Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2018/2103(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0466/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0466/2018

Συζήτηση :

PV 16/01/2019 - 19
CRE 16/01/2019 - 19

Ψηφοφορία :

PV 16/01/2019 - 21.9
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0032

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 224kWORD 82k
Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2017
P8_TA(2019)0032A8-0466/2018

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Ιανουαρίου 2019 σχετικά με την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2017 (2018/2103(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία (UNCRPD) και την έναρξη ισχύος της στην ΕΕ στις 21 Ιανουαρίου 2011, σύμφωνα με την απόφαση 2010/48/EΚ του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη σύναψη, από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία(1),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής(2),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία(3),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση-πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2008, για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας, μέσω του ποινικού δικαίου(4),

–  έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση 2017 της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων(5),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς στην ΕΕ, του 2014 (COM(2014)0038),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 2011, με τίτλο «Η καταπολέμηση της διαφθοράς στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (COM(2011)0308),

–  έχοντας υπόψη τον ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων,

–  έχοντας υπόψη τη δεύτερη έρευνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις μειονότητες και τις διακρίσεις (EU-MIDIS II),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 30ής Αυγούστου 2017, με τίτλο «Ενδιάμεση έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του πλαισίου της ΕΕ για εθνικές στρατηγικές ένταξης των Ρομά» (COM(2017)0458),

–  έχοντας υπόψη τις αναφορές που περιλαμβάνονται σε προηγούμενες εκθέσεις για την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

–  έχοντας υπόψη παλαιότερα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και άλλων ευρωπαϊκών και διεθνών θεσμικών οργάνων και οργανισμών,

–  έχοντας υπόψη τις εκθέσεις εθνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών ΜΚΟ,

–  έχοντας υπόψη τις εργασίες του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (FRA), του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Επιτροπής της Βενετίας,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση για τα θεμελιώδη δικαιώματα που συνέταξε ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (FRA) για το 2017(6),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση με τίτλο «Αντισημιτισμός - Επισκόπηση των διαθέσιμων δεδομένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση 2006-2016» του FRA,

–  έχοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 15ης Απριλίου 2015, με την ευκαιρία της Διεθνούς Ημέρας των Ρομά για την αθιγγανοφοβία στην Ευρώπη και την αναγνώριση από την ΕΕ της ημέρας μνήμης της γενοκτονίας των Ρομά κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο(7),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 25ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με πτυχές της ένταξης των Ρομά στην ΕΕ οι οποίες άπτονται των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και την καταπολέμηση της αθιγγανοφοβίας(8),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 1ης Ιουνίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση του αντισημιτισμού(9),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 12ης Απριλίου 2016, σχετικά με την κατάσταση στη Μεσόγειο και την ανάγκη για μια ολιστική προσέγγιση της ΕΕ όσον αφορά τη μετανάστευση(10),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 7ης Φεβρουαρίου 2018, σχετικά με την προστασία των μειονοτήτων και την απαγόρευση των διακρίσεων σε βάρος τους στα κράτη μέλη της ΕΕ(11),

–  έχοντας υπόψη τις εργασίες της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων, της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Αναφορών,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A8-0466/2018),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σεβασμός του κράτους δικαίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των πολιτών μέσω της θέσπισης και της εφαρμογής διεθνών συνθηκών και συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και ότι το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα πρέπει να ενισχύονται αδιαλείπτως· λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε απόπειρα υπονόμευσης των αρχών αυτών είναι επιζήμια όχι μόνο για το εμπλεκόμενο κράτος μέλος, αλλά και για ολόκληρη την Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά συνιστά σοβαρή παραβίαση των αρχών της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και βλάπτει όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ και την ΕΕ στο σύνολό της· λαμβάνοντας υπόψη ότι η υλοποίηση του νομικού πλαισίου κατά της διαφθοράς εξακολουθεί να είναι άνιση μεταξύ των κρατών μελών·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε πολυάριθμα ψηφίσματα και εκθέσεις του, το Κοινοβούλιο ζητά από τα κράτη μέλη να θεσπίσουν τις κατάλληλες πολιτικές που θα διασφαλίζουν τον σεβασμό των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών δικαιωμάτων, όσον αφορά τα άτομα με αναπηρία, τους ηλικιωμένους και τα πιο ευπαθή άτομα· λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει ισχυρή σύνδεση μεταξύ των δικαιωμάτων των μειονοτήτων και της αρχής του κράτους δικαίου· λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 2 ΣΕΕ αναφέρει ρητά τα δικαιώματα των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες, και ότι τα δικαιώματα αυτά αξίζει να έχουν την ίδια μεταχείριση όπως τα άλλα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η άφιξη μεταναστών και αιτούντων άσυλο στην Ευρώπη συνεχίστηκε το 2017, αλλά τα σύνορα και τα λιμάνια γίνονται ολοένα και λιγότερο προσβάσιμα, και ότι η πραγματικότητα αυτή απαιτεί πραγματική αλληλεγγύη στην ΕΕ ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες δομές υποδοχής για τα άτομα που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη και τα πιο ευάλωτα άτομα· λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλοί μετανάστες και αιτούντες άσυλο που προσπαθούν να φτάσουν στην ΕΕ, βρίσκονται στο έλεος λαθρεμπόρων και εγκληματιών, και είναι ευάλωτοι σε παραβιάσεις που θίγουν τα δικαιώματά τους, σε κακοποίηση, κακομεταχείριση και εκμετάλλευση· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες και τα παιδιά διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να γίνουν θύματα εμπορίας, εκμετάλλευσης και σεξουαλικής κακοποίησης από τους διακινητές και, επομένως, πρέπει τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν και να ενισχύσουν συστήματα προστασίας των παιδιών για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας, της κακοποίησης, της παραμέλησης και της εκμετάλλευσης των παιδιών, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του σχεδίου δράσης της Βαλέτα, καθώς και του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 3ης Μαΐου 2018 σχετικά με την προστασία των παιδιών-μεταναστών(12)·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση του ειδικού εισηγητή του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών για την προαγωγή και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών κατά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας θεωρεί ότι τα κράτη έχουν την υποχρέωση να προστατεύουν τους πληθυσμούς τους από τρομοκρατικές ενέργειες, αλλά τα μέτρα ασφαλείας και τα αντι-τρομοκρατικά μέτρα, πρέπει να επιδιώκονται μέσω του κράτους δικαίου και με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων με τίτλο «Βία κατά των γυναικών: μια πανευρωπαϊκή έρευνα», η οποία δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2014, καταδεικνύει ότι το ένα τρίτο όλων των γυναικών στην Ευρώπη έχουν υποστεί σωματική βία ή έχουν υποχρεωθεί με τη βία σε σεξουαλικές πράξεις, τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής τους, το 20 % έχει υποστεί διαδικτυακή παρενόχληση, μία στις είκοσι έχει βιαστεί, και περισσότερες από μία στις δέκα έχουν υποστεί σεξουαλικό καταναγκασμό, και τονίζει ότι η βία κατά των γυναικών πρέπει να αντιμετωπιστεί σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν έχουν ακόμη κυρώσει τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης), δεδομένης της έκτασης του προβλήματος και των σοβαρών συνεπειών της βίας και του αντικτύπου που έχει στη ζωή των γυναικών, καθώς και στην κοινωνία στο σύνολό της· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες με αναπηρίες είναι πιο πιθανό να υποστούν ενδοοικογενειακή βία και σεξουαλική επίθεση απ’ ότι οι γυναίκες χωρίς αναπηρίες·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια στην ΕΕ αντιμετωπίζουν διαρθρωτικές ανισότητες λόγω φύλου που εκφράζονται με διάφορες μορφές και σε ποικίλα πλαίσια - όπως οι διακρίσεις και η βία λόγω φύλου, η σεξουαλική παρενόχληση και η ρητορική μισογυνισμού -, και περιορίζουν σημαντικά την ικανότητά τους να απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους και να συμμετέχουν σε ισότιμη βάση στην κοινωνία· λαμβάνοντας υπόψη ότι, το 2017, το κίνημα #MeToo πρόβαλε και αύξησε την ευαισθητοποίηση σχετικά με την ένταση της σεξουαλικής παρενόχλησης και της σεξουαλικής ή έμφυλης βίας αντιμετωπίζουν οι γυναίκες· λαμβάνοντας υπόψη ότι το κίνημα #MeToo είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί μια κάποια θετική δυναμική για την ισότητα των φύλων, αλλά ότι εξακολουθούν να σημειώνονται πολλά περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης και σεξουαλικής και έμφυλης βίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τελευταία χρόνια οι εκθέσεις έχουν επισημάνει μια αυξανόμενη αντίδραση στα δικαιώματα των γυναικών και στην ισότητα των φύλων· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες στην Ένωση δεν είναι ίσες ως προς το δικαίωμα στην άμβλωση λόγω διαφορετικών πολιτικών και νομοθεσιών στα κράτη μέλη·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στις δημοκρατικές κοινωνίες, η ελευθερία του λόγου και του συνέρχεσθαι είναι ένα από τα μέσα με τα οποία οι πολίτες μπορούν να συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση και να επιφέρουν κοινωνικές αλλαγές, και ότι η ελευθερία, η πολυφωνία και η ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης αποτελούν βασικά στοιχεία του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης, και είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατική λειτουργία της ΕΕ και των κρατών μελών της· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δημοσιογράφοι και άλλοι φορείς των μέσων ενημέρωσης στην ΕΕ αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο πολλαπλών επιθέσεων, απειλών και πιέσεων, ακόμα και δολοφονίας από κρατικούς και μη κρατικούς φορείς· λαμβάνοντας υπόψη ότι η δημοσιογράφος Daphne Caruana Galizia, η οποία είχε ασχοληθεί κυρίως με τη διερεύνηση σκανδάλων φοροδιαφυγής, φορολογικής απάτης, διαφθοράς και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, δολοφονήθηκε στη Μάλτα, αφού έχει αναφέρει ότι δέχτηκε απειλές, και έχοντας υπόψη ότι απαιτούνται ανεξάρτητες έρευνες για να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός των δραστών προκειμένου να προσαχθούν στη δικαιοσύνη· λαμβάνοντας υπόψη τον θεμελιώδη ρόλο του Τύπου, καθώς και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών σε μια δημοκρατία·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 21 παράγραφος 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, αναπηρίας, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας ή ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, ιδιοκτησίας, γέννησης, ηλικίας ή σεξουαλικού προσανατολισμού· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας διασφαλίζεται από το άρθρο 10 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαρκής ρατσιστική και ξενοφοβική συμπεριφορά αρχίζει να θεωρείται ως φυσιολογική στα κράτη μέλη και υποστηρίζεται από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης και από πολιτικούς σε ολόκληρη την ΕΕ, προωθώντας ένα κοινωνικό κλίμα που ευνοεί το ρατσισμό, τις διακρίσεις και τα εγκλήματα μίσους· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι θέσεις αυτές ματαιώνουν τις κοινές ευρωπαϊκές αξίες τις οποίες όλα τα κράτη μέλη έχουν αποδεχθεί να προασπίζουν·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μετανάστες, οι απόγονοι μεταναστών και τα άτομα που ανήκουν σε κοινωνικοπολιτιστικές μειονότητες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εκτεταμένες διακρίσεις σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και σε όλους τους τομείς της ζωής· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μελέτες του FRA τονίζουν ότι τα θύματα που βρίσκονται σε συνθήκες παράτυπης διαμονής είναι απρόθυμα να καταγγέλλουν παραβιάσεις σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή και ότι το καθεστώς του μετανάστη αυξάνει τον κίνδυνο θυματοποίησης· λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις προς την Επιτροπή, τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την διασφάλιση μιας αποτελεσματικής προστασίας των μειονοτήτων είναι περιορισμένα·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (FRA) έχει καταστεί κέντρο αριστείας όσον αφορά την παροχή στοιχείων σχετικών με τα θεμελιώδη δικαιώματα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ και στα κράτη μέλη·

Κράτος δικαίου, δημοκρατία και θεμελιώδη δικαιώματα

1.  επαναλαμβάνει ότι ο διαχωρισμός των εξουσιών και η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι ουσιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας του κράτους δικαίου σε κάθε κοινωνία· υπενθυμίζει ότι η έννοια αυτή κατοχυρώνεται στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948 και στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, ειδικότερα στις αρχές της ισότητας έναντι του νόμου, στο τεκμήριο αθωότητας και στο δικαίωμα σε δίκαιη και δημόσια ακρόαση από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει συσταθεί ενώπιον του νόμου· υπενθυμίζει ότι αυτές οι θεμελιώδεις αξίες αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τα εισαγωγικά άρθρα των ευρωπαϊκών συνθηκών, τα οποία όλα τα κράτη μέλει έχουν οικειοθελώς αποδεχθεί και δεσμευτεί να σέβονται· διαβεβαιώνει ότι ούτε η εθνική κυριαρχία ούτε η επικουρικότητα μπορούν να δικαιολογήσουν τη συστηματική άρνηση ενός κράτους μέλους να συμμορφωθεί με τις θεμελιώδεις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις Συνθήκες·

2.  υπενθυμίζει ότι το κράτος δικαίου αποτελεί συνιστώσα και προϋπόθεση για την προστασία όλων των αξιών που απαριθμούνται στο άρθρο 2 ΣΕΕ· καλεί όλους τους σχετικούς φορείς σε ευρωπαϊκό και σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των κυβερνήσεων, των κοινοβουλίων και του δικαστικού σώματος, να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την προάσπιση και την ενίσχυση του κράτους δικαίου· υπενθυμίζει ότι οι εν λόγω φορείς έχουν την ευθύνη για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με το κράτος δικαίου και ότι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην πρόληψη κάθε διάβρωσης του κράτους δικαίου, το οποίο δεν είναι η άνευ όρων εφαρμογή των νόμων, αλλά η δημοκρατική αποδοχή της υπαγωγής σε νόμους, με, ταυτόχρονα, απόλυτη τήρηση των διεθνών συμβάσεων και ιδίως των δικαιωμάτων της δημοκρατικής αντιπολίτευσης και των μειονοτήτων·

3.  καταδικάζει έντονα τις προσπάθειες των κυβερνήσεων κάποιων κρατών μελών να αποδυναμώσουν τη διάκριση των εξουσιών και την ανεξαρτησία του δικαστικού συστήματος· εκφράζει την ανησυχία για το ότι, παρά το γεγονός ότι τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει νόμους για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας της δικαιοσύνης, σύμφωνα με τα πρότυπα του Συμβουλίου της Ευρώπης, εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται αυτά τα πρότυπα, καθώς αφήνουν τα εθνικά δικαστικά συστήματα ανοικτά στην άσκηση πολιτικής επιρροής και τροφοδοτούν ένα κοινό αίσθημα παρέμβασης στη δικαιοσύνη και μεροληψίας εκ μέρους των δικαστών. υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 ΣΕΕ, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών νομιμοποιείται και εξουσιοδοτείται να διασφαλίζει την εφαρμογή των συνθηκών και των μέτρων που εγκρίθηκαν από τα θεσμικά όργανα βάσει των συνθηκών, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης όλων των κρατών μελών με τις αρχές του κράτους δικαίου και τις άλλες αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ·

4.  σημειώνει τις προσπάθειες που καταβάλλει η Επιτροπή και το Συμβούλιο για να διασφαλίσουν την τήρηση από όλα τα κράτη μέλη των αρχών του κράτους δικαίου, της δημοκρατίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά και τον περιορισμένο αντίκτυπο των διαδικασιών που έχουν δρομολογηθεί βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1 ΣΕΕ· είναι της άποψης ότι η ΕΕ πρέπει να είναι σε θέση να κινεί διαδικασίες επί παραβάσει εναντίον κρατών μελών που δεν υποστηρίζουν πλέον τις αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ και ότι το άρθρο 7 ΣΕΕ πρέπει να ενεργοποιηθεί εάν αποτύχουν όλα τα άλλα ένδικα μέσα· θεωρεί ότι η αναποτελεσματικότητα της ΕΕ όσον αφορά τον τερματισμό των σοβαρών και διαρκών παραβιάσεων, σε ορισμένα κράτη μέλη, των αξιών που αναφέρονται στο άρθρο 2, υπονομεύει την εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και την αξιοπιστία της ΕΕ· τονίζει επίσης ότι η συνεχιζόμενη ατιμωρησία αυτών των παραβιάσεων ενθάρρυνε και άλλα κράτη μέλη να ακολουθήσουν την ίδια οδό· καλεί το Συμβούλιο να εξετάσει και να δώσει συνέχεια στις προτάσεις της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου σχετικά με τις διαδικασίες επί παραβάσει και τις ενδεχόμενες κυρώσεις·

5.  υπενθυμίζει την ανάγκη καθιέρωσης αμερόληπτης και τακτικής αξιολόγησης της κατάστασης του κράτους δικαίου, της δημοκρατίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε όλα τα κράτη μέλη· υπογραμμίζει ότι αυτή η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια· υπενθυμίζει εν προκειμένω ότι το Συμβούλιο διαδραματίζει επίσης σημαντικότατο ρόλο στη διασφάλιση του κράτους δικαίου και των άλλων αξιών που αναφέρονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ και χαιρετίζει τις προσπάθειες ορισμένων κρατών μελών να διασφαλίσουν, στο πλαίσιο του Συμβουλίου, μια τακτική αξιολόγηση της κατάστασης όσον αφορά το κράτος δικαίου σε κάθε κράτος μέλος· καλεί το Συμβούλιο να προχωρήσει άμεσα προς επίτευξη αυτού του στόχου· υπενθυμίζει το ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2016 με συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τη θέσπιση ενός μηχανισμού της ΕΕ για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα(13)· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να υποβάλει, βάσει του άρθρου 295 ΣΛΕΕ, πρόταση για τη σύναψη ενός ενωσιακού συμφώνου για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα («Σύμφωνο της ΕΕ για ΔΚΘ») υπό τη μορφή διοργανικής συμφωνίας, που θα θεσπίζει ρυθμίσεις για τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και των κρατών μελών στο πλαίσιο του άρθρου 7 ΣΕΕ· θεωρεί ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει έναν δίκαιο, ισορροπημένο, τακτικό και προληπτικό μηχανισμό όσον αφορά τυχόν παραβίαση των αξιών που αναφέρονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ, ο οποίος θα μπορούσε να λειτουργήσει παρόμοια με το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο στον τομέα των οικονομικών πολιτικών· υπενθυμίζει τον εγγενή δεσμό που υπάρχει μεταξύ του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την ανάγκη να γίνουν ευρύτερα γνωστές σε όλους τους Ευρωπαίους οι κοινές αξίες της ΕΕ και ο Χάρτης· υπογραμμίζει τη σημασία της αποστολής από το Κοινοβούλιο στα κράτη μέλη ad hoc αντιπροσωπειών όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις σοβαρών παραβιάσεων της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων·

6.  συμμερίζεται την άποψη ότι κάθε αξιολόγηση του κράτους δικαίου πρέπει να βασίζεται σε αξιόπιστα, αντικειμενικά και συγκρίσιμα δεδομένα και αναλύσεις· υπενθυμίζει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα θα πρέπει να περιλαμβάνονται ως μέρος της εκτίμησης επιπτώσεων για όλες τις νομοθετικές προτάσεις· χαιρετίζει εν προκειμένω το νέο Σύστημα Πληροφοριών για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα (EFRIS) του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο θα συγκεντρώνει όλες τις υφιστάμενες πληροφορίες σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα που παρέχονται από τους διάφορους μηχανισμούς στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, του Συμβουλίου της Ευρώπης και σε επίπεδο ΕΕ·

7.  επισημαίνει ότι η βελτίωση της ποιότητας, της ανεξαρτησίας και της αποτελεσματικότητας των εθνικών συστημάτων δικαιοσύνης, ιδίως σε σχέση με τους δικαστές, τους εισαγγελείς και τους δικηγόρους, παραμένει βασική προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· τονίζει ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εισαχθεί μια διάσταση που θα λαμβάνει υπόψη τη διάσταση του φύλου στα νομικά και δικαστικά συστήματα των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης και της θεσμοποίησης της συνιστώσας του φύλου, με προγράμματα κατάρτισης όλων των μελών του δικαστικού σώματος·

8.  τονίζει ότι η διαφθορά δεν συνιστά απλώς σημαντικό συστημικό εμπόδιο στην εφαρμογή της δημοκρατίας και στον σεβασμό του κράτους δικαίου, αλλά είναι δυνατόν να προκαλέσει διάφορες παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συνιστώντας έτσι σοβαρή απειλή για την αρχή της δίκαιης μεταχείρισης όλων των πολιτών· εκφράζει την ανησυχία του για τις νομοθετικές πρωτοβουλίες που προτείνονται σε ορισμένα κράτη μέλη, οι οποίες ενδέχεται να αναστρέψουν τις μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη αναληφθεί για την ενίσχυση της πρόληψης της διαφθοράς· σε αυτό το πλαίσιο, καλεί όλα τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να καταπολεμήσουν σθεναρά τη συστημική διαφθορά και να σχεδιάσουν αποτελεσματικά μέσα για την πρόληψη, την καταπολέμηση και την τιμωρία της διαφθοράς και την καταπολέμηση της απάτης, και να παρακολουθούν σε τακτική βάση τη χρήση των δημόσιων οικονομικών· καλεί, για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να διευκολύνουν την ταχεία σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO)· καλεί τα κράτη μέλη που δεν έχουν ανακοινώσει την πρόθεσή τους, να προσχωρήσουν στην EPPO· εκφράζει, εν προκειμένω, τη λύπη του για την απόφαση της Επιτροπής να μην δημοσιοποιήσει τη δεύτερη διετή έκθεση σχετικά με την κατάσταση της διαφθοράς στην ΕΕ, και την προτρέπει να συνεχίσει να δημοσιεύει τις εκθέσεις που αφορούν την καταπολέμηση της διαφθοράς· υπογραμμίζει ότι η δημοσίευση ενημερωτικών δελτίων για την καταπολέμηση της διαφθοράς στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου δεν συνιστά αποτελεσματικό μέτρο για τη σαφή συμπερίληψη της διαφθοράς στο θεματολόγιο· χαιρετίζει τη δήλωση της Επιτροπής στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Καταπολέμηση της διαφθοράς της ΕΕ» ότι θα ζητήσει έγκριση για τη συμμετοχή στο GRECO, το δίκτυο κατά της διαφθοράς που έχει δημιουργηθεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης·

9.  υπογραμμίζει τη σημασία της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής ως ένα από τα βασικά θεμελιώδη δικαιώματα που εγγυάται η ΕΕ· τονίζει ότι το Brexit έχει άμεση επίπτωση στη ζωή εκατομμυρίων ευρωπαίων πολιτών, ιδίως υπηκόων της ΕΕ που διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και βρετανών πολιτών που ζουν στην ΕΕ των 27, και υπογραμμίζει ότι η διαφύλαξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ατόμων πρέπει να έχει την ίδια σημασία με άλλες πτυχές· ζητεί την προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών της ΕΕ και των οικογενειών τους, που μετακινήθηκαν στο εσωτερικό της Ένωσης βάσει του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας, μετά το Brexit·

10.  υπογραμμίζει ότι όλα τα μέτρα για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος ή της τρομοκρατίας πρέπει να τηρούν τους ευρωπαϊκούς κανόνες σχετικά με τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα· εκφράζει την ανησυχία του καθώς διαπιστώνει ότι οι δημόσιες αρχές στρέφονται όλο και περισσότερο σε διοικητικά μέτρα που δεν συμβαδίζουν με τις αρχές του κράτους δικαίου, και οι πολιτικές σε αυτόν τον τομέα έχουν επεκταθεί σε έναν αυξανόμενο αριθμό εγκλημάτων και αδικημάτων, ιδίως στο πλαίσιο της λήψης μέτρων στο όνομα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης· ζητεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι η νομοθεσία έκτακτης ανάγκης συνάδει με τις αρχές της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας, και ότι τα μέτρα που λαμβάνονται σε αυτό το πλαίσιο είναι σαφώς περιορισμένης διάρκειας και ότι ελέγχονται τακτικά και με δημοκρατικό τρόπο· απορρίπτει κάθε σύγχυση μεταξύ της μετανάστευσης και της τρομοκρατίας, καθώς και κάθε χρήση αντιτρομοκρατικών μέτρων για τον έλεγχο ορισμένων μεταναστευτικών ρευμάτων·

Μετανάστευση

11.  καταδικάζει τις καταχρήσεις και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υφίστανται ορισμένοι μετανάστες και πρόσφυγες, σε σχέση ιδίως με την πρόσβαση στο έδαφος των κρατών μελών, τους όρους υποδοχής, τις διαδικασίες ασύλου, την κράτηση μεταναστών και την προστασία των ευάλωτων ατόμων, και υπογραμμίζει τη σημασία του σεβασμού και της πλήρους μεταφοράς από τα κράτη μέλη της κοινής δέσμης μέτρων για το άσυλο που υιοθετήθηκε από την ΕΕ· υπενθυμίζει ότι τα παιδιά αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τρίτο των αιτούντων άσυλο και ότι είναι ιδιαίτερα ευάλωτα· καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να εντείνουν τις προσπάθειές τους για να αποτρέψουν την εξαφάνιση ασυνόδευτων ανηλίκων· υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα ασύλου προστατεύεται ρητά από το άρθρο 18 του Χάρτη· σημειώνει με ανησυχία ότι οι ταχείες διαδικασίες και οι ασφαλείς κατάλογοι χωρών, καθώς και η διαδικασία επιστροφής σύμφωνα με τους κανόνες του Δουβλίνο, θέτουν τους ΛΟΑΔΜ αιτούντες άσυλο σε αυξημένο κίνδυνο να απελαθούν πριν τους δοθεί η δυνατότητα να τεκμηριώσουν την αίτησή τους για άσυλο σε τρίτες χώρες ή άλλα κράτη μέλη, όταν φοβούνται πιθανή δίωξη λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας φύλου, έκφρασης φύλου ή χαρακτηριστικών φύλου·

12.  καλεί τα κράτη μέλη να ζητήσουν από τις αρχές τους να εξετάσουν κατά πόσον οι θεμιτοί στόχοι τους θα μπορούσαν να επιτευχθούν με λιγότερο καταναγκαστικά μέτρα από την κράτηση και να αιτιολογούν πλήρως με στοιχεία και νομικά επιχειρήματα την επιλογή της κράτησης στην περίπτωση των αιτούντων άσυλο, των προσφύγων και των μεταναστών· υπενθυμίζει ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν υπογράψει τις Συμβάσεις της Γενεύης, άρα είναι υποχρεωμένα να διασφαλίζουν την τήρηση όλων των διατάξεών τους, ανεξαρτήτως συνθηκών· τονίζει τη διπλή διάκριση που υφίστανται οι γυναίκες μετανάστες, τόσο ως μετανάστριες όσο και ως γυναίκες, και τις ειδικές συνθήκες που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν κατά τη διάρκεια της μεταναστευτικής τους διαδρομής και στα κέντρα κράτησης ή υποδοχής, ιδίως τις παρενοχλήσεις και επιθέσεις που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια και τη σωματική τους ακεραιότητας και ιδιωτική ζωή, καθώς και την ανάγκη πρόσβασης σε παροχές γυναικείας υγιεινής και υπηρεσίες αναπαραγωγικής υγειονομικής περίθαλψης· ζητεί τη θέσπιση και την ενίσχυση συστημάτων προστασίας των γυναικών, με στόχο την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας, της κακοποίησης, της παραμέλησης και της εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του σχεδίου δράσης της Βαλέτα·

13.  υπενθυμίζει ότι η UNICEF έχει επανειλημμένως τονίσει ότι σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η κράτηση, υπό το φως του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, και ότι θα πρέπει να αναπτυχθούν εναλλακτικές της κράτησης, ανεξάρτητα από το αν τα παιδιά αυτά συνοδεύονται από την οικογένειά τους ή είναι ασυνόδευτα· ζητεί να θεσπιστούν και να εφαρμοστούν ειδικές διαδικασίες για τη διασφάλιση της προστασίας όλων των παιδιών, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού· υπογραμμίζει ότι ο χωρισμός από την οικογένειά τους, ακόμα και όταν βρίσκονται υπό κράτηση, εκθέτει τις γυναίκες και τα παιδιά σε μεγαλύτερους κινδύνους· τονίζει, επίσης, τη σημασία της αρχής του μείζονος συμφέροντος του παιδιού σε όλες τις περιπτώσεις όπου εμπλέκονται παιδιά, καθώς και της εφαρμογής στην πράξη του δικαιώματος ακρόασης· υπενθυμίζει ότι το άρθρο 14 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και το άρθρο 28 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού εγγυώνται την εκπαίδευση σε κάθε παιδί, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών των μεταναστών και των προσφύγων ανεξάρτητα από το καθεστώς τους, τόσο των ασυνόδευτων όσο και των συνοδευόμενων, και την αποφυγή του διαχωρισμού της σχολικής εκπαίδευσης και του διαχωρισμού γενικότερα· καλεί επομένως τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την παροχή πρόσβασης στην τυπική και άτυπη εκπαίδευση για τα παιδιά μεταναστών και προσφύγων, αμέσως μετά την άφιξή τους· τονίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν την αποτελεσματική στήριξη των παιδιών μεταναστών και προσφύγων μέσω γλωσσικής, κοινωνικής και ψυχολογικής υποστήριξης, με βάση την ατομική αξιολόγηση των αναγκών τους· ανησυχεί για τις ειδικές ανάγκες και τα τρωτά σημεία των αιτούντων άσυλο από περιθωριοποιημένες ομάδες και καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι πληρούνται αυτές οι ανάγκες τους όσον αφορά την ασφάλεια, την υγειονομική περίθαλψη και τη νομική αναγνώριση·

14.  επισημαίνει ότι η αλληλεγγύη πρέπει να είναι η αρχή στην οποία βασίζεται η δράση της Ένωσης για τη μετανάστευση και καταδικάζει εκείνα τα κράτη μέλη που παραβιάζουν σαφώς την αρχή αυτή· καλεί το Συμβούλιο να προχωρήσει σύντομα στη μεταρρύθμιση βάσει του κανονισμού του Δουβλίνου, την οποία σήμερα παρεμποδίζει, και η οποία παρακωλύει τη σωστή λειτουργία του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου· τονίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να προβούν στη θέσπιση ενός συνδυασμού μηχανισμών προστασίας, όπως η επανεγκατάσταση και η εισδοχή για ανθρωπιστικούς λόγους, που μπορεί να προσφέρει στα άτομα που χρήζουν διεθνούς προστασίας την επιλογή να εισέλθουν στην ΕΕ για να ζητήσουν άσυλο εκεί· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να διευκολύνουν τη χορήγηση ανθρωπιστικών θεωρήσεων και προγραμμάτων τακτικής κινητικότητας για την προώθηση νόμιμων και ασφαλών διαύλων προς την ΕΕ, ιδίως για τα άτομα που χρήζουν προστασίας, και να εγγυηθούν την πρόσβασή τους στις υπηρεσίες και τα θεμελιώδη δικαιώματά τους, ανεξάρτητα από το καθεστώς τους· υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη για την εξωτερίκευση των μεταναστευτικών πολιτικών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας με τρίτες χώρες στις οποίες η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) έχει αναφέρει κοινές σοβαρές παραβιάσεις και καταχρήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων· εκτιμά ότι η Ένωση θα πρέπει να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στις προσπάθειες επανεγκατάστασης, σε παγκόσμιο επίπεδο· υπενθυμίζει ότι κάθε δράση που αναλαμβάνεται από κράτος μέλος, όταν ενεργεί στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ, πρέπει να σέβεται τα δικαιώματα και τις αρχές του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ· καλεί τα κράτη μέλη της ΕΕ να εξασφαλίσουν αποτελεσματικά το δικαίωμα του ατόμου για πρόσβαση σε άσυλο, και να αποδεχθούν την μετεγκατάσταση προσφύγων από κράτη μέλη που έχουν πληγεί περισσότερο από τον υψηλό αριθμό αφίξεων· καλεί επίσης τα κράτη μέλη να τηρήσουν την αρχή της μη επαναπροώθησης και να καθιερώσουν τις κατάλληλες δικονομικές εγγυήσεις στις διαδικασίες τους που αφορούν το άσυλο και τα σύνορα· καταγγέλλει απερίφραστα το γεγονός ότι κάποια κράτη μέλη δεν συμμορφώνονται με τη νομοθεσία της ΕΕ περί ασύλου και επιστροφής και παραβιάζουν τα δικαιώματα των μεταναστών και των αιτούντων άσυλο, για παράδειγμα όταν δεν παρέχουν αποτελεσματική πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου, δεν δίνουν σαφείς πληροφορίες σχετικά με τα ένδικα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους μετά από μια απόφαση επιστροφής, στερούν την τροφή από τους μετανάστες και τους αιτούντες άσυλο ή χρησιμοποιούν αυτόματες και συστηματικές διαδικασίες κράτησης·

15.  αναγνωρίζει το έργο των διαφόρων ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στη Μεσόγειο και τις προσπάθειές τους να σώσουν ζωές και να παράσχουν ανθρωπιστική βοήθεια σε όσους την έχουν ανάγκη· υπενθυμίζει ότι η διάσωση στη θάλασσα αποτελεί νομική υποχρέωση σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, όπως το άρθρο 98 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, (που έχει κυρωθεί από την Ένωση, καθώς και από όλα τα κράτη μέλη), το οποίο ορίζει ότι πρέπει να παρέχεται συνδρομή σε κάθε άτομο που κινδυνεύει στη θάλασσα· υπενθυμίζει το ψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2018 σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές προς τα κράτη μέλη για την αποφυγή της ποινικοποίησης της ανθρωπιστικής βοήθειας(14)· καλεί τα κράτη μέλη να στηρίξουν τις ΜΚΟ αντί να παρεμποδίζουν το έργο τους και καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν και να εγγυηθούν επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης· ζητεί από την ΕΕ και τα κράτη μέλη να χρηματοδοτήσουν με επαρκείς πόρους επιχειρήσεις αναζήτησης και διάσωσης στο πλαίσιο μιας ανθρωπιστικής επιχείρησης ευρωπαϊκής εμβέλειας· καλεί τα κράτη μέλη να μεταφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο την εξαίρεση για την ανθρωπιστική βοήθεια που προβλέπεται στην οδηγία για τη διευκόλυνση, με στόχο τη μείωση των ακούσιων συνεπειών της δέσμης μέτρων για τους διακινητές, υπέρ των πολιτών και των οργανώσεων που παρέχουν ανθρωπιστική βοήθεια στους μετανάστες, και υπέρ της κοινωνικής συνοχής στην κοινωνία υποδοχής·

16.  τονίζει ότι η αντιμετώπιση των τρωτών σημείων και των ειδικών αναγκών όλων των μεταναστών θα πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας ένταξης· υπενθυμίζει ότι η αξιολόγηση των αναγκών των μεταναστών θα πρέπει να γίνεται τακτικά και για όσο διάστημα απαιτείται, ανάλογα με την κατάσταση και τις ανάγκες τους, που διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τη χώρα καταγωγής τους· υπογραμμίζει το γεγονός ότι η οικογενειακή επανένωση αποτελεί ισχυρό εργαλείο για την ενδυνάμωση των μεταναστών και την ενίσχυση της δυνατότητας εγκατάστασης και ένταξης στη νέα κοινωνία υποδοχής τους· υπενθυμίζει ότι η πολιτική υποδοχής δεν είναι από μόνη της αρκετή, και ότι το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσει η ΕΕ είναι η υλοποίηση μιας αποτελεσματικής πολιτικής ένταξης· ζητεί, προς τούτο, την ενίσχυση της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών στο ζήτημα της ένταξης·

17.  σημειώνει την ύπαρξη διαφόρων νέων πληροφοριακών συστημάτων μεγάλης κλίμακας, καθώς και την επιδίωξη της βελτίωσης της διαλειτουργικότητάς τους, χωρίς να αγνοούνται οι αναγκαίες ασφαλιστικές δικλίδες, σύμφωνα με τις αρχές της προστασίας των δεδομένων και της ιδιωτικότητας· ζητεί από τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ειδικές εγγυήσεις που θα διασφαλίζουν ότι η διαλειτουργικότητα των συστημάτων ΤΠ μεγάλης κλίμακας θα τηρεί τις θεμελιώδη δικαιώματα όλων των πολιτών, ιδίως των παιδιών και των ευάλωτων προσώπων, όπως οι αιτούντες άσυλο και οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας, και δεν θα εισάγει διακρίσεις· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι η εφαρμογή λύσεων διαλειτουργικότητας θα εξυπηρετεί επίσης τον στόχο της προστασίας των παιδιών, όπως είναι ο εντοπισμός παιδιών που έχουν εξαφανιστεί και η υποβοήθηση της οικογενειακής επανένωσης·

Δικαιώματα των γυναικών

18.  σημειώνει με ανησυχία ότι το έγγραφο του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων το 2017 με τίτλο «Προκλήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τις γυναίκες στην ΕΕ» επιβεβαιώνει ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια βιώνουν συνεχείς διακρίσεις λόγω φύλου, σεξιστική ρητορική μίσους και βία λόγω φύλου στην ΕΕ, περιορίζοντας έτσι σημαντικά τη δυνατότητά τους να απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους και να συμμετέχουν σε ισότιμη βάση στην κοινωνία·

19.  σημειώνει με ανησυχία ότι η έκθεση του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Ατόμων με Αναπηρία με τίτλο «Τερματισμός της αναγκαστικής στείρωσης γυναικών και κοριτσιών με αναπηρίες» αναφέρει ότι οι γυναίκες με αναπηρίες εξακολουθούν να γίνονται αντικείμενο αυθαίρετων αποφάσεων που οδηγούν στη στείρωση, χωρίς να το γνωρίζουν, χωρίς να έχουν δώσει τη συγκατάθεση ή την έγκρισή τους·

20.  ζητεί εν προκειμένω, από τα κράτη μέλη της ΕΕ να λάβουν υπόψη τους έξι κύριους τομείς παρέμβασης, με στόχο την ενίσχυση της δέσμευσής τους να διαφυλάξουν την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών, όπως προτείνεται στην έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (FRA), δηλαδή: την ενδυνάμωση των φορέων ισότητας για την αντιμετώπιση ολόκληρου του φάσματος θεμάτων που επηρεάζουν τα δικαιώματα των γυναικών, από την ισότητα των φύλων μέχρι τη βία κατά των γυναικών· τη βελτίωση της ασφάλειας στο διαδίκτυο· την προώθηση της ισότητας των φύλων στην εκπαίδευση και τη διά βίου μάθηση αποτελεσματικότερα· την καθιέρωση των ποσοστώσεων των φύλων ως ένα τολμηρό θετικό βήμα· την ενσωμάτωση της ισότητας των φύλων στον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών σε όλη την ΕΕ στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου· και τη βελτίωση της συλλογής και της διάδοσης πληροφοριών για όλες τις μορφές διακρίσεων και βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών·

21.  καταδικάζει έντονα όλες τις μορφές βίας κατά των γυναικών, και καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να υποβάλει νομική πράξη για την υποστήριξη των κρατών μελών στην πρόληψη και την εξάλειψη κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών και της βίας λόγω φύλου· καλεί το Συμβούλιο να ενεργοποιήσει τη ρήτρα «γέφυρας», εκδίδοντας ομόφωνη απόφαση με την οποία θα αναγνωρίζει τη βία κατά των γυναικών και των κοριτσιών (και άλλες μορφές έμφυλης βίας) ως τομέα εγκληματικότητας κατά την έννοια του άρθρου 83 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ· εκφράζει την ικανοποίησή του για την προσχώρηση της ΕΕ στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης στις 13 Ιουνίου 2017, δεδομένου ότι είναι το πρώτο νομικά δεσμευτικό μέσο για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας, σε διεθνές επίπεδο, παρά τον περιορισμό σε δύο μόνο εντολές· λυπάται για το γεγονός ότι, μέχρι στιγμής, μόνο 20 κράτη μέλη έχουν επικυρώσει τη συμφωνία· λυπάται, επίσης για τό ότι, σε ορισμένα κράτη μέλη, οι συζητήσεις σχετικά με την κύρωση της σύμβασης της Κωνσταντινούπολης συνοδεύτηκαν από παραπλανητικές ερμηνείες σχετικά με τον ορισμό της βίας λόγω φύλου και του φύλου· προτρέπει τα υπόλοιπα κράτη μέλη και το Συμβούλιο να ολοκληρώσουν άμεσα την προσχώρηση της ΕΕ στη Σύμβαση και να εγκρίνουν τον συνημμένο σε αυτήν κώδικα δεοντολογίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η εφαρμογή της από την ΕΕ· παροτρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να στηρίζουν τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που ασχολούνται με τα θύματα βίας λόγω φύλου, με οποιονδήποτε δυνατό τρόπο, περιλαμβανομένης της τακτικής οικονομικής ενίσχυσης·

22.  τονίζει ότι ο σεξισμός και τα στερεότυπα των φύλων, που έχουν οδηγήσει στην κυριαρχία επί των γυναικών και στις διακρίσεις εις βάρος τους, έχουν σοβαρό αντίκτυπο στα θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών σε όλους τους τομείς της ζωής· υπενθυμίζει ότι οι γυναίκες υφίστανται συχνά πολλαπλές διακρίσεις λόγω, μεταξύ άλλων, της ιδιότητας μέλους εθνοτικής μειονότητας, του γενετήσιου προσανατολισμού τους, της αναπηρίας τους ή του καθεστώτος μετανάστη· τονίζει το γεγονός ότι απαιτείται εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα και για όλες τις ηλικίες σχετικά με την ισότητα γυναικών και ανδρών, τους μη στερεότυπους ρόλους των δύο φύλων και τον σεβασμό της προσωπικής ακεραιότητας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά όλες οι μορφές διακρίσεων· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν δεόντως το ζήτημα αυτό στα σχολικά προγράμματα· λυπάται για το γεγονός ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να υφίστανται ανισότητες στην εργασία, όπως χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης, χάσμα αμοιβών, συχνότερη συμμετοχή σε μερική απασχόληση, λιγότερα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, διακρίσεις στη σταδιοδρομία και χαμηλότερους ρυθμούς επαγγελματικής εξέλιξης· καλεί τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν τα βασικά διαρθρωτικά εμπόδια στην οικονομική χειραφέτηση των γυναικών και την υποεκπροσώπηση των γυναικών στην εργασία, τη λήψη αποφάσεων και την πολιτική, τα οποία είναι αποτέλεσμα πολλαπλών και διασταυρούμενων μορφών ανισοτήτων, στερεοτύπων και διακρίσεων στην ιδιωτική και δημόσια σφαίρα· καλεί τα κράτη μέλη να προτείνουν μέτρα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της σεξουαλικής παρενόχλησης και της βίας σε δημόσιους χώρους, στο χώρο εργασίας, διαδικτυακά και εκτός διαδικτύου, και να παρέχουν στα θύματα βίας με βάση το φύλο επαρκή καταφύγια και στοχοθετημένες και ολοκληρωμένες υπηρεσίες υποστήριξης, αντιμετώπισης τραυμάτων και παροχής συμβουλών· καλεί τα κράτη μέλη να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές και να παρέχουν τακτική εκπαίδευση σε αστυνομικούς υπαλλήλους και δικαστικούς λειτουργούς όσονα φορά όλες τις μορφές βίας κατά των γυναικών·

23.  εκφράζει την υποστήριξή του στις διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν σε πολλά κράτη μέλη το 2017, σε απάντηση των οπισθοδρομήσεων που σχετίζονται με τα δικαιώματα της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, και την ευρεία παρουσίαση από τα μέσα ενημέρωσης περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης· επιβεβαιώνει με έμφαση ότι η άρνηση υπηρεσιών που αφορούν τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα σχετικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της ασφαλούς και νόμιμης διακοπής της κύησης, συνιστά μορφή βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών· επαναλαμβάνει ότι οι γυναίκες και τα κορίτσια πρέπει να έχουν τον έλεγχο του σώματος και της σεξουαλικότητάς τους· παροτρύνει τα κράτη μέλη της ΕΕ να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα για την τήρηση και την προστασία των σεξουαλικών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων των γυναικών στο πλαίσιο των πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων τους, του δικαιώματος στην υγεία και στη σωματική ακεραιότητα, την προστασία από βασανιστήρια και την κακομεταχείριση, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, στην ισότητα και στην καταπολέμηση των διακρίσεων· τονίζει, σε αυτό το πλαίσιο, ότι τα άτομα με αναπηρίες δικαιούνται να απολαμβάνουν σε ισότιμη βάση όλα τα ανθρώπινα δικαιώματά τους· καλεί όλα τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ολοκληρωμένη σεξουαλική αγωγή και εύκολη πρόσβαση των γυναικών στον οικογενειακό προγραμματισμό και στο πλήρες φάσμα των υπηρεσιών αναπαραγωγικής και σεξουαλικής υγείας, συμπεριλαμβανομένων της σύγχρονης αντισύλληψης και της ασφαλούς και νόμιμης διακοπής της κύησης· σημειώνει ότι αυτό πρέπει να περιλαμβάνει την κατάργηση των νόμων, των πολιτικών και των πρακτικών που παραβιάζουν τα εν λόγω δικαιώματα, καθώς και την πρόληψη της διάβρωσης των υφιστάμενων μέτρων προστασίας· τονίζει τον ρόλο που πρέπει να διαδραματίσει η Ένωση στην ευαισθητοποίηση για τις βέλτιστες πρακτικές σε αυτό το θέμα και την προώθησή τους·

Ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, της έκφρασης και του συνέρχεσθαι

24.  υπενθυμίζει ότι το άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε ατόμου να διατυπώνει γνώμες χωρίς παρεμβάσεις, το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα να αναζητεί, να λαμβάνει και να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες με οποιοδήποτε μέσο, ανεξαρτήτως συνόρων·

25.  τονίζει ότι οι δημόσιες συζητήσεις και ανταλλαγές απόψεων είναι ζωτικής σημασίας για τις δημοκρατικές κοινωνίες και, στο πλαίσιο αυτό, ενθαρρύνει την ΕΕ και τα κράτη μέλη να λάβουν περαιτέρω μέτρα για την εξασφάλιση και την προστασία της ελευθερίας του λόγου και του συνέρχεσθαι, ως θεμελιώδη δικαιώματα και βασικές αρχές των δημοκρατικών διαδικασιών· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την έκθεση του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την κατάσταση της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου του 2017, οι ευκαιρίες για ειρηνική διαμαρτυρία είναι περιορισμένες όταν οι δημόσιες συνελεύσεις υπόκεινται σε αδικαιολόγητους περιορισμούς· καταδικάζει απερίφραστα εν προκειμένω τους αυξανόμενους περιορισμούς της ελευθερίας του συνέρχεσθαι, τους οποίους οι αρχές έχουν επιβάλει σε ορισμένες περιπτώσεις με τη χρήση αδικαιολόγητης βίας εις βάρος ειρηνικών διαδηλωτών· υπενθυμίζει ότι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, τα όργανα επιβολής του νόμου πρέπει να σέβονται και να προστατεύουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και να διατηρούν και να στηρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των ατόμων· τονίζει ότι πρωταρχικό καθήκον των αστυνομικών δυνάμεων είναι η ασφάλεια και η προστασία των πολιτών, και ότι οποιαδήποτε υπερβολική και αδικαιολόγητη χρήση βίας από τα όργανα επιβολής του νόμου πρέπει να υπόκειται σε αμερόληπτες και διεξοδικές έρευνες από τις σχετικές αρχές κάθε κράτους μέλους·

26.  καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία και την προώθηση πλουραλιστικών, ανεξάρτητων και ελεύθερων μέσων ενημέρωσης· καταδικάζει έντονα την τάση που παρατηρείται σε ορισμένα κράτη μέλη για συγκέντρωση των μέσων ενημέρωσης στα χέρια φιλοκυβερνητικών επιχειρηματικών φορέων και την πρακτική της κατάχρησης των δημόσιων μέσων ενημέρωσης ως φορέα διάδοσης μόνο μηνυμάτων της κυβέρνησης· σημειώνει ότι ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης είναι να ενθαρρύνουν την υγιή ανταλλαγή απόψεων και αποτελεί, ως εκ τούτου, πυλώνα της δημοκρατίας·

27.  εκφράζει ανησυχίες για το γεγονός ότι σε εθνικό επίπεδο στα κράτη μέλη της ΕΕ μπορούν να προσδιοριστούν ελάχιστα ειδικά νομικά πλαίσια ή πλαίσια πολιτικής για τη διασφάλιση της προστασίας των εργαζομένων των μέσων ενημέρωσης από τη βία, τις απειλές και τον εκφοβισμό· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης, οι καταχρήσεις και τα εγκλήματα κατά δημοσιογράφων θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα την ενθάρρυνση δυνητικά υψηλού βαθμού αυτολογοκρισίας, γεγονός που από μόνο του έχει σοβαρό αντίκτυπο στην ελευθερία της έκφρασης και υπονομεύει τα δικαιώματα ενημέρωσης και συμμετοχής των πολιτών· εκφράζει τη βαθιά ανησυχία του για τις δολοφονίες που εξακολουθούν να σημειώνονται κατά δημοσιογράφων στα κράτη μέλη· παροτρύνει τις εθνικές αρχές επιβολής του νόμου να λάβουν όλα τα μέτρα για την αποτροπή αυτών των πράξεων βίας, και να συνεργαστούν περαιτέρω με την Ευρωπόλ για την επιτάχυνση των ερευνών σχετικά με τους θανάτους δημοσιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση· ανησυχεί, επίσης, για τις επισφαλείς συνθήκες εργασίας πολλών δημοσιογράφων και εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης και για τη σωματική και ψυχολογική βία στην οποία υπόκεινται, γεγονός που μπορεί να παρεμποδίσει την ικανότητά τους να φέρουν εις πέρας την εργασία τους, με αρνητικό αντίκτυπο στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και την πολυφωνία· τονίζει τη σημασία πανευρωπαϊκών έργων, όπως το παρατηρητήριο για την πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης (Media Pluralism Monitor) και η χαρτογράφηση της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης (Mapping Media Freedom) που παρακολουθούν τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η πολυφωνία των μέσων σε ολόκληρη την Ευρώπη, χαρτογραφούν τις παραβιάσεις της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης, τις απειλές και τις παραβιάσεις που επηρεάζουν την ελευθερία τους, διεξάγουν εκστρατείες ευαισθητοποίησης και παρέχουν στήριξη σε δημοσιογράφους που δέχονται απειλές και στη διασυνοριακή ερευνητική δημοσιογραφία· υπογραμμίζει ότι η χρηματοδότηση τέτοιων και παρόμοιων ζητημάτων θα πρέπει να εξασφαλίζεται στο νέο ΠΔΠ·

28.  δίνει έμφαση στον καίριο ρόλο των καταγγελτών όσον αφορά τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος και στην προώθηση μιας νοοτροπίας δημόσιας λογοδοσίας και ακεραιότητας τόσο στο πλαίσιο των δημόσιων όσο και των ιδιωτικών φορέων· υπογραμμίζει το γεγονός ότι η καταγγελία δυσλειτουργιών αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της ερευνητικής δημοσιογραφίας και της ελευθερίας του Τύπου· καταγγέλλει τις απειλές, τα αντίποινα και τις καταδίκες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι καταγγέλλοντες δυσλειτουργίες στην ΕΕ· σε αυτό το πλαίσιο, υπενθυμίζει το ψήφισμά του της 24ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με τα θεμιτά μέτρα προστασίας των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες που ενεργούν προς το δημόσιο συμφέρον κατά τη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών εταιρειών και δημόσιων φορέων(15)· επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την ενίσχυση της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης(16) της 23ης Απριλίου 2018, μόνο δέκα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει ολοκληρωμένη νομοθεσία για την προστασία των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες· επικροτεί την πρόταση της Επιτροπής της 23ης Απριλίου 2018 για μια οριζόντια οδηγία ενίσχυσης της προστασίας των καταγγελτών σε ολόκληρη την ΕΕ(17) και υπογραμμίζει τη σημασία μιας ταχείας διαδικασίας από τους συννομοθέτες, έτσι ώστε η πρόταση να μπορέσει να εγκριθεί πριν από τη λήξη της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου·

29.  χαιρετίζει την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 26ης Απριλίου 2018, με τίτλο «Αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης στο διαδίκτυο: μια Ευρωπαϊκή Προσέγγιση, καθώς και οι ενέργειες που περιλαμβάνει»(18), οι οποίες στοχεύουν στη δημιουργία ενός πιο διαφανούς, αξιόπιστου και υπεύθυνου διαδικτυακού οικοσυστήματος, στη βελτίωση της ασφάλειας και της ανθεκτικότητας των εκλογικών διαδικασιών, στην προώθηση της εκπαίδευσης και της παιδείας στα μέσα ενημέρωσης, στην αύξηση της στήριξης για ποιοτική δημοσιογραφία και στην ενίσχυση των ικανοτήτων στρατηγικής επικοινωνίας της Ένωσης· εκφράζει την ανησυχία του για την πιθανή απειλή που οι ψευδείς ειδήσεις μπορούν να αποτελέσουν για την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης και για την ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης, και παράλληλα υπογραμμίζει τις αρνητικές συνέπειες που η διασπορά ψευδών ειδήσεων μπορεί να έχει στην ποιότητα του πολιτικού διαλόγου και την καλά ενημερωμένη συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατική κοινωνία· θεωρεί ότι η διαμόρφωση ιδίας γνώμης των πολιτών επιτυγχάνεται πρωτίστως μέσω της ανάπτυξης της παιδείας και της εκπαίδευσης που βασίζεται σε κριτική σκέψη· τονίζει ότι η κατάρτιση πολιτικού προφίλ, η παραπληροφόρηση και η χειραγώγηση των πληροφοριών που μπορεί να χρησιμοποιούνται από κόμματα και ιδιωτικές ή δημόσιες οντότητες εντός και εκτός της ΕΕ, αποτελούν μια δυνητική απειλή για τις δημοκρατικές διαδικασίες της ΕΕ, όπως το σκάνδαλο Facebook-Cambridge Analytica· καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει τη δράση της για την αποτροπή αυτών των πρακτικών και την εγγύηση της προστασίας των δεδομένων, της διαφάνειας και της κυβερνοασφάλειας·

30.  εκφράζει την ανησυχία του για τα εμπόδια που παρουσιάζονται στο έργο των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των σοβαρών περιορισμών των ελευθεριών του συνεταιρίζεσθαι και του λόγου για τις οργανώσεις και τους πολίτες, και των περιορισμών στη χρηματοδότηση· αναγνωρίζει τον ουσιαστικό ρόλο των εν λόγω οργανισμών στην εφαρμογή στην πράξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αξιών για όλους, και τονίζει ότι θα πρέπει να είναι σε θέση να εκτελέσουν το έργο τους σε ένα ασφαλές και καλά υποστηριζόμενο περιβάλλον· προβληματίζεται για τον περιορισμό του χώρου της κοινωνίας των πολιτών σε ορισμένα κράτη μέλη· καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν τα βαθύτερα αίτια της συρρίκνωσης του χώρου της κοινωνίας των πολιτών και να υπερασπιστούν τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών· επαναλαμβάνει την έκκληση για επαρκή χρηματοδότηση από την ΕΕ, όπως περιγράφεται στο ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 19ης Απριλίου 2018 σχετικά με τη θέσπιση ενός ευρωπαϊκού μέσου αξιών (EVI)(19), προκειμένου να υποστηριχθούν οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που προωθούν τις θεμελιώδεις αξίες στην Ένωση και να αποτραπούν τυχόν καταχρήσεις της χρηματοδότησης·

Ρατσισμός, ξενοφοβία, διακρίσεις, ρητορική μίσους και άλλες μορφές μισαλλοδοξίας

31.  επισημαίνει ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη της θα πρέπει να αντιμετωπίσουν και να καταπολεμήσουν αποτελεσματικά το φαινόμενο των περιστατικών διακρίσεων και βίας, που αφορούν τη σχολική φοίτηση παιδιών μεταναστών και προσφύγων, παιδιών Ρομά και παιδιών που ανήκουν σε μειονότητες, τόσο μέσω νομικών απαντήσεων όσο και μέσω της προώθησης της αμοιβαίας κατανόησης και της κοινωνικής συνοχής· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι τα κανονικά σχολικά προγράμματα περιλαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα που εγγυώνται και προάγουν τον σεβασμό της διαφορετικότητας, της διαπολιτισμικής κατανόησης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· για το σκοπό αυτό, ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να προωθήσουν μια σχολική εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς από μικρή ηλικία·

32.  επισημαίνει ότι οι βιαιοπραγίες που προκαλούνται από ρατσισμό, ξενοφοβία ή θρησκευτική μισαλλοδοξία ή από προκατάληψη κατά της αναπηρίας, του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου αποτελούν παραδείγματα εγκλημάτων μίσους· καταδικάζει κάθε είδους περιστατικά εγκλημάτων μίσους και ρητορικής μίσους που εκδηλώνονται καθημερινά στην ΕΕ και έχουν καταστεί φυσιολογικά σε ορισμένα κράτη μέλη· καταδικάζει σθεναρά την άνοδο των ακροδεξιών κινήσεων και εκφράζει την ανησυχία του για την υποτίμηση της ρητορικής μίσους εκ μέρους ορισμένων πολιτικών προσωπικοτήτων· ζητεί μια προσέγγιση μηδενικής ανοχής σε οποιαδήποτε διάκριση για οποιονδήποτε λόγο· καλεί το Συμβούλιο να σταματήσει άμεσα να κωλυσιεργεί και να ολοκληρώσει αμέσως τις διαπραγματεύσεις για την οδηγία περί ίσης μεταχείρισης· υπενθυμίζει ότι η απόφαση-πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008 για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκφράσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου, η οποία έπρεπε να έχει εφαρμοστεί από τα κράτη μέλη έως τις 28 Νοεμβρίου 2010, παρέχει νομική βάση για την επιβολή κυρώσεων σε νομικά πρόσωπα που υποκινούν δημόσια βία ή μίσος κατά μειονοτικής ομάδας·

33.  υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη που καταγράφουν συστηματικά, συλλέγουν και δημοσιεύουν σε ετήσια βάση αναλυτικά στοιχεία για όλες τις μορφές διακρίσεων και εγκλημάτων μίσους το κάνουν με αποκλειστικό σκοπό τον εντοπισμό των αιτιών και την καταπολέμηση των διακρίσεων και ότι τα δεδομένα αυτά είναι εντελώς ανώνυμα, ώστε να αποκλείουν τυχόν κατάρτιση προφίλ ή «εθνοτικές» στατιστικές, ενώ παράλληλα επιτρέπουν στα κράτη μέλη, μαζί με άλλους βασικούς ενδιαφερομένους, να αναπτύξουν αποτελεσματικές και τεκμηριωμένες νομικές και πολιτικές απαντήσεις σε αυτά τα φαινόμενα· υπενθυμίζει ότι τα δεδομένα θα πρέπει να συλλέγονται σύμφωνα με τα εθνικά νομικά πλαίσια και τη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων· επικροτεί τη συγκέντρωση στοιχείων και κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τα εγκλήματα μίσους για τις αστυνομικές και διωκτικές αρχές και σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, την προστασία και την υποστήριξη των θυμάτων εγκλημάτων μίσους, που έχουν καταρτιστεί από την ομάδα υψηλού επιπέδου για τον ρατσισμό, την ξενοφοβία και άλλες μορφές μισαλλοδοξίας. επαναλαμβάνει ότι η διαδικτυακή παρενόχληση, ο κυβερνοεκφοβισμός και η εκδικητική πορνογραφία αποτελούν νέες μορφές εγκλήματος στο διαδίκτυο και μπορούν να έχουν εξαιρετικά σοβαρό αντίκτυπο ιδίως μεταξύ των νέων και των παιδιών· υπενθυμίζει εν προκειμένω την ανάγκη γραμματισμού στα μέσα επικοινωνίας και πληροφοριών, ιδίως για τα παιδιά, προκειμένου να διασφαλιστεί η υπεύθυνη χρήση του διαδικτύου· εκφράζει την ανησυχία του για τη μη καταγγελία των εγκλημάτων μίσους από τα θύματα, λόγω του ότι οι αρχές δεν παρέχουν επαρκείς διασφαλίσεις και δεν κατορθώνουν να διερευνήσουν δεόντως και να επιτύχουν την καταδίκη των εγκλημάτων μίσους στα κράτη μέλη· επιμένει, ως εκ τούτου, στην ανάγκη να ενθαρρύνονται τα θύματα να καταγγέλλουν τα περιστατικά εγκλημάτων μίσους ή διακρίσεων, και να τους παρέχεται επαρκής προστασία και υποστήριξη·

34.  καλεί τα κράτη μέλη να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους για να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή στην πράξη της οδηγίας 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής (οδηγία για τη φυλετική ισότητα)(20), και να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή της απόφασης-πλαισίου για τον ρατσισμό και την ξενοφοβία προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις συνεχιζόμενες διακρίσεις κατά των Ρομά, τον αντισημιτισμό, την ισλαμοφοβία, και την εχθρότητα κατά των ατόμων αφρικανικής προέλευσης, των αθίγγανων και των απόρων· επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να φροντίσουν να αναθεωρήσουν και να τροποποιήσουν, εάν είναι απαραίτητο, τις εθνικές στρατηγικές τους για την ένταξη ώστε να εξασφαλιστεί ότι όλοι οι πολίτες, έχουν πραγματικά τη δυνατότητα να συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία ένταξης, προωθώντας και προστατεύοντας τα θεμελιώδη δικαιώματά τους·

35.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια του 2017, δεν σημειώθηκε καμία βελτίωση ως προς την επίτευξη των στόχων των εθνικών στρατηγικών ένταξης των Ρομά· επισημαίνει ότι οι πόροι που διατίθενται από τα ΕΔΕΤ δεν συνδέονται με τις εθνικές στρατηγικές ένταξης των Ρομά, ενώ συχνά δεν ωφελούν τους Ρομά· καταδικάζει τα κρούσματα διακρίσεων, διαχωρισμού, ρητορικής μίσους, εγκλημάτων λόγω μίσους και κοινωνικού αποκλεισμού που βιώνουν οι Ρομά· καταδικάζει τις συνεχείς διακρίσεις εις βάρος των Ρομά στους τομείς της πρόσβασης στη στέγαση (ιδίως των αναγκαστικών εξώσεων), της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση, την αγορά εργασίας, τη δικαιοσύνη και την ισότητας ενώπιον του νόμου· προειδοποιεί ότι τα παιδιά και οι γυναίκες Ρομά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα άτομα·

36.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το 2017, οι ΛΟΑΔΜ εξακολούθησαν να είναι θύματα εκφοβισμού, παρενόχλησης και βίας, αντιμετωπίζοντας πολλαπλές διακρίσεις, μεταξύ άλλων στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας και της απασχόλησης· εκφράζει την ανησυχία του για τις συνεχείς πρακτικές στιγματισμού, βίας και διακρίσεων εις βάρος των ΛΟΑΔΜ και την έλλειψη γνώσεων, καθώς και την έλλειψη παρέμβασης εκ μέρους των αρχών επιβολής του νόμου, ιδιαίτερα προς τα διεμφυλικά άτομα και τους περιθωριοποιημένους ΛΟΑΔΜ, και ενθαρρύνει τα κράτη μέλη για τη θέσπιση νόμων και πολιτικών για την καταπολέμηση της ομοφοβίας και της τρανσφοβίας· καταδικάζει απερίφραστα την προώθηση και την πρακτική των θεραπειών μετατροπής των ΛΟΑΔΜ, και ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να ποινικοποιήσουν τις πρακτικές αυτές· καταδικάζει επίσης απερίφραστα την παθολογικοποίηση των διεμφυλικών και μεσοφυλικών ατόμων· υπενθυμίζει ότι η καταπολέμηση της βίας που συνδέεται με την ταυτότητα φύλου, την έκφραση φύλου, τα χαρακτηριστικά φύλου ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό ενός προσώπου εμπίπτει στην αρμοδιότητα της ΕΕ για καταπολέμηση της έμφυλης βίας· καλεί την Επιτροπή να ενσωματώσει τη διάσταση της ταυτότητας φύλου σε αυτό το πεδίο αρμοδιότητας· παροτρύνει όλα τα κράτη μέλη να εγκρίνουν μέτρα που, κατά τον ίδιο τρόπο, σέβονται και στηρίζουν την ταυτότητα φύλου, την έκφραση φύλου, τη σωματική ακεραιότητα και τον αυτοπροσδιορισμό· καλεί τα κράτη μέλη να ενημερώσουν τους ποινικούς κώδικες τους σύμφωνα με την οδηγία για την φυλετική ισότητα· θεωρεί ότι τόσο ο σεξουαλικός προσανατολισμός όσο και η αναπηρία θα πρέπει να περιλαμβάνονται σε κάθε κατάλογο χαρακτηριστικών που προστατεύονται από τις διακρίσεις· επικροτεί την υλοποίηση ορισμένων στοιχείων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο δράσεων της Επιτροπής για την προαγωγή της ισότητας των ΛΟΑΔΜ (2014-2019)· καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διατηρήσει τον φιλόδοξο και πολυετή προγραμματισμό σε αυτόν τον τομέα, σε στενή συνεργασία με οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα·

37.  τονίζει την ανάγκη αντιμετώπισης των διακρίσεων κατά των θρησκευτικών μειονοτήτων· εκφράζει την ανησυχία του για την άνοδο του αντισημιτισμού και της ισλαμοφοβίας· υπογραμμίζει ότι πρέπει να καταπολεμηθούν η ρητορική και τα εγκλήματα μίσους προκειμένου να αντιμετωπιστεί η άνοδος και η ριζοσπαστικοποίηση των ρατσιστικών και ξενοφοβικών κινημάτων, και υπενθυμίζει ότι ο ρατσισμός και η ξενοφοβία δεν είναι απλώς απόψεις αλλά εγκλήματα·

38.  υπενθυμίζει ότι η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες (UNCRPD) είναι μια νομικά δεσμευτική διεθνής συνθήκη, η οποία έχει υπογραφεί και επικυρωθεί από την ΕΕ και εφαρμόζεται σήμερα με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την αναπηρία 2010-2020, με στόχο την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών όσον αφορά την προσβασιμότητα, τη συμμετοχή, την ισότητα, την απασχόληση, την εκπαίδευση και την κατάρτιση, την κοινωνική προστασία, την υγεία και την εξωτερική δράση της ΕΕ· υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή, στην έκθεση υλοποίησης της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την αναπηρία τον Φεβρουάριο του 2017, επεσήμανε ότι αν και είχε σημειωθεί πρόοδος, ιδιαίτερα όσον αφορά την ευρωπαϊκή πράξη για την προσβασιμότητα που προτάθηκε το 2015, τα άτομα με αναπηρίες εξακολουθούν να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση και να υφίστανται διακρίσεις στον τομέα της απασχόλησης, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής ένταξης· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι στόχοι της στρατηγικής παραμένουν σε ισχύ, ότι θα πρέπει να αναληφθούν συγκεκριμένες δράσεις κατά την περίοδο 2017-2020, και ότι το ψήφισμα του Κοινοβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την αναπηρία(21), συνέστησε υποχρεωτικές απαιτήσεις σχετικά με την προσβασιμότητα σε δημόσιους χώρους, ένα ελάχιστο ποσοστό απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία, εγγυήσεις για την εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε πρωτοβουλίες όπως το Erasmus+, και ιδιαίτερη προσοχή στις γυναίκες και τα παιδιά με αναπηρίες·

39.  καλεί όλα τα κράτη μέλη να καταρτίσουν εθνικό σχέδιο για την καταπολέμηση όλων των μορφών βίας κατά των παιδιών· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να ανανεώσει τη δέσμευσή της για μια νέα ατζέντα της ΕΕ για τα δικαιώματα του παιδιού καθώς και μια νέα στρατηγική για τα δικαιώματα των παιδιών, και να επιδιώξει την ενσωμάτωση των δικαιωμάτων των παιδιών στις πολιτικές στη νομοθεσία και στις οικονομικές αποφάσεις της ΕΕ, καθώς και να τα λαμβάνει υπόψη κατά τον προγραμματισμό και την εφαρμογή των περιφερειακών πολιτικών και των πολιτικών συνοχής·

40.  εκφράζει τη λύπη τους για τις πολλαπλές και διατομεακές διακρίσεις που αντιμετωπίζουν οι ηλικιωμένοι στο πλαίσιο της γήρανσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας· καλεί όλα τα επίπεδα των κυβερνήσεων να ενσωματώσουν καλύτερα αυτήν τη διάσταση κατά τη χάραξη και την υλοποίηση των πολιτικών, μεταξύ άλλων κατά την υλοποίηση του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων·

41.  θεωρεί ότι ο ταχύς ρυθμός των αλλαγών στον ψηφιακό κόσμο απαιτεί πιο αποτελεσματικές διασφαλίσεις για τα προσωπικά δεδομένα και την ιδιωτική ζωή· υπογραμμίζει ότι ενώ το διαδίκτυο και τα κοινωνικά και άλλα μέσα ενημέρωσης είναι αξιοσημείωτα μέσα επικοινωνίας, ιδίως ως πηγές πληροφόρησης για το κοινό, μπορούν ταυτόχρονα να χρησιμοποιηθούν ως τεχνολογικά εργαλεία για τον έλεγχο της κοινωνίας των πολιτών, απειλώντας ευάλωτες ομάδες, ιδίως παιδιά και γυναίκες, μέσω ειδικότερα της παρενοχλητικής παρακολούθησης, της παρενόχλησης και της δημοσίευσης σεξουαλικών ή γυμνών φωτογραφιών χωρίς συγκατάθεση· καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν αποτελεσματικά το δικαίωμα λήψης και διάδοσης πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 11 του Χάρτη, μέσω μιας ισορροπημένης προσέγγισης όσον αφορά τη ρύθμιση του επιγραμμικού περιεχομένου· λαμβάνει υπό σημείωση την πρόταση για ένα κανονισμό της Επιτροπής με στόχο την πρόληψη της διάδοσης του τρομοκρατικού περιεχομένου στο διαδίκτυο, και ζητεί από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο να επεξεργαστούν το κείμενο προκειμένου να διασφαλιστεί ο δικαστικός έλεγχος των αποφάσεων διαγραφής του διαδικτυακού περιεχομένου·

Ρόλος και εντολή του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (FRA)

42.  εκφράζει ικανοποίηση για τα θετικά αποτελέσματα της δεύτερης ανεξάρτητης εξωτερικής αξιολόγησης του FRA για την περίοδο 2013-2017 (Οκτωβρίου 2017) και των συστάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του FRA·

43.  επικροτεί το επιχειρησιακό έργο του Οργανισμού σε διάφορους τομείς, για παράδειγμα στα κέντρα υποδοχής μεταναστών στην Ελλάδα και την Ιταλία, καθώς και τις δραστηριότητες ευαισθητοποίησης και κατάρτισης σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων· ζητεί η γενική υπηρεσιακή εντολή του Οργανισμού να επεκταθεί ώστε να συμπεριλάβει και το επιχειρησιακό έργο της παροχής τεχνικής βοήθειας, κατάρτισης και ανάπτυξης ικανοτήτων σε θέματα θεμελιωδών δικαιωμάτων στα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ, καθώς και στα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ·

44.  σημειώνει τις διάφορες γνώμες του FRA και ενθαρρύνει σθεναρά τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη και να εφαρμόσουν τις συστάσεις του Οργανισμού, προκειμένου να εγγυηθούν αποτελεσματικά τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΕ·

45.  επαναλαμβάνει τις εκκλήσεις για ευθυγράμμιση της εντολής του Οργανισμού με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, μεταξύ άλλων, αναγνωρίζοντας ρητά ότι ο ιδρυτικός κανονισμός καλύπτει την αστυνομική και δικαστική συνεργασία·

46.  χαιρετίζει τις απόψεις που διατύπωσε ο FRA σχετικά με τα σχέδια νομοθετικών πράξεων της ΕΕ και συμφωνεί με τη σύσταση του διοικητικού του συμβουλίου ότι, όπου ο νομοθέτης της ΕΕ ασχολείται με νομοθετικούς φακέλους που εγείρουν ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων, ο Οργανισμός θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχει τη συνδρομή και την εμπειρογνωμοσύνη του, όπου και όποτε απαιτείται, και όχι μόνον όταν αυτό ζητείται επισήμως, και ότι για να αξιοποιηθεί πλήρως η εμπειρογνωμοσύνη του Οργανισμού στη νομοθετική διαδικασία, ο ιδρυτικός κανονισμός πρέπει να επιτρέπει στον Οργανισμό να εκδίδει με δική του πρωτοβουλία μη δεσμευτικές γνώμες σε σχέδια νομοθετικών πράξεων της ΕΕ·

47.  θεωρεί ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα πρέπει να προβλέψουν ενισχυμένες μορφές διαβούλευσης, εκτίμησης επιπτώσεων και νομικού ελέγχου, μεταξύ άλλων ζητώντας συμβουλές από κατάλληλους ανεξάρτητους φορείς εμπειρογνωμόνων, όπως ο FRA, κάθε φορά που ένας νομοθετικός φάκελος δυνητικά προωθεί ή επηρεάζει αρνητικά τα θεμελιώδη δικαιώματα· σε αυτό το πλαίσιο, θεωρεί ότι θα μπορούσαν να προβλεφθούν πιο τακτικές διαβουλεύσεις του FRA σε μια αναθεωρημένη έκδοση της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου·

48.  συνιστά στους νομοθέτες της ΕΕ να ζητούν ανεξάρτητες και εξωτερικές συμβουλές από τον FRA για τα ανθρώπινα δικαιώματα κάθε φορά που ένας νομοθετικός φάκελος εγείρει σοβαρά ζητήματα σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα· ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι ο Οργανισμός επωφελείται από τους αναγκαίους μηχανισμούς που του δίνουν τη δυνατότητα να εκπληρώσει την αποστολή του στο σύνολό της·

o
o   o

49.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) ΕΕ L 23 της 27.1.2010, σ. 35.
(2) ΕΕ L 180 της 19.7.2000, σ. 22.
(3) ΕΕ L 303 της 2.12.2000, σ. 16.
(4) ΕΕ L 328 της 6.12.2008, σ. 55.
(5) Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, https://ec.europa.eu/info/sites/info/files/aid_development_cooperation_fundamental_rights/1_en_act_part1_v4_2.pdf
(6) Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), Έκθεση 2017 για τα θεμελιώδη δικαιώματα, http://fra.europa.eu/en/publication/2017/fundamental-rights-report-2017
(7) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2015)0095.
(8) ΕΕ C 346 της 27.9.2018, σ. 171.
(9) ΕΕ C 307 της 30.8.2018, σ. 183.
(10) ΕΕ C 58 της 15.2.2018, σ. 9.
(11) ΕΕ C 463 της 21.12.2018, σ. 21.
(12) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2018)0201.
(13) ΕΕ C 215 της 19.6.2018, σ. 162.
(14) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2018)0314.
(15) ΕΕ C 346 της 27.9.2018, σ. 143.
(16) COM(2018)0214.
(17) COM(2018)0218.
(18) COM(2018)0236.
(19) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2018)0184.
(20) ΕΕ L 180 της 19.7.2000, σ. 22.
(21) ΕΕ C 356 της 4.10.2018, σ. 110.

Τελευταία ενημέρωση: 12 Νοεμβρίου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου