Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2015/2129(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0368/2017

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0368/2017

Συζήτηση :

PV 13/12/2017 - 24
CRE 13/12/2017 - 24

Ψηφοφορία :

PV 14/12/2017 - 8.7
CRE 14/12/2017 - 8.7
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2017)0501

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 553kWORD 67k
Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Εφαρμογή της οδηγίας σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας
P8_TA(2017)0501A8-0368/2017

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2017 σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας (2015/2129(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 3 και 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και το άρθρο 82 παράγραφος 2 και το άρθρο 83 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 7, 8, 24, 47, 48 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, της 20ής Νοεμβρίου 1989, και τα πρωτόκολλα αυτής,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών από τη σεξουαλική εκμετάλλευση και τη σεξουαλική κακοποίηση της 25ης Οκτωβρίου 2007,

–  έχοντας υπόψη τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης της 23ης Νοεμβρίου 2001 για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο,

–  έχοντας υπόψη την έγκριση, από το Συμβούλιο της Ευρώπης, της στρατηγικής του για τα δικαιώματα του παιδιού (2016-2021),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου(1),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου(2),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 27ης Νοεμβρίου 2014 σχετικά με την 25η επέτειο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού(3),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Μαρτίου 2015 σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών στο διαδίκτυο(4),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2012, σχετικά με μια ευρωπαϊκή στρατηγική για ένα διαδίκτυο καλύτερα προσαρμοσμένο στα παιδιά (COM(2012)0196), και την έκθεση της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 2016 με τίτλο: «Τελική αξιολόγηση του πολυετούς προγράμματος της ΕΕ για την προστασία των παιδιών που χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο και άλλες τεχνολογίες της επικοινωνίας (Ασφαλέστερο Διαδίκτυο)» (COM(2016)0364),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 2016, για την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο τα κράτη μέλη έχουν λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή τους με την οδηγία 2011/93/ΕΕ (COM(2016)0871), και την έκθεση της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 2016, για την αξιολόγηση της εφαρμογής των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 25 της οδηγίας 2011/93/ΕΕ (COM(2016)0872),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Ευρωπόλ του 2016 σχετικά με την αξιολόγηση της απειλής που αντιπροσωπεύει το οργανωμένο έγκλημα στο διαδίκτυο (iOACTA),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 27ης Φεβρουαρίου 2017 με τίτλο «Φιλική προς τα παιδιά δικαιοσύνη: Απόψεις και εμπειρίες παιδιών που εμπλέκονται σε δικαστικές διαδικασίες ως θύματα, μάρτυρες ή αντίδικοι σε εννέα κράτη μέλη της ΕΕ,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 12ης Απριλίου 2017, με τίτλο «Η προστασία των παιδιών-μεταναστών» (COM(2017)0211),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του, καθώς και το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και το παράρτημα 3 της απόφασης της Διάσκεψης των Προέδρων της 12ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με τη διαδικασία εξουσιοδότησης για την εκπόνηση εκθέσεων πρωτοβουλίας,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας και της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (A8-0368/2017),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σεξουαλική κακοποίηση και η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειδικότερα του δικαιώματος των παιδιών στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους, όπως προβλέπεται στη Σύμβαση του 1989 των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα μέτρα για την πάταξη των αδικημάτων αυτών πρέπει να τίθενται σε εφαρμογή με γνώμονα το υπέρτατο συμφέρον των παιδιών, σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία 2011/93/ΕΕ είναι ένα ολοκληρωμένο νομικό μέσο που περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο και τις ποινικές διαδικασίες, τα μέτρα βοήθειας και προστασίας των θυμάτων και την πρόληψη, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών μέτρων, και ότι η εφαρμογή της απαιτεί τη στενή συμμετοχή φορέων από διαφορετικούς τομείς, όπως οι αρχές επιβολής του νόμου, η δικαστική εξουσία, οι σύλλογοι γονέων και οικογενειών που διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στον τομέα προστασίας ανηλίκων, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου και άλλοι·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση εφαρμογής της Επιτροπής δεν παρέχει στατιστικά στοιχεία σε σχέση με την απόσυρση ιστότοπων και τη φραγή της πρόσβασης σε ιστότοπους που περιέχουν ή διαδίδουν υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, ιδίως στατιστικά στοιχεία σχετικά με την ταχύτητα κατάργησης περιεχομένου, τη συχνότητα με την οποία οι εκθέσεις παρακολουθούνται από τις αρχές επιβολής του νόμου, τις καθυστερήσεις που σημειώνονται κατά την απόσυρση λόγω της ανάγκης αποφυγής παρεμπόδισης εν εξελίξει ερευνών, ή τη συχνότητα με την οποία οποιαδήποτε τέτοια αποθηκευμένα δεδομένα χρησιμοποιούνται πράγματι από δικαστικές αρχές ή αρχές επιβολής του νόμου·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια από τις κύριες προκλήσεις για τη διεξαγωγή ερευνών όσον αφορά τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών και τη δίωξη των δραστών είναι η μη καταγγελία από τα θύματα· ότι τα αγόρια είναι λιγότερο πιθανό να καταγγέλλουν κακοποίηση·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα παιδιά, που είναι θύματα σεξουαλικής κακοποίησης ή εκμετάλλευσης, πάσχουν από πολλαπλά και μακροχρόνια σωματικά και/ή ψυχολογικά τραύματα που μπορούν να τα ακολουθούν και στην ενήλικη ζωή τους·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σεξουαλική κακοποίηση και η εκμετάλλευση παιδιών στο διαδίκτυο είναι ένα εξελισσόμενο φαινόμενο και ότι νέες μορφές εγκληματικότητας, όπως η «πορνογραφία εκδίκησης» και ο σεξουαλικός εκβιασμός, έχουν δημιουργηθεί στο διαδίκτυο και πρέπει να αντιμετωπισθούν με συγκεκριμένα μέτρα από τα κράτη μέλη·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αρχές επιβολής του νόμου αντιμετωπίζουν προκλήσεις που δημιουργούν τα διομότιμα και τα ιδιωτικά δίκτυα στα οποία ανταλλάσσεται υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει ανάγκη να ευαισθητοποιούνται σε πρώιμο στάδιο τα κορίτσια και τα αγόρια σχετικά με τους κινδύνους και τη σημασία του σεβασμού της αξιοπρέπειας και της ιδιωτικής ζωής των άλλων στην ψηφιακή εποχή·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα παιδιά-μετανάστες – ιδίως τα κορίτσια αλλά και σημαντικό ποσοστό αγοριών(5) – είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένα στη σεξουαλική κακοποίηση και τη σεξουαλική εκμετάλλευση στα χέρια διακινητών, λαθρεμπόρων, εμπόρων ναρκωτικών, δικτύων πορνείας, καθώς και άλλων ατόμων ή δικτύων που εκμεταλλεύονται την ευάλωτη κατάστασή τους, κατά τη διαδρομή και μόλις φτάσουν στην Ευρώπη·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι από τη βιομηχανία του σεξουαλικού τουρισμού πλήττεται μεγάλος αριθμός παιδιών, ιδίως κορίτσια αλλά και σημαντικό ποσοστό αγοριών·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, για να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει της αιτιολογικής σκέψης 47 της οδηγίας 2011/93/ΕΕ για την κατάργηση ιστοτόπων και τη φραγή της πρόσβασης σε αυτούς, πρέπει να τηρούν τις διασφαλίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 25 της παρούσας οδηγίας·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συστηματική επανεξέταση και μετα-ανάλυση έδειξε ότι, σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους χωρίς αναπηρίες, τα παιδιά με αναπηρίες ήταν τρεις φορές πιο πιθανόν να υποστούν σωματική ή σεξουαλική βία·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρήση του όρου «παιδική πορνογραφία» δεν ενδείκνυται για να προσδιοριστούν τα εγκλήματα που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 2 στοιχείο γ) της οδηγίας 2011/93/ΕΕ και μπορεί να αποβεί εις βάρος παιδιών θυμάτων·

Βασικά συμπεράσματα και συστάσεις

1.  καταδικάζει απερίφραστα όλες τις μορφές σεξουαλικής κακοποίησης ή εκμετάλλευσης παιδιών, καθώς και τη βίαιη και προσβλητική θυματοποίηση των παιδιών σε όλα τα επίπεδα· επικροτεί την έγκριση, από το Συμβούλιο της Ευρώπης, της στρατηγικής του για τα δικαιώματα του παιδιού (2016-2021)· καλεί όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη όλων των μορφών σωματικής και ψυχολογικής βίας, συμπεριλαμβανομένης της σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης, και για την προστασία των παιδιών από αυτές τις μορφές βίας· καλεί όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη να αναλάβουν κοινή αποτελεσματική δράση για την εξάλειψη της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης και γενικότερα όλων των σεξουαλικών εγκλημάτων κατά των παιδιών· καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και να κράτη μέλη να δώσουν ρητή προτεραιότητα στην προστασία των παιδιών κατά τον προγραμματισμό και την εφαρμογή πολιτικών, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν αρνητικό αντίκτυπο σ’ αυτά·

2.  θεωρεί ότι η οδηγία 2011/93/ΕΕ συνιστά ισχυρό και πλήρες νομικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών· εκφράζει τη λύπη του για τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετώπισαν τα κράτη μέλη όσον αφορά τη μεταφορά και την εφαρμογή της οδηγίας, ιδίως όσον αφορά τις διατάξεις σχετικά με την πρόληψη, τη διερεύνηση και τη δίωξη, καθώς και την προστασία και την παροχή βοήθειας στα θύματα και για το γεγονός ότι δεν έχουν ακόμα αξιοποιηθεί πλήρως οι δυνατότητες της οδηγίας· παροτρύνει τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την πλήρη και ορθή μεταφορά της· καλεί τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθετικής μεταφοράς, ώστε να εξασφαλιστεί η προστασία των παιδιών θυμάτων και η παροχή βοήθειας σ’ αυτά και μηδενική ανοχή για τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών·

3.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να παρουσιάσει τις εκθέσεις υλοποίησής της εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 28 της οδηγίας 2011/93/ΕΕ και ότι οι δύο εκθέσεις που παρουσίασε η Επιτροπή απλώς τεκμηρίωσαν την μεταφορά και μόνο στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη και δεν αξιολόγησαν πλήρως τη συμμόρφωση προς τη οδηγία· ζητεί από τα κράτη μέλη να συνεργαστούν και να διαβιβάσουν στην Επιτροπή όλες τις σχετικές πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων στατιστικών στοιχείων·

4.  τονίζει ότι ο όρος «υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών» είναι καταλληλότερος από τον όρο «παιδική πορνογραφία» για τέτοια εγκλήματα κατά παιδιών· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καθιερώσουν τη χρήση του όρου «υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών» αντί του όρου «παιδική πορνογραφία»· τονίζει, ωστόσο, ότι η νέα ορολογία δεν περιορίζει με κανέναν τρόπο τα αδικήματα που περιγράφονται ως «παιδική πορνογραφία» στο άρθρο 5 της οδηγίας 2011/93/ΕΕ σε συνάρτηση με το άρθρο 2 στοιχείο γ)·

5.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι η έκθεση εφαρμογής της Επιτροπής δεν αναφέρει κατά πόσον αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα του συστήματος INHOPE κατά τη διαβίβαση εκθέσεων σε ομολόγους σε τρίτες χώρες·

6.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν συγκέντρωσε δεδομένα σχετικά με τους τύπους φραγής της πρόσβασης που χρησιμοποιήθηκαν· θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι δεν έχουν δημοσιευθεί δεδομένα σχετικά με τον αριθμό των ιστότοπων που περιλαμβάνονται στους καταλόγους φραγής πρόσβασης σε κάθε χώρα· θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι δεν έχει γίνει αξιολόγηση της χρήσης μεθόδων ασφαλείας, όπως η κρυπτογράφηση, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι κατάλογοι φραγής πρόσβασης δεν πρόκειται να διαρρεύσουν με αποτέλεσμα να καταστούν σε σοβαρό βαθμό αντιπαραγωγικοί· επικροτεί το γεγονός ότι, αφού προώθησε την υποχρεωτική φραγή πρόσβασης το 2011, η Επιτροπή εγκατέλειψε ρητώς αυτήν τη θέση·

Ουσιαστικό ποινικό δίκαιο (άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας)

7.  λαμβάνει υπό σημείωση το γεγονός ότι τα κράτη μέλη έχουν μεταφέρει τις διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου της οδηγίας 2011/93/ΕΕ στο εθνικό τους δίκαιο· ανησυχεί, ωστόσο, ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν μεταφέρει πλήρως τις διατάξεις σχετικά με τα αδικήματα που σχετίζονται με τη σεξουαλική εκμετάλλευση (άρθρο 4), τα αδικήματα που σχετίζονται με τη σεξουαλική κακοποίηση όταν γίνεται κατάχρηση αναγνωρισμένης θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής [άρθρο 3 παράγραφος 5 στοιχείο θ)] ή γίνεται κατάχρηση μιας ιδιαιτέρως ευάλωτης κατάστασης του παιδιού [άρθρο 3 παράγραφος 5 σημείο ii)] και που σχετίζονται με την ευθύνη των νομικών προσώπων (άρθρο 12)·

8.  θεωρεί, ειδικότερα, ότι τα κράτη μέλη πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την καταπολέμηση της ατιμωρησίας των δραστών σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, καθώς και των ατόμων ή νομικών προσώπων που εμπλέκονται στη διευκόλυνση, την ενίσχυση ή την υποκίνηση οποιωνδήποτε αδικημάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης και σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών· θεωρεί ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την ευθύνη τόσο των φυσικών όσο και των νομικών προσώπων, όταν η έλλειψη παρακολούθησης ή εποπτείας ενός προσώπου που είναι μέλος αυτής της νομικής οντότητας έχει επιτρέψει ή διευκολύνει τη διάπραξη εγκλημάτων·

9.  ανησυχεί ιδιαιτέρως για τις απειλές και τους κινδύνους που θέτει η διάσταση του διαδικτύου στα παιδιά, ιδίως όσον αφορά τη στρατολόγηση παιδιών μέσω του διαδικτύου, καθώς και τη σεξουαλική προσέγγιση και άλλες μορφές παρακίνησης· θεωρεί ότι πρέπει να βρεθούν λύσεις για τον εντοπισμό, την υποβολή εκθέσεων και τη διερεύνηση τέτοιων επικίνδυνων πρακτικών· τονίζει την ανάγκη αύξησης του επιπέδου προστασίας των παιδιών στο διαδίκτυο, αλλά και της δρομολόγησης προγραμμάτων ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης σε σχέση με τους κινδύνους που υπάρχουν στο διαδίκτυο·

10.  υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι οι περιορισμοί που επιβάλλονται στο επιγραμμικό περιεχόμενο πρέπει να βασίζονται στον νόμο, να προσδιορίζονται σαφώς, να είναι αναλογικοί και δικαιολογημένοι και να εξυπηρετούν συγκεκριμένο σκοπό·

11.  εκφράζει την ανησυχία του για την εξάπλωση του φαινομένου των μεταδόσεων σε απευθείας σύνδεση στο διαδίκτυο, στις οποίες παιδιά είναι θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, καθώς οι δράστες αποδεικνύονται πολύ έξυπνοι και καινοτόμοι στη χρήση προηγμένης τεχνολογίας· θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι όλα τα κράτη μέλη πρέπει να καταβάλουν προσπάθειες για να αναπτύξουν καινοτόμες τεχνικές εφαρμογές για την ανίχνευση και την παρεμπόδιση της πρόσβασης σε τέτοιες μεταδόσεις, αλλά και για να επιβάλουν περιορισμούς στην πληρωμή για τις υπηρεσίες αυτές.

12.  υπογραμμίζει την ανάγκη αντιμετώπισης των νέων μορφών εγκληματικότητας στο διαδίκτυο, όπως η πορνογραφία εκδίκησης και ο σεξουαλικός εκβιασμός, που επηρεάζουν πολλούς νέους, ιδίως τα έφηβα κορίτσια· ζητεί από τις αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών και τις δικαστικές αρχές να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για την καταστολή της νέας αυτής μορφής εγκλήματος και από τον κλάδο του διαδικτύου, τις ανοιχτές τηλεφωνικές γραμμές, τις ΜΚΟ και όλους τους συναφείς φορείς να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί, αναζητώντας λύσεις για την αντιμετώπιση αυτών των εγκλημάτων, συμπεριλαμβανομένης της καλύτερης χρήσης των διαθέσιμων τεχνολογιών και αναπτύσσοντας νέες τεχνολογίες προκειμένου να διευκολυνθεί η ταυτοποίηση προσώπων που διαπράττουν εγκλήματα στο διαδίκτυο·

13.  επαναλαμβάνει το δικαίωμα κάθε ατόμου να αποφασίζει για την τύχη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, ιδίως το αποκλειστικό δικαίωμα ελέγχου της χρήσης και της γνωστοποίησης των προσωπικών πληροφοριών και το δικαίωμα στη λήθη, το οποίο ορίζεται ως η δυνατότητα άμεσης κατάργησης περιεχομένου που ενδέχεται να βλάψει την αξιοπρέπεια του ατόμου·

14.  επαναλαμβάνει ότι τα κράτη μέλη που δεν το έχουν ακόμη πράξει πρέπει να ποινικοποιήσουν, εκτός από την σεξουαλική προσέγγιση παιδιών μέσω διαδικτύου («online grooming»), και την επίμονη παρακολούθηση μέσω διαδικτύου ή την παραπλάνηση παιδιών στο διαδίκτυο. υπενθυμίζει ότι ο όρος «επίμονη παρακολούθηση μέσω διαδικτύου» παραπέμπει σε κατάσταση όπου ένας ενήλικας επικοινωνεί μέσω διαδικτύου με ανήλικο ή άτομο που πιστεύει ότι είναι ανήλικο, με σκοπό να διαπράξει στη συνέχεια εγκληματική πράξη σε βάρος του·

15.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι δεν έχουν παρασχεθεί στατιστικά στοιχεία σε σχέση με την εφαρμογή ποινικών διαδικασιών για την κατάσχεση εξοπλισμού σε σχετικές υποθέσεις·

Έρευνα και ποινική δίωξη

16.  επισημαίνει ότι αρκετά κράτη μέλη δεν έχουν εφαρμόσει την απαίτηση για τη δίωξη των αδικημάτων εντός επαρκούς χρονικού διαστήματος μετά την ενηλικίωση του θύματος· ενθαρρύνει, συνεπώς, τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι τα νόμιμα όρια εντός των οποίων μπορούν να αναφέρονται και να διώκονται αυτά τα εγκλήματα είναι επαρκούς διάρκειας και ότι, τουλάχιστον, αρχίζουν από την ηλικία ενηλικίωσης του παιδιού-θύματος, προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα δίωξης του εγκλήματος·

17.  υπογραμμίζει τη σημασία της εφαρμογής του άρθρου 17, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη έχουν δικαιοδοσία επί αδικημάτων που διαπράττονται μέσω τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ) στην οποία παρέχεται πρόσβαση από το έδαφός τους, ασχέτως εάν η συγκεκριμένη τεχνολογία είναι εγκατεστημένη ή όχι στο έδαφός τους· υπογραμμίζει την ανάγκη ανάπτυξης συγκεκριμένης βάσης για κοινή προσέγγιση της ΕΕ στον τομέα της δικαιοδοσίας στον κυβερνοχώρο, όπως αυτή διατυπώθηκε στο πλαίσιο της άτυπης συνόδου των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της 26ης Ιανουαρίου 2016·

18.  αποδοκιμάζει το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνονται στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών όλα τα αδικήματα που αναγράφονται στην οδηγία 2011/93/ΕΕ, όταν πρόκειται για εξωεδαφική αρμοδιότητα· θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη εγγυώνται ότι αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης που διαπράττονται στο εξωτερικό θα διώκονται χωρίς να γίνει καταγγελία από το θύμα· καλεί τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά αυτές τις ελλείψεις·

19.  καλεί όλα τα κράτη μέλη να διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς πόρους και ανθρώπινο δυναμικό στις αρχές επιβολής του νόμου και στις δικαστικές αρχές για την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών, συμπεριλαμβανομένης ειδικής κατάρτισης για την αστυνομία και τους υπεύθυνους έρευνας· ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τους πόρους που διατίθενται για την ταυτοποίηση των θυμάτων και παροτρύνει τα κράτη μέλη που δεν έχουν μεταφέρει ακόμη στο εθνικό τους δίκαιο το άρθρο 15 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/93/ΕΕ σχετικά με την ταυτοποίηση των θυμάτων να το πράξουν χωρίς καθυστέρηση και να εφαρμόσουν τη διάταξη αυτή με τη συγκρότηση ειδικευμένων ομάδων έρευνας εφοδιασμένων με κατάλληλα εργαλεία και πόρους·

20.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι ακριβή στατιστικά στοιχεία και δεδομένα σχετικά με τον αριθμό εγκλημάτων που διαπράττονται ιδίως στον τομέα της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών, εξακολουθούν να λείπουν εξαιτίας του υψηλού ποσοστού περιπτώσεων που δεν καταγγέλλονται, του πρωτοφανούς χαρακτήρα των εγκλημάτων και των διαφορών ως προς τους ορισμούς και τις μεθοδολογίες που εφαρμόζονται στα διάφορα κράτη μέλη·

21.  τονίζει ότι ορισμένες από τις σημαντικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι αρχές επιβολής του νόμου και οι δικαστικές αρχές κατά τη διερεύνηση και δίωξη αδικημάτων σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στο διαδίκτυο, οφείλονται, ειδικότερα, στη συχνά διασυνοριακή διάσταση των ερευνών ή στην εξάρτηση από ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία· επισημαίνει, ιδίως, την ανάγκη αναβάθμισης των ψηφιακών τεχνικών έρευνας προκειμένου να συμβαδίσουν με τον ταχύ ρυθμό της τεχνολογικής ανάπτυξης·

22.  καλεί τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη συνεργασία μεταξύ των υπεύθυνων για την επιβολή του νόμου αρχών τους, μεταξύ άλλων μέσω της αυξημένης χρήσης των κοινών ομάδων έρευνας· παροτρύνει τις αρχές να αναγνωρίσουν ότι η υπέρμετρη στήριξη σε ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας και στον κλάδο μπορεί να είναι αντιπαραγωγική και ότι έτσι απλώς ανατίθεται σε τρίτους η καταπολέμηση του υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών·

23.  καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν τις διατάξεις της οδηγίας 2011/93/ΕΕ με μακροπρόθεσμη προοπτική· καλεί τις επιχειρήσεις και τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου να εφαρμόσουν σύγχρονες τεχνολογίες και να επενδύσουν σε καινοτόμες λύσεις για την αύξηση των δυνατοτήτων εντοπισμού και δίωξης των δραστών, την εξάρθρωση εγκληματικών δικτύων στο διαδίκτυο, καθώς και για την προστασία των θυμάτων·

24.  εκφράζει την ανησυχία του για τη χρήση τεχνολογιών μετατροπής διευθύνσεων μέσω μεταφορέα βαθμίδας (NAT CGN) από τους παρόχους πρόσβασης στο διαδίκτυο που επιτρέπουν την ταυτόχρονη κοινή χρήση μίας διεύθυνσης IP από περισσότερους χρήστες, υπονομεύοντας με τον τρόπο αυτό την ασφάλεια στο διαδίκτυο και τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης· καλεί τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν τους παρόχους υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να περιορίσουν τον αριθμό χρηστών ανά διεύθυνση IP, να καταργήσουν σταδιακά τη χρήση των τεχνολογιών CGN και να προβούν στις αναγκαίες επενδύσεις για την άμεση υιοθέτηση της επόμενης γενιάς διευθύνσεων πρωτοκόλλου διαδικτύου (έκδοση 6 – IPv6)·

25.  καλεί τα κράτη μέλη να εντείνουν την αστυνομική και δικαστική συνεργασία τους, καθώς και να αξιοποιήσουν πλήρως τα υφιστάμενα εργαλεία συνεργασίας της ΕΕ που παρέχονται από την Ευρωπόλ, ιδίως στο πλαίσιο του Analysis Project (AP) Twins και του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο, και την Eurojust, ώστε να διασφαλιστεί η επιτυχής διερεύνηση και δίωξη των δραστών και πιθανών συνεργών· υπογραμμίζει ότι η Ευρωπόλ και η Eurojust θα πρέπει να διαθέτουν τους κατάλληλους πόρους για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους και ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές·

26.  καλεί τα κράτη μέλη να ενισχύσουν την αστυνομική και δικαστική συνεργασία τους για την καταπολέμηση της εμπορίας και της λαθρεμπορίας παιδιών μεταναστών, τα οποία είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στην κακομεταχείριση, την εμπορία και τη σεξουαλική εκμετάλλευση, κυρίως τα κορίτσια, αλλά και τα αγόρια· ζητεί να ενισχυθεί η συνεργασία και η ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών για τον εντοπισμό των αγνοούμενων παιδιών και για τη διαλειτουργικότητα των βάσεων δεδομένων· καλεί τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν μια ολιστική προσέγγιση που περιλαμβάνει όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, και να αυξήσουν τη συνεργασία με τις αρχές επιβολής του νόμου, τις κοινωνικές υπηρεσίες και την κοινωνία των πολιτών· αναγνωρίζει τον σημαντικό ρόλο της κοινωνίας των πολιτών στην ταυτοποίηση ευάλωτων παιδιών, δεδομένης της έλλειψης εμπιστοσύνης που έχουν δείξει τα παιδιά μετανάστες στις αρχές επιβολής του νόμου·

27.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την καταπολέμηση του σεξουαλικού τουρισμού με θύματα παιδιά και τη δίωξη των δραστών και των συνεργών, λαμβάνοντας υπόψη την ευθύνη όλων των εμπλεκόμενων φορέων·

28.  θεωρεί ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρυνθούν να δημιουργήσουν ένα διεθνές δίκτυο που ειδικεύεται στην καταπολέμηση του σεξουαλικού τουρισμού και, όσον αφορά τις πολιτικές που ακολουθεί η πολιτεία, θα πρέπει να υπάρχουν προγράμματα χρηματοδότησης επικεντρωμένα στην παροχή βοήθειας προς οικογένειες και παιδιά που βρίσκονται στη ζώνη κινδύνου.

Πρόληψη (άρθρα 22, 23 και 24 της οδηγίας)

29.  καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν αποτελεσματικά προγράμματα πρόληψης και παρέμβασης, συμπεριλαμβανομένων προγραμμάτων τακτικής κατάρτισης, για όλους τους υπαλλήλους, εκπαιδευτές, ενώσεις γονέων και εμπλεκόμενα μέρη που έρχονται σε επαφή με παιδιά, προκειμένου να εκτιμήσουν καλύτερα τον κίνδυνο διάπραξης εγκλημάτων·

30.  παροτρύνει όλα τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν κατάλληλα μέτρα, όπως η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, οι εκστρατείες πρόληψης, τα προγράμματα κατάρτισης και τα ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα για τις αρχές, τους γονείς, τους δασκάλους, τα παιδιά και τους ανηλίκους –σε συνεργασία, επίσης, με συλλόγους γονέων που διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στην προστασία παιδιών και ανηλίκων, καθώς και με σχετικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών– προκειμένου να προωθηθεί η εξοικείωση με τα μέσα επικοινωνίας, η ασφάλεια στο διαδίκτυο και η σημασία των οικογενειακών αξιών (π.χ. η αμοιβαία ευθύνη, ο σεβασμός και η φροντίδα), της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της αυτοεκτίμησης, της μη χρήσης βίας και, γενικότερα, των δικαιωμάτων των παιδιών να προστατεύονται από όλες τις μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης·

31.  καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ένα σύστημα πολλαπλών βαθμίδων για την προστασία των παιδιών, με βάση τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και τον πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, με σκοπό να στείλουν ένα σαφές μήνυμα ότι όλες οι μορφές σωματικής, σεξουαλικής και συναισθηματικής κακοποίησης παιδιών είναι απαράδεκτες και τιμωρούνται από τον νόμο·

32.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά το εκπαιδευτικό υλικό και τα προγράμματα κατάρτισης για όλους τους εμπλεκόμενους, όπως οι δάσκαλοι, οι γονείς, οι εκπαιδευτές και οι αρχές επιβολής του νόμου, προκειμένου να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση σχετικά με τη σεξουαλική προσέγγιση και άλλους κινδύνους για την ασφάλεια των παιδιών στο διαδίκτυο· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν φιλόδοξα εκπαιδευτικά προγράμματα που απευθύνονται τόσο στους γονείς όσο και στα παιδιά με σκοπό να τους δώσουν εργαλεία ευαισθητοποίησης για τους κινδύνους του διαδικτύου και να τους ενθαρρύνουν να αναφέρουν περιστατικά των οποίων ήταν μάρτυρες ή θύματα, ιδίως μέσω των ανοικτών τηλεφωνικών γραμμών που έχουν δημιουργηθεί ειδικά για τα παιδιά· θεωρεί πολύ σημαντική την παροχή κατευθυντηρίων γραμμών στους γονείς, προκειμένου να αξιολογούν τους κινδύνους που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα παιδιά τους και να εντοπίσουν τα πρώτα σημάδια μιας πιθανής διαδικτυακής σεξουαλικής κακοποίησης· καλεί τους παρόχους υπηρεσιών να καταβάλουν περισσότερες προσπάθειες για την ευαισθητοποίηση σχετικά με τους επιγραμμικούς κινδύνους, ιδίως για τα παιδιά, μέσω της ανάπτυξης εργαλείων αλληλεπίδρασης και ενημερωτικού υλικού·

33.  ζητεί επιτακτικά από τα κράτη μέλη να εισαγάγουν στη νομοθεσία τους υποχρεωτικούς ελέγχους ποινικού ιστορικού για τα πρόσωπα που ζητούν εργασία ή υποβάλλουν αίτηση για εθελοντισμό για δραστηριότητες ή απασχόληση όπου έρχονται σε επαφή με παιδιά ή έχουν εξουσία επί αυτών, και να ανταλλάσσουν συστηματικά πληροφορίες σχετικά με άτομα που συνιστούν κίνδυνο για τα παιδιά·

34.  καλεί τα κράτη μέλη να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τους δράστες σεξουαλικών αδικημάτων εις βάρος παιδιών ώστε να παρεμποδίζεται η απαρατήρητη μετακίνησή τους από το ένα κράτος μέλος στο άλλο για απασχόληση ή για εθελοντισμό με παιδιά ή σε ιδρύματα για παιδιά· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αυξάνουν την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με καταδικαστικές αποφάσεις και απαγορεύσεις, καθώς και να διασφαλίσουν τη συστηματική και συνεκτική συλλογή δεδομένων στα εθνικά μητρώα δραστών· καλεί τα κράτη μέλη να τηρούν τις υποχρεώσεις τους βάσει του άρθρο 22 της οδηγίας 2011/93/ΕΕ και να προβλέψουν αποτελεσματικά προγράμματα και μέτρα παρέμβασης, τα οποία έχουν εξεταστεί σε ακαδημαϊκό επίπεδο, για πρόσωπα που φοβούνται ότι μπορεί να διαπράξουν αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και άλλα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 της οδηγίας.

35.  σημειώνει ότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν αναπτύξει ειδικά λειτουργικά συστήματα και εγκληματολογικές ικανότητες με στόχο τη διεξαγωγή ερευνών για τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών· σημειώνει, ωστόσο, ότι τα περισσότερα κράτη μέλη δεν διαθέτουν εξειδικευμένες ερευνητικές υπηρεσίες ούτε τα οικονομικά μέσα για την απόκτηση εγκληματολογικών υλικών, όπως ειδικό λογισμικό που επιτρέπει τη διεξαγωγή διαδικτυακής έρευνας· συνιστά, ως εκ τούτου, να στηρίξει η ΕΕ τις υπηρεσίες αυτές παρέχοντας τα κατάλληλα κεφάλαια, όπου χρειάζεται·

36.  επισημαίνει ότι οι περισσότερες περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών δεν καταγγέλλονται στις αρχές επιβολής του νόμου· ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προβούν στα αναγκαία διαβήματα για να βελτιώσουν και να ενισχύσουν τους τρόπους με τους οποίους τα παιδιά θα καταγγέλλουν κακοποίηση, καθώς και να εξετάσουν το ενδεχόμενο κατάρτισης μηχανισμών συστηματικής καταγγελίας·

37.  καλεί τα κράτη μέλη να αναπτύξουν ή να ενισχύσουν τηλεφωνικές γραμμές που παρέχουν βοήθεια και στήριξη για παιδιά θύματα σεξουαλικής κακοποίησης ή εκμετάλλευσης και μεριμνούν για το σεβασμό του θεμελιώδους δικαιώματος των παιδιών να ακούγονται· καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν τη διαθεσιμότητα αυτών των τηλεφωνικών γραμμών βοήθειας 24 ώρες το 24ωρο, την προσβασιμότητά τους μέσω διαφορετικών μέσων επικοινωνίας, την εμπιστευτικότητά τους, τον δωρεάν χαρακτήρα τους τόσο για τα παιδιά όσο και για τις τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας, τη σαφή θέση τους εντός των εθνικών συστημάτων προστασίας παιδιών, καθώς και εγγυήσεις για τη διαρθρωτική και μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση των εν λόγω τηλεφωνικών γραμμών βοήθειας·

Συνδρομή και προστασία των θυμάτων (άρθρα 18, 19 και 20 της οδηγίας)

38.  καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν πλήρως την οδηγία 2012/29/ΕΕ για τα δικαιώματα των θυμάτων της εγκληματικότητας, να υιοθετήσουν ειδικά μέτρα για την προστασία των παιδιών-θυμάτων και να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές ώστε να εξασφαλίσουν ότι τα παιδιά λαμβάνουν την κατάλληλη συνδρομή και στήριξη καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και μετέπειτα·

39.  χαιρετίζει τις βέλτιστες πρακτικές που υιοθετήθηκαν σε ορισμένα κράτη μέλη για την προστασία των παιδιών, όπως το Barnhuset στη Σουηδία, μεταξύ άλλων· καλεί τα κράτη μέλη να επικεντρωθούν στη διασφάλιση της παροχής νομικής βοήθειας, ψυχολογικής υποστήριξης και συνδρομής και στην αποφυγή της δευτερογενούς θυματοποίησης των παιδιών· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να δρομολογήσουν εκστρατείες ευαισθητοποίησης τόσο σε περιφερειακό όσο και σε εθνικό επίπεδο για να προωθήσουν την υποστήριξη των παιδιών θυμάτων και να ενισχύσουν την αλλαγή νοοτροπίας στην κοινή γνώμη προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν στάση ή συμπεριφορά απόδοσης ευθυνών στα θύματα, η οποία μπορεί να προκαλέσει πρόσθετα τραύματα στα παιδιά που έχουν πέσει θύματα κακοποίησης·

Κατάργηση και φραγή πρόσβασης (άρθρο 25)

40.  επικροτεί το γεγονός ότι τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει νομοθετικά και διοικητικά μέτρα για την κατάργηση ιστοσελίδων που περιέχουν υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και φιλοξενούνται στο έδαφός τους· καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν πλήρως το άρθρο 25 της οδηγίας 2011/93/ΕΕ και να δώσουν προτεραιότητα στην ταχεία κατάργηση στην πηγή υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, θεσπίζοντας για το σκοπό αυτό τις σχετικές διασφαλίσεις· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι μόνο τα μισά κράτη μέλη έχουν ενσωματώσει διατάξεις στη νομοθεσία τους, καθιστώντας δυνατή την παρεμπόδιση της πρόσβασης σε αυτές τις ιστοσελίδες για χρήστες εντός του εδάφους τους· υπενθυμίζει ότι, κατά την καταπολέμηση της διάδοσης υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, τα μέτρα κατάργησης είναι πιο αποτελεσματικά από τη φραγή της πρόσβασης, καθώς η φραγή πρόσβασης δεν διαγράφει το περιεχόμενο·

41.  εκφράζει τη λύπη και την ανησυχία του ότι, παρότι η Επιτροπή έχει αναφέρει ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν διαθέτουν λειτουργικές διαδικασίες κοινοποίησης και απόσυρσης, δεκαέξι χρόνια μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2000/31/ΕΚ (οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο), δεν έχει αναφέρει ότι θα αναληφθεί οποιαδήποτε ενέργεια για να κληθούν τα εν λόγω κράτη μέλη να συμμορφωθούν προς το δίκαιο της ΕΕ·

42.  καλεί την Επιτροπή να καταβάλει περαιτέρω προσπάθειες για να συγκεντρώσει τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες προκειμένου να εξακριβώσει ποιες διαδικασίες εφαρμόζονται στα κράτη μέλη που ούτε διαθέτουν λειτουργικές διαδικασίες κοινοποίησης και απόσυρσης ούτε εφαρμόζουν ποινικές κυρώσεις, και να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει κατά κρατών μελών σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στην οδηγία 2000/31/ΕΚ σχετικά με το ζήτημα αυτό·

43.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή ούτε αξιολόγησε την ασφάλεια των καταλόγων φραγής πρόσβασης, τις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται για τη φραγή πρόσβασης στις χώρες που έχουν εφαρμόσει τα μέτρα, την εκτέλεση μέτρων ασφάλειας, όπως η κρυπτογράφηση, για την αποθήκευση και την κοινοποίηση καταλόγων φραγής πρόσβασης, ούτε προέβη σε ουσιαστική ανάλυση της αποτελεσματικότητας του εν λόγω μέτρου·

44.  σημειώνει ότι η οδηγία 2011/93/ΕΕ δεν απαιτεί υποχρεωτική φραγή πρόσβασης· αναγνωρίζει ότι η φραγή πρόσβασης δεν αποτελεί ούτε μοναδική ούτε αξιόπιστη τεχνολογία· συνιστά την κατάργηση περιεχομένου κακοποίησης παιδιών, εκμετάλλευσης παιδιών και σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στην πηγή, στο πλαίσιο αποτελεσματικών ενεργειών από μέρους των δικαστικών αρχών και των αρχών επιβολής του νόμου·

45.  καλεί επιτακτικά τα κράτη μέλη να επιταχύνουν, σε συνεργασία με τον κλάδο του διαδικτύου, τις διαδικασίες κοινοποίησης και απόσυρσης, που εξακολουθούν να είναι πολύ μακρόχρονες, και να δημιουργήσουν συμπράξεις με τον κλάδο του διαδικτύου, την Ευρωπόλ και την Eurojust για να αποτρέψουν την παραβίαση και την κατάχρηση των δικτύων και συστημάτων με σκοπό τη διανομή υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών·

46.  καλεί τα κράτη μέλη, στις περιπτώσεις στις οποίες το περιεχόμενο φιλοξενείται σε τρίτες χώρες, να εντείνουν τη συνεργασία με τις ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες και με την Interpol, με σκοπό να εξασφαλιστεί η ταχεία αφαίρεση του εν λόγω περιεχομένου·

47.  συνιστά οι μαύροι κατάλογοι ιστοτόπων που περιέχουν υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών να επικαιροποιούνται τακτικά από τις αρμόδιες αρχές και να κοινοποιούνται στους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου, προκειμένου να αποφεύγεται, για παράδειγμα, η υπερβολική φραγή της πρόσβασης και να διασφαλίζεται η αναλογικότητα· συνιστά την ανταλλαγή των εν λόγω μαύρων καταλόγων ιστοτόπων μεταξύ των κρατών μελών με την Ευρωπόλ και το Ευρωπαϊκό Κέντρο της για τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο, καθώς και με την Interpol· θεωρεί, εν προκειμένω, ότι μπορεί να εφαρμοσθεί η προσφάτως αναπτυχθείσα τεχνολογία κατακερματισμού, που περιλαμβάνει την αυτόματη ανίχνευση και αναγνώριση εικόνας· τονίζει ότι οποιαδήποτε τεχνολογία εφαρμόζεται θα πρέπει να υποβάλλεται σε αυστηρές δοκιμές ώστε να εξαλείφεται ή τουλάχιστον να ελαχιστοποιείται το ενδεχόμενο παραβίασης, κατάχρησης ή αντιπαραγωγικών επιπτώσεων·

48.  ενθαρρύνει το δίκτυο INHOPE να συνεργαστεί με τα μέλη του για τη δημιουργία ενός ασφαλούς μηχανισμού ανώνυμων καταγγελιών σχετικά με τα δίκτυα στον βαθύ ιστό, όπως τα δίκτυα του σκοτεινού διαδικτύου που συναντώνται στο δίκτυο TOR, το οποίο παρέχει την ίδια υψηλού επιπέδου ανωνυμία με αυτήν που εξασφαλίζεται από ειδησεογραφικές οργανώσεις σε καταγγέλτες, προκειμένου να δημιουργείται η ευκαιρία για όσους χρησιμοποιούν τα δίκτυα αυτά να υποβάλλουν πληροφορίες ή καταγγελίες σχετικά με υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών·

49.  καλεί τα κράτη μέλη να επιβάλουν στους παρόχους διαδικτυακών υπηρεσιών (ISP) την υποχρέωση να υποβάλλουν με προορατικό τρόπο αναφορές, όταν ανακαλύπτουν στις υποδομές τους υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, στις αρχές επιβολής του νόμου, καθώς και στις εθνικές ανοικτές γραμμές επικοινωνίας· καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να παρέχει χρηματοδότηση στο πλαίσιο του μηχανισμού «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF), προκειμένου να παρέχονται στις ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας επαρκείς πόροι για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους για την αντιμετώπιση του παράνομου περιεχομένου στο διαδίκτυο·

50.  αναγνωρίζει τον ενεργό και υποστηρικτικό ρόλο στην καταπολέμηση του υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στο διαδίκτυο που διαδραματίζουν οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, όπως το δίκτυο ανοικτών γραμμών επικοινωνίας INHOPE, συμπεριλαμβανομένου του ιδρύματος Internet Watch Foundation στο Ηνωμένο Βασίλειο· παροτρύνει την Επιτροπή, σε συνεργασία με το INHOPE, να προσδιορίσει και να εφαρμόσει βέλτιστες πρακτικές, ιδίως σε σχέση με την παροχή στατιστικών στοιχείων και την αποτελεσματική αλληλεπίδραση με τις αρχές επιβολής του νόμου· παροτρύνει τα κράτη μέλη που δεν το έχουν πράξει ακόμη να δημιουργήσουν τέτοιες ανοικτές γραμμές επικοινωνίας και πιστεύει ότι θα πρέπει να τους επιτραπεί να αναζητούν προληπτικά υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στο διαδίκτυο·

51.  παροτρύνει τα κράτη μέλη που δεν το έχουν πράξει ακόμη να θέσουν αμελλητί σε εφαρμογή, ασφαλείς μηχανισμούς καταγγελίας και παροχής συμβουλών με γνώμονα το παιδί, όπως ανοικτές γραμμές επικοινωνίας μέσω τηλεφώνου ή μέσω διαδικτύου με διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ή εφαρμογές για ταμπλέτες ή smartphone, όπου χρήστες του διαδικτύου μπορούν να καταγγέλλουν –ακόμη και ανώνυμα– υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών που βρίσκουν στο διαδίκτυο, και όπου είναι δυνατή η ταχεία αξιολόγηση του περιεχομένου που αποτελεί αντικείμενο καταγγελίας ούτως ώστε να εφαρμοστούν αμέσως οι διαδικασίες κοινοποίησης και απόσυρσης και να καταργηθεί το περιεχόμενο που φιλοξενείται εκτός της επικράτειάς τους· ζητεί να αναγνωριστούν σαφώς και να ενισχυθούν οι ανοικτές γραμμές επικοινωνίας και ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να τους εξασφαλίσουν επαρκείς πόρους, συμπεριλαμβανομένων κατάλληλων προϋπολογισμών και καταρτισμένων επαγγελματιών με εμπειρογνωμοσύνη· θεωρεί ότι θα πρέπει να επιτρέπεται στις εν λόγω ανοικτές γραμμές επικοινωνίας να αναζητούν προληπτικά υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στο διαδίκτυο, καθώς και να λαμβάνουν καταγγελίες από το κοινό·

52.  τονίζει την ανάγκη προώθησης και υποστήριξης προγραμμάτων ενημέρωσης του κοινού σε επίπεδο ΕΕ, μέσω των οποίων οι πολίτες να έχουν τη δυνατότητα να απευθύνονται στις αρμόδιες αρχές σχετικά με το περιεχόμενο ιστοσελίδων που είναι παράνομο ή επιβλαβές για τα παιδιά.

53.  καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να ενημερώνει τακτικά το Κοινοβούλιο σχετικά με την κατάσταση όσον αφορά την τήρηση της οδηγίας από τα κράτη μέλη, παρέχοντας αναλυτικά και συγκρίσιμα δεδομένα σχετικά με την απόδοση των κρατών μελών αναφορικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών στο διαδίκτυο και εκτός αυτού· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει μια πιο ολοκληρωμένη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει πρόσθετες πληροφορίες και στατιστικές σχετικά με την απόσυρση και τη φραγή ιστοσελίδων που περιέχουν υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, στατιστικές για την ταχύτητα αφαίρεσης παράνομου περιεχομένου πέραν των 72 ωρών και με τη συνέχεια που δίδεται από τις αρχές επιβολής του νόμου στα αναφερθέντα αδικήματα, τις καθυστερήσεις που σημειώνονται κατά την απόσυρση λόγω της ανάγκης αποφυγής παρεμπόδισης εν εξελίξει ερευνών, πληροφορίες σχετικά με τη χρήση των αποθηκευμένων δεδομένων από τις δικαστικές αρχές και τις αρχές επιβολής του νόμου, καθώς και σχετικά με τις δράσεις που ανέλαβαν οι ανοικτές γραμμές επικοινωνίας αφού ενημερώσουν τις αρχές επιβολής του νόμου να έλθουν σε επαφή με τους παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας· αναθέτει στην αρμόδια επιτροπή του να διεξαγάγει ακρόαση σχετικά με την κατάσταση όσον αφορά την εφαρμογή και, ενδεχομένως, να εξετάσει την έγκριση πρόσθετης έκθεσης σχετικά με τη συνέχεια που θα έχει δοθεί στην εφαρμογή της οδηγίας·

o
o   o

54.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στα κοινοβούλια και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών.

(1) ΕΕ L 335 της 17.12.2011, σ. 1.
(2) ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 57.
(3) ΕΕ C 289 της 9.8.2016, σ. 57.
(4) ΕΕ C 316 της 30.8.2016, σ. 109.
(5) Μελέτες δείχνουν ότι τα αγόρια δυσκολεύονται ιδιαίτερα όταν πρέπει να γνωστοποιούν σεξουαλική κακοποίηση, μεταξύ άλλων, για λόγους που σχετίζονται με εικασίες της κοινωνίας απέναντι στους άνδρες. Βλ., για παράδειγμα, τη μελέτη που εκπονήθηκε από τη Μονάδα εκ των Υστέρων Εκτίμησης Αντικτύπου της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Κοινοβουλευτικής Έρευνας, PE 598.614, σ. 16 και Schaefer, G. A., Mundt, I.A, Ahlers, C. J., και Bahls, C, «Child sexual abuse and psychological impairment in victims: results of an online study initiated by victims» (Σεξουαλική κακοποίηση και ψυχολογική βλάβη σε θύματα: αποτελέσματα επιγραμμικής μελέτης που ανέλαβαν θύματα», στο περιοδικό Journal of Child Sex Abuse, τόμος 21, αριθ. 3, 2012, σ. 343-360.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου