Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2017/2758(RSO)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : B8-0477/2017

Κείμενα που κατατέθηκαν :

B8-0477/2017

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 06/07/2017 - 11.2

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2017)0307

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 408kWORD 56k
Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Σύσταση ειδικής επιτροπής για την τρομοκρατία: οι αρμοδιότητες, η αριθμητική σύνθεση και η θητεία της
P8_TA(2017)0307B8-0477/2017

Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 6ης Ιουλίου 2017 σχετικά με τη σύσταση ειδικής επιτροπής για την τρομοκρατία, τις αρμοδιότητές της, τον αριθμό των μελών και τη διάρκεια της θητείας της (2017/2758(RSO))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση απόφασης της Διάσκεψης των Προέδρων,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 197 του Κανονισμού του,

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σαφείς αρμοδιότητες όσον αφορά την εξασφάλιση υψηλού βαθμού ασφάλειας, σύμφωνα με το άρθρο 67 ΣΛΕΕ, και ότι οι εθνικές αρχές έχουν αρμοδιότητες στον τομέα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 73 ΣΛΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν ευρύτερες υποχρεώσεις για διασυνοριακή συνεργασία, όπως ορίζεται στον Τίτλο V της ΣΛΕΕ για την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σχετικά με την εσωτερική ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι αποτέλεσμα των εργασιών της ειδικής επιτροπής που συγκροτείται με την παρούσα απόφαση θα πρέπει να είναι η αντιμετώπιση των πρακτικών και νομοθετικών ανεπαρκειών στον τομέα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και με τους διεθνείς εταίρους και φορείς, με ιδιαίτερη έμφαση στη συνεργασία και στην ανταλλαγή πληροφοριών·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αντιμετώπιση των ανεπαρκειών και των κενών στη συνεργασία και στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών αρχών επιβολής του νόμου, καθώς και η διαλειτουργικότητα των ευρωπαϊκών βάσεων δεδομένων για την ανταλλαγή πληροφοριών έχουν τεράστια σημασία τόσο για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του χώρου Σένγκεν, όσο και για την προστασία των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, και θα πρέπει να αποτελούν τον πυρήνα της εντολής της ειδικής επιτροπής·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποτελεί ουσιαστική παράμετρο μιας επιτυχούς πολιτικής για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας·

1.  αποφασίζει να συστήσει ειδική επιτροπή για την τρομοκρατία, επιφορτισμένη με τις ακόλουθες αυστηρά καθορισμένες αρμοδιότητες:

   α) να εξετάσει, να αναλύσει και να αξιολογήσει με αμεροληψία τα στοιχεία που παρέχουν οι αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών, αρμόδιοι οργανισμοί της ΕΕ και αναγνωρισμένοι πραγματογνώμονες όσον αφορά την έκταση της τρομοκρατικής απειλής στο ευρωπαϊκό έδαφος και να προτείνει κατάλληλα μέτρα ώστε η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της να είναι σε θέση να συμβάλουν στην πρόληψη, τη διερεύνηση και τη δίωξη εγκλημάτων που σχετίζονται με την τρομοκρατία·
   β) να προσδιορίσει και να αναλύσει με αμεροληψία και σύμφωνα με μια τεκμηριωμένη προσέγγιση τα πιθανά σφάλματα και τις δυσλειτουργίες που κατέστησαν εφικτές τις πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις σε διάφορα κράτη μέλη, ιδίως με τη συλλογή, σύνθεση και ανάλυση όλων των πληροφοριών που είχαν στη διάθεσή τους οι υπηρεσίες πληροφοριών των κρατών μελών ή οι αρχές επιβολής του νόμου και οι δικαστικές αρχές σχετικά με τους δράστες πριν από το τρομοκρατικό τους έγκλημα·
   γ) να εξετάσει και να αξιολογήσει την εφαρμογή υφιστάμενων μέτρων και μέσων στους τομείς της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων, συμπεριλαμβανομένης της δυσλειτουργίας των συστημάτων ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα οι οποίες επέτρεψαν σε άτομα να εισέλθουν στην Ευρώπη με πλαστά έγγραφα, και να αξιολογήσει τα αίτια της αδυναμίας ορισμένων κρατών μελών να εφαρμόσουν πλήρως τις υποχρεώσεις τους όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(1) (Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν)· να συγκεντρώσει και να αναλύσει πληροφορίες σχετικά με πιθανές ανεπάρκειες των κρατών μελών και της Επιτροπής ως προς τη διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(2) (Κώδικας Συνόρων του Σένγκεν) και να προτείνει κατάλληλα μέτρα για την κάλυψη των κενών που θα εντοπισθούν·
   δ) να εντοπίσει τις ελλείψεις όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών δικαστικού και αστυνομικού χαρακτήρα και στοιχείων μεταξύ των κρατών μελών· να διερευνήσει ιδίως εικαζόμενες εκτεταμένες ανεπάρκειες στη συλλογή, ανάλυση και κοινοποίηση πληροφοριών που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην πρόληψη επιθέσεων, με τους εξής τρόπους:
   ανάλυση και αξιολόγηση των επιδόσεων των βάσεων δεδομένων της ΕΕ όπως το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (SIS), το Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) και το κοινό ευρωπαϊκό πρότυπο ανταλλαγής πληροφοριών (EIXM), και πιθανών παραλείψεων των κρατών μελών στην εφαρμογή υφιστάμενων νομοθετικών πράξεων όπως η απόφαση 2008/615/ΔΕΥ του Συμβουλίου(3) ή η απόφαση πλαίσιο 2006/960/ΔΕΥ του Συμβουλίου(4)· ανάλυση ιδίως των αιτίων της αδυναμίας ορισμένων κρατών μελών να συμβάλουν στην τροφοδότηση των εν λόγω βάσεων δεδομένων με πληροφορίες, ιδίως σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους όπως ορίζονται στον κανονισμό για το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν και στην απόφαση 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου(5)·
   ανάλυση της εικαζόμενης αδυναμίας κρατών μελών να συμμορφωθούν με την υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 2 παράγραφος 3 της απόφασης 2005/671/ΔΕΥ του Συμβουλίου(6) προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι τουλάχιστον οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 του εν λόγω άρθρου τις οποίες συγκεντρώνει η αρμόδια αρχή διαβιβάζονται στην Ευρωπόλ και στην Eurojust·
   συλλογή και ανάλυση πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση των αρχών των κρατών μελών προς την υποχρέωση που επιβάλλουν τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης-πλαισίου 2006/960/ΔΕΥ, ιδίως μέσω της εξασφάλισης ότι οι αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου παρέχουν στις αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών πληροφορίες και στοιχεία εφόσον υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι να θεωρηθεί ότι οι πληροφορίες και τα στοιχεία θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανίχνευση, την πρόληψη ή τη διερεύνηση αδικημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου(7)·
   εξέταση του κατά πόσον η Ευρωπόλ έχει συμμορφωθεί πλήρως προς την υποχρέωση κοινοποίησης, η οποία επιβάλλεται από το άρθρο 17 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου(8), που καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9)·
   εξέταση του κατά πόσον οι εθνικές υπηρεσίες των κρατών μελών έχουν συμμορφωθεί πλήρως με την υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 8 παράγραφος 4 στοιχείο α) της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ, που καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/794, παρέχοντας στην Ευρωπόλ με δική τους πρωτοβουλία τις πληροφορίες και τα στοιχεία που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων της·
   διερεύνηση πιθανών ανεπαρκειών στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ οργανισμών της ΕΕ, καθώς και όσον αφορά τα νομικά μέσα και την ανάγκη να έχουν οι εν λόγω οργανισμοί πρόσβαση στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν και σε άλλα συναφή συστήματα πληροφοριών της ΕΕ·
   αξιολόγηση της υφιστάμενης άτυπης συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών των κρατών μελών και αξιολόγηση του επιπέδου αποτελεσματικότητας όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών και την πρακτική συνεργασία·
   εξέταση της σχέσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς στο πλαίσιο της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων της διεθνούς συνεργασίας και των μέσων που υφίστανται για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, μεταξύ άλλων της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών, και της αποτελεσματικότητας του σημερινού επιπέδου ανταλλαγής πληροφοριών·
   ε) να εκτιμήσει τον αντίκτυπο της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας της ΕΕ και της εφαρμογής της νομοθεσίας αυτής στα θεμελιώδη δικαιώματα·
   στ) να αξιολογήσει τη διαθεσιμότητα και την αποτελεσματικότητα όλων των πόρων που παρέχονται στις αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας (αστυνομία, στρατός, δικαιοσύνη, προϋπολογισμός, υπηρεσίες πληροφοριών, επιτήρηση, πληροφορίες, ΤΠ, κλπ.) στα κράτη μέλη και σε επίπεδο ΕΕ· να αναλύσει πιθανές ανεπάρκειες στην αστυνομική συνεργασία και εμπόδια στην έμπρακτη διασυνοριακή συνεργασία για την επιβολή του νόμου σε έρευνες που αφορούν την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, εντοπίζοντας τεχνικά, διαρθρωτικά και νομικά εμπόδια στις ικανότητες έρευνας·
   ζ) να διερευνήσει τις ελλείψεις στα δικαστικά συστήματα και στη δικαστική συνεργασία σε επίπεδο ΕΕ, καθώς και στη συνεργασία σε διασυνοριακές έρευνες, ιδίως στο πλαίσιο της Eurojust, του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου, των κοινών ομάδων έρευνας, του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (ΕΕΣ) και της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας· να εντοπίσει τεχνικά, διαρθρωτικά και νομικά εμπόδια στις ικανότητες έρευνας και δίωξης·
   η) να εξετάσει την τρέχουσα ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών και των συναφών οργανισμών της ΕΕ όσον αφορά την προστασία ευάλωτων στόχων, μεταξύ άλλων στους χώρους διέλευσης, όπως είναι τα αεροδρόμια και οι σιδηροδρομικοί σταθμοί, καθώς και την προστασία υποδομών ζωτικής σημασίας όπως προβλέπεται στην οδηγία 2008/114/ΕΚ του Συμβουλίου(10)·
   θ) να διερευνήσει τους υφιστάμενους μηχανισμούς που έχουν στη διάθεσή τους τα θύματα της τρομοκρατίας, ιδίως την οδηγία 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(11), εντοπίζοντας τις υπάρχουσες ορθές πρακτικές με σκοπό την ανταλλαγή τους·
   ι) να συλλέξει πληροφορίες και να αναλύσει τη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης, καθώς και την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων αποριζοσπαστικοποίησης που έχουν θεσπιστεί σε περιορισμένο αριθμό κρατών μελών· να εντοπίσει τις υφιστάμενες ορθές πρακτικές προς ανταλλαγή και να εξακριβώσει κατά πόσον τα κράτη μέλη έχουν λάβει τα κατάλληλα για τον σκοπό αυτό μέτρα·
   ια) να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και την αποτελεσματικότητα της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών, των υπόχρεων οντοτήτων και των αρχών επιβολής του νόμου στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σύμφωνα με την οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12), και να προβεί σε ανταλλαγή απόψεων με τους σχετικούς παράγοντες στον τραπεζικό τομέα και με τις αρχές διερεύνησης της απάτης και επιβολής του νόμου με σκοπό τον εντοπισμό νέων μορφών χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεών της με το οργανωμένο έγκλημα·
   ιβ) να διατυπώσει οιεσδήποτε συστάσεις θεωρεί απαραίτητες σε σχέση με όλα τα προαναφερόμενα ζητήματα και, προς τούτο, να έχει τις αναγκαίες επαφές, να πραγματοποιήσει επισκέψεις και να διοργανώσει ακροάσεις με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τους αρμόδιους οργανισμούς και με διεθνή και εθνικά όργανα, με τα εθνικά κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις των κρατών μελών και των τρίτων χωρών, με υπαλλήλους που συμμετέχουν στον καθημερινό αγώνα κατά της τρομοκρατίας, όπως οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου, οι αστυνομικές αρχές, οι υπηρεσίες πληροφοριών, δικαστές και δικαστικοί λειτουργοί, καθώς και εκπρόσωποι της επιστημονικής κοινότητας, των επιχειρήσεων και της κοινωνίας των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων οργανώσεων θυμάτων·

2.  τονίζει ότι οι αρμόδιες μόνιμες επιτροπές οφείλουν να ακολουθούν κάθε σύσταση της ειδικής επιτροπής·

3.  αποφασίζει ότι οι εξουσίες, το προσωπικό και οι πόροι που έχουν στη διάθεσή τους οι μόνιμες επιτροπές του Κοινοβουλίου που είναι αρμόδιες για θέματα σχετικά με την έγκριση, την παρακολούθηση και την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ που αφορά τον τομέα αρμοδιότητας της ειδικής επιτροπής δεν μεταβάλλονται·

4.  αποφασίζει ότι εφόσον στις εργασίες της ειδικής επιτροπής περιλαμβάνεται η εξέταση διαβαθμισμένων αποδεικτικών στοιχείων, μαρτυριών που περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή απόρρητα, ή περιλαμβάνεται η ανταλλαγή απόψεων ή ακροάσεις με αρχές και φορείς με αντικείμενο μυστικές, εμπιστευτικές, διαβαθμισμένες ή ευαίσθητες πληροφορίες για σκοπούς εθνικής ή δημόσιας ασφάλειας, οι συνεδριάσεις θα πρέπει να πραγματοποιούνται κεκλεισμένων των θυρών· αποφασίζει ότι οι μάρτυρες και οι πραγματογνώμονες έχουν το δικαίωμα να καταθέτουν κεκλεισμένων των θυρών·

5.  αποφασίζει ότι τα απόρρητα ή εμπιστευτικά έγγραφα που παραλαμβάνει η ειδική επιτροπή εξετάζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 210α του Κανονισμού του, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι μόνον ο πρόεδρος, ο εισηγητής, οι σκιώδεις εισηγητές, οι συντονιστές και οι αρμόδιοι υπάλληλοι έχουν προσωπική πρόσβαση σε αυτά και ότι οι εν λόγω πληροφορίες χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τους σκοπούς της εκπόνησης της ενδιάμεσης και της τελικής έκθεσης της ειδικής επιτροπής· αποφασίζει ότι οι συνεδριάσεις θα διεξάγονται σε αίθουσες με ειδική εγκατάσταση ούτως ώστε να είναι αδύνατη η ακρόαση από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα·

6.  αποφασίζει ότι, πριν από την πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες, ή την εξέταση μαρτύρων που ενδέχεται να προσβάλουν την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια ασφάλεια, όλα τα μέλη και οι υπάλληλοι υφίστανται έλεγχο ασφαλείας σύμφωνα με τους εν ισχύι εσωτερικούς κανόνες και διαδικασίες·

7.  αποφασίζει ότι οι πληροφορίες που περιέρχονται εις γνώση της ειδικής επιτροπής χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνον για την άσκηση των καθηκόντων της και δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτονται σε τρίτους· αποφασίζει ότι οι πληροφορίες αυτές δεν δημοσιοποιούνται εάν περιλαμβάνουν υλικό απόρρητου ή εμπιστευτικού χαρακτήρα ή ονόματα προσώπων·

8.  αποφασίζει ότι η ειδική επιτροπή θα αριθμεί 30 μέλη·

9.  αποφασίζει ότι η διάρκεια της θητείας της ειδικής επιτροπής θα είναι δώδεκα μήνες, εκτός εάν το Κοινοβούλιο παρατείνει την περίοδο αυτή πριν από τη λήξη της, και ότι η θητεία της θα αρχίσει από την ημερομηνία διεξαγωγής της συνεδρίασης για τη συγκρότησή της σε σώμα· αποφασίζει ότι η ειδική επιτροπή θα υποβάλει στο Κοινοβούλιο μία ενδιάμεση έκθεση και μία τελική έκθεση που θα περιέχουν πορίσματα και συστάσεις σχετικά με τις δράσεις και τις πρωτοβουλίες που θα πρέπει να αναληφθούν.

(1) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) (ΕΕ L 381 της 28.12.2006, σ. 4).
(2) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (Κώδικας Συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ L 77 της 23.3.2016, σ. 1).
(3) Απόφαση 2008/615/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2008, σχετικά με την αναβάθμιση της διασυνοριακής συνεργασίας, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του διασυνοριακού εγκλήματος (ΕΕ L 210 της 6.8.2008, σ. 1).
(4) Απόφαση-πλαίσιο 2006/960/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την απλούστευση της ανταλλαγής πληροφοριών και στοιχείων μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 386 της 29.12.2006, σ. 89).
(5) Απόφαση 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2007, σχετικά με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) (ΕΕ L 205 της 7.8.2007, σ. 63).
(6) Απόφαση 2005/671/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία όσον αφορά τα τρομοκρατικά αδικήματα (ΕΕ L 253 της 29.9.2005, σ. 22).
(7) Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών – Δηλώσεις τις οποίες έκαναν ορισμένα κράτη μέλη με την ευκαιρία της έκδοσης της απόφασης-πλαισίου (ΕΕ L 190 της 18.7.2002, σ. 1).
(8) Απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2009, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ) (ΕΕ L 121 της 15.5.2009, σ. 37).
(9) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της επιβολής του νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και την κατάργηση των αποφάσεων 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 135 της 24.5.2016, σ. 53).
(10) Οδηγία 2008/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τον προσδιορισμό και τον χαρακτηρισμό των ευρωπαϊκών υποδομών ζωτικής σημασίας, και σχετικά με την αξιολόγηση της ανάγκης βελτίωσης της προστασίας τους (ΕΕ L 345 της 23.12.2008, σ. 75).
(11) Οδηγία 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 57).
(12) Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ. 15).

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου