Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2018/2856(RSP)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : B8-0546/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

B8-0546/2018

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 29/11/2018 - 8.11
CRE 29/11/2018 - 8.11
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2018)0476

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 566kWORD 60k
Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018 - Βρυξέλλες Προσωρινή έκδοση
Ο ρόλος της γερμανικής υπηρεσίας κοινωνικής μέριμνας παίδων και νέων (Jugendamt) στις διασυνοριακές οικογενειακές διαφορές
P8_TA-PROV(2018)0476B8-0546/2018

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 29ης Νοεμβρίου 2018 σχετικά με τον ρόλο της γερμανικής υπηρεσίας πρόνοιας ανηλίκων (Jugendamt) στο πλαίσιο διασυνοριακών οικογενειακών διαφορών (2018/2856(RSP))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 227 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 81 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 3 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 24,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 8 και 20 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, τα οποία υπογραμμίζουν την υποχρέωση των κυβερνήσεων να προστατεύουν την ταυτότητα ενός παιδιού, συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών του σχέσεων,

–  έχοντας υπόψη τη σύμβαση της Βιέννης του 1963 σχετικά με τις προξενικές σχέσεις και ιδίως το άρθρο 37 στοιχείο β),

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση της Χάγης της 29ης Μαΐου 1993 σχετικά με την προστασία των παιδιών και τη συνεργασία σε θέματα διεθνών υιοθεσιών,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 (Βρυξέλλες ΙΙα)(1), και ιδίως τα άρθρα 8, 10, 15, 16, 21, 41, 55 και 57,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις («επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων») και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου(2),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 2011, με τίτλο «Το θεματολόγιο της ΕΕ για τα δικαιώματα του παιδιού» (COM(2011)0060),

–  έχοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ιδίως τις αποφάσεις του της 22ας Δεκεμβρίου 2010 στην υπόθεση C-497/10 PPU, Mercredi κατά Chaffe(3), και της 2ας Απριλίου 2009 στην υπόθεση C-523/07, διαδικασίες που κινήθηκαν από τον A(4),

–  έχοντας υπόψη την καταγραφή των συστημάτων προστασίας του παιδιού που διενεργήθηκε από τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ,

–  έχοντας υπόψη τις πολυάριθμες αναφορές που έχουν ληφθεί σχετικά με τον ρόλο της γερμανικής υπηρεσίας πρόνοιας ανηλίκων (Jugendamt) στο πλαίσιο διασυνοριακών οικογενειακών διαφορών,

–  έχοντας υπόψη τις συστάσεις που διατυπώθηκαν στην έκθεση για τη διερευνητική αποστολή στη Γερμανία (23-24 Νοεμβρίου 2011) όσον αφορά την εξέταση αναφορών σχετικά με τον ρόλο της γερμανικής υπηρεσίας πρόνοιας ανηλίκων (Jugendam),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 28ης Απριλίου 2016, σχετικά με τη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού στην ΕΕ με βάση τις αναφορές που υποβάλλονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο(5),

–  έχοντας υπόψη τις συστάσεις που διατύπωσε στις 3 Μαΐου 2017 η ομάδα εργασίας της Επιτροπής Αναφορών για θέματα ευζωίας των παιδιών,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 123 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή Αναφορών του Κοινοβουλίου, για περισσότερα από 10 χρόνια, λαμβάνει αναφορές στις οποίες ένας πολύ μεγάλος αριθμός μη γερμανών γονέων καταγγέλλουν συστηματικές διακρίσεις και αυθαίρετες εις βάρος τους ενέργειες από τη γερμανική υπηρεσία πρόνοιας ανηλίκων (Jugendamt) σε οικογενειακές διαφορές με διασυνοριακές επιπτώσεις που αφορούν παιδιά, επί θεμάτων, μεταξύ άλλων, γονικής μέριμνας και επιμέλειας των παιδιών·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή Αναφορών βασίζεται κυρίως στην υποκειμενική έκθεση του αναφέροντος και ότι γενικά δεν έχει πρόσβαση σε δικαστικές αποφάσεις που να παρέχουν πλήρη και αντικειμενική περιγραφή της κατάστασης, περιέχοντας μαρτυρίες και των δύο γονέων, των παιδιών και μαρτύρων·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Jugendamt διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στο γερμανικό σύστημα οικογενειακού δικαίου, καθώς αποτελεί ένα από τα μέρη σε όλες τις οικογενειακές διαφορές που αφορούν παιδιά·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε οικογενειακές διαφορές που αφορούν παιδιά, η Jugendamt εκδίδει σύσταση προς τους δικαστές, η φύση της οποίας είναι πρακτικά δεσμευτική, και μπορεί να εγκρίνει προσωρινά μέτρα, όπως η «Beistandschaft» (νομική εκπροσώπηση), τα οποία δεν μπορούν να προσβληθούν·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Jugendamt είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή των αποφάσεων που λαμβάνονται από τα γερμανικά δικαστήρια· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ευρεία ερμηνεία των αποφάσεων αυτών από την Jugendamt ήταν συχνά, σύμφωνα με τους αναφέροντες, επιζήμια για την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των μη γερμανών γονέων·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η μη αναγνώριση και μη εκτέλεση από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές διαταγών και αποφάσεων που λαμβάνονται από δικαστικές αρχές άλλων κρατών μελών της ΕΕ σε οικογενειακές διαφορές με διασυνοριακές επιπτώσεις μπορεί να συνιστούν παραβίαση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την αποτελεσματική προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αναφέροντες καταγγέλλουν το γεγονός ότι, σε οικογενειακές διαφορές με διασυνοριακές επιπτώσεις, η προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού ερμηνεύεται συστηματικά από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές ως ανάγκη να παραμένουν τα παιδιά στη γερμανική επικράτεια, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου έχουν αναφερθεί κρούσματα κακοποίησης και ενδοοικογενειακής βίας εις βάρος των μη γερμανών γονέων·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μη γερμανοί γονείς κατήγγειλαν στις αναφορές τους την ανεπαρκή ή την έλλειψη παροχής συμβουλών και νομικής συνδρομής, από τις εθνικές αρχές της χώρας καταγωγής τους, σε περιπτώσεις στις οποίες οι γερμανικές αρχές, συμπεριλαμβανομένης της Jugendamt, εφάρμοσαν, σύμφωνα με τις καταγγελίες, μεροληπτικές ή δυσμενείς δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες εις βάρος τους, σε οικογενειακές διαφορές που αφορούν παιδιά·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου 17 προσφυγές κατά της Γερμανίας από μη γερμανούς αναφέροντες με αντικείμενο τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια τέκνων σε διασυνοριακές οικογενειακές διαφορές, εκ των οποίων ουδεμία κρίθηκε παραδεκτή·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη πρέπει να εγγυώνται πλήρως την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, όπως αυτά κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφύλαξη των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού, τα οποία προστατεύονται πρωτίστως και πιο αποτελεσματικά στο πλαίσιο της οικογένειάς τους, αποτελεί θεμελιώδη αρχή που θα πρέπει να τηρείται ως γενικός κανόνας για όλες τις αποφάσεις που άπτονται ζητημάτων μέριμνας για τα παιδιά σε όλα τα επίπεδα·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αυξημένη κινητικότητα εντός της ΕΕ έχει οδηγήσει σε όλο και περισσότερες διασυνοριακές διαφορές σχετικά με τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια των παιδιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή πρέπει να εντείνει τις προσπάθειές της για να προωθήσει σε όλα τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, τη συνεπή και συγκεκριμένη εφαρμογή των αρχών που θεσπίζονται στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, την οποία έχουν κυρώσει όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το πεδίο εφαρμογής και οι στόχοι του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα βασίζονται στην αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων εις βάρος των πολιτών της Ένωσης με βάση την ιθαγένεια καθώς και στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των νομικών συστημάτων των κρατών μελών·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διατάξεις του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα δεν θα πρέπει, σε καμία περίπτωση, να επιτρέπουν την παραβίαση των βασικών στόχων του που συνίστανται στην εξασφάλιση αμοιβαίου σεβασμού και αναγνώρισης, την αποφυγή διακρίσεων λόγω ιθαγένειας και, πρωτίστως, την πραγματική προστασία των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού με αντικειμενικό τρόπο·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η έλλειψη επακριβών και λεπτομερών ελέγχων όσον αφορά τον αμερόληπτο χαρακτήρα των διαδικασιών και πρακτικών που εφαρμόζουν οι γερμανικές αρμόδιες αρχές σε οικογενειακές διαφορές με διασυνοριακές επιπτώσεις που αφορούν παιδιά, μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ευημερία των παιδιών και να οδηγήσει σε αυξημένη παραβίαση των δικαιωμάτων των μη γερμανών γονέων·

ΙΕ.  επαναλαμβάνοντας ότι η αρχή της επικουρικότητας εφαρμόζεται σε όλα τα θέματα ουσιαστικού οικογενειακού δικαίου·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ένα δικαστήριο μπορεί να καλέσει σε ακρόαση ένα παιδί που δεν έχει ακόμη συμπληρώσει την ηλικία των τριών ετών κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης· λαμβάνοντας υπόψη ότι σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ θεωρείται ότι τα παιδιά αυτής της ηλικίας δεν έχουν την κατάλληλη ηλικία και ωριμότητα ώστε να ζητείται η γνώμη τους σε διαφορές που αφορούν τους γονείς τους·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το δικαίωμα του παιδιού σε οικογενειακή ζωή δεν θα πρέπει να τίθεται σε κίνδυνο λόγω άσκησης ενός θεμελιώδους δικαιώματος, όπως η ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στη νομολογία του ΔΕΕ καθορίζονται η αυτόνομη έννοια της «συνήθους διαμονής» του παιδιού στο δίκαιο της ΕΕ, καθώς και ο μεγάλος αριθμός των κριτηρίων που πρέπει να χρησιμοποιούνται από τις εθνικές αρχές για την διαπίστωση της συνήθους διαμονής·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι από το άρθρο 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ προκύπτει ότι τα παιδιά έχουν δικαίωμα να διατηρούν τακτικά προσωπικές σχέσεις και απευθείας επαφές με τους γονείς τους, όταν οι γονείς τους ασκούν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία, εκτός εάν αυτό είναι αντίθετο προς το συμφέρον του παιδιού·

1.  επισημαίνει με μεγάλη ανησυχία ότι προβλήματα σχετικά με το γερμανικό σύστημα οικογενειακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του αμφιλεγόμενου ρόλου της Jugendamt, τα οποία καταγγέλλουν με αναφορές τους γονείς μη γερμανικής ιθαγένειας, εξακολουθούν να παραμένουν άλυτα· υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή Αναφορών λαμβάνει συνεχώς αναφορές από μη γερμανούς γονείς, στις οποίες αναφέρονται σοβαρές διακρίσεις εξ αιτίας των διαδικασιών και πρακτικών που εφαρμόζουν συγκεκριμένα οι αρμόδιες γερμανικές αρχές σε διασυνοριακές οικογενειακές διαφορές που αφορούν παιδιά·

2.  επισημαίνει με ανησυχία όλα τα εικαζόμενα κρούσματα διακρίσεων εις βάρος μη γερμανών γονέων από την Jugendamt·

3.  επισημαίνει την μακρά ενασχόληση της Επιτροπής Αναφορών με τον χειρισμό αναφορών για το ρόλο της Jugendamt· γνωρίζει τις απαντήσεις που έχουν δοθεί από το αρμόδιο γερμανικό υπουργείο σχετικά με τη λειτουργία του γερμανικού συστήματος οικογενειακού δικαίου, ωστόσο υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή Αναφορών συνεχίζει να λαμβάνει αναφορές σχετικά με εικαζόμενες διακρίσεις εις βάρος μη γερμανών γονέων·

4.  τονίζει ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό Βρυξέλλες IIα, οι εθνικές αρχές είναι υποχρεωμένες να αναγνωρίζουν και να εκτελούν αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος σε υποθέσεις που αφορούν παιδιά· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι σε οικογενειακές διαφορές με διασυνοριακές επιπτώσεις, εικάζεται ότι οι γερμανικές αρχές μπορούν να αρνούνται συστηματικά να αναγνωρίσουν δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε άλλα κράτη σε υποθέσεις στις οποίες δεν έχουν ακουστεί παιδιά που δεν έχουν ακόμη συμπληρώσει το τρίτο έτος της ηλικίας τους· υπογραμμίζει ότι αυτή η πτυχή υπονομεύει την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης με άλλα κράτη μέλη των οποίων τα νομικά συστήματα θέτουν διαφορετικά όρια ηλικίας για την ακρόαση ενός παιδιού·

5.  αποδοκιμάζει το γεγονός ότι η Επιτροπή, επί σειρά ετών, δεν έχει ασκήσει ακριβείς ελέγχους σχετικά με τις διαδικασίες και πρακτικές που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του γερμανικού συστήματος οικογενειακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της Jugendamt, όταν πρόκειται για οικογενειακές διαφορές με διασυνοριακές συνέπειες, και συνεπώς δεν έχει προστατέψει με αποτελεσματικό τρόπο το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και όλα τα συναφή δικαιώματα·

6.  υπενθυμίζει την απάντηση της Επιτροπής όσον αφορά τις αναφορές με αντικείμενο τον ρόλο της Jugendamt σε διασυνοριακές οικογενειακές διαφορές· επαναλαμβάνει ότι η ΕΕ δεν έχει γενική αρμοδιότητα να ενεργεί σε θέματα οικογενειακού δικαίου, ότι το ουσιαστικό οικογενειακό δίκαιο παραμένει αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών και δεν μπορεί να παρακολουθείται από την Επιτροπή, ότι, σε περίπτωση ανησυχίας σχετικά με τη λειτουργία της Jugendamt, πρέπει να επιδιώκεται η προσφυγή στη δικαιοσύνη σε εθνικό επίπεδο και ότι, εάν οι γονείς θεωρούν ότι κάποιο από τα θεμελιώδη δικαιώματά τους έχει παραβιαστεί, μπορούν να υποβάλουν καταγγελία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο, μόλις εξαντληθούν τα εγχώρια ένδικα μέσα·

7.  τονίζει τη σημασία της συλλογής από τα κράτη μέλη στατιστικών στοιχείων σχετικά με τις διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες που αφορούν την επιμέλεια των παιδιών και τη συμμετοχή αλλοδαπών γονέων, ιδίως όσον αφορά το αποτέλεσμα των δικαστικών αποφάσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η λεπτομερής ανάλυση των τάσεων που υφίστανται διαχρονικά και να παρασχεθούν κριτήρια αναφοράς·

8.  τονίζει, σε συμφωνία με τη νομολογία του ΔΕΕ, την αυτόνομη έννοια της «συνήθους διαμονής» του παιδιού στο δίκαιο της ΕΕ και τα πολύπλευρα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται από τις εθνικές αρχές για τον καθορισμό της συνήθους διαμονής·

9.  καλεί την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε η συνήθης διαμονή του παιδιού να έχει προσδιοριστεί δεόντως από τις γερμανικές αρχές στις υποθέσεις που αναφέρονται στις αναφορές που έχουν υποβληθεί στην Επιτροπή Αναφορών·

10.  κατακρίνει έντονα την έλλειψη στατιστικών στοιχείων σχετικά με τον αριθμό των υποθέσεων στη Γερμανία, στις οποίες οι δικαστικές αποφάσεις δεν ήταν σύμφωνες με τις συστάσεις της Jugendamt καθώς και σχετικά με την έκβαση των οικογενειακών διαφορών που αφορούν παιδιά συζύγων με διπλή ιθαγένεια, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα που έχουν διατυπωθεί επί πολλά χρόνια για τη συλλογή και δημοσιοποίηση των στοιχείων αυτών·

11.  καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει στις επίμαχες αναφορές κατά πόσον οι γερμανικές αρχές έχουν τηρήσει δεόντως τις διατάξεις του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, και αν έχουν λάβει υπόψη τους διαταγές ή αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από τις αρχές άλλων κρατών μελών·

12.  καταδικάζει το γεγονός ότι, σε περιπτώσεις εποπτευόμενου δικαιώματος επίσκεψης, η μη συμμόρφωση των μη γερμανών γονέων με τη διαδικασία που εφαρμόζουν οι υπάλληλοι της Jugendamt να χρησιμοποιείται η γερμανική γλώσσα κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας με τα παιδιά τους έχει οδηγήσει σε διακοπή των συνομιλιών και σε απαγόρευση επαφής μεταξύ των μη γερμανών γονέων και των παιδιών τους· πιστεύει ότι η εν λόγω διαδικασία που τηρείται από τους υπαλλήλους της Jugendamt συνιστά σαφώς δυσμενή διάκριση λόγω καταγωγής και γλώσσας εις βάρος μη γερμανών γονέων·

13.  τονίζει ότι η Jugendamt επιτρέπει κατά κανόνα τη χρήση κοινής μητρικής γλώσσας και, εάν χρειάζεται για την ευημερία και την ασφάλεια του παιδιού, όπως σε πιθανές περιπτώσεις απαγωγής, προσπαθεί να παρέχει διερμηνέα, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι υπάλληλοι της Jugendamt κατανοούν το περιεχόμενο της συζήτησης·

14.  είναι απόλυτα πεπεισμένο ότι, σε περιπτώσεις εποπτευόμενου δικαιώματος επίσκεψης, οι γερμανικές αρχές πρέπει να επιτρέπουν τη χρήση της γλώσσας των γονέων κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας μεταξύ των γονέων και των παιδιών τους· ζητεί να τεθούν σε εφαρμογή διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι οι μη γερμανοί γονείς και τα παιδιά τους μπορούν να επικοινωνούν στην κοινή τους γλώσσα, δεδομένου ότι η χρήση αυτής της γλώσσας διαδραματίζει καίριο ρόλο στη διατήρηση ισχυρών συναισθηματικών δεσμών μεταξύ των γονέων και των παιδιών τους και διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και ευημερίας των παιδιών·

15.  είναι πεπεισμένο ότι πρέπει να δοθεί συνεπής και αποτελεσματική συνέχεια στις συστάσεις της τελικής έκθεσης της ομάδας εργασίας της Επιτροπής Αναφορών της 3ης Μαΐου 2017 σχετικά με θέματα παιδικής ευζωίας, και ιδίως σε εκείνες που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τον ρόλο της Jugendamt και με το γερμανικό σύστημα οικογενειακού δικαίου·

16.  επισημαίνει στη Γερμανία τις διεθνείς υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, συμπεριλαμβανομένου του άρθρο 8· πιστεύει ότι πρέπει να επέλθουν σημαντικές βελτιώσεις από όλες τις γερμανικές αρμόδιες αρχές προκειμένου να διασφαλιστεί επαρκώς το δικαίωμα των παιδιών συζύγων διαφορετικής ιθαγένειας να διατηρήσουν την ταυτότητά τους, συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών σχέσεων, όπως αναγνωρίζεται από τον νόμο, χωρίς παράνομες παρεμβάσεις·

17.  θεωρεί ότι, δυνάμει του άρθρου 81 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή μπορεί και πρέπει να διαδραματίζει ενεργό ρόλο διασφαλίζοντας δίκαιες και συνεπείς πρακτικές χωρίς δυσμενείς διακρίσεις έναντι των γονέων στο πλαίσιο του χειρισμού διασυνοριακών υποθέσεων επιμέλειας παιδιών σε ολόκληρη την Ένωση·

18.  καλεί την Επιτροπή να διεξάγει διεξοδικούς ελέγχους σχετικά με τον μεροληπτικό χαρακτήρα των διαδικασιών και πρακτικών που χρησιμοποιούνται στο γερμανικό σύστημα οικογενειακού δικαίου, και στους κόλπους της Jugendamt, στο πλαίσιο διασυνοριακών οικογενειακών διαφορών·

19.  επαναλαμβάνει ότι η αρχή της επικουρικότητας εφαρμόζεται σε θέματα ουσιαστικού οικογενειακού δικαίου·

20.  ζητεί από την Επιτροπή να εντατικοποιήσει την επαγγελματική κατάρτιση και τις διεθνείς ανταλλαγές υπαλλήλων των κοινωνικών υπηρεσιών, προκειμένου να αυξηθεί η ενημέρωση σχετικά με τα καθήκοντα των ομολόγων τους σε άλλα κράτη μέλη και να ανταλλαγούν οι ορθές πρακτικές·

21.  τονίζει τη σπουδαιότητα της στενής συνεργασίας και της αποτελεσματικής επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων εθνικών και τοπικών αρχών, από τις κοινωνικές υπηρεσίες έως τις δικαστικές και κεντρικές αρχές, οι οποίες συμμετέχουν σε διαδικασίες για τη φροντίδα των παιδιών·

22.  τονίζει ότι επιβάλλεται να βελτιωθεί η δικαστική και διοικητική συνεργασία μεταξύ των γερμανικών αρχών και των αρχών των άλλων κρατών μελών, προκειμένου να διασφαλιστεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη όσον αφορά την αναγνώριση και εκτέλεση στη Γερμανία μέτρων και αποφάσεων που έχουν ληφθεί από αρχές άλλων κρατών μελών σε οικογενειακές διαφορές διασυνοριακού χαρακτήρα που αφορούν παιδιά·

23.  επισημαίνει ότι είναι σημαντικό να παρέχονται, χωρίς καθυστέρηση, σε μη γερμανούς γονείς, από την αρχή και σε κάθε στάδιο της διαδικασίας που αφορά παιδιά, πλήρεις και σαφείς πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία και τις πιθανές συνέπειές της, σε γλώσσα που κατανοούν πλήρως οι εν λόγω γονείς, προκειμένου να αποφεύγονται περιπτώσεις στις οποίες οι γονείς παρέχουν τη συγκατάθεσή τους χωρίς να κατανοούν πλήρως τις επιπτώσεις των δεσμεύσεών που αναλαμβάνουν· καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν στοχευμένα μέτρα προκειμένου να βελτιωθεί η νομική υποστήριξη, η χορηγούμενη βοήθεια, οι παρεχόμενες συμβουλές και η ενημέρωση προς τους υπηκόους τους, σε περιπτώσεις που αυτοί καταγγέλλουν διακρίσεις ή δυσμενείς δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες εις βάρος τους από τις γερμανικές αρχές σε διασυνοριακές οικογενειακές διαφορές που αφορούν παιδιά·

24.  τονίζει ότι οι καταγγελίες, σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται σε μη γερμανούς γονείς να επικοινωνούν με τα παιδιά τους στην κοινή μητρική τους γλώσσα κατά τη διάρκεια των επισκέψεων, συνιστούν διάκριση λόγω γλώσσας και επίσης αντιστρατεύονται τον στόχο της προώθησης της πολυγλωσσίας και της πολυμορφίας του πολιτιστικού υπόβαθρου εντός της Ένωσης, κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας·

25.  καλεί τη Γερμανία να εντείνει τις προσπάθειές της προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι γονείς θα έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν μια κοινή με τα παιδιά τους μητρική γλώσσα κατά τη διάρκεια των υπό εποπτεία επισκέψεων·

26.  εκφράζει την ανησυχία του για όσα επισημαίνουν οι αναφέροντες σχετικά με τις βραχείες προθεσμίες που θέτουν οι αρμόδιες γερμανικές αρχές, και τα έγγραφα που αποστέλλονται από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές και δεν παρέχονται στη γλώσσα του μη γερμανού αναφέροντος· τονίζει το δικαίωμα των πολιτών να αρνούνται να παραλάβουν έγγραφα που δεν έχουν συνταχθεί ή μεταφραστεί σε γλώσσα που κατανοούν, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει ενδελεχώς την εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού στη Γερμανία προκειμένου να αντιμετωπιστούν δεόντως όλες οι πιθανές παραβιάσεις·

27.  καλεί την Επιτροπή να ελέγχει κατά πόσον τηρούνται οι γλωσσικές απαιτήσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον των γερμανικών αρχών στις υποθέσεις που μνημονεύονται στις αναφορές που έχουν υποβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·

28.  καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν στοχευμένα μέτρα προκειμένου να βελτιωθούν η νομική υποστήριξη, η χορηγούμενη βοήθεια, οι παρεχόμενες συμβουλές και η ενημέρωση προς τους υπηκόους τους, σε διασυνοριακές οικογενειακές διαφορές που αφορούν παιδιά· επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι τα αρμόδια γερμανικά ομοσπονδιακά υπουργεία έχουν συστήσει ένα κεντρικό σημείο επαφής για διασυνοριακές οικογενειακές συγκρούσεις για την παροχή συμβουλών και πληροφοριών σε διασυνοριακές οικογενειακές διαφορές που αφορούν τη γονική μέριμνα·

29.  καλεί εκ νέου την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συγχρηματοδοτήσουν και να προωθήσουν τη δημιουργία μιας πλατφόρμας που θα παρέχει βοήθεια σε αλλοδαπούς πολίτες της ΕΕ στο πλαίσιο οικογενειακών διαδικασιών·

30.  επισημαίνει στα κράτη μέλη τη σημασία της συστηματικής εφαρμογής των διατάξεων της σύμβασης της Βιέννης του 1963 και της υποχρέωσής τους να μεριμνούν ώστε οι πρεσβείες ή οι προξενικές αρχές να ενημερώνονται από την αρχή για όλες τις διαδικασίες φροντίδας για τα παιδιά που αφορούν υπηκόους τους και να έχουν πλήρη πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα· τονίζει τη σημασία μιας αξιόπιστης προξενικής συνεργασίας στον τομέα αυτό και προτείνει να επιτρέπεται στις προξενικές αρχές να συμμετέχουν σε κάθε στάδιο της διαδικασίας·

31.  επισημαίνει στα κράτη μέλη ότι πρέπει να παρέχεται στο παιδί κάθε αναγκαία και εύλογη φροντίδα από ανάδοχη οικογένεια, σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 8 και 20 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, και ιδίως να καθίσταται δυνατή μια συνεχή φροντίδα για τα παιδιά, στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνεται υπόψη η εθνοτική, θρησκευτική, γλωσσική και πολιτιστική ταυτότητα του παιδιού·

32.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ L 338 της 23.12.2003, σ. 1
(2) ΕΕ L 324 της 10.12.2007, σ. 79.
(3) Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Barbara Mercredi κατά Richard Chaffe, C-497/10 PPU, ECLI:EU:C:2010:829.
(4) Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 2ας Απριλίου 2009, A, C-523/07, ECLI:EU:C:2009:225.
(5) ΕΕ C 66 της 21.2.2018, σ. 2.

Τελευταία ενημέρωση: 30 Νοεμβρίου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου