Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2016/2244(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0199/2017

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0199/2017

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 12/09/2017 - 7.7
CRE 12/09/2017 - 7.7

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2017)0322

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 493kWORD 61k
Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Η λειτουργία της δικαιόχρησης στον τομέα του λιανικού εμπορίου
P8_TA(2017)0322A8-0199/2017

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Σεπτεμβρίου 2017 σχετικά με τη λειτουργία της δικαιόχρησης στον τομέα του λιανικού εμπορίου (2016/2244(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Δεκεμβρίου 2013 σχετικά με το ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης για το λιανικό εμπόριο προς όφελος όλων των παραγόντων(1), και ιδίως την παράγραφο 29,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 7ης Ιουνίου 2016, σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων(2),

–  έχοντας υπόψη τη μελέτη του Απριλίου του 2016 σχετικά με τη δικαιόχρηση, που εκπονήθηκε κατ’ ανάθεση της επιτροπής IMCO(3),

–  έχοντας υπόψη τη μελέτη του Σεπτεμβρίου του 2016 με τίτλο «Legal Perspective of the Regulatory Framework and Challenges for Franchising in the EU» (Θεώρηση από τη νομική σκοπιά του κανονιστικού πλαισίου και των προκλήσεων που συνεπάγεται η δικαιόχρηση στην ΕΕ), που εκπονήθηκε κατ’ ανάθεση της επιτροπής IMCO(4),

–  έχοντας υπόψη το ενημερωτικό σημείωμα με τίτλο «Future Policy Options in Franchising in the EU: Confronting Unfair Trading Practices» (Mελλοντικές επιλογές πολιτικής στον τομέα της δικαιόχρησης στην ΕΕ: αντιμετώπιση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών)(5),

–  έχοντας υπόψη το εργαστήριο με τίτλο «Σχέσεις μεταξύ δικαιοπαρόχων και δικαιοδόχων: κανονιστικό πλαίσιο και τρέχουσες προκλήσεις», που οργανώθηκε από την Επιτροπή IMCO στις 12 Ιουλίου 2016,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0199/2017),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχει κοινός ευρωπαϊκός ορισμός της δικαιόχρησης και οι συμφωνίες δικαιόχρησης διαφέρουν από τη μια επιχείρηση στην άλλη, αλλά ένα κύριο χαρακτηριστικό των σχέσεων αυτών είναι η σύναψη συμβατικής σχέσης σε εθελοντική βάση μεταξύ επιχειρηματιών ή φυσικών ή νομικών προσώπων νομικά και οικονομικά ανεξάρτητων μεταξύ τους, στο πλαίσιο της οποίας το ένα μέρος (ο δικαιοπάροχος) εκχωρεί στο άλλο μέρος (τον δικαιοδόχο) το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται το είδος, την ονομασία και τα εμπορικά σήματα της δικαιόχρησής του και του παρέχει τεχνογνωσία βασισμένη στην τεχνική και οργανωτική πείρα του καθώς και βοήθεια καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, οι δε πελάτες βασίζονται στην ενότητα του συστήματος δικαιόχρησης, ενώ πρόθεση τόσο του δικαιοπαρόχου όσο και του δικαιοδόχου είναι να αποκτήσουν γρήγορα νέες αγορές, με περιορισμένη επένδυση και αυξημένη πιθανότητα επιτυχίας·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο ψήφισμά του της 11ης Δεκεμβρίου 2013, το Κοινοβούλιο εξέφρασε επιδοκιμασία για την δικαιόχρηση ως επιχειρηματικό μοντέλο που υποστηρίζει τις νέες επιχειρήσεις και την ιδιοκτησία μικρών επιχειρήσεων, αλλά επεσήμανε την ύπαρξη καταχρηστικών συμβατικών όρων σε ορισμένες περιπτώσεις και ζήτησε διαφανείς και θεμιτούς συμβατικούς όρους· επιπλέον, επέστησε συγκεκριμένα την προσοχή της Επιτροπής και των κρατών μελών στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι δικαιοδόχοι που επιθυμούν να πουλήσουν την επιχείρησή τους ή να αλλάξουν τρόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας παραμένοντας ταυτόχρονα ενεργοί στον ίδιο τομέα, και ζήτησε από την Επιτροπή να εξετάσει την απαγόρευση των μηχανισμών καθορισμού των τιμών στο πλαίσιο συστημάτων δικαιόχρησης και τις επιπτώσεις των μακροπρόθεσμων ρητρών ανταγωνισμού, των επιλογών αγοράς και της απαγόρευσης της πολλαπλής δικαιόχρησης·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη η δικαιόχρηση συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις ενός επιχειρηματικού μοντέλου που μπορεί να συμβάλει στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς στον κλάδο του λιανικού εμπορίου, δεδομένου ότι μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο μέσο για την ίδρυση επιχείρησης μέσω κοινής επένδυσης του δικαιοπαρόχου και του δικαιοδόχου· εκφράζει, συνεπώς, την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή δεν εφαρμόζεται με αρκετά αποδοτικό τρόπο στην ΕΕ, αντιπροσωπεύοντας μόλις το 1,89 % του ΑΕγχΠ, έναντι 5,95 % στις ΗΠΑ και 10,83 % στην Αυστραλία, ενώ το 83,5 % του κύκλου εργασιών της δικαιόχρησης, συγκεντρώνεται μόνο σε επτά κράτη μέλη(6), και θεωρεί ότι για τούτο είναι σημαντικό να ενθαρρυνθεί η ευρύτερη διάδοση του συγκεκριμένου επιχειρηματικού μοντέλου σε ολόκληρη την ΕΕ·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η δικαιόχρηση έχει σημαντική δυνητική διασυνοριακή διάσταση, είναι σημαντική για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και μπορεί, επομένως, να έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία απασχόλησης, την ανάπτυξη των ΜΜΕ και της επιχειρηματικότητας, καθώς και την απόκτηση νέων ικανοτήτων και δεξιοτήτων·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η υφιστάμενη νομοθεσία σχετικά με τη δικαιόχρηση ως επιχειρηματικό μοντέλο ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των κρατών μελών, γεγονός που δημιουργεί τεχνικά εμπόδια και μπορεί να αποθαρρύνει τόσο τους δικαιοπαρόχους όσο και τους δικαιοδόχους να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους πέραν των συνόρων· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό μπορεί με τη σειρά του να έχει αντίκτυπο στους τελικούς καταναλωτές, περιορίζοντας τις επιλογές τους·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ «σκληρής» και «ήπιας» δικαιόχρησης, ανάλογα με τους όρους της συμφωνίας δικαιόχρησης· λαμβάνοντας, επιπλέον, υπόψη, ότι εναλλακτικά επιχειρηματικά μοντέλα όπως «ομάδες ανεξάρτητων εμπόρων λιανικής πώλησης» έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και θα πρέπει να επηρεάζονται από τους κανόνες που διέπουν τη δικαιόχρηση μόνο στον βαθμό που ανταποκρίνονται στον ορισμό της δικαιόχρησης·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τη λειτουργία της δικαιόχρησης στους διαφόρους τομείς, δεδομένου ότι οι σχετικές πληροφορίες δεν διατίθενται σε γραπτή μορφή ή συχνά περιέχονται μόνο στις συνοδευτικές επιστολές που συνοδεύουν τη συμφωνία δικαιόχρησης, οι οποίες είναι εμπιστευτικές και συνεπώς δεν δημοσιοποιούνται, καθώς επίσης ότι σε επίπεδο ΕΕ δεν υπάρχει μηχανισμός συγκέντρωσης πληροφοριών σχετικά με δυνητικά καταχρηστικούς συμβατικούς όρους ή καταχρηστική εκτέλεση συμβάσεων, και για τον λόγο αυτό πρέπει να δημιουργηθεί μια πλατφόρμα που να περιλαμβάνει αυτές τις σημαντικές πληροφορίες έτσι ώστε οι δικαιοπάροχοι και οι δικαιοδόχοι να έχουν καλύτερη επίγνωση των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων τους·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο επεκτείνεται και χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο από τους καταναλωτές, και θα πρέπει ως εκ τούτου να αντικατοπτρίζεται καλύτερα στις συμφωνίες δικαιόχρησης· λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο πλαίσιο της υλοποίησης της ψηφιακής ενιαίας αγοράς, θα πρέπει επομένως να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε τυχόν εντάσεις μεταξύ δικαιοπαρόχων και δικαιοδόχων όσον αφορά το ηλεκτρονικό εμπόριο, για παράδειγμα σε σχέση με το δικαίωμα της αποκλειστικότητας του δικαιοδόχου για συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, καθώς και στην αυξανόμενη σημασία των δεδομένων των πελατών για την επιτυχία των επιχειρηματικών μοντέλων δικαιόχρησης, δεδομένου ιδίως ότι οι συμφωνίες δικαιόχρησης δεν περιλαμβάνουν αυτή τη στιγμή διατάξεις για τα θέματα αυτά, αφήνοντας περιθώρια για περιττή αβεβαιότητα και συγκρούσεις·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει καθορίσει τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές ως «πρακτικές που παρεκκλίνουν σε μεγάλο βαθμό από την ορθή εμπορική συμπεριφορά, αντιβαίνουν στην καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και επιβάλλονται μονομερώς από έναν εμπορικό εταίρο σε έναν άλλο»(7)·

1.  θεωρεί ότι, δεδομένης της σημερινής μη ικανοποιητικής αξιοποίησής της στην ΕΕ σε σύγκριση με άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες, η δικαιόχρηση μπορεί να διαδραματίσει ακόμα σημαντικότερο ρόλο στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς στον τομέα του λιανικού εμπορίου·

2.  θεωρεί σημαντικό, τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν αποτελεσματικά μέτρα κατά των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών στον τομέα της δικαιόχρησης, αλλά επισημαίνει ότι παρατηρείται ακόμα μεγάλος βαθμός απόκλισης και διαφοροποίησης μεταξύ των κρατών μελών σε αυτό το πεδίο· θεωρεί, συνεπώς, σημαντικό, να καθοριστούν ομοιογενείς κατευθυντήριες γραμμές που να αντικατοπτρίζουν τις βέλτιστες πρακτικές, για τη λειτουργία της δικαιόχρησης στον τομέα του λιανικού εμπορίου·

3.  καλεί την Επιτροπή να καθορίσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις συμβάσεις δικαιόχρησης, ώστε να διαμορφωθεί καλύτερα το κανονιστικό περιβάλλον των συμβάσεων δικαιόχρησης και να εξασφαλιστούν η συμμόρφωση προς τα εργασιακά πρότυπα και καλές υπηρεσίες με υψηλή ποιότητα·

4.  θεωρεί ότι, λόγω της σημαντικής διασυνοριακής διάστασης της δικαιόχρησης, είναι σκόπιμο να ακολουθηθεί μια ομοιόμορφη προσέγγιση στην άρση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών σε επίπεδο ΕΕ·

5.  αναγνωρίζει ότι, σε εθνικό επίπεδο, υπάρχει νομοθεσία για την προστασία των δικαιοδόχων, αλλά το βάρος δίνεται στο προσυμβατικό στάδιο, με την επιβολή υποχρεώσεων γνωστοποίησης στον δικαιοπάροχο· αποδοκιμάζει το γεγονός ότι τα εθνικά συστήματα δεν έχουν προβλέψει μηχανισμούς επιβολής που να είναι αποτελεσματικοί στη διασφάλιση της συνέχειας της σχέσης δικαιόχρησης·

6.  επισημαίνει ότι οι δικαιοδόχοι είναι συχνά το πιο αδύναμο συμβαλλόμενο μέρος, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ΜΜΕ, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη μορφή δικαιόχρησης αναπτύσσεται κατά κανόνα από τους δικαιοπαρόχους και οι δικαιοδόχοι τείνουν να είναι οικονομικά ασθενέστεροι και μπορεί να είναι λιγότερο ενημερωμένοι από τους δικαιοπαρόχους και να εξαρτώνται, συνεπώς, σε μεγάλο βαθμό από την πραγματογνωσία των τελευταίων· τονίζει το γεγονός ότι τα δίκτυα δικαιόχρησης εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη λειτουργία της συνεργασίας του δικαιοπαρόχου και των δικαιοδόχων, λαμβανομένου υπόψη ότι το σύστημα δικαιόχρησης εξαρτάται από την ορθή εφαρμογή του από όλα τα μέρη·

7.  υπενθυμίζει ότι η δικαιόχρηση είναι μια συμβατική σχέση μεταξύ δύο νομικά ανεξάρτητων επιχειρήσεων·

8.  τονίζει ότι η ρύθμιση θα πρέπει να διατηρήσει και να αυξήσει την εμπιστοσύνη της αγοράς στη δικαιόχρηση ως τρόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας, δεδομένου ότι ενθαρρύνει την επιχειρηματικότητα όχι μόνο στις πολύ μικρές και τις μικρές επιχειρήσεις που γίνονται δικαιοπάροχοι, αλλά και για τα πρόσωπα που γίνονται δικαιοδόχοι·

9.  παρατηρεί ότι οι δικαιοπάροχοι έχουν οργανωθεί τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την εκπροσώπηση των συμφερόντων τους, ενώ οι δικαιοδόχοι συχνά δεν διαθέτουν παρόμοιες οργανώσεις εκπροσώπησης για την προάσπιση των συλλογικών συμφερόντων τους και συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται κυρίως σε ατομικό επίπεδο·

10.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν τον διάλογο μεταξύ δικαιοπαρόχων, δικαιοδόχων, και φορέων λήψης αποφάσεων, προκειμένου να διευκολυνθεί η δημιουργία συλλογικών οργάνων εκπροσώπησης των δικαιοδόχων και να εξασφαλιστεί ότι θα ακούγεται η φωνή τους όταν προετοιμάζονται πολιτικές ή νομοθεσία που ενδέχεται να τους επηρεάζουν, όπως επίσης να εξασφαλιστεί περισσότερο ισότιμη εκπροσώπηση των μερών, και τονίζει, παράλληλα, ότι η συμμετοχή στους εν λόγω οργανισμούς πρέπει να παραμείνει προαιρετική·

11.  τονίζει ότι εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τη λειτουργία της δικαιόχρησης στον τομέα του λιανικού εμπορίου και καλεί τα κράτη μέλη να ορίσουν, σε συνεργασία με την Επιτροπή, σημεία επαφής για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι δικαιοπάροχοι και οι δικαιοδόχοι, όποτε υπάρχουν τέτοιες πληροφορίες, ζητεί δε από την Επιτροπή να βελτιώσει τη συλλογή πληροφοριών σε επίπεδο ΕΕ, με βάση, μεταξύ άλλων, τις πληροφορίες που παρέχουν τα εν λόγω σημεία επαφής, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που αποκτώνται κατ’ αυτόν τον τρόπο·

12.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τη λειτουργία της δικαιόχρησης στον τομέα του λιανικού εμπορίου, μεταξύ άλλων σε σχέση με την ύπαρξη καταχρηστικών συμβατικών ρητρών ή άλλων αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, και να ζητήσει από την Eurostat να λαμβάνει υπόψη αυτό το πρότυπο όταν συλλέγει στατιστικές πληροφορίες για τον συγκεκριμένο τομέα, χωρίς πρόσθετη διοικητική ή άλλη επιβάρυνση για τους επιχειρηματίες·

13.  λαμβάνει υπόψη τον ευρωπαϊκό κώδικα δεοντολογίας για τη δικαιόχρηση, που αναπτύχθηκε από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Franchise (ΕΤΑ), ως δυνητικά αποτελεσματικό μέσο για την προαγωγή βέλτιστων πρακτικών στον τομέα της δικαιόχρησης σε βάση αυτορρύθμισης, αλλά αναφέρει παράλληλα ότι ο κώδικας έχει αποτελέσει αντικείμενο κριτικής από δικαιοδόχους, οι οποίοι επισημαίνουν, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι ο κώδικας έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην τήρηση των δεσμεύσεων του δικαιοπάροχου πριν από την αναθεώρησή του το 2016· ενθαρρύνει δικαιοπαρόχους και δικαιοδόχους να εξασφαλίσουν την ισόρροπη και δίκαιη εκπροσώπηση των δύο πλευρών, ώστε βρεθεί κατάλληλη λύση·

14.  εκφράζει ωστόσο τη λύπη του για το γεγονός ότι ο κώδικας καλύπτει μόνο μια μικρή μειονότητα επιχειρήσεων δικαιόχρησης που λειτουργούν στην ΕΕ, δεδομένου ότι η πλειονότητα των επιχειρήσεων δικαιόχρησης δεν ανήκουν ούτε στην EFF ούτε στις εθνικές ενώσεις που έχουν τον έχουν υιοθετήσει, ενώ μερικά κράτη μέλη δεν διαθέτουν εθνικές ενώσεις δικαιόχρησης·

15.  επισημαίνει ότι υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με την έλλειψη ανεξάρτητου μηχανισμού επιβολής του Ευρωπαϊκού Κώδικα Δεοντολογίας, και ότι σε ορισμένα κράτη μέλη η έλλειψη αυτή οδήγησε στη δημιουργία ανεξάρτητου φορέα επιβολής της νομοθεσίας για την πρόληψη των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών σε σχέση με τη δικαιόχρηση·

16.  υπενθυμίζει ότι ο κώδικας δεοντολογίας είναι ένα σύνολο κανόνων που γίνονται αποδεκτοί από τους δικαιοπάροχους επιπλέον των κανόνων που απαιτούνται από τον νόμο· πιστεύει ότι ο κώδικας δεοντολογίας θα πρέπει να παραμένει πάντα προστιθέμενη αξία για όσους επιθυμούν να τηρούν αυτούς τους κανόνες·

17.  πιστεύει ότι χρειάζεται να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα του πλαισίου αυτορρύθμισης και της ενωσιακής πρωτοβουλίας για την αλυσίδα εφοδιασμού, δεδομένου ότι η ιδιότητα του μέλους των εθνικών οργανισμών δικαιόχρησης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή σε αυτή την πρωτοβουλία·

18.  επισημαίνει ότι οι συμφωνίες δικαιόχρησης θα πρέπει να σέβονται πλήρως τις αρχές της ισόρροπης εταιρικής σχέσης, στο πλαίσιο της οποίας ο δικαιοπάροχος και ο δικαιοδόχος πρέπει να επιδεικνύουν αμοιβαία σύνεση, να είναι δίκαιοι ο ένα προς τον άλλον και να επιλύουν καταγγελίες, παράπονα και διαφορές με ειλικρινή, διαφανή, συνετή και άμεση επικοινωνία·

19.  καλεί τα κράτη μέλη να διαβιβάζουν στην Επιτροπή τις καταγγελίες και άλλες συναφείς πληροφορίες που λαμβάνουν μέσω των σημείων επαφής ή με άλλον τρόπο· καλεί την Επιτροπή να καταρτίσει, με βάση τις πληροφορίες αυτές, μη εξαντλητικό κατάλογο αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, τον οποίο να δημοσιεύσει και να καταστήσει προσβάσιμο από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη· ζητεί, επιπλέον, από την Επιτροπή να συγκροτήσει, εφόσον χρειαστεί, πλατφόρμα εμπειρογνωμόνων για να λαμβάνει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την πρακτική της δικαιόχρησης λιανικής και, ιδίως, σχετικά με τυχόν τύπους αθέμιτων εμπορικών πρακτικών·

20.  επισημαίνει, ιδίως, την ανάγκη για ειδικές αρχές προκειμένου να επιτυγχάνεται ισορροπία μεταξύ συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, όπως η σαφής, ορθή και πλήρης ενημέρωση πριν από τη σύναψη της σύμβασης, μεταξύ άλλων με πληροφορίες σχετικά με τις επιδόσεις του συγκεκριμένου τρόπου δικαιοχρησίας, τόσο γενικές όσο και συγκεκριμένες για την προβλεπόμενη γεωγραφική θέση του δικαιοδόχου, και σαφή όρια όσον αφορά τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας, που πρέπει να διατίθεται εγγράφως και εγκαίρως πριν από την υπογραφή της συμφωνίας, και για την καθιέρωση προθεσμίας υπαναχώρησης μετά την υπογραφή της συμφωνίας, όπου αυτό είναι σκόπιμο· επισημαίνει, επίσης, την ανάγκη για συνεχή εμπορική και τεχνική βοήθεια από τον δικαιοπάροχο στον δικαιοδόχο κατά τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας, εάν χρειάζεται·

21.  τονίζει την ανάγκη για παροχή εξειδικευμένης αρχικής κατάρτισης, όταν χρειάζεται, και κατάλληλης καθοδήγησης από τον δικαιοπάροχο στους δικαιοδόχους κατά τη διάρκεια της σύμβασης·

22.  υπενθυμίζει την υποχρέωση των δικαιοδόχων να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την ανάπτυξη της δικαιοδόχου επιχείρησης και την διατήρηση της κοινής ταυτότητας και φήμης του δικτύου δικαιόχρησης και, για τον σκοπό αυτό, να συνεργάζονται υπεύθυνα με όλους τους εταίρους που συμμετέχουν στο δίκτυο και να σέβονται τα δικαιώματα βιομηχανικής και διανοητικής ιδιοκτησίας που απορρέουν από τον συγκεκριμένο τρόπο δικαιόχρησης, καθώς και τη νομοθεσία περί ανταγωνισμού·

23.  προσθέτει, ωστόσο, ότι, ενίοτε, οι δικαιοπάροχοι απαιτούν από τους δικαιοδόχους να αγοράζουν προϊόντα και υπηρεσίες που δεν έχουν καμία σχέση με τη συγκεκριμένη δικαιόχρηση· απαιτήσεις αυτού του είδους δεν πρέπει να θεωρούνται μέρος της υποχρέωσης των δικαιοδόχων να διατηρούν την κοινή ταυτότητα και να προστατεύουν την φήμη του δικτύου δικαιόχρησης, μπορούν δε εύκολα να αποτελέσουν αθέμιτη εμπορική πρακτική·

24.  τονίζει ότι οι ρήτρες απαγόρευσης του ανταγωνισμού θα πρέπει να είναι σαφώς διατυπωμένες, εύλογες και αναλογικές και να μην εφαρμόζονται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο, λαμβανομένου ειδικότερα υπόψη του γεγονότος ότι οι δικαιοδόχοι ενδέχεται να αναγκαστούν να αλλάξουν τον τρόπο δικαιόχρησης που εφαρμόζουν, εάν σημειωθούν αλλαγές στην περιοχή στην οποία δραστηριοποιούνται και κατά συνέπεια στη ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών·

25.  επισημαίνει τα ζητήματα που ανακύπτουν όσον αφορά τις ηλεκτρονικές πωλήσεις, οι οποίες αποτελούν ολοένα και σημαντικότερο μέρος του επιχειρηματικού μοντέλου της δικαιόχρησης αλλά δεν καλύπτονται από τις παραδοσιακές συμφωνίες δικαιόχρησης, οι οποίες δεν λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο που μπορεί να έχουν οι διαδικτυακές πωλήσεις στις διατάξεις τους· προτείνει, συνεπώς, να συμπεριλαμβάνονται, όπου είναι σκόπιμο, στις συμφωνίες δικαιόχρησης διατάξεις για τις διαδικτυακές πωλήσεις, ειδικότερα στις περιπτώσεις ανισορροπίας όσον αφορά την ισχύ μεταξύ δικαιοπαρόχου και δικαιοδόχου, ιδίως όταν ο δικαιοδόχος είναι ΜΜΕ·

26.  καλεί την Επιτροπή να ξεκινήσει δημόσια διαβούλευση προκειμένου να αποκτήσει αμερόληπτη πληροφόρηση για την πραγματική κατάσταση όσον αφορά τη δικαιόχρηση, και να καταρτίσει μη νομοθετικές κατευθυντήριες γραμμές, που να αντικατοπτρίζουν τις βέλτιστες πρακτικές, σχετικά με τη λειτουργία της δικαιόχρησης στον τομέα του λιανικού εμπορίου, ιδίως σε σχέση με τις τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις και τις εξελίξεις στην αγορά, όπως οι διαδικτυακές πωλήσεις, και να τις υποβάλει στο Κοινοβούλιο έως το τέλος Ιανουαρίου του 2018 το αργότερο· καλεί σε αυτό το πλαίσιο την Επιτροπή να προβεί σε ανάλυση των υφιστάμενων μέσων αυτορρύθμισης, καθώς και των νομοθετικών πρακτικών των κρατών μελών στο πεδίο της δικαιόχρησης στον τομέα του λιανικού εμπορίου, και να υποβάλει τα πορίσματά της στο Κοινοβούλιο, συμπεριλαμβανομένων συστάσεων για το πώς να αναπτυχθεί περαιτέρω ο τομέας της δικαιόχρησης στην ΕΕ·

27.  τονίζει ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να συμμετέχει ενεργά σε όλες τις εργασίες για τη δικαιόχρηση και τον τομέα της λιανικής, μεταξύ άλλων όταν προσαρμόζονται κανονισμοί ή οδηγίες για τη δικαιόχρηση, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα συνεκτικότερο ρυθμιστικό πλαίσιο·

Δίκαιο του ανταγωνισμού

28.  τονίζει ότι ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 330/2010 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 2010, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών(8) πρέπει να εφαρμόζεται ομοιόμορφα στα κράτη μέλη, και εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για την έλλειψη πληροφοριών σχετικά με την εφαρμογή του·

29.  θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η αποτελεσματικότητα του εν λόγω κανονισμού υπονομεύεται αυτή τη στιγμή από την ανομοιόμορφη εφαρμογή του στα κράτη μέλη και κατά πόσο είναι σύμφωνη με τις πρόσφατες εξελίξεις στην αγορά, ιδίως όσον αφορά τις απαλλασσόμενες μετασυμβατικές ρήτρες και τους όρους αγοράς·

30.  θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει, σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να βελτιωθεί η εφαρμογή του κανονισμού μέσω ενός μηχανισμού αξιολόγησης στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού δικτύου αρχών ανταγωνισμού· τονίζει ότι η ασυνέπεια στην επακολούθηση από την Επιτροπή αποτρέπει τη διασυνοριακή λιανική δραστηριότητα και δεν επιτρέπει να δημιουργηθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά·

31.  πιστεύει ότι η καλύτερη εφαρμογή της νομοθεσίας σε εθνικό επίπεδο θα βελτιώσει τη διανομή, θα αυξήσει την πρόσβαση στην αγορά για τις επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών και θα εξασφαλίσει ενδεχομένως καλύτερους όρους για τους τελικούς καταναλωτές·

32.  πιστεύει ότι η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να αναλύσει τον ακούσιο αντίκτυπο του δικαίου του ανταγωνισμού σε κάθε επιμέρους κράτος μέλος·

33.  παροτρύνει την Επιτροπή να ξεκινήσει δημόσια διαβούλευση και να ενημερώσει το Κοινοβούλιο σχετικά με την καταλληλότητα του μοντέλου στο οποίο θα βασίζεται ο μελλοντικός κανονισμός για τις απαλλαγές κατά κατηγορία·

34.  καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει επίσης την ανάκτηση κάθε παράνομης κρατικής ενίσχυσης μέσω φορολογικών πλεονεκτημάτων στον τομέα της δικαιόχρησης και να επιδείξει αποφασιστικότητα κατά τη διεξαγωγή των τρεχουσών ερευνών· τονίζει, ακόμα, ότι η ΕΕ χρειάζεται να έχει σαφέστερη νομοθεσία για τις φορολογικές συμφωνίες τύπου tax ruling· καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίζει τυχόν παραβάσεις στον τομέα της δικαιόχρησης, προκειμένου να εξασφαλίζεται θεμιτός ανταγωνισμός σε ολόκληρη την ενιαία αγορά·

35.  καλεί την Επιτροπή να διορθώσει τις αδυναμίες της αγοράς και να εξασφαλίσει την αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής στον τομέα της δικαιόχρησης·

36.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει αν είναι απαραίτητο να αναθεωρηθεί ο κανονισμός, και στο πλαίσιο αυτό να επαληθεύσει και να ενημερώσει το Κοινοβούλιο (1) για την επίδραση της οριζόντιας προσέγγισης στη λειτουργία της δικαιόχρησης· (2) αν το μοντέλο της δικαιόχρησης που εγκρίθηκε με τον κανονισμό αντανακλά την πραγματικότητα της αγοράς· (3) σε ποιο βαθμό οι λεγόμενοι «επιτρεπόμενοι κάθετοι περιορισμοί», δηλαδή οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι δικαιοδόχοι μπορούν να αγοράζουν, να πωλούν ή να μεταπωλούν ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες, είναι αναλογικοί ή έχουν αρνητικές συνέπειες για την αγορά και τους καταναλωτές· (4) ποιες είναι οι νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν γενικά οι δικαιοπάροχοι και οι δικαιοδόχοι στο πλαίσιο του ηλεκτρονικού εμπορίου και της ψηφιοποίησης· και (5) να συλλέξει πληροφορίες για την αγορά όσον αφορά τις νέες τάσεις, την ανάπτυξη της αγοράς σε σχέση με την οργάνωση του δικτύου, και την τεχνολογική πρόοδο·

37.  καλεί την Επιτροπή να αναθεωρήσει τους κανόνες σχετικά με την επιβολή του κανονισμού από τα κράτη μέλη, ενώ η εφαρμογή του θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται κατάλληλα για την εκπλήρωση του στόχου του·

o
o   o

38.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) ΕΕ C 468 της 15.12.2016, σ. 140.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0250.
(3) IP/A/IMCO/2015-05, PE 578.978.
(4) IP/A/IMCO/2016-08, PE 587.317.
(5) PE 587.325.
(6) «Legal perspective of the regulatory framework and challenges for franchising in the EU» (Νομική προοπτική του ρυθμιστικού πλαισίου και προκλήσεις για τη δικαιόχρηση στην ΕΕ), μελέτη που εκπονήθηκε για την Επιτροπή IMCO, Σεπτέμβριος 2016, σ. 12.
(7) «Αντιμετώπιση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών (ΑθΕΠ) στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων από επιχείρηση σε επιχείρηση», COM(2014)0472.
(8) ΕΕ L 102 της 23.4.2010, σ. 1.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου