Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2018/2006(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0298/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0298/2018

Συζήτηση :

PV 25/10/2018 - 10
CRE 25/10/2018 - 10

Ψηφοφορία :

PV 25/10/2018 - 13.2

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2018)0419

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 128kWORD 54k
Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ - Ανάκτηση χρημάτων και περιουσιακών στοιχείων από τρίτες χώρες σε περίπτωση απάτης
P8_TA(2018)0419A8-0298/2018

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2018 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ – Ανάκτηση χρημάτων και περιουσιακών στοιχείων από τρίτες χώρες σε περίπτωση απάτης (2018/2006(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη δέκατη όγδοη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) για το έτος 2017,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης(1),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας(2),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2016, σχετικά με ένα σχέδιο δράσης για τον ΦΠΑ: Προς έναν ενιαίο χώρο ΦΠΑ στην ΕΕ – Η ώρα των αποφάσεων (COM(2016)0148),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής, της 3ης Σεπτεμβρίου 2018, με τίτλο «29η ετήσια έκθεση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την καταπολέμηση της απάτης» (COM(2018)0553) και τα συνοδευτικά έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής (SWD(2018)0381 έως 0386),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2014, για το σύστημα των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(3),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(4),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 23ης Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: συστάσεις για δράσεις και πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν (τελική έκθεση)(5) (ψήφισμα της επιτροπής CRIM) και το ψήφισμά του, της 25ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς και τη συνέχεια που δόθηκε στο ψήφισμα της επιτροπής CRIM(6),

–  έχοντας υπόψη την ειδική έκθεση του Ευρωβαρομέτρου 470,

–  έχοντας υπόψη την ερώτηση προς την Επιτροπή σχετικά με την καταπολέμηση της τελωνειακής απάτης και την προστασία των ιδίων πόρων της ΕΕ (O-000066/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (A8-0298/2018),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ θα πρέπει να αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής της ΕΕ για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών μέσω της εξασφάλισης της ορθής και αποτελεσματικής χρήσης των χρημάτων τους·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ποικιλομορφία των νομικών και διοικητικών συστημάτων των κρατών μελών συνθέτει ένα γεμάτο προκλήσεις περιβάλλον για την καταπολέμηση της απάτης, ελλείψει ενιαίας νομοθεσίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 325 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι τα «κράτη μέλη λαμβάνουν τα ίδια μέτρα καταπολέμησης της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης με εκείνα που λαμβάνουν για την καταπολέμηση της απάτης κατά των ιδίων οικονομικών συμφερόντων»·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία 2014/42/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση(7) εισάγει ελάχιστα πρότυπα της ΕΕ σχετικά με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων με σκοπό την πιθανή μεταγενέστερη δήμευση, και τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόταση της Επιτροπής της 21ης Δεκεμβρίου 2016 για μια ρύθμιση για την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων δέσμευσης και δήμευσης (2016/0412(COD)) εισάγει τυποποιημένα μέσα συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κανένα από αυτά τα μέσα δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε τρίτες χώρες·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, και ιδίως το άρθρο 104, προβλέπει μέσα συνεργασίας με τρίτες χώρες·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 3 παράγραφος 4 της Σύμβασης αριθ. 198 του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη νομιμοποίηση, την ανίχνευση, την κατάσχεση και δήμευση των εσόδων που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ορίζει: «Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εγκρίνει νομοθετικά ή άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα ώστε να υπάρχει η απαίτηση, σε ό,τι αφορά σοβαρό αδίκημα ή αδικήματα, όπως αυτά ορίζονται από την εθνική νομοθεσία, ο δράστης να αποδεικνύει την καταγωγή των εικαζόμενων εσόδων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε δήμευση, εφόσον η απαίτηση αυτή συνάδει με τις αρχές του εσωτερικού δικαίου του»·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε περιφερειακό και σε παγκόσμιο επίπεδο, έχουν αναπτυχθεί διάφορες συμβάσεις και μηχανισμοί σε σχέση με τη δήμευση και την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων από τον ΟΗΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης, και συγκεκριμένα η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς της 31ης Οκτωβρίου 2003, η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διασυνοριακού οργανωμένου εγκλήματος της 15ης Νοεμβρίου 2000, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την έρευνα, την κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες και την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας της 16ης Μαΐου 2005, και η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την έρευνα, την κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, της 8ης Νοεμβρίου 1990· λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι, για διάφορους λόγους, οι πράξεις αυτές δεν επιτρέπουν πάντοτε την αποτελεσματική και έγκαιρη ανάκτηση των κλεμμένων περιουσιακών στοιχείων·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το θέμα αυτό έχει χαρακτηριστεί από την ΕΕ ως μία από τις προτεραιότητες της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας· λαμβάνοντας υπόψη ότι για τον σκοπό αυτό υλοποιούνται πιλοτικά και προπαρασκευαστικά έργα·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 1, 3 και 14 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)(8), η OLAF έχει εντολή να διεξάγει έρευνες παντού όπου δαπανώνται χρήματα της ΕΕ, ακόμη και σε χώρες εκτός ΕΕ που λαμβάνουν βοήθεια από την ΕΕ·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, η OLAF μπορεί να συνάψει συμφωνίες διοικητικής συνεργασίας με αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, μετά από εκ των προτέρων συντονισμό με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής και με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης·

1.  επισημαίνει το συνεχές πρόβλημα της απώλειας κονδυλίων της ΕΕ λόγω υποθέσεων απάτης με μεταφορά κεφαλαίων σε τρίτες χώρες·

2.  τονίζει την ανάγκη, για τους σκοπούς της πρόληψης, να αποφεύγονται οι μεταφορές κεφαλαίων μέσω ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών φορέων που λειτουργούν σε αδιαφανείς και μη συνεργάσιμες δικαιοδοσίες·

3.  επισημαίνει με ανησυχία ότι κεφάλαια από τρίτες χώρες μπορούν επίσης να μεταφερθούν με δόλιο τρόπο στην ΕΕ· υπογραμμίζει ότι το αποτέλεσμα της προπαρασκευαστικής δράσης της ΕΕ για τη στήριξη των χωρών της Αραβικής Άνοιξης για την υλοποίηση της ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων που διεξάγεται από το Ινστιτούτο Ερευνών των Ηνωμένων Εθνών για το Διαπεριφερειακό Έγκλημα και τη Δικαιοσύνη (UNICRI) θα πρέπει να οδηγήσει σε ένα μόνιμο και ευρύτερο πρόγραμμα της ΕΕ για την υλοποίηση της ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων·

4.  τονίζει την ανάγκη να συνδεθεί η εκταμίευση κεφαλαίων με τη δημοσίευση των δεδομένων των δικαιωμάτων επί ακινήτων, προκειμένου να διευκολυνθεί η είσπραξη περιουσιακών στοιχείων σε περίπτωση απάτης·

5.  υπογραμμίζει ότι, δυστυχώς, η ΕΕ έχει μέχρι στιγμής συνάψει συμφωνίες αμοιβαίας νομικής συνδρομής με λίγες τρίτες χώρες, όπως είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιαπωνία, το Λιχτενστάιν και η Νορβηγία, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν υπόνοιες μεταφοράς κεφαλαίων και σε άλλες χώρες· καλεί την Επιτροπή να ενθαρρύνει τις προσπάθειες για την επίτευξη συμφωνιών με τρίτες χώρες που λαμβάνουν χρηματοδότηση από την ΕΕ·

6.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι πολλά κράτη μέλη πρέπει επί του παρόντος να βασίζονται σε διμερείς συμφωνίες και ότι δεν υπάρχει ενωσιακή προσέγγιση για αυτό το σοβαρό ζήτημα· τονίζει, συνεπώς, την ανάγκη για μια πιο ενοποιημένη προσέγγιση·

7.  καλεί την ΕΕ να προωθήσει το συντομότερο δυνατό την αίτησή της για προσχώρηση στην ομάδα κρατών κατά της διαφθοράς (GRECO) του Συμβουλίου της Ευρώπης και να κρατάει ενήμερο το Κοινοβούλιο στο θέμα αυτό·

8.  καλεί την Επιτροπή να σκληρύνει τη στάση της σε συμφωνίες που υπογράφει με τρίτες χώρες μέσω της προσθήκης ρητρών καταπολέμησης της απάτης· θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με το ποσό των κονδυλίων της ΕΕ που χάνεται ετησίως λόγω υποθέσεων απάτης που συνδέονται με μεταφορά χρημάτων σε τρίτες χώρες· ζητεί από την Επιτροπή να υπολογίσει το ποσό των απολεσθέντων κονδυλίων της ΕΕ·

9.  καλεί την Επιτροπή να προβεί σε αξιολόγηση των κινδύνων όσον αφορά τη νομοθεσία της ΕΕ που διευκολύνει την παράνομη μεταφορά χρημάτων εκτός της ΕΕ και σε άρση των ευαίσθητων σημείων της εν λόγω νομοθεσίας·

10.  καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει τυποποιημένη μέθοδο συλλογής δεδομένων, που θα είναι ταυτόσημη σε όλα τα κράτη μέλη και θα επιτρέπει τον εντοπισμό της μεταφοράς δόλια αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων σε τρίτες χώρες, με σκοπό τη δημιουργία κεντρικής βάσης δεδομένων της ΕΕ το συντομότερο δυνατόν· τονίζει ότι υφίσταται ήδη τέτοιος μηχανισμός για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και ότι ο μηχανισμός αυτός θα μπορούσε να επεκταθεί·

11.  υπογραμμίζει ότι η σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την έρευνα, την κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας της 16ης Μαΐου 2005 και η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την έρευνα, την κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες της 8ης Νοεμβρίου 1990, αποτελούν σημαντικά μέσα που διευκολύνουν τη συνεργασία με τρίτες χώρες όσον αφορά τη δέσμευση και την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων· επικροτεί την επιτυχή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων σχετικά με την πρόταση κανονισμού σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων δέσμευσης και δήμευσης, και σημειώνει ότι τα κύρια στοιχεία της θα μπορούσαν να αποτελέσουν χρήσιμη βάση για τη συνεργασία με τρίτες χώρες στο πλαίσιο των διεθνών συμβάσεων και των διμερών συμφωνιών στις οποίες η ΕΕ είναι συμβαλλόμενο μέρος·

12.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι δεν έχουν συμφωνήσει όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ να συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· τονίζει ότι είναι σημαντικό η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να καταστεί βασικός παράγοντας κάθε μελλοντικού μηχανισμού ανάκτησης σε τρίτες χώρες, και ότι προς τούτο απαιτείται η αναγνώρισή της ως αρμόδιας αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 104 του κανονισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στις ισχύουσες και μελλοντικές συμβάσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής και ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων, ιδίως τις συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης και των Ηνωμένων Εθνών·

13.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης.

(1) ΕΕ L 198 της 28.7.2017, σ. 29.
(2) ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1.
(3) ΕΕ L 168 της 7.6.2014, σ. 105.
(4) ΕΕ L 312 της 23.12.1995, σ. 1.
(5) ΕΕ C 208 της 10.6.2016, σ. 89.
(6) ΕΕ C 215 της 19.6.2018, σ. 96.
(7) ΕΕ L 127 της 29.4.2014, σ. 39.
(8) ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1.

Τελευταία ενημέρωση: 10 Δεκεμβρίου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου