επικρίνει τη συχνή χρήση της θανατικής ποινής από το Ιράν· θεωρεί ότι η μείωση της επιβολής της θανατικής ποινής αποτελεί σημαντικό στόχο του πολιτικού διαλόγου· ζητεί ένα άμεσο μορατόριουμ στην εκτέλεση των θανατικών ποινών στο Ιράν· σημειώνει ότι οι περισσότερες εκτελέσεις πραγματοποιούνται για αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά· αντιλαμβάνεται την πρόκληση που αντιμετωπίζει το Ιράν ως μία από τις βασικές οδούς διέλευσης των ναρκωτικών στον κόσμο, καθώς το 86 % των παγκόσμιων κατασχέσεων οπίου πραγματοποιείται στο έδαφός του· ωστόσο, θεωρεί ότι η εστίαση σε προβληματισμούς σχετικά με τη θανατική ποινή, όπως η επιβολή της θανατικής ποινής για αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά και κατά ατόμων κάτω των 18 ετών, που παραβιάζουν τις εθελοντικές διεθνείς δεσμεύσεις του Ιράν σύμφωνα με τα ανθρώπινα δικαιώματα και το ανθρωπιστικό δίκαιο, θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για ένα κοινό θεματολόγιο προς αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος· καλεί τους βουλευτές του Ιρανικού Κοινοβουλίου να αναθεωρήσουν σε πρώτη φάση το άρθρο 91 του ποινικού κώδικα του 2013 προκειμένου να καταργηθεί η θανατική ποινή για άτομα κάτω των 18 ετών· επισημαίνει, ωστόσο, την υποβολή νομοσχεδίου στο ιρανικό κοινοβούλιο το οποίο, εάν εγκριθεί, θα μετατρέψει την ποινή για μη βίαια εγκλήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά από θανατική ποινή σε ισόβια κάθειρξη· Επισημαίνει ότι εάν εγκριθεί, το νομοσχέδιο θα μειώσει σημαντικά τον αριθμό των εκτελέσεων στο Ιράν·

9.  υπογραμμίζει ότι η εξάλειψη της θανατικής ποινής για τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά θα οδηγούσε σε δραστική μείωση του αριθμού των εκτελέσεων (έως κατά 80 % σύμφωνα με εκτιμήσεις του Ιράν)· ζητεί να υπάρξει συνεργασία μεταξύ ΕΕ και Ιράν στην καταπολέμηση των ναρκωτικών ως μέσο αντιμετώπισης του ζητήματος των εκτελέσεων στη χώρα, με σεβασμό στα πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα· καλεί την Επιτροπή να παράσχει τεχνική βοήθεια και ανάπτυξη διοικητικών ικανοτήτων με στόχο την ενίσχυση του κράτους δικαίου στο Ιράν, μεταξύ άλλων μέσω της προώθησης της μεταρρύθμισης του δικαστικού συστήματος για τη βελτίωση της λογοδοσίας και των εναλλακτικών λύσεων στη φυλάκιση και τη θανατική ποινή· ζητεί από την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι η οποιαδήποτε τεχνική ή άλλη βοήθεια που θα παρασχεθεί στο Ιράν δεν θα χρησιμοποιηθεί για τη διάπραξη παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

Εμπορικά και οικονομικά θέματα

10.  σημειώνει τον δεδηλωμένο στόχο του Ιράν για επίτευξη ετήσιου ποσοστού ανάπτυξης της τάξης του 8%· θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκές επενδύσεις έχουν καίρια θέση στην επίτευξη του εν λόγω στόχου του Ιράν· υπογραμμίζει το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν παρεμποδίζει τις νόμιμες επιχειρηματικές δραστηριότητες με το Ιράν και δεν θα εμποδίσει διεθνείς εταιρείες ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που επιθυμούν να συνεργαστούν με το Ιράν, εφόσον τηρούνται όλοι οι ισχύοντες νόμοι· τονίζει ότι, προκειμένου το Ιράν να αξιοποιήσει τις οικονομικές του δυνατότητες, θα πρέπει να λάβει μέτρα για τη δημιουργία ενός διαφανούς οικονομικού περιβάλλοντος που να ευνοεί τις διεθνείς επενδύσεις και να λάβει μέτρα για την καταπολέμηση της διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα, ιδίως όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις συστάσεις της ομάδας χρηματοοικονομικής δράσης (FATF), μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η διακοπή των ροών χρηματοδότησης τρομοκρατικών οργανώσεων· καλεί την ΕΕ να στηρίξει πλήρως τις προσπάθειες του Ιράν στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ιδίως μέσω της στήριξης των εργασιών σύναψης διμερούς επενδυτικής συμφωνίας μεταξύ της ΕΕ και του Ιράν·

11.  τονίζει ότι το εμπόριο και η εκ νέου πρόσβαση στο εμπορικό σύστημα το βασισμένο στους παγκόσμιους εμπορικούς κανόνες μπορεί να αποτελέσει έναν τρόπο για να εξέλθει το Ιράν από την απομόνωσή του και ότι το εμπόριο θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο ενίσχυσης του πολιτικού διαλόγου και τόνωσης της συνεργασίας μεταξύ των χωρών της περιοχής, ώστε να αυξηθεί η περιφερειακή ανάπτυξη, η απασχόληση και η σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή·

12.  επισημαίνει ότι το Ιράν είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Μέσης Ανατολής μετά τη Σαουδική Αραβία, με εκτιμώμενο ΑΕγχΠ 397 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ το 2015· επισημαίνει επίσης ότι το εμπόριο μεταξύ της ΕΕ και του Ιράν ανέρχεται επί του παρόντος σε 8 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ και αναμένεται να τετραπλασιαστεί τα επόμενα δύο χρόνια· υπενθυμίζει ότι η ΕΕ αποτελούσε στο παρελθόν τον κύριο εμπορικό εταίρο του Ιράν και πιστεύει ότι θα πρέπει να στοχεύσει στην ανάκτηση αυτής της θέσης της· υποστηρίζει την επέκταση της εμπορικής σχέσης της ΕΕ με το Ιράν και καλεί την ΕΕ να τονώσει την εμπορική, χρηματοπιστωτική και οικονομική συνεργασία με το Ιράν με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και απασχόλησης του ιρανικού λαού και την ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης· θεωρεί ότι η επέκταση του εμπορίου και των επενδύσεων με το Ιράν μπορεί να συμβάλει μακροπρόθεσμα στην προώθηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή, εάν η ΕΕ φροντίσει να αναζητήσει ευκαιρίες για περιφερειακά προγράμματα επενδύσεων, για παράδειγμα στους τομείς της ενέργειας και των μεταφορικών συνδέσεων·

13.  θεωρεί ότι, παρόλο που το Ιράν έχει υπογράψει πολλές συμβάσεις με ευρωπαϊκές εταιρείες, δεν είναι σε θέση να τηρήσει τις δεσμεύσεις του λόγω έλλειψης ρευστότητας, με αποτέλεσμα οι διεργασίες ανοίγματος του Ιράν να είναι παγιδευμένες σε έναν φαύλο κύκλο·

14.  επισημαίνει ότι το Ιράν είναι η μεγαλύτερη οικονομία εκτός ΠΟΕ· στηρίζει λοιπόν την αίτηση προσχώρησης του Ιράν στον ΠΟΕ· σημειώνει ότι η ισχύουσα διαπραγματευτική εντολή της ΕΕ για τη συμφωνία εμπορίου και συνεργασίας με το Ιράν είναι παρωχημένη· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει επιλογές για την ενίσχυση των εμπορικών και επενδυτικών δεσμών με στόχο τη μεγαλύτερη ευθυγράμμιση του Ιράν προς τους κανόνες του ΠΟΕ και την προστασία των ευρωπαϊκών επενδύσεων· τονίζει ότι ένα επίσημο πλαίσιο διαπραγματεύσεων θα επέτρεπε στην ΕΕ να αξιοποιήσει πλήρως την επιρροή της ως μεγαλύτερη ολοκληρωμένη αγορά και οικονομικός συνασπισμός και να δημιουργήσει ένα φόρουμ για ανταλλαγή απόψεων και διάλογο· καλεί την ΕΕ να εξετάσει το ενδεχόμενο επανέναρξης των συζητήσεων για την ένταξη του Ιράν στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, δεδομένου ότι η προσχώρηση στον ΠΟΕ θα οδηγούσε σε περαιτέρω φιλελευθεροποίηση της ιρανικής οικονομίας, θα έδινε ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη, θα ενσωμάτωνε τη χώρα στο βασισμένο σε κανόνες παγκόσμιο σύστημα, θα προσέφερε έναν μηχανισμό για την υποστήριξη των αναγκαίων οικονομικών μεταρρυθμίσεων και θα υποχρέωνε το Ιράν να σεβαστεί τις διεθνείς δεσμεύσεις του· καλεί την Επιτροπή να χρησιμοποιήσει τις διαπραγματεύσεις ως ευκαιρία άσκησης πίεσης για σημαντικές μεταρρυθμίσεις των εργασιακών επί τη βάσει των κυριότερων συμβάσεων του ΠΟΕ· εκφράζει την ανησυχία του για την καθυστέρηση του διορισμού του προέδρου της ομάδας εργασίας του ΠΟΕ για την προσχώρηση του Ιράν· ζητεί από την Επιτροπή να ασκήσει πλήρως την επιρροή της για την άμεση άρση αυτού του εμποδίου και την έναρξη της διαδικασίας προσχώρησης του Ιράν στον ΠΟΕ· πιστεύει πως για να προχωρήσει η διαδικασία προσχώρησης, πρέπει να διαγραφεί το Ιράν από τον κατάλογο δημόσιων δηλώσεων της FATF·

15.  θεωρεί ότι η έλλειψη ελευθερίας έκφρασης στο διαδίκτυο, ο συστηματικός έλεγχος και η παρακολούθηση της κίνησης στο διαδίκτυο και η έλλειψη ψηφιακών ελευθεριών αποτελούν εμπόδιο στις συναλλαγές με το Ιράν, ενώ παράλληλα παραβιάζουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των προσώπων· υπογραμμίζει το δυναμικό του ανοικτού και ασφαλούς διαδικτύου στο Ιράν για την ψηφιακή οικονομία· επαναλαμβάνει την έκκλησή του για ένα αποτελεσματικό ευρωπαϊκό καθεστώς ελέγχου των εξαγωγών, με στόχο την πρόληψη της κατάχρησης ειδών διπλής χρήσης και τεχνολογιών για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εναντίον της ΕΕ·

16.  υπογραμμίζει επίσης ότι είναι σημαντικό να αναπτύξει το Ιράν οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με τους περιφερειακούς παράγοντες, με τον δέοντα σεβασμό προς τους κανόνες του ΠΟΕ, στην προοπτική της δημιουργίας ενός συνεκτικού οικονομικού και εμπορικού συνασπισμού· σημειώνει ότι η ΕΕ μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη και την οικοδόμηση αυτού του περιφερειακού διαλόγου μέσω της εμπειρογνωμοσύνης της και της στήριξής της·

17.  θεωρεί ότι η άρση των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών κυρώσεων που συνδέονται με τα πυρηνικά από την ΕΕ και τη διεθνή κοινότητα, όπως προβλέπεται στο JCPOA, αποτελεί σημαντικό στοιχείο για να καταδειχθεί η εκπλήρωση των δεσμεύσεων της ΕΕ έναντι του Ιράν, καθώς και για να διαφανεί η διάθεση για ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας προς το αμοιβαίο οικονομικό όφελος· επισημαίνει, εντούτοις, ότι μολονότι η πλειονότητα των οικονομικών και χρηματοοικονομικών κυρώσεων έχουν πλέον αρθεί, ορισμένες εξακολουθούν να ισχύουν και δεν επηρεάζονται από τη συμφωνία για τα πυρηνικά· ζητεί από την ΕΕ να δεσμεύσει τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην ΕΕ να εξασφαλίσουν πλήρη διαφάνεια των δραστηριοτήτων τους στον Ιράν· ζητεί να δοθεί έμφαση στην ποιότητα καθώς και στην ποσότητα των επενδύσεων και να αναπτυχθεί πρωτοβουλία με στόχο να αξιολογηθεί κατά πόσον οι νέες επενδύσεις τηρούν τις κατευθυντήριες αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, η οποία θα είναι παρόμοια με την πρωτοβουλία που αναπτύχθηκε όταν έγινε άρση των κυρώσεων στη Μυανμάρ/Βιρμανία· επισημαίνει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών για την εταιρική κοινωνική ευθύνη είναι ουσιαστικής σημασίας για να έχει η ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ της ΕΕ και του Ιράν θετική επίδραση στην ιρανική κοινωνία στο σύνολό της·

18.  υπενθυμίζει την ανασφάλεια δικαίου που δημιουργούν οι πρωτογενείς κυρώσεις των ΗΠΑ και το γεγονός ότι οι συναλλαγές διεξάγονται σε δολάρια για τις επιχειρήσεις της ΕΕ που θέλουν να επενδύσουν στο Ιράν, γεγονός που υποσκάπτει τη δημιουργία του αναμενόμενου οικονομικού οφέλους από το JCPOA για τον ιρανικό λαό· επιμένει ότι είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστεί το ζήτημα αυτό, καθώς και άλλα οικονομικά ζητήματα βάσει των συστάσεων της FATF, προκειμένου να εξασφαλιστεί η απαραίτητη σαφήνεια και ασφάλεια δικαίου για τη δραστηριοποίηση των επιχειρήσεων της ΕΕ στο Ιράν· Ζητεί να αλλάξει η προσέγγιση για το εμπόριο με το Ιράν· ζητεί να χρησιμοποιείται το ευρώ ως νόμισμα στις συναλλαγές με το Ιράν, ώστε να αποφευχθεί η επιβολή κυρώσεων από τις αρχές των ΗΠΑ, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν εις βάρος ορισμένων ευρωπαϊκών τραπεζών· τάσσεται υπέρ της ενίσχυσης του διαλόγου με τις Ηνωμένες Πολιτείες έτσι ώστε να εξασφαλιστούν τόσο η συνέχεια των ευρωπαϊκών εμπορικών συναλλαγών και επενδύσεων στο Ιράν·

19.  τονίζει παράλληλα ότι είναι απαραίτητο να καταβληθούν μεγαλύτερες προσπάθειες για τη διασφάλιση ενός περιβάλλοντος που να ευνοεί τις διεθνείς επενδύσεις προκειμένου να μπορέσει το Ιράν να αξιοποιήσει τις οικονομικές δυνατότητές του· ζητεί εν προκειμένω από το Ιράν να διασφαλίσει τη διαφάνεια του χρηματοπιστωτικού τομέα του και να καταπολεμήσει τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σύμφωνα με τις συστάσεις της ομάδας χρηματοπιστωτικής δράσης (FATF)· επικροτεί το σχέδιο δράσης της Ιρανικής Κυβέρνησης βάσει των συστάσεων της FATF, καθώς και τις τεχνικές συναντήσεις που έλαβαν χώρα στις 12 Ιουλίου μεταξύ της ΕΕ και αξιωματούχων του Ιράν για την εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων σε αυτόν τον τομέα·

20.  επιδοκιμάζει το γεγονός ότι το JCPOA έχει ήδη επιφέρει θετικά αποτελέσματα, όπως η αύξηση των συναλλαγών μεταξύ του Ιράν και της ΕΕ κατά 43 % στη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών του 2016, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2015, το γεγονός ότι 30 ιρανικές τράπεζες έχουν επανασυνδεθεί με το σύστημα SWIFT, καθώς και τον θετικό αντίκτυπο του JCPOA στην ενίσχυση της τάσης μείωσης του πληθωρισμού και των επιτοκίων στο Ιράν· επικροτεί το γεγονός ότι ο αριθμός μικρών ευρωπαϊκών τραπεζών που δραστηριοποιούνται σήμερα στο Ιράν αυξάνεται, διευκολύνοντας την πρόσβαση των ΜΜΕ σε πιστώσεις· ζητεί να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο των ΜΜΕ από την Ευρώπη και το Ιράν κατά την ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων·

21.  επικροτεί την προθυμία της ιρανικής κυβέρνησης να προσελκύσει ξένες επενδύσεις, δεδομένου ότι είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθούν άμεσες ξένες επενδύσεις σε όλους τους σημαντικούς οικονομικούς τομείς· επισημαίνει ότι ενδέχεται να χρειαστούν περισσότερο από 1 τρισεκατομμύριο επενδύσεις σε υποδομές τα επόμενα 10 έτη, γεγονός που παρέχει ευκαιρίες για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων στους τομείς της ενέργειας, της αυτοκινητοβιομηχανίας και της κατασκευής αεροσκαφών· επικροτεί την επίσκεψη 180 εμπορικών αντιπροσωπειών στην Τεχεράνη μετά την υπογραφή του JCPOA, στις οποίες περιλαμβάνονταν αντιπροσωπείες από 15 κράτη μέλη της ΕΕ, ως απόδειξη του αυξανόμενου ενδιαφέροντος για τις οικονομικές σχέσεις με το Ιράν· καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να εξετάσουν τη χρήση εγγυήσεων εξαγωγικών πιστώσεων για την ενίσχυση του εμπορίου, της χρηματοδότησης έργων και των επενδύσεων στο Ιράν· υποστηρίζει τη θετική έκβαση των συμφωνιών μεταξύ της Ιρανικής Κυβέρνησης και των εταιρειών Airbus και Boeing ως ένα επιπλέον μέσο για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης μετά την έγκριση του JCPOA·

Τομεακή συνεργασία

22.  επισημαίνει ότι το Ιράν είναι η δεύτερη χώρα σε αποθέματα φυσικού αερίου στον κόσμο και η τέταρτη χώρα σε αποθέματα πετρελαίου· θεωρεί ότι η ενεργειακή συνεργασία μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαφοροποίηση των πηγών ενεργειακού εφοδιασμού της ΕΕ και στη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης των κρατών μελών από έναν μοναδικό προμηθευτή, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ· θεωρεί ότι η άρση των οικονομικών κυρώσεων μπορεί να απελευθερώσει σημαντικές επενδύσεις στη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και σε άλλους τομείς της οικονομίας, που θα επωφεληθούν από τις επενδύσεις και την πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες· καλεί τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να επενδύσουν στον ενεργειακό τομέα του Ιράν· καλεί συγκεκριμένα την ΕΕ να υποστηρίξει την ανάπτυξη της τεχνολογίας υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Ιράν· πιστεύει ότι οι επενδύσεις της ΕΕ στο Ιράν πρέπει να συμμορφώνονται πλήρως με τις μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις της ΕΕ για την απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές·

23.  σημειώνει ότι επί του παρόντος περισσότερο από το ήμισυ των ενεργειακών αναγκών των ιρανικών νοικοκυριών καλύπτονται από φυσικό αέριο· τονίζει τις τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο Ιράν, μια χώρα με μέσο όρο ηλιοφάνειας 300 ημέρες ετησίως και εκτιμώμενη ικανότητα παραγωγής που είναι 13 φορές υψηλότερη από τη συνολική κατανάλωση ενέργειας του Ιράν· καλεί την Επιτροπή να στηρίξει την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο Ιράν για να συμβάλει στη διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος της χώρας·

24.  καλεί το Ιράν να συμμετάσχει στην πρωτοβουλία για τη διαφάνεια των εξορυκτικών βιομηχανιών (ΠΔΕΒ) και ζητεί η ενεργειακή συνεργασία ΕΕ-Ιράν να στηρίζεται πάντα στον στόχο της βελτίωσης των περιβαλλοντικών, κοινωνικών καθώς και οικονομικών οφελών τόσο για τον λαό του Ιράν όσο και για τους λαούς της ΕΕ·

25.  τονίζει ότι το Ιράν αντιμετωπίζει πολλές περιβαλλοντικές προκλήσεις, μεταξύ άλλων λειψυδρία και υποβάθμιση του εδάφους, και ότι, αξιοποιώντας πλήρως τις δυνατότητες της επιχειρηματικής συνεργασίας, η ΕΕ θα πρέπει να συνεργαστεί με το Ιράν για την ενίσχυση της προστασίας του περιβάλλοντος και την προώθηση της περιβαλλοντικά βιώσιμης ανάπτυξης· ζητεί να υπάρξει περιβαλλοντική συνεργασία στους εξής τομείς: διαχείριση της διατήρησης των υδάτων, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης των προσπαθειών του Ιράν για τη διάσωση της λίμνης Urmia, καταπολέμηση της απερήμωσης, παρακολούθηση των σεισμών, αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και διαχείριση των αποβλήτων· εκφράζει εν προκειμένω την ιδιαίτερη ανησυχία του για τα επίπεδα ρύπανσης της Κασπίας Θάλασσας, και ενθαρρύνει την ενεργό υποστήριξη των προσπαθειών της Ιρανικής Κυβέρνησης από την ΕΕ και τα κράτη μέλη της για την αντιστροφή αυτής της σοβαρής υποβάθμισης· επικροτεί την ανάπτυξη εταιρικών σχέσεων μεταξύ ιρανικών περιβαλλοντικών ΜΚΟ και άλλων ΜΚΟ της περιοχής· επικροτεί τη συμμετοχή τους στη σύμβαση της IUCN και στη σύμβαση Ραμσάρ· καλεί την Επιτροπή να βοηθήσει τις ιρανικές ΜΚΟ να αναπτύξουν συμμετοχικά έργα διαχείρισης·

26.  εκτιμά ότι ο περιφερειακός διάλογος και η συνεργασία σε περιβαλλοντικά θέματα μεταξύ του Ιράν και των γειτόνων του είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση προκλήσεων όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση, η λειψυδρία και η απερήμωση· τονίζει ότι η ΕΕ θα πρέπει να διευκολύνει αυτή την περιφερειακή συνεργασία ως σημαντικό μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης και να εκμεταλλευτεί την προθυμία των περιφερειακών παραγόντων να αξιοποιήσουν την ευρωπαϊκή εμπειρογνωμοσύνη στον τομέα αυτόν·

27.  σημειώνει τις μελέτες στις οποίες αναφέρεται ότι η πυρηνική ενέργεια ενδέχεται να μην είναι ανταγωνιστική στο Ιράν λόγω των χαμηλών αποθεμάτων ουρανίου και του κόστους εξόρυξης· καλεί, ωστόσο, την Επιτροπή να διερευνήσει τις δυνατότητες ανάπτυξης μη στρατιωτικής πυρηνικής συνεργασίας με το Ιράν, σύμφωνα με τη δέσμευση του JCPOA, και να ενθαρρύνει το Ιράν να υπογράψει τη Σύμβαση για την πυρηνική ασφάλεια· επικροτεί την πρόταση που διατύπωσαν ορισμένοι Ιρανοί αξιωματούχοι για την ανάπτυξη περιφερειακού διαλόγου σχετικά με την ασφάλεια και την ασφάλεια των μη στρατιωτικών προγραμμάτων για την πυρηνική ενέργεια·

28.  τονίζει τις δυνατότητες συνεργασίας στον τομέα της αεροπορικής ασφάλειας, μέσω της παροχής τεχνικής βοήθειας και πρόσβασης στα αναγκαία εξαρτήματα, προκειμένου να διαγραφούν οι ιρανικές εταιρείες από την ευρωπαϊκή μαύρη λίστα·

29.  επισημαίνει το γεγονός ότι το Ιράν φιλοξενεί 3 εκατομμύρια Αφγανούς πρόσφυγες, εκ των οποίων μόνο οι 950 000 έχουν επίσημο νόμιμο καθεστώς πρόσφυγα στο Ιράν, πράγμα που καθιστά το Ιράν μια από τις κυριότερες χώρες που φιλοξενούν πρόσφυγες· επικροτεί την πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους 6,5 εκατ. ευρώ που παρείχε η ΕΕ για τη στήριξη του Ιράν όσον αφορά την εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη του αφγανικού πληθυσμού που βρίσκεται στη χώρα· τονίζει την ανάγκη λήψης συγκεκριμένων μέτρων για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Αφγανών μεταναστών και προσφύγων στο Ιράν, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματός τους στην τήρηση της νομιμότητας και στην ισότητα έναντι του νόμου· θεωρεί ότι η συνεργασία ΕΕ-Ιράν στη διαχείριση των προσφύγων μπορεί να ενισχύσει την αμοιβαία κατανόηση, να προωθήσει τη βελτίωση του σεβασμού του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ίδιων των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων, καθώς και να συμβάλει στην επίλυση συγκρούσεων, προκειμένου να περιοριστούν οι αιτίες των τρεχουσών και των μελλοντικών μετακινήσεων προσφύγων· θεωρεί ότι η συνεργασία ΕΕ-Ιράν στη διαχείριση των προσφύγων θα πρέπει να οδηγήσει στη βελτίωση της διαβίωσης των προσφύγων στο Ιράν και στην αποτροπή της εμπορίας ανθρώπων, θεωρεί ότι η συνεργασία μεταξύ ΕΕ και Ιράν θα πρέπει επίσης να συμπεριλάβει έναν διεξοδικό διάλογο σχετικά με τη μετανάστευση, ιδίως όσον αφορά τις πολιτικές και νομοθετικές προσεγγίσεις και προτεραιότητες για τη νόμιμη και την παράτυπη μετανάστευση, τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες, τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο·

30.  αναγνωρίζει ότι, καθώς πάνω από το 60% του πληθυσμού είναι ηλικίας κάτω των τριάντα ετών, οι νέοι και μορφωμένοι Ιρανοί που διαθέτουν τεχνολογική παιδεία και εκφράζουν τη ζωτικότητα της ιρανικής κοινωνίας μπορούν να προσφέρουν συγκεκριμένες ευκαιρίες για την προώθηση των διαπροσωπικών επαφών με την ΕΕ, βάσει των αρχών της αμοιβαιότητας και του αμοιβαίου σεβασμού· θεωρεί ότι τα προγράμματα ανταλλαγής νέων είναι μία από τις πιο επιτυχημένες δραστηριότητες για την προσέγγιση κοινοτήτων και πολιτισμών· επιδοκιμάζει, ως εκ τούτου, την αύξηση του αριθμού σπουδαστών από το Ιράν που φοιτούν σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus Mundus ως έναν τρόπο καταπολέμησης των εσφαλμένων αντιλήψεων και των στερεοτύπων· ζητεί μεγαλύτερη συνεργασία στους τομείς της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας μέσω της ενίσχυσης των ανταλλαγών σπουδαστών και ερευνητών, μεταξύ άλλων στους τομείς του περιβάλλοντος, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της δικαιοσύνης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της χρηστής διακυβέρνησης· καλεί την Επιτροπή να αυξήσει τα κονδύλια του Erasmus Mundus για σπουδαστές από το Ιράν· επιδοκιμάζει τα εργαστήρια που έλαβαν χώρα πρόσφατα στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης για την αύξηση της ευαισθητοποίησης σχετικά με τα δυνητικά οφέλη της συμμετοχής ιρανικών πανεπιστημίων στο πρόγραμμα Ορίζων 2020· καλεί την Ιρανική Κυβέρνηση να διορίσει εθνικό συντονιστή για το πρόγραμμα Ορίζων 2020, ο οποίος να παρέχει τεχνική βοήθεια και συμβουλές στα ιρανικά πανεπιστήμια που επιθυμούν να υποβάλουν αιτήσεις για έργα στο πλαίσιο του προγράμματος Ορίζων 2020· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τη δυνατότητα ευκολότερης χορήγησης θεωρήσεων σε Ιρανούς ακαδημαϊκούς και ερευνητές, προκειμένου να σπουδάζουν και να λαμβάνουν κατάρτιση σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια· ζητεί τη δημιουργία ενός προγράμματος της ΕΕ που να συγκεντρώνει ερευνητές και σπουδαστές από το Ιράν, τις χώρες του ΣΣΚ και την Ευρώπη για να μελετήσουν την εμπειρία και τα διδάγματα της περιφερειακής ολοκλήρωσης στην Ευρώπη·

31.  εκφράζει σοβαρή ανησυχία για τη σύλληψη ατόμων με διπλή υπηκοότητα της ΕΕ και του Ιράν κατά την είσοδό τους στο Ιράν και τονίζει ότι αυτού του είδους οι συλλήψεις υπονομεύουν τη δυνατότητα διαπροσωπικών επαφών· καλεί τις ιρανικές αρχές να επιτρέψουν στα μέλη της ιρανικής διασποράς στην Ευρώπη να ταξιδεύουν με ασφάλεια στη χώρα καταγωγής τους·

Περιφερειακή ασφάλεια

32.  υπογραμμίζει τη σημαντική επιρροή που έχουν ασκήσει οι διάφοροι λαοί και πολιτισμοί του Ιράν για χιλιάδες χρόνια, μεταξύ άλλων και στην Ευρώπη· επισημαίνει ότι εξαιτίας της γεωστρατηγικής του θέσης, του μεγέθους του πληθυσμού του και της οικονομίας του, των αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου και της επιρροής του στην περιοχή, το Ιράν αποτελεί μείζονα παράγοντα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου· τονίζει ότι τα ιρανικά στρατηγικά συμφέροντα εξυπηρετούνται καλύτερα από την αποκατάσταση της περιφερειακής σταθερότητας και ότι η επιδίωξή τους δεν ανταγωνίζεται ούτε πρέπει να ανταγωνίζεται τα συμφέροντα άλλων σημαντικών παραγόντων στην περιοχή·

33.  θεωρεί ότι η συμφωνία για τα πυρηνικά διανοίγει δυνατότητες συνεργασίας για την επίλυση της κρίσης ασφάλειας στην περιοχή· πιστεύει ότι το Ιράν μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει ρόλο σταθεροποιητή στην περιοχή· θεωρεί ότι ολόκληρη η περιοχή μπορεί να επωφεληθεί από την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ιράν· θεωρεί ότι η αναγνώριση στο Ιράν του καθεστώτος του μείζονος περιφερειακού παράγοντα πρέπει να ενθαρρύνει το Ιράν να διαδραματίσει ρόλο σταθεροποιητή στην περιοχή· υπογραμμίζει ότι οι η επανεξέταση της ευρωπαϊκής πολιτικής γειτονίας (ΕΠΓ) που παρουσιάστηκε στις 18 Νοεμβρίου 2015, προβλέπει τη συμμετοχή τρίτων χωρών που γειτνιάζουν με τις χώρες εταίρους της γειτονίας της ΕΕ, εντός διευρυμένων πλαισίων συνεργασίας· ενθαρρύνει ως εκ τούτου τη δημιουργία θεματικών πλαισίων, μέσα στα οποία θα συνεργαστούν η Ένωση, οι χώρες εταίροι της νότιας γειτονίας και οι βασικότεροι περιφερειακοί εταίροι, όπως το Ιράν, πάνω σε περιφερειακές προκλήσεις όπως η ασφάλεια, η ενέργεια, ενδεχομένως και η διαχείριση των προσφύγων·

34.  καλεί όλα τα κράτη της περιοχής, και ιδίως τη Σαουδική Αραβία και το Ιράν, να απόσχουν από κάθε εχθρική ρητορική που πυροδοτεί συγκρούσεις, δράσεις και στήριξη σε εχθρικές ένοπλες ομάδες της περιοχής, μεταξύ των οποίων η στρατιωτική πτέρυγα της Χεζμπολάχ και η Αλ Νούσρα· εκφράζει ανησυχία για την αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση της ευρύτερης περιοχής και στηρίζει τις προσπάθειες για μεγαλύτερο έλεγχο των όπλων, μη διάδοση των πυρηνικών όπλων και καταπολέμηση της τρομοκρατίας, αναγνωρίζοντας παράλληλα τις εύλογες ανησυχίες άμυνας, εντός ενός πλαισίου όμως προώθησης του πλήρους σεβασμού της κυριαρχίας όλων των χωρών στη συγκεκριμένη περιοχή· εκφράζει ανησυχία για την ανάπτυξη των ιρανικών δοκιμών βαλλιστικών πυραύλων, οι οποίες, ενώ δεν συνιστούν παράβαση του JCPOA, δεν συνάδουν με το πνεύμα του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 2231 (2015)·

35.  θεωρεί ότι στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου ΕΕ-Ιράν θα πρέπει το Ιράν, καθώς και άλλοι παράγοντες που είναι σημαντικοί στην περιοχή, να κληθούν να διαδραματίσουν εποικοδομητικό ρόλο στην επίλυση των πολιτικών κρίσεων στο Ιράκ, την Υεμένη, τη Συρία, τον Λίβανο και το Αφγανιστάν, σε πλαίσιο σεβασμού του διεθνούς δικαίου και της κυριαρχίας αυτών των χωρών· ζητεί δε την ανάπτυξη ενός μοντέλου διπλωματίας της ΕΕ το οποίο θα βασίζεται σε πολιτικές και όχι σε θρησκευτικές ταυτότητες, καθώς και στην αρχή της διασφάλισης του σεβασμού, της ασφάλειας και της προστασίας των λαών σε όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής, συμπεριλαμβανομένου του ισραηλινού και παλαιστινιακού λαού, με στόχο την ενθάρρυνση μιας πιο σταθερής και συμφιλιωμένης Μέσης Ανατολής· θεωρεί ότι η συνεργασία ΕΕ-Ιράν στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του βίαιου εξτρεμισμού στην περιοχή είναι σημαντικό μέρος του πολιτικού διαλόγου·

36.  θεωρεί ότι οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την περιοχή του Κόλπου δεν μπορούν να επιλυθούν χωρίς τη συμμετοχή όλων των παραγόντων· επικροτεί, ως εκ τούτου, την ανάμιξη του Ιράν στις ειρηνευτικές συνομιλίες για τη Συρία μέσω της συμμετοχής του στη διεθνή ομάδα υποστήριξης της Συρίας (ISSG)· εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του διότι η συμβολή του Ιράν δεν έχει οδηγήσει μέχρι στιγμής στην αισθητή βελτίωση της κατάστασης και ζητεί ως εκ τούτου από το Ιράν να συμβάλει περισσότερο, ιδίως για τη διευκόλυνση της παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας με στόχο την αύξηση της προστασίας των αμάχων από τις επιθέσεις, καθώς και στη διαρκή επιδίωξη μακροπρόθεσμης λύσης στη σύγκρουση· επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι το καθεστώς Άσαντ στη Συρία εξαρτάται όλο και περισσότερο από το Ιράν για την επιβίωσή του και καλεί, συνεπώς, τις ιρανικές αρχές να εκμεταλλευτούν την επιρροή τους για να επιδιώξουν τον ειρηνικό τερματισμό της συριακής σύγκρουσης·

37.  επικροτεί την ετοιμότητα του Ιράν να στηρίξει τις τρέχουσες προσπάθειες για επίτευξη σταθερότητας στο Ιράκ και το παροτρύνει να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στον τερματισμό της θρησκευτικής βίας, ζητεί δε να καταβληθούν πρόσθετες προσπάθειες προκειμένου να τεθούν υπό την εξουσία της Ιρακινής Κυβέρνησης όλες οι παραστρατιωτικές ομάδες που δραστηριοποιούνται στη χώρα έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη όλα τα συμφέροντα· τονίζει ότι η ΕΕ και το Ιράν αντιμετωπίζουν κοινούς εχθρούς με τη μορφή της Ντάες (ISIS/), της Αλ Κάιντα, της Αλ Νούσρα και άλλων συναφών τρομοκρατικών οργανώσεων που εμπνέονται από ακραία διαστρέβλωση του Ισλάμ· επιδοκιμάζει τη συμβολή του Ιράν στον αγώνα κατά του ISIS/Ντάες, συμπεριλαμβανομένης της έγκαιρης υποστήριξής του προς την Κουρδική Περιφερειακή Κυβέρνηση στο Ερμπίλ, και αναγνωρίζει την αποφασιστική συμβολή του στο Ιράκ, χάρη στην οποία σταμάτησε η προέλαση του ISIS/Ντάες και ανακτήθηκαν εδάφη που υπόκειντο στην τρομοκρατία των τζιχαντιστών· εκφράζει ωστόσο ανησυχία για τις κατ’ επανάληψη καταγγελίες περί απελευθέρωσης στελεχών της Αλ-Κάιντα· επισημαίνει τη συμφωνία μεταξύ Ιράν και Αυστραλίας για την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο του αγώνα κατά του ISIS/Ντάες·

38.  θεωρεί ότι οι περιφερειακές αντιπαλότητες αποτελούν υποκείμενο παράγοντα των συγκρούσεων σε πολλές χώρες της περιοχής· εκφράζει τη μεγάλη ανησυχία του για την άνοδο της θρησκευτικής βίας στην περιοχή και τονίζει την ανάγκη συνεχούς και σφαιρικής διπλωματικής συμμετοχής της ΕΕ για την αντιμετώπιση της βαθύτερης δυναμικής της σύγκρουσης μέσω μακροπρόθεσμης στήριξης της εθνοθρησκευτικής συμφιλίωσης· επισημαίνει με ανησυχία τον κλιμακούμενο αγώνα μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας για λόγους πολιτικής και θρησκευτικής επιρροής και προειδοποιεί για τις επιπτώσεις του στην επίλυση της σύρραξης και στην ασφάλεια στη Μέση Ανατολή και πέρα από αυτήν· πιστεύει επίσης ότι μια πολιτική προσέγγισης μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας, και η μεταξύ τους εποικοδομητική συνεργασία, είναι αναγκαία για την εκτόνωση των περιφερειακών εντάσεων, ως βήμα προς την επίλυση των ένοπλων συρράξεων στο Ιράκ, στη Συρία και στην Υεμένη, και στις απορρέουσες μεταναστευτικές ροές, και προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα βαθύτερα αίτια της τρομοκρατίας και του εξτρεμισμού που συνιστούν απειλή για την περιοχή καθώς και για την Ευρωπαϊκή Ένωση και πέρα από αυτήν· ζητεί να αναπτυχθεί ενεργή διπλωματία της ΕΕ με στόχο την αποκλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ Τεχεράνης και Ριάντ, συμπεριλαμβανομένης της οικοδόμησης εμπιστοσύνης, της διπλωματίας δύο επιπέδων και της λήψης μέτρων αποκλιμάκωσης με σκοπό την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων Σαουδικής Αραβίας-Ιράν ως πρώτο βήμα για την εξομάλυνση των σχέσεών τους· καλεί την ΕΕ να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία για τον σκοπό αυτό και, συγκεκριμένα, να στηρίξει την ανάπτυξη μιας νέας υποδομής περιφερειακής ασφάλειας η οποία θα λαμβάνει υπόψη τις αντιλήψεις περί απειλών και τις εύλογες ανησυχίες του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας για την ασφάλεια, και θα παρέχει εγγυήσεις ασφαλείας τόσο στο Ιράν όσο και στις χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Περσικού Κόλπου· τονίζει ότι η συνεργασία στον τομέα της θαλάσσιας ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο, συμπεριλαμβανομένης της υπογραφής χάρτη ελεύθερης ναυσιπλοΐας, θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης για την ανάπτυξη της περιφερειακής εμπιστοσύνης και συνεργασίας·

39.  καταδικάζει απερίφραστα τις επανειλημμένες εκκλήσεις του Ιρανικού καθεστώτος για καταστροφή του Ισραήλ και την πολιτική του καθεστώτος για άρνηση του Ολοκαυτώματος·

Κοινωνικοοικονομικά ζητήματα, κράτος δικαίου, δημοκρατία και ανθρώπινα δικαιώματα

40.  θεωρεί ότι το επαναστατικό παρελθόν του Ιράν και η συγκρότησή του σε ισλαμικό κράτος, καθώς και οι κύριες διαφορές μεταξύ Ιράν και ΕΕ από πλευράς πολιτικο-θεσμικών συστημάτων, δεν πρέπει να αποτελέσουν τροχοπέδη στις δυνατότητες ανοίγματος και ειλικρινούς και άμεσου διαλόγου καθώς και στην ανεύρεση κοινού εδάφους σε ζητήματα που σχετίζονται με τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα· καλεί την Ισλαμική Δημοκρατία να αυξήσει το πεδίο για πολιτικό πλουραλισμό· τονίζει ότι το Majlis είναι φιλομεταρρυθμιστικό και φιλοευρωπαϊκό και πιστεύει ότι τα αποτελέσματα των εκλογών στο Κοινοβούλιο και τη Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων το Φεβρουάριο του 2016 αντικατοπτρίζουν τη βούληση του ιρανικού λαού, προσφέρουν την ευκαιρία περαιτέρω συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε εποικοδομητικές σχέσεις καθώς και στη δυνατότητα εσωτερικών οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων· καλεί το Ιράν να επιτρέψει τη διεξαγωγή άκρως ελεύθερων και αδιάβλητων εκλογών σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα·

41.  επισημαίνει ότι το Ιράν έχει ανοιχτεί επειδή χρειάζεται βοήθεια προκειμένου να ικανοποιήσει τις ανάγκες των πολιτών του και να κρατήσει τους νέους και τους μορφωμένους στη χώρα, παράγοντας σημαντικός για τη σταθερότητά του·

42.  σημειώνει με ανησυχία ότι στο Ιράν παρατηρείται το υψηλότερο επίπεδο εκτελέσεων κατά κεφαλήν στον κόσμο· τονίζει ότι η εξάλειψη της θανατικής ποινής για αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά θα οδηγούσε σε ουσιαστική μείωση του αριθμού των εκτελέσεων· επικροτεί, εν προκειμένω, το ενδεχόμενο να εξετάσει το νεοεκλεγέν Majlis τη θέσπιση νομοθεσίας για την εξαίρεση ορισμένων αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά από τον κατάλογο των αδικημάτων που τιμωρούνται με θανατική ποινή·

43.  επισημαίνει ότι η έγκριση του ισλαμικού ποινικού κώδικα το 2013 παρέχει μεγαλύτερη ευχέρεια στους δικαστές και ότι η επικύρωση από το Ιράν της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού απαγορεύει τις εκτελέσεις παιδιών και επιτρέπει σε όλους τους ανήλικους παραβάτες που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο πριν από το 2013 να ζητήσουν επανεκδίκαση της υπόθεσής τους· καλεί το Ιράν να διασφαλίσει ότι η απαγόρευση αυτή εφαρμόζεται πλήρως και ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι παραβάτες λαμβάνουν γνώση αυτού του δικαιώματος· καλεί το Ιράν να αναστείλει τη θανατική ποινή·

44.  καλεί το Ιράν να συνεργαστεί πλήρως με όλους τους μηχανισμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών και να προβεί στις δέουσες ενέργειες με σκοπό την εφαρμογή των συστάσεων που έχουν διατυπωθεί στο πλαίσιο αυτό, συμπεριλαμβανομένης της καθολικής περιοδικής εξέτασης, διευκολύνοντας το έργο των διεθνών οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων· με τον τρόπο αυτό θα ανέβει η εκτίμηση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για το Ιράν· υπογραμμίζει το γεγονός ότι η Ιρανική Κυβέρνηση αύξησε τη συμμετοχή της στις ειδικές διαδικασίες του ΟΗΕ μέσω διαλόγου· καλεί την Κυβέρνηση του Ιράν να απαντήσει στις σημαντικές ανησυχίες που επισημαίνονται στις εκθέσεις του Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών και του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Ιράν, καθώς και στις συγκεκριμένες εκκλήσεις για ανάληψη δράσης που περιέχονται στις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών·

45.  καλεί την ΕΥΕΔ και την Επιτροπή να υποστηρίξουν τη δημιουργία περιβάλλοντος που να επιτρέπει την ορθή και ανεξάρτητη λειτουργία των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών· τονίζει τη σημασία της τήρησης των κατευθυντήριων γραμμών της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και για τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στο πλαίσιο των σχέσεων ΕΕ-Ιράν·

46.  καλεί το Ιράν να σεβαστεί, υπερασπιστεί και τηρήσει πλήρως τις δεσμεύσεις του βάσει του Συντάγματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, της Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού και του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα, σεβόμενο τα δικαιώματα ελευθερίας της έκφρασης τόσο στο διαδίκτυο όσο και πέρα από αυτό, της γνώμης, του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι ειρηνικώς, της σκέψης, συνείδησης και θρησκείας ή πεποιθήσεων και διασφαλίζοντας ότι οι πολίτες του απολαμβάνουν τυπικά και ουσιαστικά τα ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα χωρίς διακρίσεις ή διώξεις ως προς το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πολιτικά ή άλλα φρονήματα, την εθνική ή κοινωνική καταγωγή, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή άλλη ιδιότητα, όπως προβλέπεται σε αυτές τις πράξεις· επισημαίνει ότι συμπεριλαμβάνεται, εν προκειμένω, το βασικό δικαίωμα της ισότητας ενώπιον του νόμου, καθώς και το δικαίωμα ίσης πρόσβασης στην εκπαίδευση, την περίθαλψη και τις επαγγελματικές ευκαιρίες·

47.  χαιρετίζει τις μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αλλά εκφράζει σοβαρές ανησυχίες ότι ο Κώδικας δεν παρέχει πλήρεις διεθνείς εγγυήσεις τήρησης της νομιμότητας· καλεί το Ιράν να προβεί σε αναθεώρηση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του 2014 προκειμένου να διασφαλιστεί η ενσωμάτωση των εγγυήσεων δίκαιης δίκης· καλεί το Ιράν να αναθεωρήσει και τροποποιήσει τη νομοθεσία προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι δηλώσεις που αποσπώνται κατόπιν βασανιστηρίων, κακοποίησης ή άλλων μορφών εξαναγκασμού αποκλείονται ως αποδεικτικά στοιχεία στις ποινικές διαδικασίες και ότι διερευνώνται αυτόματα όλες οι καταγγελίες βασανιστηρίων και άλλων μορφών κακοποίησης που περιέρχονται εις γνώση των αρχών·

48.  ζητεί να απελευθερωθούν όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι· καλεί το Ιράν να απελευθερώσει τους φυλακισμένους πολίτες της ΕΕ που κρατούνται ή έχουν καταδικαστεί μέσω δικαστικής διαδικασίας που δεν πληρούσε τα διεθνή πρότυπα, μεταξύ αυτών: τον 58χρονο Nazak Afshar που κρατείται από τον Μάρτιο του 2016, τον 76χρονο Kamal Foroughi που κρατείται από τον Μάιο του 2011, τον 65χρονο Homa Hoodfar που κρατείται από τον Ιούνιο του 2016 και τον 37χρονο Nazanin Zaghari-Ratcliffe που κρατείται από τον Απρίλιο του 2016·

49.  αναγνωρίζει την ύπαρξη μεγάλης πολυμορφίας πεποιθήσεων και πίστεων στο Ιράν· Σημειώνει ότι μερικές θρησκευτικές μειονότητες και οι βασικές θρησκευτικές τους ελευθερίες τυγχάνουν επίσημης προστασίας από το σύνταγμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν· εκφράζει, ωστόσο, την ανησυχία του για το γεγονός ότι έχει αυξηθεί ο αριθμός των εκείνων που κρατούνται επειδή ανήκουν σε θρησκευτικές μειονοτικές κοινότητες ή λόγω των πεποιθήσεών τους, καλεί τις ιρανικές αρχές να διασφαλίσουν τον πλήρη σεβασμό και τη νομική προστασία των δικαιωμάτων των θρησκευτικών και εθνοτικών μειονοτήτων καθώς και τη χορήγηση της θρησκευτικής ελευθερίας·

50.  σημειώνει την πρόοδο που έχουν πραγματοποιήσει οι Ιρανές στους τομείς της εκπαίδευσης, της επιστήμης και της έρευνας, όπως καταδεικνύεται από το γεγονός ότι οι περισσότεροι φοιτητές στα ιρανικά πανεπιστήμια είναι γυναίκες· ενθαρρύνει την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να συνεχίσουν να θίγουν τα ζητήματα που σχετίζονται με την ισότητα των φύλων κατά τις διμερείς συμπράξεις με τις ιρανικές αρχές· ζητεί την πλήρη ισότητα των φύλων, μέσω μέτρων για την εξάλειψη των υφιστάμενων νομικών και πρακτικών διακρίσεων σε βάρος των γυναικών και για τη διασφάλιση της ισότιμης συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας και σε όλους τους τομείς της οικονομικής, πολιτιστικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής· επιδοκιμάζει τις προσπάθειες κατάρτισης νομοσχεδίου για την «προστασία των γυναικών από τη βία» και ελπίζει ότι το νεοεκλεγέν Κοινοβούλιο θα εκπονήσει νομοθεσία που θα ποινικοποιεί πλήρως τη βία κατά των γυναικών, συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας και του συζυγικού βιασμού·

51.  επικροτεί την προεκλογική υπόσχεση του Προέδρου Rohani να υποβάλει χάρτη των δικαιωμάτων των πολιτών και τις δηλώσεις περί προώθησης των δικαιωμάτων των εθνοτικών μειονοτήτων· εκτιμά ότι ο χάρτης αυτός θα πρέπει να βασίζεται και να συνάδει πλήρως με τις διεθνείς υποχρεώσεις του Ιράν όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα· υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να τηρούνται το κράτος δικαίου και η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στο πλαίσιο της παροχής ασφάλειας δικαίου που απαιτείται για την πραγματοποίηση άμεσων ξένων επενδύσεων, αλλά πρωτίστως προς το συμφέρον του ίδιου του ιρανικού λαού· καλεί τη δικαστική εξουσία να σεβαστεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και τήρηση της νομιμότητας καθώς και να παρέχει στους υπόπτους πρόσβαση σε δικηγόρο· καλεί την ΕΥΕΔ και την Επιτροπή να συνεργαστούν με τις ιρανικές αρχές σε τομείς όπως η δικαστική μεταρρύθμιση και η μεταρρύθμιση του σωφρονιστικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών στις φυλακές, η λογοδοσία της κυβέρνησης, ο σεβασμός του κράτους δικαίου, η ελευθερία του λόγου, τα καθολικά ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες των πολιτών και η καταπολέμηση της διαφθοράς·

o
o   o

52.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στην Κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο του Ιράν, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στην Αντιπρόεδρο της Επιτροπής/Ύπατη Εκπρόσωπο της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας και στην ΕΥΕΔ.

(1) ΕΕ C 199 Ε της 7.7.2012, σ. 163.
(2) ΕΕ C 332 Ε της 15.11.2013, σ. 102.
(3) ΕΕ C 153 Ε της 31.5.2013, σ. 157.
(4) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0339.
(5) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0348.


Καταπολέμηση της διαφθοράς και συνέχεια στο ψήφισμα της επιτροπής CRIM
PDF 572kWORD 77k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς και τη συνέχεια που δόθηκε στο ψήφισμα της επιτροπής CRIM (2015/2110(INI))
P8_TA(2016)0403A8-0284/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το άρθρο 67 και τα άρθρα 82 έως 89 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως τα άρθρα 5, 6, 8, 17, 32, 38 και 41, τα άρθρα 47 έως 50 και το άρθρο 52,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου ΔΕΥ, της 16ης Ιουνίου 2015, σχετικά με την ανάπτυξη της ανανεωμένης στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εσωτερική ασφάλεια για την περίοδο 2015-2020,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 25ης-26ης Ιουνίου 2015, σχετικά με την ασφάλεια,

–  έχοντας υπόψη τις σχετικές συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών, ιδίως τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς (UNCAC),

–  έχοντας υπόψη τις συμβάσεις ποινικού και αστικού δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη διαφθορά, οι οποίες ετέθησαν προς υπογραφή στο Στρασβούργο στις 27 Ιανουαρίου 1999 και στις 4 Νοεμβρίου 1999, και τα ψηφίσματα (98) 7 και (99) 5, που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 5 Μαΐου 1998 και την 1η Μαΐου 1999 αντιστοίχως, που θεσπίζουν την Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς (GRECO),

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση CM/Rec (2014) 7 σχετικά με την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, που εγκρίθηκε από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 30 Απριλίου 2014,

–  έχοντας υπόψη τη σύμβαση του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές, η οποία τέθηκε προς υπογραφή στο Παρίσι στις 17 Δεκεμβρίου 1997, καθώς και τις συστάσεις που την συμπληρώνουν και τις πιο πρόσφατες εκθέσεις παρακολούθησης ανά χώρα,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2013/40/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Αυγούστου 2013, για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ(1),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2014/42/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση(2),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις(3),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2014/62/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, σχετικά με την προστασία του ευρώ και άλλων νομισμάτων από την παραχάραξη και την κιβδηλεία μέσω του ποινικού δικαίου, και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2000/383/ΔΕΥ του Συμβουλίου(4),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής(5),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2008/99/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου(6),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και περί κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1781/2006(7),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 513/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για τη θέσπιση, στο πλαίσιο του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας, του μέσου για τη χρηματοδοτική στήριξη της αστυνομικής συνεργασίας, της πρόληψης και καταστολής της εγκληματικότητας και της διαχείρισης των κρίσεων, και για την κατάργηση της απόφασης 2007/125/ΔΕΥ του Συμβουλίου(8),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2219 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κατάρτιση στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (ΕΑΑ) και για την αντικατάσταση και κατάργηση της απόφασης 2005/681/ΔΕΥ του Συμβουλίου(9),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση 2007/845/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με τη συνεργασία των υπηρεσιών ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων στα κράτη μέλη προς ανίχνευση και εντοπισμό προϊόντων εγκλήματος ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων(10),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1142/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 όσον αφορά τη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων(11),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου(12),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων)(13),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 2016, για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας(14),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (COM(2012)0363),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (COM(2013)0534),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση C-105/14 (Taricco και λοιπών)(15), στην οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η έννοια της «απάτης», όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της Σύμβασης για την Προστασία των Οικονομικών Συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, περιλαμβάνει τα έσοδα από την εφαρμογή ΦΠΑ,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (Eurojust) (COM(2013)0535),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που αφορά τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας(16),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (COM(2015)0625),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της επιβολής του νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και την κατάργηση των αποφάσεων 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ του Συμβουλίου(17),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 2014, προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τίτλο «Έκθεση της ΕΕ για την καταπολέμηση της διαφθοράς» (COM(2014)0038),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 2015, προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο «Το ευρωπαϊκό θεματολόγιο για την ασφάλεια» (COM(2015)0185),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση SOCTA της Ευρωπόλ (αξιολόγηση απειλών όσον αφορά το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα στην ΕΕ) του Μαρτίου 2013, και την έκθεση IOCTA (αξιολόγηση απειλών όσον το οργανωμένο έγκλημα που διευκολύνεται από το διαδίκτυο) της 30ής Σεπτεμβρίου 2015,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 9ης Ιουλίου 2015, σχετικά με το ευρωπαϊκό θεματολόγιο για την ασφάλεια(18),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 23ης Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: συστάσεις για δράσεις και πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν (τελική έκθεση)(19),

–  έχοντας υπόψη τις μελέτες της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το κόστος της έλλειψης δράσης της ΕΕ σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα και τη διαφθορά,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Ανάπτυξης και της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (Α8-0284/2016),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το οργανωμένο έγκλημα συνιστά παγκόσμια απειλή και ότι, ως τέτοια, απαιτεί κοινή και συντονισμένη απάντηση εκ μέρους της ΕΕ και των κρατών μελών της·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι εξακολουθεί να μην υπάρχει πλήρης επίγνωση όσον αφορά την πολυπλοκότητα του φαινομένου της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης και του κινδύνου που απορρέει από τη διείσδυση των εγκληματικών οργανώσεων στον κοινωνικό, οικονομικο-επιχειρηματικό, πολιτικό και θεσμικό ιστό των κρατών μελών·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει διαπιστωθεί πως οι ομάδες οργανωμένου εγκλήματος έχουν την τάση να διαφοροποιούν με μεγάλη ευκολία τις δραστηριότητές τους, προσαρμοζόμενες σε διαφορετικά εδαφικά, οικονομικά και κοινωνικά πλαίσια και εκμεταλλευόμενες τις αδυναμίες και τα τρωτά σημεία τους, δρώντας ταυτόχρονα σε διαφορετικές αγορές και επωφελούμενες από τις διαφορετικές νομοθετικές διατάξεις της έννομης τάξης στα επιμέρους κράτη μέλη προκειμένου να επιτύχουν άνθηση των δραστηριοτήτων και μεγιστοποίηση του κέρδους τους·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εγκληματικές οργανώσεις έχουν τροποποιήσει τον τρόπο λειτουργίας τους και ότι χρησιμοποιούν τη στήριξη επαγγελματιών, τραπεζικών ιδρυμάτων, δημόσιων υπαλλήλων και πολιτικών, οι οποίοι, μολονότι δεν είναι μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, στηρίζουν τις δραστηριότητές της σε διάφορα επίπεδα·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εγκληματικές οργανώσεις έχουν επιδείξει σημαντική προσαρμοστικότητα συμπεριλαμβανομένης της αξιοποίησης των πλεονεκτημάτων των νέων τεχνολογιών προς όφελός τους·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η επικινδυνότητα της εκφοβιστικής ισχύος που απορρέει απλά και μόνο από τη συμμετοχή στην οργάνωση δεν αποτελεί προτεραιότητα όσον αφορά την καταπολέμηση των λεγόμενων σκοπούμενων εγκλημάτων και ότι το γεγονός αυτό έχει δημιουργήσει ρυθμιστικό και επιχειρησιακό κενό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτόν τις διακρατικές δραστηριότητες των ομάδων οργανωμένου εγκλήματος·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, εκτός από τους πλέον προφανείς κινδύνους που εγκυμονούν για τη δημόσια τάξη και την κοινωνική ασφάλεια οι συνήθεις εκδηλώσεις βίας των εγκληματικών οργανώσεων, το οργανωμένο έγκλημα προκαλεί εξίσου σοβαρές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, οι οποίες συνίστανται στη διείσδυση στη νόμιμη οικονομία και στις συνδεόμενες με αυτήν συμπεριφορές διαφθοράς των δημόσιων λειτουργών, με επακόλουθη διείσδυση στα θεσμικά όργανα και στη δημόσια διοίκηση·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα παράνομα έσοδα από τα εγκλήματα που διαπράττουν οι εγκληματικές οργανώσεις διοχετεύονται ευρέως στη νόμιμη ευρωπαϊκή οικονομία· λαμβάνοντας υπόψη ότι, μόλις τα εν λόγω κεφάλαια επανεπενδυθούν στον υγιή ιστό της οικονομίας, συνιστούν σοβαρή απειλή για την οικονομική ελευθερία της επιχειρηματικότητας και τον ανταγωνισμό, μέσω σοβαρών στρεβλώσεων·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εγκληματικές ομάδες έχουν πρόσβαση στην πολιτική και διοικητική ζωή με σκοπό να αποκτήσουν πρόσβαση στους χρηματοδοτικούς πόρους που διαθέτει η δημόσια διοίκηση και να διαμορφώσουν τις δραστηριότητές τους με τη συνενοχή πολιτικών, δημόσιων υπαλλήλων, καθώς και του επιχειρηματικού κόσμου· λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιρροή που ασκούν στον πολιτικό και διοικητικό μηχανισμό εκδηλώνεται κυρίως στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων και των διαδικασιών υλοποίησης δημόσιων έργων, των δημόσιων χρηματοδοτήσεων, της διαχείρισης απορριμμάτων και αποβλήτων και των απευθείας συμβάσεων για την αγορά παντός τύπου αγαθών και τη διαχείριση υπηρεσιών·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρωταρχικός στόχος του οργανωμένου εγκλήματος είναι το κέρδος, και ότι, συνεπώς, οι φορείς επιβολής του νόμου πρέπει να διαθέτουν το απαραίτητο δυναμικό ώστε να μπορούν να επικεντρώνουν τη δράση τους στη χρηματοδότηση του οργανωμένου εγκλήματος, η οποία συχνά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαφθορά, την απάτη, την παραχάραξη και το λαθρεμπόριο·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος παίζουν κεντρικό ρόλο στην καταπολέμηση της διαφθοράς καθώς ενδέχεται να αποκαλύψουν περιπτώσεις απάτης που σε διαφορετική περίπτωση θα παρέμεναν κρυφές· λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταγγελία επιλήψιμων πράξεων εκ μέρους τους αποτελεί έναν από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους καταστολής και αποτροπής διάπραξης παραπτωμάτων ή αποκάλυψής τους εάν έχουν ήδη διαπραχθεί·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται η ευρωπαϊκή νομοθεσία κατά τρόπο που να περιορίζει τη δραστηριότητα των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το οργανωμένο έγκλημα, η διαφθορά και η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες απειλούν σοβαρά τόσο την οικονομία της ΕΕ, μειώνοντας σημαντικά τα φορολογικά έσοδα των κρατών μελών και της ΕΕ συνολικά, όσο και τον δημοκρατικό έλεγχο των δημόσιων έργων που χρηματοδοτεί η ΕΕ, δεδομένου ότι οι εγκληματικές οργανώσεις αναπτύσσουν δραστηριότητα σε ποικίλους τομείς, πολλοί από τους οποίους υπόκεινται σε κυβερνητικό έλεγχο·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2014, αναφέρθηκαν 1 649 παρατυπίες ως δόλιες με αντίκτυπο ύψους 538.2 εκατομμυρίων ευρώ στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, τα οποία αφορούσαν τόσο το σκέλος των δαπανών όσο και το σκέλος των εσόδων, αλλά ότι δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία σχετικά με το ποσοστό της απάτης που μπορεί να αποδοθεί στο οργανωμένο έγκλημα·

Εισαγωγή

1.  επαναλαμβάνει το περιεχόμενο και τις συστάσεις που διατυπώθηκαν στο ψήφισμά του, της 23ης Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· επαναλαμβάνει την έκκλησή του για την έγκριση ενός ευρωπαϊκού σχεδίου δράσης για την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το οποίο για να είναι αποτελεσματικό θα πρέπει να διαθέτει επαρκή χρηματοδότηση και εξειδικευμένο προσωπικό·

2.  επικροτεί το 18μηνο πρόγραμμα του Συμβουλίου της ΕΕ που καλύπτει τις προεδρίες των Κάτω Χωρών, της Σλοβακίας και της Μάλτας, το οποίο θέτει την υιοθέτηση συνολικής και ολοκληρωμένης προσέγγισης του οργανωμένου εγκλήματος μεταξύ των προτεραιοτήτων του θεματολογίου του· επισημαίνει ότι η καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες πρέπει να αποτελεί πολιτική προτεραιότητα των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και ότι, για τον λόγο αυτόν, η αστυνομική και δικαστική συνεργασία ανάμεσα στα κράτη μέλη είναι θεμελιώδους σημασίας·

3.  θεωρεί ότι θα πρέπει να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του σε συγκεκριμένους τομείς όπου απαιτείται η κατά προτεραιότητα ανάληψη δράσης στην τρέχουσα συγκυρία·

Μέτρα για την ορθή μεταφορά των υφιστάμενων κανόνων, την παρακολούθηση της εφαρμογής τους και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους

4.  υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, θα πρέπει να μεταφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο και να εφαρμόσουν τα υφιστάμενα μέσα σε ενωσιακό και διεθνές επίπεδο·

5.  καλεί την Επιτροπή να ολοκληρώσει το συντομότερο δυνατόν την αξιολόγηση των μέτρων μεταφοράς των εν λόγω μέσων, να ενημερώσει πλήρως το Κοινοβούλιο για τα αποτελέσματα και, αν κριθεί απαραίτητο, να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει· ειδικότερα, καλεί την Επιτροπή να υποβάλει έκθεση αξιολόγησης για τη μεταφορά της απόφασης-πλαισίου 2008/841/ΔΕΥ για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της οδηγίας 2008/99/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2008 σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου·

6.  ζητεί από τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για την ορθή μεταφορά της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις, το οποίο αποτελεί κρίσιμης σημασίας μέσο για την ενίσχυση της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας στην ΕΕ·

7.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να μεταφέρουν τάχιστα στο εθνικό τους δίκαιο την τέταρτη οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

8.  συνιστά την ένταξη της ΕΕ στην GRECO ως τακτικού μέλους· καλεί την ΕΕ να συμμετάσχει στη Σύμπραξη για την Ανοιχτή Διακυβέρνηση, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της να υποβάλλει εκθέσεις σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση της διαφθοράς, στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος, και να υποστηρίξει την τεχνική βοήθεια που παρέχει το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Έλεγχο των Ναρκωτικών και την Πρόληψη του Εγκλήματος (UNODC) στο πλαίσιο της προαναφερθείσας σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών· ζητεί μετ’ επιτάσεως από την Επιτροπή να υποβάλει το ταχύτερο δυνατόν στο Κοινοβούλιο έκθεση προόδου σχετικά με τις προετοιμασίες για την ένταξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην GRECO ως τακτικού μέλους και να συμπεριλάβει στην έκθεση αυτή έρευνα των νομικών προκλήσεων και πιθανές λύσεις εν προκειμένω·

9.  εκφράζει τη λύπη του διότι η Επιτροπή δεν έχει ακόμη δημοσιεύσει τη δεύτερη έκθεσή της για την καταπολέμηση της διαφθοράς, η οποία προβλεπόταν να εκδοθεί στις αρχές του 2016· καλεί την Επιτροπή να την υποβάλει το ταχύτερο δυνατόν· επισημαίνει ότι οι εκθέσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς δεν πρέπει να περιορίζονται μόνο στην κατάσταση που επικρατεί στα κράτη μέλη αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνουν και ένα τμήμα για τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· καλεί συνεπώς την Επιτροπή να εξεύρει κατάλληλες μεθόδους για την παρακολούθηση της διαφθοράς στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ·

10.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει πώς θα μπορούσαν να συνδυαστούν οι διάφοροι μηχανισμοί παρακολούθησης σε επίπεδο Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου, της έκθεσης της ΕΕ για την καταπολέμηση της διαφθοράς και του πίνακα αποτελεσμάτων της ΕΕ στον τομέα της δικαιοσύνης, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο παρακολούθησης του κράτους δικαίου, το οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε όλα τα κράτη μέλη, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης· θεωρεί ότι τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα πρέπει να δώσουν το παράδειγμα με την προώθηση των υψηλότερων προτύπων διαφάνειας και να διασφαλίσουν ότι υπάρχουν αποτρεπτικές και αποτελεσματικές κυρώσεις για τους παραβάτες· καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει ένα ρυθμιστικό καθεστώς για τις ομάδες πίεσης και να επιβάλει κυρώσεις σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων·

11.  υπενθυμίζει την ανάγκη για μια πολυτομεακή προσέγγιση με στόχο την αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος· τονίζει, εν προκειμένω, τον ρόλο του δικτύου πρόληψης της εγκληματικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ανάγκη χρηματοδοτικής στήριξης του εν λόγω δικτύου·

12.  συνιστά την εκπόνηση μελέτης από την Επιτροπή σχετικά με τις πλέον εξελιγμένες εθνικές νομοθεσίες στον τομέα της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς, με σκοπό την κατάρτιση αποτελεσματικής και πρωτοποριακής ευρωπαϊκής νομοθεσίας· ζητεί από την Επιτροπή να εκπονήσει μελέτη σχετικά με τις μεθόδους έρευνας που χρησιμοποιούνται στα κράτη μέλη για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, με ιδιαίτερη αναφορά στη χρήση μέσων όπως οι τηλεφωνικές υποκλοπές, οι καταγραφές συνομιλιών, οι μέθοδοι έρευνας, οι καθυστερημένες συλλήψεις, οι καθυστερημένες κατασχέσεις, οι μυστικές επιχειρήσεις και οι ελεγχόμενες και οι επιτηρούμενες παραδόσεις·

13.  καλεί τα κράτη μέλη να επενδύσουν περισσότερο στην ενίσχυση μιας νοοτροπίας νομιμότητας, λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι η σημαντικότερη και αποτελεσματικότερη μορφή πρόληψης είναι η εκπαίδευση των νέων γενεών πολιτών της ΕΕ, με την προώθηση ειδικών δράσεων στα σχολεία·

Προτεραιότητες και επιχειρησιακή δομή για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς

14.  θεωρεί ότι ο ισχύων κύκλος πολιτικής της ΕΕ για τον αγώνα κατά του οργανωμένου εγκλήματος πρέπει να δώσει έμφαση στην καταπολέμηση της σύστασης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και όχι μόνο των λεγόμενων σκοπούμενων εγκλημάτων (δηλαδή των εγκλημάτων που οι οργανώσεις αυτές προτίθενται να διαπράξουν)· ειδικότερα, θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να καταστεί αξιόποινη η συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, ανεξάρτητα από τη διάπραξη σκοπούμενων εγκλημάτων· επαναλαμβάνει ότι ο εν λόγω κύκλος πολιτικής πρέπει να συμπεριλάβει στις προτεραιότητές του, στο πλαίσιο μιας πραγματικής ευρωπαϊκής στρατηγικής για την καταπολέμηση της διαφθοράς, και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της διαφθοράς και της εμπορίας ανθρώπων·

15.  ζητεί οι προτεραιότητες να καθορίζονται σε συνδυασμό με τις ευρωπαϊκές πολιτικές για την πρόληψη της εγκληματικότητας, καθώς και με τις οικονομικές, κοινωνικές, εκπαιδευτικές πολιτικές και τις πολιτικές για την απασχόληση, και να διασφαλίζεται η πλήρης συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαδικασία αυτή·

16.  ζητεί τη σύσταση μιας ειδικευμένης μονάδας της Ευρωπόλ για την καταπολέμηση των ομάδων οργανωμένου εγκλήματος που δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα σε διάφορους τομείς· θεωρεί ότι τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν ασφαλείς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς εντός του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου προκειμένου να διασφαλιστούν η συντονισμένη διεξαγωγή ερευνών στον τομέα του οργανωμένου εγκλήματος και η ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου στα κράτη μέλη·

Αυστηρότερο νομοθετικό πλαίσιο

17.  καλεί την Επιτροπή, με βάση την αξιολόγηση της μεταφοράς και της εφαρμογής των υφιστάμενων κανόνων, να προτείνει νομοθετικές διατάξεις για την κάλυψη πιθανών κενών στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς και να βελτιώσει τη διασυνοριακή συνεργασία· καλεί ειδικότερα την Επιτροπή:

   α) να αναθεωρήσει την ισχύουσα νομοθεσία για τη θέσπιση αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων και την αποσαφήνιση των κοινών ορισμών των εγκλημάτων, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση ή ένωση που θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως δομημένη ομάδα που υφίσταται για ορισμένο χρονικό διάστημα και η οποία απαρτίζεται από δύο ή περισσότερα άτομα που ενεργούν συντονισμένα με στόχο τον παράνομο προσπορισμό, άμεσα ή έμμεσα, κάθε μορφής οικονομικού ή/και υλικού κέρδους και η οποία υπονομεύει σοβαρά την οικονομική και κοινωνική συνοχή της ΕΕ και των κρατών μελών της·
   β) να υποβάλει μια αναθεωρημένη νομοθετική πρόταση για την καταπολέμηση των περιβαλλοντικών εγκλημάτων με στόχο να αυστηροποιήσει τις διατάξεις ποινικού δικαίου όσον αφορά την παράνομη αποτέφρωση αποβλήτων και να εξετάσει το ενδεχόμενο να καταστήσει την παράνομη διάθεση των «αναδυόμενων ρύπων» ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινικές κυρώσεις, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2008/99/ΕΚ·

18.  ζητεί από την Επιτροπή την ανάπτυξη ελάχιστων προτύπων για τον καθορισμό των εγκλημάτων και των κυρώσεων· ζητεί ειδικότερα:

   α) γενικούς ορισμούς του «δημόσιου λειτουργού», του εγκλήματος της απάτης και του εγκλήματος της διαφθοράς προκειμένου αυτοί να εφαρμόζονται οριζοντίως· επισημαίνει ότι στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την οδηγία για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, οι ορισμοί των εννοιών αυτών περιλαμβάνονται μόνο για τους σκοπούς της οδηγίας αυτής· σε αυτό το πλαίσιο, υπενθυμίζει ότι οι διαπραγματεύσεις αυτές έχουν ανασταλεί επί του παρόντος στο Συμβούλιο και ζητεί την επανεκκίνησή τους το συντομότερο δυνατόν·
   β) μια νέα νομοθετική πρόταση για μια ειδική κατηγορία εγκληματικής οργάνωσης, οι συμμετέχοντες στην οποία επωφελούνται από τη δύναμη εκφοβισμού της ένωσης αυτής και τους απορρέοντες εξ αυτής όρους υποταγής και σιωπής για τη διάπραξη αδικημάτων, τη διαχείριση ή τον έλεγχο, άμεσα ή έμμεσα, οικονομικών δραστηριοτήτων, παραχωρήσεων, εγκρίσεων, δημοσίων συμβάσεων και δημοσίων υπηρεσιών ή για τον προσπορισμό παράνομων κερδών ή ωφελημάτων για τους ίδιους ή για άλλα πρόσωπα·
   γ) μια νομοθετική πρόταση για τη θέσπιση ενός ειδικού ευρωπαϊκού προγράμματος για την προστασία των μαρτύρων και των προσώπων που συνεργάζονται με τις δικαστικές αρχές, αναφέροντας εγκληματικές οργανώσεις και τις οργανώσεις που περιγράφονται στο στοιχείο β)·
   δ) μια νομοθετική πρόταση με την οποία ορίζονται και θεσπίζονται κοινές διατάξεις για την προστασία όσων καταγγέλλουν παρατυπίες· ζητεί η πρόταση αυτή να εγκριθεί πριν από το τέλος του 2017·
   ε) πρόσθετες νομοθετικές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των υπόπτων και κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες, με σεβασμό μεταξύ άλλων των όρων της προδικαστικής κράτησης, προκειμένου να διασφαλίζεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που κατοχυρώνεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ·
   στ) ειδικές νομοθετικές διατάξεις για την καταπολέμηση της εξαγωγής ραδιενεργών υλικών και επικίνδυνων αποβλήτων και του παράνομου εμπορίου ειδών πανίδας και χλωρίδας δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις ενώσεις και τους ΜΚΟ για την προστασία του περιβάλλοντος, τόσο τα εγκλήματα κατά της άγριας ζωής και των δασών όσο και η παράνομη διακίνηση και εξαγωγή ραδιενεργών υλικών και επικίνδυνων αποβλήτων σε τρίτες χώρες συμβάλλουν σημαντικά στη χρηματοδότηση του οργανωμένου εγκλήματος·

Αποτελεσματικότερη δικαστική και αστυνομική συνεργασία σε ενωσιακό επίπεδο

19.  επισημαίνει ότι τα φαινόμενα του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες έχουν συνήθως διασυνοριακή διάσταση και, για τον λόγο αυτόν, απαιτείται στενή συνεργασία αφενός μεταξύ των αρμοδίων εθνικών αρχών και αφετέρου μεταξύ των εθνικών αρχών και των συναφών οργανισμών της ΕΕ·

20.  θεωρεί ότι η αστυνομική και δικαστική συνεργασία που στηρίζεται στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών αρχών είναι θεμελιώδους σημασίας για την λήψη αποτελεσματικών μέτρων καταπολέμησης της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος·

21.  καλεί την Επιτροπή να δρομολογήσει συγκεκριμένες δράσεις για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνεργασίας όσον αφορά την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και για την ενίσχυση της ευαισθητοποίησης σχετικά με ζημίες που προκαλούν οι δραστηριότητες αυτές στους πολίτες, την κοινωνία και την οικονομία·

22.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι η διασυνοριακή αστυνομική και δικαστική συνεργασία χαρακτηρίζεται από υπερβολικά χρονοβόρες και γραφειοκρατικές διαδικασίες που παρακωλύουν την αποδοτικότητα της και θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα του αγώνα κατά του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε ενωσιακό επίπεδο· καλεί τα κράτη μέλη να ενισχύσουν, να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα και να επιταχύνουν τη διασυνοριακή αστυνομική και δικαστική συνεργασία καθώς και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του και μέσω της Ευρωπόλ και της Eurojust και να διασφαλίσουν κατάλληλη κατάρτιση και τεχνική υποστήριξη μεταξύ άλλων μέσω της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Ακαδημίας (ΕΑΑ) και του Ευρωπαϊκού Δικτύου Κατάρτισης Δικαστών, να προωθήσουν την αμοιβαία αναγνώριση των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ των κρατών μελών και να εξασφαλίσουν τη μεγαλύτερη αξιοποίηση των κοινών ομάδων έρευνας·

23.  καλεί τα κράτη μέλη να παρέχουν, να αξιοποιούν και να ανταλλάσσουν όλα τα δεδομένα που κρίνονται απαραίτητα και σημαντικά όσον αφορά άτομα που έχουν καταδικαστεί για αδίκημα που συνδέεται με το οργανωμένο έγκλημα και που είναι καταχωρημένα στις υπάρχουσες ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων και να καλέσουν τις υπηρεσίες της ΕΕ Ευρωπόλ και Eurojust να διευκολύνουν την εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών· ζητεί στη συνάρτηση αυτή τον εκσυγχρονισμό των υποδομών προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφαλής επικοινωνία και η αποτελεσματική χρήση όλων των υφιστάμενων μέσων της Ευρωπόλ, με πλήρη σεβασμό προς την ευρωπαϊκή νομοθεσία προστασίας δεδομένων·

24.  τονίζει ότι είναι επείγον να δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικότερο σύστημα επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των δικαστικών αρχών στην ΕΕ, που θα αντικαταστήσει τα παραδοσιακά μέσα αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις, εφόσον κρίνεται αναγκαίο· ζητεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει την ανάγκη ανάληψης νομοθετικής δράσης στον τομέα αυτόν, προκειμένου να δημιουργηθεί σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών της ΕΕ μεταξύ των δικαστικών αρχών·

25.  καλεί τα κράτη μέλη να ανταλλάσσουν συστηματικά όλα τα δεδομένα PNR που κρίνονται αναγκαία και συναφή σε σχέση με πρόσωπα που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα·

Κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των εγκληματικών οργανώσεων και διευκόλυνση της επαναχρησιμοποίησής τους για κοινωνικούς σκοπούς

26.  είναι της γνώμης ότι η εφαρμογή κοινής μεθόδου για την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων εγκληματικών ομάδων στην ΕΕ θα αποτελούσε αποτρεπτικό μέτρο για τους εγκληματίες· καλεί τα κράτη μέλη να μεταφέρουν χωρίς καθυστέρηση στο εσωτερικό τους δίκαιο την οδηγία 2014/42/ΕΕ για την κατάσχεση προϊόντων του εγκλήματος· ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει, το συντομότερο δυνατόν νομοθετική πρόταση για τη διασφάλιση της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων δέσμευσης και κατάσχεσης που συνδέονται με εθνικά μέτρα προστασίας των περιουσιακών στοιχείων·

27.  ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τα μέτρα της ΕΕ όσον αφορά:

   α) τον εντοπισμό, τη δέσμευση και την κατάσχεση προϊόντων του εγκλήματος, μεταξύ άλλων, με την ποινικοποίηση της μεταβίβασης της κυριότητας σε κεφάλαια ή ακίνητα με σκοπό την αποφυγή μέτρων δέσμευσης ή κατάσχεσης καθώς και την αποδοχή της κυριότητας ή διάθεσης των κεφαλαίων αυτών ή την επιβολή κατάσχεσης εφόσον δεν υπάρχει τελική καταδικαστική απόφαση·
   β) την προώθηση της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας που έχει δεσμευθεί ή κατασχεθεί και την επαναχρησιμοποίηση της για κοινωνικούς σκοπούς και ως αποζημίωση για τις οικογένειες θυμάτων και επιχειρήσεις που έχουν πέσει θύματα τοκογλυφίας και απάτης·
   γ) την ανάπτυξη διοικητικής, αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας για τον εντοπισμό, τη δέσμευση και την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες σε ολόκληρη την Ένωση, και τη βελτίωση των εθνικών υπηρεσιών ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες θα πρέπει να εφοδιαστούν με επαρκείς πόρους·

28.  καλεί μετ’ επιτάσεως τα κράτη μέλη να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές στον τομέα αυτόν μέσα από ήδη υφιστάμενες πλατφόρμες επικοινωνίας, όπως μεταξύ άλλων η Συμβουλευτική Επιτροπή για το συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης (COCOLAF)·

Πρόληψη της διείσδυσης του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς στη νόμιμη οικονομία

29.  τονίζει ότι η διαφθορά αποτελεί μοχλό για τη διευκόλυνση της διείσδυσης του οργανωμένου εγκλήματος στη νόμιμη οικονομία κυρίως στο πλαίσιο της ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων και της δημιουργίας συμπράξεων δημόσιου-ιδιωτικού τομέα·

30.  ζητεί την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου συστήματος «ηλεκτρονικών δημόσιων συμβάσεων» («e-procurement») σε όλη την ΕΕ προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος διαφθοράς στις δημόσιες συμβάσεις·

31.  καλεί τα κράτη μέλη και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να εφαρμόσουν τα μέτρα παρακολούθησης των δημοσίων συμβάσεων, να καταρτίσουν μαύρες λίστες επιχειρήσεων που διατηρούν αποδεδειγμένα δεσμούς με το οργανωμένο έγκλημα και/ή μετέρχονται πρακτικές διαφθοράς και να τους απαγορεύσουν να συνάψουν οικονομικές σχέσεις με δημόσιες αρχές και να επωφεληθούν από τα κονδύλια της ΕΕ· καλεί τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν ειδικές δομές σε εθνικό επίπεδο για τον εντοπισμό εγκληματικών οργανώσεων και να αποκλείουν από τις δημόσιες προσκλήσεις υποβολής προσφορών οντότητες που εμπλέκονται σε πρακτικές διαφθοράς ή σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· επισημαίνει ότι η κατάρτιση «μαύρης λίστας» μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό αποτρεπτικό μέσο για τη συμμετοχή εταιρειών σε δραστηριότητες διαφθοράς, παρέχοντάς τους ικανοποιητικό κίνητρο για βελτίωση και ενίσχυση των εσωτερικών τους διαδικασιών για τη διασφάλιση της ακεραιότητάς τους· καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν μια πιστοποίηση κατά του οργανωμένου εγκλήματος για τις επιχειρήσεις και να ανταλλάσσουν αυτόματα τις σχετικές πληροφορίες σε ενωσιακό επίπεδο·

32.  τονίζει ότι εικοσιένα κράτη μέλη δεν έχουν ακόμα μεταφέρει τη δέσμη οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις· επισημαίνει ότι οι κανόνες περί δημόσιων συμβάσεων είναι θεμελιώδους σημασίας για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία σε έναν τομέα που είναι ιδιαίτερα ευάλωτος στη διαφθορά·

33.  τονίζει ότι οι κανόνες περί διαφανούς λογιστικής πρέπει να εξασφαλίζονται και να ερευνώνται, όχι μόνο σε επίπεδο κεντρικής διοίκησης αλλά και σε επίπεδο περιφερειακής και τοπικής διοίκησης σε όλα τα κράτη μέλη·

34.  εκφράζει την ανησυχία του για την επαναλαμβανόμενη πρακτική με την οποία εγκληματικές εταιρείες που εμπλέκονται σε δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες υποβάλλουν στο πλαίσιο προσκλήσεων υποβολής προσφορών για μεγάλα έργα προσφορές κάτω του κόστους· καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει οικονομική αξιολόγηση των προτάσεων που αφορούν τις εταιρείες στις οποίες ανατίθενται συμβάσεις και τους υπεργολάβους·

35.  επισημαίνει ότι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω περίπλοκων εταιρικών δομών και η ένταξή τους στη νόμιμη οικονομική δραστηριότητα μπορούν να αποτελέσουν απειλή για τη δημόσια τάξη του κράτους· καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα, χωρίς να επιβαρύνουν ασκόπως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για την αύξηση της διαφάνειας των ενεργειών νομισματικής πολιτικής και τη βελτίωση της ιχνηλασιμότητας των συναλλαγών φθάνοντας έως τα φυσικά πρόσωπα, με σκοπό την ανίχνευση της χρηματοδότησης των εγκλημάτων και της τρομοκρατίας (αρχή «ακολουθήστε την πορεία του χρήματος»)· καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα που θα καθιστούν δυσκολότερη τη δημιουργία περίπλοκων και πυκνών διαρθρώσεων εταιρειών που είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, οι οποίες, λόγω του ότι τείνουν να είναι αδιαφανείς, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάχρησης για τη χρηματοδότηση εγκληματικών ή τρομοκρατικών δραστηριοτήτων και άλλων σοβαρών εγκλημάτων·

36.  καλεί μετ’ επιτάσεως την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ζητούν από τους αναδόχους να αποκαλύπτουν την πλήρη εταιρική τους δομή και τους πραγματικούς δικαιούχους πριν από κάθε ανάθεση δημοσίων συμβάσεων ούτως ώστε να αποφευχθεί η στήριξη εταιρειών που εμπλέκονται σε επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό, φορολογική απάτη και φοροαποφυγή και διαφθορά·

37.  επισημαίνει ότι η αγορά ακίνητης περιουσίας στα κράτη μέλη της ΕΕ αποτελεί τρόπο νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με τον οποίο τα εγκληματικά στοιχεία προστατεύουν την τελική πραγματική κυριότητά τους μέσω αλλοδαπών εικονικών εταιρειών· ζητεί μετ’ επιτάσεως από τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι κάθε αλλοδαπή εταιρεία που έχει πρόθεση να κατέχει τίτλο ιδιοκτησίας στο έδαφός τους θα αντιμετωπίζεται με τα ίδια κριτήρια διαφάνειας που απαιτούνται από τις εταιρείες που εδρεύουν στην επικράτειά τους·

38.  τονίζει ότι η χρηματοπιστωτική κρίση προκάλεσε πρόσθετη πίεση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις· τονίζει ότι, ενόψει των τρεχουσών οικονομικών προκλήσεων, απαιτείται μεγαλύτερη εγγύηση ακεραιότητας και διαφάνειας των δημόσιων δαπανών·

39.  προτρέπει τα κράτη μέλη να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της διαφάνειας των αποφάσεων αδειοδότησης και των πολεοδομικών αδειών σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο·

40.  επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη και η Επιτροπή έχουν νομική υποχρέωση να καταπολεμούν την απάτη σύμφωνα με το άρθρο 325 της ΣΛΕΕ, και επικροτεί το γεγονός ότι συμπεριλήφθηκαν ρήτρες για την καταπολέμηση της απάτης στις νομοθετικές προτάσεις που έχουν δημοσιονομικό αντίκτυπο·

41.  εκφράζει ανησυχία για την αύξηση των περιπτώσεων απάτης στον τομέα του ΦΠA και ειδικότερα για την λεγόμενη «αλυσιδωτή» απάτη· καλεί όλα τα κράτη μέλη να συμμετάσχουν σε όλους τους τομείς δραστηριότητας του EUROFISC προκειμένου να διευκολυνθεί η ανταλλαγή πληροφοριών με στόχο την καταπολέμηση της απάτης αυτού του είδους·

42.  καλεί τα κράτη μέλη να εγκρίνουν ειδικές νομοθετικές διατάξεις και να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή και καταπολέμηση των δραστηριοτήτων που ασκούν επαγγελματίες, τραπεζικά ιδρύματα, δημόσιοι υπάλληλοι και πολιτικοί σε όλα τα επίπεδα, οι οποίοι, μολονότι δεν είναι μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, στηρίζουν τις δραστηριότητές της σε διάφορα επίπεδα· στο πλαίσιο αυτό:

   α) συνιστά στα κράτη μέλη και στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να προβλέψουν την υποχρεωτική εναλλαγή των δημόσιων λειτουργών, ώστε να αποφεύγονται η διαφθορά και η διείσδυση του οργανωμένου εγκλήματος·
   β) ζητεί την θέσπιση υποχρεωτικών κανόνων που να ορίζουν ότι τα πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί ή έχουν συμμετάσχει σε εγκληματικές οργανώσεις, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, υποθέσεις διαφθοράς ή σε άλλα σοβαρά αδικήματα, σε αδικήματα κατά της δημόσιας διοίκησης ή λόγω συμμετοχής σε εγκληματικές οργανώσεις ή διαφθοράς δεν θα πρέπει να είναι υποψήφιοι σε εκλογές ή να εργάζονται στη δημόσια διοίκηση, συμπεριλαμβανομένων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ·
   γ) ζητεί να επιβάλλονται ποινικές κυρώσεις σε διοικητικά στελέχη και τράπεζες που εμπλέκονται σε υποθέσεις στις οποίες έχουν αποδεδειγμένα νομιμοποιηθεί μεγάλα χρηματικά ποσά προερχόμενα από παράνομες δραστηριότητες· καλεί την Επιτροπή να καταρτίσει πρόταση προκειμένου να εξασφαλιστεί πλήρης διαφάνεια των τραπεζικών ροών όχι μόνο για τα φυσικά πρόσωπα αλλά και για τις νομικές οντότητες και τα καταπιστεύματα (trusts)·

43.  τονίζει την ανάγκη ύπαρξης κανόνων, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για την επαλήθευση και τον έλεγχο όλων των πηγών χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων, με στόχο τη διασφάλιση της νομιμότητάς τους·

44.  θεωρεί ότι πρέπει να ενισχυθούν οι νομοθετικές διατάξεις που έχουν ως στόχο να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη διαφάνεια και ιχνηλασιμότητα των χρηματικών ροών, ιδίως στο πλαίσιο της διαχείρισης των ευρωπαϊκών ταμείων, με προληπτικούς ελέγχους και τελική επαλήθευση της ορθής χρήσης των κονδυλίων τους· και ζητεί από τα κράτη μέλη να υποβάλουν εθνικές δηλώσεις σχετικά με τα συστήματα ελέγχου τους· καλεί την Επιτροπή:

   α) να αναπροσαρμόζει τις πληρωμές σε περίπτωση παρατυπιών από τα κράτη μέλη κατά τη χρήση κονδυλίων της ΕΕ·
   β) να αποκλείει προσωρινά από ενωσιακή χρηματοδότηση οργανισμούς και εταιρείες που έχουν κριθεί ένοχοι κατάχρησης κονδυλίων της ΕΕ·
   γ) να παρακολουθεί στενά τη χρήση των ταμείων της ΕΕ και να υποβάλλει τακτικές εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·

45.  υποστηρίζει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να επιβάλει τα υψηλότερα επίπεδα ακεραιότητας στις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων για την υλοποίηση έργων που λαμβάνουν χρηματοδότηση από την ΕΕ· υπενθυμίζει ότι η παρακολούθηση της έκβασης των έργων σε συνεργασία με οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και η λογοδοσία των τοπικών αρχών έχουν καίρια σημασία για την εξακρίβωση της ορθής χρήσης των κονδυλίων της ΕΕ και την καταπολέμηση της διαφθοράς·

46.  υπογραμμίζει ότι η διαφάνεια αποτελεί το πλέον αποτελεσματικό μέσο για την καταπολέμηση της κατάχρησης και της απάτης· καλεί την Επιτροπή να βελτιώσει τη σχετική νομοθεσία, καθιστώντας υποχρεωτική τη δημοσίευση δεδομένων σχετικά με όλους τους δικαιούχους χρηματοδοτήσεων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των υπεργολάβων·

47.  ζητεί από την Επιτροπή να λάβει νομοθετικά μέτρα με στόχο την απλούστευση των γραφειοκρατικών διαδικασιών σε διοικητικό επίπεδο για τη διασφάλιση μεγαλύτερης διαφάνειας και την καταπολέμηση της διαφθοράς·

48.  ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρακολουθεί και να υποβάλει σχετική έκθεση στο Κοινοβούλιο σχετικά με το ποσοστό προσφυγής σε απευθείας ανάθεση δημοσίων συμβάσεων στα κράτη μέλη, καθώς και τις νομικές συνθήκες υπό τις οποίες οι εθνικές διοικήσεις χρησιμοποιούν περισσότερο τη μέθοδο αυτή·

49.  συνιστά στα κράτη μέλη να καταβάλουν προσπάθειες προκειμένου να διασφαλίσουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς διαφάνειας, παρακολούθησης και λογοδοσίας κατά τη χρήση των κονδυλίων της ΕΕ· δεδομένου ότι ο θετικός αντίκτυπος των κονδυλίων της ΕΕ βασίζεται σε διαδικασίες που εφαρμόζονται σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο για τη διασφάλιση της διαφάνειας, της αποτελεσματικής παρακολούθησης και της λογοδοσίας, θεωρεί ότι θα πρέπει να εξεταστούν τρόποι παγίωσης των διαδικασιών παρακολούθησης και αξιολόγησης αντί αυτές να εφαρμόζονται μόνο εκ των υστέρων· εκτιμά ότι ο ρόλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου θα πρέπει να ενισχυθεί στο πλαίσιο αυτό·

50.  εκτιμά ότι θα πρέπει να καθιερωθούν συγκρίσιμοι ποιοτικοί και ποσοτικοί δείκτες προκειμένου να υπολογιστεί ο αντίκτυπος των ταμείων της ΕΕ και να αξιολογηθεί κατά πόσο αυτά τα ταμεία πέτυχαν τους στόχους τους καθώς και ότι θα πρέπει να συλλέγονται και να δημοσιοποιούνται συστηματικά ποσοτικοποιημένα στοιχεία·

Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO)

51.  θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να αποτελεί κεντρικό στοιχείο στην καταπολέμηση της διαφθοράς στην Ευρωπαϊκή Ένωση· επαναλαμβάνει την έκκλησή του για τη σύσταση το ταχύτερο και με συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερων κρατών μελών Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που να είναι αποτελεσματική και ανεξάρτητη από τις εθνικές κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και να τυγχάνει προστασίας έναντι πολιτικών επιρροών και πιέσεων·

52.  τονίζει εκ νέου τη σημασία του σαφούς καθορισμού των αρμοδιοτήτων και των εξουσιών των εθνικών εισαγγελέων και της μελλοντικής Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και της Eurojust και της OLAF, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγκρουση αρμοδιοτήτων· ζητεί τη διάθεση κατάλληλων οικονομικών και ανθρώπινων πόρων στη μελλοντική Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ανάλογα με τα καθήκοντά της· εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να είναι αρμόδια για τη δίωξη όλων των εγκλημάτων που σχετίζονται με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ· καλεί στο πλαίσιο αυτό τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Taricco (C-105/14) και να συνεχίσουν το ταχύτερο δυνατόν τις διαπραγματεύσεις που έχουν ανασταλεί στο Συμβούλιο όσον αφορά την οδηγία για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ·

53.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι με τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων στο Συμβούλιο υπονομεύεται η βασική προϋπόθεση της ανεξαρτησίας και αποτελεσματικότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

54.  καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει την ανάγκη αναθεώρησης της εντολής της μελλοντικής Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ούτως ώστε να της ανατεθούν αρμοδιότητές, μετά την ίδρυσή της, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος·

Συγκεκριμένοι τομείς στους οποίους επιβάλλεται λήψη μέτρων

Παραποίηση/απομίμηση

55.  καταδικάζει την αύξηση της παραποίησης/απομίμησης εμπορευμάτων, φαρμάκων και γεωργικών προϊόντων διατροφής εντός της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποτροπή και την καταπολέμηση της παραποίησης/απομίμησης εμπορευμάτων, φαρμάκων και αγροδιατροφικών προϊόντων· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συγκεντρώνουν με συστηματικό τρόπο στοιχεία που αφορούν υποθέσεις απάτης και παραποίησης/απομίμησης προκειμένου να έχουν στη διάθεσή τους πληροφορίες για την κλίμακα και τη συχνότητά τους και να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά τον εντοπισμό και την καταπολέμηση των φαινομένων αυτών·

56.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξετάσουν και άλλες μεθόδους που αποσκοπούν στην αποτροπή και την αποθάρρυνση της απάτης στον τομέα των τροφίμων, όπως η ονομαστική αναφορά και ο στιγματισμός, μέσω ενός ευρωπαϊκού μητρώου επιχειρήσεων τροφίμων και φαρμάκων, οι οποίες έχουν καταδικαστεί για διάπραξη απάτης·

57.  ζητεί την επέκταση των υφιστάμενων συστημάτων ανιχνευσιμότητας και τη συστηματική εφαρμογή της αδιάσπαστης ανιχνευσιμότητας που προβλέπεται στον βασικό κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 και καλύπτει τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές, τα ζώα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τροφίμων και κάθε άλλη ουσία που προορίζεται για τον σκοπό αυτόν ή που αναμένεται να χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή τροφίμων ή ζωοτροφών·

Λαθρεμπόριο ναρκωτικών

58.  υπενθυμίζει ότι το λαθρεμπόριο ναρκωτικών αποτελεί πηγή τεραστίων κερδών για τις εγκληματικές ομάδες και πρέπει να αντιμετωπιστεί τόσο μέσω της καταστολής όσο και μέσω της πρόληψης· ζητεί από τα κράτη μέλη και τα αρμόδια θεσμικά όργανα να καταπολεμήσουν τη σχέση μεταξύ του εμπορίου ναρκωτικών και άλλων εγκληματικών δραστηριοτήτων, καθώς και τον αντίκτυπο που έχει στην νόμιμη οικονομία και το εμπόριο, όπως προκύπτει από την έκθεση της Ευρωπόλ και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (ΕΚΠΝΤ), του 2016, σχετικά με το εμπόριο ναρκωτικών·

59.  υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι οφείλει να υποβάλει έκθεση για την πρόοδο που έχει σημειωθεί ως προς την υλοποίηση του σχεδίου δράσης της ΕΕ κατά των ναρκωτικών στο διάστημα 2013-2016· καλεί την Επιτροπή να προτείνει, βάσει αυτή, ένα νέο σχέδιο δράσης για την περίοδο 2017-2020·

60.  σημειώνει ότι αποτελεί προτεραιότητα η αξιολόγηση των νέων πολιτικών για τα μαλακά ναρκωτικά και θεωρεί ότι οι στρατηγικές αποποινικοποίησης/νομιμοποίησης θα πρέπει να θεωρηθούν μέσο για την αποτελεσματική καταπολέμηση των εγκληματικών οργανώσεων· ζητεί από την ΕΕ να θέσει το ζήτημα αυτό τόσο στο πλαίσιο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών της πολιτικών, επιδιώκοντας τη συμμετοχή, στον πολιτικό διάλογο, όλων των σχετικών ενωσιακών και διεθνών οργανισμών και των θεσμικών οργάνων όλων των ενδιαφερόμενων χωρών·

Τυχερά παιχνίδια και αγώνες με προκαθορισμένο αποτέλεσμα

61.  υπενθυμίζει ότι οι εγκληματικές οργανώσεις χρησιμοποιούν συχνά το νόμιμο και παράνομο δίκτυο των τυχερών παιχνιδιών, καθώς και εκείνο των προσυμφωνημένων αγώνων για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες· στηλιτεύει τα εγκληματικά συμφέροντα που συνυφαίνονται με τα φαινόμενα αυτά και καλεί μετ’ επιτάσεως την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν ή να θεσπίσουν νομοθετικές διατάξεις προκειμένου να τις αντιμετωπίσουν και να τις εμποδίσουν, καθιστώντας την προσυμφωνημένη έκβαση των αθλητικών αγώνων ποινικό αδίκημα· καλεί τα κράτη μέλη να συνεργαστούν σε πλαίσιο διαφάνειας και αποτελεσματικότητας με τις αθλητικές οργανώσεις και να ενισχύσουν την επικοινωνία και τη συνεργασία με την Eurojust και την Ευρωπόλ προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα εν λόγω φαινόμενα·

Φορολογικοί παράδεισοι

62.  τονίζει ότι κάθε χρόνο χάνεται στην ΕΕ 1 τρισεκατομμύριο ευρώ εξαιτίας της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής· τονίζει ότι θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στους φορολογικούς παραδείσους και στις χώρες που εφαρμόζουν αδιαφανείς ή επιζήμιες φορολογικές πρακτικές, δεδομένου ότι αυτές συνιστούν τεράστιο πρόβλημα που πλήττει όλους ανεξαιρέτως τους ευρωπαίους πολίτες·

63.  επικροτεί τη διεθνή συμφωνία στο πλαίσιο της G20 για εφαρμογή ενός νέου παγκόσμιου προτύπου για την επίτευξη μεγαλύτερης φορολογικής διαφάνειας, σύμφωνα με το υψηλό επίπεδο που ήδη εφαρμόζει η ΕΕ· ζητεί την ταχεία εφαρμογή του και την αποτελεσματική παρακολούθηση της φορολογικής απάτης και της φοροδιαφυγής σε διεθνές επίπεδο· επικροτεί το γεγονός ότι, τον Φεβρουάριο του 2016, η Επιτροπή υπέγραψε συμφωνίες που αφορούν την ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών με χώρες όπως η Ανδόρα και το Μονακό και ότι το 2015 η Επιτροπή είχε ήδη υπογράψει συμφωνίες με την Ελβετία, το Λιχτενστάιν και τον Άγιο Μαρίνο·

64.  υπενθυμίζει την ευθύνη της ΕΕ στην καταπολέμηση των φορολογικών κανόνων που διευκολύνουν τη φορολογική παράκαμψη εκ μέρους πολυεθνικών εταιρειών και ιδιωτών και στην παροχή βοήθειας σε τρίτες χώρες για τον επαναπατρισμό παράνομων κεφαλαίων και τη δίωξη των δραστών· τονίζει ότι η ΕΕ πρέπει να προωθήσει την καταπολέμηση των φορολογικών παραδείσων, του τραπεζικού απορρήτου και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την άρση του υπερβάλλοντος επαγγελματικού απορρήτου, την επίτευξη της δημόσιας υποβολής εκθέσεων ανά χώρα από τις πολυεθνικές, καθώς και δημόσια μητρώα των πραγματικών δικαιούχων εταιρειών, ως προτεραιότητα σε όλα τα αρμόδια διεθνή όργανα· υπενθυμίζει ότι οι φορολογικοί παράδεισοι αποτελούν ιδανικούς τόπους για τη συγκέντρωση και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και συνεπώς τονίζει ότι απαιτείται συντονισμένη προσέγγιση σε επίπεδο ΕΕ·

65.  καλεί την Επιτροπή να αυξήσει την ενημέρωση σχετικά με τις σοβαρές επιπτώσεις που έχει η υποβοήθηση της διαφθοράς, να εξετάσει τη δυνατότητα εκπόνησης ολοκληρωμένου σχεδίου για την αποτροπή της μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων σε χώρες εκτός ΕΕ που λειτουργούν ως προστάτες της ανωνυμίας διεφθαρμένων προσώπων, καθώς και να επανεξετάσει τους οικονομικούς και διπλωματικούς δεσμούς της με αυτές τις χώρες·

Περιβαλλοντικά εγκλήματα

66.  εκφράζει την ανησυχία του για την αύξηση των παράνομων δραστηριοτήτων που αφορούν το περιβάλλον, οι οποίες συνδέονται ή προκύπτουν από οργανωμένες εγκληματικές δραστηριότητες τύπου μαφίας, όπως η παράνομη διακίνηση και διάθεση αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένων των τοξικών, και η καταστροφή του περιβαλλοντικού τοπίου· υπενθυμίζει τη σύστασή του περί ανάπτυξης κοινού σχεδίου δράσης για την πρόληψη και την καταπολέμηση αυτών των μορφών εγκλημάτων· τονίζει ότι πρέπει να εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις για τη διατήρηση και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και να υποβάλλονται οι εργολάβοι και οι υπεργολάβοι που είναι ανάδοχοι συμβάσεων μεγάλων έργων υποδομών που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ σε σχετικούς ελέγχους για την καταπολέμηση του εγκλήματος·

67.  καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί και αξιολογεί την εφαρμογή της οδηγίας 2008/99/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2008 για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη τιμωρούν με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις κάθε παράνομη συμπεριφορά που βλάπτει την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον· καλεί το «δίκτυο της ΕΕ για την εφαρμογή και την επιβολή του δικαίου του περιβάλλοντος» να ενημερώνει περιοδικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τις δράσεις των κρατών μελών ως προς την εφαρμογή της οδηγίας 2008/99/ΕΚ·

68.  επισημαίνει ότι το οργανωμένο έγκλημα χρησιμοποιεί κατασκευαστικές εταιρείες που ειδικεύονται σε χωματουργικά έργα για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και που διαθέτουν παράνομα τοξικές ουσίες, οι οποίες προκαλούν ρύπανση του περιβάλλοντος· καλεί την Επιτροπή, προκειμένου να αποτρέπονται τέτοιες πρακτικές, να υποβάλλει τους εργολάβους και τους υπεργολάβους που είναι ανάδοχοι συμβάσεων μεγάλων έργων υποδομών που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ σε σχετικούς ελέγχους για την καταπολέμηση του εγκλήματος·

Εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο

69.  υπενθυμίζει ότι η εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο είναι ένα μέσο που χρησιμοποιείται συχνά στο πλαίσιο της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της παραχάραξης· τονίζει ότι αυτή αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για πολλές εγκληματικές οργανώσεις και ότι είναι σημαντικό να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή νομοθεσία και η συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και των οργανισμών της Ένωσης στον εν λόγω τομέα· σημειώνει με ανησυχία ότι, μέσω της δόλιας χρήσης του διαδικτύου για παράνομους σκοπούς, όπως η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ανθρώπων, οι εγκληματικές οργανώσεις έχουν καταφέρει να αυξήσουν τον όγκο των δραστηριοτήτων παράνομης διακίνησης·

Οργανωμένο έγκλημα και τρομοκρατία

70.  υπενθυμίζει ότι η αυξανόμενη σύγκλιση και σχέση μεταξύ του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας και οι δεσμοί μεταξύ των εγκληματικών και των τρομοκρατικών ομάδων συνιστούν σημαντική απειλή για την Ένωση· καλεί τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για την ποινικοποίηση της χρηματοδότησης και της υποστήριξης τρομοκρατικών δραστηριοτήτων μέσω του οργανωμένου εγκλήματος και να διασφαλίσουν ότι οι αρχές των κρατών μελών που συμμετέχουν σε ποινικές διαδικασίες θα λαμβάνουν σοβαρότερα υπόψη τις πιθανές διασυνδέσεις του οργανωμένου εγκλήματος με τις τρομοκρατικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας·

71.  τονίζει ότι το παράνομο εμπόριο πυροβόλων όπλων, πετρελαίου, ναρκωτικών και άγριας πανίδας, καθώς και η παράνομη διακίνηση μεταναστών, τσιγάρων και παραποιημένων προϊόντων, έργων τέχνης και άλλων πολιτιστικών αντικειμένων από κυκλώματα οργανωμένου εγκλήματος έχει μετατραπεί σε εξαιρετικά επικερδή μέθοδο χρηματοδότησης των τρομοκρατικών ομάδων· σημειώνει την υποβολή από την Επιτροπή ενός σχεδίου δράσης κατά της παράνομης διακίνησης και χρήσης πυροβόλων όπλων και εκρηκτικών υλών· τονίζει την ανάγκη ταχείας εφαρμογής του εν λόγω σχεδίου· καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, αποφεύγοντας παράλληλα την περιττή διοικητική επιβάρυνση των οικονομικών φορέων, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι τρομοκρατικές ομάδες και τα εγκληματικά δίκτυα δεν θα μπορούν να επωφεληθούν από το εμπόριο αγαθών·

72.  επισημαίνει ότι η συμμετοχή σε εγκληματικές δραστηριότητες ενδέχεται να συνδέεται με τρομοκρατικά εγκλήματα· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Έλεγχο των Ναρκωτικών και την Πρόληψη του Εγκλήματος (UNODC), η παράνομη εμπορία ναρκωτικών, η διακίνηση παράνομων πυροβόλων όπλων, το διασυνοριακό οργανωμένο έγκλημα, η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της τρομοκρατίας· θεωρεί ότι για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της τρομοκρατίας απαιτείται αυστηροποίηση της νομοθεσίας της ΕΕ για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ενώ πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι υφιστάμενοι δεσμοί μεταξύ τρομοκρατικών ομάδων και ομάδων οργανωμένου εγκλήματος που βασίζονται στο αμοιβαίο όφελος·

Οργανωμένο έγκλημα και παράνομη διακίνηση κει εμπορία ανθρώπων

73.  εκφράζει την ανησυχία του για την αυξανόμενη συστηματοποίηση της λαθραίας διακίνησης ανθρώπων και την συνακόλουθη αύξηση των κερδών των δικτύων λαθραίας διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν ώστε να επιτευχθεί πρόοδος στο πεδίο της διεθνούς συνεργασίας για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων με σκοπό να εξαλειφθεί η παράνομη διακίνηση ανθρώπων και να ελαχιστοποιηθεί η επιρροή των δικτύων εμπορίας ανθρώπων·

74.  υπενθυμίζει ότι, όσον αφορά την εμπορία ανθρώπων, η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ειδικό νομικό και πολιτικό πλαίσιο για τη βελτιστοποίηση της συνεργασίας και την ανάδειξη της εμπορίας σε προτεραιότητα για τα όργανα και τους οργανισμούς όπως η Ευρωπόλ και η Eurojust· επικροτεί τα συμπεράσματα της πρώτης έκθεσης σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων· καλεί την Επιτροπή να χαράξει το συντομότερο δυνατό, με βάση τα ανωτέρω, μια στρατηγική για την περίοδο μετά το 2016·

75.  καταδικάζει τη διείσδυση του οργανωμένου εγκλήματος στη διαχείριση των πόρων που προορίζονται για την υποδοχή των μεταναστών και ζητεί την λήψη ειδικών μέτρων με στόχο την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων που διενεργείται από πολυσύνθετα δίκτυα εγκληματικών ομάδων εγκατεστημένων στις χώρες προέλευσης, διέλευσης και προορισμού των θυμάτων·

76.  τονίζει ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν επειγόντως τα φαινόμενα σοβαρής εργασιακής εκμετάλλευσης των μεταναστών εργαζομένων στην Ένωση· αναγνωρίζει ότι η έλλειψη νόμιμων διαύλων μετανάστευσης και οι φραγμοί στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη συγκαταλέγονται μεταξύ των γενεσιουργών αιτιών της παράνομης διακίνησης· σημειώνει επίσης ότι η οδηγία για την επιβολή κυρώσεων σε εργοδότες περιλαμβάνει σημαντικές διατάξεις για την αντιμετώπιση της εργασιακής εκμετάλλευσης των παράνομα διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αλλά ότι οι εν λόγω διατάξεις εξαρτώνται από την ύπαρξη δίκαιων, αποτελεσματικών και προσιτών μηχανισμών υποβολής καταγγελιών σε εθνικό επίπεδο, των οποίων η υλοποίηση εξακολουθεί να είναι υποτυπώδης·

Εξωτερική διάσταση

77.  καλεί την ΕΕ να στηρίξει περαιτέρω την εξυγίανση της δημόσιας διοίκησης και την υιοθέτηση των κατάλληλων νομοθετικών πλαισίων κατά της διαφθοράς σε όλες τις χώρες, ιδίως στις χώρες που βρίσκονται μετά από συγκρούσεις και σε φάση μετάβασης όπου οι κρατικοί θεσμοί είναι αδύναμοι· τονίζει ότι η ΕΕ πρέπει να ενισχύσει τα περιφερειακά και ειδικευμένα αστυνομικά και δικαστικά δίκτυα στις αναπτυσσόμενες χώρες, πάντα με παραμέτρους που να εγγυώνται επαρκή πρότυπα προστασίας των δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής, και να μοιραστεί τις βέλτιστες πρακτικές και την τεχνογνωσία της Ευρωπόλ, της Eurojust και του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου· τονίζει την ανάγκη να βελτιωθούν οι ρυθμίσεις και η επιβολή του νόμου και να προωθηθεί η προστασία όσων καταγγέλλουν παρατυπίες, ώστε οι δράστες να καθίστανται υπεύθυνοι για τα εγκλήματά τους, καθώς και την ανάγκη να καθιερωθεί, τόσο εντός όσο και εκτός ΕΕ, ένα ορθό σύστημα προστασίας των καταγγελλόντων παρατυπίες· τονίζει ειδικότερα ότι είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενός μηχανισμού άμεσης πληροφόρησης για τους πολίτες στις αποδέκτριες ενωσιακής ενίσχυσης χώρες, οι οποίοι επισημαίνουν παρατυπίες σε προγράμματα βοήθειας που χρηματοδοτεί η ΕΕ·

78.  σημειώνει με ανησυχία ότι οι σημαντικότερες διεθνείς συμβάσεις και πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της διαφθοράς και των παράνομων χρηματοοικονομικών ροών δεν κατορθώνουν να παράγουν συγκεκριμένα αποτελέσματα στο στάδιο της εφαρμογής τους· υπενθυμίζει ότι η ανάπτυξη, στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής, μιας στρατηγικής για την καταπολέμηση της διαφθοράς είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της διαφθοράς και του οικονομικού εγκλήματος· καλεί την ΕΕ, στο πλαίσιο των εξωτερικών της πολιτικών, να προωθήσει κατά προτεραιότητα την ορθή μεταφορά και εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος, καθώς και όλων των άλλων σχετικών διεθνών μέσων που στοχεύουν στην καταπολέμηση της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

79.  καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει μέσω συνεχούς παρακολούθησης ότι η βοήθεια της ΕΕ δεν συντελεί άμεσα ή έμμεσα στη διαφθορά· είναι της άποψης ότι η παρεχόμενη βοήθεια θα πρέπει να συμβαδίζει περισσότερο με την απορροφητική ικανότητα της χώρας υποδοχής και τις γενικές αναπτυξιακές της ανάγκες, προκειμένου να αποφεύγονται φαινόμενα μαζικής σπατάλης και διαφθοράς σε ό,τι αφορά τους πόρους της βοήθειας· καλεί την ΕΕ να αντιμετωπίσει τη διαφθορά άμεσα μέσω εγγράφων προγραμματισμού και στρατηγικής ανά χώρα και να συνδέσει τη δημοσιονομική στήριξη με σαφείς στόχους για την καταπολέμηση της διαφθοράς· για τον σκοπό αυτό, τονίζει την ανάγκη δημιουργίας ισχυρών μηχανισμών για την παρακολούθηση της εφαρμογής· καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει μια ισχυρή, ολιστική και λεπτομερή στρατηγική για τη διαχείριση των κινδύνων διαφθοράς στις αναπτυσσόμενες χώρες, προκειμένου να αποφευχθεί η συμβολή της αναπτυξιακής βοήθειας στη διαφθορά, και να εφαρμόσει πλήρως τη στρατηγική καταπολέμησης της απάτης που εκδόθηκε το 2013, ιδίως κατά την υλοποίηση της βοήθειας της ΕΕ σε όλες τις μορφές , συμπεριλαμβανομένων των κονδυλίων του ΕΤΑ και των ταμείων υπέρ των αναπτυσσομένων χωρών, και κατά την ανάθεση αναπτυξιακών έργων σε τρίτους· σημειώνει με ανησυχία ότι η προσέγγιση που ακολουθεί η ΕΕ έναντι φαινομένων διαφθοράς στις χώρες ΑΚΕ προσφέρει περιορισμένη στρατηγική καθοδήγηση όσον αφορά την ενίσχυση των συστημάτων των χωρών για την πρόληψη και τον έλεγχο της διαφθοράς· κρίνει ότι απαιτείται μεγαλύτερος συντονισμός μεταξύ της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης και της Γενικής Διεύθυνσης Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης στην προσέγγισή τους όσον αφορά την αποτελεσματική πάταξη της διαφθοράς στις αναπτυσσόμενες χώρες·

80.  υπενθυμίζει τη σημασία της συνοχής μεταξύ των εσωτερικών και εξωτερικών πολιτικών της ΕΕ και επισημαίνει την ανάγκη ενσωμάτωσης της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος στις στρατηγικές ανάπτυξης και ασφάλειας, ως μέσο για την αποκατάσταση της σταθερότητας στις αναπτυσσόμενες χώρες·

81.  τονίζει ότι ο σεβασμός του δικαιώματος των λαών και των κυβερνήσεων να αποφασίζουν για τα δικά τους οικονομικά, διατροφικά και γεωργικά συστήματα αποτελεί τη λύση για την καταπολέμηση των εγκληματικών δραστηριοτήτων που προκαλούν πείνα και φτώχεια· ζητεί από τη διεθνή κοινότητα να αντιμετωπίσει ενεργά την οικονομική κερδοσκοπία επί των τροφίμων, όπως οι αγορές σε χαμηλές τιμές σε εκτεταμένες γεωργικές εκτάσεις και η αρπαγή γης από πλευράς μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών του αγροδιατροφικού τομέα, λαμβάνοντας υπόψη τον αρνητικό αντίκτυπο επί των μικρών παραγωγών·

82.  καλεί τις αναπτυσσόμενες χώρες να αυξήσουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία στις συμβάσεις για τους πόρους, τους οικονομικούς απολογισμούς των εταιρειών και τον λογιστικό έλεγχο, καθώς και στην είσπραξη και κατανομή των εσόδων, στο πλαίσιο του προγράμματός τους για την καταπολέμηση της διαφθοράς·

83.  καλεί την ΕΕ να αναβαθμίσει την υποστήριξή της για να βοηθήσει τις πλούσιες σε πόρους χώρες να εφαρμόσουν τις αρχές της Πρωτοβουλίας Διαφάνειας για τις Εξορυκτικές Βιομηχανίες (ΕΙΤΙ) για μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία στους τομείς του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και της εξόρυξης· υποστηρίζει θερμά τη θέσπιση ενός αποτελεσματικού νομικού πλαισίου που να στηρίζει την ορθή εφαρμογή της EITI από τις εταιρείες που συμμετέχουν στις αλυσίδες εφοδιασμού στους τομείς του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και της εξόρυξης·

84.  αναθέτει στην Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων να δώσει συνέχεια στις συστάσεις που διατυπώθηκαν στα ψηφίσματά του σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς· καλεί την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων να προβεί, εντός των προσεχών δύο ετών, σε αξιολόγηση των νομοθετικών δράσεων που αναλαμβάνει η Επιτροπή στον τομέα αυτόν, υπό το φως των ανωτέρω συστάσεων·

o
o   o

85.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) ΕΕ L 218 της 14.8.2013, σ. 8.
(2) ΕΕ L 127 της 29.4.2014, σ. 39.
(3) ΕΕ L 130 της 1.5.2014, σ. 1.
(4) ΕΕ L 151 της 21.5.2014, σ. 1.
(5) ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73.
(6) ΕΕ L 328 της 6.12.2008, σ. 28.
(7) ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 1.
(8) ΕΕ L 150 της 20.5.2014, σ. 93.
(9) ΕΕ L 319 της 4.12.2015, σ. 1.
(10) ΕΕ L 332 της 18.12.2007, σ. 103.
(11) ΕΕ L 317 της 4.11.2014, σ. 28.
(12) ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 89.
(13) ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1.
(14) ΕΕ L 65 της 11.3.2016, σ. 1.
(15) ECLI:EU:C:2015:555.
(16) ΕΕ C 346 της 21.9.2016, σ. 27.
(17) ΕΕ L 135 της 24.5.2016, σ. 53.
(18) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0269.
(19) ΕΕ C 208 της 10.6.2016, σ. 89.


Ανθρώπινα Δικαιώματα και μετανάστευση σε τρίτες χώρες
PDF 581kWORD 78k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 Ανθρώπινα Δικαιώματα και μετανάστευση σε τρίτες χώρες (2015/2316(INI))
P8_TA(2016)0404A8-0245/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

—  έχοντας υπόψη την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (UDHR) του 1948, και συγκεκριμένα το άρθρο 13,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση για το Καθεστώς των Προσφύγων, του 1951 και το πρόσθετο πρωτόκολλο στη σύμβαση αυτή,

–  έχοντας υπόψη το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα του 1966 και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα του 1966 και τα οικεία πρωτόκολλα,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση για το καθεστώς των ανιθαγενών, του 1954 και τη Σύμβαση για την Μείωση των περιπτώσεων Ανιθαγένειας του 1961,

–  έχοντας υπόψη τη Διεθνή Σύμβαση για την εξάλειψη κάθε μορφής φυλετικών διακρίσεων του1966,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών του 1979 και το πρωτόκολλο αυτής,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση του 1984 κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας και το πρωτόκολλο αυτής,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, του 1989 και τα πρωτόκολλα αυτής,

–  έχοντας υπόψη τη Διεθνή Σύμβαση του 1990 για την προστασία των δικαιωμάτων όλων των μεταναστών εργαζομένων και των μελών των οικογενειών τους,

—  έχοντας υπόψη τη Διεθνή Σύμβαση για την προστασία όλων των προσώπων από αναγκαστική εξαφάνιση του 2006,

—  έχοντας υπόψη την Σύμβαση για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία του 2006 και το πρωτόκολλο που προσαρτάται στη σύμβαση αυτή,

—  έχοντας υπόψη την έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, της 3ης Αυγούστου 2015, σχετικά με την προώθηση και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των τρόπων και των μέσων προώθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών,

—  έχοντας υπόψη το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών της 18ης Δεκεμβρίου 2014 σχετικά με την προστασία των μεταναστών,

—  έχοντας υπόψη το έργο διαφόρων διεθνών μηχανισμών προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων εκθέσεων του François Crépeau, Ειδικού Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών, καθώς και άλλων αρμοδίων ειδικών εισηγητών, την Παγκόσμια Περιοδική Επισκόπηση και τις εργασίες άλλων φορέων,

—  έχοντας υπόψη τις εργασίες και τις εκθέσεις του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα (OHCHR), περιλαμβανομένων των προτεινόμενων αρχών και κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα στα διεθνή σύνορα και της έκθεσης σχετικά με την κατάσταση των μεταναστών υπό καθεστώς διέλευσης,

—  έχοντας υπόψη τις κατευθυντήριες αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα,

—  έχοντας υπόψη τις αρχές της Ντάκα για την υπεύθυνη πρόσληψη και απασχόληση των μεταναστών εργαζομένων,

—  έχοντας υπόψη το άρθρο 21 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

—  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 18ης Νοεμβρίου 2011, με τίτλο «Η Συνολική Προσέγγιση της Μετανάστευσης και της Κινητικότητας» (COM(2011)0743),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 13ης Μαΐου 2015, με τίτλο «Ευρωπαϊκό πρόγραμμα δράσης για τη μετανάστευση» (COM(2015)0240),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 14ης Οκτωβρίου 2015, με τίτλο «Διαχείριση της προσφυγικής κρίσης: η κατάσταση όσον αφορά την εφαρμογή των δράσεων προτεραιότητας στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος δράσης για τη μετανάστευση» (COM(2015)0510),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση της Επιτροπής της 20ής Οκτωβρίου 2015 για τη θέσπιση ενός ενωσιακού καταπιστευματικού ταμείου επείγουσας ανάγκης για τη σταθερότητα και την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της παράτυπης μετανάστευσης και των εκτοπισμένων ατόμων στην Αφρική (C(2015)7293),

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της συνεδρίασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τη μετανάστευση στις 25 και 26 Ιουνίου 2015 και στις 15 Οκτωβρίου 2015,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με το σχέδιο δράσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία για την περίοδο 2015-2019, που εγκρίθηκαν στις 20 Ιουλίου 2015,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 9ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με τα μέτρα για την αντιμετώπιση της προσφυγικής και μεταναστευτικής κρίσης,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο δράσης και την πολιτική δήλωση που εγκρίθηκαν στη σύνοδο κορυφής στη Βαλέτα, στις 11 και 12 Νοεμβρίου 2015,

–  έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του σχετικά με ζητήματα που αφορούν τη μετανάστευση, και συγκεκριμένα το ψήφισμα της 17ης Δεκεμβρίου 2014 σχετικά με την κατάσταση στη Μεσόγειο και την ανάγκη για μια ολιστική προσέγγιση της ΕΕ όσον αφορά τη μετανάστευση(1), το ψήφισμα της 29ης Απριλίου 2015 σχετικά με τις πρόσφατες τραγωδίες στη Μεσόγειο και τις πολιτικές της ΕΕ για τη μετανάστευση και το άσυλο(2), και το ψήφισμα της 12ης Απριλίου 2016 σχετικά με την κατάσταση στην περιοχή της Μεσογείου και την ανάγκη για μια ολιστική προσέγγιση της ΕΕ όσον αφορά τη μετανάστευση(3),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 9ης Σεπτεμβρίου 2015 σχετικά με την ενδυνάμωση των κοριτσιών στην ΕΕ μέσω της εκπαίδευσης(4),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 8ης Μαρτίου 2016 σχετικά με την κατάσταση των γυναικών προσφύγων και των αιτουσών άσυλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση(5),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 5ης Ιουλίου 2016 σχετικά με την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων στο πλαίσιο των εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ(6),

–  έχοντας υπόψη την τελική δήλωση της δεύτερης διάσκεψης κορυφής των προέδρων της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης της Ένωσης για τη Μεσόγειο με θέμα τη μετανάστευση, το άσυλο και τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ευρωμεσογειακή περιοχή, που εγκρίθηκε στις 11 Μαΐου 2015(7),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 17ης Δεκεμβρίου 2015 σχετικά με την ετήσια έκθεση του 2014 για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία στον κόσμο και την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα αυτό(8),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ίσης Εκπροσώπησης ΑΚΕ-ΕΕ της 9ης Δεκεμβρίου 2015 σχετικά με τη μετανάστευση, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τους πρόσφυγες εξαιτίας ανθρωπιστικής κρίσης(9),

–  έχοντας υπόψη τις διάφορες εκθέσεις οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών σχετικά με την κατάσταση των μεταναστών σε ό, τι αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανάπτυξης (A8-0245/2016),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι εγγενή για όλους τους ανθρώπους, χωρίς καμία απολύτως διάκριση·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μετανάστευση αποτελεί παγκόσμιο και πολυδιάστατο φαινόμενο που οφείλεται σε ποικίλους παράγοντες, όπως οι οικονομικές συνθήκες (συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών στην κατανομή του πλούτου και της περιφερειακής και παγκόσμιας οικονομικής ολοκλήρωσης), οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, η κατάσταση ως προς τις συνθήκες εργασίας, βίας και ασφάλειας, η σταδιακή υποβάθμιση του περιβάλλοντος και η επιδείνωση των φυσικών καταστροφών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου της μετανάστευσης πρέπει να έχει συνεκτικό και ισορροπημένο χαρακτήρα και συνολική προοπτική, η οποία θα λαμβάνει υπόψη την ανθρώπινη διάστασή του, συμπεριλαμβανομένης της θετικής του πτυχής για τη δημογραφική εξέλιξη και την οικονομική ανάπτυξη·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μεταναστευτικές οδοί είναι υπερβολικά πολύπλοκες, καθώς οι μετακινήσεις δεν γίνονται αποκλειστικά από τη μια περιοχή στην άλλη, αλλά συχνά ακόμη και εντός της ίδιας περιοχής· λαμβάνοντας υπόψη, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, οι διεθνείς μεταναστευτικές ροές εντείνονται, παρά την παγκόσμια οικονομική κρίση· λαμβάνοντας υπόψη ότι, επί του παρόντος, περίπου 244 εκατομμύρια άτομα θεωρούνται διεθνείς μετανάστες·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δικαιώματα που περιλαμβάνονται στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (UDHR) και σε άλλες διεθνείς συμβάσεις είναι οικουμενικά και αδιαίρετα·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μετανάστευση συνιστά επίσης αποτέλεσμα της αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης και της αλληλεξάρτησης των αγορών·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διάφοροι παράγοντες που επηρεάζουν τη μετανάστευση αφήνουν να διαφανούν οι επιπτώσεις τους και καθιστούν επιτακτική τη διαμόρφωση κατάλληλων πολιτικών·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διακυμάνσεις στις μεταναστευτικές ροές, ιδίως σε περιόδους κρίσης, έχουν σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις, τόσο στις χώρες προέλευσης, όσο και στις χώρες προορισμού των μεταναστών·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι θεμελιώδους σημασίας να υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί για την εποπτεία και τον έλεγχο της εισόδου και της εξόδου των αλλοδαπών, καθώς και αναλύσεις και προβλέψεις για τις επιπτώσεις της μετανάστευσης, ως αναγκαία βάση για τη διαμόρφωση οιασδήποτε πολιτικής για τη διαχείριση της μετανάστευσης·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παράγοντες που προκαλούν τα μεταναστευτικά ρεύματα έχουν διαφοροποιηθεί και ότι μπορεί να είναι πολυδιάστατοι και να στηρίζονται σε οικονομικά, περιβαλλοντικά, πολιτιστικά, πολιτικά, οικογενειακά ή προσωπικά αίτια· λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας αυξανόμενος αριθμός των μεταναστών αυτών υφίσταται αναγκαστικές εκτοπίσεις και χρήζει ιδιαίτερης προστασίας διότι προσπαθεί να ξεφύγει, μεταξύ άλλων, από τον εύθραυστο χαρακτήρα των κρατών, τις συγκρούσεις, τις πολιτικές ή θρησκευτικές διώξεις·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διάκριση μεταξύ προσφύγων, αιτούντων άσυλο και μεταναστών καθίσταται πιο δύσκολη στον προσδιορισμό της, μεταξύ άλλων διότι πολλές χώρες δεν διαθέτουν τα κατάλληλα νομικά και θεσμικά μέσα και πλαίσια·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αρχές των χωρών διέλευσης και προορισμού, καθώς και τα κέντρα υποδοχής των χωρών διέλευσης και προορισμού, πρέπει να ευαισθητοποιηθούν και να προετοιμαστούν ώστε να εξασφαλίζουν μια διαφοροποιημένη και ευέλικτη μεταχείριση των μεταναστών και των αιτούντων άσυλο·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μεταναστευτικές κινήσεις έχουν παγκοσμιοποιηθεί και περιφερειοποιηθεί και ότι τα μεταναστευτικά ρεύματα Νότου-Νότου, εκ των οποίων το 80% πραγματοποιείται μεταξύ χωρών με κοινά σύνορα και μικρές εισοδηματικές διαφορές, υπερβαίνουν πλέον ελαφρώς τα ρεύματα Νότου-Βορρά·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρώπη αποτελούσε ανέκαθεν περιοχή όχι μόνο προορισμού αλλά και προέλευσης της μετανάστευσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι, εκτός από τον σύγχρονο εκπατρισμό των ανώτερων κοινωνικών τάξεων, οι Ευρωπαίοι έχουν κατά καιρούς μεταναστεύσει στο εξωτερικό λόγω οικονομικών δυσχερειών, συγκρούσεων ή πολιτικών διώξεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνεχιζόμενη οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση έχει οδηγήσει πολλούς Ευρωπαίους στη μετανάστευση, μεταξύ άλλων προς τις αναδυόμενες οικονομίες των χωρών του νότιου ημισφαιρίου·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μεταξύ των μεταναστών, και ακόμη περισσότερο μεταξύ των προσφύγων, αυξάνεται διαρκώς ο αριθμός των γυναικών και των παιδιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των πτυχιούχων μεταξύ των μεταναστών και των προσφύγων και ότι η «διαρροή εγκεφάλων» υπολογιζόταν ήδη σε 59 εκατομμύρια άτομα το 2010· λαμβάνοντας υπόψη η Ασία είναι η ήπειρος την οποία αφορά περισσότερο το φαινόμενο αυτό, αλλά ότι η αφρικανική ήπειρος είναι αυτή που πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα, αφού οι πτυχιούχοι της αντιπροσωπεύουν μόνο στο 4%, εκ των οποίων το 31% μεταναστεύει(10)·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, η αστάθεια σε ορισμένες περιοχές και οι συγκρούσεις ευθύνονται για μια ανθρωπιστική κρίση που πλήττει περισσότερους από 65 εκατομμύρια πρόσφυγες και εκτοπισμένους, κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες έχει καταγράψει τουλάχιστον 10 εκατομμύρια ανιθαγενείς·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (UDHR), καθένας έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί ελεύθερα και να επιλέγει τον τόπο της διαμονής του στο εσωτερικό ενός κράτους και να εγκαταλείπει οποιαδήποτε χώρα, ακόμα και τη δική του, και να επιστρέφει σε αυτή·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών προέλευσης, διέλευσης και προορισμού έχουν ουσιώδη σημασία για την πρόληψη και την καταπολέμηση της παράτυπης μετανάστευσης και της εμπορίας ανθρώπων, καθώς καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό των κοινών ανησυχιών και ενδιαφερόντων τους·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια ολιστική προσέγγιση στον τομέα της μετανάστευσης πρέπει να ανταποκρίνεται στις παγκόσμιες προκλήσεις όσον αφορά την ανάπτυξη, την παγκόσμια ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αλλαγή του κλίματος, με ιδιαίτερη έμφαση στη βελτίωση των ανθρωπιστικών συνθηκών στις χώρες προέλευσης, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στον τοπικό πληθυσμό να ζει σε ασφαλέστερες περιοχές·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα των προσφύγων όπως ορίζονται στη Σύμβαση της Γενεύης και τα σχετικά πρωτόκολλα·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε πολλά στρατόπεδα προσφύγων στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική, οι συνθήκες διαβίωσης επιδεινώνονται, μεταξύ άλλων και σε υγειονομικό επίπεδο, και ότι συχνά είναι αδύνατο να κατοχυρωθεί η ασφάλεια των προσφύγων, κυρίως των ευάλωτων ατόμων και ειδικότερα των γυναικών και των ανηλίκων·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, οι μεταφορές χρηματικών ποσών από διεθνείς μετανάστες ανήλθαν το 2013 σε περισσότερα από 550 δισεκατομμύρια δολάρια, 414 δισεκατομμύρια δολάρια εκ των οποίων κατευθύνθηκαν στις αναπτυσσόμενες χώρες·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ξενοφοβία, οι διακρίσεις και οι βίαιες πράξεις σε βάρος των μεταναστών, τα συναισθήματα εναντίον των μεταναστών, η ρητορική μίσους και τα εγκλήματα μίσους έχουν αυξηθεί αισθητά στις χώρες ΑΚΕ·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια συγκεκριμένη, οργανωμένη και κατάλληλη απάντηση στα μεταναστευτικά ζητήματα αποτελεί ευκαιρία τόσο για τα άτομα όσο και για τις χώρες· λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι η εν λόγω απάντηση πρέπει να στηρίζεται στις αρχές της καταπολέμησης της φτώχειας, της προώθησης της βιώσιμης ανάπτυξης και του σεβασμού των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των μεταναστών και των προσφύγων· λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει επίσης να στηρίζεται στη στενή συνεργασία των χωρών προέλευσης, διέλευσης και προορισμού·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μετανάστευση αποτελεί συναφές και δυναμικό στοιχείο για την αντιμετώπιση της δημογραφικής κρίσης και της μείωσης του ποσοστού του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας σε ορισμένες χώρες·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι δύσκολο να υπολογιστεί ο αριθμός των παράτυπων μεταναστών, γεγονός που δεν διευκολύνει τον καθορισμό δεικτών για τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας τους, ενώ αυτοί είναι που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας, δεδομένου ότι δεν έχουν νομικό καθεστώς και νομική αναγνώριση και, επομένως, είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην κακομεταχείριση, την εκμετάλλευση και την παραβίαση των πλέον βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

ΚΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διεθνής μετανάστευση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο κάλυψης συγκεκριμένων ελλείψεων στην αγορά εργασίας·

ΚΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μετανάστες συμβάλλουν στην αύξηση της πολυμορφίας και του πολιτιστικού πλούτου των χωρών υποδοχής· λαμβάνοντας υπόψη ότι, για να επιτευχθεί αυτό, οι μετανάστες πρέπει να ενσωματωθούν πλήρως στις κοινωνίες των χωρών υποδοχής, ώστε οι εν λόγω κοινωνίες να μπορέσουν να επωφεληθούν από τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές δυνατότητες που προσφέρουν οι μετανάστες· λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει καίρια σημασία να ενημερώνουν οι υπεύθυνοι λήψης πολιτικών αποφάσεων τους πολίτες για τη θετική οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική επίδραση των μεταναστών στην κοινωνία, ώστε να αποτρέπονται τα ξενοφοβικά αισθήματα και οι διακρίσεις·

ΚΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κατάλληλες πολιτικές υποδοχής και ένταξης αποτρέπουν την επιδείνωση ή τη διαιώνιση των επιπτώσεων των τραυματικών εμπειριών που βιώνουν πολλοί μετανάστες·

Λ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινωνικοπολιτιστική ανάπτυξη είναι δυνατή μόνο μέσω της ένταξης και ότι αυτό απαιτεί σοβαρή δέσμευση εκ μέρους των μεταναστών, οι οποίοι πρέπει να είναι ανοιχτοί στην προσαρμογή στην κοινωνία υποδοχής, χωρίς κατ' ανάγκη να απαρνηθούν την πολιτιστική ταυτότητα της χώρας τους, αλλά και εκ μέρους των θεσμικών οργάνων και των κοινοτήτων των χωρών υποδοχής, που πρέπει να έχουν προετοιμαστεί να δεχθούν μετανάστες και να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους·

Προκλήσεις και κίνδυνοι που ενέχει ο σεβασμός των δικαιωμάτων των μεταναστών

1.  εκφράζει την αλληλεγγύη του προς τα άτομα που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, μεταξύ άλλων, λόγω συγκρούσεων, διώξεων, παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανέχειας· εκφράζει τη βαθιά του ανησυχία για τις σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υφίστανται πολλοί μετανάστες σε πολλές χώρες διέλευσης ή προορισμού· υπογραμμίζει ότι η αξιοπρέπεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών πρέπει να τυγχάνουν σεβασμού·

2.  τονίζει ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη της πρέπει να αποτελούν παράδειγμα όσον αφορά την προώθηση και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών, ιδίως εντός των συνόρων τους, προκειμένου να διασφαλίσουν την αξιοπιστία τους στο πλαίσιο της συζήτησης για τη μετανάστευση και τα ανθρώπινα δικαιώματα σε τρίτες χώρες·

3.  υπενθυμίζει ότι σε παγκόσμιο επίπεδο η πλειοψηφία των προσφύγων και των μεταναστών φιλοξενείται σε αναπτυσσόμενες χώρες· αναγνωρίζει τις προσπάθειες που καταβάλλουν οι τρίτες χώρες για την υποδοχή μεταναστών και προσφύγων· τονίζει ότι τα συστήματα στήριξης των χωρών αυτών αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις που ενδέχεται να οδηγήσουν σε σοβαρές απειλές για την προστασία ενός ολοένα αυξανόμενου εκτοπισμένου πληθυσμού·

4.  υπενθυμίζει ότι «κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να εγκαταλείψει κάθε χώρα, συμπεριλαμβανομένης της δικής του», και «να επιστρέψει στη χώρα του»(11)· υπογραμμίζει ότι η κοινωνική θέση και η εθνικότητα του εν λόγω ατόμου δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θέτουν υπό αμφισβήτηση αυτό το δικαίωμα και ότι κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να επιλέγει εάν θα μεταναστεύσει ή όχι με αξιοπρέπεια· καλεί όλες τις κυβερνήσεις να καταπολεμήσουν την έλλειψη προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με την οποία βρίσκονται αντιμέτωποι οι μετανάστες· καλεί τις κυβερνήσεις και τα εθνικά κοινοβούλια να καταργήσουν τα τιμωρητικά νομικά πλαίσια που χαρακτηρίζουν τη μετανάστευση ποινικό αδίκημα και να εφαρμόσουν βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες λύσεις που θα κατοχυρώνουν την ασφάλεια των μεταναστών· καταγγέλλει τις περιπτώσεις περιορισμού ή απαγόρευσης εξόδου ή επιστροφής σε ορισμένα κράτη και τις συνέπειες της ανιθαγένειας σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στα δικαιώματα·

5.  σημειώνει ότι ο αυξανόμενος αριθμός προσφύγων παγκοσμίως επισκιάζεται από τον ακόμη μεγαλύτερο αριθμό ατόμων που είναι εκτοπισμένα στο εσωτερικό της χώρας τους· υπογραμμίζει ότι τα άτομα αυτά δεν θα πρέπει να υφίστανται διακρίσεις απλώς και μόνο επειδή προσπάθησαν να κατοχυρώσουν την ασφάλειά τους χωρίς να διασχίσουν διεθνή σύνορα και, ως εκ τούτου, τονίζει ότι θα πρέπει να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα των εκτοπισμένων ατόμων, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στην υγεία και την εκπαίδευση·

6.  υπενθυμίζει ότι είναι σημαντικό να εντοπίζονται οι ανιθαγενείς προκειμένου να τους παρέχεται η προστασία που προβλέπει το διεθνές δίκαιο· ζητεί με έμφαση, στο πλαίσιο αυτό, από τα κράτη να θέσουν σε εφαρμογή διαδικασίες προσδιορισμού της ανιθαγένειας και να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ορθές πρακτικές, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη νομοθεσία και την πρακτική σχετικά με την πρόληψη νέων περιπτώσεων ανιθαγένειας παιδιών·

7.  εφιστά την προσοχή στη διαρκή ανάγκη να συνεκτιμά η Ένωση την ανιθαγένεια στο πλαίσιο της πολιτικής της στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων, ιδίως διότι η ανιθαγένεια αποτελεί μείζονα αιτία αναγκαστικών εκτοπίσεων· υπενθυμίζει τη δέσμευση που ανελήφθη στο πλαίσιο του στρατηγικού πλαισίου και του σχεδίου δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία, που δημοσιεύτηκε το 2012, για την «ανάπτυξη κοινού πλαισίου μεταξύ της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ προκειμένου να θίγονται θέματα σχετικά με τους απάτριδες και τις παράνομες κρατήσεις αλλοδαπών στο διάλογο με τρίτες χώρες»·

8.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες υπόκεινται σε αυθαίρετη κράτηση και κακή μεταχείριση και υπενθυμίζει ότι η κράτηση πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις απόλυτης ανάγκης και ότι, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να διασφαλίζονται τα κατάλληλα μέτρα προστασίας, περιλαμβανομένης της πρόσβασης στις κατάλληλες δικαστικές διαδικασίες·

9.  ζητεί από τα κράτη να αναγνωρίσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του διεθνούς δικαίου για το άσυλο και τη μετανάστευση και να εγκρίνουν την εθνική νομοθεσία που απαιτείται για την αποτελεσματική τήρηση των εν λόγω υποχρεώσεων, μεταξύ άλλων προβλέποντας τη δυνατότητα αίτησης διεθνούς προστασίας· ζητεί οι εν λόγω εθνικές νομοθεσίες να συνεκτιμούν τον βαθμό και τη φύση της δίωξης και των διακρίσεων που υφίστανται οι μετανάστες·

10.  υπενθυμίζει ότι οι μετανάστες έχουν το δικαίωμα να μην προωθούνται σε χώρα όπου κινδυνεύουν να υποστούν κακομεταχείριση και βασανιστήρια· υπενθυμίζει ότι, βάσει του διεθνούς δικαίου, απαγορεύονται οι μαζικές απελάσεις και οι επαναπροωθήσεις· εκφράζει την ανησυχία του για τη μεταχείριση των μεταναστών που επαναπροωθούνται στη χώρα προέλευσής τους ή σε τρίτη χώρα χωρίς την κατάλληλη παρακολούθηση της κατάστασής τους, και ζητεί, σε κάθε περίπτωση, να λαμβάνονται υπόψη οι δυσκολίες που συναντούν κατά την επιστροφή τους στις χώρες αυτές·

11.  προτείνει τη δημιουργία προγραμμάτων επανένταξης για τους μετανάστες που επιστρέφουν στις χώρες προέλευσής τους·

12.  τονίζει τη σημασία της προάσπισης του δικαιώματος των μεταναστών, ανεξάρτητα από το καθεστώς στο οποίο υπάγονται, να έχουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη και σε πραγματική προσφυγή, χωρίς τον φόβο καταγγελίας στις μεταναστευτικές αρχές ή τον φόβο της κράτησης και της απέλασης· εκφράζει την ανησυχία του για την έλλειψη, σε πολλές χώρες, μηχανισμών ελέγχου και παρακολούθησης των διαδικασιών για τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των μεταναστών, καθώς και εγγυήσεων ποιότητας σε ό, τι αφορά την ενημέρωση και τη νομική αρωγή που παρέχονται στους μετανάστες και τους αιτούντες άσυλο· συνιστά, τα μέλη του προσωπικού των αρμόδιων για το άσυλο αρχών και των κέντρων υποδοχής, καθώς και άλλα μέλη προσωπικού και εργαζόμενοι του κοινωνικού τομέα που έρχονται σε επαφή με πρόσωπα που αναζητούν διεθνή προστασία, να λαμβάνουν κατάλληλη κατάρτιση ώστε να συνεκτιμούν τις γενικές και προσωπικές συνθήκες και τα ζητήματα φύλου που συνδέονται με τις αιτήσεις προστασίας·

13.  καλεί, επιπλέον, την Επιτροπή και την ΕΥΕΔ να ενισχύσουν την ανταλλαγή ορθών πρακτικών με τρίτες χώρες, συγκεκριμένα για την παροχή κατάρτισης σε εργαζομένους στον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας ώστε να αναγνωρίζουν αποτελεσματικότερα τα διαφορετικά χαρακτηριστικά, το ιστορικό και τις εμπειρίες των μεταναστών, ιδίως των πλέον ευάλωτων, προκειμένου να τους προστατεύουν καλύτερα και να τους παρέχουν βοήθεια ανάλογα με τις ανάγκες τους·

14.  υπογραμμίζει ότι οι έννοιες της ασφαλούς χώρας και της χώρας προέλευσης δεν θα πρέπει να αποτελούν εμπόδιο στην ατομική εξέταση των αιτήσεων ασύλου· ζητεί, σε κάθε περίπτωση, για τους μετανάστες που χρήζουν διεθνούς προστασίας, να ταυτοποιούνται και να λαμβάνεται υπόψη η αίτησή τους, να απολαύουν των κατάλληλων εγγυήσεων σε ό,τι αφορά τη μη επαναπροώθηση και να έχουν πρόσβαση σε μηχανισμό προσφυγής·

15.  εφιστά την προσοχή στη σωματική και ψυχολογική βία και στην ανάγκη αναγνώρισης των ιδιαίτερων μορφών βίας και διώξεων στις οποίες υποβάλλονται οι μετανάστριες και τα παιδιά μετανάστες, όπως η εμπορία ανθρώπων, οι αναγκαστικές εξαφανίσεις, οι σεξουαλικές κακοποιήσεις, ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων, ο πρώιμος ή αναγκαστικός γάμος, η ενδοοικογενειακή βία, η δουλεία, τα εγκλήματα τιμής και οι σεξουαλικές διακρίσεις· υπενθυμίζει τον πρωτοφανή και ολοένα αυξανόμενο αριθμό θυμάτων σεξουαλικής βίας και βιασμού, που χρησιμοποιούνται και ως όπλα πολέμου·

16.  εκφράζει την ανησυχία του για τις πρακτικές στρατολόγησης παιδιών σε ένοπλες ομάδες· εμμένει στην ανάγκη προώθησης πολιτικών υπέρ του αφοπλισμού, της αποκατάστασης και της επανένταξης των παιδιών αυτών·

17.  υπογραμμίζει ότι ο χωρισμός από την οικογένειά τους, ακόμη και όταν βρίσκονται υπό κράτηση, εκθέτει τις γυναίκες και τα παιδιά σε μεγαλύτερους κινδύνους·

18.  υπενθυμίζει ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια που δεν συνοδεύονται, οι γυναίκες αρχηγοί οικογένειας, οι έγκυοι, τα άτομα με αναπηρία και οι ηλικιωμένοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι· υπογραμμίζει ότι τα κορίτσια που ξεφεύγουν από τις συγκρούσεις και τις διώξεις διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να πέσουν θύματα καταναγκαστικού και πρόωρου γάμου, πρόωρης γέννησης παιδιών, βιασμού, σεξουαλικής και σωματικής κακοποίησης, πορνείας, ακόμη και όταν φτάνουν σε υποτιθέμενα ασφαλή μέρη· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, την παροχή ειδικής προστασίας και βοήθειας κατά την παραμονή τους στα κέντρα υποδοχής, ιδίως στον υγειονομικό τομέα·

19.  ζητεί να ενταχθούν τα ζητήματα φύλου στις μεταναστευτικές πολιτικές, μεταξύ άλλων με σκοπό την πρόληψη και την τιμωρία της σωματεμπορίας, καθώς και όλων των άλλων μορφών βίας και διακρίσεων που έχουν στο στόχαστρο τις γυναίκες· ζητεί την πλήρη πραγμάτωση, de jure και de facto, της ισότητας ως βασικού στοιχείου για την πρόληψη αυτών των πράξεων βίας, με στόχο να διευκολυνθεί η αυτονομία και η ανεξαρτησία τους·

20.  εκφράζει την ανησυχία του για τον πολλαπλασιασμό των εκθέσεων και των μαρτυριών που αποκαλύπτουν την αύξηση της βίας σε βάρος των παιδιών μεταναστών, συμπεριλαμβανομένων των βασανιστηρίων και της κράτησης, καθώς και της εξαφάνισής τους· υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η κράτηση παιδιών αποκλειστικά λόγω του καθεστώτος των ιδίων ή των γονέων τους ως μεταναστών συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων τους και ουδέποτε εξυπηρετεί το συμφέρον τους·

21.  υπενθυμίζει ότι τα παιδιά μετανάστες είναι ιδιαιτέρως ευάλωτα, κυρίως όταν δεν συνοδεύονται, και ότι έχουν δικαίωμα σε ειδική προστασία με βάση το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου· υπογραμμίζει την ανάγκη να συμπεριληφθεί το ζήτημα των ασυνόδευτων ανηλίκων στη αναπτυξιακή συνεργασία, με την προώθηση της ένταξής τους στις χώρες όπου εγκαθίστανται, ιδίως διαμέσου της πρόσβασής τους στην εκπαίδευση και την ιατρική φροντίδα, καθώς και με την πρόληψη των κινδύνων βίας, κακομεταχείρισης, εκμετάλλευσης και παραμέλησης·

22.  εκφράζει τις ανησυχίες του όσον αφορά τις δυσκολίες που απαντώνται στην καταχώριση των παιδιών που γεννιούνται εκτός της χώρας προέλευσής τους και οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένο κίνδυνο ανιθαγένειας· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, να καταχωρίζεται η γέννησή τους ανεξάρτητα από το καθεστώς μετανάστευσης των γονέων τους·

23.  ζητεί με έμφαση από την Ένωση να συνεργαστεί στενά με τη Unicef, την Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες και όλους τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς και φορείς, προκειμένου να γίνει ό, τι είναι δυνατόν για να αυξηθούν οι ικανότητες προστασίας των παιδιών μεταναστών και των οικογενειών τους, όποιο και αν είναι το καθεστώς τους ως μεταναστών, καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής τους, μέσω της χρηματοδότησης προγραμμάτων προστασίας, ιδίως στον τομέα των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και της ιατρικής φροντίδας, της διάθεσης ειδικών χώρων και ψυχολογικής υποστήριξης για τα παιδιά, της διασφάλισης του εντοπισμού των οικογενειακών δεσμών και της επανένωσης των ασυνόδευτων ή χωρισμένων από τις οικογένειές τους παιδιών και της εφαρμογής των αρχών της μη διάκρισης, της μη ενοχοποίησης, της μη κράτησης, της μη επαναπροώθησης, της μη εφαρμογής αδικαιολόγητων κυρώσεων, της οικογενειακής επανένωσης, της προστασίας της σωματικής ακεραιότητας και της νομικής προστασίας και του δικαιώματος στην ταυτότητα·

24.  υπενθυμίζει ότι τα εγκληματικά δίκτυα επωφελούνται από την έλλειψη νόμιμων οδών μετανάστευσης, την περιφερειακή αστάθεια και τις συγκρούσεις, καθώς και από την ευάλωτη θέση των γυναικών, των κοριτσιών και των παιδιών που προσπαθούν να ξεφύγουν, για να τους χρησιμοποιήσουν για σωματεμπορία και σεξουαλική εκμετάλλευση·

25.  εφιστά την προσοχή στους ειδικούς τύπους βίας και τις ιδιαίτερες μορφές διώξεων στις οποίες υποβάλλονται οι μετανάστες ΛΟΑΔΜ· ζητεί να δοθεί στήριξη στη θέσπιση ειδικών κοινωνικο-νομικών μηχανισμών προστασίας για τους μετανάστες και αιτούντες άσυλο ΛΟΑΔΜ, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι λαμβάνεται υπόψη η ευάλωτη θέση τους και να ληφθεί μέριμνα ώστε η αίτησή τους για προστασία να εξετάζεται ενδελεχώς, ακόμη και στο στάδιο της έφεσης·

26.  υπενθυμίζει ότι τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά δικαιώματα, ιδίως το δικαίωμα στην υγεία, την παιδεία και τη στέγη, συνιστούν ανθρώπινα δικαιώματα στα οποία θα πρέπει να μπορούν να έχουν πρόσβαση όλοι οι μετανάστες, και κυρίως τα παιδιά, όποιο και αν είναι το καθεστώς τους ως μεταναστών·

27.  εκφράζει την ανησυχία του για τις παραβιάσεις του εργατικού δικαίου και την εκμετάλλευση των μεταναστών· αναγνωρίζει ότι η εκπαίδευση, οι ευκαιρίες απασχόλησης και η οικογενειακή επανένωση αποτελούν σημαντικά στοιχεία της διαδικασίας ένταξης· εμμένει στην ανάγκη καταπολέμησης όλων των μορφών καταναγκαστικής εργασίας των μεταναστών και καταδικάζει όλως ιδιαιτέρως όλες τις μορφές εκμετάλλευσης παιδιών·

28.  ανησυχεί για τις πρακτικές διακρίσεων που, συχνότατα, πλήττουν συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτιστικές, γλωσσικές και θρησκευτικές μειονότητες, επιτείνοντας την άνιση πρόσβαση των μεταναστών στα δικαιώματα·

29.  καλεί τις χώρες υποδοχής να διασφαλίσουν το δικαίωμα πρόσβασης των μεταναστριών στη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία·

30.  εφιστά την προσοχή στην ανάγκη να αποφευχθεί η δημιουργία απομονωμένων συνοικιών για τους μετανάστες, μέσω της προώθησης της ένταξης και της αξιοποίησης όλων των δυνατοτήτων συμμετοχής στην κοινωνική ζωή·

31.  κρίνει ότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση και το δικαίωμα στην εργασία προάγουν την αυτονομία και την ένταξη των μεταναστών, όπως και το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή και την οικογενειακή επανένωση· εμμένει στη σημασία που έχει η εξασφάλιση κοινωνικής προστασίας για τους μετανάστες εργαζομένους και τις οικογένειές τους· σημειώνει ότι η ουσιαστική ένταξη των μεταναστών θα πρέπει να βασίζεται σε μια αυστηρή αξιολόγηση της αγοράς εργασίας και των μελλοντικών δυνατοτήτων της, στην καλύτερη προστασία των ανθρωπίνων και των εργασιακών δικαιωμάτων των μεταναστών εργαζομένων και στον συνεχή διάλογο με τους παράγοντες της αγοράς εργασίας·

32.  επισημαίνει ότι η εκμάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής των μεταναστών, όπως και την οικονομική και πολιτιστική τους ανεξαρτησία, καθώς και να διευκολύνει την πρόσβασή τους στις πληροφορίες για τα δικαιώματά τους στην κοινωνία υποδοχής· θεωρεί ότι η διδασκαλία των γλωσσών θα πρέπει να διασφαλίζεται από τις αρχές της χώρας υποδοχής· συνιστά τη συμμετοχή των μεταναστών σε όλες τις διαδικασίες λήψης κοινωνικών και πολιτικών αποφάσεων·

33.  θεωρεί ότι η πρόσβαση στην απασχόληση, στην κατάρτιση και σε ένα ανεξάρτητο καθεστώς αποτελούν βασικά στοιχεία για την ένταξη και την αυτονομία των μεταναστών· ζητεί να ενισχυθούν οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση για τις μετανάστριες, οι οποίες πολύ συχνά υποεκπροσωπούνται, προκειμένου να ξεπεραστούν τα αυξημένα εμπόδια που δυσχεραίνουν την ένταξη και την αυτονομία τους·

34.  υπενθυμίζει ότι τα κράτη υποδοχής οφείλουν να προωθούν την ενδυνάμωση των μεταναστών, και ειδικότερα των μεταναστριών, παρέχοντάς τους τις αναγκαίες γνώσεις και κοινωνικές ικανότητες, συγκεκριμένα όσον αφορά την επαγγελματική εκπαίδευση και την εκμάθηση της γλώσσας, τις οποίες θα θέσουν σε εφαρμογή σε μια λογική κοινωνικής και πολιτιστικής ένταξης·

35.  κρίνει ότι όλοι οι εργαζόμενοι θα πρέπει να λαμβάνουν σύμβαση σε γλώσσα που τους είναι κατανοητή και ότι πρέπει να προστατεύονται από το ενδεχόμενο υποκατάστασης της σύμβασης· υπογραμμίζει ότι οι διμερείς συμφωνίες μεταξύ των χωρών προέλευσης και προορισμού θα πρέπει να ενισχύουν την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

36.  κρίνει σημαντική τη θέσπιση συνεκτικών και ολοκληρωμένων εθνικών πολιτικών μετανάστευσης με γνώμονα το φύλο, οι οποίες θα καλύπτουν όλα τα στάδια της μεταναστευτικής διαδικασίας, θα συντονίζονται στο πλαίσιο της κυβέρνησης και θα θεσπίζονται στο πλαίσιο ευρείας διαβούλευσης με τα εθνικά θεσμικά όργανα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τον ιδιωτικό τομέα, τις οργανώσεις εργοδοτών και εργαζομένων, την κοινωνία των πολιτών και με τους ίδιους τους μετανάστες, με τη στήριξη των διεθνών οργανισμών·

37.  υπενθυμίζει ότι όλοι και όλες έχουν δικαίωμα σε ασφαλείς και δίκαιες συνθήκες εργασίας καθώς και στην πλήρη τήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και μέσα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στις βασικές συμβάσεις της ΔΟΕ·

38.  επισημαίνει ότι η επισφαλής εργασία, που συνήθως προορίζεται για τους μετανάστες στις χώρες υποδοχής, και ιδίως για τις μετανάστριες, ενισχύει την ευάλωτη θέση τους· υπενθυμίζει ότι η εκμετάλλευση μέσω της εργασίας αποτελεί συχνά συνέπεια της εμπορίας ανθρώπων ή της λαθραίας διακίνησης, μπορεί όμως και να πραγματοποιείται χωρίς να έχει διαπραχθεί κανένα από τα δύο αυτά εγκλήματα· εκφράζει, στο πλαίσιο αυτό, την ανησυχία του για την ατιμωρησία της οποίας απολαύουν πολλοί εργοδότες στις χώρες υποδοχής, παρότι ευθύνονται για την παραβίαση των διεθνών κανόνων της εργατικής νομοθεσίας έναντι των μεταναστών εργαζομένων· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι, σε ορισμένες χώρες, οι νομοθεσίες που σχετίζονται με το εργατικό δίκαιο επιτρέπουν πρακτικές που παραβιάζουν τα διεθνή πρότυπα· εκτιμά ότι κάθε προσπάθεια εξάλειψης της εργασιακής εκμετάλλευσης πρέπει να περιλαμβάνει τόσο την αποτελεσματική δίωξη των παραβατών εργοδοτών όσο και την προστασία των θυμάτων της εκμετάλλευσης αυτού του είδους·

39.  εφιστά την προσοχή στην ανάγκη αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων που έχουν αποκτήσει οι μετανάστες στις χώρες προέλευσής τους, ως μέσο διευκόλυνσης της ανεξαρτησίας και της κοινωνικής ένταξής τους στους διάφορους τομείς της κοινωνίας, ιδίως δε στην αγορά εργασίας· υπογραμμίζει την ανάγκη αναγνώρισης του δικαιώματος όλων των μεταναστών, συμπεριλαμβανομένων των παράτυπων, να συστήνουν οργανώσεις προάσπισης των δικαιωμάτων των εργαζομένων και να προσχωρούν σε αυτές, συμπεριλαμβανομένων των συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθώς και την ανάγκη αναγνώρισης των δομών αυτών·

40.  ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να υλοποιήσουν τις κατευθυντήριες αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, προκειμένου οι δραστηριότητές τους να μην έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα, να αντιμετωπίζουν τις εν λόγω επιπτώσεις όταν προκύπτουν και να επιδιώκουν την πρόληψη ή τον μετριασμό κάθε δυσμενούς επίπτωσης στα ανθρώπινα δικαιώματα η οποία συνδέεται άμεσα με τις δραστηριότητές τους·

41.  καλεί την ΕΕ να συνεχίσει τις συντονισμένες διπλωματικές της προσπάθειες από κοινού με τις ΗΠΑ και άλλους διεθνείς εταίρους με σκοπό την ενεργό συνεργασία με τις τρίτες χώρες για την αντιμετώπιση της πιεστικής ανάγκης για θέσπιση κοινής στρατηγικής η οποία θα αφορά την υφιστάμενη παγκόσμια πρόκληση της μετανάστευσης·

42.  απευθύνει επείγουσα έκκληση στην Ύπατη Εκπρόσωπο της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας να καταβάλει εμπράκτως κάθε προσπάθεια που απαιτείται προκειμένου να επιτύχει την αποτελεσματική και ουσιαστική δέσμευση των εμπλεκόμενων τρίτων χωρών·

43.  τονίζει ότι είναι ανάγκη η ΕΕ να εντείνει τις εξωτερικές πολιτικές της για την επίτευξη ειρήνης και σταθερότητας στις περιοχές όπου ο πόλεμος και οι συγκρούσεις προκαλούν τεράστιες μεταναστευτικές ροές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση·

44.  υπενθυμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της οφείλουν να προβούν σε θετικές ενέργειες για την εξάλειψη των βαθύτερων αιτίων της κρίσης που ευθύνονται για τα συγκεκριμένα φαινόμενα μαζικής μετανάστευσης·

45.  ζητεί να βελτιωθούν οι ανθρωπιστικές συνθήκες στις χώρες προέλευσης και διέλευσης, ώστε ο τοπικός πληθυσμός και οι πρόσφυγες να μπορούν να ζουν σε ασφαλέστερες περιοχές·

46.  προτρέπει τις αντιμαχόμενες πλευρές να θέσουν τέρμα στις επιθέσεις εναντίον των αμάχων, να τους παρέχουν προστασία και να τους επιτρέπουν να εγκαταλείπουν με πλήρη ασφάλεια τις εμπόλεμες περιοχές ή να λαμβάνουν βοήθεια από ανθρωπιστικές οργανώσεις·

47.  υπογραμμίζει τον αντίκτυπο του Ισλαμικού Κράτους και της μετεξέλιξής του στη μαζική εισροή νομίμως αιτούντων άσυλο και παράτυπων μεταναστών· αναγνωρίζει ότι οι πολιτικές ασφάλειας και καταπολέμησης της τρομοκρατίας διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της μετανάστευσης·

48.  υπενθυμίζει την πρόσφατη δήλωση του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, σύμφωνα με την οποία μεγάλος αριθμός μεταναστών έχουν πέσει θύματα τρομοκρατίας και σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και ότι, συνεπώς, οι πρόσφυγες αυτοί θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ανάλογα·

49.  υπενθυμίζει ότι τα προγράμματα επανεγκατάστασης υπό την αιγίδα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) αποτελούν χρήσιμο εργαλείο για την ομαλή διαχείριση της άφιξης των ατόμων που χρήζουν διεθνούς προστασίας σε πολλές χώρες του κόσμου· υπογραμμίζει ότι, στον βαθμό που δεν υπάρχει δυνατότητα επανεγκατάστασης, θα πρέπει να ενθαρρυνθούν όλα τα κράτη να θεσπίσουν και να εφαρμόσουν προγράμματα εισδοχής για ανθρωπιστικούς λόγους ή, τουλάχιστον, να δημιουργήσουν συνθήκες που θα επιτρέπουν στους πρόσφυγες να παραμένουν κοντά στη χώρα προέλευσής τους·

50.  σημειώνει τις αυξανόμενες ανάγκες και τη διαρκή έλλειψη χρηματοδότησης σε ό,τι αφορά την ανθρωπιστική βοήθεια που αποστέλλεται στις χώρες που είναι κοντά στη Συρία, παράγοντες που οδήγησαν το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Τροφίμων να μειώσει ιδίως τις μερίδες τροφίμων για τους πρόσφυγες· ζητεί από τις χώρες μέλη των Ηνωμένων Εθνών, από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τα κράτη μέλη της να τιμήσουν τουλάχιστον τις χρηματοδοτικές τους δεσμεύσεις· υπογραμμίζει ότι η βοήθειά τους προς τους πρόσφυγες των χωρών αυτών θα πρέπει να επικεντρωθεί στην παροχή μέσων βιοπορισμού, στην ασφάλεια των προσφύγων, στην πρόσβασή τους στα θεμελιώδη δικαιώματα, και ιδίως στην πρόσβαση στην υγεία και την εκπαίδευση, σε στενή συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες, το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Τροφίμων και τους αρμόδιους οργανισμούς·

51.  υπενθυμίζει ότι η μετανάστευση και η ανάπτυξη συνδέονται και ότι η αναπτυξιακή συνεργασία στον τομέα της εκπαίδευσης, της υγείας, του δικαιώματος στην εργασία, της μείωσης της φτώχειας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του εκδημοκρατισμού και της ανασυγκρότησης μετά τον τερματισμό των συγκρούσεων, καθώς και η καταπολέμηση των ανισοτήτων, οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και η διαφθορά, αποτελούν βασικούς παράγοντες για την αποφυγή της αναγκαστικής μετανάστευσης· σημειώνει ότι η αρπαγή των γαιών και των πόρων μπορούν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στις ανθρωπιστικές κρίσεις και ότι οι κοινωνικές, πολιτικές και ανθρωπιστικές κρίσεις μπορούν να ωθήσουν τους ανθρώπους στη μετανάστευση· θεωρεί ότι η μετανάστευση αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως ισχυρό εργαλείο για μια βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη·

52.  καλεί την ΕΕ και τη διεθνή κοινότητα να εντοπίσουν συγκεκριμένες δράσεις που μπορούν να αναλάβουν οι κυβερνήσεις ούτως ώστε να ενισχύσουν τις δυνατότητες της νόμιμης μετανάστευσης ως παράγοντα διευκόλυνσης της ανάπτυξης· τονίζει ότι απαιτείται πολιτική ευθύνη και ισχυρή ευαισθητοποίηση, ιδίως στις χώρες προορισμού, για την καταπολέμηση της ξενοφοβίας και τη διευκόλυνση της κοινωνικής ένταξης των μεταναστών·

53.  φρονεί ότι η μετανάστευση έχει βαθύτερα αίτια (ιδίως οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά)· θεωρεί ότι η αναπτυξιακή βοήθεια θα πρέπει να αντιμετωπίζει τα βαθύτερα αυτά αίτια αποτελεσματικά, βελτιώνοντας την ανάπτυξη ικανοτήτων, στηρίζοντας την επίλυση των συγκρούσεων και προωθώντας τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· τονίζει ότι τα αίτια αυτά συνδέονται με την αύξηση των συγκρούσεων και των πολέμων, με τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και με την έλλειψη χρηστής διακυβέρνησης·

54.  τονίζει ότι η διακυβέρνηση της μετανάστευσης είναι σημαντικό να πραγματοποιείται μέσω της περιφερειακής και τοπικής συνεργασίας, με τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών·

Προσέγγιση με γνώμονα τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

55.  παροτρύνει όλους τους παράγοντες που εμπλέκονται στη χάραξη πολιτικών και στη λήψη αποφάσεων σχετικά με το άσυλο και τη μετανάστευση να μην επιτρέψουν την ταύτιση των εννοιών «μετανάστες» και «πρόσφυγες»· υπενθυμίζει την ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στους πρόσφυγες που διαφεύγουν από συγκρούσεις ή διώξεις και έχουν, υπ' αυτή την ιδιότητα, δικαίωμα ασύλου όσο δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα προέλευσής τους· υπενθυμίζει ότι η πλειονότητα των προσφύγων καταφεύγουν στις χώρες και τις περιοχές που γειτνιάζουν με τις χώρες προέλευσής τους· θεωρεί, υπ' αυτή την έννοια, ότι θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο μιας ολιστικής προσέγγισης στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης·

56.  ζητεί από τα κράτη να κυρώσουν όλες τις διεθνείς συνθήκες και συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και να εφαρμόσουν τα πρότυπα που σχετίζονται με τα δικαιώματα των μεταναστών και τα οποία βρίσκονται σε μια σειρά από νομικά μέσα, περιλαμβανομένων τόσο των βασικών διεθνών μέσων που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα όσο και των άλλων μέσων που πραγματεύονται ζητήματα σχετικά με τη μετανάστευση, όπως η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1951 για τους πρόσφυγες και τα πρωτόκολλά της και η Διεθνής Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων όλων των διακινούμενων εργαζόμενων και των μελών των οικογενειών τους· κρίνει, σε αυτό το πλαίσιο, ότι η μη κύρωση της σύμβασης αυτής από τα κράτη μέλη της Ένωσης είναι επιζήμια για τις πολιτικές της Ένωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δεδηλωμένη δέσμευσή της υπέρ του αδιαιρέτου των δικαιωμάτων αυτών·

57.  υπενθυμίζει ότι το άνοιγμα ασφαλών και νόμιμων οδών μετανάστευσης αποτελεί το καλύτερο μέσο πρόληψης της διακίνησης και της εμπορίας ανθρώπων και ότι οι αναπτυξιακές στρατηγικές πρέπει να αναγνωρίσουν τη μετανάστευση και την κινητικότητα ως μοχλούς ανάπτυξης τόσο για τη χώρα υποδοχής όσο και για τη χώρα προέλευσης, μέσω των εμβασμάτων και των επενδύσεων· καλεί, στο πλαίσιο αυτό, την Ένωση και τις πιο αναπτυγμένες τρίτες χώρες να συνεργαστούν για τη δημιουργία νόμιμων οδών μετανάστευσης, εμπνεόμενες από τις ορθές πρακτικές ορισμένων κρατών, με σκοπό ιδίως την ενθάρρυνση της οικογενειακής επανένωσης και της κινητικότητας, και για οικονομικούς λόγους, σε όλα τα επίπεδα αρμοδιότητας, μεταξύ άλλων και για τους μετανάστες με τα λιγότερα προσόντα, ούτως ώστε να καταπολεμηθεί η παράνομη εργασία·

58.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις ειδικές διατάξεις σχετικά με τους μετανάστες, τους αιτούντες άσυλο, τα εκτοπισθέντα άτομα και τους ανιθαγενείς, που περιέχονται στο Ευρωπαϊκό Μέσο για τη δημοκρατία και τα δικαιώματα του ανθρώπου (EIDHR) 2014-2020· ζητεί από την Επιτροπή να αναγάγει την προστασία και την προώθηση των δικαιωμάτων των μεταναστών σε νέα προτεραιότητα στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αξιολόγησης του μέσου για τα δικαιώματα του ανθρώπου το 2017-2018· καλεί την ΕΥΕΔ και τα κράτη μέλη να τηρήσουν τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία, που εγκρίθηκε τον Ιούλιο 2015, και να συμπεριλάβουν και να βελτιώσουν τις εγγυήσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε όλες τις συμφωνίες, διαδικασίες και προγράμματα μετανάστευσης με τις τρίτες χώρες· θεωρεί ότι κάθε συμφωνία ή πρόγραμμα θα πρέπει επίσης να συνοδεύεται από ανεξάρτητη αξιολόγηση όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα, όταν αυτό είναι δυνατόν, και να αποτελεί αντικείμενο περιοδικής αξιολόγησης· συνιστά να σχεδιαστούν και να πραγματοποιηθούν εκστρατείες επικοινωνίας και ευαισθητοποίησης σχετικά με τις ευκαιρίες που μπορούν να προσφέρουν η μετανάστευση και οι μετανάστες στην κοινωνία, τόσο στη χώρα προέλευσης όσο και στη χώρα υποδοχής· υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι το EIDHR θα πρέπει να εξακολουθήσει να χρηματοδοτεί σχέδια για την ενίσχυση της καταπολέμησης του ρατσισμού, των διακρίσεων, της ξενοφοβίας και άλλων μορφών μισαλλοδοξίας, όπως η θρησκευτική μισαλλοδοξία·

59.  ζητεί από την Ένωση να εγκρίνει ειδικές κατευθυντήριες γραμμές για τα δικαιώματα των μεταναστών, οι οποίες θα συμπληρώνουν τις κατευθυντήριες γραμμές της για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και, στο πλαίσιο αυτό, να προβεί στη διεξαγωγή αναλύσεων αντικτύπου και στην καθιέρωση μηχανισμών παρακολούθησης των αναπτυξιακών και των μεταναστευτικών πολιτικών, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των δημόσιων πολιτικών έναντι των μεταναστών· υπογραμμίζει τη σημασία που έχει η ενσωμάτωση του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου σε όλες τις πολιτικές εξωτερικών σχέσεων της Ένωσης που συνδέονται με τη μετανάστευση, ιδίως δε σε ό, τι αφορά τις εξωτερικές υποθέσεις, την ανάπτυξη και την ανθρωπιστική βοήθεια· υπενθυμίζει την ανάγκη σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλες τις εξωτερικές πολιτικές της Ένωσης, ιδίως δε στις πολιτικές για το εμπόριο, την ανάπτυξη, το περιβάλλον και τη μετανάστευση, την ανάγκη επιδίωξης των στόχων που ορίζονται στο άρθρο στο άρθρο 21 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και την ανάγκη εφαρμογής των ρητρών περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλες τις συμφωνίες της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών συμφωνιών· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, κάθε συνεργασία με τρίτες χώρες στον τομέα της μετανάστευσης να συνοδεύεται από αξιολόγηση των συστημάτων βοήθειας προς τους μετανάστες και τους αιτούντες άσυλο , της υποστήριξης που παρέχουν στους πρόσφυγες και της ικανότητας και της προθυμίας τους να καταπολεμήσουν την παράνομη διακίνηση και την εμπορία ανθρώπων· καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να αναπτύξουν στενότερες σχέσεις με χώρες που εφαρμόζουν αποτελεσματικές πολιτικές επανεγκατάστασης, όπως ο Καναδάς· υπογραμμίζει ότι καμία πολιτική στον τομέα αυτό δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε βάρος των πολιτικών αναπτυξιακής βοήθειας·

60.  παροτρύνει να συμπεριληφθούν η ελευθερία μετακίνησης και το δικαίωμα στην εκπαίδευση, την υγεία και την εργασία ως θεματικές προτεραιότητες στα χρηματοδοτικά μέσα εξωτερικής συνεργασίας της Ένωσης και απευθύνει έκκληση για τη στήριξη των αναπτυσσόμενων χωρών, προκειμένου να μπορέσουν μακροπρόθεσμα να υιοθετήσουν πολιτικές που θα σέβονται τα δικαιώματα αυτά· καλεί την Επιτροπή και την ΕΥΕΔ να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στα δικαιώματα των μεταναστών στο πλαίσιο των ανά χώρα στρατηγικών στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

61.  ζητεί να εγγράφονται τα δικαιώματα των μεταναστών και των προσφύγων, ως χωριστό σημείο, στην ημερήσια διάταξη του διαλόγου της Ένωσης με τις οικείες τρίτες χώρες και να δίδεται προτεραιότητα στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση των προγραμμάτων προστασίας των ευπαθών ατόμων και των ΜΚΟ, των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των δημοσιογράφων και των δικηγόρων που αγωνίζονται για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μεταναστών·

62.  καλεί, στο πλαίσιο αυτό, τις χώρες να διασφαλίσουν την πρόσβαση ανεξάρτητων παρατηρητών, ΜΚΟ και εθνικών και διεθνών ιδρυμάτων και οργανισμών, καθώς και των μέσων ενημέρωσης, σε όλους τους τόπους υποδοχής και κράτησης μεταναστών· ενθαρρύνει τις αντιπροσωπείες της Ένωσης και τις πρεσβείες των κρατών μελών, καθώς και τις επισκέπτριες αντιπροσωπείες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να παρακολουθούν την κατάσταση των μεταναστών στους τόπους αυτούς και να παρεμβαίνουν ενώπιον των εθνικών αρχών στο συγκεκριμένο θέμα, προκειμένου να διασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων των μεταναστών και η διαφάνεια έναντι του κοινού·

63.  δηλώνει ότι οι ασκούντες εμπορία ανθρώπων παρουσιάζουν μια διαστρεβλωμένη εικόνα σε πολλούς πρόσφυγες· τονίζει εκ νέου τη σημασία της καταπολέμησης της εμπορίας ανθρώπων, της διακοπής της χρηματικής ροής και της διάλυσης των δικτύων, καθώς αυτό θα έχει θετικό αντίκτυπο στην κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όσον αφορά τους πρόσφυγες σε τρίτες χώρες που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον πόλεμο και την τρομοκρατία·

64.  τάσσεται υπέρ της στενής συνεργασίας, στον τομέα της προάσπισης των δικαιωμάτων των μεταναστών, με τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς και άλλα ιδρύματα και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της διαχείρισης της μετανάστευσης, ιδίως στις χώρες που έχουν επηρεαστεί περισσότερο, προκειμένου να βοηθηθούν στο να υποδέχονται τους μετανάστες με αξιοπρέπεια και σεβασμό των δικαιωμάτων τους·

65.  επισημαίνει την ανάγκη ενίσχυσης της συνεργασίας με τους οργανισμούς αυτούς με στόχο την πρόληψη της λαθραίας διακίνησης μεταναστών και της εμπορίας ανθρώπων, μέσα από την ενίσχυση της κατάρτισης, των δράσεων ανάπτυξης ικανοτήτων και των μηχανισμών ανταλλαγής πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης των επιπτώσεων που έχουν τα δίκτυα «συνδέσμων μετανάστευσης» και της συνεργασίας που εγκαθιδρύουν με τις τρίτες χώρες ενδυναμώνοντας την ποινική συνεργασία, καθώς και μέσα από την κύρωση των πρωτοκόλλων του Παλέρμο στον συγκεκριμένο τομέα, προκειμένου να ενθαρρυνθεί η ποινική συνεργασία και να ταυτοποιούνται οι ύποπτοι, καθώς και να παρέχεται αρωγή στις δικαστικές έρευνες σε συνεργασία με τις εθνικές αρχές·

66.  ζητεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να έχει ενεργότερη συμμετοχή στην υιοθέτηση μιας εγκάρσιας προσέγγισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις μεταναστευτικές πολιτικές, καθώς και να εντάξει τα ζητήματα αυτά στην ετήσια έκθεση της Ένωσης για τα δικαιώματα του ανθρώπου και τη δημοκρατία ανά τον κόσμο, μεταξύ δε άλλων στο τμήμα της που αφορά την προσέγγιση ανά χώρα· ζητεί αυστηρότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο των συμφωνιών εργασίας που συνάπτονται με τις τρίτες χώρες, καθώς και των δραστηριοτήτων εξωτερικής συνεργασίας των αρμόδιων οργανισμών της Ένωσης· ζητεί να συνεκτιμώνται καλύτερα οι εκθέσεις εμπειρογνωμόνων και τα δεδομένα που συλλέγει η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο σε ό, τι αφορά τις χώρες προέλευσης των προσφύγων·

67.  αναγνωρίζει τον ρόλο και τη συμβολή της κοινωνίας των πολιτών στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου· υπογραμμίζει την σημασία της διαβούλευσης με την κοινωνία των πολιτών στο πλαίσιο όλων των εξωτερικών πολιτικών της Ένωσης, με ιδιαίτερη έμφαση στην πλήρη συμμετοχή, τη διαφάνεια και την κατάλληλη διάδοση των πληροφοριών σε όλες τις πολιτικές και τις διαδικασίες που αφορούν τη μετανάστευση· υπενθυμίζει την ανάγκη αύξησης της συμμετοχής των γυναικείων οργανώσεων στη λήψη αποφάσεων που στοχεύουν στη διευθέτηση των συγκρούσεων και την ανάγκη επαρκούς συμμετοχής των γυναικών προσφύγων, των εκτοπισμένων γυναικών και των μεταναστριών στις αποφάσεις που τις αφορούν· καλεί την Επιτροπή και την ΕΥΕΔ να ενισχύσουν την ικανότητα των εθνικών θεσμικών οργάνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα στις τρίτες χώρες προκειμένου να μπορέσουν να ενισχύσουν τις προσπάθειές τους στον τομέα της προστασίας των δικαιωμάτων των μεταναστών και να καταπολεμήσουν την απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση, καθώς και τη ρητορική μίσους σε βάρος των μεταναστών, όπως επισημαίνεται στη Διακήρυξη του Βελιγραδίου που εγκρίθηκε από 32 διαμεσολαβητές και εθνικά θεσμικά όργανα για τα ανθρώπινα δικαιώματα·

68.  ζητεί από τις χώρες υποδοχής να δώσουν μεγαλύτερη σημασία στις μεταναστευτικές οργανώσεις, οι οποίες θα πρέπει να εμπλέκονται άμεσα στα προγράμματα ανάπτυξης εντός των κοινοτήτων·

69.  ζητεί από τα κράτη μέλη να τιμήσουν τη δέσμευσή τους σχετικά με τη διάθεση ποσοστού 0,7% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματός τους (ΑΕΕ) για την αναπτυξιακή βοήθεια· ζητεί να μην υποτάσσεται η βοήθεια αυτή στη συνεργασία στον τομέα της μετανάστευσης και καλεί την Ένωση και τα κράτη μέλη της να μην συμπεριλαμβάνουν τις χρηματοδοτήσεις που χρησιμοποιούνται για την υποδοχή προσφύγων στην αναπτυξιακή βοήθεια·

70.  τονίζει ότι τα προγράμματα αναπτυξιακής βοήθειας δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για σκοπούς που αφορούν αποκλειστικά τη μετανάστευση και τη διαχείριση των συνόρων· ζητεί, τα αναπτυξιακά έργα της ΕΕ που αφορούν τους μετανάστες και τους αιτούντες άσυλο να εφαρμόζουν την αρχή των μη εξαιρέσεων, εστιάζοντας στην πρόσβαση σε βασικές κοινωνικές υπηρεσίες, και συγκεκριμένα στην υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση, και δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στα ευάλωτα άτομα και ομάδες, όπως είναι οι γυναίκες, τα παιδιά, οι μειονότητες και οι αυτόχθονες πληθυσμοί, τα άτομα ΛΟΑΔΜ και τα άτομα με αναπηρίες·

71.  σημειώνει τις θετικές πτυχές που έχει η μετανάστευση για την ανάπτυξη των χωρών προέλευσης των μεταναστών, όπως τα εμβάσματα των μεταναστών, που μπορούν να παίζουν σημαντικό ρόλο για την οικογένεια και την ανάπτυξη της κοινότητας· καλεί, στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη να ελαχιστοποιήσουν το κόστος των εμβασμάτων·

72.  καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να εξασφαλίσουν μια αποδοτική και αποτελεσματική συνοχή της αναπτυξιακής πολιτικής και να δώσουν προτεραιότητα στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πλαίσιο της μεταναστευτικής τους πολιτικής έναντι τρίτων χωρών·

73.  παροτρύνει την ΕΕ να ενσωματώσει τη διάσταση της μετανάστευσης στο πλαίσιο για την περίοδο μετά τη συμφωνία του Κοτονού, που θα καθορίσει τις μελλοντικές σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και των χωρών ΑΚΕ· σημειώνει ότι η μεγαλύτερη συμμετοχή τρίτων χωρών στον σχεδιασμό και τη διαπραγμάτευση των μέσων της Συνολικής Προσέγγισης της Μετανάστευσης και της Κινητικότητας (ΣΜΠΚ) θα προωθούσε τον χαρακτήρα εταιρικής σχέσης των μέσων αυτών, βελτιώνοντας έτσι τον ενστερνισμό σε τοπικό επίπεδο και την αποτελεσματικότητά τους·

74.  ζητεί ελάφρυνση του χρέους των φτωχότερων χωρών, προκειμένου να βοηθηθούν να αναπτύξουν δημόσιες πολιτικές που θα διασφαλίζουν τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· εμμένει στην άποψη ότι οι βιώσιμες λύσεις για το χρέος, συμπεριλαμβανομένων προτύπων για υπεύθυνη χορήγηση και λήψη δανείων, πρέπει να διευκολύνονται από ένα πολυμερές νομικό πλαίσιο για τις διαδικασίες αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους με σκοπό την ελάφρυνση του χρέους και την αποφυγή δημιουργίας μη βιώσιμου χρέους, ούτως ώστε να δημιουργούνται οι συνθήκες για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάθος χρόνου·

75.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την ένταξη της μετανάστευσης στους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ), και συγκεκριμένα στον ΣΒΑ 10, ο οποίος ορίζει το πλαίσιο για την παγκόσμια αναπτυξιακή πολιτική μέχρι το 2030· υπενθυμίζει ότι τα κράτη έχουν δεσμευτεί για διεθνή συνεργασία προκειμένου να «εγγυώνται την ασφαλή, ομαλή και νόμιμη μετανάστευση με πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μη βάναυση μεταχείριση των μεταναστών, ανεξάρτητα από το καθεστώς τους ως μεταναστών, προσφύγων και εκτοπισμένων ατόμων»· σημειώνει ότι η αναγκαστική εκτόπιση δεν είναι μόνο ανθρωπιστικό ζήτημα αλλά και αναπτυξιακή πρόκληση και ότι, επομένως, θα πρέπει να υπάρχει καλύτερος συντονισμός μεταξύ ανθρωπιστικών και αναπτυξιακών φορέων· θεωρεί ότι η υλοποίηση των ΣΒΑ είναι μια ευκαιρία για την ενίσχυση μιας βασισμένης στα δικαιώματα προσέγγισης των πολιτικών για το άσυλο και τη μετανάστευση, καθώς και για την ενσωμάτωση της μετανάστευσης στις αναπτυξιακές στρατηγικές· καλεί τη διεθνή κοινότητα να εγκρίνει μετρήσιμους δείκτες των ΣΒΑ σχετικά με τη μετανάστευση, και να συγκεντρώσει και να δημοσιεύσει αναλυτικά στοιχεία όσον αφορά την πρόσβαση των μεταναστών σε αξιοπρεπή εργασία, υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση, ιδίως σε αναπτυσσόμενες χώρες προορισμού, προκειμένου να βελτιωθεί η διακυβέρνηση της μετανάστευσης·

76.  εμμένει στην ανάγκη η Ένωση και τα κράτη μέλη της να στηρίξουν τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες (ΛΑΧ) στο πλαίσιο της καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής, προκειμένου να αποφευχθούν η περαιτέρω εξαθλίωση στις χώρες αυτές και η αύξηση του αριθμού των εκτοπισμένων για περιβαλλοντικούς λόγους·

77.  ζητεί από την Ένωση να συμμετάσχει ενεργά στη συζήτηση για τον όρο «κλιματικός πρόσφυγας», καθώς και στην πιθανή εκπόνηση ορισμού βάσει του διεθνούς δικαίου·

78.  τονίζει ότι απαιτείται αποτελεσματικότερος συντονισμός και αξιολόγηση της εφαρμογής, του αντικτύπου και της συνέχειας των διαφορετικών χρηματοδοτικών μέσων της ΕΕ που είναι διαθέσιμα για τις τρίτες χώρες στον τομέα της μετανάστευσης, τα οποία καλύπτουν τομείς όπως η πολιτική μετανάστευσης, η διεθνής αναπτυξιακή συνεργασία, η εξωτερική πολιτική, η πολιτική γειτονίας ή η ανθρωπιστική βοήθεια και τα οποία, από το 2004 έως το 2014, κινητοποίησαν πάνω από ένα δισεκατομμύριο ευρώ για περισσότερα από 400 έργα·

79.  επισημαίνει τον αντίκτυπο των μηχανισμών συνεργασίας της Ένωσης στον τομέα της μετανάστευσης, του ασύλου και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· λαμβάνει υπό σημείωση τη σύσταση του καταπιστευματικού ταμείου έκτακτης ανάγκης για τη σταθερότητα και την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της παράτυπης μετανάστευσης και του φαινομένου των εκτοπισμένων ατόμων στην Αφρική· ζητεί την αξιολόγηση και την παρακολούθηση του ταμείου αυτού, καθώς και των συμφωνιών ιδίου χαρακτήρα όπως η Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας και οι διαδικασίες του Χαρτούμ και του Ραμπάτ·

80.  υπογραμμίζει ότι οι συμφωνίες με τις τρίτες χώρες θα πρέπει να εστιάζουν τη βοήθεια στη διευθέτηση των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών κρίσεων που οδηγούν στη μετανάστευση·

81.  υπογραμμίζει τη σημασία που έχει η μεγαλύτερη συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των τρίτων χωρών στο πλαίσιο της Συνολικής Προσέγγισης της Μετανάστευσης και της Κινητικότητας (ΣΜΠΚ) προκειμένου να ενισχυθεί ο χαρακτήρας σύμπραξης που έχουν τα μέσα αυτά και η αποτελεσματικότητα και η συμβολή τους στην επίλυση των μεταναστευτικών προκλήσεων·

82.  κρίνει αναγκαία τη βελτίωση της συνοχής της Συνολικής Προσέγγισης της Μετανάστευσης και της Κινητικότητας, την ενσωμάτωση αυστηρών μηχανισμών παρακολούθησης και εποπτείας του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλες τις εξωτερικές συμφωνίες καθώς και την εξασφάλιση προτεραιότητας στην ανάπτυξη έργων ικανών να επιφέρουν βελτίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών στις χώρες προέλευσης και διέλευσης·

83.  παροτρύνει την Ένωση να υπογράψει συμφωνίες εταιρικής σχέσης για την κινητικότητα με τους στενότερους εταίρους της·

84.  ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προβλέπουν πολιτικές επιστροφής των μεταναστών μόνο προς τις χώρες προέλευσης στις οποίες οι μετανάστες μπορούν να γίνονται δεκτοί με απόλυτη ασφάλεια, με πλήρη σεβασμό προς τα θεμελιώδη και δικονομικά τους δικαιώματα, και ζητεί εν προκειμένω να δίνεται προτεραιότητα στην εθελούσια έναντι της καταναγκαστικής επιστροφής· τονίζει ότι οι συμφωνίες που συνάπτονται στο πλαίσιο των πολιτικών με τρίτες χώρες θα πρέπει να περιέχουν ρήτρες διασφάλισης που θα εγγυώνται ότι οι μετανάστες που επιστρέφουν στη χώρα τους δεν θα υφίστανται παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους ούτε θα κινδυνεύουν με διώξεις· αναγνωρίζει τη σημασία των περιοδικών αξιολογήσεων προκειμένου να αποκλείεται η σύναψη τέτοιων συμφωνιών με χώρες που δεν σέβονται τα διεθνή πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα·

85.  απαιτεί τη λήψη μέτρων με στόχο τα δίκτυα λαθραίας διακίνησης και την εξάλειψη της εμπορίας ανθρώπων· ζητεί να τεθούν σε εφαρμογή νόμιμες και ασφαλείς οδοί, μεταξύ άλλων μέσω ανθρωπιστικών διαδρόμων, για τα πρόσωπα που αναζητούν διεθνή προστασία· ζητεί να τεθούν σε εφαρμογή διαρκή και υποχρεωτικά προγράμματα επανεγκατάστασης και να χορηγούνται ανθρωπιστικές θεωρήσεις σε όσους προσπαθούν να διαφύγουν από τις ζώνες συγκρούσεων προκειμένου, μεταξύ άλλων, να έχουν τη δυνατότητα να εισέλθουν σε μια τρίτη χώρα για να ζητήσουν άσυλο· ζητεί την καθιέρωση περισσότερων νόμιμων οδών και την εκπόνηση γενικών κανόνων που θα διέπουν την είσοδο και τη διαμονή, προκειμένου οι μετανάστες να έχουν το δικαίωμα να εργάζονται και να αναζητούν απασχόληση·

86.  εμμένει στην ανάγκη δημιουργίας και καλύτερης εφαρμογής πλαισίων προστασίας για τους μετανάστες που βρίσκονται σε κίνδυνο, σε ζώνες διέλευσης και στα σύνορα της ΕΕ·

87.  επικροτεί τις επιχειρήσεις κατά των λαθρεμπόρων και των διακινητών και στηρίζει την ενίσχυση της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης· υπογραμμίζει την ανάγκη για έναν ολοκληρωμένο και συγκεκριμένο χάρτη πορείας με στόχο μια ταχεία και μακροπρόθεσμη δράση, με τη συμμετοχή τρίτων χωρών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος των παράνομων διακινητών·

88.  υπογραμμίζει ότι η λαθραία διακίνηση μεταναστών συνδέεται με την εμπορία ανθρώπων και συνιστά σοβαρή παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· υπενθυμίζει ότι η δρομολόγηση επιχειρήσεων όπως η EURONAVFOR MED, αποτελεί μέσο ουσιαστικής καταπολέμησης της λαθραίας διακίνησης μεταναστών· καλεί την Ένωση να συνεχίσει και να ενισχύσει τις επιχειρήσεις αυτού του είδους·

89.  κρίνει αναγκαίο να εξεταστούν η ενίσχυση της ασφάλειας και της πολιτικής των συνόρων, καθώς και τρόποι για τη βελτίωση του μελλοντικού ρόλου του Frontex και της EASO· απευθύνει έκκληση για αλληλεγγύη και ανάληψη δεσμεύσεων υπό τη μορφή επαρκών συνεισφορών στους προϋπολογισμούς και στις δραστηριότητες των οργανισμών αυτών·

90.  υπογραμμίζει την ανάγκη βελτίωσης της λειτουργίας των κομβικών σημείων υποδοχής («hotspots») και των σημείων εισόδου στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης·

91.  ζητεί από την Ένωση να ενσωματώσει την προστασία των δεδομένων στις συμφωνίες κοινής χρήσης και ανταλλαγής πληροφοριών στα σύνορα και στις μεταναστευτικές οδούς·

92.  ζητεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις χώρες υποδοχής να δημιουργήσουν αποτελεσματικά εργαλεία συντονισμού, ευθυγράμμισης των ροών πληροφοριών, συγκέντρωσης, διασταύρωσης και ανάλυσης δεδομένων·

o
o   o

93.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών, τον ΟΗΕ, το Συμβούλιο της Ευρώπης, την Αφρικανική Ένωση, τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών και στον Σύνδεσμο των Αραβικών Κρατών.

(1) ΕΕ C 294 της 12.8.2016, σ. 18.
(2) ΕΕ C 346 της 21.9.2016, σ. 47.
(3) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0102.
(4) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0312.
(5) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0073.
(6) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0300.
(7) http://www.paufm.org/Future_Meetings/Docs/IISummit-of-Speakers_Lisbon-11MAY2015/DeclaracaoCimeira_FR.pdf
(8) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0470.
(9) ΕΕ C 179 της 18.5.2016, σ. 40.
(10) «UN International Migration Report 2015» (Έκθεση του ΟΗΕ για τη Διεθνή Μετανάστευση), διατίθεται στη διεύθυνση: http://www.un.org/en/development/desa/population/migration/publications/migrationreport/docs/MigrationReport2015_Highlights.pdf
(11) Άρθρο 13 παράγραφος 2 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (UDHR).


Εταιρική ευθύνη για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε τρίτες χώρες
PDF 529kWORD 65k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με την εταιρική ευθύνη για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε τρίτες χώρες (2015/2315(INI))
P8_TA(2016)0405A8-0243/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (UDHR) και άλλες συνθήκες και πράξεις των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και ειδικότερα το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα που εγκρίθηκαν στη Νέα Υόρκη στις 16 Δεκεμβρίου 1966,

–  έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 3, 8, 21 και 23 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ),

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 81, 82, 83, 114, 208 και 352 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη το στρατηγικό πλαίσιο της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία, όπως εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων στις 25 Ιουνίου 2012(1), και το σχέδιο δράσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία για την περίοδο 2015-2019, το οποίο εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 20 Ιουλίου 2015(2),

–  έχοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα,

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του σχετικά με περιπτώσεις παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 17ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με την ετήσια έκθεση του 2014 για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία στον κόσμο και την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πεδίο αυτό(3),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 12ης Μαρτίου 2015, σχετικά με την ετήσια έκθεση του 2013 για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία στον κόσμο και την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα αυτό(4),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 8ης Οκτωβρίου 2013, σχετικά με τη διαφθορά στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα: οι επιπτώσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα σε τρίτες χώρες(5),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 6ης Φεβρουαρίου 2013, σχετικά με την εταιρική κοινωνική ευθύνη: λογοδοσία, διαφάνεια και υπευθυνότητα στην επιχειρηματική συμπεριφορά και βιώσιμη ανάπτυξη(6),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 6ης Φεβρουαρίου 2013, σχετικά με την εταιρική κοινωνική ευθύνη: αξιόπιστη προώθηση των συμφερόντων της κοινωνίας και οδηγός προς μια βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη(7),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ 26/9 της 26ης Ιουνίου 2014, με το οποίο το ΣΑΔΗΕ αποφάσισε τη δημιουργία διακυβερνητικής ομάδας εργασίας με ανοικτή σύνθεση και με στόχο την ανάπτυξη ενός νομικά δεσμευτικού διεθνούς μέσου για τις διεθνικές εταιρείες και άλλες επιχειρήσεις όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα,

–  έχοντας υπόψη τις κατευθυντήριες αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις αναθεωρημένες κατευθυντήριες γραμμές του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) σχετικά με τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, την τριμερή δήλωση αρχών της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) σχετικά με τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και την κοινωνική πολιτική, το πλαίσιο του Διεθνούς Συμβουλίου για τους Ενοποιημένους Απολογισμούς, τις δέκα αρχές του Παγκόσμιου Συμφώνου του ΟΗΕ και το πρότυπο καθοδήγησης για την εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΙSΟ) 26000 του Διεθνούς Οργανισμού Τυποποίησης, καθώς και τον οδηγό χρήσης για τις ευρωπαϊκές ΜΜΕ σχετικά με το πρότυπο καθοδήγησης για την εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΙSΟ) 26000 του Διεθνούς Οργανισμού Τυποποίησης, τον οποίο εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Τεχνικό Γραφείο Τυποποίησης για τη Βιοτεχνία και τις ΜΜΕ,

–  έχοντας υπόψη το «σχέδιο για τη δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας για επιχειρήσεις και επενδυτές», το οποίο εφαρμόζεται αυτή την περίοδο στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας των αρχών του ΟΗΕ για υπεύθυνες επενδύσεις και του Παγκόσμιου Συμφώνου του ΟΗΕ,

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις επιχειρήσεις, η οποία εγκρίθηκε στις 2 Μαρτίου 2016,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με μια ανανεωμένη στρατηγική της ΕΕ για το 2011-2014 (COM(2011)0681) και την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής για την προώθηση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για την εταιρική κοινωνική ευθύνη (COM(2001)0366) και τον ορισμό της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (ΕΚΕ) που περιέχεται αυτήν, καθώς και τις σχετικές ανακοινώσεις που εκδόθηκαν στη συνέχεια από την Επιτροπή το 2006 και το 2011,

–  έχοντας υπόψη τις εξωεδαφικές υποχρεώσεις που δεσμεύουν τα κράτη με βάση τις αρχές του Μάαστριχτ,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων (A8-0243/2016),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ είναι θεμελιωμένη στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η δράση της σε διεθνές επίπεδο (μεταξύ άλλων στην εμπορική της πολιτική) καθοδηγείται από αυτές τις αρχές·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κατευθυντήριες αρχές του ΟΗΕ για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα ισχύουν σε όλα τα κράτη και σε όλες τις επιχειρήσεις, είτε είναι διεθνικές είτε άλλου είδους, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους, τον τομέα τους, την τοποθεσία τους, το καθεστώς ιδιοκτησίας τους και τη δομή τους, αν και ο ουσιαστικός έλεγχος και οι μηχανισμοί κυρώσεων παραμένουν πρόκληση στην ανά τον κόσμο εφαρμογή των κατευθυντηρίων αρχών του ΟΗΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι, στα ψηφίσματά του της 6ης Φεβρουαρίου 2013, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επέστησε την προσοχή στα ειδικά χαρακτηριστικά των ΜΜΕ τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στις πολιτικές ΕΚΕ, καθώς και στην ανάγκη για μια ευέλικτη προσέγγιση της ΕΚΕ που θα είναι προσαρμοσμένη στις δυνατότητές τους·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Παγκόσμιο Σύμφωνο του ΟΗΕ(8), το οποίο περιλαμβάνει δέκα αρχές, καλεί τις επιχειρήσεις να ενστερνισθούν, να υποστηρίξουν και να εφαρμόσουν, μέσα στο πεδίο επιρροής τους, μια δέσμη θεμελιωδών αξιών όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα εργασιακά πρότυπα, το περιβάλλον και την καταπολέμηση της διαφθοράς, καθώς και να δεσμευτούν για την τήρηση αυτών των αξιών και την ενσωμάτωσή τους στις επιχειρηματικές δραστηριότητές τους σε εθελοντική βάση·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εταιρείες συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους παράγοντες της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και του διεθνούς εμπορίου και πρέπει να τηρούν όλη την ισχύουσα και εφαρμοστέα νομοθεσία και όλες τις ισχύουσες και εφαρμοστέες συνθήκες και να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα· λαμβάνοντας υπόψη ότι το εμπόριο και τα ανθρώπινα δικαιώματα αλληλοενισχύονται ενδεχομένως, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιχειρηματική κοινότητα, ούσα υποχρεωμένη να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, επίσης έχει ενδεχομένως να διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο στην παροχή θετικών κινήτρων για την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας, των περιβαλλοντικών προτύπων και της εταιρικής ευθύνης·

Ε.  λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι οι επιχειρήσεις αυτές ενδέχεται κάποιες φορές να προκαλούν ή να συμβάλλουν σε παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων και να θίγουν τα δικαιώματα ευπαθών ομάδων, όπως των μειονοτήτων, των αυτοχθόνων πληθυσμών, των γυναικών και των παιδιών, ή να συμβάλλουν σε περιβαλλοντικά προβλήματα·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από εταιρείες αποτελούν παγκόσμια ανησυχία, και λαμβάνοντας υπόψη ότι όλες οι εταιρείες στον κόσμο έχουν καθήκον να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ ταυτόχρονα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα έχουν πρωταρχικό καθήκον να ρυθμίζουν την ευθύνη των εταιρειών που έχουν κάποια σύνδεση με την ΕΕ·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές εταιρείες με διεθνή δραστηριότητα, είτε ευρωπαϊκές είτε όχι, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε τρίτες χώρες, έχουν σημαντικές επιχειρηματικές δραστηριότητες στην Ευρώπη ή εδρεύουν εκεί και/ή μπορεί να ανήκουν σε ευρωπαϊκές εταιρείες, έχουν περιουσιακά στοιχεία ή προϊόντα στην Ευρώπη, ή ελέγχουν άλλες εταιρείες στην Ευρώπη, ή δέχονται επενδύσεις ή χρησιμοποιούν τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ιδρυμάτων που βρίσκονται στην Ευρώπη· λαμβάνοντας υπόψη ότι η παγκοσμιοποίηση και η ανάπτυξη της τεχνολογίας έχουν οδηγήσει τις επιχειρήσεις στο να αναθέτουν δραστηριότητες σε τοπικούς προμηθευτές ή στο να χρησιμοποιούν αγαθά ή υπηρεσίες των δικών τους αλυσίδων εφοδιασμού και παραγωγής, που έχουν παραχθεί ή παρασχεθεί από άλλες εταιρείες που βρίσκονται σε πολλές διαφορετικές χώρες και, συνεπώς, δικαιοδοσίες, με διαφορετικά νομικά συστήματα, διαφορετικά επίπεδα προστασίας και προτύπων στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διαφορετικούς βαθμούς επιβολής·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα για τα κράτη μέλη και για την ίδια την Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στη διαπραγμάτευση και στην υλοποίηση σειράς πρωτοβουλιών για την παγκόσμια ευθύνη, οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την προαγωγή και τον σεβασμό των διεθνών προτύπων· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων απαιτούν αποτελεσματικά διορθωτικά μέτρα· λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτείται ένα δικαιότερο και αποτελεσματικότερο σύστημα διορθωτικών μέτρων στο πλαίσιο του εθνικού και του διεθνούς δικαίου, για να διευθετούνται οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται από επιχειρήσεις·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι εξακολουθεί να μην υπάρχει μια παγκόσμια ολιστική προσέγγιση της εταιρικής ευθύνης ως προς τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θύματα παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα οποία ενέχονται διεθνείς εταιρείες αντιμετωπίζουν πολλαπλά εμπόδια όσον αφορά την πρόσβασή τους σε ένδικα μέσα, όπως τα διαδικαστικά εμπόδια σε σχέση με το παραδεκτό και τη δημοσιοποίηση των αποδεικτικών στοιχείων, το συχνά απαγορευτικό κόστος των δικαστικών διαδικασιών και η απουσία σαφών προτύπων όσον αφορά την ευθύνη για την εμπλοκή εταιρειών σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

Εταιρείες και ανθρώπινα δικαιώματα

1.  επισημαίνει ότι η αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση και διεθνοποίηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και των αλυσίδων εφοδιασμού θα καταστήσουν σημαντικότερο τον ρόλο που διαδραματίζουν οι εταιρείες στη διασφάλιση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θα δημιουργήσουν μια κατάσταση στην οποία οι διεθνείς προδιαγραφές, κανόνες και συνεργασία αναδεικνύονται σε καίριους παράγοντες για την αποφυγή παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε τρίτες χώρες· εκφράζει τη βαθιά του ανησυχία για τις περιπτώσεις παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται σε τρίτες χώρες, μεταξύ άλλων ως αποτέλεσμα διαχειριστικών αποφάσεων ορισμένων εταιρειών και επιχειρήσεων της ΕΕ, καθώς και ατόμων, μη κρατικών φορέων και κρατών· υπενθυμίζει στους επιχειρηματικούς παράγοντες την ευθύνη τους για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλο το φάσμα των παγκόσμιων δραστηριοτήτων τους, ασχέτως του τόπου όπου είναι εγκαταστημένοι οι χρήστες τους και ανεξαρτήτως εάν το κράτος υποδοχής πληροί τις δικές του υποχρεώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα·

2.  επισημαίνει ότι η ταχεία πρόοδος της τεχνολογίας καθιστά επιτακτική την ανάληψη άμεσης δράσης και τη θέσπιση κατάλληλου νομικού πλαισίου·

3.  επιβεβαιώνει την επείγουσα ανάγκη για ανάληψη δράσης με συνεχή, αποτελεσματικό και συνεκτικό τρόπο σε όλα τα επίπεδα, μεταξύ δε άλλων σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από εταιρείες, όπου αυτές εμφανίζονται, και για την αντιμετώπιση των νομικών προβλημάτων που προκύπτουν από την εξωεδαφική διάσταση εταιρειών και της διαγωγής τους, καθώς και από τη σχετική αβεβαιότητα σχετικά με πού έγκειται η ευθύνη για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

Το διεθνές πλαίσιο

4.  εκφράζει ικανοποίηση για την έγκριση των κατευθυντήριων αρχών του ΟΗΕ και υποστηρίζει σθεναρά την εφαρμογή τους σε ολόκληρο τον κόσμο· υπογραμμίζει ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΗΕ συμφωνήθηκαν ομόφωνα στον ΟΗΕ με την πλήρη υποστήριξη των κρατών μελών της ΕΕ, της ΔΟΕ και του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, περιλαμβανομένης της στήριξης στην έννοια του «έξυπνου μίγματος» ρυθμιστικής και εθελοντικής δράσης· ζητεί από τους εκπροσώπους της ΕΕ στους διαλόγους για τα ανθρώπινα δικαιώματα με τρίτες χώρες να επικαλούνται συστηματικά τις κατευθυντήριες αρχές του ΟΗΕ και άλλα διεθνή πρότυπα εταιρικής ευθύνης· καλεί επιπλέον τις εταιρείες να προχωρήσουν στην εφαρμογή των κατευθυντηρίων αρχών του ΟΗΕ, μεταξύ άλλων μέσω της χάραξης πολιτικών δέουσας επιμέλειας και διασφαλίσεων διαχείρισης κινδύνου, καθώς και της παροχής ουσιαστικών μέσων προσφυγής, όταν οι δραστηριότητές τους έχουν προκαλέσει ή έχουν συμβάλει στην πρόκληση δυσμενών επιπτώσεων στα ανθρώπινα δικαιώματα·

5.  αναγνωρίζει το Παγκόσμιο Σύμφωνο του ΟΗΕ, το πρότυπο ISO 26000 για την εταιρική κοινωνική ευθύνη, την τριμερή δήλωση αρχών της ΔΟΕ σχετικά με τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και την κοινωνική πολιτική και τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ σχετικά με τις πολυεθνικές επιχειρήσεις ως εργαλεία τα οποία μπορούν να κινητοποιήσουν την ανάληψη ευθύνης στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων·

Παροτρύνσεις που απευθύνονται στις εταιρείες και το καθήκον τους να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα

6.  καλεί τις εταιρείες, ευρωπαϊκές ή μη, να εφαρμόσουν τη δέουσα επιμέλεια για τα ανθρώπινα δικαιώματα και να ενσωματώσουν τα σχετικά ευρήματα στις εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες τους, με την ανάλογη διάθεση πόρων και ανάθεση εξουσιών, καθώς με τη δέουσα εφαρμογή· τονίζει ότι αυτό προϋποθέτει τη διάθεση επαρκών πόρων· υπογραμμίζει ότι η διαφάνεια και η δημοσιοποίηση των μέτρων που λαμβάνονται για την αποφυγή παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε τρίτες χώρες είναι καίριας σημασίας για τη σωστή δημοκρατική εποπτεία και τη δυνατότητα των καταναλωτών να προβαίνουν σε τεκμηριωμένες επιλογές·

7.  αναγνωρίζει την κεφαλαιώδη σημασία της ΕΚΕ και εκφράζει ικανοποίηση για την αυξανόμενη χρήση εργαλείων που βασίζονται στην ΕΚΕ και για την εθελοντική δέσμευση των εταιρειών· υπογραμμίζει, ωστόσο, εντόνως ότι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνιστά ηθικό καθήκον και νομική υποχρέωση των εταιρειών και της διοίκησής τους και θα πρέπει να εντάσσεται σε μια μακροπρόθεσμη οικονομική προοπτική, οπουδήποτε και αν δραστηριοποιούνται και οποιοδήποτε και αν είναι το μέγεθός τους ή ο βιομηχανικός κλάδος στον οποίο υπάγονται· αναγνωρίζει ότι τα ειδικά νομικά καθήκοντα των εταιρειών θα πρέπει να προσαρμόζονται με συγκεκριμένο τρόπο στο μέγεθος και τις δυνατότητές τους και ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν ως στόχο την επίτευξη της βέλτιστης προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσω της λήψης των αποτελεσματικότερων μέτρων και όχι μέσω υπέρμετρης επιβάρυνσης με διοικητικούς και γραφειοκρατικούς τυπικούς κανόνες·

8.  εκφράζει την πεποίθηση ότι η εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών ΕΚΕ πρέπει να παρέχει επαρκή ευελιξία ώστε να ανταποκρίνεται στις ειδικές απαιτήσεις του εκάστοτε κράτους μέλους και της εκάστοτε περιφέρειας, με ιδιαίτερη έμφαση στις ικανότητες των ΜΜΕ· επιδοκιμάζει την ενεργό συνεργασία της Επιτροπής με την συμμετοχή του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου μαζί με άλλους διεθνείς φορείς για την επίτευξη μιας ουσιαστικής σύγκλισης των πρωτοβουλιών ΕΚΕ μακροπρόθεσμα και την ανταλλαγή και προώθηση των ορθών εταιρικών πρακτικών ΕΚΕ, καθώς και για την προαγωγή των κατευθυντηρίων γραμμών που προβλέπονται στο πρότυπο ISO 26000 του Διεθνούς Οργανισμού Τυποποίησης, προκειμένου να διασφαλιστεί ένας ενιαίος παγκόσμιος, συνεκτικός και διαφανής ορισμός της ΕΚΕ· προτρέπει την Επιτροπή να συμβάλει αποτελεσματικά στην καθοδήγηση και τον συντονισμό των πολιτικών των κρατών μελών, ελαχιστοποιώντας με τον τρόπο αυτό τον κίνδυνο να επιβαρύνονται με πρόσθετο κόστος οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη λόγω διαφορετικών διατάξεων·

9.  επαναλαμβάνει ότι πρέπει να δοθεί προσοχή στα ειδικά χαρακτηριστικά των ΜΜΕ, οι οποίες λειτουργούν κυρίως σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο και σε συγκεκριμένους κλάδους· εκτιμά, επομένως, ότι έχει όλως ιδιαίτερη σημασία οι πολιτικές της Ένωσης επί θεμάτων ΕΚΕ, περιλαμβανομένων και των εθνικών σχεδίων δράσεως σχετικά με την ΕΚΕ, να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις ιδιαίτερες απαιτήσεις των ΜΜΕ, να εφαρμόζουν την αρχή «ας αναζητήσουμε λύσεις κατ’ αρχήν σε μικρή κλίμακα» και να αναγνωρίζουν την ανεπίσημη και διαισθητική προσέγγιση των ΜΜΕ προς την ΕΚΕ· απορρίπτει και πάλι τη λήψη κάθε μέτρου που θα μπορούσε να προκαλέσει πρόσθετο φόρτο διοικητικής ή οικονομικής φύσεως για τις ΜΜΕ, ενώ υποστηρίζει μέτρα που παρέχουν στις ΜΜΕ τη δυνατότητα να αναλάβουν κοινές δράσεις·

10.  υπενθυμίζει ότι, εάν εντοπίζονται εταιρείες που έχουν προκαλέσει ζημία ή έχουν συμβάλει σε αυτή, θα πρέπει να αναλαμβάνουν τόσο την ηθική όσο και τη νομική ευθύνη και να παρέχουν στα θιγόμενα άτομα ή τις θιγόμενες κοινότητες αποτελεσματικές διαδικασίες διορθωτικών μέτρων ή να συμμετέχουν σε αυτές· σημειώνει ότι οι διαδικασίες αυτές περιλαμβάνουν την επανόρθωση, την αποζημίωση, την αποκατάσταση, καθώς και εγγυήσεις ότι δεν θα επαναληφθεί κάτι τέτοιο·

11.  εκφράζει ικανοποίηση για την πρακτική της ένταξης της ευθύνης για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε δεσμευτικές συμβατικές απαιτήσεις μεταξύ εταιρειών και των πελατών και προμηθευτών τους, είτε πρόκειται για ιδιώτες είτε για επιχειρήσεις· σημειώνει ότι οι απαιτήσεις αυτές μπορούν, τις περισσότερες φορές, να επιβληθούν με δικαστικά μέσα·

Παροτρύνσεις που απευθύνονται στα κράτη μέλη και το καθήκον τους να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα

12.  χαιρετίζει ένθερμα τις εργασίες που έχουν ξεκινήσει για την προετοιμασία μιας δεσμευτικής συνθήκης του ΟΗΕ για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα· αποδοκιμάζει κάθε προσπάθεια παρακώλυσης σε σχέση με τη συγκεκριμένη διαδικασία, και ζητεί από την ΕΕ και τα κράτη μέλη να συμμετάσχουν με εποικοδομητικό τρόπο σε αυτές τις διαπραγματεύσεις·

13.  υπενθυμίζει τους διαφορετικούς αλλά συμπληρωματικούς ρόλους των κρατών και των εταιρειών όσον αφορά την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· υπενθυμίζει ότι τα κράτη, ενεργώντας εντός της δικαιοδοσίας τους, έχουν καθήκον να προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, μεταξύ άλλων από παραβιάσεις διαπραττόμενες από εταιρείες, ακόμα και αν αυτές δραστηριοποιούνται σε τρίτες χώρες· υπενθυμίζει με έμφαση ότι, όταν διαπράττονται παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα κράτη πρέπει να παρέχουν στα θύματα πρόσβαση σε αποτελεσματικά διορθωτικά μέτρα· υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τρίτες χώρες, μεταξύ άλλων με τη διασφάλιση ουσιαστικών διορθωτικών μέτρων για τους πολίτες εντός της δικαιοδοσίας τους, συνιστά ουσιώδες στοιχείο των εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ με τις χώρες αυτές·

14.  ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν τη συνεκτικότητα της πολιτικής για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα σε όλα τα επίπεδα: εντός των διαφόρων θεσμικών οργάνων της ΕΕ, μεταξύ των θεσμικών οργάνων, και μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών της, και ιδίως στο πλαίσιο της εμπορικής πολιτικής της Ένωσης· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συμπεριλάβουν ρητώς την προαναφερθείσα αρχή σε όλες τις συνθήκες που υπογράφουν, κατά τρόπο συνεπή με τις διεθνείς υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα· επισημαίνει ότι αυτό θα απαιτήσει εντατική συνεργασία μεταξύ διαφόρων Γενικών Διευθύνσεων της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης·

15.  καλεί την ΕΕ, τα κράτη μέλη, τις τρίτες χώρες και όλες τις εθνικές και διεθνείς αρχές να εγκρίνουν επειγόντως, και όσο το δυνατόν ευρύτερα, δεσμευτικά μέσα αφιερωμένα στην αποτελεσματική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε αυτόν τον τομέα, και να διασφαλίσουν ότι όλες οι εθνικές και διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από τους προαναφερθέντες διεθνείς κανόνες εφαρμόζονται πλήρως· εκφράζει την ελπίδα ότι οι ευρωπαϊκές προσπάθειες σε σχέση με την ΕΚΕ θα μπορέσουν να λειτουργήσουν ως παράδειγμα για άλλες χώρες· είναι πεπεισμένο ότι οι εθνικές αναπτυξιακές τράπεζες πρέπει να τηρούν υποδειγματική και εξακριβώσιμη στάση όσον αφορά τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

16.  καλεί όλα τα κράτη, συμπεριλαμβανομένης της ΕΕ και των κρατών μελών, να εφαρμόσουν τις κατευθυντήριες αρχές του ΟΗΕ γρήγορα και με αξιόπιστο τρόπο, σε όλους τους τομείς που εμπίπτουν στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες τους, μεταξύ άλλων με την ανάπτυξη σχεδίων δράσης· αποδοκιμάζει το γεγονός ότι, παρά την ανακοίνωση της Επιτροπής για την ΕΚΕ του 2011, δεν έχουν εγκρίνει όλα τα κράτη μέλη δηλώσεις ή πολιτικές που να κάνουν μνεία στα ανθρώπινα δικαιώματα ούτε έχουν δημοσιεύσει τα σχέδιά τους για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, και ζητεί από την ΕΕ να δημοσιεύσει το σχέδιό της· καλεί τα κράτη μέλη να εκπονήσουν ή να αναθεωρήσουν τα εθνικά σχέδια δράσης σύμφωνα με τις οδηγίες της ομάδας εργασίας του ΟΗΕ για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα· ζητεί να εκπονηθούν τα σχέδια αυτά με βάση τις αξιολογήσεις βάσης που προσδιορίζουν τα κενά στους νόμους, τη θέσπιση μηχανισμών για την παρακολούθηση της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας των σχεδίων, των πολιτικών και της πρακτικής, και με την ουσιαστική συμμετοχή των ενδιαφερομένων·

17.  καλεί τα κράτη μέλη να νομοθετούν κατά τρόπο συνεκτικό, ολιστικό, αποτελεσματικό και δεσμευτικό, προκειμένου να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους σε σχέση με την πρόληψη, τη διερεύνηση, την τιμωρία και την αποζημίωση σχετικά με παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από εταιρείες που λειτουργούν υπό τη δικαιοδοσία τους, συμπεριλαμβανομένων των παραβιάσεων που διαπράττονται σε τρίτες χώρες·

18.  καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη να καθορίζουν σαφείς κανόνες που να ορίζουν ότι οι εταιρείες που εδρεύουν στην επικράτειά τους ή υπό τη δικαιοδοσία τους πρέπει να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα καθ’ όλη την έκταση των δραστηριοτήτων τους, σε κάθε χώρα και πλαίσιο στα οποία δραστηριοποιούνται, και σε συνάρτηση με τις επιχειρηματικές τους σχέσεις, ακόμη και εκτός της ΕΕ· θεωρεί ότι οι εταιρείες, ανάλογα με το μέγεθος και τις δυνατότητές τους, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών και άλλων χρηματοδοτικών ή πιστωτικών ιδρυμάτων που ασκούν δραστηριότητα σε τρίτες χώρες, θα πρέπει να μεριμνούν ώστε να διαθέτουν συστήματα για την εκτίμηση των κινδύνων και τον μετριασμό των δυνητικών αρνητικών συνεπειών που σχετίζονται με τα ανθρώπινα δικαιώματα, την εργασία, την προστασία του περιβάλλοντος και τις πτυχές των δραστηριοτήτων και των αλυσίδων αξίας τους που σχετίζονται με καταστροφές· καλεί τα κράτη μέλη να αξιολογούν ανά περιόδους την επάρκεια των εν λόγω νόμων και να θεραπεύουν τυχόν αδυναμίες·

19.  υπενθυμίζει ότι οι πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις σε εθνικό επίπεδο, όπως η ρήτρα για τη διαφάνεια στις αλυσίδες εφοδιασμού του βρετανικού νόμου για τη σύγχρονη δουλεία (Modern Slavery Act) και το γαλλικό νομοσχέδιο σχετικά με το καθήκον μέριμνας, αποτελούν σημαντικά βήματα για την εφαρμογή υποχρεωτικής δέουσας επιμέλειας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και ότι η ΕΕ έχει ήδη λάβει μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση (κανονισμός της ΕΕ σχετικά με την ξυλεία, οδηγία της ΕΕ σχετικά με τη δημοσιοποίηση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών, πρόταση κανονισμού της Επιτροπής για τη θέσπιση ενωσιακού συστήματος αυτοπιστοποίησης της δέουσας επιμέλειας όσον αφορά την αλυσίδα εφοδιασμού των υπεύθυνων εισαγωγέων κασσιτέρου, τανταλίου και βολφραμίου, των μεταλλευμάτων τους, καθώς και χρυσού, που προέρχονται από περιοχές συγκρούσεων και υψηλού κινδύνου)· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη, καθώς και όλα τα κράτη, να λάβουν υπόψη το μοντέλο αυτό σε ό,τι αφορά την καθιέρωση υποχρεωτικής δέουσας επιμέλειας για τα ανθρώπινα δικαιώματα·

20.  υπογραμμίζει ότι η υποχρεωτική δέουσα επιμέλεια για τα ανθρώπινα δικαιώματα θα πρέπει να ακολουθεί τα βήματα που ορίζονται στις κατευθυντήριες αρχές του ΟΗΕ και να διέπεται από ορισμένες γενικές αρχές σε σχέση με τον προληπτικό εντοπισμό των κινδύνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την εκπόνηση αυστηρών και εξακριβώσιμων σχεδίων δράσης για την πρόληψη ή τον μετριασμό αυτών των κινδύνων, την ενδεδειγμένη αντίδραση σε διαπιστωμένες παραβιάσεις, καθώς και σε σχέση με τη διαφάνεια· τονίζει ότι οι πολιτικές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το μέγεθος των εταιρειών και τις απορρέουσες δυνατότητες αντοχής τους, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στις πολύ μικρές, τις μικρές και τις μεσαίες επιχειρήσεις· υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να διασφαλιστεί η διαβούλευση με τους σχετικούς εταίρους σε όλα τα στάδια, όπως και η γνωστοποίηση όλων των σχετικών πληροφοριών για έργα ή επενδύσεις στα επηρεαζόμενα ενδιαφερόμενα μέρη·

21.  καλεί όλα τα κράτη, και ιδιαίτερα την ΕΕ και τα κράτη μέλη, να θέσουν ως προτεραιότητα άμεσης δράσης την καθιέρωση υποχρεωτικής δέουσας επιμέλειας για τα ανθρώπινα δικαιώματα για τις επιχειρήσεις που ανήκουν ή ελέγχονται από το κράτος και/ή λαμβάνουν σημαντική στήριξη και υπηρεσίες από κρατικούς οργανισμούς ή ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, καθώς και για τις επιχειρήσεις που παρέχουν αγαθά ή υπηρεσίες μέσω δημοσίων συμβάσεων·

22.  καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να απευθυνθούν στις εταιρείες που χρησιμοποιούν πρώτες ύλες ή βασικά εμπορεύματα στο πλαίσιο της τρέχουσας νομοθετικής διαδικασίας, που μπορεί να προέρχονται από περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις, ώστε να αποκαλύπτουν τον εκ μέρους τους εφοδιασμό και τη χρήση τέτοιων υλικών μέσω της επισήμανσης των προϊόντων και να παρέχουν πλήρεις πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο και την προέλευση των προϊόντων, ζητώντας από τους προμηθευτές τους, είτε είναι Ευρωπαίοι είτε όχι, να γνωστοποιούν τέτοια στοιχεία· ζητεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη της ΕΕ να στηρίξουν, σε σχέση με τα λεγόμενα ορυκτά από περιοχές συγκρούσεων, την υποχρεωτική δέουσα επιμέλεια για τους εισαγωγείς ορυκτών και μεταλλευμάτων 3TG (κασσίτερος, ταντάλιο βολφράμιο και χρυσός) βάσει των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ περί δέουσας επιμέλειας για τις αλυσίδες υπεύθυνης προμήθειας ορυκτών από περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις και περιοχές υψηλού κινδύνου· ζητεί να περιληφθεί σε αυτή τη διαδικασία η εξέταση της δέουσας επιμέλειας όσον αφορά την αλυσίδα εφοδιασμού·

23.  σημειώνει με ικανοποίηση ότι, συνεπεία της αναθεώρησης της υφιστάμενης λογιστικής οδηγίας 2014/95/ΕΕ όσον αφορά τη δημοσιοποίηση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών και πληροφοριών για την πολυμορφία, μεγάλες εταιρείες και όμιλοι θα υποχρεωθούν, από το 2017, να δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με τις πολιτικές, τους κινδύνους και τα αποτελέσματα όσον αφορά τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα συναφή θέματα· ζητεί από τα κράτη μέλη να θέσουν πλήρως σε εφαρμογή την αναθεωρημένη λογιστική οδηγία εντός του εγκριθέντος χρονικού πλαισίου, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας κατάλληλων και αποτελεσματικών μηχανισμών που θα διασφαλίζουν ότι οι εταιρείες συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις περί υποβολής εκθέσεων· παροτρύνει την Επιτροπή να εκπονήσει σαφείς κατευθύνσεις για τις εταιρείες όσον αφορά τις νέες απαιτήσεις σχετικά με την υποβολή μη χρηματοοικονομικών εκθέσεων· προτείνει να περιλαμβάνονται και να αναπτύσσονται διεξοδικά σε αυτές τα ελάχιστα βασικά στοιχεία που πρέπει να δημοσιοποιούνται προκειμένου να επιτυγχάνεται ακριβής και ολοκληρωμένη κατανόηση των βασικών κινδύνων και των επιπτώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα που ενέχονται στις δραστηριότητες μιας εταιρείας και ενυπάρχουν στην παγκόσμια αλυσίδα αξίας της·

Πρόσβαση σε ουσιαστικά ένδικα μέσα

24.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει διεξοδικά, σε διαβούλευση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων της κοινωνίας των πολιτών και των επιχειρήσεων, τα εμπόδια που ανακύπτουν όσον αφορά την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε υποθέσεις που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών για εικαζόμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων οι οποίες έχουν διαπραχθεί στο εξωτερικό από επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην ΕΕ· επιμένει ότι η εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να έχει ως άξονα τον προσδιορισμό και την προώθηση της υιοθέτησης αποτελεσματικών μέτρων, τα οποία να αίρουν ή να μετριάζουν τα εν λόγω εμπόδια·

25.  καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, σε συνεργασία με τους διεθνείς εταίρους, για να διασφαλίσουν, μέσω δικαστικών, διοικητικών, νομοθετικών ή άλλων κατάλληλων μέσων, ότι όταν συμβαίνουν παρόμοιες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι ενδιαφερόμενοι θα έχουν πρόσβαση σε ουσιαστικά ένδικα μέσα, στις περιπτώσεις που μια εταιρεία με έδρα τα δεδομένα κράτη κατέχει, διευθύνει ή ελέγχει επιχειρήσεις που είναι υπεύθυνες για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε άλλες χώρες· καλεί τα εν λόγω κράτη να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για την εξάλειψη των νομικών, πρακτικών και άλλων συναφών εμποδίων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άρνηση της πρόσβασης σε ένδικα μέσα και να καθορίσουν τα κατάλληλα διαδικαστικά μέσα που θα καθιστούν δυνατή την πρόσβαση των θιγομένων από τρίτα κράτη στη δικαιοσύνη, τόσο ενώπιον των πολιτικών όσο και ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, από τα κράτη να σηκώσουν το βέλο της νομικής προσωπικότητας, το οποίο μπορεί να επισκιάζει την πραγματική ιδιοκτησία ορισμένων εταιρειών·

26.  καλεί την ΕΕ και όλα τα κράτη, ιδίως τα κράτη μέλη της ΕΕ, να αντιμετωπίσουν την οικονομική και διαδικαστική επιβάρυνση στις αστικές δικαστικές διαδικασίες· χαιρετίζει τη σύσταση 2013/396/ΕΕ της Επιτροπής που εγκρίθηκε στις 11 Ιουνίου 2013(9) και ενθαρρύνει όλα τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν με αυτή· θεωρεί ότι το μέσο που παρέχει η εν λόγω σύσταση θα μπορούσε δυνητικά να μειώσει το κόστος της επίλυσης διαφορών για τα θύματα παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· ενθαρρύνει την εφαρμογή του διορθωτικού μέτρου αυτού του είδους για όλα τα θύματα παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στις τρίτες χώρες, και ζητεί την καθιέρωση κοινών προτύπων που να επιτρέπουν σε αντιπροσωπευτικές οργανώσεις να εγείρουν αξιώσεις αποζημιώσεων για λογαριασμό εικαζόμενων θυμάτων·

Παροτρύνσεις προς την Επιτροπή

27.  έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η «εταιρική κοινωνική ευθύνη» δεν αποτελεί μεμονωμένο θέμα, αλλά αφορά ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών νομικών και πολιτικών τομέων·

28.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις μη δεσμευτικές πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα για την υπεύθυνη διαχείριση της αλυσίδας εφοδιασμού που εισήχθησαν από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, αλλά τονίζει ότι οι μη δεσμευτικές πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα δεν επαρκούν μόνες τους· ζητεί επειγόντως δεσμευτικούς και εκτελεστούς κανόνες και συναφείς κυρώσεις, καθώς και ανεξάρτητους μηχανισμούς παρακολούθησης·

29.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τον νέο κανονισμό για το σύστημα γενικευμένων προτιμήσεων (ΣΓΠ +), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2014(10), ως βασικό μέσο της ενωσιακής εμπορικής πολιτικής που προωθεί τα ανθρώπινα και εργασιακά δικαιώματα, την προστασία του περιβάλλοντος και τη χρηστή διακυβέρνηση στις ευάλωτες αναπτυσσόμενες χώρες· επικροτεί, ειδικότερα, τον αυστηρό και συστηματικό μηχανισμό παρακολούθησης του ΣΓΠ + και ζητεί να δοθεί έμφαση στην αποτελεσματική εφαρμογή, σε εθνικό επίπεδο, των συμβάσεων που περιλαμβάνονται στη σύμβαση·

30.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη της πρέπει να διαφυλάξουν τα ανθρώπινα δικαιώματα· επισημαίνει ότι οι εμπορικές συμφωνίες εν γένει μπορούν να συμβάλουν στην ενίσχυση του παγκόσμιου, βασισμένου σε κανόνες εμπορικού συστήματος και ότι το εμπόριο πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις αξίες, όπως ανάφερε πρόσφατα η Επιτροπή στη νέα εμπορική στρατηγική της με τίτλο «Εμπόριο για όλους»· υπενθυμίζει την ανάγκη να εκτιμηθεί ο δυνητικός αντίκτυπος στα ανθρώπινα δικαιώματα των εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών και να ενσωματωθούν σε αυτή τη βάση όλες οι απαραίτητες ρήτρες και διασφαλίσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι οποίες μπορούν να αμβλύνουν και να αντιμετωπίσουν τους εντοπιζόμενους κινδύνους που έχουν αντίκτυπο στα ανθρώπινα δικαιώματα· ζητεί από την Επιτροπή να λάβει όλα τα απαραίτητα και δυνατά μέτρα με στόχο την ανάληψη ολιστικής και συνεκτικής δράσης, και ζητεί μετ’ επιτάσεως τη συστηματική συμπερίληψη, στις εμπορικές και επενδυτικές συμφωνίες, κανόνων σχετικά με την ευθύνη των εταιρειών για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που θα εφαρμόζονται σε εθνικό επίπεδο, καθώς και παραπομπές σε διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές και κατευθυντήριες γραμμές·

31.  καλεί την Επιτροπή να καταθέσει επειγόντως νομοθετική πρόταση για τον έλεγχο των εξαγωγών ειδών διπλής χρήσης, δεδομένου ότι οι τεχνολογίες που αναπτύσσονται από ευρωπαϊκές εταιρείες εξακολουθούν να προκαλούν παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανά τον κόσμο·

32.  ζητεί την ανάπτυξη ενός συνεκτικού συνόλου κανόνων δικαίου, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων που διέπουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, τη δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το εφαρμοστέο δίκαιο, και τη δικαστική αρωγή σε διασυνοριακές καταστάσεις στις οποίες εμπλέκονται τρίτες χώρες·

33.  ενθαρρύνει τον προβληματισμό όσον αφορά την επέκταση των κανόνων δικαιοδοσίας στο πλαίσιο του κανονισμού Βρυξέλλες I(11) στους κατηγορούμενους από τρίτες χώρες σε προσφυγές κατά εταιρειών που έχουν σαφή σύνδεσμο με ένα κράτος μέλος μεταξύ άλλων – είτε διότι έχουν την έδρα τους ή ασκούν σημαντικές δραστηριότητες σε αυτό είτε διότι ο κύριος τόπος επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων είναι στην ΕΕ – ή εταιρειών για τις οποίες η ΕΕ αποτελεί σημαντική αγορά·

34.  ζητεί καλύτερη πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία μέσα από τη βελτίωση των διαδικασιών που αφορούν τη δημοσιοποίηση των στοιχείων·

35.  υπενθυμίζει ότι, όταν οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαπράττονται από επιχειρήσεις, οι ενέργειες αυτές μπορεί να ενέχουν προσωπική ποινική ευθύνη, και ζητεί οι υπεύθυνοι για τα εγκλήματα αυτά να διώκονται στο κατάλληλο επίπεδο· καλεί τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν τα νομικά, διαδικαστικά και πρακτικά εμπόδια που δεν επιτρέπουν στις διωκτικές αρχές να διερευνούν και να ασκούν διώξεις σε εταιρείες και/ή στους εκπροσώπους τους όταν εμπλέκονται σε εγκλήματα που σχετίζονται με παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

36.  καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να ενεργήσουν σύμφωνα με το άρθρο 83 ΣΛΕΕ και να θεσπίσουν ελάχιστους κανόνες σχετικά με τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων στους τομείς της ιδιαιτέρως σοβαρής εγκληματικότητας με διασυνοριακή διάσταση που αφορούν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται από επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τον αντίκτυπο των αδικημάτων αυτών και την ειδική ανάγκη να καταπολεμηθούν σε κοινή βάση.

37.  υπογραμμίζει ότι η πλήρης τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην αλυσίδα παραγωγής έχει θεμελιώδη σημασία και δεν είναι απλώς ένα ζήτημα επιλογής για τους καταναλωτές· συνιστά, για να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση των παραγωγών και των καταναλωτών, τη δημιουργία σε προαιρετική βάση, σε επίπεδο ΕΕ, ενός σήματος το οποίο θα πιστοποιεί ότι τα προϊόντα είναι «χωρίς παραβιάσεις» και θα παρακολουθείται από ανεξάρτητο οργανισμό που θα διέπεται από αυστηρούς κανόνες και θα διαθέτει εξουσίες ελέγχου, και ο οποίος θα έχει ως έργο την επαλήθευση και την πιστοποίηση του ότι δεν έχει διαπραχθεί καμιά παραβίαση σε οποιοδήποτε στάδιο της αλυσίδας παραγωγής του σχετικού εμπορεύματος· θεωρεί ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν το εν λόγω σήμα «χωρίς παραβιάσεις»· προτείνει να χορηγούνται πλεονεκτήματα στα προϊόντα που φέρουν το εν λόγω σήμα «χωρίς παραβιάσεις»·

38.  ζητεί μετ’ επιτάσεως από την Επιτροπή να δρομολογήσει ενωσιακή εκστρατεία για την εισαγωγή και προώθηση του σήματος «χωρίς παραβιάσεις», παροτρύνοντας τους ευρωπαίους καταναλωτές να προτιμούν τη χρήση προϊόντων που φέρουν το εν λόγω σήμα και καλώντας επίσης όλες τις εταιρείες και επιχειρήσεις να υιοθετήσουν τις βέλτιστες πρακτικές σε σχέση με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα συναφή θέματα·

39.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται για τη διασφάλιση της ουσιαστικής προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται, τα κενά που συνεχίζουν να υπάρχουν στην προστασία αυτή και τις προτεινόμενες μελλοντικές δράσεις για την αντιμετώπιση των κενών αυτών·

o
o   o

40.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, την Αντιπρόεδρο της Επιτροπής/Ύπατη Εκπρόσωπο της Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας, τον Ειδικό Εντεταλμένο της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης.

(1) http://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-11855-2012-INIT/el/pdf
(2) http://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-10897-2015-INIT/el/pdf
(3) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0470.
(4) ΕΕ C 316 της 30.8.2016, σ. 141.
(5) ΕΕ C 181 της 19.5.2016, σ. 2.
(6) ΕΕ C 24 της 22.1.2016, σ. 28.
(7) ΕΕ C 24 της 22.1.2016, σ. 33.
(8) https://www.unglobalcompact.org/what-is-gc/mission/principles
(9) ΕΕ L 201 της 26.7.2013, σ. 60.
(10) http://ec.europa.eu/trade/policy/countries-and-regions/development/generalised-scheme-of-preferences/
(11) http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=URISERV%3Al33054


Στρατηγική της ΕΕ για το υγροποιημένο φυσικό αέριο και την αποθήκευση φυσικού αερίου
PDF 548kWORD 70k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ για το υγροποιημένο φυσικό αέριο και την αποθήκευση φυσικού αερίου (2016/2059(INI))
P8_TA(2016)0406A8-0278/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 16ης Φεβρουαρίου 2016 σχετικά με μια στρατηγική της ΕΕ για το υγροποιημένο φυσικό αέριο και την αποθήκευση φυσικού αερίου (COM(2016)0049),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 25ης Φεβρουαρίου 2015, με τίτλο «Στρατηγική πλαίσιο για μια ανθεκτική Ενεργειακή Ένωση με μακρόπνοη πολιτική για την κλιματική αλλαγή» (COM(2015)0080) και τα παραρτήματά της,

–  έχοντας υπόψη την ενεργειακή στρατηγική με ορίζοντα το 2030, όπως εκτίθεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 22ας Ιανουαρίου 2014, με τίτλο «Πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια κατά την περίοδο από το 2020 έως το 2030» (COM(2014)0015),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 23ης Ιουλίου 2014, με τίτλο «Η ενεργειακή απόδοση και η συμβολή της στην ενεργειακή ασφάλεια και το πλαίσιο του 2030 για τις πολιτικές που αφορούν το κλίμα και την ενέργεια» (COM(2014)0520),

–  έχοντας υπόψη την πέμπτη έκθεση αξιολόγησης της διακυβερνητικής επιτροπής για την κλιματική αλλαγή (IPCC) - Έκθεση ομάδας εργασίας Ι με τίτλο «Climate Change 2013: The Physical Science Basis» (Κλιματική αλλαγή 2013: τα δεδομένα των φυσικών επιστημών),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2014/94/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2014, για την ανάπτυξη υποδομών εναλλακτικών καυσίμων(1),

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία του Παρισιού που συνήφθη τον Δεκέμβριο 2015 κατά την 21η διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών (COP 21) της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος (UNFCCC),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τον Ενεργειακός Χάρτη Πορείας για το 2050 (COM(2011)0885),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 8ης Μαρτίου 2011, με τίτλο «Χάρτης πορείας για τη μετάβαση σε μια ανταγωνιστική οικονομία χαμηλών επιπέδων ανθρακούχων εκπομπών το 2050» (COM(2011)0112),

–  έχοντας υπόψη την Τρίτη Ενεργειακή Δέσμη,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 16ης Φεβρουαρίου 2016, με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για τη θέρμανση και την ψύξη» (COM(2016)0051),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για την ενεργειακή απόδοση, την τροποποίηση των οδηγιών 2009/125/ΕΚ και 2010/30/ΕΕ και την κατάργηση των οδηγιών 2004/8/ΕΚ και 2006/32/ΕΚ,

–  έχοντας υπόψη την ειδική έκθεση αριθ. 16/2015 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, με τίτλο «Βελτίωση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού μέσω ανάπτυξης της εσωτερικής αγοράς ενέργειας: απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες»,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Δεκεμβρίου 2015, με τίτλο «Η πορεία προς μια Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Ένωση»(2),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων και της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (A8-0278/2016),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το φυσικό αέριο μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο ενεργειακό σύστημα της ΕΕ τις επόμενες δεκαετίες, στη βιομηχανική παραγωγή και ως πηγή θέρμανσης στα κτίρια, και συμπληρωματικά προς την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, καθώς η ΕΕ θα επιτυγχάνει τους στόχους της σχετικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, την ενεργειακή απόδοση και τις ανανεώσιμες πηγές και θα πραγματοποιεί τη μετάβαση προς μια οικονομία χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, οπότε και ο ρόλος του φυσικού αερίου σταδιακά θα περιοριστεί υπέρ των καθαρών μορφών ενέργειας·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το φυσικό αέριο είναι ένα ορυκτό καύσιμο το οποίο εκπέμπει σημαντικές ποσότητες μεθανίου στη διάρκεια του κύκλου ζωής του (παραγωγή, μεταφορά, κατανάλωση) εάν δεν έχει τη σωστή διαχείριση· λαμβάνοντας υπόψη ότι το μεθάνιο έχει δυναμικό θέρμανσης του πλανήτη αισθητά υψηλότερο από ό,τι το διοξείδιο του άνθρακα σε χρονικό διάστημα 20 ετών και, ως εκ τούτου, σημαντικό αντίκτυπο στην κλιματική αλλαγή·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεσμευτεί να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050 κατά 80 με 95% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ευρωπαϊκή εξάρτηση από τις εισαγωγές φυσικού αερίου αναμένεται να αυξηθεί κατά τα επόμενα έτη και ότι σε ορισμένα κράτη μέλη έχει ήδη φτάσει το 100 % σε περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχουν λίγοι ή και καθόλου εναλλακτικοί προμηθευτές ή εναλλακτικές οδοί εφοδιασμού·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το υγροποιημένο φυσικό αέριο (ΥΦΑ) αντιπροσωπεύει μια ευκαιρία για την Ευρώπη τόσο από πλευράς αύξησης της ανταγωνιστικότητας με την άσκηση καθοδικής πίεσης στις τιμές του φυσικού αερίου όσο και από πλευράς αύξησης της ασφάλειας εφοδιασμού· λαμβάνοντας υπόψη ότι το φυσικό αέριο αποτελεί επίσης μια ευέλικτη εφεδρική πηγή στις ανανεώσιμες πηγές κατά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρήση φυσικού αερίου στις μεταφορές (πεπιεσμένο και υγροποιημένο φυσικό αέριο), όπως προβλέπεται στην οδηγία 2014/94/ΕΕ για την ανάπτυξη υποδομών εναλλακτικών καυσίμων, θα απέφερε σημαντικά περιβαλλοντικά οφέλη·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ πρέπει να επιδιώκει ενεργά την ανάπτυξη των εγχώριων πόρων συμβατικού φυσικού αερίου της, όπως είναι εκείνοι που ανακαλύφθηκαν στην Κύπρο·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ, ως ο δεύτερος μεγαλύτερος εισαγωγέας ΥΦΑ στον κόσμο, πρέπει να διαδραματίζει πιο προορατικό ρόλο στον διεθνή στίβο της ενεργειακής διπλωματίας·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη πως είναι σημαντικό να προωθηθεί μια ολοκληρωμένη πρόταση για αξιοποίηση των εγχώριων πηγών ενέργειας, όπως για παράδειγμα των κοιτασμάτων Φ.Α. στην κυπριακή ΑΟΖ, και να στηριχτεί η δημιουργία ενός τερματικού σταθμού υγροποίησης LNG στην Κύπρο, έτσι ώστε να αξιοποιηθούν τα κοιτάσματα και της ευρύτερης περιοχής·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ δεν είναι ακόμη σε θέση να εκμεταλλευθεί πλήρως τα οφέλη μιας ολοκληρωμένης εσωτερικής αγοράς ενέργειας λόγω της έλλειψης επαρκών διασυνδέσεων και εξαιτίας της μη ολοκληρωμένης εφαρμογής της Τρίτης Δέσμης Μέτρων για την Ενέργεια·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η στρατηγική-πλαίσιο για μια ανθεκτική Ενεργειακή Ένωση με μια μελλοντοστρεφή πολιτική για την αλλαγή του κλίματος ορίζει πέντε αμοιβαία ενισχυόμενες και στενά αλληλένδετες διαστάσεις: την ενεργειακή ασφάλεια· μια πλήρως ενοποιημένη ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, την ενεργειακή αποδοτικότητα· την απαλλαγή της οικονομίας από τις εκπομπές άνθρακα και την έρευνα, καινοτομία και ανταγωνιστικότητα· ότι η στρατηγική αυτή πρέπει επίσης να προάγει προσιτές τιμές ενέργειας για όλους·

Εισαγωγή

1.  χαιρετίζει την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Μια στρατηγική της ΕΕ για το υγροποιημένο φυσικό αέριο και την αποθήκευση φυσικού αερίου», πιστεύει ότι μια εσωτερική αγορά ενέργειας η οποία θα έχει ενσωματώσει πλήρως το ΥΦΑ και την αποθήκευση φυσικού αερίου θα διαδραματίσει κεφαλαιώδη ρόλο για την επίτευξη του τελικού στόχου μιας ανθεκτικής Ενεργειακής Ένωσης·

2.  υπενθυμίζει ότι η στρατηγική της ΕΕ για το ΥΦΑ και την αποθήκευση φυσικού αερίου είναι ένα από τα στοιχεία της Ενεργειακής Ένωσης που μετουσιώνουν τη φιλοδοξία της ΕΕ να εξελιχθεί σύντομα σε βιώσιμο, ασφαλές και ανταγωνιστικό ενεργειακό σύστημα, και επίσης αποσκοπεί στο να δοθεί τέλος στην εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές φυσικού αερίου· τονίζει ότι ένας από τους στόχους της Ενεργειακής Ένωσης είναι να καταστεί η ΕΕ παγκόσμιος ηγέτης στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας·

3.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη συμφωνία COP 21 του Παρισιού, η πολιτική της ΕΕ για το φυσικό αέριο πρέπει να προσαρμοστεί προκειμένου να συμμορφωθεί με τον συμφωνηθέντα στόχο του περιορισμού της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη κατά 1,5 C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα· λαμβάνοντας υπόψη ότι το φυσικό αέριο αναμένεται να συνεχίσει να διαδραματίζει ρόλο στο ενεργειακό σύστημα της ΕΕ έως το 2050 όταν, σύμφωνα με τη συμφωνία του Παρισιού και τον ενεργειακό χάρτη πορείας της ΕΕ, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου θα πρέπει να μειωθούν κατά 80-95 % σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, ιδίως στη βιομηχανική παραγωγή και ως πηγή θερμότητας στα κτίρια· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ρόλος του φυσικού αερίου θα περιοριστεί και ότι πρέπει σταδιακά να καταργηθεί μακροπρόθεσμα, καθώς η ΕΕ θα επιτυγχάνει τους φιλόδοξους στόχους της σχετικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, την ενεργειακή απόδοση και τις ανανεώσιμες πηγές και θα πραγματοποιεί τη μετάβαση προς μια βιώσιμη οικονομία·

4.  είναι της γνώμης ότι η ενεργειακή ασφάλεια μπορεί να επιτευχθεί με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο μέσω καλύτερου συντονισμού των εθνικών ενεργειακών πολιτικών, της εγκαθίδρυσης μιας πραγματικής Ενεργειακής Ένωσης με ενιαία ενεργειακή αγορά και μιας κοινής ενεργειακής πολιτικής, καθώς και μέσω της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών στο ζήτημα αυτό, στη βάση των αρχών της αλληλεγγύης και της εμπιστοσύνης· πιστεύει, στο πλαίσιο αυτό, ότι η περαιτέρω ολοκλήρωση της ενεργειακής πολιτικής θα πρέπει είναι προς όφελος των κρατών μελών, σύμφωνα με τις στοχεύσεις και τις διεθνείς υποχρεώσεις της ΕΕ καθώς και με τους δεδηλωμένους στόχους, και δεν θα πρέπει να έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των κρατών μελών ή των πολιτών τους· στηρίζει τις προσπάθειες για τη σφυρηλάτηση μιας κοινής θέσης της ΕΕ σε πολυμερή ενεργειακά θεσμικά όργανα και πλαίσια·

5.  θεωρεί ότι όλοι οι πολίτες της ΕΕ πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ασφαλή και οικονομικά προσιτό ενεργειακό εφοδιασμό· επισημαίνει, από αυτή την άποψη, τις τρέχουσες εξελίξεις στις παγκόσμιες αγορές ΥΦΑ, όπου η υπερπροσφορά έχει οδηγήσει σε μείωση των τιμών, κάτι που δημιουργεί την ευκαιρία για χαμηλότερο ενεργειακό κόστος για τους καταναλωτές της ΕΕ μέσω του εφοδιασμού με σχετικά φθηνότερο φυσικό αέριο· τονίζει ότι η ασφαλής, προσιτή, βιώσιμη ενέργεια αποτελεί κεντρική κινητήρια δύναμη στην ευρωπαϊκή οικονομία και είναι κεφαλαιώδης για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα· καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη της, στο πλαίσιο της ενεργειακής στρατηγικής της ΕΕ, να δώσουν προτεραιότητα στην εξάλειψη της ενεργειακής φτώχειας και να βελτιώσουν τον ενεργειακό εφοδιασμό μέσω ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών σε επίπεδο ΕΕ·

6.  τονίζει ότι η στρατηγική της ΕΕ για το ΥΦΑ πρέπει να συνάδει με τη στρατηγική-πλαίσιο για μια ανθεκτική ενεργειακή ένωση, προκειμένου να συμβάλει στην αύξηση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού, στην απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές, στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της οικονομίας και στη διαθεσιμότητα οικονομικά προσιτών και ανταγωνιστικών τιμών ενέργειας·

7.  συμφωνεί με την εκτίμηση της Επιτροπής ότι τα κράτη μέλη στην περιοχή της Βαλτικής και στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, καθώς και η Ιρλανδία –παρά τις τεράστιες προσπάθειες ανάπτυξης υποδομών που έχουν καταβληθεί από ορισμένα κράτη μέλη– εξακολουθούν να στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε έναν μόνο προμηθευτή και να είναι εκτεθειμένα σε κλυδωνισμούς και διαταραχές του εφοδιασμού·

8.  αναγνωρίζει ότι η διαθεσιμότητα ΥΦΑ, συμπεριλαμβανομένης της υποστηρικτικής υποδομής αγωγών σε αυτά τα κράτη μέλη θα μπορούσε να βελτιώσει αισθητά την τρέχουσα κατάσταση από πλευράς ασφάλειας εφοδιασμού όχι μόνο με φυσικούς αλλά και με οικονομικούς όρους, συμβάλλοντας σε πιο ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας·

9.  παροτρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν και να κινητροδοτήσουν την αποτελεσματικότερη και καλύτερη χρήση των υφιστάμενων υποδομών, συμπεριλαμβανομένης της αποθήκευσης φυσικού αερίου·

10.  εφιστά την προσοχή στις δυνατότητες που έχει η τεχνολογία μετατροπής της ηλεκτρικής ενέργειας σε αέριο να αποθηκεύει ανανεώσιμη ενέργεια και να την καθιστά χρησιμοποιήσιμη ως αέριο με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα για μεταφορές, θέρμανση και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας·

11.  τονίζει την ανάγκη να καταστεί το σύστημα φυσικού αερίου της ΕΕ περισσότερο διαφοροποιημένο και ευέλικτο, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στον βασικό στόχο της ενεργειακής ένωσης για ασφαλή, ανθεκτικό και ανταγωνιστικό εφοδιασμό με φυσικό αέριο· καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει στρατηγική η οποία θα στοχεύει στον μακροπρόθεσμο περιορισμό της εξάρτησης της ΕΕ από το φυσικό αέριο αντανακλώντας τη δέσμευσή της για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050 κατά 80% έως 95% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990· τονίζει εν προκειμένω ότι η αντιμετώπιση της ενεργειακής απόδοσης ως «πρώτου καυσίμου» θα οδηγούσε σε σημαντική μείωση της εξάρτησης της ΕΕ από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα·

12.  υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο έχει ζητήσει επανειλημμένα τη θέσπιση δεσμευτικών στόχων για το κλίμα και την ενέργεια με ορίζοντα το 2030 για εγχώρια μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 40 %, επίτευξη ποσοστού τουλάχιστον 30 % για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και 40 % για την ενεργειακή απόδοση, οι οποίοι θα υλοποιηθούν μέσω επιμέρους εθνικών στόχων·

13.  τονίζει την ανάγκη, προτού υποστηριχθούν νέοι τερματικοί σταθμοί επαναεριοποίησης, να προωθηθεί η πλέον αποτελεσματική χρήση των υφιστάμενων τερματικών σταθμών ΥΦΑ από διασυνοριακή προοπτική ώστε να αποφευχθεί η περιχαράκωση σε συγκεκριμένες τεχνολογίες ή μη αξιοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με τα ορυκτά καύσιμα και να διασφαλιστεί ότι το κόστος τυχόν νέων έργων δεν θα βαρύνει τους καταναλωτές· πιστεύει ότι η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει προσεκτικά την ανάλυσή της για τη ζήτηση φυσικού αερίου και τις εκτιμήσεις κινδύνων και αναγκών·

Συμπλήρωση των κενών σε υποδομές

Υποδομές ΥΦΑ

14.  υπενθυμίζει ότι η ΕΕ συνολικά είναι επαρκώς εφοδιασμένη με τερματικούς σταθμούς επαναεριοποίησης ΥΦΑ, ενώ αναγνωρίζει ότι λόγω της χαμηλής εσωτερικής ζήτησης φυσικού αερίου τα περασμένα χρόνια και της σχετικά υψηλής τιμής του ΥΦΑ σε παγκόσμιο επίπεδο, αρκετοί τερματικοί σταθμοί επαναεριοποίησης ΥΦΑ της ΕΕ εμφανίζουν χαμηλά ποσοστά χρησιμοποίησης· υπογραμμίζει ότι όλα τα κράτη μέλη, ιδίως εκείνα που εξαρτώνται από έναν μοναδικό προμηθευτή, πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ΥΦΑ, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω άλλων κρατών μελών

15.  υπογραμμίζει ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε λύσεις που να βασίζονται στην αγορά και στη χρησιμοποίηση υφιστάμενων υποδομών ΥΦΑ σε περιφερειακό επίπεδο· επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι λύσεις μπορούν να διαφέρουν ανάλογα με τις εθνικές ιδιαιτερότητες και τις ιδιαιτερότητες της αγοράς, όπως το επίπεδο διασυνδεσιμότητας, η διαθεσιμότητα λύσεων αποθήκευσης και η διάρθρωση της αγοράς·

16.  τονίζει ότι προκειμένου να αποφευχθούν μη αξιοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού, πρέπει να εκπονηθεί προσεκτική ανάλυση των εναλλακτικών λύσεων και επιλογών για τον εφοδιασμό με ΥΦΑ από περιφερειακή οπτική γωνία, καθώς και από την οπτική γωνία της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της Ένωσης για το κλίμα και την ενέργεια και την αρχή της γεωγραφικής ισορροπίας, πριν αποφασιστούν νέες υποδομές έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η ασφάλεια του εφοδιασμού και η αποτελεσματικότερη χρήση των υφιστάμενων υποδομών·

17.  υπογραμμίζει τη σημασία της περιφερειακής συνεργασίας κατά την κατασκευή νέων τερματικών σταθμών ΥΦΑ και διασυνδέσεων και υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη με πρόσβαση στη θάλασσα πρέπει να συνεργάζονται στενά με τις περίκλειστες χώρες, ώστε να αποφεύγονται οι υπέρμετρες επενδύσεις σε περιττά και οικονομικά ασύμφορα έργα· τονίζει ότι, στο πλαίσιο αυτό, μια καλύτερη αξιοποίηση των διαδρόμων Δύσης-Ανατολής και Νότου-Βορρά με βελτιωμένη δυναμικότητα αντίστροφης ροής θα αύξανε τις επιλογές εφοδιασμού με ΥΦΑ· πιστεύει ότι θα μπορούσαν να αναπτυχθούν από κοινού οι γνώσεις και η πληροφόρηση επί ζητημάτων όπως οι μονάδες αποθήκευσης ενέργειας και οι διαδικασίες διαγωνισμού για ΥΦΑ και αγωγούς διασύνδεσης· πιστεύει ακράδαντα ότι η στρατηγική της ΕΕ πρέπει να διασφαλίσει την προσβασιμότητα του ΥΦΑ σε περιφερειακό επίπεδο σε ολόκληρη την Ευρώπη·

18.  παροτρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καταρτίσουν στρατηγικές για τη στήριξη εγκαταστάσεων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον για τη διαχείριση της μεταφοράς και της αποθήκευσης ανανεώσιμου φυσικού αερίου·

19.  τονίζει ότι η στρατηγική αυτή πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τη χρήση ΥΦΑ ως εναλλακτική λύση για την ανάπτυξη των υποδομών μεταφοράς και διανομής φυσικού αερίου στις περιοχές στις οποίες αυτή δεν είναι οικονομικά αποδοτική· παρατηρεί ότι οι μικρές εγκαταστάσεις ΥΦΑ μπορούν να αποτελέσουν βέλτιστη υποδομή για την αύξηση της χρήσης του φυσικού αερίου σε περιοχές στις οποίες οι επενδύσεις σε υποδομές αερίου είναι ασύμφορες, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης χρήσης του αερίου για την παραγωγή θερμότητας και για τον περιορισμό των λεγόμενων χαμηλών εκπομπών·

20.  παροτρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να υλοποιήσουν πλήρως βασικά έργα κοινού ενδιαφέροντος (ΕΚΕ) και να προσδώσουν υψηλή προτεραιότητα κυρίως στα πλέον οικονομικά και περιβαλλοντικώς αποδοτικά έργα που έχουν εντοπιστεί από τις τρεις περιφερειακές ομάδες υψηλού επιπέδου· υπογραμμίζει ότι δεν αρκεί η κατασκευή τερματικών σταθμών ΥΦΑ οι οποίοι είναι απαραίτητοι και συνάδουν με τη ζήτηση φυσικού αερίου, και ότι η υποστηρικτική υποδομή αγωγών με τα κατάλληλα τιμολόγια είναι απαραίτητη προκειμένου να υπάρξουν οφέλη έξω από τις χώρες-αποδέκτες·

21.  χαιρετίζει το γεγονός ότι σημαντικά έργα ΥΦΑ (π.χ. ο διάδρομος Βορρά-Νότου) ορίζονται ως έργα κοινού ενδιαφέροντος· καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει πλήρως τις βαλκανικές χώρες κατά τον σχεδιασμό κατασκευής του αγωγού φυσικού αερίου και του δικτύου ΔΕΔ-Μ για να διασφαλίσει τον καίριο ρόλο του ενεργειακού τομέα της ΕΕ στην περιοχή·

22.  υπογραμμίζει την πρόταση της Επιτροπής στην υπό εξέλιξη επανεξέταση του Κανονισμού για την Ασφάλεια του Εφοδιασμού, να επανεξεταστούν οι υφιστάμενες εξαιρέσεις αντίστροφης ροής στις διασυνδέσεις και επιδοκιμάζει τον αυξημένο ρόλο του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER) στη διαδικασία αυτή· επισημαίνει την υποστελέχωση και την έλλειψη πόρων του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER)· υπογραμμίζει την ανάγκη να παρασχεθούν στον ACER οι αναγκαίοι πόροι, και ιδίως επαρκές ίδιο προσωπικό, ώστε να μπορέσει να εκπληρώσει τα εκ του νόμου απορρέοντα καθήκοντά του·

Υποδομή αποθήκευσης

23.  υπενθυμίζει ότι η γεωλογία αποτελεί μείζονα καθοριστικό παράγοντα κατά την ανάπτυξη νέων μονάδων αποθήκευσης φυσικού αερίου και παρατηρεί την υφιστάμενη πλεονάζουσα δυναμικότητα σε ευρωπαϊκές μονάδες αποθήκευσης φυσικού αερίου· υπογραμμίζει ότι η περιφερειακή συνεργασία και ένα επαρκές επίπεδο διασυνδέσεων φυσικού αερίου, καθώς και η άρση των εσωτερικών σημείων συμφόρησης, θα μπορούσαν να βελτιώσουν αισθητά το ποσοστό χρησιμοποίησης των υφιστάμενων μονάδων αποθήκευσης φυσικού αερίου· υπογραμμίζει την ανάγκη να διασφαλιστεί η εφαρμογή των υψηλότερων περιβαλλοντικών προτύπων κατά τον σχεδιασμό, την κατασκευή και τη χρήση των υποδομών αποθήκευσης ΥΦΑ·

24.  υπενθυμίζει ότι η διασυνοριακή προσβασιμότητα των μονάδων αποθήκευσης φυσικού αερίου αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία για την εφαρμογή της αρχής της ενεργειακής αλληλεγγύης σε περιπτώσεις ελλείψεων φυσικού αερίου ή έκτακτης ανάγκης·

25.  υπογραμμίζει ότι η πιο εκτεταμένη χρήση της δυναμικότητας αποθήκευσης της Ουκρανίας θα είναι δυνατή μόνο αν εξασφαλιστεί ένα κατάλληλο και σταθερό εμπορικό και νομικό πλαίσιο στην Ουκρανία καθώς και η ακεραιότητα της υποδομής εφοδιασμού και με την προϋπόθεση ότι θα υφίσταται επαρκές επίπεδο διασυνδέσεων φυσικού αερίου, προκειμένου να μπορεί η ενέργεια να κυκλοφορεί ελεύθερα σε διασυνοριακό επίπεδο χωρίς φυσικά εμπόδια· τονίζει επιπλέον ότι καθώς ανακάμπτει βραχυπρόθεσμα ο βιομηχανικός τομέας της Ουκρανίας, ο οποίος εξαρτάται από το φυσικό αέριο, θα πρέπει να εισαχθούν πρόσθετες ποσότητες φυσικού αερίου· θεωρεί ότι η ΕΕ πρέπει να στηρίξει την Ουκρανία στη μετάβαση από την εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο στο ΥΦΑ·

Σύνδεση ΥΦΑ και αποθήκευσης με τις αγορές

26.  υπογραμμίζει τη σημασία του έργου περιφερειακών ομάδων υψηλού επιπέδου, όπως είναι η ομάδα υψηλού επιπέδου Κεντρικής Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης για τη Συνδεσιμότητα Φυσικού Αερίου (CESEC), η ομάδα του Σχεδίου Διασύνδεσης των Αγορών Ενέργειας της περιοχής της Βαλτικής (BEMIP) και η ομάδα της Νοτιοδυτικής Ευρώπης· πιστεύει ότι αυτός ο τύπος εθελοντικής περιφερειακής συνεργασίας είναι άκρως αποτελεσματικός και χαιρετίζει το διαμεσολαβητικό ρόλο της Επιτροπής σε αυτές τις διευθετήσεις· τονίζει την ανάγκη για πραγματιστική και έγκαιρη εκτέλεση των σχεδίων δράσης που εγκρίνονται και ζητεί στενή παρακολούθηση της εφαρμογής·

27.  υπογραμμίζει τη σημασία της εξεύρεσης οικονομικά αποδοτικών και περιβαλλοντικά βιώσιμων επιλογών ενεργειακού εφοδιασμού για την αύξηση της μακροπρόθεσμης ασφάλειας εφοδιασμού για την Ιβηρική Χερσόνησο, τη νότια και νοτιοανατολική περιφέρεια, τα κράτη της Βαλτικής και την Ιρλανδία, τα οποία δεν είναι καλά συνδεδεμένα και/ή ενσωματωμένα στην εσωτερική αγορά ενέργειας· υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη να παρασχεθεί στήριξη στις πλέον ευάλωτες χώρες που εξακολουθούν να αποτελούν ενεργειακές νησίδες, όπως η Κύπρος και η Μάλτα, προκειμένου να διαφοροποιήσουν τις ενεργειακές τους πηγές και τις οδούς εφοδιασμού τους· στο πλαίσιο αυτό τονίζει ότι το ΥΦΑ και η αποθήκευση φυσικού αερίου πρέπει να συμβάλλουν στον τερματισμό της κάθε είδους ενεργειακής απομόνωσης που πλήττει τα κράτη μέλη και τις περιφέρειες της ΕΕ·

28.  ζητεί παραγωγή φυσικού αερίου στις περιοχές της Μεσογείου, του Εύξεινου Πόντου και της Κασπίας, καθώς και διασύνδεση περίκλειστων χωρών της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης με αυτές τις νέες δυνατότητες, προκειμένου να διαφοροποιηθούν οι πηγές εφοδιασμού στις εν λόγω περιοχές· σημειώνει ότι αυτό θα επιτρέψει τον ανταγωνισμό μεταξύ φυσικού αερίου διαφορετικής προέλευσης και θα αντικαταστήσει εισαγωγές όγκων φυσικού αερίου στο πλαίσιο συμβάσεων τιμολόγησης βάσει τιμής πετρελαίου, αυξάνοντας κατά αυτόν τον τρόπο τη διαπραγματευτική ισχύ των κρατών μελών· τονίζει ότι καμία μεμονωμένη πηγή ενέργειας δεν θα μπορέσει ποτέ να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες της ΕΕ και ότι η ποικιλομορφία τόσο από τις εγχώριες όσο και από τις ξένες αγορές είναι καθοριστική· θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι πρέπει να επιδιωχθεί ενεργητικά η ανάπτυξη των εγχώριων πόρων συμβατικού φυσικού αερίου που ανακαλύφθηκαν στην Κύπρο·

29.  υποστηρίζει τη φιλοδοξία της Επιτροπής να προσφέρει περισσότερες πληροφορίες και βοήθεια σε αναδόχους έργων σχετικά με διάφορες επιλογές χρηματοδότησης έργων, όπως είναι το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ), ο Μηχανισμός «Συνδέοντας την Ευρώπη», τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία (ΕΔΕΤ) και σχετικά με διάφορες τεχνικές λύσεις·

30.  παρατηρεί ότι η εξεύρεση οικονομικά αποδοτικών και περιβαλλοντικά βιώσιμων λύσεων πρέπει να είναι κεφαλαιώδης αρχή για την επίτευξη του ενωσιακού και περιφερειακού βέλτιστου και καλεί την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να διαθέτουν τους περιορισμένους διαθέσιμους πόρους στην ανάπτυξη κρίσιμων υποδομών με στόχο την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων για υποδομές και διασυνδέσεις ΥΦΑ·

31.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι το 2015 οι εισαγωγές αερίου από τη Ρωσία ήσαν κατά 7 % υψηλότερες σε σύγκριση με το 2014 και για το γεγονός ότι το 41 % των εισαγωγών αερίου από χώρες εκτός ΕΕ το 2015 προήλθε από τη Ρωσία· υπογραμμίζει τον ζωτικό ρόλο του ΥΦΑ και της αποθήκευσης αερίου, σε συνδυασμό με την αύξηση της αποδοτικότητας και την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, για τη μείωση της εξάρτησης από το ρωσικό αέριο·

32.  εκφράζει ανησυχία για τον προτεινόμενο διπλασιασμό της δυναμικότητας στον αγωγό Nord Stream και τις αντιπαραγωγικές επιπτώσεις που θα είχε αυτό στην ενεργειακή ασφάλεια και στη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού, καθώς και στην αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών· υπογραμμίζει τις γεωπολιτικές συνέπειες του έργου αυτού και τις βασικές αρχές μιας πλήρως ολοκληρωμένης, ασφαλούς, ανταγωνιστικής και βιώσιμης Ενεργειακής Ένωσης, τονίζοντας ότι ως εκ τούτου δεν πρέπει να επωφεληθεί από τη χρηματοδοτική στήριξη της ΕΕ ούτε από παρεκκλίσεις από το δίκαιο της ΕΕ· υπογραμμίζει ότι ο διπλασιασμός της δυναμικότητας του αγωγού Nord Stream θα έδινε σε μία εταιρεία δεσπόζουσα θέση στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου, κάτι που πρέπει να αποφευχθεί·

33.  θεωρεί ότι εάν, αντίθετα με τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, κατασκευαστεί ο Nord Stream 2, θα απαιτηθεί κατ’ ανάγκη εμπεριστατωμένη αξιολόγηση της προσπελασιμότητας των τερματικών σταθμών ΥΦΑ και λεπτομερής ανάλυση της κατάσταση πραγμάτων στον διάδρομο φυσικού αερίου Βορρά-Νότου·

Ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου: εμπορικές, νομικές και ρυθμιστικές πτυχές

Ανάδειξη της ΕΕ σε ελκυστική αγορά για το ΥΦΑ

34.  παροτρύνει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν πλήρως τους κωδικούς της Τρίτης Δέσμης Μέτρων για την Ενέργεια και του δικτύου φυσικού αερίου·

35.  υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν στις αγορές φυσικού αερίου οι καλά διασυνδεδεμένοι υψηλής ρευστότητας κόμβοι φυσικού αερίου, καθώς μπορούν να διασφαλίσουν τη δημιουργία ενιαίας ολοκληρωμένης αγοράς όπου το φυσικό αέριο θα μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα διασχίζοντας τα σύνορα σύμφωνα με τα μηνύματα τιμών της αγοράς·

36.  τονίζει ότι σημαντικά αποθέματα φυσικού αερίου στις χώρες της Βόρειας Αφρικής και οι πρόσφατες ανακαλύψεις στην Ανατολική Μεσόγειο δίνουν στην περιοχή την ευκαιρία να αναδειχθεί ως δυναμικό κέντρο για τη μεταφορά φυσικού αερίου στην Ευρώπη· πιστεύει ότι η νέα δυναμικότητα ΥΦΑ που αναπτύσσεται στη Μεσόγειο θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για έναν κόμβο υποδομών·

37.  επιμένει ότι η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου και η εξάλειψη των ρυθμιστικών φραγμών θα βελτίωνε σημαντικά τη ρευστότητα των αγορών φυσικού αερίου· παροτρύνει τους ενδιαφερόμενους να οριστικοποιήσουν τον κωδικό δικτύου σε σχέση με κανόνες που διέπουν τις εναρμονισμένες δομές τιμολογίων μεταφοράς για το φυσικό αέριο το ταχύτερο δυνατό·

38.  υπενθυμίζει τη συνεχή ανάγκη για ενεργό συνεργασία μεταξύ των κυβερνήσεων, των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και των κύριων ενδιαφερομένων μερών όσον αφορά τις διασυνοριακές επενδύσεις, λαμβάνοντας πάντα υπόψη την ευρωπαϊκή προοπτική πέραν των εθνικών συμφερόντων·

Αποθήκευση φυσικού αερίου στην εσωτερική αγορά

39.  υπογραμμίζει την ανάγκη να αναπτυχθούν εναρμονισμένες δομές τιμολογίων σε ολόκληρη την ΕΕ και να αυξηθεί η διαφάνεια στον ορισμό των τιμών έτσι ώστε να επιτευχθεί υψηλότερο ποσοστό χρησιμοποίησης των υφιστάμενων μονάδων αποθήκευσης φυσικού αερίου· υποστηρίζει ότι ο κωδικός δικτύου σχετικά με κανόνες που διέπουν τις εναρμονισμένες δομές τιμολογίων μετάδοσης για το φυσικό αέριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη εναρμόνισης·

40.  υποστηρίζει την πρόταση της Επιτροπής να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη βιομεθανίου και άλλων ανανεώσιμων αερίων που συμμορφώνονται με τα σχετικά ποιοτικά πρότυπα της ΕΕ όσον αφορά τη μεταφορά, τη διανομή και την αποθήκευση φυσικού αερίου· συνιστά απ’ αυτή την άποψη να εξεταστούν οι τεχνικές παράμετροι, η ποιότητα του αερίου, η οικονομική αποδοτικότητα, οι οικονομίες κλίμακας και ενδεχόμενες λύσεις τοπικού ή περιφερειακού δικτύου·

41.  παροτρύνει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν πλήρως την τρίτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια, ιδίως τις διατάξεις που αφορούν την παροχή πρόσβασης σε βιομεθάνιο στο δίκτυο και σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης· επισημαίνει εν προκειμένω την οδηγία 2009/73/ΕΚ, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε, λαμβάνοντας υπόψη τις απαραίτητες απαιτήσεις ποιότητας, να παρέχεται στο βιοαέριο και στο φυσικό αέριο από βιομάζα ή σε άλλα είδη φυσικού αερίου πρόσβαση χωρίς διακρίσεις στο δίκτυο φυσικού αερίου, υπό τον όρο ότι η πρόσβαση αυτή είναι συμβατή με τους σχετικούς τεχνικούς κανόνες και τις προδιαγραφές ασφαλείας σε συνεχή βάση·

42.  ενθαρρύνει τους φορείς εκμετάλλευσης ΥΦΑ και των μονάδων αποθήκευσης, σε συνεργασία με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, να αναπτύξουν νέα ευέλικτα προϊόντα και υπηρεσίες που θα συνάδουν με την υφιστάμενη νομοθεσία της ΕΕ, προκειμένου να καταστούν ελκυστικότερες η επαναεριοποίηση και η αποθήκευση ΥΦΑ και να μεγιστοποιηθεί η χρησιμοποίηση των υφιστάμενων μονάδων ΥΦΑ και αποθήκευσης·

Βελτιστοποίηση του ρόλου της αποθήκευσης για την ασφάλεια του εφοδιασμού με φυσικό αέριο

43.  υπογραμμίζει τον ρόλο των άμεσων υπηρεσιών υψηλής ευελιξίας που προσφέρει η αποθήκευση φυσικού αερίου σε ορισμένα κράτη μέλη, και επισημαίνει τον διαφορετικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η αποθήκευση κατά τη διάρκεια μιας διαταραχής του εφοδιασμού, σε σύγκριση με το ΥΦΑ, όπου οι εφοδιαστικοί όροι ενδέχεται να μην παρέχουν την ίδια ανταπόκριση·

44.  υπογραμμίζει τη σημασία της εξάλειψης των ρυθμιστικών φραγμών για την ανάπτυξη περιφερειακών σχημάτων αποθήκευσης· πιστεύει ότι ορισμένες μονάδες αποθήκευσης θα μπορούσαν να προσφέρουν εξατομικευμένες διεθνείς υπηρεσίες, δηλαδή υπηρεσίες αποθήκευσης συνδεδεμένες με διασυνοριακή μεταφορά· προτείνει στις περιφερειακές ομάδες υψηλού επιπέδου να συνεργαστούν πιο εκτεταμένα για την εξεύρεση καινοτόμων λύσεων σχετικά με το πώς να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά σε περιφερειακό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο στρατηγικά πολύτιμα στοιχεία ενεργητικού·

Η ΕΕ ως παίκτης στις διεθνείς αγορές ΥΦΑ

45.  παρατηρεί την αναδυόμενη παγκόσμια τάση για αύξηση της δυναμικότητας υγροποίησης και τον πιθανό αντίκτυπό της στις ευρωπαϊκές αγορές φυσικού αερίου·

46.  θεωρεί ότι με την ανάδειξή της ως σημαντικής αγοράς, η ΕΕ μπορεί να συμβάλει στην εξέλιξη των κανόνων εμπορίας αερίου, με στόχο τη βελτιωμένη ευελιξία και τη σύγκλιση των παγκόσμιων αγορών φυσικού αερίου·

47.  στηρίζει την Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης και τα κράτη μέλη στην ενεργό άσκηση της ενεργειακής διπλωματίας, ώστε να προωθηθεί μια βασισμένη σε κανόνες, διαφανής και λειτουργική παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου·

48.  τονίζει τη σημασία που έχει να μειωθεί ή να εξαλειφθεί η εξάρτηση της ΕΕ για φυσικό αέριο και πετρέλαιο από εισαγωγές από αυταρχικά καθεστώτα που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα για την τήρηση των ιδρυτικών αξιών της ΕΕ και για την αποτελεσματικότητα της εξωτερικής δράσης της ΕΕ·

49.  ζητεί, αφενός, μεγαλύτερη θεσμική σύγκλιση και συνέργεια, ιδίως δε την καλύτερη ενσωμάτωση των προτεραιοτήτων εξωτερικής ενεργειακής ασφάλειας στις πολιτικές που ακολουθεί η Αντιπρόεδρος της Επιτροπής/Ύπατη Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (ΑΕ/ΥΕ) και, αφετέρου, καλύτερο συντονισμό μεταξύ της ΑΕ/ΥΕ και των αρμόδιων Επιτρόπων· καλεί την ΑΕ/ΥΕ μαζί με τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τα υπάρχοντα μέσα και να καθιερώσουν νέα μέσα ενεργειακής συνεργασίας με τους τωρινούς και τους εν δυνάμει προμηθευτές, καθώς και με τα κράτη διέλευσης και άλλους βασικούς παράγοντες· καλεί, στο πλαίσιο αυτό, την ΑΕ/ΥΕ να ενημερώνει τακτικά το Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του σχεδίου δράσης της ΕΕ για την ενεργειακή διπλωματία·

50.  υπογραμμίζει την ανάγκη να εξαλειφθούν οι φραγμοί στο παγκόσμιο ελεύθερο εμπόριο ΥΦΑ, η παραγωγή του οποίου πρέπει να είναι βιώσιμη· παροτρύνει, από αυτή την άποψη, τους παράγοντες χάραξης πολιτικής στις ΗΠΑ να αυξήσουν την επενδυτική βεβαιότητα εισάγοντας σαφή κριτήρια και προθεσμίες στη διαδικασία έγκρισης για εξαγωγές φυσικού αερίου σε χώρες με τις οποίες δεν έχει υπογραφεί συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών·

51.  υπογραμμίζει την ανάγκη να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση όσον αφορά τις περιβαλλοντικές, κλιματικές και κοινωνικές επιπτώσεις του εισαγόμενου ΥΦΑ σε φόρουμ για το παγκόσμιο ελεύθερο εμπόριο· υπογραμμίζει, ειδικότερα, την ανάγκη να διασφαλίζεται ότι ελαχιστοποιούνται οι διαφεύγουσες εκπομπές μεθανίου·

52.  τονίζει ότι η χρήση του ΥΦΑ μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τις θαλάσσιες και οδικές μεταφορές, υπό τον όρο ότι καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για την ελαχιστοποίηση της διαρροής μεθανίου σε όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του καυσίμου, συμπεριλαμβανομένων των σταδίων παραγωγής, διανομής και καύσης· ζητεί ως εκ τούτου τη λήψη των κατάλληλων μέτρων για την ελαχιστοποίηση της διαρροής μεθανίου στη συνολική αλυσίδα ΥΦΑ με τη χρήση των καλύτερων διαθέσιμων τεχνολογιών και για την εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης της Ε&Α για τον σκοπό αυτό·

53.  τονίζει ότι το εμπόριο διαδραματίζει καίριο ρόλο στην ενεργειακή ασφάλεια και ότι οι ισχυρές συνεργασίες στον τομέα της ενέργειας, οι οποίες ενισχύονται από τη συμπερίληψη των κεφαλαίων περί ενέργειας στις εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ, αποτελούν σημαντικά εργαλεία· θεωρεί ότι είναι ζωτικής σημασίας η εμπορική πολιτική της ΕΕ να ενισχύει την ενεργειακή διαφοροποίηση της Ένωσης και των κρατών μελών και να μειώνει την εξάρτησή τους από την εισαγόμενη ενέργεια από πολύ λίγους προμηθευτές· τονίζει ότι η ΕΕ πρέπει να διερευνήσει τις δυνατότητες νέων εταιρικών σχέσεων, να επανεξετάσει τις υπάρχουσες και να προχωρήσει σε συνομιλίες ειδικά προσανατολισμένες στην ενέργεια με άλλους εταίρους, μεταξύ άλλων στις περιοχές της Κεντρικής Ασίας, της Βόρειας Αφρικής και της αμερικανικής ηπείρου· επισημαίνει ότι η ΕΕ πρέπει να διαδραματίζει πιο προορατικό ρόλο στον διεθνή στίβο της ενεργειακής διπλωματίας· ζητεί μεγαλύτερη συνέπεια μεταξύ των εμπορικών και ενεργειακών πολιτικών της ΕΕ· υπογραμμίζει την ανάγκη να αυξηθεί η διαφάνεια στις διεθνείς διαπραγματεύσεις όσον αφορά το ΥΦΑ· πιστεύει ότι οι τρέχουσες και μελλοντικές διαπραγματεύσεις με εταίρους όπως οι ΗΠΑ και η Αυστραλία πρέπει να περιλαμβάνουν ισχυρή ενεργειακή συνιστώσα· υπογραμμίζει ότι η ΕΕ πρέπει να συνεργάζεται στενά με τους διεθνείς εταίρους προς μία ανταγωνιστική και διαφανή παγκόσμια αγορά ΥΦΑ·

54.  υπενθυμίζει ότι, προκειμένου να ανταποκριθούν στις σημερινές προκλήσεις και να υλοποιήσουν τους στόχους ενεργειακής και κλιματικής αλλαγής στο πλαίσιο της παγκόσμιας περιορισμών σε αυτούς τους τομείς πολιτικής, η ΕΕ και τα κράτη μέλη της πρέπει, βάσει των υφιστάμενων νομικών πλαισίων και των πολυμερών συμφωνιών, να αναλάβουν επίσης κοινή δράση στη διεθνή σκηνή θέτοντας τα ζητήματα της ενεργειακής ασφάλειας και της αειφορίας στα διεθνή εμπορικά φόρουμ, μεταξύ άλλων με χώρες εταίρους που εξαρτώνται από τις εισαγωγές αερίου· τονίζει ότι, ταυτόχρονα, η ΕΕ πρέπει να στηρίξει και να προωθήσει την ενεργειακή απόδοση·

55.  θεωρεί ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική η εμπορική πολιτική που δημιουργεί σοβαρές ευκαιρίες για τις ιδιωτικές και δημόσιες εταιρίες των κρατών μελών της ΕΕ σε καθαρές, ασφαλείς και αποδοτικές ενεργειακές τεχνολογίες, ιδίως ενόψει της παγκοσμίως αυξανόμενης ζήτησης ενέργειας· ζητεί να μειωθεί σημαντικά η δασμολόγηση των καθαρών τεχνολογιών στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας για τα Πράσινα Αγαθά και επίσης στο πλαίσιο των Συμφωνιών Ελεύθερων Συναλλαγών της ΕΕ, οι οποίες πρέπει να αντιμετωπίσουν τους μη δασμολογικούς φραγμούς στο εμπόριο των πηγών ενέργειας·

56.  τονίζει τη σημασία που έχει το κεφάλαιο «Ενέργεια και πρώτες ύλες» της Συμφωνίας Διατλαντικής Εμπορικής και Επενδυτικής Εταιρικής Σχέσης (TTIP) για την ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ· χαιρετίζει το έργο της Επιτροπής για την άρση των περιορισμών στην εξαγωγή αερίου από τις ΗΠΑ στην ΕΕ·

57.  θεωρεί ότι τα 12,2 δισ. κ.μ. ετησίως που προστίθενται στην αγορά το 2016 μέσω του ΥΦΑ του τερματικού σταθμού Sabine Pass στην Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα των επιπλέον 74 δισ. κ.μ. μέσω διαφόρων έργων στις ΗΠΑ πριν από το 2020, αποτελούν σημαντική ευκαιρία για την Ευρώπη να αυξήσει τους δεσμούς της στο εμπόριο ενέργειας με τις ΗΠΑ· πιστεύει ότι η ολοκλήρωση των εργασιών σχετικά με το κεφάλαιο «Ενέργεια και πρώτες ύλες» της ΤΤΙΡ θα προωθήσει σημαντικά τις επιλογές της ΕΕ για εφοδιασμό με αέριο·

58.  θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες δεν πρέπει να περιορίζονται ως προς την άσκηση δραστηριότητας στις ενεργειακές αγορές τρίτων χωρών υπό τους ίδιους όρους όπως οι εγχώριες εταιρείες· τονίζει ότι οι εταιρείες τρίτων χωρών που λειτουργούν στις ευρωπαϊκές αγορές ενέργειας πρέπει να συμμορφώνονται με το ευρωπαϊκό δίκαιο· υπογραμμίζει ότι τέτοιες οντότητες πρέπει να έχουν διαφανή διάρθρωση, ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός των μετόχων τους.

59.  τονίζει την ανάγκη να διασφαλιστεί η υψηλότερη δυνατή περιβαλλοντική προστασία στον σχεδιασμό, την κατασκευή και τη χρήση του ΥΦΑ καθώς και κατά την εκμετάλλευση εγχώριων αποθεμάτων και πηγών και να γίνονται σεβαστά τα διεθνή εργασιακά πρότυπα σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια κατά την εργασία· υπογραμμίζει την ανάγκη να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση όσον αφορά τις περιβαλλοντικές, κλιματικές και κοινωνικές επιπτώσεις του εισαγόμενου ΥΦΑ· υπενθυμίζει την ανάγκη να εξασφαλίζεται η συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων και να χρησιμοποιούνται ως βάση ρεαλιστικές εκτιμήσεις σχετικά με την κατανάλωση και -σε περίπτωση κατασκευής- στο σχεδιασμό νέων υποδομών· υπογραμμίζει τις δυνατότητες που προσφέρει η μετάβαση στο ΥΦΑ για απεξάρτηση των θαλασσίων μεταφορών από τον άνθρακα· καλεί την ΕΕ να προσφέρει χρηματοδοτική στήριξη σε ευρωπαϊκά έργα για το σκοπό αυτό·

60.  επισημαίνει ότι, με δεδομένες τις προοπτικές ανάπτυξης στην προσφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου τα επόμενα χρόνια, αυτή η στρατηγική μπορεί να συμπληρώνεται με μία εκτίμηση των αναγκών σε σκάφη για τη μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου και με μέτρα για να μπορέσει η ναυπηγική βιομηχανία της ΕΕ να επωφεληθεί από αυτή την ευκαιρία και να συμβάλει έτσι στον στόχο να αυξηθεί το μερίδιο του τομέα στο ΑΕγχΠ στο 20 % το 2020· ζητεί να θεσπιστούν προδιαγραφές ασφάλειας έτσι ώστε η μεταφορά ΥΦΑ να επιτηρείται και, αν χρειαστεί, να υπόκειται σε αυστηρότερους όρους στο πλαίσιο των μέτρων αποτροπής της τρομοκρατίας·

Βιωσιμότητα και χρήση του ΥΦΑ ως εναλλακτικού καυσίμου στις μεταφορές, τη θέρμανση και την παραγωγή ενέργειας

61.  αναγνωρίζει το δυναμικό του ΥΦΑ ως εναλλακτικού καυσίμου, τόσο στις οδικές όσο και στις θαλάσσιες μεταφορές· υπογραμμίζει ότι η ευρύτερη χρήση ΥΦΑ στις εμπορευματικές μεταφορές θα μπορούσε να συνεισφέρει στη μείωση των παγκόσμιων εκπομπών CO2, SOx και NOx, ιδίως μέσω της χρήσης περισσότερων κινητήρων ΥΦΑ στις θαλάσσιες μεταφορές·

62.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι η ύπαρξη δικτύου υποδομών εφοδιασμού αποτελεί προϋπόθεση για την ουσιαστική ανάπτυξη του ΥΦΑ ως εναλλακτικού καυσίμου στον τομέα των μεταφορών· καλεί, από αυτή την άποψη, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας 2014/94/ΕΕ για τα εναλλακτικά καύσιμα, συμπεριλαμβανομένης της εγκατάστασης σημείων ανεφοδιασμού ΥΦΑ κατά μήκος των διαδρόμων ΔΕΔ-Μ και σε θαλάσσιους λιμένες και λιμένες εσωτερικής ναυσιπλοΐας, αντικαθιστώντας τα περισσότερο ρυπογόνα συμβατικά καύσιμα· υπογραμμίζει, ωστόσο, από αυτή την άποψη ότι το ΥΦΑ δεν πρέπει να υποκαταστήσει ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η συνέπεια με τους στόχους βιωσιμότητας·

63.  ζητεί την ανάπτυξη θαλάσσιων οδών, ιδίως στο αρχιπέλαγος των Αζορών, το οποίο θα μπορούσε, δεδομένης της γεωγραφικής του θέσης, να λειτουργήσει ως βασικός σταθμός καυσίμων για τις διατλαντικές διαδρομές του ΥΦΑ· καλεί την Επιτροπή να προσφέρει χρηματοδοτική στήριξη σε ευρωπαϊκά έργα για τον σκοπό αυτόν·

64.  καλεί την Επιτροπή να δημιουργήσει, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και τις περιφέρειές τους, ένα κοινό πρόγραμμα «LNG Blue Corridors for Islands» για τον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των λιμένων του εκτεταμένου δικτύου ΔΕΔ-Μ, προκειμένου να καθοριστούν οι απαραίτητες υποδομές ΥΦΑ και να συνδεθεί το εν λόγω δίκτυο με το κεντρικό δίκτυο ΔΕΔ-Μ·

65.  καλεί τα κράτη μέλη, επιπλέον, να διασφαλίσουν την εφαρμογή της οδηγίας 2014/94/ΕΕ όσον αφορά τη δημιουργία σημείων ανεφοδιασμού CNG, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι μηχανοκίνητα οχήματα που λειτουργούν με αυτό το καύσιμο μπορούν να κυκλοφορούν σε αστικά και προαστιακά πολεοδομικά συγκροτήματα και σε άλλες πυκνοκατοικημένες περιοχές, και τουλάχιστον κατά μήκος του υφιστάμενου κεντρικού δικτύου ΔΕΔ-Μ ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα οχήματα αυτά μπορούν να κυκλοφορούν σε ολόκληρη την Ένωση·

66.  τονίζει την ανάγκη να θεσπιστούν κοινές τεχνικές προδιαγραφές για σημεία ανεφοδιασμού ΥΦΑ για πλοία θαλάσσιας και εσωτερικής ναυσιπλοΐας και μηχανοκίνητα οχήματα, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2014/94/ΕΕ· ζητεί αυστηρούς εναρμονισμένους κανόνες ασφαλείας και κατάρτισης για την αποθήκευση ΥΦΑ, τον ανεφοδιασμό με καύσιμα και τη χρήση επί του σκάφους σε ολόκληρη την Ένωση, ενώ επίσης πρέπει να επιτρέπεται η δυνατότητα ταυτόχρονης πραγματοποίησης διαδικασιών ανεφοδιασμού με καύσιμα και μεταφοράς φορτίων· τονίζει ότι το έργο αυτό πρέπει να εκτελείται σε στενή συνεργασία με τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΔΝΟ) και τον EMSA·

67.  τονίζει την ανάγκη να εξασφαλιστεί επαρκής χρηματοδότηση της Ε & Α για την ανάπτυξη βελτιωμένων τεχνολογιών για σκάφη της εσωτερικής ναυσιπλοΐας, σκάφη θαλάσσιας ναυσιπλοΐας και μηχανοκίνητα οχήματα, με στόχο την ταχεία μετάβαση σε στόχο χαμηλότερων ανθρακούχων εκπομπών, καθώς και την ανάπτυξη μη επανδρωμένων συστημάτων για την εγκατάσταση σημείων ανεφοδιασμού ΥΦΑ· καλεί επίσης την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν κίνητρα για την ανάπτυξη πλοίων και μηχανοκίνητων οχημάτων που να λειτουργούν με ΥΦΑ ή τη μετατροπή εκείνων που λειτουργούν με συμβατικά καύσιμα ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν ΥΦΑ·

68.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να δώσουν κίνητρα για τη σιδηροδρομική μεταφορά του ΥΦΑ, διότι έτσι αφενός μειώνεται η επιβάρυνση των οδικών μεταφορών και αφετέρου επιτυγχάνεται η οικολογική και ασφαλής μεταφορά ενός καυσίμου με μειωμένους ρύπους·

69.  καλεί την Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη, να εξετάσει κατά πόσον θα ήταν σκόπιμο, πλάι στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 443/2009 σχετικά με τα πρότυπα επιδόσεων για τις εκπομπές από τα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα να θεσπίσει ένα ισοδύναμο CO2 για τις εκπομπές υδρογονανθράκων, μεταξύ άλλων για σκοπούς ενημέρωσης των καταναλωτών·

70.  παρατηρεί ότι η χρήση τεχνολογίας ΥΦΑ μικρής κλίμακας σε ορισμένους τομείς, όπως οι μεταφορές μεγάλων αποστάσεων ή οι βιομηχανικές εφαρμογές υψηλής απόδοσης, θα μπορούσε όχι μόνο να συνεισφέρει στους στόχους της πολιτικής για το κλίμα αλλά θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε σημαντικό επιχειρηματικό πλεονέκτημα·

71.  σημειώνει ότι το ΥΦΑ και ειδικότερα το CNG, είναι επίσης μια βιώσιμη και ήδη διαθέσιμη λύση για τις δημόσιες μεταφορές που βοηθά στη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της ηχορρύπανσης, βελτιώνοντας έτσι τις συνθήκες διαβίωσης στα αστικά συγκροτήματα·

72.  παρατηρεί ότι, παρόλο που το ΥΦΑ και το CNG μπορούν να αποτελέσουν βιώσιμες μεταβατικές λύσεις για τη μείωση του περιβαλλοντικού αντικτύπου των μεταφορών, τα μακροπρόθεσμα οφέλη τους θα πραγματωθούν μόνο αν ταυτόχρονα προωθείται μια ομαλή μετάβαση προς τη χρήση υγροποιημένου βιοαερίου (LBG) και άλλων μορφών ανανεώσιμης ενέργειας, επίσης με εξασφάλιση της διαλειτουργικότητας των συστημάτων LNG και LBG· υπογραμμίζει ότι η στρατηγική της ΕΕ για το ΥΦΑ θα πρέπει να εντάσσεται στις ευρύτερες ευρωπαϊκές προτεραιότητες και τους στόχους για το κλίμα και την ενέργεια, και να αντιστοιχεί στη συμφωνία COP21, εστιάζοντας στη μείωση της ζήτησης, στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και στη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων·

73.  υπογραμμίζει ότι η ύπαρξη αποτελεσματικού δικτύου υποδομών ανεφοδιασμού αποτελεί προϋπόθεση για την ουσιαστική ανάπτυξη του ΥΦΑ ως εναλλακτικού καυσίμου στον τομέα των μεταφορών· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν κίνητρα για την ανάπτυξη τέτοιων υποδομών, ώστε να συμπληρωθούν τα υφιστάμενα κενά στις συνδέσεις και να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο δίκτυο εφοδιασμού·

74.  τονίζει τη σημασία της υποδομής ΥΦΑ σε θαλάσσιους και εσωτερικούς λιμένες για την προώθηση της πολυτροπικότητας, αφού μια τέτοια υποδομή θα μπορεί να χρησιμοποιείται από πλοία θαλάσσιας και εσωτερικής ναυσιπλοΐας, καθώς και από φορτηγά οχήματα για την περαιτέρω χερσαία μεταφορά του καυσίμου· καλεί τους εθνικούς και περιφερειακούς φορείς να συνεργαστούν στενά προκειμένου να ενισχύσουν την πολυλειτουργικότητα και την εκμεταλλευσιμότητα αυτής της υποδομής·

75.  θεωρεί ότι η προώθηση της χρήσης του φυσικού αερίου ως εναλλακτικού καυσίμου στις μεταφορές αποτελεί σημαντική παγκόσμια πρόκληση και ζητεί να αναληφθεί δέσμευση για την επίτευξη της μείωσης των εκπομπών μέσω του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO) και του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ)·

o
o   o

76.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στα κράτη μέλη, στη Γραμματεία της Ενεργειακής Κοινότητας και στα Συμβαλλόμενα Μέρη της Ενεργειακής Κοινότητας.

(1) ΕΕ L 307 της 28.10.2014, σ. 1.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0444.


Πώς θα καταστούν ομοιόμορφοι οι έλεγχοι της αλιείας στην Ευρώπη;
PDF 507kWORD 66k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με το πώς θα καταστούν ομοιόμορφοι οι έλεγχοι της αλιείας στην Ευρώπη (2015/2093(INI))
P8_TA(2016)0407A8-0234/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 3 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση που αναφέρεται στην ανάγκη ανάληψης δέσμευσης «για την αειφόρο ανάπτυξη της Ευρώπης», περιλαμβανομένης της μέριμνας για «υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος», και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως τα άρθρα 11, 43 και 191,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 349 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής («κανονισμός ελέγχου»),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1380/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την Κοινή Αλιευτική Πολιτική, ιδίως τα άρθρα 15 και 36,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 768/2005 για την ίδρυση Κοινοτικής Υπηρεσίας Ελέγχου της Αλιείας,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1010/2009 της Επιτροπής για θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008 του Συμβουλίου, περί δημιουργίας κοινοτικού συστήματος πρόληψης, αποτροπής και εξάλειψης της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/812 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την υποχρέωση εκφόρτωσης, ιδίως τα άρθρα 7 και 9,

–  έχοντας υπόψη τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 404/2011 της Επιτροπής για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου περί της θέσπισης κοινοτικού συστήματος ελέγχου για την εξασφάλιση της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής,

–  έχοντας υπόψη τη θέση του της 5ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1224/2009 περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής(1),

–  έχοντας υπόψη τη θέση του της 6ης Ιουλίου 2016 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 768/2005 του Συμβουλίου για την ίδρυση Κοινοτικής Υπηρεσίας Ελέγχου της Αλιείας(2),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα του της 12ης Μαΐου 2016 σχετικά με την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας στην εστίαση και στο λιανικό εμπόριο(3),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Αλιείας (A8-0234/2016),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μορφές επιθεώρησης στα διάφορα υποδείγματα έκθεσης επιθεώρησης στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 404/2011 δεν είναι εναρμονισμένες μεταξύ τους και ότι χρησιμοποιούνται διαφορετικές ονομασίες για τα ίδια θέματα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται επιχειρησιακές δυσκολίες στη διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ των αρχών·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τελευταία πρωτόκολλα ανταλλαγής δεδομένων, τα οποία είναι απαραίτητα για την εφαρμογή των ηλεκτρονικών ημερολογίων πλοίου, ολοκληρώθηκαν τον Ιούλιο 2010 και ότι τα ηλεκτρονικά ημερολόγια έχουν υποχρεωτική ισχύ από τον Ιανουάριο 2010·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει πραγματική ανισότητα, ή ότι οι αλιείς αισθάνονται την ανισότητα, όσον αφορά την κανονικότητα, τη συχνότητα, τη διάρκεια, την αυστηρότητα, την πληρότητα, την αποτελεσματικότητα και τις μεθόδους ελέγχου της αλιείας στην Ευρώπη, και ανάγκη για ίση και αμερόληπτη μεταχείριση·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προσπάθειες ελέγχου της αλιείας θα πρέπει κατ’ ανάγκη να βασίζονται στην πλήρη και ενεργό συμμετοχή του τομέα της αλιείας·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα σύστημα το οποίο βασίζεται στα μόρια τιμωρεί τα αλιευτικά σκάφη και όχι τους πλοιοκτήτες, τους αλιείς ή άλλα πρόσωπα της αλυσίδας παραγωγής·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο τομέας της αλιείας είναι σημαντικός παράγοντας στη διαχείριση των θαλασσών και των ωκεανών·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, πέρα από πιθανές περιφερειακές διακυμάνσεις, υφίστανται ουσιαστικές διαφορές ως προς την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανονισμών στα κράτη μέλη, ιδίως αυτές που απορρέουν από τον κανονισμό ελέγχου, και ότι κάθε κράτος μέλος έχει το δικό του χωριστό νομικό σύστημα καθώς και διαφορετικές διοικητικές και δικαστικές δομές, οι οποίες αναπόφευκτα αντικατοπτρίζονται στα συστήματα διοικητικών και/ή ποινικών κυρώσεων για τη μη συμμόρφωση προς τους κανόνες της ΚΑλΠ και στο γεγονός ότι τα εν λόγω συστήματα οδηγούν σε αποκλίσεις και αδικίες μεταξύ των κρατών μελών·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν εντοπιστεί κίνδυνοι, δεδομένου ότι οι εθνικές υπηρεσίες ελέγχου δεν έχουν πάντα πρόσβαση στα συναφή δεδομένα ώστε να εκτελούν αποτελεσματικά την επιθεώρηση ξένων πλοίων, και ότι οι διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά τους ελέγχους και τις κυρώσεις δημιουργούν προβλήματα στα κράτη μέλη κατά την επαφή τους με τα κράτη σημαίας με αντικείμενο τις διαπιστωθείσες παραβάσεις·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτούνται αυστηρότεροι έλεγχοι στα προϊόντα που εισέρχονται στην ΕΕ από την παράνομη, λαθραία και άναρχη αλιεία και ότι πρέπει να εξασφαλισθεί ισοδύναμο επίπεδο ελέγχου της αλιείας αυτής σε όλα τα κράτη μέλη·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 και των αντίστοιχων κυρώσεων αποτελεί ευθύνη των κρατών μελών·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν διαθέτουν ειδικευμένους επιθεωρητές αλιείας·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ελέγχου της Αλιείας (EFCA), που δημιουργήθηκε για να προωθήσει τα υψηλότερα κοινά πρότυπα ελέγχου στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής, διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στην ομοιόμορφη εφαρμογή του συστήματος ελέγχου, παρά τους περιορισμένους πόρους που διαθέτει·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας (ΕΤΘΑ) μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση και στον εκσυγχρονισμό του ελέγχου της αλιείας, ιδίως μέσω των κονδυλίων του προϋπολογισμού του 11 06 62 02 (έλεγχος και εφαρμογή της κοινής αλιευτικής πολιτικής (ΚΑλΠ) και της ολοκληρωμένης θαλάσσιας πολιτικής (ΟΘΠ)) και 11 06 64 (ΕΥΕΑ)·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η απαγόρευση των απορρίψεων έχει εφαρμοστεί και ότι, στην πράξη, είναι αδικαιολόγητα σκληρή προς τις επιχειρήσεις αλιείας διότι, μολονότι οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν εργαλεία και μέσα που επιτρέπει η νομοθεσία της ΕΕ και αξιοποιούν κάθε δυνατό μέσο για την αποφυγή παρεμπιπτόντων αλιευμάτων, ενδέχεται να τιμωρηθούν για το γεγονός και μόνον ότι τα εν λόγω αλιεύματα υπερβαίνουν την ανώτατη επιτρεπόμενη, βάσει της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας, ποσότητα·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τεχνικές και ο εξοπλισμός που χρησιμοποιούνται για την αλιεία έχουν αλλάξει και εξελιχθεί και ότι τα συστήματα και οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση πρέπει επίσης να επικαιροποιηθούν προκειμένου να λειτουργούν αποτελεσματικά· υπενθυμίζει ότι για τον σκοπό αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η υποχρέωση εκφόρτωσης συνιστά καίριο ζήτημα όσον αφορά τον έλεγχο, στο οποίο ο νομοθέτης και οι αρμόδιες για τον έλεγχο αρχές οφείλουν να επιδείξουν ιδιαίτερη προσοχή·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τεχνολογίες εντοπισμού εξ αποστάσεως χαμηλού κόστους, όπως το σύστημα αυτόματης αναγνώρισης (AIS), επιτρέπουν τον εθελούσιο έλεγχο και καθιστούν ευχερέστερο τον έλεγχο και την παρακολούθηση της ασφάλειας των αλιέων·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η παράνομη, λαθραία και άναρχη αλιεία και το εμπόριο των προερχόμενων από την αλιεία αυτή προϊόντων συνιστά εγκληματική δραστηριότητα σε παγκόσμια κλίμακα·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ιχθυόσκαλες διαδραματίζουν καίριο ρόλο στη βιομηχανία ιχθυηρών και έχουν κεντρική θέση στον έλεγχο των εκφορτώσεων αλιευμάτων·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη έχουν διαφορετικά νομικά συστήματα και ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που συλλέγονται πρέπει να είναι παραδεκτά και να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στα διαφορετικά αυτά συστήματα, τα οποία έχουν ιδιαίτερο χαρακτήρα ανάλογα με το κράτος μέλος που ασκεί δίωξη·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καλύτεροι σύμμαχοι στην εφαρμογή του κανονισμού ελέγχου είναι καλά εκπαιδευμένοι αλιείς που έχουν υποστήριξη και κατανοούν τα πλεονεκτήματα των ελέγχων αυτών, για την τήρηση των οποίων επιδεικνύουν ενεργό μέριμνα·

I - Φραγμοί στην εναρμόνιση

1.  τονίζει τη σημασία που έχει η διασφάλιση ουσιαστικού ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων για την εξασφάλιση της βιώσιμης εκμετάλλευσης των έμβιων θαλάσσιων πόρων και τη διατήρηση ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των στόλων της ΕΕ· καλεί τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού ελέγχου·

2.  τονίζει ότι οι φιλόδοξοι στόχοι της ΕΕ όσον αφορά την καταπολέμηση της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας (ΠΛΑ) σε ολόκληρο τον κόσμο θα πρέπει να συνοδεύονται από την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού ελέγχου στα ύδατα της ίδιας της ΕΕ·

3.  υπογραμμίζει την πολυμορφία των πεδίων εφαρμογής των ελέγχων και την ανομοιογένεια των χώρων ελέγχου, καθώς και τις συνακόλουθες διακρίσεις στους αλιευτικούς ελέγχους, αφού ορισμένα κράτη μέλη πραγματοποιούν ελέγχους από τα δίχτυα των αλιέων μέχρι το πιάτο του καταναλωτή ενώ άλλα ελέγχουν μόνο ορισμένους κρίκους της αλυσίδας, εξαιρώντας, για παράδειγμα, πτυχές που σχετίζονται με τη μεταφορά των αλιευμάτων ή την τροφοδοσία·

4.  αναγνωρίζει τις σημαντικές βελτιώσεις που έχει επιφέρει ο ισχύων κανονισμός περί ελέγχου στο σύστημα ελέγχου, σε συνδυασμό με τον κανονισμό για την ΠΛΑ αλιεία, όσον αφορά την ενοποίηση πολλών προηγουμένως χωριστών κανονισμών, την εισαγωγή της δυνατότητας χρήσης νέων τεχνολογιών, προπαρασκευαστικές ενέργειες με στόχο την εναρμόνιση των κυρώσεων, την αποσαφήνιση των ρόλων της Επιτροπής και των κρατών μελών, τη βελτίωση της ιχνηλασιμότητας και άλλα θετικά στοιχεία·

5.  υπενθυμίζει ότι η αποδοχή των κανονισμών από τους αλιείς επηρεάζεται από το κατά πόσον οι συνέπειες της εφαρμογής κρίνονται δίκαιες, εάν οι επιβαλλόμενοι κανονισμοί θεωρούνται ουσιαστικής σημασίας και κατά πόσον υπάρχει συμβατότητα μεταξύ του κανονισμού και των παραδοσιακών μοντέλων και πρακτικών αλιείας·

6.  θεωρεί απαραίτητη τη διασάφηση, την κατηγοριοποίηση και τη θέσπιση προτύπων για την αλιεία στις διάφορες θαλάσσιες περιοχές·

7.  σημειώνει τη διαφορετικότητα ως προς την οργάνωση των ελέγχων, καθώς σε ορισμένα κράτη επιμερίζονται μεταξύ διαφορετικών δημόσιων υπηρεσιών ενώ σε άλλα πραγματοποιούνται μέσω μιας μόνο υπηρεσίας, καθώς και ως προς τα μέσα, τα εργαλεία και τους χρηματοδοτικούς πόρους που χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση των ελέγχων αυτών· σημειώνει επίσης ότι οι συνθήκες αυτές καθιστούν δύσκολη την εξασφάλιση διαφάνειας ως προς τη διαχείριση και την πρόσβαση στην πληροφόρηση·

8.  επισημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα των ελέγχων διαφέρει επίσης λόγω της τεράστιας ποικιλίας των αλιευτικών πεδίων εντός της ΕΕ, τα οποία μπορεί να είναι μικρές, περιορισμένες ζώνες των οποίων οι αλιευτικοί πόροι κατανέμονται κυρίως ανάμεσα στα γειτονικά κράτη μέλη, έως πολύ απομακρυσμένες και απομονωμένες περιοχές· υποστηρίζει ότι τα ειδικά χαρακτηριστικά των εξόχως απόκεντρων περιοχών (ΕΑΠ), των οποίων οι απέραντες και κατ’ εξοχήν ωκεάνιες αποκλειστικές οικονομικές ζώνες (ΑΟΖ), σε συνδυασμό με τον τύπο των εκμεταλλεύσιμων αλιευτικών πόρων (κυρίως είδη βαθέων υδάτων και άκρως μεταναστευτικά πελαγικά ψάρια) και την έλλειψη εναλλακτικών πόρων, είναι προφανές ότι δικαιολογούν αυστηρότερα μέτρα ελέγχου στις περιοχές αυτές, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την αλιεία και είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στη σοβαρότατη βλάβη που προκαλούν στόλοι για τους οποίους είναι γνωστό ότι παραβιάζουν τους κανόνες της ΚΑλΠ·

9.  παροτρύνει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν πλήρως και σωστά τον κανονισμό ελέγχου, προκειμένου να υπάρξει σαφής εικόνα όσον αφορά τα τμήματα που χρήζουν βελτίωσης στην προσεχή αναθεώρηση και, κατά συνέπεια, να εξασφαλιστεί ένας λειτουργικός και ευχερής στην εφαρμογή κανονισμός ελέγχου και για το μέλλον·

10.  διαπιστώνει μια διαφορά ως προς την προσέγγιση μεταξύ των ελέγχων βάσει ανάλυσης κινδύνου και των τυχαίων ελέγχων στην αλιευτική δραστηριότητα και στους διαύλους εμπορίας των αλιευμάτων·

11.  σημειώνει ότι η υφιστάμενη πολυπλοκότητα των τεχνικών μέτρων και οι πολυάριθμες, πιθανώς ακόμη και αντιφατικές, διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων πολλαπλών παρεκκλίσεων και εξαιρέσεων, και το γεγονός ότι οι διατάξεις είναι διεσπαρμένες σε μια σειρά διαφορετικών νομικών κειμένων, δυσχεραίνει όχι μόνο την κατανόησή τους, αλλά και τον έλεγχο και την επιβολή τους·

12.  υπενθυμίζει ότι οι περισσότεροι τυχαίοι έλεγχοι διενεργούνται κατά την εκφόρτωση, ενώ οι επιθεωρήσεις εν πλω αποκαλύπτουν ένα κατά τα φαινόμενα υψηλότερο ποσοστό παραβάσεων σε σχέση με τους ελέγχους που πραγματοποιούνται στην ξηρά, δεδομένου ότι βασίζονται στην εκτίμηση κινδύνου·

13.  υπενθυμίζει ότι, δεδομένου ότι η υποχρέωση εκφόρτωσης για την αλιεία συνιστά θεμελιώδη αλλαγή, ο κανονισμός «Οmnibus» (κανονισμός (ΕΕ) 2015/812) προβλέπει διετή περίοδο προσαρμογής εωσότου οι παραβάσεις της υποχρέωσης εκφόρτωσης συγκαταλέγονται στις σοβαρές παραβάσεις· ζητεί την παράταση της περιόδου αυτής, εάν κριθεί αναγκαίο·

14.  επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη, ενίοτε και οι περιφέρειες, μεταφέρουν τους κανόνες στην εθνική και περιφερειακή νομοθεσία με διαφορετικούς τρόπους, λόγω του μεγάλου αριθμού προαιρετικών διατάξεων στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου· επισημαίνει τις δυσχέρειες στην εφαρμογή ορισμένων από τις διατάξεις του στην πράξη, είτε λόγω της χαμηλής προσαρμοστικότητας των κανονισμών στην πραγματικότητα, για παράδειγμα εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του τομέα αλιείας (στόλος, αλιευτικά εργαλεία, αλιευτικές περιοχές και στοχευόμενα είδη), τα οποία διαφέρουν σημαντικά μεταξύ θαλάσσιων λεκανών, κρατών μελών και τύπων αλιείας, είτε λόγω αντιφάσεων οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε διαφορετικές ερμηνείες από τους επιθεωρητές·

15.  σημειώνει ότι το επίπεδο της παράβασης διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο και ότι, για την ίδια παράβαση, η κύρωση μπορεί να είναι διοικητικής ή ποινικής φύσεως· υποστηρίζει ότι η άδεια αλιείας που βασίζεται στο σύστημα των μορίων, με αφαίρεση μορίων για τη μη συμμόρφωση, αποτελεί ένα σοβαρό ευρωπαϊκό μέσο ικανό να παρέχει ένα πλαίσιο για τις κυρώσεις για σοβαρές παραβάσεις, αλλά ότι, χωρίς την απαιτούμενη ομοιομορφία, επιδεινώνει την ήδη άδικη κατάσταση που συνεπάγεται ανισότητες μεταξύ των επιχειρήσεων στα κράτη μέλη· ζητεί να αποφεύγονται οι διαφορές αυτές ως προς τις κυρώσεις·

16.  σημειώνει ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης και διαφάνειας μεταξύ κρατών μελών παίζει καθοριστικό ρόλο στο θέμα της ελλιπούς ανταλλαγής δεδομένων όσον αφορά τον κανονισμό· υποστηρίζει ότι η κατάσταση αυτή πρέπει να ξεπεραστεί προκειμένου να εξασφαλιστεί και να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη συνθηκών ισότιμου ανταγωνισμού για όλους τους αλιείς·

17.  υπενθυμίζει ότι η ΕΥΕΑ μεριμνά για την εφαρμογή κοινών προτύπων σε θέματα ελέγχου, επιθεώρησης και επιτήρησης και διευκολύνει την επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ κρατών μελών μέσω των κοινών σχεδίων ανάπτυξης· επαναλαμβάνει ότι είναι σημαντικό να ενισχυθεί η εντολή της ΕΥΕA με σκοπό την πραγματοποίηση κοινών επιχειρήσεων αλιευτικών ελέγχων που θα επιτρέψουν μια αποτελεσματική συντονισμένη δράση από πολλές τοπικές, περιφερειακές και εθνικές αρχές, καθώς και οργανισμούς της ΕΕ που εκτελούν καθήκοντα ακτοφυλακής σε επίπεδο ΕΕ· καλεί την ΕΥΕΑ να διαθέσει περισσότερους πόρους για το έργο αυτό·

18.  θεωρεί ότι η εφαρμογή από την ΕΥΕΑ ενός «βασικού προγράμματος» κατάρτισης για τους επιθεωρητές αλιείας αποτελεί βασικό στοιχείο για την τυποποίηση των διαδικασιών ελέγχου και κατάρτισης και ζητεί τη χρήση του προγράμματος από όλα τα κράτη μέλη· επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν, παρά μόνο σε εθελοντική βάση, το ίδια πρότυπα για την κατάρτιση, πράγμα που σημαίνει ότι περιεχόμενο των διπλωμάτων, η πρόσληψη και οι στόχοι διαφέρουν·

19.  σημειώνει ότι οι αλιείς καταρτίζονται και ενημερώνονται με διαφορετικό τρόπο στα διάφορα κράτη μέλη και ότι δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή κανένα εργαλείο απλούστευσης και διευκόλυνσης της προσβασιμότητας στους στόχους και την ουσία του κανονισμού ελέγχου· φρονεί ότι η κατάσταση αυτή ευθύνεται για την έλλειψη ευαισθητοποίησης, η οποία αποτελεί τροχοπέδη στην ενιαία εφαρμογή της νομοθεσίας που είναι το ζητούμενο· υποστηρίζει ένθερμα την εφαρμογή των εργαλείων αυτών το ταχύτερο δυνατό·

20.  επισημαίνει ότι, παρά το γεγονός ότι οι καταναλωτές είναι, με την πάροδο των ετών, πιο συνειδητοποιημένοι ως προς την προέλευση και την ταυτότητα του προϊόντος που αγοράζουν, χάρη σε μια εκτεταμένη εκστρατεία ευαισθητοποίησης της Επιτροπής, οι ίδιοι καταναλωτές δεν είναι σε θέση να λάβουν τις κατάλληλες πληροφορίες για τα προϊόντα αλιείας που προσφέρονται στα εστιατόρια, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν υποχρεωτικές απαιτήσεις για το τελικό στάδιο της εμπορικής αλυσίδας·

21.  υπογραμμίζει ότι η χρήση νέων τεχνολογιών παρακολούθησης και μετάδοσης πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο και τεχνολογιών επικοινωνίας είναι ουσιαστικής σημασίας για τη βελτίωση της θαλάσσιας επιτήρησης· ζητεί τα μέσα που χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη να καταστούν από τεχνική άποψη συμβατά και να αποθαρρυνθεί η μερική ανταλλαγή βάσεων δεδομένων σχετικά με τον έλεγχο και η συνακόλουθη ανισότητα και απώλεια αποτελεσματικότητας·

22.  επισημαίνει ότι δεν έχει υπάρξει εκτίμηση σχετικά με την πραγματική αδυναμία επιβολής ορισμένων κανόνων που προκύπτει από τα διαφορετικά τεχνολογικά επίπεδα των σκαφών, την επιτόπια υλικοτεχνική υποστήριξη και την οργάνωση του τομέα σε διαφορετικούς λιμένες·

23.  υπογραμμίζει τον ρόλο του ΕΤΘΑ, ιδίως μέσω του προϋπολογισμού του για τον έλεγχο των στόχων της ΚΑλΠ, ο οποίος για την περίοδο 2014-2020 ανέρχεται σε 580 εκατομμύρια ευρώ·

24.  τονίζει την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η ενιαία αγορά είναι ομοιογενής και ότι οι απαιτήσεις ως προς τον έλεγχο τηρούνται με ισοδύναμο τρόπο στα κράτη μέλη, με ομοιόμορφο επίπεδο ποιότητας στους εσωτερικούς και εξωτερικούς ελέγχους εντός των κρατών μελών και χωρίς διακυμάνσεις ανάλογα με τα σύνορα από τα οποία τα προϊόντα εισέρχονται στην ΕΕ·

II - Προτάσεις βελτίωσης

25.  τάσσεται υπέρ της απλούστευσης και της βελτίωσης της νομοθεσίας της Ένωσης, καθώς και της μείωσης του διοικητικού φόρτου με σκοπό την υλοποίηση της «βελτίωσης της νομοθεσίας», ιδίως μέσω μιας περιορισμένης και στοχευμένης αναθεώρησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου, η οποία έχει προγραμματιστεί και αναμένεται έως το 2017 το αργότερο, και με παράλληλη διατήρηση αποτελεσματικών κανόνων, ικανών να προλαμβάνουν, να εντοπίζουν και να επιβάλλουν κυρώσεις για τις παραβιάσεις της ΚΑλΠ, και η οποία θα εστιάζεται πρωτίστως στην καλύτερη εφαρμογή των κανόνων μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών, με επιδίωξη τη μεγαλύτερη εναρμόνιση, υπό την προϋπόθεση ότι η απλούστευση αυτή θα βασίζεται στο υφιστάμενο πλαίσιο ελέγχου και δεν θα απαιτεί παρέκκλιση από τα υψηλότερα πρότυπα προστασίας όσον αφορά την εργασία, το περιβάλλον, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και την κοινωνία·

26.  θεωρεί ότι για την περιφερειοποίηση που προβλέπεται στο πλαίσιο της νέας ΚΑλΠ απαιτείται ένα υγιές και εναρμονισμένο σύστημα ελέγχου· είναι κατηγορηματικά αντίθετο στην αποδυνάμωση του κανονισμού «ελέγχου» και πιστεύει ότι τα κράτη μέλη μπορούν ήδη να κάνουν χρήση της ευελιξίας που παρέχει το υφιστάμενο πλαίσιο·

27.  έχει την απαίτηση από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να συνεργαστούν με τον αλιευτικό κλάδο στην επανεξέταση αυτή, ιδίως στον τομέα της παραδοσιακής παράκτιας αλιείας μικρής κλίμακας, τη διασφάλιση και την προώθηση της οποίας θα πρέπει να επιδιώκει κάθε νέα νομοθεσία·

28.  τονίζει την ανάγκη να διεξάγονται συζητήσεις με τις διάφορες εθνικές και περιφερειακές αρχές και τις αρχές των ιδιαίτερα απομακρυσμένων περιφερειών κατά τη δημιουργία ή την αναθεώρηση νομικών μέσων·

29.  επισημαίνει ότι η στενότερη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών θα αποτελούσε ένα βήμα προς την περαιτέρω εναρμόνιση των ελέγχων· τονίζει πόσο σημαντική είναι εν προκειμένω η ομάδα εμπειρογνωμόνων για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το σύστημα ελέγχου της αλιείας της Ένωσης·

30.  υπενθυμίζει στην Επιτροπή την ανάγκη να δημιουργείται το νομικό και λειτουργικό περιβάλλον πριν από την εφαρμογή υποχρεωτικών κανόνων, προκειμένου να αποφευχθούν παράδοξες καταστάσεις·

31.  θεωρεί ότι η Επιτροπή πρέπει να μεριμνά για την ενιαία και ορθή μεταφορά και να ελέγχει την κατάσταση όσον αφορά την εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας, ορίζοντας, για παράδειγμα, ένα ελάχιστο ποσοστό φορτίων τα οποία θα πρέπει να ελέγχονται από κάθε κράτος μέλος· πιστεύει, επιπλέον, ότι οι διαδικασίες ελέγχου πρέπει να είναι διαφανείς, αμερόληπτες και τυποποιημένες, εξασφαλίζοντας στα κράτη μέλη μια ισότιμη βάση όσον αφορά τα μέτρα ελέγχου για τους αλιείς, και ότι οι κανόνες για τον έλεγχο θα πρέπει να είναι απλούστεροι και περισσότερο κατανοητοί και συνεκτικοί·

32.  τάσσεται υπέρ της ενίσχυσης των ελέγχων για την πρόληψη της εισαγωγής ιχθύων που προέρχονται από παράνομη, λαθραία και άναρχη αλιεία μέσω, μεταξύ άλλων μέτρων, της σύστασης εθνικών ομάδων πληροφοριών που θα αποτελούνται από ειδικευμένους επιθεωρητές αλιείας, οι οποίοι είναι οι πλέον κατάλληλοι για τον εντοπισμό των κινδύνων, και της θέσπισης ελάχιστου ποσοστού φορτίων προς έλεγχο·

33.  εκτιμά ότι είναι απαραίτητη η συλλογή, διαχείριση και χρήση δεδομένων καλής ποιότητας όσον αφορά την υποχρέωση εκφόρτωσης, για να ελέγχεται και να αξιολογείται κατά πόσον τηρείται πράγματι η υποχρέωση εκφόρτωσης και για να ευθυγραμμιστεί η συλλογή δεδομένων με τις απαιτήσεις που απορρέουν από την αναθεωρημένη ΚΑλΠ·

34.  ζητεί από τα κράτη μέλη και τις αντίστοιχες αρχές ελέγχου της αλιείας να συγκροτήσουν ομάδες ειδικευμένων επιθεωρητών αλιείας· υποστηρίζει και ζητεί την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών μέσω της ανταλλαγής επιθεωρητών, ελεγκτικών μεθόδων και δεδομένων, καθώς και της ανταλλαγής αναλύσεων κινδύνου και πληροφοριών σχετικά με τις ποσοστώσεις των σκαφών που φέρουν σημαία·

35.  υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για την εφαρμογή του κανονισμού ελέγχου· καλεί τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν προς τις υποχρεώσεις τους και να συνεργαστούν στενά μεταξύ τους προκειμένου να ανταλλάσσουν ορθές πρακτικές και δεδομένα και καταστήσουν εφικτή τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων ελέγχου·

36.  θεωρεί ότι μια ενιαία και προβλέψιμη εφαρμογή των διαφόρων τύπων πιθανών επιθεωρήσεων, με πλήρη ορισμό, εναρμόνιση και επεξήγηση των επιθεωρήσεων αυτών, θα συνέβαλλε στη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών ισοτιμίας για όλες τις αλιευτικές δραστηριότητες της ΕΕ·

37.  επισημαίνει ότι, σε ορισμένες περιοχές, η διαχείριση λεκανών γίνεται από κοινού με χώρες εκτός ΕΕ και ζητεί να ενταθεί η συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών·

38.  φρονεί ότι τα κράτη μέλη, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ελέγχου της Αλιείας και η Επιτροπή πρέπει να εργάζονται σε πλαίσιο στενότερης σύμπραξης και συντονισμού·

39.  ζητεί να εφαρμοστεί από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ελέγχου της Αλιείας και τα ιδρύματα κατάρτισης στα κράτη μέλη ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πρόγραμμα κατάρτισης για επιθεωρητές αλιείας, με βάση ένα κοινό εκπαιδευτικό πρόγραμμα και τυποποιημένους κανόνες, ένα μέρος της χρηματοδότησης του οποίου θα μπορούσε να προέρχεται από το ΕΤΘΑ·

40.  ζητεί το βασικό πρόγραμμα της ΕΥΕΑ να μεταφραστεί και να διανεμηθεί ευρέως, παραδείγματος χάριν μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων εφαρμογής που θα απευθύνονται στις εθνικές αρχές, με τη συνδρομή του ΕΤΘΑ· προτείνει το εγχειρίδιο αυτό να συμπληρώνεται με παραδείγματα ορθών πρακτικών από επιθεωρητές·

41.  τονίζει τη σημασία των πρωτοβουλιών κατάρτισης στους τομείς της αξιολόγησης και της πιστοποίησης του ελέγχου που παρέχονται από τρίτα μέρη·

42.  προτείνει να βελτιωθεί η κατάρτιση και η ενημέρωση των αλιέων, οι οποίες θα μπορούσαν αμφότερες να ενσωματωθούν στις επαγγελματικές οργανώσεις και τις ομάδες παράκτιας δράσης των αλιέων, με στόχο την καλύτερη κατανόηση της σημασίας και της εν γένει χρησιμότητας των κανονισμών, προκειμένου να καλλιεργηθεί μια νοοτροπία κατανόησης και τήρησης των κανονισμών· συνιστά να υπάρξει ουσιαστική διαβούλευση με τα γνωμοδοτικά συμβούλια για τον σκοπό αυτό· προτείνει να δημιουργηθεί μια ηλεκτρονική βάση δεδομένων για έγγραφα και πληροφορίες που αφορούν την αλιεία (συμπεριλαμβανομένου του συστήματος επιβολής ποινών με σώρευση μορίων), στον βαθμό που το επιτρέπουν οι ισχύουσες διατάξεις περί προστασίας δεδομένων, ούτως ώστε όλοι να έχουν τη δυνατότητα να διαβάσουν και να κατανοήσουν τους κανονισμούς· ζητεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει τους υφιστάμενους κύκλους κατάρτισης για το μέλλον των αλιέων στην Ευρώπη και να υποβάλει τα συμπεράσματά της μέσω ανακοίνωσης·

43.  θεωρεί ότι θα πρέπει να μελετηθεί η ιδέα ενός ηλεκτρονικού μητρώου της ΕΥΕΑ (μονοαπευθυντική υπηρεσία ΕΥΕΑ), με έτοιμα προς εκτύπωση ή ηλεκτρονικά υποδείγματα για τις επιθεωρήσεις και για τη συγκέντρωση των εκθέσεων ελέγχου· σημειώνει ότι το ηλεκτρονικό αυτό μητρώο της ΕΥΕΑ θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιείται για την παραλαβή και τη συγκέντρωση των πιστοποιητικών αλιευμάτων που εκδίδουν τα κράτη μέλη και τρίτες χώρες·

44.  προτείνει βελτίωση των δημόσιων συστημάτων επικοινωνίας που χρησιμοποιούνται από τις υπηρεσίες ελέγχου και τονίζει τη σημασία που έχει η περιοδική διάδοση πληροφοριών σχετικά με τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν και τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν, καθώς και η παροχή πληροφοριών σε μόνιμη βάση σχετικά με τους κανόνες που εφαρμόζονται στους αλιευτικούς πόρους, όπως το ελάχιστο μέγεθος και οι απαγορεύσεις αλιείας σε χρόνο και χώρο·

45.  τονίζει την ανάγκη να ενισχυθεί ο ρόλος της ΕΥΕΑ, ιδίως ο προϋπολογισμός, οι αρμοδιότητες και το ανθρώπινο δυναμικό της· συνιστά να αναθεωρηθούν οι όροι παρέμβασης που αναφέρονται στα άρθρα 94 και 95 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου και συγκεκριμένα να δοθεί στην ΕΥΕΑ το δικαίωμα παρέμβασης για τους αλιευτικούς πόρους που υφίστανται υπερεκμετάλλευση και για αυτούς που δεν έχουν φθάσει τη μέγιστη βιώσιμη απόδοση (ΜΒΑ)·

46.  τονίζει τη σημασία που έχει η ενδυνάμωση και ενίσχυση των ελέγχων, ιδίως στα κράτη μέλη που έχουν επιδείξει μέχρι σήμερα πλημμελή εφαρμογή του κανονισμού ελέγχου, προκειμένου να παταχθεί η παράνομη αλιεία, να τηρούνται οι κανόνες της ΚΑλΠ και να ενισχυθεί η ποιότητα των δεδομένων που συλλέγονται·

47.  υπενθυμίζει πόσο σημαντική είναι η ικανότητα ανταλλαγής δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, ιδίως στο πλαίσιο των επιχειρήσεων ελέγχου που εκτελούνται από την Υπηρεσία σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και συντονίζονται από την Υπηρεσία μέσω κοινών σχεδίων ανάπτυξης·

48.  υπογραμμίζει πόσο σημαντικό είναι να αυξηθεί η παρουσία της ΕΥΕΑ κοντά στα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των εξόχως απόκεντρων περιοχών·

49.  προτείνει να συμπεριληφθούν τουλάχιστον δύο εκπρόσωποι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο διοικητικό συμβούλιο της Υπηρεσίας, στο οποίο συμμετέχουν ήδη έξι εκπρόσωποι της Επιτροπής και ένας από κάθε κράτος μέλος, να υπάρχει ισότητα ως προς τη σύνθεση (ίσος αριθμός γυναικών και ανδρών) και οι εκπρόσωποι που θα ορίζονται να επιλέγονται μεταξύ των μελών της Επιτροπής Αλιείας του Κοινοβουλίου·

50.  συνιστά τη διεύρυνση των ελέγχων – για παράδειγμα, επέκταση της παρακολούθησης – ώστε να καλύπτουν ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής, και την ανάθεση αρμοδιοτήτων ελέγχου εν πλω σε μία μόνο υπηρεσία, ώστε να αποφεύγεται η επικάλυψη των ελέγχων η οποία οδηγεί σε σπατάλη ανθρώπινων, υλικοτεχνικών και οικονομικών πόρων και δημιουργεί σύγχυση και άσκοπη πίεση σε όσους δραστηριοποιούνται στον τομέα της αλιείας· επιπλέον, ζητεί επίσημη συνεργασία μεταξύ των φορέων των κρατών μελών έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά ολόκληρη η αλυσίδα παραγωγής ιχθύων·

51.  ζητεί από την Επιτροπή να αποφανθεί αν υπάρχει η κατάλληλη σύνδεση μεταξύ μορίων ποινής και αδειών αλιείας· τονίζει ότι, σύμφωνα με το σύστημα αυτό, τα μόρια μεταβιβάζονται με την άδεια κατά την πώληση του σκάφους, με αποτέλεσμα να μειώνεται η αξία των σκαφών σε ορισμένες περιπτώσεις και, ως εκ τούτου, να εμποδίζεται η μεταπώληση, για παράδειγμα σε νέους αλιείς που επιθυμούν να ξεκινήσουν δραστηριότητα στον κλάδο αυτό·

52.  συνιστά τη θέσπιση ειδικών μέτρων με σκοπό την επίτευξη περισσότερο συνειδητής και υπεύθυνης κατανάλωσης στα εστιατόρια, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο να θεσπιστεί η υποχρέωση για τους εστιάτορες να παρέχουν στοιχειώδεις πληροφορίες σχετικά με τα προϊόντα, πράγμα που θα επέτρεπε στους καταναλωτές να ασκούν έμμεσο έλεγχο·

53.  προτείνει επιθεωρήσεις σε επίπεδο αυτόνομης κοινότητας ή περιφέρειας για τα εσωτερικά ύδατα, εθνικές επιθεωρήσεις για τη θαλάσσια αλιεία εντός 12 ναυτικών μιλίων κατ' ανώτατο όριο και ενωσιακές επιθεωρήσεις για όλα τα άλλα ύδατα·

54.  εκτιμά ότι οι έλεγχοι βάσει ανάλυσης κινδύνου θα πρέπει να βασίζονται σε ένα κατάλογο διαφανών, ειδικών και μετρήσιμων ελάχιστων κριτηρίων που καθορίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

55.  ζητεί να υπάρχει τυποποίηση των κυρώσεων οι οποίες θα πρέπει να παραμείνουν σε ένα επίπεδο αναλογικό που δεν θα εισάγει διακρίσεις και θα λειτουργεί αποτρεπτικά· προτιμά τις οικονομικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης της προσωρινής αναστολής δραστηριοτήτων, από τις ποινικές κυρώσεις, αλλά θεωρεί επίσης ότι, όπως προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1380/2013, θα πρέπει να δίνεται προτεραιότητα στην παροχή κινήτρων στους αλιείς που συμμορφώνονται με τους κανόνες της ΚΑλΠ, προκειμένου να προλαμβάνονται οι παραβάσεις·

56.  υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη φέρουν την ευθύνη για τις κυρώσεις και ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν νομιμοποιείται να επιβάλει την τυποποίησή τους μέσω του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009· επισημαίνει, ωστόσο, τη σημασία του συστήματος μορίων το οποίο παρέχει ένα πλαίσιο κυρώσεων και καλεί τα κράτη μέλη να αναλάβουν την πρωτοβουλία μιας εκτεταμένης τυποποίησης των κυρώσεων, ιδίως των ποινικών, προκειμένου να τεθεί τέλος στις ανισότητες που υπάρχουν σήμερα·

57.  εκτιμά ότι το σύστημα για τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα οδηγεί πράγματι σε αντικειμενική και συνολική ευθύνη για τους αλιείς, οι οποίοι καλούνται να λογοδοτήσουν ακόμη και όταν έχουν ενεργήσει σε πλήρη συμμόρφωση με τον νόμο και με τη μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια για να αποφύγουν τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα·

58.  θεωρεί ότι οι γενικές αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου δεν συμβιβάζονται με ένα σύστημα στο οποίο ένα άτομο καλείται εξ αντικειμένου να λογοδοτήσει για κάτι που έχει κάνει χωρίς να υπάρχει αμέλεια ή πρόθεση·

59.  παροτρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξετάσουν τη δυνατότητα ανάπτυξης ενός εναρμονισμένου κατώτατου επιπέδου ποινής που θα πρέπει να εφαρμόζεται στις σοβαρές παραβάσεις και/ή στην επαναλαμβανόμενη παράνομη συμπεριφορά·

60.  υποστηρίζει την επιβολή αυστηρότερων ποινών για την παράνομη, λαθραία και άναρχη αλιεία·

61.  ζητεί τη δημιουργία μηχανισμών για την προβολή των ορθών παραδειγμάτων ώστε να αυξηθεί ο βαθμός συμμόρφωσης·

62.  θεωρεί ότι η ερμηνεία ορισμένων διατάξεων, που οδηγούν σε κυρώσεις για την υπέρβαση του ορίου για τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα χωρίς καν να λαμβάνεται υπόψη η απουσία αμέλειας ή προθέσεως όταν η συμπεριφορά είναι νόμιμη, είναι σαφώς αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 ΣΕΕ ως πρωτογενές δίκαιο·

63.  καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει κατευθυντήριες γραμμές άμεσα εφαρμόσιμες και κατανοητές προκειμένου να αποτραπεί η άνιση μεταχείριση μεταξύ κρατών μελών, ιδίως στην περίπτωση που, με την αναφορά παρεμπιπτόντων αλιευμάτων σε εθελοντική βάση, οι αλιευτικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν ότι ενήργησαν καλόπιστα και ότι τα αλιεύματα ήταν εντελώς τυχαία·

64.  εκτιμά ότι η υποστήριξη της επένδυσης των επιχειρήσεων στη σύγχρονη τεχνολογία και σε εξοπλισμό συμβατό από το ένα κράτος μέλος στο άλλο και εύκολα ανανεώσιμο θα καταστήσει τους ελέγχους περισσότερο δίκαιους, ισορροπημένους και αποτελεσματικούς·

65.  υποστηρίζει τη δημιουργία μηχανισμών χρηματοδότησης για την αύξηση της χρήσης τεχνολογιών χαμηλού κόστους ώστε να ενταθεί ο εθελούσιος έλεγχος και να αυξηθεί η παρακολούθηση και η ασφάλεια των αλιέων, ιδίως στην παραδοσιακή αλιεία μικρής κλίμακας·

66.  τονίζει τη σημασία των ηλεκτρονικών τεχνολογιών (ηλεκτρονική αναφορά και συστήματα ηλεκτρονικής παρακολούθησης) που αντιπροσωπεύουν ένα δυνητικά αποδοτικό, από οικονομική άποψη, μέσο για τη διεύρυνση της παρακολούθησης των δραστηριοτήτων εν πλω·

67.  δηλώνει την αντίθεσή του σε οιοδήποτε υποχρεωτικό σύστημα βιντεοπαρακολούθησης επί του σκάφους·

68.  εφιστά την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι η χρήση νέων τεχνολογιών παρατήρησης της γης, όπως δορυφόρων «φρουρών», θα είναι επωφελής για τον έλεγχο της αλιείας·

69.  συνιστά την εφαρμογή ισοδύναμων ελέγχων στα εισαγόμενα προϊόντα, στην αλιεία από την ακτή και στην ερασιτεχνική αλιεία, καθώς και στον στόλο της ΕΕ που αλιεύει στα ύδατα τρίτων χωρών και στους στόλους τρίτων χωρών που αλιεύουν στα ευρωπαϊκά ύδατα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ολόκληρη η ευρωπαϊκή αγορά έχει ίσο επίπεδο πρόσβασης· προτείνει να καταστεί υποχρεωτική η ανταλλαγή δεδομένων όσον αφορά την παράνομη, λαθραία και άναρχη αλιεία (ΠΛΑ)·

70.  υποστηρίζει ότι οι διαθέσιμοι δημοσιονομικοί πόροι, ιδίως στο πλαίσιο του ΕΤΘΑ, πρέπει να είναι ρεαλιστικοί, επαρκείς και να συνάδουν με την επίτευξη των στόχων των ελέγχων·

71.  συνιστά να εξασφαλιστεί η συνέχιση της ύπαρξης, ιδίως με χρηματοδότηση του ΕΤΘΑ, των ιχθυόσκαλων που έχουν ζωτική σημασία σε τοπικό επίπεδο, καθώς συμβάλλουν στη διαφάνεια και την ιχνηλασιμότητα και διευκολύνουν τον έλεγχο της αλιείας·

72.  τάσσεται υπέρ της ενσωμάτωσης του αντίκτυπου της ερασιτεχνικής αλιείας στον αναθεωρημένο κανονισμό ελέγχου·

73.  ζητεί να αναπτυχθεί ένα σύστημα διαβίβασης και ανάλυσης δεδομένων συμβατό σε ολόκληρη την Ένωση· ζητεί, επιπλέον, να εναπόκειται στην Επιτροπή ο καθορισμός του πλαισίου ανταλλαγής πληροφοριών και δεδομένων, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί προστασίας δεδομένων· τονίζει ότι ένα διαφανές πλαίσιο για την ανταλλαγή δεδομένων και πληροφοριών είναι καθοριστικής σημασίας για να εξακριβωθεί κατά πόσον υπάρχουν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού·

74.  τονίζει ότι η εφαρμογή της υποχρέωσης εκφόρτωσης πρέπει να συνοδεύεται από κατάλληλη ευελιξία όσον αφορά τον έλεγχό της, δεδομένου ότι οι θεμελιώδεις αλλαγές που επιβάλλει η υποχρέωση αυτή στην αλιεία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ιδίως σε σχέση με την αλιεία που αφορά πολλά είδη· επαναλαμβάνει τη σημασία της σταδιακής επιβολής κυρώσεων και του συστήματος μορίων στις περιπτώσεις σοβαρών παραβάσεων που συνδέονται με τη μη συμμόρφωση προς την υποχρέωση εκφόρτωσης, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/812 για την εφαρμογή της υποχρέωσης εκφόρτωσης·

75.  τονίζει ότι οι πληροφορίες σχετικά με το κατά πόσον και με ποιο τρόπο τα κράτη μέλη επιβάλλουν κυρώσεις για διάφορα είδη παραβάσεων, και το κατά πόσον οι κυρώσεις εφαρμόζονται με συνέπεια, ανεξαρτήτως της σημαίας του σκάφους, πρέπει να τίθενται στη διάθεση των ενδιαφερομένων μερών και του κοινού, με πλήρη σεβασμό της ιδιωτικής ζωής των ενδιαφερομένων·

o
o   o

76.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0083.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0307.
(3) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0222.


Βελτίωση της σύνδεσης και της προσβασιμότητας των υποδομών μεταφορών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη
PDF 548kWORD 73k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με τη βελτίωση της διασύνδεσης και της προσβασιμότητας των υποδομών μεταφορών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη (2015/2347(INI))
P8_TA(2016)0408A8-0282/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την εφαρμογή της Λευκής Βίβλου του 2011 για τις μεταφορές: απολογισμός και μελλοντική πορεία προς τη βιώσιμη κινητικότητα(1),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 2ας Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με τη βιώσιμη αστική κινητικότητα(2),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 10ης Μαΐου 2012, σχετικά με το μέλλον των περιφερειακών αεροδρομίων και τις αεροπορικές υπηρεσίες της ΕΕ(3),

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 170,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1315/2013(4),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1316/2013(5),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση με τίτλο «Road Safety in the European Union» (Οδική ασφάλεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση), την οποία εξέδωσε η Επιτροπή τον Μάρτιο 2015(6),

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της συνόδου υπουργών των παραδουνάβιων χωρών, της 3ης Δεκεμβρίου 2014, σχετικά με την αποτελεσματική αποκατάσταση και συντήρηση των υποδομών πλωτών οδών στον Δούναβη και τους πλόιμους συμβάλλοντες σε αυτόν ποταμούς(7),

–  έχοντας υπόψη την προκήρυξη του Łańcut, της 3ης Μαρτίου 2016, σχετικά με την ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα των μεταφορών στα Καρπάθια και με την περαιτέρω ανάπτυξη της Via Carpatia(8),

–   έχοντας υπόψη τη διαδικασία του Βερολίνου, καθώς και τη διάσκεψη των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων του 2014, τη σύνοδο κορυφής της Βιέννης του 2015 και τη διάσκεψη του Παρισιού του 2016,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο δράσης της Στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περιοχή του Δούναβη (SEC(2010)1489),

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο δράσης της Στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περιοχή της Βαλτικής Θάλασσας (SWD(2015)0177),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (A8-0282/2016),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνδεσιμότητα και προσβασιμότητα των υποδομών μεταφορών επηρεάζουν σημαντικά την οικονομική μεγέθυνση και ανταγωνιστικότητα, την απασχόληση και την εδαφική συνοχή της ΕΕ και των περιφερειών της· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη αποτελεί θεμελιώδες τμήμα της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς και διαθέτει τη δυνατότητα να προσελκύει επενδύσεις και να συμβάλλει στην οικονομική μεγέθυνση όλης της ΕΕ, και ότι όλοι οι τρόποι μεταφοράς θα πρέπει χωρίς εξαιρέσεις να συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, της διατροπικότητας και της οικολογικής μετάβασης προκειμένου να εξυπηρετήσουν καλύτερα την ανάπτυξη της ενιαίας αγοράς·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η βελτίωση της συνδεσιμότητας και της προσβασιμότητας των υποδομών μεταφορών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη αποτελεί μέσο για την επίτευξη των στόχων της πολιτικής συνοχής, ιδίως όσον αφορά την επιθυμητή οικονομική ανάπτυξη των παραμεθόριων περιοχών·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι υποδομές μεταφορών στις περισσότερες περιφέρειες της Κεντρικής και Ανατολικής ΕΕ παραμένουν ανεπαρκώς ανεπτυγμένες σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές περιφέρειες, και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ανεπαρκώς ανεπτυγμένες υποδομές μεταφορών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη συνυπάρχουν με ένα από τα πιο πυκνά και ανεπτυγμένα δίκτυα παγκοσμίως, στο κέντρο της Ευρώπης· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πολίτες προσβλέπουν στη συνεργασία των κρατών μελών, καθώς και στην υποστήριξη της ΕΕ, για τη βελτίωση των υποδομών αυτών·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία (ΕΔΕΤ) αποτελούν την κύρια πηγή επενδύσεων στις δημόσιες μεταφορές στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και ότι ο μηχανισμός «Συνδέοντας την Ευρώπη» συνιστά σημαντικό χρηματοδοτικό μέσο για την περαιτέρω ανάπτυξη των υποδομών μεταφορών στην περιοχή ως μέρος των διαδρόμων του κεντρικού δικτύου ΔΕΔ-Μ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η έλλειψη διοικητικής ικανότητας των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών διοικητικών αρχών μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή απορρόφηση της ενωσιακής χρηματοδότησης και, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, όπως και αλλού στην ΕΕ, δεν αξιοποιούν πάντα στο έπακρο την ενωσιακή χρηματοδότηση για διάφορους λόγους, συμπεριλαμβανομένης της ανεπαρκούς προετοιμασίας και αποτελεσματικότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάπτυξη ικανοτήτων και η τεχνική αρωγή θα πρέπει να κινητοποιηθούν προκειμένου να τονωθεί η εκπόνηση περισσότερων καλών σχεδίων και να στηριχθούν οι δημόσιες διοικητικές αρχές στο πλαίσιο της διαχείρισης της ενωσιακής χρηματοδότησης·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εντατικοποίηση των εργασιών για την περάτωση σημαντικών έργων όπως η Via Carpatia και η Rail Baltica, καθώς και η ανάπτυξη των διαδρόμων Ανατολής/Ανατολικής Μεσογείου και Βαλτικής-Αδριατικής του κεντρικού δικτύου, του διαδρόμου Αδριατικής-Ιονίου και του TRACECA, θα δώσουν ισχυρή ώθηση στη βελτίωση της συνδεσιμότητας και προσβασιμότητας των υποδομών μεταφορών σε αυτό το γεωγραφικό τμήμα της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η υποστήριξη στενότερης επικοινωνίας μεταξύ των γειτονικών τρίτων χωρών και των κρατών μελών της Κεντρικής και Ανατολικής ΕΕ, μεταξύ άλλων στον τομέα των σιδηροδρομικών μεταφορών και υποδομών, θα συμβάλει στη βελτίωση των σιδηροδρομικών συνδέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των γειτονικών χωρών και περιφερειών, και της Ασίας·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καλά ανεπτυγμένες διασυνοριακές συγκοινωνιακές συνδέσεις παίζουν κεντρικό ρόλο στην προώθηση της περιφερειακής ανταγωνιστικότητας και στην ανάπτυξη των ΜΜΕ στις παραμεθόριες περιοχές, καθώς και στην ενίσχυση, ιδίως όσον αφορά τις δημόσιες συγκοινωνίες, της κοινωνικής ένταξης των οικονομικά ευάλωτων πληθυσμών· λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλά κράτη μέλη στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη εξακολουθούν να μη διαθέτουν καλές διασυνοριακές συγκοινωνιακές, ιδίως σιδηροδρομικές, συνδέσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ανεπαρκείς συνδέσεις μεταξύ των διαφορετικών τρόπων μεταφοράς και η έλλειψη εγκαταστάσεων δικτύου μεταξύ βασικών και γενικών δικτύων μεταφοράς συνεπάγονται ανεπαρκή διαλειτουργικότητα ανάμεσα στους διάφορους τρόπους μεταφοράς, ενώ η εν λόγω διαλειτουργικότητα όχι μόνο θα μείωνε τις τιμές για τους επιβάτες και για τη μεταφορά εμπορευμάτων, και θα βελτίωνε την ευελιξία των υπηρεσιών μεταφοράς, αλλά θα συνέβαλλε επίσης στην αντιμετώπιση οικολογικών και κοινωνικών προβληματισμών·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συντονισμένες βελτιώσεις των υποδομών μεταφορών μπορεί να έχουν θετικό αντίκτυπο στο περιβάλλον και στην ενεργειακή απόδοση των μεταφορών·

Οριζόντιες πτυχές

1.  τονίζει την ανάγκη ενίσχυσης της συνδεσιμότητας και της προσβασιμότητας των υποδομών μεταφορών από και προς το κεντρικό και ανατολικό τμήμα της ΕΕ, αλλά και εντός αυτού, συνυπολογίζοντας τις ανάγκες της οικονομίας, καθώς και τις αρχές της αειφόρου ανάπτυξης· επαναλαμβάνει τους στόχους του ΔΕΔ-Μ σχετικά με την αποκατάσταση ελλιπών συνδέσμων, την εξάλειψη συμφορήσεων και τη διασφάλιση αδιάλειπτων συνδέσεων όσον αφορά τις υπεραστικές και περιφερειακές επιβατικές και εμπορευματικές συγκοινωνίες, ιδίως σε διασυνοριακές περιοχές· θεωρεί ότι η αξιοποίηση της ενωσιακής χρηματοδότησης θα πρέπει να αποτυπώνει τις πραγματικές επενδυτικές ανάγκες για την ολοκλήρωση του κεντρικού δικτύου ΔΕΔ-Μ στην περιοχή μέχρι το 2030· σημειώνει ότι εκτός από τη δημιουργία νέων υποδομών, η ΕΕ πρέπει να επενδύσει στον εκσυγχρονισμό και την περάτωση των υφιστάμενων υποδομών μεταφορών·

2.  υπογραμμίζει τη σημασία ενός συντονισμένου σχεδιασμού έργων εκ μέρους των κρατών μελών και μεταξύ αυτών, στο πλαίσιο του οποίου θα λαμβάνονται υπόψη στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα εθνικά κατευθυντήρια σχέδια μεταφορών και ο συντονισμός με τις υποψήφιες χώρες, ενώ παράλληλα θα διενεργούνται ρεαλιστικές αξιολογήσεις των συγκοινωνιακών αναγκών, σύμφωνα με τη Λευκή Βίβλο της ΕΕ για τις μεταφορές, και θα περιλαμβάνονται αναλύσεις κόστους-ωφελείας και διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερόμενους παράγοντες· σημειώνει ότι η εκ των προτέρων θέσπιση όρων στην κατάρτιση κατευθυντηρίων σχεδίων για τις μεταφορές βοήθησε τα κράτη μέλη να δώσουν προτεραιότητα στις επενδύσεις τους στις μεταφορές· θεωρεί ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής θα πρέπει να αξιολογήσουν και να παράσχουν στοιχεία παρακολούθησης για τα εν λόγω ρυθμιστικά σχέδια προκειμένου να διασφαλίσουν ότι αυτά θα συμμορφώνονται και με τους στόχους και τις προτεραιότητες της ΕΕ·

3.  συνιστά ένθερμα να αξιοποιούνται καλύτερα οι υφιστάμενες πολιτικές και τα υφιστάμενα μέσα για περιφερειακή συνεργασία, όπως η ευρωπαϊκή εδαφική συνεργασία (ΕΕΣ), το Interreg και ειδικότερα οι ευρωπαϊκοί όμιλοι εδαφικής συνεργασίας (ΕΟΕΣ), προκειμένου να βελτιωθούν οι διασυνοριακές μεταφορές μεταξύ των περιφερειών και να εξαλειφθούν τα σημεία συμφόρησης·

4.  θεωρεί ότι οι μακροπεριφερειακές στρατηγικές της ΕΕ, όπως εκείνες που έχουν ήδη καταρτιστεί για τις περιφέρειες της Βαλτικής Θάλασσας, του Δούναβη και της Αδριατικής και του Ιονίου, καθώς και μια πιθανή μελλοντική στρατηγική για την περιφέρεια των Καρπαθίων και την περιφέρεια της Μαύρης Θάλασσας, συνιστούν ένα καινοτόμο πλαίσιο διακυβέρνησης για την αντιμετώπιση προκλήσεων στον τομέα της πολιτικής των μεταφορών, στις οποίες τα κράτη μέλη αδυνατούν να αντεπεξέλθουν μόνα τους, προκειμένου να διασφαλιστούν καλύτερες συνθήκες μεταφοράς·

5.  επικροτεί την ολοκλήρωση των αρχικών προγραμμάτων εργασίας για το 2015 σχετικά με τον κεντρικό διάδρομο του ΔΕΔ-Μ και την έγκριση των νέων χαρτών για την περαιτέρω επέκταση του ΔΕΔ-Μ στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων· τονίζει ότι η υλοποίηση του κεντρικού δικτύου θα τονώσει την ανάπτυξη του εκτεταμένου δικτύου, ιδίως όσον αφορά συνδέσεις που εξυπηρετούν τις παραμεθόριες περιοχές και έχουν αντίκτυπο στη σταθεροποίηση των διαδρόμων· τονίζει τη σημασία των αστικών κόμβων και τον ρόλο τους στην ενίσχυση των ροών μεταφοράς, τόσο για επιβάτες όσο και για εμπορεύματα·

6.  τονίζει ότι οι διαφορές μεταξύ της περιοχής της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (ΚΑΕ) και της υπόλοιπης Ευρώπης όσον αφορά την ανάπτυξη και ποιότητα των υποδομών μπορούν να μειωθούν μέσω μιας σαφούς, συγκεκριμένης και ολοκληρωμένης στρατηγικής που θα καλύπτει όλη την ΕΕ·

7.  υπενθυμίζει στην Επιτροπή τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με βάση τη Λευκή Βίβλο του 2011 σχετικά με τις μεταφορές έως το 2020, στην οποία ενέκρινε σχέδιο υλοποίησης 40 ειδικών μέτρων για την ανάπτυξη ενός ευρωπαϊκού συστήματος μεταφορών ανταγωνιστικού και αποδοτικού ως προς τους πόρους· υπενθυμίζει ότι ένας από τους μακροπρόθεσμους στόχους της είναι η μετατροπή του 30% των οδικών μεταφορών άνω των 300 χλμ σε σιδηροδρομικές ή πλωτές μεταφορές έως το 2030 και αντίστοιχη μετατροπή άνω του 50% έως το 2050, πράγμα που θα μειώσει αισθητά την κυκλοφορία στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη·

8.  θεωρεί ότι η ανάπτυξη συγκοινωνιακών κόμβων αποτελεί κεντρικό στοιχείο για τη διασύνδεση υπεραστικών, περιφερειακών και αστικών συγκοινωνιών, συμβάλλοντας ως εκ τούτου στην προώθηση της αποτελεσματικότητας, της διατροπικότητας και της ανάπτυξης των περιφερειακών επιχειρήσεων και στο πλαίσιο αυτό λαμβάνει επίσης υπόψη το μεγάλο φάσμα ευκαιριών που παρέχει η ψηφιοποίηση για τη βελτίωση της επίδοσης του συνόλου της εφοδιαστικής αλυσίδας, συμπεριλαμβανομένης της διάθεσης δεδομένων σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (ανταλλαγή δεδομένων) με στόχο την ανάπτυξη νέων υπηρεσιών και πρακτικών·

9.  τονίζει ότι, για την κατασκευή και τον εκσυγχρονισμό της οδικής υποδομής στην κεντρική και την ανατολική Ευρώπη, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες των ποδηλατών, κατά περίπτωση· τονίζει πόσο σημαντική είναι η ανάπτυξη υποδομής ποδηλασίας στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, η οποία θα αυξήσει την ασφάλεια, θα μειώσει τον αριθμό των θυμάτων τροχαίων δυστυχημάτων και θα βελτιώσει την ποιότητα ζωής και την υγεία των ανθρώπων στην ΕΕ· υπογραμμίζει ότι το δίκτυο ποδηλασίας EuroVelo, ιδίως η διαδρομή αριθ. 13 (διαδρομή του Σιδηρού Παραπετάσματος), η διαδρομή της ανατολικής Ευρώπης και η διαδρομή Ατλαντικού ωκεανού-Μαύρης θάλασσας, προσφέρει, σε συνδυασμό με τις σιδηροδρομικές συνδέσεις, ενδιαφέρουσες δυνατότητες για τις ΜΜΕ του τουριστικού τομέα στις μακροπεριφέρειες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να προωθηθεί·

10.  επισημαίνει ότι η βελτίωση της συνοχής της οικονομικής ανάπτυξης των κρατών μελών στο δυτικό, κεντρικό και ανατολικό τμήμα της ΕΕ απαιτεί σημαντικές επενδύσεις· υπογραμμίζει την ανάγκη για καλύτερο συντονισμό μεταξύ ευρωπαϊκών και εθνικών αρχών, ιδίως όσον αφορά την υλοποίηση του κεντρικού τμήματος του ΔΕΔ-Μ· υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι για τον συντονισμό που απαιτείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει να συνυπολογιστούν οι ιδιαίτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα κράτη μέλη, καθώς και οι διαφορές τους ως προς την οικονομία, τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας και την ποιότητα των υποδομών, και η δημογραφική μεταβολή· τονίζει το δυναμικό για θέσεις εργασίας σε έναν τομέα σιδηροδρομικών μεταφορών που θα λειτουργεί καλύτερα· ζητεί να καταργηθούν οι αυθαίρετοι φραγμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών και επιμένει ότι οι χώρες δεν θα πρέπει να εισάγουν τέτοιους φραγμούς·

11.  καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να εξασφαλίσουν συνεργίες και αμοιβαία συμπληρωματικότητα όσον αφορά τη χρηματοδότηση μέσω του μηχανισμού CEF, των ΕΔΕΤ, του μηχανισμού προενταξιακής βοήθειας καθώς και των οργάνων της ΕΤΕπ και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης κατά την πραγματοποίηση έργων υποδομής στο κεντρικό και ανατολικό τμήμα της ΕΕ προκειμένου να βελτιωθεί σημαντικά η χρησιμοποίηση και η διαφοροποίησή τους· υπογραμμίζει την ανάγκη για την ανταλλαγή και διάδοση εμπειριών και γνώσεων με στόχο την προετοιμασία και αξιοποίηση των έργων όταν αυτά χρηματοδοτούνται από διαφορετικούς μηχανισμούς (η λεγόμενη συνδυαστική χρηματοδότηση)· υπενθυμίζει τη σημασία της έγκαιρης χρήσης του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ) για την προώθηση εμπορικά βιώσιμων αγορακεντρικών έργων· προτρέπει την Επιτροπή, την ΕΤΕπ και τον Ευρωπαϊκό Κόμβο Επενδυτικών Συμβουλών να εντείνουν τη συνεργασία τους με τους αναδόχους έργων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη προκειμένου να διασφαλίσουν ότι το ΕΤΣΕ θα χρησιμοποιείται για ποιοτικά έργα υποδομών σε καινοτόμους και αειφόρους τόπους μεταφορών· τονίζει τη σημασία του ΕΤΣΕ για την ανάπτυξη έργων υποδομών μεταφορών όλων των ειδών· τονίζει ότι, μέχρι τώρα, τα περισσότερα έργα υποδομών που χρηματοδοτούνται μέσω του ΕΤΣΕ βρίσκονται στη Δυτική Ευρώπη· καλεί συνεπώς την Επιτροπή να ενθαρρύνει, σε συνδυασμό με το ΕΤΣΕ, τους επενδυτές να στηρίξουν πλατφόρμες έργων που εστιάζουν σε έργα υποδομών μεταφορών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη· τονίζει τη σημασία της διάθεσης κονδυλίων από τα ταμεία συνοχής για την ανάπτυξη υποδομής μεταφορών σε χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης, η ποιότητα της οποίας υστερεί σημαντικά σε σχέση με αυτή των μεταφορικών δικτύων της δυτικής Ευρώπης, και, υπ’ αυτό το πρίσμα, ζητεί να εξασφαλισθούν οι αναγκαίοι πόροι και το απαραίτητο επίπεδο χρηματοδότησης στο προσεχές πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο·

12.  υπενθυμίζει ότι 11 305 500 000 EUR μεταφέρθηκαν από το Ταμείο Συνοχής στον μηχανισμό CEF, προκειμένου να δαπανηθούν στον τομέα των μεταφορών στα κράτη μέλη που επωφελούνται από την στήριξη του Ταμείου Συνοχής· υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη χρήση αυτής της άμεσα διαθέσιμης χρηματοδότησης, ιδίως στο πλαίσιο του σημερινού ποσοστού απορρόφησης, σε σχέση με την επενδυτική συμμετοχή τρίτων μερών, όπου οι επενδύσεις αυτές βασίζονται σε πολιτικές σκοπιμότητες και όχι σε επιχειρηματικά συμφέροντα·

13.  ζητεί από τα κράτη μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης να εξασφαλίσουν υψηλό επίπεδο διαφάνειας και αυστηρή παρακολούθηση της χρήσης των εν λόγω κονδυλίων και να δημοσιεύσουν λεπτομέρειες αναφορικά με την κατανομή τους το συντομότερο δυνατό·

14.  εφιστά την προσοχή στις δυνατότητες που προσφέρουν τα υβριδικά έργα στο πλαίσιο σύμπραξης του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, τα οποία συνδυάζουν πηγές χρηματοδότησης επενδύσεων σε υποδομές από επιχορηγήσεις της ΕΕ (έως το 85% των συνολικών επιλέξιμων δαπανών), δημόσια χρηματοδότηση υπό τη μορφή της συγχρηματοδότησης που απαιτείται να παράσχει ο δικαιούχος, και χρηματικά ποσά από ιδιωτικές επιχειρήσεις· υπογραμμίζει ταυτόχρονα ότι τα κονδύλια και οι δημοσιονομικοί πόροι της ΕΕ συνιστούν παράγοντα αύξησης της αξιοπιστίας των επενδύσεων, καθώς μειώνουν τον κίνδυνο για τον ιδιωτικό τομέα· επισημαίνει ότι, παράλληλα, ο ιδιωτικός τομέας επωφελείται από σταθερές, μακροχρόνιες συμβάσεις που δεν εξαρτώνται από οικονομικές, πολιτικές και δημοσιονομικές διακυμάνσεις εντός των χωρών· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη, ως εκ τούτου, να αξιοποιήσουν τις συμπράξεις του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, κατά περίπτωση, που συνιστούν επωφελή τρόπο επένδυσης σε υποδομές, ιδίως όσον αφορά την υλοποίηση σύνθετων έργων υποδομών τα οποία απαιτούν εκτεταμένες δαπάνες και παράγουν χαμηλό επίπεδο απόδοσης, αφενός, και την επιθυμητή διασφάλιση της αποτελεσματικής παροχής μιας δημόσιας υπηρεσίας υψηλής ποιότητας, αφετέρου· στο πλαίσιο αυτό, καλεί την Επιτροπή να παράσχει τεχνική αρωγή στα κράτη μέλη της περιοχής της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, δεδομένου ότι ορισμένες από τις χώρες αυτές έχουν λιγοστή εμπειρία συνεργασίας με χρηματοδοτικούς μηχανισμούς και με τον ιδιωτικό τομέα σε μεγάλα έργα· ζητεί επίσης από την Επιτροπή να παρουσιάζει τακτικά, σε συνεργασία με τις εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές, μια συνολική επισκόπηση των έργων μεταφορών που συγχρηματοδοτούνται από τα διάφορα ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων ποσών·

15.  ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εναρμονίσουν και να απλοποιήσουν τις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων, να εκδώσουν κατευθυντήριες γραμμές για τις συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, να εξασφαλίσουν επαρκές πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων και να απλοποιήσουν τις διαδικασίες αδειοδότησης, προκειμένου να διευκολύνουν την υλοποίηση των έργων που σχετίζονται με τις μεταφορές, ιδίως των διασυνοριακών έργων·

16.  τονίζει ότι τα ΕΔΕΤ μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία των συνδέσεων που λείπουν στις παραμεθόριες περιοχές στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, και την ενίσχυση των υφιστάμενων υποδομών, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης πρόσβαση στην ενιαία αγορά και να προωθηθεί περαιτέρω η οικονομική ανάπτυξη· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι, στο μέτρο που οι μεταφορές έχουν καίρια σημασία για την περιφερειακή ανάπτυξη, οι κατάλληλες και επαρκώς χρηματοδοτούμενες τοπικές υποδομές, αποτελούν βασική και αναπόφευκτη προϋπόθεση για την επίτευξη της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής·

17.  υπενθυμίζει ότι τα ΕΔΕΤ θα μπορούσαν επίσης να αξιοποιηθούν για την αύξηση της διοικητικής ικανότητας των ενδιάμεσων φορέων και δικαιούχων, καθώς, διαφορετικά, θα μπορούσε να υπονομευθεί η στήριξη της ΕΕ για επενδύσεις στις μεταφορές στην περιοχή· σημειώνει ότι ειδικότερα ο μηχανισμός βοήθειας JASPERS έχει αποδειχθεί χρήσιμος στο πλαίσιο αυτό έως τώρα, και μπορεί, ενδεχομένως, πέρα από το να συνεχίσει απλώς να χρησιμοποιείται, να εξεταστεί η πιθανότητα να τοποθετηθεί σε ένα μονιμότερο, θεσμικό πλαίσιο· επισημαίνει ότι η τεχνική στήριξη που προσφέρει ο Ευρωπαϊκός Κόμβος Επενδυτικών Συμβουλών πρέπει να βοηθήσει τους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς υλοποίησης έργων να δημιουργήσουν μια σταθερή σειρά ώριμων και καλά δομημένων έργων, προκειμένου να επωφελούνται των οικονομικών μέσων επί μακρόν· υπενθυμίζει ότι οι ευρωπαίοι συντονιστές για τους διαδρόμους του κεντρικού δικτύου έχουν μεν πολιτική εντολή, δεν διαθέτουν όμως επαρκείς διοικητικές ικανότητες· ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διαχείρισης τέτοιων πόρων προκειμένου να αποφευχθεί η περιττή γραφειοκρατία·

18.  ζητεί από την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να συνεργάζονται καλύτερα και να συντονίσουν τις προσπάθειές τους ώστε να διασφαλίσουν μία ευρεία διαβούλευση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τη χρηματοδότηση των υποδομών μεταφορών, την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών, την προώθηση των χρηματοδοτικών μέσων, και την έγκαιρη χαρτογράφηση δυνητικών έργων, καθώς και να ενημερώνουν τακτικά το Κοινοβούλιο αναφορικά με τα εν λόγω ζητήματα· τονίζει ότι πρέπει να ληφθούν κατεπειγόντως οποιαδήποτε μέτρα στοχεύουν στη βελτίωση της συνδεσιμότητας και της προσβασιμότητας σε υποδομές μεταφορών·

19.  ενθαρρύνει τις περιφέρειες και τα κράτη μέλη να εγκρίνουν ή να συνεχίσουν να λαμβάνουν μέτρα για την προώθηση πιο φιλικών προς το περιβάλλον επιλογών στον τομέα των μεταφορών· ενθαρρύνει τη χρήση των ΕΔΕΤ για έργα που στοχεύουν στην τόνωση της ζήτησης από την πλευρά του κοινού και στη δημιουργία πιο βιώσιμων επιλογών μεταφοράς, π.χ. μέσω απλοποιημένης έκδοσης εισιτηρίων για διασυνοριακές μεταφορές και μέσω επενδύσεων σε συστήματα σταθμών φόρτισης για ηλεκτρικά αυτοκίνητα·

20.  τονίζει ότι θα πρέπει να δοθεί εξίσου προσοχή στους διαδρόμους μεταφορών ανατολής-δύσης και βορρά-νότου εντός του ΔΕΔ-Μ, οι οποίοι μπορούν να συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη των συμμετεχουσών χωρών μέσω της δημιουργίας νέων ευκαιριών για απασχόληση σε ΜΜΕ, για νεοφυείς επιχειρήσεις, εμπορικές συναλλαγές, για τις επιστήμες, την έρευνα και τις τεχνολογίες, καθώς και στην ενίσχυση της οδικής ασφάλειας και στη μείωση του κόστους μεταφοράς· υπογραμμίζει τη σημασία της πολυτροπικότητας και της καινοτομίας στις μεταφορές για την ανάπτυξη του εμπορίου και του τουρισμού, καθώς και για την προστασία του περιβάλλοντος, και στηρίζει την ένταξη των εσωτερικών πλωτών οδών στην πολυτροπική εφοδιαστική αλυσίδα, δεδομένου ότι η σύνδεση όλων των τρόπων μεταφοράς θα διασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής και θα μειώσει, επίσης, τις συμφορήσεις στο σύστημα μεταφορών·

21.  επικροτεί την επέκταση του ΔΕΔ-Μ στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων· ζητεί από την Επιτροπή να εξασφαλίσει την ένταξη στο ΔΕΔ-Μ των υποψηφίων προς ένταξη χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, καθώς και τη συνεργασία με την Ουκρανία, τη Μολδαβία και άλλες γειτονικές χώρες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποτελούν τμήμα του διαδρόμου TRACECA, σχετικά με τη δημιουργία συγκοινωνιακών συνδέσμων· τονίζει τη σημασία της προσαρμογής των οικονομικών κριτηρίων προκειμένου να επωφεληθούν οι υπό ένταξη και υποψήφιες για ένταξη χώρες από τους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς της ΕΕ σε ευρύτερη κλίμακα, ιδίως όσον αφορά διασυνοριακά έργα· τονίζει ότι οι επενδύσεις, ιδίως μέσω του μηχανισμού προενταξιακής βοήθειας (ΜΠΒ) και του πλαισίου επενδύσεων για τα Δυτικά Βαλκάνια, και τα μέτρα βελτιστοποίησης της κυκλοφορίας θα πρέπει να συντονίζονται σε περιφερειακό επίπεδο προκειμένου να συμβάλλουν στην επέκταση του κεντρικού δικτύου στην περιφέρεια·

22.  πιστεύει ότι η βελτίωση των υποδομών μεταφορών και της συνδεσιμότητας στο κεντρικό και ανατολικό τμήμα της ΕΕ αποτελούν σημαντικό εργαλείο για την ενίσχυση της σταθερότητας, της οικονομικής ανάπτυξης, της περιφερειακής συνεργασίας και της ασφάλειας των συνόρων της Ένωσης στην ανατολική Ευρώπη και τα Δυτικά Βαλκάνια και για την αύξηση της σύγκλισης προς τα επάνω των συνθηκών μεταφοράς στην εσωτερική αγορά· υπογραμμίζει στη συνάρτηση αυτή τη σημασία του διαδρόμου Ανατολής/Ανατολικής Μεσογείου·

23.  τονίζει πόσο απολύτως απαραίτητη είναι η διατήρηση του χώρου Σένγκεν για ένα αποτελεσματικό και οικονομικά αποδοτικό σύστημα μεταφορών στην ΕΕ με βάση την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων εντός ανοικτών εσωτερικών συνόρων· υπενθυμίζει ότι, τον Ιούνιο 2011, η Επιτροπή είχε ήδη καλέσει μετ’ επιτάσεως όλα τα κράτη μέλη να λάβουν την απόφαση για τη διεύρυνση του χώρου Σένγκεν ώστε να περιλαμβάνει τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία·

24.  τονίζει την ανάγκη βελτίωσης της συνδεσιμότητας και της προσβασιμότητας των υποδομών μεταφορών με στόχο την προώθηση της ανάπτυξης του τουριστικού τομέα στην ΕΕ· τονίζει ότι ένα διευρυμένο και αποτελεσματικό ευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών συνιστά σημαντικό πλεονέκτημα για τον τουριστικό τομέα, καθώς αυξάνει την ελκυστικότητα των περιφερειών για τους τουρίστες· θεωρεί ότι οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης έχουν τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης της τουριστικής βιομηχανίας, οι οποίες δεν μπορούν να αξιοποιηθούν πλήρως λόγω της έλλειψης κατάλληλης υποδομής μεταφορών·

25.  επισημαίνει τις ευνοϊκές περιβαλλοντικές και οικονομικές πτυχές των συνεργιών που προκύπτουν από τη διασύνδεση διαφόρων τρόπων μεταφοράς με στόχο την καλύτερη αξιοποίηση των επιμέρους ιδιαιτέρων πλεονεκτημάτων τους·

26.  τονίζει ότι, προκειμένου να αναπτυχθούν συνδυασμένες μεταφορές στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, απαιτείται να βελτιωθούν τα χαρακτηριστικά των σιδηροδρομικών διαδρόμων εμπορευματικών μεταφορών και να υποστηριχθεί η κατασκευή διατροπικών τερματικών σταθμών που είναι προσβάσιμοι στο κοινό·

27.  διαβλέπει τεράστιες δυνατότητες σε διεθνή έργα υποδομών όπως ο «νέος δρόμος του μεταξιού», που θα συμβάλουν στην καλύτερη αξιοποίηση, εκ μέρους της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, του δυναμικού της παγκόσμιας οικονομίας· θεωρεί ότι, χάρη στην ευνοϊκή γεωγραφική θέση της, η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη μπορεί να γίνει σημαντικό κέντρο εφοδιαστικής και συγκοινωνιακός κόμβος μεταξύ Ευρώπης και Ασίας·

28.  τονίζει ότι η αύξηση της προσβασιμότητας των μεταφορών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, καθώς και οι σχετικές προς τον σκοπό αυτόν επενδύσεις, θα δώσουν, όπως είναι λογικό, ώθηση στην ανάπτυξη των τοπικών εταιρειών και επιχειρήσεων· επισημαίνει ότι οι διαδικασίες σύναψης συμβάσεων και η υλοποίηση έργων πρέπει να είναι φιλικές προς τις ΜΜΕ· καλεί την Επιτροπή να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στο πρόβλημα της αθέμιτης συνεργασίας μεταξύ των μεγάλων εργολάβων και υπεργολάβων που συμμετέχουν σε έργα, θύματα της οποίας είναι πολύ συχνά οι ανειδίκευτοι εργαζόμενοι·

29.  υποστηρίζει ότι είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες όσων ζουν σε αραιοκατοικημένες και δύσκολα προσβάσιμες περιφέρειες, όπως οι ορεινές περιοχές, κατά τον σχεδιασμό λύσεων για την υποδομή στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη· υποστηρίζει ότι η έλλειψη πρόσβασης σε μεταφορές μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικό αποκλεισμό και καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη της τις ανάγκες όσων χρησιμοποιούν τους τοπικούς άξονες μεταφοράς· τονίζει ότι η κερδοφορία των μεταφορικών συνδέσεων δεν μπορεί να είναι το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης της χρησιμότητάς τους·

Οδικές μεταφορές

30.  υπενθυμίζει πόσο σημαντική είναι η ανάπτυξη διασυνοριακών οδών για τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ πληθυσμών και επιχειρήσεων στις παραμεθόριες περιοχές· καλεί τα κράτη μέλη να συνεχίσουν τον εκσυγχρονισμό των οδών, να συνεχίσουν την ανάπτυξη ελλειπόντων συνδέσμων, να δημιουργήσουν ασφαλείς και εύκολα προσβάσιμους χώρους στάθμευσης και να ενισχύσουν την περιφερειακή συνδεσιμότητα στο ΔΕΔ-Μ, καθώς η σύνδεση με το ΔΕΔ-Μ συνιστά σημαντική βάση για την οικονομική ανάπτυξη των περιφερειακών κέντρων·

31.  υπογραμμίζει την ανάγκη διασφάλισης δίκαιων συστημάτων χρέωσης οδικών τελών στην ΕΕ· επισημαίνει ότι, κατά τη δημιουργία τέτοιων συστημάτων, θα πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένα περιθώρια ευελιξίας για τα κράτη μέλη, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, διατηρώντας όμως την τεχνική διαλειτουργικότητα σε κανονικά επίπεδα· υποστηρίζει ότι τα εν λόγω συστήματα θα πρέπει να σχεδιάζονται σε συνεργασία με την επιχειρηματική κοινότητα και τους επαγγελματίες οδικούς χρήστες, καθώς επίσης ότι οι τελευταίοι δεν θα πρέπει να απαιτείται να καταβάλλουν τυχόν επιπρόσθετα ή δυσανάλογα τέλη τα οποία θα καθιστούσαν λιγότερο επικερδείς τις επιχειρηματικές δραστηριότητές τους·

32.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να θέσουν επί τάπητος την επείγουσα ανάγκη ενίσχυσης του δικτύου οδικών υποδομών κατά το μήκος της ανατολικής συνοριακής γραμμής της ΕΕ, η οποία ξεκινά από την Εσθονία, συνεχίζει στη Λετονία, τη Λιθουανία, την Πολωνία, τη Σλοβακία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, και καταλήγει στην Ελλάδα· θεωρεί ότι οι προσπάθειες αυτές θα πρέπει να βασιστούν στα υφιστάμενα σχέδια που έχουν ήδη καταρτιστεί για το έργο Via Carpatia, σχετικά με το οποίο υπεγράφη δήλωση στη Βαρσοβία, την 3η Μαρτίου 2016, από τους εκπροσώπους των συμμετεχουσών χωρών, όσον αφορά την περαιτέρω συνεργασία για την ανάπτυξη του διαδρόμου και την ανανέωση της διαδρομής· θεωρεί ότι, με την κατασκευή της Via Carpatia, οι απομονωμένες περιοχές της ΕΕ θα έχουν την ευκαιρία να επιταχύνουν την ανάπτυξή τους και θα είναι σε θέση να καλύψουν πιο γρήγορα την απόσταση που τους χωρίζει από τις πιο ανεπτυγμένες περιοχές της ΕΕ· επισημαίνει ότι η κατασκευή της οδού θα τονώσει επίσης τις επενδύσεις και την οικονομική μεγέθυνση των επιχειρήσεων, και θα βελτιώσει την ασφάλεια σε όλη την ΕΕ, ιδίως υπό το φως της ένοπλης σύρραξης στην Ουκρανία· πιστεύει ότι θα πρέπει να αξιοποιηθεί η δυνατότητα διάνοιξης του διαδρόμου Ρήνου-Δούναβη προς το βόρειο τμήμα της ΕΕ μέσω της Via Carpatia και πιστεύει ότι το έργο Via Carpatia πρέπει να τύχει κατάλληλης κατανομής κονδυλίων του προϋπολογισμού· ζητεί συνεπώς να ενσωματωθεί το έργο «Via Carpatia» στο βασικό ΔΕΔ-Μ, προκειμένου να εξασφαλισθεί η κατάλληλη χρηματοδότηση από την ΕΕ· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν γραμμές χρηματοδότησης γι’ αυτό το έργο χρησιμοποιώντας κάθε δυνατό χρηματοπιστωτικό μέσο, όπως τον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη» και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων·

33.  επαναλαμβάνει ότι η ποιότητα των οδικών υποδομών έχει άμεσο αντίκτυπο στην οδική ασφάλεια· φρονεί, ως εκ τούτου, ότι κατά την κατασκευή έργων οδικών υποδομών θα πρέπει επίσης να αξιολογείται η οδική ασφάλεια· εκφράζει ανησυχία για το γεγονός ότι ο αριθμός των θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων και των σοβαρών τραυματισμών σε αυτά παραμένει σχετικά υψηλός σε αρκετά κράτη μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής ΕΕ· υπογραμμίζει την περαιτέρω προώθηση μέτρων για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας σε κρατικό και ευρωπαϊκό επίπεδο· θεωρεί ότι πρέπει να παρέχεται η κατάλληλη χρηματοδότηση για έργα αποκατάστασης υποδομών στα κράτη μέλη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης·

34.  υπογραμμίζει ότι η ασφάλεια και η βιωσιμότητα του τομέα μεταφορών αποτελούν κύριες προτεραιότητες κατά την ανάπτυξη των υποδομών· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν περαιτέρω την ψηφιοποίηση και την αυτοματοποίηση σε όλους τους τρόπους μεταφοράς· ζητεί οι επενδύσεις σε έργα υποδομών να περιλαμβάνουν λύσεις για τον τομέα των μεταφορών οι οποίες μειώνουν τον κίνδυνο θανάτου ή σοβαρού τραυματισμού από τροχαίο ατύχημα, καθώς και να λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες των πεζών που ζουν κοντά σε οδούς με μεγάλο όγκο κυκλοφορίας·

Σιδηροδρομικές μεταφορές

35.  τονίζει ότι προέχουν η κατασκευή, ο εκσυγχρονισμός και η συντήρηση σιδηροδρομικών γραμμών για την ενιαία και βιώσιμη μεγέθυνση των σιδηροδρομικών μεταφορών και τη συνοχή στο κεντρικό και ανατολικό τμήμα της ΕΕ· υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο που θα πρέπει να διαδραματίζει ο σιδηρόδρομος στη μείωση των κλιματικών επιπτώσεων, της ατμοσφαιρικής ρύπανσης καθώς και των τροχαίων ατυχημάτων και αναμένει τέτοιες προσπάθειες να έχουν θετικό αντίκτυπο στη βιομηχανική ανάπτυξη, την εφοδιαστική μεταφορών, την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών και την αξιόπιστη κινητικότητα επιβατών· καλεί τα κράτη μέλη να εξαλείψουν τις συμφορήσεις σε διασυνοριακό και εθνικό επίπεδο και να επεκτείνουν τις επιχειρησιακές τους δυνατότητες, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι στροφής των μεταφορών για το 2030 και το 2050, οι οποίοι τέθηκαν στη Λευκή Βίβλο μεταφορών του 2011·

36.  τονίζει ότι ορισμένες περιφέρειες στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη διαθέτουν σημαντικό σιδηροδρομικό δίκτυο, οι υποδομές του οποίου ωστόσο απαιτείται να εκσυγχρονισθούν επειγόντως προκειμένου να αποφευχθεί η επιδείνωσή τους στο μέλλον και, τελικά, η ενδεχόμενη παύση της λειτουργίας τους· επικρίνει τις ανεπαρκείς επενδύσεις για τη δημιουργία διασυνοριακών σιδηροδρομικών γραμμών και τον μικρό αριθμό επιβατικών σιδηροδρομικών υπηρεσιών σε πολυάριθμες παραμεθόριες περιοχές· καλεί τα κράτη μέλη να αποκαταστήσουν τις ελλιπείς συνδέσεις και να ελευθερώσουν τα σημεία όπου παρατηρείται κυκλοφοριακή συμφόρηση· προτείνει να ελεγχθεί το σιδηροδρομικό δίκτυο, με τη χρήση της μεθοδολογίας σχεδιασμού για το συνολικό και κύριο δίκτυο του ΔΕΔ-Μ, προκειμένου να εντοπισθούν οι ελλιπείς συνδέσεις – ιδιαίτερα οι διασυνοριακές συνδέσεις – τόσο μεταξύ κρατών μελών της ΕΕ, όσο και μεταξύ αυτών και παρακείμενων χωρών εκτός ΕΕ· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αναπτύξουν στενή και εποικοδομητική συνεργασία για την κάλυψη των κενών αυτών και τη βελτίωση της εδαφικής ολοκλήρωσης και συνοχής· καλεί την Επιτροπή να παράσχει αποτελεσματική χρηματοδοτική στήριξη για όλες τις σχετικές προσπάθειες·

37.  επαναλαμβάνει την υποστήριξή του για την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συστήματος Διαχείρισης της Σιδηροδρομικής Κυκλοφορίας (ERTMS) σε όλους τους διαδρόμους του κεντρικού δικτύου ΔΕΔ-Μ· πιστεύει ότι η πλήρης και ταχεία εφαρμογή του ERTMS πρέπει να αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα της ΕΕ με σκοπό τη δημιουργία ενός πλήρως διαλειτουργικού, επαρκούς, ελκυστικού και λειτουργικού ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου, ικανού να ανταγωνιστεί άλλα μέσα μεταφορών·

38.  καλεί τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν σαφείς, μακροπρόθεσμες στρατηγικές για την ανάπτυξη των σιδηροδρομικών μεταφορών και να άρουν τους φραγμούς σε ό,τι αφορά την υλοποίηση σιδηροδρομικών έργων με χρηματοδότηση της ΕΕ·

39.  υπογραμμίζει την ανάγκη να ενταθούν οι επενδύσεις στην ποιοτική βελτίωση του σιδηροδρόμου με σκοπό να καταστεί περισσότερο προσβάσιμος και ελκυστικός τόσο για τον επιβάτη όσο και για τη μεταφορά εμπορευμάτων, και να αυξηθεί το μερίδιό του στην κατανομή συγκοινωνίας, σύμφωνα με τον στόχο 3 της στροφής προς άλλους τρόπους μεταφοράς όπως διατυπώθηκε στη Λευκή Βίβλο της ΕΕ για τις μεταφορές·

40.  επισημαίνει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην οδική και σιδηροδρομική σύνδεση από και προς λιμένες· τονίζει ότι τα περισσότερα αεροδρόμια της Ανατολικής Ευρώπης βρίσκονται κοντά σε σιδηροδρομική υποδομή και ότι η ολοκλήρωση εξακολουθεί να είναι τεχνικά εφικτή· καλεί την Επιτροπή να υποστηρίξει πλήρως την περαιτέρω ολοκλήρωση πολυτροπικού δικτύου μεταφορών (οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο - αεροδρόμιο) στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη·

41.  καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να στηρίζει τις επενδύσεις σε τροχαίο υλικό στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα καταστεί εφικτή η αποκατάσταση του δυναμικού των σιδηροδρόμων στα δημόσια μέσα μεταφοράς των εν λόγω χωρών·

42.  τονίζει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής υποδομής σιδηροδρομικών μεταφορών δεν πρέπει να σταματήσει με την απλή κατασκευή του δικτύου αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνει και μέτρα συντήρησης ώστε, μακροπρόθεσμα, να αποδειχθεί αποδοτική· θεωρεί ότι σημαντικό μέρος των οικονομικών πόρων θα πρέπει να διατίθεται σε τέτοια μέτρα δεδομένης της σημασίας των εργασιών συντήρησης·

43.  υπογραμμίζει το κοινό όφελος της σύνδεσης Rail Baltica, που αποτελεί ένα από τα έργα προτεραιότητας στον διάδρομο Βόρειας Θάλασσας-Βαλτικής Θάλασσας, καθώς και τη μεγάλη στρατηγική σημασία της για όλα τα κράτη μέλη τα οποία αφορά αλλά και για όλη την περιοχή που ξεκινά από τη Φινλανδία (με την πιθανή «Βοθνιακή επέκταση»), συνεχίζει στην Εσθονία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Πολωνία και πηγαίνει ως και τη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες και τη νότια Ευρώπη· εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόοδο που επετεύχθη στην κατασκευή και τις προετοιμασίες του έργου Rail Baltica και τονίζει ότι η καλή συνεργασία των ενδιαφερόμενων και εμπλεκόμενων κρατών έχει καίρια σημασία για να προχωρήσει το έργο χωρίς άλλες καθυστερήσεις και οπισθοδρομήσεις, αλλά και για να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος παράλειψης χορήγησης χρηματοδοτικών πόρων για το εν λόγω έργο· τονίζει ότι αν δεν τηρηθούν οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η συγχρηματοδότηση της ΕΕ κατά περίπου 85% θα χαθεί και οι μελλοντικές συνθήκες χρηματοδότησης δεν θα είναι όσο ευνοϊκές είναι σήμερα· παροτρύνει τις συμμετέχουσες χώρες να αναγνωρίσουν και να ενδυναμώσουν τον ρόλο της κοινοπραξίας RB Rail ως το βέλτιστο όργανο διαχείρισης ενός διακρατικού έργου τέτοιας κλίμακας, για την υποβολή κοινών αιτήσεων για χρηματοδότηση από την ΕΕ, για τη σύναψη, τόσο από κοινού συμβάσεων, όσο και εθνικών δημοσίων συμβάσεων, για τον συντονισμό των εργασιών του έργου και, τέλος, για την απόδειξη ότι τα συμμετέχοντα κράτη μέλη είναι ικανά να συνεργαστούν·

44.  ενόψει του γεγονότος ότι το μερίδιο των σιδηροδρομικών μεταφορών στις ευρωπαϊκές αγορές μεταφορών εμπορευμάτων και επιβατών παρέμεινε στάσιμο, τονίζει τη σημασία που αποκτά η πρωτοβουλία Shift2Rail, κυρίως στον τομέα της μεταφοράς εμπορευμάτων, για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της αποδοτικότητας του σιδηροδρόμου· θεωρεί ότι θα πρέπει επίσης να γίνουν επενδύσεις για τη βελτίωση της ποιότητας των σιδηροδρομικών υπηρεσιών στον τομέα της μεταφοράς εμπορευμάτων· χαιρετίζει τις κοινές διεθνείς πρωτοβουλίες που ανέλαβαν τα κράτη μέλη στην περιοχή με σκοπό την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της σιδηροδρομικής υποδομής όπως τη δημιουργία του νέου σιδηροδρομικού εμπορευματικού διαδρόμου αριθ. 11, του αποκαλούμενου Amber Corridor, ο οποίος συνδέει εμπορικά και βιομηχανικά κέντρα στην Πολωνία, τη Σλοβακία, την Ουγγαρία και τη Σλοβενία, μέσω κοινής τους δράσης σχετικά με την κατανομή μεταφορικού δυναμικού για διεθνείς εμπορευματικές αμαξοστοιχίες· επισημαίνει ότι έργα αυτού του είδους προωθούν τις σιδηροδρομικές μεταφορές ως μέσο διεθνών εμπορευματικών μεταφορών, δίνουν ώθηση στην ανταγωνιστικότητα των σιδηροδρομικών μεταφορών και εξασφαλίζουν την καλύτερη χρήση του υφιστάμενου μεταφορικού δυναμικού για διεθνείς εμπορευματικές μεταφορές·

45.  σημειώνει ότι υπάρχουν πολλές πηγές χρηματοδότησης που διατίθενται για τον τομέα των σιδηροδρόμων από διάφορα προγράμματα της ΕΕ· πιστεύει ότι η ανάληψη και η αποτελεσματική χρήση αυτών των πηγών χρηματοδότησης είναι απαραίτητες εξαιτίας των αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών στο σύνολο του δημοσίου χρήματος που οι εθνικές κυβερνήσεις μπορούν να επενδύσουν στον σιδηρόδρομο·

46.  εφιστά την προσοχή στις προσαυξήσεις που είναι ευρέως διαδεδομένες στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη όσον αφορά τη διασυνοριακή περιφερειακή σιδηροδρομική μεταφορά επιβατών, οι οποίες συχνά επιβάλλονται από τις επιχειρήσεις σιδηροδρομικών μεταφορών ως τμήμα κομίστρων για διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές, μειώνοντας την ελκυστικότητα της χρήσης διασυνοριακών σιδηροδρομικών συνδέσεων·

47.  τονίζει την ανάγκη να διασφαλιστεί η διασύνδεση των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης με το σιδηροδρομικό δίκτυο υψηλής ταχύτητας της δυτικής Ευρώπης, ούτως ώστε να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα του τομέα σιδηροδρομικών μεταφορών και να υποστηριχθεί η οικονομική μεγέθυνση στην εν λόγω περιφέρεια· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν διασυνοριακού χαρακτήρα έργα σύνδεσης σιδηροδρομικών γραμμών υψηλής ταχύτητας σε όλη την έκταση των διαδρόμων ΔΕΔ-Μ·

48.  τονίζει την ανάγκη να στηριχθούν κοινά έργα και κοινές επενδύσεις με τρίτες χώρες, καθώς κατ’ αυτόν τον τρόπο θα ανοίξει ο δρόμος για τη συμπληρωματική αξιοποίηση του δυναμικού των σιδηροδρομικών διαδρόμων που έχουν εκσυγχρονιστεί με χρηματοδότηση ΕΕ, όπως, για παράδειγμα, των συνδέσεων μεταξύ της ΕΕ και των χωρών της Ασίας·

Εσωτερικές πλωτές οδοί

49.  τονίζει τη σημασία των εσωτερικών πλωτών μεταφορών ως οικονομικά αποδοτικό και βιώσιμο μέσο μεταφορών πολλαπλών μέσων, καθώς και εφοδιαστικής, σε όλη την ΕΕ· θεωρεί, ως εκ τούτου, αναγκαίο να εκσυγχρονισθούν οι υποδομές των εσωτερικών πλωτών μεταφορών για τη μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων και να βελτιωθεί η διαλειτουργικότητά τους με άλλες μορφές μεταφοράς·

50.  σημειώνει ότι η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη παρουσιάζει σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης όσον αφορά τις εσωτερικές πλωτές μεταφορές, τους ποταμούς και τους θαλάσσιους λιμένες της· θεωρεί ότι αυτό το δυναμικό μπορεί να αξιοποιηθεί μόνο με την επίδειξη του δέοντος σεβασμού στο κεκτημένο της Ένωσης σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, τη βιοποικιλότητα και το νερό, και ότι το να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στη χρήση λιμανιών και σιδηροδρόμων, θα συνέβαλε στην προώθηση του στόχου της ενίσχυσης των πολυτροπικών μεταφορών στην περιοχή·

51.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δημιουργία του προγράμματος NAIADES καθώς και για τη συνέχιση αυτού με το πρόγραμμα NAIADES II μέχρι το 2020, και υπογραμμίζει ότι είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει μια Ευρωπαϊκή Στρατηγική και ένα σχέδιο δράσης για τις εσωτερικές πλωτές οδούς·

52.  θεωρεί κρίσιμη την εκμετάλλευση των πολυτροπικών δυνατοτήτων των ποτάμιων λιμένων για την αξιοποίηση του οικονομικού δυναμικού τους· υπογραμμίζει τον ρόλο που παίζει αφενός η επαρκής πρόσβαση στο τελευταίο χιλιόμετρο και αφετέρου οι σιδηροδρομικές συνδέσεις με τη διασύνδεση σιδηροδρομικών υποδομών σε τερματικούς σταθμούς εσωτερικών πλωτών μεταφορών καθώς και με συγκοινωνιακούς κόμβους στις εμπορικές ζώνες των λιμένων για την προσέλκυση πελατών·

53.  εξαίρει τη σημασία του Δούναβη ως βασικής συγκοινωνιακής πλωτής οδού στην ευρύτερη περιοχή· σημειώνει ότι η δυναμική της περιοχής για εσωτερικές πλωτές μεταφορές θα έπρεπε να αξιοποιηθεί περαιτέρω και για το λόγο αυτό υπενθυμίζει επίσης ότι είναι αναγκαίο να διατηρήσουν τα κράτη μέλη την αποτελεσματική λειτουργία των εσωτερικών πλωτών οδών που ανήκουν στην αρμοδιότητά τους· καλεί τα παραποτάμια κράτη να διασφαλίσουν τη διαρκή πλοϊμότητα του Δούναβη και να εφαρμόσουν το κατευθυντήριο σχέδιο για την αποκατάσταση και συντήρηση των διαύλων που ενέκριναν το 2014, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις περιβαλλοντικές πτυχές και μεριμνώντας για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, του περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας και των υδάτων, διαφυλάσσοντας και προωθώντας με τον τρόπο αυτό την αειφόρο γεωργία, την αλιεία και τις ΜΜΕ που δραστηριοποιούνται στον τομέα του τουρισμού· τονίζει ότι οι συνδέσεις μεταξύ Όντερ, Έλβα και Δούναβη θα μπορούσαν να αυξήσουν τις δυνατότητες μεταφορών και επικοινωνίας σε ολόκληρη την περιοχή του άξονα Βορρά-Νότου, πράγμα που θα οδηγήσει στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην ανάπτυξη των ΜΜΕ·

54.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την αναβάθμιση και επίτευξη της πλοϊμότητας υποδομών άλλων εσωτερικών πλωτών οδών τάξης (μεγέθους) IV, ιδίως τμημάτων ποταμού στο κεντρικό δίκτυο του ΔΕΔ-Μ· τονίζει ότι χρειάζεται σημαντική αναβάθμιση του ποταμού Έλβα ώστε να καταστεί δυνατή η πλήρης πλοϊμότητά του η οποία θεωρείται απαραίτητη για τον Ανατολικό Διάδρομο/Διάδρομο Ανατολικής Μεσογείου· τονίζει ότι χρειάζεται αναβάθμιση του ποταμού Όντερ σε πλοϊμότητα τάξης IV επισημαίνει επίσης τη σημασία που έχουν οι διεθνείς πλωτοί οδοί Ε40 και Ε70 όσον αφορά τη βελτίωση της ενσωμάτωσης των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στις ευρωπαϊκές χερσαίες οδούς μεταφοράς· τονίζει ότι η καθιέρωση καλών πολυτροπικών συνδέσεων μεταξύ των εν λόγω πλωτών οδών και του κεντρικού διαδρόμου του ΔΕΔ-Μ Βαλτικής-Αδριατικής θα έδινε σημαντική ώθηση στο επενδυτικό δυναμικό των ανατολικών περιφερειών της ΕΕ·

Θαλάσσιοι λιμένες και αερολιμένες

55.  υπογραμμίζει τη δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης ελκυστικών ναυτιλιακών υπηρεσιών σε λιμένες της Βαλτικής, της Αδριατικής και της Μαύρης Θάλασσας στο πλαίσιο της ιδέας «Θαλάσσιες αρτηρίες»· τονίζει τη σημασία της επέκτασης των ικανοτήτων στον ενεργειακό τομέα, περιλαμβανομένων των βιώσιμων καυσίμων για τη ναυτιλία, και της εξασφάλισης σιδηροδρομικών συνδέσεων με την ενδοχώρα μέσω των λιμένων·

56.  επισημαίνει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη λιμένων στη Βαλτική, την Αδριατική και τη Μαύρη Θάλασσα δεν θα πρέπει να παρεμποδιστεί από άλλες υποθαλάσσιες υποδομές· εκφράζει ανησυχία για την πιθανότητα υπονόμευσης και αναστολής των επενδύσεων στην περιοχή λόγω δραστηριοτήτων που σχετίζονται με έργα όπως ο αγωγός Nord Stream, ιδιαίτερα στην περιοχή της Βαλτικής· επιμένει ότι τυχόν υποθαλάσσιοι αγωγοί θα πρέπει να συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις βυθίσματος στις εισόδους των λιμένων·

57.  θεωρεί ότι οι θαλάσσιοι λιμένες και οι αερολιμένες εξυπηρετούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την οικονομική ανάπτυξη της Κεντρικής και Ανατολικής ΕΕ όταν συγκροτούν κόμβους στα πλαίσια ενός ολοκληρωμένου συστήματος μεταφορών πολλαπλών μέσων το οποίο συνδυάζεται με σιδηροδρομική υποδομή υψηλών επιδόσεων·

58.  τονίζει ότι πρέπει να ενταθεί η συνεργασία στους λιμένες της βόρειας Αδριατικής μέσω περιφερειακού συντονισμού για την κοινή προώθηση των ροών κυκλοφορίας του θαλάσσιου εμπορίου στη βόρεια Αδριατική και της πλήρους ενσωμάτωσης των ιταλικών λιμένων με αυτά της Σλοβενίας (Koper) και της Κροατίας (Rijeka)· καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, να συμπεριλάβει τον λιμένα της πόλης Rijeka στον διάδρομο Βαλτικής-Αδριατικής ώστε να καταστεί δυνατή η πλήρης μεταφορική σύνδεση των λιμένων της Βόρειας Θάλασσας με τους αντίστοιχους της Κεντρικής Ευρώπης και της Βαλτικής·

59.  υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή εντόπισε το ζήτημα των κενών στη συνδεσιμότητα με την προσφάτως αναπτυχθείσα «Στρατηγική για τις αερομεταφορές στην Ευρώπη»· σημειώνει, ωστόσο, ότι οι προτεινόμενες λύσεις στερούνται δυναμικής και ενθαρρύνει την Επιτροπή να ελέγξει την αεροπορική συνδεσιμότητα στη ΕΕ, κυρίως στην περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, και να εκπονήσει νέες προτάσεις με σκοπό τη μείωση των κενών στην πρόσβαση σε υπηρεσίες αερομεταφορών· πιστεύει ότι οι εναέριοι σύνδεσμοι εντός αυτού του γεωγραφικού τμήματος της ΕΕ θα πρέπει να αναπτυχθούν περαιτέρω καθώς η συνδεσιμότητα στην ΕΕ των 13 είναι 7,5 φορές χαμηλότερη από αυτήν στην ΕΕ των 15(9)· εκφράζει ανησυχία για το γεγονός ότι, παρότι η υποδομή των αερολιμένων της περιοχής υφίσταται συνεχείς εκσυγχρονισμούς, η συντριπτική πλειονότητα των νέων πτήσεων προσανατολίζεται μόνο προς τη δύση· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει αν η σχετική νομοθεσία είναι κατάλληλη για τον επιδιωκόμενο σκοπό και να προτείνει, αν κριθεί απαραίτητο, νέες πρωτοβουλίες για την εξασφάλιση επαρκούς συνδεσιμότητας μεταξύ των απομακρυσμένων περιοχών και του κέντρου της Ευρώπης·

60.  τονίζει ότι η περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης έχει λιγότερες και ποιοτικά χαμηλότερες αεροπορικές συνδέσεις σε σύγκριση με το δυτικό τμήμα της ΕΕ· επισημαίνει ότι αυτά τα κενά στη συνδεσιμότητα εντοπίστηκαν σε ανεξάρτητη μελέτη τη διεξαγωγή της οποίας είχε ζητήσει η Επιτροπή·

61.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει την αεροπορική σύνδεση εντός και μεταξύ των κρατών μελών και να θεσπίσει μέτρα για τη βελτίωση των υπηρεσιών των αεροπορικών μεταφορών όσον αφορά την ποιότητα των υπηρεσιών για τους επιβάτες·

62.  επισημαίνει το τεράστιο δυναμικό που έχουν οι μικρού και μεσαίου μεγέθους αερολιμένες όσον αφορά την προσβασιμότητα στις μεταφορές στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη, ιδίως για άτομα που ταξιδεύουν για επαγγελματικούς λόγους και τουρίστες· υπενθυμίζει ότι τα τελευταία χρόνια έχουν κατασκευασθεί και εκσυγχρονισθεί πολλοί περιφερειακοί αερολιμένες στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, αλλά ότι το δυναμικό τους δεν αξιοποιείται επαρκώς λόγω έλλειψης καλών συνδέσεων μεταξύ των εν λόγω αερολιμένων και του κύριου δικτύου μεταφορών· τονίζει ότι οι αερολιμένες αυτοί πρέπει να χρησιμοποιούνται αποτελεσματικότερα μέσω της κατασκευής νέων οδικών και σιδηροδρομικών συνδέσεων·

63.  κατανοεί τους διάφορους ρόλους που παίζουν οι περιφερειακοί και τοπικοί αερολιμένες στην ανάπτυξη των περιφερειών στην Κεντρική και Ανατολική ΕΕ και στη διευκόλυνση της οικονομικής ανάπτυξης, του εμπορίου, της ανταγωνιστικότητας, της κινητικότητας χωρίς αποκλεισμούς και του τουρισμού και της ελεύθερης πρόσβασης για άτομα με αναπηρία και για άτομα με μειωμένη κινητικότητα· τονίζει τη συμβολή των περιφερειακών αερολιμένων στην αύξηση της ελκυστικότητας των επιμέρους περιφερειών· υποστηρίζει ότι θα πρέπει να αξιολογείται καταλλήλως η ζήτηση και το δυναμικό κίνησης για κάθε νέα εγκατάσταση, ενώ η χρήση των ενωσιακών πόρων θα πρέπει να περιορίζεται αυστηρά σε οικονομικά βιώσιμα και αειφόρα έργα· τονίζει ότι θα πρέπει να δοθεί ανάλογη οικονομική στήριξη για να αναπτυχθεί το υφιστάμενο δυναμικό· θεωρεί ότι ο ρόλος των περιφερειακών αερολιμένων θα αναβαθμιστεί εάν αποκτήσουν σύγχρονη υποδομή και ένα δίκτυο μεταφορικών συνδέσεων (κυρίως σιδηροδρομικών συνδέσεων) που εξυπηρετούν επαρκώς την περιφέρεια και τη χώρα, καθιστώντας εφικτή τη γρήγορη πρόσβαση στο αεροδρόμιο από διάφορα σημεία των γειτονικών πόλεων ή κωμοπόλεων· τονίζει τη σημασία της ανάπτυξης υπαρχόντων και νέων περιφερειακών και τοπικών αερολιμένων οι οποίοι συνεισφέρουν στην οικονομική ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένου του τομέα του τουρισμού, σε λιγότερο ανεπτυγμένες και απομονωμένες περιφέρειες μέσω της βελτίωσης της προσβασιμότητας και της συνδεσιμότητας, για να καταστούν οι περιοχές αυτές περισσότερο ελκυστικές για επενδύσεις και ανταγωνιστικές και να επιταχυνθεί κατά συνέπεια η κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη· προτείνει να εξετάσει η Επιτροπή την ανάπτυξη δικτύου αεροδρομίων σε περιφερειακό επίπεδο με σκοπό να εξασφαλιστεί καλύτερη συνδεσιμότητα και εντός και μεταξύ των κρατών μελών·

o
o   o

64.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στην Επιτροπή των Περιφερειών.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0310.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0423.
(3) ΕΕ C 261 E της 10.9.2013, σ. 1.
(4) ΕΕ L 348 της 20.12.2013, σ. 1.
(5) ΕΕ L 348 της 20.12.2013, σ. 129.
(6) http://ec.europa.eu/transport/road_safety/pdf/vademecum_2015.pdf
(7) http://ec.europa.eu/transport/modes/inland/news/2014-12-04-danube-ministrial-meeting/conclusions.pdf
(8) http://mib.gov.pl/files/0/1796967/deklaracjalancucka.pdf
(9)Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύει την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Στρατηγική για τις αερομεταφορές στην Ευρώπη» (SWD(2015)0261).


Μηχανισμός της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα
PDF 582kWORD 79k
Ψήφισμα
Παράρτημα
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τη θέσπιση μηχανισμού της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα (2015/2254(INL))
P8_TA(2016)0409A8-0283/2016

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 225 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη το προοίμιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), και συγκεκριμένα τη δεύτερη, τέταρτη, πέμπτη και έβδομη παράγραφο του αιτιολογικού,

–  έχοντας υπόψη ειδικότερα το άρθρο 2, το άρθρο 3 παράγραφος 1, το άρθρο 3 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο και τα άρθρα 6, 7 και 11 ΣΕΕ,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα της ΣΛΕΕ που αφορούν τον σεβασμό, την προαγωγή και την προστασία της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ένωση, μεταξύ άλλων τα άρθρα 70, 258, 259, 260, 263 και 265 αυτής,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 4 παράγραφος 3 και το άρθρο 5 ΣΕΕ, το άρθρο 295 ΣΛΕΕ, καθώς και το πρωτόκολλο αριθ. 1 σχετικά με το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το πρωτόκολλο αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, τα οποία προσαρτώνται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ,

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης),

–  έχοντας υπόψη τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης, ειδικότερα το άρθρο Ε αυτού,

–  έχοντας υπόψη τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, και το σύνολο των κανόνων της Ένωσης που πρέπει να πληροί μια υποψήφια προς ένταξη χώρα εάν επιθυμεί να προσχωρήσει στην Ένωση (το κεκτημένο), και ιδίως τα κεφάλαια 23 και 24 αυτών,

–  έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τις συμβάσεις, τις συστάσεις, τα ψηφίσματα και τις εκθέσεις της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης, της Επιτροπής των Υπουργών, του Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και της Επιτροπής της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης,

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση αριθ. R (2000)21 του Συμβουλίου της Ευρώπης της 25ης Οκτωβρίου 2000 και τις βασικές αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τον ρόλο των δικηγόρων του 1990, κείμενα που παροτρύνουν τα κράτη να εγγυώνται την ελευθερία και την ανεξαρτησία του δικηγορικού επαγγέλματος,

–  έχοντας υπόψη το μνημόνιο συμφωνίας μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 23ης Μαΐου 2007,

–  έχοντας υπόψη τη σύμβαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων,

–  έχοντας υπόψη τον Ευρωπαϊκό Χάρτη για τις περιφερειακές ή μειονοτικές γλώσσες, του Συμβουλίου της Ευρώπης,

–  έχοντας υπόψη τον κατάλογο ελέγχου για το κράτος δικαίου που ενέκρινε η Επιτροπή της Βενετίας κατά την 106η Σύνοδο της Ολομέλειάς της, στις 18 Μαρτίου 2016,

–  έχοντας υπόψη την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου,

–  έχοντας υπόψη τις συνθήκες του ΟΗΕ για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και τη νομολογία των οργάνων που έχουν συσταθεί δυνάμει των συνθηκών του ΟΗΕ,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών,

–  έχοντας υπόψη την προσέγγιση των Ηνωμένων Εθνών όσον αφορά τη συνδρομή για το κράτος δικαίου, του Απριλίου 2008,

–  έχοντας υπόψη τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ, και ιδιαίτερα τον στόχο 16,

–  έχοντας υπόψη την 25η εξαμηνιαία έκθεση της COSAC: Developments in European Union Procedures and Practices Relevant to Parliamentary Scrutiny (Εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση - διαδικασίες και πρακτικές σχετικά με τον κοινοβουλευτικό έλεγχο) της 18ης Μαΐου 2016,

–  έχοντας υπόψη τις δημοσιεύσεις του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), στις οποίες περιλαμβάνεται το προτεινόμενο ευρωπαϊκό σύστημα ενημέρωσης για τα θεμελιώδη δικαιώματα (EFRIS) στο έγγραφό του της 31ης Δεκεμβρίου 2013 με τίτλο «Θεμελιώδη Δικαιώματα στο πλαίσιο της μελλοντικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της Δικαιοσύνης και των Εσωτερικών Υποθέσεων»,

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του FRA της 8ης Απριλίου 2016, με τίτλο «Development of an integrated tool of objective fundamental rights indicators able to measure compliance with the shared values listed in Article 2 TEU based on existing sources of information» (Ανάπτυξη ολοκληρωμένου μέσου αντικειμενικών δεικτών σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις κοινές αξίες που ορίζονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ βάσει των υφιστάμενων πηγών πληροφοριών),

–  έχοντας υπόψη την επιστολή της 6ης Μαρτίου 2013 των Υπουργών Εξωτερικών της Γερμανίας, της Δανίας, της Φινλανδίας και των Κάτω Χωρών προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής,

–  έχοντας υπόψη το σημείωμα της Ιταλικής Προεδρίας της 15ης Νοεμβρίου 2014, με τίτλο «Διασφαλίζοντας τον σεβασμό του κράτους δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση»,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου και των κρατών μελών, που συνήλθαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου, στις 16 Δεκεμβρίου 2014, σχετικά με τη διασφάλιση του σεβασμού του κράτους δικαίου,

–  έχοντας υπόψη τον πρώτο και τον δεύτερο διάλογο του Συμβουλίου για το κράτος δικαίου κατά τη διάρκεια της λουξεμβουργιανής και της ολλανδικής προεδρίας στις 17 Νοεμβρίου 2015 και στις 24 Μαΐου 2016,

–  έχοντας υπόψη τις «Κατευθυντήριες γραμμές του Συμβουλίου ως προς τα μεθοδολογικά βήματα που πρέπει να πραγματοποιούνται για τη διαπίστωση της συμβατότητας των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε επίπεδο προπαρασκευαστικών οργάνων του Συμβουλίου» της 19ης Δεκεμβρίου 2014,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 19ης Οκτωβρίου 2010 με τίτλο «Στρατηγική για την αποτελεσματική εφαρμογή του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση»,

–  έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2011, με τίτλο «Επιχειρησιακές οδηγίες για τη συνεκτίμηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά την εκτίμηση των επιπτώσεων των προτάσεων της Επιτροπής»,

–  έχοντας υπόψη τον υφιστάμενο μηχανισμό ελέγχου και τα μέσα περιοδικής αξιολόγησης της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένου του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου, του πίνακα αποτελεσμάτων στον τομέα της δικαιοσύνης, των εκθέσεων για την καταπολέμηση της διαφθοράς και του εργαλείου παρακολούθησης για την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης,

–  έχοντας υπόψη το ετήσιο συμπόσιο της Επιτροπής για τα θεμελιώδη δικαιώματα,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Μαρτίου 2014, με τίτλο «Ένα νέο πλαίσιο της ΕΕ για την ενίσχυση του κράτους δικαίου» (COM(2014)0158),

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου της 13ης Απριλίου 2016,

–  έχοντας υπόψη τον κώδικα ορθής πρακτικής του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της 1ης Οκτωβρίου 2009,

–  έχοντας υπόψη τον πίνακα αποτελεσμάτων της δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2016 και την έκθεση της Επιτροπής, της 15ης Ιουλίου 2016, με τίτλο «Παρακολούθηση της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης - Ετήσια έκθεση για το 2015»,

–  έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μονάδας ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας του Κοινοβουλίου, του Απριλίου 2016, με τίτλο «Μηχανισμός της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα»,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 46 και 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A8-0283/2016),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ένωση είναι θεμελιωμένη στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, που κατοχυρώνονται στις βασικές της αρχές και στους βασικούς της στόχους στα πρώτα άρθρα της ΣΕΕ, καθώς και στα κριτήρια προσχώρησης στην Ένωση·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης και τα κράτη μέλη θα πρέπει να τηρούν και να δίνουν το παράδειγμα εκπληρώνοντας πραγματικά τις υποχρεώσεις τους καθώς και να κινούνται προς μια κοινή αντίληψη του κράτους δικαίου ως οικουμενικής αξίας στα 28 κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ώστε να εφαρμόζεται ισορροπημένα από όλους τους ενδιαφερόμενους, δεδομένου ότι ο πλήρης σεβασμός και η προώθηση των εν λόγω αρχών συνιστά την απαραίτητη προϋπόθεση για τη νομιμοποίηση του ευρωπαϊκού οράματος στο σύνολό του και τον βασικό όρο για την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην Ένωση·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση 2/13 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δικαστήριο) της 18ης Δεκεμβρίου 2014(1) και τη συναφή νομολογία του Δικαστηρίου, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη βρίσκονται στον πυρήνα του νομικού πλαισίου της Ένωσης και ο σεβασμός των εν λόγω δικαιωμάτων αποτελεί προϋπόθεση για τη νομιμότητα των πράξεων της Ένωσης, γεγονός που σημαίνει ότι τα μέτρα που δεν συνάδουν με αυτά τα δικαιώματα δεν είναι αποδεκτά στην Ένωση·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, το άρθρο 3 παράγραφος 1 και το άρθρο 7 ΣΕΕ, η Ένωση διαθέτει τη δυνατότητα να ενεργεί προκειμένου να προστατεύσει τον «συνταγματικό πυρήνα» της και τις κοινές αξίες στις οποίες θεμελιώθηκε·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το κράτος δικαίου αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας και μία από τις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης που απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις όλων των κρατών μελών·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα κράτη μέλη, τα θεσμικά και λοιπά όργανα, καθώς και οι οργανισμοί και οι υπηρεσίες της Ένωσης και οι υποψήφιες χώρες υποχρεούνται να τηρούν, να προστατεύουν και να προωθούν τις εν λόγω αρχές και αξίες, και ότι έχουν καθήκον να συνεργάζονται με ειλικρίνεια·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με το πρωτόκολλο αριθ. 24 για το άσυλο των υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προσαρτάται στην ΣΕΕ και την ΣΛΕΕ, την αιτιολογική σκέψη 10 της απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου(2) και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (π.χ. M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2011) και του Δικαστηρίου (π.χ. N.S. και M.E., απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011(3), και Aranyosi και Căldăraru, απόφαση της 5ης Απριλίου 2016(4)), τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών δικαστηρίων, υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης έναντι άλλων κρατών μελών σε περίπτωση που υφίσταται σαφής κίνδυνος σοβαρής παραβίασης ή σοβαρή και διαρκής παραβίαση του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων στα εν λόγω άλλα κράτη μέλη·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σεβασμός του κράτους δικαίου εντός της Ένωσης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς και για την τήρηση όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες και το διεθνές δίκαιο, και είναι προϋπόθεση για την αμοιβαία αναγνώριση και εμπιστοσύνη, καθώς και βασικός παράγοντας για τομείς πολιτικής όπως η εσωτερική αγορά, η ανάπτυξη και η απασχόληση, η καταπολέμηση των διακρίσεων, η κοινωνική ένταξη, η αστυνομική και δικαστική συνεργασία, ο χώρος του Σένγκεν, και οι πολιτικές ασύλου και μετανάστευσης, και ότι, κατά συνέπεια, η διάβρωση του κράτους δικαίου, της δημοκρατικής διακυβέρνησης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων συνιστούν σοβαρή απειλή για τη σταθερότητα της Ένωσης, την νομισματική ένωση και τον κοινό χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και ευημερίας της Ένωσης·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται το κράτος δικαίου στα κράτη μέλη διαδραματίζει καίριο ρόλο στη διασφάλιση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών και στα νομικά τους συστήματα και, ως εκ τούτου, είναι ζωτικής σημασίας για την υλοποίηση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης χωρίς εσωτερικά σύνορα·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ένωση βασίζεται σε κοινές βασικές αξίες και αρχές και ότι ο ορισμός αυτών των βασικών αξιών και αρχών, που επιτρέπουν την ανάπτυξη της δημοκρατίας και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αποτελεί μια ζωντανή και διαρκή διαδικασία, και ότι, ενώ αυτές οι αξίες και αρχές μπορούν να εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου, θα πρέπει να προστατεύονται και να αποτελούν τη βάση πολιτικών αποφάσεων, ανεξάρτητων από διάφορες πολιτικές πλειοψηφίες και να ανθίστανται σε ευκαιριακές αλλαγές, εξ ού και είναι ζωτικής σημασίας ο ρόλος μιας ανεξάρτητης και αμερόληπτης δικαιοσύνης που θα έχει την ευθύνη ερμηνείας των αποφάσεων αυτών·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πολίτες και οι κάτοικοι της Ένωσης δεν έχουν πάντα επαρκή επίγνωση του συνόλου των δικαιωμάτων τους ως Ευρωπαίοι· λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να είναι σε θέση να διαμορφώσουν από κοινού και κυρίως να ενστερνιστούν τις θεμελιώδεις αξίες και αρχές της Ένωσης·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 ΣΕΕ, η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών, και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σεβασμός της πολιτισμικής πολυμορφίας και των εθνικών παραδόσεων, εντός και μεταξύ των κρατών μελών, δεν θα πρέπει να εμποδίζει την ομοιόμορφη και υψηλού επιπέδου προστασία της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε ολόκληρη την Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχή της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων αποτελεί καθολική αρχή και συνιστά κοινό στοιχείο όλων των πολιτικών και των δραστηριοτήτων της Ένωσης·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφύλαξη του κράτους δικαίου και αποτελεσματικών ανεξάρτητων συστημάτων δικαιοσύνης διαδραματίζει βασικό ρόλο στη δημιουργία θετικού πολιτικού περιβάλλοντος ικανού να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη του κοινού στα θεσμικά όργανα, και, κατά συνέπεια, ενός περιβάλλοντος φιλικού προς τις επενδύσεις και στην εξασφάλιση περισσότερης κανονιστικής προβλεψιμότητας και βιώσιμης ανάπτυξης·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η βελτίωση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων δικαιοσύνης στα κράτη μέλη αποτελεί βασική πτυχή του κράτους δικαίου και είναι απαραίτητη προκειμένου να εξασφαλισθεί η ίση μεταχείριση, η επιβολή κυρώσεων για κυβερνητικές παραβάσεις και η πρόληψη αυθαιρεσιών, και έχει θεωρηθεί από την Επιτροπή ως βασική συνιστώσα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, τον ετήσιο κύκλο για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών σε επίπεδο Ένωσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανεξαρτησία του νομικού επαγγέλματος συνιστά ακρογωνιαίο λίθο μιας ελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το καθοδηγητικό σημείωμα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, με τίτλο «UN Approach to the Rule of Law Assistance» (Η προσέγγιση των Ηνωμένων Εθνών όσον αφορά τη συνδρομή για το κράτος δικαίου) συνιστά τη συμπερίληψη στο κράτος δικαίου μιας δημόσιας κοινωνίας των πολιτών που συμβάλλει στην ενίσχυση του κράτους δικαίου και στη λογοδοσία των δημόσιων υπαλλήλων και των δημόσιων οργανισμών·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μελέτη της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Κοινοβουλευτικής Έρευνας, με τίτλο «Το κόστος της Μη Ευρώπης στον τομέα του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς», εκτιμά ότι η ενσωμάτωση των υφιστάμενων μηχανισμών παρακολούθησης της Ένωσης, όπως του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου, του πίνακα αποτελεσμάτων στον τομέα της δικαιοσύνης και των εκθέσεων για την καταπολέμηση της διαφθοράς, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο παρακολούθησης του κράτους δικαίου θα είχε ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση 70 δισεκατομμυρίων EUR ετησίως·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η δημοκρατική και η νομική διακυβέρνηση της Ένωσης δεν έχει εξίσου ισχυρή νομοθετική βάση με την οικονομική της διακυβέρνηση, υπό την έννοια ότι η Ένωση δεν επιδεικνύει την ίδια αδιαλλαξία και επιμονή όσον αφορά την τήρηση των θεμελιωδών αξιών της όσο όταν μεριμνά για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των οικονομικών και δημοσιονομικών κανόνων της·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αδυναμία μιας υποψήφιας χώρας να ανταποκριθεί στα απαιτούμενα πρότυπα και στις απαιτούμενες δημοκρατικές αξίες και αρχές έχει ως αποτέλεσμα να καθυστερήσει η προσχώρησή της στην Ένωση, έως ότου πληροί στο ακέραιο αυτά τα πρότυπα, ενώ η αδυναμία ενός κράτους μέλους ή ενός θεσμικού οργάνου της Ένωσης να ανταποκριθεί στα ίδια πρότυπα έχει στην πράξη ελάχιστες συνέπειες·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι υποχρεώσεις που βαρύνουν τις υποψήφιες χώρες βάσει των κριτηρίων της Κοπεγχάγης εξακολουθούν να ισχύουν για τα κράτη μέλη και μετά την προσχώρησή τους στην Ένωση δυνάμει του άρθρου 2 ΣΕΕ και της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας που ορίζεται στο άρθρο 4 ΣΕΕ, και ότι όχι μόνο τα νεότερα αλλά επίσης και τα παλιότερα κράτη μέλη θα πρέπει, επομένως, να υπόκεινται σε τακτικό έλεγχο για την επαλήθευση της διαρκούς συμμόρφωσης των νομοθεσιών και των πρακτικών τους προς τις κοινές αξίες στις οποίες βασίζεται η Ένωση·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι περίπου το 8 % των πολιτών της Ένωσης ανήκουν σε εθνική μειονότητα και περίπου το 10 % ομιλούν περιφερειακή ή μειονοτική γλώσσα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ένωση δεν διαθέτει νομικό πλαίσιο που να εγγυάται τα δικαιώματά των πολιτών αυτών ως μειονοτήτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η θέσπιση ενός αποτελεσματικού μηχανισμού για την παρακολούθηση των δικαιωμάτων τους στην Ένωση είναι υψίστης σημασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην προστασία των μειονοτήτων και στις πολιτικές καταπολέμησης των διακρίσεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ισότιμη μεταχείριση δεν συνιστά προνόμιο αλλά θεμελιώδες δικαίωμα όλων των πολιτών·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνοχή και η συνέπεια της εσωτερικής και της εξωτερικής δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της πολιτικής για τα θεμελιώδη δικαιώματα είναι κρίσιμες για την αξιοπιστία της Ένωσης·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν λίγα μέσα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των νομοθετικών και εκτελεστικών αποφάσεων πολιτικής που λαμβάνονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης με τις θεμελιώδεις αρχές και αξίες της Ένωσης·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο εξέδωσε πρόσφατα διάφορες αποφάσεις με τις οποίες ακυρώνονται ορισμένες νομοθετικές διατάξεις της Ένωσης, αποφάσεις της Επιτροπής ή νομοθετικές πρακτικές, επειδή παραβιάζουν τον Χάρτη ή επειδή αντίκεινται στις αρχές της Συνθήκης σχετικά με τη διαφάνεια και την πρόσβαση στα έγγραφα, αλλά ότι σε πολλές περιπτώσεις τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν συμμορφώνονται πλήρως με το γράμμα και το πνεύμα των αποφάσεων αυτών·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ αποτελεί υποχρέωση εκ της Συνθήκης σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 ΣΕΕ·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προώθηση και προστασία της πλουραλιστικής δημοκρατίας, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, το κράτος δικαίου, η πολιτική και νομική συνεργασία, η κοινωνική συνοχή και οι πολιτιστικές ανταλλαγές βρίσκονται στο επίκεντρο της συνεργασίας μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ένωσης·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάγκη για πιο αποτελεσματικούς και δεσμευτικούς μηχανισμούς ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης εφαρμογή των αρχών και αξιών της Συνθήκης έχει αναγνωρισθεί από το Συμβούλιο και την Επιτροπή, και έχει εφαρμοστεί στην πράξη με τη δημιουργία του διαλόγου του Συμβουλίου για το κράτος δικαίου και του πλαισίου της Επιτροπής της ΕΕ για την ενίσχυση του κράτους δικαίου·

ΚΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ενώ η Ένωση διαθέτει πληθώρα μέσων και διαδικασιών προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης και σωστή εφαρμογή των αρχών και αξιών της Συνθήκης, η ανταπόκριση ωστόσο των θεσμικών της οργάνων δεν είναι γρήγορη και αποτελεσματική· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα υφιστάμενα μέσα θα πρέπει να επιβληθούν, να αξιολογηθούν και να συμπληρωθούν στο πλαίσιο ενός μηχανισμού για το κράτος δικαίου προκειμένου να είναι κατάλληλα και αποτελεσματικά, και να μην εκλαμβάνονται ως πολιτικά υποκινούμενα ή αυθαίρετα και ότι στοχοποιούν άδικα ορισμένες χώρες·

ΚΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός των υποθέσεων του Δικαστηρίου που επικαλούνται τον Χάρτη έχει αυξηθεί από 43 το 2011 σε 210 το 2014·

ΚΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνεκτικότητα μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών σε συμμόρφωση με τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα θα έχει προφανή οφέλη, όπως λιγότερο δαπανηρές δικαστικές υποθέσεις, μεγαλύτερη σαφήνεια για τους πολίτες της Ένωσης και τα δικαιώματά τους, και μεγαλύτερη βεβαιότητα για τα κράτη μέλη όσον αφορά την εφαρμογή·

Λ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένες κυβερνήσεις κρατών μελών αρνούνται ότι η τήρηση των αρχών και αξιών της Ένωσης αποτελεί υποχρέωση εκ της Συνθήκης, ή ότι η Ένωση έχει την εξουσία να διασφαλίζει τη συμμόρφωση·

ΛΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στις περιπτώσεις που ένα κράτος μέλος δεν διασφαλίζει πλέον τον σεβασμό για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα, η Ένωση και τα κράτη μέλη της έχουν καθήκον να προστατεύσουν την ακεραιότητα και την εφαρμογή των Συνθηκών και να προστατεύουν τα δικαιώματα όλων των ατόμων στην επικράτειά τους·

ΛΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινωνία των πολιτών διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην οικοδόμηση και ενδυνάμωση της δημοκρατίας, στην παρακολούθηση και τον έλεγχο της εξουσίας του κράτους και στην προώθηση της χρηστής διακυβέρνησης, της διαφάνειας, της αποτελεσματικότητας, της εξωστρέφειας, της άμεσης αντίδρασης και της λογοδοσίας·

ΛΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της αρχής της επικουρικότητας για την απόρριψη κάθε παρέμβασης της Ένωσης προκειμένου να διασφαλίζεται ο σεβασμός των αρχών και των αξιών της Συνθήκης από τα κράτη μέλη·

ΛΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η δράση της Ένωσης με την οποία διασφαλίζεται ότι τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα σέβονται τις θεμελιώδεις αρχές της, από τις οποίες απορρέουν τα δικαιώματα των Ευρωπαίων, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να στηρίξουν το ευρωπαϊκό όραμα·

ΛΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η τρέχουσα διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και οι πρόσφατες εξελίξεις σε ορισμένα κράτη μέλη έχουν καταδείξει ότι δεν έχει αποτραπεί δεόντως η μη τήρηση του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και επείγει η αναθεώρηση και η ενοποίηση των υφιστάμενων μηχανισμών καθώς και η ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού μηχανισμού ώστε να καλυφθούν τα εναπομείναντα κενά και να διασφαλιστεί ο σεβασμός, η προστασία και η προώθηση σε ολόκληρη την Ένωση των αρχών και αξιών της Συνθήκης·

ΛΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα νέο Σύμφωνο της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα (Σύμφωνο της ΕΕ για ΔΚΘ) θα πρέπει να θεσπιστεί, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το Σύμφωνο της ΕΕ για ΔΚΘ θα πρέπει να βασίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία· να είναι αντικειμενικό και να μην υπόκειται σε εξωτερική επιρροή, ιδίως από την πολιτική εξουσία, να μην εισάγει διακρίσεις και να αξιολογεί δίκαια· να τηρεί τις αρχές της επικουρικότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας· να απευθύνεται τόσο στα κράτη μέλη όσο και στα θεσμικά όργανα της Ένωσης· και να βασίζεται σε μια σταδιακή προσέγγιση, που θα περιλαμβάνει τόσο ένα προληπτικό όσο και ένα διορθωτικό σκέλος·

ΛΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Σύμφωνο της ΕΕ για ΔΚΘ θα πρέπει να έχει ως στόχο να παράσχει ένα ενιαίο και συνεκτικό πλαίσιο, που θα βασίζεται στα υφιστάμενα μέσα και μηχανισμούς και θα τους ενσωματώνει, και θα καλύπτει επίσης τα εναπομένοντα κενά·

ΛΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η θέσπιση ενός Συμφώνου της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν θα πρέπει να θίγει την άμεση εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφοι 1 και 2 ΣΕΕ·

1.  συνιστά, μέχρι την ενδεχόμενη τροποποίηση της Συνθήκης, την κατάρτιση ενός περιεκτικού μηχανισμού της Ένωσης για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα, που να περιλαμβάνει όλους τους σχετικούς ενδιαφερόμενους φορείς και, ως εκ τούτου, ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει, έως το Σεπτέμβριο 2017, βάσει του άρθρου 295 ΣΛΕΕ, πρόταση για τη σύναψη ενός Συμφώνου της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα (Σύμφωνο της ΕΕ για ΔΚΘ) με τη μορφή διοργανικής συμφωνίας που θα καθορίζει τις πρακτικές λεπτομέρειες για τη διευκόλυνση της συνεργασίας των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και των κρατών μελών στο πλαίσιο του άρθρου 7 ΣΕΕ, ενσωματώνοντας, ευθυγραμμίζοντας και συμπληρώνοντας τους υφιστάμενους μηχανισμούς, και ακολουθώντας τις λεπτομερείς συστάσεις που παρατίθενται στο παράρτημα και περιλαμβάνοντας την δυνατότητα συμμετοχής στο Σύμφωνο της ΕΕ για ΔΚΘ για όλα τα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης που επιθυμούν να το πράξουν·

2.  καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει ουσιαστικό διάλογο με την κοινωνία των πολιτών, διασφαλίζοντας ότι η συνεισφορά και ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών λαμβάνεται υπόψη στην πρότασή της για διοργανική συμφωνία·

3.  συνιστά, ειδικότερα, να περιλαμβάνει το Σύμφωνο της ΕΕ για ΔΚΘ προληπτικά και διορθωτικά στοιχεία, και να απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη εξίσου καθώς και στα τρία κύρια θεσμικά όργανα της Ένωσης, τηρώντας παράλληλα τις αρχές της επικουρικότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας·

4.  θεωρεί ότι μολονότι ο κύριος σκοπός του Συμφώνου της ΕΕ για ΔΚΘ θα είναι η πρόληψη παραβιάσεων των αξιών της Ένωσης και η αποκατάστασή τους, θα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης πιθανές κυρώσεις που μπορούν να ενεργήσουν αποτρεπτικά·

5.  πιστεύει ότι τα συμπεράσματα και οι γνωμοδοτήσεις του FRA, καθώς και η νομολογία του Δικαστηρίου αποτελούν κατάλληλη βάση για την ερμηνεία του άρθρου 2 της ΣΕΕ και για την εμβέλεια των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη·

6.  υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, έχει το καθήκον να παρακολουθεί και να αξιολογεί την ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και τον σεβασμό των αρχών και των στόχων που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες από τα κράτη μέλη και από όλα τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης· συνιστά, ως εκ τούτου, να ληφθεί υπόψη αυτό το καθήκον της Επιτροπής στην αξιολόγηση της συμμόρφωσής της με τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα, εντός του κύκλου πολιτικής για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα (κύκλος πολιτικής ΔΚΘ)·

7.  ζητεί από την Επιτροπή να συγκεντρώνει, από το 2018 και στο εξής, τις συναφείς ετήσιες θεματικές εκθέσεις της, καθώς και τα αποτελέσματα των υφιστάμενων μηχανισμών παρακολούθησης και των μέσων περιοδικής αξιολόγησης, και να τα παρουσιάζει όλα την ίδια ημέρα με στόχο την τροφοδότηση του κύκλου πολιτικής ΔΚΘ·

8.  θεωρεί σημαντική την προαγωγή συνεχούς διαλόγου και την καταβολή προσπαθειών για την επίτευξη ισχυρότερης συναίνεσης μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της με στόχο την προώθηση και την προστασία της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, προκειμένου να διαφυλάσσονται οι κοινές αξίες που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες και στον Χάρτη με απόλυτα διαφανή και αντικειμενικό τρόπο· είναι πεπεισμένο ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αξίες που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες και στον Χάρτη·

9.  δίνει έμφαση στον βασικό ρόλο που θα πρέπει να διαδραματίζουν το Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια στην μέτρηση της προόδου και τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τις κοινές αξίες της Ένωσης, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ· σημειώνει τον καίριο ρόλο του Κοινοβουλίου στη διατήρηση του απαραίτητου διαρκούς διαλόγου στο πλαίσιο της κοινής ενωσιακής συναίνεσης όσον αφορά τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα λαμβανομένων υπόψη των αλλαγών που συντελούνται στην κοινωνία μας· θεωρεί ότι η εφαρμογή αυτών των αξιών και αρχών πρέπει επίσης να βασίζεται σε αποτελεσματικό έλεγχο της τήρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη·

10.  συνιστά κάθε είδους διακοινοβουλευτικός διάλογος για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα να διασφαλίζει τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και φρονεί ότι η συμμετοχή των πολιτών και η ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών θεωρείται ως δείκτης για τη δημοκρατία·

11.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει, έως τον Ιούνιο 2017, ένα νέο σχέδιο συμφωνίας για την προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ, προκειμένου να συμμορφωθεί με την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 6 ΣΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση 2/13 του Δικαστηρίου· επιπλέον, καλεί το Συμβούλιο της Ευρώπης να επιτρέψει την υπογραφή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη σε τρίτα μέρη, ούτως ώστε να μπορεί η Επιτροπή να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για την προσχώρηση της Ένωσης σε αυτόν·

12.  καλεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, αφού λάβει υπόψη του τις απόψεις της κοινωνίας, να επισημάνει και να ενοποιήσει σε ξεχωριστό κεφάλαιο, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής του, υποθέσεις, συστάσεις και αποφάσεις που σχετίζονται με τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών, καθώς και με τις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου· καλεί την Επιτροπή να αναλύσει αυτές τις ειδικές συστάσεις·

13.  καλεί την Επιτροπή να λάβει μέτρα για να εξασφαλίσει, σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη, τη γενική πρόσβαση σε νομική συνδρομή σε άτομα και οργανισμούς που έχουν φέρει ενώπιον της δικαιοσύνης υποθέσεις που σχετίζονται με παραβιάσεις της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων από εθνικές κυβερνήσεις ή τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, συμπληρώνοντας ενδεχομένως τα εθνικά συστήματα και την οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη δικαστική αρωγή για υπόπτους και κατηγορουμένους στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών και για καταζητουμένους σε διαδικασίες εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης·

14.  χαιρετίζει μεταρρύθμιση του Δικαστηρίου με στόχο τη βαθμιαία αύξηση του αριθμού των δικαστών του προκειμένου να ανταποκριθεί στον φόρτο εργασίας και να μειωθεί η διάρκεια των διαδικασιών του·

15.  συνιστά ομάδα εμπειρογνωμόνων για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα (ομάδα εμπειρογνωμόνων ΔΚΘ), όπως προβλέπεται στην διοργανική συμφωνία, να αναλάβει επίσης την αξιολόγηση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη σε επίπεδο Ένωσης, συμπεριλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, πτυχές όπως η ανεξαρτησία και η αμεροληψία των δικαστηρίων και των δικαστών, η ανεξαρτησία του νομικού επαγγέλματος, οι κανόνες που θα διέπουν το νομικό καθεστώς, η διάρκεια και το κόστος της δίκης, η καταλληλότητα και η αποτελεσματικότητα του συστήματος δικαστικής αρωγής, καθώς και η ύπαρξη των αναγκαίων πόρων για τη λειτουργία του, η εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων, το πεδίο εφαρμογής του δικαστικού ελέγχου και η έννομη προστασία που παρέχεται στους πολίτες, καθώς και οι δυνατότητες για διασυνοριακή συλλογική έννομη προστασία· εκτιμά, στο πλαίσιο αυτό, ότι θα πρέπει να δοθεί προσοχή στο άρθρο 298 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ και στο δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να απολαύουν μιας ανοιχτής, αποτελεσματικής και ανεξάρτητης ευρωπαϊκής διοίκησης·

16.  καλεί την Επιτροπή να συμπράξει με την κοινωνία των πολιτών προκειμένου να αναπτύξει και να διεξαγάγει μία εκστρατεία ευαισθητοποίησης, ώστε να μπορέσουν οι πολίτες και οι κάτοικοι της Ένωσης να ενστερνιστούν πλήρως τα δικαιώματά τους που απορρέουν από τις συνθήκες και τον Χάρτη (π.χ. ελευθερία έκφρασης, ελευθερία του συνέρχεσθαι και το δικαίωμα ψήφου), με την οποία θα παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα των πολιτών σε έννομη προστασία και τις δυνατότητες προσφυγής στη δικαιοσύνη σε υποθέσεις που αφορούν παραβιάσεις της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων από εθνικές κυβερνήσεις ή θεσμικά όργανα της Ένωσης·

17.  ζητεί τη δημιουργία ενός οργανισμού που θα χορηγεί επιδοτήσεις για τη δημοκρατία, ο οποίος θα υποστηρίζει τους τοπικούς φορείς που προωθούν τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα εντός της Ένωσης·

18.  υπενθυμίζει ότι, εάν η Ένωση θεσπίσει στο πλαίσιο των διεθνών συμφωνιών της απαιτήσεις για την προστασία και την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πρέπει επίσης να διασφαλίσει ότι τα θεσμικά όργανα και όλα τα κράτη μέλη θα συμμορφώνονται με το κράτος δικαίου και θα σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα·

19.  συνιστά περαιτέρω το Σύμφωνο της ΕΕ για ΔΚΘ να περιλαμβάνει την τακτική παρακολούθηση της συμβατότητας των διεθνών συμφωνιών που κυρώνονται από τα κράτη μέλη και από την Ένωση με το πρωτογενές και παράγωγο δίκαιο της Ένωσης·

20.  θεωρεί περαιτέρω, ότι εάν μελλοντικά εξεταστεί το ενδεχόμενο αναθεώρησης της Συνθήκης, αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει τις ακόλουθες αλλαγές:

   το άρθρο 2 ΣΕΕ και ο Χάρτης να αποτελέσουν τη νομική βάση για νομοθετικά μέτρα που πρόκειται να εγκριθούν σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία·
   να δίδεται η δυνατότητα στα εθνικά δικαστήρια βάσει του άρθρου 2 ΣΕΕ και του Χάρτη να ασκούν πρoσφυγές ενώπιoν τoυ Δικαστηρίoυ σχετικά με τη νομιμότητα πράξεων των κρατών μελών·
   να αναθεωρηθεί το άρθρο 7 ΣΕΕ ώστε να προβλέπει συναφείς και εφαρμόσιμες κυρώσεις κατά κράτους μέλους, προσδιορίζοντας τα δικαιώματα των κρατών μελών που δεν συμμορφώνονται (πέραν των δικαιωμάτων ψήφου του Συμβουλίου) που μπορεί να ανασταλούν, για παράδειγμα επιβολή οικονομικών κυρώσεων ή αναστολή της χρηματοδότησης της Ένωσης·
   να δίνεται η δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο ενός τρίτου των βουλευτών του Κοινοβουλίου για νομοθεσία της Ένωσης, μετά την έγκρισή της και πριν από την εφαρμογή της·
   να δίνεται η δυνατότητα στα φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία θίγονται άμεσα και ατομικά από μια πράξη, να ασκούν προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου για εικαζόμενες παραβιάσεις του Χάρτη είτε από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης είτε από κράτος μέλος, μέσω της τροποποίησης των άρθρων 258 και 259 ΣΛΕΕ·
   να καταργηθεί το άρθρο 51 του Χάρτη, και να μετατραπεί ο Χάρτης σε Διακήρυξη Δικαιωμάτων της Ένωσης·
   να αναθεωρηθεί η απαίτηση για ομοφωνία σε τομείς που σχετίζονται με τον σεβασμό, την προστασία και την προαγωγή των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η ισότητα και η εξάλειψη των διακρίσεων·

21.  επιβεβαιώνει ότι οι συστάσεις σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και την αρχή της επικουρικότητας·

22.  θεωρεί ότι οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των αιτούμενων προτάσεων στον προϋπολογισμό της Ένωσης θα πρέπει να καλυφθούν από τα υφιστάμενα κονδύλια του προϋπολογισμού· τονίζει ότι τόσο για την Ένωση και τα κράτη μέλη της, όσο και για τους πολίτες, η έγκριση και η εφαρμογή των προτάσεων αυτών θα μπορούσε να οδηγήσει στην ουσιαστική εξοικονόμηση χρημάτων και χρόνου, θα μπορούσε να ενθαρρύνει την αμοιβαία εμπιστοσύνη και αναγνώριση των αποφάσεων και των δράσεων των κρατών μελών και της Ένωσης, και ότι επομένως θα μπορούσε να είναι ευεργετική τόσο από οικονομική όσο και από κοινωνική άποψη·

23.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα καθώς και τις επισυναπτόμενες λεπτομερείς συστάσεις στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο, και στα κοινοβούλια και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών, καθώς και στην Επιτροπή των Περιφερειών για διανομή στα υποεθνικά κοινοβούλια και συμβούλια.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Λεπτομερείς συστάσεις για σχέδιο διοργανικής συμφωνίας σχετικά με ρυθμίσεις που αφορούν διαδικασίες ελέγχου και παρακολούθησης για την κατάσταση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων στα κράτη μέλη και στα θεσμικά όργανα της ΕΕ

ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΟΡΓΑΝΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

ΣΥΜΦΩΝΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή:

έχοντας υπόψη το προοίμιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), και συγκεκριμένα τη δεύτερη, τέταρτη, πέμπτη και έβδομη αιτιολογική σκέψη,

έχοντας υπόψη ειδικότερα το άρθρο 2, το άρθρο 3 παράγραφος 1, το άρθρο 3 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο και τα άρθρα 6, 7 και 11 ΣΕΕ,

έχοντας υπόψη τα άρθρα της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) που αφορούν τον σεβασμό, και την προαγωγή και την προστασία της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΔΚΘ) στην Ένωση, μεταξύ άλλων τα άρθρα 70, 258, 259, 260, 263 και 265,

έχοντας υπόψη το άρθρο 4 παράγραφος 3 και το άρθρο 5 ΣΕΕ, το άρθρο 295 ΣΛΕΕ και το πρωτόκολλο αριθ. 1 σχετικά με το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και το πρωτόκολλο αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, τα οποία προσαρτώνται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ,

έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης),

έχοντας υπόψη τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης, και ιδίως το άρθρο Ε σχετικά με την εξάλειψη των διακρίσεων,

έχοντας υπόψη τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, και το σύνολο των κανόνων της Ένωσης που πρέπει να πληροί μια υποψήφια προς ένταξη χώρα εάν επιθυμεί να προσχωρήσει στην Ένωση (το κεκτημένο), ιδίως τα κεφάλαια 23 και 24 αυτών,

έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τις συμβάσεις, τις συστάσεις, τα ψηφίσματα και τις εκθέσεις της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης, της Επιτροπής των Υπουργών, του Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και της Επιτροπής της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης,

έχοντας υπόψη τον κατάλογο ελέγχου για το κράτος δικαίου που ενέκρινε η Επιτροπή της Βενετίας κατά την 106η Σύνοδο της Ολομέλειάς της, στις 18 Μαρτίου 2016,

έχοντας υπόψη το μνημόνιο συμφωνίας μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 23ης Μαΐου 2007,

έχοντας υπόψη τη σύμβαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων,

έχοντας υπόψη τον Ευρωπαϊκό Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης για τις περιφερειακές ή μειονοτικές γλώσσες,

έχοντας υπόψη την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,

έχοντας υπόψη τις συνθήκες του ΟΗΕ για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και τη νομολογία των οργάνων που έχουν συσταθεί δυνάμει των συνθηκών του ΟΗΕ,

έχοντας υπόψη τις δημοσιεύσεις του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), στις οποίες περιλαμβάνεται το προτεινόμενο ευρωπαϊκό σύστημα ενημέρωσης για τα θεμελιώδη δικαιώματα (EFRIS), στο έγγραφό του της 31ης Δεκεμβρίου 2013 με τίτλο «Θεμελιώδη Δικαιώματα στο πλαίσιο της μελλοντικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της Δικαιοσύνης και των Εσωτερικών Υποθέσεων»,

έχοντας υπόψη την προσέγγιση των Ηνωμένων Εθνών όσον αφορά τη συνδρομή για το κράτος δικαίου, του Απριλίου 2008,

έχοντας υπόψη τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ, και ιδίως τον στόχο 16,

έχοντας υπόψη την 25η εξαμηνιαία έκθεση της COSAC: Developments in European Union Procedures and Practices Relevant to Parliamentary Scrutiny (Εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση - διαδικασίες και πρακτικές σχετικά με τον κοινοβουλευτικό έλεγχο) της 18ης Μαΐου 2016,

έχοντας υπόψη την επιστολή της 6ης Μαρτίου 2013 των Υπουργών Εξωτερικών της Γερμανίας, της Δανίας, της Φινλανδίας και των Κάτω Χωρών προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής,

έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση του FRA της 8ης Απριλίου 2016 με τίτλο «Development of an integrated tool of objective fundamental rights indicators able to measure compliance with the shared values listed in Article 2 TEU based on existing sources of information» (Ανάπτυξη ολοκληρωμένου μέσου αντικειμενικών δεικτών σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις κοινές αξίες που ορίζονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ βάσει των υφιστάμενων πηγών πληροφοριών),

έχοντας υπόψη το σημείωμα της Ιταλικής Προεδρίας με τίτλο «Διασφαλίζοντας τον σεβασμό του κράτους δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση» της 15ης Νοεμβρίου 2014,

έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου και των κρατών μελών, που συνήλθαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου, στις 16 Δεκεμβρίου 2014, σχετικά με τη διασφάλιση του σεβασμού του κράτους δικαίου,

έχοντας υπόψη τις «Κατευθυντήριες γραμμές του Συμβουλίου ως προς τα μεθοδολογικά βήματα που πρέπει να πραγματοποιούνται για τη διαπίστωση της συμβατότητας των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε επίπεδο προπαρασκευαστικών οργάνων του Συμβουλίου» της 19ης Δεκεμβρίου 2014,

έχοντας υπόψη τον πρώτο και τον δεύτερο διάλογο του Συμβουλίου για το κράτος δικαίου κατά τη διάρκεια της λουξεμβουργιανής και της ολλανδικής προεδρίας στις 17 Νοεμβρίου 2015 και στις 24 Μαΐου 2016,

έχοντας υπόψη τον υφιστάμενο μηχανισμό ελέγχου και τα μέσα περιοδικής αξιολόγησης της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένου του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου, του πίνακα αποτελεσμάτων στον τομέα της δικαιοσύνης, των εκθέσεων για την καταπολέμηση της διαφθοράς και του εργαλείου παρακολούθησης για την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης,

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 19ης Οκτωβρίου 2010, με τίτλο «Στρατηγική για την αποτελεσματική εφαρμογή του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση»,

έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2011, με τίτλο «Επιχειρησιακές οδηγίες για τη συνεκτίμηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά την εκτίμηση των επιπτώσεων των προτάσεων της Επιτροπής»,

έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 2014, με τίτλο «Ένα νέο πλαίσιο της ΕΕ για την ενίσχυση του κράτους δικαίου»,

έχοντας υπόψη το ετήσιο συμπόσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα θεμελιώδη δικαιώματα,

έχοντας υπόψη τη Διοργανική Συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, της 13ης Απριλίου 2016,

έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 27ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων εντός της ΕΕ (2012)(5),

έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Σεπτεμβρίου 2015 σχετικά με την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2013-2014)(6),

(1)  λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη θέσπισης μηχανισμού για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα ο οποίος να είναι αντικειμενικός, αμερόληπτος, να βασίζεται σε αποδείξεις και να εφαρμόζεται ισότιμα και δίκαια σε όλα τα κράτη μέλη και σε όλα τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, καθώς και να περιλαμβάνει τόσο προληπτική όσο και διορθωτική διάσταση.

(2)  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρωταρχικός στόχος ενός τέτοιου μηχανισμού θα πρέπει να είναι η πρόληψη των παραβιάσεων και της μη συμμόρφωσης με τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα, παρέχοντας ταυτόχρονα τα μέσα που απαιτούνται για να καταστούν εφαρμοστέα στην πράξη τόσο το προληπτικό όσο και το διορθωτικό σκέλος του άρθρου 7 ΣΕΕ, καθώς και τα άλλα μέσα που προβλέπονται στις Συνθήκες.

(3)  λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να αποφεύγονται η δημιουργία περιττών νέων δομών ή οι επικαλύψεις και ότι πρέπει να προτιμάται η ολοκλήρωση και η ενσωμάτωση των υφιστάμενων μέσων.

(4)  λαμβάνοντας υπόψη ότι η θέσπιση ορισμών, προτύπων και κριτηρίων αναφοράς όσον αφορά τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν αποτελεί μία στιγμιαία απόφαση αλλά, μάλλον, μία διαρκή και διαδραστική διαδικασία που βασίζεται σε ευρεία δημόσια συζήτηση και διαβούλευση, τακτική επανεξέταση και ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών.

(5)  λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορεί να είναι αποτελεσματικός μόνο ένας μηχανισμός που έχει την ευρεία στήριξη των πολιτών της Ένωσης και που επιτρέπει σε αυτούς να αναλαμβάνουν την ευθύνη της διαδικασίας.

(6)  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη είναι πρωτίστως υπεύθυνα να τηρούν τα κοινά πρότυπα αλλά, σε περίπτωση που δεν πράττουν αυτό, η Ένωση έχει καθήκον να παρεμβαίνει για να προστατεύσει τον συνταγματικό της πυρήνα και να εγγυηθεί ότι οι αξίες που καθορίζονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ και στον Χάρτη διασφαλίζονται για όλους τους πολίτες και κατοίκους της Ένωσης σε ολόκληρη την επικράτειά της.

(7)  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι σημαντική η συνεργασία μεταξύ όλων των κυβερνητικών επιπέδων ανάλογα με τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες τους προκειμένου να προσδιοριστούν εγκαίρως οι πιθανές συστημικές απειλές στο κράτος δικαίου και να βελτιωθεί η προστασία του κράτους δικαίου.

(8)  λαμβάνοντας υπόψη ότι υφίστανται διάφορα μέσα για την αντιμετώπιση του κινδύνου σοβαρής παραβίασης των αξιών της Ένωσης αλλά ότι θα πρέπει να αναπτυχθούν σαφή και αντικειμενικά κριτήρια αναφοράς για τα εν λόγω μέσα που θα είναι αρκετά ισχυρά και αποτρεπτικά ώστε να εμποδίζουν τις παραβιάσεις του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ένωση δεν διαθέτει νομικά δεσμευτικό μηχανισμό ώστε να παρακολουθεί σε τακτική βάση τη συμμόρφωση των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης προς τις αξίες και τα θεμελιώδη δικαιώματα της Ένωσης.

(9)  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 295 ΣΛΕΕ, αυτή η διοργανική συμφωνία ορίζει τις πρακτικές λεπτομέρειες μόνο για τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής και, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2 ΣΕΕ, τα εν λόγω θεσμικά όργανα δρουν εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που τους ανατίθενται από τις Συνθήκες, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και τους σκοπούς τους οποίους προβλέπουν· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η διοργανική συμφωνία δεν θίγει τα προνόμια του Δικαστηρίου στην αυθεντική ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1

Οι βασικές αξίες και οι θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης, δηλαδή η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα (ΔΚΘ), τηρούνται σε ολόκληρη την Ένωση στο πλαίσιο ενός Συμφώνου της Ένωσης για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα (Σύμφωνο της ΕΕ για ΔΚΘ), το οποίο παρέχει τον ορισμό, την επεξεργασία, την παρακολούθηση και την επιβολή αυτών των αξιών και αρχών, και το οποίο απευθύνεται τόσο στα κράτη όσο και στα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

Άρθρο 2

Το Σύμφωνο της ΕΕ για ΔΚΘ περιλαμβάνει:

–  ετήσια έκθεση για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα (Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ) με ειδικές συστάσεις ανά κράτος στις οποίες ενσωματώνονται οι εκθέσεις του FRA, του Συμβουλίου της Ευρώπης, και άλλων σχετικών με τον τομέα αρχών,

–  ετήσια διακοινοβουλευτική συζήτηση με βάση την ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ,

–  πρακτικές λεπτομέρειες για την αντιμετώπιση πιθανών κινδύνων και παραβιάσεων, όπως προβλέπεται από τις Συνθήκες, όπου περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η ενεργοποίηση του προληπτικού ή διορθωτικού σκέλους του άρθρου 7 ΣΕΕ,

–  ένα κύκλο πολιτικής για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα (κύκλος πολιτικής ΔΚΘ) στο πλαίσιο των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.

Άρθρο 3

Το Σύμφωνο της ΕΕ για ΔΚΘ επεκτείνεται για να ενσωματώσει το πλαίσιο του κράτους δικαίου της Επιτροπής και τον διάλογο του Συμβουλίου για το κράτος δικαίου σε ένα ενιαίο μέσο της Ένωσης.

Άρθρο 4

Η Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ σχετικά με την κατάσταση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων στα κράτη μέλη, καταρτίζεται από την Επιτροπή, σε διαβούλευση με την ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων (ομάδα εμπειρογνωμόνων ΔΚΘ) που αναφέρεται στο άρθρο 8. Η Επιτροπή διαβιβάζει την Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια. Η Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ καθίσταται διαθέσιμη στο κοινό.

Η Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ περιέχει ένα γενικό μέρος και ειδικές ανά χώρα συστάσεις.

Εάν η Επιτροπή δεν εγκρίνει εγκαίρως την Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ, καθώς και τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να καλέσει επισήμως την Επιτροπή να αιτιολογήσει την καθυστέρηση και να προβεί αμέσως στην έγκριση προκειμένου να μην καθυστερήσει περισσότερο η διεξαγωγή της διαδικασίας.

Άρθρο 5

Η Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ ενσωματώνει και συμπληρώνει τα υφιστάμενα μέσα, ειδικότερα τον πίνακα αποτελεσμάτων στον τομέα της δικαιοσύνης, το σύστημα παρακολούθησης της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης, την έκθεση για την καταπολέμηση της διαφθοράς και τις διαδικασίες αξιολόγησης από ομοτίμους με βάση το άρθρο 70 ΣΛΕΕ, και αντικαθιστά τον μηχανισμό συνεργασίας και ελέγχου (ΜΣΕ) για τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

Άρθρο 6

Η Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ καταρτίζεται με τη χρήση διαφόρων πηγών και των υφιστάμενων μέσων αξιολόγησης, υποβολής εκθέσεων και παρακολούθησης των δραστηριοτήτων των κρατών μελών, όπου συμπεριλαμβάνονται:

–  συνεισφορές από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όσον αφορά τον σεβασμό της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων·

–  ο FRA, και ιδίως το EFRIS·

–  άλλοι ειδικευμένοι οργανισμοί της Ένωσης, και ιδίως ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων (EDPS), το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE), το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound), και η Eurostat·

–  εμπειρογνώμονες, πανεπιστημιακοί, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, επαγγελματικές και κλαδικές ενώσεις, για παράδειγμα δικαστών, δικηγόρων και δημοσιογράφων·

–  υφιστάμενοι δείκτες και κριτήρια αναφοράς που έχουν αναπτυχθεί από διεθνείς οργανώσεις και ΜΚΟ·

–  το Συμβούλιο της Ευρώπης, και ιδίως η επιτροπή της Βενετίας, η ομάδα χωρών κατά της διαφθοράς (GRECO), το Κογκρέσο Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης και η ευρωπαϊκή επιτροπή για την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης (CEPEJ)·

–  διεθνείς οργανισμοί όπως ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ)·

–  η νομολογία του Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και άλλων διεθνών δικαστηρίων και οργανισμών που δημιουργήθηκαν από τις Συνθήκες·

–  κάθε συναφές ψήφισμα ή συνεισφορά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συμπεριλαμβανομένης της ετήσιας έκθεσής του σχετικά με την κατάσταση όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα στην Ένωση·

–  συνεισφορές των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.

Όλες οι συνεισφορές από τις πηγές που αναφέρονται στο παρόν άρθρο καθώς και το σχέδιο Ευρωπαϊκής έκθεσης ΔΚΘ που συνέταξε η ομάδα εμπειρογνωμόνων ΔΚΘ, συμπεριλαμβανομένων των συστάσεων ανά χώρα που είναι διαθέσιμες στο κοινό στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής.

Άρθρο 7

Η Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ παρουσιάζεται σε εναρμονισμένη μορφή, συνοδεύεται από ειδικές ανά χώρα συστάσεις και εκπονείται με ιδιαίτερη έμφαση στα εξής:

–  στη διάκριση των εξουσιών,

–  στον αμερόληπτο χαρακτήρα του κράτους,

–  στην αναστρεψιμότητα των πολιτικών αποφάσεων μετεκλογικά,

–  στην ύπαρξη θεσμικών ελέγχων και ισορροπιών που διασφαλίζουν τη μη αμφισβήτηση του αμερόληπτου κράτους,

–  στη σταθερότητα του κράτους και των θεσμικών οργάνων, η οποία εδράζεται στη μονιμότητα του Συντάγματος,

–  στην ελευθερία και πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης,

–  στην ελευθερία της έκφρασης και ελευθερία του συνέρχεσθαι,

–  στην προώθηση χώρου πολιτικής και αποτελεσματικών μηχανισμών διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών,

–  στο δικαίωμα ενεργού και παθητικής δημοκρατικής συμμετοχής των πολιτών σε εκλογές και συμμετοχική δημοκρατία,

–  στην ακεραιότητα και απουσία διαφθοράς,

–  στη διαφάνεια και λογοδοσία,

–  στη νομιμότητα,

–  στην ασφάλεια δικαίου,

–  στην πρόληψη της κατάχρησης ή κακής χρήσης των εξουσιών,

–  στην ισότητα ενώπιον του νόμου και προστασία έναντι των διακρίσεων,

–  στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη: ανεξαρτησία και αμεροληψία, δίκαιη δίκη, συνταγματική δικαιοσύνη, κατά περίπτωση, ανεξάρτητα νομικά επαγγέλματα,

–  σε ειδικές προκλήσεις όσον αφορά το κράτος δικαίου: διαφθορά, σύγκρουση συμφερόντων, συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εποπτεία,

–  στους Τίτλους I έως VI του Χάρτη,

–  στην ΕΣΔΑ και τα συναφή πρωτόκολλα.

Άρθρο 8

Η αξιολόγηση της κατάστασης της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων στα κράτη μέλη καθώς και η εκπόνηση ειδικών ανά χώρα συστάσεων, διεξάγονται από αντιπροσωπευτική ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων (ομάδα εμπειρογνωμόνων ΔΚΘ), βάσει ποσοτικής και ποιοτικής εξέτασης των διαθέσιμων δεδομένων και πληροφοριών.

8.1  Η ομάδα εμπειρογνωμόνων ΔΚΘ απαρτίζεται από τα ακόλουθα μέλη:

–  έναν ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα που ορίζεται από το εθνικό κοινοβούλιο κάθε κράτους μέλους, ο οποίος είναι εξειδικευμένος δικαστής συνταγματικού δικαστηρίου ή ανώτατου δικαστηρίου και ο οποίος δεν τελεί εν ενεργεία·

–  δέκα επιπλέον εμπειρογνώμονες που ορίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με πλειοψηφία δύο τρίτων, και επιλέγονται από κατάλογο εμπειρογνωμόνων που προτείνονται από:

i)  την ομοσπονδία των Πανευρωπαϊκών Ακαδημιών (ALLEA)·

ii)  το Ευρωπαϊκό Δίκτυο των Εθνικών Οργανισμών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ENNHRI)·

iii)  το Συμβούλιο της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της επιτροπής της Βενετίας, της GRECO και του Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης·

iv)  την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης (CEPEJ) και το Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (CCBE)·

v)  τον ΟΗΕ, τον ΟΑΣΕ και τον ΟΟΣΑ.

8.2.  Η ομάδα εμπειρογνωμόνων ΔΚΘ εκλέγει τον πρόεδρό της μεταξύ των μελών της.

8.3.  Προκειμένου να διευκολυνθεί η κατάρτιση του σχεδίου Ευρωπαϊκής έκθεσης ΔΚΘ και των σχεδίων των ειδικών ανά χώρα συστάσεων, η Επιτροπή παρέχει γραμματεία στην ομάδα εμπειρογνωμόνων ΔΚΘ, η οποία της επιτρέπει να λειτουργεί αποτελεσματικά, ιδίως μέσω της συλλογής πηγών δεδομένων και πληροφοριών προς εξέταση και αξιολόγηση, και μέσω της παροχής διοικητικής υποστήριξης κατά τη διάρκεια της κατάρτισης.

Άρθρο 9

Η ομάδα εμπειρογνωμόνων ΔΚΘ αξιολογεί καθένα από τα κράτη μέλη σχετικά με τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 7, και προσδιορίζει τους πιθανούς κινδύνους και παραβιάσεις. Αυτή η αξιολόγηση διεξάγεται κατά τρόπο ανώνυμο και ανεξάρτητο από κάθε μέλος της ομάδας εμπειρογνωμόνων προκειμένου να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία της ομάδας εμπειρογνωμόνων ΔΚΘ και η αντικειμενικότητα της ευρωπαϊκής έκθεσης ΔΚΘ. Τα μέλη της ομάδας εμπειρογνωμόνων ΔΚΘ μπορούν ωστόσο να ανταλλάσσουν απόψεις μεταξύ τους σχετικά με μεθόδους και συμφωνημένα πρότυπα.

Οι μέθοδοι αξιολόγησης επανεξετάζονται σε ετήσια βάση από την ομάδα εμπειρογνωμόνων ΔΚΘ και τυγχάνουν περαιτέρω επεξεργασίας, αποσαφήνισης, συμπλήρωσης και τροποποιήσεων, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, κατόπιν κοινής συμφωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, αφού προηγηθούν διαβουλεύσεις με τα εθνικά κοινοβούλια, τους εμπειρογνώμονες και την κοινωνία των πολιτών.

Άρθρο 10

Η έγκριση της ευρωπαϊκής έκθεσης ΔΚΘ από την Επιτροπή σηματοδοτεί την έναρξη διακοινοβουλευτικής συζήτησης και συζήτησης στο Συμβούλιο, που αποσκοπεί να εξετάσει τα αποτελέσματα της Ευρωπαϊκής έκθεσης ΔΚΘ και τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις, μέσω των ακόλουθων σταδίων:

–  το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διοργανώνει διακοινοβουλευτική συζήτηση βάσει της Ευρωπαϊκής έκθεσης ΔΚΘ και εγκρίνει ψήφισμα. Η συζήτηση αυτή θα πρέπει να οργανώνεται με τρόπο ώστε να τίθενται σημεία αναφοράς και στόχοι προς επίτευξη και να παρέχονται τα μέσα για την αξιολόγηση των αλλαγών από έτος σε έτος στο πλαίσιο της υφιστάμενης συναίνεσης της Ένωσης σχετικά με τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Οι σχετικές διαδικασίες θα πρέπει να επισπευσθούν προκειμένου να δημιουργηθούν τα μέσα που όχι μόνο θα επιτρέψουν την άμεση και αποτελεσματική παρακολούθηση των ετήσιων αλλαγών, αλλά θα διασφαλίσουν επίσης τη συμμόρφωση όλων των ενδιαφερόμενων μερών προς τις δεσμεύσεις.

–  η ετήσια κοινοβουλευτική συζήτηση αποτελεί μέρος ενός πολυετούς διαρθρωμένου διαλόγου μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής και των εθνικών κοινοβουλίων, όπου συμμετέχουν επίσης η κοινωνία των πολιτών, ο FRA και το Συμβούλιο της Ευρώπης.

–  το Συμβούλιο διεξάγει ετήσια συζήτηση, η οποία βασίζεται στον διάλογό του για το κράτος δικαίου και την Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ, και εγκρίνει τα συμπεράσματα του Συμβουλίου, με τα οποία καλεί τα εθνικά κοινοβούλια να αντιδράσουν στην ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ, να υποβάλουν προτάσεις, ή να προτείνουν μεταρρυθμίσεις.

–  με βάση την Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να ασκήσει προσφυγή για «συστημική παράβαση» σύμφωνα με το άρθρο 2 ΣΕΕ και το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, συνενώνοντας περισσότερες υποθέσεις παράβασης.

–  με βάση την Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ, κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να υποβάλει πρόταση για αξιολόγηση της εφαρμογής από τα κράτη μέλη της Ένωσης των πολιτικών στους τομείς της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 70 ΣΛΕΕ.

10.1.  Με βάση την Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ, εάν ένα κράτος μέλος πληροί όλες τις πτυχές που αναφέρονται στο άρθρο 7, δεν απαιτείται καμία περαιτέρω ενέργεια.

10.2.  Με βάση την Ευρωπαϊκή έκθεση ΔΚΘ, εάν ένα κράτος μέλος υστερεί σε μια ή περισσότερες πτυχές που αναφέρονται στο άρθρο 7, η Επιτροπή αρχίζει χωρίς καθυστέρηση διάλογο με το εν λόγω κράτος μέλος, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις.

10.2.1.  Σε περίπτωση που οι ειδικές ανά χώρα συστάσεις σε ένα κράτος μέλος περιλαμβάνουν την αξιολόγηση της ομάδας εμπειρογνωμόνων ότι υπάρχει σαφής κίνδυνος σοβαρής παραβίασης των αξιών που