Ευρετήριο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2017 - ΣτρασβούργοΟριστική έκδοση
Εφαρμογή της οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη
 Πλαίσιο για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις ***I
 Aπαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων ***I
 Καταπολέμηση της σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης στην ΕΕ
 Οικονομικές πολιτικές της ζώνης του ευρώ
 Διαπραγματευτική εντολή για εμπορικές διαπραγματεύσεις με την Αυστραλία
 Διαπραγματευτική εντολή για εμπορικές διαπραγματεύσεις με τη Νέα Ζηλανδία
 Έλεγχος της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ το 2015

Εφαρμογή της οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη
PDF 532kWORD 61k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας (2016/2251(INI))
P8_TA(2017)0414A8-0297/2017

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας(1) (εφεξής «ΟΠΕ»),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 της οδηγίας 2004/35/ΕΚ σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας (COM(2016)0204),

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 4 και 191 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2001/18/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/EΟΚ του Συμβουλίου(2),

–  έχοντας υπόψη την τροποποίηση της ΟΠΕ μέσω της οδηγίας 2006/21/ΕΚ(3) σχετικά με τη διαχείριση των αποβλήτων της εξορυκτικής βιομηχανίας, της οδηγίας 2009/31/ΕΚ(4) σχετικά με την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς, και της οδηγίας 2013/30/ΕΕ(5) για την ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου,

–  έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με την αξιολόγηση REFIT της οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη (SWD(2016)0121), το οποίο συνοδεύει την έκθεση της Επιτροπής (COM(2016)0204),

–  έχοντας υπόψη την σύντομη ενημέρωση (briefing) της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 6ης Ιουνίου 2016 με τίτλο: «The implementation of the Environmental Liability Directive: a survey of the assessment process carried out by the Commission» (Εφαρμογή της οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη: εξέταση της διαδικασίας αξιολόγησης που πραγματοποίησε η Επιτροπή)(6),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του κανονισμού του, καθώς και το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και το παράρτημα 3 της απόφασης της Διάσκεψης των Προέδρων της 12ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με τη διαδικασία εξουσιοδότησης της εκπόνησης εκθέσεων πρωτοβουλίας,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A8-0297/2017),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 191 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος συμβάλλει στην επιδίωξη στόχων όπως η προστασία της υγείας των πολιτών, η προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος, η προώθηση της συνετής και ορθολογικής χρησιμοποίησης των φυσικών πόρων και η προώθηση, σε διεθνές επίπεδο, μέτρων για την αντιμετώπιση των περιφερειακών ή παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 191 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ προβλέπει επίσης ότι η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και πρέπει να στηρίζεται στην αρχή της προφύλαξης και στις αρχές της προληπτικής δράσης και της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 11 ΣΛΕΕ ορίζει ότι οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να ενταχθούν στον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης, ιδίως προκειμένου να προωθηθεί η αειφόρος ανάπτυξη·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 192 ΣΛΕΕ αναθέτει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τον προσδιορισμό των δράσεων που πρέπει να αναληφθούν για την επίτευξη των γενικών στόχων της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος(7)·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στο άρθρο 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων αναφέρεται ότι το υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και η βελτίωση της ποιότητάς του πρέπει να ενσωματώνονται στις πολιτικές της Ένωσης και να διασφαλίζονται σύμφωνα με την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια συντονισμένη περιβαλλοντική στρατηγική σε ολόκληρη την Ένωση ενθαρρύνει τη συνεργασία και εξασφαλίζει τη συνοχή μεταξύ των πολιτικών της Ένωσης·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το υφιστάμενο πεδίο εφαρμογής της ΟΠΕ καλύπτει αποκλειστικά τις περιβαλλοντικές ζημίες στη βιοποικιλότητα (προστατευόμενα είδη και φυσικοί οικότοποι), στα ύδατα και στο έδαφος, που προκαλούν οι φορείς εκμετάλλευσης·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, για την κάλυψη της ευθύνης για περιβαλλοντικές ζημίες αναπτύσσεται αυθόρμητα μια αγορά χρηματοοικονομικών εγγυήσεων η οποία, ωστόσο, ενδέχεται να μην είναι σε θέση να καλύψει ειδικές περιπτώσεις, για παράδειγμα τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις ή συγκεκριμένους τύπους δραστηριότητας (υπεράκτιες εξέδρες, πυρηνική ενέργεια κ.λπ.)·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια από τις βασικές αιτίες της ανομοιογενούς εφαρμογής της ΟΠΕ είναι μεταξύ άλλων η δυσκολία διαπίστωσης του κατά πόσον η ζημία που προκαλείται σε έναν φυσικό πόρο υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο, καθώς και η έλλειψη σε πολλά κράτη μέλη μιας διαδικασίας εξέτασης παρατηρήσεων ή κριτικής εκ μέρους περιβαλλοντικών ΜΚΟ και άλλων ενδιαφερόμενων οργανώσεων·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε πολλά κράτη μέλη μεγάλος αριθμός ενδιαφερόμενων μερών (περιβαλλοντικές ΜΚΟ, ασφαλιστικές εταιρείες, φορείς εκμετάλλευσης και κυρίως αρμόδιες αρχές) έχει ελάχιστη και ενίοτε ανύπαρκτη γνώση σχετικά με την ΟΠΕ, μεταξύ άλλων, λόγω έλλειψης εγγράφων προσανατολισμού που μπορούν να συμβάλλουν στη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλά κράτη μέλη έχουν σημειώσει πρόοδο όσον αφορά την ουσιαστική επίτευξη των βασικών στόχων της πρόληψης και της αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας· λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι σε ορισμένα κράτη μέλη η επιβολή της ΟΠΕ παραμένει ανεπαρκής·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι με βάση τα πρόσφατα επιστημονικά πορίσματα η ρύπανση από βιομηχανικές δραστηριότητες μπορεί να επηρεάσει τόσο το περιβάλλον όσο και τον άνθρωπο με τρόπους που ακόμη δεν έχουν διευκρινιστεί, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία, τη βιωσιμότητα και την ισορροπία των βιολογικών και βιοεξελικτικών διεργασιών·

1.  αναγνωρίζει τη σημασία των μελετών και των εκθέσεων της Επιτροπής σχετικά με την αξιολόγηση της εφαρμογής της ΟΠΕ και τον αντίκτυπό της στα κράτη μέλη, καθώς και των συστάσεών της για την αποτελεσματική και συνεκτική εφαρμογή της οδηγίας, δίνοντας προτεραιότητα στην εναρμόνιση των εθνικών λύσεων και πρακτικών σε ένα ευρύτερο πλαίσιο περί νομικής ευθύνης· χαιρετίζει στη συνάρτηση αυτή την ανάπτυξη του πολυετούς προγράμματος εργασίας σχετικά με την ΟΠΕ για την περίοδο 2017-2020·

2.  παρατηρεί με ανησυχία ότι από τα πορίσματα των εν λόγω εκθέσεων προκύπτει μια ανησυχητική εικόνα όσον αφορά την ουσιαστική εφαρμογή της ΟΠΕ και επισημαίνει ότι σε πολλά κράτη μέλη η εν λόγω οδηγία έχει μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία κατά τρόπο ανομοιογενή και μη συστηματικό·

Πορεία εφαρμογής της ΟΠΕ

3.  διαπιστώνει ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν τήρησαν την προθεσμία για τη μεταφορά της ΟΠΕ στο εθνικό δίκαιο, με αποτέλεσμα αυτή να έχει τεθεί σε εφαρμογή και στα 27 κράτη μέλη μόλις το δεύτερο εξάμηνο του 2010·

4.  θεωρεί ότι, λόγω της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο πλαίσιο της ΟΠΕ και της σημαντικής έλλειψης σαφήνειας και ενιαίας εφαρμογής βασικών εννοιών, καθώς και λόγω ελλιπώς ανεπτυγμένων ικανοτήτων και εμπειρογνωμοσύνης, η μεταφορά της ΟΠΕ στα εθνικά καθεστώτα ευθύνης δεν έχει οδηγήσει σε ίσους όρους ανταγωνισμού και ότι, όπως επιβεβαιώνεται στην έκθεση της Επιτροπής, είναι επί του παρόντος εντελώς ανομοιογενής τόσο από νομικής όσο και από πρακτικής πλευράς, με σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών ως προς τον αριθμό των υποθέσεων· φρονεί συνεπώς ότι απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για να καταστεί δυνατή η εναρμόνιση της νομοθεσίας σε επίπεδο ΕΕ·

5.  διαπιστώνει ότι αυτή η έλλειψη ομοιογένειας οφείλεται, μεταξύ άλλων, στον γενικό χαρακτήρα της ΟΠΕ, η οποία καταρτίστηκε σύμφωνα με το μοντέλο της οδηγίας-πλαισίου·

6.  εκφράζει τη λύπη του διότι, παρά τα μέτρα που ελήφθησαν από την Επιτροπή για την καθυστερημένη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και τα προβλήματα μη συμμόρφωσης, καθώς και παρά τη μεγάλη ευελιξία που παρέχεται στο πλαίσιο της ΟΠΕ, επτά κράτη μέλη δεν έχουν ακόμα επιλύσει ορισμένα προβλήματα μη συμμόρφωσης·

7.  επισημαίνει ότι οι αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την αναφορά περιπτώσεων περιβαλλοντικής ζημίας, οι οποίες έχουν ενεργοποιήσει την εφαρμογή της ΟΠΕ(8), μπορεί να οφείλονται στην εφαρμογή της εθνικής τους νομοθεσίας αντί της ΟΠΕ·

Περιορισμοί όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της ΟΠΕ

8.  παρατηρεί σημαντικές διαφορές όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της ΟΠΕ στα διάφορα κράτη μέλη·

9.  επισημαίνει ότι η διαφορετική ερμηνεία και εφαρμογή της έννοιας του «ορίου σημαντικότητας» για την περιβαλλοντική ζημία αποτελεί ένα από τα βασικά εμπόδια για την αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή της ΟΠΕ, ενώ τα ακριβή στοιχεία σχετικά με τις διοικητικές δαπάνες των δημόσιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων σχετικά με την εφαρμογή συμπληρωματικής και αντισταθμιστικής αποκατάστασης, είναι ελλιπή, παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις, ενώ είναι ανύπαρκτα για τις επιχειρήσεις·

10.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της ΟΠΕ, τα συμβάντα ορίζονται ως «σοβαρά» μόνο εάν προκαλούν θανάτους ή σοβαρούς τραυματισμούς, χωρίς αναφορά στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις· υπογραμμίζει, ως εκ τούτου, ότι ένα συμβάν μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο στο περιβάλλον, ακόμα και αν δεν προκαλούνται θάνατοι ή σοβαροί τραυματισμοί, λόγω της κλίμακάς του ή επειδή επηρεάζει, για παράδειγμα, προστατευμένες ζώνες, προστατευμένα είδη ή ιδιαίτερα ευαίσθητους οικοτόπους·

11.  αποδοκιμάζει το γεγονός ότι υπάρχουν δραστηριότητες με δυνητικές αρνητικές επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και το περιβάλλον, όπως η μεταφορά επικίνδυνων ουσιών μέσω αγωγών, οι εξορυκτικές δραστηριότητες και η εμφάνιση χωροκατακτητικών ξένων ειδών που δεν καλύπτονται επί του παρόντος από την απαίτηση περί αντικειμενικής ευθύνης· επισημαίνει ότι, ιδίως όσον αφορά τη ζημία στη βιοποικιλότητα, οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ δεν καλύπτουν επαρκώς τους τομείς που θα μπορούσαν δυνητικά να οδηγήσουν σε ζημίες·

12.  θεωρεί ότι στο άρθρο 1 της ΟΠΕ, το πλαίσιο για την περιβαλλοντική ευθύνη θα πρέπει να επεκταθεί για να συμπεριλάβει και την αποκατάσταση του περιβάλλοντος και την επαναφορά των οικοσυστημάτων στην αρχική τους κατάσταση μετά τον τερματισμό των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, ακόμη και όταν η περιβαλλοντική ζημία προκαλείται από δραστηριότητες ή εκπομπές που επιτρέπονται ρητά από τις αρμόδιες αρχές·

13.  υπογραμμίζει ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν αναφέρει προβλήματα που συνδέονται με τη δυσκολία εφαρμογής της αντικειμενικής ευθύνης για τις επικίνδυνες δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ της ΟΠΕ, έναντι τρίτων που έλκουν δικαίωμα από τον υπεύθυνο(9)·

14.  υπενθυμίζει τις εμπειρίες από την εφαρμογή των ισχυουσών χρηματοπιστωτικών εγγυήσεων, που έχουν καταδείξει ότι υφίστανται προβλήματα όσον αφορά τη διασφάλιση της ευθύνης των φορέων εκμετάλλευσης για τις περιβαλλοντικές ζημίες, και εκφράζει την ανησυχία του σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες οι φορείς εκμετάλλευσης δεν ήταν σε θέση να αναλάβουν το κόστος της περιβαλλοντικής αποκατάστασης·

15.  τονίζει ότι εξακολουθούν να υφίστανται προβλήματα όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας σε περιπτώσεις συμβάντων μεγάλης κλίμακας, ιδίως όταν δεν είναι δυνατός ο εντοπισμός του υπεύθυνου για τη ρύπανση και/ή όταν ο ρυπαίνων καταστεί αφερέγγυος ή χρεοκοπήσει·

16.  παρατηρεί ότι είναι δυνατή η μείωση του κόστους των περιβαλλοντικών ζημιών για τους υπεύθυνους φορείς εκμετάλλευσης μέσω της χρήσης μέσων χρηματοοικονομικής ασφάλειας (που καλύπτουν την ασφάλιση και εναλλακτικά μέσα, όπως τραπεζικές εγγυήσεις, ομόλογα, κεφάλαια ή τίτλοι)· θεωρεί ότι, στο πλαίσιο της αγοράς χρηματοοικονομικών εγγυήσεων για την ΟΠΕ, η ζήτηση είναι χαμηλή λόγω του μικρού αριθμού των περιπτώσεων που λαμβάνουν χώρα σε πολλά κράτη μέλη, λόγω της έλλειψης διαφάνειας όσον αφορά ορισμένες έννοιες της οδηγίας, καθώς και λόγω του αργού ρυθμού δημιουργίας ασφαλιστικών προτύπων σε πολλά κράτη μέλη·

17.  παρατηρεί ότι η δυνατότητα βελτίωσης της παροχής χρηματοοικονομικών εγγυήσεων παρεμποδίζεται από τον περιορισμένο αριθμό και τον αντιφατικό χαρακτήρα των δεδομένων που διαθέτει η ΕΕ σχετικά με τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην ΟΠΕ·

18.  παροτρύνει τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για να επιταχύνουν την ανάπτυξη μέσων και αγορών χρηματοοικονομικής ασφάλειας εκ μέρους των κατάλληλων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών φορέων, συμπεριλαμβανομένων χρηματοπιστωτικών μηχανισμών σε περίπτωση αφερεγγυότητας, με στόχο να καταστεί δυνατή η χρήση χρηματοοικονομικών εγγυήσεων από τους φορείς εκμετάλλευσης για την κάλυψη των ευθυνών τους·

19.  εφιστά την προσοχή στη μελέτη σκοπιμότητας της Επιτροπής σχετικά με την ιδέα ενός ενωσιακού μηχανισμού για τον επιμερισμό του κινδύνου από βιομηχανικές καταστροφές(10) και τονίζει ότι είναι αναγκαίο να διενεργηθεί περαιτέρω ανάλυση και μια διεξοδικότερη μελέτη σκοπιμότητας σχετικά με τα βασικά νομικά και οικονομικά ζητήματα·

20.  επικροτεί το γεγονός ότι, όσον αφορά την εφαρμογή της ΟΠΕ στα προστατευόμενα είδη και τους φυσικούς οικοτόπους, τα μισά κράτη μέλη (Βέλγιο, Κύπρος, Τσεχική Δημοκρατία, Εσθονία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Πολωνία, Πορτογαλία, Σλοβενία, Ισπανία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο) έχουν θεσπίσει ένα ευρύτερο πλαίσιο εφαρμογής·

21.  θεωρεί ότι η ανεπαρκής εναρμόνιση της ΟΠΕ οφείλεται μεταξύ άλλων η έλλειψη πρόβλεψης για μια τυπική διοικητική διαδικασία κοινοποίησης στην αρμόδια αρχή μιας επαπειλούμενης ή μιας πραγματικής περιβαλλοντικής ζημίας· εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν υφίσταται υποχρέωση δημοσίευσης των εν λόγω κοινοποιήσεων ή πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των σχετικών υποθέσεων· σημειώνει ότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν εντοπίσει την εν λόγω έλλειψη στην εθνική τους νομοθεσία και έχουν συνεπώς δημιουργήσει βάσεις δεδομένων σχετικά με κοινοποιήσεις/συμβάντα/υποθέσεις· επισημαίνει, ωστόσο, ότι η πρακτική παρουσιάζει μεγάλες διαφορές μεταξύ κρατών μελών και είναι αρκετά περιορισμένη·

22.  τονίζει ότι, μέσω των ρυθμίσεων σχετικά με την αποζημίωση πρέπει να καθίσταται δυνατός ο αποτελεσματικός χειρισμός διασυνοριακών απαιτήσεων, με ταχύτητα, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και χωρίς να ασκούνται διακρίσεις εις βάρος εναγόντων από διαφορετικές χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου· συνιστά να υπαχθούν στις εν λόγω ρυθμίσεις τόσο οι πρωτογενείς όσο και οι δευτερογενείς ζημίες, που προκαλούνται σε όλες τις θιγόμενες περιοχές, δεδομένου ότι τα εν λόγω συμβάντα επηρεάζουν αρνητικά ευρύτερες περιοχές και μπορεί να έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες· τονίζει ότι είναι αναγκαίο οι γειτονικές ιδίως χώρες, οι οποίες δεν είναι μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, να σέβονται το διεθνές δίκαιο σχετικά με την περιβαλλοντική προστασία και ευθύνη·

23.  επαναλαμβάνει ότι στο άρθρο 4 παράγραφος 5 της ΟΠΕ ορίζεται ότι η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται για περιβαλλοντικές ζημίες ή για επαπειλούμενη τέτοια ζημία, λόγω ρύπανσης διάχυτου χαρακτήρα, μόνον εφόσον είναι δυνατόν να αποδειχθεί ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας και των δραστηριοτήτων μεμονωμένων φορέων εκμετάλλευσης· επαναλαμβάνει ότι η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) ήδη στην έκθεσή της που δημοσίευσε το 2013 διαπίστωσε ένα σαφή σύνδεσμο μεταξύ εκπομπών αερίων και ζημιών που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή και το περιβάλλον(11)·

Προτάσεις για καλύτερη εναρμόνιση της ΟΠΕ

24.  ζητεί την επανεξέταση της ΟΠΕ το συντομότερο δυνατόν καθώς και την αναθεώρηση της έννοιας της «περιβαλλοντικής ζημίας» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της οδηγίας, ιδίως όσον αφορά τα κριτήρια που αφορούν τον προσδιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων για τα προστατευόμενα είδη και τους οικοτόπους (παράρτημα Ι), και τους κινδύνους ζημίας στα ύδατα και το έδαφος, προκειμένου η έννοια αυτή να καταστεί αποτελεσματική, συνεκτική και λειτουργική ώστε να συμβαδίζει με την ταχεία εξέλιξη των ρυπογόνων παραγόντων που οφείλονται σε βιομηχανικές δραστηριότητες·

25.  καλεί την Επιτροπή να ορίσει με μεγαλύτερη σαφήνεια και ακρίβεια και να εξειδικεύσει λεπτομερώς την έννοια του «ορίου σημαντικότητας» και, ειδικότερα, να εξετάσει το ενδεχόμενο θέσπισης διαφοροποιημένων ανώτατων ορίων ευθύνης ανάλογα με τη δραστηριότητα, προκειμένου να καταστεί ομοιόμορφη και ενιαία η εφαρμογή της ΟΠΕ σε όλα τα κράτη μέλη·

26.  καλεί την Επιτροπή να ερμηνεύσει κατά τρόπο σαφή και συνεκτικό το γεωγραφικό πεδίο αναφοράς που καθορίζεται στην ΟΠΕ όσον αφορά την «ευνοϊκή κατάσταση διατήρησης» (έδαφος της ΕΕ, εθνική επικράτεια, φυσική κατανομή)· φρονεί ότι, σε αυτό το πλαίσιο, απαιτείται μια προσέγγιση συγκεκριμένου τόπου προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή·

27.  καλεί την Επιτροπή να καθορίσει τους αναγκαίους κανόνες ώστε να προσδιοριστεί με σαφή και αδιαμφισβήτητο τρόπο σε ποιες περιπτώσεις πρέπει να εφαρμόζεται η ΟΠΕ και σε ποιες περιπτώσεις πρέπει να εφαρμόζεται η εθνική νομοθεσία, εφόσον είναι αυστηρότερη·

28.  επισημαίνει ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση βλάπτει την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον και, ότι, σύμφωνα με την Eurostat, η ρύπανση από το διοξείδιο του αζώτου και τα αιωρούμενα σωματίδια προκαλεί σοβαρούς κινδύνους για την υγεία· ζητεί στη συνάρτηση αυτή να συμπεριληφθούν τα «οικοσυστήματα» στους ορισμούς της «περιβαλλοντικής ζημίας» και των «φυσικών πόρων» του άρθρου 2· καλεί, επιπλέον, την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα επέκτασης του πεδίου εφαρμογής της ΟΠΕ και να ορίσει ευθύνη για ζημίες που προκαλούνται στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της ζημίας στον ατμοσφαιρικό αέρα(12)·

29.  καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει υποχρεωτική χρηματοοικονομική ασφάλεια π.χ. υποχρεωτική ασφάλιση περιβαλλοντικής ευθύνης για τους φορείς εκμετάλλευσης και να αναπτύξει εναρμονισμένη ενωσιακή μεθοδολογία για τον υπολογισμό των ανώτατων ορίων ευθύνης, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά κάθε δραστηριότητας και της γύρω περιοχής· ζητεί, επιπροσθέτως, από την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα δημιουργίας Ευρωπαϊκού Ταμείου για την προστασία του περιβάλλοντος από τις ζημίες που οφείλονται σε βιομηχανικές δραστηριότητες οι οποίες διέπονται από την ΟΠΕ(13), χωρίς να υπονομεύεται η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» για τον κίνδυνο αφερεγγυότητας και μόνο στις περιπτώσεις που δεν υφίστανται αγορές χρηματοοικονομικής ασφάλειας· θεωρεί ότι το ίδιο θα πρέπει να ισχύει σε περιπτώσεις ατυχημάτων μεγάλης κλίμακας, όταν είναι αδύνατον να εντοπιστεί ο φορέας εκμετάλλευσης που ευθύνεται για τη ζημία·

30.  ζητεί οι φορείς που επωφελούνται από την άσκηση δραστηριοτήτων να είναι υπεύθυνοι και για κάθε περιβαλλοντική ζημία ή ρύπανση που προκαλείται εξαιτίας των δραστηριοτήτων αυτών·

31.  θεωρεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία και τις δυνητικές επιπτώσεις των καταστροφών που σχετίζονται με τη βιομηχανική δραστηριότητα και τους κινδύνους που αυτές εγκυμονούν για την ανθρώπινη υγεία, το φυσικό περιβάλλον και την ιδιοκτησία, θα πρέπει να υπάρξουν περαιτέρω εγγυήσεις προκειμένου να παρασχεθεί στους ευρωπαίους πολίτες ένα ασφαλές και αξιόπιστο σύστημα πρόληψης και διαχείρισης καταστροφών που θα βασίζεται στον επιμερισμό του κινδύνου, τη μεγαλύτερη ευθύνη των φορέων βιομηχανικής δραστηριότητας και την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»· ζητεί να εκτιμηθεί κατά πόσον είναι αναγκαίο να συμπεριληφθεί στην ΟΠΕ ένα καθεστώς αστικής ευθύνης για ζημίες στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον(14)·

32.  ζητεί τη θέσπιση συστήματος δευτερογενούς ευθύνης για τρίτα μέρη που έλκουν δικαίωμα από τον υπεύθυνο·

33.  συνιστά να καταστεί υποχρεωτική η δυνατότητα επίκλησης επικουρικής κρατικής ευθύνης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική και προορατική εφαρμογή της νομοθεσίας·

34.  ζητεί επίσης να καταργηθούν οι δυνατότητες απαλλαγής από την ευθύνη λόγω δοθείσης άδειας και λόγω σύγχρονης τεχνολογίας, προκειμένου να δημιουργηθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού και να προωθηθεί η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» καθώς και να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας·

35.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει, χωρίς καθυστέρηση, πρόταση για τη διεξαγωγή περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

36.  θεωρεί ότι, στο πλαίσιο της επανεξέτασης της ΟΠΕ, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη διεύρυνση της αντικειμενικής ευθύνης σε δραστηριότητες που δεν καλύπτονται από το παράρτημα ΙΙΙ για κάθε περιβαλλοντική ζημία με δυσμενείς επιπτώσεις, ώστε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» και να παρασχεθεί κίνητρο στους φορείς εκμετάλλευσης να διαχειρίζονται ορθά τους κινδύνους από τις δραστηριότητές τους· καλεί στη συνάρτηση αυτή την Επιτροπή να δημιουργήσει αφενός ένα μητρώο των φορέων εκμετάλλευσης που ασκούν επικίνδυνες δραστηριότητες, και αφετέρου έναν μηχανισμό χρηματοοικονομικής παρακολούθησης ώστε να διασφαλίζεται η φερεγγυότητα των εν λόγω φορέων·

37.  καλεί την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε η ΟΠΕ να εφαρμόζεται στις περιβαλλοντικές ζημίες που προκαλούνται από την άσκηση οιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας και να διασφαλίζεται η αντικειμενική ευθύνη του παραγωγού·

38.  ζητεί τη δημιουργία μιας προσιτής στο κοινό ευρωπαϊκής βάσης δεδομένων για τις περιπτώσεις περιβαλλοντικής ζημίας που ρυθμίζονται βάσει της ΟΠΕ, για παράδειγμα με βάση το ιρλανδικό σύστημα αναφοράς, το οποίο προβλέπει ένα σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής εκθέσεων για την κοινοποίηση περιπτώσεων περιβαλλοντικής ζημίας, προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στο σύστημα της ΟΠΕ και να βελτιωθεί η εφαρμογή της· θεωρεί ότι μια τέτοια βάση δεδομένων θα δώσει τη δυνατότητα σε ενδιαφερόμενα μέρη, σε φορείς εκμετάλλευσης και στο κοινό να λάβουν καλύτερη ενημέρωση σχετικά με την ύπαρξη του καθεστώτος ΟΠΕ και την επιβολή του, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στην καλύτερη πρόληψη και αποκατάσταση των περιβαλλοντικών ζημιών·

39.  συνιστά ότι, προκειμένου οι δημόσιες βάσεις δεδομένων για περιπτώσεις που εμπίπτουν στην ΟΠΕ να καταστούν εύκολα προσβάσιμες και αποτελεσματικές, θα πρέπει να συσταθούν σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:

   θα πρέπει να είναι διαθέσιμες στο διαδίκτυο και κατόπιν αιτήσεως θα πρέπει να παρέχονται συμπληρωματικές πληροφορίες όσον αφορά τις περιπτώσεις αυτές,
   κάθε χώρα πρέπει να έχει μια κεντρική βάση δεδομένων, και όχι ξεχωριστές βάσεις δεδομένων για κάθε επιμέρους περιφέρεια,
   ανακοινώσεις σχετικά με νέα συμβάντα θα πρέπει να δημοσιοποιούνται άμεσα στο διαδίκτυο,
   κάθε περίπτωση που καταχωρίζεται στη βάση δεδομένων θα πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το όνομα του ρυπαίνοντος, τη φύση και την έκταση της προκληθείσας ζημίας, μέτρα πρόληψης/αποκατάστασης που έχουν ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν, διαδικασίες που διενεργούνται από και/ή σε συνεργασία με τις αρχές·

40.  ζητεί να επεκταθούν οι κατηγορίες επικίνδυνων δραστηριοτήτων που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙΙ προκειμένου να συμπεριληφθούν σε αυτές όλες οι δυνητικά επιβλαβείς δραστηριότητες για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία·

41.  τονίζει τη σημασία ενός πνεύματος πρόληψης της περιβαλλοντικής ζημίας μέσω μιας συστηματικής εκστρατείας ενημέρωσης, στο πλαίσιο της οποίας τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι δυνητικοί ρυπαίνοντες και τα δυνητικά θύματα θα ενημερώνονται για τους κινδύνους που διατρέχουν, τη διαθεσιμότητα ασφάλισης ή άλλων χρηματοοικονομικών και νομικών μέσων που μπορούν να τους προστατεύσουν από τους εν λόγω κινδύνους, καθώς και για τα οφέλη που μπορούν να αποκομίσουν·

42.  θεωρεί ότι όλες οι περιπτώσεις αποδεδειγμένης ευθύνης, καθώς και τα στοιχεία που αφορούν τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν, πρέπει να δημοσιοποιούνται προκειμένου να υπάρχει ευρεία διαφάνεια όσον αφορά το πραγματικό κόστος των περιβαλλοντικών ζημιών·

43.  προτείνει να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός που θα ενθαρρύνει τη διατύπωση παρατηρήσεων και προτάσεων εκ μέρους των περιβαλλοντικών ΜΚΟ και άλλων ενδιαφερόμενων μερών·

44.  προτείνει τη θέσπιση φορολογικών ελαφρύνσεων ή άλλων ευνοϊκών ρυθμίσεων για τις επιχειρήσεις που συμβάλλουν με επιτυχία στην πρόληψη των περιβαλλοντικών ζημιών·

45.  προτείνει τη σύσταση ειδικών ανεξάρτητων αρχών, στις οποίες θα ανατεθούν εξουσίες διαχείρισης, ελέγχου καθώς και εξουσίες επιβολής κυρώσεων δυνάμει της ΟΠΕ, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να απαιτούν χρηματοοικονομικές εγγυήσεις από τα μέρη που ενδεχομένως ευθύνονται, λαμβάνοντας υπόψη την ειδική κατάσταση του κάθε δυνητικού ρυπαίνοντος, για παράδειγμα όσον αφορά τις περιβαλλοντικές άδειες·

46.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι η ΟΠΕ θα υποστηρίζει επαρκώς τις προσπάθειες για την επίτευξη των στόχων των οδηγιών της ΕΕ για τα πτηνά και τους οικοτόπους· τονίζει ότι οι αρχές που είναι αρμόδιες για περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις πρέπει να συμμετέχουν στην εφαρμογή και την επιβολή της νομοθεσίας περί περιβαλλοντικής ευθύνης·

47.  καλεί την Επιτροπή να ενισχύσει το πρόγραμμα κατάρτισης σχετικά με την εφαρμογή της ΟΠΕ στα κράτη μέλη και να δημιουργήσει γραφεία υποστήριξης για επαγγελματίες, τα οποία θα παρέχουν πληροφορίες, συνδρομή και στήριξη όσον αφορά τις εκτιμήσεις κινδύνου και ζημιών· συνιστά επιπλέον την έγκριση εγγράφων προσανατολισμού, τα οποία θα βοηθούν τα κράτη μέλη να μεταφέρουν ορθά την οδηγία στο εθνικό τους δίκαιο·

48.  επαναλαμβάνει ότι, σύμφωνα με την ΟΠΕ, τα πρόσωπα που πλήττονται από περιβαλλοντική ζημία θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ζητούν από τις αρμόδιες αρχές να λάβουν μέτρα· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, θα πρέπει να εξασφαλίζεται στους ευρωπαίους πολίτες αποτελεσματική και έγκαιρη πρόσβαση στη δικαιοσύνη (άρθρο 9 παράγραφος 3 της Σύμβασης του Aarhus, άρθρο 6 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συναφείς διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) και ότι το κόστος της περιβαλλοντικής ζημίας θα πρέπει να βαρύνει τον ρυπαίνοντα (άρθρο 191 ΣΛΕΕ)· καλεί συνεπώς την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση σχετικά με σχετικά με τα ελάχιστα πρότυπα για την εφαρμογή του πυλώνα «πρόσβαση στη δικαιοσύνη» της Σύμβασης του Aarhus· ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα θέσπισης μηχανισμών συλλογικής αποζημίωσης για παράβαση του δικαίου της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος·

49.  καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο της επανεξέτασης της ΟΠΕ, να εξετάσει το ενδεχόμενο να επιβάλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να υποβάλλουν εκθέσεις κάθε δύο έτη σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας·

50.  θεωρεί ότι οι ποινικές κυρώσεις αποτελούν ένα ακόμη σημαντικό αποτρεπτικό μέσο για τις περιβαλλοντικές ζημίες και παρατηρεί με λύπη ότι η οδηγία 2008/99/ΕΚ της 19ης Νοεμβρίου 2008 σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου δεν είναι επικαιροποιημένη· καλεί την Επιτροπή να λάβει χωρίς καθυστέρηση μέτρα για την επανεξέταση του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας ώστε να καλύπτονται όλες οι ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις της Ένωσης για το περιβάλλον·

o
o   o

51.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στα κοινοβούλια και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών.

(1) ΕΕ L 143 της 30.4.2004, σ. 56.
(2) ΕΕ L 106 της 17.4.2001, σ. 1.
(3) ΕΕ L 102 της 11.4.2006, σ. 15.
(4) ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 114.
(5) ΕΕ L 178 της 28.6.2013, σ. 66.
(6) PE 556.943.
(7) Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 2010, ERG και λοιποί, C-378/08, ECLI:EU:C:2010:126, σκέψη 45· Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 2010, ERG και λοιποί, C-379/08 και C-380/08, ECLI:EU:C:2010:127, σκέψη 38· Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 2010, Buzzi Unicem SpA και λοιποί, C‑478/08 και C‑479/08, ECLI:EU:C:2010:129, σκέψη 35.
(8) Σύμφωνα με την έκθεση την Επιτροπής (COM(2016)0204), την περίοδο Απρίλιος 2007-Απρίλιος 2013, τα κράτη μέλη ανέφεραν περίπου 1 245 επιβεβαιωμένες περιπτώσεις περιβαλλοντικής ζημίας οι οποίες ενεργοποίησαν την εφαρμογή της ΟΠΕ. Επιπλέον, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, ο αριθμός των περιπτώσεων διαφέρει σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Δύο κράτη μέλη έχουν καταγράψει πάνω από το 86 % όλων των περιπτώσεων ζημίας που αναφέρθηκαν (Ουγγαρία: 563 περιπτώσεις, Πολωνία: 506 περιπτώσεις), οι περισσότερες από τις άλλες περιπτώσεις αναφέρθηκαν σε έξι κράτη μέλη [Γερμανία (60), Ελλάδα (40), Ιταλία (17), Λετονία, Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο (8)]. Έντεκα κράτη μέλη δεν έχουν αναφέρει το 2007 καμία περίπτωση που προκάλεσε ζημία κατά την έννοια της ΟΠΕ, γεγονός που μπορεί να εξηγηθεί από το ότι ασχολούνται μόνο με υποθέσεις στο εθνικό τους σύστημα.
(9) Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 4ης Μαρτίου 2015, Ministero dell'Ambiente e della Tutela del Territorio e del Mare και άλλοι κατά Fipa Group srl και άλλοι, υπόθεση C-534/13, ECLI:EU:C:2015:140.
(10) Study to explore the feasibility of creating a fund to cover environmental liability and losses occurring from industrial accidents (Μελέτη σκοπιμότητας σχετικά με τη σύσταση ταμείου για την περιβαλλοντική ευθύνη και την κάλυψη περιβαλλοντικών ζημιών συνεπεία βιομηχανικών ατυχημάτων), τελική έκθεση, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΓΔ ENV, 17 Απριλίου 2013.
(11) (IPCC), 2013: Climate Change 2013: The Physical Science Basis. (Κλιματική αλλαγή 2013: Τα δεδομένα των φυσικών επιστημών) Συμβολή της ομάδας εργασίας Ι στην πέμπτη έκθεση αξιολόγησης της Διακυβερνητικής επιτροπής για την κλιματική αλλαγή (Stocker, T.F. κ.ά. Cambridge University Press, Cambridge, Ηνωμένο Βασίλειο και Νέα Υόρκη, NY, ΗΠΑ, 1535 σ., doi:10.1017/CBO9781107415324).
(12) Η δυνατότητα αυτή εξετάζεται στο έγγραφο της Επιτροπής της 19ης Φεβρουαρίου 2014 με τίτλο «Study on ELD Effectiveness: Scope and Exceptions» (Μελέτη σχετικά με την αποτελεσματικότητα της ΟΠΕ: Πεδίο εφαρμογής και εξαιρέσεις), σ. 84.
(13) Σχετικά με τη δυνατότητα αυτή μπορεί κανείς να ανατρέξει στο έγγραφο που δημοσίευσε η Επιτροπή στις 17 Απριλίου 2013 με τίτλο «Study to explore the feasibility of creating a fund to cover environmental liability and losses occurring from industrial accidents» (Μελέτη σκοπιμότητας σχετικά με τη σύσταση ταμείου για την περιβαλλοντικη ευθύνη και την κάλυψη περιβαλλοντικών ζημιών συνεπεία βιομηχανικών ατυχημάτων).
(14) Όπως προβλέπεται ήδη στην Πορτογαλία και αξιολογήθηκε στη μελέτη της Επιτροπής της 16ης Μαΐου 2013 με τίτλο «Implementation challenges and obstacles of the Environmental Liability Directive (ELD)» (Προκλήσεις και εμπόδια στην εφαρμογή της οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη), σ. 75.


Πλαίσιο για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις ***I
PDF 391kWORD 60k
Ψήφισμα
Κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τη θέσπιση κοινών κανόνων για τιτλοποιήσεις και τη δημιουργία ευρωπαϊκού πλαισίου για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/EΚ, 2009/138/EΚ, 2011/61/EΕ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (COM(2015)0472 – C8-0288/2015 – 2015/0226(COD))
P8_TA(2017)0415A8-0387/2016

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2015)0472)),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0288/2015),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 11ης Μαρτίου 2016(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 20ής Ιανουαρίου 2016(2),

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 28ης Ιουνίου 2017, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0387/2016),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 26 Οκτωβρίου 2017 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2017/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την τιτλοποίηση και σχετικά με τη δημιουργία ειδικού πλαισίου για απλή, διαφανή και τυποποιημένη τιτλοποίηση και σχετικά με την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/EΚ, 2009/138/EΚ και 2011/61/EΕ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402.)

(1) ΕΕ C 219 της 17.6.2016, σ. 2.
(2) ΕΕ C 82 της 3.3.2016, σ. 1.


Aπαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων ***I
PDF 387kWORD 55k
Ψήφισμα
Κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων (COM(2015)0473 – C8-0289/2015 – 2015/0225(COD))
P8_TA(2017)0416A8-0388/2016

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2015)0473),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0289/2015),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας​ της 11ης Μαρτίου 2016(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 20ής Ιανουαρίου 2016(2),

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 28ης Ιουνίου 2017, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0388/2016),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 26 Οκτωβρίου 2017 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2017/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων

(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΕ) 2017/2401.)

(1) ΕΕ C 219 της 17.6.2016, σ. 2.
(2) ΕΕ C 82 της 3.3.2016, σ. 1.


Καταπολέμηση της σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης στην ΕΕ
PDF 536kWORD 64k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης στην ΕΕ (2017/2897(RSP))
P8_TA(2017)0417RC-B8-0576/2017

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 2 και 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και τα άρθρα 8, 10, 19 και 157 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, τον Δεκέμβριο του 2009, και ιδίως τα άρθρα 20, 21, 23 και 31,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 2014 με τίτλο «Βία κατά των γυναικών»(1),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης(2),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/113/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την παροχή αυτών(3), η οποία ορίζει και καταδικάζει την παρενόχληση και τη σεξουαλική παρενόχληση,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση σχετικά με τον δείκτη για την ισότητα των φύλων (Gender Equality Index Report) του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων,

–  έχοντας υπόψη το υπηρεσιακό έγγραφο εργασίας της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 2015, με τίτλο «Strategic engagement for gender equality 2016-2019» (Στρατηγική δέσμευση για την ισότητα των φύλων για την περίοδο 2016-2019) (SWD(2015)0278),

–  έχοντας υπόψη τη δήλωση των τριών Προεδριών της ΕΕ, του Ιουλίου 2017, της Εσθονίας, της Βουλγαρίας και της Αυστρίας σχετικά με την ισότητα των φύλων,

–  έχοντας υπόψη τη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών του 1993 σχετικά με την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών,

–  έχοντας υπόψη τη Διακήρυξη του Πεκίνου και την Πλατφόρμα Δράσης που εγκρίθηκαν στις 15 Σεπτεμβρίου 1995 από την τέταρτη Παγκόσμια Διάσκεψη για τις Γυναίκες, και τα επακόλουθα έγγραφα αποτελεσμάτων που εγκρίθηκαν στις ειδικές συνόδους των Ηνωμένων Εθνών Πεκίνο +5 (2000), Πεκίνο +10 (2005), Πεκίνο +15 (2010) και Πεκίνο +20 (2015), και τη Σύμβαση για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών (CEDAW) και το προαιρετικό της πρωτόκολλο,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2012 για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου(4) («οδηγία για τα δικαιώματα των θυμάτων»),

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία πλαίσιο σχετικά με την παρενόχληση και τη βία στην εργασία (2007) μεταξύ των ETUC/CES, BUSINESSEUROPE, UEAPME και CEEP,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του ευρωπαϊκού δικτύου φορέων ισότητας (EQUINET) με τίτλο «The Persistence of Discrimination, Harassment and Inequality for Women. The Work of Equality Bodies informing a new European Commission Strategy for Gender Equality» (Η συνεχιζόμενη ύπαρξη διακρίσεων, παρενόχλησης και ανισοτήτων.Το έργο των φορέων ισότητας για τη διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ισότητα των φύλων), που δημοσιεύθηκε το 2015,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας(5), ιδίως τα άρθρα 2 και 40, και το ψήφισμά του της 12ης Σεπτεμβρίου 2017 σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τη σύναψη, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας(6),

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 20ής Σεπτεμβρίου 2001 σχετικά με την παρενόχληση στον χώρο εργασίας(7), της 26ης Νοεμβρίου 2009 σχετικά με την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών(8), της 5ης Απριλίου 2011 σχετικά με τις προτεραιότητες και τα σχέδια για ένα νέο πολιτικό πλαίσιο της ΕΕ όσον αφορά την καταπολέμηση της βίας εις βάρος των γυναικών(9), της 15ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με την ενδιάμεση αναθεώρηση της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής 2007-2012 για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία(10), της 25ης Φεβρουαρίου 2014 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών(11) και τη συνοδευτική αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Προστιθέμενης Αξίας του Νοεμβρίου 2013 και της 24ης Νοεμβρίου 2016 για την προσχώρηση της ΕΕ στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών(12),

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 14ης Μαρτίου 2017 σχετικά με την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση 2014-2015(13), της 10ης Μαρτίου 2015 σχετικά με την πρόοδο όσον αφορά την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2013(14), και της 24ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με θεμιτά μέτρα για την προστασία των καταγγελτών που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον όταν αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες για επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς(15),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 12α του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό,

–  έχοντας υπόψη τον οδηγό για τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τίτλο «Μηδενική παρενόχληση στον χώρο εργασίας», που εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2017, και το σχέδιο δράσης της διοίκησης του Κοινοβουλίου σχετικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 123 παράγραφοι 2 και 4 του Κανονισμού του,

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ισότητα των φύλων αποτελεί θεμελιώδη αξία της ΕΕ – όπως αναγνωρίζεται στις Συνθήκες και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – την οποία η ΕΕ έχει δεσμευθεί να ενσωματώσει σε όλες τις δραστηριότητές της·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί κοινότητα αξιών βασιζόμενη στη δημοκρατία, στο κράτος δικαίου και στα θεμελιώδη δικαιώματα, που κατοχυρώνονται στις βασικές της αρχές και στους βασικούς της στόχους στα πρώτα άρθρα της ΣΕΕ και στα κριτήρια προσχώρησης στην Ένωση·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στη νομοθεσία της ΕΕ ως σεξουαλική παρενόχληση ορίζεται «κάθε μορφή ανεπιθύμητης προφορικής, μη προφορικής ή φυσικής συμπεριφοράς με πράξεις γενετήσιου χαρακτήρα με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, και, ιδίως, τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, ταπεινωτικού, εξευτελιστικού ή επιθετικού περιβάλλοντος»(16)·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σεξουαλική παρενόχληση είναι μια μορφή βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών και η πιο ακραία αλλά και επίμονη μορφή έμφυλης διάκρισης· λαμβάνοντας υπόψη ότι περίπου το 90 % των θυμάτων σεξουαλικής παρενόχλησης είναι γυναίκες και περί το 10 % άνδρες· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη μελέτη του FRA του 2014 σε επίπεδο ΕΕ με τίτλο «Βία κατά των γυναικών», μία στις τρεις γυναίκες έχει υποστεί σωματική ή σεξουαλική βία κατά την ενήλικη ζωή της· λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ποσοστό έως 55 % οι γυναίκες στην ΕΕ έχουν υποστεί σεξουαλική παρενόχληση· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το 32 % του συνόλου των θυμάτων, ο δράστης ήταν ιεραρχικά ανώτερος, συνάδελφος ή πελάτης· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 75 % των γυναικών σε επαγγέλματα που απαιτούν προσόντα ή σε ανώτατες διευθυντικές θέσεις έχουν υποστεί σεξουαλική παρενόχληση· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 61 % των γυναικών που εργάζονται στον τομέα των υπηρεσιών έχουν υποστεί σεξουαλική παρενόχληση· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 20 % των νέων γυναικών (ηλικίας μεταξύ 18 και 29 ετών) στην ΕΕ-28 έχουν υποστεί κυβερνοπαρενόχληση· λαμβάνοντας υπόψη ότι μία στις δέκα γυναίκες έχει υποστεί σεξουαλική παρενόχληση ή έχει πέσει θύμα ανεπιθύμητης παρακολούθησης με τη χρήση νέων τεχνολογιών·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κρούσματα σεξουαλικής παρενόχλησης και εκφοβισμού σε μεγάλο βαθμό δεν καταγγέλλονται στις αρχές, λόγω της συνεχιζόμενης χαμηλής κοινωνικής ευαισθητοποίησης για το θέμα, ανεπάρκειας διαύλων υποστήριξης των θυμάτων και του γεγονότος ότι θεωρείται λεπτό ζήτημα από την κοινωνία, μολονότι υπάρχουν επίσημες διαδικασίες για την αντιμετώπισή του στον χώρο εργασίας και σε άλλους χώρους·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σεξουαλική βία και η παρενόχληση στον χώρο εργασίας αποτελεί θέμα υγείας και ασφάλειας και ότι, ως τέτοιο, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται και να προλαμβάνεται·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το δίκαιο της ΕΕ απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή σεξουαλικού προσανατολισμού·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σεξουαλική βία και παρενόχληση αντίκεινται στην αρχή της ισότητας των φύλων και της ίσης μεταχείρισης και συνιστούν έμφυλη διάκριση και ότι, συνεπώς, απαγορεύονται στην απασχόληση, μεταξύ άλλων όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική κατάρτιση και τις προαγωγές·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διατήρηση έμφυλων στερεοτύπων, ο σεξισμός, η σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση είναι δομικό και διαδεδομένο πρόβλημα σε ολόκληρη την Ευρώπη και τον κόσμο, και φαινόμενο που εμπλέκει θύματα και δράστες ανεξάρτητα από κάθε ηλικία, μορφωτικό επίπεδο, εισόδημα και κοινωνική θέση, και ότι έχει σωματικές, σεξουαλικές, συναισθηματικές και ψυχολογικές επιπτώσεις για το θύμα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η άνιση κατανομή εξουσίας μεταξύ ανδρών και γυναικών, τα έμφυλα στερεότυπα και ο σεξισμός, συμπεριλαμβανομένης της σεξιστικής ρητορικής μίσους, στο διαδίκτυο και έξω από αυτό, συνιστούν γενεσιουργά αίτια κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών και έχουν οδηγήσει σε κυριαρχία των αντρών επί των γυναικών και σε διακρίσεις σε βάρος τους, καθώς και στην παρεμπόδιση της πλήρους προόδου των γυναικών·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην Πλατφόρμα Δράσης του Πεκίνου, στον ορισμό της βίας κατά των γυναικών περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική βία που ασκείται στο πλαίσιο της κοινότητας εν γένει, συμπεριλαμβανομένων του βιασμού, της σεξουαλικής κακοποίησης, της σεξουαλικής παρενόχλησης και του εκφοβισμού στην εργασία, σε εκπαιδευτικά ιδρύματα και αλλού(17)·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία για τα δικαιώματα των θυμάτων θεωρεί την έμφυλη βία μορφή διάκρισης και παραβίαση των θεμελιωδών ελευθεριών του θύματος και περιλαμβάνει τη βία στο πλαίσιο στενών σχέσεων, τη σεξουαλική βία (συμπεριλαμβανομένων του βιασμού, της σεξουαλικής επίθεσης και της σεξουαλικής παρενόχλησης), την εμπορία ανθρώπων, τη δουλεία και διάφορες μορφές επιβλαβών πρακτικών όπως οι καταναγκαστικοί γάμοι, ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων των γυναικών και τα λεγόμενα «εγκλήματα τιμής»· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες που έχουν υποστεί έμφυλη βία και τα παιδιά τους συχνά χρειάζονται ειδική υποστήριξη και προστασία λόγω του υψηλού κινδύνου δευτερογενούς και επαναλαμβανόμενης θυματοποίησης, εκφοβισμού και αντεκδίκησης που συνδέονται με τέτοιου είδους βία(18)·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομοθεσία της ΕΕ απαιτεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την ύπαρξη ενός φορέα για την ισότητα που παρέχει ανεξάρτητη βοήθεια στα θύματα παρενόχλησης και σεξουαλικής παρενόχλησης, διεξάγει ανεξάρτητες έρευνες, δημοσιεύει ανεξάρτητες εκθέσεις και διατυπώνει συστάσεις για θέματα απασχόλησης και επαγγελματικής κατάρτισης, για την πρόσβαση και προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και για θέματα που αφορούν τους αυτοαπασχολούμενους·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση που ασκείται κυρίως από άνδρες κατά γυναικών, είναι δομικό και διαδεδομένο πρόβλημα σε ολόκληρη την Ευρώπη και τον κόσμο και φαινόμενο που εμπλέκει θύματα και δράστες ανεξάρτητα από ηλικία, μορφωτικό επίπεδο, εισόδημα ή κοινωνική θέση και συνδέεται με την άνιση κατανομή εξουσίας μεταξύ γυναικών και ανδρών στην κοινωνία μας·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ισότητα των φύλων είναι ευθύνη όλων των μελών της κοινωνίας και απαιτεί την ενεργό συμβολή τόσο των γυναικών όσο και των ανδρών· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αρχές θα πρέπει να δεσμευτούν ότι θα αναπτύξουν εκστρατείες εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης που θα απευθύνονται στους άνδρες και στις νεότερες γενεές, με στόχο τη συμμετοχή των ανδρών και των αγοριών ως εταίρων, τη σταδιακή πρόληψη και εξάλειψη όλων των μορφών έμφυλης βίας, καθώς και την προώθηση ή την ενδυνάμωση των γυναικών·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προστατεύονται εξίσου από την έμφυλη βία, τη σεξουαλική παρενόχληση και την κακοποίηση λόγω διαφορετικών πολιτικών και νομοθεσιών στα κράτη μέλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δικαστικά συστήματα δεν παρέχουν επαρκή υποστήριξη στις γυναίκες· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο δράστης έμφυλης βίας συχνά είναι πρόσωπο που το θύμα ήδη γνωρίζει και ότι πολλές φορές το θύμα βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, στοιχείο που εντείνει τον φόβο του να καταγγείλει τη βία·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν υπογράψει τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, αλλά μόνο δέκα πέντε την έχουν κυρώσει· λαμβάνοντας υπόψη ότι η προσχώρηση της ΕΕ στη Σύμβαση δεν απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση να κυρώσουν τη Σύμβαση σε εθνικό επίπεδο· λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 40 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης ορίζει ότι «τα μέρη θα λάβουν τα απαραίτητα νομοθετικά ή άλλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οποιαδήποτε μορφή μη επιθυμητής λεκτικής, μη λεκτικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικής φύσεως με σκοπό ή αποτέλεσμα την παραβίαση της αξιοπρέπειας ενός ατόμου, ιδιαίτερα όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, υποβαθμιστικό, ταπεινωτικό ή προσβλητικό κλίμα, υπόκειται σε ποινικές ή άλλες νομικές κυρώσεις»·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες υφίστανται βία και παρενόχληση στην πολιτική ζωή σε δυσανάλογα μεγάλο βαθμό· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω βία συνιστά παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης να διασφαλίζεται ότι οι γυναίκες μπορούν να συμμετέχουν ελεύθερα στην πολιτική εκπροσώπηση·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 12α του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό ορίζει τι είναι σεξουαλική παρενόχληση·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σεξουαλική παρενόχληση ή η σεξιστική συμπεριφορά δεν είναι αβλαβείς και ότι η υποβάθμιση της σεξουαλικής παρενόχλησης ή της σεξουαλικής βίας με τη χρήση υποτιμητικής γλώσσα απηχεί σεξιστικές συμπεριφορές έναντι των γυναικών και περνάει μηνύματα ελέγχου ισχύος στη σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών, επηρεάζοντας την αξιοπρέπεια, την αυτονομία και την ελευθερία των γυναικών·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο έχει θεσπίσει ειδικές δομές και εσωτερικούς κανόνες για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής παρενόχλησης εντός του οργάνου, συγκεκριμένα τη συμβουλευτική επιτροπή για την εξέταση καταγγελιών για παρενόχληση μεταξύ Διαπιστευμένων Κοινοβουλευτικών Βοηθών (ΔΚΒ) και βουλευτών, ενώ συμβουλευτική επιτροπή αρμόδια για την παρενόχληση και την πρόληψή της στο χώρο εργασίας ασχολείται με άλλες επίσημες διαδικασίες που σχετίζονται με τα μέλη του διοικητικού προσωπικού του Κοινοβουλίου και των πολιτικών ομάδων για την αξιολόγηση πιθανών κρουσμάτων και την πρόληψη της σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πολιτικοί, ως αιρετοί εκπρόσωποι των πολιτών, έχουν καίρια ευθύνη να ενεργούν ως θετικά πρότυπα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της σεξουαλικής παρενόχλησης στην κοινωνία·

Μηδενική ανοχή απέναντι στη σεξουαλική παρενόχληση και τη σεξουαλική κακοποίηση στην ΕΕ και καταπολέμησή τους

1.  καταδικάζει απερίφραστα όλες τις μορφές σεξουαλικής βίας και σωματικής ή ηθικής παρενόχλησης και αποδοκιμάζει την ευκολία με την οποία γίνονται ανεκτές οι πράξεις αυτές, δεδομένου ότι συνιστούν συστηματική παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και σοβαρή αξιόποινη πράξη που πρέπει να τιμωρείται ως τέτοια· τονίζει ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην ατιμωρησία και ότι αυτό θα συμβεί μόνο όταν θα είναι εξασφαλισμένη η δίωξη των δραστών·

2.  εμμένει στην ουσιαστική εφαρμογή του υφιστάμενου νομικού πλαισίου για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης, ενθαρρύνοντας παράλληλα τόσο τα κράτη μέλη της ΕΕ όσο και τις δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις να λάβουν περαιτέρω μέτρα για την αποτελεσματική πρόληψη και τον τερματισμό της σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας και αλλού· τονίζει ότι θα πρέπει να ακολουθούνται ειδικές νομικές διαδικασίες για την αντιμετώπιση των περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας·

3.  επικροτεί πρωτοβουλίες όπως το κίνημα #MeToo, που στοχεύουν στη δημοσιοποίηση περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης και βίας κατά γυναικών· υποστηρίζει σθεναρά όλες τις γυναίκες και τα κορίτσια που συμμετέχουν στην εκστρατεία #MeΤoo, συμπεριλαμβανομένων όσων κατήγγειλαν τους δράστες·

4.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να παρακολουθούν καταλλήλως την ορθή εφαρμογή των οδηγιών της ΕΕ που απαγορεύουν την παρενόχληση λόγω φύλου και τη σεξουαλική παρενόχληση και να διασφαλίσουν ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ ενισχύουν το ανθρώπινο δυναμικό των φορέων ισότητας που είναι επιφορτισμένοι με τον εντοπισμό μεροληπτικών πρακτικών και διαθέτουν σαφή εντολή και επαρκείς πόρους για να καλύπτουν τα τρία πεδία, της απασχόλησης, της αυτοαπασχόλησης και της πρόσβασης σε αγαθά και υπηρεσίες·

5.  καλεί την Επιτροπή να αξιολογεί, να ανταλλάσσει και να συγκρίνει τις υφιστάμενες βέλτιστες πρακτικές για την καταπολέμηση της σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας και να διαδίδει τα αποτελέσματα της εν λόγω αξιολόγησης όσον αφορά τα αποτελεσματικά μέτρα που θα μπορούσαν να λάβουν τα κράτη μέλη για να ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις, τους κοινωνικούς εταίρους και τους οργανισμούς που ασχολούνται με την επαγγελματική κατάρτιση να προλαμβάνουν κάθε μορφή έμφυλων διακρίσεων, ιδίως σε ό, τι αφορά την παρενόχληση και τη σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας·

6.  επισημαίνει τον καίριο ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν όλοι οι άνδρες, δεσμευόμενοι ότι θα αλλάξουν και θα θέσουν τέλος σε όλες τις μορφές παρενόχλησης και σεξουαλικής βίας, με την καταπολέμηση των συνθηκών και των δομών που καθιστούν δυνατές, ακόμη και με την αδράνειά τους, τις συμπεριφορές που οδηγούν σε τέτοιες πράξεις και με την αντίδραση σε κάθε μορφή καταχρηστικής ή ανάρμοστης συμπεριφοράς· καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την ενεργό συμμετοχή των ανδρών στις εκστρατείες πρόληψης και ευαισθητοποίησης·

7.  θεωρεί ότι στις βασικές δράσεις για την καταπολέμηση της σεξουαλικής παρενόχλησης περιλαμβάνονται η αντιμετώπιση των θεμάτων της ανεπαρκούς καταγγελίας και του κοινωνικού στιγματισμού, η καθιέρωση διαδικασιών λογοδοσίας στον χώρο εργασίας, η ενεργός συμμετοχή ανδρών και αγοριών στην πρόληψη της βίας και η δράση για την αντιμετώπιση αναδυόμενων μορφών βίας, π.χ. στον κυβερνοχώρο·

8.  είναι θορυβημένο από το γεγονός ότι η παρενόχληση γυναικών στο διαδίκτυο, και ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που εκτείνεται από την ανεπιθύμητη επικοινωνία, το «τρολάρισμα» και τον κυβερνοεκφοβισμό έως τη σεξουαλική παρενόχληση και τις απειλές βιασμού και φόνου, διαδίδεται διαρκώς περισσότερο στην ψηφιακή κοινωνία μας, γεγονός που οδηγεί επίσης σε νέες μορφές βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών, όπως ο κυβερνοεκφοβισμός, η κυβερνοπαρενόχληση, η χρήση εξευτελιστικών εικόνων στο διαδίκτυο και η διανομή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ιδιωτικών φωτογραφιών και βίντεο χωρίς τη συγκατάθεση των εμπλεκόμενων προσώπων·

9.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί για προγράμματα καταπολέμησης της βίας κατά των γυναικών μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ευαισθητοποίηση και την υποστήριξη οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που αντιμετωπίζουν τη βία κατά των γυναικών, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής παρενόχλησης·

10.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να επισπεύσουν την κύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης· καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν πλήρως τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, μεταξύ άλλων με τη δημιουργία συστήματος συλλογής αναλυτικών στοιχείων, που θα περιλαμβάνει ταξινόμηση βάσει ηλικίας και φύλου του δράστη και της σχέσης δράστη-θύματος και θα καλύπτει τη σεξουαλική παρενόχληση·

11.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση οδηγίας για την καταπολέμηση κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών και της έμφυλης βίας· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να προωθήσει μια συνολική στρατηγική της ΕΕ για την καταπολέμηση όλων των μορφών έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής παρενόχλησης και της σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών·

12.  καλεί το Συμβούλιο να ενεργοποιήσει τη ρήτρα «γέφυρας», εκδίδοντας ομόφωνη απόφαση με την οποία θα αναγνωρίζει τη βία κατά των γυναικών και των κοριτσιών (και άλλες μορφές έμφυλης βίας) ως τομέα εγκληματικότητας κατά την έννοια του άρθρου 83 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ·

13.  ζητεί καλύτερη ένταξη των γυναικών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και σε ανώτερες θέσεις οργανισμών στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη, μαζί με τις ΜΚΟ, τους κοινωνικούς εταίρους και τους φορείς για την προώθηση της ισότητας, να ενισχύσουν τα μέτρα για την ευαισθητοποίηση του κοινού όσον αφορά τα δικαιώματα των θυμάτων σεξουαλικής παρενόχλησης και έμφυλων διακρίσεων· τονίζει ότι τα κράτη μέλη, οι οργανώσεις των εργοδοτών και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις πρέπει να προαγάγουν επειγόντως την ευαισθητοποίηση σχετικά με τη σεξουαλική παρενόχληση και να υποστηρίζουν και να ενθαρρύνουν τις γυναίκες να καταγγέλλουν τέτοια περιστατικά αμέσως·

14.  τονίζει τη σημασία της παροχής ειδικής κατάρτισης και της διοργάνωσης εκστρατειών ευαισθητοποίησης σχετικά με τις υφιστάμενες επίσημες διαδικασίες καταγγελίας περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας και τα δικαιώματα των θυμάτων, ώστε να διασφαλίζεται η εφαρμογή της αρχής της αξιοπρέπειας στην εργασία και η προώθηση μιας προσέγγισης μηδενικής ανοχής ως κανόνα·

Σεξουαλική παρενόχληση στα κοινοβούλια, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

15.  καταδικάζει απερίφραστα όλες τις περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης που έφεραν στο φως τα μέσα ενημέρωσης και εκφράζει την αμέριστη υποστήριξή του στα θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης· επισημαίνει ότι, εάν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ επιθυμούν να διαφυλάξουν το κύρος τους, οφείλουν να αντιταχθούν σε κάθε μορφή έμφυλης διάκρισης και σε κάθε ενέργεια που υπονομεύει την ισότητα των φύλων·

16.  επισημαίνει το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με απόφαση του Προεδρείου του της 14ης Απριλίου 2014, ενέκρινε νέους κανόνες που συμπεριλάμβαναν τη δημιουργία ειδικών φορέων όπως η συμβουλευτική επιτροπή που είναι επιφορτισμένη με την εξέταση καταγγελιών για παρενόχληση μεταξύ διαπιστευμένων κοινοβουλευτικών βοηθών και βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και για την πρόληψή της στον χώρο εργασίας, και, νωρίτερα, συμβουλευτική επιτροπή επιφορτισμένη με την εξέταση καταγγελιών για παρενόχληση και με την πρόληψή της στον χώρο εργασίας για το προσωπικό του ΕΚ· σημειώνει με ικανοποίηση την καθιέρωση της εμπιστευτικής καταγγελίας κρουσμάτων και τη διοργάνωση εκστρατείας ευαισθητοποίησης με στόχο την καταπολέμηση της σεξουαλικής παρενόχλησης εντός του οργάνου· σημειώνει το γεγονός ότι παρόμοιοι φορείς έχουν δημιουργηθεί και σε άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ·

17.  καλεί τον Πρόεδρο και τη διοίκηση του Κοινοβουλίου:

   να εξετάσουν επειγόντως και ενδελεχώς τα πρόσφατα δημοσιεύματα των μέσων μαζικής ενημέρωσης σχετικά με τη σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε πλαίσιο σεβασμού της ιδιωτικότητας των θυμάτων, να μοιραστούν τα πορίσματα με τους βουλευτές του Κοινοβουλίου και να προτείνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη νέων κρουσμάτων·
   να αξιολογήσουν και, εάν κριθεί απαραίτητο, να αναθεωρήσουν τη σύνθεση των αρμόδιων οργάνων ώστε να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία και η ισορροπία μεταξύ των φύλων, και να ενισχύσουν περαιτέρω και να υποστηρίξουν τη λειτουργία της συμβουλευτικής επιτροπής που ασχολείται με καταγγελίες για παρενόχληση μεταξύ διαπιστευμένων κοινοβουλευτικών βοηθών και βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθώς και τη συμβουλευτική επιτροπή για το προσωπικό του Κοινοβουλίου σχετικά με την πρόληψη της παρενόχλησης, αναγνωρίζοντας το σημαντικό έργο τους·
   να αναθεωρήσουν τους κανόνες του έτσι ώστε να συμπεριλάβουν και τους ασκουμένους σε όλες τις συμβουλευτικές επιτροπές σχετικά με την πρόληψη της παρενόχλησης και να ενισχύσουν το ενδιαφέρον γύρω από τα θετικά μέτρα τους, και να αποφεύγουν συγκρούσεις συμφερόντων που αφορούν μέλη των σημαντικών αυτών δομών επιτροπών· να διερευνούν τις τυπικές υποθέσεις, να διατηρούν εμπιστευτικό μητρώο καταχώρισης των υποθέσεων σε βάθος χρόνου και να εφαρμόζουν τα βέλτιστα μέτρα για την εξασφάλιση μηδενικής ανοχής σε όλα τα επίπεδα του θεσμικού οργάνου·
   να συστήσουν επιχειρησιακή ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων που θα συγκαλείται με εντολή να εξετάσει την κατάσταση της σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η οποία θα αναλάβει την αξιολόγηση της υφιστάμενης συμβουλευτικής επιτροπής του Κοινοβουλίου η οποία είναι αρμόδια για τις καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης μεταξύ ΔΚΒ και βουλευτών του Κοινοβουλίου και της συμβουλευτικής επιτροπής για το προσωπικό του ΕΚ σχετικά με την πρόληψη της παρενόχλησης, και θα προτείνει κατάλληλες αλλαγές·
   να υποστηρίζουν πλήρως τα θύματα σε διαδικασίες εντός του Κοινοβουλίου και/ή με την τοπική αστυνομία· να ενεργοποιούν τη λήψη έκτακτων μέτρων προστασίας ή διασφάλισης όποτε τούτο κρίνεται αναγκαίο, και να εφαρμόζουν πλήρως το άρθρο 12α του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, διασφαλίζοντας παράλληλα την πλήρη διερεύνηση των υποθέσεων και τη λήψη πειθαρχικών μέτρων·
   να εξασφαλίσουν την εφαρμογή ενός ισχυρού και αποτελεσματικού σχεδίου δράσης κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης για την πρόληψη, τη στήριξη και την υποχρεωτική κατάρτιση όλου του προσωπικού και των βουλευτών σχετικά με τον σεβασμό και την αξιοπρέπεια στην εργασία, ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι η προσέγγιση περί μηδενικής ανοχής θα αποτελεί τον κανόνα· να συμμετέχουν πλήρως σε εκστρατείες ευαισθητοποίησης με όλους τους βουλευτές και τις διοικητικές υπηρεσίες, με ιδιαίτερη έμφαση στις ομάδες που βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση, όπως οι ασκούμενοι, οι διαπιστευμένοι κοινοβουλευτικοί βοηθοί και οι συμβασιούχοι υπάλληλοι·
   να συστήσουν ένα θεσμικό δίκτυο έμπιστων συμβούλων, προσαρμοσμένο στις δομές του Κοινοβουλίου για τη στήριξη, την παροχή συμβουλών και την παρέμβαση για λογαριασμό των θυμάτων, εφόσον απαιτείται, σύμφωνα με την πρακτική που εφαρμόζει η Επιτροπή για το προσωπικό της·

18.  καλεί όλους τους συναδέλφους να υποστηρίζουν και να ενθαρρύνουν τα θύματα να μιλήσουν και να καταγγείλουν τα κρούσματα σεξουαλικής παρενόχλησης μέσω επίσημων διαδικασιών στη διοίκηση του Κοινοβουλίου και/ή στην αστυνομία·

19.  είναι αποφασισμένο να θεσπίσει εσωτερικούς κανόνες για την καταγγελία δυσλειτουργιών για να προστατεύσει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των υπαλλήλων που καταγγέλλουν δυσλειτουργίες και να παράσχει επαρκή μέσα έννομης προστασίας σε περίπτωση που δεν έχουν ορθή και δίκαιη μεταχείριση στο πλαίσιο της καταγγελίας δυσλειτουργιών·

20.  ανησυχεί ιδιαίτερα για το γεγονός ότι, συχνότατα, βοηθοί βουλευτών του Κοινοβουλίου (ΔΚΒ) φοβούνται να μιλήσουν σε περίπτωση σεξουαλικής παρενόχλησης, δεδομένου ότι η ρήτρα για την «απώλεια εμπιστοσύνης» στο καθεστώς των ΔΚΒ σημαίνει ότι μπορεί να απολυθούν με πολύ σύντομη προειδοποίηση· ζητεί τη συμμετοχή ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων στις διαδικασίες απόλυσης μαζί με τους εκπροσώπους της διοίκησης, με στόχο την επίτευξη μιας αμερόληπτης απόφασης·

21.  συνιστά να παρέχει, σε ετήσια βάση, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, στην ομάδα υψηλού επιπέδου του Κοινοβουλίου για την ισότητα των φύλων και τη διαφορετικότητα, στοιχεία σχετικά με τις καταγγελίες κακοδιαχείρισης που σχετίζονται με την ισότητα των φύλων στο Κοινοβούλιο, σε πλαίσιο σεβασμού της απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του·

22.  καλεί τα κράτη μέλη να εξετάσουν την κατάσταση που επικρατεί σε σχέση με τη σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση στα εθνικά κοινοβούλια, να λάβουν δραστικά μέτρα για την καταπολέμησή τους στο πλαίσιο των εθνικών κοινοβουλίων τους και να εφαρμόσουν και να επιβάλουν δεόντως πολιτική σεβασμού και αξιοπρέπειας στην εργασία για τους βουλευτές και το προσωπικό· ζητεί την παρακολούθηση της εφαρμογής μιας τέτοιας πολιτικής·

23.  καλεί τα κράτη μέλη να παρέχουν στήριξη και προστασία στους βουλευτές που έρχονται σε επαφή με το κοινό, ιδίως σε εκείνους που αντιμετωπίζουν σεξουαλική κακοποίηση και απειλές έμφυλης βίας, μεταξύ άλλων μέσω του διαδικτύου·

24.  ζητεί να οργανωθούν σε όλα τα επίπεδα ανταλλαγές βέλτιστων πρακτικών με άλλα θεσμικά όργανα και οργανισμούς, όπως η Μονάδα του ΟΗΕ για τις Γυναίκες, το Συμβούλιο της Ευρώπης, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και ενδιαφερόμενοι φορείς που συμμετέχουν στην προώθηση της ισότητας των φύλων·

25.  καλεί όλους τους πολιτικούς παράγοντες να ενεργούν ως υπεύθυνα πρότυπα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της σεξουαλικής παρενόχλησης, στα κοινοβούλια και έξω από αυτά·

o
o   o

26.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών και στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης.

(1) http://fra.europa.eu/en/publication/2014/violence-against-women-eu-wide-survey-main-results-report.
(2) ΕΕ L 204 της 26.7.2006, σ. 23.
(3) ΕΕ L 373 της 21.12.2004, σ. 37.
(4) ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 57.
(5) https://rm.coe.int/168008482e.
(6) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0329.
(7) ΕΕ C 77 E της 28.3.2002, σ. 138.
(8) ΕΕ C 285 E της 21.10.2010, σ. 53.
(9) ΕΕ C 296 E της 2.10.2012, σ. 26.
(10) ΕΕ C 168 E της 14.6.2013, σ. 102.
(11) ΕΕ C 285 της 29.8.2017, σ. 2.
(12) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0451.
(13) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0073.
(14) ΕΕ C 316 της 30.8.2016, σ. 2.
(15) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0402.
(16) http://ec.europa.eu/justice/gender-equality/files/your_rights/final_harassement_en.pdf.
(17) http://www.un.org/womenwatch/daw/beijing/platform/violence.htm.
(18) Βλ. αιτιολογική σκέψη 17 της οδηγίας για τα δικαιώματα των θυμάτων.


Οικονομικές πολιτικές της ζώνης του ευρώ
PDF 552kWORD 75k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με τις οικονομικές πολιτικές της ζώνης του ευρώ 2017/2114(INI)
P8_TA(2017)0418A8-0310/2017

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2, το άρθρο 136 και τα πρωτόκολλα αριθ. 1 και αριθ. 2,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 22ας Μαΐου 2017 σχετικά με τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις για το 2017 (COM(2017)0500),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο για τον Συντονισμό των Οικονομικών Πολιτικών: Ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης για το 2017(1),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 22ας Φεβρουαρίου 2017 με τίτλο «Ευρωπαϊκό εξάμηνο 2017: Αξιολόγηση της προόδου σχετικά με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, την πρόληψη και τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, και αποτελέσματα των εμπεριστατωμένων επισκοπήσεων βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011» (COM(2017)0090),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης για το 2017» (COM(2016)0725), τις εκθέσεις με τίτλο «Έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης του 2017» (COM(2016)0728) και «Σχέδιο κοινής έκθεσης της Επιτροπής και του Συμβουλίου για την απασχόληση του 2017» (COM(2016)0729) και τη σύσταση της Επιτροπής για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ (COM(2015)0692),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 16ης Νοεμβρίου 2016 με τίτλο «Προς έναν θετικό δημοσιονομικό προσανατολισμό της ζώνης του ευρώ» (COM(2016)0727),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2017 με τίτλο «Assessment of the prospective fiscal stance appropriate for the euro area» (Αξιολόγηση του μελλοντικού δημοσιονομικού προσανατολισμού που είναι κατάλληλος για τη ζώνη του ευρώ),

–  έχοντας υπόψη το ειδικό έγγραφο (Occasional Paper) αριθ. 182 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του Ιανουαρίου 2017, με τίτλο «Δημοσιονομικός προσανατολισμός της ζώνης του ευρώ»,

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 2017, σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ(2),

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 23ης Μαΐου 2017 για τις εμπεριστατωμένες επισκοπήσεις και την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα για το 2016,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 16ης Ιουνίου 2017 σχετικά με το κλείσιμο των διαδικασιών υπερβολικού ελλείμματος για δύο κράτη μέλη και σχετικά με τις οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές,

–  έχοντας υπόψη τις ευρωπαϊκές οικονομικές προβλέψεις – άνοιξη 2017, που δημοσίευσε η Επιτροπή τον Μάιο του 2017,

–  έχοντας υπόψη τα λεπτομερή στοιχεία από τα δεδομένα της Eurostat για το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, τον ρυθμό αύξησης και τα σύνολα, της 31ης Μαΐου 2017,

–  έχοντας υπόψη τα στατιστικά στοιχεία του ΟΟΣΑ σχετικά με τα συνολικά φορολογικά έσοδα, της 30ής Νοεμβρίου 2016,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση,

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία COP 21 που επιτεύχθηκε κατά τη Διάσκεψη του Παρισιού για το Κλίμα στις 12 Δεκεμβρίου 2015,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1175/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών(3),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2011/85/ΕE του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών(4),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1174/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με κατασταλτικά μέτρα για τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών στην ευρωζώνη(5)

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1177/2011 του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 2011, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος(6),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (EE) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών(7),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (EE) αριθ. 1173/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, για την αποτελεσματική επιβολή της δημοσιονομικής εποπτείας στη ζώνη του ευρώ(8),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 473/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, σχετικά με κοινές διατάξεις για την παρακολούθηση και την εκτίμηση των σχεδίων δημοσιονομικών προγραμμάτων και τη διασφάλιση της διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος των κρατών μελών στη ζώνη του ευρώ(9),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για την ενίσχυση της οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας των κρατών μελών στη ζώνη του ευρώ τα οποία αντιμετωπίζουν ή απειλούνται με σοβαρές δυσκολίες αναφορικά με τη χρηματοοικονομική τους σταθερότητα(10),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (A8-0310/2017),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕγχΠ για τη ζώνη του ευρώ ήταν 1,8 % το 2016 και θα παραμείνει σταθερός στο 1,7 % το 2017 και στο 1,9 % στην ΕΕ συνολικά, ποσοστά τα οποία υπερβαίνουν μεν τα επίπεδα πριν από την κρίση, αλλά παραμένουν ανεπαρκή, ενώ υπάρχουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά τους ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ιδιωτική κατανάλωση αποτέλεσε τη βασική κινητήρια δύναμη ανάπτυξης κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, αν και πιθανόν θα μετριαστεί κατά το τρέχον έτος λόγω της πρόσκαιρης ανόδου του πληθωρισμού τιμών καταναλωτή, αλλά η εγχώρια ζήτηση αναμένεται να δώσει ώθηση στις προοπτικές ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάπτυξη στην ΕΕ παραμένει πολύ χαμηλή για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας στα κράτη μέλη και είναι πολύ χαμηλότερη από την ανάπτυξη που προβλέπεται για ολόκληρο τον κόσμο·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ποσοστά ανεργίας στη ζώνη του ευρώ και στην ΕΕ των 28 ήταν 9,3 % και 7,8 % αντιστοίχως, τον Απρίλιο του 2017, φτάνοντας στα χαμηλότερα επίπεδα από τον Μάρτιο του 2009 και τον Δεκέμβριο του 2008, ωστόσο, εξακολουθούν να είναι υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από την κρίση· λαμβάνοντας υπόψη ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές στα ποσοστά ανεργίας εντός της ΕΕ, τα οποία κυμαίνονται μεταξύ 3,2 % και 23,2 %· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ποσοστά ανεργίας των νέων στη ζώνη του ευρώ και στην ΕΕ των 28 εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα τον Απρίλιο του 2017, συγκεκριμένα στο 18,7 % και στο 16,7 % αντιστοίχως·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το έλλειμμα γενικής κυβέρνησης στη ζώνη του ευρώ προβλέπεται να είναι της τάξεως του 1,4 % το 2017 και 1,3 % το 2018, ενώ οι επιδόσεις των επιμέρους κρατών μελών αναμένεται ότι θα είναι ανομοιογενείς· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕγχΠ στη ζώνη του ευρώ αναμένεται να ανέλθει στο 90,3 % το 2017 και στο 89,0 % το 2018·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη παραμένει εύθραυστη και ότι η οικονομία της ζώνης του ευρώ βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένη αβεβαιότητα και σημαντικές εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές προκλήσεις·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, λόγω της εξαιρετικά χαμηλής παραγωγικότητας και παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας της ΕΕ, απαιτούνται κοινωνικά ισορροπημένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, συνεχείς δημοσιονομικές προσπάθειες και επενδύσεις στα κράτη μέλη, ώστε να επιτευχθεί βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη και απασχόληση καθώς και μια ανοδική σύγκλιση με τις άλλες παγκόσμιες οικονομίες και εντός της ΕΕ·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το ποσοστό απασχόλησης στη ζώνη του ευρώ αυξήθηκε κατά 1,4 % το 2016· λαμβάνοντας υπόψη ότι τον Μάρτιο του 2017 το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε σε 9,5 %, έναντι 10,2 % τον Μάρτιο του 2016· λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις, τα ποσοστά ανεργίας δεν έχουν ακόμη επανέλθει στα προ της κρίσης επίπεδα·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το ποσοστό απασχόλησης στην ΕΕ των 28 αυξήθηκε κατά 1,2 % το 2016, ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2017 εντάχθηκαν στην αγορά εργασίας 234,2 εκατομμύρια άτομα, ο μεγαλύτερος αριθμός που καταγράφηκε ποτέ(11)· λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι ο σημαντικός αριθμός θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν σε σχέση με την οικονομική ανάπτυξη κρύβει προκλήσεις, όπως η ατελής ανάκαμψη σε σχέση με τις πραγματοποιηθείσες ώρες εργασίας και η μικρή αύξηση της παραγωγικότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παράγοντες αυτοί μπορεί, αν δεν εξαλειφθούν, να ασκήσουν πρόσθετη πίεση μακροπρόθεσμα στις πτυχές της οικονομικής ανάπτυξης και στην κοινωνική συνοχή στην ΕΕ(12)·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ποσοστά απασχόλησης των γυναικών είναι σε γενικές γραμμές χαμηλότερα: το 2015, το ποσοστό απασχόλησης των ανδρών ηλικίας 20-46 ετών στην ΕΕ των 28 ανερχόταν σε 75,9 % έναντι 64,3 % για τις γυναίκες·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τον Μάρτιο του 2017 το ποσοστό ανεργίας των νέων στη ζώνη του ευρώ ήταν 19,4 % έναντι 21,3 % τον Μάρτιο του 2016· λαμβάνοντας υπόψη ότι το επίπεδο της ανεργίας των νέων εξακολουθεί να παραμένει απαράδεκτα υψηλό· λαμβάνοντας υπόψη ότι, το 2015, το ποσοστό των νέων εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης (ΕΕΑΚ) παρέμεινε υψηλό, στη δε ηλικιακή ομάδα 15-29 ετών ανήλθε σε 14,8 %, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 14 εκατομμύρια νέους· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ΕΕΑΚ εκτιμάται πως κοστίζουν στην ΕΕ 153 δισεκατομμύρια EUR (1,21 % του ΑΕγχΠ) ετησίως σε επιδόματα, διαφυγόντα κέρδη και φόρους(13), ενώ το συνολικό εκτιμώμενο κόστος της θέσπισης συστημάτων εγγυήσεων για τη νεολαία στη ζώνη του ευρώ είναι 21 δισεκατομμύρια EUR ετησίως, ήτοι 0,22% του ΑΕγχΠ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρηματοδότηση για το πρόγραμμα «Πρωτοβουλία για την απασχόληση των νέων» είναι αυτή τη στιγμή ένα δισεκατομμύριο EUR, ποσό στο οποίο θα προστεθεί άλλο ένα δισεκατομμύριο EUR από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο για την περίοδο 2017-2020·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μακροχρόνια ανεργία στην ΕΕ των 28 μειώθηκε μεν από 5 % το 2014 σε 4 % το 2016, αλλά παραμένει ανησυχητική, δεδομένου ότι αντιστοιχεί σχεδόν στο ήμισυ της συνολικής ανεργίας· επισημαίνει με ανησυχία ότι το ποσοστό της πολύ μακροχρόνιας ανεργίας ανήλθε σε 2,5 % το 2016, παραμένοντας κατά 1% υψηλότερο σε σχέση με το 2008· λαμβάνοντας υπόψη ότι εξακολουθούν να υφίστανται μεγάλες ανισότητες μεταξύ των κρατών μελών·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε πολλά κράτη μέλη ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας και το εργατικό δυναμικό εξακολουθούν να συρρικνώνονται, ιδίως ως αποτέλεσμα της χαμηλής γεννητικότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η απασχολησιμότητα των γυναικών, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη άφιξη μεταναστών, προσφύγων και αιτούντων άσυλο, προσφέρουν στα κράτη μέλη την ευκαιρία να αντιμετωπίσουν το ζήτημα αυτό και να ενισχύσουν το εργατικό δυναμικό στην ΕΕ·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας από τους πέντε στόχους της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» είναι η μείωση, κατά τουλάχιστον 20 εκατομμύρια, του αριθμού των ατόμων που πλήττονται ή απειλούνται από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό· λαμβάνοντας υπόψη ότι η φτώχεια μειώνεται, δεδομένου ότι το 2015 αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού 4,8 εκατομμύρια λιγότεροι άνθρωποι από ό,τι το 2012· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός αυτός του 2015 εξακολουθεί να είναι υψηλότερος από τον αντίστοιχο αριθμό του 2008 κατά 1,6 εκατομμύρια· λαμβάνοντας υπόψη ότι, το 2012, 32,2 εκατομμύρια άτομα με αναπηρία στην ΕΕ αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού· λαμβάνοντας υπόψη ότι, το 2013, 26,5 εκατομμύρια παιδιά στην ΕΕ των 28 αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού· λαμβάνοντας υπόψη ότι το ποσοστό των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού παραμένει στο απαράδεκτα υψηλό επίπεδο του 23,7 %, ενώ σε ορισμένα κράτη μέλη το ποσοστό αυτό παραμένει πολύ υψηλό· λαμβάνοντας υπόψη ότι, επιπλέον, η ενεργειακή ένδεια εξακολουθεί να είναι σε τόσο υψηλά επίπεδα ώστε να οδηγεί το 11 % του πληθυσμού της ΕΕ σε έναν κύκλο οικονομικής μειονεξίας·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συνθήκες και οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας αποκαλύπτουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών, αν και οι διαφορές αυτές μειώνονται·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη την αυξανόμενη εμφάνιση νέων μορφών απασχόλησης και εργασίας λόγω της ψηφιακής επανάστασης στην αγορά εργασίας·

1.  επικροτεί τις βελτιωμένες επιδόσεις της ευρωπαϊκής οικονομίας, που εδράζονται σε ολοένα και ευρύτερη βάση και υποστηρίζονται από μέτρια αύξηση του ΑΕγχΠ, υπερβαίνοντας τα προ κρίσης επίπεδα, και μειούμενα ποσοστά ανεργίας, τα οποία, ωστόσο, εξακολουθούν να είναι υψηλά· θεωρεί ότι αυτή η θετική τάση οφείλεται στις πολιτικές που εφαρμόσθηκαν κατά τα τελευταία έτη· επισημαίνει ότι η ελαφρά ανάκαμψη παραμένει, ωστόσο, εύθραυστη και άνισα κατανεμημένη εντός της κοινωνίας και μεταξύ των περιφερειών, ενώ η ανάπτυξη του κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ εμφανίζει τάσεις στασιμότητας· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι οικονομικές εξελίξεις εξακολουθούν να επιβαρύνονται από τα αποτελέσματα της κρίσης· σημειώνει ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί, τα επίπεδα χρέους σε πολλά κράτη μέλη εξακολουθούν να υπερβαίνουν το κατώτατο όριο που ορίζεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης·

2.  σημειώνει με ανησυχία ότι οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕγχΠ και της παραγωγικότητας παραμένουν κάτω από το πλήρες δυναμικό και υπογραμμίζει ότι, για τον λόγο αυτό, δεν θα πρέπει να υπάρχει εφησυχασμός και ότι η μέτρια αυτή ανάκαμψη απαιτεί αδιάπτωτες προσπάθειες προκειμένου να επιτευχθεί μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα μέσω υψηλότερων επιπέδων ανάπτυξης και απασχόλησης·

3.  επισημαίνει ότι η Ευρώπη διαθέτει οικονομικές δυνατότητες που δεν έχουν αξιοποιηθεί, καθώς η ανάπτυξη και η απασχόληση εξελίσσονται ανομοιόμορφα· υπογραμμίζει ότι αυτό είναι αποτέλεσμα των ανομοιογενών επιδόσεων των οικονομιών των κρατών μελών· τονίζει ότι η υλοποίηση κοινωνικά ισορροπημένων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και περισσότερων ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων τόσο σε επίπεδο κρατών μελών όσο και σε επίπεδο ΕΕ θα μπορούσε να επιφέρει υψηλότερη ανάπτυξη κατά τουλάχιστον 1 %· υπενθυμίζει ότι ο συντονισμός της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής με στόχο να υπάρξει συμβολή στη διασφάλιση της σύγκλισης και της σταθερότητας στην ΕΕ θα πρέπει να παραμείνει ύψιστη προτεραιότητα του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου·

4.  εκτιμά ότι θα απαιτηθεί επίσης μεγαλύτερος βαθμός ανοδικής σύγκλισης και συνολικής ανταγωνιστικότητας για να διατηρηθεί η ανάκαμψη στην ΕΕ και τη ζώνη του ευρώ σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα· θεωρεί ότι οι υφιστάμενοι οικονομικοί δείκτες και δείκτες απασχόλησης έχουν καίρια σημασία για να διασφαλιστεί μια βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη·

5.  θεωρεί ότι, για να υλοποιηθεί αυτό, πρέπει να βελτιωθούν οι διαρθρωτικές συνθήκες για την ανάπτυξη· εκφράζει τη γνώμη ότι η δυνητική ανάπτυξη όλων των κρατών μελών θα πρέπει να αυξηθεί μακροπρόθεσμα τουλάχιστον στο 3 %· για να συμβεί αυτό, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική σύγκλιση, ενώ ο καθορισμός σαφών κριτηρίων αναφοράς σχετικά με τον τρόπο βελτίωσης του αναπτυξιακού δυναμικού των κρατών μελών θα μπορούσε να δώσει τις απαραίτητες κατευθύνσεις για πολιτικές δράσεις· επισημαίνει ότι στο πλαίσιο αυτής της τακτικής συγκριτικής αξιολόγησης θα πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα διαρθρωτικά πλεονεκτήματα και οι διαρθρωτικές αδυναμίες κάθε κράτους μέλους και να επιδιώκεται η επίτευξη βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης· η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει τομείς όπως η ψηφιακή οικονομία, ο τομέας των υπηρεσιών, η αγορά ενέργειας, αλλά και η ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, οι συνθήκες για επενδύσεις, η απουσία αποκλεισμών και η ετοιμότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων·

6.  τονίζει ότι τούτο θα συμπλήρωνε τις διεξαγόμενες προσπάθειες βελτίωσης της ποιότητας και της διαχείρισης των εθνικών προϋπολογισμών, αντιμετωπίζοντας τους παράγοντες ενεργοποίησης της ανάπτυξης σύμφωνα με τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ένωσης και με πλήρη σεβασμό των υφιστάμενων ρητρών ευελιξίας·

Διαρθρωτικές πολιτικές

7.  θεωρεί ότι για την αντιμετώπιση της ανομοιογενούς κατάστασης στη ζώνη του ευρώ όσον αφορά την ανάπτυξη και την απασχόληση απαιτείται καλύτερος συντονισμός των οικονομικών πολιτικών, ιδίως μέσω βελτιωμένης και συνεπούς εθνικής ιδίας ευθύνης και ορθής υλοποίησης των συστάσεων ανά χώρα (ΣΑΧ), με σκοπό επίσης την προώθηση της ανοδικής σύγκλισης, μεταξύ άλλων, μέσω της καλύτερης εφαρμογής και υλοποίησης της νομοθεσίας της ΕΕ· τονίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη συγκεκριμένη κατάσταση και τις προκλήσεις σε κάθε κράτος μέλος· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει τη συνοχή μεταξύ των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και των δαπανών της ΕΕ· υπενθυμίζει, υπό το πρίσμα αυτό, και τη σημασία της τεχνικής βοήθειας προς τα κράτη μέλη για την οικοδόμηση ικανοτήτων και τη σύγκλιση και θεωρεί ότι μια προσέγγιση βασισμένη στην εταιρική σχέση θα μπορούσε να εξασφαλίσει μεγαλύτερη λογοδοσία και ιδία ευθύνη για το αποτέλεσμα της υλοποίησης των ΣΑΧ·

8.  επισημαίνει ότι η ανεργία των νέων παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα στις χώρες της ζώνης του ευρώ και επισημαίνει ότι η αυξημένη και επίμονη ανεργία των νέων συνιστά μακροπρόθεσμο διαρθρωτικό κίνδυνο· συμφωνεί ότι η αντιμετώπιση των αποτελεσμάτων της κρίσης, από τη μακροχρόνια ανεργία, την απασχόληση που δεν αξιοποιεί πλήρως τις δεξιότητες και ικανότητες των εργαζομένων και τις γηράσκουσες κοινωνίες μέχρι τα υψηλά επίπεδα ιδιωτικού και δημόσιου χρέους, εξακολουθεί να συνιστά επείγουσα προτεραιότητα, η οποία απαιτεί την εφαρμογή βιώσιμων και χωρίς αποκλεισμούς μεταρρυθμίσεων·

9.  είναι της άποψης ότι τα αποτελέσματα της κρίσης, όπως το υψηλό επίπεδο χρέους και ανεργίας σε ορισμένους κλάδους της οικονομίας, εξακολουθούν να λειτουργούν ως τροχοπέδη για τη βιώσιμη ανάπτυξη και να ενέχουν δυνητικούς καθοδικούς κινδύνους· καλεί τα κράτη μέλη να μειώσουν τα υπερβολικά επίπεδα χρέους· ανησυχεί, εν προκειμένω, ότι το σταθερά υψηλό επίπεδο μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ορισμένα κράτη μέλη θα μπορούσε να έχει σημαντικές δευτερογενείς συνέπειες από ένα κράτος μέλος σε άλλο και μεταξύ τραπεζών και κρατών, θέτοντας σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ευρώπη· σημειώνει ότι τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας στον χρηματοπιστωτικό τομέα ενισχύθηκαν, αλλά προκύπτουν προκλήσεις από τη χαμηλή αποδοτικότητα, σε συνδυασμό με υψηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων· είναι πεπεισμένο ότι μια στρατηγική της ΕΕ για την αντιμετώπιση μη εξυπηρετούμενων δανείων θα μπορούσε να προσφέρει μια πιο ολοκληρωμένη λύση που να συνδυάζει ένα μείγμα συμπληρωματικών δράσεων πολιτικής σε εθνικό επίπεδο αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο ανάλογα με την περίπτωση·

10.  θεωρεί ότι απαιτούνται μεταρρυθμίσεις και πρωτοβουλίες για τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος, ώστε να ενισχυθούν η παραγωγικότητα, η ανταγωνιστικότητα στο επίπεδο των τιμών αλλά και των λοιπών συντελεστών, οι επενδύσεις και η απασχόληση στη ζώνη του ευρώ· πιστεύει ότι απαιτούνται πρόσθετες προσπάθειες για την ενίσχυση της πρόσβασης των ΜΜΕ στη χρηματοδότηση, πράγμα το οποίο συνιστά αποφασιστικό παράγοντα για την καινοτομία και επέκταση των επιχειρήσεων· υπογραμμίζει, στο πλαίσιο αυτό, τη σημασία μελλοντοστραφών μεταρρυθμίσεων που είναι προσαρμοσμένες τόσο στην πλευρά της προσφοράς όσο και στην πλευρά της ζήτησης·

11.  θεωρεί ότι οι εύρυθμα λειτουργούσες και παραγωγικές αγορές εργασίας, που συνδυάζονται με επαρκές επίπεδο κοινωνικής προστασίας και διαλόγου, συμβάλλουν στην αύξηση της απασχόλησης και στη διασφάλιση βιώσιμης ανάπτυξης· υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να διατηρηθούν τα υψηλά ποσοστά απασχόλησης όπου αυτά έχουν ήδη επιτευχθεί· σημειώνει ότι η έλλειψη δεξιοτήτων, οι γηράσκουσες κοινωνίες, καθώς και αρκετές άλλες προκλήσεις δυσχεραίνουν επίσης την περαιτέρω ανάπτυξη της απασχόλησης και τη μείωση των επιπέδων ανεργίας στα κράτη μέλη·

12.  τονίζει τη σημασία μιας υπεύθυνης και φιλικής προς την ανάπτυξη εξέλιξης των μισθών, που παρέχει καλό βιοτικό επίπεδο, συμβαδίζει με την παραγωγικότητα και λαμβάνει υπόψη την ανταγωνιστικότητα· λαμβάνει υπόψη ότι, σύμφωνα με τις προβλέψεις, η αύξηση των μισθών θα είναι σχετικά μέτρια· θεωρεί ότι η ανάπτυξη της παραγωγικότητας θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό στόχο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων· συμφωνεί με την Επιτροπή ότι υπάρχει περιθώριο για μισθολογικές αυξήσεις που θα μπορούσαν να έχουν συναφείς θετικές επιπτώσεις στη συνολική κατανάλωση·

13.  τονίζει ότι τα επίπεδα φορολογίας θα πρέπει επίσης να στηρίζουν την ανταγωνιστικότητα, τις επενδύσεις και τη δημιουργία θέσεων εργασίας· ζητεί να γίνουν μεταρρυθμίσεις στη φορολογία προκειμένου να βελτιωθεί η είσπραξη των φόρων, να αποτραπούν η φοροαποφυγή, η φοροδιαφυγή και ο επιθετικός φορολογικός σχεδιασμός, καθώς και να αντιμετωπιστεί η υψηλή φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ευρώπη και παράλληλα να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των συστημάτων κοινωνικής προστασίας· πιστεύει ότι η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας θα ενίσχυε την απασχόληση και θα προωθούσε την ανάπτυξη· υπογραμμίζει ότι τα φορολογικά κίνητρα, όποτε είναι εφικτά, μεταξύ άλλων, μέσω χαμηλότερων φόρων μπορούν να στηρίξουν την εγχώρια ζήτηση, την κοινωνική ασφάλιση και την παροχή επενδύσεων και εργασίας·

Επενδύσεις

14.  συμφωνεί ότι η οικονομική ανάκαμψη πρέπει να στηριχθεί με δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, ιδίως στην καινοτομία, και επισημαίνει ότι εξακολουθεί να υφίσταται κενό επενδύσεων στη ζώνη του ευρώ· χαιρετίζει το γεγονός ότι σε ορισμένα κράτη μέλη οι επενδύσεις έχουν ήδη υπερβεί τα προ της κρίσης επίπεδα, και εκφράζει τη λύπη του διότι σε άλλα κράτη μέλη οι επενδύσεις εξακολουθούν να υστερούν ή να μην αυξάνονται με την απαραίτητη ταχύτητα· υπογραμμίζει ότι απαιτούνται επίσης περαιτέρω μέτρα για την αντιμετώπιση του «κενού επενδύσεων» που έχει συσσωρευθεί από τότε που ξέσπασε η κρίση·

15.  θεωρεί ότι οι μεταρρυθμίσεις για την άρση των εμποδίων σε ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις θα επιτρέψουν την άμεση υποστήριξη της οικονομικής δραστηριότητας και, ταυτόχρονα, θα συμβάλουν στη δημιουργία συνθηκών για μακροπρόθεσμη βιώσιμη ανάπτυξη· επισημαίνει ότι οι επενδύσεις στην εκπαίδευση, την καινοτομία και την έρευνα και ανάπτυξη θα επέτρεπαν την καλύτερη προσαρμογή στην οικονομία της γνώσης· τονίζει περαιτέρω ότι η ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για την προσέλκυση και την αύξηση των επενδύσεων, καθώς και για τη βελτιωμένη χρηματοδότηση της ανάπτυξης και των θέσεων εργασίας·

16.  θεωρεί ότι η έρευνα, η τεχνολογία και η εκπαίδευση έχουν ζωτική σημασία για τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη της ζώνης του ευρώ· τονίζει τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τις επενδύσεις στους εν λόγω τομείς και τονίζει ότι οι επενδύσεις θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ανάπτυξη της καινοτομίας και θα επέτρεπαν την καλύτερη προσαρμογή στην οικονομία της γνώσης, σύμφωνα με τη στρατηγική «Ευρώπη 2020»·

17.  εκφράζει την ικανοποίησή του διότι η έγκαιρη συμφωνία σχετικά με το αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ) θα συμβάλει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας αυτού του μέσου και στην αντιμετώπιση των ελλείψεων που έχουν διαπιστωθεί έως τώρα στην υλοποίησή του, με τη διευκόλυνση της χρηματοδότησης περισσότερων έργων με ισχυρό δυναμικό, τη διασφάλιση της αυστηρής εφαρμογής της έννοιας της προσθετικότητας και την αύξηση της γεωγραφικής κάλυψης και απορρόφησης, καθώς και στη στήριξη των επενδύσεων που διαφορετικά δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί·

18.  επισημαίνει ότι οι στόχοι των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) είναι διαφορετικοί από εκείνους του ΕΤΣΕ και, επομένως, τα ΕΔΕΤ εξακολουθούν να είναι σημαντικά, μεταξύ άλλων για τη στήριξη βιώσιμων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων·

19.  τονίζει ότι μια πλήρως λειτουργούσα Ένωση Κεφαλαιαγορών μπορεί, πιο μακροπρόθεσμα, να εξασφαλίσει νέα χρηματοδότηση στις ΜΜΕ, συμπληρωματικά προς τη χρηματοδότηση από τον τραπεζικό τομέα· τονίζει ότι οι ΜΜΕ αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής οικονομίας και θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι η βελτίωση της πρόσβασής τους στη χρηματοδότηση και η καταπολέμηση της επιχειρηματικής αβεβαιότητας που συνδέεται με τις δραστηριότητές τους θα πρέπει να αποτελεί μία από τις βασικές προτεραιότητες, προκειμένου να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα στη ζώνη του ευρώ· τονίζει ότι είναι ανάγκη να μειωθεί η γραφειοκρατία, να εξορθολογιστούν οι δημόσιες υπηρεσίες και να καταστούν πιο αποτελεσματικές·

Δημοσιονομικές πολιτικές

20.  θεωρεί ότι οι συνετές και προορατικές δημοσιονομικές πολιτικές διαδραματίζουν θεμελιώδη ρόλο για τη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ και της Ένωσης συνολικά· υπογραμμίζει ότι ο ισχυρός συντονισμός των δημοσιονομικών πολιτικών, η ορθή εφαρμογή και τήρηση των κανόνων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του πλήρους σεβασμού των υφιστάμενων ρητρών ευελιξίας, σε αυτόν τον τομέα αποτελούν νομική απαίτηση και έχουν αποφασιστική σημασία για την ορθή λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ)·

21.  εκφράζει, εν προκειμένω, την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι τα δημόσια οικονομικά φαίνονται να βελτιώνονται, καθώς, σύμφωνα με τις προβλέψεις, τα δημοσιονομικά ελλείμματα στη ζώνη του ευρώ θα μειωθούν· ωστόσο, χρειάζεται να συνεχιστούν οι προσπάθειες για τη μείωση του βάρους του χρέους, παράλληλα με την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης, προκειμένου τα κράτη μέλη να μην είναι ευάλωτα σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς·

22.  συμφωνεί με την Επιτροπή ότι το δημόσιο χρέος παραμένει σε υψηλά επίπεδα σε ορισμένα κράτη μέλη και ότι είναι ανάγκη να καταστούν τα δημόσια οικονομικά βιώσιμα και ταυτόχρονα να προωθηθούν η οικονομική ανάπτυξη και η δημιουργία θέσεων εργασίας· επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι πληρωμές χαμηλών επιτοκίων, οι διευκολυντικές νομισματικές πολιτικές, τα εφάπαξ μέτρα και άλλοι παράγοντες ελάφρυνσης του σημερινού δανειακού βάρους είναι μόνο προσωρινά μέτρα και υπογραμμίζει, ως εκ τούτου, ότι είναι ανάγκη να καταστούν τα δημόσια οικονομικά βιώσιμα, να ληφθούν επίσης υπόψη μελλοντικές υποχρεώσεις και να επιδιωχθεί η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη· επισημαίνει ότι υπάρχει πιθανότητα αύξησης του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους· υπογραμμίζει τη σημασία μείωσης του συνολικού επιπέδου του χρέους·

23.  υπογραμμίζει ότι οι δημοσιονομικοί προσανατολισμοί σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο ζώνης του ευρώ πρέπει να διασφαλίζουν την ισορροπία ανάμεσα στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, σε πλήρη συμμόρφωση με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και των διατάξεών του σχετικά με την ευελιξία, και στη βραχυπρόθεσμη μακροοικονομική σταθεροποίηση·

24.  επισημαίνει ότι ο σημερινός συνολικός δημοσιονομικός προσανατολισμός για το ευρώ ήταν γενικά ουδέτερος το 2016 και αναμένεται να παραμείνει ουδέτερος και το 2017· υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της το 2016 ζήτησε ένα θετικό δημόσιο προσανατολισμό, ενώ η Ευρωομάδα αναγνώρισε ότι ο γενικά ουδέτερος δημοσιονομικός προσανατολισμός το 2017 επέτυχε την κατάλληλη ισορροπία και υπογράμμισε τη σημασία επίτευξης της κατάλληλης ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη διασφάλισης της βιωσιμότητας και στην ανάγκη στήριξης των επενδύσεων ώστε να ενισχυθεί η ανάκαμψη, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε ένα πιο ισορροπημένο μείγμα πολιτικής· στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνει την πρώτη αξιολόγηση του μελλοντικού δημοσιονομικού προσανατολισμού που είναι κατάλληλος για τη ζώνη του ευρώ από το ανεξάρτητο Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΔΣ) της 20ής Ιουνίου 2017· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να σχεδιάσουν ένα δημοσιονομικό προσανατολισμό που είναι κατάλληλος για τις αντίστοιχες συνθήκες·

25.  τονίζει, ωστόσο, ότι η συνολική προσέγγιση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανομοιογενή κατάσταση στα διάφορα κράτη μέλη και την ανάγκη διαφοροποίησης των δημοσιονομικών πολιτικών που απαιτούνται από κάθε κράτος μέλος· τονίζει ότι η έννοια ενός συνολικού φορολογικού προσανατολισμού δεν συνεπάγεται ότι τα πλεονάσματα και τα ελλείμματα σε διαφορετικά κράτη μέλη μπορούν να αντισταθμίζονται μεταξύ τους·

Συστάσεις ανά χώρα

26.  επισημαίνει ότι με την πάροδο του χρόνου τα κράτη μέλη έχουν σημειώσει τουλάχιστον «κάποια πρόοδο» όσον αφορά τα δύο τρίτα των συστάσεων του 2016· θεωρεί, ωστόσο, ότι η υλοποίηση των ΣΑΧ εξακολουθεί να υστερεί και, κατά συνέπεια, να εμποδίζει τη διαδικασία σύγκλισης στη ζώνη του ευρώ· υποστηρίζει ότι τα κράτη μέλη φέρουν την ευθύνη για τις συνέπειες της μη υλοποίησης των ΣΑΧ και αναμένει, ως εκ τούτου, μεγαλύτερη δέσμευση από τα κράτη μέλη για ανάληψη των απαραίτητων πολιτικών δράσεων βάσει των συμπεφωνημένων ΣΑΧ·

27.  αναγνωρίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν σημειώσει πρόοδο στην υλοποίηση των ΣΑΧ στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής και των ενεργητικών πολιτικών της αγοράς εργασίας, ενώ δεν έχει σημειωθεί επαρκής πρόοδος σε τομείς όπως ο ανταγωνισμός στις υπηρεσίες και το επιχειρηματικό περιβάλλον· αναμένει μεγαλύτερη δέσμευση από μέρους των κρατών μελών για τη ανάληψη των απαραίτητων πολιτικών δράσεων βάσει των ΣΑΧ, των οποίων η υλοποίηση έχει καίρια σημασία για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών στη ζώνη του ευρώ·

28.  επικροτεί τη σύσταση της Επιτροπής να κλείσουν οι διαδικασίες υπερβολικού ελλείμματος για αρκετά κράτη μέλη· επιδοκιμάζει τις προηγούμενες και τις τρέχουσες δημοσιονομικές προσπάθειες και προσπάθειες μεταρρυθμίσεων, με τις οποίες κράτη μέλη κατόρθωσαν να βγουν από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, αλλά επιμένει ότι οι προσπάθειες αυτές θα πρέπει να συνεχιστούν, ώστε να διασφαλιστούν και σε μακροπρόθεσμη βάση βιώσιμα δημόσια οικονομικά και παράλληλα να προωθηθούν η ανάπτυξη και η δημιουργία θέσεων εργασίας· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει την ορθή εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης εφαρμόζοντας τους κανόνες του κατά τρόπο συνεπή·

29.  επισημαίνει ότι 12 κράτη μέλη αντιμετωπίζουν μακροοικονομικές ανισορροπίες διαφορετικού χαρακτήρα και σοβαρότητας, ενώ υπερβολικές ανισορροπίες υπάρχουν σε έξι κράτη μέλη· λαμβάνει υπόψη το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι επί του παρόντος δεν υπάρχουν λόγοι που να δικαιολογούν την επιτάχυνση της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών για οποιοδήποτε κράτος μέλος·

30.  υπογραμμίζει ότι στόχος της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών είναι η πρόληψη των ανισορροπιών εντός των κρατών μελών, ώστε να αποφεύγονται οι αρνητικές δευτερογενείς συνέπειες σε άλλα κράτη μέλη·

31.  θεωρεί, επομένως, ότι έχει ουσιαστική σημασία να αναλάβουν όλα τα κράτη μέλη τις απαραίτητες πολιτικές δράσεις για την αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, ιδίως των υψηλών επιπέδων χρέους, των πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και των ανισορροπιών ανταγωνιστικότητας, και να δεσμευτούν ότι θα πραγματοποιήσουν κοινωνικά ισορροπημένες και χωρίς αποκλεισμούς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για τη διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας κάθε μεμονωμένου κράτους μέλους, εξασφαλίζοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τη συνολική ανταγωνιστικότητα και ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας·

Τομεακές συνεισφορές στην έκθεση σχετικά με τις οικονομικές πολιτικές της ζώνης του ευρώ

Πολιτική απασχόλησης και κοινωνική πολιτική

32.  θεωρεί ότι χρειάζονται συνεχείς προσπάθειες για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της οικονομικής και της κοινωνικής διάστασης της διαδικασίας του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και για την προώθηση κοινωνικά και οικονομικά ισόρροπων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που να μειώνουν τις ανισότητες και να προωθούν αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας, οδηγώντας σε ποιοτική απασχόληση, βιώσιμη ανάπτυξη και κοινωνικές επενδύσεις· υποστηρίζει τη χρήση του πίνακα κοινωνικών επιδόσεων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου· ζητεί μεγαλύτερη εστίαση των συστάσεων ανά χώρα (ΣΑΧ) στις διαρθρωτικές ανισορροπίες στην αγορά εργασίας·

33.  επαναλαμβάνει το αίτημά του, οι τρεις νέοι κομβικοί δείκτες απασχόλησης να τοποθετηθούν επί ίσοις όροις με τους υφιστάμενους οικονομικούς δείκτες, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι εσωτερικές ανισορροπίες θα αξιολογούνται καλύτερα και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα καταστούν πιο αποτελεσματικές· προτείνει την καθιέρωση μιας μη τιμωρητικής διαδικασίας για κοινωνικές ανισορροπίες στην κατάρτιση των ΣΑΧ, προκειμένου να αποτρέπεται ο ανταγωνισμός προς τα κάτω σε επίπεδο κοινωνικών προτύπων, με βάση την ουσιαστική χρήση των κοινωνικών δεικτών και των δεικτών απασχόλησης στη μακροοικονομική εποπτεία· επισημαίνει ότι η ανισότητα έχει αυξηθεί σε περίπου δέκα κράτη μέλη και αποτελεί μία από τις κύριες κοινωνικοοικονομικές προκλήσεις στην ΕΕ(14)·

34.  τονίζει το γεγονός ότι οι οικονομικά και κοινωνικά υπεύθυνες μεταρρυθμίσεις πρέπει να βασίζονται στην αλληλεγγύη, στην ένταξη και στην κοινωνική δικαιοσύνη· υπογραμμίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τη συνεχή στήριξη για κοινωνική και οικονομική ανάκαμψη, να δημιουργούν ποιοτικές θέσεις εργασίας, να ενισχύουν την κοινωνική και εδαφική συνοχή, να προστατεύουν τις ευάλωτες ομάδες και να βελτιώνουν το βιοτικό επίπεδο όλων των πολιτών·

35.  θεωρεί ότι η διαδικασία του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου πρέπει να συμβάλλει στην αντιμετώπιση όχι μόνο των υφιστάμενων αλλά και των αναδυόμενων κοινωνικών προκλήσεων, ώστε να διασφαλίζει μια μεγαλύτερη οικονομική αποδοτικότητα και μια κοινωνικά συνεκτικότερη Ευρωπαϊκή Ένωση· αναγνωρίζει, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη αξιολόγησης του κοινωνικού αντικτύπου των ευρωπαϊκών πολιτικών·

36.  καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει επαρκή χρηματοδότηση για την καταπολέμηση της ανεργίας των νέων, που παραμένει σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα στην ΕΕ, και να συνεχίσει την Πρωτοβουλία για την απασχόληση των νέων (YEI) και μετά το τέλος του τρέχοντος πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ), βελτιώνοντας ταυτόχρονα τη λειτουργία και την εφαρμογή της και λαμβάνοντας υπόψη τα πρόσφατα πορίσματα της ειδικής έκθεσης του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με την απασχόληση των νέων και τη χρήση της YEI· καλεί τα κράτη μέλη εφαρμόσουν τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου και να διασφαλίσουν την πλήρη πρόσβαση στις Εγγυήσεις για τη Νεολαία· εκφράζει την αποδοκιμασία του για τις μεταφορές πιστώσεων από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ), συμπεριλαμβανομένης της YEI, προς το Ευρωπαϊκό Σώμα Αλληλεγγύης, το οποίο θα έπρεπε κανονικά να χρηματοδοτηθεί από όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι διαθέσιμα στο πλαίσιο του ισχύοντος κανονισμού για το ΠΔΠ· τονίζει την ανάγκη για ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση των δημιουργούμενων θέσεων εργασίας· υπογραμμίζει ότι η χρηματοδότηση από την ΕΕ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο των εθνικών επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας·

37.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι η υλοποίηση των Εγγυήσεων για τη νεολαία θα πρέπει να ενισχυθεί σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, και τονίζει τη σημασία τους για τη μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία· επισημαίνει ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις νεαρές γυναίκες και τα κορίτσια, που μπορεί να αντιμετωπίζουν εμπόδια που σχετίζονται με το φύλο όταν αναζητούν ποιοτική απασχόληση, μετεκπαίδευση, μαθητεία ή πρακτική άσκηση· τονίζει την ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι οι Εγγυήσεις για τη νεολαία απευθύνονται και στους νέους που αντιμετωπίζουν πολλαπλό αποκλεισμό και ακραία φτώχεια·

38.  καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν τις προτάσεις που περιέχονται στη σύσταση του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2016 για την ένταξη των μακροχρόνια ανέργων στην αγορά εργασίας(15)·

39.  θεωρεί ότι πρέπει να αυξηθούν το εύρος, η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα των ενεργών και βιώσιμων πολιτικών για την αγορά εργασίας με κατάλληλη και επαρκή χρηματοδότηση και με εστίαση στην προστασία του περιβάλλοντος, των εργοδοτών, των εργαζομένων, της υγείας και των καταναλωτών· θεωρεί ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο των φτωχών εργαζομένων·

40.  εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει παραβλέψει την κοινωνική οικονομία στη δέσμη αξιολογήσεων/συστάσεών της· επισημαίνει ότι ο συγκεκριμένος τομέας περιλαμβάνει δύο εκατομμύρια επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 14 εκατομμύρια ανθρώπους και συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων για το 2020· ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη αναγνώριση και καλύτερη προβολή των επιχειρήσεων της κοινωνικής οικονομίας μέσω ενός ευρωπαϊκού σχεδίου δράσης για την κοινωνική οικονομία· θεωρεί ότι αυτή η έλλειψη αναγνώρισης καθιστά δυσκολότερη την πρόσβασή τους σε χρηματοδότηση· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση ευρωπαϊκού καθεστώτος για τις ενώσεις, τα ιδρύματα και τα ταμεία αλληλασφάλισης·

41.  υπενθυμίζει την ανάγκη να υποστηριχθούν και να ενισχυθούν ο κοινωνικός διάλογος, η συλλογική διαπραγμάτευση και η θέση των εργαζομένων στα συστήματα καθορισμού των μισθών, που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην επίτευξη υψηλού επιπέδου συνθηκών εργασίας· υπογραμμίζει ότι το εργατικό δίκαιο και τα υψηλά κοινωνικά πρότυπα έχουν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική οικονομία της αγοράς, στην υποστήριξη των εισοδημάτων και στην ενθάρρυνση των επενδύσεων σε ικανότητες· τονίζει ότι το δίκαιο της ΕΕ πρέπει να σέβεται τα συνδικαλιστικά δικαιώματα και ελευθερίες, να είναι σύμφωνο με τις συλλογικές συμβάσεις κατά τις πρακτικές των κρατών μελών και να κατοχυρώνει την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία·

42.  καλεί την Επιτροπή να δώσει συνέχεια στο ψήφισμα του Κοινοβουλίου υποβάλλοντας φιλόδοξες προτάσεις για έναν ισχυρό ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων και με την πλήρη δέσμευση στους κοινωνικούς στόχους των Συνθηκών, προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας όλων και να προσφέρονται καλές ευκαιρίες σε όλους·

43.  εφιστά την προσοχή στη διαρκή μείωση του μεριδίου των μισθών στην ΕΕ, στη διεύρυνση των μισθολογικών και εισοδηματικών ανισοτήτων και στην αύξηση των φτωχών εργαζομένων· υπενθυμίζει ότι τόσο στην Οικουμενική Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου του 1948 όσο και στο καταστατικό της ΔΟΕ του 1919 αναγνωρίζεται η ανάγκη για αποδοχές που να εξασφαλίζουν στους εργαζομένους αξιοπρεπή διαβίωση, και ότι όλες οι διακηρύξεις για τα δικαιώματα του ανθρώπου συμφωνούν ότι οι αποδοχές πρέπει να επαρκούν για να στηρίζουν μια οικογένεια·

44.  τονίζει ότι οι μισθοί πρέπει να επιτρέπουν στους εργαζόμενους να καλύπτουν τις προσωπικές ανάγκες τους και τις ανάγκες των οικογενειών τους και ότι κάθε εργαζόμενος στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να αμείβεται με μισθό που να εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση και ο οποίος δεν καλύπτει μόνο τις βασικές ανάγκες σε τρόφιμα, στέγη, και ρουχισμό, αλλά αρκεί επίσης για υγειονομική μέριμνα, εκπαίδευση, μετακινήσεις, αναψυχή και μερικές αποταμιεύσεις για απρόβλεπτα γεγονότα, όπως ασθένειες και ατυχήματα· τονίζει ότι αυτό είναι το πρότυπο αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου που θα πρέπει να εξασφαλίζουν οι μισθοί στους εργαζομένους και τις οικογένειές τους στην ΕΕ·

45.  ζητεί από την Επιτροπή να μελετήσει τρόπους για τον προσδιορισμό των στοιχείων που θα πρέπει να περιλαμβάνει ένας αξιοπρεπής μισθός και τρόπους μέτρησής του, προκειμένου να καθιερώσει ένα εργαλείο αναφοράς για τους κοινωνικούς εταίρους και να συμβάλει στην ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών στον συγκεκριμένο τομέα·

46.  υπενθυμίζει ότι οι αξιοπρεπείς μισθοί είναι σημαντικός παράγοντας όχι μόνο για την κοινωνική συνοχή, αλλά και για τη διατήρηση μιας ισχυρής οικονομίας και ενός παραγωγικού εργατικού δυναμικού· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να θέσουν σε εφαρμογή μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας των θέσεων εργασίας και το κλείσιμο της ψαλίδας των μισθών·

47.  επισημαίνει τη διαρκή ανάγκη για καλύτερο, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, για τα οποία είναι υπεύθυνα τα κράτη μέλη· τονίζει ότι είναι απόλυτη προτεραιότητα να εξασφαλιστούν η βιωσιμότητα και η δικαιοσύνη των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, δεδομένου ότι αποτελούν θεμελιώδεις πυλώνες του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου· τονίζει ότι επαρκείς και βιώσιμες συντάξεις αποτελούν οικουμενικό δικαίωμα· καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν επαρκείς και βιώσιμες συντάξεις, λαμβανομένης υπόψη της διαρκούς δημογραφικής μεταβολής· υπογραμμίζει το γεγονός ότι τα συνταξιοδοτικά συστήματα θα πρέπει να εξασφαλίζουν στους συνταξιούχους επαρκές εισόδημα, πάνω από το όριο της φτώχειας, που να τους επιτρέπει να διατηρούν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης· πιστεύει ότι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλιστούν βιώσιμες, ασφαλείς και επαρκείς συντάξεις για τις γυναίκες και τους άνδρες είναι να αυξηθούν το συνολικό ποσοστό απασχόλησης και ο αριθμός αξιοπρεπών θέσεων εργασίας σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και να βελτιωθούν οι συνθήκες εργασίας και απασχόλησης· επισημαίνει ότι οι συνταξιοδοτικές διαφορές μεταξύ των φύλων παραμένουν σημαντικές και έχουν αρνητικές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες· τονίζει, εν προκειμένω, τη σημασία της ένταξης των γυναικών στην αγορά εργασίας και άλλων ενδεδειγμένων μέτρων για την αντιμετώπιση του μισθολογικού χάσματος μεταξύ των φύλων και την καταπολέμηση της φτώχειας των ηλικιωμένων· πιστεύει ότι οι μεταρρυθμίσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων και, ιδίως, της ηλικίας συνταξιοδότησης θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν και τις τάσεις της αγοράς εργασίας, τα ποσοστά γεννήσεων, την κατάσταση της υγείας και του πλούτου, τις συνθήκες εργασίας και τον λόγο οικονομικής εξάρτησης·

48.  θεωρεί ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση εκατομμυρίων εργαζομένων στην Ευρώπη, ιδίως των γυναικών, των νέων και των αυτοαπασχολούμενων, που έχουν να αντιμετωπίσουν προβλήματα επισφαλούς απασχόλησης, περιόδων ακούσιας ανεργίας και μείωσης του χρόνου εργασίας·

49.  καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη βελτίωση των υπηρεσιών παιδικής φροντίδας, στις ευέλικτες ρυθμίσεις του χρόνου εργασίας και στις ανάγκες των γηρασκόντων ανδρών και γυναικών και άλλων εξαρτώμενων ατόμων όσον αφορά τη μακροπρόθεσμη μέριμνα·

50.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι ανεπαρκείς και ανεπαρκώς εστιασμένες επενδύσεις στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και στη διά βίου μάθηση, ιδίως σε ψηφιακές δεξιότητες και σε προγραμματιστικές και άλλες δεξιότητες που είναι απαραίτητες σε αναπτυσσόμενους τομείς, όπως η πράσινη οικονομία, μπορεί να υπονομεύσουν την ανταγωνιστική θέση της Ένωσης· καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν καλύτερη ανταλλαγή γνώσεων και βέλτιστων πρακτικών και συνεργασία σε επίπεδο ΕΕ, ώστε να συμβάλουν στην προώθηση της ανάπτυξης δεξιοτήτων μέσω της επικαιροποίησης των προσόντων και των αντίστοιχων προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης και προγραμμάτων σπουδών· επισημαίνει τη σημασία των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων που αποκτώνται σε περιβάλλοντα μη τυπικής και άτυπης μάθησης· τονίζει, επομένως, τη σημασία της δημιουργίας ενός συστήματος επικύρωσης για μη τυπικές και άτυπες μορφές γνώσης, ιδίως δε εκείνες που αποκτώνται στο πλαίσιο εθελοντικών δραστηριοτήτων·

51.  είναι της γνώμης ότι η βελτίωση της αντιστοίχισης δεξιοτήτων και της αμοιβαίας αναγνώρισης προσόντων είναι αναγκαία για να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις και αναντιστοιχίες δεξιοτήτων· υπογραμμίζει τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν εν προκειμένω η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (ΕΕΚ) και οι περίοδοι μαθητείας· καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει ένα πανευρωπαϊκό εργαλείο πρόβλεψης των αναγκών σε δεξιότητες, συμπεριλαμβανομένων των δεξιοτήτων που απαιτούνται σε αναπτυσσόμενους τομείς· πιστεύει ότι, προκειμένου να προβλεφθούν οι μελλοντικές ανάγκες σε δεξιότητες, είναι αναγκαία η ενεργός συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων φορέων της αγοράς εργασίας σε όλα τα επίπεδα·

52.  καλεί μετ’ επιτάσεως την Επιτροπή να εφαρμόσει όλους τους κατάλληλους μηχανισμούς για την ενίσχυση της κινητικότητας των νέων, συμπεριλαμβανομένης της μαθητείας· καλεί τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν τη μαθητεία και να αξιοποιήσουν πλήρως τα κονδύλια που διατίθενται για μαθητευόμενους στο πλαίσιο του Erasmus+, προκειμένου να διασφαλιστούν η ποιότητα και η ελκυστικότητα του συγκεκριμένου είδους κατάρτισης· ζητεί την καλύτερη εφαρμογή του κανονισμού EURES· υπογραμμίζει ότι η καλύτερη συνεργασία μεταξύ των δημόσιων διοικήσεων και των φορέων σε τοπικό επίπεδο και οι καλύτερες συνέργειες μεταξύ των επιπέδων διακυβέρνησης θα αύξαναν την προβολή και τον αντίκτυπο των προγραμμάτων·

53.  θεωρεί ότι η πρόσβαση στην εκπαίδευση και η ποιότητα της εκπαίδευσης θα πρέπει να βελτιωθούν· υπενθυμίζει ότι ο ρόλος των κρατών μελών είναι να εξασφαλίζουν την οικονομικά προσιτή πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση και κατάρτιση, ανεξάρτητα από τις ανάγκες της αγοράς εργασίας σε ολόκληρη την ΕΕ· σημειώνει ότι απαιτούνται αυξημένες προσπάθειες σε πολλά κράτη μέλη για την εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού, συμπεριλαμβανομένων της εκπαίδευσης ενηλίκων και των ευκαιριών επαγγελματικής κατάρτισης· δίνει έμφαση στη διά βίου μάθηση, και για τις γυναίκες, δεδομένου ότι προσφέρει τη δυνατότητα επανεξειδίκευσης σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη αγορά εργασίας· ζητεί την περαιτέρω στοχευμένη προώθηση των θετικών επιστημών, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών (STEM) στα κορίτσια, προκειμένου να καταπολεμηθούν τα υφιστάμενα εκπαιδευτικά στερεότυπα και να καλυφθούν τα μακροχρόνια χάσματα μεταξύ των φύλων όσον αφορά την απασχόληση, τις αμοιβές και τις συντάξεις·

54.  υπογραμμίζει την ανάγκη επένδυσης στο ανθρώπινο δυναμικό το νωρίτερο δυνατόν στον κύκλο ζωής, προκειμένου να μειωθούν οι ανισότητες και να ενισχυθεί η κοινωνική ένταξη σε νεαρή ηλικία· ζητεί, συνεπώς, πρόσβαση σε ποιοτικές, χωρίς αποκλεισμούς και οικονομικά προσιτές υπηρεσίες εκπαίδευσης και φροντίδας στην προσχολική ηλικία για όλα τα παιδιά σε όλα τα κράτη μέλη· τονίζει, επιπλέον, την ανάγκη καταπολέμησης των στερεοτύπων από τη μικρότερη ηλικία στο σχολείο, μέσω της προαγωγής της ισότητας των φύλων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης· ενθαρρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν πλήρως τη σύσταση «Επένδυση στα παιδιά» και να παρακολουθούν στενά την πρόοδό της· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν και να καθιερώσουν πρωτοβουλίες, όπως η Εγγύηση για τα παιδιά, τοποθετώντας τα παιδιά στο επίκεντρο των υφιστάμενων πολιτικών ανακούφισης από τη φτώχεια·

55.  υπογραμμίζει τις βαθιές αλλαγές που θα επέλθουν στην αγορά εργασίας στο μέλλον ως απόρροια των εξελίξεων στην τεχνητή νοημοσύνη· καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να αναπτύξουν μέσα και συνεργατικές πρωτοβουλίες, με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, για την ενίσχυση των δεξιοτήτων στον συγκεκριμένο τομέα μέσω προκαταρκτικής, αρχικής και διαρκούς κατάρτισης·

56.  ζητεί, για τον σκοπό αυτό, και ως μέσο για την επίτευξη εξισορρόπησης οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, να διερευνηθούν, από κοινού με τους κοινωνικούς εταίρους, μηχανισμοί ευελιξίας με ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένων της τηλεργασίας και των ευέλικτων ωραρίων εργασίας·

57.  τονίζει τη σημασία των επενδύσεων στο ανθρώπινο κεφάλαιο, που αποτελεί κινητήρια δύναμη ανάπτυξης, ανταγωνιστικότητας και μεγέθυνσης·

58.  τονίζει ότι η καλύτερη εξισορρόπηση επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και η ενίσχυση της ισότητας των φύλων είναι ουσιαστικοί παράγοντες για τη στήριξη της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας· υπογραμμίζει το γεγονός ότι το καθοριστικό στοιχείο για την οικονομική ενδυνάμωση των γυναικών είναι ο μετασχηματισμός και η προσαρμογή της αγοράς εργασίας και των συστημάτων πρόνοιας, ώστε να λαμβάνονται υπόψη τα στάδια της ζωής των γυναικών·

59.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόταση οδηγίας σχετικά με την εξισορρόπηση επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και θεωρεί ότι είναι ένα θετικό πρώτο βήμα προόδου για τη διασφάλιση του συνδυασμού εργασίας και ιδιωτικής ζωής για άνδρες και γυναίκες που φροντίζουν τα παιδιά τους και άλλα εξαρτώμενα άτομα, καθώς και για τη μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας· επιμένει ότι η εξασφάλιση κατάλληλης αμοιβής και ισχυρής κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας αποτελούν καθοριστικά στοιχεία για την επίτευξη αυτών των στόχων·

60.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν μεταρρυθμιστικές πολιτικές και να επενδύσουν σε εκστρατείες ευαισθητοποίησης για την υπέρβαση των στερεοτύπων σε σχέση με το φύλο και την προώθηση δικαιότερης κατανομής της φροντίδας και των οικιακών εργασιών, όπως επίσης να δώσουν έμφαση στο δικαίωμα και την ανάγκη να αναλαμβάνουν και οι άνδρες ευθύνες φροντίδας χωρίς να στιγματίζονται ή να υφίστανται δυσμενείς συνέπειες·

61.  καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν προορατικές πολιτικές και κατάλληλες επενδύσεις προσαρμοσμένες και σχεδιασμένες για τη στήριξη των γυναικών και των ανδρών που εισέρχονται, επιστρέφουν και παραμένουν στην αγορά εργασίας, έπειτα από περιόδους άδειας για λόγους που σχετίζονται με την οικογένεια ή την παροχή φροντίδας, παρέχοντας σε αυτούς βιώσιμη και ποιοτική απασχόληση, σύμφωνα με το άρθρο 27 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη·

62.  καλεί τα κράτη μέλη να εντείνουν την προστασία από διακρίσεις και παράνομες απολύσεις που σχετίζονται με την εξισορρόπηση επαγγελματικής και προσωπικής ζωής· καλεί, στο πλαίσιο αυτό, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προτείνουν πολιτικές για τη βελτίωση της επιβολής των μέτρων κατά των διακρίσεων στον χώρο εργασίας, αυξάνοντας, μεταξύ άλλων, την ευαισθητοποίηση επί των νομικών δικαιωμάτων για ίση μεταχείριση μέσω της διενέργειας ενημερωτικών εκστρατειών, της αντιστροφής του βάρους της αποδείξεως και της ενίσχυσης των εθνικών φορέων ισότητας προκειμένου να διεξάγουν επίσημες έρευνες ιδίας πρωτοβουλίας για θέματα ισότητας και να βοηθούν τα πιθανά θύματα διακρίσεων·

63.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι η ένταξη των μακροχρόνια ανέργων μέσω εξατομικευμένων μέτρων αποτελεί βασικό παράγοντα για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού και θα συμβάλει εν τέλει στη βιωσιμότητα των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης· θεωρεί ότι η ένταξη αυτή είναι αναγκαία, δεδομένων της κοινωνικής κατάστασης των πολιτών αυτών και των αναγκών τους από άποψη εισοδηματικής επάρκειας, κατάλληλης στέγασης, δημόσιων μεταφορών, υγειονομικής περίθαλψης και παιδικής φροντίδας· τονίζει την ανάγκη να παρακολουθούνται καλύτερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι πολιτικές που εφαρμόζονται σε εθνικό επίπεδο·

64.  τονίζει τη σημασία της κατανόησης των νέων μορφών απασχόλησης και εργασίας και της συλλογής συγκρίσιμων δεδομένων για το θέμα αυτό, προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας για την αγορά εργασίας και να ενισχυθούν εν τέλει η απασχόληση και η βιώσιμη ανάπτυξη·

65.  ζητεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την καταπολέμηση της φτώχειας, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος καταπολέμησης της φτώχειας της στρατηγικής «Ευρώπη 2020»· υπογραμμίζει τον ρόλο που διαδραματίζουν τα καθεστώτα ελάχιστου εισοδήματος των κρατών μελών στην προσπάθεια μείωσης της φτώχειας, ιδίως όταν συνδυάζονται με μέτρα κοινωνικής ένταξης, με τη συμμετοχή των δικαιούχων· ζητεί από τα κράτη μέλη να εργαστούν για την προοδευτική καθιέρωση καθεστώτων ελάχιστου εισοδήματος που να μην είναι απλώς κατάλληλα αλλά να εξασφαλίζουν και επαρκή κάλυψη και χρήση· θεωρεί ότι επαρκές ελάχιστο εισόδημα σημαίνει εισόδημα το οποίο είναι απαραίτητο για αξιοπρεπή διαβίωση και για πλήρη συμμετοχή στην κοινωνία σε όλη τη διάρκεια του βίου· επισημαίνει ότι για να είναι επαρκές το ελάχιστο εισόδημα πρέπει να είναι πάνω από το όριο της φτώχειας, προκειμένου να καλύπτει τις βασικές ανάγκες των ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων μη οικονομικών πτυχών όπως η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στη διά βίου μάθηση, η αξιοπρεπής στέγαση, οι ποιοτικές υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης, οι κοινωνικές δραστηριότητες και η συμμετοχή στα κοινά·

66.  ζητεί μια αποτελεσματικότερη, περισσότερο στοχευμένη και προσεκτικότερα ελεγχόμενη χρήση των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) από τις εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές, προκειμένου να προωθηθούν επενδύσεις σε ποιοτικές κοινωνικές υπηρεσίες και υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης και απασχόλησης, και να αντιμετωπιστούν η ενεργειακή ένδεια, τα αυξανόμενα έξοδα διαβίωσης, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η στέρηση στέγης και η ανεπαρκής ποιότητα των κατοικιών·

67.  καλεί την Επιτροπή να υποστηρίξει τα κράτη μέλη στη θέσπιση ειδικών επενδυτικών προγραμμάτων για τις περιφέρειές τους στις οποίες τα ποσοστά ανεργίας, ανεργίας των νέων και μακροχρόνιας ανεργίας υπερβαίνουν το 30 %·

68.  καλεί την Επιτροπή να αφιερώσει το προσεχές Εαρινό Συμβούλιο σε κοινωνικές επενδύσεις στους τομείς όπου υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι θα αποφέρουν κοινωνικά και οικονομικά οφέλη (π.χ. προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, κατάρτιση και ενεργές πολιτικές για την αγορά εργασίας, οικονομικά προσιτή και κοινωνική στέγαση, και υγειονομική περίθαλψη)·

69.  ζητεί μια ημερήσια διάταξη στην οποία η θέση του Κοινοβουλίου θα τοποθετείται υψηλότερα και θα λαμβάνεται υπόψη πριν από τη λήψη απόφασης· ζητεί την ενίσχυση του ρόλου του Συμβουλίου Απασχόλησης, Κοινωνικής Πολιτικής, Υγείας και Καταναλωτών (EPSCO) στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου·

70.  ζητεί να καταβληθούν πρόσθετες κοινές προσπάθειες για τη βελτίωση της ένταξης μεταναστών και ατόμων που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών στην αγορά εργασίας·

Περιφερειακές πολιτικές

71.  χαιρετίζει το γεγονός ότι η χρηματοδότηση της πολιτικής συνοχής αντιπροσωπεύει 454 δισεκατομμύρια EUR σε τρέχουσες τιμές για την περίοδο 2014-2020· τονίζει, ωστόσο, ότι η πολιτική συνοχής της ΕΕ δεν αποτελεί απλώς ένα μέσο, αλλά μια μακροπρόθεσμη διαρθρωτική πολιτική που αποσκοπεί στη μείωση των διαφορών στον τομέα της περιφερειακής ανάπτυξης και στην προώθηση των επενδύσεων, της απασχόλησης της ανταγωνιστικότητας, της βιώσιμης ανάπτυξης και μεγέθυνσης, και ότι πρόκειται για την πλέον σημαντική και ολοκληρωμένη πολιτική για την ενίσχυση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής σε όλα τα κράτη μέλη, χωρίς να γίνεται καμία διάκριση μεταξύ αυτών που βρίσκονται εντός και εκείνων που βρίσκονται εκτός της ζώνης του ευρώ· υπενθυμίζει ότι ο προϋπολογισμός της ΕΕ είναι 50 φορές μικρότερος από τις συνολικές κρατικές δαπάνες της ΕΕ των 28 και ανέρχεται περίπου στο 1 % του ΑΕγχΠ της ΕΕ των 28· τονίζει, ως εκ τούτου, ότι θα πρέπει να δημιουργηθούν συνέργειες μεταξύ των προϋπολογισμών της ΕΕ και των κρατών μελών, των πολιτικών προτεραιοτήτων και των δράσεων και έργων που αποσκοπούν στην εκπλήρωση των στόχων της ΕΕ, ενώ παράλληλα θα διατηρείται ισορροπημένη η οικονομική και κοινωνική διάσταση του πλαισίου πολιτικής της ΕΕ· επισημαίνει ότι οι απαιτήσεις συγχρηματοδότησης στο πλαίσιο των ΕΔΕΤ αποτελούν σημαντικό μηχανισμό για τη διαμόρφωση συνεργειών· είναι της άποψης ότι θα πρέπει να διατηρηθεί η ενότητα του προϋπολογισμού της ΕΕ· επικροτεί τα μέτρα που θεσπίστηκαν κατά την τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού για την καλύτερη ευθυγράμμιση της πολιτικής συνοχής με τη στρατηγική «Ευρώπη 2020» για έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη·

o
o   o

72.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, στις κυβερνήσεις και στα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0038.
(2) ΕΕ C 92 της 24.3.2017, σ. 1.
(3) ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 12.
(4) ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 41.
(5) ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 8.
(6) ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 33.
(7) ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.
(8) ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 1.
(9) ΕΕ L 140 της 27.5.2013, σ. 11.
(10) ΕΕ L 140 της 27.5.2013, σ. 1.
(11) Απασχόληση και κοινωνικές εξελίξεις στην Ευρώπη, Ετήσια επισκόπηση 2017, σ. 11.
(12) Όπως ανωτέρω, σ. 46.
(13) Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound), σχετικά με την απασχόληση των νέων.
(14) Απασχόληση και κοινωνικές εξελίξεις στην Ευρώπη, Ετήσια επισκόπηση 2017, σ. 47
(15) ΕΕ C 67 της 20.2.2016, σ. 1.


Διαπραγματευτική εντολή για εμπορικές διαπραγματεύσεις με την Αυστραλία
PDF 505kWORD 61k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2017 που περιέχει την σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο σχετικά με την προτεινόμενη διαπραγματευτική εντολή για εμπορικές διαπραγματεύσεις με την Αυστραλία (2017/2192(INI))
P8_TA(2017)0419A8-0311/2017

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 14ης Οκτωβρίου 2015, με τίτλο «Εμπόριο για όλους - Προς μια πιο υπεύθυνη πολιτική για το εμπόριο και τις επενδύσεις» (COM(2015)0497),

–  έχοντας υπόψη την κοινή δήλωση του Προέδρου της Επιτροπής, Jean-Claude Juncker, του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Donald Tusk και του Πρωθυπουργού της Αυστραλίας, Malcolm Turnbull, της 15ης Νοεμβρίου 2015,

–  έχοντας υπόψη το πλαίσιο εταιρικής σχέσης ΕΕ-Αυστραλίας, της 29ης Οκτωβρίου 2008, καθώς και τη συμφωνία πλαίσιο ΕΕ-Αυστραλίας, η οποία συνήφθη στις 5 Μαρτίου 2015,

–  έχοντας υπόψη άλλες διμερείς συμφωνίες ΕΕ-Αυστραλίας, και ιδίως τη συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης, τα πιστοποιητικά και τη σήμανση, καθώς και τη συμφωνία για το εμπόριο οίνου,

–  έχοντας υπόψη τη δέσμη μέτρων της Επιτροπής για το εμπόριο, που δημοσιεύτηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2017, στην οποία η Επιτροπή δεσμεύθηκε για τη δημοσιοποίηση όλων των μελλοντικών εντολών εμπορικής διαπραγμάτευσης,

–  έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του, και ειδικότερα εκείνο της 25ης Φεβρουαρίου 2016, σχετικά με την έναρξη διαπραγματεύσεων για συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών (ΣΕΣ) με την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία(1), και το νομοθετικό ψήφισμά του, της 12ης Σεπτεμβρίου 2012, σχετικά με το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου για τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Αυστραλίας με την οποία τροποποιείται η συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης(2),

–  έχοντας υπόψη το ανακοινωθέν που εκδόθηκε σε συνέχεια της συνόδου των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της G20 στο Brisbane στις 15 και 16 Νοεμβρίου 2014,

–  έχοντας υπόψη την κοινή δήλωση της Αντιπροέδρου της Επιτροπής/Ύπατης Εκπροσώπου της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας και του υπουργού Εξωτερικών της Αυστραλίας, της 22ας Απριλίου 2015, με τίτλο «Προς μια στενότερη εταιρική σχέση ΕΕ-Αυστραλίας»,

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση 2/15 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), της 16ης Μαΐου 2017, για την αρμοδιότητα της Ένωσης να υπογράψει και να συνάψει τη Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών με τη Σιγκαπούρη(3),

–  έχοντας υπόψη τη μελέτη της Επιτροπής, της 15ης Νοεμβρίου 2016, σχετικά με τον σωρευτικό οικονομικό αντίκτυπο των μελλοντικών εμπορικών συμφωνιών στη γεωργία στην ΕΕ,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 207 παράγραφος 3 και το άρθρο 218 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 108 παράγραφος 3 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου (A8-0311/2017),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ και η Αυστραλία εργάζονται από κοινού για την αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων σε ευρύ φάσμα θεμάτων και συνεργάζονται σε πληθώρα διεθνών φόρουμ, μεταξύ άλλων και για θέματα που σχετίζονται με την εμπορική πολιτική στον πολυμερή στίβο·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ είναι ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Αυστραλίας, με ετήσιες διμερείς εμπορικές συναλλαγές που ανήλθαν σε περισσότερα από 45,5 δισεκατομμύρια EUR το 2015 και με θετικό εμπορικό ισοζύγιο ύψους άνω των 19 δισεκατομμυρίων EUR από την πλευρά της ΕΕ·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις της ΕΕ στην Αυστραλία, ανήλθαν το 2015 σε 145,8 δισεκατομμύρια EUR·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αυστραλία βρίσκεται σε διαδικασία προσχώρησης στη Συμφωνία περί Δημοσίων Συμβάσεων·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαπραγματεύσεις της ΕΕ για τη συμφωνία πλαίσιο ΕΕ-Αυστραλίας ολοκληρώθηκαν στις 22 Απριλίου 2015·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ευρωπαϊκός γεωργικός τομέας και ορισμένα γεωργικά προϊόντα, όπως το βόειο και το πρόβειο κρέας, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα δημητριακά και η ζάχαρη – συμπεριλαμβανομένης της ζάχαρης για ειδικές χρήσεις – είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητα στο πλαίσιο αυτών των διαπραγματεύσεων·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αυστραλία είναι ο τρίτος μεγαλύτερος εξαγωγέας βοείου κρέατος και ζάχαρης παγκοσμίως, ενώ κατέχει επίσης σημαντική θέση στη διεθνή αγορά εξαγωγών γαλακτοκομικών προϊόντων και δημητριακών·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ και η Αυστραλία συμμετέχουν σε πολυμερείς διαπραγματεύσεις για την περαιτέρω απελευθέρωση του εμπορίου πράσινων αγαθών (Συμφωνία για τα Περιβαλλοντικά Αγαθά) και των συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών (Συμφωνία για τις Συναλλαγές στον τομέα των Υπηρεσιών)·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αυστραλία είναι συμβαλλόμενο μέρος στις ολοκληρωθείσες διαπραγματεύσεις για Εταιρική Σχέση του Ειρηνικού (TPP), το μέλλον της οποίας παραμένει αβέβαιο, και στις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις για μια Περιφερειακή Συνολική Συμφωνία Οικονομικής Εταιρικής Σχέσης (RCEP) στην περιφέρεια Ασίας-Ειρηνικού, που ενώνει τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Αυστραλίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αυστραλία διατηρεί συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με την Κίνα από το 2015·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αυστραλία ανέλαβε σημαντικές δεσμεύσεις στο πλαίσιο της Εταιρικής Σχέσης του Ειρηνικού (TPP), δηλαδή να προαγάγει τη μακροπρόθεσμη διατήρηση ορισμένων ειδών και να αντιμετωπίσει την παράνομη εμπορία άγριων ζώων μέσω ενισχυμένων μέτρων διατήρησης, καθώς επίσης και ότι θέσπισε απαιτήσεις για την αποτελεσματική επιβολή των διατάξεων για την προστασία του περιβάλλοντος και την ενεργό συμμετοχή σε ενισχυμένη περιφερειακή συνεργασία· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εν λόγω δεσμεύσεις θα πρέπει να χρησιμεύσουν ως σημείο αναφοράς για τις διατάξεις της ΣΕΣ ΕΕ-Αυστραλίας·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αυστραλία συγκαταλέγεται μεταξύ των παλαιότερων και στενότερων εταίρων της ΕΕ, ασπαζόμενη κοινές αξίες και παραμένοντας προσηλωμένη στην προαγωγή της ευημερίας και της ασφάλειας στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου συστήματος βασισμένου σε κανόνες·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αυστραλία έχει κυρώσει και εφαρμόσει τα κύρια διεθνή σύμφωνα για τα ανθρώπινα, τα κοινωνικά και τα εργασιακά δικαιώματα και για την προστασία του περιβάλλοντος και ότι σέβεται πλήρως το κράτος δικαίου·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αυστραλία είναι ένα από τα μόλις έξι μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) που δεν έχουν ακόμη προτιμησιακή πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ ούτε διαπραγματεύονται για τον σκοπό αυτό·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, ύστερα από την κοινή δήλωση της 15ης Νοεμβρίου 2015, ξεκίνησε μια διερευνητική διαδικασία προκειμένου να διερευνηθεί το κατά πόσο είναι εφικτή και αποτελεί κοινή φιλοδοξία η έναρξη διαπραγματεύσεων για μια συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της ΕΕ και της Αυστραλίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η διερευνητική διαδικασία ολοκληρώθηκε·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να λάβει απόφαση σχετικά με την έγκριση της ενδεχόμενης συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών ΕΕ-Αυστραλίας·

Το στρατηγικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο

1.  υπογραμμίζει τη σημασία της εμβάθυνσης των σχέσεων μεταξύ της ΕΕ και της περιφέρειας Ασίας-Ειρηνικού, μεταξύ άλλων για την υποστήριξη της οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρώπη, και τονίζει ότι αυτό αντανακλάται στην εμπορική πολιτική της ΕΕ· αναγνωρίζει ότι η Αυστραλία αποτελεί βασικό μέρος της εν λόγω στρατηγικής, καθώς και ότι η διεύρυνση και η εμβάθυνση των εμπορικών σχέσεων μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη αυτού του στόχου·

2.  επαινεί την Αυστραλία για την ισχυρή και συνεχή προσήλωσή της στην πολυμερή εμπορική ατζέντα·

3.  θεωρεί ότι το πλήρες δυναμικό των διμερών και περιφερειακών στρατηγικών συνεργασίας της Ένωσης μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επίτευξη εμπορίου που βασίζεται σε κανόνες και αξίες, και ότι η σύναψη υψηλής ποιότητας, φιλόδοξης, ισορροπημένης και δίκαιης ΣΕΣ με την Αυστραλία, σε πνεύμα αμοιβαιότητας και κοινού οφέλους, χωρίς να υπονομεύεται με κανέναν τρόπο η φιλοδοξία επίτευξης προόδου σε πολυμερές επίπεδο ή η εφαρμογή ήδη υφιστάμενων πολυμερών και διμερών συμφωνιών, αποτελεί καίρια συνισταμένη των εν λόγω στρατηγικών· πιστεύει ότι μια βαθύτερη διμερής συνεργασία μπορεί να αποτελέσει ένα βήμα για μια περαιτέρω πολυμερή συμφωνία·

4.  πιστεύει ότι η διαπραγμάτευση μιας σύγχρονης, ουσιαστικής, φιλόδοξης, ισορροπημένης, δίκαιης και συνολικής συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών αποτελεί την κατάλληλη προσέγγιση για την εμβάθυνση των διμερών εταιρικών σχέσεων και την περαιτέρω ενίσχυση των ήδη ώριμων υφιστάμενων διμερών εμπορικών και επενδυτικών συνεργασιών· θεωρεί ότι αυτές οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως παράδειγμα για μια νέα γενιά συμφωνιών ελεύθερων συναλλαγών, τονίζοντας ότι είναι σημαντικό να ενισχυθούν οι φιλοδοξίες και να προωθηθεί η ελευθέρωση, επεκτείνοντας τα όρια των δυνατοτήτων μιας σύγχρονης ΣΕΣ, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτέρως ανεπτυγμένης οικονομίας και του ρυθμιστικού περιβάλλοντος της Αυστραλίας·

Η διερευνητική διαδικασία

5.  λαμβάνει υπό σημείωση την ολοκλήρωση της διερευνητικής διαδικασίας μεταξύ ΕΕ και Αυστραλίας, στις 6 Απριλίου 2017, με τρόπο που ικανοποιεί τόσο την Επιτροπή όσο και την κυβέρνηση της Αυστραλίας·

6.  χαιρετίζει την έγκαιρη ολοκλήρωση και δημοσίευση της εκτίμησης των επιπτώσεων της εμπορικής συμφωνίας εκ μέρους της Επιτροπής, ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει ενδελεχώς πιθανά κέρδη και ζημίες από την ενίσχυση των εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων ΕΕ-Αυστραλίας προς όφελος του πληθυσμού και των επιχειρήσεων των δύο πλευρών, συμπεριλαμβανομένων των εξόχως απόκεντρων περιφερειών και των υπερπόντιων χωρών και εδαφών, δίνοντας ταυτόχρονα ιδιαίτερη προσοχή στις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις, περιλαμβανομένης της αγοράς εργασίας της ΕΕ, καθώς και να τηρήσει προορατική στάση και να λάβει υπόψη τον αντίκτυπο που ενδέχεται να έχει το Brexit στην αύξηση των εξαγωγών από την Αυστραλία στην ΕΕ, ιδίως όσον αφορά την προετοιμασία της ανταλλαγής προσφορών και τον υπολογισμό των ποσοστώσεων·

Εντολή διαπραγμάτευσης

7.  καλεί το Συμβούλιο να εξουσιοδοτήσει την Επιτροπή να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για μια εμπορική και επενδυτική συμφωνία με τη Αυστραλία με βάση το αποτέλεσμα των διερευνητικών μελετών, τις προϋποθέσεις που τίθενται στο παρόν ψήφισμα και την εκτίμηση επιπτώσεων, και με σαφείς στόχους·

8.  επικροτεί την απόφαση της Επιτροπής να τονίσει ότι οι ενισχύσεις τύπου «πράσινου κουτιού» δεν προκαλούν στρέβλωση του εμπορίου και δεν θα πρέπει να αποτελούν στόχο μέτρων αντιντάμπινγκ και μέτρων κατά των επιδοτήσεων·

9.  καλεί το Συμβούλιο να σεβαστεί πλήρως την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών της, όπως προκύπτει από τη γνωμοδότηση 2/15 του ΔΕΕ της 16ης Μαΐου 2017 στο πλαίσιο της απόφασης για την έγκριση των διαπραγματευτικών οδηγιών·

10.  καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να παρουσιάσουν το συντομότερο δυνατό πρόταση σχετικά με τη γενική μελλοντική αρχιτεκτονική των εμπορικών συμφωνιών, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση 2/15 του ΔΕΕ σχετικά με τη ΣΕΣ ΕΕ-Σιγκαπούρης, και να κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ μιας συμφωνίας εμπορίου και ελευθέρωσης των άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ), που περιέχει μόνο θέματα υπό την αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης, και μιας ενδεχόμενης δεύτερης συμφωνίας η οποία καλύπτει θέματα υπαγόμενα σε συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη· τονίζει ότι μια τέτοια διάκριση θα έχει συνέπειες για την κοινοβουλευτική διαδικασία κύρωσης και ότι δεν αποσκοπεί στην παράκαμψη των εθνικών δημοκρατικών διαδικασιών, αλλά είναι θέμα δημοκρατικής μεταβίβασης αρμοδιοτήτων με βάση τις ευρωπαϊκές Συνθήκες· ζητεί να υπάρξει ισχυρότερη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε όλες τις εν εξελίξει και μελλοντικές διαπραγματεύσεις ΣΕΣ σε όλα τα στάδια της διαδικασίας·

11.  καλεί την Επιτροπή, όταν υποβάλλει τις οριστικοποιημένες συμφωνίες για υπογραφή και σύναψη, και το Συμβούλιο, όταν αποφασίζει σχετικά με την υπογραφή και τη σύναψη, να σέβονται πλήρως την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών της·

12.  καλεί την Επιτροπή να διεξαγάγει τις διαπραγματεύσεις με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διαφάνεια, χωρίς να υπονομεύεται η διαπραγματευτική της θέση, διασφαλίζοντας τουλάχιστον το επίπεδο διαφάνειας και δημόσιας διαβούλευσης που εφαρμόστηκε για τη Διατλαντική εταιρική σχέση συναλλαγών και επενδύσεων (TTIP) με τις ΗΠΑ μέσω συνεχούς διαλόγου με τους κοινωνικούς εταίρους και την κοινωνία των πολιτών, και να τηρήσει πλήρως τις βέλτιστες πρακτικές, όπως έχουν καθοριστεί σε άλλες διαπραγματεύσεις· χαιρετίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής να δημοσιεύει όλες τις συστάσεις που αφορούν τις οδηγίες διαπραγμάτευσης για τις συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών και το θεωρεί θετικό προηγούμενο· καλεί το Συμβούλιο να ακολουθήσει το παράδειγμα και να δημοσιεύει τις οδηγίες διαπραγμάτευσης αμέσως μετά την έγκρισή τους·

13.  υπογραμμίζει ότι μια ΣΕΣ πρέπει να οδηγεί σε βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά και σε διευκόλυνση του εμπορίου επιτόπου, να δημιουργεί αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας, να εξασφαλίζει την ισότητα των φύλων προς όφελος των πολιτών και από τις δύο πλευρές, να ενθαρρύνει την αειφόρο ανάπτυξη, να προωθεί τα πρότυπα της ΕΕ, να διασφαλίζει τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος και να τηρεί τις δημοκρατικές διαδικασίες ενισχύοντας παράλληλα τις εξαγωγικές ευκαιρίες της ΕΕ·

14.  υπογραμμίζει ότι μια φιλόδοξη συμφωνία πρέπει να ασχολείται, κατά τρόπο ουσιαστικό, με τις επενδύσεις, το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών (με βάση τις πρόσφατες συστάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά περιθώρια άσκησης πολιτικής και τους ευαίσθητους τομείς), τις τελωνειακές και εμπορικές διευκολύνσεις, την ψηφιοποίηση, το ηλεκτρονικό εμπόριο και την προστασία των δεδομένων, την τεχνολογική έρευνα και την υποστήριξη στην καινοτομία, τις δημόσιες συμβάσεις, την ενέργεια, τις κρατικές επιχειρήσεις, τον ανταγωνισμό, τη βιώσιμη ανάπτυξη, κανονιστικά ζητήματα όπως υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά πρότυπα υψηλής ποιότητας και άλλα πρότυπα γεωργικών και διατροφικών προϊόντων χωρίς να αποδυναμώνονται τα υψηλά πρότυπα της ΕΕ, ισχυρές και εκτελεστές δεσμεύσεις για τα εργασιακά και περιβαλλοντικά πρότυπα και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, παραμένοντας πάντοτε στα πλαίσια της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης, με παράλληλη ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες των πολύ μικρών επιχειρήσεων και των ΜΜΕ·

15.  καλεί το Συμβούλιο να αναγνωρίσει ρητά τις υποχρεώσεις του έτερου συμβαλλόμενου μέρους έναντι των αυτόχθονων πληθυσμών στις διαπραγματευτικές οδηγίες και να επιτρέψει τη διατύπωση επιφυλάξεων για εγχώριους προτιμησιακούς μηχανισμούς σχετικά με το ζήτημα αυτό· τονίζει ότι η συμφωνία αυτή θα πρέπει να επαναλαμβάνει τη δέσμευση αμφότερων των συμβαλλόμενων μερών να τηρούν τη Σύμβαση της ΔΟΕ 169 σχετικά με τα δικαιώματα των αυτόχθονων πληθυσμών·

16.  τονίζει ότι η ανεπαρκής διαχείριση της αλιείας και η παράνομη, λαθραία και άναρχη αλιεία μπορεί να έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο εμπόριο, στην ανάπτυξη και στο περιβάλλον και ότι τα συμβαλλόμενα μέρη πρέπει να αναλάβουν ουσιαστικές δεσμεύσεις για την προστασία των καρχαριών, των βατηδόμορφων, των χελωνών και των θαλάσσιων θηλαστικών και για την πρόληψη της υπεραλιείας, της πλεονάζουσας αλιευτικής ικανότητας και της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας·

17.  επισημαίνει ότι οι αρχές της αντικατάστασης, της μείωσης και της βελτίωσης της χρήσης ζώων για επιστημονικούς σκοπούς κατοχυρώνονται απολύτως στη νομοθεσία της ΕΕ· τονίζει ότι είναι ζωτικής σημασίας να μην καταργηθούν και να μην μειωθούν τα υφιστάμενα μέτρα της ΕΕ για τη χρήση ζώων στις δοκιμές και την έρευνα, καθώς και να μην περιοριστούν οι μελλοντικοί κανονισμοί για τη χρήση των ζώων και να μην τεθούν σε μειονεκτική θέση έναντι του ανταγωνισμού τα ερευνητικά ιδρύματα της ΕΕ· διατείνεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη πρέπει να επιδιώξουν την κανονιστική εναρμόνιση των βέλτιστων πρακτικών που αφορούν τις αρχές της αντικατάστασης, της μείωσης και της βελτίωσης για την αύξηση της αποδοτικότητας των δοκιμών, τη μείωση του κόστους και τη μείωση της ανάγκης για χρήση ζώων·

18.  επιμένει ότι είναι ανάγκη να συμπεριληφθούν μέτρα για την εξάλειψη της παραποίησης γεωργικών προϊόντων διατροφής·

19.  τονίζει ότι, για να είναι μια ΣΕΣ πραγματικά επωφελής για την οικονομία της ΕΕ, θα πρέπει να περιληφθούν στις διαπραγματευτικές οδηγίες τα ακόλουθα σημεία:

   α) ελευθέρωση του εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών και πραγματικές ευκαιρίες πρόσβασης στην αγορά και για τις δύο πλευρές σε αγαθά και υπηρεσίες με την εξάλειψη περιττών ρυθμιστικών φραγμών, εξασφαλίζοντας παράλληλα ότι κανένα στοιχείο της συμφωνίας δεν εμποδίζει οποιοδήποτε εκ των μερών να αποφασίζει ρυθμίσεις, κατά τρόπο αναλογικό, με σκοπό την επίτευξη θεμιτών πολιτικών στόχων· η συμφωνία πρέπει (i) να μην εμποδίζει τα μέρη στον καθορισμό, τη ρύθμιση και την παροχή και στήριξη υπηρεσιών γενικού συμφέροντος και πρέπει να περιλαμβάνει ρητές διατάξεις επ’ αυτού· (ii) να μην απαιτεί από τις κυβερνήσεις να ιδιωτικοποιούν οποιαδήποτε υπηρεσία ούτε να εμποδίζει τις κυβερνήσεις από τη διεύρυνση του φάσματος των υπηρεσιών που παρέχουν στο κοινό· (iii) να μην εμποδίζει τις κυβερνήσεις να επαναφέρουν υπό δημόσιο έλεγχο υπηρεσίες που οι κυβερνήσεις έχουν προηγουμένως επιλέξει για ιδιωτικοποίηση, όπως το νερό, την εκπαίδευση, την υγεία και τις κοινωνικές υπηρεσίες, ή να μειώσει το υψηλό επίπεδο των προτύπων στους τομείς της υγείας, των τροφίμων, των καταναλωτών, του περιβάλλοντος ή των κανόνων εργασίας και ασφάλειας στην ΕΕ, ή να περιορίζει τη δημόσια χρηματοδότηση των τεχνών και του πολιτισμού, της εκπαίδευσης, της υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών, όπως συνέβη με προηγούμενες εμπορικές συμφωνίες· οι δεσμεύσεις πρέπει να αναλαμβάνονται στη βάση της Γενικής Συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (GATS)· επισημαίνει σχετικά ότι τα πρότυπα που απαιτούνται από τους ευρωπαίους παραγωγούς πρέπει να διατηρηθούν·
   β) στο μέτρο που η συμφωνία δύναται να περιλαμβάνει κεφάλαιο σχετικά με το εγχώριο ρυθμιστικό πλαίσιο, τα διαπραγματευόμενα μέρη να μην συμπεριλάβουν δοκιμές αναγκαιότητας·
   γ) δεσμεύσεις σχετικά με μέτρα αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικά μέτρα που υπερβαίνουν τους κανόνες του ΠΟΕ στον τομέα αυτόν, και πιθανόν αποκλείουν την εφαρμογή τους στις περιπτώσεις που υπάρχουν επαρκή κοινά πρότυπα περί ανταγωνισμού και επαρκής συνεργασία·
   δ) μείωση των περιττών μη δασμολογικών φραγμών και ενίσχυση και διεύρυνση των ρυθμιστικών διαλόγων συνεργασίας σε εθελοντική βάση, όπου αυτό είναι εφικτό και αμοιβαία επωφελές, χωρίς να περιορίζεται η δυνατότητα των μερών να ασκούν τις κανονιστικές, νομοθετικές και πολιτικές τους δραστηριότητες, δεδομένου ότι η κανονιστική συνεργασία πρέπει να αποσκοπεί στη βελτίωση της διακυβέρνησης της παγκόσμιας οικονομίας μέσω εντατικοποιημένης της σύγκλισης και της συνεργασίας για τα διεθνή πρότυπα και την εναρμόνιση των ρυθμίσεων, παραδείγματος χάριν μέσω της έγκρισης και της εφαρμογής των προτύπων που ορίζει η Οικονομική Επιτροπή του ΟΗΕ για την Ευρώπη (UNECE), διασφαλίζοντας παράλληλα το ύψιστο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών (π.χ. επισιτιστική ασφάλεια), του περιβάλλοντος (π.χ. υγεία και καλή μεταχείριση των ζώων, υγεία των φυτών), της κοινωνίας και της εργασίας·
   ε) σημαντικές υποχωρήσεις στις δημόσιες συμβάσεις σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, κρατικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων που διαθέτουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα που διασφαλίζουν την πρόσβαση στην αγορά για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις σε στρατηγικούς τομείς και τον ίδιο βαθμό ανοίγματος όπως και για τις αγορές δημοσίων συμβάσεων της ΕΕ, δεδομένου ότι οι απλουστευμένες διαδικασίες και η διαφάνεια για τους συμμετέχοντες, μεταξύ άλλων και για όσους προέρχονται από άλλες χώρες, μπορούν να αποτελέσουν αποτελεσματικά εργαλεία για την καταπολέμηση της διαφθοράς και να προαγάγουν την ακεραιότητα της δημόσιας διοίκησης εξασφαλίζοντας παράλληλα βέλτιστη αξιοποίηση των χρημάτων των φορολογούμενων, από την άποψη της ποιότητας της παροχής, της αποδοτικότητας, της αποτελεσματικότητας και της λογοδοσίας· εγγυήσεις για την εφαρμογή οικολογικών και κοινωνικών κριτηρίων κατά την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων·
   στ) χωριστό κεφάλαιο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες και τα συμφέροντα των πολύ μικρών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων όσον αφορά ζητήματα διευκόλυνσης της πρόσβασης στην αγορά, συμπεριλαμβανομένης, άνευ περιορισμού, της αυξημένης συμβατότητας όσον αφορά τα τεχνικά πρότυπα, και βελτιστοποιημένες τελωνειακές διαδικασίες, προκειμένου να δημιουργηθούν απτές επιχειρηματικές ευκαιρίες και να προωθηθεί η διεθνοποίησή τους·
   ζ) λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη 2/15 του ΔΕΕ επί της ΣΕΣ ΕΕ-Σιγκαπούρης ότι το εμπόριο και η βιώσιμη ανάπτυξη αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ και ότι η βιώσιμη ανάπτυξη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινής εμπορικής πολιτικής της ΕΕ, ένα ισχυρό και φιλόδοξο κεφάλαιο για τη βιώσιμη ανάπτυξη αποτελεί απαραίτητο μέρος οποιασδήποτε ενδεχόμενης συμφωνίας· διατάξεις περί αποτελεσματικών εργαλείων διαλόγου, παρακολούθησης και συνεργασίας και δεσμευτικές και εκτελεστές διατάξεις, στο πλαίσιο ενός κατάλληλου και αποτελεσματικού μηχανισμού επίλυσης διαφορών και πρόβλεψη, μεταξύ άλλων μεθόδων συμμόρφωσης, για έναν μηχανισμό κυρώσεων, που θα επιτρέπουν τη δέουσα συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και τη στενή συνεργασία και αξιοποίηση της εμπειρογνωμοσύνης των σχετικών πολυμερών οργανώσεων· διατάξεις στο κεφάλαιο που καλύπτει τις εργασιακές και περιβαλλοντικές πτυχές του εμπορίου και τη σημασία της βιώσιμης ανάπτυξης σε ένα εμπορικό και επενδυτικό πλαίσιο που θα περιλαμβάνουν προβλέψεις για την τήρηση και την αποτελεσματική εφαρμογή σχετικών διεθνώς συμφωνημένων αρχών και κανόνων όπως τα βασικά πρότυπα εργασίας, τις τέσσερις συμβάσεις προτεραιότητας διακυβέρνησης της ΔΟΕ και τις πολυμερείς περιβαλλοντικές συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την αλλαγή του κλίματος·
   η) υποχρέωση των μερών να προάγουν την εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ), λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διεθνώς αναγνωρισμένων μέσων, και αναγνώριση των τομεακών οδηγιών του ΟΟΣΑ και των κατευθυντηρίων αρχών του ΟΗΕ για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα·
   θ) ολοκληρωμένες διατάξεις σχετικά με την ελευθέρωση των επενδύσεων εντός της αρμοδιότητας της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες εξελίξεις πολιτικής, όπως, για παράδειγμα, τη γνωμοδότηση 2/15 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 16ης Μαΐου 2017 για την ΣΕΣ ΕΕ-Σιγκαπούρης·
   ι) αυστηρά και εκτελεστά μέτρα που θα καλύπτουν την αναγνώριση και την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένων των γεωγραφικών ενδείξεων (ΓΕ) για τα κρασιά και τα οινοπνευματώδη ποτά και άλλα γεωργικά προϊόντα και ζωοτροφές, λαμβάνοντας ως σημείο αναφοράς το κεκτημένο σε θέματα προστασίας που προβλέπεται στη συμφωνία ΕΕ-Αυστραλίας για το κρασί, και επιδιώκοντας παράλληλα τη βελτίωση του υφιστάμενου νομικού πλαισίου και την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας για όλες τις γεωγραφικές ενδείξεις· απλουστευμένες τελωνειακές διαδικασίες και απλούς και ευέλικτους κανόνες καταγωγής, κατάλληλους για τον πολύπλοκο κόσμο των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας (GVCs), όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας, και, στο μέτρο του δυνατού, την εφαρμογή πολυμερών κανόνων καταγωγής ή σε άλλες περιπτώσεις μη επαχθών κανόνων καταγωγής, όπως μια «αλλαγή της δασμολογικής διάκρισης»·
   ια) ισορροπημένο και φιλόδοξο αποτέλεσμα στα κεφάλαια της γεωργίας και της αλιείας, που θα μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και να είναι επωφελής τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τους παραγωγούς, μόνο εάν λαμβάνει δεόντως υπόψη τα συμφέροντα όλων των ευρωπαίων παραγωγών και καταναλωτών, με σεβασμό στο γεγονός ότι υπάρχουν ορισμένα ευαίσθητα γεωργικά προϊόντα τα οποία θα πρέπει να υπόκεινται σε κατάλληλη μεταχείριση, παραδείγματος χάριν μέσω δασμολογικών ποσοστώσεων ή προβλεπόμενων επαρκών μεταβατικών περιόδων, και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον σωρευτικό αντίκτυπο των εμπορικών συμφωνιών στη γεωργία και αποκλείοντας ενδεχομένως από το πεδίο των διαπραγματεύσεων τους πλέον ευαίσθητους τομείς· συμπερίληψη μιας εύχρηστης, αποτελεσματικής και κατάλληλης διμερούς ρήτρας διασφάλισης που θα επιτρέπει την προσωρινή άρση των προτιμήσεων, εάν, ως αποτέλεσμα της έναρξης ισχύος της εμπορικής συμφωνίας, τυχόν αύξηση των εισαγωγών προκαλεί ή απειλεί να προκαλέσει σοβαρή ζημία σε ευαίσθητους τομείς·
   ιβ) φιλόδοξες διατάξεις που επιτρέπουν την πλήρη λειτουργία του ψηφιακού οικοσυστήματος και την προώθηση διασυνοριακών ροών δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων αρχών όπως ο θεμιτός ανταγωνισμός και οι φιλόδοξοι κανόνες για τις διασυνοριακές διαβιβάσεις δεδομένων, με πλήρη σεβασμό και με την επιφύλαξη των σημερινών και μελλοντικών κανόνων προστασίας δεδομένων και ιδιωτικού απορρήτου, δεδομένου ότι οι ροές δεδομένων αποτελούν βασικούς μοχλούς της οικονομίας των υπηρεσιών και αποτελούν βασικό στοιχείο των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας των παραδοσιακών μεταποιητικών εταιρειών και, ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις υποχρεωτικού εντοπισμού πρέπει να περιορίζονται όσο το δυνατόν περισσότερο· η προστασία των δεδομένων και η ιδιωτικότητα δεν συνιστούν εμπόδια στις εμπορικές συναλλαγές αλλά θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 39 ΣΕΕ και στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
   ιγ) ειδικές και συγκεκριμένες διατάξεις σχετικά με τη μεταχείριση που επιφυλάσσεται στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη (ΥΧΕ) και στις εξόχως απόκεντρες περιοχές (ΕΑΠ) ώστε να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους στις εν λόγω διαπραγματεύσεις·

Ο ρόλος του Κοινοβουλίου

20.  τονίζει ότι, μετά τη γνωμοδότηση 2/15 του ΔΕΕ επί της ΣΕΣ ΕΕ-Σιγκαπούρης, θα πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος του Κοινοβουλίου σε όλα τα στάδια των διαπραγματεύσεων ΣΕΣ της ΕΕ, από την έγκριση της εντολής έως την τελική σύναψη της συμφωνίας· προσβλέπει στην έναρξη των διαπραγματεύσεων με την Αυστραλία, τις οποίες θα παρακολουθήσει στενά και θα συμβάλει στην επιτυχή έκβασή τους· υπενθυμίζει στην Επιτροπή την υποχρέωσή της να ενημερώνει το Κοινοβούλιο άμεσα και πλήρως σε όλα τα στάδια των διαπραγματεύσεων (πριν και μετά τους γύρους διαπραγματεύσεων)· δεσμεύεται να εξετάσει τα νομοθετικά και κανονιστικά ζητήματα τα οποία ενδεχομένως προκύψουν στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων και της μελλοντικής συμφωνίας με την επιφύλαξη των προνομίων του ως συννομοθέτης· επαναλαμβάνει τη θεμελιώδη ευθύνη του να εκπροσωπεί τους πολίτες της ΕΕ και ανυπομονεί να διευκολύνει τις χωρίς αποκλεισμούς και ανοικτές συζητήσεις κατά τη διάρκεια της διαπραγματευτικής διαδικασίας·

21.  υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο θα κληθεί να δώσει την έγκρισή του στη μελλοντική συμφωνία, όπως ορίζεται από τη ΣΛΕΕ, και ότι συνεπώς οι θέσεις του θα πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη σε όλα τα στάδια· καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να ζητήσουν τη συναίνεση του Κοινοβουλίου επί της συμφωνίας πριν από την εφαρμογή της, καθώς και να ενσωματώσουν την πρακτική αυτή στη διοργανική συμφωνία·

22.  υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο θα παρακολουθήσει την εφαρμογή της μελλοντικής συμφωνίας·

o
o   o

23.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και, προς ενημέρωση, στην Επιτροπή και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών, καθώς και στην κυβέρνηση και στο κοινοβούλιο της Αυστραλίας.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν P8_TA(2016)0064.
(2) EE C 353 E της 3.12.2013, σ. 210.
(3) ECLI:EU:C:2017:376.


Διαπραγματευτική εντολή για εμπορικές διαπραγματεύσεις με τη Νέα Ζηλανδία
PDF 508kWORD 61k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2017 που περιέχει την σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο σχετικά με την προτεινόμενη διαπραγματευτική εντολή για εμπορικές διαπραγματεύσεις της ΕΕ με τη Νέα Ζηλανδία (2017/2193(INI))
P8_TA(2017)0420A8-0312/2017

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 14ης Οκτωβρίου 2015, με τίτλο «Εμπόριο για όλους - Προς μια πιο υπεύθυνη πολιτική για το εμπόριο και τις επενδύσεις» (COM(2015)0497),

–  έχοντας υπόψη την κοινή δήλωση του Προέδρου της Επιτροπής, Jean-Claude Juncker, του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Donald Tusk, και του Πρωθυπουργού της Νέας Ζηλανδίας, John Key, της 29ης Οκτωβρίου 2015,

–  έχοντας υπόψη την κοινή δήλωση ΕΕ-Νέας Ζηλανδίας για τις σχέσεις και τη συνεργασία, της 21ης Σεπτεμβρίου 2007, και τη συμφωνία εταιρικής σχέσης ΕΕ-Νέας Ζηλανδίας για τις σχέσεις και τη συνεργασία (PARC) που υπεγράφη στις 5 Οκτωβρίου 2016,

–  έχοντας υπόψη τη δέσμη μέτρων της Επιτροπής για το εμπόριο, που δημοσιεύτηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2017, στην οποία η Επιτροπή δεσμεύθηκε για τη δημοσιοποίηση όλων των μελλοντικών εντολών εμπορικής διαπραγμάτευσης,

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία ΕΕ-Νέας Ζηλανδίας για συνεργασία και αμοιβαία διοικητική συνδρομή σε τελωνειακά θέματα, η οποία υπογράφηκε στις 3 Ιουλίου 2017,

–  έχοντας υπόψη άλλες διμερείς συμφωνίες ΕΕ-Νέας Ζηλανδίας, και ιδίως τη συμφωνία περί υγειονομικών μέτρων που εφαρμόζονται στο εμπόριο ζώντων ζώων και ζωικών προϊόντων, καθώς και τη συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης σχετικά με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης,

–  έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του, και ειδικότερα εκείνο της 25ης Φεβρουαρίου 2016, σχετικά με την έναρξη διαπραγματεύσεων για συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία(1), και το νομοθετικό ψήφισμά του της 12ης Σεπτεμβρίου 2012 σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Νέας Ζηλανδίας με την οποία τροποποιείται η συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης(2),

–  έχοντας υπόψη το ανακοινωθέν που εκδόθηκε σε συνέχεια της συνόδου των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της G20 στο Brisbane στις 15 και 16 Νοεμβρίου 2014,

–  έχοντας υπόψη την κοινή δήλωση του Προέδρου Van Rompuy, του Προέδρου Barroso και του Πρωθυπουργού Key για την εμβάθυνση της εταιρικής σχέσης Νέας Ζηλανδίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 25ης Μαρτίου 2014,

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση 2/15 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), της 16ης Μαΐου 2017, για την αρμοδιότητα της Ένωσης να υπογράψει και να συνάψει τη Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών με τη Σιγκαπούρη(3),

–  έχοντας υπόψη τη μελέτη σχετικά με τον σωρευτικό αντίκτυπο των μελλοντικών εμπορικών συμφωνιών στην γεωργία της ΕΕ, που δημοσιεύθηκε από την Επιτροπή στις 15 Νοεμβρίου 2016,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο έκθεσης της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου σχετικά με μια στρατηγική για το ψηφιακό εμπόριο (2017/2065(INI)),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 207 παράγραφος 3 και το άρθρο 218 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 108 παράγραφος 3 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου (A8-0312/2017),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ και η Νέα Ζηλανδία εργάζονται από κοινού για την αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων σε ευρύ φάσμα θεμάτων και συνεργάζονται σε πληθώρα διεθνών φόρουμ, μεταξύ άλλων και για θέματα που σχετίζονται με την εμπορική πολιτική στον πολυμερή στίβο·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, το 2015, η ΕΕ ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος εταίρος της Νέας Ζηλανδίας μετά την Αυστραλία όσον αφορά το εμπόριο αγαθών, με τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της ΕΕ και της Νέας Ζηλανδίας να ανέρχονται σε 8,1 δισεκατομμύρια EUR και τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών να ανέρχονται σε 4,3 δισεκατομμύρια EUR·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις της ΕΕ στη Νέα Ζηλανδία, ανήλθαν το 2015 σε σχεδόν 10 δισεκατομμύρια EUR·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Νέα Ζηλανδία είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας περί Δημοσίων Συμβάσεων·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ ολοκλήρωσε τις διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία εταιρικής σχέσης ΕΕ-Νέας Ζηλανδίας για τις σχέσεις και τη συνεργασία (PARC) στις 30 Ιουλίου 2014·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ευρωπαϊκός γεωργικός τομέας και ορισμένα γεωργικά προϊόντα, όπως το βόειο και το πρόβειο κρέας, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα δημητριακά και η ζάχαρη - συμπεριλαμβανομένης της ζάχαρης για ειδικές χρήσεις - είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητα στο πλαίσιο αυτών των διαπραγματεύσεων·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Νέα Ζηλανδία είναι ο πρώτος εξαγωγέας βουτύρου στον κόσμο, ο δεύτερος εξαγωγέας σκόνης γάλακτος παγκοσμίως, ενώ κατέχει επίσης σημαντική θέση στη διεθνή αγορά εξαγωγών άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και βοείου και πρόβειου κρέατος·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ και η Νέα Ζηλανδία συμμετέχουν σε πολυμερείς διαπραγματεύσεις για την περαιτέρω απελευθέρωση του εμπορίου πράσινων αγαθών (Συμφωνία για τα Περιβαλλοντικά Αγαθά) και των συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών (Συμφωνία για τις Συναλλαγές στον τομέα των Υπηρεσιών)·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ αναγνωρίζει ότι παρέχεται επαρκής προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στη Νέα Ζηλανδία·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Νέα Ζηλανδία είναι συμβαλλόμενο μέρος στις ολοκληρωθείσες διαπραγματεύσεις για μια Εταιρική Σχέση του Ειρηνικού (TPP), το μέλλον της οποίας παραμένει αβέβαιο, και στις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις για μια Περιφερειακή Συνολική Συμφωνία Οικονομικής Εταιρικής Σχέσης (RCEP) στην Ανατολική Ασία, που ενώνει τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Νέα Ζηλανδία διατηρεί συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με την Κίνα από το 2008·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Νέα Ζηλανδία ανέλαβε σημαντικές δεσμεύσεις στο πλαίσιο της Εταιρικής Σχέσης του Ειρηνικού (TPP) προκειμένου να προαγάγει τη μακροπρόθεσμη διατήρηση ορισμένων ειδών και να αντιμετωπίσει την παράνομη εμπορία άγριων ζώων μέσω ενισχυμένων μέτρων προστασίας, αφετέρου δε ότι θέσπισε απαιτήσεις με στόχο την αποτελεσματική επιβολή των διατάξεων για την προστασία του περιβάλλοντος και την ενεργό συμμετοχή σε ενισχυμένη περιφερειακή συνεργασία· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εν λόγω δεσμεύσεις θα πρέπει να χρησιμεύσουν ως σημείο αναφοράς για τη ΣΕΣ ΕΕ-Νέας Ζηλανδίας·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Νέα Ζηλανδία συγκαταλέγεται μεταξύ των παλαιότερων και στενότερων εταίρων της ΕΕ, συμμεριζόμενη κοινές αξίες και παραμένοντας προσηλωμένη στην προαγωγή της ευημερίας και της ασφάλειας εντός ενός βασισμένου σε κανόνες συστήματος σε παγκόσμιο επίπεδο·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Νέα Ζηλανδία έχει κυρώσει και εφαρμόσει τα κύρια διεθνή σύμφωνα για τα ανθρώπινα, τα κοινωνικά και τα εργασιακά δικαιώματα και την προστασία του περιβάλλοντος και σέβεται πλήρως το κράτος δικαίου·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Νέα Ζηλανδία είναι ένα από τα μόλις έξι μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) που δεν έχουν προτιμησιακή πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ ή δεν διεξάγουν σχετικές διαπραγματεύσεις·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, ύστερα από την κοινή δήλωση της 29ης Οκτωβρίου 2015, ξεκίνησαν διερευνητικές διαδικασίες προκειμένου να διερευνηθεί το εφικτό και η κοινή πρόθεση για έναρξη διαπραγματεύσεων για μια συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της ΕΕ και της Νέας Ζηλανδίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διερευνητική διαδικασία έχει ολοκληρωθεί·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να λάβει απόφαση σχετικά με την έγκριση ενδεχόμενης συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών ΕΕ-Νέας Ζηλανδίας·

Το στρατηγικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο

1.  υπογραμμίζει τη σημασία της εμβάθυνσης των σχέσεων μεταξύ της ΕΕ και της περιοχής της Ασίας και του Ειρηνικού, μεταξύ άλλων για την υποστήριξη της οικονομικής ανάπτυξης εντός της Ευρώπης και τονίζει ότι αυτό αντανακλάται στην εμπορική πολιτική της ΕΕ· αναγνωρίζει ότι η Νέα Ζηλανδία αποτελεί βασικό παράγοντα της εν λόγω στρατηγικής, καθώς και ότι η διεύρυνση και η εμβάθυνση των εμπορικών σχέσεων μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη αυτού του στόχου·

2.  επαινεί τη Νέα Ζηλανδία για την ισχυρή και συνεχή προσήλωσή της στην πολυμερή εμπορική ατζέντα·

3.  θεωρεί ότι το πλήρες δυναμικό των διμερών και περιφερειακών στρατηγικών συνεργασίας της Ένωσης μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επίτευξη εμπορίου που βασίζεται σε κανόνες και αξίες, και ότι η σύναψη υψηλής ποιότητας, φιλόδοξης, ισορροπημένης και δίκαιης ΣΕΣ με τη Νέα Ζηλανδία, σε πνεύμα αμοιβαιότητας και κοινού οφέλους, χωρίς να υπονομεύεται με κανέναν τρόπο η φιλοδοξία επίτευξης προόδου σε πολυμερές επίπεδο ή η εφαρμογή ήδη υφιστάμενων πολυμερών και διμερών συμφωνιών, αποτελεί καίρια συνισταμένη των εν λόγω στρατηγικών· πιστεύει ότι μια βαθύτερη διμερής συνεργασία μπορεί να αποτελέσει ένα βήμα για μια περαιτέρω πολυμερή συμφωνία·

4.  πιστεύει ότι η διαπραγμάτευση μιας σύγχρονης, ουσιαστικής, φιλόδοξης, ισορροπημένης, δίκαιης και συνολικής συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών αποτελεί την κατάλληλη προσέγγιση για την εμβάθυνση των διμερών εταιρικών σχέσεων και την περαιτέρω ενίσχυση των ήδη ώριμων υφιστάμενων διμερών εμπορικών και επενδυτικών συνεργασιών· θεωρεί ότι αυτές οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως παράδειγμα για μια νέα γενιά συμφωνιών ελεύθερων συναλλαγών, τονίζοντας τη σημασία της ενίσχυσης των φιλοδοξιών και επεκτείνοντας τα όρια των δυνατοτήτων μιας σύγχρονης ΣΕΣ, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαιτέρως ανεπτυγμένη οικονομία και το ρυθμιστικό περιβάλλον της Νέας Ζηλανδίας·

5.  υπογραμμίζει ότι η ΕΕ και η Νέα Ζηλανδία πρωτοστατούν διεθνώς όσον αφορά τις πολιτικές περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και ότι έχουν, εν προκειμένω, τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν και να εφαρμόσουν ένα κεφάλαιο υψηλού επιπέδου φιλοδοξίας για τη βιώσιμη ανάπτυξη·

6.  προειδοποιεί για τον κίνδυνο μιας έντονα ετεροβαρούς συμφωνίας στον γεωργικό τομέα εις βάρος της ΕΕ, και τον πειρασμό να χρησιμοποιηθεί η γεωργία ως διαπραγματευτικό χαρτί με αντάλλαγμα την αυξημένη πρόσβαση βιομηχανικών προϊόντων και υπηρεσιών στην αγορά της Νέας Ζηλανδίας·

Η διερευνητική διαδικασία

7.  λαμβάνει υπό σημείωση την ολοκλήρωση της διερευνητικής διαδικασίας μεταξύ ΕΕ και Νέας Ζηλανδίας, στις 7 Μαρτίου 2017, με τρόπο που ικανοποιεί τόσο την Επιτροπή όσο και την κυβέρνηση της Νέας Ζηλανδίας·

8.  χαιρετίζει την έγκαιρη ολοκλήρωση και δημοσίευση της εκτίμησης των επιπτώσεων της συμφωνίας εκ μέρους της Επιτροπής, με στόχο αφενός να είναι σε θέση να αξιολογήσει ενδελεχώς πιθανά κέρδη και ζημίες από την ενίσχυση των εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων ΕΕ-Νέας Ζηλανδίας προς όφελος των πολιτών και των επιχειρήσεων και των δύο πλευρών, συμπεριλαμβανομένων των εξόχως απόκεντρων περιφερειών και των υπερπόντιων χωρών και εδαφών και δίνοντας συγχρόνως ιδιαίτερη προσοχή στις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στην αγορά εργασίας της ΕΕ, και αφετέρου να προβλέψει και να συνυπολογίσει τον ενδεχόμενο αντίκτυπο του Brexit στην αύξηση των εμπορικών και επενδυτικών ροών από τη Νέα Ζηλανδία στην ΕΕ, ιδίως όσον αφορά την ανταλλαγή προσφορών και τον υπολογισμό των ποσοστώσεων·

Εντολή διαπραγμάτευσης

9.  καλεί το Συμβούλιο να εξουσιοδοτήσει την Επιτροπή να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για μια εμπορική και επενδυτική συμφωνία με τη Νέα Ζηλανδία με βάση το αποτέλεσμα των διερευνητικών ενεργειών, των συστάσεων του παρόντος ψηφίσματος, της εκτίμησης επιπτώσεων και βάσει σαφών στόχων·

10.  καλεί το Συμβούλιο να σεβαστεί πλήρως την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών της, όπως προκύπτει από τη γνωμοδότηση 2/15 του ΔΕΕ της 16ης Μαΐου 2017 στο πλαίσιο της απόφασης για την έγκριση των διαπραγματευτικών οδηγιών·

11.  καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να παρουσιάσουν το συντομότερο δυνατό πρόταση σχετικά με τη γενική μελλοντική αρχιτεκτονική των εμπορικών συμφωνιών, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση 2/15 του ΔΕΕ σχετικά με τη ΣΕΣ ΕΕ-Σιγκαπούρης, και να κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ μιας συμφωνίας εμπορίου και ελευθέρωσης των άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ), που περιέχει μόνο θέματα υπό την αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης, και μιας ενδεχόμενης δεύτερης συμφωνίας η οποία καλύπτει θέματα υπαγόμενα σε συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη· τονίζει ότι μια τέτοια διάκριση θα έχει συνέπειες για την κοινοβουλευτική διαδικασία κύρωσης και ότι δεν αποσκοπεί στην παράκαμψη των εθνικών δημοκρατικών διαδικασιών, αλλά είναι θέμα δημοκρατικής μεταβίβασης αρμοδιοτήτων με βάση τις ευρωπαϊκές Συνθήκες· ζητεί να υπάρξει ισχυρότερη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε όλες τις εν εξελίξει και μελλοντικές διαπραγματεύσεις ΣΕΣ σε όλα τα στάδια της διαδικασίας·

12.  καλεί την Επιτροπή, όταν υποβάλλει τις οριστικοποιημένες συμφωνίες για υπογραφή και σύναψη, και το Συμβούλιο, όταν αποφασίζει σχετικά με την υπογραφή και τη σύναψη, να σέβονται πλήρως την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών της·

13.  καλεί την Επιτροπή να διεξαγάγει τις διαπραγματεύσεις με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διαφάνεια, χωρίς να υπονομεύεται η διαπραγματευτική της θέση, διασφαλίζοντας τουλάχιστον το επίπεδο διαφάνειας και δημόσιας διαβούλευσης που εφαρμόστηκε για τη Διατλαντική εταιρική σχέση συναλλαγών και επενδύσεων με τις ΗΠΑ μέσω συνεχούς διαλόγου με τους κοινωνικούς εταίρους και την κοινωνία των πολιτών, και να τηρήσει τις βέλτιστες πρακτικές, όπως έχουν καθοριστεί σε άλλες διαπραγματεύσεις· χαιρετίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής να δημοσιεύει όλες τις συστάσεις που αφορούν τις οδηγίες διαπραγμάτευσης για τις συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών και το θεωρεί θετικό προηγούμενο· καλεί το Συμβούλιο να ακολουθήσει το παράδειγμα και να δημοσιεύει τις οδηγίες διαπραγμάτευσης αμέσως μετά την έγκρισή τους·

14.  υπογραμμίζει ότι μια ΣΕΣ πρέπει να οδηγεί σε βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά και σε διευκόλυνση του εμπορίου επιτόπου, να δημιουργεί αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας, να εξασφαλίζει την ισότητα των φύλων προς όφελος των πολιτών και από τις δύο πλευρές, να ενθαρρύνει την αειφόρο ανάπτυξη, να προωθεί τα πρότυπα της ΕΕ, να διασφαλίζει τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος και να τηρεί τις δημοκρατικές διαδικασίες ενισχύοντας παράλληλα τις εξαγωγικές ευκαιρίες της ΕΕ·

15.  υπογραμμίζει ότι μια φιλόδοξη συμφωνία πρέπει να ασχολείται, κατά τρόπο ουσιαστικό, με τις επενδύσεις, το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών (με βάση τις πρόσφατες συστάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά περιθώρια άσκησης πολιτικής και τους ευαίσθητους τομείς), τις τελωνειακές και εμπορικές διευκολύνσεις, την ψηφιοποίηση, το ηλεκτρονικό εμπόριο και την προστασία των δεδομένων, την τεχνολογική έρευνα και την υποστήριξη στην καινοτομία, τις δημόσιες συμβάσεις, την ενέργεια, τις κρατικές επιχειρήσεις, τον ανταγωνισμό, τη βιώσιμη ανάπτυξη, κανονιστικά ζητήματα όπως υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά πρότυπα υψηλής ποιότητας και άλλα πρότυπα γεωργικών και διατροφικών προϊόντων χωρίς να αποδυναμώνονται τα υψηλά πρότυπα της ΕΕ, ισχυρές και εκτελεστές δεσμεύσεις για τα εργασιακά και περιβαλλοντικά πρότυπα και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, παραμένοντας πάντοτε στα πλαίσια της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης, με παράλληλη ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες των πολύ μικρών επιχειρήσεων και των ΜΜΕ·

16.  καλεί το Συμβούλιο να αναγνωρίσει ρητώς τις υποχρεώσεις του έτερου συμβαλλόμενου μέρους έναντι των αυτόχθονων πληθυσμών·

17.  υπογραμμίζει ότι η ΕΕ κατέχει ηγετική θέση στον κόσμο όσον αφορά την προώθηση της πολιτικής για την καλή μεταχείριση των ζώων και ότι, καθώς η ΣΕΣ ΕΕ-Νέας Ζηλανδίας θα επηρεάσει εκατομμύρια εκτρεφόμενα ζώα, η Επιτροπή πρέπει να εξασφαλίσει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν ισχυρές δεσμεύσεις για τη βελτίωση της καλής μεταχείρισης και της προστασίας των εκτρεφομένων ζώων·

18.  τονίζει ότι το παράνομο εμπόριο άγριων ειδών έχει σημαντικές περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις και ότι μια φιλόδοξη συμφωνία πρέπει να προάγει τη διατήρηση όλων των ειδών άγριων ζώων και των ενδιαιτημάτων τους και να καταπολεμά σθεναρά την παράνομη αρπαγή, εμπορία και μεταφόρτωση άγριων ειδών·

19.  τονίζει ότι η ανεπαρκής διαχείριση της αλιείας και η παράνομη, λαθραία και άναρχη αλιεία μπορεί να έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο εμπόριο, στην ανάπτυξη και στο περιβάλλον και ότι τα συμβαλλόμενα μέρη πρέπει να αναλάβουν ουσιαστικές δεσμεύσεις για την προστασία των καρχαριών, των βατηδόμορφων, των χελωνών και των θαλάσσιων θηλαστικών και για την πρόληψη της υπεραλιείας, της πλεονάζουσας αλιευτικής ικανότητας και της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας·

20.  τονίζει ότι, για να είναι μια ΣΕΣ πραγματικά επωφελής για την οικονομία της ΕΕ, θα πρέπει να περιληφθούν στις διαπραγματευτικές οδηγίες τα ακόλουθα σημεία:

   α) ελευθέρωση του εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών και πραγματικές ευκαιρίες πρόσβασης στην αγορά και για τις δύο πλευρές σε αγαθά και υπηρεσίες με την εξάλειψη περιττών ρυθμιστικών φραγμών, εξασφαλίζοντας παράλληλα ότι κανένα στοιχείο της συμφωνίας δεν εμποδίζει οποιοδήποτε εκ των μερών να αποφασίζει ρυθμίσεις, κατά τρόπο αναλογικό, με σκοπό την επίτευξη θεμιτών πολιτικών στόχων· η συμφωνία πρέπει (i) να μην εμποδίζει τα μέρη στον καθορισμό, τη ρύθμιση και την παροχή και στήριξη υπηρεσιών γενικού συμφέροντος και πρέπει να περιλαμβάνει ρητές διατάξεις επ’ αυτού· (ii) να μην απαιτεί από τις κυβερνήσεις να ιδιωτικοποιούν οποιαδήποτε υπηρεσία ούτε να εμποδίζει τις κυβερνήσεις από τη διεύρυνση του φάσματος των υπηρεσιών που παρέχουν στο κοινό· (iii) να μην εμποδίζει τις κυβερνήσεις από το να επαναφέρουν υπό δημόσιο έλεγχο υπηρεσίες που οι κυβερνήσεις έχουν προηγουμένως επιλέξει για ιδιωτικοποίηση, όπως το νερό, την εκπαίδευση, την υγεία και τις κοινωνικές υπηρεσίες, ή να μειώσει το υψηλό επίπεδο προτύπων στους τομείς της υγείας, των τροφίμων, των καταναλωτών, του περιβάλλοντος, των κανόνων εργασίας και ασφάλειας στην ΕΕ, ή να περιορίζει τη δημόσια χρηματοδότηση των τεχνών και του πολιτισμού, της εκπαίδευσης, της υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών, όπως συνέβη με προηγούμενες εμπορικές συμφωνίες· οι δεσμεύσεις πρέπει να αναλαμβάνονται στη βάση της Γενικής Συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (GATS)· επισημαίνει σχετικά ότι τα πρότυπα που απαιτούνται από τους ευρωπαίους παραγωγούς πρέπει να διατηρηθούν·
   β) στο μέτρο που η συμφωνία δύναται να περιλαμβάνει κεφάλαιο σχετικά με το εγχώριο ρυθμιστικό πλαίσιο, τα διαπραγματευόμενα μέρη να μην συμπεριλάβουν δοκιμές αναγκαιότητας·
   γ) δεσμεύσεις σχετικά με μέτρα αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικά μέτρα που υπερβαίνουν τους κανόνες του ΠΟΕ στον τομέα αυτόν, και πιθανόν αποκλείουν την εφαρμογή τους στις περιπτώσεις που υπάρχουν επαρκή κοινά πρότυπα περί ανταγωνισμού και επαρκής συνεργασία·
   δ) μείωση των περιττών μη δασμολογικών φραγμών και ενίσχυση και διεύρυνση των ρυθμιστικών διαλόγων συνεργασίας σε εθελοντική βάση, όπου αυτό είναι εφικτό και αμοιβαία επωφελές, χωρίς να περιορίζεται η δυνατότητα των μερών να ασκούν τις κανονιστικές, νομοθετικές και πολιτικές τους δραστηριότητες, δεδομένου ότι η κανονιστική συνεργασία πρέπει να αποσκοπεί στη βελτίωση της διακυβέρνησης της παγκόσμιας οικονομίας μέσω εντατικοποιημένης της σύγκλισης και της συνεργασίας για τα διεθνή πρότυπα και την εναρμόνιση των ρυθμίσεων, παραδείγματος χάριν μέσω της έγκρισης και της εφαρμογής των προτύπων που ορίζει η Οικονομική Επιτροπή του ΟΗΕ για την Ευρώπη (UNECE), διασφαλίζοντας παράλληλα το ύψιστο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών (π.χ. επισιτιστική ασφάλεια), του περιβάλλοντος (π.χ. υγεία και καλή μεταχείριση των ζώων, υγεία των φυτών), της κοινωνίας και της εργασίας·
   ε) σημαντικές υποχωρήσεις στις δημόσιες συμβάσεις σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, κρατικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων που διαθέτουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα που διασφαλίζουν την πρόσβαση στην αγορά για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις σε στρατηγικούς τομείς και τον ίδιο βαθμό ανοίγματος όπως και για τις αγορές δημοσίων συμβάσεων της Ε, δεδομένου ότι οι απλουστευμένες διαδικασίες και η διαφάνεια για τους συμμετέχοντες, μεταξύ άλλων και για όσους προέρχονται από άλλες χώρες, μπορούν να αποτελέσουν αποτελεσματικά εργαλεία για την καταπολέμηση της διαφθοράς και να προαγάγουν την ακεραιότητα της δημόσιας διοίκησης εξασφαλίζοντας παράλληλα βέλτιστη αξιοποίηση των χρημάτων των φορολογούμενων, από την άποψη της ποιότητας της παροχής, της αποδοτικότητας, της αποτελεσματικότητας και της λογοδοσίας· εγγυήσεις για την εφαρμογή οικολογικών και κοινωνικών κριτηρίων κατά την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων·
   στ) χωριστό κεφάλαιο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες και τα συμφέροντα των πολύ μικρών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων όσον αφορά ζητήματα διευκόλυνσης της πρόσβασης στην αγορά, συμπεριλαμβανομένης, άνευ περιορισμού, της αυξημένης συμβατότητας όσον αφορά τα τεχνικά πρότυπα, και βελτιστοποιημένες τελωνειακές διαδικασίες, προκειμένου να δημιουργηθούν απτές επιχειρηματικές ευκαιρίες και να προωθηθεί η διεθνοποίησή τους·
   ζ) στο πλαίσιο της γνωμοδότησης του ΔΕΕ επί της ΣΕΣ με τη Σιγκαπούρη ότι το εμπόριο και η αειφόρος ανάπτυξη αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ και ότι η αειφόρος ανάπτυξη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινής εμπορικής πολιτικής της ΕΕ, ένα ισχυρό και φιλόδοξο κεφάλαιο για την αειφόρο ανάπτυξη αποτελεί απαραίτητο μέρος οποιασδήποτε ενδεχόμενης εμπορικής συμφωνίας· διατάξεις περί αποτελεσματικών εργαλείων διαλόγου, παρακολούθησης και συνεργασίας και δεσμευτικές και εκτελεστές διατάξεις, στο πλαίσιο ενός κατάλληλου και αποτελεσματικού μηχανισμού επίλυσης διαφορών και πρόβλεψη, μεταξύ άλλων μεθόδων συμμόρφωσης, για έναν μηχανισμό κυρώσεων, που θα επιτρέπουν τη δέουσα συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και τη στενή συνεργασία και αξιοποίηση της εμπειρογνωμοσύνης των σχετικών πολυμερών οργανώσεων· διατάξεις στο κεφάλαιο που καλύπτει τις εργασιακές και περιβαλλοντικές πτυχές του εμπορίου και τη σημασία της βιώσιμης ανάπτυξης σε ένα εμπορικό και επενδυτικό πλαίσιο που θα περιλαμβάνουν προβλέψεις για την τήρηση και την αποτελεσματική εφαρμογή σχετικών διεθνώς συμφωνημένων αρχών και κανόνων όπως τα βασικά πρότυπα εργασίας, τις τέσσερις συμβάσεις προτεραιότητας διακυβέρνησης της ΔΟΕ και τις πολυμερείς περιβαλλοντικές συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την αλλαγή του κλίματος·
   η) υποχρέωση των μερών να προάγουν την εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ), μεταξύ άλλων λαμβανομένων υπόψη των διεθνώς αναγνωρισμένων μέσων, και αναγνώριση των τομεακών οδηγιών του ΟΟΣΑ και των κατευθυντηρίων αρχών των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα·
   θ) ολοκληρωμένες διατάξεις σχετικά με την ελευθέρωση των επενδύσεων εντός της αρμοδιότητας της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες εξελίξεις πολιτικής, όπως, για παράδειγμα, τη γνωμοδότηση 2/15 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 16ης Μαΐου 2017 για την ΣΕΣ ΕΕ-Σιγκαπούρης·
   ι) ισχυρά και εκτελεστά μέτρα που καλύπτουν την αναγνώριση και την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένων των γεωγραφικών ενδείξεων (ΓΕ) για τα κρασιά και τα οινοπνευματώδη ποτά, καθώς και άλλα γεωργικά προϊόντα και τις ζωοτροφές· απλουστευμένες τελωνειακές διαδικασίες και απλούς και ευέλικτους κανόνες καταγωγής, κατάλληλους για τον πολύπλοκο κόσμο των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας (GVCs), όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας, και, στο μέτρο του δυνατού, την εφαρμογή πολυμερών κανόνων καταγωγής ή σε άλλες περιπτώσεις μη επαχθών κανόνων καταγωγής, όπως μια «αλλαγή της δασμολογικής διάκρισης»·
   ια) ισορροπημένο και φιλόδοξο αποτέλεσμα στα κεφάλαια της γεωργίας και της αλιείας, που θα μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και να είναι επωφελής τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τους παραγωγούς, μόνο εάν λαμβάνει δεόντως υπόψη τα συμφέροντα όλων των ευρωπαίων παραγωγών και καταναλωτών, με σεβασμό στο γεγονός ότι υπάρχουν ορισμένα ευαίσθητα γεωργικά προϊόντα τα οποία θα πρέπει να υπόκεινται σε κατάλληλη μεταχείριση, παραδείγματος χάριν μέσω δασμολογικών ποσοστώσεων ή προβλεπόμενων επαρκών μεταβατικών περιόδων, και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον σωρευτικό αντίκτυπο των εμπορικών συμφωνιών στη γεωργία και αποκλείοντας ενδεχομένως από το πεδίο των διαπραγματεύσεων τους πλέον ευαίσθητους τομείς· συμπερίληψη μιας εύχρηστης, αποτελεσματικής και κατάλληλης διμερούς ρήτρας διασφάλισης που θα επιτρέπει την προσωρινή άρση των προτιμήσεων, εάν, ως αποτέλεσμα της έναρξης ισχύος της εμπορικής συμφωνίας, τυχόν αύξηση των εισαγωγών προκαλεί ή απειλεί να προκαλέσει σοβαρή ζημία σε ευαίσθητους τομείς·
   ιβ) φιλόδοξες διατάξεις που επιτρέπουν την πλήρη λειτουργία του ψηφιακού οικοσυστήματος και την προώθηση διασυνοριακών ροών δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων αρχών όπως ο θεμιτός ανταγωνισμός και οι φιλόδοξοι κανόνες για τις διασυνοριακές διαβιβάσεις δεδομένων, με πλήρη σεβασμό και με την επιφύλαξη των σημερινών και μελλοντικών κανόνων προστασίας δεδομένων και ιδιωτικού απορρήτου, δεδομένου ότι οι ροές δεδομένων αποτελούν βασικούς μοχλούς της οικονομίας των υπηρεσιών και αποτελούν βασικό στοιχείο των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας των παραδοσιακών μεταποιητικών εταιρειών και, ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις υποχρεωτικού εντοπισμού πρέπει να περιορίζονται όσο το δυνατόν περισσότερο· η προστασία των δεδομένων και η ιδιωτικότητα δεν συνιστούν εμπόδια στις εμπορικές συναλλαγές αλλά θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 39 ΣΕΕ και στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
   ιγ) ειδικές και συγκεκριμένες διατάξεις σχετικά με τη μεταχείριση που επιφυλάσσεται στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη (ΥΧΕ) και στις εξόχως απόκεντρες περιοχές (ΕΑΠ) ώστε να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους στις εν λόγω διαπραγματεύσεις·

21.  καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει, ως βασικό στοιχείο μιας ισορροπημένης συμφωνίας, την προστασία σε θέματα σήμανσης, ιχνηλασιμότητας και πραγματικής καταγωγής των γεωργικών προϊόντων, ώστε να μη δίδονται ψευδείς ή παραπλανητικές εντυπώσεις στους καταναλωτές·

22.  τονίζει τη διαφορά μεγέθους μεταξύ της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς της ΕΕ και της νεοζηλανδικής αγοράς, η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη σε ενδεχόμενη συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών·

Ο ρόλος του Κοινοβουλίου

23.  τονίζει ότι, μετά τη γνωμοδότηση 2/15 του ΔΕΕ επί της ΣΕΣ ΕΕ-Σιγκαπούρης, θα πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος του Κοινοβουλίου σε όλα τα στάδια των διαπραγματεύσεων ΣΕΣ της ΕΕ, από την έγκριση της εντολής έως την τελική σύναψη της συμφωνίας· προσβλέπει στην έναρξη των διαπραγματεύσεων με τη Νέα Ζηλανδία, τις οποίες θα παρακολουθήσει στενά και θα συμβάλει στην επιτυχή έκβασή τους· υπενθυμίζει στην Επιτροπή την υποχρέωσή της να ενημερώνει το Κοινοβούλιο άμεσα και πλήρως σε όλα τα στάδια των διαπραγματεύσεων (πριν και μετά τους γύρους διαπραγματεύσεων)· δεσμεύεται να εξετάσει τα νομοθετικά και κανονιστικά ζητήματα τα οποία ενδεχομένως προκύψουν στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων και της μελλοντικής συμφωνίας με την επιφύλαξη των προνομίων του ως συννομοθέτης· επαναλαμβάνει τη θεμελιώδη ευθύνη του να εκπροσωπεί τους πολίτες της ΕΕ και ανυπομονεί να διευκολύνει τις χωρίς αποκλεισμούς και ανοικτές συζητήσεις κατά τη διάρκεια της διαπραγματευτικής διαδικασίας·

24.  υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο θα κληθεί να δώσει την έγκρισή του στη μελλοντική συμφωνία, όπως ορίζεται από τη ΣΛΕΕ, και ότι συνεπώς οι θέσεις του θα πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη σε όλα τα στάδια· καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να ζητήσουν τη συναίνεση του Κοινοβουλίου επί της συμφωνίας πριν από την εφαρμογή της, καθώς και να ενσωματώσουν την πρακτική αυτή στη διοργανική συμφωνία·

25.  υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο θα παρακολουθήσει την εφαρμογή της μελλοντικής συμφωνίας·

o
o   o

26.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και, προς ενημέρωση, στην Επιτροπή, στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών, και στην κυβέρνηση και στο κοινοβούλιο της Νέας Ζηλανδίας.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν P8_TA(2016)0064.
(2) EE C 353 E της 3.12.2013, σ. 210.
(3) ECLI:EU:C:2017:376.


Έλεγχος της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ το 2015
PDF 458kWORD 68k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ το 2015 (2017/2011(INI))
P8_TA(2017)0421A8-0265/2017

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την 32η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (2014) (COM(2015)0329),

–  έχοντας υπόψη την 33η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (2015) (COM(2016)0463),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο «Έκθεση αξιολόγησης της πρωτοβουλίας EU Pilot» (COM(2010)0070),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 6ης Οκτωβρίου 2016 σχετικά με την ετήσια έκθεση του 2014 για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης: ετήσια έκθεση για το 2014(1),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο «Δεύτερη έκθεση αξιολόγησης της πρωτοβουλίας EU Pilot» (COM(2011)0930),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 20ής Μαρτίου 2002 όσον αφορά τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου (COM(2002)0141),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 2ας Απριλίου 2012 με τίτλο «Επικαιροποίηση του χειρισμού των σχέσεων με τους καταγγέλλοντες όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης» (COM(2012)0154),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Μαρτίου 2014 με τίτλο «Ένα νέο πλαίσιο της ΕΕ για την ενίσχυση του κράτους δικαίου» (COM(2014)0158),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 19ης Μαΐου 2015 με τίτλο «Βελτίωση της νομοθεσίας για καλύτερα αποτελέσματα – Ένα θεματολόγιο της ΕΕ» (COM(2015)0215),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 13ης Δεκεμβρίου 2016 με τίτλο «Δίκαιο της ΕΕ: καλύτερη εφαρμογή για καλύτερα αποτελέσματα(2),

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής(3),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση 2001/470/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, σχετικά με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις(4),

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου(5),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 10ης Σεπτεμβρίου 2015 σχετικά με την 30ή και την 31η έκθεση της Επιτροπής για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (2012-2013)(6),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Οκτωβρίου 2016 με συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την καθιέρωση μηχανισμού της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα(7),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 9ης Ιουνίου 2016 σχετικά με μια ανοικτή, αποτελεσματική και ανεξάρτητη διοίκηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης(8),

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 267 και 288 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 και το άρθρο 132 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Αναφορών (A8-0265/2017),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 17 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) ορίζει τον θεμελιώδη ρόλο της Επιτροπής ως «θεματοφύλακα των Συνθηκών»·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 ΣΕΕ και το άρθρο 288 παράγραφος 3 και το άρθρο 291 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ τα κράτη μέλη έχουν την πρωταρχική ευθύνη για τη μεταφορά, εφαρμογή και υλοποίηση του δικαίου της ΕΕ, με τρόπο ορθό και μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες, καθώς και για την παροχή επαρκών μέσων έννομης προστασίας, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική έννομη προστασία στους τομείς που διέπει το δίκαιο της ΕΕ·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν στην Επιτροπή σαφείς και ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρουν τις οδηγίες της ΕΕ στο εθνικό τους δίκαιο(9)·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα(10) και την κοινή πολιτική δήλωση της 27ης Οκτωβρίου 2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα(11), μπορεί τα κράτη μέλη, όταν κοινοποιούν στην Επιτροπή μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, να υποχρεώνονται, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, να κοινοποιούν επίσης αποδεικτικά στοιχεία, σε μορφή «επεξηγηματικών εγγράφων», σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρουν τις οδηγίες στο εθνικό τους δίκαιο(12)·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 ΣΕΕ, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες, απευθύνεται δε στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και στα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 51 παράγραφος 1 του ΧΘΔΕΕ)·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ένωση διαθέτει διάφορα μέσα και διαδικασίες που επιτρέπουν την εξασφάλιση της πλήρους και ορθής εφαρμογής των αρχών της Συνθήκης, αλλά και ότι στην πράξη τα μέσα αυτά φαίνεται να είναι περιορισμένα σε εμβέλεια, ακατάλληλα ή αναποτελεσματικά·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να συσταθεί ένας νέος μηχανισμός, που να προσφέρει ένα μοναδικό και συνεκτικό πλαίσιο στηριζόμενος σε υπάρχοντα μέσα και μηχανισμούς, και να εφαρμόζεται με τρόπο ενιαίο σε όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και σε όλα τα κράτη μέλη·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 258 παράγραφοι 1 και 2 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή διαβιβάζει αιτιολογημένη γνώμη σε κράτος μέλος, όταν κρίνει ότι αυτό δεν εκπλήρωσε υποχρέωσή του εκ των Συνθηκών, και δύναται να προσφύγει στο ΔΕΕ, εάν το εν λόγω κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας που του τάσσει η Επιτροπή·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπει ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με όλες τις διαδικασίες επί παραβάσει με βάση προειδοποιητικές επιστολές, αλλά δεν καλύπτει την άτυπη διαδικασία «EU Pilot», που προηγείται της κίνησης επίσημης διαδικασίας επί παραβάσει·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι με τη διαδικασία EU Pilot επιδιώκεται μια στενότερη και συνεκτικότερη συνεργασία μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών προκειμένου να αντιμετωπίζονται εγκαίρως οι παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου με διμερή διάλογο και να αποτρέπεται, κατά το δυνατόν, η ανάγκη προσφυγής στη διαδικασία επί παραβάσει·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2015 η Επιτροπή έλαβε 3 450 καταγγελίες σχετικά με πιθανές παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου, τα δε κράτη μέλη κατά των οποίων υποβλήθηκαν οι περισσότερες από αυτές τις καταγγελίες ήταν η Ιταλία (637), η Ισπανία (342) και η Γερμανία (274)·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 41 του ΧΘΔΕΕ ορίζει το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση ως το δικαίωμα κάθε προσώπου στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά όργανα και ότι το άρθρο 298 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι, κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης στηρίζονται σε ευρωπαϊκή διοίκηση ανοιχτή, αποτελεσματική και ανεξάρτητη·

1.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την ετήσια έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ το 2015 η οποία επικεντρώνεται στην επιβολή του ενωσιακού κεκτημένου και επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την έκθεση αυτή, οι τρεις τομείς στους οποίους σημειώθηκαν οι περισσότερες διαδικασίες επί παραβάσει κατά κρατών μελών για καθυστερημένη μεταφορά το 2015 ήταν οι τομείς της κινητικότητας και των μεταφορών, της ενέργειας και του περιβάλλοντος· επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι τομείς ήταν και το αντικείμενο των περισσότερων από τις έρευνες του EU Pilot το 2015, κυρίως στην Ιταλία, την Πορτογαλία και την Γερμανία· ζητεί από την Επιτροπή να εκθέσει λεπτομερέστερα τα ακριβή αίτια για τούτο·

2.  επισημαίνει, ιδίως, ότι η Επιτροπή ασχολήθηκε με το πρόβλημα της υποβαθμισμένης ποιότητας του αέρα στην Ευρώπη κινώντας σειρά διαδικασιών για παράβαση της οδηγίας 2008/50/ΕΚ, λόγω διαρκών υπερβάσεων των οριακών τιμών του NO2· εκφράζει, ωστόσο, την αποδοκιμασία του για το γεγονός ότι το 2015 η Επιτροπή δεν άσκησε τις ίδιες εξουσίες ελέγχου για να προλάβει τη θέση σε κυκλοφορία στην ενιαία αγορά ρυπογόνων ντιζελοκίνητων οχημάτων, που συμβάλλουν σημαντικά σε εκπομπές NO2 στην ατμόσφαιρα πάνω από τις οριακές αυτές τιμές και δεν συμμορφώνονται προς με τους κανόνες της ΕΕ για την έγκριση τύπου και τις εκπομπές των επιβατικών και των ελαφρών εμπορικών οχημάτων·

3.  θεωρεί ότι μεγάλος αριθμός διαδικασιών επί παραβάσει κατά το έτος 2015 καταδεικνύει ότι η διασφάλιση της έγκαιρης και ορθής εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ στα κράτη μέλη εξακολουθεί να συνιστά σοβαρή πρόκληση και να αποτελεί προτεραιότητα της ΕΕ· υποστηρίζει ότι οι πολίτες της ΕΕ έχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο δίκαιο της ΕΕ όταν αυτό εφαρμόζεται στα κράτη μέλη με αποτελεσματικό τρόπο· καλεί τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την αποτελεσματική και έγκαιρη μεταφορά και εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ·

4.  επισημαίνει ότι το 2015 παρέμειναν ανοικτές 1 368 υποθέσεις παραβάσεων, αριθμός που αντιπροσωπεύει ελαφρά αύξηση σε σχέση με προηγούμενα έτη αλλά παραμένει κάτω από το επίπεδο του 2011·

5.  αναγνωρίζει ότι τα κράτη μέλη φέρουν την κύρια ευθύνη για την ορθή εφαρμογή και υλοποίηση του ενωσιακού δικαίου, τονίζει, ωστόσο, ότι αυτό δεν απαλλάσσει τα θεσμικά όργανα της ΕΕ από την υποχρέωσή τους να σέβονται το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ κατά τη θέσπιση του παράγωγου δικαίου της ΕΕ· τονίζει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή θέτει στη διάθεση των κρατών μελών διάφορα μέσα για την εξεύρεση κοινών λύσεων, π.χ. κατευθυντήριες γραμμές, ομάδες εμπειρογνωμόνων, ειδικές ιστοσελίδες, από διάλογο για σχέδια εφαρμογής μέχρι επεξηγηματικά έγγραφα για την έγκαιρη διαπίστωση και την εξάλειψη των προβλημάτων εφαρμογής· καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να σεβαστούν τις υποχρεώσεις τους όπως συμφωνήθηκαν στην κοινή πολιτική δήλωση της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, μεταξύ άλλων και υποβάλλοντας πίνακες αντιστοιχίας που περιλαμβάνουν σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες για τα εθνικά μέτρα μεταφοράς των οδηγιών στην εσωτερική τους έννομη τάξη·

6.  καλεί εκ νέου την Επιτροπή ,να διασυνδέσει όλες τις δικτυακές πύλες, τα σημεία πρόσβασης και τους ιστοτόπους σε μια κεντρική δικτυακή πύλη που να παρέχει στους πολίτες εύκολη πρόσβαση σε ηλεκτρονικά έντυπα καταγγελιών και εύχρηστες πληροφορίες για τις διαδικασίες επί παραβάσει·

7.  λαμβάνει υπόψη ότι η Επιτροπή απαιτεί από τα κράτη μέλη να γνωστοποιούν ενδεχόμενες αποφάσεις τους για την προσθήκη επιπλέον στοιχείων κατά τη μεταφορά οδηγιών στο εθνικό δίκαιο, ώστε το κοινό να γνωρίζει σαφώς ποιες ρυθμίσεις είναι ευθύνη της ΕΕ και ποιες του κράτους μέλους· υπενθυμίζει, ωστόσο, παράλληλα, ότι τούτο δεν θίγει σε καμιά περίπτωση το δικαίωμα των κρατών μελών να υιοθετούν π.χ. σε εθνικό επίπεδο υψηλότερα κοινωνικά και οικολογικά πρότυπα·

8.  υπογραμμίζει την ανάγκη να μπορεί το Κοινοβούλιο να ελέγχει επίσης την εκ μέρους της Επιτροπής επιβολή των κανονισμών, όπως πράττει με τις οδηγίες· ζητεί από την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι τα στοιχεία σχετικά με την εφαρμογή των κανονισμών θα παρέχονται στις μελλοντικές ετήσιες εκθέσεις της σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ· καλεί τα κράτη μέλη να υποβάλουν στην Επιτροπή εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά ή την εφαρμογή των κανονισμών με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής συμμόρφωσης και να καθορίζουν ποια μέρη απορρέουν από τη νομοθεσία της ΕΕ και ποια μέρη είναι εθνικές προσθήκες·

9.  υπογραμμίζει την ανάγκη να τηρούνται οι προθεσμίες μεταφοράς· καλεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να ορίζουν ρεαλιστικές προθεσμίες·

10.  υπογραμμίζει ότι η ΕΕ ιδρύθηκε ως Ένωση που εδράζεται στο κράτος δικαίου και στον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου (άρθρο 2 ΣΕΕ)· τονίζει ότι οι αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο στα θεμέλια της Ένωσης και ότι, συνεπώς, η τήρησή τους από τα κράτη μέλη θα πρέπει να αξιολογείται σε διαρκή βάση· επαναλαμβάνει ότι η προσεκτική παρακολούθηση των πράξεων και παραλείψεων των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ είναι άκρως σημαντική και εκφράζει την ανησυχία του για τον αριθμό των αναφορών προς το Κοινοβούλιο και των καταγγελιών προς την Επιτροπή·

11.  υπογραμμίζει ότι οι καταγγέλτες μπορούν επίσης να παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες τόσο στα ενωσιακά όσο και στα εθνικά θεσμικά όργανα σχετικά με περιπτώσεις πλημμελούς εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου· επαναλαμβάνει ότι η δραστηριότητά τους αυτή πρέπει να ενθαρρύνεται και όχι να παρεμποδίζεται·

12.  αναγνωρίζει ότι οι αναφορές αποτελούν σημαντική πηγή πληροφοριών από πρώτο χέρι, όχι μόνον όσον αφορά τις παραβιάσεις και την ατελή εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στα κράτη μέλη αλλά και όσον αφορά πιθανά κενά στη νομοθεσία της ΕΕ καθώς και προτάσεις των πολιτών σχετικά με νέα νομοθεσία που θα μπορούσε να εγκριθεί, ή πιθανές βελτιώσεις στα ισχύοντα νομοθετικά κείμενα· επιβεβαιώνει ότι η αποτελεσματική διαχείριση των αναφορών δοκιμάζει και τελικά ενισχύει τις δυνατότητες της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου να αντιδρούν στα προβλήματα που συναρτώνται με τη μεταφορά και πλημμελή εφαρμογή του δικαίου και να δίδουν λύσεις σε αυτά· σημειώνει ότι η Επιτροπή αποδίδει προτεραιότητα στην εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, ούτως ώστε αυτό να αποβαίνει προς όφελος των πολιτών στην καθημερινή τους ζωή· τονίζει ότι απαιτείται να διασφαλίζεται η διαφάνεια, η αμεροληψία και ανεξαρτησία των διαδικασιών λήψης των αποφάσεων και της διοίκησης·

13.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ακριβή στατιστικά στοιχεία όσον αφορά τον αριθμό των αναφορών που είχαν ως αποτέλεσμα να κινηθεί μια διαδικασία «EU Pilot» ή μια διαδικασία επί παραβάσει· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να διαβιβάζει τακτικές εκθέσεις σχετικά με περιπτώσεις που σχετίζονται με τρέχουσες και/ή μελλοντικές διαδικασίες, προκειμένου να διευκολυνθεί ο διαρθρωμένος διάλογος και να μειωθεί το χρονικό περιθώριο για την επίλυση διαφορών· καλεί την Επιτροπή να συζητήσει τις εκθέσεις αυτές με την Επιτροπή Αναφορών, με την προορατική συμμετοχή του Αντιπροέδρου που είναι αρμόδιος για την εφαρμογή και απλοποίηση της νομοθεσίας· καλεί την Επιτροπή να μεριμνήσει για τη συμμετοχή των αναφερόντων στη διαδικασία «EU Pilot» που σχετίζεται με την αναφορά τους, προκειμένου να διευκολυνθεί και ο διάλογος μεταξύ των αναφερόντων και των οικείων εθνικών αρχών·

14.  εκφράζει τη λύπη του για τις αυξανόμενες καθυστερήσεις στην εφαρμογή της στρατηγικής της ΕΕ για την προστασία και την καλή διαβίωση των ζώων 2012-2015, εξαιτίας των οποίων ουσιαστικά παρεμποδίζεται η δρομολόγηση μιας νέας στρατηγικής ανά την Ένωση, η οποία χρειάζεται για τη διασφάλιση της πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας της καλής διαβίωσης των ζώων μέσω ενός ενημερωμένου, εξαντλητικού και σαφούς νομοθετικού πλαισίου που να συμμορφώνεται πλήρως με τις απαιτήσεις του άρθρου 13 ΣΛΕΕ·

15.  επισημαίνει ότι η Επιτροπή Αναφορών έχει λάβει σημαντικό αριθμό αναφορών που σχετίζονται με θέματα παιδικής πρόνοιας, και εκφράζει την ελπίδα η τρέχουσα αναθεώρηση του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙΑ να συμβάλει στη θεραπεία των αδυναμιών του κανονισμού και στην αντιμετώπιση των ελλείψεων που έχουν παρατηρηθεί κατά την εφαρμογή του·

16.  υπογραμμίζει ότι τα τελευταία χρόνια έχουν διαπιστωθεί αδυναμίες κατά την εφαρμογή των μέτρων που αποβλέπουν στην καταπολέμηση της φορολογικής απάτης και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· καλεί την Επιτροπή να εντείνει σημαντικά τις προσπάθειές της για να διασφαλίσει την αυστηρή εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων της ΕΕ·

17.  επισημαίνει ότι η έγκαιρη και ορθή μεταφορά και εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ στην εθνική νομοθεσία καθώς και ένα σαφές εθνικό νομοθετικό πλαίσιο που σέβεται πλήρως τις θεμελιώδεις αξίες και αρχές καθώς και τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στις συνθήκες και στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ θα πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα για τα κράτη μέλη προκειμένου να αποφεύγονται οι παραβάσεις της νομοθεσίας της ΕΕ και να μπορούν όλοι να αξιοποιούν τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η αποτελεσματική και ουσιαστική εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ· τονίζει στη συνάρτηση αυτή ότι οι πράξεις και οι παραλείψεις όλων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ διέπονται από τις Συνθήκες και τον ΧΘΔΕΕ(13)·

18.  καλεί την Επιτροπή να ζητήσει μετ’ επιτάσεως από τα κράτη μέλη να μεριμνούν για την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, ειδικότερα διασφαλίζοντας την πλήρη προστασία των συναφών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων· υπενθυμίζει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων δεν αποτελεί μόνο μια από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της ΕΕ και ένα αναπόσπαστο στοιχείο της ιθαγένειας της ΕΕ, αλλά έχει επίσης, σε ένα πλαίσιο στο οποίο προστατεύονται πλήρως τα θεμελιώδη δικαιώματα, μείζονα σπουδαιότητα για τους πολίτες της ΕΕ και τις οικογένειές τους, κυρίως όσον αφορά την πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση, και για την εικόνα που έχουν για την ΕΕ, και ότι είναι συχνά αντικείμενο αναφορών·

19.  υπενθυμίζει το ψήφισμά του της 25ης Οκτωβρίου 2016 και ζητεί από την Επιτροπή να δώσει συνέχεια στις συστάσεις που διατυπώνει στο ψήφισμα αυτό·

20.  αναγνωρίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαδραματίζει επίσης καθοριστικό ρόλο, με την άσκηση πολιτικού ελέγχου στα εκτελεστικά μέτρα της Επιτροπής, με τον έλεγχο των ετήσιων εκθέσεων παρακολούθησης της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ, και με την έκδοση σχετικών κοινοβουλευτικών ψηφισμάτων· επισημαίνει ότι το ίδιο θα μπορούσε να συνεισφέρει περισσότερο στην έγκαιρη και ορθή μεταφορά της νομοθεσίας της ΕΕ, προσφέροντας την τεχνογνωσία του όσον αφορά τη διαδικασία λήψης νομοθετικών αποφάσεων μέσω επαφών που θα καθιερώσει με τα εθνικά κοινοβούλια·

21.  υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο των κοινωνικών εταίρων, των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της Επιτροπής των Περιφερειών και άλλων ενδιαφερόμενων φορέων όσον αφορά τη θέσπιση νομοθεσίας και τον έλεγχο και την επισήμανση ελλείψεων κατά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ από τα κράτη μέλη· υπογραμμίζει στη συνάρτηση αυτή την αρχή της διαφάνειας όπως κατοχυρώνεται στις Συνθήκες της ΕΕ, καθώς και το δικαίωμα των πολιτών της ΕΕ σε δικαιοσύνη και χρηστή διοίκηση, όπως ορίζεται στα άρθρα 41 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ· υπενθυμίζει ότι τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές, μεταξύ άλλων, θα πρέπει επίσης να έχουν πρωταρχική σημασία στα κράτη μέλη όταν προτείνουν σχέδια νομοθετικών πράξεων για την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ·

22.  εκφράζει ικανοποίηση για τη μείωση, κατά περίπου 30 % σε σχέση με το 2014, του αριθμού νέων υποθέσεων EU Pilot που κινήθηκαν το 2015 (από 208 το 2014 σε 881 το 2015)· επισημαίνει, ωστόσο, ότι το μέσο ποσοστό επίλυσης είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του 2014 (75 %)·

23.  εκφράζει ικανοποίηση για το γεγονός ότι για πρώτη φορά από το 2011 ο αριθμός νέων καταγγελιών, που ανήλθε στις 450 συνολικά, παρουσίασε μείωση της τάξεως του 9 % περίπου σε σχέση με το 2014· διαπιστώνει ωστόσο με μεγάλη ανησυχία ότι ο μεγαλύτερος αριθμός νέων καταγγελιών αφορά τον τομέα της απασχόλησης, των κοινωνικών υποθέσεων και της ένταξης· σημειώνει ότι οι τομείς της απασχόλησης, των κοινωνικών υποθέσεων και της κοινωνικής ένταξης, της εσωτερικής αγοράς, της βιομηχανίας, της επιχειρηματικότητας και των ΜΜΕ, της δικαιοσύνης και των καταναλωτών, της φορολογίας και της τελωνειακής ένωσης και του περιβάλλοντος συνολικά αντιπροσωπεύουν το 72 % του συνόλου των καταγγελιών που υποβλήθηκαν από τα κράτη μέλη το 2015·

24.  εκφράζει την αποδοκιμασία του για το γεγονός ότι το 2015 τα κράτη μέλη δεν τήρησαν συστηματικά τη δέσμευσή τους να υποβάλλουν επεξηγηματικά έγγραφα για τα εθνικά μέτρα μεταφοράς των οδηγιών στο σύστημα δικαίου τους· εκτιμά ότι η Επιτροπή θα πρέπει να τους προσφέρει μεγαλύτερη βοήθεια στην κατάρτιση των εγγράφων αυτών και των πινάκων αντιστοιχίας· παροτρύνει την Επιτροπή να συνεχίσει να υποβάλλει απολογισμό των επεξηγηματικών εγγράφων στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο στις ετήσιες εκθέσεις της σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ·

25.  φρονεί ότι οι χρηματικές ποινές λόγω μη τήρησης του δικαίου της ΕΕ θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές και να λαμβάνουν υπόψη τις επαναλαμβανόμενες παραβάσεις στον ίδιο τομέα, και ότι τα νόμιμα δικαιώματα των κρατών μελών πρέπει να γίνονται σεβαστά·

26.  τονίζει ότι όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεσμεύονται από τις Συνθήκες και τον ΧΘΔΕΕ(14)·

27.  επαναλαμβάνει ότι τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή ή σε άλλα όργανα της ΕΕ από τη συνθήκη για τον ΕΜΣ (ή άλλες συναφείς συνθήκες) περιλαμβάνουν την υποχρέωση, βάσει του άρθρου 13 παράγραφοι 3 και 4 της εν λόγω συνθήκης, να διασφαλίζεται ότι τα μνημόνια συνεννόησης που συνάπτονται βάσει των προαναφερθεισών συνθηκών θα συνάδουν με το δίκαιο της ΕΕ· τονίζει ότι, κατά συνέπεια, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να αποφεύγουν την υπογραφή μνημονίου συνεννόησης εάν έχουν αμφιβολίες για το κατά πόσο τούτο συνάδει με το δίκαιο της ΕΕ(15)·

28.  υπογραμμίζει τη σημασία της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο και της πρακτικής εφαρμογής των προτύπων για το άσυλο σε επίπεδο ΕΕ (για παράδειγμα όσον αφορά την εφαρμογή από τα κράτη μέλη της οδηγίας για τις προϋποθέσεις υποδοχής (οδηγία 2013/33/ΕΕ(16)))(17)· εκφράζει τη λύπη του για την πλημμελή εφαρμογή και χρήση του μηχανισμού μετεγκατάστασης που πρότεινε η Επιτροπή προκειμένου τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν την προσφυγική κρίση· ζητεί, ως εκ τούτου, από την Επιτροπή να αποδώσει ιδιαίτερη προσοχή στην εφαρμογή των μέτρων που λαμβάνονται στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης, ώστε να εξασφαλίσει ότι θα συνάδουν με τις αρχές που κατοχυρώνονται στον ΧΘΔΕΕ, καθώς και να κινήσει τις αναγκαίες διαδικασίες επί παραβάσει, αν αυτό απαιτείται·

29.  διαπιστώνει με ανησυχία ότι ορισμένα κράτη μέλη παραβλέπουν τις υποχρεώσεις τους στους τομείς του ασύλου και της μετανάστευσης· χαιρετίζει την αυστηρή στάση που τηρεί η Επιτροπή έναντι των κρατών μελών όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ στους τομείς του ασύλου και της μετανάστευσης· υπενθυμίζει ότι η ΕΕ, λόγω των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια άνευ προηγουμένου νομική, πολιτική και ανθρωπιστική πρόκληση· καλεί τα κράτη μέλη, κατά την υποδοχή και την κατανομή προσφύγων, να λαμβάνουν επίσης υπόψη τις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα· εκφράζει την ελπίδα ότι η Επιτροπή θα παρακολουθεί συστηματικά την εφαρμογή του ευρωπαϊκού θεματολογίου για τη μετανάστευση από τα κράτη μέλη· υπενθυμίζει ότι μια αποτελεσματική μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ πρέπει να βασίζεται σε ισορροπία μεταξύ ευθύνης και αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών·

30.  εκφράζει την αποδοκιμασία του για το γεγονός ότι σε ορισμένα κράτη μέλη εξακολουθούν να παρατηρούνται σημαντικές ελλείψεις στη εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ· τούτο αφορά ιδίως τη διαχείριση αποβλήτων, την υποδομή επεξεργασίας λυμάτων και την τήρηση των οριακών τιμών για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα· εκτιμά, εν προκειμένω, ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αναζητήσει τις αιτίες για την κατάσταση αυτή·

31.  προτρέπει τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να ανταποκρίνονται σε μόνιμη βάση στην υποχρέωσή τους να τηρούν το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ όταν θεσπίζουν κανόνες παραγώγου δικαίου της ΕΕ ή αποφασίζουν πολιτικές ή υπογράφουν συμφωνίες ή συνθήκες με θεσμικά όργανα εκτός ΕΕ, καθώς και να επικουρούν, ως οφείλουν, με όλα τα διαθέσιμα μέσα, τα κράτη μέλη της ΕΕ να μεταφέρουν το ενωσιακό δίκαιο σε όλους τους τομείς, και να σέβονται τις αξίες και να τηρούν τις αρχές της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά τις τελευταίες εξελίξεις στα κράτη μέλη·

32.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι συνεχίζει να μην λαμβάνει διαφανή και έγκαιρη ενημέρωση σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ· υπενθυμίζει ότι στην αναθεωρημένη συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, η Επιτροπή αναλαμβάνει να «θέτει στη διάθεση του Κοινοβουλίου συνοπτικές πληροφορίες σχετικά με όλες τις διαδικασίες επί παραβάσει ήδη από το στάδιο της προειδοποιητικής επιστολής αλλά και, εφόσον ζητηθεί, [...] σχετικά με τα ζητήματα στα οποία αναφέρεται η διαδικασία επί παραβάσει», και προσδοκά ότι αυτή η ρήτρα θα εφαρμόζεται στην πράξη με καλή πίστη·

33.  καλεί την Επιτροπή να καταστήσει τη συμμόρφωση προς το δίκαιο της ΕΕ πραγματική πολιτική προτεραιότητα που πρέπει να επιδιώκεται σε στενή συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο έχει καθήκον να εξασφαλίζει ότι η Επιτροπή παραμένει υπόλογη και ως συννομοθέτης, να διασφαλίζει ότι τηρείται πλήρως ενήμερο προκειμένου να βελτιώνει συνεχώς το νομοθετικό του έργο· ζητεί συνεπώς από την Επιτροπή να δίνει συνέχεια σε όλα τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ·

34.  υπενθυμίζει ότι, στα ψηφίσματά του της 15ης Ιανουαρίου 2013(18) και της 9ης Ιουνίου 2016, το Κοινοβούλιο ζήτησε τη θέσπιση κανονισμού για ανοικτή, αποτελεσματική και ανεξάρτητη διοίκηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 298 ΣΛΕΕ και καλεί την Επιτροπή να εξετάσει περαιτέρω την πρόταση κανονισμού που είναι προσαρτημένη στο τελευταίο ψήφισμα·

35.  τονίζει ότι η έλλειψη μίας συνεκτικής και ολοκληρωμένης δέσμης κωδικοποιημένων κανόνων χρηστής διοίκησης σε ολόκληρη την Ένωση καθιστά δύσκολο για τους πολίτες να μπορούν να κατανοούν εύκολα και πλήρως τα διοικητικού χαρακτήρα δικαιώματά τους σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, και επίσης συμβάλλει στην επιδείνωση της έννομης προστασίας τους· τονίζει συνεπώς ότι η κωδικοποίηση των κανόνων ορθής διοικητικής πρακτικής υπό μορφή κανονισμού που καθορίζει τις διάφορες πτυχές της διοικητικής διαδικασίας – συμπεριλαμβανομένων των κοινοποιήσεων, των δεσμευτικών προθεσμιών, του δικαιώματος ακρόασης, και του δικαιώματος κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στον φάκελό του – είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των πολιτών και της διαφάνειας· διευκρινίζει ότι οι κανόνες αυτοί θα είναι συμπληρωματικοί προς την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία, όταν ανακύπτουν νομοθετικά κενά ή προβλήματα ερμηνείας, και θα επιφέρουν μεγαλύτερη προσβασιμότητα σε αυτή· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να υποβάλει ολοκληρωμένη νομοθετική πρόταση για ένα ευρωπαϊκό διοικητικό διαδικαστικό δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις ενέργειες που έχει ήδη αναλάβει το Κοινοβούλιο στον συγκεκριμένο τομέα καθώς και τις σύγχρονες εξελίξεις στην Ένωση και τα κράτη μέλη της·

36.  υπενθυμίζει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα συμβάλλουν στην αποσαφήνιση του τρόπου με τον οποίο πρέπει να εφαρμόζεται το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης· εκτιμά ότι η χρήση της διαδικασίας αυτής επιτρέπει την ενιαία ερμηνεία και εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας· παροτρύνει, συνεπώς, τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα να απευθύνονται στο ΔΕΕ σε περίπτωση αμφιβολίας, ώστε να προλαμβάνονται με τον τρόπο αυτό οι διαδικασίες επί παραβάσει·

37.  πιστεύει ότι το κλειδί για την υλοποίηση των πολιτικών της ΕΕ προς όφελος τόσο των ατόμων όσο και των επιχειρήσεων είναι η ορθή εφαρμογή του κεκτημένου της ΕΕ· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να ενισχύσει την επιβολή του δικαίου της ΕΕ με βάση διαρθρωμένη και συστηματική μεταφορά και ελέγχους συμμόρφωσης της εθνικής νομοθεσίας τηρώντας, πλήρως τις συνθήκες της ΕΕ και το ΧΘΔΕΕ· επισημαίνει ότι η νομοθεσία της ΕΕ είναι το αποτέλεσμα μιας ελεύθερης και δημοκρατικής διαδικασίας· χαιρετίζει την πρακτική της Επιτροπής να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις αρχές για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου κατά τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ στα κράτη μέλη·

38.  τονίζει τη σημασία της διαφάνειας κατά την κατάρτιση και την εφαρμογή της νομοθεσίας από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη· επισημαίνει ότι, προκειμένου να διευκολύνεται η εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ από τα κράτη μέλη, αφενός, και να είναι προσιτή για τους πολίτες της ΕΕ, αφετέρου, η νομοθεσία της ΕΕ πρέπει να είναι σαφής, κατανοητή, συνεπής και ακριβής, ενώ παράλληλα θα λαμβάνει επίσης υπόψη τη νομολογία του ΔΕΕ, η οποία υπογραμμίζει την ανάγκη προβλεψιμότητας στους κανόνες της ΕΕ(19)·

39.  πιστεύει ότι η συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων σε διάλογο σχετικά με το περιεχόμενο των νομοθετικών προτάσεων, όπου είναι σκόπιμο, θα προωθήσει την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ· επισημαίνει ότι ο αυστηρότερος έλεγχος από τα εθνικά κοινοβούλια των αντίστοιχων κυβερνήσεών τους όταν αυτές συμμετέχουν στη νομοθετική διαδικασία θα προωθήσει μια αποτελεσματικότερη εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, όπως προβλέπεται από τις Συνθήκες· τονίζει, για τον λόγο αυτό, την ανάγκη τα εθνικά κοινοβούλια να διατυπώνουν τη γνώμη τους σε πρώιμο στάδιο των ευρωπαϊκών νομοθετικών διαδικασιών, και προτρέπει τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη να ξεκινήσουν συζήτηση όσον αφορά το πρωτόκολλο αριθ. 1 σχετικά με το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το πρωτόκολλο αριθ. 2 σχετικά με την επικουρικότητα και την αναλογικότητα, εξετάζοντας το ενδεχόμενο αναθεώρησης του αποκαλούμενου συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης και διασφαλίζοντας συνακόλουθα την καλύτερη εφαρμογή της διαδικασίας της κίτρινης κάρτας·

40.  ενθαρρύνει τη στενότερη συνεργασία και την ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων· υπενθυμίζει τον ελεγκτικό ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων όσον αφορά τη συμμετοχή των κυβερνήσεών τους στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και τονίζει την ανάγκη για τη διενέργεια διαβουλεύσεων και τακτική ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων, ιδίως κατά τα αρχικά στάδια της νομοθετικής διαδικασίας·

41.  υπενθυμίζει ότι τα εθνικά κοινοβούλια διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ από τα κράτη μέλη· καλεί τα κράτη μέλη να ασκήσουν προορατικά τον ρόλο αυτό· επισημαίνει τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην αποφυγή της πρακτικής του νομοθετικού υπερθεματισμού σε εθνικό επίπεδο σε συνάρτηση με το ενωσιακό δίκαιο, αποτρέποντας έτσι την υπέρμετρη ρύθμιση και την περιττή διοικητική επιβάρυνση· αναμένει από τα κράτη μέλη να αναφέρουν και να τεκμηριώνουν σαφώς εθνικές υποχρεώσεις εφόσον προστίθενται στη νομοθεσία της ΕΕ κατά τη διαδικασία εφαρμογής· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι τα υπερβολικά εθνικά μέτρα που προστίθενται στη νομοθεσία της ΕΕ αυξάνουν άσκοπα τον ευρωσκεπτικισμό·

42.  σημειώνει ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών και συνεργασίας μεταξύ των επιτροπών των εθνικών κοινοβουλίων που συνεργάζονται με την ΕΕ μπορεί να βοηθήσει στην επίτευξη αποτελεσματικής νομοθεσίας και θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιηθεί για την υποστήριξη μιας πιο αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ από τα κράτη μέλη· προωθεί τη χρήση της πλατφόρμας IPEX ως εργαλείου για την αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· παροτρύνει τα εθνικά κοινοβούλια να συμμετάσχουν ενεργά στις τακτικές διακοινοβουλευτικές συνεδριάσεις επιτροπών που διοργανώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·

43.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0385.
(2) ΕΕ C 18 της 19.1.2017, σ. 10.
(3) EE L 304 της 20.11.2010, σ. 47.
(4) ΕΕ L 174 της 27.6.2001, σ. 25.
(5) ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.
(6) ΕΕ C 316 της 22.9.2017, σ. 246.
(7) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0409.
(8) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2016)0279.
(9) Υπόθεση C-427/07, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, παράγραφος 107.
(10) ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.
(11) ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 15.
(12) Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν να επισυνάπτουν στην κοινοποίηση των εθνικών μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, όταν δικαιολογείται, και ένα ή περισσότερα έγγραφα που διευκρινίζουν τον δεσμό ανάμεσα στα στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα τμήματα των εθνικών πράξεων μεταφοράς.
(13) Βλέπε μεταξύ άλλων: Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 2016 - Ledra Advertising Ltd (C-8/15 P), Ανδρέας Ελευθερίου (C-9/15 P), Ελένη Ελευθερίου (C-9/15 P), Λίλια Παπαχριστοφή (C-9/15 P), Χρίστος Θεοφίλου (C-10/15 P), Ελένη Θεοφίλου (C-10/15 P) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-8/15 P έως C-10/15 P), ECLI:EU:C:2016:701, σκέψεις 67 επ.
(14) Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 2016 - συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-8/15 P έως C-10/15 P, σκέψεις 67 επ.
(15) Ομοίως, σκέψεις 58 επ.· βλέπε απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 27ης Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση Pringle, C-370/12, σκέψη 164.
(16) Οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (ΕΕ L 180 της 29.6.2013, σ. 96).
(17) Βλέπε μεταξύ άλλων: S. Carrera/S. Blockmans/D. Gross/E. Guild, ‘The EU’s Response to the Refugee Crisis - Taking Stock and Setting Policy Priorities’ (Η απάντηση της ΕΕ στην προσφυγική κρίση - Απολογισμός και καθορισμός προτεραιοτήτων πολιτικής), Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS), δοκίμιο αριθ. 20, 16 Δεκεμβρίου 2015 - https://www.ceps.eu/system/files/EU%20Response%20to%20the%202015%20Refugee%20Crisis_0.pdf
(18) Ψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 2013 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με το διοικητικό δικονομικό δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ C 440 της 30.12.2015, σ. 17).
(19) Απόφαση του Δικαστηρίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Plantanol GmbH & Co. KG κατά Hauptzollamt Darmstadt, C-201/08, ECLI:EU:C:2009:539, σκέψη 46.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου