Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2016/2224(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0295/2017

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0295/2017

Συζήτηση :

PV 23/10/2017 - 19
CRE 23/10/2017 - 19

Ψηφοφορία :

PV 24/10/2017 - 5.17
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2017)0402

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 549kWORD 74k
Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον
P8_TA(2017)0402A8-0295/2017

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες για επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς (2016/2224(ΙΝΙ))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως το άρθρο 2,

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 11,

–  έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), και ιδίως το άρθρο 10,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2016 για την προστασία της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν αποκαλύπτονται (εμπορικών απορρήτων) κατά της παράνομης απόκτησης, χρήσης και αποκάλυψής τους,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/ΕΚ,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και άλλα μέτρα παρόμοιου χαρακτήρα ή αποτελέσματος(1),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 6ης Ιουλίου 2016, σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και άλλα μέτρα παρόμοιου χαρακτήρα ή αποτελέσματος (TAXE 2)(2),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 23ης Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: συστάσεις για δράσεις και πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν(3),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα 1729 (2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία των καταγγελτών,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα 2060 (2015) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη βελτίωση της προστασίας των καταγγελτών,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την επίτευξη διαφάνειας, συντονισμού και σύγκλισης στις πολιτικές όσον αφορά τη φορολογία των εταιρειών στην Ένωση(4),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COM(2011)0308),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 5ης Ιουλίου 2016, σχετικά με συμπληρωματικά μέτρα για την ενίσχυση της διαφάνειας και την καταπολέμηση της φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής (COM(2016)0451),

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο δράσης της G20 για την καταπολέμηση της διαφθοράς, και συγκεκριμένα τον οδηγό της σχετικά με μια νομοθεσία για την προστασία των καταγγελτών,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του ΟΟΣΑ του Μαρτίου 2016, με τίτλο «Ανάληψη δέσμευσης για την αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών»,

–  έχοντας υπόψη την απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας με την οποία περατώνεται η αυτεπάγγελτη έρευνά της OI/1/2014/PMC σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών,

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση CM/Rec(2014)7 της 30ής Απριλίου 2014 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία των καταγγελτών, καθώς και τον συναφή σύντομο οδηγό για την εφαρμογή εθνικού πλαισίου τον Ιανουάριο του 2015,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα 2171 (2017) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης της 27ης Ιουνίου 2017 με το οποίο ζητείται από τα εθνικά κοινοβούλια να αναγνωρίσουν το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας,

–  έχοντας υπόψη την αρχή αριθ. 4 της σύστασης του ΟΟΣΑ για τη βελτίωση της δεοντολογίας στις δημόσιες υπηρεσίες,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με τον ρόλο των καταγγελτών (whistle-blowers) στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ(5),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού, της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας, της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A8-0295/2017),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ θέτει ως στόχο τον σεβασμό της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου και ότι, υπό την έννοια αυτή, εγγυάται στους πολίτες της την ελευθερία έκφρασης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταγγελία αποτελεί θεμελιώδη πτυχή της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης, που αμφότερες κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ότι η συμμόρφωση προς αυτές και η εφαρμογή τους διασφαλίζονται από την ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ προωθεί την προστασία των εργαζομένων και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συμβάλλει στην ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας για την καταπολέμηση της διαφθοράς, με πλήρη σεβασμό των αρχών του διεθνούς δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου, καθώς και της εθνικής κυριαρχίας κάθε χώρας·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωση (ΣΛΕΕ), η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αρμόδια για την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική στον τομέα του ασύλου·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφάνεια και η συμμετοχή των πολιτών είναι μέρος των εξελίξεων και των προκλήσεων στις οποίες οι δημοκρατίες του 21ου αιώνα καλούνται να ανταποκριθούν·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση χρέους, σημειώθηκε ένα κύμα πάταξης της φοροαποφυγής και της φοροδιαφυγής σε διεθνές επίπεδο· λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτείται μεγαλύτερη διαφάνεια στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προκειμένου να αποθαρρύνονται οι αθέμιτες πρακτικές, ορισμένα δε κράτη μέλη διαθέτουν ήδη εμπειρίες σε συνάρτηση με κεντρικές υπηρεσίες για την αναφορά πραγματικών ή πιθανών παραβιάσεων των κανόνων προληπτικής εποπτείας στον χρηματοπιστωτικό τομέα· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα Ηνωμένα Έθνη ενέκριναν τη Σύμβαση κατά της Διαφθοράς το 2003(6)· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο έχει συγκροτήσει δύο ειδικές επιτροπές και μία εξεταστική επιτροπή σε συνέχεια αυτών των αποκαλύψεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο έχει ήδη ζητήσει την προστασία των καταγγελτών σε σειρά ψηφισμάτων(7)· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ήδη συμφωνηθείσες πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της διεθνούς ανταλλαγής πληροφοριών σε φορολογικά ζητήματα ήταν πολύ χρήσιμες και ότι οι διάφορες διαρροές σε σχέση με τη φορολογία αποκάλυψαν πληθώρα πληροφοριών μεγάλης σημασίας, σχετικά με αθέμιτες πρακτικές οι οποίες διαφορετικά δεν θα είχαν αποκαλυφθεί·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταγγέλτες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην αναφορά παράνομης ή μη ορθής συμπεριφοράς που υπονομεύει το δημόσιο συμφέρον και τη λειτουργία των κοινωνιών μας, και ότι, προς τον σκοπό αυτό, δίδουν, στον εργοδότη τους, στις δημόσιες αρχές ή απευθείας στο κοινό, πληροφορίες σχετικά με τέτοιου είδους συμπεριφορά που υπονομεύει το δημόσιο συμφέρον·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, με τη δράση τους, βοηθούν τα κράτη μέλη και τα κύρια και επικουρικά όργανα της ΕΕ να προλαμβάνουν και να αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, οποιεσδήποτε παραβιάσεις της αρχής της ακεραιότητας και οποιεσδήποτε καταχρήσεις εξουσίας οι οποίες απειλούν να υπονομεύσουν ή όντως υπονομεύουν τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, τη χρηματοπιστωτική ακεραιότητα, την οικονομία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το περιβάλλον ή το κράτος δικαίου, αυξάνουν την ανεργία, περιορίζουν ή στρεβλώνουν τον θεμιτό ανταγωνισμό και υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς και τις δημοκρατικές διαδικασίες σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά αποτελεί σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς μπορεί να οδηγήσει στην αποτυχία των κυβερνήσεων να προστατεύσουν τους πληθυσμούς, τους εργαζομένους, το κράτος δικαίου και την οικονομία, στην επιδείνωση των δημόσιων θεσμικών οργάνων και υπηρεσιών, της οικονομικής ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας σε διάφορους τομείς και στην απώλεια της εμπιστοσύνης σε θέματα διαφάνειας και δημοκρατικής λογοδοσίας των δημόσιων και των ιδιωτικών ιδρυμάτων και της βιομηχανίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά εκτιμάται ότι κοστίζει στην οικονομία της ΕΕ 120 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως ή το 1 % του ΑΕγχΠ της ΕΕ·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ενώ οι παγκόσμιες προσπάθειες για την καταπολέμηση της διαφθοράς έχουν μέχρι στιγμής επικεντρωθεί κατά κύριο λόγο σε ατασθαλίες στον δημόσιο τομέα, οι πρόσφατες διαρροές έχουν αναδείξει τον ρόλο των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, των συμβούλων και άλλων ιδιωτικών εταιρειών στη διευκόλυνση της διαφθοράς·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές περιπτώσεις καταγγελτών που έτυχαν ευρείας κάλυψης από τα μέσα ενημέρωσης κατέδειξαν ότι η δράση των καταγγελτών αποκαλύπτει πληροφορίες δημοσίου συμφέροντος, όπως παράνομη ή μη ορθή συμπεριφορά ή άλλες σοβαρές δυσλειτουργίες στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, στο κοινό και τις πολιτικές αρχές· λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν ήδη ληφθεί διορθωτικά μέτρα για ορισμένες από τις πράξεις αυτές·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διασφάλιση του απορρήτου συμβάλλει στη δημιουργία πιο αποτελεσματικών διαύλων για την καταγγελία περιπτώσεων απάτης, διαφθοράς και άλλων παραβιάσεων, και έχοντας υπόψη ότι, δεδομένου του ευαίσθητου χαρακτήρα των πληροφοριών, η κακοδιαχείριση του απορρήτου μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ανεπιθύμητη διαρροή πληροφοριών και την παραβίαση του δημόσιου συμφέροντος της Ένωσης και των κρατών μελών·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η καθιέρωση δημόσιων μητρώων πραγματικών δικαιούχων για εταιρείες καταπιστευματικής διαχείρισης και παρεμφερή νομικά μορφώματα, και η λήψη άλλων μέτρων διαφάνειας για τα επενδυτικά μέσα μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για τις παραβάσεις που αποκαλύπτουν συνήθως οι καταγγέλτες·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διασφάλιση του απορρήτου της ταυτότητας των καταγγελτών και των πληροφοριών που κοινοποιούν συμβάλλει στη δημιουργία πιο αποτελεσματικών διαύλων για την αναφορά περιπτώσεων απάτης, διαφθοράς, παρατυπιών, παραπτωμάτων και άλλων σοβαρών παραβιάσεων, και έχοντας υπόψη ότι, δεδομένου του ευαίσθητου χαρακτήρα των πληροφοριών, η κακοδιαχείριση της εμπιστευτικότητας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ανεπιθύμητη διαρροή πληροφοριών και την παραβίαση του δημόσιου συμφέροντος στην Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι στον δημόσιο τομέα, η προστασία των καταγγελτών μπορεί να διευκολύνει την ανίχνευση περιπτώσεων κατάχρησης του δημοσίου χρήματος, απάτης και άλλων μορφών διασυνοριακής διαφθοράς σε σχέση με τα εθνικά συμφέροντα ή τα συμφέροντα της ΕΕ·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι λυπηρό το γεγονός ότι οι υφιστάμενοι δίαυλοι για επίσημες καταγγελίες σχετικά με παράτυπη συμπεριφορά πολυεθνικών επιχειρήσεων σπάνια οδηγούν σε συγκεκριμένες κυρώσεις για παραβάσεις·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η δράση των καταγγελτών έχει αποδειχθεί χρήσιμη σε πολλούς τομείς, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως η δημόσια υγεία, η φορολογία, το περιβάλλον, η προστασία των καταναλωτών, η καταπολέμηση της διαφθοράς και των διακρίσεων και ο σεβασμός των κοινωνικών δικαιωμάτων·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περιπτώσεις πρέπει να είναι σαφώς οριοθετημένες, υπό το φως της φύσης των εκτελούμενων καθηκόντων, της σοβαρότητας των πράξεων ή των εντοπισθέντων κινδύνων·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι σημαντικό να διατηρηθεί η διάκριση μεταξύ κατάδοσης και καταγγελίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι στόχος δεν είναι η αποκάλυψη κάθε είδους πληροφοριών για κάθε πρόσωπο αλλά να εξακριβωθεί τι συνιστά «μη παροχή βοήθειας σε δημοκρατία σε κίνδυνο»·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι καταγγέλτες γίνονται στόχος αντιποίνων, εκφοβισμού ή απόπειρας άσκησης πίεσης με σκοπό να εμποδιστούν ή να αποθαρρυνθούν να προβούν σε καταγγελία ή να τιμωρηθούν για την καταγγελία τους, και λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτού του είδους η πίεση ασκείται πολύ συχνά στον χώρο εργασίας όπου οι καταγγέλτες που ανακαλύπτουν πληροφορίες προς το γενικό συμφέρον στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας τους ενδέχεται να βρεθούν σε μειονεκτική θέση έναντι των εργοδοτών·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν συχνά διατυπωθεί σοβαρές ανησυχίες για το γεγονός ότι οι καταγγέλτες που εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον ενδέχεται να αντιμετωπίσουν εχθρότητα, παρενοχλήσεις, εκφοβισμούς και αποκλεισμό στον τόπο εργασίας τους, καθώς επίσης και εμπόδια στη μελλοντική τους απασχόληση, απώλεια των μέσω επιβίωσης και συχνά επίσης δέχονται σοβαρές απειλές που απευθύνονται στα μέλη της οικογένειας και τους συναδέλφους τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο φόβος των αντιποίνων μπορεί να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα στους καταγγέλτες και με αυτόν τον τρόπο να τεθεί σε κίνδυνο το δημόσιο συμφέρον·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των καταγγελτών θα πρέπει να διασφαλιστεί από τον νόμο και να ενισχυθεί σε ολόκληρη την ΕΕ, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, εφόσον οι καταγγέλτες ενεργούν βάσει εύλογων υπονοιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί προστασίας θα πρέπει να είναι ισορροπημένοι και να διασφαλίζουν τον πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών και νομικών δικαιωμάτων των προσώπων έναντι αυτών κατά των οποίων υποβάλλονται οι καταγγελίες· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί προστασίας θα πρέπει να εφαρμόζονται στους ερευνητές δημοσιογράφους, οι οποίοι παραμένουν ευάλωτοι στο πλαίσιο της αποκάλυψης ευαίσθητων πληροφοριών, και να προστατεύουν τους καταγγέλτες στο όνομα του απορρήτου των πηγών τους·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ορισμένα κράτη μέλη η προστασία των καταγγελτών δεν διασφαλίζεται κατάλληλα, ενώ πολλά άλλα έχουν καθιερώσει εξελιγμένα προγράμματα για την προστασία τους, τα οποία όμως, συχνά, χαρακτηρίζονται από έλλειψη συνοχής και, συνεπώς, παρέχουν ανεπαρκή βαθμό προστασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι απόρροια αυτού είναι ο κατακερματισμός της προστασίας των καταγγελτών στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα, αφενός, να αντιμετωπίζουν δυσκολίες οι καταγγέλτες όταν επιδιώκουν να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και τους τρόπους καταγγελίας και, αφετέρου, να υπάρχει ανασφάλεια δικαίου, ιδίως σε διασυνοριακές καταστάσεις·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Γραφείο της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας έχει σαφή αρμοδιότητα όσον αφορά τη διερεύνηση καταγγελιών πολιτών της Ένωσης σχετικά με κρούσματα κακοδιοίκησης στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, αλλά το ίδιο το Γραφείο δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο όσον αφορά την προστασία των καταγγελτών·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταγγελία πολύ συχνά δεν περιορίζεται μόνο στα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά θέματα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η έλλειψη επαρκούς προστασίας θα μπορούσε να αποτρέψει δυνητικούς καταγγέλτες από το να αναφέρουν παρατυπίες προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο να υποστούν αντίποινα ή μέτρα ανταπόδοσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 2015 το 86 % των εταιρειών διέθετε διαδικασίες για την αναφορά εικαζόμενων περιπτώσεων διάπραξης σοβαρών ενδοεταιρικών παρατυπιών, ωστόσο περισσότερο από το ένα τρίτο από αυτές δεν είχαν μια γραπτή πολιτική για την προστασία των καταγγελτών από αντίποινα ή αγνοούσαν εάν υφίστατο μια τέτοια πολιτική· λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλοί καταγγέλτες που αποκάλυψαν οικονομικές ή χρηματοπιστωτικές ατασθαλίες, παρατυπίες ή παράνομες δραστηριότητες έχουν υποστεί διώξεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πρόσωπα που αναφέρουν ή αποκαλύπτουν πληροφορίες δημοσίου συμφέροντος συχνά υφίστανται αντίποινα, όπως επίσης και μέλη της οικογένειας και συνάδελφοί τους, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα, για παράδειγμα, το τέλος της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει πάγια νομολογία όσον αφορά τους καταγγέλτες, ωστόσο η προστασία τους πρέπει να κατοχυρώνεται νομοθετικά· λαμβάνοντας υπόψη ότι στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατοχυρώνονται η ελευθερία έκφρασης και το δικαίωμα σε χρηστή διοίκηση·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των καταγγελτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, αλλά θα πρέπει να εφαρμόζεται επίσης και στις διεθνείς υποθέσεις·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι χώροι εργασίας πρέπει να καλλιεργούν ένα εργασιακό περιβάλλον στο οποίο οι πολίτες θα νιώθουν ελεύθεροι να εκφράζουν ανησυχίες σχετικά με πιθανές παρανομίες, όπως παραπτώματα και περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, ανάρμοστης συμπεριφοράς, κακοδιαχείρισης, απάτης ή παράνομες πράξεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να προαχθεί η σωστή νοοτροπία που επιτρέπει στους ανθρώπους να αισθάνονται ότι μπορούν να αναφέρουν την ύπαρξη προβληματικών καταστάσεων χωρίς να φοβούνται αντίποινα τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις τρέχουσες και μελλοντικές συνθήκες απασχόλησής τους·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε πολλές χώρες, και ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα, οι εργαζόμενοι υπόκεινται σε υποχρεώσεις εχεμύθειας σε σχέση με ορισμένες πληροφορίες, με ενδεχόμενη συνέπεια να υποστούν οι καταγγέλτες πειθαρχικές κυρώσεις σε περίπτωση που αναφέρουν κρούσματα παρατυπίας εκτός της σχέσης εργασίας τους·

ΚΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ, περισσότεροι από το ένα τρίτο των οργανισμών που διαθέτουν μηχανισμό καταγγελίας δεν έχουν θεσπίσει ή δεν έχουν γνώση γραπτής πολιτικής για την προστασία των καταγγελτών από αντίποινα·

ΚΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, αν και η νομοθεσία της Ένωσης ήδη προβλέπει ορισμένους κανόνες για την προστασία των καταγγελτών από ορισμένες μορφές αντιποίνων σε διάφορους τομείς, η Επιτροπή δεν έχει ακόμα προτείνει κατάλληλα νομοθετικά μέτρα για την αποτελεσματική και ομοιόμορφη προστασία των καταγγελτών και των δικαιωμάτων τους στην ΕΕ·

ΚΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα θεσμικά όργανα της Ένωσης υποχρεούνται, από την 1η Ιανουαρίου 2014, να εισαγάγουν εσωτερικούς κανόνες για την προστασία των καταγγελτών που είναι υπάλληλοι των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, σύμφωνα με τα άρθρα 22α, 22β και 22γ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

Λ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ζητήσει επανειλημμένα την οριζόντια προστασία των καταγγελτών στην Ένωση·

ΛΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο ψήφισμά του της 23ης Οκτωβρίου 2013 σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: συστάσεις σχετικά με τη δράση και τις πρωτοβουλίες που πρέπει να ληφθούν, στο ψήφισμά του της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με φορολογικές αποφάσεις και άλλα μέτρα παρόμοιας φύσης ή αποτελέσματος, στο ψήφισμά του της 16ης Δεκεμβρίου 2015 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή για την επίτευξη διαφάνειας, συντονισμού και σύγκλισης των φορολογικών πολιτικών για τις επιχειρήσεις εντός της Ένωσης, και στο ψήφισμά του της 14ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με τον ρόλο των καταγγελτών για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλεί την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση για τη θέσπιση ενός αποτελεσματικού και ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού προγράμματος προστασίας των ατόμων που αναφέρουν υποψίες απάτης ή παράνομης δραστηριότητας που πλήττουν το δημόσιο συμφέρον ή τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ΛΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε πρόσωπο τρίτης χώρας, αναγνωρισμένο ως καταγγέλτης από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από ένα από τα μέλη της, πρέπει να επωφελείται από το σύνολο των εφαρμοστέων μέτρων προστασίας εάν, στο πλαίσιο ή μη της άσκησης των καθηκόντων του, έλαβε γνώση πληροφοριών ή αποκάλυψε πληροφορίες σχετικά με παράνομες πράξεις ή πράξεις κατασκοπείας που διαπράχθηκαν είτε από τρίτη χώρα είτε από εθνική ή πολυεθνική επιχείρηση και οι οποίες βλάπτουν ένα κράτος, ένα έθνος ή τους πολίτες της Ένωσης και, κατά συνέπεια, θέτουν ακουσίως σε κίνδυνο την ακεραιότητα μιας κυβέρνησης, την εθνική ασφάλεια ή τις συλλογικές ή ατομικές ελευθερίες·

ΛΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι από την 1η Ιουλίου 2014 σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οργανισμοί έχουν ενσωματώσει, όπως υποχρεούνται, στους εσωτερικούς τους κανονισμούς μέτρα για την προστασία των καταγγελλόντων, σύμφωνα με τα άρθρα 22 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

ΛΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν αρχές που έχουν πλέον καθιερωθεί από διεθνείς οργανισμούς, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης και ο ΟΟΣΑ, καθώς και πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου·

ΛΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σημασία της προστασίας των καταγγελτών έχει αναγνωριστεί από όλα τα σημαντικά διεθνή μέσα σχετικά με τη διαφθορά και ότι έχουν οριστεί πρότυπα σχετικά με τη καταγγελία δυσλειτουργιών από τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς (UNCAC), τη σύσταση CM/Rec(2014)7 του Συμβουλίου της Ευρώπης και τη σύσταση του 2009 του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της δωροδοκίας·

ΛΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει καίρια σημασία να τεθεί επειγόντως σε εφαρμογή ένα οριζόντιο, ολοκληρωμένο πλαίσιο, το οποίο ορίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις θα προστατεύει αποτελεσματικά τους καταγγέλτες σε όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης, καθώς και στα θεσμικά όργανα, στις αρχές και στους οργανισμούς της Ένωσης·

Ο ρόλος των καταγγελτών και η ανάγκη να προστατεύονται

1.  καλεί την Επιτροπή, μετά την αξιολόγηση της προσήκουσας νομικής βάσης που θα επιτρέψει στην ΕΕ να αναλάβει περαιτέρω δράση, να υποβάλει, πριν από το τέλος του τρέχοντος έτους, μια οριζόντια νομοθετική πρόταση για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου κοινού κανονιστικού πλαισίου, το οποίο θα εγγυάται υψηλό επίπεδο προστασίας, σε όλα τα επίπεδα τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, καθώς και του τομέα των εθνικών και ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών εθνικών και ευρωπαϊκών φορέων, υπηρεσιών και οργανισμών, των καταγγελτών στην ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη το εθνικό πλαίσιο και χωρίς να περιορίζεται η δυνατότητα των κρατών μελών να λάβουν περαιτέρω μέτρα· υπογραμμίζει ότι υπάρχουν σήμερα πολλές δυνατότητες ως προς τις νομικές βάσεις που επιτρέπουν στην Ένωση να ενεργήσει στον τομέα αυτόν· ζητεί από την Επιτροπή να τις μελετήσει, προκειμένου να προτείνει έναν ευρύ, συνεκτικό και αποτελεσματικό μηχανισμό· υπενθυμίζει στην Επιτροπή το δόγμα που καταρτίστηκε από το ΔΕΕ, μέσω πάγιας νομολογίας, σχετικά με την έννοια των συνεπαγόμενων αρμοδιοτήτων της Ένωσης, και το οποίο επιτρέπει τη χρήση περισσοτέρων νομικών βάσεων·

2.  τονίζει ότι είναι παράλογο και ανησυχητικό το γεγονός ότι πολίτες και δημοσιογράφοι διώκονται ποινικά αντί να τους παρέχεται νομική προστασία, όταν αποκαλύπτουν πληροφορίες χάριν του δημοσίου συμφέροντος, μεταξύ άλλων για εικαζόμενα παραπτώματα, ατασθαλίες, απάτη ή παράνομη δραστηριότητα, ιδίως όταν πρόκειται για συμπεριφορά που παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές της ΕΕ, όπως φοροαποφυγή, φοροδιαφυγή και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

3.  πιστεύει ότι οι διεθνείς συμφωνίες στους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, της φορολογίας και του ανταγωνισμού πρέπει να προβλέπουν διατάξεις για την προστασία των καταγγελτών·

4.  επισημαίνει την ανάγκη για ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τις διατάξεις περί προστασίας που παρέχεται στους καταγγέλτες, διότι η συνεχιζόμενη έλλειψη σαφήνειας και η κατακερματισμένη προσέγγιση μειώνουν τις δυνατότητες ανάληψης δράσης από δυνητικούς καταγγέλτες· επισημαίνει, συνεπώς, ότι η συναφής νομοθεσία της ΕΕ θα πρέπει να θεσπίζει μια σαφή διαδικασία για τον κατάλληλο χειρισμό των αποκαλύψεων και για την αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών·

5.  υπενθυμίζει ότι οποιοδήποτε μελλοντικό κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους κανόνες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που διέπουν και επηρεάζουν την απασχόληση· τονίζει περαιτέρω ότι αυτό θα πρέπει να καταρτιστεί σε συνεννόηση με τους κοινωνικούς εταίρους και σύμφωνα με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας·

6.  ζητεί να προβλέπεται νομοθετικά ότι οι εταιρείες που αποδεδειγμένα προβαίνουν σε αντίποινα κατά καταγγελτών δεν μπορούν να λαμβάνουν κονδύλια της ΕΕ ούτε να συνάπτουν συμβάσεις με δημόσιους φορείς·

7.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αναπτύξουν σημεία αναφοράς και δείκτες για τις πολιτικές που αφορούν τους καταγγέλτες τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα·

8.  καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη τους το άρθρο 33 της Σύμβασης των ΗΕ κατά της διαφθοράς που υπογραμμίζει τον ρόλο των καταγγελτών στην πρόληψη και καταπολέμηση της διαφθοράς·

9.  εκφράζει τη λύπη του διότι μόνο λίγα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει επαρκώς προηγμένα συστήματα προστασίας των καταγγελτών· ζητεί από τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη υιοθετήσει τέτοιου είδους συστήματα ή σχετικές αρχές στο εθνικό δίκαιο, να το πράξουν το συντομότερο δυνατό·

10.  τονίζει την ανάγκη να δίνεται μεγαλύτερη προσοχή στην επιχειρηματική δεοντολογία στα προγράμματα οικονομικών σπουδών και στους συναφείς κλάδους.

11.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να προωθήσουν μια νοοτροπία αναγνώρισης του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζουν οι καταγγέλλοντες στην κοινωνία, μεταξύ άλλων με εκστρατείες ευαισθητοποίησης· καλεί ιδίως την Επιτροπή να εκπονήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο σχετικά με το θέμα αυτό· εκτιμά ότι είναι απαραίτητο να προωθηθεί ένα πνεύμα δεοντολογίας στη δημόσια διοίκηση και στους χώρους εργασίας, ώστε να τονιστεί η σημασία της ευαισθητοποίησης μεταξύ εργαζομένων σχετικά με τα υφιστάμενα νομικά πλαίσια για την καταγγελία δυσλειτουργιών και συνεργασία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις·

12.  καλεί την Επιτροπή να εποπτεύει τις διατάξεις των κρατών μελών που αφορούν τους καταγγέλτες, ώστε να διευκολυνθεί η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών, μία ανταλλαγή η οποία θα βοηθήσει στην αποτελεσματικότερη προστασία των καταγγελτών σε εθνικό επίπεδο·

13.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει ολοκληρωμένο σχέδιο για να αποθαρρύνει τη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων σε χώρες εκτός ΕΕ που προστατεύουν την ανωνυμία διεφθαρμένων προσώπων·

14.  θεωρεί ως καταγγέλτη οιοδήποτε πρόσωπο καταγγέλλει ή αποκαλύπτει πληροφορίες προς το δημόσιο συμφέρον, συμπεριλαμβανομένου του ευρωπαϊκού δημόσιου συμφέροντος, για παράνομη ή αθέμιτη πράξη ή πράξη, ή για πράξη που συνιστά απειλή ή συνεπάγεται βλάβη, η οποία υπονομεύει ή θέτει σε κίνδυνο το δημόσιο συμφέρον, συνήθως αλλά όχι αποκλειστικά στο πλαίσιο της εργασιακής του σχέσης, στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, στο πλαίσιο είτε συμβατικής σχέσης είτε της συνδικαλιστικής ή συλλογικής δραστηριότητάς του· θεωρεί ότι στον ορισμό αυτό συμπεριλαμβάνονται πρόσωπα που δεν εμπίπτουν στην παραδοσιακή σχέση εργοδότη-εργαζόμενου, όπως σύμβουλοι, συμβασιούχοι, ασκούμενοι, εθελοντές, εργαζόμενοι φοιτητές, εργαζόμενοι με σύμβαση απασχόλησης ορισμένου χρόνου, πρώην εργαζόμενοι που διαθέτουν στοιχεία για τέτοιες πράξεις και έχουν την εύλογη υποψία να πιστεύουν ότι η αναφερόμενη πληροφορία είναι αληθής·

15.  θεωρεί ότι πρόσωπα που δεν εμπίπτουν στην παραδοσιακή σχέση εργοδότη-εργαζόμενου, όπως σύμβουλοι, συμβασιούχοι, ασκούμενοι, εθελοντές, εργαζόμενοι φοιτητές, εργαζόμενοι με σύμβαση απασχόλησης ορισμένου χρόνου, πρώην εργαζόμενοι καθώς και πολίτες θα πρέπει να έχουν επίσης πρόσβαση σε διαύλους καταγγελιών και σε κατάλληλη προστασία όταν αποκαλύπτουν πληροφορίες για παράνομη ή αθέμιτη πράξη ή πράξη που βλάπτει το δημόσιο συμφέρον·

16.  δηλώνει ότι απαιτείται μια σαφής λύση για τους καταγγέλτες που εργάζονται σε εταιρείες της ΕΕ αλλά με έδρα εκτός της ΕΕ·

17.  εκτιμά ότι η βλάβη του δημοσίου συμφέροντος περιλαμβάνει, χωρίς να περιορίζεται σε αυτά, τις πράξεις διαφθοράς, τα ποινικά αδικήματα, τις παραβάσεις νομικών υποχρεώσεων, τις κακοδικίες, την κατάχρηση εξουσίας, τις συγκρούσεις συμφερόντων, την παράνομη χρήση δημόσιων πόρων, την κατάχρηση εξουσιών, τις αθέμιτες χρηματοπιστωτικές ροές, τις απειλές για το περιβάλλον, την υγεία, τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική και παγκόσμια ασφάλεια, την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων, τη φοροαποφυγή, τα δικαιώματα των καταναλωτών, τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των εργαζομένων και άλλων κοινωνικών δικαιωμάτων και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, και ενεργεί για την κάλυψη αυτών των βλαβών·

18.  θεωρεί ότι το γενικό δημόσιο συμφέρον θα πρέπει να υπερισχύει της ιδιωτικής ή της οικονομικής αξίας της αποκαλυπτόμενης πληροφορίας, και ότι θα πρέπει να είναι δυνατόν να αποκαλύπτονται πληροφορίες σχετικά με σοβαρές απειλές για το δημόσιο συμφέρον, ακόμη και όταν αυτές τυγχάνουν έννομης προστασίας· είναι, ωστόσο, της άποψης ότι θα πρέπει να εφαρμόζονται ειδικές διαδικασίες για τις πληροφορίες που αφορούν τον σεβασμό της επαγγελματικής δεοντολογίας και για τις διαβαθμισμένες πληροφορίες που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια και άμυνα· θεωρεί ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, οι πληροφορίες θα πρέπει να διαβιβάζονται σε αρμόδια αρχή·

19.  υπογραμμίζει ότι πρέπει να διασφαλίζεται πάντοτε η αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών, ακόμα και αν η αποκάλυψη δεν αφορά παράνομες πράξεις, όταν η αποκάλυψη των πληροφοριών αποσκοπεί στην αποφυγή δυνητικής ζημίας για το γενικό δημόσιο συμφέρον·

20.  τονίζει την ανάγκη τα κράτη μέλη να συμμορφώνονται με τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία των καταγγελτών·

21.  υπογραμμίζει ότι εδώ και χρόνια έχει αποδειχθεί σε διάφορες περιπτώσεις η σημασία του ρόλου των καταγγελτών στην αποκάλυψη σοβαρών βλαβών του γενικού συμφέροντος και ότι οι καταγγέλτες συμβάλλουν στη δημοκρατία, τη διαφάνεια της πολιτικής και της οικονομίας και στη δημόσια ενημέρωση, και ότι θα πρέπει να αναγνωρισθούν ως αναγκαίοι για την αποτροπή αθέμιτων πράξεων· υπογραμμίζει ότι οι καταγγέλτες αποδεικνύεται ότι αποτελούν σημαντική πηγή για την ερευνητική δημοσιογραφία και για την ανεξαρτησία του Τύπου· υπενθυμίζει ότι η διασφάλιση του απορρήτου των πηγών έχει θεμελιώδη σημασία για την ελευθερία του Τύπου· καλεί τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν ώστε να προστατευθεί αποτελεσματικά το δικαίωμα των δημοσιογράφων να μην αποκαλύπτουν την ταυτότητα της πηγής τους· είναι της άποψης ότι οι δημοσιογράφοι είναι επίσης ευάλωτα και θα πρέπει, συνεπώς, να απολαύουν νομικής προστασίας·

22.  σημειώνει το γεγονός ότι, κατά τα τελευταία έτη, ορισμένα κράτη μέλη έχουν προβεί σε ενέργειες για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των καταγγελτών· εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του για το γεγονός ότι οι καταγγέλτες εξακολουθούν να διώκονται σε αστικές και ποινικές υποθέσεις σε διάφορα κράτη μέλη, ιδίως εκεί όπου τα διαθέσιμα μέσα για την υπεράσπιση, τη στήριξη και την προστασία τους είναι ανύπαρκτα, ανεπαρκή ή αναποτελεσματικά· επισημαίνει, επιπλέον, ότι οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών οδηγούν σε ανασφάλεια δικαίου, αναζητήσεις ευνοϊκότερης δικαιοδοσίας και κινδύνους άνισης μεταχείρισης·

23.  πιστεύει ότι η έλλειψη επαρκούς προστασίας των καταγγελτών έχει αρνητικό αντίκτυπο στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ·

24.  εκτιμά ότι η εφαρμογή ολοκληρωμένων νομοθετικών ρυθμίσεων σχετικά με την προστασία των καταγγελτών ενθαρρύνει μια νοοτροπία ελευθεροστομίας και ότι η δράση των καταγγελτών θα πρέπει να αναχθεί σε πράξη ευσυνείδητου πολίτη· καλεί, συνεπώς, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να προωθήσουν τον θετικό ρόλο των καταγγελτών, καθώς και τις σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τη συχνά ευάλωτη και ανυπεράσπιστη θέση τους, ιδίως μέσω εκστρατειών ευαισθητοποίησης και προστασίας, και προσπαθειών επικοινωνίας και κατάρτισης· συνιστά ιδίως στην Επιτροπή να εκπονήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο σχετικά με το θέμα αυτό· ζητεί εν προκειμένω να δημιουργηθεί ιστότοπος στον οποίο θα πρέπει να παρέχονται χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με την προστασία των καταγγελτών, και θα μπορούν να υποβάλλονται καταγγελίες· τονίζει ότι ο ιστότοπος αυτός θα πρέπει να είναι εύκολα προσβάσιμος από τους πολίτες και να τηρεί τα δεδομένα τους ανωνύμως·

25.  ζητεί, προκειμένου να αλλάξει η αντίληψη που έχει σχηματίσει το κοινό για τους καταγγέλτες, να αναληφθεί δράση, κυρίως από τους πολιτικούς και τα μέσα ενημέρωσης, μέσω της προβολής του θετικού ρόλου των καταγγελτών ως ένα είδος μηχανισμού έγκαιρης προειδοποίησης για να προλαμβάνονται οι καταχρήσεις και η διαφθορά και να καθίσταται δυνατός ο δημόσιος έλεγχος από κυβερνήσεις και εταιρίες·

26.  προτρέπει τα κράτη μέλη να ενεργήσουν προορατικά και να προωθήσουν μια ανοιχτή νοοτροπία στον χώρο εργασίας, είτε είναι δημόσιος είτε ιδιωτικός, που θα επιτρέπει στους οργανισμούς να λειτουργούν με υψηλά πρότυπα δεοντολογίας, θα παρέχει στους εργαζομένους την εμπιστοσύνη να μιλούν άφοβα και, ως εκ τούτου, θα επιτρέπει την ανάληψη δράσης για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση τυχόν απειλών ή βλαβών·

27.  προτρέπει τα κράτη μέλη να αξιολογούν τακτικά την αποτελεσματικότητα των μέτρων που εφαρμόζουν, λαμβάνοντας υπόψη την κοινή γνώμη σχετικά με τις αντιλήψεις όσον αφορά την πράξη της καταγγελίας δυσλειτουργιών και τους καταγγέλτες, τις διατομεακές έρευνες ανώτερων διευθυντικών στελεχών αρμόδιων για την παραλαβή και διεκπεραίωση των αναφορών και ανεξάρτητες ερευνητικές μελέτες σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών στους χώρους εργασίας·

28.  παροτρύνει τα κράτη μέλη που δεν έχουν θεσπίσει ακόμα νομοθεσία για την καταγγελία δυσλειτουργιών να το πράξουν σε εύλογο χρόνο, και καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο δημιουργίας πλατφόρμας για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών στον συγκεκριμένο τομέα, τόσο μεταξύ των κρατών μελών όσο και με τρίτες χώρες·

29.  τονίζει τη σημασία της έρευνας και της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών για την ενθάρρυνση της καλύτερης προστασίας των καταγγελτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

30.  καλεί με έμφαση το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και το Γραφείο της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας να δημοσιεύσουν έως το τέλος του 2017: 1) ειδικές εκθέσεις που θα περιλαμβάνουν στατιστικές και ένα σαφές ιστορικό των περιστατικών καταγγελίας δυσλειτουργιών που διαπιστώθηκαν στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, επιχειρήσεις, ενώσεις, οργανώσεις και άλλους φορείς που είναι εγγεγραμμένοι στην Ένωση· 2) στοιχεία παρακολούθησης των οικείων θεσμικών οργάνων, σε σχέση με τις υποθέσεις που αποκαλύφθηκαν, με βάση τις τρέχουσες κατευθυντήριες γραμμές και κανόνες της Επιτροπής· 3) την έκβαση κάθε έρευνας που δρομολογείται στη βάση των πληροφοριών που ελήφθησαν από καταγγέλτες· 4) τα μέτρα που προβλέπονται σε κάθε περίπτωση για την προστασία των καταγγελτών·

Μηχανισμός καταγγελίας

31.  σημειώνει ότι η απουσία σαφώς καθορισμένων μέσων προστασίας και ασφαλούς αναφοράς καθώς και η δυνητική έλλειψη παρακολούθησης αποτελεί εμπόδιο στις δραστηριότητες των καταγγελτών, μπορεί να τους αποτρέπει από την καταγγελία και να οδηγήσει ορισμένους καταγγέλτες στο να παραμείνουν σιωπηλοί· εκφράζει την ανησυχία για τα αντίποινα και τις πιέσεις που ασκούνται στους καταγγέλτες όταν απευθύνονται σε λάθος πρόσωπο ή οντότητα στο εσωτερικό του οργανισμού τους·

32.  θεωρεί ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα συνεπές, αξιόπιστο και λειτουργικό σύστημα που θα επιτρέπει τις καταγγελίες εντός του οργανισμού, στις αρμόδιες αρχές και εκτός του οργανισμού· πιστεύει ότι ένα τέτοιο σύστημα θα διευκόλυνε την αξιολόγηση της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας μιας καταγγελίας που γίνεται εντός του συγκεκριμένου πλαισίου·

33.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει ένα σύστημα που να επιτρέπει την υποβολή καταγγελίας εντός και εκτός του οργανισμού· υπογραμμίζει ότι, προς τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να θεσπιστούν δίκαιες και ισότιμες διαδικασίες, διασφαλίζοντας τον πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών και των έννομων δικαιωμάτων τόσο για τον καταγγέλτη όσο και για τον φερόμενο δράστη της παρατυπίας· θεωρεί ότι θα πρέπει να δοθούν κίνητρα στους εργοδότες να θεσπίσουν διαδικασίες εσωτερικής υποβολής καταγγελιών και ότι σε κάθε οργανισμό ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο πρόσωπο θα πρέπει να είναι υπεύθυνο για τη συγκέντρωση των καταγγελιών· θεωρεί ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων θα πρέπει να συμμετέχουν στην επιλογή του εν λόγω υπευθύνου· υπογραμμίζει ότι ο αποδέκτης της ειδοποίησης θα πρέπει να δίδει τη δέουσα συνέχεια σε κάθε καταγγελία και να τηρεί τον καταγγέλτη ενήμερο για αυτή τη συνέχεια εντός ενός εύλογου χρονικού διαστήματος·

34.  θεωρεί ότι κάθε οργανισμός θα πρέπει να θέτει σαφείς διαύλους υποβολής καταγγελιών που θα επιτρέπουν στον καταγγέλτη να προβαίνει σε καταγγελία εντός του οργανισμού του· υπογραμμίζει ότι κάθε υπάλληλος θα πρέπει να ενημερώνεται για την εν λόγω διαδικασία υποβολής καταγγελιών, η οποία θα πρέπει να εγγυάται την εμπιστευτικότητα και να εξετάζει την ειδοποίηση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος· επισημαίνει ότι καταγγέλτης πρέπει να είναι σε θέση να απευθύνεται στις κατάλληλες δημόσιες αρχές, σε μη κυβερνητικές οργανώσεις ή στα μέσα ενημέρωσης, ιδίως εάν δεν δίδεται θετική απάντηση από τον οργανισμό, ή εάν η υποβολή καταγγελίας σε εσωτερικό επίπεδο ή στις αρμόδιες αρχές θα έθετε εμφανώς σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της ειδοποίησης, ή εάν ο καταγγέλτης διατρέχει κίνδυνο ή πρέπει επειγόντως να διαβιβάσει πληροφορίες·

35.  υπενθυμίζει το δικαίωμα του κοινού να ενημερώνεται για κάθε παρατυπία που υπονομεύει το γενικό συμφέρον, υπογραμμίζει εν προκειμένω ότι ένας καταγγέλτης θα πρέπει να έχει πάντα τη δυνατότητα να αποκαλύπτει πληροφορίες σχετικά με μια παράνομη ή αθέμιτη πράξη ή πράξη που βλάπτει το δημόσιο συμφέρον·

36.  υπενθυμίζει ότι στο ψήφισμά του της 14ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με τον ρόλο των καταγγελτών (whistle-blowers) στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, σε συνεργασία με όλες τις αρμόδιες εθνικές αρχές, να θεσπίσουν και να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της εμπιστευτικότητας των πηγών των πληροφοριών και ζητεί, επομένως, τη δημιουργία ενός ελεγχόμενου ιστοτόπου, όπου θα μπορούν να υποβάλλονται καταγγελίες με απόλυτα εμπιστευτικό τρόπο·

37.  φρονεί ότι η καταγγελία εκτός του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένης της καταγγελίας απευθείας στο ευρύ κοινό, χωρίς να υπάρξει ένα εσωτερικό στάδιο, δεν μπορεί να συνιστά λόγο ακύρωσής της, δίωξης ή άρνησης παροχής προστασίας· πιστεύει ότι η προστασία αυτή πρέπει να παρέχεται , ανεξάρτητα από τον επιλεγέντα δίαυλο καταγγελίας και με βάση τις πληροφορίες που αποκαλύπτονται και το γεγονός ότι ο καταγγέλτης είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι οι πληροφορίες ήταν αληθείς·

Παρεχόμενη προστασία σε περίπτωση καταγγελίας

38.  εκφράζει την ανησυχία του για τους κινδύνους τους οποίους αντιμετωπίζουν οι καταγγέλτες στον χώρο εργασίας τους, ιδίως τους κινδύνους άμεσων ή έμμεσων αντιποίνων από τον εργοδότη τους και από τα πρόσωπα που εργάζονται για λογαριασμό ή ενεργούν εξ ονόματος του εργοδότη· υπογραμμίζει ότι τα αντίποινα αυτά σημαίνουν κατά κανόνα αποκλεισμό, επιβράδυνση ή διακοπή της επαγγελματικής εξέλιξης ή ακόμη και απόλυση, καθώς και καταστάσεις ψυχολογικής παρενόχλησης· υπογραμμίζει ότι τα αντίποινα αναχαιτίζουν τη δράση των καταγγελτών· θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να θεσπιστούν μέτρα προστασίας έναντι των αντιποίνων· φρονεί ότι τα αντίποινα θα πρέπει να υπόκεινται σε τιμωρίες και αποτελεσματικές κυρώσεις· τονίζει ότι, όταν αναγνωρίζεται σε ένα πρόσωπο η ιδιότητα του καταγγέλτη, θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για την προστασία του, να τερματίζονται ενδεχόμενα μέτρα αντιποίνων που έχουν ληφθεί εναντίον του, και να αποζημιώνεται πλήρως ο καταγγέλτης για τη βλάβη και τη ζημία που υπέστη· είναι της γνώμης ότι οι διατάξεις αυτές θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην πρόταση της Επιτροπής για μια οριζόντια οδηγία για την προστασία του καταγγέλτη·

39.  θεωρεί ότι οι καταγγέλτες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν προσωρινά μέτρα για την αποτροπή αντιποίνων, όπως απόλυση, έως ότου υπάρξει επίσημη έκβαση κάποιας διοικητικής, δικαστικής ή άλλης διαδικασίας·

40.  τονίζει ότι η σχέση εργασίας δεν θα πρέπει να περιορίζει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης και κανένας δεν πρέπει να υφίσταται διακρίσεις σε περιπτώσεις άσκησης του δικαιώματος αυτού·

41.  υπενθυμίζει ότι κάθε μελλοντικό κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους κανόνες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που διέπουν και επηρεάζουν την απασχόληση· τονίζει περαιτέρω ότι αυτό θα πρέπει να καταρτιστεί σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους και σύμφωνα με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας·

42.  τονίζει ότι οι καταγγέλτες και τα μέλη των οικογενειών τους, καθώς και όσοι τους βοηθούν και των οποίων η ζωή ή η ασφάλεια διατρέχουν κίνδυνο, πρέπει να δικαιούνται κατάλληλης και αποτελεσματικής προστασίας της σωματικής, ηθικής και κοινωνικής τους ακεραιότητας και των μέσων βιοπορισμού τους, παρέχοντάς τους το υψηλότερο δυνατό επίπεδο εμπιστευτικότητας·

43.  υπογραμμίζει ότι τα εν λόγω μέτρα προστασίας λαμβάνονται επίσης όταν ο καταγγέλτης καταγγέλλει πράξεις στις οποίες εμπλέκονται κράτη μέλη·

44.  επισημαίνει ότι οι δημοσιογράφοι-ερευνητές και ο ανεξάρτητος Τύπος ασκούν ένα συχνά μοναχικό επάγγελμα και δέχονται πλήθος πιέσεων και ότι, συνεπώς, είναι απαραίτητη η προστασία τους από κάθε απόπειρα εκφοβισμού··

45.  υποστηρίζει ότι προσωρινά μέτρα έως ότου ολοκληρωθούν οι αστικές διαδικασίες θα πρέπει να είναι διαθέσιμα για άτομα που υπήρξαν θύματα αντιποίνων διότι προέβησαν σε καταγγελία ή αποκάλυψη προς το δημόσιο συμφέρον, ιδίως σε περιπτώσεις απώλειας θέσης εργασίας·

46.  καταδικάζει την πρακτική των διώξεων με στόχο τη φίμωση του καταγγέλτη, που συνίσταται στην κίνηση ή την απειλή κίνησης δικαστικής διαδικασίας εις βάρος καταγγέλτη, στόχος της οποίας δεν είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη, αλλά να οδηγηθεί ο καταγγέλτης σε αυτολογοκρισία ή σε οικονομική, ψυχική ή ψυχολογική εξάντληση· θεωρεί ότι μια τέτοιου είδους καταχρηστική πρακτική θα πρέπει να υπόκειται σε ποινικές κυρώσεις·

47.  υπενθυμίζει τον κίνδυνο ποινικής δίωξης και αγωγής που διατρέχουν οι καταγγέλτες· υπογραμμίζει ότι οι καταγγέλτες είναι συχνά ο αδύναμος διάδικος στις δίκες· θεωρεί, συνεπώς, ότι σε περίπτωση εικαζόμενων αντίμετρων που έχουν ληφθεί κατά του καταγγέλτη, ο εργοδότης πρέπει να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία ότι τα αντίμετρα αυτά δεν σχετίζονται με την καταγγελία που υπέβαλε ο καταγγέλτης· θεωρεί ότι η προστασία του καταγγέλτη θα πρέπει να παρέχεται με βάση τις πληροφορίες που αποκαλύφθηκαν και όχι με βάση την πρόθεση του καταγγέλτη· τονίζει, ωστόσο, ότι ο καταγγέλτης πρέπει να αποκαλύπτει πληροφορίες που πιστεύει ότι είναι αληθείς· θεωρεί ότι το απόρρητο θα πρέπει να διασφαλίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και ότι η ταυτότητα του καταγγέλτη δεν θα πρέπει να αποκαλύπτεται χωρίς τη συγκατάθεσή του· υπογραμμίζει ότι η παραβίαση του απορρήτου της ταυτότητας χωρίς τη συγκατάθεση του καταγγέλτη θα πρέπει να επισύρει ποινές και κυρώσεις·

48.  εκτιμά ότι οι καταγγέλτες δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζουν ποινικές ή αστικές διώξεις ούτε διοικητικές ή πειθαρχικές κυρώσεις για τις καταγγελίες που υποβάλλουν·

49.  θεωρεί ότι η δυνατότητα του καταγγέλτη να υποβάλει ανώνυμη καταγγελία θα μπορούσε να ενθαρρύνει τη διαβίβαση πληροφοριών οι οποίες δεν θα γίνονταν γνωστές υπό άλλες συνθήκες· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι θα πρέπει να καθιερωθούν σαφώς ρυθμισμένα μέσα για την υποβολή ανώνυμων καταγγελιών στον εθνικό ή ευρωπαϊκό ανεξάρτητο φορέα που είναι αρμόδιος για τη συλλογή των καταγγελιών, την επαλήθευση της αξιοπιστίας τους, τη συνέχεια που θα δοθεί με βάση την απάντηση που δόθηκε στην καταγγελία, και την παροχή καθοδήγησης στους καταγγέλτες, μεταξύ άλλων και στο ψηφιακό περιβάλλον, ενώ θα πρέπει να καθοριστούν επακριβώς οι περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζεται το μέσο της υποβολής ανώνυμης καταγγελίας, και τονίζει ότι η ταυτότητα του καταγγέλτη, καθώς και κάθε πληροφορία που επιτρέπει την εξακρίβωση της ταυτότητάς του, δεν θα πρέπει να αποκαλύπτονται χωρίς τη συγκατάθεσή του· υπογραμμίζει ότι κάθε παραβίαση της ανωνυμίας θα πρέπει να επισύρει κυρώσεις·

50.  τονίζει ότι ένα άτομο δεν θα πρέπει να χάνει το ευεργέτημα της προστασίας για τον λόγο και μόνον ότι υπέπεσε σε λανθασμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή ότι δεν υφίστατο η δυνητική απειλή για το γενικό συμφέρον, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι ήταν αληθής· υπενθυμίζει ότι, σε περίπτωση ψευδών κατηγοριών, οι υπεύθυνοι θα πρέπει να λογοδοτούν και όχι να απολαύουν της προστασίας που παρέχεται στους καταγγέλτες· τονίζει ότι κάθε πρόσωπο που θίγεται, είτε άμεσα είτε έμμεσα, εξαιτίας υποβολής καταγγελίας ή αποκάλυψης ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών θα πρέπει να απολαύει του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής έναντι της δόλιας ή καταχρηστικής καταγγελίας·

51.  υπενθυμίζει πόσο σημαντικό είναι να επινοηθούν μέσα που να απαγορεύουν κάθε μορφή αντιποίνων, είτε πρόκειται για παθητική απόλυση είτε παθητικά μέτρα· παροτρύνει τα κράτη μέλη να απέχουν από την ποινικοποίηση των δράσεων των καταγγελτών που αποκαλύπτουν πληροφορίες σχετικά με παράνομες ή αθέμιτες πράξεις ή πράξεις που βλάπτουν ή θέτουν σε κίνδυνο το γενικό συμφέρον·

52.  πιστεύει ότι, στο διάστημα που μεσολαβεί, τόσο τα θεσμικά όργανα της ΕΕ όσο και τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόζουν στο ισχύον ενωσιακό δίκαιο, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να προσφέρει στους καταγγέλτες που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον την ευρύτερη δυνατή προστασία· τονίζει ότι η προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες έχει ήδη αναγνωριστεί ως βασικός μηχανισμός για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ· καλεί συνεπώς τα κράτη μέλη να μην ποινικοποιούν τη δράση των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες, όταν αυτοί αποκαλύπτουν πληροφορίες προς το δημόσιο συμφέρον·

Πλαισίωση των καταγγελτών

53.  τονίζει τον ρόλο των δημόσιων αρχών, των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στο θέμα της στήριξης και της παροχής βοήθειας στους καταγγέλτες στα διαβήματά τους εντός του οργανισμού·

54.  τονίζει ότι, πέραν των επαγγελματικών κινδύνων, οι καταγγέλτες καθώς και τα άτομα που τους βοηθούν, αντιμετωπίζουν επίσης προσωπικούς, ψυχολογικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς κινδύνους· εκτιμά ότι, εφόσον χρειάζεται, θα πρέπει να προβλέπεται ψυχολογική στήριξη, να παρέχεται εξειδικευμένη νομική συνδρομή στους καταγγέλτες που τη ζητούν και δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, να δίδεται κοινωνική και οικονομική στήριξη σε όσους εκφράζουν σχετική δεόντως αιτιολογημένη ανάγκη, και ως προστατευτικό μέτρο, σε περίπτωση αστικής ή ποινικής διαδικασίας εις βάρος τους, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές· προσθέτει ότι θα πρέπει να χορηγείται αποζημίωση, ανεξάρτητα από τη φύση της ζημίας που υπέστη ο καταγγέλτης συνεπεία της υποβολής καταγγελίας·

55.  αναφέρεται, στο πλαίσιο αυτό, στο γεγονός ότι η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια επεσήμανε στο Κοινοβούλιο ότι είναι πρόθυμη να εξετάσει τη δυνατότητα συγκρότησης ενός τέτοιου οργάνου εντός του Γραφείου του Διαμεσολαβητή, και προτρέπει την Επιτροπή να μελετήσει τη σκοπιμότητα της ανάθεσης των εν λόγω καθηκόντων στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο οποίος διαθέτει ήδη την αρμοδιότητα να διερευνά καταγγελίες αθέμιτων πρακτικών εντός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ·

56.  καλεί τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, σε συνεργασία με όλες τις σχετικές αρχές, να εισαγάγουν και να λάβουν όλα τα δυνατά αναγκαία μέτρα για την προστασία της εμπιστευτικότητας των πηγών πληροφόρησης με σκοπό την προστασία έναντι τυχόν ενεργειών που επιφέρουν διακρίσεις ή απειλών, καθώς και να ορίσουν διαφανείς διαύλους για την αποκάλυψη των πληροφοριών, να θεσπίσουν ανεξάρτητες εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές για την προστασία των καταγγελτών και να εξετάσουν το ενδεχόμενο να παράσχουν ειδικά υποστηρικτικά κονδύλια στις αρχές αυτές· ζητεί επίσης την ίδρυση μιας κεντρικής ευρωπαϊκής αρχής για την αποτελεσματική προστασία των καταγγελτών και των ατόμων που τους βοηθούν στη δράση τους, βάσει του προτύπου που υπάρχει ήδη με το σύστημα των αρχών προστασίας των δεδομένων·

57.  καλεί την Επιτροπή, προκειμένου τα μέτρα αυτά να είναι αποτελεσματικά, να αναπτύξει μέσα που θα εστιάζονται στην παροχή προστασίας έναντι αδικαιολόγητων νομικών διώξεων, οικονομικών κυρώσεων και διακρίσεων·

58.  καλεί τα κράτη μέλη να συγκροτήσουν ανεξάρτητους φορείς, με επαρκείς δημοσιονομικούς πόρους, επαρκείς ικανότητες και κατάλληλα εξειδικευμένο προσωπικό, που θα είναι υπεύθυνοι για τη συλλογή των καταγγελιών, τη συνέχεια που θα δοθεί με βάση την απάντηση που δόθηκε στην καταγγελία, και την παροχή καθοδήγησης στους καταγγέλτες, ιδίως εάν δεν έχει δοθεί θετική απάντηση από τον οργανισμό τους, καθώς και για τον προσανατολισμό τους προς την κατάλληλη χρηματοδοτική βοήθεια, ιδιαίτερα σε διασυνοριακές καταστάσεις ή σε περιπτώσεις στις οποίες εμπλέκονται άμεσα τα κράτη μέλη ή τα θεσμικά όργανα της ΕΕ· προτείνει να εκδίδουν τα τελευταία ετήσια έκθεση σχετικά με τις ειδοποιήσεις που έλαβαν και τον χειρισμό τους, σεβόμενα την απαίτηση εμπιστευτικότητας όσον αφορά τις ενδεχόμενες εν εξελίξει έρευνες·

59.  τονίζει ότι θα πρέπει να επιτραπεί η δωρεάν πρόσβαση σε πληροφορίες και εμπιστευτικές συμβουλές για τα άτομα που εξετάζουν το ενδεχόμενο να υποβάλουν καταγγελία προς το δημόσιο συμφέρον ή να προβούν σε αποκάλυψη παράνομων ή αθέμιτων πράξεων που βλάπτουν ή θέτουν σε κίνδυνο το δημόσιο συμφέρον· διαπιστώνει ότι θα πρέπει να προσδιοριστούν δομές ικανές να παρέχουν τέτοιου είδους πληροφορίες και συμβουλές και τα στοιχεία τους θα πρέπει να διατεθούν στο ευρύ κοινό·

60.  εμμένει στο γεγονός ότι, πέρα από το σύνολο των μέτρων προστασίας από τα οποία επωφελούνται οι καταγγέλτες, είναι απαραίτητο να διασφαλιστούν ειδικά στους καταγγέλτες η υποδοχή τους, η φιλοξενία τους και η ασφάλειά τους σε κράτος μέλος που δεν έχει συνάψει συμφωνία έκδοσης με τη χώρα που διέπραξε αυτές τις πράξεις· καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο των συμφωνιών έκδοσης που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της εμπλεκόμενης τρίτης χώρας, και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 67 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ όσον αφορά την ευρωπαϊκή πολιτική στον τομέα του ασύλου, να ενεργήσει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της και να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας έναντι των καταγγελτών που είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι σε σοβαρά αντίποινα στις χώρες των οποίων τις παράνομες ή δόλιες πράξεις αποκάλυψαν·

61.  καλεί την Επιτροπή να προτείνει τη δημιουργία παρόμοιου οργάνου σε επίπεδο ΕΕ, με επαρκείς δημοσιονομικούς πόρους, επαρκείς ικανότητες και κατάλληλα εξειδικευμένο προσωπικό, επιφορτισμένο με τον συντονισμό των ενεργειών των κρατών μελών, ιδίως σε διασυνοριακές καταστάσεις· φρονεί ότι το ευρωπαϊκό αυτό όργανο θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να συλλέγει καταγγελίες, να επαληθεύει την αξιοπιστία τους, να εκδίδει δεσμευτικές συστάσεις και να κατευθύνει τους καταγγέλτες όταν η απάντηση που παρέχουν το κράτος μέλος ή τα εθνικά όργανα είναι προδήλως ανεπαρκής· προτείνει να εκδίδουν τα τελευταία ετήσια έκθεση σχετικά με τις ειδοποιήσεις που έλαβαν και τον χειρισμό τους, σεβόμενα την απαίτηση εμπιστευτικότητας όσον αφορά τις ενδεχόμενες εν εξελίξει έρευνες· θεωρεί ότι η εντολή του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή θα μπορούσε να διευρυνθεί ώστε να εκπληρώνει αυτόν τον ρόλο·

62.  θεωρεί ότι, από τη στιγμή που μια ειδοποίηση χαρακτηριστεί σοβαρή, θα πρέπει να οδηγεί σε δέουσα έρευνα και να ακολουθείται από τη λήψη κατάλληλων μέτρων· θεωρεί ότι , κατά τη διάρκεια της έρευνας, οι καταγγέλτες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διευκρινίζουν την καταγγελία τους και να παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία·

63.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αναπτύξουν δεδομένα, σημεία αναφοράς και δείκτες για τις πολιτικές που αφορούν τους καταγγέλτες στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα·

64.  καλεί όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να ασχοληθούν με την έρευνα ιδίας πρωτοβουλίας της Διαμεσολαβήτριας, της 24ης Ιουλίου 2014, σύμφωνα με το άρθρο 22γ του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η οποία απευθύνει σύσταση προς όλους τους οργανισμούς της ΕΕ να υιοθετήσουν μηχανισμούς «ηθικού» συναγερμού και νομικό πλαίσιο για τους κατηγόρους δημοσίου συμφέροντος που θα βασίζονται άμεσα στους εσωτερικούς κανόνες του γραφείου του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή· υπενθυμίζει την αποφασιστικότητά του στον τομέα αυτόν·

65.  θεωρεί ότι οι καταγγέλτες θα πρέπει επίσης να έχουν το δικαίωμα να προβαίνουν σε επανεξέταση και σχολιασμό του αποτελέσματος της έρευνας που σχετίζεται με την αποκάλυψή τους·

66.  καλεί τα θεσμικά και λοιπά όργανα της ΕΕ να δώσουν το παράδειγμα εφαρμόζοντας, χωρίς καθυστέρηση, τις κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή· καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει πλήρως, τόσο στους κόλπους της όσο και στους οργανισμούς της ΕΕ, τις οικείες κατευθυντήριες γραμμές προστασίας των καταγγελτών σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του 2012· ζητεί από την Επιτροπή να συνεργάζεται αποτελεσματικά και να συντονίζει τις προσπάθειες με τα άλλα θεσμικά όργανα, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, για την προστασία των καταγγελτών·

67.  τονίζει την ανάγκη να επιτευχθεί καλύτερη λειτουργία του συστήματος για την αναφορά εταιρικών αθέμιτων πρακτικών, σε μια προσπάθεια να συμπληρωθεί και να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των υπαρχόντων εθνικών σημείων επαφής για τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις·

68.  τονίζει ότι οι έρευνες σχετικά με τα προβλήματα που αποκαλύπτουν οι καταγγέλτες θα πρέπει να είναι ανεξάρτητες και να διεξάγονται το ταχύτερο δυνατό, προστατεύοντας επίσης τα δικαιώματα των προσώπων που ενδέχεται να εμπλέκονται στην δημοσιοποίηση· υπογραμμίζει ότι, τόσο ο καταγγέλτης, όσο και οποιοδήποτε πρόσωπο εμπλέκεται σε μια καταγγελία, θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχει πρόσθετα επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διάρκεια της έρευνας, και να έχει διαρκή ενημέρωση σχετικά με τη συνέχεια που δίνεται στην υπόθεση·

69.  εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή εισήγαγε τελικά ένα δίαυλο ώστε να μπορούν οι καταγγέλτες να αναφέρουν ή να αποκαλύπτουν πληροφορίες σχετικά με τον ανταγωνισμό και τις συμφωνίες σύμπραξης επιχειρήσεων, τονίζει ωστόσο την ανάγκη απλοποίησης των διαδικασιών και επιμένει ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει υπερβολικός αριθμός διαύλων·

o
o   o

70.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0408.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0310.
(3) ΕΕ C 208 της 10.6.2016, σ. 89.
(4) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0457.
(5) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0022.
(6) https://www.unodc.org/documents/treaties/UNCAC/Publications/Convention/08-50027_F.pdf
(7) Βλέπε για παράδειγμα το ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 6ης Ιουλίου 2016 σχετικά με τη διαδικασία tax rulings και άλλων μέτρων ισοδύναμου χαρακτήρα ή αποτελέσματος, καθώς και το ψήφισμά του της 16ης Δεκεμβρίου 2015 με συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τη διαφάνεια, το συντονισμό και τη συνοχή των πολιτικών για τη φορολογία των επιχειρήσεων στην Ένωση.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου