Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2015/2041(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0133/2017

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0133/2017

Συζήτηση :

PV 11/09/2017 - 23
CRE 11/09/2017 - 23

Ψηφοφορία :

PV 14/09/2017 - 8.13
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2017)0358

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 635kWORD 72k
Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2017 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Διαφάνεια, λογοδοσία και ακεραιότητα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ
P8_TA(2017)0358A8-0133/2017

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2017 σχετικά με τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ (2015/2041(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την απόφασή του της 15ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροποποίηση της διοργανικής συμφωνίας για το μητρώο διαφάνειας(1),

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και ιδίως τα άρθρα 9 και 10,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 8ης Μαΐου 2008 σχετικά με την ανάπτυξη του πλαισίου των δραστηριοτήτων των εκπροσώπων ομάδων ειδικών συμφερόντων στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα(2),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση της Επιτροπής της 25ης Νοεμβρίου 2014 να μην συναντά εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων που δεν έχουν καταχωριστεί και να δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με τις συναντήσεις με ομάδες συμφερόντων,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Μαρτίου 2014 σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα (άρθρο 104 παράγραφος 7) για τα έτη 2011-2013(3),

–  έχοντας υπόψη τις αρχές του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) περί διαφάνειας και ακεραιότητας σε σχέση με τις ομάδες συμφερόντων,

–  έχοντας υπόψη την απόφασή του της 13ης Δεκεμβρίου 2016 σχετικά με τη γενική αναθεώρηση του Κανονισμού του Κοινοβουλίου(4),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A8-0133/2017),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ένωση «σέβεται την αρχή της ισότητας των πολιτών της, οι οποίοι τυγχάνουν ίσης προσοχής από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της» (άρθρο 9 ΣΕΕ)· λαμβάνοντας υπόψη ότι «κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στον δημοκρατικό βίο της Ένωσης» και ότι «οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες» (άρθρο 10 παράγραφος 3 ΣΕΕ, ρύθμιση που διατυπώνεται κατά τον ίδιο τρόπο στη 13η αιτιολογική σκέψη στο προοίμιο και στο σχετικό άρθρο 1 παράγραφος 2 και στο άρθρο 9)· λαμβάνοντας υπόψη ότι «τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης διεξάγουν τις εργασίες του όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά (άρθρο 15 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ)·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ έχουν ήδη σημειώσει πρόοδο στο να καθίστανται ολοένα πιο ανοιχτά και προηγούνται ήδη σε πολλούς τομείς των εθνικών και των περιφερειακών πολιτικών θεσμικών οργάνων όσον αφορά τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητά τους·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο διάλογος μεταξύ των νομοθετικών οργάνων και της κοινωνίας αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της δημοκρατίας, όπως είναι η εκπροσώπηση των συμφερόντων, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάλληλη εκπροσώπηση διαφορετικών συμφερόντων στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας παρέχει στους βουλευτές πληροφορίες και εμπειρογνωμοσύνη που έχουν ζωτική σημασία για την ορθή λειτουργία των πλουραλιστικών κοινωνιών·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, λόγω της αυξανόμενης απόστασης μεταξύ της ΕΕ και των πολιτών της και της ανάγκης να ενισχυθεί το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης επί θεμάτων της ΕΕ, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να καταβάλλουν προσπάθειες για τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα διαφάνειας, λογοδοσίας και ακεραιότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αρχές αυτές αποτελούν βασικά και συμπληρωματικά στοιχεία για να προαχθεί η χρηστή διακυβέρνηση στους κόλπους των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και να εξασφαλισθεί μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά τη λειτουργία της ΕΕ και της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές θα πρέπει να είναι οι κατευθυντήριες αρχές που διέπουν τη νοοτροπία εντός των θεσμικών οργάνων·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στα θεσμικά όργανα της ΕΕ έχει θεμελιώδη σημασία για τη δημοκρατία, τη χρηστή διακυβέρνηση και την αποτελεσματική χάραξη πολιτικής· λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να περιοριστούν τα κενά όσον αφορά τη λογοδοσία στην ΕΕ και να πραγματοποιηθεί μια στροφή προς περισσότερο συνεργατικούς τρόπους ελέγχου, που θα συνδυάζουν δημοκρατική εποπτεία, έλεγχο και δραστηριότητες λογιστικού ελέγχου, προσφέροντας επίσης περισσότερη διαφάνεια·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μη διαφανής και μονόπλευρη εκπροσώπηση συμφερόντων μπορεί να οδηγήσει σε κίνδυνο διαφθοράς και ενδέχεται να αποτελέσει σημαντική απειλή και σοβαρή πρόκληση για την ακεραιότητα των φορέων χάραξης πολιτικής και για την εμπιστοσύνη του κοινού στα θεσμικά όργανα της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά έχει σημαντικές δημοσιονομικές συνέπειες και συνιστά σοβαρή απειλή για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τις δημόσιες δαπάνες·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι για μια νομική πράξη, ως νέα βάση για ένα υποχρεωτικό μητρώο διαφάνειας, απαιτείται ένας νομικός ορισμός των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου, ο οποίος θα συνέβαλε στην αποσαφήνιση των υφισταμένων ασαφών εννοιών και ερμηνειών όσον αφορά τη διαφάνεια, την ακεραιότητα και τη λογοδοσία·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ορισμένα κράτη μέλη τα εθνικά μητρώα διαφάνειας έχουν ήδη συσταθεί·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τις απαιτήσεις περί διαφάνειας του άρθρου 15 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ), όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης(5)·

Δημιουργία ενός όσο το δυνατό πιο υποχρεωτικού μητρώου διαφάνειας

1.  επιδοκιμάζει την απόφαση του Προεδρείου του να ζητήσει από τη διοίκησή του να αναπτύξει ένα υπόδειγμα για όλους τους εισηγητές και συντάκτες γνωμοδότησης για την παραγωγή ενός εθελοντικού νομοθετικού αποτυπώματος, στο οποίο θα προσδιορίζονται οι εκπρόσωποι συμφερόντων και οι οργανισμοί, η γνώμη των οποίων έχει ζητηθεί· το υπόδειγμα αυτό θα πρέπει επίσης να διατίθεται ως ηλεκτρονικό εργαλείο

2.  επισημαίνει την αναθεώρηση του εσωτερικού του κανονισμού της 13ης Δεκεμβρίου 2016, σύμφωνα με την οποία οι βουλευτές θα πρέπει να εγκρίνουν τη συστηματική πρακτική να συναντούν μόνο εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων που έχουν εγγραφεί στο μητρώο διαφάνειας και ζητεί να συμπεριληφθούν συναντήσεις μεταξύ εκπροσώπων συμφερόντων και γενικών γραμματέων, γενικών διευθυντών και γενικών γραμματέων πολιτικών ομάδων· καλεί τους βουλευτές και τους συνεργάτες τους να ελέγχουν, εάν οι εκπρόσωποι συμφερόντων τους οποίους προτίθενται να συναντήσουν έχουν εγγραφεί στο μητρώο και, εάν όχι, να τους ζητούν να το πράξουν το συντομότερο δυνατόν πριν από τη συνεδρίαση· καλεί μετ’ επιτάσεως το Συμβούλιο να θεσπίσει μια παρόμοια διάταξη, στην οποία να περιλαμβάνονται οι μόνιμες αντιπροσωπείες· κρίνει απαραίτητο να υποχρεωθούν οι εγγεγραμμένοι στο μητρώο διαφάνειας να προσκομίζουν έγγραφα που αποδεικνύουν ότι οι πληροφορίες που δόθηκαν είναι ακριβείς·

3.  επισημαίνει τους ορισμούς της «συνάντησης με εκπροσώπους συμφερόντων» που εκτίθενται στην απόφαση της Επιτροπής της 25ης Νοεμβρίου 2014 σχετικά με τη δημοσιοποίηση των συνεδριάσεων· υπενθυμίζει τις διατάξεις σχετικά με το είδος των πληροφοριών που δεν μπορούν να κοινοποιηθούν με βάση τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001· πιστεύει ότι οι διατάξεις σχετικά με τις συνεδριάσεις αυτές δεν πρέπει να περιορίζονται στις «διμερείς» συνεδριάσεις και θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τις συνεδριάσεις με διεθνείς οργανισμούς·

4.  πιστεύει ότι οι εισηγητές, σκιώδεις εισηγητές και πρόεδροι επιτροπών θα πρέπει να δημοσιοποιούν, μέσω ενός «νομοθετικού αποτυπώματος», τις συναντήσεις τους με εκπροσώπους συμφερόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας όσον αφορά θέματα της αρμοδιότητάς τους, τυχόν δε εξαιρέσεις θα πρέπει να προστατεύουν τη ζωή και την ελευθερία όσων παρέχουν πληροφορίες και ενεργούν με καλή πίστη·

5.  καλεί το Προεδρείο να δημιουργήσει τα απαραίτητα μέσα προκειμένου οι βουλευτές να μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να δημοσιοποιούν στα ηλεκτρονικά τους προφίλ στο Κοινοβούλιο τις συνεδριάσεις τους με εκπροσώπους συμφερόντων·

6.  ζητεί από την Επιτροπή να επεκτείνει σε όλο το σχετικό προσωπικό της Επιτροπής (από τον επικεφαλής μονάδας και άνω) την πρακτική της συνεδρίασης μόνο με οργανώσεις ή αυτοαπασχολούμενα άτομα που έχουν καταχωριστεί στο μητρώο διαφάνειας·

7.  καλεί μετ’ επιτάσεως την Επιτροπή να δημοσιεύει τις συνεδριάσεις όλου του σχετικού προσωπικού της Επιτροπής που εμπλέκεται στη διαδικασία διαμόρφωσης της πολιτικής της ΕΕ με εξωτερικούς οργανισμούς, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τους κανόνες για τη δέουσα προστασία των δεδομένων· ζητεί για το υπόλοιπο προσωπικό που ήταν παρόν στις συνεδριάσεις αυτές να δημοσιεύεται αναφορά στη μονάδα ή στην υπηρεσία·

8.  υποστηρίζει την έκκληση της Επιτροπής προς τα θεσμικά όργανα, το προσωπικό και τις υπηρεσίες της ΕΕ να αποφεύγουν να προσκαλούν ως ομιλητές μη καταχωρισμένους εκπρόσωπους συμφερόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας, να θέτουν υπό την αιγίδα τους τις εκδηλώσεις τους ή να φιλοξενούν τέτοιες εκδηλώσεις στους χώρους της ΕΕ και να μην τους επιτρέπουν να συμμετέχουν σε συμβουλευτικά όργανα της Επιτροπής·

9.  καλεί την Επιτροπή να καταστήσει όλες τις πληροφορίες που αφορούν την εκπροσώπηση συμφερόντων στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, τις δηλώσεις συμφερόντων, τις επιβεβαιωμένες συγκρούσεις συμφερόντων και τις ομάδες εμπειρογνωμόνων εύκολα προσβάσιμες στο κοινό μέσω μιας ηλεκτρονικής μονοαπευθυντικής θυρίδας·

10.  προτρέπει την Επιτροπή να αναπτύξει μέτρα προκειμένου να επιτευχθεί μια καλύτερη ισορροπία με την ενίσχυση των συμφερόντων που υποεκπροσωπούνται·

11.  θεωρεί ότι, μεταξύ των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκείνοι που ορίζονται εισηγητές, σκιώδεις εισηγητές ή πρόεδροι επιτροπών φέρουν, λόγω του ρόλου που διαδραματίζουν στη νομοθετική διαδικασία της ΕΕ, ιδιαίτερη ευθύνη σε θέματα διαφάνειας όσον αφορά τις επαφές τους με εκπροσώπους ομάδων συμφερόντων·

12.  πιστεύει ότι οι οντότητες που έχουν εγγραφεί στο μητρώο διαφάνειας θα πρέπει, να εισαγάγουν εγκαίρως υποχρεωτικές επικαιροποιήσεις στο μητρώο όσον αφορά δαπάνες για δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου που έχουν πραγματοποιήσει οι καταχωρισμένοι σε αυτό, όταν οι δαπάνες αυτές υπερβαίνουν το ύψος που έχει οριστεί για τη σχετική κατηγορία·

13.  πιστεύει ότι όλες οι εγγεγραμμένες οντότητες πρέπει να είναι υποχρεωμένες να δημοσιεύουν στο μητρώο διαφάνειας κατάλογο όλων των δωρητών και των αντίστοιχων δωρεών τους που υπερβαίνουν τα 3 000 EUR, αναφέροντας τόσο το είδος όσο και την αξία των επιμέρους δωρεών κατ’ έτος· φρονεί ότι μεμονωμένες δωρεές, η αξία των οποίων υπερβαίνει τα 12 000 EUR πρέπει να δηλώνονται αμέσως·

14.  επαναλαμβάνει το μακροχρόνιο αίτημά του να συνοδευτεί το μητρώο διαφάνειας της ΕΕ με μια νομοθετική πράξη, εφόσον δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν με μία διοργανική συμφωνία όλα τα κενά και να επιτευχθεί ένα απολύτως υποχρεωτικό μητρώο για όλους τους εκπροσώπους συμφερόντων· θεωρεί ότι η πρόταση για την εν λόγω νομοθετική πράξη θα μπορούσε να λαμβάνει υπόψη την πρόοδο που επιτεύχθηκε μέσω των τροποποιήσεων της διοργανικής συμφωνίας και του κώδικα δεοντολογίας του Κοινοβουλίου· υπενθυμίζει στην Επιτροπή την έκκλησή του που απεύθυνε με την απόφασή του της 15ης Απριλίου 2014 σχετικά με την υποβολή έως τα τέλη του 2016 κατάλληλης νομοθετικής πρότασης για υποχρεωτικό μητρώο διαφάνειας βάσει του άρθρου 352 ΣΛΕΕ·

15.  επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς το Συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένων των προπαρασκευαστικών οργάνων του, να συμμετάσχει στο μητρώο διαφάνειας το ταχύτερο δυνατόν· καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν νομοθετικές διατάξεις για την προώθηση της διαφάνειας στο πλαίσιο της εκπροσώπησης συμφερόντων· καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους οι εκπρόσωποι συμφερόντων θα πρέπει να καθιστούν διαφανείς τις επαφές τους με πολιτικούς και δημόσιες αρχές σε εθνικό επίπεδο με τις οποίες επιδιώκουν να επηρεάσουν την ευρωπαϊκή νομοθεσία·

Διαφάνεια, λογοδοσία και ακεραιότητα σε συνάρτηση με εκπροσώπους συμφερόντων

16.  επισημαίνει την απόφασή του της 13ης Δεκεμβρίου 2016 να αφαιρέσει προνόμια από όσους αρνούνται να συνεργαστούν στο πλαίσιο ερευνών ή ακροάσεων και συνεδριάσεων επιτροπών με σκοπό τη διαπίστωση πραγματικών περιστατικών· καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει περαιτέρω τον κώδικα δεοντολογίας για τις καταχωρισμένες οντότητες προκειμένου να τους δοθούν κίνητρα να μην παρέχουν, με βάση την καλή πίστη, ελλιπείς ή παραπλανητικές πληροφορίες κατά τη διάρκεια των εν λόγω ακροάσεων ή συνεδριάσεων επιτροπών· φρονεί ότι οι οντότητες που έχουν καταχωριστεί στο μητρώο διαφάνειας δεν θα πρέπει, με βάση των κώδικα δεοντολογίας, να μπορούν να απασχολούν άτομα ή οργανώσεις που αποκρύπτουν τα συμφέροντα των μερών που εξυπηρετούν·

17.  πιστεύει ότι τα γραφεία συμβούλων, οι νομικές εταιρίες και οι αυτοαπασχολούμενοι σύμβουλοι θα πρέπει να αναφέρουν την ακριβή έκταση των δραστηριοτήτων που καλύπτονται από το μητρώο, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι ορισμένα άτομα ενδέχεται να παρεμποδίζονται από την εθνική νομοθεσία σε ορισμένα κράτη μέλη να πληρούν τις απαιτήσεις του μητρώου διαφάνειας·

18.  τονίζει ότι οι καταχωρισμένες οντότητες, συμπεριλαμβανομένων των νομικών εταιριών και των συμβουλευτικών εταιριών, πρέπει να δηλώνουν στο μητρώο διαφάνειας όλους τους πελάτες, εξ ονόματος των οποίων ασκούν δραστηριότητες εκπροσώπησης συμφερόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας· επιδοκιμάζει τις αποφάσεις που έχουν λάβει διάφοροι νομικοί σύλλογοι και νομικές εταιρίες σε αναγνώριση των διαφορών μεταξύ των δικαστηριακών δραστηριοτήτων των δικηγόρων και των άλλων δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας· καλεί επιπλέον το συμβούλιο των δικηγορικών συλλόγων και των νομικών εταιριών της Ευρώπης να ενθαρρύνουν τα μέλη τους να εγκρίνουν παρόμοια μέτρα, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι ορισμένα άτομα ενδέχεται να παρεμποδίζονται από την εθνική νομοθεσία σε ορισμένα κράτη μέλη να πληρούν τις απαιτήσεις του μητρώου διαφάνειας·

19.  σημειώνει ότι σε ορισμένα κράτη μέλη ισχύουν νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τους κανόνες που διέπουν την άσκηση των επαγγελμάτων, οι οποίες δεν επιτρέπουν εκ των πραγμάτων στις νομικές εταιρίες να εγγράφονται στο μητρώο διαφάνειας, αποκαλύπτοντας πληροφορίες για τους πελάτες τους, όπως απαιτεί το μητρώο· θεωρεί επίσης, ωστόσο, ότι συνιστά σοβαρό κίνδυνο η ενδεχόμενη κατάχρηση παρόμοιων νομοθετικών διατάξεων, με σκοπό να μην δημοσιεύονται οι πληροφορίες που απαιτούνται για την ορθή καταχώριση στο μητρώο· χαιρετίζει στη συνάρτηση αυτή την εμφανή διάθεση των επαγγελματικών οργανώσεων των δικηγόρων να συνεργαστούν προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, προς το συμφέρον του επαγγελματικού τους κλάδου, η εν λόγω απόκρυψη πληροφοριών θα περιορίζεται αποκλειστικά σε ό,τι επιτρέπεται εκ των πραγμάτων βάσει του νόμου· καλεί την Επιτροπή και τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να εξασφαλίσουν ότι η εν λόγω διάθεση θα οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα, τα οποία θα αποτυπωθούν το συντομότερο δυνατόν στην τροποποιημένη συμφωνία·

20.  καλεί το Προεδρείο, σύμφωνα με το άρθρο 15 ΣΛΕΕ και το άρθρο 11 ΣΕΕ, να απαιτεί, πριν από την πρόσβαση στους χώρους του Κοινοβουλίου, την καταχώριση για μη καταχωρισμένες οργανώσεις ή άτομα που ασκούν δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας· φρονεί ότι οι ομάδες επισκεπτών θα πρέπει να εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή· υπογραμμίζει ότι το Κοινοβούλιο, ως όργανο που αντιπροσωπεύει τους ευρωπαίους πολίτες, πρέπει να τηρεί πολιτική ανοιχτών θυρών έναντι των πολιτών και ότι δεν πρέπει να δημιουργούνται περιττά εμπόδια τα οποία θα αποθάρρυναν ενδεχομένως τους πολίτες από το να επισκεφθούν τους χώρους του·

21.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη Διεθνή Διαφάνεια, το 2015 περισσότερες από τις μισές καταχωρίσεις στο μητρώο ομάδων συμφερόντων της ΕΕ ήταν ανακριβείς, ελλιπείς ή εστερούντο νοήματος·

22.  καλεί το Προεδρείο και τον Γενικό Γραμματέα του να διευκολύνουν τη διαδικασία επανενεργοποίησης που απαιτείται για τις κάρτες ομάδων συμφερόντων, με την εγκατάσταση ενός ειδικού μέσου επανενεργοποίησης, προκειμένου να αποφεύγεται ο υπερβολικός χρόνος αναμονής για την είσοδο στους χώρους του Κοινοβουλίου· ζητεί την κατάργηση του περιορισμού, βάσει του οποίου μόνο τέσσερις κάτοχοι δελτίου εισόδου μπορούν να εισέλθουν ταυτόχρονα στους χώρους του Κοινοβουλίου·

23.  υπενθυμίζει την απόφασή του της 13ης Δεκεμβρίου 2016 όσον αφορά τα δελτία εισόδου για το περιβάλλον των βουλευτών και καλεί τον Γενικό Γραμματέα να τροποποιήσει τους κανόνες που διέπουν τα δελτία εισόδου και τις άδειες που παρέχουν πρόσβαση στους χώρους του Κοινοβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2013, ώστε κάθε άτομο άνω των 18 ετών που ζητεί κάρτα περιβάλλοντος βουλευτή να είναι υποχρεωμένο να υπογράφει μια δήλωση με την οποία θα εγγυάται ότι δεν θα συμμετέχει σε δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας·

24.  πιστεύει ότι επείγει η θέσπιση ενός κατάλληλου συστήματος ελέγχου των διαβιβάσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες που παρέχουν οι καταχωρισθέντες είναι ουσιαστικές, ακριβείς, επικαιροποιημένες και πλήρεις· ζητεί στη συνάρτηση αυτή τη σημαντική αύξηση των πόρων της Μονάδας Διαφάνειας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθώς και της Κοινής Γραμματείας του μητρώου διαφάνειας·

25.  πιστεύει ότι οι δηλώσεις των καταχωρισμένων οντοτήτων πρέπει να ελέγχονται κάθε χρόνο από τη Μονάδα Διαφάνειας και την Κοινή Γραμματεία του μητρώου διαφάνειας με βάση δειγματοληπτικό έλεγχο σε επαρκή αριθμό, ούτως ώστε να παρέχονται αξιοποιήσιμα, ακριβή, επικαιροποιημένα και πλήρη στοιχεία·

26.  πιστεύει, σε συνάρτηση με το άρθρο 4 παράγραφος 2 και το άρθρο 5 παράγραφος 2 ΣΕΕ, ότι τα δημοκρατικά εκλεγμένα και ελεγχόμενα κρατικά θεσμικά όργανα σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και οι αντιπροσωπείες τους στα θεσμικά όργανα της ΕΕ καθώς επίσης και τα εσωτερικά τους όργανα και οι τυπικές και άτυπες ενώσεις που απαρτίζονται αποκλειστικά από αυτά, δεν θα πρέπει να περιλαμβάνονται στο μητρώο διαφάνειας της ΕΕ, εφόσον ενεργούν για το δημόσιο συμφέρον, δεδομένου ότι αποτελούν μέρος του πολυεπίπεδου συστήματος διακυβέρνησης της ΕΕ·

Προάσπιση της ακεραιότητας από συγκρούσεις συμφερόντων

27.  καλεί τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ που δεν διαθέτουν ακόμη κώδικα δεοντολογίας να εκπονήσουν σχετικό κείμενο το ταχύτερο δυνατό· θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν έχουν ακόμη εγκρίνει κώδικα δεοντολογίας για τα μέλη τους· καλεί μετ’ επιτάσεως το Συμβούλιο να θεσπίσει ειδικό κώδικα δεοντολογίας, συμπεριλαμβανομένων κυρώσεων, ο οποίος να αντιμετωπίζει τους κινδύνους που συναρτώνται ειδικά με τους εθνικούς αντιπροσώπους· επιμένει ότι το Συμβούλιο πρέπει να είναι εξίσου υπόλογο και διαφανές, όπως τα άλλα θεσμικά όργανα· ζητεί επίσης κώδικα συμπεριφοράς για τα μέλη και το προσωπικό των δύο συμβουλευτικών οργάνων της ΕΕ, της Επιτροπής των Περιφερειών και της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής· ζητεί από τις υπηρεσίες της ΕΕ αφενός να θεσπίσουν κατευθυντήριες γραμμές για μια συνεκτική πολιτική πρόληψης και διαχείρισης των συγκρούσεων συμφερόντων όσον αφορά τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τους διευθυντές, τους εμπειρογνώμονες που συμμετέχουν σε επιστημονικές επιτροπές και τα μέλη των συμβουλίων προσφυγών, και αφετέρου να εγκρίνουν και να εφαρμόσουν μια σαφή πολιτική για τις συγκρούσεις συμφερόντων, σύμφωνα με τον χάρτη πορείας για τη συνέχεια που θα δοθεί στην κοινή προσέγγιση όσον αφορά τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ·

28.  πιστεύει ότι όλοι οι υπάλληλοι στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των έκτακτων υπαλλήλων, των διαπιστευμένων κοινοβουλευτικών βοηθών, των συμβασιούχων και των εθνικών εμπειρογνωμόνων, θα πρέπει να ενθαρρυνθούν να συμμετάσχουν σε κατάρτιση σχετικά με τον τρόπο χειρισμού των εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων και των συγκρούσεων συμφερόντων·

29.  υπογραμμίζει την ανάγκη να ενισχυθεί η ακεραιότητα και να βελτιωθεί το δεοντολογικό πλαίσιο με σαφείς και ενισχυμένους κώδικες δεοντολογίας και με ηθικές αρχές, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη μιας κοινής και αποτελεσματικής νοοτροπίας ακεραιότητας για όλα τα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ·

30.  αναγνωρίζει ότι το φαινόμενο της μεταπήδησης στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να είναι επιζήμιο για τις σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων· καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να αναπτύξουν μια συστηματική και αναλογική προσέγγιση όσον αφορά την πρόκληση αυτή· θεωρεί ότι κάθε κανονιστική διάταξη που αφορά τη μεταπήδηση στον ιδιωτικό τομέα θα πρέπει επίσης να ισχύει και για τον Πρόεδρο του Συμβουλίου·

31.  ζητεί να ενισχυθούν οι περιορισμοί όσον αφορά τα πρώην μέλη της Επιτροπής με την επέκταση της περιόδου αναμονής σε τρία έτη και την πρόσδοση σε αυτήν δεσμευτικού χαρακτήρα για όλες τουλάχιστον τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας·

32.  πιστεύει ότι οι αποφάσεις σχετικά με τους νέους ρόλους των ανώτερων υπαλλήλων και των πρώην μελών της Επιτροπής πρέπει να λαμβάνονται από μία αρχή που να είναι όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητη από εκείνους που επηρεάζονται από τις αποφάσεις της·

33.  ζητεί από όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να δημοσιοποιούν σε ετήσια βάση και σύμφωνα με τους κανόνες προστασίας δεδομένων της ΕΕ, πληροφορίες για τους ανώτερους υπαλλήλους που έχουν αποχωρήσει από τη διοίκηση της ΕΕ καθώς και για τους ρόλους που έχουν αναλάβει·

34.  υποστηρίζει ότι θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας δεκαοκτάμηνης περιόδου αναμονής με τη λήξη του διορισμού εξωτερικών και ad hoc μελών της Επιτροπής Ρυθμιστικού Ελέγχου στο πλαίσιο της βελτίωσης του νομοθετικού έργου καθώς και των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, κατά τη διάρκεια δε της περιόδου αυτής, τα πρόσωπα αυτά δεν πρέπει να ασκούν πιέσεις στα μέλη των διοικητικών οργάνων της ΕΤΕπ και του προσωπικού της τράπεζας υπέρ της επιχείρησης, των πελατών ή των εργοδοτών τους·

Ακεραιότητα και ισόρροπη σύνθεση των ομάδων εμπειρογνωμόνων

35.  επιδοκιμάζει την πρόθεση της Επιτροπής να ακολουθήσει τις συστάσεις του Διαμεσολαβητή σχετικά με την αποτροπή των συγκρούσεων συμφερόντων στο πλαίσιο των ομάδων εμπειρογνωμόνων και τάσσεται κατηγορηματικά υπέρ της δημοσίευσης ενός επαρκώς λεπτομερούς βιογραφικού σημειώματος για κάθε εμπειρογνώμονα που ορίζεται υπό την ιδιότητά του στο μητρώο ομάδων εμπειρογνωμόνων καθώς και μιας δήλωσης συμφερόντων κάθε εμπειρογνώμονα που ορίζεται υπό την ιδιότητά του στο μητρώο των ομάδων εμπειρογνωμόνων·

36.  στηρίζει την έκκληση του Διαμεσολαβητή να καταστεί η καταχώριση στο μητρώο διαφάνειας προϋπόθεση για τον διορισμό σε ομάδες εμπειρογνωμόνων για εκείνους τους βουλευτές που δεν είναι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και δεν λαμβάνουν το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των λοιπών εισοδημάτων τους από κρατικούς φορείς, όπως πανεπιστήμια, αν υποτεθεί ότι τα τελευταία δεν λαμβάνουν χρηματοδότηση από εκπροσώπους συμφερόντων και από οικονομικούς και εμπορικούς παράγοντες·

37.  πιστεύει ότι μια διάταξη που προβλέπει γενικά κριτήρια για την οριοθέτηση των οικονομικών και μη οικονομικών συμφερόντων, όπως συνιστά ο Διαμεσολαβητής και με βάση τις δηλώσεις συμφερόντων των εμπειρογνωμόνων, θα βοηθούσε την Επιτροπή να επιλέγει εμπειρογνώμονες που εκπροσωπούν συμφέροντα με πιο ισόρροπο τρόπο·

38.  προτρέπει την Επιτροπή να θέτει όλα τα πρακτικά των συνεδριάσεων των ομάδων εμπειρογνωμόνων, συμπεριλαμβανομένων και των διαφορετικών απόψεων, στη διάθεση του κοινού στον ιστότοπό της·

39.  καλεί μετ’ επιτάσεως την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων να εξετάζονται τα εκκρεμή ζητήματα και να μην επιδιώκεται αντιθέτως μια απλή επιβεβαίωση της πολιτικής κατεύθυνσης που έχει επιλεγεί·

Αδιάβλητος χαρακτήρας των ευρωπαϊκών εκλογών

40.  φρονεί ότι, σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό εκλογικό νόμο, ο ορισμός υποψηφίων των κομμάτων θα πρέπει να λαμβάνει χώρα με δημοκρατικό τρόπο και με μυστικότητα καθώς και με δυνατότητα λόγου για τους βουλευτές, τα δε πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη απόφαση για διαφθορά εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ ή στα κράτη μέλη θα πρέπει να χάνουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι για χρονικό διάστημα ανάλογο προς τη βαρύτητα του αδικήματος· επισημαίνει ότι η εν λόγω διαδικασία αποκλεισμού ισχύει ήδη σε ορισμένα κράτη μέλη· πιστεύει ότι με ένα νέο μέσο, όπως μια οδηγία, θα μπορούσαν να θεσπισθούν κοινοί ελάχιστοι κανόνες για τις επί μέρους πρακτικές και τα ρυθμιστικά πλαίσια εντός των επιμέρους κρατών μελών όσον αφορά την έκπτωση από δικαιώματα λόγω διαφθοράς·

Ενίσχυση της νομικής ευθύνης των μελών της Επιτροπής

41.  καλεί την Επιτροπή να αξιοποιήσει τις ορθές πρακτικές κρατών μελών που έχουν θεσπίσει νομοθετικές διατάξεις για υπουργούς, με την υποβολή μιας νομοθετικής πρότασης που θα ορίζει τις υποχρεώσεις διαφάνειας και τα δικαιώματα των μελών της Επιτροπής, σύμφωνα με τη διαδικασία συναπόφασης·

42.  ζητεί να υπαχθεί στη διαδικασία συναπόφασης η απόφαση για τον καθορισμό της αποζημίωσης των μελών της Επιτροπής, περιλαμβανομένων των αμοιβών τους, η οποία από την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λαμβάνεται στην αποκλειστικά από το Συμβούλιο·

43.  τονίζει ότι σε ορισμένα κράτη μέλη δεν υφίσταται νομοθεσία για τους υπουργούς που να απαγορεύει στους αξιωματούχους να κατέχουν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει επιχειρήσεις·

Συγκρούσεις συμφερόντων στην κοινή διαχείριση και σε τρίτες χώρες όσον αφορά τη διαχείριση κονδυλίων της ΕΕ

44.  θεωρεί ότι συνιστά σοβαρή σύγκρουση συμφερόντων το ενδεχόμενο οι επιχειρήσεις αξιωματούχων της ΕΕ να υποβάλουν αιτήσεις για κονδύλια της ΕΕ ή να μπορούν να λάβουν αυτά τα κονδύλια μέσω υπεργολαβίας, ενώ οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες και αξιωματούχοι φέρουν ταυτόχρονα την ευθύνη για την ορθή χρήση και τον έλεγχο αυτών των κονδυλίων·

45.  ζητεί από την Επιτροπή να εντάξει σε όλες τους μελλοντικές νομοθετικές διατάξεις της ΕΕ σχετικά με πληρωμές μια ρήτρα, βάσει της οποίας οι επιχειρήσεις που ανήκουν σε αξιωματούχους σε κράτη μέλη της ΕΕ και τρίτες χώρες να μην μπορούν να υποβάλλουν αιτήσεις για χρηματοδότηση ή να λαμβάνουν χρηματοδότηση από την ΕΕ·

Υλοποίηση του στόχου πλήρους πρόσβασης σε έγγραφα και διαφάνεια με σκοπό τη λογοδοσία στη νομοθετική διαδικασία

46.  επισημαίνει τις εκκλήσεις του προς την Επιτροπή και το Συμβούλιο στο ψήφισμά του της 28ης Απριλίου 2016 σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα για τα έτη 2014–2015(6) στις οποίες:

   ζήτησε να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 ώστε να συμπεριλάβει όλα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα που δεν υπάγονται σήμερα σε αυτό, όπως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Δικαστήριο και όλα τα όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ,
   ζήτησε την πλήρη τήρηση από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της υποχρέωσης να τηρούν πλήρη μητρώα εγγράφων, όπως προβλέπεται στα άρθρα 11 και 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001,
   έκρινε ότι τα έγγραφα που εκπονούνται στο πλαίσιο τριμερών διαλόγων, όπως ημερήσιες διατάξεις, περιλήψεις συμπερασμάτων, πρακτικά και γενικές προσεγγίσεις στο Συμβούλιο, άπτονται της νομοθετικής διαδικασίας και δεν θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από άλλα νομοθετικά έγγραφα και θα πρέπει να καθίστανται άμεσα προσβάσιμα στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου,
   ζήτησε τη θέσπιση ενός κοινού διοργανικού μητρώου, συμπεριλαμβανομένης μιας ειδικής κοινής βάσης δεδομένων όσον αφορά την πορεία των νομοθετικών φακέλων για εργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη, όπως έχει συμφωνηθεί στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου,
   κάλεσε το Συμβούλιο να δημοσιεύσει τα πρακτικά των συνεδριάσεων των ομάδων εργασίας του Συμβουλίου καθώς και άλλα έγγραφα,
   κάλεσε την Επιτροπή να δημιουργήσει ένα μητρώο για όλη τη δευτερεύουσα νομοθεσία ειδικότερα για τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και επισήμανε ότι οι εργασίες για τη δημιουργία του βρίσκονταν σε εξέλιξη, όπως έχει συμφωνηθεί στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου,
   εξέφρασε την πεποίθησή του ότι πρέπει να συσταθεί μια ανεξάρτητη αρχή ελέγχου για τη διαβάθμιση και τον αποχαρακτηρισμό εγγράφων,
   ζήτησε οι ημερήσιες διατάξεις και τα ενημερωτικά σημειώματα των συνεδριάσεων των συντονιστών των επιτροπών, του Προεδρείου και της Διάσκεψης των Προέδρων να καθίστανται διαθέσιμα, το αυτό δε να ισχύει κατ’ αρχήν για όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στις ημερήσιες αυτές διατάξεις, με τη δημοσίευσή τους στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου·

Διαφάνεια της εξωτερικής εκπροσώπησης και των διαπραγματεύσεων της ΕΕ

47.  επικροτεί την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία ενισχύεται το δικαίωμα ενημέρωσης του Κοινοβουλίου όσον αφορά τις διεθνείς συμφωνίες καθώς και τη δέσμευση των θεσμικών οργάνων να προβούν σε περαιτέρω ενέργειες βάσει της παραγράφου 40 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου με διαπραγματεύσεις για τη βελτίωση της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών· σημειώνει ότι οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν στο τέλος του 2016 και καλεί, στη συνάρτηση αυτή, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης να δεσμευτούν πραγματικά και να καταβάλουν όλες τις απαραίτητες προσπάθειες για να καταλήξουν το ταχύτερο δυνατόν σε συμφωνία με το Κοινοβούλιο για τη βελτίωση της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών με το Κοινοβούλιο καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των διεθνών συμφωνιών, δεδομένου ότι αυτό θα συνέβαλε στην αύξηση της νομιμοποίησης και του δημοκρατικού ελέγχου της εξωτερικής δράσης της ΕΕ·

48.  σημειώνει ότι, αν και υφίσταται μια διοργανική συμφωνία συνεργασίας μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής, δεν έχει συναφθεί αντίστοιχη συμφωνία μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου·

49.  εξαίρει τις πρόσφατες προσπάθειες της Επιτροπής για μεγαλύτερη διαφάνεια στις εμπορικές διαπραγματεύσεις· πιστεύει, ωστόσο, ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να βελτιώσουν περαιτέρω τις μεθόδους εργασίας τους ώστε να συνεργάζονται καλύτερα με το Κοινοβούλιο όσον αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα, πληροφορίες και τη λήψη αποφάσεων για όλα τα θέματα και τις διαπραγματεύσεις που σχετίζονται με την Κοινή Εμπορική πολιτική (όπως είναι οι πληροφορίες σχετικά με τις διαπραγματεύσεις – όπως πεδίο εφαρμογής, διαπραγματευτική εντολή και πορεία των διαπραγματεύσεων – ο μικτός ή αποκλειστικός χαρακτήρας των εμπορικών συμφωνιών και η προσωρινή εφαρμογή τους, οι δραστηριότητες και αποφάσεις που λαμβάνονται από φορείς που έχουν δημιουργηθεί βάσει εμπορικών ή/και επενδυτικών συμφωνιών, οι συνεδριάσεις εμπειρογνωμόνων και οι κατ’ εξουσιοδότηση και οι εκτελεστικές πράξεις)· εκφράζει εν προκειμένω τη λύπη του για το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν έχει κοινοποιήσει στους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΒΕΚ) και στο κοινό τις διαπραγματευτικές εντολές για όλες τις συμφωνίες που βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση, αλλά εκφράζει ικανοποίηση για το γεγονός ότι εν τέλει, μετά από ένα έτος διαπραγματεύσεων μεταξύ Επιτροπής και Κοινοβουλίου σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα που σχετίζονται με τις διαπραγματεύσεις για τη διατλαντική συμφωνία εμπορίου και επενδύσεων (ΤΤΙΡ), επιτεύχθηκε επιχειρησιακή συμφωνία για την παροχή πρόσβασης σε όλους τους ΒΕΚ, με αποτέλεσμα οι διαπραγματεύσεις για την ΤΤΙΡ να καταστούν οι πλέον διαφανείς μέχρι σήμερα· επιδοκιμάζει στη συνάρτηση αυτή το γεγονός ότι η Γενική Διεύθυνση Εμπορίου της Επιτροπής φιλοδοξεί να αξιοποιήσει την τρέχουσα πρωτοβουλία διαφάνειας για την ΤΤΙΠ ως πρότυπο για όλες τις εμπορικές διαπραγματεύσεις, όπως επισημαίνεται στην εμπορική στρατηγική «εμπόριο για όλους» και να την εφαρμόσει·

50.  τονίζει ότι, όπως τονίστηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), η υποχρέωση διασφάλισης της διαφάνειας απορρέει από τη δημοκρατική φύση της διακυβέρνησης εντός της ΕΕ και ότι, στις περιπτώσεις όπου οι εμπιστευτικές πληροφορίες δεν είναι προσβάσιμες για το κοινό, όπως στην περίπτωση των εμπορικών διαπραγματεύσεων, πρέπει να είναι διαθέσιμες για τους βουλευτές που ελέγχουν την εμπορική πολιτική εξ ονόματος των πολιτών· θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι η πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες είναι θεμελιώδους σημασίας για την άσκηση ελέγχου από το Κοινοβούλιο, το οποίο με τη σειρά του θα πρέπει να τηρεί την υποχρέωσή του να διαχειρίζεται με σωστό τρόπο τις εν λόγω πληροφορίες· θεωρεί ότι πρέπει να υπάρχουν σαφή κριτήρια για το χαρακτηρισμό εγγράφων ως «διαβαθμισμένων», για να αποφεύγεται οιαδήποτε αμφισημία ή αυθαίρετη απόφαση, καθώς και ότι τα έγγραφα θα πρέπει να αποχαρακτηρίζονται αμέσως μόλις παύει να είναι απαραίτητη η διαβάθμισή τους· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει κατά πόσον ένα διαπραγματευτικό κείμενο μπορεί να δημοσιοποιείται όταν το σχετικό έγγραφο έχει οριστικοποιηθεί εσωτερικά· σημειώνει ότι η νομολογία του ΔΕΕ καθιστά σαφές ότι όταν ένα έγγραφο προερχόμενο από θεσμικό όργανο της ΕΕ καλύπτεται από εξαίρεση όσον αφορά το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού, το όργανο αυτό πρέπει να επεξηγεί σαφώς τους λόγους για τους οποίους η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο είναι ικανή να θίξει συγκεκριμένα και ουσιαστικά το συμφέρον που προστατεύεται από την εξαίρεση και ότι ο εν λόγω κίνδυνος πρέπει να είναι ευλόγως προβλέψιμος και όχι αμιγώς υποθετικός· καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει τις συστάσεις του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, του Ιουλίου 2014, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση στα έγγραφα για όλες τις διαπραγματεύσεις και σχετικά με τη δημοσιοποίηση ημερήσιων διατάξεων και πρακτικών συνεδριάσεων που έχουν πραγματοποιηθεί με άτομα και οργανώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου διαφάνειας· καλεί την Επιτροπή να ενημερώσει το Κοινοβούλιο και το κοινό σχετικά με σχέδια ημερησίων διατάξεων για γύρους διαπραγματεύσεων πριν από τις διαπραγματεύσεις, τις τελικές ημερήσιες διατάξεις και τις εκθέσεις μετά από διαπραγματεύσεις·

51.  πιστεύει ότι η ΕΕ πρέπει να αναλάβει ηγετικό ρόλο όσον αφορά την προώθηση της διαφάνειας των εμπορικών διαπραγματεύσεων, όχι μόνο για τις διμερείς διαδικασίες αλλά και για τις πλειονομερείς και πολυμερείς διαδικασίες, όπου αυτό είναι εφικτό, χωρίς η διαφάνεια αυτή να υπολείπεται εκείνης που τηρείται στις διαπραγματεύσεις που οργανώνονται στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ)· τονίζει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή πρέπει επίσης να πείσει τους εταίρους της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις να αυξήσουν τη διαφάνεια μετά την περάτωσή τους, ούτως ώστε να διασφαλίσει ότι πρόκειται για αμοιβαία διαδικασία όπου δεν υπονομεύεται η διαπραγματευτική θέση της ΕΕ, καθώς και να συμπεριλάβει το επιθυμητό επίπεδο διαφάνειας στις διερευνητικές επαφές με τους δυνητικούς διαπραγματευτικούς εταίρους· τονίζει ότι η ενίσχυση της διαφάνειας είναι προς το συμφέρον όλων των εταίρων της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις και των ενδιαφερόμενων μερών σε παγκόσμιο επίπεδο, και ότι μπορεί να αυξήσει την παγκόσμια στήριξη προς τις εμπορικές συναλλαγές που βασίζονται σε κανόνες·

52.  υπενθυμίζει πόσο σημαντικό είναι να μπορεί η νομοθετική διαδικασία στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής να βασίζεται σε στατιστικά στοιχεία της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 338 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ καθώς και σε εκτιμήσεις αντικτύπου και εκτιμήσεις βιωσιμότητας, σύμφωνα με τα αυστηρότερα πρότυπα αμεροληψίας και αξιοπιστίας, μια αρχή η οποία θα πρέπει να διέπει όλες τις αντίστοιχες αναθεωρήσεις στο πλαίσιο της πολιτικής της Επιτροπής για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου· θεωρεί ότι οι εκτιμήσεις επιπτώσεων ανά τομέα θα προσέδιδαν στις εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ μεγαλύτερο βαθμό αξιοπιστίας και νομιμότητας·

53.  επαναλαμβάνει τις εκκλήσεις του προς την Επιτροπή, που περιλαμβάνονται στο ψήφισμά του της 12ης Απριλίου 2016(7). να εκπονήσει έναν ευρωπαϊκό κώδικα δεοντολογίας για τη διαφάνεια, την ακεραιότητα και τη λογοδοσία, σχεδιασμένο να καθοδηγεί τις ενέργειες των εκπροσώπων της ΕΕ σε οργανισμούς και όργανα σε διεθνές επίπεδο· ζητεί καλύτερη συνοχή πολιτικών και συντονισμό μεταξύ των παγκόσμιων θεσμικών οργάνων με την εισαγωγή ολοκληρωμένων προτύπων δημοκρατικής νομιμότητας, διαφάνειας, λογοδοσίας και ακεραιότητας· εκφράζει την άποψη ότι η ΕΕ θα πρέπει να απλουστεύσει και να κωδικοποιήσει την εκπροσώπησή της σε πολυμερείς οργανισμούς/φορείς με σκοπό την αύξηση της διαφάνειας, της ακεραιότητας και της λογοδοσίας της συμμετοχής της Ένωσης στους εν λόγω οργανισμούς, την αύξηση στην επιρροή της και την προώθηση της νομοθεσίας που έχει εγκρίνει μέσω δημοκρατικής διαδικασίας· ζητεί την έγκριση μιας διοργανικής συμφωνίας με σκοπό την επισημοποίηση του διαλόγου μεταξύ των εκπροσώπων της ΕΕ και του Κοινοβουλίου, που θα οργανωθεί με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με σκοπό τη θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών σε ό,τι αφορά την έγκριση και τη συνοχή των ευρωπαϊκών θέσεων στην προοπτική μεγάλων διεθνών διαπραγματεύσεων·

Διαφάνεια και λογοδοσία στον τομέα των δημόσιων δαπανών

54.  πιστεύει ότι τα δεδομένα σχετικά με τον προϋπολογισμό και τις δαπάνες εντός της ΕΕ θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από διαφάνεια και υποχρέωση λογοδοσίας μέσω δημοσίευσης, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο κρατών μελών όσον αφορά την επιμερισμένη διαχείριση·

Διαφάνεια και λογοδοσία της οικονομικής διακυβέρνησης στην ευρωζώνη

55.  πιστεύει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο Eurogroup, στην Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, και στις «άτυπες» συνεδριάσεις του Συμβουλίου Ecofin και στις συνόδους κορυφής της ευρωζώνης πρέπει να θεσμοθετηθούν, όπου απαιτείται, και να καταστούν διαφανείς και ελέγξιμες, όπως μέσω της δημοσίευσης των ημερήσιων διατάξεων και των πρακτικών τους, προκειμένου να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ της επιθυμητής διαφάνειας και της απαραίτητης προστασίας της δημοσιονομικής, νομισματικής και οικονομικής πολιτικής της Ένωσης ή ενός κράτους μέλους·

Διαφάνεια και λογοδοσία σε ό,τι αφορά τον προϋπολογισμό της ΕΕ

56.  επισημαίνει ότι το 2014 ολοκληρώθηκε η εξέταση 40 συνολικά υποθέσεων που αφορούσαν το προσωπικό της ΕΕ και τα στελέχη των θεσμικών οργάνων· υπογραμμίζει ότι ο αριθμός αυτός είναι πολύ μικρός και αναδεικνύει ότι η απάτη και η διαφθορά δεν έχουν ενδημικό χαρακτήρα εντός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ(8)·

57.  επισημαίνει ότι το 2014 ο μεγαλύτερος αριθμός πιθανών περιπτώσεων απάτης που αναφέρθηκαν στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) αφορούσε τη χρήση των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών ταμείων (549 από τις 1 417 κατηγορίες)· υπογραμμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) συνέστησε την οικονομική ανάκτηση ποσών ύψους 476,5 εκατομμυρίων EUR από τα διαρθρωτικά ταμεία το 2014· σημειώνει ότι 22,7 εκατομμύρια EUR έχουν ανακτηθεί από τις αρμόδιες αρχές με βάση τις συστάσεις της OLAF κατά το 2014· καλεί τα κράτη μέλη να δώσουν προτεραιότητα στη σωστή χορήγηση των χρηματοδοτικών πόρων της ΕΕ και να μεγιστοποιήσουν τις προσπάθειες για ανάκτησή τους όταν αυτές δεν έχουν χορηγηθεί με σωστό τρόπο(9)·

58.  καλεί την Επιτροπή να προτείνει την αναθεώρηση του λεγόμενου εξάπτυχου και του δίπτυχου προκειμένου να δοθούν στο Κοινοβούλιο μεγαλύτερες εξουσίες ελέγχου κατά την έγκριση βασικών εγγράφων του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, και, ειδικότερα, αποτελεσματικά μέσα για να διασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας·

59.  καλεί το Eurogroup να υπαγάγει και το Κοινοβούλιο στον έλεγχο της εφαρμογής των συμβατικών όρων που έχουν συμφωνηθεί με δικαιούχους της χρηματοδοτικής ενίσχυσης που χορηγείται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας·

Προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και καταπολέμηση της διαφθοράς

60.  επιδοκιμάζει την έρευνα που διενήργησε ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής σχετικά με το αν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ ανταποκρίνονται στην υποχρέωσή τους να θεσπίσουν εσωτερικούς κανόνες για την καταγγελία παρατυπιών· εκφράζει τη λύπη του για τη διαπίστωση του Διαμεσολαβητή ότι τα περισσότερα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν έχουν ακόμη εφαρμόσει δεόντως τους κανόνες για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος· επισημαίνει ότι, μέχρι σήμερα, μόνο το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή, ο Διαμεσολαβητής και το Ελεγκτικό Συνέδριο έχουν εγκρίνει σχετικούς κανόνες· καλεί το Κοινοβούλιο να εκπονήσει μια μελέτη σχετικά με έναν μηχανισμό που θα προστατεύει τους διαπιστευμένους κοινοβουλευτικούς βοηθούς σε περίπτωση που καταστούν «μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος»·

61.  θεωρεί ότι η αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος αποτελεί σημαντικό όπλο κατά της διαφθοράς και για τον λόγο αυτό επαναλαμβάνει την έκκλησή του της 25ης Νοεμβρίου 2015(10) προς την Επιτροπή να προτείνει, το αργότερο ως τα τέλη Ιουνίου 2016, ένα νομοθετικό πλαίσιο της ΕΕ για την αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και όσων προβαίνουν σε παρεμφερείς ενέργειες(11), λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση των κανόνων σε εθνικό επίπεδο, προκειμένου να υπάρξουν ελάχιστοι κανόνες για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος·

62.  ζητεί από την Επιτροπή να εφαρμόζει με αυστηρότητα τα μέτρα σχετικά με τη διακριτική ευχέρεια και τον αποκλεισμό στο πλαίσιο των δημόσιων συμβάσεων, με κατάλληλους ελέγχους προϋποθέσεων σε κάθε περίπτωση, και να εφαρμόζει τα κριτήρια αποκλεισμού προκειμένου να αποκλείονται εταιρίες σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, ένα μέτρο καίριας σημασίας για την προστασία της αξιοπιστίας των θεσμικών οργάνων·

63.  πιστεύει ότι οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος υποβάλλονται πολύ συχνά σε διώξεις και δεν τυγχάνουν υποστήριξης, ακόμη και στο πλαίσιο των θεσμικών οργάνων της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να προτείνει την τροποποίηση του καθεστώτος που διέπει την υπηρεσία του Διαμεσολαβητή και να ενισχύσει τις αρμοδιότητές του δεδομένου ότι αποτελεί κομβικής σημασίας θεσμό για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος που πέφτουν θύματα δυσμενούς μεταχείρισης· καλεί την Επιτροπή να προτείνει τη δέουσα αύξηση του προϋπολογισμού της υπηρεσίας του Διαμεσολαβητή προκειμένου να καταστεί δυνατόν να υλοποιηθεί η νέα αυτή απαιτητική αποστολή·

64.  καλεί την ΕΕ να προωθήσει, το ταχύτερο δυνατό, την προσχώρησή της στην ομάδα κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της διαφθοράς (GRECO) και ζητεί να τηρείται ενήμερο το Κοινοβούλιο όσον αφορά την πρόοδο αυτής της αίτησης· καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει στην έκθεσή της μια επισκόπηση των μεγαλύτερων προβλημάτων διαφθοράς στα κράτη μέλη, των συστάσεων πολιτικής για την αντιμετώπισή τους και των επακόλουθων μέτρων που θα λάβει η ίδια η Επιτροπή, λαμβάνοντας ειδικά υπόψη τις επιζήμιες επιπτώσεις της διαφθοράς στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς·

65.  φρονεί ότι τα άτομα που έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για διαφθορά στην ΕΕ ή σε εταιρίες που διευθύνονται ή κατέχονται από άτομα που μετήλθαν πράξεις διαφθοράς ή υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος προς όφελος της εταιρίας τους και έχουν καταδικαστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για αυτούς τους λόγους θα πρέπει, για τρία τουλάχιστον χρόνια, να μην μπορούν να συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και να επωφελούνται από τα κονδύλια της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να αναθεωρήσει το σύστημα αποκλεισμού που εφαρμόζει· τονίζει ότι εταιρίες οι οποίες έχουν αποκλειστεί από το να υποβάλουν προσφορές και να λαμβάνουν κονδύλια της ΕΕ από την Επιτροπή θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται αυτόματα σε δημόσιους καταλόγους για την καλύτερη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και προκειμένου να καταστεί δυνατός ο δημόσιος έλεγχος·

66.  σημειώνει ότι, η Ευρωπαϊκή Ένωση αφότου κατέστη εγκεκριμένο μέλος της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς, στις 12 Νοεμβρίου 2008, δεν έχει συμμετάσχει στον μηχανισμό αναθεώρησης που προβλέπεται στο πλαίσιο της Σύμβασης, ούτε έχει λάβει το πρώτο μέτρο για την ολοκλήρωση της αυτοαξιολόγησης του τρόπου εφαρμογής των υποχρεώσεών της σύμφωνα με τη Σύμβαση· καλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση να τηρήσει τις υποχρεώσεις της βάσει της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς (UNCAC) συμπληρώνοντας την αυτοαξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη Σύμβαση και συμμετέχοντας στον μηχανισμό αξιολόγησης από ομότιμους· καλεί την Επιτροπή να δημοσιεύσει το ταχύτερο δυνατόν την επόμενη έκθεσή της σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς στην ΕΕ και να συμπεριλάβει στις εκθέσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς στην ΕΕ ένα κεφάλαιο για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ· ζητεί η Επιτροπή να προβεί σε περαιτέρω ανάλυση, τόσο σε επίπεδο θεσμικών οργάνων της ΕΕ όσο και σε επίπεδο κρατών μελών, σε σχέση με το περιβάλλον στο οποίο εφαρμόζονται οι πολιτικές, ώστε να εντοπιστούν οι εγγενείς παράγοντες καθοριστικής σημασίας, τα πεδία αδυναμίας και οι παράγοντες κινδύνου που οδηγούν στη διαφθορά·

67.  υπενθυμίζει τη θέση του της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης(12) και ζητεί να ληφθεί γρήγορη απόφαση σχετικά·

Ακεραιότητα του νομοθετικού έργου της ΕΕ

68.  καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τη δυνατότητα εισαγωγής μηχανισμών προστασίας, προκειμένου, κατά τη θέσπιση νομοθετικών διατάξεων για τα βιομηχανικά προϊόντά και την εφαρμογή της πολιτικής να μην προκύψουν συγκρούσεις συμφερόντων· καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίσει την τρέχουσα διαρθρωτική σύγκρουση συμφερόντων κατά τη δημόσια αξιολόγηση του κινδύνου των προϊόντων που υπόκεινται σε κανονιστικές ρυθμίσεις, δηλαδή μία κατάσταση κατά την οποία η αξιολόγηση των εν λόγω προϊόντων βασίζεται σε μεγάλο βαθμό ή αποκλειστικά σε μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί από τους αιτούντες ή από τρίτους που έχουν πληρωθεί από αυτούς, ενώ η ανεξάρτητη έρευνα συχνά αγνοείται ή απορρίπτεται· επιμένει ότι οι κατασκευαστές θα πρέπει, όπως και κατά το παρελθόν, να υποβάλλουν μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες οι δαπάνες θα επιμερίζονται μεταξύ των μεγάλων εταιριών και των ΜΜΕ βάσει των σχετικών μεριδίων της αγοράς, προκειμένου να διασφαλίζεται μία δίκαιη αντιμετώπιση, αλλά ότι όλοι οι αξιολογητές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη κατά την αξιολόγησή τους ανεξάρτητα δεδομένα επιβεβαιωμένα από ομότιμους αξιολογητές· καλεί ειδικότερα την Επιτροπή να επανεξετάσει την ανακοίνωσή της του 2002 σχετικά με τις γενικές αρχές και ελάχιστες προδιαγραφές για τη διαβούλευση των ενδιαφερόμενων μερών· προτείνει, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανακύπτουν από την επιλεκτική κατάργηση των δυσμενών αποτελεσμάτων έρευνας, την εκ των προτέρων καταγραφή των επιστημονικών μελετών και δοκιμών, αναφέροντας το πεδίο εφαρμογής και την αναμενόμενη ημερομηνία ολοκλήρωσής τους, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει προϋπόθεση για τη συμπερίληψή τους στις ρυθμιστικές και πολιτικές διαδικασίες· τονίζει ότι, προς το συμφέρον μιας τεκμηριωμένης και ανεξάρτητης επιστημονικής διαβούλευσης για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων, έχει μεγάλη σημασία η ύπαρξη επαρκών πόρων για την ανάπτυξη εσωτερικής εμπειρογνωμοσύνης στους ειδικευμένους οργανισμούς της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να διενεργούνται έρευνες και δοκιμές που μπορούν να δημοσιοποιηθούν, με αποτέλεσμα να καθίσταται ελκυστικότερη η παροχή δημόσιας υπηρεσίας στο πλαίσιο μιας συμβουλευτικής δραστηριότητας σε ρυθμιστικά όργανα, χωρίς να διακόπτεται η ακαδημαϊκή σταδιοδρομία των επιστημόνων·

Ενίσχυση της υποχρέωσης λογοδοσίας της Επιτροπής και των οργανισμών της έναντι του Κοινοβουλίου

69.  καλεί την Επιτροπή να εκπονήσει έναν κανονισμό που θα αφορά όλους τους οργανισμούς της ΕΕ, βάσει του οποίου το Κοινοβούλιο θα αποκτήσει εξουσίες συναπόφασης όσον αφορά τον ορισμό και την απόλυση των διευθυντών των οργανισμών αυτών και ένα άμεσο δικαίωμα να τους υποβάλει ερωτήσεις και να τους ακούει·

70.  τονίζει ότι πρέπει να υπάρχουν ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες στους οργανισμούς της ΕΕ, καθώς και να δίδεται μεγαλύτερη προσοχή στην εξάλειψη συγκρούσεων συμφερόντων στο πλαίσιο των επιτροπών των οργανισμών αυτών· σημειώνει ότι επί του παρόντος, οι εμπειρογνώμονες από σειρά οργανισμών, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων, δεν είναι αμειβόμενοι· ζητεί να αμείβονται επαρκώς οι εμπειρογνώμονες σε ρυθμιστικούς οργανισμούς που εκπροσωπούν, για παράδειγμα, μη κερδοσκοπικές οργανώσεις ή την ακαδημαϊκή κοινότητα· τονίζει ότι είναι σημαντικό να διατίθενται επαρκείς πόροι για την ανάπτυξη εσωτερικής εμπειρογνωμοσύνης στο πλαίσιο των ειδικευμένων οργανισμών της ΕΕ·

71.  καλεί τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας των Τροφίμων (EFSA), τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA) και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων (ECHA) να αναθεωρήσουν επειγόντως τις πολιτικές τους όσον αφορά την ανεξαρτησία τους, έτσι ώστε να εγγυηθούν ρητά την απόλυτη ανεξαρτησία τους από τους οικονομικούς φορείς τους οποίους ρυθμίζουν και να αποφύγουν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ του προσωπικού τους και των εμπειρογνωμόνων·

72.  υποστηρίζει την πρακτική που εφαρμόζουν τα εθνικά κοινοβούλια να καλούν Επιτρόπους προκειμένου να τους υποβάλουν ερωτήσεις·

73.  υπενθυμίζει ότι η εξουσία για τη συγκρότηση εξεταστικών επιτροπών αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό των κοινοβουλευτικών συστημάτων σε όλο τον κόσμο και ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας προβλέπει ειδική νομοθετική διαδικασία στο άρθρο 226 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ για την έγκριση κανονισμού σχετικά με το δικαίωμα εξέτασης των πραγμάτων· τονίζει ότι, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να συμφωνήσουν σχετικά με την έγκριση ενός νέου κανονισμού·

74.  ζητεί την ταχεία λήψη απόφασης από το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 23ης Μαΐου 2012, για τις λεπτομερείς διατάξεις που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο(13)·

o
o   o

75.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0376.
(2) ΕΕ C 271 Ε της 12.11.2009, σ. 48.
(3) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0203.
(4) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0484.
(5) Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, Βασίλειο της Σουηδίας κατά Association de la presse internationale ASBL (API) και Ευρωπαϊκής Επιτροπής (C-514/07 P), Association de la presse internationale ASBL (API) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής (C-528/07 P) και Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Association de la presse internationale ASBL (API) (C-532/07 P), συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-514/07 P, C-528/07 P και C-532/07 P, ECLI:EU:C:2010:541.
(6) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0202.
(7) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0108.
(8) Έκθεση της OLAF για το 2014, 15η έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), 1 Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου 2014.
(9) Όπως παραπάνω.
(10) Βλέπε κατά λέξη από ψήφισμα του εισηγητή της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με φορολογικές αποφάσεις τύπου ‘tax ruling’ και άλλα μέτρα παρόμοιου χαρακτήρα ή αποτελέσματος (Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0408).
(11) Όπως παραπάνω, παράγραφος 144.
(12) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0427.
(13) ΕΕ C 264 Ε της 13.9.2013, σ. 41.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου