Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2018/2113(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0033/2019

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0033/2019

Συζήτηση :

PV 11/02/2019 - 16
CRE 11/02/2019 - 16

Ψηφοφορία :

PV 12/02/2019 - 9.17

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0078

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 167kWORD 61k
Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019 - Στρασβούργο Προσωρινή έκδοση
Εφαρμογή των διατάξεων των Συνθηκών που αφορούν την εξουσία του Κοινοβουλίου να ασκεί πολιτικό έλεγχο στην Επιτροπή
P8_TA-PROV(2019)0078A8-0033/2019

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Φεβρουαρίου 2019 σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων των Συνθηκών που αφορούν την εξουσία του Κοινοβουλίου να ασκεί πολιτικό έλεγχο στην Επιτροπή (2018/2113(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τις διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την πολιτική εποπτεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και ιδιαίτερα τα άρθρα 14, 17 και 25 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και τα άρθρα 121, 159, 161, 175, 190, 225, 226, 230, 233, 234, 249, 290, 291, 319 και 325 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 17 ΣΕΕ, σύμφωνα με το οποίο ανατίθεται στην Επιτροπή η προαγωγή του κοινού συμφέροντος της Ένωσης και η αποκλειστική δυνατότητα ανάληψης πρωτοβουλιών «για τον σκοπό αυτόν»,

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία του 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου και τη διοργανική συμφωνία του 2013 για τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με τη βελτίωση της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση τις δυνατότητες της Συνθήκης της Λισαβόνας(1),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με πιθανές εξελίξεις και αναπροσαρμογές στην τρέχουσα θεσμική δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης(2),

–  έχοντας υπόψη την απόφασή του της 7ης Φεβρουαρίου 2018 σχετικά με την αναθεώρηση της συμφωνίας-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και ιδιαίτερα τις παραγράφους 2 και 8 όπου επαναβεβαιώνεται περαιτέρω ότι η διαδικασία των κορυφαίων υποψηφίων (Spitzenkandidaten) αποτελεί μια επιτυχημένη συνταγματική και πολιτική πρακτική που αντικατοπτρίζει τη διοργανική ισορροπία που προβλέπεται από τις Συνθήκες(3),

–  έχοντας υπόψη το νομοθετικό ψήφισμά του της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις λεπτομερείς διατάξεις που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την κατάργηση της απόφασης 95/167/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής(4), καθώς και τις εν εξελίξει διοργανικές διαπραγματεύσεις,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας σχετικά με τις συνεδριάσεις και την επιθεώρηση των εγγράφων, για τις συνδεόμενες καταγγελίες 488/2018/KR και 514/2018/KR όσον αφορά τον διορισμό του νέου Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής, καθώς και τη σύστασή της επί των καταγγελιών αυτών,

–  έχοντας υπόψη τον Κανονισμό του, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 52 του Κανονισμού, καθώς και το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και το παράρτημα 3 της απόφασης της Διάσκεψης των Προέδρων, της 12ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη διαδικασία για την εξουσιοδότηση εκπόνησης εκθέσεων πρωτοβουλίας,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (A8-0033/2019),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης, όπως κατοχυρώνεται στις Συνθήκες, αναθέτει στο Κοινοβούλιο, ως νομοθετικό όργανο της Ένωσης, την ευθύνη της πολιτικής εποπτείας επί της Επιτροπής·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο διαθέτει σειρά μέσων για να καλεί την Επιτροπή να λογοδοτήσει, όπως η πρόταση μομφής (άρθρα 17 ΣΕΕ και 234 ΣΛΕΕ), η δυνατότητα να ζητήσει από τον Πρόεδρο της Επιτροπής να αποσύρει την εμπιστοσύνη του σε μεμονωμένο μέλος της Επιτροπής (άρθρο 118 παράγραφος 10 του Κανονισμού του Κοινοβουλίου), το δικαίωμα εξέτασης των πραγμάτων (άρθρο 226 ΣΛΕΕ), η αρμοδιότητα ελέγχου των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων (άρθρα 290 και 291 ΣΛΕΕ), το δικαίωμα υποβολής προφορικών και γραπτών ερωτήσεων (άρθρο 230 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ), και το δικαίωμά του να ασκήσει προσφυγή κατά της Επιτροπής σε θέματα νομιμότητας (άρθρο 263 ΣΛΕΕ) ή σε περίπτωση παράλειψης από μέρους της Επιτροπής·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, πέρα από τα μέσα αυτά, το Κοινοβούλιο διαθέτει σειρά εργαλείων κατευθυντήριας εποπτείας, χάρη στα οποία μπορεί να διαμορφώνει προορατικά το ευρωπαϊκό πολιτικό θεματολόγιο·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο προϋπολογισμός είναι το σημαντικότερο εργαλείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκπλήρωση των στόχων και των στρατηγικών της και, ως εκ τούτου, ο δημοσιονομικός έλεγχος κατέχει ύψιστη σημασία·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία των κορυφαίων υποψηφίων αντανακλά τη διοργανική ισορροπία μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής και έχει, ως εκ τούτου, παγιώσει και ενισχύσει σημαντικά τη σχέση μεταξύ των δύο θεσμικών οργάνων, με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη πολιτικοποίηση της Επιτροπής, πράγμα που θα πρέπει να συνεπάγεται αυξημένο κοινοβουλευτικό έλεγχο των εκτελεστικών της καθηκόντων·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΣΕΕ, ο Πρόεδρος της Επιτροπής εκλέγεται από το Κοινοβούλιο κατόπιν πρότασης των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ, με τη συνεκτίμηση των αποτελεσμάτων των ευρωπαϊκών εκλογών και των διαβουλεύσεων με το Κοινοβούλιο· λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 17 ΣΕΕ επίσης προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθείται η ίδια διαδικασία σε περίπτωση που το Κοινοβούλιο απορρίψει τον προτεινόμενο υποψήφιο, συμπεριλαμβανομένης της διαβούλευσης με το Κοινοβούλιο·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλοι οι ορισθέντες Επίτροποι υπόκεινται σε ακρόαση προτού αναλάβει καθήκοντα το Σώμα των Επιτρόπων, και λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του το Κοινοβούλιο μπορεί να επανεξετάσει τις δεσμεύσεις και τις προτεραιότητες που είχαν διατυπώσει οι ορισθέντες Επίτροποι κατά τις ακροάσεις προ του διορισμού τους, και μεταξύ άλλων να αξιολογήσει κατά πόσο πληρούν, βάσει του προσωπικού τους υπόβαθρου, τις προϋποθέσεις που απαιτεί το αξίωμα·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Συνθήκες παραχωρούν στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα να ψηφίζει επί πρότασης μομφής κατά του συνόλου της Επιτροπής, αλλά όχι να αποσύρει την εμπιστοσύνη του σε μεμονωμένο Επίτροπο·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τη συλλογική ευθύνη του Σώματος των Επιτρόπων, το Κοινοβούλιο θα πρέπει να διασφαλίζει την αποτελεσματική πολιτική εποπτεία του ατομικού έργου κάθε Επιτρόπου·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πρόσφατος διορισμός του νέου Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες όσον αφορά τον ρόλο και την πολιτική επιρροή που ασκούν οι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι της Επιτροπής·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να διεξαχθεί νέα διαδικασία βάσει κανόνων για την πλήρωση της θέσης του Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής όταν διοριστούν το 2019 ο νέος Πρόεδρος της Επιτροπής και οι νέοι Επίτροποι·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή υποχρεούται, βάσει της Συνθήκης, να υποβάλλει τακτικά στο Κοινοβούλιο: γενική έκθεση περί της δραστηριότητας της Ένωσης (άρθρο 249 ΣΛΕΕ) ανά έτος· έκθεση σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων για την απαγόρευση των διακρίσεων και την ιθαγένεια της Ένωσης (άρθρο 25 ΣΛΕΕ) ανά τριετία· έκθεση για τα αποτελέσματα της πολυμερούς εποπτείας επί της οικονομικής πολιτικής (άρθρο 121 παράγραφος 5 ΣΛΕΕ)· έκθεση για την πρόοδο της υλοποίησης των στόχων της κοινωνικής πολιτικής (άρθρα 159 και 161 ΣΛΕΕ) ανά έτος· έκθεση σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί για την υλοποίηση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής (άρθρο 175 ΣΛΕΕ) ανά τριετία· έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες στον τομέα της έρευνας στην Ένωση (άρθρο 190 ΣΛΕΕ) ανά έτος· έκθεση για την καταπολέμηση της απάτης (άρθρο 325 ΣΛΕΕ) ανά έτος· και έκθεση σχετικά με την πρόοδο των διαπραγματεύσεων με τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς (άρθρο 207 ΣΛΕΕ)·

ΙΓ.  λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι, όσον αφορά το του παράγωγο δίκαιο, ανατίθεται στην Επιτροπή η επανεξέταση και η αξιολόγηση διαφόρων οδηγιών και κανονισμών και η υποβολή εκθέσεων επί των ευρημάτων της·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, χάρη στην έγκριση της συμφωνίας-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Κοινοβούλιο απέκτησε πρόσθετη ισχύ όσον αφορά τη διαμόρφωση του νομοθετικού θεματολογίου που προτείνει η Επιτροπή στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών της·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, με την έγκριση της Συνθήκης της Λισαβόνας, το Κοινοβούλιο κατέστη πραγματικός συννομοθέτης στον δημοσιονομικό τομέα και έχει την ευθύνη να χορηγεί απαλλαγή στην Επιτροπή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, το Κοινοβούλιο διεύρυνε την επιρροή του επί του ελέγχου των εξωτερικών πολιτικών της ΕΕ, με την απόκτηση της εξουσίας έγκρισης όσον αφορά τη σύναψη διεθνών συμφωνιών και, ως εκ τούτου, του δικαιώματος να ενημερώνεται αμέσως και πλήρως από την Επιτροπή σε όλα τα στάδια της διαπραγμάτευσης των εν λόγω συμφωνιών (άρθρο 218 ΣΛΕΕ και άρθρο 50 ΣΕΕ)·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαπραγματεύσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο για την αποχώρησή του από την Ευρωπαϊκή Ένωση διεξήχθησαν υπό υποδειγματικές συνθήκες όσον αφορά τη διαφάνεια και τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι διαφέρει σημαντικά ο βαθμός ελέγχου που δικαιούται να ασκήσει το Κοινοβούλιο σε κατ’ εξουσιοδότηση και σε εκτελεστικές πράξεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο έχει δικαίωμα αρνησικυρίας επί κατ’ εξουσιοδότηση πράξης ή/και ανάκλησης της εξουσιοδότησης, αλλά η ισχύς του στην περίπτωση των εκτελεστικών πράξεων είναι πολύ μικρότερη·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η υφιστάμενη θεσμική δομή της Ένωσης και η έλλειψη σαφούς ορισμού της εκτελεστικής εξουσίας στις Συνθήκες καθιστούν περίπλοκη την έννοια του εκτελεστικού σκέλους της ΕΕ και κατακερματισμένη σε ευρωπαϊκό, εθνικό και περιφερειακό επίπεδο·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι απαραίτητη η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών και περιφερειακών κοινοβουλίων, σύμφωνα με τις αντίστοιχες συνταγματικές αρμοδιότητές τους και σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 ΣΕΕ, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα του κοινοβουλευτικού ελέγχου των εκτελεστικών καθηκόντων όσον αφορά την εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφάνεια και η ενεργός συμμετοχή του Κοινοβουλίου στις διαπραγματεύσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο είχαν θετικό αντίκτυπο στην έκβασή τους, δεδομένου ότι δημιούργησαν κλίμα εμπιστοσύνης και ενότητας, και ως εκ τούτου θα πρέπει να αποτελούν πηγή έμπνευσης για μελλοντικές πρακτικές διεθνών διαπραγματεύσεων·

Κύρια συμπεράσματα

1.  υπενθυμίζει ότι ο έλεγχος επί των οργάνων της ΕΕ αποτελεί έναν από τους κύριους ρόλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και ότι η λογοδοσία της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο αποτελεί βασική αρχή της λειτουργίας της ΕΕ και του εσωτερικού δημοκρατικού ελέγχου·

2.  πιστεύει ότι το Κοινοβούλιο δεν αξιοποιεί πλήρως όλα τα μέσα που διαθέτει για τον πολιτικό έλεγχο επί της εκτελεστικής εξουσίας, για διάφορους λόγους, ορισμένοι εκ των οποίων είναι εγγενείς στη θεσμική δομή της Ένωσης, ενώ άλλοι προκύπτουν, για παράδειγμα, από τη μεταβαλλόμενη διοργανική δυναμική, η οποία έχει καταστήσει δύσκολη την εφαρμογή ορισμένων μέσων ή ανεπαρκή την αποτελεσματικότητά τους·

3.  αναγνωρίζει το δυναμικό και την επιτυχή εφαρμογή της διαδικασίας των κορυφαίων υποψηφίων, καθώς επιτρέπει σε όλους τους ευρωπαίους πολίτες να έχουν άμεσο λόγο στην επιλογή του Προέδρου της Επιτροπής μέσω της ψήφου τους υπέρ μιας λίστας στην πρώτη θέση της οποίας βρίσκεται ο υποψήφιος της επιλογής τους· ως εκ τούτου, υποστηρίζει σθεναρά τη συνέχιση της πρακτικής αυτής σε μελλοντικές ευρωπαϊκές εκλογές, και προτρέπει όλες τις πολιτικές δυνάμεις να συμμετάσχουν στη διαδικασία αυτή·

4.  υπενθυμίζει ότι η ενίσχυση της πολιτικής σχέσης μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής που προκύπτει από τη διαδικασία των κορυφαίων υποψηφίων δεν θα πρέπει να συνεπάγεται τη λιγότερο αυστηρή εποπτεία της Επιτροπής από το Κοινοβούλιο·

5.  υπενθυμίζει ότι στόχος του κατώτατου ορίου που κατοχυρώνεται στις Συνθήκες όσον αφορά την πρόταση μομφής είναι να χρησιμοποιείται αποτελεσματικά το μέσο αυτό μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις· αναγνωρίζει ότι, όπως στις περισσότερες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, η δυνατότητα υποβολής πρότασης μομφής έχει κατά κύριο λόγο αποτρεπτικό χαρακτήρα· προτείνει, ωστόσο, στο πλαίσιο της μελλοντικής τροποποίησης της Συνθήκης, να μελετηθούν ή να εξεταστούν δυνατότητες μείωσης του κατώτατου ορίου με συνετό τρόπο, χωρίς να θίγεται η θεσμική ισορροπία που προβλέπουν οι Συνθήκες·

6.  επισημαίνει ότι η πολιτικοποίηση της Επιτροπής αποτελεί άμεση συνέπεια των τροποποιήσεων που εισήγαγε η Συνθήκη της Λισαβόνας· σημειώνει ότι οι τροποποιήσεις αυτές δεν περιλαμβάνουν την έγκριση διατάξεων που θα επέτρεπαν τη λογοδοσία μεμονωμένων Επιτρόπων·

7.  αποδοκιμάζει έντονα το γεγονός ότι, όπως εξέφρασε η Διαμεσολαβήτρια, η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε, κατά τον διορισμό του Γενικού Γραμματέα της, ούτε με το γράμμα ούτε με το πνεύμα των σχετικών κανόνων·

8.  επισημαίνει ότι οι Συνθήκες δεν παρέχουν σαφή ορισμό του εκτελεστικού σκέλους της ΕΕ και ότι τα αρμόδια θεσμικά όργανα ποικίλουν στους διάφορους τομείς πολιτικής, ανάλογα με το αν θεωρούνται ότι υπάγονται στις κοινές ή στις αποκλειστικές αρμοδιότητες της Ένωσης·

9.  θεωρεί αναγκαίο να θεσπιστεί ένα νομοθετικό σύστημα με πραγματικά δύο σώματα, ήτοι το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, με την Επιτροπή να αντιπροσωπεύει την εκτελεστική εξουσία·

10.  επισημαίνει ότι ο εποπτικός ρόλος του Κοινοβουλίου επί της εκτελεστικής εξουσίας συμπληρώνεται από αρμοδιότητες παρόμοιες με εκείνες που έχουν τα εθνικά κοινοβούλια επί της αντίστοιχης εκτελεστικής εξουσίας όσον αφορά ευρωπαϊκά ζητήματα· είναι της άποψης ότι η εν λόγω λογοδοσία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του ρόλου που διαδραματίζουν τα εθνικά νομοθετικά σώματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση·

11.  θεωρεί ότι η άσκηση ελέγχου επί της εκτελεστικής εξουσίας από το Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 14 ΣΕΕ έχει καταστεί δύσκολη, αν όχι ενίοτε αδύνατη, λόγω της έλλειψης σαφούς καταλόγου των ενωσιακών αρμοδιοτήτων και πολιτικών και λόγω της πολυεπίπεδης κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της ευρωπαϊκής, εθνικής και περιφερειακής εκτελεστικής εξουσίας·

12.  υπενθυμίζει ότι οι Συνθήκες δεν αναθέτουν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο νομοθετικά καθήκοντα, ούτε του εκχωρούν το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι, ενάντια στο πνεύμα και στο γράμμα των Συνθηκών, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει λάβει διάφορες σημαντικές πολιτικές αποφάσεις εκτός του πλαισίου της Συνθήκης, με αποτέλεσμα να εξαιρούνται εξ ορισμού οι αποφάσεις αυτές από την εποπτεία του Κοινοβουλίου και να υπονομεύεται η δημοκρατική λογοδοσία, η οποία είναι απαραίτητη όσον αφορά τις εν λόγω ευρωπαϊκές πολιτικές·

13.  υπενθυμίζει ότι η Συνθήκη εκχωρεί στο Κοινοβούλιο σημαντικές εξουσίες πολιτικού ελέγχου μέσω των ετήσιων διαδικασιών του προϋπολογισμού και της απαλλαγής·

14.  επισημαίνει ότι η απαλλαγή αποτελεί ετήσια πολιτική διαδικασία που εξασφαλίζει τον εκ των υστέρων δημοκρατικό έλεγχο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Επιτροπή με δική της ευθύνη και σε συνεργασία με τα κράτη μέλη·

15.  επισημαίνει ότι η διαδικασία απαλλαγής έχει αποδειχθεί ισχυρό εργαλείο που έχει επηρεάσει τη θετική εξέλιξη του δημοσιονομικού συστήματος της ΕΕ, τη δημοσιονομική διαχείριση, τη διαμόρφωση προτεραιοτήτων και τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται και εφαρμόζονται οι πολιτικές της ΕΕ, και έχει παράλληλα συμβάλει στην αύξηση της πολιτικής επιρροής του Κοινοβουλίου·

16.  τονίζει ότι το άρθρο 318 ΣΛΕΕ προσθέτει ένα νέο μέσο στην εργαλειοθήκη της απαλλαγής για την εκτέλεση του προϋπολογισμού: την αξιολόγηση των οικονομικών της Ένωσης με βάση τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί·

17.  διαπιστώνει με ανησυχία ότι δεν υπάρχει πραγματική νομική κύρωση εάν το Κοινοβούλιο αποφασίσει να μην χορηγήσει απαλλαγή στην Επιτροπή· θεωρεί, ωστόσο, ότι η μη χορήγηση απαλλαγής εκπέμπει ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα, καθώς σημαίνει ότι το Κοινοβούλιο δεν έχει επαρκή εμπιστοσύνη στη λογοδοσία της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να μείνει αναπάντητη από την Επιτροπή, αλλά να οδηγήσει σε συγκεκριμένες ενέργειες επακολούθησης με στόχο τη βελτίωση της κατάστασης·

18.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, χωρίς την καλόπιστη συνεργασία του Συμβουλίου, είναι αδύνατος ο έλεγχος του προϋπολογισμού του Συμβουλίου με την θεσμική πρακτική της απαλλαγής για τον προϋπολογισμό από το Κοινοβούλιο, και ότι η κατάσταση αυτή συνιστά σοβαρή παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, όπου ορίζεται ότι το Κοινοβούλιο ελέγχει το σύνολο του προϋπολογισμού της Ένωσης·

19.  συνιστά, με γνώμονα την διεύρυνση της εξουσίας του Κοινοβουλίου για τον έλεγχο του προϋπολογισμού ώστε να καλύπτει το σύνολο του προϋπολογισμού της Ένωσης, να δρομολογηθούν διαπραγματεύσεις μεταξύ του Συμβουλίου, της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι το Κοινοβούλιο έχει δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες που αφορούν τον τρόπο εκτέλεσης του προϋπολογισμού από το Συμβούλιο, είτε απευθείας είτε μέσω της Επιτροπής, και ότι το Συμβούλιο απαντά στις γραπτές ερωτήσεις του Κοινοβουλίου και παρίσταται σε ακροάσεις και συζητήσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού του· είναι της άποψης ότι, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων αυτών, το Κοινοβούλιο θα πρέπει να χορηγεί απαλλαγή μόνο στην Επιτροπή και να συμπεριλαμβάνει στη συνολική απαλλαγή χωριστά ψηφίσματα όσον αφορά τα διάφορα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, ώστε να εξασφαλίζει ότι κανένα τμήμα του προϋπολογισμού της ΕΕ δεν εκτελείται χωρίς τον κατάλληλο έλεγχο·

20.  υπενθυμίζει ότι τα θεσμικά όργανα δεν έχουν υλοποιήσει ακόμα τη δέσμευσή τους όσον αφορά τη θέσπιση κριτηρίων για την οριοθέτηση της χρήσης των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων, παρόλο που η διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου έχει βελτιώσει τη διαφάνεια της διαδικασίας των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων·

21.  επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 247 του δημοσιονομικού κανονισμού, η Επιτροπή πρέπει να κοινοποιεί στο Κοινοβούλιο το αργότερο έως την 31η Ιουλίου του ακόλουθου οικονομικού έτους ένα ενοποιημένο σύνολο δημοσιονομικών εκθέσεων και εκθέσεων λογοδοσίας που περιλαμβάνει, ιδιαίτερα, τους οριστικούς ενοποιημένους λογαριασμούς, την ετήσια έκθεση διαχείρισης και επιδόσεων και την αξιολόγηση των οικονομικών της Ένωσης με βάση τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί σύμφωνα με το άρθρο 318 ΣΛΕΕ· επιμένει ότι η ετήσια έκθεση διαχείρισης και επιδόσεων θα πρέπει να περιλαμβάνει αξιολόγηση όλων των προληπτικών και διορθωτικών μέτρων που λαμβάνονται προκειμένου να αποφεύγονται η διαφθορά και οι συγκρούσεις συμφερόντων σε σχέση με τη χρήση των κονδυλίων·

Συστάσεις

22.  συνιστά να συνδυαστούν τα μέσα λογοδοσίας της Επιτροπής και τα μέσα κατευθυντήριου ελέγχου, ούτως ώστε να μεγιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητα αμφοτέρων·

23.  επιμένει ότι οι νομοθετικές εξουσίες και τα δικαιώματα εποπτείας του Κοινοβουλίου πρέπει να εξασφαλιστούν, να παγιωθούν και να ενισχυθούν, μεταξύ άλλων μέσω διοργανικών συμφωνιών και μέσω της αξιοποίησης της αντίστοιχης νομικής βάσης από την Επιτροπή·

24.  θεωρεί αναγκαίο να μεταρρυθμίσει το Κοινοβούλιο τις μεθόδους εργασίας του, προκειμένου να ενισχυθεί η άσκηση των καθηκόντων του όσον αφορά τον πολιτικό έλεγχο επί της Επιτροπής·

25.  καλεί την Επιτροπή να λαμβάνει πιο σοβαρά υπόψη τις νομοθετικές πρωτοβουλίες που δρομολογεί το Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 225 ΣΛΕΕ· καλεί τον επόμενο Πρόεδρο της Επιτροπής να δεσμευτεί για την επίτευξη του στόχου αυτού, και επικροτεί τις αντίστοιχες δηλώσεις των κορυφαίων υποψηφίων επί του θέματος· επιθυμεί να καταλήγουν περισσότερες πρωτοβουλίες σε νομοθετικές προτάσεις· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, η Επιτροπή δεσμεύεται να λαμβάνει εγκαίρως και λεπτομερώς υπόψη αιτήματα για προτάσεις ενωσιακών πράξεων·

26.  επικροτεί την Επιτροπή για τη θετική συνέχεια που έδωσε στις συστάσεις του Κοινοβουλίου, τις οποίες διατύπωσε στο ψήφισμά του της 16ης Φεβρουαρίου 2017 σχετικά με τη βελτίωση της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση τις δυνατότητες της Συνθήκης της Λισαβόνας·

27.  θεωρεί ότι, μολονότι το Κοινοβούλιο δεν έχει επισήμως δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας δυνάμει των ισχυουσών Συνθηκών, θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά το ενδεχόμενο να του εκχωρηθεί το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας στο πλαίσιο μελλοντικής τροποποίησης της Συνθήκης·

28.  ενθαρρύνει την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών κοινοβουλευτικού ελέγχου μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων, όπως η διεξαγωγή τακτικών συζητήσεων μεταξύ των αντίστοιχων υπουργών και των ειδικών επιτροπών στα εθνικά κοινοβούλια προτού και αφότου συνεδριάσει το Συμβούλιο, και με τους Επιτρόπους σε κατάλληλο περιβάλλον και χρονοδιάγραμμα, καθώς και συνεδριάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τα εθνικά κοινοβούλια· ενθαρρύνει τη θέσπιση τακτικών ανταλλαγών υπαλλήλων των θεσμικών οργάνων και προσωπικού των πολιτικών ομάδων μεταξύ των διοικήσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων, και μεταξύ των διοικήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών και των περιφερειών των κρατών μελών που διαθέτουν νομοθετικές αρμοδιότητες·

29.  πιστεύει ότι η καθιέρωση ετήσιας Ευρωπαϊκής Εβδομάδας θα επέτρεπε στους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στους Επιτρόπους, και δη στους Αντιπροέδρους που είναι επικεφαλής ομάδων εργασίας, να παρίστανται ενώπιον όλων των εθνικών κοινοβουλευτικών συνελεύσεων, για να συζητούν και να αναπτύσσουν το ευρωπαϊκό θεματολόγιο μαζί με εθνικούς βουλευτές και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών· επισημαίνει το ενδεχόμενο να ενισχύσει η πρωτοβουλία αυτή τη δημοκρατική λογοδοσία της Επιτροπής που απαιτείται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας·

30.  καλεί το Κοινοβούλιο να ενισχύσει την ικανότητά του για τον έλεγχο της εκπόνησης και της εφαρμογής των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων·

31.  επικροτεί τις προσπάθειες που καταβάλλονται αυτή τη στιγμή από τα τρία θεσμικά όργανα για τη θέσπιση σαφών κριτηρίων, ώστε να προσδιοριστούν οι τρόποι χρήσης των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων· ζητεί να εφαρμοστούν τα κριτήρια αυτά το συντομότερο δυνατόν·

32.  προτρέπει τα εθνικά κοινοβούλια, καθώς και τα περιφερειακά κοινοβούλια κατά περίπτωση, να αυξήσουν την ικανότητά τους να ελέγχουν την αντίστοιχη εκτελεστική εξουσία όταν λαμβάνει αποφάσεις ή προτείνει κανονισμούς για την εφαρμογή ή την ανάθεση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας·

33.  θεωρεί αναγκαίο να βελτιωθούν, σε μελλοντική τροποποίηση της Συνθήκης, τα μέσα για τη λογοδοσία μεμονωμένων Επιτρόπων στο Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια της θητείας τους, με βάση τις κάπως περιορισμένες υφιστάμενες διατάξεις της συμφωνίας-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής·

34.  καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να δρομολογήσουν, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, πολιτικό διάλογο όσον αφορά την πρόταση του Κοινοβουλίου για κανονισμό σχετικά με το δικαίωμα εξέτασης των πραγμάτων, προκειμένου να ανατεθούν στο Κοινοβούλιο αποτελεσματικές εξουσίες που θα του επιτρέπουν να εφαρμόζει το βασικό αυτό κοινοβουλευτικό μέσο ελέγχου επί της εκτελεστικής εξουσίας, το οποίο είναι απολύτως απαραίτητο σε όλα τα κοινοβουλευτικά συστήματα παγκοσμίως·

35.  είναι πεπεισμένο όσον αφορά τη χρησιμότητα των κοινοβουλευτικών ερωτήσεων ως εργαλείου εποπτείας· θεωρεί, ως εκ τούτου, αναγκαίο να πραγματοποιηθεί σε βάθος αξιολόγηση της ποιότητας των απαντήσεων που παρέχει η Επιτροπή στις ερωτήσεις των βουλευτών, καθώς και του αριθμού και της ποιότητας των ερωτήσεων που υποβάλλουν οι βουλευτές·

36.  θεωρεί ότι η ώρα των ερωτήσεων αποτελεί σημαντικό στοιχείο του κοινοβουλευτικού ελέγχου επί της εκτελεστικής εξουσίας· καλεί τη Διάσκεψη των Προέδρων να θέσει και πάλι την ώρα των ερωτήσεων στην ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας, σύμφωνα με το άρθρο 129 του Κανονισμού·

37.  καλεί για μια ακόμη φορά την Επιτροπή να αναθεωρήσει τις διοικητικές της διαδικασίες σχετικά με τον διορισμό του Γενικού Γραμματέα, των γενικών διευθυντών και των διευθυντών της, με στόχο να διασφαλίζεται πλήρως ότι επιλέγονται οι καλύτεροι υποψήφιοι σε πλαίσιο μέγιστης διαφάνειας και ίσων ευκαιριών·

o
o   o

38.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών.

(1) ΕΕ C 252 της 18.7.2018, σ. 215.
(2) ΕΕ C 252 της 18.7.2018, σ. 201.
(3) ΕΕ C 463 της 21.12.2018, σ. 89.
(4) ΕΕ C 443 της 22.12.2017, σ. 39.

Τελευταία ενημέρωση: 13 Φεβρουαρίου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου