Ευρετήριο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018 - ΣτρασβούργοΠροσωρινή έκδοση
Προσωρινή έκθεση σχετικά με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο για την περίοδο 2021-2027 – Η θέση του Κοινοβουλίου ενόψει συμφωνίας
 Κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις: νέες κατηγορίες κρατικών ενισχύσεων *
 Εξαγωγές όπλων: εφαρμογή της κοινής θέσης 2008/944/ΚΕΠΠΑ
 Παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού και διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς ***I
 Ευρωπαϊκός Κώδικας Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών ***I
 Φορέας Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες ***I
 Πρότυπα επιδόσεων για τις εκπομπές CO2 των νέων βαρέων επαγγελματικών οχημάτων ***I
 Ανάγκη για έναν ολοκληρωμένο μηχανισμό για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα
 Εφαρμογή της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ-Γεωργίας
 Εφαρμογή της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ-Μολδαβίας

Προσωρινή έκθεση σχετικά με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο για την περίοδο 2021-2027 – Η θέση του Κοινοβουλίου ενόψει συμφωνίας
PDF 1103kWORD 121k
Ψήφισμα
Παράρτημα
Παράρτημα
Παράρτημα
Παράρτημα
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2018 σχετικά με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο για την περίοδο 2021-2027 – Η θέση του Κοινοβουλίου ενόψει συμφωνίας (COM(2018)0322 – C8-0000/2018 – 2018/0166R(APP))
P8_TA-PROV(2018)0449A8-0358/2018

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 311, 312 και 323 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2018, με τίτλο «Ένας σύγχρονος προϋπολογισμός για μια Ένωση που προστατεύει, ενδυναμώνει και υπερασπίζεται τους πολίτες της – Πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2021-2027» (COM(2018)0321),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2018, σχετικά με την έκδοση κανονισμού του Συμβουλίου για τον καθορισμό του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2021-2027 (COM(2018)0322), και τις προτάσεις της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2018, για το σύστημα των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (COM(2018)0325, COM(2018)0326, COM(2018)0327 και COM(2018)0328),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2018, σχετικά με τη σύναψη διοργανικής συμφωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (COM(2018)0323),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2018, σχετικά με την έκδοση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης στην περίπτωση γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το κράτος δικαίου στα κράτη μέλη (COM(2018)0324),

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του, της 14ης Μαρτίου 2018, σχετικά με το επόμενο ΠΔΠ: προετοιμασία της θέσης του Κοινοβουλίου για το ΠΔΠ μετά το 2020, και σχετικά με τη μεταρρύθμιση του συστήματος των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(1),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 30ής Μαΐου 2018, σχετικά με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2021-2027 και τους ίδιους πόρους(2),

–  έχοντας υπόψη την επικύρωση της Συμφωνίας του Παρισιού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 4 Οκτωβρίου 2016(3) και από το Συμβούλιο στις 5 Οκτωβρίου 2016(4),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα 70/1 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών με τίτλο «Να αλλάξουμε τον κόσμο μας: η Ατζέντα του 2030 για τη βιώσιμη ανάπτυξη», το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2016,

–  έχοντας υπόψη τη συλλογική δέσμευση της ΕΕ για την επίτευξη του στόχου της διάθεσης του 0,7 % του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος (ΑΕΕ) σε επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια (ΕΑΒ) εντός του χρονικού πλαισίου που ορίζει το θεματολόγιο για την περίοδο μετά το 2015,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 19ης Ιανουαρίου 2017, σχετικά με έναν ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων(5),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 99 παράγραφος 5 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή έκθεση της Επιτροπής Προϋπολογισμών, τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Ανάπτυξης, της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού, τη θέση υπό μορφή τροπολογιών της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας, της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού, της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης, της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου, της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας, της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων, και τη θέση υπό μορφή τροπολογιών της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (A8-0358/2018),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 311 ΣΛΕΕ, η Ένωση πρέπει να διαθέτει επαρκή μέσα για την επίτευξη των στόχων της και την επιτυχή εφαρμογή των πολιτικών της·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το τρέχον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ) 2014-2020 θεσπίστηκε, για πρώτη φορά, σε επίπεδο χαμηλότερο του προηγουμένου, τόσο σε πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων όσο και σε πιστώσεις πληρωμών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η καθυστερημένη έγκριση του ΠΔΠ και των τομεακών νομοθετικών πράξεων είχε ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στην εφαρμογή των νέων προγραμμάτων·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κατέστη γρήγορα εμφανής η ανεπάρκεια του ΠΔΠ για την αντιμετώπιση μιας σειράς κρίσεων, νέων διεθνών δεσμεύσεων και νέων πολιτικών προκλήσεων που δεν είχαν ενσωματωθεί και/ή προβλεφθεί τη στιγμή της έγκρισής του· λαμβάνοντας υπόψη ότι, για να εξασφαλιστεί η αναγκαία χρηματοδότηση, το ΠΔΠ ωθήθηκε στα όριά του, περιλαμβανομένης μιας άνευ προηγουμένου προσφυγής στις διατάξεις ευελιξίας και στα ειδικά μέσα, μετά την εξάντληση των διαθέσιμων περιθωρίων· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα προγράμματα υψηλής προτεραιότητας της ΕΕ στον τομέα της έρευνας και των υποδομών περικόπηκαν μόλις δύο έτη μετά την έκδοσή τους·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενδιάμεση αναθεώρηση του ΠΔΠ που δρομολογήθηκε στα τέλη του 2016 αποδείχθηκε απολύτως αναγκαία για τη διεύρυνση του δυναμικού των υφιστάμενων διατάξεων σχετικά με την ευελιξία, αν και δεν οδήγησε στην αναθεώρηση των ανώτατων ορίων του ΠΔΠ· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η αναθεώρηση αξιολογήθηκε θετικά τόσο από το Κοινοβούλιο όσο και από το Συμβούλιο·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η θέσπιση του νέου ΠΔΠ θα αποτελέσει κρίσιμο χρονικό σημείο για την Ένωση των 27, καθώς θα παράσχει τη δυνατότητα να υιοθετηθεί ένα κοινό και μακροπρόθεσμο όραμα και να αποφασιστούν οι μελλοντικές πολιτικές προτεραιότητες, καθώς και να δοθεί στην Ένωση η ικανότητα να τις υλοποιήσει· λαμβάνοντας υπόψη ότι το ΠΔΠ 2021-2027 θα πρέπει να παρέχει στην Ένωση τους απαραίτητους πόρους για την τόνωση της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, της έρευνας και της καινοτομίας, την ενδυνάμωση των νέων, την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προκλήσεων της μετανάστευσης, την καταπολέμηση της ανεργίας, της συνεχιζόμενης φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, την περαιτέρω ενίσχυση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, την αντιμετώπιση των ζητημάτων της βιωσιμότητας, της απώλειας βιοποικιλότητας και της κλιματικής αλλαγής, την ενίσχυση της ασφάλειας και της άμυνας της ΕΕ, την προστασία των εξωτερικών συνόρων της και την υποστήριξη των γειτονικών χωρών·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, υπό το πρίσμα των παγκόσμιων προκλήσεων τις οποίες δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν μόνα τους τα κράτη μέλη, θα πρέπει να είναι δυνατή η αναγνώριση των ευρωπαϊκών κοινών αγαθών και η αξιολόγηση των τομέων στους οποίους οι ευρωπαϊκές δαπάνες θα ήταν πιο αποτελεσματικές από τις εθνικές δαπάνες, προκειμένου να μεταφερθούν οι αντίστοιχοι χρηματοδοτικοί πόροι στο ενωσιακό επίπεδο και, ως εκ τούτου, να ενισχυθεί η στρατηγική σημασία της Ένωσης χωρίς κατ’ ανάγκη να αυξηθούν οι συνολικές δημόσιες δαπάνες·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις 2 Μαΐου 2018, η Επιτροπή παρουσίασε μια δέσμη νομοθετικών προτάσεων σχετικά με το ΠΔΠ 2021-2027 και τους ιδίους πόρους της ΕΕ, την οποία ακολούθησαν νομοθετικές προτάσεις για τη θέσπιση νέων προγραμμάτων και μέσων της ΕΕ·

1.  τονίζει ότι το ΠΔΠ 2021-2027 πρέπει να εγγυάται την ευθύνη και την ικανότητα της Ένωσης να ανταποκρίνεται σε νεοεμφανιζόμενες ανάγκες, πρόσθετες προκλήσεις και νέες διεθνείς δεσμεύσεις, και να επιτυγχάνει τις πολιτικές προτεραιότητες και τους στόχους της· επισημαίνει τα σοβαρά προβλήματα που συνδέονται με την υποχρηματοδότηση του ΠΔΠ 2014-2020, και τονίζει εκ νέου ότι, προκειμένου να μην επαναληφθούν προηγούμενα λάθη, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί εξαρχής ένας ισχυρός και αξιόπιστος προϋπολογισμός της ΕΕ προς όφελος των πολιτών για την επόμενη επταετία·

2.  θεωρεί ότι οι προτάσεις της Επιτροπής για το ΠΔΠ 2021-2027 και το σύστημα ιδίων πόρων της Ένωσης αποτελούν την αφετηρία για τις επικείμενες διαπραγματεύσεις· εκφράζει τη θέση του σχετικά με τις προτάσεις αυτές, εν αναμονή της διαπραγματευτικής εντολής του Συμβουλίου, η οποία δεν είναι ακόμη διαθέσιμη·

3.  υπογραμμίζει ότι η πρόταση της Επιτροπής όσον αφορά το συνολικό επίπεδο του επόμενου ΠΔΠ, που ορίζεται στο 1,08 % του ΑΕΕ της ΕΕ-27 (1,11 % μετά την ενσωμάτωση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης), αντιπροσωπεύει, από άποψη ποσοστού ΑΕΕ, μείωση σε πραγματικούς όρους σε σύγκριση με το τρέχον ΠΔΠ· θεωρεί ότι το προτεινόμενο επίπεδο του ΠΔΠ δεν θα επιτρέψει στην Ένωση να τηρήσει τις πολιτικές της δεσμεύσεις και να ανταποκριθεί σε σημαντικές μελλοντικές προκλήσεις· προτίθεται, ως εκ τούτου, να διαπραγματευθεί μια αναγκαία αύξηση·

4.  δηλώνει, εξάλλου, την αντίθεσή του σε οποιαδήποτε μείωση του επιπέδου για μακροχρόνιες πολιτικές της ΕΕ που κατοχυρώνονται από τις Συνθήκες, όπως η πολιτική συνοχής, η κοινή γεωργική πολιτική και η κοινή αλιευτική πολιτική· εκφράζει την ιδιαίτερη αντίθεσή προς οποιεσδήποτε ριζικές περικοπές που θα επηρεάσουν αρνητικά την ίδια τη φύση και τους στόχους αυτών των πολιτικών, όπως οι προτεινόμενες περικοπές για το Ταμείο Συνοχής, ή για το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης· αντιτίθεται, εν προκειμένω, στην προτεινόμενη περικοπή στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+ (ΕΚΤ+), παρά το διευρυμένο πεδίο εφαρμογής του και την ενσωμάτωση σε αυτό τεσσάρων υφιστάμενων κοινωνικών προγραμμάτων, ιδίως της Πρωτοβουλίας για την Απασχόληση των Νέων·

5.  τονίζει, ακόμη, τη σημασία των οριζόντιων αρχών που θα πρέπει να διέπουν το ΠΔΠ και όλες τις συναφείς πολιτικές της ΕΕ· τονίζει εκ νέου, στο πλαίσιο αυτό, τη θέση του ότι η ΕΕ πρέπει να εκπληρώσει τη δέσμευσή της να πρωτοστατήσει στην υλοποίηση των στόχων βιώσιμης ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, και εκφράζει τη λύπη του για την έλλειψη σαφούς και ορατής δέσμευσης για τον σκοπό αυτό στις προτάσεις για το ΠΔΠ· ζητεί, ως εκ τούτου, την ενσωμάτωση των στόχων βιώσιμης ανάπτυξης σε όλες τις πολιτικές και πρωτοβουλίες της ΕΕ στο πλαίσιο του επόμενου ΠΔΠ· τονίζει περαιτέρω ότι όλα τα προγράμματα στο πλαίσιο του επόμενου ΠΔΠ θα πρέπει να συνάδουν με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων· τονίζει τη σημασία της υλοποίησης του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων, της εξάλειψης των διακρίσεων, συμπεριλαμβανομένων των διακρίσεων κατά των ατόμων ΛΟΑΔΜ, και της δημιουργίας ενός χαρτοφυλακίου για τις μειονότητες, συμπεριλαμβανομένων των Ρομά, μέτρα τα οποία είναι όλα ζωτικής σημασίας για την εκπλήρωση των δεσμεύσεων της ΕΕ για τη διαμόρφωση μιας Ευρώπης χωρίς αποκλεισμούς· υπογραμμίζει ότι, προκειμένου η ΕΕ να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη συμφωνία του Παρισιού, η συμβολή της στους στόχους για το κλίμα θα πρέπει να ανέλθει τουλάχιστον στο 25 % των δαπανών για το ΠΔΠ 2021-2027, με στόχο την επίτευξη ποσοστού 30 % το συντομότερο δυνατόν, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έως το 2027·

6.  εκφράζει, στο πλαίσιο αυτό, τη λύπη του για το γεγονός ότι, παρά την κοινή δήλωση σχετικά με την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου που προσαρτήθηκε στον κανονισμό για το ΠΔΠ 2014-2020, δεν έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στον τομέα αυτό, και για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την εφαρμογή της στην ενδιάμεση επανεξέταση του ΠΔΠ· εκφράζει τη βαθιά του λύπη για το γεγονός ότι η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου αγνοήθηκε πλήρως στην πρόταση για το ΠΔΠ, και την απογοήτευσή του για την έλλειψη σαφών στόχων, απαιτήσεων και δεικτών για την ισότητα των φύλων στις προτάσεις για τις σχετικές πολιτικές της ΕΕ· ζητεί, στο πλαίσιο των ετήσιων διαδικασιών του προϋπολογισμού, να αξιολογείται και να ενσωματώνεται ο πλήρης αντίκτυπος των πολιτικών της ΕΕ στην ισότητα των φύλων (συνεκτίμηση της διάστασης του φύλου στον προϋπολογισμό)· αναμένει από το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή να ανανεώσουν τη δέσμευσή τους στην ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στο επόμενο ΠΔΠ, και να παρακολουθούν αποτελεσματικά την εφαρμογή της, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αναθεώρησης του ΠΔΠ·

7.  υπογραμμίζει ότι το επόμενο ΠΔΠ πρέπει να βασίζεται στην αυξημένη λογοδοσία, την απλούστευση, την προβολή, τη διαφάνεια και την κατάρτιση του προϋπολογισμού βάσει επιδόσεων· υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση, όσον αφορά τις μελλοντικές δαπάνες, στις επιδόσεις και τα αποτελέσματα, με βάση φιλόδοξους και συναφείς στόχους επιδόσεων και έναν ολοκληρωμένο και κοινό ορισμό της ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας· ζητεί από την Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες οριζόντιες αρχές, να προβεί σε εξορθολογισμό της υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις επιδόσεις, να διευρύνει την εν λόγω υποβολή εκθέσεων ώστε να καταστεί μια προσέγγιση ποιοτικής αξιολόγησης που θα περιλαμβάνει περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς δείκτες, και να παρουσιάζει με σαφήνεια πληροφορίες σχετικά με τις κύριες προκλήσεις της ΕΕ που δεν έχουν ακόμη αντιμετωπιστεί·

8.  γνωρίζει τις σοβαρές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ένωση και αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη του για την έγκαιρη εξασφάλιση ενός προϋπολογισμού ανάλογου προς τις ανάγκες, τις προσδοκίες και τις ανησυχίες των πολιτών της ΕΕ· είναι έτοιμο να αρχίσει αμέσως διαπραγματεύσεις με το Συμβούλιο, ώστε να βελτιωθούν οι προτάσεις της Επιτροπής και να σχεδιαστεί ένα ρεαλιστικό ΠΔΠ·

9.  υπενθυμίζει ότι η θέση του Κοινοβουλίου περιλαμβάνεται ήδη με σαφήνεια στα ψηφίσματά του, της 14ης Μαρτίου και της 30ής Μαΐου 2018, που συνιστούν την πολιτική στάση του όσον αφορά το ΠΔΠ 2021-2027 και τους ιδίους πόρους· υπενθυμίζει ότι τα ψηφίσματα αυτά εγκρίθηκαν με πολύ μεγάλη πλειοψηφία, γεγονός που αποδεικνύει την ενότητα και την ετοιμότητα του Κοινοβουλίου για τις επικείμενες διαπραγματεύσεις·

10.  αναμένει, συνεπώς, ότι το ΠΔΠ θα βρίσκεται στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας του Συμβουλίου, και εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν έχει παρατηρηθεί μέχρι σήμερα σημαντική πρόοδος· πιστεύει ότι οι τακτικές συναντήσεις μεταξύ των διαδοχικών Προεδριών του Συμβουλίου και της διαπραγματευτικής ομάδας του Κοινοβουλίου θα πρέπει να εντατικοποιηθούν και να προετοιμάσουν το έδαφος για τις επίσημες διαπραγματεύσεις· αναμένει ότι πριν από τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2019 θα επιτευχθεί μια καλή συμφωνία, προκειμένου να αποφευχθούν οι σοβαρές δυσκολίες για την έναρξη των νέων προγραμμάτων λόγω της καθυστερημένης έγκρισης του δημοσιονομικού πλαισίου, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν· υπογραμμίζει ότι το εν λόγω χρονοδιάγραμμα θα επιτρέψει στο νεοεκλεγμένο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να προσαρμόσει το ΠΔΠ της περιόδου 2021-2027 κατά την υποχρεωτική ενδιάμεση αναθεώρηση·

11.  υπενθυμίζει ότι τα έσοδα και οι δαπάνες πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ενιαία δέσμη κατά τις επικείμενες διαπραγματεύσεις· δηλώνει, συνεπώς, ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία για το μελλοντικό ΠΔΠ χωρίς αντίστοιχη πρόοδο στο θέμα των νέων ιδίων πόρων της Ένωσης·

12.  τονίζει ότι όλα τα στοιχεία της δέσμης ΠΔΠ/ιδίων πόρων, και ιδίως τα αριθμητικά στοιχεία του ΠΔΠ, θα πρέπει να παραμείνουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μέχρι την επίτευξη τελικής συμφωνίας· υπενθυμίζει, εν προκειμένω, την κριτική στάση που τήρησε το Κοινοβούλιο έναντι της διαδικασίας που οδήγησε στην έγκριση του τρέχοντος ΠΔΠ και τον κυρίαρχο ρόλο που ανέλαβε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σε αυτήν τη διαδικασία, αποφασίζοντας αμετάκλητα για ορισμένα στοιχεία, στα οποία περιλαμβάνονται τα ανώτατα όρια του ΠΔΠ και διάφορες διατάξεις σχετικά με μια σειρά τομεακές πολιτικές, παραβιάζοντας τόσο το πνεύμα όσο και το γράμμα των Συνθηκών· εκφράζει την ιδιαίτερη ανησυχία του για το γεγονός ότι τα πρώτα στοιχεία των «διαπραγματευτικών πλαισίων» του ΠΔΠ που καταρτίστηκαν από την Προεδρία του Συμβουλίου ακολουθούν την ίδια λογική και περιέχουν ζητήματα που πρέπει να αποφασιστούν από κοινού από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο κατά την έγκριση νομοθεσίας για τη θέσπιση νέων προγραμμάτων της ΕΕ· προτίθεται, ως εκ τούτου, να προσαρμόσει αναλόγως τη στρατηγική του·

13.  θεωρεί ότι η απαίτηση ομοφωνίας για την έγκριση και την αναθεώρηση του κανονισμού του ΠΔΠ αποτελεί πραγματικό εμπόδιο για τη διαδικασία· καλεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να ενεργοποιήσει τη ρήτρα γέφυρας που ορίζεται στο άρθρο 312 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ, ούτως ώστε να μπορέσει το Συμβούλιο να εγκρίνει τον κανονισμό του ΠΔΠ με ειδική πλειοψηφία·

14.  εγκρίνει το παρόν ψήφισμα με σκοπό να παρουσιάσει τη διαπραγματευτική του εντολή σχετικά με κάθε πτυχή των προτάσεων της Επιτροπής, περιλαμβανομένων συγκεκριμένων τροποποιήσεων τόσο του προτεινόμενου κανονισμού για το ΠΔΠ όσο και της διοργανικής συμφωνίας (ΔΣ)· παρουσιάζει, επιπλέον, έναν πίνακα με αριθμητικά στοιχεία για κάθε πολιτική και πρόγραμμα της ΕΕ, που βασίζονται στις θέσεις του Κοινοβουλίου οι οποίες είχαν ήδη εγκριθεί σε προηγούμενα ψηφίσματα για το ΠΔΠ· τονίζει ότι τα στοιχεία αυτά θα αποτελέσουν επίσης μέρος της εντολής του Κοινοβουλίου για τις επικείμενες νομοθετικές διαπραγματεύσεις που θα οδηγήσουν στην έγκριση των προγραμμάτων της ΕΕ για την περίοδο 2021-2027·

A.ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΔΠ

15.  ζητεί, επομένως, από το Συμβούλιο να λάβει δεόντως υπόψη τις ακόλουθες θέσεις του Κοινοβουλίου, προκειμένου να υπάρξει θετική έκβαση των διαπραγματεύσεων για το ΠΔΠ 2021-2027 και να επιτύχει τη σύμφωνη γνώμη του Κοινοβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 312 ΣΛΕΕ·

Αριθμητικά στοιχεία

16.  επαναβεβαιώνει την επίσημη θέση του ότι το επίπεδο του ΠΔΠ 2021-2027 θα πρέπει να οριστεί σε 1 324,1 δισεκατομμύρια EUR σε τιμές του 2018, ποσό που αντιπροσωπεύει το 1,3 % του ΑΕΕ της ΕΕ-27, προκειμένου να εξασφαλιστεί το αναγκαίο επίπεδο χρηματοδότησης για βασικές πολιτικές της ΕΕ που θα επιτρέψει την εκπλήρωση της αποστολής και των στόχων τους·

17.  ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, να εξασφαλιστεί το ακόλουθο επίπεδο χρηματοδότησης για προγράμματα και πολιτικές της ΕΕ, που παρουσιάζονται με σειρά που αντικατοπτρίζει τη δομή του ΠΔΠ, όπως προτείνεται από την Επιτροπή, και παρατίθενται εκ νέου στον αναλυτικό πίνακα (παραρτήματα III και IV του παρόντος ψηφίσματος)· ζητεί να προσαρμοστούν ανάλογα τα ανώτατα όρια αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών, όπως ορίζεται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ του παρόντος ψηφίσματος:

   i. αύξηση του προϋπολογισμού για το πρόγραμμα «Ορίζων Ευρώπη» ώστε να φθάσει τα 120 δισεκατομμύρια EUR σε τιμές του 2018·
   ii. αύξηση των κονδυλίων για το ταμείο InvestEU ούτως ώστε να αντικατοπτρίζουν καλύτερα το επίπεδο στο οποίο ανέρχονταν, κατά την περίοδο 2014-2020, τα χρηματοδοτικά μέσα που ενσωματώθηκαν στο νέο πρόγραμμα·
   iii. αύξηση του επιπέδου χρηματοδότησης για τις υποδομές μεταφορών μέσω του προγράμματος «Συνδέοντας την Ευρώπη» (ΔΣΕ-Μεταφορές)·
   iv. διπλασιασμός της ειδικής χρηματοδότησης για τις ΜΜΕ (σε σύγκριση με το COSME) στο πλαίσιο του προγράμματος για την ενιαία αγορά, με στόχο να ενισχυθεί η πρόσβασή τους στις αγορές, να βελτιωθούν οι επιχειρηματικές συνθήκες και η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να προωθηθεί η επιχειρηματικότητα·
   v. περαιτέρω αύξηση των πόρων του προγράμματος για την ενιαία αγορά ώστε να χρηματοδοτηθεί ένας νέος στόχος για την εποπτεία της αγοράς·
   vi. διπλασιασμός του προτεινόμενου επιπέδου χρηματοδότησης για το πρόγραμμα της ΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης, και αύξηση του επιπέδου χρηματοδότησης για το πρόγραμμα FISCALIS·
   vii. θέσπιση ειδικού κονδυλίου για τον βιώσιμο τουρισμό·
   viii. περαιτέρω ενίσχυση του ευρωπαϊκού διαστημικού προγράμματος, ιδίως για την ενίσχυση του SSA/GOVSATCOM καθώς και του Copernicus·
   ix. διατήρηση της χρηματοδότησης της πολιτικής συνοχής για την ΕΕ-27 στο επίπεδο του προϋπολογισμού της περιόδου 2014-2020 σε πραγματικούς όρους·
   x. διπλασιασμός των πόρων για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων στο ΕΚΤ+ (σε σύγκριση με την υφιστάμενη Πρωτοβουλία για την Απασχόληση των Νέων), με παράλληλη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του συστήματος και της προστιθέμενης αξίας του·
   xi. θέσπιση ειδικού κονδυλίου (5,9 δισεκατομμύρια EUR) για την Εγγύηση για τα παιδιά, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η παιδική φτώχεια τόσο εντός της ΕΕ όσο και μέσω των εξωτερικών της δράσεων·
   xii. τριπλασιασμός του τρέχοντος προϋπολογισμού για το πρόγραμμα Erasmus+·
   xiii. εξασφάλιση επαρκούς επιπέδου χρηματοδότησης για το πρόγραμμα DiscoverEU (Interrail)·
   xiv. αύξηση της τρέχουσας χρηματοδότησης για το πρόγραμμα «Δημιουργική Ευρώπη»·
   xv. αύξηση της τρέχουσας χρηματοδότησης για το πρόγραμμα «Δικαιώματα και αξίες» και θέσπιση ειδικού κονδυλίου για ένα νέο σκέλος που θα αφορά της αξίες της Ένωσης (τουλάχιστον 500 εκατομμύρια EUR), με στόχο τη στήριξη οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που προωθούν τις θεμελιώδεις αξίες και τη δημοκρατία εντός της ΕΕ σε τοπικό και εθνικό επίπεδο·
   xvi. διατήρηση της χρηματοδότησης της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ) για την ΕΕ-27 στο επίπεδο του προϋπολογισμού για την περίοδο 2014-2020 σε πραγματικές τιμές, με παράλληλη εγγραφή στον προϋπολογισμό του αρχικού ποσού του γεωργικού αποθεματικού·
   xvii. ενίσχυση κατά 10 % του επιπέδου του Ευρωπαϊκού Ταμείου Θάλασσας και Αλιείας, σύμφωνα με τη νέα αποστολή του για τη γαλάζια οικονομία·
   xviii. διπλασιασμός της τρέχουσας χρηματοδότησης για το πρόγραμμα Life+, συμπεριλαμβανομένων ειδικών κονδυλίων για τη βιοποικιλότητα και τη διαχείριση του δικτύου Natura 2000·
   xix. θέσπιση ειδικού κονδυλίου (4,8 δισεκατομμύρια EUR) για ένα νέο ταμείο για τη δίκαιη ενεργειακή μετάβαση, με στόχο την αντιμετώπιση των κοινωνιακών, κοινωνικοοικονομικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων για τους εργαζόμενους και τις κοινότητες που επηρεάζονται δυσμενώς από τη μετάβαση σε μια οικονομία που εξαρτάται σε μικρότερο βαθμό από τον άνθρακα και τις ανθρακούχες εκπομπές·
   xx. ενίσχυση του μέσου ή των μέσων για τη στήριξη των πολιτικών γειτονίας και ανάπτυξης (3,5 δισεκατομμύρια EUR), με στόχο την περαιτέρω συμβολή στη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου για την Αφρική·
   xxi. επαναφορά τουλάχιστον του επιπέδου του 2020 για όλους τους οργανισμούς, υπερασπίζοντας παράλληλα το υψηλότερο επίπεδο που προτείνει η Επιτροπή, μεταξύ άλλων και για τους οργανισμούς στους οποίους έχουν ανατεθεί νέες αρμοδιότητες και ευθύνες, και ζητώντας μια ολοκληρωμένη προσέγγιση όσον αφορά τη χρηματοδότηση από τέλη·
   xxii. διατήρηση του επιπέδου χρηματοδότησης της περιόδου 2014-2020 για διάφορα προγράμματα της ΕΕ (π.χ. παροπλισμός πυρηνικών εγκαταστάσεων, συνεργασία με τις υπερπόντιες χώρες και εδάφη (ΥΧΕ)), συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τα οποία προτείνεται η συγχώνευσή τους με μεγαλύτερα προγράμματα (π.χ. βοήθεια για τους απόρους, υγεία, δικαιώματα των καταναλωτών) και για τα οποία η πρόταση της Επιτροπής αντιπροσωπεύει, συνεπώς, μείωση σε πραγματικές τιμές·
   xxiii. καθορισμός, με την επιφύλαξη των προαναφερόμενων αλλαγών, των δημοσιονομικών κονδυλίων για όλα τα υπόλοιπα προγράμματα στο επίπεδο που προτείνει η Επιτροπή, μεταξύ άλλων όσον αφορά το πρόγραμμα ΔΣΕ-Ενέργεια, το πρόγραμμα ΔΣΕ-Ψηφιοποίηση, το πρόγραμμα «Ψηφιακή Ευρώπη», το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας και την ανθρωπιστική βοήθεια·

18.  σκοπεύει να εξασφαλίσει επαρκές επίπεδο χρηματοδότησης με βάση την πρόταση της Επιτροπής για τη «Μετανάστευση και τη διαχείριση των συνόρων» (τομέας 4) και την «Ασφάλεια και άμυνα», συμπεριλαμβανομένης της αντιμετώπισης κρίσεων (τομέας 5)· επιβεβαιώνει την πάγια θέση του σύμφωνα με την οποία οι πρόσθετες πολιτικές προτεραιότητες πρέπει να συνοδεύονται από πρόσθετα χρηματοδοτικά μέσα, ώστε να μην υπονομευτούν οι υφιστάμενες πολιτικές και προγράμματα και η χρηματοδότησή τους από το νέο ΠΔΠ·

19.  προτίθεται να υπερασπιστεί την πρόταση της Επιτροπής για εξασφάλιση ενός επαρκούς επιπέδου χρηματοδότησης για μια ισχυρή, αποτελεσματική και υψηλής ποιότητας ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση στην υπηρεσία όλων των Ευρωπαίων· υπενθυμίζει ότι, κατά τη διάρκεια του τρέχοντος ΠΔΠ, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και οι αποκεντρωμένοι οργανισμοί έχουν εφαρμόσει μείωση κατά 5 % του προσωπικού τους και πιστεύει ότι δεν θα πρέπει να υποστούν περαιτέρω μειώσεις, οι οποίες θα έθεταν σε άμεσο κίνδυνο την υλοποίηση των πολιτικών της Ένωσης· επαναλαμβάνει, για μία ακόμη φορά, τη ρητή αντίθεσή του σε μια επανάληψη της δημιουργίας μιας επονομαζόμενης δεξαμενής αναδιάταξης για τους οργανισμούς·

20.  είναι αποφασισμένο να αποτρέψει μια νέα κρίση πληρωμών κατά τα πρώτα έτη του ΠΔΠ 2021-2027, όπως συνέβη κατά την τρέχουσα περίοδο· θεωρεί ότι στο συνολικό ανώτατο όριο πληρωμών πρέπει να ληφθεί υπόψη το άνευ προηγουμένου ποσό του υπολοίπου προς εκκαθάριση για το τέλος του 2020, το εκτιμώμενο μέγεθος του οποίου αυξάνεται συνεχώς λόγω σημαντικών καθυστερήσεων στην υλοποίηση, και το οποίο θα πρέπει να διευθετηθεί στο πλαίσιο του επόμενου ΠΔΠ· ζητεί, συνεπώς, το συνολικό επίπεδο των πληρωμών καθώς και τα ετήσια ανώτατα όρια πληρωμών, ιδίως στην αρχή της περιόδου, να καθοριστούν σε ένα κατάλληλο επίπεδο που θα λαμβάνει επίσης δεόντως υπόψη την κατάσταση αυτή· προτίθεται να αποδεχθεί μόνο ένα περιορισμένο και δεόντως αιτιολογημένο κενό μεταξύ αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών για το επόμενο ΠΔΠ·

21.  παρουσιάζει, στη βάση αυτή, έναν πίνακα στα παραρτήματα III και IV του παρόντος ψηφίσματος, όπου καθορίζονται τα ακριβή αριθμητικά στοιχεία που προτείνονται για κάθε πολιτική και πρόγραμμα της ΕΕ· δηλώνει ότι, για λόγους σύγκρισης, προτίθεται να διατηρήσει τη δομή των επιμέρους προγραμμάτων της ΕΕ όπως προτείνονται από την Επιτροπή, με την επιφύλαξη ενδεχόμενων αλλαγών που μπορεί να ζητηθούν κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας που οδηγεί στην έγκριση των εν λόγω προγραμμάτων·

Ενδιάμεση αναθεώρηση

22.  υπογραμμίζει την ανάγκη να διατηρηθεί η ενδιάμεση αναθεώρηση του ΠΔΠ, με βάση το θετικό προηγούμενο που δημιούργησε το τρέχον πλαίσιο, και ζητεί:

   i. να πραγματοποιηθεί μια υποχρεωτική και νομικά δεσμευτική ενδιάμεση αναθεώρηση, μετά από επανεξέταση της λειτουργίας του ΠΔΠ, και λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση της προόδου που έχει σημειωθεί ως προς τον στόχο για το κλίμα, την ενσωμάτωση των στόχων βιώσιμης ανάπτυξης και της ισότητας των φύλων, καθώς και τον αντίκτυπο των μέτρων απλούστευσης στους δικαιούχους·
   ii. η σχετική πρόταση της Επιτροπής να υποβληθεί εγκαίρως, και το αργότερο έως την 1η Ιουλίου 2023, ώστε το επόμενο Κοινοβούλιο και η Επιτροπή να προβούν σε ουσιαστική προσαρμογή του πλαισίου 2021-2027·
   iii. να μη μειωθούν με την αναθεώρηση αυτή τα εθνικά κονδύλια που έχουν ήδη καταλογιστεί·

Ευελιξία

23.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με την ευελιξία, που αποτελούν καλή βάση για τις διαπραγματεύσεις· συμφωνεί με τη συνολική αρχιτεκτονική των μηχανισμών ευελιξίας στο ΠΔΠ 2021-2027· τονίζει ότι τα ειδικά μέσα έχουν διαφορετικές αποστολές και ανταποκρίνονται σε διαφορετικές ανάγκες, και αντιτίθεται σε οποιαδήποτε απόπειρα συγχώνευσής τους· υποστηρίζει σθεναρά ότι θα πρέπει να προβλέπεται σαφώς πως τόσο οι πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων όσο και οι πιστώσεις πληρωμών που προκύπτουν από τη χρήση ειδικών μέσων θα πρέπει να εγγράφονται στον προϋπολογισμό πάνω από τα αντίστοιχα ανώτατα όρια του ΠΔΠ, καθώς και ότι θα πρέπει να καταργηθούν τα τυχόν ανώτατα όρια στις προσαρμογές που προκύπτουν από το συνολικό περιθώριο για πληρωμές· ζητεί να επέλθουν ορισμένες πρόσθετες βελτιώσεις, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες:

   i. αναπλήρωση του ενωσιακού αποθέματος με ποσό ισοδύναμο με τα έσοδα από πρόστιμα και ποινές·
   ii. άμεση επαναχρησιμοποίηση των αποδεσμεύσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος ν-2, περιλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από τις υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του τρέχοντος ΠΔΠ·
   iii. τα ακυρωθέντα ποσά ειδικών μέσων να καταστούν διαθέσιμα για όλα τα ειδικά μέσα, και όχι μόνο για τον Μηχανισμό Ευελιξίας·
   iv. υψηλότερο ποσό για τον Μηχανισμό Ευελιξίας, το Αποθεματικό Επείγουσας Βοήθειας, το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το περιθώριο για απρόβλεπτες ανάγκες, το τελευταίο χωρίς υποχρεωτική αντιστάθμιση·

Διάρκεια

24.  υπογραμμίζει, την ανάγκη η διάρκεια του ΠΔΠ να περάσει σταδιακά σε μια περίοδο 5+5 ετών με μια υποχρεωτική ενδιάμεση αναθεώρηση· δέχεται ότι το επόμενο ΠΔΠ θα πρέπει να καταρτιστεί για περίοδο επτά ετών, ως μεταβατική λύση που θα εφαρμοστεί για τελευταία φορά· αναμένει οι λεπτομερείς ρυθμίσεις που συνδέονται με την εφαρμογή ενός πλαισίου 5+5, να εγκριθούν κατά την ενδιάμεση αναθεώρηση του ΠΔΠ της περιόδου 2021-2027·

Δομή

25.  αποδέχεται τη συνολική δομή των επτά τομέων του ΠΔΠ, όπως προτείνονται από την Επιτροπή, οι οποίοι αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό στην πρόταση του ίδιου του Κοινοβουλίου· θεωρεί ότι η δομή αυτή εξασφαλίζει μεγαλύτερη διαφάνεια και βελτιώνει την προβολή των δαπανών της ΕΕ, διατηρώντας παράλληλα τον αναγκαίο βαθμό ευελιξίας· συμφωνεί, επιπλέον, με τη δημιουργία «ομάδων προγραμμάτων» που αναμένεται να οδηγήσουν σε σημαντική απλούστευση και εξορθολογισμό της δομής του προϋπολογισμού της ΕΕ και σε σαφή ευθυγράμμισή της με τους τομείς του ΠΔΠ·

26.  σημειώνει ότι η Επιτροπή προτείνει να μειωθεί ο αριθμός των προγραμμάτων της ΕΕ κατά περισσότερο από ένα τρίτο· τονίζει ότι η θέση του Κοινοβουλίου όσον αφορά τη διάρθρωση και τη σύνθεση των 37 νέων προγραμμάτων θα καθοριστεί κατά την έγκριση των σχετικών τομεακών νομοθετικών πράξεων· αναμένει, σε κάθε περίπτωση, ότι η προτεινόμενη ονοματολογία του προϋπολογισμού θα αντανακλά όλες τις συνιστώσες κάθε προγράμματος, κατά τρόπο που να εγγυάται τη διαφάνεια και να παρέχει το επίπεδο των πληροφοριών που απαιτούνται από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή για την κατάρτιση του ετήσιου προϋπολογισμού και την εποπτεία της εφαρμογής του·

Ενότητα του προϋπολογισμού

27.  επιδοκιμάζει την προτεινόμενη ενσωμάτωση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης στον προϋπολογισμό της Ένωσης, η οποία ανταποκρίνεται σε ένα πάγιο αίτημα του Κοινοβουλίου για όλα τα εκτός προϋπολογισμού μέσα· υπενθυμίζει ότι η αρχή της ενότητας, σύμφωνα με την οποία όλα τα έσοδα και οι δαπάνες της Ένωσης πρέπει να εγγράφονται στον προϋπολογισμό, συνιστά τόσο απαίτηση της Συνθήκης όσο και βασική προϋπόθεση της δημοκρατίας·

28.  αντιτίθεται, συνεπώς, στη λογική και την αιτιολόγηση της θέσπισης μηχανισμών εκτός του προϋπολογισμού, που εμποδίζουν την κοινοβουλευτική εποπτεία των δημόσιων οικονομικών και υπονομεύουν τη διαφάνεια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων· πιστεύει ότι οι αποφάσεις θέσπισης τέτοιων μηχανισμών έχουν ως αποτέλεσμα να παρακάμπτεται το Κοινοβούλιο στο τρίπτυχο των αρμοδιοτήτων του ως νομοθετικής, δημοσιονομικής και ελεγκτικής αρχής· θεωρεί ότι, όταν ορισμένες εξαιρέσεις κρίνονται αναγκαίες για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, για παράδειγμα μέσω χρηματοδοτικών μέσων ή καταπιστευματικών ταμείων, αυτές θα πρέπει να είναι απόλυτα διαφανείς, να δικαιολογούνται δεόντως από την αποδεδειγμένη προσθετικότητα και προστιθέμενη αξία τους και να υποστηρίζονται από ισχυρές διαδικασίες λήψης αποφάσεων και διατάξεις περί λογοδοσίας·

29.  τονίζει, ωστόσο, ότι η ενσωμάτωση των μέσων αυτών στον προϋπολογισμό της ΕΕ δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της χρηματοδότησης άλλων πολιτικών και προγραμμάτων της ΕΕ· υπογραμμίζει, συνεπώς, ότι είναι αναγκαίο να υπάρξει απόφαση σχετικά με το συνολικό επίπεδο του επόμενου ΠΔΠ χωρίς να υπολογίζεται η διάθεση του 0,03 % του ΑΕΕ της ΕΕ που αντιστοιχεί στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης, η οποία θα πρέπει να προστεθεί στα συμφωνηθέντα ανώτατα όρια·

30.  τονίζει ότι τα ανώτατα όρια του ΠΔΠ δεν πρέπει να παρεμποδίζουν τη χρηματοδότηση των στόχων πολιτικής της Ένωσης μέσω του προϋπολογισμού της Ένωσης· αναμένει, συνεπώς, ότι θα εξασφαλιστεί η προς τα πάνω αναθεώρηση των ανώτατων ορίων του ΠΔΠ κάθε φορά που είναι αναγκαίο για τη χρηματοδότηση νέων στόχων πολιτικής, χωρίς προσφυγή σε διακυβερνητικές μεθόδους χρηματοδότησης·

Β.ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Κράτος δικαίου

31.  τονίζει τη σημασία του νέου μηχανισμού για την εξασφάλιση του σεβασμού στις αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), ο οποίος προβλέπει δημοσιονομικές συνέπειες για τα κράτη μέλη που δεν σέβονται τις εν λόγω αξίες· προειδοποιεί, ωστόσο, ότι δεν θα πρέπει να υπάρχουν κανενός είδους επιπτώσεις για τους τελικούς δικαιούχους του προϋπολογισμού της Ένωσης λόγω του γεγονότος ότι η κυβέρνησή τους καταστρατηγεί τα θεμελιώδη δικαιώματα και το κράτος δικαίου· υπογραμμίζει, συνεπώς, ότι τα μέτρα αυτά δεν θα επηρεάζουν την υποχρέωση των κρατικών φορέων ή των κρατών μελών να πραγματοποιούν πληρωμές στους τελικούς δικαιούχους ή αποδέκτες·

Συνήθης νομοθετική διαδικασία και κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις

32.  τονίζει ότι οι στόχοι του προγράμματος και οι προτεραιότητες όσον αφορά τις δαπάνες, τα χρηματοδοτικά κονδύλια, τα κριτήρια επιλεξιμότητας, επιλογής και ανάθεσης, οι όροι, οι ορισμοί και οι μέθοδοι υπολογισμού θα πρέπει να καθορίζονται στη σχετική νομοθεσία, με πλήρη σεβασμό των προνομίων του Κοινοβουλίου ως συννομοθέτη· υπογραμμίζει ότι, όταν τα μέτρα αυτά, τα οποία μπορούν να συνεπάγονται σημαντικές επιλογές πολιτικής, δεν περιλαμβάνονται στη βασική πράξη, θα πρέπει να θεσπίζονται με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις· θεωρεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι τα πολυετή και/ή ετήσια προγράμματα εργασίας πρέπει κατά κανόνα να θεσπίζονται με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις·

33.  δηλώνει την πρόθεση του Κοινοβουλίου να ενισχύσει, όπου κρίνεται αναγκαίο, τις διατάξεις για τη διακυβέρνηση, τη λογοδοσία, τη διαφάνεια και την κοινοβουλευτική εποπτεία, για τη ενδυνάμωση των τοπικών και περιφερειακών αρχών και των εταίρων τους, καθώς και για τη συμμετοχή των ΜΚΟ και της κοινωνίας των πολιτών στην επόμενη γενιά προγραμμάτων· προτίθεται επίσης να βελτιώσει και να αποσαφηνίσει, όπου χρειάζεται, τη συνοχή και τις συνέργειες μεταξύ των διαφόρων ταμείων και πολιτικών και στο εσωτερικό τους· αναγνωρίζει την ανάγκη για αυξημένη ευελιξία όσον αφορά την κατανομή των πόρων στο εσωτερικό ορισμένων προγραμμάτων, αλλά τονίζει ότι αυτό δεν θα πρέπει να αποβαίνει εις βάρος των αρχικών και μακροπρόθεσμων στόχων πολιτικής τους, της προβλεψιμότητας, και των δικαιωμάτων του Κοινοβουλίου·

Ρήτρες επανεξέτασης

34.  επισημαίνει ότι τα επιμέρους προγράμματα και μέσα του ΠΔΠ θα πρέπει να περιλαμβάνουν λεπτομερείς και αποτελεσματικές ρήτρες επανεξέτασης, ώστε να εξασφαλίζεται ότι πραγματοποιούνται ουσιαστικές αξιολογήσεις των εν λόγω προγραμμάτων και ότι, στη συνέχεια, το Κοινοβούλιο συμμετέχει πλήρως σε κάθε απόφαση που λαμβάνεται σχετικά με τις αναγκαίες προσαρμογές·

Νομοθετικές προτάσεις

35.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει τις σχετικές νομοθετικές προτάσεις επιπλέον εκείνων που έχει ήδη παρουσιάσει, και ιδίως πρόταση κανονισμού για τη θέσπιση ενός ταμείου για τη δίκαιη ενεργειακή μετάβαση καθώς και ενός ειδικού προγράμματος για τον βιώσιμο τουρισμό· στηρίζει, επιπλέον, την ένταξη της ευρωπαϊκής εγγύησης για τα παιδιά στο ΕΚΤ+, την ενσωμάτωση ενός ειδικού σκέλους για τις αξίες της Ένωσης στο πρόγραμμα «Δικαιώματα και αξίες», καθώς και την αναθεώρηση του κανονισμού για την ίδρυση του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι σχετικές προτάσεις της Επιτροπής δεν περιλαμβάνουν μέτρα που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του άρθρου 174 ΣΛΕΕ όσον αφορά τις υπερβόρειες περιοχές που είναι ιδιαίτερα αραιοκατοικημένες και τις νησιωτικές, διασυνοριακές και ορεινές περιοχές· θεωρεί ότι θα πρέπει επίσης να προτείνεται αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού, όποτε προκύπτει ανάγκη ως αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων για το ΠΔΠ·

Γ.ΙΔΙΟΙ ΠΟΡΟΙ

36.  τονίζει ότι το ισχύον σύστημα ιδίων πόρων είναι εξαιρετικά πολύπλοκο, άδικο, αδιαφανές και εντελώς ακατανόητο για τους πολίτες της ΕΕ· ζητεί εκ νέου ένα απλουστευμένο σύστημα που θα είναι πιο κατανοητό για τους πολίτες της ΕΕ·

37.  επικροτεί, στο πλαίσιο αυτό, ως σημαντικό βήμα προς μια πιο φιλόδοξη μεταρρύθμιση, τη δέσμη προτάσεων της Επιτροπής που εγκρίθηκε στις 2 Μαΐου 2018 για ένα νέο σύστημα ιδίων πόρων· καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη τη γνώμη αριθ. 5/2018 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά την πρόταση της Επιτροπής για το νέο σύστημα ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που υπογραμμίζει ότι απαιτείται καλύτερος υπολογισμός και περαιτέρω απλούστευση του συστήματος·

38.  υπενθυμίζει ότι η θέσπιση νέων ιδίων πόρων θα πρέπει να έχει διττό σκοπό: πρώτον, να μειωθεί σημαντικά το ποσοστό των συνεισφορών βάσει του ΑΕΕ και, δεύτερον, να διασφαλιστεί η επαρκής χρηματοδότηση των δαπανών της ΕΕ στο πλαίσιο του ΠΔΠ μετά το 2020·

39.  υποστηρίζει τον προτεινόμενο εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων ιδίων πόρων, ο οποίος συνεπάγεται τα εξής:

   διατήρηση των τελωνειακών δασμών ως παραδοσιακών ιδίων πόρων για την ΕΕ, με παράλληλη μείωση του ποσοστού που παρακρατούν τα κράτη μέλη ως «κόστος είσπραξης» και με επαναφορά του αρχικού συντελεστή 10 %·
   απλούστευση του ιδίου πόρου που βασίζεται στον φόρο προστιθέμενης αξίας, δηλαδή καθιέρωση ενιαίου συντελεστή καταβολής χωρίς εξαιρέσεις·
   διατήρηση του ιδίου πόρου που βασίζεται στο ΑΕΕ, με στόχο το μερίδιό του στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της ΕΕ να καθοριστεί σταδιακά στο 40 %, με παράλληλη διατήρηση της εξισορροπητικής του λειτουργίας·

40.  ζητεί, σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής, την προγραμματισμένη εισαγωγή μιας δέσμης νέων ιδίων πόρων οι οποίοι, χωρίς να αυξάνουν τη φορολογική επιβάρυνση για τους πολίτες, θα αντιστοιχούν σε βασικούς στρατηγικούς στόχους της ΕΕ, των οποίων η ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία είναι εμφανής και αναντικατάστατη:

   την εύρυθμη λειτουργία, την εδραίωση και την ενίσχυση της ενιαίας αγοράς, ιδίως με την εφαρμογή μιας κοινής ενοποιημένης βάσης φορολογίας εταιρειών (ΚΕΒΦΕ), ως βάσης για έναν νέο ίδιο πόρο μέσω του καθορισμού ενός ενιαίου συντελεστή εισφοράς επί των εσόδων από την ΚΕΒΦΕ και της φορολόγησης μεγάλων εταιρειών του ψηφιακού τομέα που επωφελούνται από την ενιαία αγορά·
   την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, με μέτρα όπως ένα μερίδιο των εσόδων του συστήματος εμπορίας εκπομπών·
   τον αγώνα για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω μιας συνεισφοράς με βάση την ποσότητα μη ανακυκλωμένων πλαστικών υλικών συσκευασίας·

41.  ζητεί να επεκταθεί ο κατάλογος των δυνητικών νέων ιδίων πόρων, ο οποίος θα πρέπει να περιλαμβάνει:

   έναν ίδιο πόρο που θα βασίζεται στον φόρο επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών (ΦΧΣ), με παράλληλη έκκληση προς όλα τα κράτη μέλη να καταλήξουν σε συμφωνία για ένα αποτελεσματικό σύστημα·
   τη θέσπιση ενός μηχανισμού συνοριακής προσαρμογής άνθρακα, ως νέου ίδιου πόρου για τον προϋπολογισμό της ΕΕ, ο οποίος αναμένεται να εξασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού στο διεθνές εμπόριο και να περιορίσει τη μετεγκατάσταση της παραγωγής, με παράλληλη ενσωμάτωση του κόστους της κλιματικής αλλαγής στις τιμές των εισαγόμενων εμπορευμάτων·

42.  εκφράζει την έντονη υποστήριξή του για την κατάργηση όλων των εκπτώσεων και άλλων διορθωτικών μηχανισμών, συνοδευόμενη, εάν χρειάζεται, από περιορισμένη περίοδο σταδιακής κατάργησης·

43.  επιμένει ότι πρέπει να θεσπιστούν και άλλα έσοδα που θα αποτελούν πρόσθετα έσοδα για τον προϋπολογισμό της ΕΕ χωρίς να συνεπάγονται αντίστοιχη μείωση των εισφορών βάσει του ΑΕΕ:

   πρόστιμα που καταβάλλουν οι εταιρείες για την παράβαση των κανόνων της Ένωσης ή πρόστιμα για καθυστερημένη καταβολή των εισφορών·
   έσοδα από πρόστιμα που προκύπτουν από αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων κατ’ αποκοπήν ποσών ή χρηματικών ποινών που επιβάλλονται στα κράτη μέλη έπειτα από διαδικασίες επί παραβάσει·

44.  υπογραμμίζει, επιπλέον, τη θέσπιση άλλων μορφών εσόδων, σύμφωνα με τις προτάσεις της Επιτροπής, όσον αφορά:

   τέλη που συνδέονται με την εφαρμογή μηχανισμών σε άμεση σχέση με την ΕΕ, όπως το Ευρωπαϊκό Σύστημα Πληροφοριών και Αδειοδότησης Ταξιδιού (ETIAS)·
   έσοδα από τη νομισματοκοπή, υπό τη μορφή εσόδων για ειδικό προορισμό, με σκοπό τη χρηματοδότηση μιας νέας λειτουργίας σταθεροποίησης επενδύσεων·

45.  επισημαίνει την ανάγκη να διατηρηθεί η αξιοπιστία του προϋπολογισμού της ΕΕ έναντι των χρηματοπιστωτικών αγορών, πράγμα που συνεπάγεται αύξηση των ανώτατων ορίων των ιδίων πόρων·

46.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για την αντιμετώπιση της παράδοξης κατάστασης όπου οι συνεισφορές του Ηνωμένου Βασιλείου στο υπόλοιπο προς εκκαθάριση (RAL) πριν από το 2021 θα εγγραφούν στον προϋπολογισμό ως γενικά έσοδα, και, ως εκ τούτου, θα προσμετρώνται στο ανώτατο όριο των ιδίων πόρων, ενώ το εν λόγω ανώτατο όριο θα υπολογίζεται με βάση το ΑΕΕ της ΕΕ των 27, δηλαδή χωρίς το Ηνωμένο Βασίλειο, μόλις η χώρα αποχωρήσει από την ΕΕ· θεωρεί ότι οι συνεισφορές του Ηνωμένου Βασιλείου θα πρέπει, αντιθέτως, να υπολογίζονται επιπλέον του ανώτατου ορίου των ιδίων πόρων·

47.  εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι η τελωνειακή ένωση αποτελεί σημαντική πηγή της χρηματοδοτικής ικανότητας της Ένωσης· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη να εναρμονιστούν οι τελωνειακοί έλεγχοι και η τελωνειακή διαχείριση σε ολόκληρη την Ένωση με σκοπό την πρόληψη και την καταπολέμηση της απάτης και των παρατυπιών εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης·

48.  ζητεί την ουσιαστική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, με τη θέσπιση αποτρεπτικών κυρώσεων, για τα υπεράκτια εδάφη και για τους φορείς διευκόλυνσης ή προώθησης αυτών των δραστηριοτήτων, ιδίως, και ως ένα πρώτο βήμα, για όσους δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή ήπειρο· πιστεύει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεργαστούν προκειμένου να θεσπίσουν ένα συντονισμένο σύστημα για την παρακολούθηση των κινήσεων κεφαλαίων, με σκοπό την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

49.  πιστεύει ότι αποτελεσματικά μέτρα καταπολέμησης της διαφθοράς και της φορολογικής απάτης εκ μέρους πολυεθνικών και των πιο πλούσιων ιδιωτών θα καθιστούσαν δυνατό να επιστραφεί στους εθνικούς προϋπολογισμούς των κρατών μελών ποσό που έχει υπολογιστεί από την Επιτροπή σε ένα τρισεκατομμύριο EUR ετησίως, και ότι στον τομέα αυτό διαπιστώνεται πραγματικό έλλειμμα δράσης από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

50.  υποστηρίζει θερμά την υποβολή, εκ μέρους της Επιτροπής, πρότασης κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση εκτελεστικών μέτρων για το σύστημα των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (COM(2018)0327)· υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να δώσει τη σύμφωνη γνώμη του σχετικά με τον εν λόγω κανονισμό· υπενθυμίζει ότι ο εν λόγω κανονισμός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δέσμης μέτρων για τους ίδιους πόρους που υποβλήθηκε από την Επιτροπή, και αναμένει από το Συμβούλιο να αντιμετωπίσει τα τέσσερα σχετικά κείμενα για τους ίδιους πόρους ως ενιαία δέσμη μέτρων μαζί με το ΠΔΠ·

Δ.ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΤΑΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΠΔΠ 2021-2027

51.  κρίνει ότι η πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τον καθορισμό του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2021-2027 θα πρέπει να τροποποιηθεί ως ακολούθως:

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή   Τροποποίηση
Τροποποίηση 1
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 1
(1)  Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για επαρκή δυνατότητα πρόβλεψης για την προετοιμασία και την εκτέλεση μεσοπρόθεσμων επενδύσεων, η διάρκεια του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ) θα πρέπει να ορίζεται στα επτά έτη, με έναρξη από την 1η Ιανουαρίου 2021.
(1)  Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για επαρκή δυνατότητα πρόβλεψης για την προετοιμασία και την εκτέλεση μεσοπρόθεσμων επενδύσεων, καθώς και την ανάγκη για δημοκρατική νομιμότητα και λογοδοσία, η διάρκεια αυτού του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ) θα πρέπει να ορίζεται στα επτά έτη, με έναρξη από την 1η Ιανουαρίου 2021, με σκοπό τη μετάβαση, στη συνέχεια, σε μια περίοδο πέντε συν πέντε ετών, η οποία να εναρμονίζεται με τον πολιτικό κύκλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής.
Τροποποίηση 2
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 2
(2)  Τα ετήσια ανώτατα όρια των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων ανά κατηγορία δαπανών και τα ετήσια ανώτατα όρια των πιστώσεων πληρωμών που καθορίζονται από το ΠΔΠ πρέπει να τηρούν τα ισχύοντα ανώτατα όρια για τις αναλήψεις υποχρεώσεων και τους ιδίους πόρους, που ορίζονται με βάση την απόφαση του Συμβουλίου για το σύστημα των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 311 τρίτο εδάφιο της ΣΛΕΕ.
(2)  Το ΠΔΠ θα πρέπει να καθορίζει ετήσια ανώτατα όρια των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων ανά κατηγορία δαπανών και ετήσια ανώτατα όρια πιστώσεων των πληρωμών, ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι οι δαπάνες της Ένωσης εξελίσσονται ομαλά και εντός των ορίων των ιδίων πόρων της, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι η Ένωση μπορεί να διαθέσει στον εαυτό της τα αναγκαία μέσα για την επίτευξη των στόχων της και να υλοποιήσει τις πολιτικές της, σύμφωνα με το άρθρο 311 πρώτο εδάφιο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι τρίτων σύμφωνα με το άρθρο 323 ΣΛΕΕ.
Τροποποίηση 3
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 2 α (νέα)
(2α)  Το επίπεδο των ανώτατων ορίων θα πρέπει να καθοριστεί με βάση τα ποσά που είναι αναγκαία για τη χρηματοδότηση και την υλοποίηση των προγραμμάτων και πολιτικών της Ένωσης, καθώς και με βάση τα απαιτούμενα περιθώρια που πρέπει να παραμείνουν διαθέσιμα για προσαρμογές στις μελλοντικές ανάγκες. Επιπλέον, τα ανώτατα όρια για τις πληρωμές θα πρέπει να καλύπτουν το μεγάλο ποσό του υπολοίπου προς εκκαθάριση που αναμένεται κατά τα τέλη του 2020. Τα ποσά που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό καθώς και στις βασικές πράξεις για τα προγράμματα της περιόδου 2021-2027 θα πρέπει να συμφωνηθούν σε τιμές του 2018 και, για λόγους απλούστευσης και προβλεψιμότητας, να αναπροσαρμόζονται βάσει σταθερού αποπληθωριστή 2 % ετησίως.
Τροποποίηση 4
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 3
(3)   Εάν είναι απαραίτητο να παρασχεθούν οι εγγυήσεις που προέρχονται από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης για χρηματοδοτική συνδρομή σε κράτη μέλη η οποία έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 208 παράγραφος 1] του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [xxx/201x] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («δημοσιονομικός κανονισμός»), το αναγκαίο ποσό θα πρέπει να παρασχεθεί πέραν των ανώτατων ορίων των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων και των πιστώσεων πληρωμών του ΠΔΠ, αφού τηρηθεί το ανώτατο όριο των ιδίων πόρων.
(3)   Εάν είναι απαραίτητο να παρασχεθούν οι εγγυήσεις που προέρχονται από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης για χρηματοδοτική συνδρομή σε κράτη μέλη η οποία έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 208 παράγραφος 1] του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. [xxx/201x] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («δημοσιονομικός κανονισμός»), το αναγκαίο ποσό θα πρέπει να παρασχεθεί πέραν των ανώτατων ορίων των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων και των πιστώσεων πληρωμών του ΠΔΠ και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό ανωτάτων ορίων των ιδίων πόρων.
Τροποποίηση 5
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 4
(4)  Το ΠΔΠ δεν θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις γραμμές του προϋπολογισμού που χρηματοδοτούνται με έσοδα για ειδικό προορισμό κατά την έννοια του δημοσιονομικού κανονισμού.
(4)  Τα έσοδα για ειδικό προορισμό που χρηματοδοτούν κονδύλια του προϋπολογισμού κατά την έννοια του δημοσιονομικού κανονισμού δεν θα πρέπει να καταλογίζονται στα ανώτατα όρια του ΠΔΠ, αλλά όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες θα πρέπει να εμφανίζονται με πλήρη διαφάνεια κατά τη διαδικασία έγκρισης του ετήσιου προϋπολογισμού και κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του.
Τροποποίηση 6
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 6
(6)   Θα πρέπει να επιδειχθεί ιδιαίτερη ευελιξία στο έπακρο, προκειμένου η Ένωση να μπορεί να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με το άρθρο 323 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).
(6)   Θα πρέπει να διασφαλιστεί η μέγιστη ευελιξία στο πλαίσιο του ΠΔΠ, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η Ένωση μπορεί να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με το άρθρο 313 και το άρθρο 323 ΣΛΕΕ.
Τροποποίηση 7
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 7
(7)   Οι ακόλουθοι ειδικοί μηχανισμοί είναι απαραίτητοι για να μπορεί η Ένωση να αντιδρά σε συγκεκριμένες απρόβλεπτες καταστάσεις ή για να μπορούν να χρηματοδοτηθούν σαφώς προσδιορισμένες δαπάνες οι οποίες δεν είναι δυνατόν να χρηματοδοτηθούν στο πλαίσιο των διαθέσιμων ανώτατων ορίων ενός ή περισσότερων τομέων όπως καθορίζονται στο ΠΔΠ, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας του προϋπολογισμού: το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση, το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Αποθεματικό Επείγουσας Βοήθειας, το συνολικό περιθώριο ανάληψης υποχρεώσεων (ενωσιακό αποθεματικό), ο μηχανισμός ευελιξίας και το περιθώριο για απρόβλεπτες ανάγκες. Το Αποθεματικό Επείγουσας Βοήθειας δεν προορίζεται να αντιμετωπίζει τις συνέπειες των κρίσεων που είναι σχετικές με την αγορά και οι οποίες πλήττουν τη γεωργική παραγωγή ή διανομή. Συνεπώς, θα πρέπει να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις για τη δυνατότητα εγγραφής πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων και των αντίστοιχων πιστώσεων πληρωμών στον προϋπολογισμό πέραν των ανώτατων ορίων που καθορίζονται στο ΠΔΠ όπου είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν οι ειδικοί μηχανισμοί.
(7)  Οι ακόλουθοι ειδικοί μηχανισμοί είναι απαραίτητοι για να μπορεί η Ένωση να αντιδρά σε συγκεκριμένες απρόβλεπτες καταστάσεις ή για να μπορούν να χρηματοδοτηθούν σαφώς προσδιορισμένες δαπάνες οι οποίες δεν είναι δυνατόν να χρηματοδοτηθούν στο πλαίσιο των διαθέσιμων ανώτατων ορίων ενός ή περισσότερων τομέων όπως καθορίζονται στο ΠΔΠ, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η ομαλή διεξαγωγή της ετήσιας διαδικασίας του προϋπολογισμού: το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση, το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Αποθεματικό Επείγουσας Βοήθειας, το συνολικό περιθώριο ανάληψης υποχρεώσεων (ενωσιακό αποθεματικό για αναλήψεις υποχρεώσεων), ο μηχανισμός ευελιξίας και το περιθώριο για απρόβλεπτες ανάγκες. Συνεπώς, θα πρέπει να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις για τη δυνατότητα εγγραφής πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων και των αντίστοιχων πιστώσεων πληρωμών στον προϋπολογισμό πέραν των ανώτατων ορίων που καθορίζονται στο ΠΔΠ όπου είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν οι ειδικοί μηχανισμοί.
Τροποποίηση 8
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 7 α (νέα)
(7α)  Συγκεκριμένα, ενώ η Ένωση και τα κράτη μέλη της θα πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσουν ότι οι αναλήψεις υποχρεώσεων που εγκρίνονται από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εφαρμόζονται πράγματι για τον αρχικό τους σκοπό, θα πρέπει να είναι δυνατή η κινητοποίηση πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων που δεν έχουν εκτελεστεί ή που έχουν αποδεσμευτεί μέσω του ενωσιακού αποθεματικού για αναλήψεις υποχρεώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πρόκειται για τρόπο δια του οποίου οι δικαιούχοι παρακάμπτουν τους σχετικούς κανόνες αποδέσμευσης.
Τροποποίηση 9
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 9
(9)   Θα πρέπει να καθοριστούν κανόνες για άλλες περιπτώσεις που απαιτούν ενδεχομένως προσαρμογή του ΠΔΠ. Οι εν λόγω προσαρμογές μπορεί να αφορούν την καθυστερημένη έγκριση νέων κανόνων ή προγραμμάτων στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης ή μπορεί να αφορούν μέτρα που συνδέονται με την ορθή οικονομική διακυβέρνηση ή με την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης σε περίπτωση γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το κράτος δικαίου στα κράτη μέλη, τα οποία εγκρίνονται σύμφωνα με τις σχετικές βασικές πράξεις.
(9)   Θα πρέπει να καθοριστούν κανόνες για άλλες περιπτώσεις που απαιτούν ενδεχομένως προσαρμογή του ΠΔΠ. Οι εν λόγω προσαρμογές μπορεί να αφορούν την καθυστερημένη έγκριση νέων κανόνων ή προγραμμάτων στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης ή την αναστολή δημοσιονομικών δεσμεύσεων σύμφωνα με τις σχετικές βασικές πράξεις.
Τροποποίηση 10
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 10
(10)   Είναι αναγκαία η διενέργεια επανεξέτασης της λειτουργίας του ΠΔΠ στα μέσα της περιόδου εκτέλεσής του. Τα αποτελέσματα της εν λόγω επανεξέτασης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε κάθε αναθεώρηση του παρόντος κανονισμού για τα εναπομένοντα έτη του ΠΔΠ.
(10)   Για να λαμβάνονται υπόψη οι νέες πολιτικές και προτεραιότητες, το ΠΔΠ θα πρέπει να αναθεωρείται μεσοπρόθεσμα στη βάση της επανεξέτασης της λειτουργίας και της υλοποίησης του ΠΔΠ, η οποία θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει έκθεση στην οποία να καθορίζονται οι μέθοδοι για την πρακτική εφαρμογή δημοσιονομικού πλαισίου πέντε συν πέντε ετών.
Τροποποίηση 11
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 10 α (νέα)
(10α)  Για να εκπληρώσει τη δέσμευση της Ένωσης να πρωτοστατήσει στην υλοποίηση των στόχων βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ (ΣΒΑ), συμπεριλαμβανομένης της ισότητας των φύλων, η αναθεώρηση του ΠΔΠ προετοιμάζεται λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο που σημειώνεται στην εφαρμογή του σε όλες τις πολιτικές και πρωτοβουλίες της ΕΕ στο πλαίσιο του ΠΔΠ 2021-2027, με βάση δείκτες επιδόσεων που εκπονεί η Επιτροπή, καθώς και την πρόοδο που σημειώνεται με την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου σε όλες τις δραστηριότητες της ΕΕ. Κατά την προετοιμασία της αναθεώρησης του ΠΔΠ λαμβάνεται επίσης υπόψη η πρόοδος που σημειώνεται ως προς την υλοποίηση του συνολικού στόχου για διάθεση ποσοστού 25 % των δαπανών της ΕΕ ως συμβολή στους στόχους για το κλίμα στο πλαίσιο του ΠΔΠ 2021-2027, και η επίτευξη του ετήσιου στόχου του 30 % των δαπανών το συντομότερο δυνατό και το αργότερο έως το 2027· η μέτρηση της εν λόγω προόδου βασίζεται σε δείκτες επιδόσεων που κάνουν διάκριση μεταξύ μετριασμού και προσαρμογής. Η αναθεώρηση θα πρέπει επίσης να αξιολογεί, σε διαβούλευση με τους εθνικούς και τοπικούς ενδιαφερόμενους φορείς, κατά πόσον τα εγκριθέντα μέτρα απλούστευσης έχουν πράγματι επιτύχει μείωση της γραφειοκρατίας για τους δικαιούχους κατά την υλοποίηση των προγραμμάτων·
Τροποποίηση 12
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 12 α (νέα)
(12α)  Όλες οι δαπάνες σε επίπεδο Ένωσης που προορίζονται για την εφαρμογή των πολιτικών της Ένωσης οι οποίες βασίζονται στις Συνθήκες είναι δαπάνες της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 310 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να εγγράφονται στον προϋπολογισμό της Ένωσης σύμφωνα με τη διαδικασία του προϋπολογισμού που προβλέπεται στο άρθρο 314 ΣΛΕΕ, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την τήρηση των θεμελιωδών αρχών δημοκρατικής εκπροσώπησης των πολιτών στη λήψη αποφάσεων, του κοινοβουλευτικού ελέγχου των δημόσιων οικονομικών και της διαφάνειας της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Τα ανώτατα όρια του ΠΔΠ δεν μπορούν να παρεμποδίζουν τη χρηματοδότηση μέσω του προϋπολογισμού της Ένωσης για τους στόχους πολιτικής της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η προς τα άνω αναθεώρηση του ΠΔΠ όποτε αυτό είναι αναγκαίο για να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση των πολιτικών της Ένωσης, ιδίως των νέων στόχων πολιτικής, χωρίς να χρησιμοποιούνται διακυβερνητικές ή οιονεί διακυβερνητικές χρηματοδοτικές μέθοδοι.
Τροποποίηση 13
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 13
(13)  Ακόμη, απαιτούνται ειδικοί κανόνες για την αντιμετώπιση έργων υποδομών μεγάλης κλίμακας των οποίων η διάρκεια ζωής εκτείνεται πολύ πέραν της περιόδου που ορίζεται στο ΠΔΠ. Είναι αναγκαίος ο καθορισμός μέγιστων ποσών για τις συνεισφορές από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης στα εν λόγω έργα, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν επηρεάζονται άλλα έργα που χρηματοδοτούνται από τον εν λόγω προϋπολογισμό.
(13)  Ακόμη, απαιτούνται ειδικοί κανόνες για την αντιμετώπιση έργων υποδομών μεγάλης κλίμακας των οποίων η διάρκεια ζωής εκτείνεται πολύ πέραν της περιόδου που ορίζεται στο ΠΔΠ. Η χρηματοδότηση αυτών των έργων μεγάλης κλίμακας, τα οποία έχουν στρατηγική σημασία για την Ένωση, πρέπει να εξασφαλίζεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, αλλά είναι αναγκαίος ο καθορισμός μέγιστων ποσών για τις συνεισφορές του στα εν λόγω έργα, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι πιθανές υπερβάσεις του κόστους δεν έχουν επιπτώσεις σε άλλα έργα που χρηματοδοτούνται από τον εν λόγω προϋπολογισμό.
Τροποποίηση 14
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 14
(14)   Είναι αναγκαίο να προβλέπονται γενικοί κανόνες για τη διοργανική συνεργασία κατά τη διαδικασία του προϋπολογισμού.
(14)  Είναι αναγκαίο να προβλέπονται γενικοί κανόνες για τη διαφάνεια και τη διοργανική συνεργασία κατά τη διαδικασία του προϋπολογισμού, με σεβασμό των αρμοδιοτήτων των θεσμικών οργάνων σε θέματα προϋπολογισμού, όπως καθορίζονται στις Συνθήκες, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι δημοσιονομικές αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοικτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες, όπως απαιτείται από το άρθρο 10 παράγραφος 3 ΣΕΕ, και ότι η διαδικασία του προϋπολογισμού διεξάγεται ομαλά, όπως προβλέπεται στο άρθρο 312 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο ΣΛΕΕ·
Τροποποίηση 15
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 15
(15)  Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει πρόταση για νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο πριν από την 1η Ιουλίου 2025, ώστε να μπορέσουν τα θεσμικά όργανα να το εγκρίνουν πολύ πριν από την έναρξη του επόμενου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου. Σύμφωνα με το άρθρο 312 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, τα ανώτατα όρια που αντιστοιχούν στο τελευταίο οικονομικό έτος το οποίο καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται σε περίπτωση που δεν εγκριθεί νέο δημοσιονομικό πλαίσιο πριν από τη λήξη του ΠΔΠ που καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό,
(15)  Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει πρόταση για νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο πριν από την 1η Ιουλίου 2025. Το χρονοδιάγραμμα αυτό θα δώσει στην πρόσφατα διορισθείσα Επιτροπή τον αναγκαίο χρόνο για να συντάξει τις προτάσεις της, και θα επιτρέψει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που θα προκύψει από τις εκλογές του 2024 να παρουσιάσει τη δική του θέση σχετικά με το ΠΔΠ για την περίοδο μετά το 2027. Θα επιτρέψει επίσης στα θεσμικά όργανα να το εγκρίνουν πολύ πριν από την έναρξη του επόμενου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου. Σύμφωνα με το άρθρο 312 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ, τα ανώτατα όρια που αντιστοιχούν στο τελευταίο οικονομικό έτος το οποίο καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται σε περίπτωση που δεν εγκριθεί νέο δημοσιονομικό πλαίσιο πριν από τη λήξη του ΠΔΠ που καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό,
Τροποποίηση 16
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 1 – άρθρο 3 – τίτλος
Τήρηση του ανώτατου ορίου των ιδίων πόρων
Σχέση με τους ίδιους πόρους
Τροποποίηση 17
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 1 – άρθρο 3 – παράγραφος 4
4.  Για κάθε έτος που εμπίπτει στο ΠΔΠ, το σύνολο των αναγκαίων πιστώσεων πληρωμών, μετά την ετήσια προσαρμογή και λαμβανομένης υπόψη κάθε άλλης προσαρμογής και αναθεώρησης, καθώς και της εφαρμογής των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 2, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ποσοστό πρόσκλησης προς καταβολή ιδίων πόρων υψηλότερο από το ανώτατο όριο των ιδίων πόρων που καθορίζεται στην απόφαση του Συμβουλίου για το σύστημα των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με το ισχύον άρθρο 311 τρίτο εδάφιο της ΣΛΕΕ («απόφαση για τους ιδίους πόρους»).
4.  Για κάθε έτος που εμπίπτει στο ΠΔΠ, το σύνολο των αναγκαίων πιστώσεων πληρωμών, μετά την ετήσια προσαρμογή και λαμβανομένης υπόψη κάθε άλλης προσαρμογής και αναθεώρησης, καθώς και της εφαρμογής των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 2, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ποσοστό πρόσκλησης προς καταβολή ιδίων πόρων υψηλότερο από τα όρια των ιδίων πόρων της Ένωσης, με την επιφύλαξη της υποχρέωσης της Ένωσης να παρέχει τα αναγκαία μέσα για την επίτευξη των στόχων και τη συνέχιση των πολιτικών της, σύμφωνα με το άρθρο 311 πρώτο εδάφιο ΣΛΕΕ, καθώς και της υποχρέωσης των θεσμικών οργάνων να διασφαλίζουν ότι διατίθενται τα χρηματοδοτικά μέσα που επιτρέπουν στην Ένωση να εκπληρώνει τις νομικές υποχρεώσεις της έναντι τρίτων, σύμφωνα με το άρθρο 323 ΣΛΕΕ.
Τροποποίηση 18
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 1 – άρθρο 3 – παράγραφος 5
5.  Εφόσον απαιτείται, τα ανώτατα όρια του ΠΔΠ μειώνονται προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση του ανώτατου ορίου των ιδίων πόρων που καθορίζεται σύμφωνα με την ισχύουσα απόφαση για τους ιδίους πόρους.
διαγράφεται
Τροποποίηση 19
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 2 – άρθρο 5 – παράγραφος 4
4.  Με την επιφύλαξη των άρθρων 6, 7 και 8, δεν πραγματοποιείται καμία άλλη τεχνική προσαρμογή για το συγκεκριμένο έτος, ούτε στη διάρκεια του οικονομικού έτους ούτε ως εκ των υστέρων διόρθωση στη διάρκεια των επόμενων ετών.
διαγράφεται
Τροποποίηση 20
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 2 – άρθρο 7 – τίτλος
Προσαρμογές σχετικά με μέτρα που συνδέονται με την ορθή οικονομική διακυβέρνηση ή με την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης σε περίπτωση γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το κράτος δικαίου στα κράτη μέλη
Προσαρμογές σχετικά με την αναστολή δημοσιονομικών δεσμεύσεων
Τροποποίηση 21
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 2 – άρθρο 7
Σε περίπτωση που αρθεί, σύμφωνα με τις σχετικές βασικές πράξεις, η αναστολή των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αφορούν κονδύλια της Ένωσης στο πλαίσιο μέτρων που συνδέονται με την ορθή οικονομική διακυβέρνηση ή με την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης σε περίπτωση γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το κράτος δικαίου στα κράτη μέλη, τα ποσά που αντιστοιχούν στις ανασταλείσες δεσμεύσεις μεταφέρονται στα επόμενα οικονομικά έτη και τα αντίστοιχα ανώτατα όρια του ΠΔΠ προσαρμόζονται αναλόγως. Οι ανασταλείσες δεσμεύσεις του έτους ν δεν μπορεί να εγγράφονται στον προϋπολογισμό πέραν του έτους ν+2.
Σε περίπτωση που αρθεί, σύμφωνα με τις σχετικές βασικές πράξεις, η αναστολή των δημοσιονομικών δεσμεύσεων, τα αντίστοιχα ποσά μεταφέρονται στα επόμενα οικονομικά έτη και τα αντίστοιχα ανώτατα όρια του ΠΔΠ προσαρμόζονται αναλόγως. Οι ανασταλείσες δεσμεύσεις του έτους ν δεν μπορεί να εγγράφονται στον προϋπολογισμό πέραν του έτους ν+2. Από το έτος ν + 3, εγγράφεται στο αποθεματικό της Ένωσης ποσό ισοδύναμο με τις δεσμεύσεις που έχουν εκπνεύσει για τις δεσμεύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 12.
Τροποποίηση 22
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 3 – άρθρο 10 – παράγραφος 1
1.  Το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι στόχοι και το πεδίο εφαρμογής του οποίου καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2012/2002 του Συμβουλίου, δεν υπερβαίνει ετησίως το ποσό των 600 εκατομμυρίων EUR (τιμές 2018). Την 1η Οκτωβρίου κάθε έτους, τουλάχιστον ένα τέταρτο αυτού του ετήσιου ποσού παραμένει διαθέσιμο για να καλύπτει ανάγκες που προκύπτουν έως το τέλος του εν λόγω έτους. Το μέρος του ετήσιου ποσού που δεν χρησιμοποιείται το έτος ν μπορεί να χρησιμοποιηθεί έως το έτος ν+1. Το μέρος του ετήσιου ποσού που προκύπτει από το προηγούμενο έτος χρησιμοποιείται πρώτο. Το εν λόγω μέρος του ετήσιου ποσού του έτους ν που δεν χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του έτους ν+1 καταργείται.
1.  Το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης προορίζεται να παρέχει τη δυνατότητα χρηματοδοτικής συνδρομής σε περίπτωση μειζόνων καταστροφών που συμβαίνουν στο έδαφος κράτους μέλους ή υποψήφιας χώρας, όπως αυτές ορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη, και δεν υπερβαίνει ετησίως το ποσό των 1 000 εκατομμυρίων EUR (τιμές 2018). Την 1η Οκτωβρίου κάθε έτους, τουλάχιστον ένα τέταρτο αυτού του ετήσιου ποσού παραμένει διαθέσιμο για να καλύπτει ανάγκες που προκύπτουν έως το τέλος του εν λόγω έτους. Το μέρος του ετήσιου ποσού που δεν χρησιμοποιείται το έτος ν μπορεί να χρησιμοποιηθεί έως το έτος ν+1. Το μέρος του ετήσιου ποσού που προκύπτει από το προηγούμενο έτος χρησιμοποιείται πρώτο. Το εν λόγω μέρος του ετήσιου ποσού του έτους ν που δεν χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του έτους ν+1 καταργείται.
Τροποποίηση 23
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 3 – άρθρο 10 – παράγραφος 1 α (νέα)
1α.  Οι πιστώσεις για το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγγράφονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης ως πρόβλεψη.
Τροποποίηση 24
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 3 – άρθρο 11 – παράγραφος 2
2.  Το ετήσιο ποσό του αποθεματικού καθορίζεται σε 600 εκατομμύρια EUR (τιμές 2018) και μπορεί να χρησιμοποιηθεί έως το έτος ν+1 σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό. Το αποθεματικό εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης ως πρόβλεψη. Το μέρος του ετήσιου ποσού που προκύπτει από το προηγούμενο έτος χρησιμοποιείται πρώτο. Το εν λόγω μέρος του ετήσιου ποσού του έτους ν που δεν χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του έτους ν+1 καταργείται. Την 1η Οκτωβρίου κάθε έτους, τουλάχιστον ένα τέταρτο του ετήσιου ποσού για το έτος ν παραμένει διαθέσιμο για να καλύπτει ανάγκες που προκύπτουν έως το τέλος του εν λόγω έτους. Έως το ήμισυ του ποσού που είναι διαθέσιμο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους μπορεί να κινητοποιείται για εσωτερικές ή εξωτερικές επιχειρήσεις, αντιστοίχως. Από την 1η Οκτωβρίου, το υπόλοιπο του διαθέσιμου ποσού μπορεί να κινητοποιείται είτε για εσωτερικές είτε για εξωτερικές επιχειρήσεις για να καλύπτει ανάγκες που προκύπτουν έως το τέλος του εν λόγω έτους.
2.  Το ετήσιο ποσό του αποθεματικού επείγουσας βοήθειας καθορίζεται σε 1 000 εκατομμύρια EUR (τιμές 2018) και μπορεί να χρησιμοποιηθεί έως το έτος ν+1 σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό. Το αποθεματικό εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης ως πρόβλεψη. Το μέρος του ετήσιου ποσού που προκύπτει από το προηγούμενο έτος χρησιμοποιείται πρώτο. Το εν λόγω μέρος του ετήσιου ποσού του έτους ν που δεν χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του έτους ν+1 καταργείται. Την 1η Οκτωβρίου κάθε έτους, τουλάχιστον 150 εκατομμύρια EUR (τιμές 2018) από το ετήσιο ποσό για το έτος ν παραμένουν διαθέσιμα για να καλύπτουν ανάγκες που προκύπτουν έως το τέλος του εν λόγω έτους. Έως το ήμισυ του ποσού που είναι διαθέσιμο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους μπορεί να κινητοποιείται για εσωτερικές ή εξωτερικές επιχειρήσεις, αντιστοίχως. Από την 1η Οκτωβρίου, το υπόλοιπο του διαθέσιμου ποσού μπορεί να κινητοποιείται είτε για εσωτερικές είτε για εξωτερικές επιχειρήσεις για να καλύπτει ανάγκες που προκύπτουν έως το τέλος του εν λόγω έτους.
Τροποποίηση 25
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 3 – άρθρο 12 – τίτλος
Συνολικό περιθώριο ανάληψης υποχρεώσεων (ενωσιακό αποθεματικό)
Συνολικό περιθώριο ανάληψης υποχρεώσεων (ενωσιακό αποθεματικό ανάληψης υποχρεώσεων)
Τροποποίηση 26
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 3 – άρθρο 12 – παράγραφος 1
1.  Το συνολικό περιθώριο ανάληψης υποχρεώσεων (ενωσιακό αποθεματικό), το οποίο θα καταστεί διαθέσιμο πέραν των ανώτατων ορίων που καθορίζονται στο ΠΔΠ για τα έτη 2022-2027, περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
α)  τα περιθώρια που παραμένουν διαθέσιμα κάτω από τα ανώτατα όρια του ΠΔΠ για τις αναλήψεις υποχρεώσεων του έτους ν-1·
β)  από το 2023, εκτός από τα περιθώρια που αναφέρονται στο στοιχείο α), ποσό που αντιστοιχεί στις αποδεσμεύσεις πιστώσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος ν-2, με την επιφύλαξη του άρθρου [15] του δημοσιονομικού κανονισμού.
1.   Το συνολικό περιθώριο ανάληψης υποχρεώσεων (ενωσιακό αποθεματικό ανάληψης υποχρεώσεων), το οποίο θα καταστεί διαθέσιμο πέραν των ανώτατων ορίων που καθορίζονται στο ΠΔΠ για τα έτη 2021-2027, περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
α)  τα περιθώρια που παραμένουν διαθέσιμα κάτω από τα ανώτατα όρια του ΠΔΠ για τις αναλήψεις υποχρεώσεων προηγούμενων ετών·
αα)  ανεκτέλεστες αναλήψεις υποχρεώσεων του έτους ν-1·
β)  ποσό που αντιστοιχεί στις αποδεσμεύσεις πιστώσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος ν-2, με την επιφύλαξη του άρθρου [15] του δημοσιονομικού κανονισμού·
βα)  ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό των αναλήψεων υποχρεώσεων του έτους ν-3 που έχουν ανασταλεί, οι οποίες δεν μπορούν πλέον να εγγραφούν στον προϋπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 7·
ββ)  ποσό ισοδύναμο με τα έσοδα από πρόστιμα και ποινές.
Τροποποίηση 27
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 3 – άρθρο 12 – παράγραφος 2
2.  Το συνολικό περιθώριο ανάληψης υποχρεώσεων του ΠΔΠ (ενωσιακό αποθεματικό) ή μέρος αυτού μπορεί να κινητοποιηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού δυνάμει του άρθρου 314 της ΣΛΕΕ.
2.  Το συνολικό περιθώριο ανάληψης υποχρεώσεων του ΠΔΠ (ενωσιακό αποθεματικό ανάληψης υποχρεώσεων) ή μέρος αυτού μπορεί να κινητοποιηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού δυνάμει του άρθρου 314 ΣΛΕΕ. Τα περιθώρια του έτους ν μπορούν να κινητοποιηθούν για τα έτη n και n + 1 μέσω του ενωσιακού αποθεματικού ανάληψης υποχρεώσεων, υπό τον όρο ότι τούτο δεν έρχεται σε αντίθεση με εκκρεμείς ή προγραμματισμένους διορθωτικούς προϋπολογισμούς.
Τροποποίηση 28
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 3 – άρθρο 12 – παράγραφος 3 α (νέα)
3α.  Στο τέλος του 2027, τα ποσά που παραμένουν διαθέσιμα στο πλαίσιο του ενωσιακού αποθεματικού ανάληψης υποχρεώσεων μεταφέρονται στο επόμενο ΠΔΠ έως το 2030.
Τροποποίηση 29
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 3 – άρθρο 13 – εδάφιο 1
Ο μηχανισμός ευελιξίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση, σε δεδομένο οικονομικό έτος, σαφώς προσδιορισμένων δαπανών οι οποίες δεν θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν στο πλαίσιο των διαθέσιμων ανώτατων ορίων για έναν ή περισσοτέρους άλλους τομείς. Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, το ανώτατο όριο του ετήσιου ποσού που είναι διαθέσιμο για τον μηχανισμό ευελιξίας καθορίζεται σε 1 000 εκατομμύρια EUR (τιμές 2018).
Ο μηχανισμός ευελιξίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση, για δεδομένο οικονομικό έτος, σαφώς προσδιορισμένων δαπανών οι οποίες δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν στο πλαίσιο των διαθέσιμων ανώτατων ορίων για έναν ή περισσότερους άλλους τομείς ή στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση, του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του αποθεματικού επείγουσας βοήθειας. Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, το ανώτατο όριο του ετήσιου ποσού που είναι διαθέσιμο για τον μηχανισμό ευελιξίας καθορίζεται σε 2 000 εκατομμύρια EUR (τιμές 2018).
Τροποποίηση 30
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 3 – άρθρο 14 – παράγραφος 1
1.  Προβλέπεται περιθώριο για απρόβλεπτες ανάγκες ύψους 0,03 % του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος της Ένωσης, επιπλέον των ανώτατων ορίων του ΠΔΠ, ως έσχατο μέσο αντιμετώπισης απρόβλεπτων καταστάσεων. Μπορεί να κινητοποιηθεί μόνο σε σχέση με διορθωτικό ή ετήσιο προϋπολογισμό.
1.  Προβλέπεται περιθώριο για απρόβλεπτες ανάγκες ύψους 0,05 % του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος της Ένωσης, επιπλέον των ανώτατων ορίων του ΠΔΠ, ως έσχατο μέσο αντιμετώπισης απρόβλεπτων καταστάσεων. Μπορεί να κινητοποιηθεί μόνο σε σχέση με διορθωτικό ή ετήσιο προϋπολογισμό. Μπορεί να κινητοποιηθεί για πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων και πληρωμών ή μόνο για πιστώσεις πληρωμών.
Τροποποίηση 31
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 3 – άρθρο 14 – παράγραφος 2
2.  Η προσφυγή στο περιθώριο για απρόβλεπτες ανάγκες δεν υπερβαίνει, σε οποιοδήποτε έτος, το μέγιστο ποσό που προβλέπεται στην ετήσια τεχνική προσαρμογή του ΠΔΠ και είναι σύμφωνη με το ανώτατο όριο των ιδίων πόρων.
2.  Η προσφυγή στο περιθώριο για απρόβλεπτες ανάγκες δεν υπερβαίνει, σε οποιοδήποτε έτος, το μέγιστο ποσό που προβλέπεται στην ετήσια τεχνική προσαρμογή του ΠΔΠ.
Τροποποίηση 32
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 3 – άρθρο 14 – παράγραφος 3
3.  Τα ποσά που διατίθενται μέσω της κινητοποίησης του περιθωρίου για απρόβλεπτες ανάγκες αντισταθμίζονται εξ ολοκλήρου με τα περιθώρια ενός ή περισσοτέρων τομέων του ΠΔΠ για το τρέχον ή τα μελλοντικά οικονομικά έτη.
διαγράφεται
Τροποποίηση 33
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 3 – άρθρο 14 – παράγραφος 4
4.  Τα ποσά που αντισταθμίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 δεν κινητοποιούνται περαιτέρω στο πλαίσιο του ΠΔΠ. Η προσφυγή στο περιθώριο για απρόβλεπτες ανάγκες δεν οδηγεί σε υπέρβαση των συνολικών ανώτατων ορίων των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων και των πιστώσεων πληρωμών που προβλέπει το ΠΔΠ για το τρέχον και τα μελλοντικά οικονομικά έτη.
διαγράφεται
Τροποποίηση 34
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 4 – τίτλος
Επανεξέταση και αναθεώρηση του ΠΔΠ
Αναθεωρήσεις
Τροποποίηση 35
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 4 – άρθρο 15 – παράγραφος 1
1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφος 2, των άρθρων 16 έως 20 και του άρθρου 24, σε περίπτωση απρόβλεπτων καταστάσεων, το ΠΔΠ μπορεί να αναθεωρηθεί, τηρουμένου του ανώτατου ορίου των ιδίων πόρων που καθορίζεται σύμφωνα με την ισχύουσα απόφαση για τους ιδίους πόρους.
1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφος 2, των άρθρων 16 έως 20 και του άρθρου 24, τα σχετικά ανώτατα όρια του ΠΔΠ αναθεωρούνται προς τα επάνω σε περίπτωση που αυτό είναι αναγκαίο για τη διευκόλυνση της χρηματοδότησης των πολιτικών της Ένωσης, ιδίως των νέων στόχων πολιτικής, σε περιπτώσεις που διαφορετικά θα ήταν αναγκαίο να καθοριστούν πρόσθετες διακυβερνητικές ή οιονεί διακυβερνητικές χρηματοδοτικές μέθοδοι που θα παρέκαμπταν τη διαδικασία του προϋπολογισμού που ορίζει το άρθρο 314 ΣΛΕΕ.
Τροποποίηση 36
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 4 – άρθρο 15 – παράγραφος 3
3.  Κάθε πρόταση αναθεώρησης του ΠΔΠ, σύμφωνα με την παράγραφο 1, εξετάζει τις δυνατότητες επαναδιάθεσης των δαπανών μεταξύ των προγραμμάτων που περιλαμβάνονται στον τομέα τον οποίο αφορά η αναθεώρηση, με ιδιαίτερη αναφορά σε κάθε αναμενόμενη υποαπορρόφηση των πιστώσεων.
διαγράφεται
Τροποποίηση 37
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 4 – άρθρο 16 – τίτλος
Ενδιάμεση επανεξέταση του ΠΔΠ
Ενδιάμεση αναθεώρηση του ΠΔΠ
Τροποποίηση 38
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 4 – άρθρο 16
Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2024, η Επιτροπή παρουσιάζει την επανεξέταση της λειτουργίας του ΠΔΠ. Ανάλογα με την περίπτωση, η εν λόγω επανεξέταση συνοδεύεται από σχετικές προτάσεις.
Πριν από την 1η Ιουλίου 2023, η Επιτροπή παρουσιάζει νομοθετική πρόταση για την αναθεώρηση του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στη ΣΛΕΕ, με βάση την επανεξέταση της λειτουργίας του ΠΔΠ. Με την επιφύλαξη του άρθρου 6 του παρόντος κανονισμού, μέσω της εν λόγω αναθεώρησης δεν θα μειωθούν τα εθνικά κονδύλια που έχουν ήδη καταλογιστεί.
Η πρόταση καταρτίζεται με συνεκτίμηση της αξιολόγησης:
—  της προόδου που σημειώνεται για την επίτευξη του συνολικού στόχου για διάθεση ποσοστού 25 % των δαπανών της ΕΕ ως συμβολή στους στόχους για το κλίμα κατά την περίοδο του ΠΔΠ 2021-2027, καθώς και για την επίτευξη του ετήσιου στόχου δαπάνης 30 % το συντομότερο δυνατόν·
—  της ενσωμάτωσης των στόχων των Ηνωμένων Εθνών για τη βιώσιμη ανάπτυξη·
—  της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου στον προϋπολογισμό της Ένωσης (συνεκτίμηση της ισότητας των φύλων στον προϋπολογισμό)·
—  του αντικτύπου των μέτρων απλούστευσης στη μείωση της γραφειοκρατίας για τους δικαιούχους κατά την υλοποίηση των χρηματοδοτικών προγραμμάτων, που θα διεξαχθούν σε διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη·
Τροποποίηση 39
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 4 – άρθρο 17
Παράλληλα με την κοινοποίηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο των αποτελεσμάτων των τεχνικών προσαρμογών του ΠΔΠ, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, κάθε πρόταση αναθεώρησης του συνολικού ποσού των πιστώσεων πληρωμών την οποία κρίνει απαραίτητη, λαμβανομένων υπόψη των όρων εκτέλεσης, ώστε να διασφαλιστεί η ορθή διαχείριση των ετήσιων ανώτατων ορίων πληρωμών και ιδιαίτερα η ομαλή τους εξέλιξη σε σχέση με τις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων.
Παράλληλα με την κοινοποίηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο των αποτελεσμάτων των τεχνικών προσαρμογών του ΠΔΠ, ή όταν τα ανώτατα όρια για τις πληρωμές ενδέχεται να εμποδίζουν την Ένωση να τηρήσει τις νομικές δεσμεύσεις της, η Επιτροπή υποβάλλει κάθε πρόταση αναθεώρησης του συνολικού ποσού των πιστώσεων πληρωμών την οποία κρίνει απαραίτητη, λαμβανομένων υπόψη των όρων εκτέλεσης, ώστε να διασφαλιστεί η ορθή διαχείριση των ετήσιων ανώτατων ορίων πληρωμών και ιδιαίτερα η ομαλή τους εξέλιξη σε σχέση με τις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων.
Τροποποίηση 40
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 5 – άρθρο 21 – παράγραφος 1
1.  Ένα μέγιστο ποσό ύψους 14 196 εκατομμυρίων EUR (σε τιμές 2018) διατίθεται από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης για την περίοδο 2021-2027 για έργα μεγάλης κλίμακας στο πλαίσιο του κανονισμού XXXX/XX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου — Διαστημικό πρόγραμμα].
1.  Ένα μέγιστο ποσό διατίθεται από κοινού για τα ευρωπαϊκά προγράμματα δορυφορικής πλοήγησης (EGNOS και Galileo) και για το Copernicus (ευρωπαϊκό πρόγραμμα γεωσκόπησης) από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης για την περίοδο 2021-2027. Αυτό το ανώτατο ποσό καθορίζεται σε ποσοστό 15 % πάνω από τα ενδεικτικά ποσά που καθορίζονται για αμφότερα τα έργα μεγάλης κλίμακας στο πλαίσιο του [κανονισμού XXXX/XX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου — Διαστημικό πρόγραμμα]. Κάθε ενίσχυση εντός αυτού του μέγιστου ποσού χρηματοδοτείται μέσω των περιθωρίων ή των ειδικών μηχανισμών και δεν επιφέρουν μειώσεις σε άλλα προγράμματα και έργα.
Τροποποίηση 41
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 5 – άρθρο 21 – παράγραφος 2 α (νέα)
2α.  Εάν προκύψουν πρόσθετες χρηματοδοτικές ανάγκες από τον προϋπολογισμό της Ένωσης για τα προαναφερθέντα έργα μεγάλης κλίμακας, η Επιτροπή προτείνει ανάλογη αναθεώρηση των ανώτατων ορίων του ΠΔΠ.
Τροποποίηση 42
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 6 – τίτλος
Διοργανική συνεργασία κατά τη διαδικασία του προϋπολογισμού
Διαφάνεια και διοργανική συνεργασία κατά τη διαδικασία του προϋπολογισμού
Τροποποίηση 43
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 6 – άρθρο 22
Διοργανική συνεργασία κατά τη διαδικασία του προϋπολογισμού
Διαφάνεια και διοργανική συνεργασία κατά τη διαδικασία του προϋπολογισμού
Τροποποίηση 44
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 6 – άρθρο 22 – εδάφιο 4 α (νέο)
Τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο εκπροσωπούνται από μέλη του αντίστοιχου θεσμικού οργάνου όταν οι συνεδριάσεις πραγματοποιούνται σε πολιτικό επίπεδο.
Τροποποίηση 45
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 6 – άρθρο 22 – εδάφιο 4 β (νέο)
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο συνεδριάζουν δημοσίως όταν πρόκειται να εγκρίνουν τις αντίστοιχες θέσεις τους σχετικά με το σχέδιο προϋπολογισμού.
Τροποποίηση 46
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 6 – άρθρο 23
Κάθε δαπάνη και έσοδο της Ένωσης και της Ευρατόμ περιλαμβάνεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο [7] του δημοσιονομικού κανονισμού, περιλαμβανομένων των δαπανών που προκύπτουν από κάθε σχετική απόφαση που λαμβάνεται ομόφωνα από το Συμβούλιο κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο πλαίσιο του άρθρου 332 της ΣΛΕΕ.
Κάθε δαπάνη και έσοδο της Ένωσης και της Ευρατόμ περιλαμβάνεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 310 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ, περιλαμβανομένων των δαπανών που προκύπτουν από κάθε σχετική απόφαση που λαμβάνεται ομόφωνα από το Συμβούλιο κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο πλαίσιο του άρθρου 332 ΣΛΕΕ.
Τροποποίηση 47
Πρόταση κανονισμού
Κεφάλαιο 7 – άρθρο 24
Πριν από την 1η Ιουλίου 2025, η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση για νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.
Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2023, μαζί με τις προτάσεις της για την ενδιάμεση αναθεώρηση, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στην οποία θα καθορίζονται οι μέθοδοι πρακτικής εφαρμογής του δημοσιονομικού πλαισίου για πέντε συν πέντε έτη.
Πριν από την 1η Ιουλίου 2025, η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση για νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.
Εάν έως την 31η Δεκεμβρίου 2027 δεν έχει εκδοθεί κανονισμός του Συμβουλίου που να καθορίζει νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, εξακολουθούν να ισχύουν τα ανώτατα όρια και οι λοιπές διατάξεις που αντιστοιχούν στο τελευταίο έτος του ΠΔΠ, έως ότου εγκριθεί κανονισμός που θα καθορίζει νέο δημοσιονομικό πλαίσιο. Εάν προσχωρήσει νέο κράτος μέλος στην Ένωση μετά το 2020, το διευρυμένο δημοσιονομικό πλαίσιο αναθεωρείται, εφόσον κριθεί αναγκαίο, ώστε να ληφθεί υπόψη η προσχώρηση.

Ε.ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΙΟΡΓΑΝΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

52.Τονίζει ότι, ως αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων και της θέσπισης νέου κανονισμού για το ΠΔΠ, η πρόταση διοργανικής συμφωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση θα πρέπει να τροποποιηθεί ως εξής:

Τροποποίηση 48
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Μέρος I
Τμήμα Α – σημείο 6 α (νέο)
6α.  Οι πληροφορίες σχετικά με πράξεις που δεν περιλαμβάνονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και σχετικά με την προβλέψιμη εξέλιξη των διαφόρων κατηγοριών ιδίων πόρων της Ένωσης παρουσιάζονται, ενδεικτικά, σε χωριστούς πίνακες. Αυτές οι πληροφορίες επικαιροποιούνται ετησίως και περιλαμβάνονται στα έγγραφα που συνοδεύουν το σχέδιο προϋπολογισμού.
Τροποποίηση 49
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Μέρος I
Τμήμα Α – σημείο 7
7.  Για τους σκοπούς της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, τα θεσμικά όργανα φροντίζουν να αφήνουν, στο μέτρο του δυνατού, κατά τη διαδικασία του προϋπολογισμού και κατά την έγκρισή του, επαρκή διαθέσιμα περιθώρια κάτω από τα ανώτατα όρια των διαφόρων τομέων του ΠΔΠ.
7.  Για τους σκοπούς της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, τα θεσμικά όργανα φροντίζουν να αφήνουν, στο μέτρο του δυνατού, κατά τη διαδικασία του προϋπολογισμού και κατά την έγκρισή του, επαρκή διαθέσιμα ποσά εντός των περιθωρίων κάτω από τα ανώτατα όρια των διαφόρων τομέων του ΠΔΠ ή εντός των διαθέσιμων ειδικών μηχανισμών.
Τροποποίηση 50
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Μέρος I
Τμήμα Α – σημείο 8
Επικαιροποίηση των προβλέψεων για τις πιστώσεις πληρωμών μετά το 2027
Επικαιροποίηση των προβλέψεων για τις πιστώσεις πληρωμών
8.  Το 2024, η Επιτροπή θα επικαιροποιήσει τις προβλέψεις για τις πιστώσεις πληρωμών μετά το 2027.
8.  Κάθε έτος, η Επιτροπή επικαιροποιεί τις προβλέψεις για τις πιστώσεις πληρωμών μέχρι το 2027 και μετά από το έτος αυτό.
Αυτή η επικαιροποίηση θα λάβει υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, μεταξύ άλλων την πραγματική εκτέλεση των πιστώσεων του προϋπολογισμού για αναλήψεις υποχρεώσεων και των πιστώσεων του προϋπολογισμού για πληρωμές, καθώς και τις προβλέψεις εκτέλεσης. Επίσης θα λάβει υπόψη τους κανόνες που έχουν σκοπό να εξασφαλίζουν ότι οι πιστώσεις πληρωμών εξελίσσονται ομαλά σε σύγκριση με τις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων και με τις προβλέψεις ανάπτυξης που αφορούν το Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα της Ένωσης.
Αυτή η επικαιροποίηση θα λάβει υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, μεταξύ άλλων την πραγματική εκτέλεση των πιστώσεων του προϋπολογισμού για αναλήψεις υποχρεώσεων και των πιστώσεων του προϋπολογισμού για πληρωμές, καθώς και τις προβλέψεις εκτέλεσης. Επίσης θα λάβει υπόψη τους κανόνες που έχουν σκοπό να εξασφαλίζουν ότι οι πιστώσεις πληρωμών εξελίσσονται ομαλά σε σύγκριση με τις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων και με τις προβλέψεις ανάπτυξης που αφορούν το Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα της Ένωσης.
Τροποποίηση 51
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Μέρος I
Τμήμα Β – σημείο 9
9.  Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις κινητοποίησης του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση, όπως αυτές ορίζονται στη σχετική βασική πράξη, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρόταση μεταφοράς στις αντίστοιχες γραμμές του προϋπολογισμού.
9.  Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις κινητοποίησης του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση, όπως αυτές ορίζονται στη σχετική βασική πράξη, η Επιτροπή συντάσσει πρόταση για την κινητοποίησή του. Η απόφαση κινητοποίησης του Ταμείου Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση λαμβάνεται από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
Οι μεταφορές που αφορούν το Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό.
Ταυτόχρονα με την υποβολή της πρότασής της για απόφαση κινητοποίησης του Ταμείου Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρόταση μεταφοράς στις αντίστοιχες γραμμές του προϋπολογισμού.
Σε περίπτωση διαφωνίας, το θέμα εξετάζεται κατά την επόμενη τριμερή συνάντηση τριμερούς διαλόγου για τον προϋπολογισμό.
Οι μεταφορές που αφορούν το Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό.
Τροποποίηση 52
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Μέρος I
Τμήμα Β – σημείο 10
10.  Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις κινητοποίησης του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως αυτές ορίζονται στη σχετική βασική πράξη, η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση για τον κατάλληλο δημοσιονομικό μηχανισμό σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό.
10.  Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις κινητοποίησης του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως αυτές ορίζονται στη σχετική βασική πράξη, η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση για την κινητοποίησή του. Η απόφαση κινητοποίησης του Ταμείου Αλληλεγγύης λαμβάνεται από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
Ταυτόχρονα με την υποβολή της πρότασής της για απόφαση κινητοποίησης του Ταμείου Αλληλεγγύης, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρόταση μεταφοράς στις αντίστοιχες γραμμές του προϋπολογισμού.
Σε περίπτωση διαφωνίας, το θέμα εξετάζεται κατά την επόμενη τριμερή συνάντηση τριμερούς διαλόγου για τον προϋπολογισμό.
Οι μεταφορές που αφορούν το Ταμείο Αλληλεγγύης πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό.
Τροποποίηση 53
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Μέρος I
Τμήμα Β – σημείο 11
11.  Η Επιτροπή, όταν κρίνει ότι είναι ανάγκη να χρησιμοποιηθεί το Αποθεματικό Επείγουσας Βοήθειας, υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρόταση μεταφοράς πιστώσεων από το αποθεματικό στις αντίστοιχες γραμμές του προϋπολογισμού σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό.
11.  Η Επιτροπή, όταν κρίνει ότι είναι ανάγκη να χρησιμοποιηθεί το Αποθεματικό Επείγουσας Βοήθειας, υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρόταση μεταφοράς πιστώσεων από το αποθεματικό στις αντίστοιχες γραμμές του προϋπολογισμού σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό.
Σε περίπτωση διαφωνίας, το θέμα εξετάζεται κατά την επόμενη τριμερή συνάντηση τριμερούς διαλόγου για τον προϋπολογισμό.
Τροποποίηση 54
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Μέρος I
Τμήμα Β – σημείο 12
Μηχανισμός ευελιξίας
Μηχανισμός ευελιξίας
12.  Η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση για την κινητοποίηση του Μηχανισμού Ευελιξίας αφού εξετάσει όλες τις δυνατότητες επαναδιάθεσης πιστώσεων στο πλαίσιο του τομέα στον οποίο απαιτούνται πρόσθετες δαπάνες.
12.  Η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση για την κινητοποίηση του Μηχανισμού Ευελιξίας αφού εξαντλήσει τα περιθώρια των σχετικών τομέων.
Η πρόταση προσδιορίζει τις ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν, καθώς και το ποσό. Σχετική πρόταση μπορεί να υποβληθεί σε συνάρτηση με σχέδιο προϋπολογισμού ή σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού.
Η πρόταση προσδιορίζει τις ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν, καθώς και το ποσό.
Ο Μηχανισμός Ευελιξίας ενεργοποιείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού που προβλέπεται στο άρθρο 314 ΣΛΕΕ.
Ο Μηχανισμός Ευελιξίας ενεργοποιείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού που προβλέπεται στο άρθρο 314 ΣΛΕΕ.
Τροποποίηση 55
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Μέρος I
Τμήμα Β – σημείο 13
13.  Η κινητοποίηση του περιθωρίου για απρόβλεπτες ανάγκες, ή μέρος αυτού, προτείνεται από την Επιτροπή κατόπιν εις βάθος ανάλυσης όλων των άλλων δημοσιονομικών δυνατοτήτων. Σχετική πρόταση μπορεί να υποβληθεί σε συνάρτηση με σχέδιο προϋπολογισμού ή σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού.
13.  Η κινητοποίηση του περιθωρίου για απρόβλεπτες ανάγκες, ή μέρος αυτού, προτείνεται από την Επιτροπή κατόπιν εις βάθος ανάλυσης όλων των άλλων δημοσιονομικών δυνατοτήτων.
Το περιθώριο για απρόβλεπτες ανάγκες ενεργοποιείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού που προβλέπεται στο άρθρο 314 ΣΛΕΕ.
Το περιθώριο για απρόβλεπτες ανάγκες ενεργοποιείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού που προβλέπεται στο άρθρο 314 ΣΛΕΕ.
Τροποποίηση 56
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Μέρος II
Τμήμα Α – σημείο 14 α (νέο)
14α.  Για να διευκολυνθεί η έγκριση νέου ΠΔΠ ή η αναθεώρησή του, και για την εφαρμογή του άρθρου 312 παράγραφος 5 ΣΛΕΕ, τα θεσμικά όργανα συγκαλούν τακτικές συνεδριάσεις, και συγκεκριμένα:
—  συνεδριάσεις των Προέδρων, σύμφωνα με το άρθρο 324 της Συνθήκης·
—  συνεδριάσεις ενημέρωσης και απολογισμού μεταξύ αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Προεδρίας του Συμβουλίου πριν και μετά τις σχετικές συνεδριάσεις του Συμβουλίου·
—  άτυπες τριμερείς συνεδριάσεις κατά τη διάρκεια των διαδικασιών του Συμβουλίου με στόχο να ληφθούν υπόψη οι απόψεις του Κοινοβουλίου για κάθε έγγραφο που συντάσσει η Προεδρία του Συμβουλίου·
—  τριμερείς διαλόγους, μόλις το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εγκρίνουν τις αντίστοιχες διαπραγματευτικές εντολές τους·
—  αμοιβαίες παρουσίες της προεδρίας του Συμβουλίου στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή και της διαπραγματευτικής ομάδας του Κοινοβουλίου στη σχετική σύνθεση του Συμβουλίου.
Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα διαβιβάσουν αμοιβαία, μόλις είναι διαθέσιμα, όλα τα έγγραφα που έχουν εγκριθεί επίσημα στα αντίστοιχα προπαρασκευαστικά τους όργανα ή έχουν επίσημα υποβληθεί εξ ονόματός τους.
Τροποποίηση 57
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Μέρος II
Τμήμα Β – σημείο 15 – περίπτωση 2
—  τα έσοδα, τις δαπάνες και τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης (ΕΤΑ), του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ) και άλλων ενδεχόμενων μελλοντικών μηχανισμών,
—  τα έσοδα, τις δαπάνες και τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης (ΕΤΑ), του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ) και άλλων ενδεχόμενων μελλοντικών μηχανισμών που δεν χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης αλλά υφίστανται για να υποστηρίζουν τους στόχους πολιτικής της Ένωσης που απορρέουν από τις Συνθήκες,
Τροποποίηση 58
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Μέρος II
Τμήμα Β – σημείο 15 α (νέο)
15α.  Κατά την έγκριση αυτόνομων μεταφορών σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 1 του δημοσιονομικού κανονισμού, η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή για τους λεπτομερείς λόγους που αιτιολογούν τις μεταφορές αυτές. Όταν το Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο διατυπώσουν επιφύλαξη για αυτόνομη μεταφορά, η Επιτροπή την εξετάζει και, εφόσον συντρέχει λόγος, μπορεί ακόμη και να την ακυρώσει.
Τροποποίηση 59
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Μέρος III
Τμήμα Α – σημείο 24 α (νέο)
24α.  Όταν, στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού, η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή αποφασίζει για συγκεκριμένες ενισχύσεις, η Επιτροπή δεν συμψηφίζει καμία από αυτές κατά τα επόμενα έτη του δημοσιονομικού προγραμματισμού της, εκτός εάν λάβει ειδική για τον σκοπό αυτό εντολή από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή.
Τροποποίηση 60
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Παράρτημα
Μέρος Α – σημείο 1 α (νέο)
1α.  Κάθε θεσμικό όργανο αναλαμβάνει την υποχρέωση να απέχει από τη διαβίβαση στα άλλα όργανα τυχόν μη επειγουσών δημοσιονομικών θέσεων, μεταφορών ή άλλων κοινοποιήσεων που συνεπάγονται την ενεργοποίηση προθεσμιών κατά τις περιόδους διακοπών τους, ώστε να διασφαλίζεται ότι κάθε θεσμικό όργανο είναι σε θέση να ασκεί δεόντως τις διαδικαστικές αρμοδιότητές του.
Οι υπηρεσίες των θεσμικών οργάνων αλληλοενημερώνονται σε εύθετο χρόνο σχετικά με τις αντίστοιχες ημερομηνίες διακοπής των εργασιών τους.
Τροποποίηση 61
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Παράρτημα
Τμήμα B – σημείο 2
2.  Σε εύθετο χρόνο πριν από την έγκριση του σχεδίου του προϋπολογισμού από την Επιτροπή, συγκαλείται τριμερής διάλογος για να συζητηθούν οι πιθανές προτεραιότητες του προϋπολογισμού για το ερχόμενο οικονομικό έτος.
2.  Σε εύθετο χρόνο πριν από την έγκριση του σχεδίου του προϋπολογισμού από την Επιτροπή, συγκαλείται τριμερής διάλογος για να συζητηθούν οι πιθανές προτεραιότητες του προϋπολογισμού για το ερχόμενο οικονομικό έτος και τα ζητήματα που ανακύπτουν από την εκτέλεση του προϋπολογισμού του τρέχοντος οικονομικού έτους.
Τροποποίηση 62
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Παράρτημα
Μέρος Γ – σημείο 8
8.  Για λόγους καλόπιστης και ορθής θεσμικής συνεργασίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναλαμβάνουν να διατηρούν τακτικές και ενεργές επαφές σε όλα τα επίπεδα, μέσω των αντίστοιχων διαπραγματευτών τους, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας του προϋπολογισμού και ιδίως κατά την περίοδο συνδιαλλαγής. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναλαμβάνουν να εξασφαλίζουν την έγκαιρη και συνεχή αμοιβαία ανταλλαγή συναφών πληροφοριών και εγγράφων τόσο σε επίσημο όσο και σε ανεπίσημο επίπεδο, καθώς και να πραγματοποιούν τεχνικές ή άτυπες συνεδριάσεις, όταν κρίνεται απαραίτητο, κατά την περίοδο συνδιαλλαγής, σε συνεργασία με την Επιτροπή. Η Επιτροπή εξασφαλίζει την έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σε πληροφορίες και έγγραφα.
8.  Για λόγους καλόπιστης και ορθής θεσμικής συνεργασίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναλαμβάνουν να διατηρούν τακτικές και ενεργές επαφές σε όλα τα επίπεδα, μέσω των αντίστοιχων διαπραγματευτών τους, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας του προϋπολογισμού και ιδίως κατά την περίοδο συνδιαλλαγής. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναλαμβάνουν να εξασφαλίζουν την έγκαιρη και συνεχή αμοιβαία ανταλλαγή συναφών πληροφοριών και εγγράφων τόσο σε επίσημο όσο και σε ανεπίσημο επίπεδο, συγκεκριμένα με την αμοιβαία διαβίβαση όλων των διαδικαστικών εγγράφων που εγκρίνονται στο πλαίσιο των αντίστοιχων προπαρασκευαστικών τους οργάνων, αμέσως μόλις είναι διαθέσιμα. Αναλαμβάνουν ακόμη να πραγματοποιούν τεχνικές ή άτυπες συνεδριάσεις, όταν κρίνεται απαραίτητο, κατά την περίοδο συνδιαλλαγής, σε συνεργασία με την Επιτροπή. Η Επιτροπή εξασφαλίζει την έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σε πληροφορίες και έγγραφα.
Τροποποίηση 63
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Παράρτημα
Μέρος Δ – σημείο 12 α (νέο)
12α.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο συνεδριάζουν δημοσίως όταν πρόκειται να εγκρίνουν τις αντίστοιχες θέσεις τους σχετικά με το σχέδιο προϋπολογισμού.
Τροποποίηση 64
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Παράρτημα
Μέρος Ε – σημείο 15
15.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκπροσωπούνται σε κατάλληλο επίπεδο στο πλαίσιο της επιτροπής συνδιαλλαγής, ούτως ώστε κάθε αντιπροσωπία να μπορεί να δεσμεύσει πολιτικά το αντίστοιχο όργανό της και να είναι δυνατή η ουσιαστική πρόοδος για την επίτευξη της τελικής συμφωνίας.
15.  Τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο εκπροσωπούνται από μέλη του αντίστοιχου θεσμικού οργάνου στο πλαίσιο της επιτροπής συνδιαλλαγής, ούτως ώστε κάθε αντιπροσωπία να μπορεί να δεσμεύσει πολιτικά το αντίστοιχο όργανό της και να είναι δυνατή η ουσιαστική πρόοδος για την επίτευξη της τελικής συμφωνίας.
Τροποποίηση 65
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Παράρτημα
Μέρος Ε – σημείο 19
19.  Οι ημερομηνίες των συνεδριάσεων της επιτροπής συνδιαλλαγής και των τριμερών διαλόγων καθορίζονται εκ των προτέρων κατόπιν συμφωνίας των τριών θεσμικών οργάνων.
19.  Οι ημερομηνίες των συνεδριάσεων της επιτροπής συνδιαλλαγής και των τριμερών διαλόγων καθορίζονται εκ των προτέρων κατόπιν συμφωνίας των τριών θεσμικών οργάνων. Ενδέχεται να διοργανωθούν πρόσθετες συνεδριάσεις, μεταξύ άλλων και σε τεχνικό επίπεδο, όταν κρίνεται απαραίτητο, κατά την περίοδο συνδιαλλαγής.
Τροποποίηση 66
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Παράρτημα
Μέρος Ε – σημείο 21 α (νέο)
21α.   Προκειμένου να αξιοποιείται πλήρως η περίοδος συνδιαλλαγής 21 ημερών που ορίζεται από τη Συνθήκη και να έχουν τα θεσμικά όργανα τη δυνατότητα να επικαιροποιούν τις αντίστοιχες διαπραγματευτικές θέσεις τους, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναλαμβάνουν να εξετάζουν την κατάσταση προόδου της διαδικασίας συνδιαλλαγής σε κάθε συνεδρίαση των οικείων προπαρασκευαστικών οργάνων τους κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας περιόδου, και δεν την αφήνουν για τα τελευταία στάδια της διαδικασίας.
Τροποποίηση 67
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Παράρτημα
Μέρος Ζ – τίτλος
Μέρος Ζ. Υπόλοιπο προς εκκαθάριση
Μέρος Ζ. Εκτέλεση του προϋπολογισμού, πληρωμές και υπόλοιπο προς εκκαθάριση
Τροποποίηση 68
Πρόταση διοργανικής συμφωνίας
Παράρτημα
Μέρος Ζ – σημείο 36
36.  Δεδομένου ότι πρέπει να εξασφαλίζεται η ομαλή εξέλιξη των συνολικών πιστώσεων πληρωμών σε σχέση με τις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων ώστε να αποφεύγεται οιαδήποτε αφύσικη μετατόπιση του υπολοίπου προς εκκαθάριση από έτος σε έτος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή συμφωνούν να παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς το επίπεδο του υπολοίπου προς εκκαθάριση προκειμένου να μετριάζεται ο κίνδυνος παρεμπόδισης της εφαρμογής ενωσιακών προγραμμάτων λόγω έλλειψης πιστώσεων πληρωμών στο τέλος του ΠΔΠ.
36.  Δεδομένου ότι πρέπει να εξασφαλίζεται η ομαλή εξέλιξη των συνολικών πιστώσεων πληρωμών σε σχέση με τις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων ώστε να αποφεύγεται οιαδήποτε αφύσικη μετατόπιση του υπολοίπου προς εκκαθάριση από έτος σε έτος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή συμφωνούν να παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τις προβλέψεις πληρωμών και το επίπεδο του υπολοίπου προς εκκαθάριση προκειμένου να μετριάζεται ο κίνδυνος παρεμπόδισης της εφαρμογής ενωσιακών προγραμμάτων λόγω έλλειψης πιστώσεων πληρωμών στο τέλος του ΠΔΠ.
Προκειμένου να διασφαλισθεί ένα διαχειρίσιμο επίπεδο και προφίλ των πληρωμών σε όλους τους τομείς, εφαρμόζονται αυστηρά κανόνες αποδέσμευσης σε όλους τους τομείς, ιδίως οι κανόνες αυτόματης αποδέσμευσης.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του προϋπολογισμού, τα θεσμικά όργανα συνεδριάζουν τακτικά προκειμένου να αξιολογούν από κοινού την κατάσταση και τις προοπτικές όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού κατά το τρέχον και τα επόμενα έτη. Πρόκειται για ειδικές διοργανικές συνεδριάσεις στο κατάλληλο επίπεδο, πριν από τις οποίες η Επιτροπή παρέχει λεπτομερή στοιχεία για την κατάσταση, ανά ταμείο και ανά κράτος μέλος, όσον αφορά την εκτέλεση των πληρωμών, τις υποβληθείσες αιτήσεις επιστροφών και τις αναθεωρημένες προβλέψεις. Ειδικότερα, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η Ένωση μπορεί να εκπληρώσει όλες τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις της που απορρέουν από υφιστάμενες και μελλοντικές αναλήψεις υποχρεώσεων κατά το διάστημα 2021 έως 2027 σύμφωνα με το άρθρο 323 ΣΛΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναλύουν και συζητούν τις εκτιμήσεις της Επιτροπής όσον αφορά το απαιτούμενο επίπεδο των πιστώσεων πληρωμών.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του προϋπολογισμού, τα θεσμικά όργανα συνεδριάζουν τακτικά προκειμένου να αξιολογούν από κοινού την κατάσταση και τις προοπτικές όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού κατά το τρέχον και τα επόμενα έτη. Πρόκειται για ειδικές διοργανικές συνεδριάσεις στο κατάλληλο επίπεδο, πριν από τις οποίες η Επιτροπή παρέχει λεπτομερή στοιχεία για την κατάσταση, ανά ταμείο και ανά κράτος μέλος, όσον αφορά την εκτέλεση των πληρωμών, τις υποβληθείσες αιτήσεις επιστροφών και τις αναθεωρημένες βραχυπρόθεσμες έως μακροπρόθεσμες προβλέψεις. Ειδικότερα, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η Ένωση μπορεί να εκπληρώσει όλες τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις της που απορρέουν από υφιστάμενες και μελλοντικές αναλήψεις υποχρεώσεων κατά το διάστημα 2021 έως 2027 σύμφωνα με το άρθρο 323 ΣΛΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναλύουν και συζητούν τις εκτιμήσεις της Επιτροπής όσον αφορά το απαιτούμενο επίπεδο των πιστώσεων πληρωμών.

53.αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Παράρτημα Ι – ΠΔΠ 2021-2027: Ανώτατα όρια και μέσα εκτός των ανωτάτων ορίων (τιμές 2018)

(σε εκατομμύρια EUR — τιμές 2018)

 

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Θέση του Κοινοβουλίου

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων

Σύνολο

2021-2027

2021

2022

2023

2024

2025

2026

2027

Σύνολο

2021-2027

I.  Ενιαία αγορά, καινοτομία και ψηφιακή οικονομία

166 303

31 035

31 006

31 297

30 725

30 615

30 757

30 574

216 010

II.  Συνοχή και αξίες

391 974

60 026

62 887

64 979

65 785

66 686

69 204

67 974

457 540

εκ των οποίων: Οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή

330 642

52 143

52 707

53 346

53 988

54 632

55 286

55 994

378 097

III.  Φυσικοί Πόροι και Περιβάλλον

336 623

57 780

57 781

57 789

57 806

57 826

57 854

57 881

404 718

IV.  Μετανάστευση και διαχείριση των συνόρων

30 829

3 227

4 389

4 605

4 844

4 926

5 066

5 138

32 194

V.  Ασφάλεια και άμυνα

24 323

3 202

3 275

3 223

3 324

3 561

3 789

4 265

24 639

VI.  Γειτονικές χώρες και υπόλοιπος κόσμος

108 929

15 368

15 436

15 616

15 915

16 356

16 966

17 729

113 386

VII.  Ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση

75 602

10 388

10 518

10 705

10 864

10 910

11 052

11 165

75 602

εκ των οποίων: Διοικητικές δαπάνες των θεσμικών οργάνων

58 547

8 128

8 201

8 330

8 432

8 412

8 493

8 551

58 547

ΣΥΝΟΛΟ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

1 134 583

181 025

185 293

188 215

189 262

190 880

194 688

194 727

1 324 089

ως ποσοστό του ΑΕΕ

1,11 %

1,29 %

1,31 %

1,31 %

1,30 %

1,30 %

1,31 %

1,29 %

1,30 %

ΣΥΝΟΛΟ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

1 104 805

174 088

176 309

186 391

187 490

188 675

189 961

191 398

1 294 311

ως ποσοστό του ΑΕΕ

1,08 %

1,24 %

1,24 %

1,30 %

1,29 %

1,28 %

1,28 %

1,27 %

1,27 %

ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΠΔΠ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αποθεματικό επείγουσας βοήθειας

4 200

1 000

1 000

1 000

1 000

1 000

1 000

1 000

7 000

Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση (ΕΤΠ)

1 400

200

200

200

200

200

200

200

1 400

Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΤΑΕΕ)

4 200

1 000

1 000

1 000

1 000

1 000

1 000

1 000

7 000

Μηχανισμός ευελιξίας

7 000

2 000

2 000

2 000

2 000

2 000

2 000

2 000

14 000

Ευρωπαϊκή Λειτουργία Σταθεροποίησης Επενδύσεων

p.m.

p.m.

p.m.

p.m.

p.m.

p.m.

p.m.

p.m.

p.m.

Ευρωπαϊκός Μηχανισμός για την Ειρήνη

9 223

753

970

1 177

1 376

1 567

1 707

1 673

9 223

ΣΥΝΟΛΟ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΠΔΠ

26 023

4 953

5 170

5 377

5 576

5 767

5 907

5 873

38 623

ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ + ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΠΔΠ

1 160 606

185 978

190 463

193 592

194 838

196 647

200 595

200 600

1 362 712

ως ποσοστό του ΑΕΕ

1,14 %

1,32 %

1,34 %

1,35 %

1,34 %

1,34 %

1,35 %

1,33 %

1,34 %

Παράρτημα ΙΙ – ΠΔΠ 2021-2027: Ανώτατα όρια και μέσα εκτός των ανωτάτων ορίων (τρέχουσες τιμές)

(σε εκατομμύρια EUR – τρέχουσες τιμές)

 

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Θέση του Κοινοβουλίου

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων

Σύνολο

2021-2027

2021

2022

2023

2024

2025

2026

2027

Σύνολο

2021-2027

I.  Ενιαία αγορά, καινοτομία και ψηφιακή οικονομία

187 370

32 935

33 562

34 555

34 601

35 167

36 037

36 539

243 395

II.  Συνοχή και αξίες

442 412

63 700

68 071

71 742

74 084

76 601

81 084

81 235

516 517

εκ των οποίων: Οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή

373 000

55 335

57 052

58 899

60 799

62 756

64 776

66 918

426 534

III.  Φυσικοί Πόροι και Περιβάλλον

378 920

61 316

62 544

63 804

65 099

66 424

67 785

69 174

456 146

IV.  Μετανάστευση και διαχείριση των συνόρων

34 902

3 425

4 751

5 084

5 455

5 658

5 936

6 140

36 448

V.  Ασφάλεια και άμυνα

27 515

3 397

3 545

3 559

3 743

4 091

4 439

5 098

27 872

VI.  Γειτονικές χώρες και υπόλοιπος κόσμος

123 002

16 308

16 709

17 242

17 923

18 788

19 878

21 188

128 036

VII.  Ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση

85 287

11 024

11 385

11 819

12 235

12 532

12 949

13 343

85 287

εκ των οποίων: Διοικητικές δαπάνες των θεσμικών οργάνων

66 028

8 625

8 877

9 197

9 496

9 663

9 951

10 219

66 028

ΣΥΝΟΛΟ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

1 279 408

192 105

200 567

207 804

213 140

219 261

228 107

232 717

1 493 701

ως ποσοστό του ΑΕΕ

1,11 %

1,29 %

1,31 %

1,31 %

1,30 %

1,30 %

1,31 %

1,29 %

1,30 %

ΣΥΝΟΛΟ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

1 246 263

184 743

190 843

205 790

211 144

216 728

222 569

228 739

1 460 556

ως ποσοστό του ΑΕΕ

1,08 %

1,24 %

1,24 %

1,30 %

1,29 %

1,28 %

1,28 %

1,27 %

1,27 %

ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΠΔΠ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αποθεματικό επείγουσας βοήθειας

4 734

1 061

1 082

1 104

1 126

1 149

1 172

1 195

7 889

Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση (ΕΤΠ)

1 578

212

216

221

225

230

234

239

1 578

Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΤΑΕΕ)

4 734

1 061

1 082

1 104

1 126

1 149

1 172

1 195

7 889

Μηχανισμός ευελιξίας

7 889

2 122

2 165

2 208

2 252

2 297

2 343

2 390

15 779

Ευρωπαϊκή Λειτουργία Σταθεροποίησης Επενδύσεων

p.m.

p.m.

p.m.

p.m.

p.m.

p.m.

p.m.

p.m.

p.m.

Ευρωπαϊκός Μηχανισμός για την Ειρήνη

10 500

800

1 050

1 300

1 550

1 800

2 000

2 000

10 500

ΣΥΝΟΛΟ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΠΔΠ

29 434

5 256

5 596

5 937

6 279

6 624

6 921

7 019

43 633

ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ + ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΠΔΠ

1 308 843

197 361

206 163

213 741

219 419

225 885

235 028

239 736

1 537 334

ως ποσοστό του ΑΕΕ

1,14 %

1,32 %

1,34 %

1,35 %

1,34 %

1,34 %

1,35 %

1,33 %

1,34 %

Παράρτημα III – ΠΔΠ 2021-2027: κατανομή ανά πρόγραμμα (τιμές 2018)

ΣΗΜ.: Για λόγους σύγκρισης, ο πίνακας ακολουθεί τη δομή των μεμονωμένων προγραμμάτων της ΕΕ όπως προτείνονται από την Επιτροπή, με την επιφύλαξη ενδεχόμενων αλλαγών που μπορεί να ζητηθούν κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας που οδηγεί στην έγκριση των εν λόγω προγραμμάτων.

(σε εκατομμύρια EUR — τιμές 2018)

 

ΠΔΠ 2014-2020 (ΕΕ-27 + ΕΤΑ)

Πρόταση της Επιτροπής 2021-2027

Θέση του Κοινοβουλίου

2021-2027

I.  Ενιαία αγορά, καινοτομία και ψηφιακή οικονομία

116 361

166 303

216 010

1.  Έρευνα και καινοτομία

69 787

91 028

127 537

Ορίζων Ευρώπη

64 674

83 491

120 000

Πρόγραμμα έρευνας και κατάρτισης Ευρατόμ

2 119

2 129

2 129

Διεθνής Θερμοπυρηνικός Πειραματικός Αντιδραστήρας (ITER)

2 992

5 406

5 406

Άλλο

2

2

2

2.  Ευρωπαϊκές στρατηγικές επενδύσεις

31 886

44 375

51 798

Ταμείο InvestEU

3 968

13 065

14 065

Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» (συνολική συνεισφορά τομέα 1)

περιλαμβάνονται:

17 579

21 721

28 083

Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» - Μεταφορές

12 393

11 384

17 746

Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» - Ενέργεια

4 185

7 675

7 675

Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» - Ψηφιακή οικονομία

1 001

2 662

2 662

Πρόγραμμα «Ψηφιακή Ευρώπη»

172

8 192

8 192

Άλλο

9 097

177

177

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

1 069

1 220

1 281

3.  Ενιαία αγορά

5 100

5 672

8 423

Πρόγραμμα για την ενιαία αγορά (περιλαμβανομένων των προγραμμάτων COSME)

3 547

3 630

5 823

Πρόγραμμα της ΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης

156

161

322

Συνεργασία στον τομέα της φορολογίας (FISCALIS)

226

239

300

Συνεργασία στον τομέα των τελωνείων (CUSTOMS)

536

843

843

Βιώσιμος τουρισμός

 

 

300

Άλλο

61

87

87

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

575

714

748

4.  Διάστημα

11 502

14 404

15 225

Ευρωπαϊκό Διαστημικό Πρόγραμμα

11 308

14 196

15 017

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

194

208

208

Περιθώριο

-1 913

10 824

13 026

II.  Συνοχή και αξίες

387 250

391 974

457 540

5.  Περιφερειακή ανάπτυξη και συνοχή

272 647

242 209

272 647

ΕΤΠΑ + Ταμείο Συνοχής περιλαμβάνονται:

272 411

241 996

272 411

Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης

196 564

200 622

 

Ταμείο Συνοχής

75 848

41 374

 

Εκ των οποίων συνεισφορά στον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη» - Μεταφορές

11 487

10 000

 

Στήριξη της τουρκοκυπριακής κοινότητας

236

213

236

6.  Οικονομική και Νομισματική Ένωση

273

22 281

22 281

Πρόγραμμα στήριξης των μεταρρυθμίσεων

185

22 181

22 181

Προστασία του ευρώ από την παραχάραξη και την κιβδηλεία

7

7

7

Άλλο

81

93

93

7.  Επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό, στην κοινωνική συνοχή και στις αξίες

115 729

123 466

157 612

Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+ (περιλαμβανομένης μιας εγγύησης για παιδιά ύψους 5,9 δισεκατομμυρίων EUR)

96 216

89 688

106 781

Εκ των οποίων υγεία, απασχόληση και κοινωνική καινοτομία

1 075

1 042

1 095

Erasmus+

13 699

26 368

41 097

Ευρωπαϊκό Σώμα Αλληλεγγύης

373

1 113

1 113

Δημιουργική Ευρώπη

1 403

1 642

2 806

Δικαιοσύνη

316

271

316

Δικαιώματα και αξίες, περιλαμβανομένων τουλάχιστον 500 εκατομμυρίων EUR για το σκέλος: αξίες της Ένωσης

594

570

1 627

Άλλο

1 158

1 185

1 185

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

1 971

2 629

2 687

Περιθώριο

-1 399

4 018

4 999

III.  Φυσικοί Πόροι και Περιβάλλον

399 608

336 623

404 718

8.  Γεωργική πολιτική και θαλάσσια πολιτική

390 155

330 724

391 198

ΕΓΤΕ + ΕΓΤΑΑ περιλαμβάνονται:

382 855

324 284

383 255

Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ)

286 143

254 247

 

Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ)

96 712

70 037

 

Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας

6 243

5 448

6 867

Άλλο

962

878

962

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

95

113

113

9.  Περιβάλλον και δράση για το κλίμα

3 492

5 085

11 520

Πρόγραμμα για το Περιβάλλον και τη Δράση για το Κλίμα (LIFE)

3 221

4 828

6 442

Ταμείο για τη δίκαιη ενεργειακή μετάβαση

 

 

4 800

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

272

257

278

Περιθώριο

5 960

814

1 999

IV.  Μετανάστευση και διαχείριση των συνόρων

10 051

30 829

32 194

10.  Μετανάστευση

7 180

9 972

10 314

Ταμείο ασύλου και μετανάστευσης

6 745

9 205

9 205

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί*

435

768

1 109

11.  Διαχείριση συνόρων

5 492

18 824

19 848

Ταμείο για την ολοκληρωμένη διαχείριση των συνόρων

2 773

8 237

8 237

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί*

2 720

10 587

11 611

Περιθώριο

-2 621

2 033

2 033

V.  Ασφάλεια και άμυνα

1 964

24 323

24 639

12.  Ασφάλεια

3 455

4 255

4 571

Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας

1 200

2 210

2 210

Παροπλισμός πυρηνικών εγκαταστάσεων

περιλαμβάνονται:

1 359

1 045

1 359

Παροπλισμός πυρηνικών εγκαταστάσεων (Λιθουανία)

459

490

692

Πυρηνική ασφάλεια και παροπλισμός (περιλαμβανομένων της Βουλγαρίας και της Σλοβακίας)

900

555

667

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

896

1 001

1 002

13.  Άμυνα

575

17 220

17 220

Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας

575

11 453

11 453

Στρατιωτική κινητικότητα

0

5 767

5 767

14.  Αντιμετώπιση κρίσεων

1 222

1 242

1 242

Μηχανισμός πολιτικής προστασίας της Ένωσης (rescEU)

560

1 242

1 242

Άλλο

662

p.m.  

p.m.

Περιθώριο

-3 289

1 606

1 606

VI.  Γειτονικές χώρες και υπόλοιπος κόσμος

96 295

108 929

113 386

15.  Εξωτερική δράση

85 313

93 150

96 809

Μέσο(-α) για τη στήριξη των πολιτικών γειτονίας και ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένων του διαδόχου του ΕΤΑ και ενός επενδυτικού σχεδίου για την Αφρική

71 767

79 216

82 716

Ανθρωπιστική βοήθεια

8 729

9 760

9 760

Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ)

2 101

2 649

2 649

Υπερπόντιες χώρες και εδάφη (περιλαμβανομένης της Γροιλανδίας)

594

444

594

Άλλο

801

949

949

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

144

132

141

16.  Προενταξιακή βοήθεια

13 010

12 865

13 010

Προενταξιακή βοήθεια

13 010

12 865

13 010

Περιθώριο

-2 027

2 913

3 567

VII.  Ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση

70 791

75 602

75 602

Ευρωπαϊκά σχολεία και συντάξεις

14 047

17 055

17 055

Διοικητικές δαπάνες των θεσμικών οργάνων

56 744

58 547

58 547

ΣΥΝΟΛΟ

1 082 320

1 134 583

1 324 089

% του ΑΕΕ (ΕΕ-27)

1,16 %

1,11 %

1,30 %

* Το ποσό του ΕΚ για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς στις ομάδες 10 και 11 περιλαμβάνει τον δημοσιονομικό αντίκτυπο των προτάσεων της Επιτροπής της 12ης Σεπτεμβρίου 2018 για την EASO και την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή.

Παράρτημα IV– ΠΔΠ 2021-2027: κατανομή ανά πρόγραμμα (τρέχουσες τιμές)

(εκατ.  EUR – τρέχουσες τιμές)

 

ΠΔΠ 2014-2020 (ΕΕ-27 + ΕΤΑ)

Πρόταση της Επιτροπής 2021-2027

Θέση του Κοινοβουλίου

2021-2027

I.  Ενιαία αγορά, καινοτομία και ψηφιακή οικονομία

114 538

187 370

243 395

1.  Έρευνα και καινοτομία

68 675

102 573

143 721

Ορίζων Ευρώπη

63 679

94 100

135 248

Πρόγραμμα έρευνας και κατάρτισης Ευρατόμ

2 085

2 400

2 400

Διεθνής Θερμοπυρηνικός Πειραματικός Αντιδραστήρας (ITER)

2 910

6 070

6 070

Άλλο

1

3

3

2.  Ευρωπαϊκές στρατηγικές επενδύσεις

31 439

49 973

58 340

Ταμείο InvestEU

3 909

14 725

15 852

Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» (συνολική συνεισφορά τομέα 1)

περιλαμβάνονται:

17 435

24 480

31 651

Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» - Μεταφορές

12 281

12 830

20 001

Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» - Ενέργεια

4 163

8 650

8 650

Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» - Ψηφιακή οικονομία

991

3 000

3 000

Πρόγραμμα «Ψηφιακή Ευρώπη»

169

9 194

9 194

Άλλο

8 872

200

200

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

1 053

1 374

1 444

3.  Ενιαία αγορά

5 017

6 391

9 494

Πρόγραμμα για την ενιαία αγορά (περιλαμβανομένων των προγραμμάτων COSME)

3 485

4 089

6 563

Πρόγραμμα της ΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης

153

181

363

Συνεργασία στον τομέα της φορολογίας (FISCALIS)

222

270

339

Συνεργασία στον τομέα των τελωνείων (CUSTOMS)

526

950

950

Βιώσιμος τουρισμός

 

 

338

Άλλο

59

98

98

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

572

804

843

4.  Διάστημα

11 274

16 235

17 160

Ευρωπαϊκό Διαστημικό Πρόγραμμα

11 084

16 000

16 925

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

190

235

235

Περιθώριο

-1 866

12 198

14 680

II.  Συνοχή και αξίες

380 738

442 412

516 517

5.  Περιφερειακή ανάπτυξη και συνοχή

268 218

273 240

307 578

ΕΤΠΑ + Ταμείο Συνοχής περιλαμβάνονται:

267 987

273 000

307 312

Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης

193 398

226 308

 

Ταμείο Συνοχής

74 589

46 692

 

Εκ των οποίων συνεισφορά στον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη» - Μεταφορές

11 306

11 285

 

Στήριξη της τουρκοκυπριακής κοινότητας

231

240

266

6.  Οικονομική και Νομισματική Ένωση

275

25 113

25 113

Πρόγραμμα στήριξης των μεταρρυθμίσεων

188

25 000

25 000

Προστασία του ευρώ από την παραχάραξη και την κιβδηλεία

7

8

8

Άλλο

79

105

105

7.  Επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό, στην κοινωνική συνοχή και στις αξίες

113 636

139 530

178 192

Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+ (περιλαμβανομένης μιας εγγύησης για παιδιά ύψους 5,9 δισεκατομμυρίων EUR σε τιμές 2018)

94 382

101 174

120 457

Εκ των οποίων υγεία, απασχόληση και κοινωνική καινοτομία

1 055

1 174

1 234

Erasmus+

13 536

30 000

46 758

Ευρωπαϊκό Σώμα Αλληλεγγύης

378

1 260

1 260

Δημιουργική Ευρώπη

1 381

1 850

3 162

Justice

 

305

356

Δικαιώματα και αξίες, περιλαμβανομένων τουλάχιστον 500 εκατομμυρίων EUR σε τιμές 2018 για το σκέλος: αξίες της Ένωσης

 

642

1 834

Άλλο

1 131

1 334

1 334

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

1 936

2 965

3 030

Περιθώριο

-1 391

4 528

5 634

III.  Φυσικοί Πόροι και Περιβάλλον

391 849

378 920

456 146

8.  Γεωργική πολιτική και θαλάσσια πολιτική

382 608

372 264

440 898

ΕΓΤΕ + ΕΓΤΑΑ περιλαμβάνονται:

375 429

365 006

431 946

Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ)

280 351

286 195

 

Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ)

95 078

78 811

 

Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας

6 139

6 140

7 739

Άλλο

946

990

1 085

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

94

128

128

9.  Περιβάλλον και δράση για το κλίμα

3 437

5 739

12 995

Πρόγραμμα για το Περιβάλλον και τη Δράση για το Κλίμα (LIFE)

3 170

5 450

7 272

Ταμείο για τη δίκαιη ενεργειακή μετάβαση

 

 

5 410

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

267

289

313

Περιθώριο

5 804

918

2 254

IV.  Μετανάστευση και διαχείριση των συνόρων

9 929

34 902

36 448

10.  Μετανάστευση

7 085

11 280

11 665

Ταμείο ασύλου και μετανάστευσης

6 650

10 415

10 415

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί*

435

865

1 250

11.  Διαχείριση συνόρων

5 439

21 331

22 493

Ταμείο για την ολοκληρωμένη διαχείριση των συνόρων

2 734

9 318

9 318

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί*

2 704

12 013

13 175

Περιθώριο

-2 595

2 291

2 291

V.  Ασφάλεια και άμυνα

1 941

27 515

27 872

12.  Ασφάλεια

3 394

4 806

5 162

Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας

1 179

2 500

2 500

Παροπλισμός πυρηνικών εγκαταστάσεων

περιλαμβάνονται:

1 334

1 178

1 533

Παροπλισμός πυρηνικών εγκαταστάσεων (Λιθουανία)

451

552

780

Πυρηνική ασφάλεια και παροπλισμός (περιλαμβανομένων της Βουλγαρίας και της Σλοβακίας)

883

626

753

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

882

1 128

1 129

13.  Άμυνα

590

19 500

19 500

Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας

590

13 000

13 000

Στρατιωτική κινητικότητα

0

6 500

6 500

14.  Αντιμετώπιση κρίσεων

1 209

1 400

1 400

Μηχανισμός πολιτικής προστασίας της Ένωσης (rescEU)

561

1 400

1 400

Άλλο

648

p.m.

p.m

Περιθώριο

-3 253

1 809

1 809

VI.  Γειτονικές χώρες και υπόλοιπος κόσμος

93 381

123 002

128 036

15.  Εξωτερική δράση

82 569

105 219

109 352

Μέσο(-α) για τη στήριξη των πολιτικών γειτονίας και ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένων του διαδόχου του ΕΤΑ και ενός επενδυτικού σχεδίου για την Αφρική

70 428

89 500

93 454

Ανθρωπιστική βοήθεια

8 561

11 000

11 000

Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ)

2 066

3 000

3 000

Υπερπόντιες χώρες και εδάφη (περιλαμβανομένης της Γροιλανδίας)

582

500

669

Άλλο

790

1 070

1 070

Αποκεντρωμένοι οργανισμοί

141

149

159

16.  Προενταξιακή βοήθεια

12 799

14 500

14 663

Προενταξιακή βοήθεια

12 799

14 500

14 663

Περιθώριο

-1 987

3 283

4 020

VII.  Ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση

69 584

85 287

85 287

Ευρωπαϊκά σχολεία και συντάξεις

13 823

19 259

19 259

Διοικητικές δαπάνες των θεσμικών οργάνων

55 761

66 028

66 028

ΣΥΝΟΛΟ

1 061 960

1 279 408

1 493 701

% του ΑΕΕ (ΕΕ-27)

1,16 %

1,11 %

1,30 %

* Το ποσό του ΕΚ για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς στις ομάδες 10 και 11 περιλαμβάνει τον δημοσιονομικό αντίκτυπο των προτάσεων της Επιτροπής της 12ης Σεπτεμβρίου 2018 για την EASO και την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2018)0075 και P8_TA(2018)0076.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2018)0226.
(3) ΕΕ L 215 της 19.6.2018, σ. 249.
(4) ΕΕ L 282 της 19.10.2016, σ. 1.
(5) ΕΕ C 242 της 10.7.2018, σ. 24.


Κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις: νέες κατηγορίες κρατικών ενισχύσεων *
PDF 440kWORD 48k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2018 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που αφορά την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1588 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, για την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (COM(2018)0398 – C8-0316/2018 – 2018/0222(NLE))
P8_TA-PROV(2018)0450A8-0315/2018

(Διαβούλευση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (COM(2018)0398),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 109 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C8-0316/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 78γ του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0315/2018),

1.  εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής·

2.  καλεί το Συμβούλιο, αν προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

3.  ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει, αν το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στο κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο·

4.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.


Εξαγωγές όπλων: εφαρμογή της κοινής θέσης 2008/944/ΚΕΠΠΑ
PDF 602kWORD 71k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2018 σχετικά με τις εξαγωγές όπλων: εφαρμογή της κοινής θέσης 2008/944/ΚΕΠΠΑ (2018/2157(INI))
P8_TA-PROV(2018)0451A8-0335/2018

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τις αρχές που κατοχυρώνονται στο άρθρο 21 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), ιδίως την προαγωγή της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου και τη διαφύλαξη της ειρήνης, την πρόληψη των συγκρούσεων και την ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας,

–  έχοντας υπόψη την κοινή θέση 2008/944/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 2008, για τον καθορισμό κοινών κανόνων που διέπουν τον έλεγχο των εξαγωγών στρατιωτικής τεχνολογίας και εξοπλισμού(1) («η κοινή θέση»),

–  έχοντας υπόψη τη δέκατη ένατη ετήσια έκθεση(2), που έχει καταρτιστεί σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 της κοινής θέσης,

–  έχοντας υπόψη την απόφαση 2018/101/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 22ας Ιανουαρίου 2018, σχετικά με την προαγωγή ουσιαστικών ελέγχων των εξαγωγών όπλων(3), και την απόφαση 2017/915/ΚΕΠΠΑ, της 29ης Μαΐου 2017, του Συμβουλίου για ενωσιακές δραστηριότητες προβολής προς υποστήριξη της εφαρμογής της Συνθήκης για το Εμπόριο Όπλων(4),

–  έχοντας υπόψη τον ενημερωμένο Κοινό Στρατιωτικό Κατάλογο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 26 Φεβρουαρίου 2018(5),

–  έχοντας υπόψη τις οδηγίες χρήσης για την κοινή θέση για τον καθορισμό κοινών κανόνων που διέπουν τον έλεγχο των εξαγωγών στρατιωτικής τεχνολογίας και εξοπλισμού,

–  έχοντας υπόψη τον διακανονισμό Wassenaar της 12ης Μαΐου 1996 για τον έλεγχο εξαγωγής συμβατικών όπλων, ειδών και τεχνολογιών διπλής χρήσης, καθώς και τους ενημερωμένους καταλόγους του Δεκεμβρίου 2017 που αφορούν τα ανωτέρω είδη, τεχνολογίες και πυρομαχικά(6),

–  έχοντας υπόψη το στρατηγικό πλαίσιο της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία, όπως εγκρίθηκε στις 25 Ιουνίου 2012, ιδίως το συμπέρασμα 11(ε) του σχεδίου δράσης, και το Σχέδιο Δράσης της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία (2015-2019), της 20ής Ιουλίου 2015, ιδίως τον στόχο 21(δ),

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για το Εμπόριο Όπλων (ΣΕΟ) που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 2 Απριλίου 2013(7) και τέθηκε σε ισχύ στις 24 Δεκεμβρίου 2014,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2009/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για την απλούστευση των όρων και προϋποθέσεων για τις μεταφορές προϊόντων συνδεόμενων με τον τομέα της άμυνας εντός της Κοινότητας(8),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 428/2009 του Συμβουλίου, της 5ης Μαΐου 2009, περί κοινοτικού συστήματος ελέγχου των εξαγωγών, της μεταφοράς, της μεσιτείας και της διαμετακόμισης ειδών διπλής χρήσης(9), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 599/2014, της 16ης Απριλίου 2014, και τον κατάλογο αγαθών και τεχνολογίας διπλής χρήσης στο παράρτημα Ι («κανονισμός για τα είδη διπλής χρήσης»),

–  έχοντας υπόψη τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ, κυρίως τον στόχο 16 σχετικά με την προώθηση της ανάπτυξης ειρηνικών και ανοικτών για όλους κοινωνιών, με σκοπό τη βιώσιμη ανάπτυξη,

–  έχοντας υπόψη την ατζέντα του ΟΗΕ για τον αφοπλισμό με τίτλο «Διασφαλίζοντας το κοινό μας μέλλον»,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/2134 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 2016, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1236/2005 του Συμβουλίου για το εμπόριο ορισμένων αντικειμένων δυναμένων να χρησιμοποιηθούν για τη θανατική ποινή, για βασανιστήρια ή άλλη σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία(10),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, σχετικά με τον αντίκτυπο που έχουν οι μεταφορές όπλων στην άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων(11),

–  έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του σχετικά με το θέμα αυτό, και συγκεκριμένα τα ψηφίσματα της 13ης Σεπτεμβρίου 2017(12) και της 17ης Δεκεμβρίου 2015(13), για την εφαρμογή της κοινής θέσης,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ευρωπαϊκού προγράμματος βιομηχανικής ανάπτυξης στον τομέα της άμυνας, που αποσκοπεί στη στήριξη της ανταγωνιστικότητας και της καινοτόμου ικανότητας της αμυντικής βιομηχανίας της ΕΕ (EDIDP) (COM(2017)0294), και την πρόταση κανονισμού για τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας (COM(2018)0476),

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του σχετικά με την ανθρωπιστική κατάσταση στην Υεμένη, της 25ης Φεβρουαρίου 2016(14), της 15ης Ιουνίου 2017(15) και της 30ής Νοεμβρίου 2017(16),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 27ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τη χρήση οπλισμένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών(17),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 17ης Αυγούστου 2018 για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Υεμένη, συμπεριλαμβανομένων των παραβιάσεων και καταχρήσεων από τον Σεπτέμβριο του 2014 (A/HRC/39/43),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 και το άρθρο 132 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων (A8-0335/2018),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το φυσικό δικαίωμα της ατομικής ή συλλογικής νόμιμης άμυνας κατοχυρώνεται στο άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εξαγωγές και οι μεταφορές όπλων έχουν αναμφισβήτητο αντίκτυπο στα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανθρώπινη ασφάλεια, στην κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη και στη δημοκρατία· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εξαγωγές όπλων συμβάλλουν επίσης στη δημιουργία συνθηκών που ωθούν τα άτομα να εγκαταλείψουν τις χώρες τους· ότι αυτοί είναι λόγοι για τη δημιουργία αυστηρού, διαφανούς, αποτελεσματικού και κοινώς αποδεκτού και καθορισμένου συστήματος ελέγχου των εξοπλισμών·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινή θέση 2008/944/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου αποτελεί νομικά δεσμευτικό πλαίσιο που καθορίζει οκτώ κριτήρια· λαμβάνοντας υπόψη ότι, όταν δεν πληρούνται, πρέπει να απορριφθεί η χορήγηση άδειας εξαγωγής (κριτήρια 1-4) ή να εξεταστεί τουλάχιστον το ενδεχόμενο απόρριψής της (κριτήρια 5-8)· λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση να μεταφερθεί να μη μεταφερθεί στρατιωτικό τεχνολογικό μέσο ή εξοπλισμός παραμένει στην εθνική διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 της κοινής θέσης·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πρόσφατα στοιχεία(18) δείχνουν ότι οι εξαγωγές όπλων από την ΕΕ των 28 ανήλθαν στο 27 % του συνόλου παγκοσμίως το 2013-2017, γεγονός που καθιστά την ΕΕ των 28 συλλογικά τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα όπλων στον κόσμο, μετά τις ΗΠΑ (34 %) και μπροστά από τη Ρωσία (22 %)· λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τα έτη 2015 και 2016 χορηγήθηκαν μακράν οι περισσότερες άδειες με κριτήριο την αξία από τότε που άρχισε η συλλογή σχετικών δεδομένων της ΕΕ, με συνολική αξία 195,95 δισεκατομμυρίων EUR το 2015 και, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της ομάδας εργασίας για τις εξαγωγές συμβατικών όπλων (COARM), 191,45 δισεκατομμυρίων EUR το 2016(19)· λαμβάνοντας υπόψη ότι δυστυχώς τα αριθμητικά δεδομένα για το 2015 και το 2016 είναι παραπλανητικά και ανακριβή, καθώς ο όγκος αδειών είναι εν μέρει περισσότερο μια έκφραση πρόθεσης παρά ο ακριβής αριθμός πραγματικών εξαγωγών που αναμένεται να πραγματοποιηθούν στο εγγύς μέλλον·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ετήσιες εκθέσεις της COARM είναι μέχρι στιγμής το μόνο μέσο του οποίου σκοπός είναι να καλύπτει την εφαρμογή της κοινής θέσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές οι εκθέσεις έχουν συμβάλει στο να υπάρξει μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά τις εξαγωγές όπλων των κρατών μελών, ενώ πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός των κατευθυντήριων γραμμών και των επεξηγηματικών σημειώσεων στα εγχειρίδια χρήσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινή θέση αύξησε την ποσότητα των πληροφοριών που αφορούν την έκδοση αδειών εξαγωγής όπλων·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το παγκόσμιο και το περιφερειακό περιβάλλον ασφάλειας έχουν μεταβληθεί δραματικά, ιδίως όσον αφορά τις νότιες και ανατολικές γειτονικές χώρες της Ένωσης, και το γεγονός αυτό υπογραμμίζει την επείγουσα ανάγκη βελτίωσης των μεθόδων παροχής πληροφόρησης για την αξιολόγηση των κινδύνων κατά τη χορήγηση αδειών εξαγωγής, ώστε να καταστούν πιο ασφαλείς·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 της κοινής θέσης, τα οκτώ κριτήρια απλώς ορίζουν ελάχιστα πρότυπα και δεν θίγουν κανένα ακόμη περιοριστικότερο μέτρο που μπορεί να λάβουν τα κράτη μέλη σχετικά με τον έλεγχο των εξοπλισμών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διεργασία λήψης αποφάσεων για την έγκριση ή την απόρριψη αδειών εξαγωγής όπλων εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των κρατών μελών·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν διαβιβάζουν όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ πλήρη στοιχεία στην COARM· λαμβάνοντας υπόψη ότι, λόγω των διαφορετικών ρυθμίσεων για τη συλλογή στοιχείων και των διαφορετικών διαδικασιών υποβολής στα επιμέρους κράτη μέλη και λόγω της διαφορετικής ανά κράτος μέλος ερμηνείας των οκτώ κριτηρίων, τα σύνολα δεδομένων είναι ελλιπή και ποικίλλουν, οι δε πρακτικές εξαγωγής όπλων διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό· υπενθυμίζει ότι η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να σέβεται τις εθνικές νομοθεσίες και τις διοικητικές διαδικασίες κάθε χώρας·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχει σήμερα μηχανισμός τυποποιημένης ανεξάρτητης επαλήθευσης και υποβολής εκθέσεων για ανεξάρτητο έλεγχο της τήρησης των οκτώ κριτηρίων της κοινής θέσης·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μέτρα σχετικά με τη διακίνηση φορητών όπλων και ελαφρού οπλισμού λήφθηκαν τα τελευταία έτη, με έναν επικαιροποιημένο κατάλογο ειδών και τεχνολογιών διπλής χρήσης στο πλαίσιο του Διακανονισμού του Wassenaar· λαμβάνοντας υπόψη ότι, ενώ θέματα όπως ο έλεγχος της διαμεσολάβησης με αντικείμενο όπλα, η αδειοδοτημένη παραγωγή εκτός της ΕΕ και ο έλεγχος των τελικών χρηστών έχουν περιληφθεί στην ημερήσια διάταξη και, σε κάποιο βαθμό, ενσωματώνονται στην ίδια την κοινή θέση, πολλά προϊόντα, ιδίως στον τομέα των αγαθών διπλής χρήσης, της τεχνολογίας του κυβερνοχώρου και της επιτήρησης, εξακολουθούν να μην καλύπτονται από το σύστημα ελέγχου ·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η δέκατη ένατη ετήσια έκθεση αποκαλύπτει ότι το 40,5 % των αδειών για εξαγωγές όπλων χορηγήθηκαν σε χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής αξίας 77,5 δισεκατομμυρίων EUR, με τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) να δέχονται το μεγαλύτερο μέρος αυτών των εξαγωγών, αξίας 57,9 δισεκατομμυρίων EUR·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε κάποιες περιπτώσεις τα όπλα που εξήχθησαν σε ορισμένες χώρες, π.χ. στη Σαουδική Αραβία, στα ΗΑΕ και σε μέλη του συνασπισμού υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, χρησιμοποιήθηκαν σε συγκρούσεις όπως στην Υεμένη· λαμβάνοντας υπόψη ότι τέτοιες εξαγωγές παραβιάζουν σαφώς την κοινή θέση·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στο ψήφισμά του της 25ης Φεβρουαρίου 2016 σχετικά με την ανθρωπιστική κατάσταση στην Υεμένη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε την Αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής/Ύπατη Εκπρόσωπο της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΑΠ/ΥΕ) να αναλάβει πρωτοβουλία για την επιβολή εμπάργκο όπλων της ΕΕ στη Σαουδική Αραβία·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα όπλα που έλαβαν άδεια μεταφοράς από κράτη μέλη της ΕΕ και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν στην τρέχουσα σύγκρουση στην Υεμένη είχαν καταστροφικές συνέπειες για τη βιώσιμη ανάπτυξη στην Υεμένη·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο τομέας της άμυνας έχει καταστεί σημείο αναφοράς της πολιτικής της ΕΕ, δεδομένου ότι η ευρωπαϊκή συνολική στρατηγική (EUGS) δηλώνει ότι μια «βιώσιμη, καινοτόμος και ανταγωνιστική ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία έχει ουσιαστική σημασία για τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης και για μια αξιόπιστη ΚΠΑΑ»(20)· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εξαγωγές όπλων είναι ουσιώδεις για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης στον τομέα της άμυνας και η αμυντική βιομηχανία ασχολείται πρωτίστως με τη διασφάλιση της άμυνας και της ασφάλειας των κρατών μέλη της Ένωσης, συμβάλλοντας παράλληλα στην εφαρμογή της ΚΕΠΠΑ· λαμβάνοντας υπόψη ότι το κύριο καθήκον του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας και, ως προδρόμου, του EDIDP, το οποίο δρομολογήθηκε πρόσφατα, είναι «η στήριξη της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας»(21)·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μέτρα διαφάνειας όπως ο έλεγχος των εξαγωγών όπλων συμβάλλουν στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 10 της κοινής θέσης ορίζει σαφώς ότι η τήρηση των οκτώ κριτηρίων έχει προτεραιότητα έναντι οποιωνδήποτε οικονομικών, κοινωνικών, εμπορικών ή βιομηχανικών συμφερόντων των κρατών μελών·

Ενίσχυση της κοινής θέσης και βελτίωση της εφαρμογής της

1.  υπογραμμίζει ότι τα κράτη έχουν το νόμιμο δικαίωμα απόκτησης στρατιωτικής τεχνολογίας για σκοπούς άμυνας· παρατηρεί ότι η διατήρηση της αμυντικής βιομηχανίας αποτελεί μέρος της αυτοάμυνας των κρατών μελών·

2.  σημειώνει ότι μια ευρωπαϊκή αγορά άμυνας αποτελεί μέσο εγγύησης της ασφάλειας και της άμυνας των κρατών μελών και των πολιτών της Ένωσης, ενώ συμβάλλει στην εφαρμογή της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) και ειδικότερα της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας (ΚΠΑΑ)· καλεί τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν τη σημερινή έλλειψη αποτελεσματικότητας στις αμυντικές δαπάνες λόγω αλληλεπικάλυψης, κατακερματισμού και έλλειψης διαλειτουργικότητας και να θέσουν ως στόχο να καταστεί η ΕΕ πάροχος ασφάλειας, μεταξύ άλλων μέσω ενός βελτιωμένου ελέγχου των εξαγωγών όπλων·

3.  επικροτεί το γεγονός ότι η ΕΕ είναι η μόνη ένωση κρατών που διαθέτει ένα νομικά δεσμευτικό πλαίσιο μέσω του οποίου βελτιώνεται ο έλεγχος στις εξαγωγές όπλων, μεταξύ άλλων σε περιοχές που διέρχονται κρίση και σε χώρες με αμφιλεγόμενες επιδόσεις στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· χαιρετίζει, εν προκειμένω, το γεγονός ότι ευρωπαϊκές και μη ευρωπαϊκές τρίτες χώρες έχουν ενταχθεί στο σύστημα ελέγχου των εξαγωγών όπλων με βάση την κοινή θέση· ενθαρρύνει επίσης τις εναπομένουσες υποψήφιες για ένταξη χώρες, τις χώρες που βρίσκονται στη διαδικασία εξασφάλισης καθεστώτος υποψήφιας χώρας ή τις χώρες που επιθυμούν να συμμετέχουν με άλλο τρόπο στην πορεία ένταξης στην ΕΕ, να εφαρμόζουν τις διατάξεις της κοινής θέσης·

4.  τονίζει την επείγουσα ανάγκη να ενισχυθεί ο ρόλος των αντιπροσωπειών της ΕΕ στην παροχή συνδρομής προς τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) για την εκτίμηση των κινδύνων κατά τη χορήγηση αδειών εξαγωγής και την εφαρμογή ελέγχων των τελικών χρηστών, ελέγχων μετά την αποστολή και επιτόπιων επιθεωρήσεων·

5.  επισημαίνει ότι τα οκτώ κριτήρια εφαρμόζονται και ερμηνεύονται με διαφορετικούς τρόπους στα διάφορα κράτη μέλη· ζητεί ομοιόμορφη, συνεπή και συντονισμένη εφαρμογή των οκτώ κριτηρίων και πλήρη εφαρμογή της κοινής θέσης και όλων των υποχρεώσεων που προβλέπει·

6.  πιστεύει ότι η μεθοδολογία που αφορά την εκτίμηση κινδύνου για την έκδοση αδειών εξαγωγής θα πρέπει να περιλαμβάνει μια προληπτική προσέγγιση και ότι τα κράτη μέλη εκτός από την εκτίμηση του κατά πόσον η συγκεκριμένη στρατιωτική τεχνολογία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για εσωτερική καταστολή ή άλλους ανεπιθύμητους σκοπούς, θα πρέπει επίσης να εκτιμούν τους κινδύνους με βάση τη συνολική κατάσταση στη χώρα προορισμού, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως την κατάσταση όσον αφορά τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη·

7.  ζητεί από τα κράτη μέλη και την ΕΥΕΔ, στο πλαίσιο των συστάσεών του της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, να χρησιμοποιήσουν την τρέχουσα διαδικασία επανεξέτασης για την ενίσχυση μηχανισμών ανταλλαγής πληροφοριών προσφέροντας ποιοτικά και ποσοτικά καλύτερη ενημέρωση για τις εκτιμήσεις κινδύνου σχετικά με την αδειοδότηση εξαγωγών με τους εξής τρόπους:

   α) συστηματική και έγκαιρη ανταλλαγή περισσότερων πληροφοριών σχετικά με τις άδειες εξαγωγής και τις πραγματικές εξαγωγές, μεταξύ άλλων και σχετικά με τους τελικούς χρήστες που προκαλούν ανησυχία, τις περιπτώσεις εκτροπής, τα πιστοποιητικά τελικού χρήστη που είναι πλαστά ή γενικότερα προβληματικά και σχετικά με ύποπτους μεσίτες ή εταιρείες μεταφορών, σύμφωνα με το εγχώριο δίκαιο·
   β) σύσταση καταλόγου που θα περιλαμβάνει τις οντότητες και τα άτομα που έχουν καταδικαστεί για παραβίαση της νομοθεσίας για τις εξαγωγές όπλων, τις περιπτώσεις εκτροπής που έχουν εντοπιστεί, καθώς και τα πρόσωπα που είναι γνωστό ή υπάρχουν υποψίες ότι εμπλέκονται σε παράνομη εμπορία όπλων, ή σε δραστηριότητες που συνιστούν απειλή για την εθνική και τη διεθνή ασφάλεια·
   γ) ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών για την εφαρμογή των οκτώ κριτηρίων·
   δ) μετατροπή του Εγχειριδίου Χρήσης σε ένα διαδραστικό διαδικτυακό πόρο·
   ε) μετατροπή της ετήσιας έκθεσης της ΕΕ σε μια ανοικτή και δημόσια διαδικτυακή βάση δεδομένων μέχρι το τέλος του 2019, με τη νέα μορφή να περιλαμβάνει τα στοιχεία του 2017·
   στ) παροχή σαφών και παγιωμένων διαδικασιών συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών επιβολής του νόμου και των συνοριακών αρχών, οι οποίες θα βασίζονται στην ανταλλαγή πληροφοριών με στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας και την εξάλειψη του φαινομένου της παράνομης εμπορίας όπλων, που συνιστά στοιχείο κινδύνου για την ασφάλεια της ΕΕ και των πολιτών της·

8.  καλεί τα κράτη μέλη και την ΕΥΕΔ να αυξήσουν τον αριθμό του προσωπικού που ασχολείται με θέματα εξαγωγών τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο· ενθαρρύνει τη χρήση ταμείων της ΕΕ για την ανάπτυξη ικανοτήτων στους υπαλλήλους που ασχολούνται με τη χορήγηση αδειών και την επιβολή της νομοθεσίας στα κράτη μέλη·

9.  υπενθυμίζει ότι ένας από τους λόγους για τη θέσπιση της κοινής θέσης ήταν να αποτραπεί το ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθούν ευρωπαϊκά όπλα εναντίον των ενόπλων δυνάμεων των κρατών μελών, καθώς και να αποτραπούν οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η παράταση ένοπλων συγκρούσεων· επαναλαμβάνει ότι η κοινή θέση καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις που πρέπει να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη στον τομέα των ελέγχων των εξαγωγών όπλων και περιλαμβάνει την υποχρέωση να εξετάζεται μια αίτηση άδειας εξαγωγής με βάση και τα οκτώ κριτήρια που παρατίθενται σε αυτήν·

10.  επικρίνει τη μη συστηματική εφαρμογή των οκτώ κριτηρίων από τα κράτη μέλη και το γεγονός ότι στρατιωτική τεχνολογία φθάνει σε προορισμούς και τελικούς χρήστες που δεν πληρούν τα κριτήρια που καθορίζονται στην κοινή θέση· επαναλαμβάνει το αίτημά του για ανεξάρτητη αξιολόγηση της συμμόρφωσης των κρατών μελών με τα οκτώ κριτήρια της κοινής θέσης· θεωρεί ότι πρέπει να προωθηθεί μεγαλύτερη σύγκλιση στην εφαρμογή των οκτώ κριτηρίων· εκφράζει τη λύπη του για την έλλειψη διατάξεων σχετικά με την επιβολή κυρώσεων στα κράτη μέλη που δεν έχουν επαληθεύσει εκ των προτέρων τον σεβασμό σχετικά με τα οκτώ κριτήρια κατά τη χορήγηση αδειών· καλεί τα κράτη μέλη να βελτιώσουν τη συνοχή της εφαρμογής της κοινής θέσης και τα συμβουλεύει να προβλέψουν ρυθμίσεις για τη διενέργεια ανεξάρτητων ελέγχων·

11.  πιστεύει ότι οι εξαγωγές στη Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ και άλλα μέλη του συνασπισμού υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη δεν συμμορφώνονται τουλάχιστον προς το κριτήριο 2 λόγω της συμμετοχής των χωρών αυτών σε σοβαρές παραβιάσεις του ανθρωπιστικού δικαίου, όπως έχει εξακριβωθεί από τις αρμόδιες αρχές των Ηνωμένων Εθνών· επαναλαμβάνει την έκκλησή του, της 13ης Σεπτεμβρίου 2017, σχετικά με την επείγουσα ανάγκη επιβολής εμπάργκο όπλων κατά της Σαουδικής Αραβίας και καλεί την ΑΠ/ΥΕ και το Συμβούλιο να επεκτείνουν το εμπάργκο σε όλα τα άλλα μέλη του συνασπισμού υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη·

12.  πιστεύει ότι είναι αναγκαίο να δρομολογηθεί μια διαδικασία που θα οδηγήσει στη θέσπιση μηχανισμού κυρώσεων για τα κράτη μέλη που δεν συμμορφώνονται με την κοινή θέση·

13.  Σημειώνει ότι ορισμένα κράτη μέλη σταμάτησαν να εφοδιάζουν με όπλα τη Σαουδική Αραβία και άλλα μέλη του συνασπισμού υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη εξαιτίας των ενεργειών τους, ενώ άλλα συνεχίζουν τον εφοδιασμό με στρατιωτική τεχνολογία· συγχαίρει κράτη μέλη όπως η Γερμανία και οι Κάτω Χώρες που έχουν αλλάξει πρακτική όσον αφορά την σύγκρουση στην Υεμένη· εκφράζει ωστόσο βαθιά λύπη για το γεγονός ότι άλλα κράτη μέλη φαίνεται να μη λαμβάνουν υπόψη τη συμπεριφορά της χώρας προορισμού και την τελική χρήση των εξαγομένων όπλων και πυρομαχικών· υπογραμμίζει ότι αυτή η απόκλιση των πρακτικών ενέχει τον κίνδυνο υπονόμευσης ολόκληρου του ευρωπαϊκού καθεστώτος ελέγχου των όπλων·

14.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι εγκρίθηκαν όλες οι αιτήσεις άδειας εξαγωγών προς χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, παρ’ όλο που οι εξαγωγές σε αυτές τις χώρες παραβιάζουν τουλάχιστον τα κριτήρια 1 έως 6 της κοινής θέσης, λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι η μη τήρηση των κριτηρίων 1 έως 4 οδηγεί σε απόρριψη αίτησης άδειας· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι εγκρίθηκαν σχεδόν όλες οι αιτήσεις άδειας εξαγωγών (95%) στη Σαουδική Αραβία όσον αφορά την κατηγορία ML9(22) (πολεμικά σκάφη που χρησιμοποιούνται για την επιβολή του ναυτικού αποκλεισμού στην Υεμένη) και τις κατηγορίες ML10 (αεροσκάφη) και ML4 (βόμβες κ.λπ.), οι οποίες υπήρξαν θεμελιώδους σημασίας για την από αέρος εκστρατεία, πράγμα που επιδεινώνει την ανθρωπιστική κατάσταση, υπονομεύει τη βιώσιμη ανάπτυξη ολόκληρης της χώρας και συντείνει στη συνεχιζόμενη δυστυχία του πληθυσμού της Υεμένης·

15.  εκφράζει κατάπληξη για τον αριθμό των όπλων και πυρομαχικών που έχουν παραχθεί στην ΕΕ και βρίσκονται στα χέρια του Ντάες στη Συρία και στο Ιράκ· σημειώνει ότι η Βουλγαρία και η Ρουμανία δεν έχουν εφαρμόσει αποτελεσματικά την κοινή θέση όσον αφορά τις επαναμεταφορές που αντιβαίνουν στα πιστοποιητικά τελικού χρήστη· καλεί όλα τα κράτη μέλη να αρνηθούν τη διεξαγωγή τέτοιων μεταφορών στο μέλλον, ιδίως στις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία, και καλεί την ΕΥΕΔ και τα κράτη μέλη, ειδικότερα τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, να εξηγήσουν στο πλαίσιο της COARM, αλλά και δημόσια ενώπιον της Υποεπιτροπής Ασφάλειας και Άμυνας του Κοινοβουλίου (SEDE), ποιες ενέργειες έχουν γίνει για το ζήτημα αυτό· καλεί την ΕΥΕΔ να αντιμετωπίσει το πλήθος υποθέσεων που αποκάλυψε η έκθεση της Conflict Armament Research και να αναζητήσει αποτελεσματικότερες μεθόδους για την εκτίμηση του κινδύνου εκτροπής στο πλαίσιο της COARM και άλλων φόρουμ, μεταξύ άλλων επιβάλλοντας, στο πλαίσιο της διαδικασίας επανεξέτασης, στα κράτη μέλη την υποχρέωση άρνησης άδειας εξαγωγής εάν υπάρχει σαφής κίνδυνος η εξαγόμενη στρατιωτική τεχνολογία ή εξοπλισμός να διοχετευθούν αλλού· αποφασίζει να δρομολογήσει έρευνα επί του θέματος·

16.  εκφράζει ανησυχία για το γεγονός ότι η προμήθεια οπλικών συστημάτων σε περιόδους πολέμου και σε καταστάσεις μεγάλης πολιτικής έντασης ενδέχεται να επηρεάσει δυσανάλογα τους αμάχους· υπογραμμίζει ότι οι συγκρούσεις θα πρέπει να επιλύονται, κατά προτεραιότητα, με διπλωματικά μέσα· ζητεί, ως εκ τούτου, από τα κράτη μέλη της ΕΕ να καταβάλουν προσπάθειες προς την κατεύθυνση μιας γνήσιας κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας·

17.  αναγνωρίζει ότι η καλύτερη εφαρμογή του κριτηρίου 8 θα αποτελέσει μια αποφασιστικής σημασίας συνεισφορά στην συνοχή της πολιτικής της ΕΕ σε σχέση με τους αναπτυξιακούς στόχους και τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ (ΣΒΑ), ιδίως του ΣΒΑ· καλεί τα κράτη μέλη και την ΕΥΕΔ να χρησιμοποιήσουν εν προκειμένω τη συνεχιζόμενη διαδικασία επανεξέτασης της κοινής θέσης· συνιστά εν προκειμένω την επικαιροποίηση του οδηγού χρήσης και την εστίαση όχι μόνο στις επιπτώσεις της αγοράς όπλων στην ανάπτυξη της αποδέκτριας χώρας, αλλά και στη δυνητική βλάβη που προκαλεί στην ανάπτυξη η χρήση όπλων και σε άλλες χώρες εκτός από την αποδέκτρια·

18.  προτείνει τη διερεύνηση των δυνατοτήτων της Ένωσης να στηρίζει τη συμμόρφωση των κρατών μελών όσον αφορά τα οκτώ κριτήρια της κοινής θέσης, ιδίως παρέχοντας πληροφορίες κατά τη διάρκεια της φάσης εκτίμησης κινδύνου, ελέγχους για τον τελικό χρήστη, εκ των προτέρων επαληθεύσεις των αποστολών, καθώς και συντάσσοντας έναν τακτικά ενημερωμένο κατάλογο των τρίτων χωρών που συμμορφώνονται με τα κριτήρια της κοινής θέσης·

19.  σημειώνει ότι το Συμβούλιο διεξάγει την επανεξέταση της εφαρμογής της κοινής θέσης και την εκπλήρωση των στόχων της το 2018· προτρέπει να επανεξεταστεί η κοινή θέση, προκειμένου να προσδιοριστεί πώς εφαρμόζεται σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της εκτιμήσεως των διαφόρων τρόπων με τους οποίους εφαρμόζεται η κοινή θέση από τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις των κρατών, από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την εξέταση των αιτήσεων και από τους αρμόδιους κρατικούς οργανισμούς και υπουργεία· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι τα έργα που χρηματοδοτούνται από το νεοσυσταθέν EDIDP και το μελλοντικό Ταμείο Άμυνας πρέπει να υπαχθούν σε εθνικούς και ενωσιακούς μηχανισμούς/καθεστώτα ελέγχου και υποβολής εκθέσεων και να υπόκεινται σε πλήρη κοινοβουλευτικό έλεγχο· πιστεύει ότι ο προτεινόμενος Ευρωπαϊκός Μηχανισμός για την Ειρήνη πρέπει επίσης να υποβληθεί σε κοινοβουλευτικό έλεγχο·

20.  καλεί τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν τη σημερινή έλλειψη αποτελεσματικότητας στις αμυντικές δαπάνες λόγω αλληλεπικάλυψης, κατακερματισμού και έλλειψης διαλειτουργικότητας, και να θέσουν ως στόχο να καταστεί η ΕΕ πάροχος ασφάλειας μεταξύ άλλων μέσω βελτιωμένου ελέγχου των εξαγωγών όπλων·

21.  υποστηρίζει ότι δράσεις για προϊόντα που σχετίζονται με φορητά όπλα και ελαφρό οπλισμό, όταν αυτά αναπτύσσονται κυρίως για εξαγωγικούς σκοπούς, θα πρέπει να αποκλείονται από την χρηματοδότηση της Ένωσης στο πλαίσιο του επικείμενου κανονισμού για τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας (EDF) (COM(2018)0476

22.  υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο της αποχώρησής του από την ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να αναλάβει την υποχρέωση ότι θα εξακολουθήσει να δεσμεύεται από την κοινή θέση και να εφαρμόζει τις λειτουργικές της διατάξεις όπως άλλες ευρωπαϊκές τρίτες χώρες·

23.  τονίζει ότι η φιλοδοξία να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού αμυντικού τομέα δεν πρέπει να υπονομεύει την εφαρμογή των οκτώ κριτηρίων της κοινής θέσης, δεδομένου ότι υπερισχύουν τυχόν οικονομικών, εμπορικών, κοινωνικών ή βιομηχανικών συμφερόντων των κρατών μελών·

24.  θεωρεί ότι η εφαρμογή της οδηγίας 2009/43/ΕΚ, που απλοποιεί τους όρους μεταφοράς προϊόντων συνδεόμενων με τον τομέα της άμυνας εντός της Κοινότητας πρέπει να συνάδει με την κοινή θέση, μεταξύ άλλων, σε σχέση με τα ανταλλακτικά μέρη και τα κατασκευαστικά στοιχεία· επισημαίνει ότι η κοινή θέση δεν είναι περιοριστική ως προς το πεδίο εφαρμογής της και επομένως ότι τα οκτώ κριτήρια ισχύουν και για τις μεταφορές στο εσωτερικό της ΕΕ·

25.  επαναλαμβάνει τη δυσμενή επίδραση που μπορεί να έχουν οι ανεπαρκώς ελεγχόμενες εξαγωγές τεχνολογιών κυβερνεπιτήρησης από εταιρείες της ΕΕ στην ασφάλεια των ψηφιακών υποδομών της ΕΕ και στον σεβασμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, τη σημασία της ταχείας, αποτελεσματικής και ολοκληρωμένης επικαιροποίησης του κανονισμού για τα είδη διπλής χρήσης της ΕΕ, υπενθυμίζει τη θέση του Κοινοβουλίου σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής, όπως εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία τον Ιανουάριο του 2018, και προτείνει στο Συμβούλιο να διατυπώσει μια φιλόδοξη θέση, με σκοπό να δοθεί η δυνατότητα στους συννομοθέτες να καταλήξουν σε συμφωνία πριν από τη λήξη της παρούσας νομοθετικής περιόδου· καλεί τα κράτη μέλη, σε σχέση με τους ελέγχους των εξαγωγών και την εφαρμογή των οκτώ κριτηρίων, να δώσουν μεγαλύτερη προσοχή σε είδη που χρησιμοποιούνται τόσο για στρατιωτικούς όσο και για μη στρατιωτικούς σκοπούς, όπως π.χ. η τεχνολογία παρακολουθήσεων, καθώς και σε εξαρτήματα που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη διεξαγωγή κυβερνοπολέμου ή για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· προτρέπει τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να επενδύσουν επαρκείς πόρους στην τεχνολογία και τους ανθρώπινους πόρους για την κατάρτιση ατόμων σε συγκεκριμένα προγράμματα κυβερνασφάλειας· καλεί τα κράτη μέλη να προωθήσουν, σε διεθνές επίπεδο, την προσθήκη των εν λόγω ειδών στους καταλόγους ελέγχου (ιδίως του Wassenaar)·

26.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να προβούν σε μια πιο λεπτομερή εξέταση της, βάσει αδείας, παραγωγής από τρίτες χώρες και σε ισχυρότερη διασφάλιση της αποτροπής ανεπιθύμητων χρήσεων· ζητεί αυστηρή εφαρμογή της κοινής θέσης όσον αφορά τη νόμιμη παραγωγή σε τρίτες χώρες· ζητεί να περιοριστούν οι συμφωνίες νόμιμης παραγωγής σε χώρες που έχουν προσχωρήσει στη ΣΕΟ ή την έχουν υπογράψει και να υποχρεωθούν οι εν λόγω τρίτες χώρες να εξάγουν μόνο εξοπλισμό που παράγεται με τη σχετική άδεια και με ρητή έγκριση του αρχικού κράτους μέλους εξαγωγής·

27.  τονίζει την ανάγκη να αναπτυχθεί μια προσέγγιση αντιμετώπισης της κατάστασης στην περίπτωση που τα κράτη μέλη ερμηνεύουν διαφορετικά το κριτήριο 8 της κοινής θέσης για εξαγωγές προϊόντων που είναι ουσιαστικά όμοια, καταλήγουν σε παρόμοιους προορισμούς και τελικούς χρήστες, προκειμένου να διατηρηθούν οι ίσοι όροι ανταγωνισμού και η αξιοπιστία της ΕΕ στο εξωτερικό·

28.  καλεί τα κράτη μέλη και την ΕΥΕΔ να προβλέψουν ειδική στρατηγική για την επίσημη προστασία των ατόμων που καταγγέλλουν πρακτικές επιχειρήσεων και εταιρειών της βιομηχανίας όπλων που παραβιάζουν τα κριτήρια και τις αρχές της κοινής θέσης·

29.  ζητεί, ακόμα, την επέκταση και την εφαρμογή των οκτώ κριτηρίων, μεταξύ άλλων και για τη μεταφορά στρατιωτικού, αστυνομικού προσωπικού και προσωπικού ασφαλείας, για υπηρεσίες, τεχνογνωσία και κατάρτιση που συνδέονται με την εξαγωγή όπλων, τεχνολογία ασφαλείας και για ιδιωτικού χαρακτήρα στρατιωτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες ασφαλείας·

30.  καλεί τα κράτη μέλη και την ΕΥΕΔ να συνεργαστούν στενά για την πρόληψη των κινδύνων που απορρέουν από τις εκτροπές και την αποθήκευση όπλων, όπως η παράνομη διακίνηση όπλων και το λαθρεμπόριο· υπογραμμίζει τον κίνδυνο επανεισαγωγής στην ΕΕ των όπλων που εξάγονται σε τρίτες χώρες μέσω της παράνομης διακίνησης όπλων και του λαθρεμπορίου·

31.  καλεί τα κράτη μέλη και την ΕΥΕΔ να προσθέσουν ένα νέο κριτήριο στην κοινή θέση, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι, κατά την έγκριση των αδειών, θα λαμβάνεται δεόντως υπόψη ο κίνδυνος διαφθοράς σε σχέση με τις υπό εξέταση εξαγωγές·

Ετήσια έκθεση της ομάδας εργασίας COARM

32.  επικροτεί τις προσπάθειες που καταβάλλει η ομάδα εργασίας COARM για τη συνεργασία, τον συντονισμό και τη σύγκλιση (με την προσφυγή κυρίως στις οδηγίες χρήσης της κοινής θέσης), καθώς και την ενίσχυση και εφαρμογή της κοινής θέσης, ιδίως όσον αφορά εκστρατείες ευαισθητοποίησης και διαδικασίες αμοιβαίας προσέγγισης ή εναρμόνισης στο εσωτερικό της ΕΕ και με τρίτες χώρες·

33.  εκφράζει τη λύπη του που καθυστέρησαν τόσο πολύ η δέκατη όγδοη ετήσια έκθεση για το 2015 τον Μάρτιο του 2017 και η δέκατη ένατη ετήσια έκθεση για το 2016 τον Φεβρουάριο του 2018· ζητεί να διασφαλιστεί μια πιο τυποποιημένη και έγκαιρη διαδικασία για την εκπόνηση και υποβολή των εκθέσεων και να καθοριστεί μια αυστηρή προθεσμία ολοκλήρωσής της υποβολής στοιχείων, το αργότερο έως τον Ιανουάριο μετά από το έτος κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι εξαγωγές, και μια σταθερή ημερομηνία δημοσίευσης, το αργότερο μέχρι τον Μάρτιο που ακολουθεί το έτος των εξαγωγών·

34.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 της κοινής θέσης, όλα τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αναφέρουν τις εξαγωγές όπλων και καλεί όλα τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν πλήρως με τις υποχρεώσεις τους, όπως ορίζεται στην κοινή θέση· τονίζει ότι απαιτούνται υψηλής ποιότητας και αναλυτικά δεδομένα σχετικά με τις πραγματικές παραδόσεις, ώστε να γίνεται κατανοητός ο τρόπος εφαρμογής των οκτώ κριτηρίων·

35.  επικρίνει το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν υπέβαλαν πλήρη στοιχεία στη δέκατη ένατη ετήσια έκθεση με βάση λεπτομερή στοιχεία ανά χώρα· κατόπιν τούτων, εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι λείπουν σημαντικές πληροφορίες από την ετήσια έκθεση της COARM, η οποία επομένως δεν είναι επικαιροποιημένη ούτε μπορεί να παρουσιάσει πλήρη εικόνα των εξαγωγικών δραστηριοτήτων των κρατών μελών· θεωρεί ότι θα πρέπει να καθιερωθεί τυποποιημένο σύστημα επαλήθευσης και υποβολής εκθέσεων, το οποίο θα παρέχει λεπτομερέστερη και εξαντλητική πληροφόρηση· επαναλαμβάνει το αίτημά του να κοινοποιήσουν όλα τα κράτη μέλη που δεν έχουν υποβάλει πλήρη στοιχεία, συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τις προηγούμενες εξαγωγές τους, για να συμπεριληφθούν στην επόμενη ετήσια έκθεση·

36.  σημειώνει ότι, σύμφωνα με τη δέκατη ένατη ετήσια έκθεση, τα κριτήρια βάσει των οποίων απορρίπτονται αιτήσεις άδειας διαφέρουν ως προς την εφαρμογή τους, με το κριτήριο 1 να χρησιμοποιείται στην αιτιολόγηση 82 φορές, το κριτήριο 2 119 φορές, το κριτήριο 3 103 φορές, το κριτήριο 4 85 φορές, το κριτήριο 5 8 φορές, το κριτήριο 6 12 φορές, το κριτήριο 7 139 φορές και το κριτήριο 8 μία φορά· σημειώνει με ανησυχία ότι ο αριθμός των αδειών που απορρίφθηκαν μειώθηκε συνολικά αλλά και σε σχετικούς όρους (μόνο το 0,76 % των αιτήσεων αδειοδότησης απορρίφθηκαν το 2016 σε σύγκριση με σχεδόν 1 % το 2015)· σημειώνει με απογοήτευση ότι η έκθεση δεν επιτυγχάνει τη συμπερίληψη αριθμητικών δεδομένων για το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων αναφορικά με κοινοποιήσεις άρνησης και καλεί τα κράτη μέλη να συμπεριλαμβάνουν αυτά τα δεδομένα στις μελλοντικές ετήσιες εκθέσεις·

37.  προτείνει να συγκεντρωθούν πρόσθετες πληροφορίες από τα κράτη μέλη και να δημοσιευθούν τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και στην ετήσια έκθεση της COARM· προτείνει να προστεθεί στην ετήσια έκθεση COARM επισκόπηση που παρουσιάζει μια σύγκριση τάσεων με τα προηγούμενα έτη, μαζί με τα συγκεντρωτικά αριθμητικά στοιχεία·

Κοινοβούλιο και κοινωνία των πολιτών

38.  σημειώνει ότι δεν ελέγχουν όλα τα εθνικά κοινοβούλια της ΕΕ τις κυβερνητικές αποφάσεις για αδειοδότηση εξαγωγών· σημειώνει ότι ο Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προβλέπει τη δυνατότητα τακτικών απαντήσεων στις ετήσιες εκθέσεις της ΕΕ για τις εξαγωγές όπλων και ζητεί εν προκειμένω βελτίωση της παρούσας κατάστασης και εγγυήσεις ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα απαντά στην ετήσια έκθεση της COARM με τη δική του ετήσια έκθεση, που θα πρέπει να είναι εκτός ποσόστωσης· καλεί τα εθνικά κοινοβούλια να ανταλλάσσουν, όπου υπάρχουν, τις βέλτιστες πρακτικές τους όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων και την εποπτεία των εξαγωγών όπλων·

39.  υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της κοινωνίας των πολιτών, των αρχών ελέγχου των εξαγωγών όπλων και των ενώσεων που δραστηριοποιούνται στον εν λόγω κλάδο ως προς τη στήριξη και την ενθάρρυνση των συμφωνηθέντων προτύπων της κοινής θέσης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και τη θέσπιση διαφανούς συστήματος ελέγχου με υποχρέωση λογοδοσίας· ζητεί συνεπώς έναν διαφανή και αυστηρό μηχανισμό ελέγχου, που θα ενισχύσει τον ρόλο των κοινοβουλίων και της κοινωνίας των πολιτών· ενθαρρύνει τα εθνικά κοινοβούλια, την κοινωνία των πολιτών και τον ακαδημαϊκό χώρο να διενεργούν ανεξάρτητους ελέγχους για το εμπόριο όπλων, και καλεί τα κράτη μέλη και την ΕΥΕΔ να υποστηρίξουν παρόμοιες πρωτοβουλίες, μεταξύ άλλων μέσω χρηματοδότησης·

40.  τονίζει τη σημασία και τη νομιμότητα της κοινοβουλευτικής εποπτείας όσον αφορά τα δεδομένα σχετικά με τον έλεγχο εξαγωγών όπλων και το πώς διεξάγεται αυτός ο έλεγχος· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, να προβλεφθούν τα αναγκαία μέτρα, υποστήριξη και πληροφόρηση για να διασφαλίζεται η πλήρης λειτουργία της δημόσιας εποπτείας·

41.  προτείνει να περιλαμβάνονται οι εξαγωγές που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του EDIDP ή/και του ευρωπαϊκού ταμείου άμυνας (EDF) στα δεδομένα που υποβάλλονται χωριστά στην COARM, προκειμένου να εξασφαλιστεί η στενή παρακολούθηση των προϊόντων που έχουν χρηματοδοτηθεί από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό· ζητεί από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο να συμφωνήσουν σε ένα αναλυτικό καθεστώς ερμηνείας και εφαρμογής που θα περιλαμβάνει ένα εποπτικό όργανο, ένα όργανο επιβολής κυρώσεων και μια επιτροπή δεοντολογίας, για να διασφαλιστεί ότι εφαρμόζονται τα κριτήρια της κοινής θέσης τουλάχιστον στα προϊόντα με χρηματοδότηση από το EDIDP ή/και το ευρωπαϊκό ταμείο άμυνας, προκειμένου να εξασφαλιστούν ισότιμα εξαγωγικά πλαίσια για τις εμπλεκόμενες χώρες· πιστεύει ότι πρέπει να υπάρχει κοινή ερμηνεία και εφαρμογή σε όλες τις εξαγωγές όπλων από τα κράτη μέλη·

Διεθνής έλεγχος των όπλων και αφοπλισμός

42.  υπενθυμίζει τις φιλοδοξίες της Ένωσης να δρα ως παγκόσμιος παράγοντας για την ειρήνη· φρονεί ότι η ΕΕ πρέπει να φανεί αντάξια της αυξημένης ευθύνης που έχει αναλάβει για την ειρήνη και την ασφάλεια στην Ευρώπη και στον κόσμο, βελτιώνοντας περισσότερο τους μηχανισμούς ελέγχου των εξαγωγών και λαμβάνοντας περισσότερες πρωτοβουλίες αφοπλισμού και ότι, ως υπεύθυνος παγκόσμιος παράγοντας, πρέπει να γίνει πρωτοπόρος, δηλαδή η ΕΕ πρέπει να παίξει ενεργό ρόλο, ενώ τα κράτη μέλη πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίτευξη κοινής θέσης στους τομείς της μη διασποράς όπλων, του παγκόσμιου αφοπλισμού και των ελέγχων των οπλομεταφορών, καθώς και στην ενίσχυση της έρευνας και της ανάπτυξης τεχνολογιών και διαδικασιών μετατροπής από δομές στρατιωτικής σε δομές μη στρατιωτικής χρήσης, και με τη λήψη μέτρων όπως η εκχώρηση εξαγωγικών πλεονεκτημάτων για αυτά τα εμπορεύματα·

43.  υπενθυμίζει ότι όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν υπογράψει τη ΣΕΟ· ζητεί την καθολική αποδοχή της ΣΕΟ και να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στις χώρες που δεν έχουν υπογράψει τη συνθήκη αυτή· επιδοκιμάζει τις προσπάθειες να διευρυνθεί η εμβέλεια της ΣΕΟ και στηρίζει την αποτελεσματική εφαρμογή της·

44.  ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να βοηθήσουν τις τρίτες χώρες στην ανάπτυξη, τη βελτίωση και την εφαρμογή συστημάτων ελέγχου των εξοπλισμών, με σεβασμό στην κοινή θέση·

45.  επαναλαμβάνει τη θέση του για τα θανατηφόρα αυτόνομα οπλικά συστήματα (LAWS)· ζητεί την απαγόρευση των εξαγωγών προϊόντων που χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη και την παραγωγή τέτοιων οπλικών συστημάτων·

46.  επισημαίνει ότι μια αποτελεσματική διεθνής συμφωνία ελέγχου των όπλων πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις μεταφορές, επομένως και τις μεταφορές μεταξύ κρατών και μεταξύ κρατικών και μη κρατικών τελικών χρηστών, τις μισθώσεις, καθώς και τα δάνεια, τις δωρεές, την παροχή βοήθειας ή οποιασδήποτε άλλης μορφής μεταφορές·

o
o   o

47.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, την Αντιπρόεδρο της Επιτροπής/Ύπατη Εκπρόσωπο της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών, τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ και τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.

(1) ΕΕ L 335 της 13.12.2008, σ. 99.
(2) ΕΕ C 56 της 14.2.2018, σ. 1.
(3) ΕΕ L 17 της 23.1.2018, σ. 40.
(4) ΕΕ L 139 της 30.5.2017, σ. 38.
(5) ΕΕ C 98 της 15.3.2018, σ. 1.
(6) http://www.wassenaar.org/control-lists/, «List of Dual-Use Goods and Technologies and Munitions List» στο πλαίσιο του διακανονισμού Wassenaar για τον έλεγχο εξαγωγής συμβατικών όπλων, ειδών και τεχνολογιών διπλής χρήσης.
(7) Συνθήκη για το εμπόριο όπλων, ΟΗΕ, 13-27217.
(8) ΕΕ L 146 της 10.6.2009, σ. 1
(9) ΕΕ L 134 της 29.5.2009, σ. 1.
(10) ΕΕ L 338 της 13.12.2016, σ. 1.
(11) A/HRC/35/8.
(12) ΕΕ C 337 της 20.9.2018, σ. 63.
(13) ΕΕ C 399 της 24.11.2017, σ. 178.
(14) ΕΕ C 35 της 31.1.2018, σ. 142.
(15) ΕΕ C 331 της 18.9.2018, σ. 146.
(16) ΕΕ C 356 της 4.10.2018, σ. 104.
(17) ΕΕ C 285 της 29.8.2017, σ. 110.
(18) Trends in international arms transfers, 2017 (Ενημερωτικό δελτίο SIPRI, Μάρτιος 2018).
(19) http://enaat.org/eu-export-browser/licence.de.html
(20) «Κοινό όραμα, κοινές δράσεις: Μία ισχυρότερη Ευρώπη. Μια συνολική στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας». Βρυξέλλες, Ιούνιος 2016.
(21) «Δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας», COM(2017)0295, 7 Ιουνίου 2017.
(22) http://eur-lex.europa.eu/legal-content/ElL/TXT/PDF/?uri=CELEX:52016XG0406(01)&from=EL


Παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού και διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς ***I
PDF 993kWORD 129k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2018 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς (COM(2017)0142 – C8-0119/2017 – 2017/0063(COD))
P8_TA-PROV(2018)0452A8-0057/2018

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2017)0142),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και τα άρθρα 103 και 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0119/2017),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 20ής Ιουνίου 2018, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A8-0057/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  λαμβάνει υπόψη τη δήλωση της Επιτροπής που επισυνάπτεται στο παρόν ψήφισμα·

3.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

4.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 14 Νοεμβρίου 2018 εν όψει της έγκρισης οδηγίας (ΕΕ) 2018/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς

P8_TC1-COD(2017)0063


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως τα άρθρα 103 και 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) είναι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και θα πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικά σε ολόκληρη την Ένωση για να διασφαλίζεται ότι δεν υπάρχει στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Η αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ είναι αναγκαία προκειμένου να εξασφαλιστούν περισσότερο ανοικτές και δίκαιες ανταγωνιστικές αγορές στην Ένωση, στις οποίες οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται περισσότερο σε αξιοκρατική βάση και χωρίς εμπόδια που θέτουν οι επιχειρήσεις για την είσοδο στην αγορά, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να παράγουν πλούτο και να δημιουργούν θέσεις εργασίας. Προστατεύει τους καταναλωτές, καθώς και τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά, από εμπορικές πρακτικές που διατηρούν τις τιμές αγαθών και υπηρεσιών τεχνητά υψηλές και τους βοηθά να επιλέξουν καινοτόμα αγαθά και υπηρεσίες.

(2)  Η δημόσια επιβολή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ διενεργείται από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού (EΑΑ) των κρατών μελών παράλληλα με την Επιτροπή δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου(3). Οι ΕΑΑ και η Επιτροπή, από κοινού, συγκροτούν ένα δίκτυο δημόσιων αρχών που εφαρμόζει τους κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης σε στενή συνεργασία (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού).

(3)  Το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 επιβάλλει στις ΕΑΑ και τα εθνικά δικαστήρια υποχρέωση να εφαρμόζουν τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, εναρμονισμένες πρακτικές ή κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, που μπορούν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Στην πράξη, οι περισσότερες ΕΑΑ εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ▌περί ανταγωνισμού παράλληλα με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία, σκοπός της οποίας είναι να παράσχει στις ΕΑΑ τις απαραίτητες εγγυήσεις ανεξαρτησίας, πόρους και αρμοδιότητες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων, ώστε να μπορούν να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ, θα έχει αναπόφευκτα αντίκτυπο στην εθνική νομοθεσία ▌περί ανταγωνισμού που εφαρμόζεται παράλληλα από τις ΕΑΑ. Επιπλέον, η εφαρμογή από τις ΕΑΑ της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές, που μπορούν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα από αυτό το οποίο επιτυγχάνεται από τις ΕΑΑ, δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003. Αυτό σημαίνει ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις παράλληλης εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και του δικαίου της Ένωσης, οι ΕΑΑ είναι ανάγκη να έχουν τις ίδιες εγγυήσεις ανεξαρτησίας, πόρους και αρμοδιότητες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων για να διασφαλιστεί ότι δεν επιτυγχάνεται διαφορετικό αποτέλεσμα.

(4)  Επιπλέον, η παροχή στις ΕΑΑ της εξουσίας να αποκτούν όλες τις πληροφορίες που συνδέονται με την υπό έρευνα επιχείρηση, ακόμα και σε ψηφιακή μορφή, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένες, αναμένεται να επηρεάσει το πεδίο εφαρμογής των εξουσιών των ΕΑΑ, όταν, στα πρώτα στάδια της διαδικασίας, λαμβάνουν το σχετικό μέτρο έρευνας, επίσης με βάση την εθνική νομοθεσία ▌περί ανταγωνισμού που εφαρμόζεται παράλληλα με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ. Η παροχή στις ΕΑΑ εξουσιών ελέγχου με διαφορετικό πεδίο εφαρμογής, ανάλογα με το αν τελικά θα εφαρμόσουν μόνο τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού ή παράλληλα και τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ, θα μείωνε την αποτελεσματικότητα της επιβολής της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Συνεπώς, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας θα πρέπει να καλύπτει αφενός την μεμονωμένη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και αφετέρου την παράλληλη εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού στην ίδια υπόθεση. Όσον αφορά την προστασία των δηλώσεων περί επιεικούς μεταχείρισης και των υπομνημάτων για διακανονισμό, η παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να καλύπτει και την μεμονωμένη εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

(5)  Το εθνικό δίκαιο δεν παρέχει σε πολλές ΕΑΑ τις αναγκαίες εγγυήσεις ανεξαρτησίας και πόρων, καθώς και εξουσίες εφαρμογής της νομοθεσίας και προστίμων, ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικά την ενωσιακή νομοθεσία περί ανταγωνισμού. Αυτό υπονομεύει την ικανότητά τους να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ και την εθνική νομοθεσία ▌περί ανταγωνισμού παράλληλα με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ. Για παράδειγμα, βάσει της εθνικής νομοθεσίας πολλές ΕΑΑ δεν διαθέτουν αποτελεσματικά εργαλεία για τον εντοπισμό αποδεικτικών στοιχείων παραβάσεων των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ ή την επιβολή προστίμων σε εταιρίες-παραβάτες ή δεν διαθέτουν επαρκείς ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους και τη λειτουργική ανεξαρτησία για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Αυτό μπορεί να τις εμποδίζει εντελώς να αναλάβουν δράση ή να περιορίσει το πεδίο δράσεώς τους. Το γεγονός ότι πολλές ΕΑΑ δεν διαθέτουν εγγυήσεις ανεξαρτησίας πόρους, καθώς και εξουσίες επιβολής προστίμων για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις που υιοθετούν αντιανταγωνιστικές πρακτικές μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με πολύ διαφορετική έκβαση της διαδικασίας ανάλογα με το κράτος μέλος στο οποίο δραστηριοποιούνται: μπορεί να μην υπόκεινται σε εφαρμογή των κανόνων των άρθρων 101 ή 102 ΣΛΕΕ ή να υπόκεινται μόνο σε αναποτελεσματικό έλεγχο. Για παράδειγμα σε ορισμένα κράτη μέλη, οι επιχειρήσεις μπορούν να αποφεύγουν το πρόστιμο προβαίνοντας απλώς σε αναδιάρθρωση.

(6)  Η ανομοιόμορφη επιβολή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και της εθνικής νομοθεσίας ▌περί ανταγωνισμού, είτε μεμονωμένα ή παράλληλα με την εθνική νομοθεσία περί ανταγωνισμού οδηγεί σε χαμένες ευκαιρίες για την άρση των εμποδίων όσον αφορά την είσοδο στην αγορά και για τη δημιουργία πιο δίκαιων ανταγωνιστικών αγορών σε ολόκληρη την ▌Ένωση όπου οι επιχειρήσεις θα ανταγωνίζονται σε αξιοκρατική βάση. Οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές πλήττονται ιδιαιτέρως στα κράτη μέλη στα οποία οι ΕΑΑ είναι λιγότερο εξοπλισμένες για να επιβάλλουν αποτελεσματικά το νόμο. Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να ανταγωνίζονται με αξιοκρατία όπου υπάρχουν ασφαλή καταφύγια για τις αντιανταγωνιστικές πρακτικές, π.χ. επειδή δεν είναι δυνατή η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για αντιανταγωνιστικές πρακτικές ή επειδή οι επιχειρήσεις μπορούν να αποφεύγουν τα πρόστιμα. Ως αποτέλεσμα, δεν έχουν κίνητρο να εισέλθουν σε αυτές τις αγορές και να ασκήσουν εκεί τα δικαιώματα εγκατάστασης και παροχής των αγαθών και των υπηρεσιών τους. Οι καταναλωτές που κατοικούν στα κράτη μέλη με μικρότερο βαθμό επιβολής δεν αξιοποιούν τα οφέλη από την αποτελεσματική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, η ανομοιόμορφη επιβολή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, είτε μεμονωμένα ή παράλληλα με την εθνική νομοθεσία ▌περί ανταγωνισμού, σε όλη την Ένωση στρεβλώνει τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά και υπονομεύει την εύρυθμη λειτουργία της.

(7)  Τα κενά και οι περιορισμοί στα εργαλεία και τις εγγυήσεις των ΕΑΑ υπονομεύουν το σύστημα παράλληλων εξουσιών για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ το οποίο έχει σχεδιαστεί ώστε να λειτουργεί ως συνεκτικό σύνολο με βάση τη στενή συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού. Το σύστημα εξαρτάται από την ικανότητα των αρχών να αλληλοϋποστηρίζονται για την εφαρμογή μέτρων εξακρίβωσης πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να ενισχυθούν η συνεργασία και η αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των κρατών μελών. Ωστόσο, δεν λειτουργεί ικανοποιητικά από τη στιγμή που υπάρχουν ακόμη ΕΑΑ που δεν διαθέτουν τα κατάλληλα εργαλεία εξακρίβωσης πραγματικών περιστατικών. Σε άλλες βασικές πτυχές, οι ΕΑΑ δεν είναι σε θέση να παράσχουν η μία στην άλλη αμοιβαία συνδρομή. Για παράδειγμα στην πλειονότητα των κρατών μελών οι επιχειρήσεις που λειτουργούν σε διασυνοριακό επίπεδο μπορούν να αποφεύγουν την πληρωμή προστίμων απλώς και μόνον μην έχοντας νομική παρουσία σε ορισμένες από τις επικράτειες των κρατών μελών όπου δραστηριοποιούνται. Αυτό μειώνει τα κίνητρα για συμμόρφωση με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ. Ως αποτέλεσμα, η μη αποτελεσματική επιβολή προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού για τις νομοταγείς επιχειρήσεις και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών στην εσωτερική αγορά, και ιδίως στο ψηφιακό περιβάλλον.

(8)  Προκειμένου να διασφαλιστεί ένας πραγματικά ενιαίος χώρος επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού στην Ένωση ο οποίος παρέχει ακόμα περισσότερο ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις στην εσωτερική αγορά και μειώνει τις ανισότητες για τους καταναλωτές, είναι ανάγκη να θεσπιστούν θεμελιώδεις εγγυήσεις ανεξαρτησίας, κατάλληλοι οικονομικοί, ανθρώπινοι, τεχνικοί και τεχνολογικοί πόροι, καθώς και ελάχιστες εξουσίες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και της εθνικής νομοθεσίας ▌περί ανταγωνισμού παράλληλα με τα εν λόγω άρθρα, ώστε οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού να είναι πλήρως αποτελεσματικές.

(9)  Είναι σκόπιμο να βασιστεί η παρούσα οδηγία στη διπλή νομική βάση των άρθρων 103 και 114 ΣΛΕΕ διότι καλύπτει όχι μόνον την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας ▌περί ανταγωνισμού παράλληλα με τα εν λόγω άρθρα, αλλά και τα κενά και τους περιορισμούς που υπάρχουν στα εργαλεία και τις εγγυήσεις των ΕΑΑ για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, διότι τα κενά και οι περιορισμοί θίγουν τόσο τον ανταγωνισμό όσο και την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(10)  Η θέσπιση θεμελιωδών εγγυήσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ΕΑΑ εφαρμόζουν ομοιόμορφα και αποτελεσματικά τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ δεν θα πρέπει να θίγει την ικανότητα των κρατών μελών να διατηρούν ή να θεσπίζουν πιο εκτεταμένες εγγυήσεις ανεξαρτησίας και περισσότερους πόρους για τις εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού, καθώς και πιο λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τις αρμοδιότητες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων των ΕΑΑ. Πιο συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να παραχωρούν στις ΕΑΑ πρόσθετες αρμοδιότητες, πέραν της βασικής δέσμης η οποία προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, για την περαιτέρω ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς τους, όπως εξουσίες επιβολής προστίμων σε φυσικά πρόσωπα ή κατ’ εξαίρεση την εξουσία διεξαγωγής ελέγχων με τη συναίνεση των ελεγχόμενων.

(11)  Αντιστρόφως, απαιτούνται λεπτομερείς κανόνες για τις προϋποθέσεις επιεικούς μεταχείρισης των μυστικών συμπράξεων. Οι επιχειρήσεις θα είναι διατεθειμένες να αποκαλύψουν μυστικές συμπράξεις στις οποίες έχουν συμμετάσχει, μόνον αν τους προσφέρεται επαρκής ασφάλεια δικαίου σε σχέση με το κατά πόσον θα τύχουν απαλλαγής από την επιβολή προστίμων. Οι σημαντικές διαφορές μεταξύ των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου για τους δυνητικούς αιτούντες επιείκεια, γεγονός που μπορεί να τους αποθαρρύνει να ζητήσουν επιεική μεταχείριση. Αν τα κράτη μέλη μπορούσαν να εφαρμόζουν σαφέστερους και εναρμονισμένους κανόνες όσον αφορά την επιεική μεταχείριση στον τομέα της παρούσας οδηγίας, αυτό όχι μόνο θα συνέβαλλε στον στόχο της διατήρησης των κινήτρων για τους αιτούντες να αποκαλύπτουν μυστικές συμπράξεις με στόχο την αποτελεσματικότερη δυνατή εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στην Ένωση, αλλά και θα διασφάλιζε ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στην εσωτερική αγορά. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να θέτουν σε εφαρμογή προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης τα οποία δεν καλύπτουν μόνο τις μυστικές συμπράξεις, αλλά και άλλες παραβάσεις του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και των αντίστοιχων διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, ή να δέχονται αιτήσεις για επιεική μεταχείριση από φυσικά πρόσωπα ιδίω ονόματι. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει επίσης τα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης που προβλέπουν αποκλειστικά τη μη επιβολή κυρώσεων σε ποινικές δικαστικές διαδικασίες για την επιβολή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.

(12)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στις εθνικές νομοθετικές διατάξεις, στον βαθμό που προβλέπουν την επιβολή ποινικών κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα, με την εξαίρεση των κανόνων που διέπουν την αλληλεπίδραση των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης με την επιβολή κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα. Επίσης, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε εθνικές νομοθετικές διατάξεις οι οποίες προβλέπουν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα που δεν ενεργούν ως ανεξάρτητος οικονομικός παράγοντας στην αγορά.

(13)  Σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέτουν την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ αποκλειστικά σε διοικητική αρχή ανταγωνισμού, όπως συμβαίνει στις περισσότερες δικαιοδοσίες, ή μπορούν να την αναθέτουν τόσο σε δικαστικές όσο και σε διοικητικές αρχές. Στην τελευταία περίπτωση, η διοικητική αρχή είναι τουλάχιστον υπεύθυνη πρωτίστως για τη διεξαγωγή της έρευνας ενώ η δικαστική αρχή έχει συνήθως την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με την επιβολή προστίμων και ενδεχομένως την εξουσία να λαμβάνει και άλλες αποφάσεις, όπως τη διαπίστωση παράβασης των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ.

(14)  Η άσκηση των εξουσιών, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών έρευνας που ανατίθενται στις ΕΑΑ με την παρούσα οδηγία θα πρέπει να υπόκειται σε κατάλληλες διασφαλίσεις οι οποίες θα πληρούν τουλάχιστον τα πρότυπα των γενικών αρχών του ενωσιακού δικαίου και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στο πλαίσιο διαδικασιών δυναμένων να οδηγήσουν στην επιβολή κυρώσεων. Οι εν λόγω διασφαλίσεις περιλαμβάνουν το δικαίωμα χρηστής διοίκησης και τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης των επιχειρήσεων, βασικό στοιχείο των οποίων είναι το δικαίωμα ακρόασης. Συγκεκριμένα, οι ΕΑΑ θα πρέπει να ενημερώνουν τα υπό έρευνα μέρη σχετικά με τις προκαταρκτικές αιτιάσεις που διατυπώνονται εναντίον τους δυνάμει του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ υπό μορφή κοινοποίησης αιτιάσεων ή παρόμοιου μέτρου πριν από τη λήψη απόφασης δια της οποίας διαπιστούται η παράβαση ενώ τα εν λόγω μέρη θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκθέσουν λυσιτελώς τις απόψεις τους επί των αιτιάσεων πριν τη λήψη απόφασης. Τα μέρη στα οποία έχουν κοινοποιηθεί προκαταρκτικές αιτιάσεις για εικαζόμενη παράβαση του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης της οικείας ΕΑΑ, προκειμένου να ασκήσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματα υπεράσπισής τους.

Το δικαίωμα πρόσβασης στο φάκελο θα πρέπει να μην θίγει το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων για την προστασία των επιχειρηματικών τους απορρήτων και να μην εκτείνεται στις εμπιστευτικές πληροφορίες και στα εσωτερικά έγγραφα, ούτε στην αλληλογραφία μεταξύ των ΕΑΑ και της Επιτροπής. Επίσης, όσον αφορά τις αποφάσεις των ΕΑΑ, ιδίως τις αποφάσεις παράβασης του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, και επιβολής διορθωτικών μέτρων ή προστίμων, οι αποδέκτες θα πρέπει να έχουν αποτελεσματικό δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εν λόγω ▌αποφάσεις των ΕΑΑ θα πρέπει να είναι αιτιολογημένες, ώστε να μπορούν οι αποδέκτες αυτών των αποφάσεων να εξετάζουν το σκεπτικό της απόφασης και να ασκούν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής. Επιπλέον, σύμφωνα με το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι, κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, οι ΕΑΑ διεξάγουν τις διαδικασίες εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης. Ο σχεδιασμός αυτών των διασφαλίσεων θα πρέπει να επιτυγχάνει ισορροπία ανάμεσα στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων των επιχειρήσεων και στο καθήκον για αποτελεσματική επιβολή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ.

(15)  Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ΕΑΑ, και η χρήση των πληροφοριών αυτών ως αποδείξεων για την εφαρμογή του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, θα πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003.

(16)  Η παροχή εξουσιών στις εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού ώστε να εφαρμόζουν τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ με αμεροληψία και προς το κοινό συμφέρον της αποτελεσματικής επιβολής των ενωσιακών κανόνων ανταγωνισμού αποτελεί ουσιώδη συνιστώσα αποτελεσματικής και ομοιόμορφης εφαρμογής.

(17)  Η λειτουργική ανεξαρτησία των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού θα πρέπει να ενισχυθεί προκειμένου να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Προς τούτο, η εθνική νομοθεσία θα πρέπει να προβλέπει ρητώς ότι κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού προστατεύονται έναντι εξωτερικών παρεμβάσεων ή πολιτικών πιέσεων δυναμένων να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή τους για τα θέματα των οποίων επιλαμβάνονται. Για τον σκοπό αυτό, η εθνική νομοθεσία θα πρέπει εκ των προτέρων να ορίζει τους λόγους παύσης από την εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού των προσώπων που λαμβάνουν αποφάσεις ασκώντας τις εξουσίες των άρθρων 10, 11, 12, 13 και 16 της παρούσας οδηγίας, ώστε να αρθούν τυχόν εύλογες υπόνοιες όσον αφορά την αμεροληψία τους και τη θωράκισή τους έναντι εξωτερικών παραγόντων. Ομοίως, η εθνική νομοθεσία θα πρέπει εκ των προτέρων να ορίζει σαφείς και διαφανείς κανόνες και διαδικασίες για την επιλογή, την πρόσληψη ή τον διορισμό των εν λόγω προσώπων. Επιπλέον, για την αμεροληψία των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού, τα πρόστιμα τα οποία επιβάλλουν για παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την απευθείας χρηματοδότησή των αρχών αυτών.

(18)  Για να εξασφαλιστεί η λειτουργική ανεξαρτησία των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού, οι προϊστάμενοι, οι υπάλληλοι και οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων θα πρέπει να ενεργούν με ακεραιότητα και να απέχουν από κάθε ενέργεια ασυμβίβαστη με την άσκηση των καθηκόντων τους. Για να μην θιγεί η δυνατότητα των προσώπων αυτών να κάνουν ανεξάρτητες αξιολογήσεις, οι προϊστάμενοι, το προσωπικό και οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων θα πρέπει να απέχουν από ασυμβίβαστες ενέργειες, επικερδείς ή όχι, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους ή της θητείας τους και για εύλογο χρονικό διάστημα μετά από αυτήν ▌.

(19)  Αυτό σημαίνει ότι, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής ή της θητείας τους, οι υπάλληλοι και οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων δεν θα πρέπει να μπορούν να ασχολούνται με διαδικασίες για την εφαρμογή του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ στις οποίες συμμετέχουν ή οι οποίες αφορούν άμεσα τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων στις οποίες έχουν απασχοληθεί ή έχουν ασκήσει άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, εάν αυτό μπορεί να μειώσει την αμεροληψία τους στην υπόθεση. Ομοίως, οι υπάλληλοι και οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων και οι στενοί συγγενείς τους δεν θα πρέπει να έχουν συμφέρον σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που υπάγονται σε διαδικασίες για την εφαρμογή του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ στις οποίες συμμετέχουν, εάν αυτό μπορεί να μειώσει την αμεροληψία τους στην συγκεκριμένη υπόθεση. Η εκτίμηση του κατά πόσον η αμεροληψία τους ενδέχεται να έχει μειωθεί θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη φύση και την έκταση του ενδιαφέροντος και το επίπεδο της συμμετοχής ή ενασχόλησης του εν λόγω ατόμου. Όταν είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί η αμεροληψία της έρευνας και της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, το εν λόγω άτομο θα πρέπει να εξαιρέσει τον εαυτό του από την υπόθεση.

(20)  Αυτό σημαίνει επίσης ότι για εύλογο χρονικό διάστημα μετά την αποχώρηση από την εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού, όταν πρώην υπάλληλοι ή υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα που σχετίζεται με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ με την οποία ασχολούνταν κατά τη διάρκεια της απασχόλησης ή της θητείας τους, δεν θα πρέπει να συμμετέχουν στην ίδια υπόθεση στο πλαίσιο της νέας τους επαγγελματικής δραστηριότητας.

Η διάρκεια της εν λόγω περιόδου μπορεί να καθορίζεται λαμβανομένων υπόψη της φύσης της νέας επαγγελματικής δραστηριότητας των εν λόγω ατόμων καθώς και του επιπέδου της συμμετοχής τους και της ευθύνης τους στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας κατά τη διάρκεια της απασχόλησης ή της θητείας τους στην εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού.

(21)  Κάθε εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού θα πρέπει να δημοσιεύει κώδικα δεοντολογίας, ο οποίος, με την επιφύλαξη αυστηρότερων εθνικών κανόνων, θα καλύπτει τους κανόνες σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων.

(22)  Η λειτουργική ανεξαρτησία των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού δεν θα πρέπει να αποκλείει ούτε τον δικαστικό έλεγχο ούτε την κοινοβουλευτική εποπτεία σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Οι απαιτήσεις λογοδοσίας θα πρέπει να συμβάλλουν επίσης στη διασφάλιση της αξιοπιστίας και της νομιμότητας των ενεργειών των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού. Στις εύλογες απαιτήσεις λογοδοσίας περιλαμβάνεται η δημοσίευση από τις εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού περιοδικών εκθέσεων σχετικά με τις δραστηριότητές τους σε κρατικό ή κοινοβουλευτικό όργανο. Οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού μπορεί επίσης να υπόκεινται σε έλεγχο ή σε παρακολούθηση των οικονομικών δαπανών τους, αν αυτό δεν επηρεάζει την ανεξαρτησία τους.

(23)  Οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να μπορούν να προτεραιοποιούν τις διαδικασίες τους για την επιβολή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, ώστε να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τους πόρους τους και να εστιάζουν στην πρόληψη και στον τερματισμό της αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς που προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να μπορούν να απορρίπτουν καταγγελίες με το αιτιολογικό ότι δεν αποτελούν προτεραιότητα, εκτός από εκείνες που υποβάλλονται από τις δημόσιες αρχές που ενδεχομένως έχουν συντρέχουσα αρμοδιότητα με μια εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού για την επιβολή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Αυτό δεν θα πρέπει να θίγει την εξουσία των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού να απορρίπτουν καταγγελίες για άλλους λόγους, όπως η αναρμοδιότητα, ή να αποφασίζουν ότι δεν συντρέχουν λόγοι να αναλάβουν δράση από την πλευρά τους. Σε περίπτωση που η καταγγελία έχει υποβληθεί επισήμως, η εν λόγω απόρριψη θα πρέπει να υπόκειται σε πραγματική προσφυγή σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Η εξουσία των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού να να προτεραιοποιούν τις διαδικασίες επιβολής δεν θίγει το δικαίωμα μιας κυβέρνησης κράτους μέλους να εκδίδει γενικούς κανόνες πολιτικής ή κατευθυντήριες γραμμές προτεραιότητας που απευθύνονται στις εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού που δεν σχετίζονται με τομεακές έρευνες ή συγκεκριμένες διαδικασίες για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ.

(24)  Οι ΕΑΑ θα πρέπει να διαθέτουν επαρκές ειδικευμένο προσωπικό ικανό να διενεργεί εμπεριστατωμένες νομικές και οικονομικές αξιολογήσεις, οικονομικά μέσα και τεχνικό και τεχνολογικό εξοπλισμό και εμπειρογνωμοσύνη, συμπεριλαμβανομένων επαρκών εργαλείων τεχνολογίας των πληροφοριών, προκειμένου να μπορούν να ασκούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Σε περίπτωση διεύρυνσης των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων τους δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν στους ΕΑΑ επαρκείς πόρους για την αποτελεσματική άσκηση αυτών των καθηκόντων.

(25)  Η ανεξαρτησία των ΕΑΑ θα πρέπει να ενισχυθεί με την εξασφάλιση της δυνατότητάς τους να αποφασίζουν ανεξάρτητα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα δαπανηθούν τα κονδύλια από τον προϋπολογισμό για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, με την επιφύλαξη των εθνικών δημοσιονομικών κανόνων και διαδικασιών.

(26)  Για να εξασφαλισθεί ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν τους απαιτούμενους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χρήσης διαφορετικών μέσων χρηματοδότησης, όπως από εναλλακτικές πηγές εκτός του κρατικού προϋπολογισμού.

(27)  Για να διασφαλιστεί αποτελεσματική παρακολούθηση της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού υποβάλλουν περιοδικές εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητες και τους πόρους τους σε κρατικό ή κοινοβουλευτικό όργανο. Οι εν λόγω εκθέσεις θα πρέπει να περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τους διορισμούς και τις παύσεις μελών του οργάνου λήψης αποφάσεων, το ύψος των πόρων που διατέθηκαν το συγκεκριμένο έτος και τυχόν τροποποιήσεις του εν λόγω ποσού σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη. Οι εκθέσεις αυτές θα πρέπει να δημοσιοποιούνται.

(28)  Οι ΕΑΑ χρειάζονται μια ελάχιστη δέσμη κοινών εξουσιών έρευνας και λήψης αποφάσεων ώστε να μπορούν να επιβάλλουν αποτελεσματικά τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ.

(29)  Θα πρέπει να δοθούν αρμοδιότητες στις εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού, ώστε να διαθέτουν αποτελεσματικές εξουσίες έρευνας για τον εντοπισμό συμφωνιών, αποφάσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών που απαγορεύονται βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, καθώς και περιπτώσεων κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, η οποία απαγορεύεται βάσει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, σε όλα τα στάδια των ενώπιόν τους διαδικασιών. Οι ανωτέρω αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να μπορούν να ασκήσουν τις εξουσίες αυτές έναντι επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων κατά των οποίων έχει κινηθεί διαδικασία για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, καθώς και έναντι άλλων φορέων της αγοράς οι οποίοι μπορεί να κατέχουν πληροφορίες συναφείς με την διαδικασία. Η χορήγηση τέτοιων αποτελεσματικών εξουσιών έρευνας σε όλες τις εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα διασφαλίσει ότι όλες αυτές οι αρχές θα μπορούν να συνεργάζονται αποτελεσματικά όταν τους ζητείται να διενεργήσουν έλεγχο ή να εφαρμόσουν κάθε άλλο μέτρο για την εξακρίβωση περιστατικών στο έδαφός τους εξ ονόματος και για λογαριασμό άλλης ΕΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003.

(30)  Οι εξουσίες έρευνας των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού θα πρέπει να είναι επαρκείς, ώστε να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις που ενέχει το ψηφιακό περιβάλλον όσον αφορά την επιβολή και θα πρέπει να επιτρέπουν στις ΕΑΑ να παραλαμβάνουν όλες τις πληροφορίες που αφορούν μια υπό έρευνα επιχείρηση ή ένωση αυτών σε ψηφιακή μορφή, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που προκύπτουν με εγκληματολογικές μεθόδους, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο οι πληροφορίες είναι αποθηκευμένες, π.χ. σε φορητό υπολογιστή, κινητό τηλέφωνο, άλλες ψηφιακές συσκευές ή αποθήκευση στο υπολογιστικό νέφος.

(31)  Οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να μπορούν να διενεργούν όλους τους απαραίτητους ελέγχους στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων, εφόσον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορούν να αποδείξουν εύλογες υπόνοιες για παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να απαιτούν προηγούμενη άδεια εθνικής δικαστικής αρχής για τη διενέργεια των εν λόγω ελέγχων.

(32)  Για να είναι αποτελεσματική, η εξουσία διενέργειας ελέγχων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού θα πρέπει να τους δίνει πρόσβαση σε πληροφορίες που είναι προσβάσιμες στην επιχείρηση ή στην ένωση επιχειρήσεων ή στο πρόσωπο που αποτελεί αντικείμενο του ελέγχου και σχετίζεται με την υπό έρευνα επιχείρηση ή ένωση. Αυτό θα πρέπει απαραιτήτως να περιλαμβάνει την εξουσία αναζήτησης εγγράφων, φακέλων ή δεδομένων σε μέσα που δεν προσδιορίζονται επακριβώς εκ των προτέρων. Χωρίς αυτή την εξουσία θα ήταν αδύνατη η απόκτηση των πληροφοριών που απαιτούνται για την έρευνα, εάν οι επιχειρήσεις ή ενώσεις κωλυσιεργούν ή αρνούνται να συνεργαστούν. Η εξουσία εξέτασης βιβλίων ή αρχείων θα πρέπει να καλύπτει όλες τις μορφές επικοινωνίας, όπως τα ηλεκτρονικά μηνύματα, ανεξαρτήτως εάν φαίνεται ότι δεν έχουν αναγνωσθεί ή έχουν διαγραφεί.

(33)  Για να ελαχιστοποιηθεί η περιττή παράταση της διάρκειας των ελέγχων, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να διαθέτουν την εξουσία να συνεχίζουν να αναζητούν και να επιλέγουν αντίγραφα ή αποσπάσματα βιβλίων και αρχείων που σχετίζονται με την επαγγελματική δραστηριότητα της υπό έλεγχο επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων στους χώρους της αρχής ή σε άλλους καθορισμένους χώρους. Οι έρευνες δεν θα πρέπει να θίγουν τα δικαιώματα υπεράσπισης των επιχειρήσεων.

(34)  Η πείρα δείχνει ότι αρχεία επιχειρήσεων μπορεί να φυλάσσονται στις κατοικίες των διευθυντών, διοικητικών στελεχών και λοιπών μελών του προσωπικού των επιχειρήσεων ή των ενώσεων επιχειρήσεων, ιδίως λόγω της αυξημένης χρήσης πιο ευέλικτων ρυθμίσεων εργασίας. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των ελέγχων, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να έχουν την εξουσία να εισέρχονται σε οποιοδήποτε χώρο, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών κατοικιών, εφόσον αποδεικνύουν εύλογες υπόνοιες ότι φυλάσσονται εκεί επιχειρηματικά αρχεία δυνάμενα να συμβάλουν στη στοιχειοθέτηση ▌παράβασης του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ. Για να ασκηθεί η εξουσία αυτή, θα πρέπει προηγουμένως η εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού να έχει λάβει άδεια από εθνική δικαστική αρχή, η οποία μπορεί να είναι η εισαγγελία σε ορισμένα εθνικά νομικά συστήματα. Τούτο δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις να αναθέτουν τα καθήκοντα εθνικής δικαστικής αρχής σε εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού ενεργούσα ως δικαστική αρχή ή κατ’ εξαίρεση να επιτρέπουν την διενέργεια τέτοιων ελέγχων με τη συγκατάθεση των ελεγχόμενων. Η διενέργεια των ελέγχων αυτών μπορεί να ανατεθεί από εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού στην αστυνομία ή ισοδύναμη αρχή επιβολής του νόμου, εφόσον ο έλεγχος πραγματοποιείται παρουσία της εθνικής διοικητικής αρχής ανταγωνισμού. Αυτό θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη του δικαιώματος της εθνικής διοικητικής αρχής ανταγωνισμού να διενεργεί η ίδια τον έλεγχο και να λαμβάνει την αναγκαία συνδρομή της αστυνομίας ή ισοδύναμης αρχής επιβολής του νόμου, μεταξύ άλλων ως προληπτικό μέτρο, ώστε να κάμπτεται τυχόν αντίσταση των ελεγχόμενων.

(35)  Οι ΕΑΑ θα πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικές εξουσίες να υποχρεώσουν επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να παρέχουν πληροφορίες αναγκαίες για τον εντοπισμό παραβάσεων των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Προς τούτο, οι ΕΑΑ θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν τη γνωστοποίηση πληροφοριών που μπορούν να τους επιτρέπουν να ερευνούν τις εικαζόμενες παραβάσεις. Εδώ θα πρέπει να περιλαμβάνεται το δικαίωμα να απαιτούνται πληροφορίες σε οποιαδήποτε ψηφιακή μορφή, συμπεριλαμβανομένων των μηνυμάτων που αποστέλλονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και συστημάτων άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένες, πχ στο υπολογιστικό νέφος και σε διακομιστές, εφόσον είναι προσβάσιμες στην επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων- αποδέκτη του αιτήματος παροχής πληροφοριών. Το εν λόγω δικαίωμα δεν θα πρέπει να οδηγεί σε υποχρεώσεις της επιχείρησης ή ένωσης που θα ήταν δυσανάλογες σε σχέση με τις ανάγκες της έρευνας. Για παράδειγμα, η επιχείρηση ή ένωση δεν θα πρέπει να επιβαρύνεται με υπερβολικές δαπάνες ούτε να υποχρεώνεται να καταβάλλει υπερβολικές προσπάθειες. Ενώ το δικαίωμα να απαιτούνται πληροφορίες είναι ζωτικής σημασίας για τον εντοπισμό παραβάσεων, τα εν λόγω αιτήματα θα πρέπει να είναι αναλογικά και να μην υποχρεώνουν μια επιχείρηση ή ένωση να παραδεχθεί ότι έχει διαπράξει μια παράβαση, δεδομένου ότι το βάρος της απόδειξης το φέρουν οι ΕΑΑ. Αυτό θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων ή ενώσεων να απαντούν στις περί των γεγονότων ερωτήσεις και να παρέχουν έγγραφα. Ομοίως, οι ΕΑΑ θα πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικά εργαλεία για να απαιτούν από οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο να παρέχει πληροφορίες ενδεχομένως χρήσιμες για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να προβλέπουν διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με τέτοια αιτήματα παροχής πληροφοριών, όπως για τη νομική μορφή τους, εφόσον οι εν λόγω κανόνες επιτρέπουν την αποτελεσματική χρήση του εργαλείου αυτού. Η πείρα αποδεικνύει επίσης ότι οι πληροφορίες που παρέχονται σε εθελοντική βάση, ως ανταπόκριση σε μη υποχρεωτικά αιτήματα παροχής πληροφοριών, μπορούν να αποτελέσουν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τεκμηριωμένη και ισχυρή επιβολή. Ομοίως, η εθελοντική παροχή πληροφοριών από τρίτους, όπως από ανταγωνιστές, πελάτες και καταναλωτές στην αγορά μπορεί να συμβάλλει στην αποτελεσματική επιβολή και οι ΕΑΑ θα πρέπει να ενθαρρύνουν την τάση αυτή.

(36)  Η πείρα έδειξε ότι η εξουσία διενέργειας ακροάσεων αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και την παροχή συνδρομής στις αρχές ανταγωνισμού ώστε να εκτιμούν την αξία των συλλεχθέντων αποδεικτικών στοιχείων. Οι ΕΑΑ θα πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικά μέσα για να καλούν σε συνέντευξη οποιονδήποτε εκπρόσωπο επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων, αντιπρόσωπο άλλων νομικών προσώπων και κάθε φυσικό πρόσωπο που μπορεί να κατέχει πληροφορίες σχετικές με την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να προβλέπουν κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των ακροάσεων, εφόσον οι εν λόγω κανόνες επιτρέπουν την αποτελεσματική χρήση του εργαλείου αυτού.

(37)  Είναι απαραίτητο οι ΕΑΑ να μπορούν να απαιτούν από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να τερματίζουν τις παραβάσεις του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, μεταξύ άλλων, όταν η παράβαση συνεχίζεται και μετά την επίσημη έναρξη της διαδικασίας των ΕΑΑ. Επίσης, οι ΕΑΑ θα πρέπει να έχουν αποτελεσματικά μέσα για την αποκατάσταση του ανταγωνισμού στην αγορά με την επιβολή μέτρων συμπεριφοράς ή διαρθρωτικού χαρακτήρα, ανάλογων προς τη διαπραχθείσα παράβαση και αναγκαίων για τον τερματισμό της. Η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί ότι, όταν καλούνται να επιλέξουν μεταξύ δύο εξίσου αποτελεσματικών διορθωτικών μέτρων, οι ΕΑΑ θα πρέπει να επιλέγουν το λιγότερο επαχθές για την επιχείρηση. Τα διαρθρωτικά μέτρα, όπως η υποχρέωση εκχώρησης εταιρικής συμμετοχής σε ανταγωνιστή ή εκποίησης επιχειρηματικής μονάδας, επηρεάζουν τα στοιχεία ενεργητικού μιας επιχείρησης και μπορούν να θεωρηθούν επαχθέστερα για την επιχείρηση σε σύγκριση με τα μέτρα συμπεριφοράς. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις ΕΑΑ να διαπιστώνουν, σε συγκεκριμένη υπόθεση, ότι οι περιστάσεις μιας συγκεκριμένης παράβασης δικαιολογούν την επιβολή διορθωτικού μέτρου διαρθρωτικού χαρακτήρα, διότι θα ήταν πιο αποτελεσματικό για τον τερματισμό της παράβασης απ’ ό,τι ένα διορθωτικό μέτρο συμπεριφοράς.

(38)  Τα προσωρινά μέτρα μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό εργαλείο ώστε να εξασφαλίζεται ότι, ενόσω η έρευνα είναι σε εξέλιξη, η υπό έρευνα παράβαση δεν προκαλεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη στον ανταγωνισμό. Το εργαλείο αυτό είναι σημαντικό για να αποφεύγονται δύσκολα αναστρέψιμες εξελίξεις στην αγορά ως συνέπεια μιας απόφασης που λαμβάνει μια ΕΑΑ κατά το πέρας της διαδικασίας. Οι ΕΑΑ θα πρέπει επομένως να έχουν την εξουσία να επιβάλουν προσωρινά μέτρα με απόφασή τους. Η εξουσία αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται τουλάχιστον όταν μια ΕΑΑ έχει διαπιστώσει εκ πρώτης όψεως παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ και υπάρχει κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης του ανταγωνισμού. Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να παρέχουν στις ΕΑΑ ευρύτερες εξουσίες να επιβάλουν προσωρινά μέτρα. Μια απόφαση περί επιβολής προσωρινών μέτρων θα πρέπει να ισχύει μόνο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, είτε μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας από μια ΕΑΑ, είτε για καθορισμένη χρονική περίοδο η οποία μπορεί να ανανεωθεί αν είναι απαραίτητο και ενδεδειγμένο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η νομιμότητα, συμπεριλαμβανομένης της αναλογικότητας, των μέτρων αυτών μπορεί να επανεξετάζεται με ταχείες διαδικασίες προσφυγής ή άλλες διαδικασίες που προβλέπουν επίσης ταχύ δικαστικό έλεγχο. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημιουργήσουν τις συνθήκες που απαιτούνται ώστε οι ΕΑΑ να μπορούν να αξιοποιήσουν πρακτικώς τα προσωρινά μέτρα. Υπάρχει ιδιαίτερη ανάγκη να δοθεί η δυνατότητα σε όλες τις αρχές ανταγωνισμού να αντιμετωπίζουν τις συνεχείς εξελίξεις στις αγορές και, ως εκ τούτου, να εξετάζουν στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού τη χρήση προσωρινών μέτρων και να λαμβάνουν υπόψη την εμπειρία αυτή σε κάθε σχετικό ήπιο μέτρο ή μελλοντική αναθεώρηση της παρούσας οδηγίας.

(39)  Όταν, στο πλαίσιο διαδικασίας δυναμένης να οδηγήσει στην απαγόρευση συμφωνίας ή πρακτικής, επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων προτείνουν στις ΕΑΑ να αναλάβουν δεσμεύσεις ικανές να παραμερίσουν τις αντιρρήσεις τους, οι εν λόγω ΕΑΑ θα πρέπει να μπορούν να εκδίδουν αποφάσεις που καθιστούν υποχρεωτικές και εκτελεστές τις εν λόγω δεσμεύσεις για τις επιχειρήσεις. Κατ’ αρχήν, οι εν λόγω αποφάσεις δέσμευσης δεν ενδείκνυνται στην περίπτωση των μυστικών συμπράξεων, όπου οι ΕΑΑ θα πρέπει να επιβάλλουν πρόστιμο. Οι αποφάσεις δέσμευσης θα πρέπει να διαπιστώνουν ότι δεν συντρέχουν πλέον λόγοι ανάληψης δράσης εκ μέρους των ΕΑΑ, δίχως να αποφαίνονται αν υπήρξε παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ. Οι ΕΑΑ θα πρέπει να έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αποδέχονται ή όχι τις δεσμεύσεις. Οι αποφάσεις δέσμευσης δεν θίγουν την αρμοδιότητα των αρχών ανταγωνισμού και των δικαστηρίων των κρατών μελών να διαπιστώνουν την παράβαση και να αποφασίζουν ως προς μια υπόθεση. Επιπλέον, τα αποτελεσματικά μέσα για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων ή ενώσεων με τις δεσμεύσεις και για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης έχουν αποδειχθεί κατάλληλα για τις αρχές ανταγωνισμού. Στις περιπτώσεις που σημειώνονται ουσιώδεις μεταβολές στα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων βασίζεται η απόφαση, ή η επιχείρηση ή ένωση ενεργεί κατά παράβαση των δεσμεύσεών της, ή η απόφαση δέσμευσης έχει βασιστεί σε ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες των εμπλεκόμενων μερών, οι ΕΑΑ θα πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικά μέσα προκειμένου να ανακινήσουν τη διαδικασία.

(40)  Για την αποτελεσματική και ομοιόμορφη επιβολή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να έχουν την εξουσία να επιβάλλουν αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά πρόστιμα σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων για παραβάσεις του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, είτε απευθείας οι ίδιες στις οικείες διαδικασίες, ιδίως στις διοικητικές, εφόσον οι εν λόγω διαδικασίες επιτρέπουν την άμεση επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών προστίμων, ή να ζητούν την επιβολή προστίμων σε μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες. Αυτό δεν θίγει τις εθνικές νομοθεσίες οι οποίες προβλέπουν την επιβολή κυρώσεων σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων από δικαστήρια σε ποινικές διαδικασίες για την παράβαση των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, όταν η παράβαση συνιστά ποινικό αδίκημα δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας και εφόσον αυτό δεν θίγει την αποτελεσματική και ομοιόμορφη επιβολή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ.

(41)  Για να δοθούν κίνητρα σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων ώστε να συμμορφώνονται με τα μέτρα έρευνας και με τις αποφάσεις των ΕΑΑ, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν αποτελεσματικά πρόστιμα για τη μη συμμόρφωση προς τα μέτρα και τις αποφάσεις των άρθρων 6, 8, 9, 10, 11 και 12, απευθείας, στα πλαίσια των διαδικασιών τους, είτε να ζητούν την επιβολή προστίμων σε μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες. Αυτό δεν θίγει τις εθνικές νομοθεσίες οι οποίες προβλέπουν την επιβολή τέτοιων προστίμων σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων από δικαστήρια σε ποινικές δικαστικές διαδικασίες. ▌

(42)  Σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να επιβάλλονται πρόστιμα στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού ή, ανάλογα με την περίπτωση, σε μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες, εφόσον μια παράβαση έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως ή εξ αμελείας. Οι έννοιες της πρόθεσης και της αμέλειας θα πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και όχι σύμφωνα με τις έννοιες της πρόθεσης και της αμέλειας στις διαδικασίες που διεξάγονται από ποινικές αρχές σχετικά με ποινικές υποθέσεις. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη της εθνικής νομοθεσίας σύμφωνα με την οποία η διαπίστωση της παραβάσεως στηρίζεται στο κριτήριο της αντικειμενικής ευθύνης, υπό την προϋπόθεση ότι συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει ούτε τους εθνικούς κανόνες για τον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης ούτε τις υποχρεώσεις των ΕΑΑ να εξακριβώνουν τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης, εφόσον οι εν λόγω κανόνες και υποχρεώσεις συνάδουν προς τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου. ▌

(43)  Τα πρόστιμα θα πρέπει να καθορίζονται με βάση τον συνολικό παγκόσμιο κύκλο εργασιών των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων.

(44)  Οι περιοδικές χρηματικές ποινές είναι βασικό εργαλείο που δίνει στις ΕΑΑ αποτελεσματικά μέσα για την αντιμετώπιση της συνεχούς και της μελλοντικής μη συμμόρφωσης επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων με τα μέτρα και αποφάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 6, 8, 9, 10, 11 και 12. Δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται στις διαπιστώσεις των παραβάσεων που έχουν διαπραχθεί στο παρελθόν. Η εξουσία επιβολής των ανωτέρω ποινών δεν θίγει την αρμοδιότητα των ΕΑΑ να τιμωρούν τη μη συμμόρφωση με μέτρα του άρθρου 13 παράγραφος 2. Αυτές οι περιοδικές χρηματικές ποινές θα πρέπει να καθορίζονται με βάση τον μέσο ημερήσιο συνολικό παγκόσμιο κύκλο εργασιών των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων.

(45)   Για τους σκοπούς της επιβολής προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών, ο όρος «απόφαση» θα πρέπει να περιλαμβάνει κάθε μέτρο το οποίο παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του αποδέκτη, μεταβάλλοντας σαφώς τη νομική του κατάσταση.

(46)  Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, η έννοια της επιχείρησης, όπως περιέχεται στα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ, θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή οριζόμενη ως οικονομική μονάδα, ακόμη και αν αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι ΕΑΑ θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν την έννοια της επιχείρησης ώστε να καθιστούν μια μητρική εταιρία υπεύθυνη, και να της επιβάλλουν πρόστιμα, για τη συμπεριφορά μίας των θυγατρικών της, όταν η εν λόγω μητρική εταιρία και η θυγατρική της αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα. Προκειμένου να αποτρέπεται η αποφυγή της ευθύνης για την καταβολή προστίμων τα οποία επιβάλλονται για παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ μέσω νομικών ή οργανωτικών αλλαγών, οι ΕΑΑ θα πρέπει να μπορούν να εντοπίζουν τους νόμιμους ή οικονομικούς διαδόχους των υπόλογων επιχειρήσεων και να τους επιβάλλουν πρόστιμα για παράβαση των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(47)  Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ αντικατοπτρίζουν την οικονομική σημασία της παράβασης, οι ΕΑΑ θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη σοβαρότητα της παράβασης. Οι ΕΑΑ θα πρέπει επίσης να μπορούν να καθορίζουν πρόστιμα αναλογικά προς τη διάρκεια της παράβασης. Οι παράγοντες αυτοί θα πρέπει να εκτιμώνται σύμφωνα με τη συναφή νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατά τρόπο που εξασφαλίζει αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Η εκτίμηση της σοβαρότητας θα πρέπει να γίνεται ανάλογα με την παράβαση, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης. Οι παράγοντες που μπορούν να λαμβάνονται υπόψη περιλαμβάνουν τη φύση της παράβασης, το συνολικό μερίδιο αγοράς όλων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, τη γεωγραφική έκταση της παράβασης, το αν η παράνομη συμπεριφορά έχει εκδηλωθεί στην πράξη, την αξία των πωλήσεων των αγαθών και υπηρεσιών της επιχείρησης που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την παράβαση και το μέγεθος και την ισχύ στην αγορά της επιχείρησης. Η ύπαρξη κατ’ επανάληψη παραβάσεων από την ίδια επιχείρηση δείχνει ότι η τελευταία ρέπει προς τέτοιες παραβάσεις και αποτελεί, συνεπώς, πολύ σημαντική ένδειξη ▌ότι η ποινή πρέπει να αυξηθεί, προκειμένου να επιτευχθεί ουσιαστικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι ΕΑΑ θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αυξάνουν το πρόστιμο που επιβάλλεται σε μια επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που συνεχίζει την ίδια, ή διαπράττει παρεμφερή, παράβαση, εφόσον έχει προηγουμένως ληφθεί απόφαση από την Επιτροπή ή από ΕΑΑ δια της οποίας διαπιστώνεται ότι η εν λόγω επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων παραβίασε το άρθρο 101 ή 102 ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με την οδηγία 2014/104/ΕΕ, οι ΕΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνουν υπόψη τυχόν αποζημίωση που καταβάλλεται ως αποτέλεσμα συναινετικού διακανονισμού. Επιπλέον, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι ΕΑΑ θα πρέπει να μπορούν να λαμβάνουν υπόψη την οικονομική βιωσιμότητα της εν λόγω επιχείρησης.

(48)  Η πείρα έχει δείξει ότι οι ενώσεις επιχειρήσεων διαδραματίζουν συχνά ρόλο σε παραβάσεις που σχετίζονται με τον ανταγωνισμό και οι ΕΑΑ θα πρέπει επομένως να μπορούν να τους επιβάλλουν αποτελεσματικά πρόστιμα. Κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης προκειμένου να καθοριστεί το ύψος του προστίμου σε διαδικασίες κατά ενώσεων επιχειρήσεων όταν η παράβαση σχετίζεται με τις δραστηριότητες των μελών τους, θα πρέπει να μπορεί να λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα των πωλήσεων, από τις επιχειρήσεις μέλη της ένωσης, των αγαθών και υπηρεσιών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την παράβαση. Όταν επιβάλλεται πρόστιμο όχι μόνο στην ένωση αλλά και στα μέλη της, ο κύκλος εργασιών των μελών στα οποία επιβάλλεται πρόστιμο δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του προστίμου της ένωσης. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική είσπραξη των προστίμων που επιβάλλονται στις ενώσεις επιχειρήσεων για παραβάσεις τους, είναι ανάγκη να καθορισθούν οι όροι υπό τους οποίους οι ΕΑΑ, σύμφωνα με τη διακριτική ευχέρειά τους, μπορούν να απαιτούν την πληρωμή του προστίμου από τα μέλη της ένωσης όταν η ένωση δεν είναι αξιόχρεη. Στην περίπτωση αυτή, οι ΕΑΑ θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το σχετικό μέγεθος των επιχειρήσεων που ανήκουν στην ένωση και ιδίως την κατάσταση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Η πληρωμή του προστίμου από ένα ή περισσότερα μέλη μιας ένωσης πραγματοποιείται με την επιφύλαξη των εθνικών κανόνων περί ανάκτησης του καταβληθέντος ποσού από άλλα μέλη της ένωσης.

(49)  Το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των προστίμων διαφέρει σημαντικά στην Ευρώπη και σε ορισμένα κράτη μέλη το ανώτατο ύψος του προστίμου που μπορεί να επιβληθεί είναι πολύ χαμηλό. Για να διασφαλιστεί ότι οι ΕΑΑ μπορούν να επιβάλουν αποτρεπτικά πρόστιμα, το ανώτατο πρόστιμο που μπορεί να επιβληθεί για κάθε παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ θα πρέπει να καθορίζεται σε επίπεδο όχι κατώτερο από 10 % του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών της οικείας επιχείρησης. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν υψηλότερο ανώτατο προστίμου που μπορεί να επιβληθεί.

(50)  Τα προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης αποτελούν σημαντικό εργαλείο για τον εντοπισμό μυστικών συμπράξεων και, ως εκ τούτου, συμβάλλουν στην αποτελεσματική δίωξη και κολασμό των σοβαρότερων παραβάσεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη. Οι εν λόγω αποκλίσεις δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου στις παραβάτριες επιχειρήσεις σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να υποβάλλουν αίτηση επιείκειας καθώς και σχετικά με το καθεστώς απαλλαγής τους στο πλαίσιο του αντίστοιχου προγράμματος(-ων) επιεικούς μεταχείρισης. Η εν λόγω ανασφάλεια μπορεί να αποθαρρύνει δυνητικούς αιτούντες επιείκεια από το να υποβάλουν σχετική αίτηση. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να οδηγήσει σε λιγότερο αποτελεσματική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού στην Ένωση, καθώς αποκαλύπτονται λιγότερες μυστικές συμπράξεις.

(51)  Οι αποκλίσεις μεταξύ των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης σε επίπεδο κρατών μελών θέτουν επίσης σε κίνδυνο τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στην εσωτερική αγορά. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου υπέρ των επιχειρήσεων αυτών στην εσωτερική αγορά και να ενισχυθεί η ελκυστικότητα των προγραμμάτων επιεικούς μεταχείρισης σε ολόκληρη την Ένωση με την άμβλυνση αυτών των διαφορών, επιτρέποντας σε όλες τις ΕΑΑ να χορηγούν απαλλαγή από την επιβολή προστίμων και μειώσεις προστίμων και να δέχονται συνοπτικές αιτήσεις υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Στο μέλλον ενδέχεται να χρειαστούν περαιτέρω προσπάθειες από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού σχετικά με την ευθυγράμμιση των προγραμμάτων αυτών.

(52)  Οι ΕΑΑ θα πρέπει να μπορούν να χορηγήσουν στις επιχειρήσεις απαλλαγή από την επιβολή προστίμων, και μειώσεις των εν λόγω προστίμων, αν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Οι ενώσεις επιχειρήσεων που ασκούν οικονομική δραστηριότητα ιδίω ονόματι θα πρέπει να είναι επιλέξιμες για απαλλαγή από την επιβολή προστίμων ή μείωση προστίμων, εάν συμμετέχουν στην εικαζόμενη σύμπραξη ιδίω ονόματι και όχι εξ ονόματος των μελών τους.

(53)  Για να θεωρείται μια σύμπραξη μυστική, δεν απαιτείται όλες τις πτυχές της συμπεριφοράς να είναι μυστικές. Ειδικότερα, μια σύμπραξη μπορεί να θεωρείται μυστική όταν τα στοιχεία, τα οποία δυσχεραίνουν τον εντοπισμό της πλήρους έκτασης της συμπεριφοράς, δεν είναι γνωστά στο κοινό, στους πελάτες ή στους προμηθευτές.

(54)  Για να είναι επιλέξιμος για επιεική μεταχείριση, ο αιτών θα πρέπει να παύσει τη συμμετοχή του στην εικαζόμενη μυστική σύμπραξη, εκτός εάν η ΕΑΑ θεωρεί ότι η συνέχισή της ανάμιξής του είναι ευλόγως αναγκαία για να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της έρευνάς της, φερ’ ειπείν, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι άλλοι εικαζόμενοι συμμετέχοντες στη σύμπραξη δεν ανακαλύπτουν ότι η ΕΑΑ ενημερώθηκε σχετικά με την εικαζόμενη σύμπραξη πριν η ΕΑΑ εκτελέσει ερευνητικά μέτρα, όπως αιφνιδιαστικούς ελέγχους.

(55)  Για να είναι επιλέξιμος για επιεική μεταχείριση, ο αιτών θα πρέπει να συνεργάζεται ειλικρινώς, πλήρως, συνεχώς και ταχέως με την ΕΑΑ. Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο υποβολής αίτησης προς την ΕΑΑ, ο αιτών δεν θα πρέπει να καταστρέφει, να παραποιεί ή να αποκρύπτει αποδεικτικά στοιχεία για την εικαζόμενη μυστική σύμπραξη. Όταν μια επιχείρηση εξετάζει το ενδεχόμενο υποβολής αίτησης, υπάρχει κίνδυνος οι διευθυντές, τα διοικητικά στελέχη και το λοιπό προσωπικό της να καταστρέψουν αποδεικτικά στοιχεία με σκοπό την απόκρυψη της συμμετοχής τους στη σύμπραξη, αλλά αυτό θα μπορούσε επίσης να συμβεί για άλλους λόγους. Ως εκ τούτου, οι EAA θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες κατεστράφησαν τα αποδεικτικά στοιχεία και τη σημασία της καταστροφής αυτής, όταν εξετάζεται αν η καταστροφή θέτει υπό αμφισβήτηση την ειλικρινή συνεργασία του αιτούντος.

(56)  Για την τήρηση της προϋπόθεσης της ειλικρινούς, πλήρους, συνεχούς και ταχείας συνεργασίας, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο υποβολής αίτησης στην ΕΑΑ, ο αιτών δεν θα πρέπει να έχει αποκαλύψει το γεγονός ή ένα στοιχείο της προβλεπόμενης αίτησής του, παρά μόνο σε άλλες ΕΑΑ, στην Επιτροπή ή σε αρχές ανταγωνισμού τρίτων χωρών. Αυτό δεν εμποδίζει τον αιτούντα να αναφέρει τη συμπεριφορά του σε άλλες δημόσιες αρχές, όπως απαιτείται από τη συναφή νομοθεσία, αλλά μόνο τον εμποδίζει να αποκαλύπτει ότι προτίθεται να υποβάλει αίτηση επιεικούς μεταχείρισης και να παραδίδει δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης στις εν λόγω αρχές. Ωστόσο, κατά την εκπλήρωση των εκ του νόμου υποχρεώσεών του, ο αιτών θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη ότι είναι σημαντικό να μην επηρεάζει δυσμενώς τη δυνατότητα έρευνας από την ΕΑΑ.

(57)  Οι αιτούντες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης σε σχέση με πλήρεις ή συνοπτικές αιτήσεις εγγράφως και οι ΕΑΑ θα πρέπει να διαθέτουν επίσης σύστημα παραλαβής αυτών των δηλώσεων προφορικά ή με άλλα μέσα που δεν επιτρέπουν στους αιτούντες να έχουν στην κατοχή ή υπό την επίβλεψη ή τον έλεγχό τους υποβληθείσες δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης. Οι ΕΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να επιλέγουν τον τρόπο παραλαβής των δηλώσεων επιείκειας.

(58)  Πριν οι επιχειρήσεις υποβάλουν επίσημη αίτηση απαλλαγής, θα πρέπει να είναι σε θέση, αρχικά, να υποβάλουν στις ΕΑΑ αίτηση για αριθμό προτεραιότητας για επιεική μεταχείριση, ώστε ο αιτών να έχει χρόνο να συλλέξει τις απαραίτητες πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία ώστε να εκπληρώσει τις ελάχιστες προϋποθέσεις όσον αφορά τα στοιχεία αυτά. Αυτό δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να δώσουν δυνατότητα υποβολής αίτησης για αριθμό προτεραιότητας και σε επιχειρήσεις που επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση για τη μείωση των προστίμων.

(59)  Επιπλέον, προκειμένου να μειωθούν οι διοικητικές και άλλες σημαντικές επιβαρύνσεις όσον αφορά τον χρόνο, οι αιτούντες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν δηλώσεις επιεικείας σε σχέση με πλήρεις ή συνοπτικές αιτήσεις καθώς και αιτήσεις για αριθμό προτεραιότητας είτε στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους της συγκεκριμένης ΕΑΑ ή, εφόσον έχει συμφωνηθεί διμερώς μεταξύ της ΕΑΑ και του αιτούντος, σε άλλη επίσημη γλώσσα της Ένωσης. Η εν λόγω συμφωνία λογίζεται υφισταμένη όταν οι ΕΑΑ συνήθως δέχονται τέτοιες αιτήσεις στη γλώσσα αυτή.

(60)  Με δεδομένη την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των ΕΑΑ όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, είναι εξαιρετικά σημαντικό να υπάρχει ένα εύρυθμο σύστημα συνοπτικών αιτήσεων. Αιτούντες οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση επιεικούς μεταχείρισης στην Επιτροπή όσον αφορά εικαζόμενη μυστική σύμπραξη θα πρέπει να μπορούν να υποβάλλουν σε ΕΑΑ συνοπτικές αιτήσεις σε σχέση με την εν λόγω σύμπραξη, εφόσον η αίτηση προς την Επιτροπή καλύπτει περισσότερα από τρία κράτη μέλη ως θιγόμενες περιοχές. Αυτό δεν αναιρεί την δυνατότητα της Επιτροπής να ασχολείται με υποθέσεις συνδεόμενες στενά με άλλες ενωσιακές διατάξεις που ενδέχεται να εφαρμόζονται αποκλειστικά ή αποτελεσματικότερα από την Επιτροπή, εφόσον το συμφέρον της Ένωσης επιβάλλει την έκδοση απόφασης της Επιτροπής για την ανάπτυξη πολιτικής ανταγωνισμού της Ένωσης, όταν ανακύπτει νέο ζήτημα ανταγωνισμού ή για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής επιβολής.

(61)  Το σύστημα συνοπτικών αιτήσεων θα πρέπει να επιτρέπει στις επιχειρήσεις να υποβάλλουν αίτηση επιεικούς μεταχείρισης στις ΕΑΑ βάσει περιορισμένων πληροφοριών, όταν έχει υποβληθεί πλήρης αίτηση στην Επιτροπή για μια τέτοια εικαζόμενη σύμπραξη. Ως εκ τούτου, οι ΕΑΑ θα πρέπει να κάνουν δεκτές συνοπτικές αιτήσεις οι οποίες περιέχουν ένα ελάχιστο σύνολο πληροφοριών όσον αφορά την εικαζόμενη σύμπραξη για κάθε ένα από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 2. Αυτό δεν εμποδίζει τον αιτούντα να παράσχει αναλυτικότερες πληροφορίες αργότερα. Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος, οι ΕΑΑ θα πρέπει να του παρέχουν βεβαίωση παραλαβής με αναφορά της ημερομηνίας και ώρας παραλαβής. Εάν η ΕΑΑ δεν έχει παραλάβει μια τέτοια προηγούμενη αίτηση επιεικούς μεταχείρισης από έναν άλλο αιτούντα επιεική μεταχείριση για την ίδια εικαζόμενη μυστική σύμπραξη και θεωρεί ότι η συνοπτική αίτηση πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 22 παράγραφος 2, η ΕΑΑ θα πρέπει να ενημερώνει σχετικώς τον αιτούντα.

(62)  Ο σκοπός του συστήματος συνοπτικών αιτήσεων είναι να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος για τους αιτούντες που υποβάλλουν αίτηση επιεικούς μεταχείρισης στην Επιτροπή όσον αφορά εικαζόμενη μυστική σύμπραξη που θίγει περισσότερα από τρία κράτη μέλη. Δεδομένου ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η Επιτροπή παραλαμβάνει πλήρη αίτηση, θα πρέπει να είναι ο βασικός συνομιλητής του αιτούντος επιεική μεταχείριση, ιδίως όσον αφορά την παροχή οδηγιών σχετικά με την άσκηση κάθε περαιτέρω εσωτερικής έρευνας από τον αιτούντα, κατά την περίοδο πριν διευκρινιστεί αν η Επιτροπή θα δώσει συνέχεια στην υπόθεση εν όλω ή εν μέρει. Η Επιτροπή πρέπει να προσπαθεί να αποφανθεί σχετικά με το θέμα εντός εύλογης προθεσμίας και ενημερώνει τις ΕΑΑ, με την επιφύλαξη του άρθρου 11 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν είναι απολύτως απαραίτητο για την οριοθέτηση ή την κατανομή των υποθέσεων, η ΕΑΑ θα πρέπει να μπορεί να ζητήσει από τον αιτούντα να υποβάλει πλήρη αίτηση ήδη πριν υπάρξει τέτοια σαφήνεια. Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να χρησιμοποιείται πολύ σπάνια. Σε άλλες περιπτώσεις, ο αιτών θα πρέπει να κληθεί να υποβάλει πλήρη αίτηση σε ΕΑΑ η οποία έχει παραλάβει συνοπτική αίτηση, εφόσον είναι σαφές ότι η Επιτροπή δεν προτίθεται να δώσει συνέχεια στην υπόθεση εν όλω ή εν μέρει.

(63)  Οι υποψήφιοι θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να υποβάλλουν πλήρεις αιτήσεις επιείκειας στις ΕΑΑ στις οποίες έχουν υποβάλει συνοπτικές αιτήσεις. Εάν οι αιτούντες υποβάλλουν πλήρεις αιτήσεις εντός της προθεσμίας που ορίζεται από την ΕΑΑ, οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτές θα πρέπει να λογίζονται υποβληθείσες την ημερομηνία και ώρα υποβολής της συνοπτικής αίτησης, εφόσον αυτή καλύπτει το ίδιο ή τα ίδια θιγόμενα προϊόντα και την ίδια ή τις ίδιες θιγόμενες περιοχές καθώς και την ίδια διάρκεια της εικαζόμενης σύμπραξης με την αίτηση επιεικούς μεταχείρισης που υποβλήθηκε στην Επιτροπή, η οποία ενδέχεται να έχει επικαιροποιηθεί. Θα πρέπει να εναπόκειται στους αιτούντες να ενημερώνουν τις ΕΑΑ στις οποίες έχουν υποβάλει συνοπτικές αιτήσεις σε περίπτωση μεταβολής του πεδίου της αίτησης επιεικούς μεταχείρισής τους που έχουν υποβάλει στην Επιτροπή, και, κατά συνέπεια, να επικαιροποιούν τις συνοπτικές αιτήσεις. Οι ΕΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν αν το πεδίο της συνοπτικής αίτησης αντιστοιχεί στο πεδίο της αίτησης επιεικούς μεταχείρισης που υποβλήθηκε στην Επιτροπή μέσω συνεργασίας στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού.

(64)  Η νομική αβεβαιότητα αν πρώην και νυν διευθυντές, διοικητικά στελέχη και λοιπά μέλη του προσωπικού των αιτούντων απαλλαγή προστατεύονται από ατομικές κυρώσεις, όπως πρόστιμα, έκπτωση ή φυλάκιση, μπορεί να αποτρέψει εν δυνάμει αιτούντες από την υποβολή αίτησης επιεικούς μεταχείρισης. Επειδή συμβάλλουν στον εντοπισμό και διερεύνηση μυστικών συμπράξεων, τα εν λόγω πρόσωπα θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να προστατεύονται από κυρώσεις που επιβάλλονται από δημόσιες αρχές σε ποινικές, διοικητικές και μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες όσον αφορά τη συμμετοχή τους στη μυστική σύμπραξη που καλύπτεται από την αίτηση βάσει της εθνικής νομοθεσίας η οποία επιδιώκει κατά κύριο λόγο τους ίδιους στόχους με εκείνους που επιδιώκει το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, όπως της εθνικής νομοθεσίας περί νόθευσης διαγωνισμών, εφόσον πληρούν τους όρους της παρούσας οδηγίας. Ένας εκ των όρων αυτών είναι ότι η αίτηση απαλλαγής θα πρέπει να προηγείται της χρονικής στιγμής κατά την οποία τα εν λόγω πρόσωπα ενημερώθηκαν από τις αρμόδιες εθνικές αρχές για τις διαδικασίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην επιβολή κυρώσεων. Οι διαδικασίες αυτές περιλαμβάνουν τη στιγμή κατά την οποία γεννάται η υποψία της παράβασης της εν λόγω εθνικής νομοθεσίας από τα πρόσωπα αυτά.

Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να προβλέπουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της προστασίας αυτής. Η προστασία από ποινικές κυρώσεις περιλαμβάνει την περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν ασκούν δίωξη υπό ορισμένες προϋποθέσεις ή οδηγίες ως προς τη μελλοντική συμπεριφορά του προσώπου.

(65)  Κατά παρέκκλιση, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η προστασία από κυρώσεις που επιβάλλονται σε πρόσωπα σε ποινικές διαδικασίες είναι σύμφωνη με τις ισχύουσες βασικές αρχές της έννομης τάξης τους, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιλέγουν μεταξύ της προστασίας ενός προσώπου από κυρώσεις ή του απλού μετριασμού των κυρώσεων ανάλογα με το αν είναι πιο συμφέρουσα η δίωξη και/ή επιβολή κυρώσεων σε συνάρτηση με την συμβολή τους στον εντοπισμό και τη διερεύνηση της σύμπραξης. Κατά την εκτίμηση αν συμφέρει η δίωξη και/ή η επιβολή κυρώσεων στα εν λόγω πρόσωπα, μπορεί μεταξύ άλλων να λαμβάνεται υπόψη η προσωπική τους ευθύνη ή η συμβολή τους στην παράβαση.

(66)  Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν προστασία από κυρώσεις ή μετριασμό των κυρώσεων και σε νυν ή πρώην διευθυντές, διοικητικά στελέχη και λοιπά μέλη του προσωπικού των αιτούντων μείωση προστίμων.

(67)  Για να λειτουργήσει η προστασία σε καταστάσεις στις οποίες εμπλέκονται περισσότερες από μία δικαιοδοσίες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν ότι, όταν η αρμόδια για την επιβολή κυρώσεων ή διωκτική αρχή βρίσκεται σε διαφορετική δικαιοδοσία από τη δικαιοδοσία της επιληφθείσας αρχής ανταγωνισμού, οι απαραίτητες επαφές μεταξύ τους θα πρέπει να διασφαλίζονται από την εθνική αρχή ανταγωνισμού της δικαιοδοσίας της αρμόδιας για την επιβολή κυρώσεων ή διωκτικής αρχής.

(68)  Σε ένα σύστημα παράλληλων εξουσιών ΕΕΑ-Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, απαιτείται στενή συνεργασία μεταξύ των ΕΑΑ και μεταξύ των ΕΑΑ και της Επιτροπής. Ειδικότερα, όταν μια ΕΑΑ διενεργεί έλεγχο ή συνέντευξη βάσει της εθνικής νομοθεσίας επ’ ονόματι άλλης ΕΑΑ, δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, θα πρέπει να καθίσταται δυνατή η παρουσία και η συνδρομή των υπαλλήλων της αιτούσας αρχής, ώστε να αυξάνεται η αποτελεσματικότητα αυτών των ελέγχων και συνεντεύξεων με την παροχή πρόσθετων πόρων, γνώσεων και τεχνογνωσίας. Οι ΕΑΑ θα πρέπει, επίσης, να έχουν την εξουσία να ζητούν από άλλες ΕΑΑ συνδρομή στη διαδικασία της διαπίστωσης αν οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις επιχειρήσεων δεν συμμορφώθηκαν με ερευνητικά μέτρα και αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αιτούσες ΕΑΑ.

(69)  Θα πρέπει να θεσπιστούν ρυθμίσεις ώστε να μπορούν οι ΕΑΑ να ζητούν αμοιβαία συνδρομή για την κοινοποίηση εγγράφων που σχετίζονται με την διασυνοριακή εφαρμογή του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ στα μέρη της διαδικασίας ή σε άλλες επιχειρήσεις, ενώσεις επιχειρήσεων ή φυσικά πρόσωπα που μπορεί να είναι οι αποδέκτες αυτών των κοινοποιήσεων. Ομοίως, οι ΕΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητούν την εκτέλεση των αποφάσεων επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών από αρχές άλλων κρατών μελών, όταν η αιτούσα αρχή έχει ευλόγως διαπιστώσει εξακριβώσει ότι η επιχείρηση έναντι της οποίας είναι εκτελεστό το πρόστιμο ή η περιοδική χρηματική ποινή δεν διαθέτει επαρκείς πόρους στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να προβλέπουν ότι, συγκεκριμένα, όταν η επιχείρηση έναντι της οποίας είναι εκτελεστό το πρόστιμο ή η περιοδική χρηματική ποινή δεν είναι εγκατεστημένη στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής, η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση μπορεί να εκτελέσει αυτές τις αποφάσεις που εκδίδει η αιτούσα αρχή, κατόπιν αιτήματος αυτής. Αυτό θα διασφαλίσει την αποτελεσματική επιβολή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και θα συμβάλει στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Για να εξασφαλιστεί ότι οι ΕΑΑ αφιερώνουν επαρκείς πόρους στις αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής και προκειμένου να δοθούν κίνητρα για την παροχή της συνδρομής, οι αρχές στις οποίες υποβάλλονται οι αιτήσεις θα πρέπει να μπορούν να ανακτούν το κόστος συνδρομής. Η αμοιβαία συνδρομή δεν θίγει την εφαρμογή της απόφασης πλαισίου 2005/214/ΔΕΥ του Συμβουλίου(4).

(70)  Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ από τις ΕΑΑ, πρέπει να προβλεφθούν οι εφαρμοστέοι κανόνες περί ▌ παραγραφής. Ειδικότερα, σε ένα σύστημα παράλληλων εξουσιών, οι εθνικές προθεσμίες παραγραφής θα πρέπει να αναστέλλονται ή να διακόπτονται κατά τη διάρκεια διαδικασιών ενώπιον ΕΑΑ άλλου κράτους μέλους ή της Επιτροπής. Η εν λόγω αναστολή ή διακοπή δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν απόλυτες προθεσμίες παραγραφής, εφόσον η διάρκεια αυτών δεν καθιστά πρακτικώς αδύνατη, ούτε δυσχεραίνει υπερβολικά, την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ.

(71)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική και ουσιαστική αντιμετώπιση των υποθέσεων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού, στα κράτη μέλη στα οποία τόσο μια εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού όσο και μια εθνική δικαστική αρχή ανταγωνισμού έχουν χαρακτηριστεί ΕΑΑ για τον σκοπό της εφαρμογής των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 16 της παρούσας οδηγίας, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να είναι σε θέση να προσφεύγουν απευθείας ενώπιον της εθνικής δικαστικής αρχής ανταγωνισμού. Επίσης, όταν τα εθνικά δικαστήρια επιλαμβάνονται προσφυγών κατά αποφάσεων των ΕΑΑ για την εφαρμογή του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει αυτοτελώς να έχουν πλήρες δικαίωμα να συμμετέχουν, ως ενάγουσες, εναγόμενες ή αντίδικοι, στις εν λόγω διαδικασίες και να απολαύουν των ίδιων δικαιωμάτων με τους δημόσιους διαδίκους στις εν λόγω διαδικασίες.

(72)  Ο κίνδυνος δημοσιοποίησης αυτοενοχοποιητικού υλικού εκτός του πλαισίου της έρευνας για τους σκοπούς της οποίας προσκομίζεται μπορεί να αποθαρρύνει δυνητικούς αιτούντες επιεική μεταχείριση να συνεργαστούν με τις αρχές ανταγωνισμού. Ως αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως της μορφής στην οποία υποβάλλονται οι δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης, οι πληροφορίες που προέρχονται από την πρόσβαση σε φακέλους δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον όπου είναι αναγκαίο για την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης σε διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων των κρατών μελών σε ορισμένες πολύ περιορισμένες υποθέσεις που συνδέονται άμεσα με την υπόθεση στην οποία έχει χορηγηθεί πρόσβαση. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις αρχές ανταγωνισμού να δημοσιεύουν τις αποφάσεις τους σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο.

(73)  Τα αποδεικτικά στοιχεία αποτελούν σημαντικό στοιχείο κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και οι ΕΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να τα εξετάζουν ανεξαρτήτως αν είναι σε γραπτή, προφορική, ηλεκτρονική ή καταγεγραμμένη μορφή ▌. Θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα να ληφθούν υπόψιν οι κρυφές καταγραφές από νομικά ή φυσικά πρόσωπα που δεν είναι δημόσιες αρχές, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποτελούν τη μοναδική πηγή αποδεικτικών στοιχείων. Αυτό θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη του δικαιώματος ακρόασης και του παραδεκτού των καταγραφών που πραγματοποιούνται ή λαμβάνονται από τις δημόσιες αρχές. Ομοίως, οι ΕΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να θεωρούν τα ηλεκτρονικά μηνύματα ως αποδεικτικά στοιχεία, ανεξαρτήτως εάν τα εν λόγω μηνύματα φαίνεται ότι δεν έχουν αναγνωσθεί ή έχουν διαγραφεί.

(74)  Η διασφάλιση ότι οι ΕΑΑ διαθέτουν τις εξουσίες που χρειάζονται ώστε να μπορούν να επιβάλλουν το νόμο πιο αποτελεσματικά αυξάνει την ανάγκη στενής συνεργασίας και αποτελεσματικής πολυμερούς και διμερούς επικοινωνίας στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει την ανάπτυξη ήπιων μέτρων για να διευκολυνθεί και να υποστηριχθεί η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

(75)  Για να υποστηριχθεί η στενή συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να αναλάβει τη διατήρηση, ανάπτυξη, φιλοξενία, λειτουργία και υποστήριξη ενός κεντρικού πληροφοριακού συστήματος (σύστημα του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού) σύμφωνα με τα σχετικά πρότυπα εμπιστευτικότητας, προστασίας και ασφάλειας των δεδομένων. Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού βασίζεται στη διαλειτουργικότητα για την ουσιαστική και αποτελεσματική λειτουργία του. Ο γενικός προϋπολογισμός της Ένωσης θα πρέπει να επωμιστεί το κόστος διατήρησης, ανάπτυξης, φιλοξενίας, λειτουργίας και υποστήριξης των χρηστών του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού, καθώς και τις λοιπές διοικητικές δαπάνες λειτουργίας του, και ειδικά τις δαπάνες διοργάνωσης των συναντήσεων. Έως το 2020, οι δαπάνες του συστήματος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού προβλέπεται να καλυφθούν από το πρόγραμμα σχετικά με λύσεις και κοινά πλαίσια διαλειτουργικότητας για τις ευρωπαϊκές δημόσιες διοικήσεις, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες (πρόγραμμα ISA2), που θέσπισε η απόφαση (ΕΕ) 2015/2240 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(5) με την επιφύλαξη των διαθέσιμων πόρων και των κριτηρίων επιλεξιμότητας και ιεράρχησης του προγράμματος.

(76)  Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, συγκεκριμένα να διασφαλιστεί ότι οι ΕΑΑ διαθέτουν τις αναγκαίες εγγυήσεις ανεξαρτησίας, τους πόρους, καθώς και εξουσίες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού παράλληλα με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ και να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς μόνον από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της απαιτούμενης αποτελεσματικότητας και συνέπειας στην εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, κυρίως λόγω του γεωγραφικού εύρους της οδηγίας, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.

(77)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011(6), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα μέρη των νομικών πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων θεωρείται δικαιολογημένη.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.  Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ορισμένους κανόνες με στόχο να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν τις αναγκαίες εγγυήσεις ανεξαρτησίας, πόρους και εξουσίες επιβολής της νομοθεσίας και προστίμων για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, ώστε να μην υφίστανται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά και να μην περιέρχονται οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές σε μειονεκτική θέση ως αποτέλεσμα εθνικών διατάξεων και μέτρων που εμποδίζουν τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να επιβάλλουν αποτελεσματικά την εφαρμογή των κανόνων.

2.  Η παρούσα οδηγία καλύπτει την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και την παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού στην ίδια υπόθεση. Όσον αφορά το άρθρο 31 παράγραφοι 3 και 4 της παρούσας οδηγίας, η παρούσα οδηγία καλύπτει επίσης την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού σε μεμονωμένη βάση.

3.  Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ορισμένους κανόνες αμοιβαίας συνδρομής, προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και του συστήματος στενής συνεργασίας στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1.  Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)  «εθνική αρχή ανταγωνισμού»: αρχή που έχει οριστεί από κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 ως αρμόδια για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν μία ή περισσότερες διοικητικές αρχές ανταγωνισμού(εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού), καθώς και δικαστικές αρχές (εθνική δικαστική αρχή ανταγωνισμού·

2)  «εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού»: διοικητική αρχή που ορίζεται από κράτος μέλος για να εκτελεί όλα ή ορισμένα από τα καθήκοντα μιας εθνικής αρχής ανταγωνισμού·

3)  «εθνική δικαστική αρχή ανταγωνισμού»: δικαστική αρχή που ορίζεται από κράτος μέλος για να εκτελεί ορισμένα από τα καθήκοντα μιας εθνικής αρχής ανταγωνισμού·

4)  «αρχή ανταγωνισμού»: εθνική αρχή ανταγωνισμού ▌, η Επιτροπή ή αμφότερες, ανάλογα με την περίπτωση ·

5)  «Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού»: το δίκτυο δημόσιων αρχών που αποτελείται από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και την Επιτροπή με σκοπό να αποτελέσει δημόσιο χώρο συζήτησης και συνεργασίας για την εφαρμογή και επιβολή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ·

6)  «εθνική νομοθεσία περί ανταγωνισμού ▌»: οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας οι οποίες επιδιώκουν κατά κύριο λόγο τους ίδιους στόχους με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ και οι οποίες εφαρμόζονται στην ίδια υπόθεση και παράλληλα με την ενωσιακή νομοθεσία περί ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 καθώς και οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που κατά κύριο λόγο έχουν τον ίδιο στόχο με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ και εφαρμόζονται σε μεμονωμένη βάση όσον αφορά το άρθρο 31 παράγραφοι 3 και 4 της παρούσας οδηγίας, με εξαίρεση των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε φυσικά πρόσωπα·

7)  «εθνικό δικαστήριο»: δικαστήριο ή δικαιοδοτικό όργανο κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ·

8)  «αναθεωρητικό δικαστήριο»: εθνικό δικαστήριο που έχει την αρμοδιότητα να αναθεωρεί, μέσω τακτικών ένδικων μέσων, αποφάσεις εθνικής αρχής ανταγωνισμού ή δικαστικές αποφάσεις που αποφαίνονται επ’ αυτών των αποφάσεων, ασχέτως αν αυτό το ίδιο το δικαστήριο έχει την αρμοδιότητα διαπίστωσης παραβάσεων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·

9)  «διαδικασία εφαρμογής»: διαδικασία ενώπιον αρχής ανταγωνισμού για την εφαρμογή του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, η οποία διαρκεί έως ότου η εν λόγω αρχή περατώσει την εν λόγω διαδικασία λαμβάνοντας απόφαση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10, 12 ή 13 της παρούσας οδηγίας στην περίπτωση μιας εθνικής αρχής ανταγωνισμού, ή λαμβάνοντας απόφαση αναφερομένη στα άρθρα 7, 9 ή 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 στην περίπτωση της Επιτροπής, ή ενόσω η αρχή ανταγωνισμού δεν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω ενέργειες εκ μέρους της·

10)  «επιχείρηση»: κατά την έννοια των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, οποιαδήποτε οντότητα ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος της και του τρόπου με τον οποίο χρηματοδοτείται ▌·

11)  «σύμπραξη (καρτέλ)»: συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανταγωνιστών που αποσκοπεί στον συντονισμό της ανταγωνιστικής τους συμπεριφοράς στην αγορά ή στον επηρεασμό των σημαντικών παραμέτρων του ανταγωνισμού μέσω πρακτικών όπως είναι μεταξύ άλλων ο καθορισμός ή ο συντονισμός των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, μεταξύ άλλων σε σχέση με τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, η παροχή ποσοστώσεων παραγωγής ή πωλήσεων, η κατανομή των αγορών και πελατών, περιλαμβανομένης της νόθευσης διαγωνισμών, οι περιορισμοί των εισαγωγών ή εξαγωγών ▌ ή ενέργειες αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος άλλων ανταγωνιστών·

12)  «μυστική σύμπραξη»: σύμπραξη, η ύπαρξη της οποίας αποκρύπτεται εν όλω ή εν μέρει·

13)  «απαλλαγή από την επιβολή προστίμων»: εξαίρεση από την επιβολή προστίμου, το οποίο θα επιβαλλόταν άλλως σε επιχείρηση για τη συμμετοχή της σε μυστική σύμπραξη, ώστε να επιβραβευθεί για τη συνεργασία της με αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης·

14)  «μείωση προστίμων»: μείωση του ποσού του προστίμου το οποίο θα επιβαλλόταν άλλως σε μια επιχείρηση για τη συμμετοχή της σε μυστική σύμπραξη, ώστε να επιβραβευθεί για τη συνεργασία της με αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης·

15)  «επιεικής μεταχείριση»: αφενός η απαλλαγή από την επιβολή προστίμων και αφετέρου η μείωση των προστίμων·

16)  «πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης»: πρόγραμμα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ ή αντίστοιχης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, βάσει του οποίου ένας συμμετέχων σε μυστική σύμπραξη, ανεξάρτητα από τις άλλες επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη σύμπραξη, συνεργάζεται στο πλαίσιο της έρευνας της αρχής ανταγωνισμού, παρέχοντας αυτοβούλως στοιχεία όσον αφορά τη σύμπραξη και τον ρόλο του σε αυτή, έναντι των οποίων ο συμμετέχων εξασφαλίζει, με απόφαση ή με διακοπή της διαδικασίας, απαλλαγή από την επιβολή προστίμων για τη συμμετοχή του στη σύμπραξη ή μείωση των εν λόγω προστίμων·

17)  «δήλωση επιεικούς μεταχείρισης»: η προφορική ή γραπτή αναφορά που υποβάλλεται αυτοβούλως από επιχείρηση ή φυσικό πρόσωπο, ή για λογαριασμό τους, σε αρχή ανταγωνισμού, ή αντίγραφό της, στην οποία περιγράφονται τα στοιχεία που γνωρίζουν για τη ▌σύμπραξη η επιχείρηση ή το φυσικό πρόσωπο και ο ρόλος τους σε αυτή, και η οποία καταρτίστηκε ειδικά με σκοπό την υποβολή της στην αρχή ανταγωνισμού, προκειμένου να εξασφαλισθεί απαλλαγή από την επιβολή προστίμων ή μείωσή τους κατ’ εφαρμογή προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης, με εξαίρεση ▌αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη διαδικασία επιβολής, ασχέτως αν οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνονται στον φάκελο αρχής ανταγωνισμού, είναι δηλαδή προϋπάρχουσες πληροφορίες·

18)  «υπόμνημα για διακανονισμό»: η αναφορά που υποβάλλεται αυτοβούλως από επιχείρηση, ή για λογαριασμό της, σε αρχή ανταγωνισμού, στην οποία η εν λόγω επιχείρηση παραδέχεται ή δεν αμφισβητεί τη συμμετοχή της σε παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ ή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και την ευθύνη της για την εν λόγω παράβαση, και η οποία καταρτίστηκε ειδικά με σκοπό να μπορέσει η αρχή ανταγωνισμού να εφαρμόσει απλουστευμένη ή ταχεία διαδικασία·

19)  «αιτών»: επιχείρηση που υποβάλλει αίτηση για απαλλαγή ή μείωση των προστίμων στο πλαίσιο προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης·

20)  «αιτούσα αρχή»: εθνική αρχή ανταγωνισμού η οποία υποβάλλει αίτηση αμοιβαίας συνδρομής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 24, 25, 26, 27 ή 28;

21)  «αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση»: εθνική αρχή ανταγωνισμού η οποία λαμβάνει αίτηση αμοιβαίας συνδρομής και, στην περίπτωση αίτησης αμοιβαίας συνδρομής που αναφέρεται στο άρθρο 25, 26, 27 ή 28, ενδεχομένως η αρμόδια δημόσια υπηρεσία, αρχή ή τμήμα που έχει την κύρια αρμοδιότητα για την επιβολή αυτών των αποφάσεων βάσει των εθνικών διατάξεων, κανονισμών και διοικητικών πρακτικών.

22)  «τελεσίδικη απόφαση»: απόφαση η οποία δεν μπορεί ή δεν μπορεί πλέον να υπόκειται σε τακτικό ένδικο μέσο.

2.  Όλες οι αναφορές στην εφαρμογή ή τις παραβάσεις, των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ στην παρούσα οδηγία θεωρείται ότι περιλαμβάνουν την παράλληλη εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας ▌περί ανταγωνισμού στην ίδια υπόθεση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Άρθρο 3

Διασφαλίσεις

1.  Η διαδικασία σχετικά με τις παραβάσεις του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης των εξουσιών που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, συνάδει με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπόκειται στις κατάλληλες διασφαλίσεις όσον αφορά τα δικαιώματα υπεράσπισης των επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων του δικαιώματος ακρόασης και του αποτελεσματικού δικαιώματος άσκησης προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου.

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαδικασίες εκτέλεσης των εθνικών αρχών ανταγωνισμού διεξάγονται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, πριν από τη λήψη απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 10 της παρούσας οδηγίας, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού εκδίδουν κοινοποίηση των αιτιάσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΡΟΙ

Άρθρο 4

Ανεξαρτησία

1.  Προκειμένου να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές αυτές εκτελούν τα καθήκοντα και ασκούν τις εξουσίες τους με αμεροληψία και προς το συμφέρον της αποτελεσματικής και ομοιόμορφης εφαρμογής των άρθρων αυτών, υποκείμενες σε αναλογικές απαιτήσεις λογοδοσίας και σε στενή συνεργασίας μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού.

2.  Ειδικότερα, τα κράτη μέλη κατ’ ελάχιστον διασφαλίζουν ότι το προσωπικό και άτομα που λαμβάνουν αποφάσεις κατά την άσκηση των εξουσιών των άρθρων 10 έως 13 και του άρθρου 16 της παρούσας οδηγίας στις εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού:

α)  είναι σε θέση να εκτελούν τα καθήκοντα και να ασκούν τις εξουσίες τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ ανεξάρτητα από πολιτικές και άλλες εξωτερικές παρεμβάσεις·

β)  δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν εντολές από ▌κρατικό ή οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και την άσκηση των εξουσιών τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, με την επιφύλαξη του δικαιώματος κυβέρνησης κράτους μέλους, κατά περίπτωση, να εγκρίνει γενικούς κανόνες πολιτικής που δεν συνδέονται με τομεακές έρευνες ή συγκεκριμένες διαδικασίες εκτέλεσης · και

γ)  απέχουν από κάθε πράξη ασυμβίβαστη με την εκτέλεση των καθηκόντων και/ή με την άσκηση των εξουσιών τους για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και υπόκεινται στις διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι, για εύλογο χρονικό διάστημα μετά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, δεν ασχολούνται με διαδικασίες εκτέλεσης που θα μπορούσαν να προκαλέσουν συγκρούσεις συμφερόντων·

3.  Τα πρόσωπα που λαμβάνουν αποφάσεις ασκώντας τις εξουσίες των άρθρων 10 έως 13 και του άρθρου 16 της παρούσας οδηγίας σε εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού δεν παύονται από τις εν λόγω αρχές για λόγους που συνδέονται με την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους ή την ορθή άσκηση των εξουσιών τους κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας. Μπορούν να παυθούν μόνον αν δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις εκτέλεσης των καθηκόντων ή αν κριθούν ένοχοι σοβαρής παράβασης καθήκοντος βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Οι προϋποθέσεις εκτέλεσης των καθηκόντων τους και η έννοια της σοβαρής παράβασης καθήκοντος ορίζονται εκ των προτέρων στην εθνική νομοθεσία, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης διασφάλισης της αποτελεσματικής επιβολής.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού επιλέγονται, προσλαμβάνονται ή διορίζονται με σαφείς και διαφανείς διαδικασίες προβλεπόμενες στην εθνική νομοθεσία.

5.   Οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού έχουν την εξουσία να καθορίζουν τις προτεραιότητές τους για την εκτέλεση των καθηκόντων για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας. Εφόσον οι αρχές αυτές υποχρεούνται να εξετάζουν επίσημες καταγγελίες ▌, έχουν και την εξουσία να τις απορρίπτουν όταν δεν τις θεωρούν προτεραιότητα για το σκοπό της επιβολής. Τούτο δεν εμποδίζει τις εθνικές διοικητικές αρχές να απορρίπτουν καταγγελίες και για άλλους λόγους προβλεπόμενους στην εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 5

Πόροι

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τουλάχιστον ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν επαρκές ειδικευμένο προσωπικό και οικονομικούς, τεχνικούς και τεχνολογικούς πόρους, αναγκαίους για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων και την αποτελεσματική άσκηση των εξουσιών τους κατά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν, τουλάχιστον, να διενεργούν έρευνες προς εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, να εκδίδουν αποφάσεις προς εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 και να συνεργάζονται στενά με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού, για την αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Στο βαθμό που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν επίσης να συμβουλεύουν, κατά περίπτωση, τις δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς για νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα που μπορούν να έχουν αντίκτυπο στον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά, καθώς και να προάγουν την ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ.

3.  Με την επιφύλαξη των εθνικών δημοσιονομικών κανόνων και διαδικασιών, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν ανεξαρτησία ως προς τον τρόπο διάθεσης του χορηγούμενου προϋπολογισμού τους για τους σκοπούς εκπλήρωσης των κατά το άρθρο 2 καθηκόντων τους.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού υποβάλλουν περιοδικές εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητες και τους πόρους τους σε κρατικό ή κοινοβουλευτικό όργανο. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω εκθέσεις περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τους διορισμούς και τις παύσεις μελών του οργάνου λήψης αποφάσεων, το ύψος των πόρων που διατέθηκαν το συγκεκριμένο έτος και τυχόν μεταβολές τους σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη. Οι εκθέσεις αυτές διατίθενται στο κοινό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΕΞΟΥΣΙΕΣ

Άρθρο 6

Εξουσία διενέργειας ελέγχων σε χώρους επιχειρήσεων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να διενεργούν όλους τους αναγκαίους αιφνιδιαστικούς ελέγχους σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί ή οριστεί από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού για τη διενέργεια τέτοιων ελέγχων έχουν κατ’ ελάχιστο την εξουσία:

α)  να εισέρχονται σε κάθε χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων·

β)  να ελέγχουν τα βιβλία, καθώς και άλλα αρχεία που σχετίζονται με την επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του μέσου αποθήκευσής τους και έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες στις οποίες έχει πρόσβαση η υπό έλεγχο οντότητα·

γ)  να λαμβάνουν ή να αποκτούν υπό οποιαδήποτε μορφή αντίγραφο ή απόσπασμα των εν λόγω βιβλίων ή αρχείων και, όταν το κρίνουν σκόπιμο, να συνεχίζουν την έρευνα πληροφοριών και να επιλέγουν αντίγραφα ή αποσπάσματα στους χώρους των εθνικών αρχών ανταγωνισμού ή αλλού ·

δ)  να σφραγίζουν οποιονδήποτε επαγγελματικό χώρο και βιβλία ή αρχεία κατά την περίοδο και στον βαθμό που απαιτούνται για τον έλεγχο·

ε)  να ζητούν από οποιονδήποτε εκπρόσωπο ή μέλος του προσωπικού της επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων εξηγήσεις για τα πραγματικά περιστατικά ή τα έγγραφα που συνδέονται με το αντικείμενο και τον σκοπό του ελέγχου και να καταγράφουν την απάντηση.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων υποχρεούνται να υποβάλλονται στους ελέγχους κατά την παράγραφο 1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι, όταν μια επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων αντιτίθεται σε έλεγχο διαταχθέντα από εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού και/ή για τον οποίο έχει χορηγηθεί άδεια από εθνική δικαστική αρχή, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να προσφεύγουν στην αναγκαία συνδρομή της αστυνομίας ή ισοδύναμης αρχής επιβολής του νόμου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διενέργεια του ελέγχου. Η εν λόγω συνδρομή μπορεί επίσης να ληφθεί ως προληπτικό μέτρο.

3.  Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της εθνικής νομοθεσίας όσον αφορά την προηγούμενη άδεια των εν λόγω ελέγχων από την εθνική δικαστική αρχή.

Άρθρο 7

Εξουσία ελέγχου άλλων χώρων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, εφόσον υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι βιβλία ή άλλα αρχεία που συνδέονται με την επιχειρηματική δραστηριότητα και το αντικείμενο του ελέγχου τα οποία ενδέχεται να είναι σημαντικά για την απόδειξη παράβασης του άρθρου 101 ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ φυλάσσονται σε χώρους, σε γήπεδα ή σε μεταφορικά μέσα εκτός εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των κατοικιών των διευθυντών, διοικητικών στελεχών και λοιπών μελών του προσωπικού των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να διενεργούν αιφνιδιαστικούς ελέγχους στους εν λόγω χώρους, γήπεδα και μεταφορικά μέσα.

2.  Οι εν λόγω έλεγχοι δεν διενεργούνται χωρίς προηγούμενη έγκριση εθνικής δικαστικής αρχής.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί ή οριστεί από την εθνική αρχή ανταγωνισμού για τη διενέργεια ελέγχου σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου διαθέτουν τουλάχιστον τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) και στο άρθρο 6 παράγραφος 2.

Άρθρο 8

Αιτήματα παροχής πληροφοριών

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού δύνανται ▌να απαιτούν από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ εντός δεδομένης εύλογης προθεσμίας. Τα αιτήματα είναι αναλογικά και δεν υποχρεώνουν τον αποδέκτη τους να παραδεχθεί την ύπαρξη παράβασης των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Η υποχρέωση παροχής άλλων των απαραίτητων πληροφοριών καλύπτει τις πληροφορίες στις οποίες η επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων έχει πρόσβαση. Οι ΕΑΑ έχουν επίσης την εξουσία να απαιτούν από οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο να παρέχει πληροφορίες ενδεχομένως χρήσιμες για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ εντός δεδομένης εύλογης προθεσμίας.

Άρθρο 9

Συνεντεύξεις

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού έχουν κατ’ ελάχιστον την εξουσία να καλούν σε συνεντεύξεις οποιοδήποτε εκπρόσωπο επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων, εκπροσώπους άλλων νομικών προσώπων, και κάθε φυσικό πρόσωπο, εφόσον οι εν λόγω εκπρόσωποι μπορεί να έχουν πληροφορίες σχετικές με την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ.

Άρθρο 10

Διαπίστωση και τερματισμός της παράβασης

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όταν οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαπιστώνουν παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, δύνανται να επιβάλλουν με απόφασή τους στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων την υποχρέωση να θέσουν τέλος στην παράβαση. Για τον σκοπό αυτό, δύνανται να επιβάλλουν τυχόν διορθωτικά μέτρα συμπεριφοράς ή διαρθρωτικού χαρακτήρα, αναλογικά προς τη διαπραχθείσα παράβαση και αναγκαία για τον αποτελεσματικό τερματισμό της. Κατά την επιλογή μεταξύ δύο εξίσου αποτελεσματικών διορθωτικών μέτρων, οι ΕΑΑ επιλέγουν το λιγότερο επαχθές για την επιχείρηση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού έχουν την εξουσία να διαπιστώνουν ότι η παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ έχει διαπραχθεί κατά το παρελθόν.

2.  Όταν, αφού ενημερώσουν την Επιτροπή κατά το άρθρο 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού αποφασίζουν ότι δεν υπάρχει λόγος να συνεχιστεί η διαδικασία εκτέλεσης και, ως εκ τούτου, περατώνουν αυτή τη διαδικασία εκτέλεσης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ανωτέρω εθνικές αρχές ανταγωνισμού ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.

Άρθρο 11

Προσωρινά μέτρα

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ▌ανταγωνισμού μπορούν αυτεπαγγέλτως να αποφασίσουν την επιβολή προσωρινών μέτρων σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων, τουλάχιστον σε περίπτωση κατεπείγοντος λόγω κινδύνου σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης του ανταγωνισμού και με βάση την εκ πρώτης όψεως διαπίστωση παράβασης του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ. Η εν λόγω απόφαση είναι αναλογική και εφαρμόζεται είτε για ορισμένο χρονικό διάστημα δυνάμενο να παραταθεί εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο και ενδεδειγμένο, είτε έως ότου ληφθεί οριστική απόφαση. Η εθνική αρχή ανταγωνισμού ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού για την επιβολή των εν λόγω προσωρινών μέτρων.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η νομιμότητα, συμπεριλαμβανομένης της αναλογικότητας, των προσωρινών μέτρων της παραγράφου 1 μπορεί να επανεξετάζεται με ταχείες διαδικασίες προσφυγής.

Άρθρο 12

Δεσμεύσεις

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στο πλαίσιο διαδικασιών εκτέλεσης που έχουν κινηθεί με σκοπό την έκδοση απόφασης με την οποία απαιτείται ο τερματισμός παράβασης του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού, αφού ζητήσουν την άποψη των συμμετεχόντων στην αγορά, επίσημα ή ανεπίσημα, δύνανται, με απόφασή τους, να καθιστούν υποχρεωτικές τις δεσμεύσεις που προσφέρονται να αναλάβουν οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις επιχειρήσεων, όταν οι δεσμεύσεις αυτές ικανοποιούν τις εν λόγω αρχές. Η εν λόγω απόφαση δύναται να εκδοθεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, και διαπιστώνει ότι δεν συντρέχουν πλέον λόγοι ανάληψης δράσης από την οικεία εθνική αρχή ανταγωνισμού.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν αποτελεσματικές εξουσίες για την παρακολούθηση της υλοποίησης των δεσμεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού είναι σε θέση να ανακινήσουν τη διαδικασία εκτέλεσης, όταν προκύψουν ουσιώδεις αλλαγές σε οποιοδήποτε από τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η απόφαση της παραγράφου 1, όταν οι επιχειρήσεις ή ενώσεις αυτών αθετούν τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει ή όταν η απόφαση της παραγράφου 1 στηρίχθηκε σε ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες των μερών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΠΡΟΣΤΙΜΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΕΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ

Άρθρο 13

Πρόστιμα σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων

1.  ▌Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού δύνανται είτε να επιβάλλουν με απόφασή τους στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας εκτέλεσης είτε να ζητούν, στο πλαίσιο μιας μη ποινικής διαδικασίας, να επιβάλλονται αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά πρόστιμα σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων, όταν αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παραβιάζουν το άρθρο 101 ή 102 ΣΛΕΕ.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τουλάχιστον ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού δύνανται είτε να επιβάλλουν με απόφασή τους στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας εκτέλεσης είτε να ζητούν σε μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες, να επιβάλλονται αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά πρόστιμα σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων Τα πρόστιμα αυτά καθορίζονται ανάλογα προς τον συνολικό παγκόσμιο κύκλο εργασιών τους, όταν εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:

α)  αρνούνται να υποβληθούν σε έλεγχο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6· παράγραφος 2,

β)  παραβιάζονται σφραγίδες οι οποίες τοποθετήθηκαν από υπαλλήλους ή λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί ή ορισθεί από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

γ)  σε ερώτηση που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε) δίνουν ανακριβή ή παραπλανητική απάντηση, παραλείπουν ή αρνούνται να δώσουν πλήρη απάντηση ▌·

δ)  παρέχουν ανακριβείς, ελλιπείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, απαντώντας σε αίτημα ▌που αναφέρεται στο άρθρο 8, ή δεν παρέχουν πληροφορίες εμπροθέσμως·

ε)  δεν παρουσιάζονται στην συνέντευξη που προβλέπεται στο άρθρο 9·

στ)  δεν συμμορφώνονται με απόφαση που αναφέρεται στα άρθρα 10, 11 και 12.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι διαδικασίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 επιτρέπουν την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών προστίμων.

4.  Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της εθνικής νομοθεσίας που επιτρέπει την επιβολή κυρώσεων σε ποινικές δικαστικές διαδικασίες, εφόσον η εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής δεν θίγει την αποτελεσματική και ομοιόμορφη επιβολή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ.

5.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι για τον σκοπό της επιβολής προστίμων η έννοια της επιχείρησης ισχύει τόσο στις μητρικές εταιρίες όσο και στους νόμιμους και οικονομικούς διαδόχους των επιχειρήσεων.

Άρθρο 14

Υπολογισμός προστίμων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού για παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τυχόν αποζημιώσεις που έχουν καταβληθεί ως αποτέλεσμα συναινετικού διακανονισμού κατά τον καθορισμό του ύψους του επιβλητέου προστίμου ως αποτέλεσμα της παράβασης του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/104/ΕΕ.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που επιβάλλεται πρόστιμο σε ένωση επιχειρήσεων για παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, λαμβανομένου υπόψη του κύκλου εργασιών των μελών της και η ένωση δεν είναι αξιόχρεη, η ένωση υποχρεούται να ζητήσει συνεισφορές από τα μέλη της προκειμένου να καλύψει το ποσό του προστίμου.

4.  Όταν οι συνεισφορές της παραγράφου 3 δεν έχουν καταβληθεί στο ακέραιο στην ένωση επιχειρήσεων εντός προθεσμίας ταχθείσας από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να απαιτούν την καταβολή του ▌προστίμου απευθείας από οποιαδήποτε επιχείρηση εκπρόσωποι της οποίας συμμετείχαν στα όργανα λήψης αποφάσεων της ένωσης. Αφού οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού απαιτήσουν την πληρωμή από τις εν λόγω επιχειρήσεις, όταν απαιτείται για τη διασφάλιση της πλήρους καταβολής του προστίμου, μπορούν επίσης να απαιτούν την πληρωμή του εκκρεμούντος ποσού του προστίμου από οποιοδήποτε μέλος της ένωσης δραστηριοποιείτο στην αγορά στην οποία διαπιστώθηκε η παράβαση. Ωστόσο, δυνάμει της παρούσας παραγράφου δεν απαιτείται πληρωμή από τις επιχειρήσεις που αποδεικνύουν ότι δεν εφάρμοσαν την παράνομη απόφαση της ένωσης και είτε δεν είχαν αντιληφθεί την ύπαρξή της είτε αποστασιοποιήθηκαν ενεργά από αυτήν πριν αρχίσει η διερεύνηση της υπόθεσης.

Άρθρο 15

Ανώτατο ύψος του προστίμου

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ▌οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να επιβάλλουν σε κάθε επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που συμμετέχει σε παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ μέγιστο πρόστιμο ύψους τουλάχιστον 10 % του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών της επιχείρησης ή ένωσης κατά το οικονομικό έτος που προηγείται της απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1.

2.  Όταν η παράβαση που διέπραξε η ένωση επιχειρήσεων συνδέεται με τις δραστηριότητες των μελών της, το ανώτατο ύψος του προστίμου δεν είναι μικρότερο από το 10 % του αθροίσματος του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών κάθε μέλους που δραστηριοποιείται στην αγορά που θίγεται από την παράβαση. Ωστόσο, η οικονομική ευθύνη κάθε επιχείρησης όσον αφορά την καταβολή του προστίμου δεν υπερβαίνει το ανώτατο ποσό που ορίζεται βάσει της παραγράφου 1.

Άρθρο 16

Περιοδικές χρηματικές ποινές

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού δύνανται με απόφασή τους να επιβάλλουν σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές περιοδικές χρηματικές ποινές. Τέτοιες περιοδικές χρηματικές ποινές καθορίζονται αναλογικά προς τον μέσο ημερήσιο συνολικό παγκόσμιο κύκλο εργασιών της κάθε επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος ανά ημέρα και υπολογίζονται από την ημερομηνία την οποία ορίζει η απόφαση, προκειμένου να υποχρεωθούν αυτές οι επιχειρήσεις ή ενώσεις κατ’ ελάχιστον:

α)  να παράσχουν τις ζητούμενες πλήρεις και ακριβείς πληροφορίες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 8,

β)  να προσέλθουν στην συνέντευξη του άρθρου 9.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού δύνανται με απόφασή τους να επιβάλλουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές περιοδικές χρηματικές ποινές σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων. Αυτές οι χρηματικές ποινές καθορίζονται αναλογικά προς τον μέσο ημερήσιο συνολικό παγκόσμιο κύκλο εργασιών αυτών των επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος ανά ημέρα και υπολογίζονται από την ημερομηνία την οποία ορίζει η απόφαση, προκειμένου να υποχρεωθούν αυτές οι επιχειρήσεις ή ενώσεις κατ’ ελάχιστον:

α)  να υποβληθούν σε έλεγχο κατά το άρθρο 6 παράγραφος 2,

β)  να συμμορφωθούν με απόφαση που αναφέρεται στα άρθρα 10, 11 και 12.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΠΙΕΙΚΟΥΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΓΙΑ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΡΑΞΕΙΣ

Άρθρο 17

Απαλλαγή από την επιβολή προστίμων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού εφαρμόζουν προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης τα οποία τους επιτρέπουν να απαλλάσσουν από τα πρόστιμα επιχειρήσεις που αποκαλύπτουν συμμετοχή τους σε μυστικές συμπράξεις. Αυτό δεν εμποδίζει τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να εφαρμόζουν προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης για παραβάσεις πλην των μυστικών συμπράξεων ή προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης που τους επιτρέπουν να απαλλάσσουν φυσικά πρόσωπα από τα πρόστιμα.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η απαλλαγή χορηγείται μόνον αν ο αιτών:

α)  πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 19·

β)  αποκαλύπτει τη συμμετοχή του σε μυστική σύμπραξη και

γ)  είναι ο πρώτος που προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία:

i)  κατά τον χρόνο παραλαβής της αίτησης από την εθνική αρχή ανταγωνισμού της επιτρέπουν να διενεργήσει στοχευμένο έλεγχο αναφορικά με τη μυστική σύμπραξη, εφόσον η εν λόγω αρχή δεν είχε έως τότε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για διενέργεια ελέγχου αναφορικά με τη μυστική σύμπραξη ή δεν είχε ήδη διενεργήσει τέτοιο έλεγχο· ή

ii)  σύμφωνα με την εθνική αρχή ανταγωνισμού, είναι επαρκή για τη διαπίστωση παράβασης που καλύπτεται από το πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης, εφόσον η αρχή δεν είχε έως τότε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τη διαπίστωση της παράβασης και καμία άλλη επιχείρηση δεν πληρούσε στο παρελθόν τις προϋποθέσεις απαλλαγής δυνάμει του σημείου i) όσον αφορά την εν λόγω μυστική σύμπραξη.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλες οι επιχειρήσεις μπορούν να τύχουν απαλλαγής από την επιβολή προστίμου εκτός από τις επιχειρήσεις που επιχείρησαν να αναγκάσουν άλλες επιχειρήσεις να προσχωρήσουν ή να παραμείνουν σε μυστική σύμπραξη.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού ενημερώνουν τον αιτούντα αν του έχει χορηγηθεί απαλλαγή υπό όρους από τα πρόστιμα. Ο αιτών μπορεί να ζητήσει να ενημερωθεί εγγράφως από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού σχετικά με την έκβαση της αίτησής του. Σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματός του για απαλλαγή, ο αιτών μπορεί να ζητήσει από την εθνική αρχή ανταγωνισμού να θεωρήσει την αίτησή του ως αίτημα μείωσης του προστίμου.

Άρθρο 18

Μείωση των προστίμων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού εφαρμόζουν προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης τα οποία τους επιτρέπουν να χορηγούν μείωση των επιβλητέων προστίμων σε επιχειρήσεις που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής. Αυτό δεν εμποδίζει τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να εφαρμόζουν προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης για παραβάσεις πλην των μυστικών συμπράξεων ή να εφαρμόζουν προγράμματα επιεικούς μεταχείρισης που θα τους επιτρέψουν να χορηγούν μείωση προστίμων σε φυσικά πρόσωπα.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι μείωση προστίμων χορηγείται μόνον αν ο αιτών:

α)  πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 19,

β)  αποκαλύψει τη συμμετοχή του σε μυστική σύμπραξη, και

γ)  προσάγει αποδεικτικά στοιχεία για την εικαζόμενη μυστική σύμπραξη τα οποία αντιπροσωπεύουν σημαντική προστιθέμενη αξία όσον αφορά την απόδειξη παράβασης που καλύπτει το πρόγραμμα επιεικούς μεταχείρισης, σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται ήδη στην κατοχή της εθνικής αρχής ανταγωνισμού όταν υποβάλλεται η αίτηση.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, εάν ο αιτών υποβάλλει αδιάσειστα στοιχεία τα οποία χρησιμοποιεί η εθνική αρχή ανταγωνισμού για την απόδειξη περαιτέρω πραγματικών περιστατικών τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα αύξηση των προστίμων σε σύγκριση με τα πρόστιμα που θα είχαν άλλως πως επιβληθεί στους συμμετέχοντες στη μυστική σύμπραξη, η εθνική αρχή ανταγωνισμού δεν λαμβάνει τέτοια πρόσθετα περιστατικά υπόψη κατά τον καθορισμό του επιβλητέου προστίμου στον αιτούντα μείωση που παρέσχε τα αποδεικτικά στοιχεία.

Άρθρο 19

Γενικές προϋποθέσεις για την επιεική μεταχείριση

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, για να είναι επιλέξιμος, για επιεική μεταχείριση, όταν πρόκειται για συμμετοχή σε μυστικές συμπράξεις, ο αιτών πληροί υποχρεωτικώς τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  τερμάτισε τη συμμετοχή του στην εικαζόμενη σύμπραξη το αργότερο αμέσως μετά την υποβολή της αίτησής του, με εξαίρεση ό,τι, κατά την κρίση της εθνικής αρχής ανταγωνισμού, θα ήταν ευλόγως αναγκαίο προκειμένου να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της έρευνάς της·

β)  συνεργάζεται ειλικρινώς, πλήρως, συνεχώς και ταχέως με την εθνική αρχή ανταγωνισμού από την υποβολή της αίτησής του και έως την περάτωση από την εν λόγω αρχή της διαδικασίας εκτέλεσης όσον αφορά όλα τα υπό έρευνα μέρη με την έκδοση απόφασης ή έως την περάτωση της διαδικασίας με άλλο τρόπο από την εν λόγω αρχή. Η εν λόγω συνεργασία περιλαμβάνει τα εξής:

i)  ο αιτών παρέχει ταχέως στην εθνική αρχή ανταγωνισμού όλες τις πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία για την εικαζόμενη μυστική σύμπραξη, τα οποία έχει στην κατοχή του ή στα οποία έχει πρόσβαση, ιδίως:

—  το όνομα και τη διεύθυνση του αιτούντος

—  τα ονόματα όλων των άλλων επιχειρήσεων που συμμετέχουν ή έχουν συμμετάσχει στην εικαζόμενη μυστική σύμπραξη·

—  λεπτομερή περιγραφή της εικαζόμενης μυστικής σύμπραξης, συμπεριλαμβανομένων των θιγόμενων προϊόντων και περιοχών, της διάρκειας και της φύσης της σύμπραξης·

—  πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε αίτηση επιείκειας που έχει υποβληθεί στο παρελθόν ή ενδέχεται να υποβληθεί στο μέλλον σε οποιαδήποτε άλλη αρχή ανταγωνισμού ή στις αρχές ανταγωνισμού τρίτων χωρών σε σχέση με την εικαζόμενη μυστική σύμπραξη·

ii)  ο αιτών παραμένει στη διάθεση της εθνικής αρχής ανταγωνισμού για να απαντήσει σε οποιοδήποτε αίτημα δυνάμενο να συμβάλει στην τεκμηρίωση των πραγματικών περιστατικών·

iii)  ο αιτών θέτει διευθυντές, διοικητικά στελέχη και λοιπά μέλη του προσωπικού στη διάθεση της εθνικής αρχής ανταγωνισμού για συνέντευξη και καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για να θέτει πρώην ▌ διευθυντές, διοικητικά στελέχη και λοιπά μέλη του προσωπικού στη διάθεση της εθνικής αρχής ανταγωνισμού για συνέντευξη ·

iv)  ο αιτών δεν καταστρέφει, παραποιεί ή αποκρύπτει πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία· και

v)  ο αιτών δεν αποκαλύπτει την υποβολή, ή το περιεχόμενο, της αίτησης επιείκειας προς την εθνική αρχή ανταγωνισμού προτού αυτή εκδώσει αιτιάσεις στο πλαίσιο της κινηθείσας διαδικασίας εκτέλεσης, εκτός αν υπάρξει διαφορετική συμφωνία· και

γ)  όταν εξετάζει το ενδεχόμενο υποβολής αίτησης επιείκειας προς την εθνική αρχή ανταγωνισμού, δεν πρέπει:

i)  να έχει καταστρέψει, παραποιήσει ή αποκρύψει πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία για την εικαζόμενη μυστική σύμπραξη· ή

ii)  να έχει αποκαλύψει την υποβολή της αίτησης, ή οτιδήποτε από το περιεχόμενο της προβλεπόμενης αίτησής του μόνο σε άλλες εθνικές αρχές ανταγωνισμού ή στις αρχές ανταγωνισμού τρίτων χωρών.

Άρθρο 20

Μορφή των δηλώσεων επιεικούς μεταχείρισης

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αιτούντες μπορούν να υποβάλλουν εγγράφως δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης σε σχέση με πλήρεις ή συνοπτικές αιτήσεις, και ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν επίσης σύστημα που καθιστά δυνατή την παραλαβή αυτών των δηλώσεων προφορικά ή με άλλα μέσα που επιτρέπουν στους αιτούντες να μην έχουν στην κατοχή ή υπό την επίβλεψη ή τον έλεγχό τους τέτοιες υποβληθείσες δηλώσεις.

2.  Κατόπιν αιτήματος των αιτούντων, η παραλαβή των πλήρων ή συνοπτικών αιτήσεων επιεικούς μεταχείρισης βεβαιώνεται εγγράφως από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού με αναφορά της ημερομηνίας και του χρόνου παραλαβής.

3.  Οι αιτούντες έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης σε σχέση με πλήρεις ή συνοπτικές αιτήσεις στην επίσημη ή μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους της εθνικής αρχής ανταγωνισμού ή σε άλλη επίσημη γλώσσα της Ένωσης που έχουν συμφωνήσει διμερώς η εθνική αρχή ανταγωνισμού και ο αιτών.

Άρθρο 21

Αριθμοί προτεραιότητας για αιτήσεις απαλλαγής από πρόστιμα

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στις επιχειρήσεις που επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση απαλλαγής από πρόστιμα μπορεί αρχικά να δοθεί, κατόπιν αιτήματός τους, θέση στην κατάταξη για την επιεική μεταχείριση για χρονικό διάστημα οριζόμενο κατά περίπτωση από την εθνική αρχή ανταγωνισμού, προκειμένου ο αιτών να συγκεντρώσει τις αναγκαίες πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία για να τηρήσει τις ελάχιστες προϋποθέσεις όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία για τη χορήγηση απαλλαγής από πρόστιμα.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την ικανοποίηση ή όχι του αιτήματος της παραγράφου 1.

Η επιχείρηση που υποβάλλει το εν λόγω αίτημα παρέχει τις τυχόν διαθέσιμες πληροφορίες στην εθνική αρχή ανταγωνισμού, όπως:

α)  το όνομα και τη διεύθυνση του αιτούντος·

β)  την αιτιολογική βάση υποβολής του αιτήματος ·

γ)  τα ονόματα όλων των άλλων επιχειρήσεων που συμμετέχουν ή έχουν συμμετάσχει στην εικαζόμενη μυστική σύμπραξη·

δ)  τα θιγόμενα προϊόντα και περιοχές·

ε)  τη διάρκεια και τη φύση της συμπεριφοράς της εικαζόμενης μυστικής σύμπραξης·

στ)  πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε αίτηση επιείκειας που έχει υποβληθεί στο παρελθόν ή ενδέχεται να υποβληθεί στο μέλλον σε οποιαδήποτε άλλη αρχή ανταγωνισμού, ή αρχή ανταγωνισμού τρίτης χώρας, σε σχέση με την εικαζόμενη μυστική σύμπραξη.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλες οι πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει ο αιτών εντός της ταχθείσας κατά την παράγραφο 1 προθεσμίας λογίζονται υποβληθέντα κατά τον χρόνο υποβολής του αρχικού αιτήματος.

4.  Οι αιτούντες μπορούν να υποβάλουν αίτημα σύμφωνα με την παράγραφο 1 στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους της εθνικής αρχής ανταγωνισμού ή σε άλλη επίσημη γλώσσα της Ένωσης που έχουν συμφωνήσει διμερώς η εθνική αρχή ανταγωνισμού και ο αιτών.

5.  Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν τη δυνατότητα, για επιχειρήσεις που θέλουν να ζητήσουν μείωση προστίμων, να ζητήσουν αρχικά μια θέση στην κατάταξη για την επιεική μεταχείριση.

Άρθρο 22

Συνοπτικές αιτήσεις

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού δέχονται συνοπτικές αιτήσεις από αιτούντες οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση επιεικούς μεταχείρισης στην Επιτροπή, είτε αιτούμενοι αριθμό προτεραιότητας είτε υποβάλλοντας πλήρη αίτηση όσον αφορά την ίδια εικαζόμενη μυστική σύμπραξη, εφόσον οι αιτήσεις αυτές καλύπτουν περισσότερα από τρία κράτη μέλη ως θιγόμενες περιοχές.

2.  Οι συνοπτικές αιτήσεις περιλαμβάνουν σύντομη περιγραφή καθενός από τα ακόλουθα:

α)  το όνομα και τη διεύθυνση του αιτούντος·

β)  τα ονόματα άλλων συμμετεχόντων στην εικαζόμενη μυστική σύμπραξη·

γ)  τα θιγόμενα προϊόντα και περιοχές·

δ)  τη διάρκεια και τη φύση της εικαζόμενης μυστικής σύμπραξης·

ε)  το ή τα κράτη μέλη όπου είναι πιθανόν να βρίσκονται τα αποδεικτικά στοιχεία της εικαζόμενης μυστικής σύμπραξης και

στ)  πληροφορίες σχετικά με άλλη αίτηση επιείκειας που έχει υποβάλει στο παρελθόν ή ενδέχεται να υποβάλει στο μέλλον ο αιτών σε άλλη αρχή ανταγωνισμού, ή αρχή ανταγωνισμού τρίτης χώρας, σε σχέση με την εικαζόμενη μυστική σύμπραξη.

3.   Όταν η Επιτροπή παραλαμβάνει πλήρη αίτηση και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού λαμβάνουν συνοπτικές αιτήσεις για την ίδια εικαζόμενη σύμπραξη, η Επιτροπή είναι ο βασικός συνομιλητής του αιτούντος επιεική μεταχείριση, ιδίως όσον αφορά την παροχή οδηγιών στον αιτούντα σχετικά με τη διενέργεια κάθε περαιτέρω εσωτερικής έρευνας, κατά την περίοδο πριν διευκρινιστεί αν η Επιτροπή θα εξετάσει την υπόθεση εν όλω ή εν μέρει. Κατά την περίοδο αυτή, η Επιτροπή ενημερώνει τις αρμόδιες εθνικές αρχές ανταγωνισμού σχετικά με την πορεία της αίτησής τους.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να ζητήσουν από τον αιτούντα ειδικές διευκρινίσεις μόνον όσον αφορά τα στοιχεία της παραγράφου 2, πριν απαιτήσουν την υποβολή πλήρους αίτησης κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 5.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού οι οποίες παραλαμβάνουν συνοπτική αίτηση εξακριβώνουν αν έχουν ήδη παραλάβει συνοπτική ή πλήρη αίτηση επιεικούς μεταχείρισης από άλλον αιτούντα όσον αφορά την ίδια εικαζόμενη μυστική σύμπραξη κατά τον χρόνο παραλαβής της. Εάν η εθνική αρχή ανταγωνισμού δεν έχει παραλάβει τέτοια αίτηση από άλλον αιτούντα και θεωρεί ότι η συνοπτική αίτηση πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 2, ενημερώνει αντίστοιχα τον αιτούντα.

5.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν η Επιτροπή ενημερώσει τις αρμόδιες εθνικές αρχές ανταγωνισμού ότι δεν προτίθεται να δώσει συνέχεια στην υπόθεση εν όλω ή εν μέρει, οι αιτούντες μπορούν να υποβάλλουν πλήρεις αιτήσεις στις αρμόδιες εθνικές αρχές ανταγωνισμού. Μόνο εξαιρετικώς, όταν είναι απολύτως απαραίτητο για την οριοθέτηση ή την κατανομή των υποθέσεων, η εθνική αρχή ανταγωνισμού μπορεί να ζητήσει από τον αιτούντα να υποβάλει πλήρη αίτηση πριν η Επιτροπή έχει ενημερώσει τις αρμόδιες εθνικές αρχές ανταγωνισμού ότι δεν προτίθεται να δώσει συνέχεια στην υπόθεση εν όλω ή εν μέρει. Οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού θα μπορούν να θέσουν εύλογο χρόνο εντός του οποίου ο αιτών θα υποβάλει την πλήρη αίτηση συνοδευόμενη από τα αντίστοιχα αποδεικτικά στοιχεία και πληροφορίες Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη του δικαιώματος του αιτούντος να υποβάλει οικειοθελώς πλήρη αίτηση σε προγενέστερο στάδιο.

6.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, αν ο αιτών υποβάλει την πλήρη αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 5 εντός προθεσμίας που θέτει η εθνική αρχή ανταγωνισμού, οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτή λογίζονται υποβληθείσες κατά το χρόνο υποβολής της συνοπτικής αίτησης, εφόσον η συνοπτική αίτηση καλύπτει το ίδιο ή τα ίδια θιγόμενα προϊόντα και την ίδια ή τις ίδιες θιγόμενες περιοχές καθώς και την ίδια διάρκεια της εικαζόμενης μυστικής σύμπραξης με την αίτηση επιεικούς μεταχείρισης που υποβλήθηκε στην Επιτροπή, η οποία ενδέχεται να έχει επικαιροποιηθεί.

Άρθρο 23

Αλληλεπίδραση μεταξύ αιτήσεων απαλλαγής από πρόστιμα και κυρώσεις σε φυσικά πρόσωπα

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πρώην και νυν ▌διευθυντές, διοικητικά στελέχη και λοιπά μέλη του προσωπικού όσων επιχειρήσεων υποβάλλουν σε αρχές ανταγωνισμού αίτηση απαλλαγής από πρόστιμα προστατεύονται πλήρως από ▌κυρώσεις που επιβάλλονται σε διοικητικές και μη ποινικές δικαστικές διαδικασίες σε σχέση με τη συμμετοχή τους στη μυστική σύμπραξη που καλύπτεται από την αίτηση, για παραβάσεις της εθνικής νομοθεσίας που επιδιώκουν κυρίως τους ίδιους στόχους με εκείνους του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, εφόσον:

α)  η αίτηση απαλλαγής από πρόστιμα, που υποβάλλει μια επιχείρηση στην αρχή ανταγωνισμού η οποία εξετάζει την υπόθεση, πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 17 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ)·

β)  οι εν λόγω πρώην και νυν διευθυντές, διοικητικά στελέχη και λοιπά μέλη του προσωπικού συνεργάζονται ενεργά με την αρχή ανταγωνισμού η οποία εξετάζει την υπόθεση και

γ)  η αίτηση απαλλαγής από πρόστιμα, που υποβάλλει μια επιχείρηση, προηγείται της χρονικής στιγμής κατά την οποία οι εν λόγω πρώην και νυν διευθυντές, διοικητικά στελέχη και λοιπά μέλη του προσωπικού ενημερώθηκαν από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σχετικά με τη διαδικασία που οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων της παρούσας παραγράφου.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πρώην και νυν διευθυντές, διοικητικά στελέχη και λοιπά μέλη του προσωπικού όσων επιχειρήσεων υποβάλλουν σε αρχές ανταγωνισμού αίτηση απαλλαγής από την επιβολή προστίμων προστατεύονται πλήρως από κυρώσεις που επιβάλλονται σε ποινικές διαδικασίες σε σχέση με τη συμμετοχή τους στη μυστική σύμπραξη που καλύπτεται από την αίτηση απαλλαγής από πρόστιμα, για παραβάσεις της εθνικής νομοθεσίας που επιδιώκει κυρίως τους ίδιους στόχους με εκείνους του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, εφόσον πληρούν τους όρους της παραγράφου 1 και συνεργάζονται ενεργά με την αρμόδια διωκτική αρχή. Εάν ο όρος της συνεργασίας με την αρμόδια διωκτική αρχή δεν πληρούται, η εν λόγω αρχή μπορεί να συνεχίσει την έρευνα.

3.  Προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις ισχύουσες βασικές αρχές της έννομης τάξης τους, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν τη διακριτική ευχέρεια να μην επιβάλουν κύρωση ή μπορούν απλώς να μετριάσουν την επιβλητέα ποινή σε ποινικές υποθέσεις στον βαθμό που η συμβολή των προσώπων, σύμφωνα με την παράγραφο 2, στον εντοπισμό και στη διερεύνηση της μυστικής σύμπραξης είναι σημαντικότερη από το συμφέρον να διωχθούν τα εν λόγω πρόσωπα και/ή να τους επιβληθεί κύρωση.

4.  Για να λειτουργήσει η προστασία που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2 και 3 σε καταστάσεις στις οποίες εμπλέκονται περισσότερες από μία δικαιοδοσίες, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, όταν η αρμόδια για την επιβολή κυρώσεων ή διωκτική αρχή βρίσκεται σε διαφορετική δικαιοδοσία από τη δικαιοδοσία της επιληφθείσας αρχής ανταγωνισμού, οι απαραίτητες επαφές μεταξύ τους διασφαλίζονται από την εθνική αρχή ανταγωνισμού της δικαιοδοσίας της αρμόδιας για την επιβολή κυρώσεων ή διωκτικής αρχής.

5.  Το παρόν άρθρο δεν θίγει το δικαίωμα των θυμάτων που υπέστησαν ζημία από παράβαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού να αξιώσουν πλήρη αποζημίωση για την εν λόγω ζημία, σύμφωνα με την οδηγία 2014/104/ΕΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Άρθρο 24

Συνεργασία μεταξύ των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού διενεργούν έλεγχο ή συνέντευξη εξ ονόματος και για λογαριασμό άλλων εθνικών αρχών ανταγωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, επιτρέπεται στους υπαλλήλους και στα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί ή ορισθεί από την αιτούσα εθνική αρχή ανταγωνισμού να παρίστανται και να συντρέχουν ενεργά την εθνική αρχή ανταγωνισμού στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, υπό την εποπτεία των υπαλλήλων της εθνικής αρχής ανταγωνισμού στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, στον έλεγχο ή την συνέντευξη, όταν η εθνική αρχή ανταγωνισμού στην οποία υποβάλλεται η αίτηση ασκεί τις εξουσίες των άρθρων 6, 7 και 9 της παρούσας οδηγίας.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές ανταγωνισμού έχουν το δικαίωμα στην επικράτειά τους να ασκούν τις εξουσίες των άρθρων 6 έως 9 της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους, εξ ονόματος και για λογαριασμό άλλων εθνικών αρχών ανταγωνισμού, προκειμένου να διαπιστώνουν κατά πόσον επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων δεν συμμορφώνονται με τα ερευνητικά μέτρα και τις αποφάσεις της αιτούσας εθνικής αρχής ανταγωνισμού, όπως αναφέρεται στα άρθρα 6 και 8 έως 12 της παρούσας οδηγίας. Η αιτούσα εθνική αρχή ανταγωνισμού και η εθνική αρχή ανταγωνισμού στην οποία υποβάλλεται η αίτηση έχουν την εξουσία να ανταλλάσσουν και να χρησιμοποιούν πληροφορίες ως αποδεικτικά στοιχεία για τον σκοπό αυτό, με την επιφύλαξη των εγγυήσεων του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003.

Άρθρο 25

Αιτήσεις για την κοινοποίηση προκαταρκτικών αιτιάσεων και άλλων εγγράφων

Με την επιφύλαξη άλλων μορφών κοινοποίησης από αιτούσα αρχή σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, εφόσον το ζητήσει η αιτούσα αρχή, η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση κοινοποιεί στον αποδέκτη για λογαριασμό της αιτούσας αρχής:

α)  οποιεσδήποτε προκαταρκτικές αιτιάσεις σχετικά με την εικαζόμενη παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ και οποιεσδήποτε αποφάσεις για την εφαρμογή των εν λόγω άρθρων,

β)  οποιαδήποτε άλλη διαδικαστική πράξη που εκδίδεται στο πλαίσιο των διαδικασιών εκτέλεσης η οποία θα πρέπει να κοινοποιηθεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και

γ)  κάθε άλλο σχετικό έγγραφο που αφορά την εφαρμογή του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ καθώς και έγγραφα που συνδέονται με την εφαρμογή αποφάσεων που επιβάλλουν πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές.

Άρθρο 26

Αιτήσεις εκτέλεσης αποφάσεων που επιβάλλουν πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατόπιν αιτήματος της αιτούσας αρχής, η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση επιβάλλει αποφάσεις για την επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή των άρθρων 13 και 16 από την αιτούσα αρχή. Αυτό ισχύει μόνο αν, μετά από εύλογες προσπάθειες στην επικράτειά της, η αιτούσα αρχή έχει βεβαιωθεί ότι η επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων έναντι των οποίων είναι εκτελεστό το πρόστιμο ή η περιοδική χρηματική ποινή ▌δεν έχουν επαρκείς πόρους στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής, ώστε να είναι δυνατή η είσπραξη του προστίμου ή της ποινής.

2.  Για τις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ιδίως όταν η επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων έναντι των οποίων είναι εκτελεστό το πρόστιμο ή η περιοδική χρηματική ποινή δεν είναι εγκατεστημένες στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση δύναται να εκτελέσει αποφάσεις για την επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή των άρθρων 13 και 16 από την αιτούσα αρχή, εφόσον το ζητήσει η αιτούσα αρχή.

Το άρθρο 27 παράγραφος 3 στοιχείο δ) δεν εφαρμόζεται για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου.

3.  Η αιτούσα αρχή μπορεί να υποβάλλει αίτηση μόνο για εκτέλεση τελεσίδικης απόφασης.

4.  Τα θέματα που αφορούν τις προθεσμίες παραγραφής για την εκτέλεση προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών διέπονται από την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής.

Άρθρο 27

Γενικές αρχές της συνεργασίας

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αιτήσεις, όπως αναφέρονται στα άρθρα 25 και 26, διεκπεραιώνονται από την αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους της αρχής αυτής.

2.  Οι αιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 25 και 26 διεκπεραιώνονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μέσω ενιαίου τίτλου που συνοδεύεται από αντίγραφο της πράξης που πρέπει να κοινοποιηθεί ή να εκτελεσθεί. Ο ενιαίος αυτός τίτλος ορίζει:

α)  το όνομα και τη γνωστή διεύθυνση του αποδέκτη και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο ή πληροφορία χρήσιμο για την ταυτοποίηση του αποδέκτη·

β)  περίληψη των σχετικών γεγονότων και περιστάσεων·

γ)  περίληψη του συνημμένου αντιγράφου της πράξης που πρόκειται να επιδοθεί ή εκτελεστεί·

δ)  το όνομα, τη διεύθυνση και άλλα στοιχεία επικοινωνίας όσον αφορά την αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση και

ε)  την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να πραγματοποιηθεί η κοινοποίηση ή η εκτέλεση, όπως καθορισμένες προθεσμίες ή προθεσμίες παραγραφής.

3.  Για αιτήσεις του άρθρου 26, επιπλέον των απαιτήσεων που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ο ενιαίος τίτλος αναφέρει τα εξής:

α)  πληροφορίες σχετικά με την απόφαση που επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής·

β)  την ημερομηνία τελεσιδικίας της απόφασης·

γ)  το ποσό του προστίμου ή της περιοδικής χρηματικής ποινής και

δ)  πληροφορίες που αποδεικνύουν τις εύλογες προσπάθειες τις οποίες κατέβαλε η αιτούσα αρχή για την εκτέλεση της απόφασης στην επικράτειά της.

4.  Ο ενιαίος τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση από την αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση αποτελεί τη μοναδική βάση των μέτρων επιβολής τα οποία λαμβάνει η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις της παραγράφου 2. Δεν υπόκειται σε αναγνώριση, συμπλήρωση ή αντικατάσταση στο κράτος μέλος της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση. Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αίτησης, εκτός αν επικαλείται την παράγραφο 6.

5.  Η αιτούσα αρχή εξασφαλίζει ότι ο ενιαίος τίτλος διαβιβάζεται στην αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση στην επίσημη γλώσσα, ή μία από τις επίσημες γλώσσες, του κράτους μέλους της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, εκτός εάν η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση και η αιτούσα αρχή έχουν συμφωνήσει διμερώς, ανά περίπτωση, ότι ο ενιαίος τίτλος μπορεί να αποσταλεί σε άλλη γλώσσα. Εφόσον απαιτείται από την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους της αρχής-αποδέκτη της αίτησης, η αιτούσα αρχή παρέχει μετάφραση της πράξης προς κοινοποίηση ή της απόφασης που επιτρέπει την επιβολή του προστίμου ή της περιοδικής χρηματικής ποινής στην επίσημη ή μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους της αρχής-στην οποία υποβάλλεται η αίτηση. Τούτο δεν θίγει το δικαίωμα της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση και της αιτούσας αρχής να αποφασίσουν διμερώς, ανά περίπτωση, ότι η μετάφραση αυτή μπορεί να γίνει σε διαφορετική γλώσσα.

6.  Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση δεν υποχρεούται να την εκτελέσει, σύμφωνα με το άρθρο 25 ή 26, εφόσον:

α)  η αίτηση δεν πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου ή

β)  η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση είναι σε θέση να αποδείξει ευλόγως ότι η εκτέλεση της αίτησης θα ήταν προδήλως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη του κράτους μέλους στο οποίο ζητείται η εκτέλεση.

Όταν η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση προτίθεται να απορρίψει αίτηση συνδρομής σύμφωνα με τα άρθρο 25 ή 26 ή απαιτεί πρόσθετες πληροφορίες, έρχεται σε επαφή με την αιτούσα αρχή.

7.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, εφόσον το ζητεί η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, η αιτούσα αρχή αναλαμβάνει πλήρως όλα τα εύλογα πρόσθετα έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των μεταφραστικών, εργατικών και διοικητικών εξόδων, σε σχέση με μέτρα που έχουν ληφθεί σύμφωνα με το άρθρο 24 ή 25.

8.  Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση μπορεί να ανακτήσει το πλήρες κόστος σε σχέση με τα μέτρα του άρθρου 26 από τα πρόστιμα ή τις περιοδικές χρηματικές ποινές που έχει εισπράξει εξ ονόματος της αιτούσας αρχής, συμπεριλαμβανομένων των μεταφραστικών, εργατικών και διοικητικών εξόδων. Εάν η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση δεν κατορθώνει να εισπράξει τα πρόστιμα ή τις περιοδικές χρηματικές ποινές, μπορεί να ζητήσει από την αιτούσα αρχή να αναλάβει τα σχετικά έξοδα.

Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να προβλέπουν ότι η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση μπορεί επίσης να ανακτήσει τα έξοδα εκτέλεσης των εν λόγω αποφάσεων από την επιχείρηση έναντι της οποίας είναι εκτελεστό το πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή.

Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση εισπράττει τα οφειλόμενα ποσά στο νόμισμα του κράτους μέλους της, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διαδικασίες ή πρακτικές στο εν λόγω κράτος μέλος.

Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, εφόσον απαιτείται, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική της, μετατρέπει τα πρόστιμα ή τις περιοδικές χρηματικές ποινές στο νόμισμα του κράτους μέλους της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση με τη συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει την ημερομηνία κατά την οποία επιβλήθηκαν τα πρόστιμα ή οι περιοδικές χρηματικές ποινές.

Άρθρο 28

Διαφωνίες όσον αφορά αιτήσεις για κοινοποίηση ή εκτέλεση αποφάσεων που επιβάλλουν πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές

1.  Οι διαφωνίες είναι αρμοδιότητα των αρχών του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής και διέπονται από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, αν αφορούν:

α)  τη νομιμότητα της πράξης προς κοινοποίηση κατά το άρθρο 25 ή μιας απόφασης εκτελεστέας κατά το άρθρο 26, και

β)  τη νομιμότητα του ενιαίου τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος μέλος της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση.

2.  Διαφωνίες όσον αφορά τα μέτρα επιβολής που λαμβάνονται στο κράτος μέλος της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση ή όσον αφορά την εγκυρότητα κοινοποίησης οι οποίες διατυπώνονται από την αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των αρμόδιων οργάνων του κράτους μέλους της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση και διέπονται από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

Άρθρο 29

Κανόνες παραγραφής για την επιβολή προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η παραγραφή για την επιβολή προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού κατ’ εφαρμογή των άρθρων 13 και 16 αναστέλλεται ή διακόπτεται για όσο διάστημα εκκρεμεί διαδικασία εκτέλεσης ενώπιον εθνικών αρχών ανταγωνισμού άλλων κρατών μελών ή της Επιτροπής σχετικά με παράβαση που αφορά την ίδια συμφωνία, απόφαση ένωσης ή εναρμονισμένη πρακτική ή άλλη συμπεριφορά απαγορευμένη από το άρθρο 101 ή 102 ΣΛΕΕ.

Η αναστολή της παραγραφής αρχίζει, ή η διακοπή της παραγραφής επέρχεται, από την κοινοποίηση του πρώτου επισήμου μέτρου έρευνας σε μία τουλάχιστον εκ των επιχειρήσεων που αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας εκτέλεσης. Ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση.

Η αναστολή ή η διακοπή παύει την ημέρα κατά την οποία η αρχή ανταγωνισμού περατώνει τη διαδικασία, λαμβάνοντας απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 10, 12 ή 13 της παρούσας οδηγίας ή σύμφωνα με το άρθρο 7, 9 ή 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 ή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω ενέργειες εκ μέρους της. Η διάρκεια της αναστολής ή διακοπής δεν θίγει τις απόλυτες προθεσμίες παραγραφής βάσει της εθνικής νομοθεσίας.

2.  Η παραγραφή για την επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών από εθνική αρχή ανταγωνισμού αναστέλλεται ή διακόπτεται για όσο διάστημα η απόφαση της εν λόγω εθνικής αρχής ανταγωνισμού εκκρεμεί ενώπιον αναθεωρητικού δικαστηρίου.

3.  Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι η κοινοποίηση του πρώτου τυπικού μέτρου έρευνας η οποία παραλαμβάνεται από εθνική αρχή ανταγωνισμού δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, τίθεται στη διάθεση των άλλων εθνικών αρχών ανταγωνισμού στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IΧ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 30

Ρόλος των εθνικών διοικητικών αρχών ανταγωνισμού ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων

1.  Τα κράτη μέλη που ορίζουν αφενός μια εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού ▌και αφετέρου μια εθνική δικαστική αρχή ανταγωνισμού υπεύθυνη για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ διασφαλίζουν ότι η εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού μπορεί να προσφεύγει απευθείας ενώπιον της εθνικής δικαστικής αρχής ανταγωνισμού.

2.  Στον βαθμό που τα εθνικά δικαστήρια δικαιοδοτούν σε διαδικασίες με τις οποίες προσβάλλονται αποφάσεις των εθνικών αρχών ανταγωνισμού κατά την άσκηση των εκ του κεφαλαίου IV και των άρθρων 13 και 16 της παρούσας οδηγίας εξουσιών τους για την εφαρμογή του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της εκτέλεσης προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών που έχουν επιβληθεί, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού έχει αυτοτελώς πλήρες δικαίωμα να συμμετέχει αναλόγως ως ενάγουσα, εναγόμενη ή αντίδικος στις εν λόγω διαδικασίες, και να απολαύει των ίδιων δικαιωμάτων με τους διαδίκους στις εν λόγω διαδικασίες.

3.  Η εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού είναι αρμόδια να προσφύγει, έχοντας τα δικαιώματα που ορίζονται στην παράγραφο 2, κατά:

α)  αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων που αποφαίνονται επί αποφάσεων των εθνικών αρχών ανταγωνισμού όπως αναφέρεται στο κεφάλαιο IV και στα άρθρα 13 και 16 της παρούσας οδηγίας, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ, περιλαμβανομένης της εκτέλεσης των προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών που επιβάλλονται στο πλαίσιο αυτό· και

β)  της άρνησης εθνικής δικαστικής αρχής να χορηγήσει την προηγούμενη έγκριση ελέγχου που αναφέρεται στα άρθρα 6 και 7 της παρούσας οδηγίας, εφόσον η έγκριση απαιτείται.

Άρθρο 31

Πρόσβαση των μερών σε φακέλους και περιορισμοί στη χρήση των πληροφοριών

1.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν μια εθνική αρχή ανταγωνισμού απαιτεί πληροφορίες από φυσικό πρόσωπο με βάση τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε), το άρθρο 8 ή το άρθρο 9, οι εν λόγω πληροφορίες δεν χρησιμοποιούνται ως αποδεικτικά στοιχεία για την επιβολή κυρώσεων κατά του εν λόγω φυσικού προσώπου ή των στενών συγγενών του.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού, οι υπάλληλοί τους, το προσωπικό τους και άλλα άτομα που εργάζονται υπό την εποπτεία των εν λόγω αρχών, δεν κοινοποιούν πληροφορίες που έχουν αποκτηθεί βάσει των εξουσιών της παρούσας οδηγίας και οι οποίες, λόγω της φύσης τους, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, εκτός εάν η εν λόγω κοινοποίηση επιτρέπεται δυνάμει του εθνικού δικαίου.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι πρόσβαση στις δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης ή στα υπομνήματα για διακανονισμό χορηγείται μόνο στους διαδίκους και μόνο για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισής τους.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που προέρχονται από τις ▌δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης και από υπομνήματα για διακανονισμό μπορούν να χρησιμοποιούνται από το μέρος που εξασφάλισε πρόσβαση στον φάκελο της διαδικασίας εκτέλεσης των εθνικών αρχών ανταγωνισμού μόνον εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισής του σε διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων σε υποθέσεις που συνδέονται άμεσα με την υπόθεση για την οποία έχει χορηγηθεί πρόσβαση, και οι οποίες αφορούν:

α)  τον επιμερισμό μεταξύ των συμμετεχόντων στη σύμπραξη προστίμου το οποίο τους επιβλήθηκε από κοινού και αλληλεγγύως από εθνική αρχή ανταγωνισμού· ή

β)  την επανεξέταση απόφασης με την οποία η εθνική αρχή ανταγωνισμού διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 101 ή 102 ΣΛΕΕ ή των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

5.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ακόλουθες κατηγορίες πληροφοριών οι οποίες λαμβάνονται από ένα μέρος στη διάρκεια διαδικασιών εκτέλεσης ενώπιον εθνικής αρχής ανταγωνισμού δεν χρησιμοποιούνται από το μέρος αυτό σε διαδικασίες ενώπιον εθνικών δικαστηρίων έως ότου η εθνική αρχή ανταγωνισμού περατώσει την διαδικασία εκτέλεσης σε σχέση με όλα τα υπό έρευνα μέρη με την έκδοση απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 10 ή στο άρθρο 12 ή περατώσει με άλλο τρόπο τη διαδικασία της:

α)  πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ειδικά για τη διαδικασία εκτέλεσης της εθνικής αρχής ανταγωνισμού· ▌

β)  πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από την εθνική αρχή ανταγωνισμού και απεστάλησαν στα μέρη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκτέλεσής της και

γ)  υπομνήματα για διακανονισμό που αποσύρθηκαν.

6.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού ανταλλάσσουν δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, μόνον:

α)  με τη συγκατάθεση του αιτούντος ή

β)  όταν η εθνική αρχή ανταγωνισμού στην οποία υποβάλλεται η αίτηση επιεικούς μεταχείρισης έχει επίσης παραλάβει αίτηση επιείκειας η οποία αφορά στην ίδια παράβαση και προέρχεται από τον ίδιο αιτούντα ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση και στη διαβιβάζουσα αρχή, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τον χρόνο διαβίβασης της δήλωσης επιεικούς μεταχείρισης, ο αιτών δεν έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τις πληροφορίες που έχει υποβάλει στην εθνική αρχή ανταγωνισμού που παραλαμβάνει την δήλωση.

7.  Το πρότυπο με το οποίο υποβάλλονται οι δηλώσεις επιεικούς μεταχείρισης σύμφωνα με το άρθρο 20 δεν επηρεάζει την εφαρμογή των παραγράφων 3 έως 6 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 32

Παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων ενώπιον των εθνικών αρχών ανταγωνισμού

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα είδη αποδεικτικών στοιχείων που γίνονται δεκτά ως τέτοια ενώπιον εθνικής αρχής ανταγωνισμού περιλαμβάνουν έγγραφα, προφορικές δηλώσεις, ηλεκτρονικά μηνύματα, καταγραφές και κάθε άλλο αντικείμενο το οποίο περιέχει πληροφορίες, ανεξαρτήτως της μορφής του και του μέσου επί του οποίου είναι αποθηκευμένες οι πληροφορίες.

Άρθρο 33

Λειτουργία του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού

1.  Οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται η Επιτροπή για τη συντήρηση και την ανάπτυξη του κεντρικού συστήματος πληροφοριών του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού (Σύστημα του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού) και για τη συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού βαρύνουν τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης εντός του ορίου των διαθέσιμων πιστώσεων.

2.  Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού πρέπει να είναι σε θέση να αναπτύσσει και, κατά περίπτωση, να δημοσιεύει τις βέλτιστες πρακτικές και συστάσεις για θέματα όπως η ανεξαρτησία, οι πόροι, οι εξουσίες, τα πρόστιμα και η αμοιβαία συνδρομή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 34

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.  Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως … [δύο έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας]. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα εν λόγω μέτρα, αυτά περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.  Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών μέτρων εσωτερικού δικαίου τα οποία θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία.

Άρθρο 35

Επανεξέταση

Έως ... [έξι έτη από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Όταν κρίνεται σκόπιμο, η Επιτροπή μπορεί να επανεξετάσει την παρούσα οδηγία και, εφόσον απαιτείται, να υποβάλει νομοθετική πρόταση.

Άρθρο 36

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 37

Παραλήπτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΨΗΦΙΣΜΑ

Δήλωση της Επιτροπής

Η Επιτροπή λαμβάνει υπό σημείωση το συμφωνηθέν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο κείμενο του άρθρου 11 σχετικά με τα προσωρινά μέτρα.

Τα προσωρινά μέτρα μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό εργαλείο που επιτρέπει στις αρχές ανταγωνισμού να διασφαλίσουν ότι δεν ζημιώνεται ο ανταγωνισμός ενόσω βρίσκεται σε εξέλιξη μια έρευνα.

Προκειμένου να δοθεί στις αρχές ανταγωνισμού η δυνατότητα να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικότερα τις εξελίξεις στις ταχέως μεταβαλλόμενες αγορές, η Επιτροπή δεσμεύεται ότι θα προβεί σε ανάλυση στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού του κατά πόσον υπάρχουν τρόποι να απλουστευθεί η λήψη προσωρινών μέτρων εντός διετίας από την ημερομηνία μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης θα παρουσιαστούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(1)ΕΕ C 345 της 13.10.2017, σ. 70.
(2)Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2018.
(3)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης (ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1).
(4)Απόφαση-πλαίσιο 2005/214/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2005, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης επί χρηματικών ποινών (ΕΕ L 76 της 22.3.2005, σ. 16).
(5) Απόφαση (ΕΕ) 2015/2240 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση προγράμματος σχετικά με λύσεις και κοινά πλαίσια διαλειτουργικότητας για τις ευρωπαϊκές δημόσιες διοικήσεις, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες (πρόγραμμα ISA2) ως μέσο εκσυγχρονισμού του δημόσιου τομέα (ΕΕ L 318 της 4.12.2015, σ. 1).
(6)ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.


Ευρωπαϊκός Κώδικας Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών ***I
PDF 2284kWORD 384k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Νοεμβρίου 2018 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (αναδιατύπωση) (COM(2016)0590 – C8-0379/2016 – 2016/0288(COD))
P8_TA-PROV(2018)0453A8-0318/2017

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία – αναδιατύπωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2016)0590),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0379/2016),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το πρωτόκολλο αριθ. 1 σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

–  έχοντας υπόψη την αιτιολογημένη γνώμη που υποβλήθηκε από το Σουηδικό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με την οποία υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 26ης Ιανουαρίου 2017(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών της 8ης Φεβρουαρίου 2017(2),

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(3),

–  έχοντας υπόψη την από 17ης Οκτωβρίου 2016 επιστολή της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων προς την Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 3 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 29ης Ιουνίου 2018, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 104 και 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας και της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A8-0318/2017),

Α.  εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με τη συμβουλευτική ομάδα των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η πρόταση της Επιτροπής δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση πλην όσων προσδιορίζονται ως τοιαύτες στην ως άνω πρόταση και ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων προηγούμενων πράξεων και των τροποποιήσεων αυτών, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των υφισταμένων πράξεων, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους·

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 14 Νοεμβρίου 2018 εν όψει της έγκρισης οδηγίας (ΕΕ) 2018/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (αναδιατύπωση)

P8_TC1-COD(2016)0288


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(4),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(5),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(6),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Οι οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2002/19/ΕΚ(7), 2002/20/ΕΚ(8), 2002/21/ΕΚ(9) και 2002/22/ΕΚ(10) έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς. Με την ευκαιρία περαιτέρω τροποποιήσεων, οι οδηγίες αυτές θα πρέπει να αναδιατυπωθούν για λόγους σαφήνειας.

(2)  Η λειτουργία των πέντε οδηγιών που είναι μέρος του υφιστάμενου ρυθμιστικού πλαισίου για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δηλαδή των οδηγιών 2002/19/ΕΚ, 2002/20/ΕΚ, 2002/21/ΕΚ και 2002/22/ΕΚ, καθώς και της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(11), υπόκειται σε τακτική επανεξέταση από την Επιτροπή, με σκοπό ιδίως να καθοριστεί κατά πόσο υπάρχει ανάγκη τροποποίησης μέσα από το πρίσμα των τεχνολογικών εξελίξεων και των εξελίξεων στην αγορά.

(3)  Στην ανακοίνωσή της της 6ης Μαϊου 2015 για τον καθορισμό μιας στρατηγικής για την ψηφιακή ενιαία αγορά της Ευρώπης, η Επιτροπή δήλωσε ότι η αναθεώρηση του πλαισίου για τις τηλεπικοινωνίες θα έδινε έμφαση σε μέτρα που αποσκοπούν στην παροχή κινήτρων για επενδύσεις σε ευρυζωνικά δίκτυα υψηλής ταχύτητας, προσφέρουν πιο συνεπή προσέγγιση της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά την πολιτική και τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για γνήσια εσωτερική αγορά με την αντιμετώπιση του κατακερματισμού των κανονιστικών ρυθμίσεων, διασφαλίζουν αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών, ισότιμους όρους ανταγωνισμού για όλους τους παράγοντες της αγοράς και συνεπή εφαρμογή των κανόνων, καθώς επίσης παρέχουν πιο αποτελεσματικό ρυθμιστικό θεσμικό πλαίσιο.

(4)  Η παρούσα οδηγία αποτελεί μέρος του ελέγχου «καταλληλότητας του ρυθμιστικού πλαισίου» (REFIT), το πεδίο εφαρμογής του οποίου περιλαμβάνει τέσσερις οδηγίες, δηλαδή τις 2002/19/ΕΚ, 2020/20/ΕΚ, 2002/21/ΕΚ και 2002/22/ΕΚ, και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1211/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12). Καθεμία από τις εν λόγω οδηγίες περιέχει μέτρα που εφαρμόζονται για τους παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με τη ρυθμιστική ιστορία του κλάδου, κατά την οποία οι επιχειρήσεις ήταν καθετοποιημένες, δηλαδή δραστηριοποιούνταν στην παροχή τόσο δικτύων όσο και υπηρεσιών. Η αναθεώρηση προσφέρει την ευκαιρία για αναδιατύπωση των τεσσάρων οδηγιών ώστε να απλουστευθεί η τρέχουσα διάρθρωση με σκοπό την ενίσχυση της συνέπειας και της προσβασιμότητάς της σχετικά με τον στόχο REFIT. Παρέχει επίσης τη δυνατότητα να προσαρμοστεί η διάρθρωση στη νέα πραγματικότητα της αγοράς, όπου η παροχή υπηρεσιών επικοινωνιών δεν αποτελεί πλέον κατ’ ανάγκη δέσμη με την παροχή δικτύου. Όπως προβλέπεται στη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001, για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(13), η αναδιατύπωση συνίσταται στην έκδοση νέας νομικής πράξης που ενσωματώνει σε ενιαίο κείμενο τόσο τις τροποποιήσεις ουσίας που επιφέρει σε προϋπάρχουσα πράξη, όσο και τις διατάξεις της τελευταίας που παραμένουν αμετάβλητες. Η πρόταση αναδιατύπωσης αφορά τις τροποποιήσεις ουσίας που επιφέρει επί της προϋπάρχουσας πράξης και, επικουρικά, περιλαμβάνει την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων της προϋπάρχουσας πράξης με τις εν λόγω τροποποιήσεις ουσίας.

(5)  Η παρούσα οδηγία δημιουργεί νομικό πλαίσιο για την εξασφάλιση της ελευθερίας παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μόνο υπό τους όρους που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τους τυχόν περιορισμούς που συνάδουν προς το άρθρο 52 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ιδίως τα μέτρα που αφορούν τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια και τη δημόσια υγεία, και προς το άρθρο 52 παράγραφος 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης»).

(6)  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τη δυνατότητα κάθε κράτους μέλους να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της προστασίας των ουσιαστικών συμφερόντων του στον τομέα της ασφάλειας και για την εξασφάλιση της δημόσιας τάξης ▌ και ασφάλειας, καθώς και για να διευκολύνει τη διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη εγκλημάτων, λαμβάνοντας υπόψη ότι οποιοσδήποτε περιορισμός της άσκησης δικαιωμάτων ή ελευθεριών που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη, ιδίως από τα άρθρα 7, 8 και 11 αυτού, όπως περιορισμοί σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων, πρέπει να προβλέπονται από τον νόμο, να σέβονται την ουσία των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών και να υπόκεινται στην αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 1 του Χάρτη.

(7)  Η σύγκλιση στους κλάδους των τηλεπικοινωνιών, των μέσων επικοινωνίας και της τεχνολογίας των πληροφοριών σημαίνει ότι όλα τα δίκτυα και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να διέπονται, κατά το δυνατό, από ενιαίο ευρωπαϊκό κώδικα ηλεκτρονικών επικοινωνιών που έχει θεσπιστεί μέσω ενιαίας οδηγίας, με εξαίρεση τα ζητήματα τα οποία αντιμετωπίζονται καλύτερα με άμεσα εφαρμοστέους κανόνες που έχουν θεσπιστεί μέσω κανονισμών. Είναι απαραίτητο να διαχωριστεί η ρύθμιση των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών από τη ρύθμιση του περιεχομένου. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία δεν καλύπτει το περιεχόμενο υπηρεσιών που παρέχονται μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως το ραδιοτηλεοπτικά εκπεμπόμενο περιεχόμενο, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και ορισμένες υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, και δεν συνιστά εμπόδιο για μέτρα που λαμβάνονται, σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο, σχετικά με τις εν λόγω υπηρεσίες, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, με σκοπό την προώθηση της πολιτισμικής και γλωσσικής πολυμορφίας και τη διασφάλιση της υπεράσπισης του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης. Το περιεχόμενο των τηλεοπτικών προγραμμάτων καλύπτεται από την οδηγία 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(14). Η κανονιστική ρύθμιση της πολιτικής στον οπτικοακουστικό τομέα και του περιεχομένου του αποσκοπούν στην επίτευξη στόχων γενικού ενδιαφέροντος, όπως είναι η ελευθερία της έκφρασης, η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, η αμεροληψία, η πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία, η κοινωνική ένταξη, η προστασία των καταναλωτών και η προστασία των ανηλίκων. Η διάκριση μεταξύ της ρύθμισης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της ρύθμισης του περιεχομένου δεν εμποδίζει να λαμβάνονται υπόψη οι δεσμοί που υπάρχουν μεταξύ τους, ιδίως όσον αφορά τη διασφάλιση του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης, της πολιτισμικής πολυμορφίας και της προστασίας του καταναλωτή. Εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συμβάλλουν στη διασφάλιση της εφαρμογής πολιτικών που αποσκοπούν στην προαγωγή των στόχων αυτών.

(8)  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή στον ραδιοεξοπλισμό της οδηγίας 2014/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(15), αλλά καλύπτει τον ραδιοφωνικό εξοπλισμό αυτοκινήτων και τους καταναλωτικούς ραδιοφωνικούς δέκτες, καθώς και τον ψηφιακό τηλεοπτικό εξοπλισμό ευρείας κατανάλωσης.

(9)  Για να μπορούν οι εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές να ανταποκριθούν στους στόχους που έχουν ορισθεί στην παρούσα οδηγία, ιδίως όσον αφορά τη διατερματική διαλειτουργικότητα, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας θα πρέπει να καλύψει ορισμένες πτυχές του ραδιοεξοπλισμού όπως ορίζονται στην οδηγία 2014/53/ΕΕ και του καταναλωτικού εξοπλισμού που χρησιμοποιείται στην ψηφιακή τηλεόραση, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των τελικών χρηστών με αναπηρίες. Είναι σημαντικό οι εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές να ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων και των κατασκευαστών εξοπλισμού για να διευκολύνεται η πρόσβαση των τελικών χρηστών με αναπηρίες στις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η μη αποκλειστική χρήση του ραδιοφάσματος για την αυτοχρησιμοποίηση ραδιοφωνικού τερματικού εξοπλισμού, παρόλο που δεν συνδέεται με οικονομική δραστηριότητα, θα πρέπει επίσης να διέπεται από την παρούσα οδηγία, ώστε να διασφαλίζεται συντονισμένη προσέγγιση όσον αφορά το καθεστώς αδειοδότησής τους.

(10)  Ορισμένες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα μπορούσαν επίσης να εμπίπτουν στο πεδίο του ορισμού της «υπηρεσίας της κοινωνίας των πληροφοριών» που προβλέπεται στο άρθρο 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(16). Οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας που διέπουν τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών εφαρμόζονται στις εν λόγω υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στον βαθμό που η παρούσα οδηγία ή άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης δεν περιέχουν ειδικότερες διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ωστόσο, υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών όπως οι υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας, οι υπηρεσίες ανταλλαγής μηνυμάτων και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καλύπτονται από την παρούσα οδηγία. H ίδια επιχείρηση, παραδείγματος χάριν ένας πάροχος υπηρεσίας διαδικτύου, μπορεί να προσφέρει ταυτόχρονα μια υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως η πρόσβαση στο διαδίκτυο, και υπηρεσίες που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, όπως η παροχή περιεχομένου στο διαδίκτυο και όχι σχετικού με τις επικοινωνίες.

(11)  Η ίδια επιχείρηση, π.χ. ένας φορέας εκμετάλλευσης καλωδιακής τηλεόρασης, μπορεί να προσφέρει τόσο υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως τη διαβίβαση τηλεοπτικών σημάτων, όσο και υπηρεσίες που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, όπως την εμπορία προσφοράς υπηρεσιών ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού περιεχομένου, και, συνεπώς, είναι δυνατόν να επιβληθούν πρόσθετες υποχρεώσεις στην εν λόγω επιχείρηση σε σχέση με τις δραστηριότητές της ως παρόχου ή διανομέα περιεχομένου, σύμφωνα με διατάξεις πλην εκείνων που περιέχονται στην παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη των όρων που προβλέπονται σε παράρτημα της παρούσας οδηγίας.

(12)  Το ρυθμιστικό πλαίσιο θα πρέπει να καλύπτει τη χρήση του ραδιοφάσματος από όλα τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της αναδυόμενης αυτοχρησιμοποίησης του ραδιοφάσματος από νέα είδη δικτύων αποτελούμενα αποκλειστικά από αυτόνομα συστήματα κινητού ραδιοεξοπλισμού που συνδέεται μέσω ασύρματων συνδέσεων χωρίς κεντρική διαχείριση ή κεντρικό φορέα εκμετάλλευσης δικτύου, και όχι κατ’ ανάγκη στο πλαίσιο άσκησης οποιασδήποτε συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας. Στο αναπτυσσόμενο περιβάλλον ασύρματων επικοινωνιών 5G, τα εν λόγω δίκτυα ενδέχεται να αναπτυχθούν ιδίως εκτός κτιρίων και στις οδούς, για τις μεταφορές, την ενέργεια, την έρευνα και ανάπτυξη, την ηλεκτρονική υγεία, την πολιτική προστασία και αρωγή σε περίπτωση καταστροφών, το διαδίκτυο των πραγμάτων, τις επικοινωνίες από μηχανή σε μηχανή και τα συνδεδεμένα αυτοκίνητα. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή από τα κράτη μέλη, βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας 2014/53/ΕΕ, πρόσθετων εθνικών απαιτήσεων σχετικά με τη θέση σε λειτουργία ή τη χρήση του εν λόγω ραδιοεξοπλισμού ή και τα δύο, όσον αφορά την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών, θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις αρχές της εσωτερικής αγοράς.

(13)  Οι απαιτήσεις σχετικά με τις χωρητικότητες των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών αυξάνονται διαρκώς. Ενώ στο παρελθόν η έμφαση δινόταν κυρίως στο αυξανόμενο συνολικό διαθέσιμο εύρος ζώνης και για κάθε μεμονωμένο χρήστη, άλλες παράμετροι, όπως ο χρόνος αναμονής, η διαθεσιμότητα και η αξιοπιστία, αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία. Η σημερινή απάντηση στην εν λόγω ζήτηση είναι η τοποθέτηση της οπτικής ίνας όλο και πλησιέστερα προς τον χρήστη και τα μελλοντικά «δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας» απαιτούν παραμέτρους επιδόσεων που ισοδυναμούν με τις επιδόσεις τις οποίες είναι σε θέση να επιτύχει ένα δίκτυο βασισμένο σε στοιχεία οπτικών ινών τουλάχιστον μέχρι το σημείο διανομής στην τοποθεσία εξυπηρέτησης. Στην περίπτωση σύνδεσης σταθερής τηλεφωνίας, αυτό αντιστοιχεί, με επιδόσεις δικτύου ισοδύναμες με αυτές που είναι δυνατό να επιτευχθούν με την εγκατάσταση οπτικών ινών έως ένα κτίριο πολλαπλών κατοικιών, το οποίο θεωρείται ως τοποθεσία εξυπηρέτησης. Στην περίπτωση ασύρματης σύνδεσης, αυτό αντιστοιχεί με επιδόσεις δικτύου παρόμοιες με εκείνες που είναι δυνατό να επιτευχθούν με βάση την εγκατάσταση οπτικών ινών έως τον σταθμό βάσης, ο οποίος θεωρείται ως τοποθεσία εξυπηρέτησης. Οι διαφορές στην εμπειρία των τελικών χρηστών που οφείλονται στα διαφορετικά χαρακτηριστικά του μέσου διά του οποίου το δίκτυο συνδέεται τελικά με το σημείο τερματισμού του δικτύου δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα ασύρματο δίκτυο θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι παρέχει παρόμοιες επιδόσεις δικτύου ή όχι. Σύμφωνα με την αρχή της ουδετερότητας της τεχνολογίας, δεν θα πρέπει να αποκλείονται άλλες τεχνολογίες και μέσα μετάδοσης, στην περίπτωση που είναι συγκρίσιμα με αυτό το βασικό σενάριο ως προς τις ικανότητές τους. Η ανάπτυξη των εν λόγω «δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας» είναι πιθανό να αυξήσει περαιτέρω τις ικανότητες των δικτύων και θα προλειάνει το έδαφος για την ανάπτυξη των μελλοντικών γενεών ασύρματων δικτύων που θα βασίζονται σε ενισχυμένες ραδιοδιεπαφές και πιο συμπυκνωμένη αρχιτεκτονική δικτύου.

(14)  Οι ορισμοί είναι ανάγκη να προσαρμοστούν ώστε να εξασφαλιστεί ότι είναι σύμφωνοι με την αρχή της ουδετερότητας της τεχνολογίας και να συμβαδίζουν με τις τεχνολογικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένων νέων μορφών διαχείρισης δικτύων, όπως μέσω εξομοίωσης λογισμικού ή δικτύων καθοριζόμενων από λογισμικό. Οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι εξελίξεις στην αγορά έχουν στρέψει τα δίκτυα προς την τεχνολογία πρωτοκόλλου διαδικτύου (IP) και έδωσαν στους τελικούς χρήστες τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ ενός συνόλου ανταγωνιζόμενων παρόχων φωνητικής υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, ο όρος «διαθέσιμη στο κοινό τηλεφωνική υπηρεσία», που χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά στην οδηγία 2002/22/ΕΚ και θεωρείται ευρέως ότι αναφέρεται στις παραδοσιακές αναλογικές τηλεφωνικές υπηρεσίες, θα πρέπει να αντικατασταθεί από τον πιο σύγχρονο και τεχνολογικά ουδέτερο όρο «υπηρεσία φωνητικών επικοινωνών». Θα πρέπει να διαχωρίζονται οι όροι παροχής μιας υπηρεσίας από τα στοιχεία που πραγματικά ορίζουν μια υπηρεσία φωνητικών επικοινωνιών, δηλαδή μια υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμη στο κοινό για τη δημιουργία και τη λήψη, άμεσα ή έμμεσα, εθνικών ή εθνικών και διεθνών κλήσεων μέσω αριθμού ή αριθμών που υπάρχουν σε εθνικό ή διεθνές σχέδιο ▌ αριθμοδότησης, είτε η υπηρεσία αυτή βασίζεται σε τεχνολογία μεταγωγής δικτύου είτε πακετομεταγωγής. Μια τέτοια υπηρεσία είναι εκ φύσεως αμφίδρομη και παρέχει δυνατότητα επικοινωνίας σε αμφότερα τα μέρη. Η υπηρεσία η οποία δεν πληροί όλους αυτούς τους όρους, όπως, για παράδειγμα, μια εφαρμογή που ενεργοποιείται με το «ποντίκι» σε μια ιστοθέση εξυπηρέτησης πελατών, δεν θεωρείται τέτοια υπηρεσία. Οι υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών περιλαμβάνουν επίσης μέσα επικοινωνίας τα οποία προορίζονται ειδικά για τους ▌ τελικούς χρήστες με αναπηρίες που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες μεταφοράς κειμένου ή πλήρους συνομιλίας.

(15)  Οι υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται για σκοπούς επικοινωνιών και τα τεχνικά μέσα πραγματοποίησής τους έχουν εξελιχθεί σε μεγάλο βαθμό. Οι τελικοί χρήστες υποκαθιστούν όλο και περισσότερο τις παραδοσιακές υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας, γραπτών μηνυμάτων (SMS) και μεταφοράς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με λειτουργικά ισοδύναμες επιγραμμικές υπηρεσίες όπως η φωνή μέσω IP, οι υπηρεσίες ανταλλαγής μηνυμάτων και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μέσω διαδικτύου. Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι τελικοί χρήστες και τα δικαιώματά τους τυγχάνουν αποτελεσματικής και ισότιμης προστασίας όταν χρησιμοποιούν λειτουργικά ισοδύναμες υπηρεσίες, ένας ορισμός των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών με μελλοντική προοπτική δεν θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά σε τεχνικές παραμέτρους, αλλά μάλλον να στηρίζεται σε λειτουργική προσέγγιση. Το πεδίο εφαρμογής της απαραίτητης ρύθμισης θα πρέπει να είναι κατάλληλο για να επιτύχει τους οικείους στόχους δημόσιου συμφέροντος. Αν και η «μεταφορά σημάτων» εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική παράμετρο για τον ορισμό των υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, ο ορισμός θα πρέπει να καλύπτει επίσης και άλλες υπηρεσίες που καθιστούν δυνατή την επικοινωνία. Από τη σκοπιά του τελικού χρήστη, δεν έχει σημασία αν ο πάροχος μεταφέρει ο ίδιος σήματα ή αν η επικοινωνία πραγματοποιείται μέσω υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο. Κατά συνέπεια, ο ορισμός των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να περιέχει τρία είδη υπηρεσιών που ενδέχεται να αλληλεπικαλύπτονται εν μέρει, δηλαδή υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(17), υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών, όπως ορίζονται στην παρούσα οδηγία, και υπηρεσιών οι οποίες συνίστανται εξ ολοκλήρου ή κυρίως στη μεταφορά σημάτων. Ο ορισμός των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να εξαλείψει τις ασάφειες που διαπιστώθηκαν κατά την εφαρμογή του ορισμού ως είχε πριν από την έκδοση της παρούσας οδηγίας και να καταστήσει δυνατή την προσαρμοσμένη ανά διάταξη εφαρμογή των συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που περιλαμβάνονται στο πλαίσιο για τα διάφορα είδη υπηρεσιών. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, είτε ως αμοιβή είτε με άλλο τρόπο, θα πρέπει να συμμορφώνεται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(18).

(16)  Προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ορισμού των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μια υπηρεσία χρειάζεται να παρέχεται κανονικά έναντι αμοιβής. Στην ψηφιακή οικονομία, οι συμμετέχοντες στην αγορά θεωρούν όλο και περισσότερο ότι οι πληροφορίες για τους χρήστες έχουν χρηματική αξία. Οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών συχνά παρέχονται στον τελικό χρήστη έναντι όχι μόνον χρηματικής αντιπαροχής, αλλά όλο και πιο συχνά έναντι της παροχής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή άλλων δεδομένων. Η έννοια της αμοιβής θα πρέπει συνεπώς να καλύπτει καταστάσεις όπου ο πάροχος υπηρεσίας ζητά και ο τελικός χρήστης παρέχει εν γνώσει του δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή άλλα δεδομένα άμεσα ή έμμεσα στον πάροχο. Θα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης καταστάσεις κατά τις οποίες ο τελικός χρήστης επιτρέπει την πρόσβαση σε πληροφορίες χωρίς να ▌ τις παρέχει ενεργώς, όπως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσης IP ή άλλες πληροφορίες που δημιουργούνται αυτόματα, όπως οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται και διαβιβάζονται μέσω «cookies» ▌. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δικαστήριο) σχετικά με το άρθρο 57 ΣΛΕΕ(19), αμοιβή υφίσταται κατά την έννοια της ΣΛΕΕ επίσης αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρώνεται από τρίτο και όχι από τον αποδέκτη της υπηρεσίας. Η έννοια της αμοιβής θα πρέπει, ως εκ τούτου, να περιλαμβάνει επίσης τις καταστάσεις όπου ο τελικός χρήστης εκτίθεται σε διαφημιστικά μηνύματα ως προϋπόθεση για την απόκτηση πρόσβασης στην υπηρεσία ή καταστάσεις στις οποίες ο πάροχος υπηρεσιών αξιοποιεί χρηματικώς τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχει συγκεντρώσει ▌σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679.

(17)  Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών είναι υπηρεσίες που επιτρέπουν τη διαπροσωπική και διαδραστική ανταλλαγή πληροφοριών και καλύπτουν υπηρεσίες όπως οι παραδοσιακές τηλεφωνικές κλήσεις μεταξύ δύο ατόμων, αλλά επίσης και όλους τους τύπους μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, υπηρεσιών ανταλλαγής μηνυμάτων ή ομάδων συζητήσεων. Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών καλύπτουν μόνο τις επικοινωνίες μεταξύ πεπερασμένου, δηλαδή όχι εν δυνάμει απεριόριστου, αριθμού φυσικών προσώπων ο οποίος προσδιορίζεται από τον αποστολέα της επικοινωνίας. Οι επικοινωνίες που αφορούν νομικά πρόσωπα θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ορισμού, όταν φυσικά πρόσωπα ενεργούν για λογαριασμό αυτών των νομικών προσώπων ή συμμετέχουν σε τουλάχιστον μία πλευρά της επικοινωνίας. Η διαδραστική επικοινωνία συνεπάγεται ότι η υπηρεσία επιτρέπει στον αποδέκτη των πληροφοριών να αποκρίνεται. Οι υπηρεσίες που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτές, όπως είναι η γραμμική ευρυεκπομπή, το βίντεο κατά παραγγελία, οι ιστότοποι, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα ιστολόγια (blog) ή η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ μηχανών, δεν θα πρέπει να θεωρούνται υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, μια υπηρεσία δεν θα πρέπει να θεωρείται υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών αν ο μηχανισμός διαπροσωπικής και διαδραστικής επικοινωνίας αποτελεί έλασσον και καθαρά δευτερεύον στοιχείο για άλλη υπηρεσία και, για αντικειμενικούς τεχνικούς λόγους, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς την εν λόγω κύρια υπηρεσία και η ενσωμάτωσή του δεν αποτελεί μέσο για την παράκαμψη της εφαρμογής των κανόνων που διέπουν τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ως στοιχεία τυχόν εξαίρεσης από τον ορισμό, οι λέξεις «έλασσον» και «καθαρά δευτερεύον» θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά και από την αντικειμενική σκοπιά του τελικού χρήστη. Ένα στοιχείο διαπροσωπικών επικοινωνιών θα μπορούσε να θεωρηθούν έλασσον αν η αντικειμενική χρησιμότητά του για τον τελικό χρήστη είναι πολύ περιορισμένη και στην πραγματικότητα σπανίως χρησιμοποιείται από τους τελικούς χρήστες. Ένα παράδειγμα χαρακτηριστικού που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο ορισμού των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών θα μπορούσε να είναι, κατ’ αρχήν, ένας δίαυλος επικοινωνίας σε διαδικτυακά παιχνίδια, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του μηχανισμού επικοινωνίας της υπηρεσίας.

(18)  Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών με χρήση αριθμών από εθνικά και διεθνή ▌ σχέδια αριθμοδότησης συνδέονται με δημοσίως χορηγούμενους πόρους αριθμοδότησης. Οι εν λόγω υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών περιλαμβάνουν τόσο υπηρεσίες στις οποίες χορηγούνται αριθμοί τελικών χρηστών με σκοπό τη διασφάλιση της διατερματικής συνδεσιμότητας, όσο και υπηρεσίες που επιτρέπουν στους τελικούς χρήστες την πρόσβαση σε πρόσωπα στα οποία έχουν χορηγηθεί αυτοί οι αριθμοί. Η απλή χρήση αριθμού ως αναγνωριστικού δεν θα πρέπει να θεωρείται ισοδύναμη με τη χρήση αριθμού για τη σύνδεση με τους δημοσίως χορηγούμενους αριθμούς και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να μη θεωρείται από μόνη της επαρκής για να χαρακτηριστεί μια υπηρεσία ως υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών. Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών θα πρέπει να υπόκεινται σε υποχρεώσεις, μόνο εφόσον δημόσια συμφέροντα απαιτούν την εφαρμογή ειδικών ρυθμιστικών υποχρεώσεων σε όλα τα είδη υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών, ανεξαρτήτως του αν χρησιμοποιούν αριθμούς για την παροχή των υπηρεσιών τους. Είναι θεμιτή η διαφορετική μεταχείριση των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών, διότι συμμετέχουν σε δημοσίως εξασφαλισμένο διαλειτουργικό οικοσύστημα και, ως εκ τούτου, επωφελούνται επίσης από αυτό.

(19)  Το σημείο τερματισμού του δικτύου αντιπροσωπεύει το όριο, για ρυθμιστικούς σκοπούς, μεταξύ του ρυθμιστικού πλαισίου για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της ρύθμισης του τηλεπικοινωνιακού τερματικού εξοπλισμού. Η εθνική ρυθμιστική αρχή είναι αρμόδια για τον ορισμό του τόπου του σημείου τερματισμού του δικτύου. Λαμβανομένης υπόψη της πρακτικής των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και δεδομένης της ποικιλίας σταθερών και ασύρματων τοπολογιών, ο Φορέας Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες («BEREC») θα πρέπει, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με κοινές προσεγγίσεις για τον προσδιορισμό του σημείου τερματισμού του δικτύου, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, σε διάφορες συγκεκριμένες περιστάσεις.

(20)  Οι τεχνικές εξελίξεις καθιστούν δυνατή για τους τελικούς χρήστες την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης όχι μόνο με φωνητικές κλήσεις, αλλά και με άλλες υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών. Η έννοια της έκτακτης ανάγκης θα πρέπει επομένως να καλύπτει όλες εκείνες τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών που επιτρέπουν αυτή την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Βασίζεται στα στοιχεία του συστήματος έκτακτης ανάγκης που ήδη καθιερώνονται με το δίκαιο της Ένωσης, δηλαδή το «κέντρο κλήσεων έκτακτης ανάγκης» («PSAP») και το «πλέον κατάλληλο PSAP» όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2015 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(20), καθώς και στις «υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης» όπως ορίζονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 305/2013 της Επιτροπής(21).

(21)  Οι εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν ένα εναρμονισμένο σύνολο στόχων και αρχών επί των οποίων να στηρίζουν το έργο τους και θα πρέπει, όπου είναι αναγκαίο, να συντονίζουν τις δράσεις τους με τις αρχές άλλων κρατών μελών και με τον BEREC κατά τη διεξαγωγή των καθηκόντων τους εντός του εν λόγω ρυθμιστικού πλαισίου.

(22)  Τα καθήκοντα που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές από την παρούσα οδηγία συμβάλλουν στην εκπλήρωση ευρύτερων πολιτικών στους τομείς του πολιτισμού, της απασχόλησης, του περιβάλλοντος, της κοινωνικής συνοχής και της χωροταξίας.

(23)  Το ρυθμιστικό πλαίσιο θα πρέπει, επιπλέον των υφιστάμενων τριών πρωταρχικών στόχων που συνίστανται στην προώθηση του ανταγωνισμού, της εσωτερικής αγοράς και των συμφερόντων των τελικών χρηστών, να επιδιώκει έναν επιπλέον στόχο, ο οποίος, όσον αφορά τα αποτελέσματα, διαρθρώνεται σε: ευρεία πρόσβαση σε πολύ υψηλής χωρητικότητας δίκτυα για όλους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Ένωσης, με βάση λογικές τιμές και επιλογές ▌, αποτελεσματικό και θεμιτό ανταγωνισμό, ▌ανοικτή καινοτομία, ▌αποτελεσματική χρήση του ραδιοφάσματος, ▌κοινούς κανόνες και προβλέψιμες ρυθμιστικές προσεγγίσεις στην εσωτερική αγορά και ▌τους απαραίτητους ειδικούς τομεακούς κανόνες για τη διασφάλιση των συμφερόντων των πολιτών της Ένωσης. Για τα κράτη μέλη, τις εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές και τους συμφεροντούχους, αυτός ο στόχος συνδεσιμότητας αντιστοιχεί, αφενός, στην επιδίωξη δικτύων και υπηρεσιών της υψηλότερης χωρητικότητας που είναι οικονομικά βιώσιμη σε δεδομένη περιοχή και, αφετέρου, στην επιδίωξη της εδαφικής συνοχής, με την έννοια της σύγκλισης ως προς τη διαθέσιμη χωρητικότητα σε διάφορους τομείς.

(24)  Η πρόοδος προς την επίτευξη των γενικών στόχων της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να υποστηριχθεί από ένα εύρωστο σύστημα συνεχούς και συγκριτικής αξιολόγησης από την Επιτροπή των κρατών μελών όσον αφορά την ύπαρξη συνδεσιμότητας πολύ υψηλής χωρητικότητας σε όλους τους βασικούς κοινωνικοοικονομικούς κινητήριους μοχλούς όπως τα σχολεία, οι συγκοινωνιακοί κόμβοι, οι βασικοί πάροχοι δημόσιων υπηρεσιών και οι έντονα ψηφιοποιημένες επιχειρήσεις, η διαθεσιμότητα αδιάλειπτης κάλυψης 5G για τις αστικές περιοχές και τις μείζονες επίγειες διαδρομές μεταφορών και η διαθεσιμότητα για όλα τα νοικοκυριά σε κάθε κράτος μέλος δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ικανών να παρέχουν τουλάχιστον 100 Mbps και τα οποία θα είναι άμεσα αναβαθμίσιμα σε ταχύτητες gigabit. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσει να παρακολουθεί τις επιδόσεις των κρατών μελών, μεταξύ άλλων, για παράδειγμα, μέσω δεικτών που συνοψίζουν τους επιμέρους συναφείς δείκτες για τις ψηφιακές επιδόσεις της Ένωσης και καταδεικνύουν την εξέλιξη των κρατών μελών όσον αφορά την ψηφιακή ανταγωνιστικότητα, όπως ο δείκτης ψηφιακής οικονομίας και κοινωνίας, και, εφόσον είναι αναγκαίο, να θεσπίζει νέες μεθόδους και νέα αντικειμενικά, συγκεκριμένα και μετρήσιμα κριτήρια για τη συγκριτική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των κρατών μελών.

(25)  Η αρχή σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης με τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο, δηλαδή ότι μια εθνική ρυθμιστική ή άλλη αρμόδια αρχή δεν θα πρέπει ούτε να επιβάλλει ούτε να ευνοεί τη χρησιμοποίηση συγκεκριμένου είδους τεχνολογίας, δεν αποκλείει τη λήψη ανάλογης μέριμνας για την προώθηση ορισμένων ειδικών υπηρεσιών, όποτε αυτό δικαιολογείται προκειμένου να επιτυγχάνονται οι στόχοι του ρυθμιστικού πλαισίου, παραδείγματος χάριν ψηφιακή τηλεόραση ως μέσο για την αύξηση της αποτελεσματικότητας του ραδιοφάσματος. Επιπλέον, η εν λόγω αρχή δεν αποκλείει να λαμβάνεται υπόψη ότι ορισμένα μέσα μετάδοσης διαθέτουν φυσικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά που μπορούν να είναι ανώτερα όσον αφορά την ποιότητα των υπηρεσιών, τη χωρητικότητα, το κόστος συντήρησης, την ενεργειακή αποδοτικότητα, την ευελιξία διαχείρισης, την αξιοπιστία, την ανθεκτικότητα και τη δυνατότητα κλιμάκωσης και, εν τέλει, τις επιδόσεις, τα οποία μπορούν να αντανακλώνται στα μέτρα που λαμβάνονται με σκοπό την επιδίωξη των διαφόρων ρυθμιστικών στόχων.

(26)  Θα πρέπει να ενθαρρύνονται οι αποτελεσματικές επενδύσεις σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό, ώστε να προωθηθούν η οικονομική μεγέθυνση, η καινοτομία και οι δυνατότητες επιλογής του καταναλωτή.

(27)  O καλύτερος τρόπος για να ενθαρρυνθεί ο ανταγωνισμός προϋποθέτει επαρκείς από οικονομική άποψη επενδύσεις σε νέες αλλά και σε υπάρχουσες υποδομές, πλαισιωμένες εφόσον απαιτείται από ρυθμίσεις, με σκοπό βεβαίως ένα αποτελεσματικό επίπεδο ανταγωνιστικότητας στις υπηρεσίες λιανικής. Αποδοτικός κρίνεται ο βασισμένος στις υποδομές ανταγωνισμός όταν το εύρος της αλληλεπικάλυψης των υποδομών επιτρέπει στους επενδυτές να προσβλέπουν λογικά σε ικανοποιητικές αποδόσεις βάσει εύλογων προσδοκιών όσον αφορά την εξέλιξη των μεριδίων της αγοράς.

(28)  Είναι αναγκαία η παροχή κατάλληλων κινήτρων για επενδύσεις σε νέα δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας που στηρίζουν τις καινοτόμες υπηρεσίες διαδικτύου με πλούσιο περιεχόμενο και θα ενισχύσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ένωσης. Τα δίκτυα αυτά διαθέτουν τεράστιο δυναμικό για την παροχή πλεονεκτημάτων στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ένωση. Έχει συνεπώς ζωτική σημασία να προωθηθούν οι βιώσιμες επενδύσεις στην ανάπτυξη των εν λόγω νέων δικτύων και ταυτοχρόνως να διασφαλισθεί ο ανταγωνισμός, δεδομένου ότι εξακολουθούν να υφίστανται σημεία συμφόρησης και φραγμοί εισόδου σε επίπεδο υποδομής, και να ενισχυθούν οι δυνατότητες επιλογής των καταναλωτών μέσω της ρυθμιστικής προβλεψιμότητας και συνέπειας.

(29)  Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η προοδευτική μείωση των εκ των προτέρων τομεακών κανόνων, καθώς θα αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός στην αγορά, και, τελικά, να διασφαλιστεί ότι οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο του ανταγωνισμού. Δεδομένου ότι οι αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν επιδείξει ισχυρή ανταγωνιστική δυναμική τα τελευταία χρόνια, έχει σημασία να επιβάλλονται εκ των προτέρων ρυθμιστικές υποχρεώσεις, ▌ μόνο εφόσον δεν υφίσταται πραγματικός και βιώσιμος ανταγωνισμός στις ▌ σχετικές αγορές. Στόχος της εκ των προτέρων ρυθμιστικής παρέμβασης είναι να προκύψουν οφέλη για τους τελικούς χρήστες με το να καταστούν οι αγορές λιανικής πραγματικά ανταγωνιστικές σε βιώσιμη βάση. Οι υποχρεώσεις σε επίπεδο χονδρικής θα πρέπει να επιβάλλονται όταν σε διαφορετική περίπτωση μία ή περισσότερες αγορές λιανικής θα ήταν απίθανο να καταστούν πραγματικά ανταγωνιστικές χωρίς την επιβολή των εν λόγω υποχρεώσεων. Είναι πιθανό ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές σταδιακά είναι σε θέση, μέσω της διαδικασίας της ανάλυσης αγοράς, να διαπιστώνουν ότι ορισμένες αγορές λιανικής είναι ανταγωνιστικές ακόμα και χωρίς ρύθμιση σε επίπεδο χονδρικής, ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι αναμενόμενες βελτιώσεις από πλευράς καινοτομίας και ανταγωνισμού. Στην περίπτωση αυτή, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να συνάγει το συμπέρασμα ότι δεν χρειάζεται πλέον ρύθμιση σε επίπεδο χονδρικής και να αξιολογεί την αντίστοιχη αγορά χονδρικής ως προς τη σκοπιμότητα της άρσης της εκ των προτέρων κανονιστικής ρύθμισης. Στο πλαίσιο αυτό, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τυχόν αποτελέσματα μόχλευσης μεταξύ της αγοράς χονδρικής και των σχετικών αγορών λιανικής, για τα οποία ενδέχεται να απαιτείται η άρση των φραγμών εισόδου σε επίπεδο υποδομής, προκειμένου να διασφαλιστεί μακροπρόθεσμα ο ανταγωνισμός σε επίπεδο λιανικής.

(30)  Οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες καθίστανται ουσιώδεις για αυξανόμενο αριθμό κλάδων. Το διαδίκτυο των πραγμάτων αποτελεί παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η μετάδοση ραδιοφωνικών σημάτων, στην οποία στηρίζονται οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες, εξακολουθεί να εξελίσσεται και να διαμορφώνει την κοινωνική και επιχειρηματική πραγματικότητα. Προκειμένου να αποκομίζεται το μέγιστο όφελος από τις εξελίξεις αυτές, είναι ουσιώδης η καθιέρωση και προσαρμογή νέων ασύρματων τεχνολογιών και εφαρμογών επικοινωνιών στη διαχείριση του ραδιοφάσματος. Όπως άλλες τεχνολογίες και εφαρμογές που βασίζονται σε ραδιοφάσμα υπόκεινται εξίσου στην αυξανόμενη ζήτηση και μπορούν να ενισχυθούν με την ενσωμάτωση ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή τον συνδυασμό με αυτές, στη διαχείριση του ραδιοφάσματος θα πρέπει να υιοθετείται, κατά περίπτωση, διατομεακή προσέγγιση για τη βελτίωση της αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος.

(31)  Ο στρατηγικός σχεδιασμός και, όποτε απαιτείται, η εναρμόνιση σε ενωσιακό επίπεδο μπορούν να συμβάλουν ώστε να εξασφαλισθεί ότι οι χρήστες του ραδιοφάσματος θα επωφελούνται πλήρως από την εσωτερική αγορά και ότι τα ενωσιακά συμφέροντα θα μπορούν να προστατεύονται πραγματικά παγκοσμίως. Για τους εν λόγω σκοπούς, θα πρέπει να είναι δυνατό να εγκρίνονται πολυετή προγράμματα στον τομέα της πολιτικής ραδιοφάσματος, εφόσον κρίνεται σκόπιμο. Το πρώτο εν λόγω πρόγραμμα καθιερώθηκε με την απόφαση αριθ. 243/2012/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(22), με την οποία καθορίζονται πολιτικοί προσανατολισμοί και στόχοι που θα καταστήσουν δυνατό τον στρατηγικό σχεδιασμό και την εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος στην Ένωση. Θα πρέπει να είναι δυνατόν για τους εν λόγω πολιτικούς προσανατολισμούς και στόχους να αναφέρονται ενδεχομένως στη διάθεση και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος που απαιτείται για τη δημιουργία και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(32)  Η σημασία των εθνικών συνόρων για τον καθορισμό της βέλτιστης χρήσης ραδιοφάσματος μειώνεται όλο και περισσότερο. Ο περιττός κατακερματισμός μεταξύ εθνικών πολιτικών ▌ επιφέρει αυξανόμενο κόστος και απώλεια ευκαιριών αγοράς για χρήστες του ραδιοφάσματος και επιβραδύνει την καινοτομία εις βάρος της χρηστής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και να βλάψει τους καταναλωτές και την οικονομία στο σύνολό της.

(33)  Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος θα πρέπει να είναι συνεπείς προς το έργο των διεθνών και περιφερειακών οργανισμών που ασχολούνται με τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, π.χ. της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU) και της ευρωπαϊκής διάσκεψης των ταχυδρομικών και τηλεπικοινωνιακών οργανισμών (CEPT), ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική διαχείριση και η εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος σε ολόκληρη την Ένωση καθώς και μεταξύ των κρατών μελών και άλλων μελών της ITU.

(34)  Σύμφωνα με την αρχή του διαχωρισμού ρυθμιστικών και εκτελεστικών αρμοδιοτήτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εγγυώνται την ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών και άλλων αρμόδιων αρχών ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η αμεροληψία των αποφάσεών τους. Αυτή η απαίτηση ανεξαρτησίας εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της θεσμικής αυτονομίας και των συνταγματικών υποχρεώσεων των κρατών μελών ή της αρχής της ουδετερότητας όσον αφορά τους κανόνες των κρατών μελών που διέπουν το καθεστώς ιδιοκτησίας που ορίζεται στο άρθρο 345 ΣΛΕΕ. Οι εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν όλους τους απαραίτητους πόρους, όσον αφορά το προσωπικό, την εμπειρία και τα οικονομικά μέσα, για να διεκπεραιώνουν τα καθήκοντά τους.

(35)  Ορισμένα καθήκοντα δυνάμει της οδηγίας, όπως η εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση των αγορών, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής υποχρεώσεων για την πρόσβαση και τη διασύνδεση, και η επίλυση των διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων είναι καθήκοντα που θα πρέπει να αναλαμβάνονται μόνο από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, δηλαδή φορείς ανεξάρτητους τόσο από τον κλάδο όσο και από οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση ή πολιτική πίεση. Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να αναθέτουν άλλα ρυθμιστικά καθήκοντα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία είτε στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές είτε σε άλλες αρμόδιες αρχές. Κατά τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προάγουν τη σταθερότητα των αρμοδιοτήτων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών λαμβανομένης υπόψη της ανάθεσης των καθηκόντων που προέκυψε από τη μεταφορά του κανονιστικού πλαισίου ηλεκτρονικών επικοινωνιών της Ένωσης όπως τροποποιήθηκε το 2009, ιδίως όσων σχετίζονται με τον ανταγωνισμό στην αγορά ή την είσοδο στην αγορά. Στις περιπτώσεις που τα καθήκοντα ανατίθενται σε άλλες αρμόδιες αρχές, αυτές θα πρέπει να απευθύνονται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές για γνωμοδότηση πριν από τη λήψη απόφασης. Σύμφωνα με την αρχή της καλής συνεργασίας, οι εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ανταλλάσσουν πληροφορίες για την άσκηση των καθηκόντων τους.

(36)  Η παρούσα οδηγία δεν περιλαμβάνει ουσιαστικές διατάξεις για την πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο ή για την περιαγωγή και δεν θίγει την κατανομή αρμοδιοτήτων στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 531/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(23) και στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2120. Ωστόσο, η παρούσα οδηγία προβλέπει, επιπλέον, ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα είναι αρμόδιες για την αξιολόγηση και την παρακολούθηση εκ του σύνεγγυς ζητημάτων που αφορούν πρόσβαση στην αγορά και τον ανταγωνισμό τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν το δικαίωμα των τελικών χρηστών στην πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο.

(37)  Η ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ενισχύθηκε κατά την αναθεώρηση του κανονιστικού πλαισίου ηλεκτρονικών επικοινωνιών η οποία ολοκληρώθηκε το 2009 ώστε να διασφαλισθεί αποτελεσματικότερη εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου και να αυξηθεί το κύρος τους και η προβλεψιμότητα των αποφάσεών τους. Για τον σκοπό αυτό, έπρεπε να υπάρξει ρητή πρόβλεψη στο εθνικό δίκαιο που να εξασφάλιζε ότι, κατά την άσκηση των καθηκόντων της, μια εθνική ρυθμιστική αρχή προστατεύεται έναντι εξωτερικών παρεμβάσεων ή πολιτικών πιέσεων που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή της στα θέματα των οποίων επιλαμβάνεται. Η εξωτερική αυτή επιρροή καθιστά έναν εθνικό νομοθετικό φορέα ακατάλληλο να αναλάβει δράση ως εθνική ρυθμιστική αρχή στο πλαίσιο του ρυθμιστικού πλαισίου. Προς τούτο έπρεπε καταρχάς να θεσπισθούν κανόνες όσον αφορά τους λόγους για την απόλυση του επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ώστε να αρθεί κάθε εύλογη αμφιβολία ως προς την ουδετερότητα του εν λόγω φορέα και τη θωράκισή του έναντι εξωτερικών παραγόντων. Προκειμένου να αποφεύγονται αυθαίρετες απολύσεις, το απολυθέν μέλος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητά από τα αρμόδια δικαστήρια να ελέγχουν την ύπαρξη βάσιμου λόγου απόλυσης, που να συγκαταλέγεται μεταξύ των προβλεπόμενων στην παρούσα οδηγία. Αυτή η απόλυση θα πρέπει να συνδέεται μόνο με τα προσωπικά ή επαγγελματικά προσόντα του επικεφαλής ή του μέλους. Είναι σημαντικό οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να έχουν δικό τους προϋπολογισμό, που να τους παρέχει ιδίως τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν επαρκή αριθμό ειδικευμένου προσωπικού. Για τη διασφάλιση διαφάνειας θα πρέπει ο προϋπολογισμός αυτός να δημοσιεύεται ετησίως. Εντός των ορίων του προϋπολογισμού τους, θα πρέπει να διαθέτουν αυτονομία στη διαχείριση των ανθρώπινων και οικονομικών πόρων τους. Για να διασφαλίζεται η αμεροληψία, τα κράτη μέλη που διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο επιχειρήσεων που συνεισφέρουν στον προϋπολογισμό των εθνικών ρυθμιστικών ή άλλων αρμόδιων αρχών μέσω διοικητικών επιβαρύνσεων θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι υφίσταται αποτελεσματικός διαρθρωτικός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων που συνδέονται με την άσκηση της κυριότητας ή του ελέγχου από την άσκηση ελέγχου επί του προϋπολογισμού.

(38)  Υπάρχει ανάγκη να ενισχυθεί περαιτέρω η ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ώστε να εξασφαλίζεται η θωράκιση των επικεφαλής και των μελών τους έναντι εξωτερικών πιέσεων, με την πρόβλεψη ελάχιστων προσόντων διορισμού και ελάχιστης διάρκειας της θητείας τους. Επιπλέον, για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος ρυθμιστικής άλωσης, να διασφαλιστεί η συνέχεια και να ενισχυθεί η ανεξαρτησία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο περιορισμού της δυνατότητας ανανέωσης της εντολής του επικεφαλής ή των μελών του συμβουλίου και να δημιουργήσουν κατάλληλο σύστημα περιτροπής για το συμβούλιο και την ανώτερη διοίκηση. Αυτό θα μπορούσε να διευθετηθεί, για παράδειγμα, με τον διορισμό των πρώτων μελών του συλλογικού οργάνου για διαφορετικές χρονικές περιόδους, προκειμένου οι θητείες τους, καθώς και εκείνες των διαδόχων τους, να μη λήγουν την ίδια χρονική στιγμή.

(39)  Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λογοδοτούν και να απαιτείται να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους. Η υποχρέωση αυτή θα πρέπει κανονικά να λαμβάνει τη μορφή υποχρέωσης ετήσιας υποβολής εκθέσεων και όχι αιτημάτων ad hoc παροχής στοιχείων, τα οποία, αν είναι δυσανάλογα, θα μπορούσαν να περιορίζουν την ανεξαρτησία τους ή να τις παρεμποδίζουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου(24), οι εκτεταμένες και άνευ όρων υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων ενδέχεται να επηρεάζουν έμμεσα την ανεξαρτησία μιας αρχής.

(40)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα στοιχεία των εθνικών ρυθμιστικών και άλλων αρμόδιων αρχών. Για αρχές αρμόδιες για τη χορήγηση δικαιωμάτων διέλευσης, η υποχρέωση κοινοποίησης θα πρέπει να μπορεί να τηρείται με παραπομπή στο ενιαίο σημείο πληροφόρησης που συστήνεται σύμφωνα με την οδηγία 2014/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(25).

(41)  Θα πρέπει να χρησιμοποιείται το κατά το δυνατόν λιγότερο επαχθές σύστημα αδειοδότησης που καθιστά δυνατή την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, προκειμένου να τονωθεί η ανάπτυξη νέων υπηρεσιών επικοινωνιών και πανευρωπαϊκών δικτύων υπηρεσιών και επικοινωνιών και να παρέχεται στους φορείς παροχής υπηρεσιών και στους καταναλωτές η δυνατότητα να επωφελούνται από τις οικονομίες κλίμακας της εσωτερικής αγοράς.

(42)  Τα οφέλη της εσωτερικής αγοράς για τους παρόχους υπηρεσιών και τους τελικούς χρήστες μπορούν να επιτευχθούν με γενική άδεια για δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, χωρίς να απαιτείται ρητή απόφαση ή διοικητική πράξη της εθνικής ρυθμιστικής αρχής και με περιορισμό των διαδικαστικών απαιτήσεων μόνο σε δηλωτική κοινοποίηση. Στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη απαιτούν κοινοποίηση από τους φορείς παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών όταν αρχίζουν τις δραστηριότητές τους, η εν λόγω κοινοποίηση δεν θα πρέπει να συνεπάγεται διοικητικό κόστος για τους παρόχους και θα μπορούσε να διατίθεται μέσω σημείου εισόδου στον ιστότοπο των αρμόδιων αρχών. Προκειμένου να υποστηριχθεί ο αποτελεσματικός διασυνοριακός συντονισμός, ιδίως για τους πανευρωπαϊκούς φορείς εκμετάλλευσης, ο BEREC θα πρέπει να καταρτίσει και να τηρεί βάση δεδομένων για τις εν λόγω κοινοποιήσεις. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαβιβάζουν στον BEREC μόνο πλήρεις κοινοποιήσεις. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εμποδίζουν την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών καθ’ οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων ελλιπούς κοινοποίησης.

(43)  Οι κοινοποιήσεις ▌ θα πρέπει να περιλαμβάνουν απλή δήλωση της πρόθεσης του παρόχου για έναρξη της παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Θα πρέπει μόνο να απαιτείται από τον πάροχο να συμπληρώνει την εν λόγω δήλωση μόνο με τις πληροφορίες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να επιβάλλουν πρόσθετες ή χωριστές απαιτήσεις κοινοποίησης.

(44)  Σε αντίθεση με τις άλλες κατηγορίες δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως ορίζονται στην παρούσα οδηγία, οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών δεν επωφελούνται από τη χρήση των δημόσιων πόρων αριθμοδότησης και δεν συμμετέχουν σε δημοσίως εξασφαλισμένο διαλειτουργικό οικοσύστημα. Δεν είναι, επομένως, σκόπιμο τα εν λόγω είδη υπηρεσιών να υπόκεινται στο καθεστώς γενικής άδειας.

(45)  Όταν χορηγούν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή πόρων αριθμοδότησης ή δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν τα δικαιώματα αυτά για τους σχετικούς όρους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να ορίζουν τους εν λόγω όρους για τη χρήση ραδιοφάσματος είτε στα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης είτε στη γενική άδεια.

(46)  Οι γενικές άδειες θα πρέπει να περιλαμβάνουν μόνο ειδικούς για τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών όρους. Δεν θα πρέπει να εξαρτώνται από όρους οι οποίοι ήδη επιβάλλονται βάσει άλλης ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, ειδικότερα του δικαίου προστασίας καταναλωτή, που δεν διέπει ειδικά τον τομέα των επικοινωνιών. Για παράδειγμα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να ενημερώνουν ▌ τις επιχειρήσεις σχετικά με εφαρμοστέες απαιτήσεις περιβαλλοντικού, χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού. Οι όροι που επιβάλλονται δυνάμει της γενικής άδειας δεν επηρεάζουν τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(26).

(47)  Οι όροι που θα μπορούσαν να επισυναφθούν σε γενικές άδειες καλύπτουν ειδικούς όρους που διέπουν την προσβασιμότητα για τελικούς χρήστες με αναπηρίες και την ανάγκη των δημόσιων αρχών και των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης για επικοινωνία μεταξύ τους και με το ευρύ κοινό πριν, κατά τη διάρκεια και έπειτα από καταστροφές μεγάλης κλίμακας.

(48)  Στις εν λόγω άδειες, είναι απαραίτητο να περιλαμβάνονται ρητά τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις επιχειρήσεων που διέπονται από γενικές άδειες, ώστε να διασφαλίζονται ενιαίοι κανόνες σε ολόκληρη την Ένωση και να διευκολύνεται η διασυνοριακή διαπραγμάτευση διασύνδεσης μεταξύ δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(49)  Οι γενικές άδειες επιτρέπουν στις επιχειρήσεις παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό να διαπραγματεύονται διασύνδεση υπό τους όρους της παρούσας οδηγίας. Οι επιχειρήσεις παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε άλλους πλην του κοινού μπορούν να διαπραγματεύονται διασύνδεση με εμπορικούς όρους.

(50)  Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, κατά την προσθήκη όρων που συνοδεύουν τις γενικές άδειες και την επιβολή διοικητικών τελών, τις περιπτώσεις στις οποίες τα δίκτυα ή οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών παρέχονται από φυσικά πρόσωπα σε μη κερδοσκοπική βάση. Στην περίπτωση των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που δεν παρέχονται στο κοινό, είναι σκόπιμο να επιβάλλονται λιγότεροι και ελαφρύτεροι όροι, εάν υπάρχουν, από εκείνους που δικαιολογούνται για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται στο κοινό.

(51)  Οι ειδικές υποχρεώσεις οι οποίες επιβάλλονται σε επιχειρήσεις παροχής δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο λόγω του ορισμού τους ως επιχειρήσεις που έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά όπως ορίζεται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει να επιβάλλονται χωριστά από τα γενικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο της γενικής άδειας.

(52)  Οι επιχειρήσεις παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών είναι δυνατόν να χρειάζονται επιβεβαίωση των δικαιωμάτων τους δυνάμει της γενικής άδειας όσον αφορά τη διασύνδεση και τα δικαιώματα διέλευσης, συγκεκριμένα για τη διευκόλυνση των διαπραγματεύσεων σε άλλα, περιφερειακά ή τοπικά, επίπεδα διακυβέρνησης ή με παρόχους υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρέχουν δηλώσεις στις επιχειρήσεις είτε κατ’ αίτησή τους είτε, εναλλακτικά, ως αυτόματη απάντηση σε κοινοποίηση δυνάμει της γενικής άδειας. Οι δηλώσεις αυτές δεν θα πρέπει αφ’ εαυτές να γεννούν δικαιώματα ούτε θα πρέπει τα τυχόν δικαιώματα δυνάμει της γενικής άδειας, τα δικαιώματα χρήσης ή η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών να εξαρτώνται από τη δήλωση.

(53)  Θα πρέπει να είναι δυνατόν να επιβάλλονται διοικητικές επιβαρύνσεις σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της εθνικής ρυθμιστικής ή άλλης αρμόδιας αρχής όσον αφορά τη διαχείριση του συστήματος γενικής αδειοδότησης και τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης. Αυτές οι επιβαρύνσεις θα πρέπει να περιορίζονται στην κάλυψη των πραγματικών διοικητικών δαπανών για τις εν λόγω δραστηριότητες. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να διασφαλίζεται διαφάνεια όσον αφορά τα έσοδα και τις δαπάνες των εθνικών ρυθμιστικών και άλλων αρμόδιων αρχών με την υποβολή ετήσιων εκθέσεων σχετικά με το συνολικό ποσό των επιβαρύνσεων που συγκεντρώνονται και των πραγματοποιηθεισών διοικητικών δαπανών, ώστε να επιτρέπεται στις επιχειρήσεις να επαληθεύουν εάν είναι ισορροπημένες.

(54)  Τα συστήματα διοικητικών επιβαρύνσεων δεν θα πρέπει να στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό ούτε να εμποδίζουν την είσοδο στην αγορά. Ένα σύστημα γενικών αδειών καθιστά αδύνατο να κατανέμονται διοικητικές δαπάνες και, συνεπώς, επιβαρύνσεις σε επιμέρους επιχειρήσεις, παρά μόνο για τη χορήγηση δικαιώματος χρήσης πόρων αριθμοδότησης, ραδιοφάσματος και δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών. Οι τυχόν εφαρμοστέες διοικητικές επιβαρύνσεις θα πρέπει να είναι σύμφωνες προς τις αρχές του συστήματος γενικών αδειών. Αντί αυτών των κριτηρίων κατανομής των επιβαρύνσεων, μια δίκαιη, απλή και διαφανής εναλλακτική μέθοδος θα μπορούσε να είναι, π.χ., μια κλείδα κατανομής βάσει του κύκλου εργασιών. Όταν οι διοικητικές επιβαρύνσεις είναι πολύ χαμηλές, ένα κατάλληλο σύστημα θα ήταν οι κατ’ αποκοπήν επιβαρύνσεις ή συνδυασμός κατ’ αποκοπήν επιβαρύνσεων με ένα στοιχείο βασιζόμενο στον κύκλο εργασιών. Στον βαθμό που το σύστημα γενικών αδειών επεκτείνεται σε επιχειρήσεις με πολύ μικρό μερίδιο αγοράς, όπως παρόχους δικτύων σε επίπεδο κοινότητας, ή σε παρόχους υπηρεσιών των οποίων το επιχειρηματικό μοντέλο αποφέρει πολύ περιορισμένα έσοδα, ακόμη και στην περίπτωση σημαντικής διείσδυσης στην αγορά όσον αφορά τους όγκους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αξιολογούν το ενδεχόμενο να καθορίζουν κατάλληλο ελάχιστο κατώφλι για την επιβολή διοικητικών επιβαρύνσεων.

(55)  Όταν αυτό αιτιολογείται αντικειμενικά, τα κράτη μέλη ενδέχεται να χρειάζεται να τροποποιούν δικαιώματα, όρους, διαδικασίες, επιβαρύνσεις και τέλη, σχετικά με γενικές άδειες και δικαιώματα χρήσης. Οι εν λόγω προτεινόμενες τροποποιήσεις θα πρέπει να κοινοποιούνται εγκαίρως και με τον προσήκοντα τρόπο σε όλους τους ενδιαφερόμενους, δίδοντάς τους την κατάλληλη ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους. ▌Θα πρέπει να αποφεύγονται περιττές διαδικασίες στην περίπτωση τροποποιήσεων ήσσονος σημασίας σε υφιστάμενα δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών ή δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή πόρων αριθμοδότησης, όταν οι τροποποιήσεις αυτές δεν έχουν επιπτώσεις σε συμφέροντα τρίτων. ▌Ως ήσσονος σημασίας τροποποιήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων λογίζονται εκείνες οι τροποποιήσεις που είναι κυρίως διοικητικού χαρακτήρα, δεν μεταβάλλουν τον ουσιαστικό χαρακτήρα των γενικών αδειών και των μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης και άρα δεν μπορούν να προσδώσουν οποιοδήποτε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις άλλες επιχειρήσεις. ▌

(56)  Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία που έχει η εξασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και προκειμένου να προαχθεί η ρυθμιστική προβλεψιμότητα για την παροχή ενός ασφαλούς περιβάλλοντος για τις επενδύσεις, ιδίως για νέες ασύρματες ευρυζωνικές επικοινωνίες, οποιοσδήποτε περιορισμός ή ανάκληση υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ή πόρων αριθμοδότησης ή δικαιώματος εγκατάστασης ευκολιών θα πρέπει να υπόκειται σε προβλέψιμες και διαφανείς αιτιολογήσεις και διαδικασίες. Ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να επιβάλλονται αυστηρότερες απαιτήσεις ή μηχανισμός κοινοποίησης, όταν έχουν ανατεθεί δικαιώματα χρήσης βάσει ανταγωνιστικών ή συγκριτικών διαδικασιών και στην περίπτωση των εναρμονισμένων ζωνών ραδιοφάσματος προς χρήση για υπηρεσίες ασύρματων ευρυζωνικών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι αιτιολογήσεις σχετικά με την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και την τεχνολογική εξέλιξη θα μπορούσαν να στηρίζονται στα τεχνικά μέτρα εφαρμογής που θεσπίζονται δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(27). Επιπλέον, εκτός εάν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι ήσσονος σημασίας, εφόσον οι γενικές άδειες και τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος χρειάζεται να περιοριστούν, να ανακληθούν ή να τροποποιηθούν χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του δικαιώματος, αυτό μπορεί να γίνει ύστερα από διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Δεδομένου ότι οι περιορισμοί ή η ανάκληση γενικών αδειών ή δικαιωμάτων μπορεί να έχουν σημαντικές συνέπειες για τους κατόχους τους, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προσέχουν ιδιαίτερα και να αξιολογούν εκ των προτέρων τη δυνητική βλάβη που ενδέχεται να προκαλέσουν αυτά τα μέτρα πριν από την έγκρισή τους.

(57)  Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, άλλες αρμόδιες αρχές και ο BEREC χρειάζεται να συγκεντρώνουν πληροφορίες από συντελεστές της αγοράς προκειμένου να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στα καθήκοντά τους, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της συμμόρφωσης των γενικών όρων και προϋποθέσεων με την παρούσα οδηγία χωρίς να αναστέλλεται η εφαρμογή των εν λόγω όρων και προϋποθέσεων κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης. Κατ’ εξαίρεση, μπορεί επίσης να είναι απαραίτητο να συγκεντρωθούν πληροφορίες από άλλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τομείς που έχουν στενή σχέση με τον τομέα των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως από παρόχους περιεχομένου, οι οποίοι κατέχουν πληροφορίες οι οποίες ενδέχεται να είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο. Ενδέχεται να είναι επίσης απαραίτητο να συγκεντρώνονται τέτοιου είδους πληροφορίες για λογαριασμό της Επιτροπής ▌, προκειμένου αυτή να εκπληρώνει τις αντίστοιχες υποχρεώσεις της βάσει του ενωσιακού δικαίου. Τα αιτήματα πληροφόρησης θα πρέπει να είναι αναλογικά και να μην επιβάλλουν υπέρμετρα βάρη στις επιχειρήσεις. Οι πληροφορίες που συλλέγουν οι εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι διαθέσιμες στο κοινό, εκτός εάν πρόκειται για εμπιστευτικές πληροφορίες δυνάμει των εθνικών κανόνων για την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες και εάν υπόκεινται σε ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες περί εμπορικού απορρήτου.

(58)  Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ασκούν αποτελεσματικά τα ρυθμιστικά τους καθήκοντα, θα πρέπει στα δεδομένα που συλλέγουν να περιλαμβάνονται λογιστικά δεδομένα για τις αγορές λιανικής που συνδέονται με αγορές χονδρικής στις περιπτώσεις που επιχείρηση ορίζεται ότι κατέχει σημαντική ισχύ στην αγορά και επομένως υπόκειται σε κανονιστική ρύθμιση εκ μέρους της εθνικής ρυθμιστικής αρχής. Στα δεδομένα αυτά θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνονται δεδομένα που θα παρέχουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή τη δυνατότητα αξιολόγησης της συμμόρφωσης με όρους που συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης, του πιθανού αντικτύπου από προγραμματισμένη αναβάθμιση ή αλλαγή στην τοπολογία δικτύου για την εξέλιξη του ανταγωνισμού ή σε προϊόντα χονδρικής που διατίθενται σε άλλα μέρη. Οι πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς υποχρεώσεις κάλυψης που συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος είναι ουσιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της πληρότητας των γεωγραφικών ερευνών των αναπτύξεων δικτύου ▌. Στο πλαίσιο αυτό, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτεί την παροχή πληροφοριών με ανάλυση σε τοπικό επίπεδο και σε επαρκές επίπεδο λεπτομέρειας ώστε να διεξάγει γεωγραφική έρευνα δικτύων.

(59)  Για την ελάφρυνση της επιβάρυνσης λόγω υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων και πληροφοριών για τους παρόχους δικτύων και υπηρεσιών και την αρμόδια αρχή, οι εν λόγω υποχρεώσεις θα πρέπει να είναι αναλογικές, αντικειμενικά αιτιολογημένες και περιορισμένες στα απολύτως απαραίτητα. Ειδικότερα, θα πρέπει να αποφεύγεται η επανάληψη αιτημάτων παροχής πληροφοριών από την αρμόδια αρχή και από τον BEREC, καθώς και η συστηματική και τακτική απόδειξη της συμμόρφωσης με όλους τους όρους δυνάμει γενικής άδειας ή δικαιώματος χρήσης. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να γνωρίζουν την επιδιωκόμενη χρήση των ζητούμενων πληροφοριών. Η παροχή πληροφοριών δεν θα πρέπει να αποτελεί όρο για την είσοδο στην αγορά. Για στατιστικούς λόγους, ενδέχεται να απαιτείται κοινοποίηση από τους παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όταν παύουν τις δραστηριότητές τους.

(60)  Δεν θα πρέπει να θίγονται οι υποχρεώσεις των κρατών μελών να παρέχουν πληροφορίες για την προάσπιση των ενωσιακών συμφερόντων δυνάμει διεθνών συμφωνιών, καθώς και οι υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων δυνάμει νομοθεσίας η οποία δεν αφορά ειδικά τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως το δίκαιο του ανταγωνισμού.

(61)  Πληροφορίες που κρίνονται εμπιστευτικές από μια αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τους ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες περί εμπορικού απορρήτου και προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, θα πρέπει να είναι δυνατόν να ανταλλάσσονται με την Επιτροπή, τον BEREC και τυχόν άλλες αρχές, εφόσον αυτή η ανταλλαγή είναι αναγκαία για την εφαρμογή του εθνικού δικαίου που μεταφέρει την παρούσα οδηγία. Οι ανταλλασσόμενες πληροφορίες θα πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι ενδείκνυται και αναλογεί στους σκοπούς μιας τέτοιας ανταλλαγής.

(62)  Τα ευρυζωνικά δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαφοροποιούνται ολοένα και περισσότερο όσον αφορά την τεχνολογία, την τοπολογία, το χρησιμοποιούμενο μέσο και την ιδιοκτησία. Ως εκ τούτου, η ρυθμιστική παρέμβαση πρέπει να στηρίζεται σε λεπτομερείς πληροφορίες ▌σχετικά με την ανάπτυξη δικτύων προκειμένου να είναι αποτελεσματική και να επικεντρώνεται στις περιοχές όπου χρειάζεται. Οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για την προώθηση των επενδύσεων, την ενίσχυση της συνδεσιμότητας σε ολόκληρη την Ένωση και την παροχή πληροφοριών σε όλες τις οικείες αρχές και τους πολίτες. Θα πρέπει να περιλαμβάνουν έρευνες όσον αφορά τόσο την ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας όσο και σημαντικές αναβαθμίσεις ή επεκτάσεις υφιστάμενων δικτύων χαλκού ή άλλων δικτύων που ενδέχεται να μην ανταποκρίνονται στα χαρακτηριστικά επιδόσεων των δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας από όλες τις απόψεις, όπως η ανάπτυξη οπτικής ίνας έως το κυτίο σύνδεσης σε συνδυασμό με ενεργές τεχνολογίες όπως η διανυσμάτωση. Οι σχετικές προβλέψεις θα πρέπει να αφορούν διάστημα μέχρι τριών ετών. Το επίπεδο λεπτομέρειας και εδαφικής ανάλυσης των πληροφοριών που θα πρέπει να συλλέγουν οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχει ως γνώμονα τον συγκεκριμένο ρυθμιστικό στόχο και θα πρέπει να είναι επαρκές για τους ρυθμιστικούς σκοπούς που εξυπηρετεί. Ως εκ τούτου, το μέγεθος της εδαφικής ενότητας θα ποικίλλει επίσης μεταξύ κρατών μελών, ανάλογα με τις ρυθμιστικές ανάγκες στις συγκεκριμένες εθνικές περιστάσεις και τη διαθεσιμότητα τοπικών δεδομένων. Το επίπεδο 3 της στατιστικής ονοματολογίας εδαφικών ενοτήτων (NUTS) είναι απίθανο να αποτελεί αρκετά μικρή εδαφική ενότητα στις περισσότερες περιστάσεις. Οι εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν γνώμονα τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές για την προσέγγιση αυτού του καθήκοντος, ενώ οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές θα μπορούν να στηρίζονται στην υπάρχουσα εμπειρία των εθνικών ρυθμιστικών και/ή άλλων αρμόδιων αρχών για τη διεξαγωγή γεωγραφικών ερευνών για την ανάπτυξη δικτύων. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπορικού απορρήτου, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει, όταν οι πληροφορίες δεν είναι ήδη διαθέσιμες στην αγορά, να καθιστούν τα δεδομένα άμεσα διαθέσιμα, σε ανοιχτό μορφότυπο σύμφωνα με την οδηγία 2003/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(28) και χωρίς περιορισμούς όσον αφορά την επαναχρησιμοποίηση των πληροφοριών που συλλέγονται στις εν λόγω έρευνες, και θα πρέπει να καθιστούν διαθέσιμα εργαλεία στους τελικούς χρήστες όσον αφορά την ποιότητα των υπηρεσιών για να συμβάλλουν στη βελτίωση της ενημέρωσής τους σχετικά με τις διαθέσιμες υπηρεσίες συνδεσιμότητας. Κατά τη συγκέντρωση οποιωνδήποτε πληροφοριών αυτού του είδους, όλες οι εμπλεκόμενες αρχές θα πρέπει να τηρούν την αρχή της εμπιστευτικότητας και να αποφεύγουν να προκαλούν ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε οποιαδήποτε επιχείρηση.

(63)  Η γεφύρωση του ψηφιακού χάσματος στην Ένωση είναι απαραίτητη προκειμένου να αποκτήσουν όλοι οι πολίτες της Ένωσης τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε διαδικτυακές και ψηφιακές υπηρεσίες. Για τον σκοπό αυτόν, στην περίπτωση συγκεκριμένων και σαφώς καθορισμένων ▌περιοχών, οι σχετικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καλέσουν τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες αρχές να δηλώσουν την πρόθεσή τους να αναπτύξουν δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας στις εν λόγω περιοχές, παρέχοντάς τους επαρκή χρόνο ώστε να παράσχουν πλήρως εμπεριστατωμένη απάντηση. Οι πληροφορίες που περιέχονται στις προβλέψεις θα πρέπει να απηχούν τις οικονομικές προοπτικές του τομέα των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις επενδυτικές προθέσεις των επιχειρήσεων κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων, ώστε να καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός της διαθέσιμης συνδεσιμότητας σε διάφορες περιοχές. Όταν μια επιχείρηση ή δημόσια αρχή δηλώνει την πρόθεση να αναπτύξει δίκτυα σε μια περιοχή, η εθνική ρυθμιστική ή άλλη αρμόδια αρχή θα πρέπει να μπορεί να απαιτήσει από άλλες επιχειρήσεις και δημόσιες αρχές να δηλώσουν κατά πόσον προτίθενται να αναπτύξουν δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας ή να προβούν σε σημαντική αναβάθμιση ή επέκταση του δικτύου τους ώστε να φτάνει σε επιδόσεις ταχύτητας καταφόρτωσης τουλάχιστον 100 Mbps στη συγκεκριμένη περιοχή. Η εν λόγω διαδικασία θα εξασφαλίσει διαφάνεια για τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες αρχές που έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για ανάπτυξη δικτύων στην περιοχή, ώστε, κατά τον σχεδιασμό των επιχειρηματικών τους σχεδίων, να μπορούν να αξιολογήσουν τον πιθανό ανταγωνισμό που θα αντιμετωπίσουν από άλλα δίκτυα. Η θετική επίδραση της διαφάνειας αυτής εξαρτάται από το κατά πόσον οι συμμετέχοντες στην αγορά θα παράσχουν ειλικρινείς και καλόπιστες απαντήσεις.

(64)  Αν και οι συμμετέχοντες στην αγορά έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν τα σχέδια ανάπτυξής τους για απρόβλεπτους, αντικειμενικούς και τεκμηριωμένους λόγους, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρεμβαίνουν, μεταξύ άλλων όταν υπάρχει αντίκτυπος στη δημόσια χρηματοδότηση, και, εάν κριθεί σκόπιμο, να επιβάλουν ποινές στην περίπτωση που τα εν λόγω σχέδια, εκ προθέσεως ή λόγω βαριάς αμέλειας, υποβλήθηκαν από επιχείρηση ή δημόσια αρχή με παραπλανητικές, εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες. Για τον σκοπό των συναφών διατάξεων σχετικά με τις ποινές, ως βαριά αμέλεια θα πρέπει να νοείται μια κατάσταση στην οποία μια επιχείρηση ή μια δημόσια αρχή παρέχει παραπλανητικές, εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες λόγω της συμπεριφοράς της ή εσωτερικής οργάνωσης που παραμελεί σοβαρά τη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά τις παρεχόμενες πληροφορίες. Η έννοια της βαριάς αμέλειας δεν θα πρέπει να προϋποθέτει ότι η επιχείρηση ή η δημόσια αρχή γνωρίζει ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι παραπλανητικές, εσφαλμένες ή ελλιπείς, αλλά ότι θα γνώριζε, εάν είχε ενεργήσει ή οργανωθεί με τη δέουσα επιμέλεια. Είναι σημαντικό οι ποινές να είναι αρκούντως αποτρεπτικές δεδομένων των αρνητικών επιπτώσεων στον ανταγωνισμό και στα έργα που χρηματοδοτούνται με δημόσιους πόρους. Οι διατάξεις σχετικά με τις ποινές δεν θα πρέπει να θίγουν τυχόν δικαιώματα για αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

(65)  Για την επίτευξη προβλέψιμων επενδυτικών συνθηκών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσουν πληροφορίες με επιχειρήσεις και δημόσιες αρχές που εκφράζουν ενδιαφέρον για ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας σχετικά με το κατά πόσον υπάρχουν ή προβλέπονται για την εν λόγω περιοχή άλλοι τύποι αναβαθμίσεων δικτύων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με ταχύτητα καταφόρτωσης κάτω των 100 Mbps.

(66)  Είναι σημαντικό οι εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές να διαβουλεύονται με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη επί των προτεινόμενων αποφάσεων, να τους παρέχουν επαρκές χρονικό διάστημα, ανάλογο με την περιπλοκότητα του ζητήματος, για να διαβιβάζουν τις παρατηρήσεις τους, και να λαμβάνουν υπόψη τους τις παρατηρήσεις τους πριν να λάβουν τελική απόφαση. Προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο δεν θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ή σε άλλους στόχους της ΣΛΕΕ, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να ανακοινώνουν ορισμένα σχέδια αποφάσεων στην Επιτροπή και στις άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές, προκειμένου να τους παρέχεται η ευκαιρία να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους. Είναι σκόπιμο οι αρμόδιες αρχές να διαβουλεύονται με τα ενδιαφερόμενα μέρη στις περιπτώσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία σχετικά με όλα τα σχέδια μέτρων που μπορεί να έχουν αντίκτυπο στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.

(67)  Σε ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι απόψεις των ενδιαφερομένων μερών, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Για τη δέουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των πολιτών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθιερώσουν κατάλληλο μηχανισμό διαβούλευσης. Ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να λάβει τη μορφή οργάνου το οποίο, ανεξάρτητα από την εθνική ρυθμιστική αρχή, καθώς και από τους παρόχους υπηρεσιών, θα διεξάγει έρευνα επί θεμάτων που αφορούν τους καταναλωτές, όπως η καταναλωτική συμπεριφορά και οι μηχανισμοί αλλαγής προμηθευτή, και το οποίο θα λειτουργεί με διαφάνεια και θα συνεισφέρει στους υφιστάμενους μηχανισμούς διαβούλευσης με τους συμφεροντούχους. Πέραν τούτου, θα μπορούσε να καθιερωθεί ένας μηχανισμός με σκοπό να καταστήσει δυνατή την ενδεδειγμένη συνεργασία επί θεμάτων που σχετίζονται με την προαγωγή νόμιμου περιεχομένου. Οποιεσδήποτε διαδικασίες συνεργασίας εγκρίνονται σύμφωνα με τον μηχανισμό αυτό δεν θα πρέπει πάντως να επιτρέπουν τη συστηματική παρακολούθηση χρήσης του διαδικτύου.

(68)  Οι διαδικασίες εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών είναι δυνατό να αποτελέσουν ταχύ και οικονομικά αποδοτικό τρόπο για την επιβολή των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών, ιδίως για τους καταναλωτές και τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις όπως ορίζονται στο παράρτημα της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής(29). Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιτρέπουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή ή σε άλλη αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για τα δικαιώματα των τελικών χρηστών ή σε τουλάχιστον έναν ανεξάρτητο φορέα με αποδεδειγμένη εμπειρία στον τομέα των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών να ενεργεί ως οντότητα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Σε σχέση με την επίλυση διαφορών αυτού του είδους, οι εν λόγω αρχές δεν θα πρέπει να λαμβάνουν οποιεσδήποτε εντολές. Δεδομένου ότι πολλά κράτη μέλη έχουν καθιερώσει διαδικασίες επίλυσης διαφορών και για τελικούς χρήστες εκτός από καταναλωτές, για τους οποίους δεν εφαρμόζεται η οδηγία 2013/11/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(30), είναι εύλογο να διατηρηθεί η διαδικασία επίλυσης τομεακών διαφορών τόσο για καταναλωτές όσο και, εφόσον τα κράτη μέλη την επεκτείνουν, για άλλους τελικούς χρήστες, ιδίως τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις. Όσον αφορά την εξωδικαστική επίλυση διαφορών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν κανόνες που υπερβαίνουν τους κανόνες της οδηγίας 2013/11/ΕΕ προκειμένου να διασφαλίσουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών.

(69)  Στην περίπτωση διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεων που εδρεύουν στο ίδιο κράτος μέλος επί αντικειμένου που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία, παραδείγματος χάριν όσον αφορά τις υποχρεώσεις για την πρόσβαση και τη διασύνδεση ή τους τρόπους μεταφοράς καταλόγων τελικών χρηστών, θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στο θιγόμενο μέρος το οποίο συμμετείχε καλόπιστα στις διαπραγματεύσεις αλλά δεν μπόρεσε να καταλήξει σε συμφωνία να απευθύνεται στην εθνική ρυθμιστική αρχή για την επίλυση της διαφοράς. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν τη λύση στα μέρη. Η παρέμβαση μιας εθνικής ρυθμιστικής αρχής στην επίλυση διαφοράς μεταξύ παρόχων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή συναφών ευκολιών εντός ενός κράτους μέλους θα πρέπει να επιδιώκει τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.

(70)  Εκτός από τα δικαιώματα προσφυγής που παρέχονται βάσει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου, υφίσταται η ανάγκη να ξεκινά μια απλή διαδικασία, κατόπιν αιτήματος ενός των μερών της διαφοράς, για την επίλυση διασυνοριακών διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων που παρέχουν ή διαθέτουν άδεια να παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε διαφορετικά κράτη μέλη.

(71)  Ένα σημαντικό καθήκον που έχει ανατεθεί στον BEREC είναι η κατά περίπτωση έκδοση γνώμης σε σχέση με διασυνοριακές διαφορές. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επομένως να αποτυπώνουν τυχόν υποβληθείσες γνώμες από τον BEREC στα μέτρα τους για την επιβολή ενδεχόμενης υποχρέωσης σε επιχείρηση ή για την επίλυση της διαφοράς με άλλον τρόπο σε ανάλογες περιπτώσεις.

(72)  Η έλλειψη συντονισμού μεταξύ κρατών μελών κατά την οργάνωση της χρήσης ραδιοφάσματος στην επικράτειά τους μπορεί, αν δεν επιλυθεί με διμερείς διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών μελών, να προκαλέσει ζητήματα παρεμβολών μεγάλης κλίμακας με σοβαρό αντίκτυπο στην ανάπτυξη της ψηφιακής ενιαίας αγοράς. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή διασυνοριακών και επιβλαβών παρεμβολών μεταξύ τους. Η ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος (RSPG) που συστάθηκε με την απόφαση 2002/622/ΕΚ της Επιτροπής(31) θα πρέπει να επιφορτιστεί με την υποστήριξη του αναγκαίου διασυνοριακού συντονισμού και να αποτελέσει τον χώρο επίλυσης των διαφορών μεταξύ κρατών μελών για διασυνοριακά θέματα. Με βάση τη λύση που προτείνεται από την RSPG, σε ορισμένες περιστάσεις απαιτείται εκτελεστικό μέτρο για την οριστική επίλυση ζητημάτων διασυνοριακής παρεμβολής ή για την επιβολή, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, συντονισμένης λύσης που συμφωνείται από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη στο πλαίσιο διμερών διαπραγματεύσεων. Η έλλειψη συντονισμού μεταξύ κρατών μελών και χωρών που συνορεύουν με την Ένωση μπορεί επίσης να προκαλέσει ζητήματα παρεμβολών μεγάλης κλίμακας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για την αποτροπή διασυνοριακών και επιβλαβών παρεμβολών με χώρες που συνορεύουν με την Ένωση, και να συνεργάζονται μεταξύ τους για τον σκοπό αυτό. Κατόπιν αιτήματος των κρατών μελών, που πλήττονται από τη διασυνοριακή παρεμβολή τρίτων χωρών, η Ένωση θα πρέπει να παράσχει την πλήρη στήριξή της προς τα εν λόγω κράτη.

(73)  Η RSPG αποτελεί συμβουλευτική ομάδα υψηλού επιπέδου της Επιτροπής, η οποία συστάθηκε με την απόφαση 2002/622/ΕΚ για να συμβάλει στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και να στηρίξει τη χάραξη πολιτικής για το ραδιοφάσμα σε ενωσιακό επίπεδο, λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών, στρατηγικών, κοινωνικών προβληματισμών και προβληματισμών για την υγεία, καθώς και τεχνικών παραμέτρων. Θα πρέπει να απαρτίζεται από τους επικεφαλής των φορέων που έχουν γενική πολιτική ευθύνη για τη στρατηγική πολιτική ραδιοφάσματος. Θα πρέπει να επικουρεί και να συμβουλεύει την Επιτροπή όσον αφορά την πολιτική ραδιοφάσματος. Αυτό αναμένεται ότι θα αυξήσει περαιτέρω την προβολή της πολιτικής ραδιοφάσματος στους διάφορους τομείς πολιτικής της Ένωσης και θα βοηθήσει να εξασφαλιστεί διατομεακή συνέπεια σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο. Θα πρέπει επίσης να παρέχει συμβουλές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, κατόπιν αιτήματός τους. Επιπλέον, η RSPG θα πρέπει να αποτελέσει επίσης το φόρουμ για τον συντονισμό της υλοποίησης από τα κράτη μέλη των υποχρεώσεών τους που αφορούν το ραδιοφάσμα δυνάμει της παρούσας οδηγίας και θα πρέπει να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο σε ουσιώδη πεδία για την εσωτερική αγορά, όπως είναι ο διασυνοριακός συντονισμός ή η τυποποίηση. Θα μπορούσαν επίσης να συσταθούν τεχνικές ομάδες εργασίας ή εμπειρογνωμόνων για να επικουρούν τις συνεδριάσεις της ολομέλειας, κατά τις οποίες η στρατηγική πολιτική διαμορφώνεται από υψηλού επιπέδου εκπροσώπους των κρατών μελών και της Επιτροπής. Η Επιτροπή εξέφρασε την πρόθεσή της να τροποποιήσει την απόφαση 2002/622/ΕΚ εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, ώστε να αποτυπωθούν τα νέα καθήκοντα που ανατίθενται στην RSPG με την παρούσα οδηγία.

(74)  Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν και να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τους όρους και τις προϋποθέσεις της γενικής άδειας και των δικαιωμάτων χρήσης και ιδίως να διασφαλίζουν την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, καθώς και τη συμμόρφωση με υποχρεώσεις κάλυψης και ποιότητας υπηρεσιών, μέσω διοικητικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών κυρώσεων και ασφαλιστικών μέτρων και ανακλήσεων δικαιωμάτων χρήσης σε περίπτωση παραβίασης των εν λόγω όρων και προϋποθέσεων. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να παρέχουν, κατά το δυνατό, τις πλέον ακριβείς και ολοκληρωμένες πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές για να τους παρέχουν τη δυνατότητα να εκπληρώνουν τα οικεία καθήκοντα εποπτείας ▌.

(75)  Οι όροι που συνοδεύουν γενικές άδειες και μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης θα πρέπει να περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με απαιτήσεις και υποχρεώσεις στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου και του ενωσιακού δικαίου.

(76)  Κάθε μέρος που υπόκειται σε απόφαση αρμόδιας αρχής θα πρέπει να έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον οργάνου, το οποίο θα είναι ανεξάρτητο από τα εμπλεκόμενα μέρη και από οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση ή πολιτική πίεση που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή του στα θέματα των οποίων επιλαμβάνεται. Το εν λόγω όργανο μπορεί να είναι δικαστήριο. Επιπλέον, κάθε επιχείρηση που θεωρεί ότι οι αιτήσεις της για παροχή δικαιώματος εγκατάστασης ευκολιών δεν έχουν διεκπεραιωθεί σύμφωνα με τις αρχές της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να προσφεύγει κατά των αποφάσεων αυτών. Η εν λόγω διαδικασία προσφυγής δεν θα πρέπει να θίγει τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων εντός των εθνικών δικαστικών συστημάτων και τα δικαιώματα νομικών οντοτήτων ή φυσικών προσώπων βάσει του εθνικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν αποτελεσματικό έλεγχο νομιμότητας έναντι τέτοιων αποφάσεων.

(77)  Προκειμένου να διασφαλισθεί ασφάλεια δικαίου για τους συντελεστές της αγοράς, τα όργανα προσφυγής θα πρέπει να εκτελούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους. Συγκεκριμένα, οι διαδικασίες προσφυγής θα πρέπει ιδίως να μην έχουν υπερβολικά μεγάλη διάρκεια. Προσωρινά μέτρα με τα οποία αναστέλλονται τα αποτελέσματα της απόφασης αρμόδιας αρχής θα πρέπει να λαμβάνονται μόνον όταν συντρέχει επείγουσα ανάγκη για την αποτροπή σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης του μέρους που αιτείται τη λήψη των εν λόγω μέτρων και εφόσον τούτο απαιτείται από τη στάθμιση των συμφερόντων.

(78)  Παρατηρήθηκε μεγάλη ποικιλία στον τρόπο με τον οποίο όργανα προσφυγής εφάρμοσαν προσωρινά μέτρα για να αναστείλουν αποφάσεις των εθνικών ρυθμιστικών ή άλλων αρμόδιων αρχών. Για να επιτευχθεί μεγαλύτερη συνέπεια στην προσέγγιση, θα πρέπει να ισχύσει κοινό πρότυπο σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Τα όργανα προσφυγής θα πρέπει επίσης να δικαιούνται να ζητούν τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει δημοσιεύσει ο BEREC. Δεδομένης της σημασίας των προσφυγών για τη συνολική λειτουργία του ρυθμιστικού πλαισίου, θα πρέπει να συγκροτηθεί σε όλα τα κράτη μέλη μηχανισμός για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις προσφυγές και τις αποφάσεις αναστολής που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές, καθώς και για την υποβολή σχετικών εκθέσεων στην Επιτροπή και τον BEREC. Ο εν λόγω μηχανισμός θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η Επιτροπή ή ο BEREC μπορούν να ανακτούν από τα κράτη μέλη το κείμενο των αποφάσεων με σκοπό την ανάπτυξη βάσης δεδομένων.

(79)  Προς το συμφέρον των πολιτών και των συμφεροντούχων και προκειμένου να παρέχεται στους ενδιαφερόμενους η δυνατότητα να γνωστοποιούν τις απόψεις τους, θα πρέπει να ενισχυθεί η διαφάνεια κατά την εφαρμογή του ενωσιακού μηχανισμού για την εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων με τη θέσπιση της υποχρέωσης των εθνικών ρυθμιστικών αρχών να δημοσιεύουν κάθε σχέδιο μέτρου ταυτόχρονα με την κοινοποίησή του στην Επιτροπή, στον BEREC και στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές άλλων κρατών μελών. Κάθε τέτοιο σχέδιο μέτρου θα πρέπει να είναι αιτιολογημένο και να περιέχει λεπτομερή ανάλυση.

(80)  Η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί, αφού λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC, να ζητεί από μια εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει σχέδιο μέτρου όταν αφορά τον καθορισμό σημαντικών αγορών ή τον ορισμό επιχειρήσεων ως επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά και όταν τέτοιες αποφάσεις μπορούν να δημιουργήσουν φραγμό στην εσωτερική αγορά ή είναι ασύμβατες με το ενωσιακό δίκαιο, ιδίως με τους στόχους πολιτικής που θα πρέπει να ακολουθούν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Η διαδικασία αυτή δεν θίγει τη διαδικασία κοινοποίησης που προβλέπεται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 και την εξουσία της Επιτροπής δυνάμει της ΣΛΕΕ όσον αφορά τις παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου.

(81)  Η εθνική διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να διεξάγεται πριν από τη διαβούλευση σε ενωσιακό επίπεδο για τους σκοπούς της ενοποίησης της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών και στα πλαίσια της διαδιακασίας για τη συνεπή εφαρμογή διορθωτικών μέτρων, ώστε να είναι δυνατόν να εκφρασθούν οι απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών στη διαβούλευση σε ενωσιακό επίπεδο. Έτσι θα αποφευχθεί η ανάγκη δεύτερης διαβούλευσης σε ενωσιακό επίπεδο σε περίπτωση αλλαγών σε σχεδιαζόμενο μέτρο συνεπεία της εθνικής διαβούλευσης.

(82)  Είναι σημαντική η έγκαιρη εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου. Όταν η Επιτροπή έχει λάβει απόφαση με την οποία απαιτεί από εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει σχεδιαζόμενο μέτρο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αποσύρουν το σχέδιο μέτρου τους ή να υποβάλουν αναθεωρημένο μέτρο στην Επιτροπή. Ορίζεται προθεσμία για την κοινοποίηση του αναθεωρημένου μέτρου στην Επιτροπή, ώστε να ενημερώνονται οι συντελεστές της αγοράς για τη διάρκεια της ανασκόπησης της αγοράς και να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου.

(83)  Ο ενωσιακός μηχανισμός που παρέχει στην Επιτροπή το δικαίωμα να απαιτεί από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να αποσύρουν σχεδιαζόμενα μέτρα όσον αφορά τον καθορισμό της αγοράς και τον ορισμό των επιχειρήσεων ως επιχειρήσεις που κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά έχει συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη συνεπούς προσέγγισης όσον αφορά τον προσδιορισμό των συνθηκών υπό τις οποίες είναι δυνατόν να υπάρξει εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση και εκείνων υπό τις οποίες οι επιχειρήσεις υπάγονται σε τέτοια ρύθμιση. Από την εμπειρία των διαδικασιών των άρθρων 7 και 7α της οδηγίας 2002/21/ΕΚ προκύπτει ότι ανακολουθίες στην εφαρμογή διορθωτικών μέτρων από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές υπό παρόμοιες συνθήκες αγοράς υπονομεύουν την εσωτερική αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή και ο BEREC θα πρέπει να συμβάλλουν, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, στη διασφάλιση υψηλότερου επιπέδου συνέπειας κατά την εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων σχετικά με τα σχέδια μέτρων που προτείνουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Επιπλέον, για σχέδια μέτρων που σχετίζονται με την παράταση των υποχρεώσεων πέρα από το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής, όποτε χρειάζεται για την αντιμετώπιση υψηλών και μη παροδικών οικονομικών ή υλικών φραγμών στην αναπαραγωγή, σε επιχειρήσεις ανεξαρτήτως ορισμού ως επιχειρήσεις που κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά, ή που σχετίζονται με τη ρυθμιστική αντιμετώπιση νέων στοιχείων δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας, όταν ο BEREC συμμερίζεται τους προβληματισμούς της Επιτροπής, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να απαιτεί από εθνική ρυθμιστική αρχή την απόσυρση σχεδίου μέτρου. Η Επιτροπή, προκειμένου να επωφεληθεί από την πείρα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στην ανάλυση της αγοράς, θα πρέπει να διαβουλεύεται με τον BEREC προτού λάβει την απόφασή της ή διατυπώσει τη γνώμη της.

(84)  Λόγω των στενών χρονικών ορίων του μηχανισμού διαβούλευσης σε ενωσιακό επίπεδο, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εξουσίες για έκδοση συστάσεων ή κατευθυντήριων γραμμών που να αποβλέπουν σε απλούστευση των διαδικασιών ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, π.χ. σε περιπτώσεις σταθερών αγορών ή ελασσόνων αλλαγών σε προηγουμένως κοινοποιημένα μέτρα. Θα πρέπει ιδίως να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να επιτρέπει την εξαίρεση από την υποχρέωση κοινοποίησης ώστε να εξομαλύνονται οι διαδικασίες σε ορισμένες περιπτώσεις.

(85)  Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να καλούνται να συνεργάζονται μεταξύ τους, με τον BEREC και με την Επιτροπή, κατά διαφανή τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή της παρούσας οδηγίας σε όλα τα κράτη μέλη.

(86)  Η διακριτική ευχέρεια των εθνικών ρυθμιστικών αρχών θα πρέπει να συμβιβαστεί με την ανάπτυξη συνεπούς ρυθμιστικής πρακτικής και με τη συνεπή εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου, ώστε να υπάρξει αποτελεσματική συμβολή στην ανάπτυξη και ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επομένως να υποστηρίζουν τις δραστηριότητες εσωτερικής αγοράς της Επιτροπής και του BEREC.

(87)  Μέτρα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών είναι τα μέτρα που θα μπορούσαν να επηρεάζουν, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, τη μορφή του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο που θα μπορούσε να δημιουργήσει φραγμό στην εσωτερική αγορά. Αυτά περιλαμβάνουν μέτρα που έχουν σημαντικό αντίκτυπο σε επιχειρήσεις ή χρήστες σε άλλα κράτη μέλη και συμπεριλαμβάνουν: μέτρα που επηρεάζουν τις τιμές για τους χρήστες σε άλλα κράτη μέλη, μέτρα που επηρεάζουν την ικανότητα μιας επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος να παρέχει υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ιδίως μέτρα που επηρεάζουν την ικανότητα παροχής υπηρεσιών σε διακρατική βάση, και μέτρα που επηρεάζουν τη δομή της αγοράς ή την πρόσβαση στην αγορά, δημιουργώντας επιπτώσεις για τις επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών.

(88)  Μια πιο συγκλίνουσα χρήση και διατύπωση του ορισμού των στοιχείων των διαδικασιών επιλογής και των όρων που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στις συνθήκες της αγοράς και στην κατάσταση του ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένων των όρων εισόδου και επέκτασης ▌θα μπορούσε να ενισχυθεί με έναν μηχανισμό συντονισμού μέσω του οποίου η RSPG, κατόπιν αιτήματος από την εθνική ρυθμιστική ή άλλη αρμόδια αρχή ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με δική της πρωτοβουλία, θα συγκαλεί φόρουμ αξιολόγησης από ομοτίμους ώστε να εξεταστούν τα σχέδια μέτρων πριν από τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης από συγκεκριμένο κράτος μέλος με σκοπό την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών. Το φόρουμ αξιολόγησης από ομοτίμους είναι ένα μέσον αλληλοδιδαχής από ομοτίμους. Αναμένεται να συμβάλει στη βελτίωση της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών και να ενισχύσει τη διαφάνεια των διαδικασιών ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής. Η διαδικασία αξιολόγησης από ομοτίμους δεν θα πρέπει να συνιστά τυπική προϋπόθεση των εθνικών διαδικασιών αδειοδότησης. Η ανταλλαγή απόψεων θα πρέπει να βασίζεται σε πληροφορίες που παρέχονται από την εθνική ρυθμιστική ή άλλη αρμόδια αρχή που ζητεί το φόρουμ αξιολόγησης από ομότιμους και θα πρέπει να αφορά υποσύνολο ευρύτερου εθνικού μέτρου, το οποίο μπορεί γενικότερα να συνίσταται στη χορήγηση, εμπορία και χρονομίσθωση, διάρκεια, ανανέωση ή την τροποποίηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος. Ως εκ τούτου, η εθνική ρυθμιστική ή άλλη αρμόδια αρχή θα πρέπει να μπορεί επίσης να παρέχει πληροφορίες σχετικά με άλλα σχέδια εθνικών μέτρων ή πτυχές αυτών που συνδέονται με τη σχετική διαδικασία επιλογής για τον περιορισμό των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος και τα οποία δεν καλύπτονται από τον μηχανισμό αξιολόγησης από ομοτίμους. Για να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνση, η εθνική ρυθμιστική ή άλλη αρμόδια αρχή θα πρέπει να μπορεί να υποβάλλει τις πληροφορίες αυτές μέσω ενός κοινού μορφότυπου υποβολής, εφόσον διατίθεται, για διαβίβαση προς τα μέλη της RSPG.

(89)  Όταν η εναρμονισμένη παραχώρηση ραδιοφάσματος σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις έχει συμφωνηθεί σε ενωσιακό επίπεδο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν αυστηρά τις εν λόγω συμφωνίες, όταν παραχωρούν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος από το εθνικό πρόγραμμα παραχώρησης χρήσης συχνοτήτων.

(90)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να εξετάζουν το ενδεχόμενο διαδικασιών κοινής αδειοδότησης κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης, όταν η αναμενόμενη χρήση καλύπτει διασυνοριακές καταστάσεις.

(91)  Οποιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής για τη διασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να περιορίζεται σε αρχές, προσεγγίσεις και μεθοδολογίες περί κανονιστικής ρύθμισης. Για να μην υπάρχουν αμφιβολίες, δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει οποιαδήποτε λεπτομέρεια που υπό φυσιολογικές συνθήκες απαιτείται να αντανακλά τις συγκεκριμένες εθνικές περιστάσεις και να μην απαγορεύει εναλλακτικές προσεγγίσεις από τις οποίες μπορούν ευλόγως να προσδοκώνται παρόμοια αποτελέσματα. Μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να είναι αναλογική και να μην έχει επιπτώσεις στις αποφάσεις των εθνικών ρυθμιστικών ή άλλων αρμόδιων αρχών που δεν αποτελούν φραγμό στην εσωτερική αγορά.

(92)  Η Ένωση και τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει δεσμεύσεις όσον αφορά τα πρότυπα και το ρυθμιστικό πλαίσιο των δικτύων και υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

(93)  Η τυποποίηση θα πρέπει να παραμείνει πρωτίστως διαδικασία καθοδηγούμενη από την αγορά. Παρόλα αυτά, πιθανώς να υπάρχουν ακόμη περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι σκόπιμο να απαιτείται η συμμόρφωση με συγκεκριμένα πρότυπα σε ενωσιακό επίπεδο, ώστε να βελτιωθούν η διαλειτουργικότητα και η ελευθερία επιλογής των χρηστών και να ενθαρρυνθεί η διασυνδεσιμότητα στην εσωτερική αγορά. Σε εθνικό επίπεδο, τα κράτη μέλη υπόκεινται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/1535. Οι διαδικασίες τυποποίησης στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας ισχύουν με την επιφύλαξη των οδηγιών 2014/30/ΕΕ(32) και 2014/35/ΕΕ(33) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2014/53/ΕΕ.

(94)  Θα πρέπει να απαιτείται από τους παρόχους δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή και των δύο να λαμβάνουν μέτρα για την κατοχύρωση της ασφάλειας των δικτύων και των υπηρεσιών τους, αντίστοιχα, καθώς και για την πρόληψη ή την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων των συμβάντων ασφαλείας. Λαμβανομένων υπόψη των πλέον προηγμένων τεχνικών δυνατοτήτων, τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να διασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας των δικτύων και υπηρεσιών ανάλογο προς τους εκάστοτε κινδύνους. Για τα μέτρα ασφάλειας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, κατ’ ελάχιστον, όλες οι σημαντικές πτυχές των ακόλουθων στοιχείων: υλική και περιβαλλοντική ασφάλεια, ασφάλεια του εφοδιασμού, έλεγχος πρόσβασης σε δίκτυα και ακεραιότητα δικτύων· όσον αφορά τη διαχείριση συμβάντων ασφάλειας: διαδικασίες χειρισμού συμβάντων, ικανότητα ανίχνευσης συμβάντων ασφάλειας, αναφορά και κοινοποίηση συμβάντων ασφάλειας· όσον αφορά τη διαχείριση της συνέχισης των δραστηριοτήτων: στρατηγική για τη συνέχιση των υπηρεσιών και σχέδια έκτακτων καταστάσεων, ικανότητες αποκατάστασης σε περίπτωση καταστροφής· όσον αφορά την παρακολούθηση, τον λογιστικό έλεγχο και τις δοκιμές: πολιτικές παρακολούθησης και καταγραφής, σχέδια άσκησης για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων, δοκιμές δικτύων και υπηρεσιών, εκτιμήσεις ασφάλειας και παρακολούθηση της συμμόρφωσης· και συμμόρφωση με τα διεθνή πρότυπα.

(95)  Δεδομένης της αυξανόμενης σημασίας των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται ότι και αυτές επίσης θα υπόκεινται σε κατάλληλες απαιτήσεις ασφάλειας σύμφωνα με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα τους και την οικονομική τους σημασία. Με τον τρόπο αυτό, οι πάροχοι των εν λόγω υπηρεσιών θα πρέπει επίσης να κατοχυρώνουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο με ενεχόμενο κίνδυνο ▌. Δεδομένου ότι οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών κατά κανόνα δεν ασκούν πραγματικό έλεγχο επί της μετάδοσης σημάτων μέσω δικτύων, ο βαθμός κινδύνου για τις εν λόγω υπηρεσίες μπορεί να θεωρηθεί, από ορισμένες απόψεις, χαμηλότερος από ό,τι για τις παραδοσιακές υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ως εκ τούτου, όποτε αυτό δικαιολογείται από την πραγματική αξιολόγηση των σχετικών κινδύνων ασφαλείας, τα μέτρα που λαμβάνονται από παρόχους υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών θα πρέπει να είναι λιγότερο αυστηρά. ▌Η ίδια προσέγγιση θα πρέπει να εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, σε υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούν αριθμούς και δεν ασκούν πραγματικό έλεγχο επί της μετάδοσης σημάτων.

(96)  Οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να ενημερώνουν τους χρήστες σχετικά με ιδιαίτερες και σημαντικές απειλές ασφάλειας και σχετικά με τα μέτρα προστασίας που μπορούν να λαμβάνουν για την ασφάλεια των επικοινωνιών τους, για παράδειγμα χρησιμοποιώντας συγκεκριμένους τύπους λογισμικού ή τεχνολογίες κρυπτογράφησης. Η απαίτηση να ενημερώνονται οι χρήστες σχετικά με τέτοιες απειλές δεν θα πρέπει να απαλλάσσει τους παρόχους υπηρεσιών από την υποχρέωση να λαμβάνουν, με ίδιες δαπάνες, κατάλληλα και άμεσα μέτρα για την εξάλειψη τυχόν απειλών ασφάλειας και για την αποκατάσταση του κανονικού επιπέδου ασφάλειας. Η σχετική ενημέρωση προς τον χρήστη σχετικά με απειλές για την ασφάλεια θα πρέπει να παρέχεται δωρεάν.

(97)  Προκειμένου να εξασφαλίζεται η ασφάλεια των δικτύων και υπηρεσιών και με την επιφύλαξη των εξουσιών των κρατών μελών να διασφαλίζουν την προστασία των ουσιαστικών συμφερόντων τους στον τομέα της ασφάλειας και της δημόσιας ασφάλειας, καθώς και να επιτρέπουν τη διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη εγκλημάτων, θα πρέπει να προάγεται η χρήση κρυπτογράφησης, για παράδειγμα διατερματικά όπου κρίνεται σκόπιμο και, όποτε κρίνεται απαραίτητο, η κρυπτογράφηση θα πρέπει να είναι υποχρεωτική σύμφωνα με τις αρχές της ασφάλειας και της ιδιωτικότητας εκ προεπιλογής και εκ σχεδιασμού.

(98)  Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν τη διατήρηση της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των δημόσιων ηλεκτρονικών επικοινωνιακών δικτύων. Ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών («ENISA») θα πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη βελτιωμένου επιπέδου ασφάλειας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων παρέχοντας εμπειρογνωμοσύνη και συμβουλές και προάγοντας την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών να ζητούν τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να αξιολογούν το επίπεδο ασφάλειας δικτύων ή υπηρεσιών. Θα πρέπει, επίσης, να έχουν την εξουσία να ζητούν ολοκληρωμένα και αξιόπιστα δεδομένα σχετικά με πραγματικά συμβάντα ασφαλείας που είχαν σημαντικό αντίκτυπο στη λειτουργία δικτύων ή υπηρεσιών. Θα πρέπει, όταν απαιτείται, να επικουρούνται από ομάδες παρέμβασης για συμβάντα που αφορούν την ασφάλεια των υπολογιστών («CSIRT»), οι οποίες συστήνονται από την οδηγία (ΕΕ) 2016/1148 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(34). Ειδικότερα, είναι δυνατό να απαιτείται από τις CSIRT να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές πληροφορίες σχετικά με κινδύνους και συμβάντα ασφάλειας που επηρεάζουν τα δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να προτείνουν τρόπους για την αντιμετώπισή τους.

(99)  Σε περίπτωση που η παροχή ηλεκτρονικών επικοινωνιών στηρίζεται σε δημόσιους πόρους των οποίων η χρήση υπόκειται σε ειδική άδεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δύνανται να παρέχουν στην αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση της εν λόγω άδειας το δικαίωμα επιβολής τελών για τη διασφάλιση της βέλτιστης χρήσης των εν λόγω πόρων, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία ▌. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν επιβαρύνσεις ή τέλη σχετικά με την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών πέραν εκείνων που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ακολουθούν συνεπή προσέγγιση κατά τη θέσπιση των εν λόγω επιβαρύνσεων ή τελών, προκειμένου να μην προβλέπεται αδικαιολόγητο οικονομικό βάρος που συνδέεται με τη διαδικασία χορήγησης γενικής άδειας ή τα δικαιώματα χρήσης για παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

(100)  Για να διασφαλίζεται η βέλτιστη χρήση των πόρων, τα τέλη θα πρέπει να αντανακλούν την οικονομική και τεχνολογική κατάσταση της σχετικής αγοράς, καθώς και κάθε άλλο σημαντικό παράγοντα που καθορίζει την αξία τους. Ταυτόχρονα, τα τέλη θα πρέπει να καθορίζονται με τρόπο που να διασφαλίζει την αποτελεσματική παραχώρηση και χρήση του ραδιοφάσματος. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του σκοπού για τον οποίον χρησιμοποιούνται τα τέλη για δικαιώματα χρήσης και τα δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών. Θα πρέπει να είναι δυνατόν, για παράδειγμα, τα τέλη αυτά να χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων των εθνικών ρυθμιστικών και άλλων αρμόδιων αρχών, οι οποίες δεν μπορούν να καλύπτονται από διοικητικές επιβαρύνσεις. Στις περιπτώσεις που, μέσω διαδικασιών ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής, τα τέλη για τη χρήση ραδιοφάσματος συνίστανται, εν όλω ή εν μέρει, σε κατ’ αποκοπήν ποσό, οι ρυθμίσεις πληρωμής θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η επιβολή των τελών αυτών δεν οδηγεί, στην πράξη, σε επιλογή βασιζόμενη σε κριτήρια άσχετα με τον στόχο της εξασφάλισης της βέλτιστης χρήσης του ραδιοφάσματος. Η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να δημοσιεύει, σε τακτική βάση, συγκριτικές μελέτες και, κατά περίπτωση, άλλα έγγραφα καθοδήγησης σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές της παραχώρησης ραδιοφάσματος, πόρων αριθμοδότησης ή χορήγησης δικαιωμάτων διέλευσης.

(101)  Τα τέλη που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις για τα δικαιώματα χρήσης του ραδιοφάσματος μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις για το αν θα επιδιωχθούν τέτοια δικαιώματα και αν θα τεθούν σε χρήση πόροι ραδιοφάσματος. Με σκοπό τη διασφάλιση της βέλτιστης χρήσης του ραδιοφάσματος, τα κράτη μέλη θα πρέπει, συνεπώς, να καθορίζουν τις τιμές πρώτης προσφοράς κατά τρόπο που να διασφαλίζει την αποδοτική χορήγηση των εν λόγω δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από το είδος της εφαρμοζόμενης διαδικασίας επιλογής. Τα κράτη μέλη θα μπορούσαν επίσης να λαμβάνουν υπόψη ενδεχόμενο κόστος που συνδέεται με την εκπλήρωση των όρων αδειοδότησης που επιβάλλονται για περαιτέρω πολιτικούς στόχους ▌. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση του ανταγωνισμού στη σχετική αγορά, συμπεριλαμβανομένων πιθανών εναλλακτικών χρήσεων των πόρων.

(102)  Η βέλτιστη χρήση των πόρων ραδιοφάσματος εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα κατάλληλων δικτύων και συναφών ευκολιών. Εν προκειμένω, στόχος των κρατών μελών θα πρέπει να είναι να διασφαλίσουν ότι, όταν οι εθνικές ρυθμιστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές επιβάλλουν τέλη για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και για δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών, λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να διευκολύνεται η διαρκής ανάπτυξη των υποδομών με σκοπό να επιτυγχάνεται η πλέον αποδοτική χρήση των πόρων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν να διασφαλίζουν την εφαρμογή, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, ρυθμίσεων για την πληρωμή των τελών για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος που συνδέονται με την πραγματική διαθεσιμότητα των πόρων, κατά τρόπο που να υποστηρίζει τις αναγκαίες επενδύσεις για την προώθηση της εν λόγω ανάπτυξης των υποδομών και της παροχής των σχετικών υπηρεσιών. Οι ρυθμίσεις πληρωμής θα πρέπει να καθορίζονται με αντικειμενικό, διαφανή και αναλογικό τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις, πριν από την έναρξη των διαδικασιών για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος.

(103)  Θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι υπάρχουν διαδικασίες για την παροχή δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών, οι οποίες είναι έγκαιρες, αμερόληπτες και διαφανείς ώστε να εγγυώνται όρους θεμιτού και αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις που διέπουν την απαλλοτρίωση ή τη χρήση ακινήτων, τη συνήθη άσκηση των δικαιωμάτων κυριότητας, τη συνήθη χρήση της δημόσιας περιουσίας, ή την αρχή της ουδετερότητας όσον αφορά τους ισχύοντες στα κράτη μέλη κανόνες, οι οποίοι διέπουν το καθεστώς κυριότητας.

(104)  Οι άδειες που εκδίδονται σε παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τους επιτρέπουν να αποκτήσουν πρόσβαση σε δημόσια ή ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελούν βασικούς παράγοντες για τη σύσταση δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή για νέα στοιχεία δικτύων. Περιττές περιπλοκές και καθυστερήσεις στις διαδικασίες χορήγησης δικαιωμάτων διέλευσης ενδέχεται επομένως να αποτελούν σημαντικά εμπόδια στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, η απόκτηση δικαιωμάτων διέλευσης από εξουσιοδοτημένες επιχειρήσεις θα πρέπει να απλουστευθεί. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συντονίζουν την απόκτηση δικαιωμάτων διέλευσης, παρέχοντας σχετικές πληροφορίες στους δικτυακούς τόπους τους.

(105)  Είναι απαραίτητο να ενισχυθούν οι εξουσίες των κρατών μελών όσον αφορά κατόχους δικαιωμάτων διέλευσης ώστε να διασφαλισθεί η είσοδος ή εγκατάσταση νέου δικτύου κατά δίκαιο, αποτελεσματικό και περιβαλλοντικά υπεύθυνο τρόπο και ανεξάρτητα από κάθε υποχρέωση επιχείρησης που ορίζεται ότι έχει σημαντική ισχύ στην αγορά να παραχωρεί πρόσβαση στο δικό του δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ο βελτιωμένος μερισμός ευκολιών μπορεί να μειώσει το περιβαλλοντικό κόστος ανάπτυξης υποδομής ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και να εξυπηρετήσει τη δημόσια υγεία, τη δημόσια ασφάλεια και να εκπληρώσει πολεοδομικούς και χωροταξικούς στόχους. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να απαιτούν από επιχειρήσεις που έχουν επωφεληθεί από δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών επί δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, επάνω ή κάτω από αυτό, τον μερισμό των εν λόγω ευκολιών ή των ακινήτων, περιλαμβανομένης της φυσικής συνεγκατάστασης, έπειτα από κατάλληλη περίοδο δημόσιας διαβούλευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας όλοι οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους, στους συγκεκριμένους τομείς όπου τέτοιου είδους λόγοι γενικού συμφέροντος επιβάλλουν αυτόν τον μερισμό. Για παράδειγμα, αυτό μπορεί να συμβαίνει σε περίπτωση υψηλής συμφόρησης του υπεδάφους ή όταν υπάρχει ανάγκη υπέρβασης φυσικού εμποδίου. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει ιδίως να είναι σε θέση να επιβάλουν μερισμό στοιχείων δικτύων και συναφών ευκολιών, π.χ. αγωγών, σωληνώσεων, ιστών, φρεατίων, κυτίων σύνδεσης, κεραιών, πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών, κτιρίων ή εισόδων κτιρίων, και καλύτερο συντονισμό τεχνικών έργων για περιβαλλοντικούς λόγους ή άλλους λόγους δημόσιας πολιτικής. Αντιθέτως, θα πρέπει να εναπόκειται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές ο καθορισμός των κανόνων για την κατανομή του κόστους του μερισμού ευκολιών ή ακινήτου, ώστε να διασφαλίζεται ότι παρέχεται κατάλληλη ανταμοιβή για τον κίνδυνο μεταξύ των σχετικών επιχειρήσεων. Λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από την οδηγία 2014/61/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές, ιδίως οι τοπικές αρχές, θα πρέπει επίσης να καθιερώσουν κατάλληλες διαδικασίες συντονισμού, σε συνεργασία με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, όσον αφορά τα δημόσια έργα και επίσης άλλες κατάλληλες δημόσιες ευκολίες ή ακίνητα, που θα πρέπει να μπορούν να περιλαμβάνουν διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι οι ενδιαφερόμενοι λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τις κατάλληλες δημόσιες ευκολίες ή ακίνητα και τα εκτελούμενα και προγραμματισμένα δημόσια έργα, ότι ενημερώνονται εγκαίρως για τα έργα αυτά και ότι ο μερισμός διευκολύνεται στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

(106)  Όταν απαιτείται από φορείς εκμετάλλευσης κινητής τηλεφωνίας να χρησιμοποιούν από κοινού πύργους ή ιστούς για περιβαλλοντικούς λόγους, αυτή η υποχρεωτική από κοινού χρήση θα μπορούσε να συνεπάγεται τη μείωση των ανώτατων επιτρεπόμενων επιπέδων μεταδιδόμενης ισχύος για κάθε φορέα για λόγους δημόσιας υγείας και τούτο θα μπορούσε να οδηγήσει, εν συνεχεία, στην υποχρέωση των φορέων να εγκαταστήσουν περισσότερους αναμεταδότες για τη διασφάλιση εθνικής κάλυψης. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν να συνεκτιμούν τους εκάστοτε προβληματισμούς για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την προληπτική προσέγγιση που καθορίζεται στη σύσταση 1999/519/ΕΚ του Συμβουλίου(35).

(107)  Το ραδιοφάσμα αποτελεί σπάνιο δημόσιο πόρο με σημαντική δημόσια και αγοραία αξία. Είναι βασικό στοιχείο για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ραδιοεπικοινωνιακής βάσης και, στο μέτρο που σχετίζεται με τα εν λόγω δίκτυα και υπηρεσίες, οι εθνικές ρυθμιστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές θα πρέπει να το κατανέμουν και να το παραχωρούν με αποδοτικό τρόπο, σύμφωνα με εναρμονισμένους στόχους και αρχές που διέπουν τη δράση τους και βάσει αντικειμενικών, διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων, λαμβάνοντας υπόψη τα δημοκρατικά, κοινωνικά, γλωσσικά και πολιτισμικά συμφέροντα που συνδέονται με τη χρήση ραδιοφάσματος. Η απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ δημιουργεί πλαίσιο για την εναρμόνιση του ραδιοφάσματος.

(108)  Οι δραστηριότητες της πολιτικής ραδιοφάσματος στην Ένωση δεν θα πρέπει να θίγουν τα μέτρα που λαμβάνονται σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και επιδιώκουν στόχους γενικού συμφέροντος, ιδίως όσον αφορά δημόσια κυβερνητικά και αμυντικά δίκτυα, τη ρύθμιση περιεχομένου και την πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα και στα μέσα επικοινωνίας, καθώς και το δικαίωμα των κρατών μελών να οργανώνουν και να χρησιμοποιούν το ραδιοφάσμα τους για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια και την άμυνα. ▌

(109)  Η διασφάλιση εκτεταμένης συνδεσιμότητας σε κάθε κράτος μέλος είναι ουσιώδης για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, τη συμμετοχή στη δημόσια ζωή και την κοινωνική και εδαφική συνοχή. Καθώς η συνδεσιμότητα και η χρήση ηλεκτρονικών επικοινωνιών καθίστανται αναπόσπαστα στοιχεία για την ευρωπαϊκή κοινωνία και ευημερία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίζουν ασύρματη ευρυζωνική κάλυψη σε ολόκληρη την Ένωση. Η εν λόγω κάλυψη θα πρέπει να επιτευχθεί με βάση την επιβολή κατάλληλων απαιτήσεων κάλυψης από τα κράτη μέλη, οι οποίες θα πρέπει να προσαρμόζονται σε κάθε εξυπηρετούμενη περιοχή και να περιορίζονται σε αναλογικά βάρη προκειμένου να μην παρεμποδίζεται η ανάπτυξη από τους παρόχους υπηρεσιών. Λόγω της σπουδαιότητας συστημάτων όπως τα ασύρματα τοπικά δίκτυα (RLAN) στην παροχή ασύρματης ευρυζωνικής πρόσβασης υψηλής ταχύτητας σε εσωτερικούς χώρους, θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για να διασφαλίζεται η διάθεση επαρκούς ευρύτητας ραδιοφάσματος στις ζώνες που αποτελούν ιδιαιτέρως πολύτιμα πάγια στοιχεία για την οικονομικά αποδοτική ανάπτυξη ασύρματων δικτύων με καθολική κάλυψη, ιδίως σε εσωτερικούς χώρους. Επιπλέον, συνεπή και συντονισμένα μέτρα για υψηλής ποιότητας επίγεια ασύρματη κάλυψη σε ολόκληρη την Ένωση, βασισμένα σε βέλτιστες εθνικές πρακτικές όσον αφορά τις υποχρεώσεις αδειοδότησης φορέων εκμετάλλευσης, θα πρέπει να επιδιώκουν την επίτευξη του στόχου του προγράμματος πολιτικής για το ραδιοφάσμα κατά τον οποίο όλοι οι πολίτες της Ένωσης θα πρέπει να έχουν πρόσβαση, τόσο σε εσωτερικούς όσο και σε εξωτερικούς χώρους, στις μεγαλύτερες ευρυζωνικές ταχύτητες και τουλάχιστον σε 30 Mbps έως το 2020, και θα πρέπει να επιδιώκουν την υλοποίηση ενός φιλόδοξου οράματος για μια κοινωνία των gigabit στην Ένωση. Τα μέτρα αυτά θα προωθούν καινοτόμες ψηφιακές υπηρεσίες και θα διασφαλίζουν μακροπρόθεσμα κοινωνικοοικονομικά οφέλη. Η αδιάλειπτη κάλυψη της επικράτειας, καθώς και η συνδεσιμότητα μεταξύ κρατών μελών, θα πρέπει να μεγιστοποιηθεί και να είναι αξιόπιστη, με σκοπό την προώθηση των ενδοσυνοριακών και διασυνοριακών υπηρεσιών και εφαρμογών, όπως είναι τα συνδεδεμένα αυτοκίνητα και η ηλεκτρονική υγεία. ▌

(110)  Η ανάγκη να εξασφαλίζεται ότι οι πολίτες δεν εκτίθενται σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία σε επίπεδο επιβλαβές για τη δημόσια υγεία είναι επιτακτική. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν τη συνέπεια σε ολόκληρη την Ένωση για να αντιμετωπίσουν αυτό το ζήτημα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την προληπτική προσέγγιση που υιοθετείται με τη σύσταση 1999/519/ΕΚ, προκειμένου να καταβάλουν προσπάθειες ώστε να διασφαλίσουν πιο συνεκτικές συνθήκες ανάπτυξης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν κατά περίπτωση τη διαδικασία που προβλέπεται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/1535, μεταξύ άλλων προκειμένου να εξασφαλίζεται διαφάνεια για τους συμφεροντούχους και να παρέχεται στα λοιπά κράτη μέλη και την Επιτροπή η δυνατότητα να αντιδρούν.

(111)  Η εναρμόνιση και ο συντονισμός του ραδιοφάσματος και η κανονιστική ρύθμιση του εξοπλισμού που υποστηρίζεται από την τυποποίηση είναι συμπληρωματικοί και χρειάζεται να συντονίζονται στενά για να επιτυγχάνουν αποτελεσματικά τους κοινούς τους στόχους, με την υποστήριξη της RSPG. Ο συντονισμός μεταξύ του περιεχομένου και του συγχρονισμού των εντολών προς την CEPT δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ και των αιτημάτων τυποποίησης προς φορείς τυποποίησης, όπως το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, καθώς και όσον αφορά τις παραμέτρους ραδιοφωνικών δεκτών, θα πρέπει να διευκολύνει την καθιέρωση μελλοντικών συστημάτων, να στηρίζει τις ευκαιρίες μερισμού του ραδιοφάσματος και να εξασφαλίζει την αποδοτική διαχείριση του ραδιοφάσματος.

(112)  Η ζήτηση για εναρμονισμένο ραδιοφάσμα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλες τις περιοχές της Ένωσης. Σε περιπτώσεις έλλειψης ζήτησης για το σύνολο ή για μέρος εναρμονισμένης ζώνης σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν, κατ’ εξαίρεση, να επιτρέπουν την εναλλακτική χρήση της ζώνης, επί παραδείγματι για να καλυφθεί η έλλειψη προσφοράς στην αγορά για συγκεκριμένες χρήσεις, για όσο διάστημα εξακολουθεί να υφίσταται αυτή η έλλειψη ζήτησης και υπό την προϋπόθεση ότι η εναλλακτική χρήση δεν θίγει την εναρμονισμένη χρήση της ζώνης από άλλα κράτη μέλη και ότι παύει όταν δημιουργηθεί ζήτηση για την εναρμονισμένη χρήση.

(113)  Η ευελιξία στη διαχείριση του ραδιοφάσματος και η πρόσβαση σε αυτό έχει καθιερωθεί, στο πλαίσιο αδειών ουδέτερων από άποψη τεχνολογίας και υπηρεσίας, ώστε οι χρήστες του ραδιοφάσματος να μπορούν να επιλέγουν την εφαρμογή των βέλτιστων τεχνολογιών και υπηρεσιών σε ζώνες ραδιοφάσματος που έχουν δηλωθεί διαθέσιμες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στα σχετικά εθνικά σχέδια παραχώρησης συχνοτήτων σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο («αρχή ουδετερότητας ως προς την τεχνολογία και αρχή ουδετερότητας ως προς τις υπηρεσίες»). Ο διοικητικός καθορισμός τεχνολογιών και υπηρεσιών θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν διακυβεύονται στόχοι γενικού συμφέροντος και θα πρέπει να αιτιολογείται σαφώς και να υπάγεται σε τακτική επανεξέταση.

(114)  Οι περιορισμοί στην αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας θα πρέπει να είναι κατάλληλοι και να δικαιολογούνται από την ανάγκη αποφυγής επιβλαβών παρεμβολών, π.χ. με την επιβολή μάσκας εκπομπών και στάθμης ισχύος, την εξασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας με τον περιορισμό της έκθεσης του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία, τη διασφάλιση της καλής λειτουργίας των υπηρεσιών μέσω κατάλληλου επιπέδου τεχνικής ποιότητας της υπηρεσίας, χωρίς ωστόσο να αίρεται η δυνατότητα χρήσης περισσοτέρων της μίας υπηρεσιών στην ίδια ζώνη ραδιοφάσματος, τη διασφάλιση κατάλληλου μερισμού του ραδιοφάσματος, ιδίως όπου η χρήση του υπάγεται μόνο σε γενικές άδειες, την διαφύλαξη της αποτελεσματικής χρήσης του ραδιοφάσματος ή την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο.

(115)  Οι χρήστες του ραδιοφάσματος θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να επιλέγουν ελεύθερα τις υπηρεσίες που επιθυμούν να προσφέρουν μέσω του ραδιοφάσματος. Εντούτοις, θα πρέπει να επιτρέπεται η λήψη μέτρων όπου απαιτείται η παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας για την κάλυψη σαφώς προσδιορισμένων στόχων γενικού συμφέροντος, όπως η ασφάλεια της ζωής, η ανάγκη προαγωγής της κοινωνικής, περιφερειακής και εδαφικής συνοχής ή η αποφυγή μη αποδοτικής χρήσης ραδιοφάσματος. Οι στόχοι αυτοί περιλαμβάνουν και την προαγωγή της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας και την πολυφωνία των μέσων επικοινωνίας, όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο. Εκτός περιπτώσεων που είναι απαραίτητες για την προστασία της ασφάλειας της ζωής ή, ως εξαίρεση, προκειμένου για την εκπλήρωση άλλων στόχων γενικού συμφέροντος όπως καθορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, οι εξαιρέσεις δεν θα πρέπει να συνεπάγονται αποκλειστική χρήση ορισμένων υπηρεσιών, αλλά να συνιστούν παραχώρηση προτεραιότητας ώστε να μπορούν να συνυπάρχουν στην ίδια ζώνη ραδιοφάσματος και άλλες υπηρεσίες ή τεχνολογίες. Ο καθορισμός του πεδίου εφαρμογής και του χαρακτήρα κάθε εξαίρεσης που αφορά την προαγωγή της γλωσσικής και πολιτιστικής ποικιλομορφίας και της πολυφωνίας των μέσων επικοινωνίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.

(116)  Καθώς η κατανομή ραδιοφάσματος σε ειδικές τεχνολογίες ή υπηρεσίες αποτελεί εξαίρεση από τις αρχές της ουδετερότητας ως προς τεχνολογία και υπηρεσίες και περιορίζει την ελευθερία επιλογής της παρεχόμενης υπηρεσίας ή της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας, κάθε πρόταση τέτοιας κατανομής θα πρέπει να είναι διαφανής και να υπάγεται σε δημόσια διαβούλευση.

(117)  Όταν τα κράτη μέλη, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αποφασίζουν να περιορίσουν την ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξηγούν τους λόγους αυτού του περιορισμού.

(118)  Η διαχείριση του ραδιοφάσματος θα πρέπει γίνεται κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών. Η βασική έννοια των επιβλαβών παρεμβολών θα πρέπει επομένως να ορισθεί κατάλληλα ώστε να διασφαλισθεί ότι η ρυθμιστική παρέμβαση θα περιορίζεται στον βαθμό που είναι απαραίτητος για την αποτροπή αυτών των παρεμβολών, λαμβανομένης επίσης υπόψη της ανάγκης να συνεκτιμώνται προηγμένες μέθοδοι προστασίας έναντι των επιβλαβών παρεμβολών, με στόχο την εφαρμογή αυτών των τεχνολογιών και των μεθόδων διαχείρισης του ραδιοφάσματος, ώστε να αποφεύγεται, κατά το δυνατόν, η εφαρμογή της αρχής «χωρίς παρεμβολές και χωρίς προστασία». Οι μεταφορές έχουν ισχυρή διασυνοριακή διάσταση και η ψηφιοποίησή τους δημιουργεί προκλήσεις. Τα οχήματα (όπως μετρό, λεωφορεία, αυτοκίνητα, φορτηγά, τρένα) καθίστανται όλο και πιο αυτόνομα και συνδεδεμένα. Στην εσωτερική αγορά, τα οχήματα ταξιδεύουν ευκολότερα πέραν των εθνικών συνόρων. Οι αξιόπιστες επικοινωνίες και η αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών είναι ζωτικής σημασίας για την ασφαλή και καλή λειτουργία των οχημάτων και των επ’ αυτών συστημάτων επικοινωνιών.

(119)  Με την αυξανόμενη ζήτηση ραδιοφάσματος και τις νέες ποικίλες εφαρμογές και τεχνολογίες που επιβάλλουν πιο ευέλικτη πρόσβαση στο ραδιοφάσμα και χρήση του ραδιοφάσματος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προάγουν την κοινή χρήση του ραδιοφάσματος, θεσπίζοντας τα πλέον κατάλληλα καθεστώτα αδειών για κάθε σενάριο και ορίζοντας κατάλληλους και διαφανείς σχετικούς κανόνες και όρους. Η κοινή χρήση του ραδιοφάσματος διασφαλίζει όλο και περισσότερο την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του, επιτρέποντας σε διάφορους ανεξάρτητους χρήστες ή συσκευές την πρόσβαση στην ίδια ζώνη ραδιοφάσματος βάσει διαφόρων ειδών νομικών καθεστώτων, ώστε να καθίστανται διαθέσιμοι επιπλέον πόροι ραδιοφάσματος, να αυξάνεται η αποδοτικότητα της χρήσης και να διευκολύνεται η πρόσβαση στο ραδιοφάσμα για νέους χρήστες. Η κοινή χρήση μπορεί να βασίζεται σε γενικές άδειες ή σε χρήση εξαιρούμενη από την αδειοδότηση επιτρέποντας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μερισμού, σε διάφορους χρήστες την πρόσβαση στο ίδιο ραδιοφάσμα και τη χρήση του, σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές ή σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Μπορεί επίσης να βασίζεται σε μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης, δυνάμει ρυθμίσεων όπως η άδεια μεριζόμενης πρόσβασης κατά την οποία όλοι οι χρήστες (με τον υφιστάμενο χρήστη και νέους χρήστες) συμφωνούν σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη μεριζόμενη πρόσβαση, υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχών, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ελάχιστη εγγυημένη ποιότητα ραδιομετάδοσης. Όταν επιτρέπουν την κοινή χρήση υπό διαφορετικά καθεστώτα αδειοδότησης, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να θέτουν ευρέως αποκλίνουσες διάρκειες για αυτήν τη χρήση υπό διαφορετικά καθεστώτα αδειοδότησης.

(120)  Οι γενικές άδειες χρήσης του ραδιοφάσματος ενδέχεται να διευκολύνουν την πιο αποτελεσματική χρήση του ραδιοφάσματος και να προωθούν την καινοτομία σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι δε ευνοϊκές για τον ανταγωνισμό, ενώ τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος σε άλλες περιπτώσεις ενδέχεται να είναι το πλέον κατάλληλο καθεστώς αδειοδότησης υπό ορισμένες ειδικές περιστάσεις. Θα πρέπει να εξετάζεται η λύση των μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης, παραδείγματος χάριν, όταν η ύπαρξη ευνοϊκών χαρακτηριστικών διάδοσης του ραδιοφάσματος ή το προβλεπόμενο επίπεδο ισχύος της μετάδοσης συνεπάγεται ότι δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των παρεμβολών με τη χρήση γενικών αδειών εξαιτίας της απαιτούμενης ποιότητας της υπηρεσίας. Τεχνικά μέτρα όπως λύσεις για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας του δέκτη θα μπορούσαν να επιτρέψουν τη χρήση γενικών αδειών ή τον μερισμό ραδιοφάσματος και πιθανώς να αποφύγουν τη συστηματική προσφυγή στην αρχή «χωρίς παρεμβολές και χωρίς προστασία».

(121)  Προκειμένου να διασφαλίζεται η προβλεψιμότητα και να διαφυλάσσεται η ασφάλεια δικαίου και η επενδυτική σταθερότητα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίζουν εκ των προτέρων κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό της συμμόρφωσης με στόχο την αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος από τους κατόχους των δικαιωμάτων κατά την εφαρμογή των όρων που συνοδεύουν μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης και γενικές άδειες. Τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να συμμετέχουν στον καθορισμό των εν λόγω όρων και να ενημερώνονται με διαφάνεια σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογείται η εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους.

(122)  Για να αποφεύγεται η δημιουργία φραγμών εισόδου στην αγορά, ιδίως μέσω της αποθεματοποίησης που αντιβαίνει στον ανταγωνισμό, θα πρέπει να είναι αποτελεσματική η επιβολή της τήρησης των όρων που συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος από τα κράτη μέλη και θα πρέπει να συμμετέχουν όλες οι αρμόδιες αρχές ανάλογα με την περίπτωση. Οι όροι επιβολής θα πρέπει να περιλαμβάνουν την εφαρμογή της ρήτρας της απώλειας σε περίπτωση μη χρήσης. Για λόγους ασφάλειας δικαίου σχετικά με την πιθανή έκθεση σε τυχόν κυρώσεις για τη μη χρήση ραδιοφάσματος, θα πρέπει να ορίζονται εκ των προτέρων τα όρια χρήσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά τον χρόνο, την ποσότητα ή την ταυτότητα του ραδιοφάσματος. Η εμπορία και χρονομίσθωση ραδιοφάσματος θα πρέπει να διασφαλίζουν την αποτελεσματική χρήση από τον αρχικό κάτοχο του δικαιώματος.

(123)  Όταν οι εναρμονισμένες προϋποθέσεις για τις ζώνες ραδιοφάσματος θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να αποφασίζουν σχετικά με το πλέον κατάλληλο καθεστώς αδειοδότησης που θα ισχύει για την εν λόγω ζώνη ή τμήματα αυτής. Όταν όλα τα κράτη μέλη είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν παρόμοια προβλήματα για τα οποία αποκλίνουσες λύσεις θα μπορούσαν να κατακερματίσουν την εσωτερική αγορά εξοπλισμού και συνεπώς να καθυστερήσουν την ανάπτυξη των συστημάτων 5G, ενδέχεται να είναι αναγκαίο για την Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη της RSPG, να προτείνει κοινές λύσεις που αναγνωρίζουν τα ισχύοντα τεχνικά μέτρα εναρμόνισης. Έτσι θα μπορούσε να προσφερθεί στα κράτη μέλη μια εργαλειοθήκη την οποία θα μπορούσαν να λαμβάνουν υπόψη όταν προσδιορίζουν τα κατάλληλα συνεπή καθεστώτα αδειοδότησης που θα εφαρμοσθούν σε ζώνη ή τμήμα ζώνης, βάσει παραγόντων όπως η πυκνότητα πληθυσμού, τα χαρακτηριστικά διάδοσης των ζωνών, η απόκλιση μεταξύ αστικής και αγροτικής χρήσης, η ενδεχόμενη ανάγκη προστασίας των υφιστάμενων υπηρεσιών και οι συνακόλουθες επιπτώσεις για τις οικονομίες κλίμακας στην παραγωγή.

(124)  Η κοινή χρήση υποδομών δικτύου και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η κοινή χρήση ραδιοφάσματος μπορεί να καταστήσει δυνατή την αποδοτικότερη και αποτελεσματικότερη χρήση του ραδιοφάσματος και να διασφαλίσει την ταχεία ανάπτυξη δικτύων, ιδίως σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές. Κατά τον καθορισμό των όρων που πρόκειται να συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να εξετάζουν το ενδεχόμενο αδειοδότησης μορφών μερισμού ή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων με σκοπό να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος ή η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις κάλυψης, σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου ανταγωνισμού.

(125)  Η απαίτηση για σεβασμό των αρχών της ουδετερότητας ως προς την τεχνολογία και την υπηρεσία κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης, μαζί με την πιθανότητα μεταβίβασης δικαιωμάτων μεταξύ επιχειρήσεων, στηρίζουν την ελευθερία και τα μέσα παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό, διευκολύνοντας έτσι την επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την παραχώρηση ραδιοφάσματος απευθείας σε παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε οντότητες που χρησιμοποιούν τα εν λόγω δίκτυα ή υπηρεσίες. Οι οντότητες αυτές ενδέχεται να είναι πάροχοι περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών. Υπεύθυνη για την τήρηση των όρων που συνδέονται με το δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος και των συναφών όρων που συνδέονται με τη γενική άδεια θα πρέπει να είναι πάντοτε η επιχείρηση στην οποία χορηγείται το δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος. Ορισμένες υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε ραδιοτηλεοπτικούς φορείς για την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων επικοινωνίας ενδέχεται να απαιτούν τη χρήση ειδικών κριτηρίων και διαδικασιών για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ώστε να επιτυγχάνεται συγκεκριμένος στόχος γενικού συμφέροντος που ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο. Ωστόσο, η διαδικασία χορήγησης αυτού του δικαιώματος θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να είναι αντικειμενική, διαφανής, αναλογική και να μην εισάγει διακρίσεις.

(126)  Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τυχόν εθνικοί περιορισμοί των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ θα πρέπει να αιτιολογούνται αντικειμενικά και να είναι αναλογικοί και δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων αυτών. Επιπλέον, ραδιοφάσμα το οποίο χορηγείται χωρίς την τήρηση ανοικτής διαδικασίας δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για άλλους σκοπούς εκτός του στόχου γενικού συμφέροντος για τον οποίο χορηγήθηκε. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να παρέχεται στα ενδιαφερόμενα μέρη η δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις εντός εύλογης περιόδου. Στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αίτησης για τη χορήγηση δικαιωμάτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ελέγχουν εάν ο αιτών θα είναι σε θέση να τηρήσει τους όρους που πρόκειται να συνδεθούν με τα δικαιώματα αυτά. Οι όροι αυτοί θα πρέπει να αντανακλώνται στα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθορίζονται με αντικειμενικούς, διαφανείς και αναλογικούς όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις πριν από την έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας επιλογής. Προς τον σκοπό της εφαρμογής των εν λόγω κριτηρίων, είναι δυνατόν να ζητείται από τον αιτούντα να υποβάλει τις πληροφορίες που απαιτούνται για να αποδείξει ότι είναι σε θέση να τηρήσει τους όρους αυτούς. Η αίτηση δικαιώματος χρήσης ενός ραδιοφάσματος είναι δυνατόν να απορρίπτεται, όταν δεν υποβάλλονται οι πληροφορίες αυτές.

(127)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει, πριν από τη χορήγηση του δικαιώματος, να επιβάλλουν μόνο τον έλεγχο στοιχείων που μπορούν ευλόγως να αποδειχθούν από υποψήφιο ο οποίος επιδεικνύει τη συνήθη επιμέλεια, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της σημαντικής δημόσιας και αγοραίας αξίας του ραδιοφάσματος ως σπάνιου δημόσιου πόρου. Αυτό δεν θίγει τη δυνατότητα για μεταγενέστερο έλεγχο της εκπλήρωσης των κριτηρίων επιλεξιμότητας, για παράδειγμα με τη χρήση σημείων αναφοράς, σε περίπτωση που τα κριτήρια δεν θα ήταν ευλόγως δυνατό να τηρηθούν αρχικά. Για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να χορηγούν δικαιώματα όταν από την επανεξέτασή τους προκύπτουν ενδείξεις αδυναμίας των υποψηφίων να τηρήσουν τους όρους, με την επιφύλαξη της δυνατότητας να διευκολύνεται η χρονικά περιορισμένη πειραματική χρήση. Η επαρκώς μακρά διάρκεια των αδειών για τη χρήση ραδιοφάσματος αναμένεται να αυξήσει την προβλεψιμότητα επενδύσεων ώστε να ενισχυθεί η ταχύτερη ανάπτυξη δικτύων και η βελτίωση των υπηρεσιών, καθώς και να αυξήσει τη σταθερότητα για την υποστήριξη της εμπορίας και χρονομίσθωσης ραδιοφάσματος. Αυτή η διάρκεια θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους επιδιωκόμενους σκοπούς και να επαρκεί για να διευκολύνεται η ανάκτηση των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν, εκτός αν έχει ληφθεί άδεια για χρήση ραδιοφάσματος απεριόριστου χρονικού διαστήματος. Αν και η μεγαλύτερη διάρκεια μπορεί να εξασφαλίσει την προβλεψιμότητα των επενδύσεων, τα μέτρα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος, όπως η εξουσία της αρμόδιας αρχής να τροποποιεί ή να ανακαλεί το δικαίωμα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης, ή η διευκόλυνση της εμπορευσιμότητας και της χρονομίσθωσης του ραδιοφάσματος, θα χρησιμεύουν για την πρόληψη ανάρμοστης συσσώρευσης ραδιοφάσματος και τη στήριξη της μεγαλύτερης ευελιξίας στην κατανομή πόρων ραδιοφάσματος. Η αυξημένη χρησιμοποίηση ετήσιων τελών αποτελεί επίσης μέσο για να εξασφαλίζεται η διαρκής αξιολόγηση της χρήσης του ραδιοφάσματος από τον κάτοχο του δικαιώματος.

(128)  Λόγω της σημασίας της τεχνικής καινοτομίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να προβλέπουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος για πειραματικούς σκοπούς, τα οποία θα υπόκεινται σε συγκεκριμένους περιορισμούς και όρους που δικαιολογούνται αυστηρά λόγω του πειραματικού χαρακτήρα των δικαιωμάτων αυτών.

(129)  Όταν αποφασίζουν αν θα ανανεώσουν ήδη χορηγημένα δικαιώματα χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον βαθμό στον οποίο η ανανέωση θα προωθούσε τους στόχους του ρυθμιστικού πλαισίου και άλλους στόχους βάσει του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου. Οποιαδήποτε τέτοια απόφαση θα πρέπει να υπόκειται σε ανοικτή, διαφανή διαδικασία που δεν εισάγει διακρίσεις και να βασίζεται σε επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο έχουν τηρηθεί οι όροι που συνοδεύουν τα εκάστοτε δικαιώματα. Κατά την αξιολόγηση της ανάγκης για ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να σταθμίζουν τις ανταγωνιστικές επιπτώσεις της ανανέωσης χορηγημένων δικαιωμάτων έναντι της προώθησης αποδοτικότερης εκμετάλλευσης ή καινοτόμων νέων χρήσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν αν η ζώνη ήταν ανοιχτή σε νέους χρήστες. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να δύνανται να αποφασίζουν σχετικά, επιτρέποντας μόνο περιορισμένη διάρκεια ανανέωσης προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή στρέβλωση της καθιερωμένης χρήσης. Αν και οι αποφάσεις σχετικά με την ανανέωση δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί πριν από τη θέση σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να λαμβάνονται τηρουμένων των τυχόν κανόνων που ήδη ισχύουν, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν ότι δεν θίγονται οι στόχοι της παρούσας οδηγίας.

(130)  Κατά την ανανέωση υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, τα κράτη μέλη θα πρέπει, μαζί με την αξιολόγηση της ανάγκης για ανανέωση του δικαιώματος, να επανεξετάζουν τα τέλη που συνοδεύουν τα δικαιώματα, με σκοπό να διασφαλίζεται ότι τα τέλη αυτά εξακολουθούν να προάγουν τη βέλτιστη χρήση, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των εξελίξεων της αγοράς και της τεχνολογικής εξέλιξης. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, είναι σκόπιμο τυχόν προσαρμογές στις ισχύουσες αμοιβές να βασίζονται στις ίδιες αρχές με εκείνες που εφαρμόζονται για τη χορήγηση νέων δικαιωμάτων χρήσης.

(131)  Η αποτελεσματική διαχείριση του ραδιοφάσματος μπορεί να διασφαλίζεται με τη διευκόλυνση της συνεχιζόμενης αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος που έχει ήδη εκχωρηθεί. Προκειμένου να κατοχυρώνεται η ασφάλεια δικαίου για τους κατόχους των δικαιωμάτων, η δυνατότητα ανανέωσης των δικαιωμάτων χρήσης θα πρέπει να εξετάζεται εντός κατάλληλου χρονικού διαστήματος πριν από τη λήξη των εκάστοτε δικαιωμάτων, για παράδειγμα όταν τα δικαιώματα έχουν χορηγηθεί για 15 έτη ή περισσότερο, τουλάχιστον δύο έτη πριν από τη λήξη των δικαιωμάτων αυτών, εκτός αν έχει εξαιρεθεί ρητά η δυνατότητα ανανέωσης κατά τη στιγμή της χορήγησης. Για να εξασφαλίζεται η διαρκής διαχείριση των πόρων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να προβαίνουν σε αυτήν την εξέταση με δική τους πρωτοβουλία, καθώς και κατόπιν αιτήματος από τον εκδοχέα. Η ανανέωση του δικαιώματος χρήσης δεν θα πρέπει να χορηγείται ενάντια στη βούληση του εκδοχέα.

(132)  Η μεταβίβαση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος μπορεί να είναι αποτελεσματικό μέσο αύξησης της αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος. Για λόγους ευελιξίας και αποτελεσματικότητας και για να καταστεί δυνατή η αποτίμηση του ραδιοφάσματος από την αγορά, τα κράτη μέλη θα πρέπει, εξ ορισμού, να παρέχουν στους χρήστες του ραδιοφάσματος τη δυνατότητα να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν τα οικεία δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος σε τρίτους κατόπιν απλής διαδικασίας και υπό τους όρους που συνοδεύουν τα εν λόγω δικαιώματα και τους κανόνες ανταγωνισμού, υπό την εποπτεία των αρμόδιων εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Για να διευκολύνονται αυτές οι μεταβιβάσεις ή χρονομισθώσεις, εφόσον τηρούνται τα τεχνικά μέτρα εφαρμογής που θεσπίζονται δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να εξετάζουν αιτήματα για διαχωρισμό ή επιμερισμό των δικαιωμάτων ραδιοφάσματος και για αναθεώρηση των όρων χρήσης.

(133)  Μέτρα που λαμβάνονται ειδικά για την προώθηση του ανταγωνισμού κατά τη χορήγηση ή την ανανέωση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος θα πρέπει να αποφασίζονται από τις εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές, οι οποίες διαθέτουν την απαιτούμενη οικονομική και τεχνική γνώση και γνώση της αγοράς. Οι όροι εκχώρησης ραδιοφάσματος μπορούν να επηρεάζουν την κατάσταση του ανταγωνισμού σε αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τους όρους εισόδου. Η περιορισμένη πρόσβαση στο ραδιοφάσμα, ιδίως όταν το ραδιοφάσμα είναι εν ανεπαρκεία, μπορεί να δημιουργήσει φραγμό εισόδου ή να παρεμποδίσει τις επενδύσεις, την ανάπτυξη δικτύων, την παροχή νέων υπηρεσιών ή εφαρμογών, την καινοτομία και τον ανταγωνισμό. Τα νέα δικαιώματα χρήσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποκτώνται μέσω μεταβίβασης ή χρονομίσθωσης, καθώς και η εισαγωγή νέων ευέλικτων κριτηρίων για τη χρήση ραδιοφάσματος μπορούν επίσης να επηρεάσουν τον υφιστάμενο ανταγωνισμό. Ορισμένοι όροι που χρησιμοποιούνται για την προώθηση του ανταγωνισμού, όταν εφαρμόζονται αδικαιολόγητα, μπορούν να έχουν άλλες συνέπειες· για παράδειγμα, τα ανώτατα όρια και οι δεσμεύσεις ραδιοφάσματος μπορούν να δημιουργήσουν τεχνητή έλλειψη, οι υποχρεώσεις χονδρικής πρόσβασης μπορούν να περιορίσουν αδικαιολόγητα τα επιχειρηματικά μοντέλα σε περίπτωση ανυπαρξίας ισχύος στην αγορά και τα όρια στις μεταβιβάσεις μπορούν να δυσχεράνουν την ανάπτυξη δευτερογενών αγορών. Ως εκ τούτου, απαιτείται συνεπής και αντικειμενικός έλεγχος περί ανταγωνισμού για την επιβολή αυτών των όρων, ο οποίος και θα πρέπει να εφαρμόζεται με συνέπεια. Η χρήση αυτών των μέτρων θα πρέπει, επομένως, να βασίζεται σε διεξοδική και αντικειμενική αξιολόγηση, από τις εθνικές ρυθμιστικές και άλλες αρμόδιες αρχές, των σχετικών συνθηκών της αγοράς και του ανταγωνισμού. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει, ωστόσο, πάντοτε να διασφαλίζουν την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και να αποφεύγουν τη στρέβλωση του ανταγωνισμού εξαιτίας αποθεματοποίησης που αντιβαίνει στον ανταγωνισμό.

(134)  Με βάση τις γνώμες της RSPG, μπορεί να είναι αναγκαία η έγκριση κοινής προθεσμίας για να επιτρέπεται η χρήση ζώνης ραδιοφάσματος που έχει εναρμονιστεί δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ, ώστε να αποφεύγονται διασυνοριακές παρεμβολές, και μπορεί να είναι και επωφελής ώστε να διασφαλίζεται ότι προκύπτουν πλήρη οφέλη των σχετικών τεχνικών μέτρων εναρμόνισης για τις αγορές εξοπλισμού και για την ανάπτυξη πολύ υψηλής χωρητικότητας δικτύων και υπηρεσιών. Η δυνατότητα χρήσης μιας ζώνης ραδιοφάσματος συνεπάγεται την εκχώρηση ραδιοφάσματος υπό καθεστώς γενικής αδείας ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης, ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή η χρήση του ραδιοφάσματος μόλις ολοκληρώνεται η διαδικασία της εκχώρησης. Για την εκχώρηση ζωνών ραδιοφάσματος, ενδέχεται να είναι αναγκαίο να διατίθεται ζώνη κατειλημμένη από άλλους χρήστες, οι οποίοι και αποζημιώνονται. Η εφαρμογή κοινής προθεσμίας ώστε να επιτραπεί η χρήση των εναρμονισμένων ζωνών για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της 5G, ενδέχεται ωστόσο να συναντήσει σε συγκεκριμένο κράτος μέλος προβλήματα σχετιζόμενα με ανεπίλυτα ζητήματα διασυνοριακού συντονισμού μεταξύ κρατών μελών ή με τρίτες χώρες, με την πολυπλοκότητα που έχει η διασφάλιση της τεχνικής μετάβασης υφιστάμενων χρηστών δεδομένης ζώνης, με τον περιορισμό της χρήσης της ζώνης βάσει στόχου γενικού συμφέροντος, με τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας και άμυνας ή με λόγους ανωτέρας βίας. Σε κάθε περίπτωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν όλα τα μέτρα για τον περιορισμό της καθυστέρησης στο ελάχιστο όσον αφορά τη γεωγραφική κάλυψη, το χρονοδιάγραμμα και το εύρος του ραδιοφάσματος. Επιπλέον τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν, όταν κρίνεται σκόπιμο από την αξιολόγησή τους των σχετικών περιστάσεων, να ζητήσουν από την Ένωση να παράσχει νομική, πολιτική και τεχνική υποστήριξη με σκοπό την επίλυση ζητημάτων συντονισμού του ραδιοφάσματος με χώρες γειτονικές της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των υποψήφιων και των υπό ένταξη χωρών, κατά τρόπον ώστε τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να είναι σε θέση να τηρούν τις υποχρεώσεις τους βάσει του ενωσιακού δικαίου.

(135)  Με στόχο να διασφαλιστεί έως το 2020 μεγαλύτερη συντονισμένη διαθεσιμότητα ραδιοφάσματος για την επίτευξη σταθερών και ασύρματων δικτύων πολύ υψηλής ταχύτητας στο πλαίσιο της 5G, οι ζώνες των 3,4-3,8 GHz και 24,25-27,5 GHz έχουν οριστεί από την RSPG ως ζώνες προτεραιότητας για την εκπλήρωση των στόχων του σχεδίου δράσης για την 5G έως το 2020. Οι ζώνες 40,5-43,5 GHz και 66-71 GHz έχουν επίσης οριστεί για περαιτέρω μελέτη. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020, οι ζώνες 3,4-3,8 GHz και 24,25-27,5 GHz ή τμήματά τους θα είναι διαθέσιμα για επίγεια συστήματα ικανά να παρέχουν ασύρματες ευρυζωνικές υπηρεσίες βάσει εναρμονισμένων προϋποθέσεων που έχουν καθιερωθεί από τεχνικά μέτρα εφαρμογής τα οποία θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας αριθ. 676/2002/ΕΚ, κατά συμπλήρωση της απόφασης (ΕΕ) 2017/899 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(36), καθώς οι εν λόγω ζώνες έχουν συγκεκριμένες ιδιότητες, ως προς την κάλυψη και τη χωρητικότητα δεδομένων, που τους επιτρέπουν να συνδυάζονται κατάλληλα προς εκπλήρωση των απαιτήσεων της 5G. Τα κράτη μέλη θα μπορούσαν, ωστόσο, να ε