Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2016/2149(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0127/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0127/2018

Συζήτηση :

PV 18/04/2018 - 23
CRE 18/04/2018 - 23

Ψηφοφορία :

PV 19/04/2018 - 10.15
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2018)0186

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 589kWORD 62k
Πέμπτη 19 Απριλίου 2018 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Η εφαρμογή των διατάξεων των Συνθηκών σχετικά με τα εθνικά κοινοβούλια
P8_TA(2018)0186A8-0127/2018

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 19ης Απριλίου 2018 για την εφαρμογή των διατάξεων των Συνθηκών σχετικά με τα εθνικά κοινοβούλια (2016/2149(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), και ιδίως το άρθρο 5 σχετικά με τη δοτή αρμοδιότητα και την επικουρικότητα, το άρθρο 10 παράγραφος 1 σχετικά με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, το άρθρο 10 παράγραφος 2 σχετικά με την εκπροσώπηση των πολιτών της ΕΕ, το άρθρο 10 παράγραφος 3 σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της ΕΕ να συμμετέχουν στον δημοκρατικό βίο της Ένωσης, το άρθρο 11 σχετικά με τη συμμετοχική δημοκρατία, το άρθρο 12 σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων, το άρθρο 48 παράγραφος 3 σχετικά με τη συνήθη διαδικασία αναθεώρησης και το άρθρο 48 παράγραφος 7 (ρήτρα μετάβασης),

–  έχοντας υπόψη το πρωτόκολλο αριθ. 1 σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το πρωτόκολλο αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 15 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και τα άρθρα 41 και 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 12ης Ιουνίου 1997 σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εθνικών κοινοβουλίων(1), της 7ης Φεβρουαρίου 2002 σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικοδόμησης(2), της 7ης Μαΐου 2009 σχετικά με την ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων βάσει της Συνθήκης της Λισαβόνας(3), και της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων(4),

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 16ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με τη βελτίωση της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση τις δυνατότητες της Συνθήκης της Λισαβόνας(5), σχετικά με τη δημοσιονομική ικανότητα για τη ζώνη του ευρώ(6) και σχετικά με πιθανές εξελίξεις και αναπροσαρμογές στην τρέχουσα θεσμική δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης(7),

–  έχοντας υπόψη τις ετήσιες εκθέσεις της Επιτροπής σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των εθνικών κοινοβουλίων, ειδικότερα την έκθεση για το 2014, της 2ας Ιουλίου 2015 (COM(2015)0316), και για το 2015, της 15ης Ιουλίου 2016 (COM(2016)0471), καθώς και τις ετήσιες εκθέσεις της Επιτροπής σχετικά με την επικουρικότητα και την αναλογικότητα, ειδικότερα τις εκθέσεις για το 2015, της 15ης Ιουλίου 2016 (COM(2016)0469), και για το 2016, της 30ής Ιουνίου 2017 (COM(2017)0600),

–  έχοντας υπόψη τις ετήσιες εκθέσεις της Διεύθυνσης Σχέσεων με τα Εθνικά Κοινοβούλια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ειδικότερα την ενδιάμεση έκθεση του 2016 σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 26ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ το 2015(8),

–  έχοντας υπόψη τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 2017, για το μέλλον της Ευρώπης και την ομιλία του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jean-Claude Juncker, για την κατάσταση της Ένωσης, της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, στο πλαίσιο της οποίας παρουσιάστηκε ένας χάρτης πορείας,

–  έχοντας υπόψη τη διακήρυξη με τίτλο «Greater European Integration: The Way Forward» (Ενίσχυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: τα επόμενα βήματα) των προέδρων της ιταλικής Βουλής των Αντιπροσώπων (Camera dei deputati), της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης (Assemblée nationale), της γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής (Bundestag) και της λουξεμβουργιανής Βουλής των Αντιπροσώπων (Chambre des Députés), η οποία υπεγράφη στις 14 Σεπτεμβρίου 2015 και έχει επί του παρόντος εγκριθεί από 15 εθνικά κοινοβουλευτικά σώματα στην ΕΕ,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα που ενέκρινε η Διάσκεψη των Προέδρων των Κοινοβουλίων της ΕΕ κατά τις συνεδριάσεις της που διεξήχθησαν μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, και ειδικότερα κατά τις συνεδριάσεις του Λουξεμβούργου το 2016 και της Μπρατισλάβας το 2017,

–  έχοντας υπόψη τη συμβολή και τα συμπεράσματα των συνεδριάσεων της Διάσκεψης των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων των Κοινοβουλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (COSAC) μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, και ειδικότερα των συνεδριάσεων που διεξήχθησαν στη Βαλέτα και στο Τάλιν το 2017, καθώς και τις εξαμηνιαίες εκθέσεις της COSAC,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 13 της Συνθήκης για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΣΣΣΔ), η οποία θέσπισε τη διοργάνωση διακοινοβουλευτικών διασκέψεων με σκοπό την εξέταση δημοσιονομικών πολιτικών και άλλων θεμάτων που καλύπτονται από τη συμφωνία,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα της Senát της Τσεχικής Δημοκρατίας της 30ής Νοεμβρίου 2016 (26ο ψήφισμα της 11ης κοινοβουλευτικής περιόδου), το ψήφισμα της ιταλικής Senato della Repubblica της 19ης Οκτωβρίου 2016 (έγγρ. XVIII αριθ. 164) και τις εισηγήσεις της αρμόδιας για την ευρωπαϊκή πολιτική επιτροπής του της 2ας Μαΐου 2017 (Πρωτ. 573), καθώς και τις εισηγήσεις της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της γαλλικής Assemblée nationale της 31ης Μαΐου 2017 (αριθμός αναφοράς 2017/058) και της Μόνιμης Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του Tweede Kamer der Staten-Generaal (Βουλή των Αντιπροσώπων) των Κάτω Χωρών της 22ας Δεκεμβρίου 2017 (επιστολή A(2018)1067),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του, καθώς και το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και το παράρτημα 3 της απόφασης της Διάσκεψης των Προέδρων, της 12ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης άδειας για την εκπόνηση εκθέσεων πρωτοβουλίας,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A8-0127/2018),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εθνικά κοινοβούλια συμβάλλουν ενεργά στην καλή θεσμική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 12 ΣΕΕ), διαδραματίζοντας έτσι σημαντικό ρόλο όσον αφορά τη δημοκρατική της νομιμοποίηση και υλοποιώντας την στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινοβουλευτική λογοδοσία των εθνικών κυβερνήσεων σε συνάρτηση με τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, η οποία βασίζεται στις επιμέρους εθνικές πρακτικές, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του ρόλου που διαδραματίζουν τα εθνικά κοινοβούλια σύμφωνα με τις ισχύουσες ευρωπαϊκές συνθήκες·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι προκειμένου να βελτιωθεί η ανάληψη ευθύνης, τα εθνικά κοινοβούλια θα πρέπει να ελέγχουν τις εθνικές κυβερνήσεις, όπως ακριβώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να ελέγχει την ευρωπαϊκή εκτελεστική εξουσία· λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη ότι, η έκταση της επιρροής των εθνικών κοινοβουλίων επί των εθνικών κυβερνήσεων ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εθνικά κοινοβούλια διατυπώνουν συχνά τη δυσαρέσκειά τους για την περιορισμένη συμμετοχή τους στις ενωσιακές υποθέσεις και εκφράζουν την επιθυμία να συμμετάσχουν περισσότερο στην ανάπτυξη της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η έλλειψη διαφάνειας στις νομοθετικές διαδικασίες και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΕ ενέχει τον κίνδυνο να υπονομεύσει τις αρμοδιότητες των εθνικών κοινοβουλίων δυνάμει των Συνθηκών και των συναφών πρωτοκόλλων και ειδικότερα τον ρόλο που διαδραματίζουν ως όργανα ελέγχου των κυβερνήσεών τους·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πλουραλισμός των εθνικών κοινοβουλίων είναι εξαιρετικά ωφέλιμος για την ΕΕ, υπό την έννοια ότι η εναρμόνιση των διαφόρων πολιτικών στάσεων των κρατών μελών μπορεί να ενισχύσει και να διευρύνει τις διαθεματικές συζητήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η υποεκπροσώπηση των κοινοβουλευτικών μειοψηφιών στις ευρωπαϊκές υποθέσεις θα πρέπει να αντισταθμιστεί, σε πλαίσιο πλήρους σεβασμού των πλειοψηφιών σε κάθε εθνικό κοινοβούλιο και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικής εκπροσώπησης·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εθνικά κοινοβούλια συμπράττουν σε κάθε αναθεώρηση των ευρωπαϊκών Συνθηκών, πρόσφατα δε κλήθηκαν να συμμετάσχουν σε μια σειρά από δημοκρατικά φόρουμ της ΕΕ·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα θα μπορούσε να ενισχυθεί μέσω μιας σειράς φόρουμ σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης, τα οποία θα διοργανώνονται από τα εθνικά κοινοβούλια και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπό την ιδιότητά τους ως εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού λαού· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εν λόγω φόρουμ μπορεί να προωθούνται μέσω μιας κοινής Ευρωπαϊκής Εβδομάδας, στο πλαίσιο της οποίας τα μέλη των εθνικών κοινοβουλευτικών σωμάτων θα συζητούν ταυτόχρονα ευρωπαϊκά ζητήματα με μέλη της Επιτροπής και βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, όπως προκύπτει από τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα, η οικονομική, χρηματοπιστωτική και κοινωνική κρίση έχει αυξήσει τη δυσπιστία και την απογοήτευση των πολιτών της ΕΕ έναντι του υφιστάμενου δημοκρατικού μοντέλου εκπροσώπησης, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι με την άσκηση του δικαιώματος των εθνικών κοινοβουλίων να ελέγχουν τη συμμόρφωση με την αρχή της επικουρικότητας, με βάση το αποκαλούμενο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης (ΣΕΠ), έχουν βελτιωθεί εν μέρει οι σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των εθνικών κοινοβουλίων·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εθνικά κοινοβούλια επικρίνουν ενίοτε το ΣΕΠ, υποστηρίζοντας ότι οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται εύκολα στην πράξη και το πεδίο εφαρμογής τους είναι στενό·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει επιτευχθεί πρόοδος στην εφαρμογή του ΣΕΠ όπως καταδεικνύεται από τα πλέον πρόσφατα στοιχεία σχετικά με τον συνολικό αριθμό των γνωμοδοτήσεων που υποβλήθηκαν από τα εθνικά κοινοβούλια στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου· λαμβάνοντας υπόψη ότι από την περιορισμένη χρήση της διαδικασίας της «κίτρινης κάρτας» και την αναποτελεσματικότητα της διαδικασίας της «πορτοκαλί κάρτας» προκύπτει ότι υπάρχουν ακόμη περιθώρια για βελτιώσεις και ότι είναι εφικτή στο πλαίσιο αυτό η βελτίωση του συντονισμού μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προθεσμία των οκτώ εβδομάδων που προβλέπεται στο άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 έχει αποδειχθεί ανεπαρκής για την έγκαιρη παρακολούθηση της τήρησης της αρχής της επικουρικότητας·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το ΣΕΠ μπορεί να συμπληρωθεί με το σύστημα που επί του παρόντος επιτρέπει στα εθνικά κοινοβούλια να υποβάλλουν εποικοδομητικές προτάσεις προς εξέταση από την Επιτροπή και λαμβανομένου δεόντως υπόψη του δικαιώματος νομοθετικής πρωτοβουλίας της Επιτροπής·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλά εθνικά κοινοβούλια εξέφρασαν το ενδιαφέρον τους για ένα μέσο ενίσχυσης του πολιτικού διαλόγου, που θα τους παρέχει τη δυνατότητα να υποβάλλουν εποικοδομητικές προτάσεις προς εξέταση από την Επιτροπή, σεβόμενα το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας της Επιτροπής·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εθνικά κοινοβούλια μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να εκδίδουν γνωμοδοτήσεις στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου, να αναθέτουν στις κυβερνήσεις τους να ζητούν τη διατύπωση νομοθετικών προτάσεων μέσω του Συμβουλίου ή, σύμφωνα με το άρθρο 225 ΣΛΕΕ, απλώς να καλούν το Κοινοβούλιο να υποβάλει προτάσεις στην Επιτροπή·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στο παρόν στάδιο της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι αδιανόητη η εφαρμογή διαδικασίας κόκκινης κάρτας·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το συνολικό φάσμα δικαιωμάτων ενημέρωσης που προβλέπονται στη Συνθήκη της Λισαβόνας θα μπορούσε να ενισχυθεί αν χορηγούνταν στα εθνικά κοινοβούλια περισσότεροι πόροι και χρόνος για να εξετάσουν τα έγγραφα που τους διαβιβάζονται από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η IPEX, μια πλατφόρμα για τη συνεχή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, θα πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω σύμφωνα με την ψηφιακή της στρατηγική, στην οποία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαδραματίζει σημαντικό υποστηρικτικό ρόλο·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διοργανική συνεργασία έχει βελτιωθεί μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας και τη λεγόμενη πρωτοβουλία Barosso – του πολιτικού διαλόγου που δρομολόγησε η Επιτροπή τον Σεπτέμβριο του 2006, παρέχοντας στα εθνικά κοινοβούλια τη δυνατότητα να διατυπώνουν παρατηρήσεις, θετικά σχόλια ή κριτική στις προτάσεις της Επιτροπής·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εθνικά κοινοβούλια διατυπώνουν περιστασιακά παράπονα όσον αφορά τις σχέσεις τους με την Ευρωπαϊκή Ένωση, υποστηρίζοντας ότι αυτές είναι υπερβολικά περίπλοκες·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τα άρθρα 70, 85 και 88 ΣΛΕΕ τα εθνικά κοινοβούλια έχουν σχετικές αρμοδιότητες στους τομείς της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη μελλοντική πολιτική της Ένωσης για την ασφάλεια και την άμυνα·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι αναγκαίο να υπάρξει μεγαλύτερος έλεγχος από τα εθνικά κοινοβούλια και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επί των δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών, των αποφάσεων που λαμβάνονται, καθώς και ζητημάτων που άπτονται της διακυβέρνησης σε επίπεδο ΕΕ·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 16ης Μαΐου 2017, σχετικά με το μεικτό χαρακτήρα της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ ΕΕ και Σιγκαπούρης έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο τα εθνικά κοινοβούλια θα συμμετέχουν στο μέλλον στις εμπορικές συμφωνίες·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η καλύτερη συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των βουλευτών των εθνικών κοινοβουλίων, καθώς και μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων στα εθνικά κοινοβούλια θα μπορούσε να συμβάλλει στο να βελτιωθεί ο έλεγχος του ευρωπαϊκού διαλόγου σε εθνικό επίπεδο και, ως εκ τούτου, να προωθήσει μια πραγματικά ευρωπαϊκή κοινοβουλευτική και πολιτική κουλτούρα·

Έλεγχος της κυβερνητικής δραστηριότητας στις ευρωπαϊκές υποθέσεις

1.  θεωρεί ότι η εφαρμογή των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των εθνικών κοινοβουλίων που απορρέουν από τη Συνθήκη της Λισαβόνας έχει ενισχύσει τον ρόλο τους εντός του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου, συμβάλλοντας έτσι στην ενίσχυση του πλουραλισμού και της δημοκρατικής νομιμοποίησης καθώς και στην λυσιτελέστερη λειτουργία της Ένωσης·

2.  αναγνωρίζει ότι οι εθνικές κυβερνήσεις είναι δημοκρατικά υπεύθυνες έναντι των εθνικών κοινοβουλίων όπως ορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 ΣΕΕ, σύμφωνα με την οικεία εθνική συνταγματική τους τάξη· θεωρεί ότι η λογοδοσία αυτή αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του ρόλου που διαδραματίζουν τα εθνικά νομοθετικά σώματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση· προτρέπει τα εθνικά κοινοβούλια να ασκούν πλήρως τα καθήκοντά τους στο ενωσιακό πλαίσιο, ώστε να επηρεάζουν άμεσα και να ελέγχουν το περιεχόμενο των συναφών πολιτικών, ιδίως μέσω της άσκησης ελέγχου επί των κυβερνήσεων τους, όταν συμμετέχουν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο Συμβούλιο·

3.  καλεί τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν ώστε τα εθνικά κοινοβούλια να διαθέτουν αρκετό χρόνο, ικανότητες και την απαραίτητη πρόσβαση σε πληροφορίες προκειμένου να επιτελέσουν το θεσμικό τους ρόλο που συνίσταται στον έλεγχο και, ως εκ τούτου, στη νομιμοποίηση των δραστηριοτήτων των εθνικών κυβερνήσεων, όταν αυτές ενεργούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είτε στο Συμβούλιο είτε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο· αναγνωρίζει ότι η εν λόγω ευρωπαϊκή λειτουργία θα πρέπει να πραγματοποιηθεί με πλήρη σεβασμό προς τις αντίστοιχες συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών· πιστεύει ότι, προκειμένου να διατηρηθεί και να ενισχυθεί ο ρόλος αυτός, οι υφιστάμενες ανταλλαγές βέλτιστων πρακτικών και η συνεργασία μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων θα πρέπει να ενισχυθούν και να προωθηθούν·

4.  φρονεί ότι η διαφάνεια όσον αφορά τις μεθόδους εργασίας και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ αποτελεί προϋπόθεση για να μπορούν τα εθνικά κοινοβούλια να εκπληρώνουν αποτελεσματικά τον θεσμικό τους ρόλο που απορρέει από τις Συνθήκες· καλεί, συνεπώς, τα εθνικά κοινοβούλια να αξιοποιούν στο έπακρο τις οικείες αρμοδιότητές τους ώστε να ελέγχουν τις ενέργειες των κυβερνήσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μεταξύ άλλων προσαρμόζοντας στο πλαίσιο αυτό την εσωτερική τους οργάνωση, τα χρονοδιαγράμματα και τους εσωτερικούς τους κανονισμούς· προτείνει επιπλέον την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων, τακτικές συζητήσεις μεταξύ των αντίστοιχων υπουργών και των ειδικευμένων επιτροπών στα εθνικά κοινοβούλια πριν και μετά τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου καθώς και τακτικές συνεδριάσεις μεταξύ των μελών των εθνικών κοινοβουλίων, των μελών της Επιτροπής και των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

5.  πιστεύει ότι είναι απαραίτητο να ληφθεί μέριμνα ώστε να αποφευχθεί κάθε μορφής «νομοθετικός υπερθεματισμός» από τα κράτη μέλη σε συνάρτηση με τη νομοθεσία της ΕΕ και ότι τα εθνικά κοινοβούλια πρέπει να διαδραματίσουν εν προκειμένω κομβικό ρόλο· επισημαίνει, παράλληλα, ότι τούτο δεν θίγει σε καμιά περίπτωση το δικαίωμα των κρατών μελών να καταφεύγουν σε ρήτρα μη υποβάθμισης των προτύπων και να θεσπίζουν, για παράδειγμα, υψηλότερα κοινωνικά και οικολογικά πρότυπα σε εθνικό επίπεδο·

6.  επισημαίνει, ενθαρρύνοντας την ενίσχυση του πολιτικού διαλόγου με τα εθνικά κοινοβούλια και αναγνωρίζοντας την ανάγκη να ενισχυθεί η κοινοβουλευτική σύμπραξη, ότι οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με βάση τις συνταγματικές αρμοδιότητες και λαμβανομένης υπόψη της σαφούς οριοθέτησης των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων λήψης αποφάσεων των εθνικών και των ευρωπαϊκών οργάνων·

7.  δηλώνει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια θα πρέπει να συμμετέχουν περισσότερο στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο και συνιστά τα χρονοδιαγράμματα για τον προϋπολογισμό σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο να συντονίζονται καλύτερα καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, προκειμένου να ενθαρρύνεται η αποτελεσματικότερη χρήση του μέσου αυτού· υπενθυμίζει, επιπλέον, ότι η ευθυγράμμιση του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου με τα θεματολόγια των εθνικών κοινοβουλίων θα μπορούσε να συμβάλλει περαιτέρω στον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και ταυτόχρονα υπογραμμίζει ότι με την ευθυγράμμιση αυτή δεν πρέπει να παρακάμπτονται οι αρμοδιότητες αυτοοργάνωσης και οι ειδικοί κανονισμοί λειτουργίας κάθε νομοθετικού σώματος·

8.  συνιστά, ως εκ τούτου, την εφαρμογή μιας εθνικής περιόδου δημοσιονομικού διαλόγου, κατά τη διάρκεια της οποίας τα εθνικά κοινοβούλια θα μπορούν να συζητούν και να συμβάλλουν στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, αναθέτοντας σχετική εντολή στις κυβερνήσεις τους στο πλαίσιο των σχέσεών τους με την Επιτροπή και το Συμβούλιο·

9.  υπογραμμίζει ότι κατά την τελευταία συνεδρίαση ολομέλειας της Διάσκεψης των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων (COSAC) στο Τάλιν, αναγνωρίστηκε ότι η πλειοψηφία των εθνικών κοινοβουλίων συμμετέχει ενεργά σε συνεδριάσεις ολομέλειας προκειμένου να συζητά θέματα που άπτονται της ΕΕ, είτε σε τακτά χρονικά διαστήματα είτε σε ad hoc βάση, καθώς και ότι η αύξηση των συζητήσεων σε ολομέλεια σχετικά με θέματα της ΕΕ ενισχύουν την προβολή της Ένωσης και δίνουν στους πολίτες την ευκαιρία να ενημερώνονται πληρέστερα για το θεματολόγιο της ΕΕ και για τις θέσεις των πολιτικών κομμάτων επί των συναφών ζητημάτων·

Δημιουργία μιας ευρωπαϊκής δημόσιας σφαίρας

10.  επισημαίνει ότι η εναρμόνιση των διαφόρων πολιτικών αντιλήψεων σε όλα τα κράτη μέλη θα μπορούσε να ενισχύσει και να διευρύνει τις διατομεακές συζητήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο· συνιστά, ως εκ τούτου, οι εθνικές κοινοβουλευτικές αντιπροσωπείες που ενεργούν στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων να εκφράζουν πολιτική πολυμορφία· τονίζει πόσο σημαντική είναι η αρχή της αναλογικής εκπροσώπησης βουλευτών από διάφορα πολιτικά κόμματα·

11.  επισημαίνει το γεγονός ότι η υπερισχύουσα βούληση των κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών μπορεί να εκφράζεται στις γνωμοδοτήσεις που εκδίδονται από τα εθνικά κοινοβούλια, εντός ή εκτός του πλαισίου του ΣΕΠ· υποστηρίζει, ωστόσο, την ιδέα να παρέχεται στις κοινοβουλευτικές πολιτικές μειοψηφίες η δυνατότητα να εκφράζουν αντίθετες απόψεις, που θα ενσωματώνονται ως παραρτήματα στις εν λόγω γνωμοδοτήσεις· πιστεύει ότι οι εν λόγω απόψεις πρέπει να διατυπώνονται σε πλήρη συμμόρφωση με την αρχή της αναλογικότητας και σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό κάθε εθνικού κοινοβουλίου·

12.  σημειώνει με ικανοποίηση την πρόσφατη έκκληση για την πραγματοποίηση σειράς δημοκρατικών συμφώνων σε ολόκληρη την Ευρώπη· πιστεύει, στο πλαίσιο αυτό, ότι η καθιέρωση ετήσιας Ευρωπαϊκής Εβδομάδας θα επέτρεπε στους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στα μέλη της Επιτροπής, και ιδίως στους Αντιπροέδρους που είναι επιφορτισμένοι με γενικότερα ζητήματα να εμφανίζονται μαζί με εθνικούς βουλευτές και εκπροσώπους της κοινωνίας πολιτών ενώπιον όλων των εθνικών κοινοβουλευτικών συνελεύσεων, προκειμένου να συζητήσουν και να αναπτύξουν το ευρωπαϊκό θεματολόγιο· προτείνει την αναθεώρηση του Κανονισμού του με σκοπό τη στήριξη της πρωτοβουλίας και προτρέπει τα εθνικά κοινοβούλια να πράξουν το ίδιο· πιστεύει εξάλλου ότι οι συνεδριάσεις μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών πολιτικών ομάδων στο πλαίσιο της διακοινοβουλευτικής συνεργασίας της ΕΕ μπορούν να συμβάλλουν αποτελεσματικά στην ανάπτυξη ενός γνήσιου ευρωπαϊκού πολιτικού διαλόγου·

Υποστήριξη της μεταρρύθμισης του Συστήματος Έγκαιρης Προειδοποίησης

13.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι το ΣΕΠ έχει ελάχιστες φορές χρησιμοποιηθεί μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας και πιστεύει ότι μπορεί να αναμορφωθεί εντός του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου·

14.  επισημαίνει, ωστόσο, ότι παραδείγματα όπως η κίνηση της διαδικασίας «κίτρινης κάρτας» σε συνάρτηση με την πρόταση της Επιτροπής για την αναθεώρηση της οδηγίας σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων το 2016 καταδεικνύουν ότι το ΣΕΠ είναι λειτουργικό· υπογραμμίζει ότι η περιορισμένη χρήση της διαδικασίας «κίτρινης κάρτας» σημαίνει ενδεχομένως ότι η αρχή της επικουρικότητας τηρείται σε τελική ανάλυση εντός της ΕΕ· πιστεύει, ως εκ τούτου, ότι οι διαδικαστικές ελλείψεις του ΣΕΠ δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως απόδειξη ότι δεν τηρείται η αρχή της επικουρικότητας· επισημαίνει εξάλλου, ότι τα εθνικά κοινοβούλια μπορούν να παρεμβαίνουν και να εξετάζουν το ζήτημα της συμμόρφωσης με την αρχή της επικουρικότητας πριν την υποβολή νομοθετικής πρότασης από την Επιτροπή, υπό μορφή πράσινων ή λευκών βίβλων ή κατά την ετήσια παρουσίαση του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής·

15.  υπενθυμίζει ότι, σε συνάρτηση με κάθε νέα νομοθετική πρωτοβουλία, η Επιτροπή υποχρεούται να εξετάζει κατά πόσον η ΕΕ έχει το δικαίωμα να λάβει μέτρα και επίσης εάν αυτό δικαιολογείται· τονίζει επιπλέον ότι η εμπειρία έχει δείξει ότι ο διαχωρισμός μεταξύ πολιτικής διάστασης της αρχής της επικουρικότητας και νομικής διάστασης της αρχής της αναλογικότητας είναι, ενίοτε, δυσχερής και προβληματικός· ως εκ τούτου, καλεί την Επιτροπή, στις απαντήσεις της στις αιτιολογημένες γνώμες που εκδίδει εντός ή εκτός πλαισίου του ΣΕΠ, εκτός από την ερμηνεία της σχετικά με την αρχή της επικουρικότητας, να εξετάζει και το ζήτημα της αναλογικότητας, καθώς και, όπου ενδείκνυται, τις επιφυλάξεις που αφορούν προτεινόμενες πολιτικές επιλογές·

16.  λαμβάνει υπόψη του το αίτημα εκ μέρους ορισμένων εθνικών κοινοβουλίων για παράταση της προθεσμίας των οκτώ εβδομάδων εντός της οποίας μπορούν να εκδώσουν αιτιολογημένη γνώμη, σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 1· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι το ισχύον πλαίσιο της Συνθήκης δεν προβλέπει μια τέτοια παράταση· θεωρεί συνεπώς ότι η Επιτροπή θα πρέπει να καθιερώσει μια τεχνική προθεσμία κοινοποίησης στο πλαίσιο του ΣΕΠ, προκειμένου να αυξηθεί το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία τα εθνικά κοινοβούλια παραλαμβάνουν τεχνικά τα σχέδια νομοθετικών πράξεων και της ημερομηνίας έναρξης της προθεσμίας των οκτώ εβδομάδων· υπενθυμίζει, σε αυτό το πλαίσιο, ότι η Επιτροπή έθεσε σε εφαρμογή το 2009 και άλλες πρακτικές ρυθμίσεις για τη λειτουργία της διαδικασίας ελέγχου της επικουρικότητας·

17.  λαμβάνει υπόψη του το αίτημα εκ μέρους ορισμένων εθνικών κοινοβουλίων για παράταση της προθεσμίας των οκτώ εβδομάδων εντός της οποίας μπορούν να εκδώσουν αιτιολογημένη γνώμη, σύμφωνα με το άρθρο 6 του πρωτοκόλλου αριθ. 2·

18.  προτείνει, στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου που δρομολόγησε η Επιτροπή το 2016, τη πλήρη χρήση του συστήματος, σύμφωνα με το οποίο τα εθνικά κοινοβούλια μπορούν να υποβάλλουν εποικοδομητικές προτάσεις στην Επιτροπή με στόχο να επηρεάσουν τον ευρωπαϊκό διάλογο και το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας της Επιτροπής· πιστεύει συναφώς ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να έχει την ευχέρεια είτε να υιοθετήσει τις προτάσεις αυτές είτε να εκδώσει επίσημη απάντηση εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους δεν το έπραξε· επισημαίνει ότι η εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να συνίσταται σε δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας, ή σε δικαίωμα ανάκλησης ή τροποποίησης νομοθετικών διατάξεων, ειδάλλως θα υπονόμευε την κοινοτική μέθοδο και την κατανομή αρμοδιοτήτων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και, ως εκ τούτου, θα παραβίαζε τις Συνθήκες· συνιστά, ταυτόχρονα, σε περίπτωση μελλοντικής αναθεώρησης των Συνθηκών, το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας να χορηγηθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως άμεσο εκπρόσωπο των πολιτών της ΕΕ·

Άσκηση του δικαιώματος σε ενημέρωση

19.  επαναβεβαιώνει ότι το άρθρο 12 ΣΕΕ και το πρωτόκολλο αριθ. 1 παρέχουν στα εθνικά κοινοβούλια το δικαίωμα να λαμβάνουν πληροφορίες απευθείας από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα·

20.  τονίζει ότι τα εθνικά κοινοβούλια θα διαχειρίζονταν καλύτερα στις πληροφορίες που τους αποστέλλονται, είτε μέσω του ΣΕΠ είτε στο πλαίσιο του δικαιώματός τους για ενημέρωση, εάν η πλατφόρμα IPEX αποκτούσε χαρακτήρα «αγοράς» ή φόρουμ, για τη διεξαγωγή άτυπου μόνιμου διαλόγου μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων· δεσμεύεται, ως εκ τούτου, να προωθήσει τη χρήση της πλατφόρμας με σκοπό την ενίσχυση του πολιτικού διαλόγου· συνιστά στα εθνικά κοινοβούλια να κάνουν εγκαίρως χρήση της πλατφόρμας IPEX, ώστε να διασφαλιστεί η ταχεία έναρξη λειτουργίας του εθνικού μηχανισμού ελέγχου· προτείνει να χρησιμοποιείται η IPEX ως δίαυλος για τη συστηματική ανταλλαγή πληροφοριών και την έγκαιρη διατύπωση επιφυλάξεων όσον αφορά την επικουρικότητα· διαβλέπει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί η IPEX ως βασικός δίαυλος επικοινωνίας και διαβίβασης των σχετικών εγγράφων από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ στα εθνικά κοινοβούλια και αντιστρόφως, και, στο πλαίσιο αυτό, αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει βοήθεια στις διοικήσεις των εθνικών κοινοβουλίων όσον αφορά τον τρόπο χειρισμού της πλατφόρμας· ενθαρρύνει την αύξηση των ανταλλαγών υπαλλήλων των θεσμικών οργάνων και των πολιτικών ομάδων μεταξύ των διοικήσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των διοικήσεων εθνικών κοινοβουλίων·

Προσβλέποντας σε καλύτερη διοργανική συνεργασία

21.  σημειώνει με ικανοποίηση την τρέχουσα συνεργασία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στο πλαίσιο της COSAC και της Διακοινοβουλευτικής Διάσκεψης για την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφαλείας (CFSP-IPC), καθώς και στο πλαίσιο του άρθρο 13 της διακυβερνητικής Συνθήκης για τη Σταθερότητα, το Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΣΣΣΔ)· τονίζει ότι η εν λόγω συνεργασία θα πρέπει να αναπτυχθεί με βάση τις αρχές της συναίνεσης, της ανταλλαγής πληροφοριών και της διαβούλευσης, με σκοπό την άσκηση ελέγχου εκ μέρους των εθνικών κοινοβουλίων επί των αντίστοιχων κυβερνήσεων και διοικήσεών τους·

22.  επαναλαμβάνει ότι το υφιστάμενο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της Ένωσης και των εθνικών κοινοβουλίων θα μπορούσε να απλουστευθεί και να εναρμονιστεί προκειμένου να καταστεί περισσότερο αποδοτικό και αποτελεσματικό· ζητεί στη συνάρτηση αυτή να επανεξεταστεί η συνεργασία μεταξύ Ένωσης και εθνικών κοινοβουλίων στο πλαίσιο υφιστάμενων πλατφορμών και φόρουμ με σκοπό να ενισχυθούν οι σχέσεις αυτές και να προσαρμοστούν στις τρέχουσες ανάγκες· επιμένει, εντούτοις, στην ανάγκη σαφούς οριοθέτησης των αρμοδιοτήτων λήψης αποφάσεων των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αντίστοιχα, ούτως ώστε τα εθνικά κοινοβούλια να ασκούν τα ευρωπαϊκά τους καθήκοντα βάσει των εθνικών συνταγματικών τους κανόνων, ασκώντας ειδικότερα έλεγχο στα στελέχη των εθνικών κυβερνήσεών τους που αποτελούν μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς σε αυτό το επίπεδο έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν αποτελεσματικό έλεγχο στην ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία· ως εκ τούτου, αντιτίθεται, για λόγους διαφάνειας, λογοδοσίας και ικανότητας λήψης μέτρων, στο να δημιουργηθούν κοινά κοινοβουλευτικά όργανα λήψης αποφάσεων·

23.  τονίζει ότι η ενίσχυση του πολιτικού και του τεχνικού διαλόγου μεταξύ των κοινοβουλευτικών επιτροπών, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα αποτελούσε ιδιαίτερα εποικοδομητικό βήμα προς την επίτευξη πλήρους διακοινοβουλευτικής συνεργασίας· εξετάζει, προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, τη δυνατότητα διάθεσης πρόσθετων πόρων και τη χρήση εικονοδιασκέψεων όπου είναι εφικτό·

24.  αναγνωρίζει τη σπουδαιότητα των συνεδριάσεων των διακοινοβουλευτικών επιτροπών (ΣΔΕ) που καθιερώνονται στα άρθρα 9 και 10 του πρωτοκόλλου αριθ. 1· θεωρεί ότι μπορεί να επιτευχθεί καλύτερη διοργανική συνεργασία εάν δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στις ΣΔΕ από τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων και εάν οι εν λόγω συνεδριάσεις προετοιμάζονται σε πλαίσιο στενότερης συνεργασίας·

25.  συνιστά να συμμετέχουν πλήρως τα εθνικά κοινοβούλια στη συνεχή εξέλιξη της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας· θεωρεί ότι η εν λόγω συμμετοχή θα πρέπει να προωθηθεί σε στενή συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και με πλήρη σεβασμό προς τις εθνικές συνταγματικές ρυθμίσεις όσον αφορά τις πολιτικές ασφάλειας και άμυνας, όπως μέσω κοινών διακοινοβουλευτικών συνεδριάσεων μεταξύ αντιπροσώπων από εθνικά κοινοβούλια και βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και μέσω πολιτικού διαλόγου μεταξύ μιας πλήρως συγκροτημένης Επιτροπής Ασφάλειας και Άμυνας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και των αντίστοιχων εθνικών κοινοβουλευτικών επιτροπών· επισημαίνει τις δυνατότητες που παρέχονται κατ’ αυτόν τον τρόπο σε ουδέτερα κράτη μέλη της ΕΕ για να ασκήσουν εποικοδομητικό έλεγχο στον εν λόγω τομέα·

26.  φρονεί ότι ο ενισχυμένος πολιτικός και νομοθετικός διάλογος με τα εθνικά κοινοβούλια και μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων θα επηρεάσει θετικά την τήρηση των στόχων που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου·

o
o   o

27.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ C 200 της 30.6.1997, σ. 153.
(2) ΕΕ C 284 E της 21.11.2002, σ. 322.
(3) ΕΕ C 212 E της 5.8.2010, σ. 94.
(4) ΕΕ C 443 της 22.12.2017, σ. 40.
(5) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0049.
(6) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0050.
(7) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0048.
(8) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0421.

Τελευταία ενημέρωση: 4 Δεκεμβρίου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου