Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2018/2008(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0267/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0267/2018

Συζήτηση :

PV 13/09/2018 - 5
CRE 13/09/2018 - 5

Ψηφοφορία :

PV 13/09/2018 - 10.15
CRE 13/09/2018 - 10.15
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2018)0357

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 196kWORD 70k
Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Προϊόντα δύο ποιοτήτων στην ενιαία αγορά
P8_TA(2018)0357A8-0267/2018

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2018 σχετικά με τα προϊόντα δύο ποιοτήτων στην ενιαία αγορά (2018/2008(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(1),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2394 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών και με την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004(2),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1925/2006 και την κατάργηση της οδηγίας 87/250/ΕΟΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της οδηγίας 1999/10/ΕΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών της Επιτροπής 2002/67/ΕΚ και 2008/5/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 608/2004 της Επιτροπής(3),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 26ης Σεπτεμβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί τροφίμων και περί προστασίας των καταναλωτών σε ζητήματα προϊόντων δύο ποιοτήτων – Η περίπτωση των τροφίμων,

–  έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2016, με τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εκτέλεση/εφαρμογή της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές» (SWD(2016)0163),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2016, σχετικά με την ολοκληρωμένη προσέγγιση για την τόνωση του διασυνοριακού ηλεκτρονικού εμπορίου για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Ευρώπης (COM(2016)0320),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Οκτωβρίου 2017, με τίτλο «Πρόγραμμα Εργασίας της Επιτροπής για το 2018: Ένα θεματολόγιο για μια πιο ενωμένη, ισχυρότερη και πιο δημοκρατική Ευρώπη» (COM(2017)0650),

–  έχοντας υπόψη την ομιλία που εκφώνησε ο Πρόεδρος Jean-Claude Juncker για την κατάσταση της Ένωσης στις 13 Σεπτεμβρίου 2017,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2017, και ιδίως την παράγραφο 3,

–  έχοντας υπόψη την έκβαση της 3524ης συνεδρίασης του Συμβουλίου Γεωργίας και Αλιείας, της 6ης Μαρτίου 2017,

–  έχοντας υπόψη τα πρακτικά της 2203ης συνεδρίασης της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 2017,

–  έχοντας υπόψη το ενημερωτικό έγγραφο σχετικά με τις παραπλανητικές πρακτικές συσκευασίας, που συνέταξε το Τμήμα Πολιτικής Α τον Ιανουάριο του 2012,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Ιουνίου 2013 σχετικά με ένα νέο θεματολόγιο για την ευρωπαϊκή πολιτική καταναλωτών(4),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 22ας Μαΐου 2012 σχετικά με την στρατηγική για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των ευάλωτων καταναλωτών(5), και ιδίως την παράγραφο 6,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές(6),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 7ης Ιουνίου 2016 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων(7),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 19ης Ιανουαρίου 2016 σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ(8), και ιδίως την παράγραφο 14,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με την ετήσια έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ(9), και ιδίως την παράγραφο 178,

–  έχοντας υπόψη τη μείζονος σημασίας επερώτηση της 15ης Μαρτίου 2017 σχετικά με τις διαφορές όσον αφορά τις δηλώσεις, τη σύνθεση και τη γεύση προϊόντων στις αγορές των κρατών μελών της κεντρικής/ανατολικής Ευρώπης και αυτών της δυτικής Ευρώπης(10),

–  έχοντας υπόψη τη συνοπτική ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Κοινοβουλευτικής Έρευνας του Ιουνίου του 2017, με τίτλο «Dual quality of branded food products: Addressing a possible east-west divide » (Διπλή ποιότητα των επώνυμων τροφίμων: αντιμετώπιση ενός πιθανού χάσματος ανατολής-δύσης),

–  έχοντας υπόψη την έρευνα για τα τρόφιμα και τους Τσέχους καταναλωτές που διενέργησε η τσεχική Αρχή Γεωργίας και Επιθεώρησης των Τροφίμων τον Φεβρουάριο του 2016,

–  έχοντας υπόψη την ειδική μελέτη σχετικά με το ζήτημα των δύο ποιοτήτων και της σύνθεσης των προϊόντων που διατίθενται στην ενιαία αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την άποψη του δικαίου προστασίας των καταναλωτών (ιδίως από την άποψη των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών), του δικαίου του ανταγωνισμού (ιδιαίτερα από την άποψη του αθέμιτου ανταγωνισμού) και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, την οποία διεξήγαγε η νομική σχολή του Πανεπιστημίου του Palacký στο Olomouc, το 2017,

–  έχοντας υπόψη τις διάφορες έρευνες, μελέτες και δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια από τις αρχές επιθεώρησης τροφίμων σε ορισμένα κράτη μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση Nielsen του Νοεμβρίου του 2014 σχετικά με την κατάσταση της ιδιωτικής ετικέτας σε ολόκληρο τον κόσμο,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 11ης Απριλίου 2018, με τίτλο «Nέα συμφωνία για τους καταναλωτές» (COM(2018)0183),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση που κατέθεσε η Επιτροπή, στις 11 Απριλίου 2018, για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καλύτερη επιβολή και τον εκσυγχρονισμό των κανόνων της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών (COM(2018)0185),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων(11),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 17 παράγραφος 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο αναφέρεται στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας,

–  έχοντας υπόψη την από 23ης Μαρτίου 2018 κοινή επιστολή της Δημοκρατίας της Κροατίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας, της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σχετικά με το ζήτημα των προϊόντων δύο ποιοτήτων στο πλαίσιο της νέας συμφωνίας για τους καταναλωτές,

–  έχοντας υπόψη τα αποτελέσματα συγκριτικών μελετών οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τις αρχές και τις ενώσεις που προστατεύουν τα δικαιώματα των καταναλωτών σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής για επικαιροποίηση της οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι οι εθνικές αρχές μπορούν να αξιολογήσουν και να αντιμετωπίσουν τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές που περιλαμβάνουν την εμπορία προϊόντων ως πανομοιότυπων σε αρκετές χώρες της ΕΕ, εάν η σύνθεση ή τα χαρακτηριστικά τους διαφέρουν σημαντικά,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων και της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου (A8-0267/2018),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά την προώθηση, την πώληση ή την προμήθεια προϊόντων, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να παρέχουν στους καταναλωτές ακριβείς και εύκολα κατανοητές πληροφορίες σχετικά με την ακριβή σύνθεση του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών προϊόντων και συνταγών, ώστε αυτοί να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις αγοράς·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια βασική αρχή για τα σήματα πρέπει να είναι η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στη σύνθεση, την αξία και την ποιότητα ενός προϊόντος· λαμβάνοντας υπόψη ότι, ως εκ τούτου, είναι καθήκον των κατασκευαστών να εξασφαλίζουν την τήρηση των εν λόγω προσδοκιών·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταναλωτές δεν γνωρίζουν ότι τα προϊόντα με το ίδιο εμπορικό σήμα και την ίδια συσκευασία προσαρμόζονται στις τοπικές προτιμήσεις και επιθυμίες, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφορετική ποιότητα των προϊόντων εγείρει ανησυχίες για διαφορετική αντιμετώπιση ορισμένων κρατών μελών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αναπτύξει σήματα προκειμένου να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένες προσδοκίες των καταναλωτών και να λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της παραγωγής που αναγνωρίζονται με τη χρήση ενδείξεων ποιότητας·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (ΟΑΕΠ) είναι το βασικό νομοθετικό εργαλείο της Ένωσης για να διασφαλίζει ότι οι καταναλωτές δεν εκτίθενται σε παραπλανητικές διαφημίσεις και άλλες αθέμιτες πρακτικές κατά τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένης της εμπορικής διάθεσης προϊόντων με πανομοιότυπη εμπορική ονομασία κατά τρόπο που μπορεί να παραπλανήσει τους καταναλωτές·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές μπορούν να είναι διατυπωμένες στην ΟΑΕΠ κατά τρόπο ώστε να απαγορεύονται σε όλες τις περιπτώσεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τα πορίσματα της Επιτροπής, η καταγραφή μιας πρακτικής στο παράρτημα Ι της ΟΑΕΠ, κατά περίπτωση, οδηγεί σε μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και, ως εκ τούτου, στον δικαιότερο ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών στην αγορά·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταναλωτές πραγματοποιούν συνειρμική σύνδεση μεταξύ εμπορικού σήματος, προϊόντος και ποιότητας και, συνεπώς, προσδοκούν την ίδια ποιότητα για ένα προϊόν με το ίδιο εμπορικό σήμα ή/και πανομοιότυπη εμφάνιση το οποίο διατίθεται τόσο στη χώρα τους όσο και σε άλλα κράτη μέλη·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταναλωτές πραγματοποιούν επίσης συνειρμική σύνδεση μεταξύ εμπορικού σήματος και επισήμανσης ή συσκευασίας ενός αγροτικού ή διατροφικού προϊόντος και ποιότητας και, συνεπώς, προσδοκούν την ίδια ακριβώς ποιότητα και σύσταση για ένα προϊόν με την ίδια επισήμανση ή πανομοιότυπη εμφάνιση, είτε πωλείται στη χώρα τους είτε σε άλλο κράτος μέλος· λαμβάνοντας υπόψη ότι όλοι οι αγρότες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παράγουν προϊόντα που πληρούν τα ίδια υψηλά πρότυπα και οι καταναλωτές αναμένουν αυτή η ομοιομορφία στην ποιότητα να ισχύει και για άλλα προϊόντα της τροφικής αλυσίδας, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής τους·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλοι οι πολίτες της ΕΕ αξίζουν ίση μεταχείριση όσον αφορά τα τρόφιμα και τα μη εδώδιμα προϊόντα που πωλούνται στην ενιαία αγορά·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να εξαλειφθούν οι αθέμιτες πρακτικές ως προς αυτό, ώστε να αποφεύγεται η παραπλάνηση των καταναλωτών, καθώς και ότι μόνο μια ισχυρή συνέργεια σε επίπεδο ΕΕ μπορεί να επιλύσει αυτό το διασυνοριακό ζήτημα·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξιολόγηση του αν μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη βάσει της ΟΑΕΠ πρέπει να διενεργείται κατά περίπτωση από τα κράτη μέλη, εξαιρουμένης της περίπτωσης των πρακτικών που παρατίθενται στο παράρτημα Ι της εν λόγω οδηγίας·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην ομιλία που εκφώνησε για την κατάσταση της Ένωσης το 2017, ο Πρόεδρος Juncker τόνισε πως είναι απαράδεκτο σε ορισμένα μέρη της Ευρώπης να πωλούνται τρόφιμα χαμηλότερης ποιότητας από ό,τι σε άλλες χώρες, ενώ η συσκευασία και η εμπορική ονομασία τους είναι πανομοιότυπες·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή της ΟΑΕΠ διαφέρει σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο και ότι οι μεθοδολογικές προσεγγίσεις και η αποτελεσματικότητα της επίλυσης διαφορών και της επιβολής της οδηγίας διαφέρουν επίσης σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το σήμα διαδραματίζει συχνά τον σημαντικότερο ρόλο στις αποφάσεις για την αξία ενός προϊόντος·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα ενισχυμένο και πιο αποτελεσματικό πλαίσιο συνεργασίας για την επιβολή θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη και θα περιόριζε τη ζημία των καταναλωτών·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλοι οι καταναλωτές στην ΕΕ έχουν τα ίδια δικαιώματα και ότι οι αναλύσεις δείχνουν πως ορισμένοι παραγωγοί και παρασκευαστές έχουν πουλήσει προϊόντα διαφορετικής ποιότητας με την ίδια εμπορική ονομασία και με παραπλανητικά πανομοιότυπη εμφάνιση, ενώ ορισμένα προϊόντα σε κάποιες χώρες έχουν χαμηλότερη περιεκτικότητα όσον αφορά το κύριο συστατικό ή περιέχουν συστατικά χαμηλότερης ποιότητας που αντικαθιστούν άλλα υψηλότερης ποιότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρόβλημα αυτό είναι πιο διαδεδομένο στα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην ΕΕ από το 2004 και μετά· λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τις αναλύσεις εντοπίστηκαν περιπτώσεις όμοιων προϊόντων ή προϊόντων με παραπλανητικά πανομοιότυπη εμφάνιση, αλλά χαμηλότερης ποιότητας ή με διαφορετική γεύση, σύσταση ή άλλα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, τα οποία πωλούνται σε τιμές που ποικίλλουν σημαντικά από τη μια χώρα στην άλλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι ακόμη και αν αυτό δεν συνιστά παραβίαση των αρχών της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς ή των ισχυόντων κανόνων σχετικά με την επισήμανση ή άλλης νομοθεσίας για τα τρόφιμα, συνιστά ωστόσο κατάχρηση της εμπορικής επωνυμίας και αποτελεί εμπόδιο για την τήρηση της αρχής περί ίσης μεταχείρισης των καταναλωτών·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπήρξαν περιπτώσεις σημαντικών διαφορών σε προϊόντα όπως οι βρεφικές τροφές, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση τις αρχές και τα επιχειρήματα των παρασκευαστών, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι προσαρμόζουν τα προϊόντα τους σύμφωνα με τις τοπικές προτιμήσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα εργαστηριακά πορίσματα επιβεβαιώνουν ότι τα προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας ενδέχεται να περιέχουν λιγότερο υγιεινούς συνδυασμούς συστατικών και, ως εκ τούτου, να θέτουν εμπόδια στην τήρηση της αρχής περί ίσης μεταχείρισης των καταναλωτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένοι εκπρόσωποι παραγωγών και παρασκευαστών έχουν συμφωνήσει να τροποποιήσουν τις συνταγές τους σε ορισμένες χώρες, ούτως ώστε να προσφέρονται πανομοιότυπα προϊόντα σε ολόκληρη την ενιαία αγορά·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές οι απαράδεκτες πρακτικές εφαρμόζονται από γνωστές πολυεθνικές εταιρείες του αγροδιατροφικού τομέα που επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τα περιθώρια κέρδους τους με βάση τις διαφορές που υφίστανται στην αγοραστική δύναμη διαφόρων κρατών μελών·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο πλαίσιο της Νέας Συμφωνίας για τους Καταναλωτές, μια στοχευμένη αναθεώρηση των οδηγιών της ΕΕ για τους καταναλωτές, σε συνέχεια του ελέγχου καταλληλότητας της νομοθεσίας της ΕΕ για τους καταναλωτές και την εμπορία, η Επιτροπή πρότεινε την επικαιροποίηση της ΟΑΕΠ προκειμένου να καταστεί σαφής η δυνατότητα των εθνικών αρχών να αξιολογούν και να αντιμετωπίζουν τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές που περιλαμβάνουν την εμπορία υποτιθέμενα πανομοιότυπων προϊόντων σε διάφορα κράτη μέλη, όταν η σύνθεση ή τα χαρακτηριστικά τους στην πραγματικότητα διαφέρουν σημαντικά·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καταναλωτές δεν θα πρέπει να παραπλανώνται, αλλά ταυτόχρονα η διαφοροποίηση των προϊόντων και η καινοτομία δεν θα πρέπει να περιορίζονται·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενιαία αγορά έχει αποφέρει πολύ σημαντικά οφέλη στις επιχειρήσεις της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων και ότι το εμπόριο τροφίμων αποκτά ολοένα μεγαλύτερη διασυνοριακή διάσταση και ιδιαίτερη σημασία για τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, για να αξιοποιηθούν πλήρως τα οφέλη της εσωτερικής αγοράς, είναι πολύ σημαντικό να υπάρξει καλύτερη εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ για τα τρόφιμα και τους καταναλωτές, ώστε να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν αδικαιολόγητα διπλά πρότυπα και, ως εκ τούτου, να προστατευθούν οι καταναλωτές από παραπλανητικές πληροφορίες και εμπορικές πρακτικές·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει συνεχής ανάγκη ενίσχυσης του ρόλου των ενώσεων καταναλωτών ως προς το θέμα αυτό· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ενώσεις καταναλωτών διαδραματίζουν μοναδικό ρόλο στην εξασφάλιση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και, συνεπώς, θα πρέπει να υποστηριχθούν περισσότερο, μέσω πρόσθετων νομικών και οικονομικών μέτρων και δημιουργίας ικανοτήτων·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αποδεδειγμένες διαφορές στα συστατικά προκειμένου για συγκρίσιμα προϊόντα θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να αποτελέσει κίνδυνο για την υγεία των καταναλωτών, ιδίως στην περίπτωση ευάλωτων καταναλωτών, όπως τα παιδιά και οι άνθρωποι με προβλήματα διατροφής ή/και υγείας, συντείνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην υποβάθμιση της ευημερίας των πολιτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό ισχύει, για παράδειγμα, όταν το επίπεδο του λίπους ή/και της ζάχαρης είναι υψηλότερο του αναμενόμενου, όταν τα λίπη ζωικής προέλευσης αντικαθίστανται με λίπη φυτικής προέλευσης ή αντιστρόφως, όταν η ζάχαρη αντικαθίσταται με τεχνητά γλυκαντικά ή όταν η περιεκτικότητα σε αλάτι είναι μεγαλύτερη· λαμβάνοντας υπόψη ότι η επισήμανση που δεν δίνει ακριβή εικόνα των χρησιμοποιούμενων προσθέτων ή του αριθμού των υποκαταστάτων των βασικών συστατικών που χρησιμοποιούνται παραπλανά τον καταναλωτή και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την υγεία του·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχουν νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τα προϊόντα δύο ποιοτήτων σε επίπεδο ΕΕ, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η σύγκριση ποιοτήτων ή ο εντοπισμός τέτοιων περιπτώσεων και, συνεπώς, να μην υπάρχουν μέσα που θα μπορούσαν να διορθώσουν αυτή την κατάσταση· λαμβάνοντας υπόψη ότι από τις υπηρεσίες ελέγχου και ανάλυσης υγείας και τροφίμων της Επιτροπής έχουν αναφερθεί τακτικά ανεπάρκειες όσον αφορά την εφαρμογή και επιβολή των ισχυουσών απαιτήσεων της νομοθεσίας της ΕΕ για τα τρόφιμα, για παράδειγμα στην επισήμανση μηχανικώς διαχωρισμένου κρέατος(12) ή στη χρήση προσθέτων(13)·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι διαφορές στη σύνθεση που ενδέχεται να επηρεάζουν την υγεία των καταναλωτών μπορεί να εντοπίζονται όχι μόνο στα τρόφιμα, αλλά και στα καλλυντικά, στα προϊόντα υγιεινής και στα προϊόντα καθαρισμού·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δραστηριότητες ανασύστασης για τη μείωση των λιπαρών, των σακχάρων και του αλατιού στα τρόφιμα υστερούν σε πολλές χώρες της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης·

1.  υπογραμμίζει ότι τα αποτελέσματα πολυάριθμων δοκιμών και ερευνών σε πολλά κράτη μέλη, κυρίως στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, με διαφορετικές μεθοδολογίες για την εργαστηριακή δοκιμή, απέδειξαν ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ διαφόρων μεγεθών, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη σύνθεση και τα χρησιμοποιούμενα συστατικά, μεταξύ προϊόντων που διαφημίζονται και διανέμονται στην ενιαία αγορά με το ίδιο εμπορικό σήμα και με φαινομενικά πανομοιότυπη συσκευασία, εις βάρος των καταναλωτών· σημειώνει ότι, σύμφωνα με έρευνα που διενεργήθηκε για εθνική αρμόδια αρχή, η συντριπτική πλειονότητα των καταναλωτών ανησυχεί για τις εν λόγω διαφορές· ως εκ τούτου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, με βάση τα πορίσματα των εν λόγω δοκιμών και ερευνών, οι καταναλωτές ανησυχούν για τις διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων αγορών στα κράτη μέλη· υπογραμμίζει ότι κάθε τέτοιου είδους διάκριση είναι απαράδεκτη και ότι όλοι οι καταναλωτές της ΕΕ θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στο ίδιο επίπεδο ποιότητας των προϊόντων·

2.  επισημαίνει ότι οι περιπτώσεις τέτοιων σημαντικών διαφορών δεν αφορούν μόνο τρόφιμα αλλά, συχνά, και προϊόντα εκτός των τροφίμων, συμπεριλαμβανομένων απορρυπαντικών, καλλυντικών, ειδών προσωπικής περιποίησης και βρεφικών προϊόντων·

3.  υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο είχε καλέσει την Επιτροπή το 2013 να διενεργήσει ουσιαστική έρευνα ώστε να εκτιμηθεί αν υφίσταται ανάγκη για προσαρμογή της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας, και να ενημερώσει το Κοινοβούλιο και τους καταναλωτές για τα αποτελέσματα·

4.  επικροτεί τις πρόσφατες πρωτοβουλίες που ανακοίνωσε η Επιτροπή για την αντιμετώπιση του ζητήματος, και ιδίως τη δέσμευσή της να παράσχει κοινή μεθοδολογία δοκιμών και να διαθέσει προϋπολογισμό για την ανάπτυξη και την εφαρμογή της και για τη συλλογή περαιτέρω αξιόπιστων και συγκρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και να επικαιροποιήσει την ΟΑΕΠ και να θέσει σε λειτουργία το Κέντρο γνώσεων για ζητήματα απάτης και ποιότητας στον τομέα των τροφίμων·

5.  λαμβάνει υπόψη την εντολή που ανατέθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο φόρουμ υψηλού επιπέδου για τη βελτίωση της λειτουργίας της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων, όσον αφορά την αντιμετώπιση του ζητήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές τους να συμμετάσχουν ενεργά στις εν εξελίξει πρωτοβουλίες, που περιλαμβάνουν την ανάπτυξη κοινής μεθοδολογίας δοκιμών και την ενσωμάτωσή της στις εργασιακές πρακτικές τους, καθώς και τη συλλογή περαιτέρω αποδεικτικών στοιχείων· τονίζει ότι τα μέρη που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των καταναλωτών πρέπει να συμμετέχουν ενεργά και να μπορούν να εκδίδουν γνώμες για λογαριασμό τους, συμπεριλαμβανομένων των εκπροσώπων οργανώσεων καταναλωτών, κατασκευαστών και ερευνητικών οργανισμών οι οποίοι έχουν διεξαγάγει δοκιμές προϊόντων σε κράτη μέλη· πιστεύει ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να συμμετάσχει σε όλες τις εν εξελίξει πρωτοβουλίες που ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στις προσπάθειες να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της διπλής ποιότητας·

6.  συνιστά στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να διατυπώσουν τη δική τους εκτίμηση για τη μεθοδολογία και την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και άλλων υφιστάμενων νομοθετικών πράξεων σχετικά με το θέμα της διπλής ποιότητας των τροφίμων και άλλων προϊόντων και να την υποβάλουν στην Επιτροπή για αντικειμενική αξιολόγηση της σοβαρότητας του προβλήματος·

7.  επιδοκιμάζει την έγκριση από το Κοινοβούλιο δοκιμαστικού σχεδίου για το 2018 το οποίο έγκειται στη διεξαγωγή σειράς ερευνών αγοράς σχετικά με ορισμένες κατηγορίες καταναλωτικών προϊόντων, προκειμένου να εκτιμηθούν διάφορες πτυχές του ζητήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων· αναμένει ότι το σχέδιο θα υλοποιηθεί και θα δημοσιευτεί εμπρόθεσμα, όπως είχε αρχικά προγραμματιστεί· πιστεύει ότι το σχέδιο πρέπει να επεκταθεί και στο 2019, ώστε να εξασφαλιστεί μεγαλύτερο εύρος γνώσεων και να καλυφθεί ο τομέας των μη εδώδιμων προϊόντων· ζητεί να γίνει δυνατή μια μεγαλύτερη συμμετοχή των ευρωβουλευτών στην επίβλεψη του έργου· ενθαρρύνει το Κοινοβούλιο, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να κάνουν χρήση όλων των διαθέσιμων εργαλείων, συμπεριλαμβανομένων των δοκιμαστικών και των εθνικών σχεδίων, με σκοπό την περαιτέρω αξιολόγηση των διαφόρων πτυχών των προϊόντων δύο ποιοτήτων·

8.  τονίζει ότι η ολοκληρωμένη ενημέρωση όσον αφορά τη δημόσια αρχή που είναι αρμόδια για την ανάληψη δράσης και τις σχετικές διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας των πολιτών να υποβάλλουν διαδικτυακές καταγγελίες έχει ζωτική σημασία για την αποτελεσματική επιβολή της ΟΑΕΠ· ως εκ τούτου, θεωρεί αρνητική την απουσία πληροφοριών στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, τα οποία, παρά τις ανησυχίες που έχουν εκφράσει σχετικά με την ανάγκη να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των προϊόντων δύο ποιοτήτων, δεν καθιστούν τις πληροφορίες αυτές διαθέσιμες στους δικτυακούς τόπους των αρμόδιων αρχών·

9.  υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή έχει ήδη λάβει κοινοποίηση σχετικά με ένα νέο εθνικό μέτρο επισήμανσης που έχει σχεδιαστεί με στόχο την προειδοποίηση των καταναλωτών για τις διαφορές στη σύνθεση τροφίμων·

10.  εκφράζει ικανοποίηση για το γεγονός ότι, προκειμένου να βελτιωθεί περαιτέρω η προστασία των καταναλωτών στην ΕΕ και να παρασχεθεί στήριξη στις επιχειρήσεις, η Επιτροπή ξεκίνησε ένα επιγραμμικό πρόγραμμα κατάρτισης για να βοηθήσει τις εταιρείες να κατανοήσουν καλύτερα και να επιβάλουν τα δικαιώματα των καταναλωτών στην ΕΕ·

Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί προστασίας των καταναλωτών σε ζητήματα προϊόντων δύο ποιοτήτων

11.  λαμβάνει υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί τροφίμων και περί προστασίας των καταναλωτών σε ζητήματα προϊόντων δύο ποιοτήτων· επισημαίνει ότι σκοπός της ανακοίνωσης είναι να βοηθήσει τις εθνικές αρχές να προσδιορίσουν κατά πόσον μια εταιρεία παραβιάζει τη νομοθεσία της ΕΕ για τα τρόφιμα και τους καταναλωτές όταν πωλεί προϊόντα δύο ποιοτήτων σε διαφορετικές χώρες και να τις συμβουλεύσει σχετικά με τον τρόπο συνεργασίας μεταξύ τους· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η σταδιακή προσέγγιση της ανακοίνωσης για τον προσδιορισμό από τις εθνικές αρχές του κατά πόσον οι παραγωγοί παραβιάζουν τη νομοθεσία της ΕΕ δεν εφαρμόζεται στην πράξη από τις αρχές, γεγονός που θα μπορούσε να σημαίνει ότι παραβιάζονται τα δικαιώματα των καταναλωτών·

12.  συμφωνεί με την Επιτροπή ότι στην ενιαία αγορά, όπου οι καταναλωτές έχουν μια γενική αντίληψη των αρχών της ελεύθερης κυκλοφορίας και της ισότιμης πρόσβασης στα εμπορεύματα, οι καταναλωτές δεν περιμένουν, εκ των προτέρων, να διαφέρουν μεταξύ τους επώνυμα προϊόντα που διατίθενται σε διαφορετικές χώρες· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι μελέτες σχετικά με την πίστη σε εμπορικό σήμα αποδεικνύουν ότι, στον νου των καταναλωτών, τα εμπορικά σήματα λειτουργούν ως πιστοποιητικά ελεγχόμενης και σταθερής ποιότητας· συμφωνεί περαιτέρω με την Επιτροπή ότι αυτό εξηγεί τον λόγο για τον οποίο ορισμένοι καταναλωτές μπορεί να αναμένουν από τα επώνυμα προϊόντα να είναι ισοδύναμης ποιότητας, εάν όχι ακριβώς ίδια, οπουδήποτε και όποτε αγοράζονται, και να αναμένουν από τους ιδιοκτήτες εμπορικών σημάτων να τους ενημερώνουν όταν αποφασίζουν να αλλάξουν τη σύνθεση των προϊόντων τους·

13.  επομένως, θεωρεί ότι η παροχή κάθε πρόσθετης πληροφορίας, έστω και εντός του κύριου οπτικού πεδίου μιας συσκευασίας, είναι ανεπαρκής, εκτός εάν ο καταναλωτής κατανοεί σαφώς ότι το εν λόγω προϊόν διαφέρει από φαινομενικά πανομοιότυπα προϊόντα του ίδιου σήματος που πωλούνται σε άλλο κράτος μέλος·

14.  συμφωνεί με την Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι παραγωγοί δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να προσφέρουν πανομοιότυπα προϊόντα σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές και ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν σημαίνει ότι κάθε προϊόν πρέπει να είναι πανομοιότυπο σε όλη την έκταση της ενιαίας αγοράς· τονίζει ότι οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων επιτρέπεται να εμπορεύονται και να πωλούν προϊόντα με διαφορετικές συνθέσεις και χαρακτηριστικά, με βάση θεμιτούς παράγοντες, υπό τον όρο ότι τηρούν πλήρως τη νομοθεσία της ΕΕ· τονίζει, ωστόσο, ότι τα προϊόντα αυτά δεν πρέπει να διαφέρουν ως προς την ποιότητα όταν προσφέρονται στους καταναλωτές σε διαφορετικές αγορές·

15.  θεωρεί ότι το να παρέχονται στους καταναλωτές ακριβείς και εύληπτες πληροφορίες έχει καίρια σημασία για την αντιμετώπιση του ζητήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων· είναι πεπεισμένο ότι σε περίπτωση που μια εταιρεία προτίθεται να διαθέσει στην αγορά διαφόρων κρατών μελών ένα προϊόν το οποίο διαφέρει ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά, το εν λόγω προϊόν δεν μπορεί να φέρει επισήμανση και εμπορική επωνυμία φαινομενικά ακριβώς ίδια·

16.  σημειώνει ότι ενδέχεται να υπάρχουν αποδεκτές διαφορές στη σύνθεση ενός προϊόντος ενός σήματος και ότι τα προϊόντα μπορεί να διαφέρουν λόγω των τοπικών προτιμήσεων των καταναλωτών, της προέλευσης των τοπικών συστατικών, των απαιτήσεων της εθνικής νομοθεσίας ή με στόχο την αλλαγή της σύνθεσης· τονίζει ότι η πρόθεση δεν είναι η θέσπιση ή η εναρμόνιση απαιτήσεων όσον αφορά την ποιότητα των τροφίμων και ότι δεν είναι σκόπιμο να επιβληθεί στους κατασκευαστές η ακριβής σύνθεση των διαφόρων προϊόντων· πιστεύει, ωστόσο, ότι οι προτιμήσεις των καταναλωτών δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως δικαιολογία για την υποβάθμιση της ποιότητας ή για την προσφορά διαφορετικών ποιοτήτων στις διάφορες αγορές· τονίζει ότι οι καταναλωτές πρέπει να είναι ενημερωμένοι με σαφήνεια και ενήμεροι σχετικά με την προσαρμογή αυτή για κάθε προϊόν χωριστά και όχι μόνο σε γενικές γραμμές ότι αυτή η καθιερωμένη πρακτική υπάρχει·

17.  πιστεύει ότι η ανακοίνωση θεωρείται πως αφορά κυρίως τα τρόφιμα· θεωρεί ότι οι διατάξεις σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλα τα εδώδιμα και μη εδώδιμα προϊόντα που διατίθενται γενικά στην ενιαία αγορά, και ότι οι ετικέτες των προϊόντων πρέπει να είναι ευανάγνωστες για τους καταναλωτές και να παρέχουν πλήρη ενημέρωση·

18.  εφιστά την προσοχή στην καθοδήγηση της Επιτροπής από το 2016 σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, όπου αναφέρονται τα εξής: «τα προϊόντα του ίδιου σήματος τα οποία έχουν την ίδια ή παρόμοια συσκευασία μπορεί να διαφέρουν ως προς τη σύνθεσή τους ανάλογα με τον τόπο παρασκευής και την αγορά προορισμού, δηλαδή μπορεί να διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο» και «σύμφωνα με την οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, οι εμπορικές πρακτικές με τις οποίες προωθούνται προϊόντα με διαφορετική σύνθεση δεν είναι αυτές καθαυτές αθέμιτες»· τονίζει τη σημασία των εγγράφων καθοδήγησης που έχει εκδώσει η Επιτροπή για τη διευκόλυνση της ορθής και συνεκτικής εφαρμογής της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές· ως εκ τούτου, καλεί την Επιτροπή να αποσαφηνίσει τη σχέση μεταξύ της ανακοίνωσης, της καθοδήγησης και του εγγράφου που εκπονήθηκε από την υποομάδα για την εσωτερική αγορά του φόρουμ υψηλού επιπέδου για τη βελτίωση της λειτουργίας της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων·

19.  επισημαίνει ότι ενδέχεται να ισχύουν διαφορετικές απαιτήσεις για τις μεθόδους ελέγχου των εθνικών αρμόδιων αρχών· υπογραμμίζει ότι υπάρχουν διάφορες αναλύσεις που έχουν ήδη διενεργηθεί και οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βάση για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της κοινής μεθοδολογίας δοκιμών, ακόμη και αν οι μεθοδολογίες τους διέφεραν και τα αποτελέσματά τους δεν αξιολογήθηκαν με τον ίδιο τρόπο· θεωρεί ότι ο στόχος των εργασιών για την ανάπτυξη μιας μεθοδολογίας υπό την καθοδήγηση του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Επιτροπής (ΚΚΕρ) θα πρέπει να αναφέρεται σαφώς, ώστε να διασφαλίζεται η ενιαία ερμηνεία της προκύπτουσας μεθοδολογίας, συμπεριλαμβανομένου ενός ορισμού της «σημαντικής διαφοράς», και να παρέχεται η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να τη χρησιμοποιούν· επισημαίνει ότι η καθιέρωση, μεταξύ των διαφόρων προϊόντων, του πλέον τυποποιημένου και, ως εκ τούτου, του «προϊόντος αναφοράς», θα μπορούσε να εμποδίσει τη συνολική αξιολόγηση, δεδομένου ότι ενδέχεται να είναι υπερβολικά δύσκολο να προσδιοριστεί·

20.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις προσπάθειες της Επιτροπής να βοηθήσει τις εθνικές αρχές επιβολής του νόμου στον εντοπισμό των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών κατά την εμπορία των προϊόντων· καλεί την Επιτροπή να συντονίσει εν προκειμένω τις εθνικές αρμόδιες αρχές· υπογραμμίζει ότι στόχος της εν λόγω μεθοδολογίας είναι να εξασφαλίσει τη συλλογή αξιόπιστων και συγκρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων από τα κράτη μέλη σε μια κοινή βάση και να συμβάλει σε μια συνολική αξιολόγηση της σοβαρότητας και της έκτασης του προβλήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων στην ενιαία αγορά· υπενθυμίζει ότι ο πραγματικός χαρακτήρας των αθέμιτων πρακτικών είναι πιθανό να εξακολουθήσει να κρίνεται μόνο κατά περίπτωση, δεδομένου ότι η έκταση της παραπλάνησης του καταναλωτή είναι πάντα θέμα υποκειμενικής κρίσης της αρμόδιας αρχής ή του δικαστηρίου·

21.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την απόφαση της Επιτροπής να καλέσει τις αρμόδιες αρχές να διενεργήσουν περισσότερες δοκιμές στην αγορά των κρατών μελών, οι οποίες θα αφορούν συγκρίσεις προϊόντων μεταξύ διαφόρων περιφερειών και χωρών· υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι δοκιμές αυτές πρέπει να διεξάγονται με μια κοινή προσέγγιση, η οποία δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί πλήρως· τονίζει την ανάγκη τήρησης του χρονοδιαγράμματος, ώστε τα αποτελέσματα των δοκιμών που διεξάγονται στο πλαίσιο μιας κοινής μεθόδου δοκιμών να ολοκληρωθούν, να δημοσιευθούν σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ σε βάση δεδομένων που διατίθεται στο κοινό, και να αναλυθούν το συντομότερο δυνατό, αλλά όχι αργότερα από το τέλος του 2018· τονίζει, επιπλέον, την ανάγκη για ταχεία δημοσιοποίηση αυτών των αποτελεσμάτων, με σκοπό την ενημέρωση των καταναλωτών και των παραγωγών ώστε να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η συμβολή στη μείωση των περιπτώσεων προϊόντων δύο ποιοτήτων·

Άλλες πτυχές του ζητήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων

22.  υπογραμμίζει ότι οι ιδιωτικές ετικέτες αποτελούν πλέον ένα από τα βασικά προϊόντα που περιέχουν τα καλάθια των καταναλωτών και ότι το μερίδιο αγοράς τους αυξήθηκε στις περισσότερες κατηγορίες προϊόντων και στα περισσότερα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας· πιστεύει ότι οι ιδιωτικές ετικέτες δεν θα πρέπει να δίνουν την εντύπωση ότι πρόκειται για επώνυμα προϊόντα, ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση των καταναλωτών· επαναλαμβάνει ότι στο θέμα των ιδιωτικών ετικετών πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή από την Επιτροπή, με σκοπό τον τερματισμό της σύγχυσης μεταξύ ιδιωτικών ετικετών και επώνυμων προϊόντων· επισημαίνει οι παραγωγοί και οι παρασκευαστές έχουν πρόσβαση στην ενιαία αγορά, η οποία όμως είναι επίσης πολύ ανταγωνιστική και υπάρχουν εμπορικά σήματα που είναι πασίγνωστα ή αντιμετωπίζονται θετικά σε ολόκληρη την Ένωση·

23.  υπενθυμίζει ότι το έχει καλέσει επανειλημμένα την Επιτροπή να εξακριβώσει αν η ύπαρξη προϊόντων δύο ποιοτήτων έχει αρνητικές συνέπειες για την τοπική και περιφερειακή παραγωγή, και ιδίως για τις ΜΜΕ· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιάσει κανένα στοιχείο·

24.  υπογραμμίζει ότι η παραποίηση των επώνυμων προϊόντων εκθέτει τους καταναλωτές σε κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στα εμπορικά σήματα και έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων για τους παραγωγούς· σημειώνει ότι το φάσμα των προϊόντων παραποίησης/απομίμησης που εντοπίζονται στην ΕΕ παραμένει ευρύ και περιλαμβάνει σχεδόν όλους τους τύπους εμπορευμάτων·

25.  εκφράζει ανησυχία σχετικά με τους περιορισμούς που επιβάλλονται στους εμπόρους όσον αφορά την αγορά εμπορευμάτων και οι οποίοι μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη δυνατότητα επιλογής των καταναλωτών· παροτρύνει την Επιτροπή να εντοπίσει τους παράγοντες που συμβάλλουν στον κατακερματισμό της ενιαίας αγοράς όσον αφορά τα εμπορεύματα και περιορίζουν με αθέμιτο τρόπο τη δυνατότητα των καταναλωτών να επωφεληθούν από την ενιαία αγορά, με ιδιαίτερη έμφαση στους περιορισμούς εδαφικής διάθεσης και τις επιπτώσεις τους· καλεί την Επιτροπή να κάνει χρήση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, κατά περίπτωση, για να αντιμετωπίσει τις εν λόγω πρακτικές·

26.  επισημαίνει ότι οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να επιλέγουν δείγματα και να διενεργούν δοκιμές μόνο στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους· τονίζει την ανάγκη για ενισχυμένη, αποτελεσματική, διαφανή και ταχεία διασυνοριακή συνεργασία και ανταλλαγή δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με δυνητικά μη συμμορφούμενα προϊόντα και πληροφοριών σχετικά με πιθανές αθέμιτες πρακτικές, μεταξύ των εθνικών αρχών προστασίας των καταναλωτών και των αρχών ασφάλειας τροφίμων, των ενώσεων καταναλωτών και της Επιτροπής για την αντιμετώπιση του ζητήματος των προϊόντων δύο ποιοτήτων και τη βελτίωση και την προσέγγιση των τρόπων επιβολής της νομοθεσίας· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συνεργαστούν στενότερα στο πεδίο αυτό· επιδοκιμάζει την έγκριση του αναθεωρημένου κανονισμού για τη συνεργασία όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών (ΣΠΚ), ο οποίος ενισχύει τις εξουσίες διερεύνησης και επιβολής, βελτιώνει την ανταλλαγή πληροφοριών και δεδομένων και την πρόσβαση σε κάθε σχετική πληροφορία και θεσπίζει εναρμονισμένους κανόνες που καθορίζουν τις σχετικές διαδικασίες συντονισμού των ερευνών και των μέτρων επιβολής·

27.  αναγνωρίζει τη χρησιμότητα των «σαρώσεων», που αποτελούν σημαντική μορφή συντονισμού της επιβολής βάσει του κανονισμού ΣΠΚ, και καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν περαιτέρω και να διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής τους·

Συστάσεις και περαιτέρω ενέργειες

28.  τονίζει την αξία ενός ευρέος και έγκαιρου δημόσιου διαλόγου που θα οδηγεί σε αυξημένη ευαισθητοποίηση των καταναλωτών όσον αφορά τα προϊόντα και τα χαρακτηριστικά τους· σημειώνει ότι ορισμένοι παρασκευαστές και ιδιοκτήτες ιδιωτικών ετικετών έχουν ήδη ανακοινώσει αλλαγές στις συνταγές ή τη χρήση ενός ενιαίου προτύπου παραγωγής για όλη την ΕΕ· τονίζει τον σημαντικό ρόλο της βιομηχανίας για τη βελτίωση της διαφάνειας και της σαφήνειας όσον αφορά τη σύνθεση και την ποιότητα των προϊόντων και τις τυχόν μεταβολές τους· εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρωτοβουλία της Επιτροπής να αναπτύξει εν προκειμένω έναν κώδικα δεοντολογίας· ζητεί, προς όφελος των ιδίων συμφερόντων τους, να δοθεί ακόμη μεγαλύτερη συμμετοχή τόσο στους παραγωγούς όσο και στους λιανοπωλητές, προκειμένου να βοηθήσουν στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της παρούσας κατάστασης το συντομότερο δυνατό, χωρίς προσφυγή στις διαδικασίες επιβολής, και να δοθεί η δυνατότητα στους ευρωπαίους καταναλωτές να έχουν πρόσβαση σε προϊόντα ίδιας ποιότητας σε ολόκληρη την ενιαία αγορά· καλεί τους παρασκευαστές να εξετάσουν το ενδεχόμενο συμπερίληψης λογότυπου στη συσκευασία, το οποίο θα δείχνει ότι το περιεχόμενο και η ποιότητα του προϊόντος με το ίδιο εμπορικό σήμα και την ίδια συσκευασία δεν έχουν καμία διαφορά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο·

29.  καλεί τις οργανώσεις καταναλωτών, τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τους κοινοποιημένους εθνικούς φορείς που είναι αρμόδιοι για την εφαρμογή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και άλλων σχετικών νομοθετικών πράξεων να διαδραματίσουν ενεργότερο ρόλο στη δημόσια συζήτηση και στην ενημέρωση των καταναλωτών· είναι πεπεισμένο ότι οι οργανώσεις των καταναλωτών μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην αντιμετώπιση του προβλήματος των δύο ποιοτήτων· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη στήριξή τους στις εθνικές οργανώσεις καταναλωτών, μέσω οικονομικών και νομικών μηχανισμών, ώστε να μπορούν να αναπτύξουν ικανότητες, να αναπτύξουν τις ελεγκτικές τους δραστηριότητες, να πραγματοποιήσουν συγκριτικές δοκιμές και, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, να βοηθήσουν στον εντοπισμό και τη δημοσιοποίηση υποθέσεων αθέμιτης διαφοροποίησης των προϊόντων· πιστεύει επίσης ότι θα πρέπει να προωθηθεί η βελτίωση της διασυνοριακής ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των ενώσεων καταναλωτών·

30.  θεωρεί ότι, με βάση προηγούμενες εμπειρίες, οι αρμόδιες αρχές δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις προϊόντων δύο ποιοτήτων σε εθνικό επίπεδο ή να επιβάλουν την ισχύουσα νομοθεσία, ή έχουν επιχειρήσει να το πράξουν μόνο σε ελάχιστο βαθμό, λόγω, εν μέρει, της απουσίας σαφούς νομικής διάταξης σε επίπεδο ΕΕ· υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για την επιβολή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και ότι πρέπει να το πράττουν ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι καταναλωτές δεν παραπλανώνται από αθέμιτες πρακτικές εμπορίας· τονίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές διαθέτουν τους κατάλληλους τεχνικούς, οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική επιβολή της νομοθεσίας· καλεί τα κράτη μέλη να προσφέρουν στους καταναλωτές έναν χώρο για την υποβολή καταγγελιών και την περαιτέρω διερεύνησή τους, και να ενημερώνουν τους καταναλωτές, στο μέτρο του δυνατού, για τα δικαιώματα και τις επιλογές τους όσον αφορά την επιβολή της ισχύουσας νομοθεσίας και τις υποχρεώσεις των πωλητών να τους ενημερώνουν σχετικά με τη σύνθεση και, κατά περίπτωση, την προέλευση των προϊόντων·

31.  εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι το ζήτημα των προϊόντων δύο ποιοτήτων συνδέεται άμεσα με την ουσία της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς και με την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, δύο στοιχεία που απειλούνται, και συνεπώς ζητεί, μεταξύ άλλων, μια λύση σε επίπεδο Ένωσης, μέσω άμεσα εφαρμοστέων μέτρων· είναι πεπεισμένο ότι, δεδομένου του ενδεχομένου ανάληψης δράσης σε εθνικό επίπεδο, η δράση σε ενωσιακό επίπεδο θα διασφαλίσει την ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς· καλεί την Επιτροπή να χαρτογραφήσει τα υφιστάμενα εθνικά πρότυπα για τα τρόφιμα και τα μη εδώδιμα προϊόντα στην ΕΕ και να αξιολογήσει τη σημασία τους για περιπτώσεις προϊόντων δύο ποιοτήτων στην ενιαία αγορά·

32.  ζητεί την επείγουσα ανάπτυξη ικανοτήτων και μηχανισμών σε επίπεδο ΕΕ σε μια εξειδικευμένη μονάδα παρακολούθησης και εποπτείας σε υφιστάμενο οργανισμό της ΕΕ (στο ΚΚΕρ, την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) ή αλλού), διατηρώντας τη γραφειοκρατία στο ελάχιστο, για την παρακολούθηση της συνοχής όσον αφορά τη σύνθεση και τις αναλογίες των συστατικών σε τρόφιμα με πανομοιότυπο εμπορικό σήμα και συσκευασία και για την αξιολόγηση συγκριτικών εργαστηριακών αναλύσεων, ώστε να εντοπίζονται αυτές οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στην εμπορία των προϊόντων διατροφής·

33.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόταση της Επιτροπής για μια «Νέα συμφωνία για τους καταναλωτές», η οποία επιδιώκει να αντιμετωπίσει το ζήτημα των προϊόντων δύο ποιοτήτων, τροποποιώντας το άρθρο 6 της ΟΑΕΠ για να χαρακτηριστεί ως παραπλανητική εμπορική πρακτική η διάθεση στην αγορά ενός προϊόντος που φαίνεται να είναι πανομοιότυπο με το ίδιο προϊόν που διατίθεται στο εμπόριο σε διάφορα άλλα κράτη μέλη, όταν τα εν λόγω προϊόντα έχουν διαφορετική σύνθεση ή χαρακτηριστικά· επισημαίνει, ωστόσο, ότι η πρόταση περιέχει επίσης ορισμένες ασαφείς διατάξεις που πρέπει να αποσαφηνιστούν προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή·

34.  είναι, ωστόσο, απόλυτα πεπεισμένο ότι αδικαιολόγητες περιπτώσεις δύο ποιοτήτων θα αντιμετωπίζονται με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο εάν τροποποιηθεί το παράρτημα Ι της ΟΑΕΠ και προστεθεί ένα ακόμη στοιχείο στον κατάλογο με τις εμπορικές πρακτικές που απαγορεύονται υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ούτως ώστε να αναφέρονται ρητά τα προϊόντα δύο ποιοτήτων με πανομοιότυπη εμπορική ονομασία, όταν εισάγουν διακρίσεις και δεν σέβονται τις προσδοκίες των καταναλωτών·

35.  τονίζει ότι το αποτέλεσμα της νομοθετικής διαδικασίας θα πρέπει να είναι ένας σαφής ορισμός της έννοιας της διπλής ποιότητας και ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει κάθε υπόθεση να αξιολογείται και να αντιμετωπίζεται από τις αρμόδιες αρχές· υπογραμμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι ο ανοικτός κατάλογος των λεγόμενων «νόμιμων παραγόντων» θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ικανότητα των αρμόδιων αρχών να προβαίνουν σε αξιολογήσεις και να εφαρμόζουν τον νόμο· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η χρήση της έννοιας των «καθορισμένων προτιμήσεων των καταναλωτών» για την αξιολόγηση του κατά πόσον μια διαφοροποίηση της σύνθεσης του προϊόντος μπορεί ή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ενδέχεται να οδηγήσει σε αλληλοσυγκρουόμενες ερμηνείες μεταξύ των αρμόδιων αρχών·

36.  ζητεί από την Επιτροπή να παρατείνει την εντολή που έχει δοθεί στο ΚΚΕρ για να εργαστεί σε εναρμονισμένη μεθοδολογία σε ευρωπαϊκή κλίμακα για τη σύγκριση των χαρακτηριστικών των μη εδώδιμων προϊόντων και σχετικά με κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της διαφάνειας των προϊόντων εντός ενός έτους και να αξιολογήσει τα αποτελέσματα των δοκιμών· επισημαίνει ότι το ΚΚΕρ πρέπει επίσης, για τους σκοπούς της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών στο πεδίο αυτό, να επιδιώξει να συνεργαστεί με τις αρχές των κρατών μελών που έχουν ήδη διενεργήσει δικές τους δοκιμές προϊόντων αλλά δεν έχουν ακόμη κοινοποιήσει τα αποτελέσματα στις εθνικές αρχές άλλων κρατών μελών·

37.  τονίζει ότι η ασφάλεια και η ποιότητα των τροφίμων, καθώς και η προστασία των καταναλωτών από την απάτη, είναι θέματα πρώτης προτεραιότητας· υπενθυμίζει στην Επιτροπή τη δέσμευσή της για καλύτερη παρακολούθηση και βελτίωση της ορθής εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ· πιστεύει ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν αποτελεσματικά τη συμμόρφωση προς την ισχύουσα νομοθεσία στα πεδία αυτά·

38.  επιδοκιμάζει την πρόταση της Επιτροπής για τη βελτίωση της διαφάνειας των επιστημονικών μελετών στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων, ως ανταπόκριση στις ανησυχίες των πολιτών, προκειμένου να αυξηθεί η πρόσβαση στις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να ληφθούν αποφάσεις αγοράς βασισμένες σε μια αξιόπιστη και επιστημονικά τεκμηριωμένη εκτίμηση των κινδύνων·

39.  καλεί τις εθνικές αρχές τροφίμων να προσδιορίζουν, για κάθε περίπτωση, εάν οι εικαζόμενες πρακτικές διακρίσεων είναι πράγματι παράνομες, βάσει των διατάξεων της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και της αλληλεπίδρασής τους με τις απαιτήσεις όσον αφορά τις θεμιτές πρακτικές πληροφόρησης όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 σχετικά με την παροχή στους καταναλωτές πληροφοριών για τα τρόφιμα·

40.  επισημαίνει ότι όλοι οι πολίτες της ΕΕ επηρεάζονται από τις πρακτικές ύπαρξης δύο ποιοτήτων, μεταξύ άλλων και όταν μετακινούνται μεταξύ κρατών μελών·

41.  τονίζει ωστόσο ότι οι σημαντικές διαφορές σε προϊόντα για βρέφη, όπως και σε τρόφιμα για νήπια και μικρά παιδιά, δεν μπορούν να δικαιολογηθούν μόνο με βάση την ποικιλομορφία των κατά περιοχή γευστικών προτιμήσεων·

42.  απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ορισμένων παραγωγών ότι γίνονται αλλαγές στη σύνθεση ή/και στην ποιότητα για να ανταποκρίνονται οι τιμές στις προσδοκίες των καταναλωτών· υπογραμμίζει το γεγονός ότι διάφορες μελέτες έχουν δείξει πως τα προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας είναι συχνά πιο ακριβά από ό,τι τα αντίστοιχα προϊόντα υψηλότερης ποιότητας σε άλλα μέρη της ΕΕ·

43.  ενθαρρύνει έντονα τη χρήση της αρχής της κυκλικής οικονομίας όσον αφορά τη συσκευασία των προϊόντων και τονίζει ότι, εάν η συσκευασία ενός προϊόντος σε ένα κράτος μέλος τηρεί την αρχή αυτή, τότε θα πρέπει να καταβληθούν συντονισμένες προσπάθειες από τον παραγωγό για να διασφαλιστεί ότι αυτό ισχύει για όλα τα προϊόντα του που διατίθενται στην αγορά με την ίδια εμπορική ονομασία στον ίδιο τύπο συσκευασίας σε ολόκληρη την ΕΕ και πέραν αυτής·

44.  τονίζει ότι ορισμένες περιπτώσεις προϊόντων δύο ποιοτήτων προκύπτουν από τη μη επιβολή της νομοθεσίας της ΕΕ· καλεί τις αρχές των κρατών μελών να επιβάλουν επειγόντως τις ισχύουσες διατάξεις της ΕΕ για την επισήμανση των τροφίμων, μεταξύ άλλων όσον αφορά, για παράδειγμα, το μηχανικώς διαχωρισμένο κρέας·

o
o   o

45.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) ΕΕ L 149 της 11.6.2005, σ. 22.
(2) ΕΕ L 345 της 27.12.2017, σ. 1.
(3) ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 18.
(4) ΕΕ C 65 της 19.2.2016, σ. 2.
(5) ΕΕ C 264 E της 13.9.2013, σ. 11.
(6) ΕΕ C 93 της 24.3.2017, σ. 27.
(7) ΕΕ C 86 της 6.3.2018, σ. 40.
(8) ΕΕ C 11 της 12.1.2018, σ. 2.
(9) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2017)0027.
(10) O-000019/2017.
(11) ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1.
(12) http://ec.europa.eu/food/audits-analysis/overview_reports/details.cfm?rep_id=76
(13) http://ec.europa.eu/food/audits-analysis/overview_reports/details.cfm?rep_id=115

Τελευταία ενημέρωση: 17 Σεπτεμβρίου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου