Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2018/0089(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0447/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0447/2018

Συζήτηση :

PV 25/03/2019 - 17
CRE 25/03/2019 - 17

Ψηφοφορία :

PV 26/03/2019 - 7.2

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0222

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 297kWORD 90k
Τρίτη 26 Μαρτίου 2019 - Στρασβούργο Προσωρινή έκδοση
Αντιπροσωπευτικές δράσεις για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών ***I
P8_TA-PROV(2019)0222A8-0447/2018

Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Μαρτίου 2019 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τις αντιπροσωπευτικές αγωγές για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών και με την κατάργηση της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (COM(2018)0184 – C8-0149/2018 – 2018/0089(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0184),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0149/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τις αιτιολογημένες γνώμες που υποβλήθηκαν από το Αυστριακό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο και το Σουηδικό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με τις οποίες υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(1),

–  έχοντας υπόψη της γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(2),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων καθώς και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (A8-0447/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή   Τροπολογία
Τροπολογία 1
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 1
(1)  Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να επιτρέψει στους νομιμοποιούμενους φορείς, οι οποίοι εκπροσωπούν το συλλογικό συμφέρον των καταναλωτών, να ασκούν αντιπροσωπευτικές αγωγές κατά παραβάσεων των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου. Οι νομιμοποιούμενοι φορείς θα πρέπει να μπορούν να ζητούν την παύση ή την απαγόρευση μιας παράβασης ή την επιβεβαίωση ότι έχει διαπραχθεί παράβαση και να ζητούν επανόρθωση, όπως αποζημίωση, επισκευή ή μείωση τιμής, όπως προβλέπεται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου.
(1)  Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να επιτρέψει στους νομιμοποιούμενους αντιπροσωπευτικούς φορείς, οι οποίοι εκπροσωπούν το συλλογικό συμφέρον των καταναλωτών, να ασκούν αντιπροσωπευτικές αγωγές κατά παραβάσεων των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου. Οι νομιμοποιούμενοι αντιπροσωπευτικοί φορείς θα πρέπει να μπορούν να ζητούν την παύση ή την απαγόρευση μιας παράβασης ή την επιβεβαίωση ότι έχει διαπραχθεί παράβαση και να ζητούν επανόρθωση, όπως αποζημίωση, επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος, επισκευή, αντικατάσταση, απομάκρυνση ή λύση της σύμβασης, όπως προβλέπεται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου.
Τροπολογία 2
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 2
(2)  Η οδηγία 2009/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου επέτρεπε στους νομιμοποιούμενους φορείς να ασκούν αντιπροσωπευτικές αγωγές οι οποίες είχαν ως κύριο στόχο την παύση και την απαγόρευση των παραβιάσεων του ενωσιακού δικαίου που ζημιώνουν τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών. Ωστόσο, η εν λόγω οδηγία δεν αντιμετώπισε επαρκώς τις προκλήσεις για την επιβολή του δικαίου των καταναλωτών. Για να βελτιωθεί η αποτροπή των παράνομων πρακτικών και να μειωθεί η ζημία των καταναλωτών, είναι απαραίτητη η ενδυνάμωση του μηχανισμού προστασίας των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών. Δεδομένων των πολυάριθμων αλλαγών, για λόγους σαφήνειας ενδείκνυται η αντικατάσταση της οδηγίας 2009/22/ΕΚ.
(2)  Η οδηγία 2009/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου επέτρεπε στους νομιμοποιούμενους αντιπροσωπευτικούς φορείς να ασκούν αντιπροσωπευτικές αγωγές οι οποίες είχαν ως κύριο στόχο την παύση και την απαγόρευση των παραβιάσεων του ενωσιακού δικαίου που ζημιώνουν τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών. Ωστόσο, η εν λόγω οδηγία δεν αντιμετώπισε επαρκώς τις προκλήσεις για την επιβολή του δικαίου των καταναλωτών. Για να βελτιωθεί η αποτροπή των παράνομων πρακτικών, να ενθαρρυνθούν οι ορθές και υπεύθυνες επιχειρηματικές πρακτικές και να μειωθεί η ζημία των καταναλωτών, είναι απαραίτητη η ενδυνάμωση του μηχανισμού προστασίας των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών. Δεδομένων των πολυάριθμων αλλαγών, για λόγους σαφήνειας ενδείκνυται η αντικατάσταση της οδηγίας 2009/22/ΕΚ. Είναι ιδιαιτέρως αναγκαίο να υπάρξει παρέμβαση της Ένωσης με βάση το άρθρο 114 ΣΛΕΕ για να εξασφαλιστούν η πρόσβαση στη δικαιοσύνη και η ορθή απονομή δικαιοσύνης, καθώς αυτή θα μειώσει το κόστος και την επιβάρυνση που συνεπάγονται οι ατομικές αγωγές.
__________________
__________________
29 ΕΕ L 110 της 1.5.2009, σ. 30.
29 ΕΕ L 110 της 1.5.2009, σ. 30.
Τροπολογία 3
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 3
(3)  Η αντιπροσωπευτική αγωγή θα πρέπει να προσφέρει έναν αποδοτικό και αποτελεσματικό τρόπο προστασίας των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών. Θα πρέπει να επιτρέπει στους νομιμοποιούμενους φορείς να ενεργούν με σκοπό την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τις οικείες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και να ξεπερνούν τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές στο πλαίσιο ατομικών αγωγών, όπως είναι η αβεβαιότητα όσον αφορά τα δικαιώματά τους και τους διαθέσιμους διαδικαστικούς μηχανισμούς, η ψυχολογική απροθυμία ως προς την ανάληψη δράσης και η αρνητική στάθμιση του αναμενόμενου κόστους και οφέλους της ατομικής αγωγής.
(3)  Η αντιπροσωπευτική αγωγή θα πρέπει να προσφέρει έναν αποδοτικό και αποτελεσματικό τρόπο προστασίας των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, τόσο για τις εγχώριες όσο και για τις διασυνοριακές παραβιάσεις. Θα πρέπει να επιτρέπει στους νομιμοποιούμενους αντιπροσωπευτικούς φορείς να ενεργούν με σκοπό την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τις οικείες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και να ξεπερνούν τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές στο πλαίσιο ατομικών αγωγών, όπως είναι η αβεβαιότητα όσον αφορά τα δικαιώματά τους και τους διαθέσιμους διαδικαστικούς μηχανισμούς, η προηγούμενη εμπειρία ανεπιτυχούς καταγγελίας, η υπερβολική διάρκεια των διαδικασιών, η ψυχολογική απροθυμία ως προς την ανάληψη δράσης και η αρνητική στάθμιση του αναμενόμενου κόστους και οφέλους της ατομικής αγωγής, προκειμένου να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου τόσο για τους ενάγοντες και για τους κατηγορούμενους, όσο και για το δικαστικό σύστημα.
Τροπολογία 4
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 4
(4)  Είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί η απαραίτητη ισορροπία μεταξύ της πρόσβασης στη δικαιοσύνη και των διαδικαστικών εγγυήσεων κατά των καταχρηστικών πρακτικών προσφυγής στη δικαιοσύνη, που θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν αδικαιολόγητα την ικανότητα των επιχειρήσεων να λειτουργούν στην ενιαία αγορά. Για να αποτραπεί η κακή χρήση των αντιπροσωπευτικών αγωγών, θα πρέπει να αποφεύγονται στοιχεία όπως οι αποζημιώσεις κυρωτικού χαρακτήρα και η απουσία περιορισμών όσον αφορά την παροχή δικαιώματος άσκησης αγωγής εκ μέρους των θιγόμενων καταναλωτών και θα πρέπει να οριστούν σαφείς κανόνες ως προς διάφορες διαδικαστικές πτυχές, όπως ο ορισμός των νομιμοποιούμενων φορέων, η προέλευση των κεφαλαίων τους και ο χαρακτήρας των πληροφοριών που απαιτούνται προς υποστήριξη της αντιπροσωπευτικής αγωγής. Η οδηγία δεν θα πρέπει να επηρεάζει τους εθνικούς κανόνες σχετικά με την κατανομή των διαδικαστικών εξόδων.
(4)  Είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί η απαραίτητη ισορροπία μεταξύ της πρόσβασης στη δικαιοσύνη και των διαδικαστικών εγγυήσεων κατά των καταχρηστικών πρακτικών προσφυγής στη δικαιοσύνη, που θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν αδικαιολόγητα την ικανότητα των επιχειρήσεων να λειτουργούν στην ενιαία αγορά. Για να αποτραπεί η κακή χρήση των αντιπροσωπευτικών αγωγών, θα πρέπει να αποφεύγονται στοιχεία όπως οι αποζημιώσεις κυρωτικού χαρακτήρα και η απουσία περιορισμών όσον αφορά την παροχή δικαιώματος άσκησης αγωγής εκ μέρους των θιγόμενων καταναλωτών και θα πρέπει να οριστούν σαφείς κανόνες ως προς διάφορες διαδικαστικές πτυχές, όπως ο ορισμός των νομιμοποιούμενων φορέων, η προέλευση των κεφαλαίων τους και ο χαρακτήρας των πληροφοριών που απαιτούνται προς υποστήριξη της αντιπροσωπευτικής αγωγής. Ο ηττηθείς διάδικος θα πρέπει να φέρει τα έξοδα της δίκης. Ωστόσο το δικαστήριο δεν θα πρέπει να υποχρεώνει τον ηττηθέντα διάδικο να φέρει δικαστικά έξοδα στον βαθμό που η πραγματοποίησή τους ήταν περιττή ή που είναι δυσανάλογα προς το ύψος της αγωγής.
Τροπολογία 5
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 6
(6)  Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να καλύπτει διάφορους τομείς, όπως η προστασία των δεδομένων, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες και το περιβάλλον. Θα πρέπει να καλύπτει παραβιάσεις των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου που προστατεύουν τα συμφέροντα των καταναλωτών, ανεξαρτήτως του κατά πόσον αναφέρονται ως καταναλωτές ή ως ταξιδιώτες, χρήστες, πελάτες, επενδυτές λιανικής, πελάτες λιανικής ή ως κάτι άλλο στο οικείο ενωσιακό δίκαιο. Για να εξασφαλιστεί η κατάλληλη αντιμετώπιση των παραβιάσεων του ενωσιακού δικαίου, η μορφή και η κλίμακα των οποίων εξελίσσεται ταχέως, θα πρέπει να εκτιμάται, κάθε φορά που εκδίδεται νέα ενωσιακή πράξη για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, αν θα πρέπει να τροποποιηθεί το παράρτημα της παρούσας οδηγίας προκειμένου να ενταχθεί η εν λόγω πράξη στο πεδίο εφαρμογής της.
(6)  Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να καλύπτει διάφορους τομείς, όπως η προστασία των δεδομένων, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, το περιβάλλον και η υγεία. Θα πρέπει να καλύπτει παραβιάσεις των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου που προστατεύουν τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών, ανεξαρτήτως του κατά πόσον αναφέρονται ως καταναλωτές ή ως ταξιδιώτες, χρήστες, πελάτες, επενδυτές λιανικής, πελάτες λιανικής ή ως κάτι άλλο στο οικείο ενωσιακό δίκαιο, καθώς και τα συλλογικά συμφέροντα των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα προσωπικά δεδομένα στο πλαίσιο του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων. Για να εξασφαλιστεί η κατάλληλη αντιμετώπιση των παραβιάσεων του ενωσιακού δικαίου, η μορφή και η κλίμακα των οποίων εξελίσσεται ταχέως, θα πρέπει να εκτιμάται, κάθε φορά που εκδίδεται νέα ενωσιακή πράξη για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, αν θα πρέπει να τροποποιηθεί το παράρτημα της παρούσας οδηγίας προκειμένου να ενταχθεί η εν λόγω πράξη στο πεδίο εφαρμογής της.
Τροπολογία 6
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 6 α (νέα)
(6α)  Η παρούσα οδηγία ισχύει για αντιπροσωπευτικές αγωγές που ασκούνται έναντι παραβιάσεων με ευρύ αντίκτυπο στους καταναλωτές σε σχέση με τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι. Ο ευρύς αντίκτυπος αρχίζει όταν θίγονται δύο καταναλωτές.
Τροπολογία 7
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 9
(9)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θεσπίζει κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων ή το εφαρμοστέο δίκαιο. Τα υφιστάμενα νομικά μέσα της Ένωσης εφαρμόζονται στις αντιπροσωπευτικές αγωγές που ορίζονται από την παρούσα οδηγία.
(9)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θεσπίζει κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων ή το εφαρμοστέο δίκαιο. Τα υφιστάμενα νομικά μέσα της Ένωσης εφαρμόζονται στις αντιπροσωπευτικές αγωγές που ορίζονται από την παρούσα οδηγία, ώστε να προλαμβάνεται οποιαδήποτε αύξηση των πιθανοτήτων άγρας αρμόδιου δικαστηρίου.
Τροπολογία 8
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 9 α (νέα)
(9α)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει την εφαρμογή των διατάξεων της ΕΕ για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο σε διασυνοριακές υποθέσεις. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (αναδιατύπωση - Βρυξέλλες Ι), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη II) ισχύουν για τις αντιπροσωπευτικές αγωγές που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία.
Τροπολογία 9
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 10
(10)  Δεδομένου ότι μόνο οι νομιμοποιούμενοι φορείς δύνανται να ασκήσουν αντιπροσωπευτικές αγωγές, για να εξασφαλιστεί ότι εκπροσωπούνται επαρκώς τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών οι νομιμοποιούμενοι φορείς θα πρέπει να συμμορφώνονται με τα κριτήρια που θεσπίζονται από την παρούσα οδηγία. Ιδίως, θα πρέπει να είναι δεόντως εγκατεστημένοι σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, το οποίο θα μπορούσε να συμπεριλάβει, για παράδειγμα, απαιτήσεις σχετικά με τον αριθμό των μελών και τον βαθμό μονιμότητας ή απαιτήσεις διαφάνειας ως προς τις οικείες πτυχές της δομής τους, όπως τα καταστατικά τους, τη δομή διαχείρισης, τους στόχους και τις μεθόδους εργασίας. Θα πρέπει επίσης να είναι μη κερδοσκοπικοί και να διαθέτουν έννομο συμφέρον για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το σχετικό δίκαιο της Ένωσης. Αυτά τα κριτήρια θα πρέπει να εφαρμόζονται τόσο στους νομιμοποιούμενους φορείς που ορίζονται εκ των προτέρων όσο και στους νομιμοποιούμενους φορείς που ορίζονται σε βάση ad hoc, οι οποίοι συστήνονται για τους σκοπούς μια ειδικής δράσης.
(10)  Δεδομένου ότι μόνο οι νομιμοποιούμενοι αντιπροσωπευτικοί φορείς δύνανται να ασκήσουν αντιπροσωπευτικές αγωγές, για να εξασφαλιστεί ότι εκπροσωπούνται επαρκώς τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών οι νομιμοποιούμενοι αντιπροσωπευτικοί φορείς θα πρέπει να συμμορφώνονται με τα κριτήρια που θεσπίζονται από την παρούσα οδηγία. Ιδίως, θα πρέπει να είναι δεόντως εγκατεστημένοι σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, το οποίο θα πρέπει να συμπεριλάβει, για παράδειγμα, απαιτήσεις σχετικά με τον βαθμό μονιμότητας ή απαιτήσεις διαφάνειας ως προς τις οικείες πτυχές της δομής τους, όπως τα καταστατικά τους, τη δομή διαχείρισης, τους στόχους και τις μεθόδους εργασίας. Θα πρέπει επίσης να είναι μη κερδοσκοπικοί και να διαθέτουν έννομο συμφέρον για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το σχετικό δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, οι νομιμοποιούμενοι αντιπροσωπευτικοί φορείς πρέπει να είναι ανεξάρτητοι από τους παράγοντες της αγοράς, και από οικονομική άποψη. Οι νομιμοποιούμενοι αντιπροσωπευτικοί φορείς πρέπει επίσης να διαθέτουν καθιερωμένη διαδικασία για την πρόληψη της σύγκρουσης συμφερόντων. Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν κριτήρια που υπερβαίνουν όσα θεσπίζονται στην παρούσα οδηγία.
Τροπολογία 10
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 15
(15)  Ο νομιμοποιούμενος φορέας που ασκεί την αντιπροσωπευτική αγωγή δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να είναι διάδικος στη διαδικασία. Οι καταναλωτές τους οποίους αφορά η παράβαση θα πρέπει να διαθέτουν κατάλληλες ευκαιρίες για να επωφεληθούν από τα οικεία αποτελέσματα της αντιπροσωπευτικής αγωγής. Οι διαταγές παράλειψης που εκδίδονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να θίγουν τις ατομικές αγωγές που ασκούνται από καταναλωτές που ζημιώνονται από την πρακτική η οποία υπόκειται στη διαταγή παράλειψης.
(15)  Ο νομιμοποιούμενος φορέας που ασκεί την αντιπροσωπευτική αγωγή δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να είναι διάδικος στη διαδικασία. Οι καταναλωτές τους οποίους αφορά η παράβαση θα πρέπει να ενημερώνονται δεόντως σχετικά με το αποτέλεσμα της αντιπροσωπευτικής αγωγής και τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να επωφεληθούν από τα οικεία αποτελέσματά της. Οι διαταγές παράλειψης που εκδίδονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να θίγουν τις ατομικές αγωγές που ασκούνται από καταναλωτές που ζημιώνονται από την πρακτική η οποία υπόκειται στη διαταγή παράλειψης.
Τροπολογία 11
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 16
(16)  Οι νομιμοποιούμενοι φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητούν μέτρα με στόχο την εξάλειψη των συνεχιζόμενων συνεπειών της παράβασης. Αυτά τα μέτρα θα πρέπει να λάβουν τη μορφή διαταγής επανόρθωσης η οποία υποχρεώνει τον έμπορο να προβλέπει, μεταξύ άλλων, την αποζημίωση, επισκευή, αντικατάσταση, μείωση τιμής, καταγγελία της σύμβασης ή επιστροφή όλου του καταβληθέντος τιμήματος, κατά περίπτωση και όπως προβλέπεται στο πλαίσιο των εθνικών δικαίων.
(16)  Οι νομιμοποιούμενοι αντιπροσωπευτικοί φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητούν μέτρα με στόχο την εξάλειψη των συνεχιζόμενων συνεπειών της παράβασης. Αυτά τα μέτρα θα πρέπει να λάβουν τη μορφή διαταγής επανόρθωσης η οποία υποχρεώνει τον έμπορο να προβλέπει, μεταξύ άλλων, την αποζημίωση, επισκευή, αντικατάσταση, απομάκρυνση, μείωση τιμής, καταγγελία της σύμβασης ή επιστροφή όλου του καταβληθέντος τιμήματος, κατά περίπτωση και όπως προβλέπεται στο πλαίσιο των εθνικών δικαίων.
Τροπολογία 12
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 18
(18)  Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τους νομιμοποιούμενους φορείς να παράσχουν επαρκείς πληροφορίες, προκειμένου να υποστηρίξουν μια αντιπροσωπευτική αγωγή επανόρθωσης, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής της ομάδας των καταναλωτών την οποία αφορά η παράβαση και τα πραγματικά και νομικά ζητήματα προς επίλυση στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής αγωγής. Δεν θα πρέπει να απαιτείται από τον νομιμοποιούμενο φορέα να προσδιορίζει μεμονωμένα όλους τους καταναλωτές τους οποίους αφορά μια παράβαση, προκειμένου να εγείρει μια αγωγή. Στις αντιπροσωπευτικές αγωγές επανόρθωσης το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή θα πρέπει να επαληθεύσει στο νωρίτερο δυνατό στάδιο της διαδικασίας κατά πόσον η υπόθεση είναι κατάλληλη για την άσκηση αντιπροσωπευτικής αγωγής, δεδομένου του χαρακτήρα της παράβασης και των ζημιών που υπέστησαν οι οικείοι καταναλωτές.
(18)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτήσουν από τους νομιμοποιούμενους αντιπροσωπευτικούς φορείς να παράσχουν επαρκείς πληροφορίες, προκειμένου να υποστηρίξουν μια αντιπροσωπευτική αγωγή επανόρθωσης, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής της ομάδας των καταναλωτών την οποία αφορά η παράβαση και τα πραγματικά και νομικά ζητήματα προς επίλυση στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής αγωγής. Δεν θα πρέπει να απαιτείται από τον νομιμοποιούμενο φορέα να προσδιορίζει μεμονωμένα όλους τους καταναλωτές τους οποίους αφορά μια παράβαση, προκειμένου να εγείρει μια αγωγή. Στις αντιπροσωπευτικές αγωγές επανόρθωσης το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή θα πρέπει να επαληθεύσει στο νωρίτερο δυνατό στάδιο της διαδικασίας κατά πόσον η υπόθεση είναι κατάλληλη για την άσκηση αντιπροσωπευτικής αγωγής, δεδομένου του χαρακτήρα της παράβασης και των ζημιών που υπέστησαν οι οικείοι καταναλωτές. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί θα πρέπει να είναι επιβεβαιώσιμοι και ενιαίοι, και θα πρέπει να υπάρχουν κοινά στοιχεία όσον αφορά τα ζητούμενα μέτρα, ο δε μηχανισμός χρηματοδότησης από τρίτους του νομιμοποιούμενου φορέα θα πρέπει να είναι διαφανής και χωρίς καμία σύγκρουση συμφερόντων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν επίσης ότι το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή έχει την εξουσία να απορρίπτει προδήλως αβάσιμες υποθέσεις στο νωρίτερο δυνατό στάδιο της διαδικασίας.
Τροπολογία 13
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 19
(19)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν αν το δικαστήριο ή η εθνική αρχή τους όπου έχει ασκηθεί αντιπροσωπευτική αγωγή μπορεί κατ’ εξαίρεση να εκδώσει, αντί διαταγής επανόρθωσης, αναγνωριστική απόφαση που να διαπιστώνει την ευθύνη του εμπόρου έναντι των καταναλωτών που υφίστανται ζημία από παραβίαση του ενωσιακού δικαίου και στην οποία μπορούν να στηριχθούν άμεσα επακόλουθες συλλογικές αγωγές. Αυτή η δυνατότητα θα πρέπει να επιφυλάσσεται σε δεόντως δικαιολογημένες περιπτώσεις, όταν η ποσοτική αποτίμηση της ατομικής επανόρθωσης που πρόκειται να δοθεί σε καθέναν από τους καταναλωτές τους οποίους αφορά η αντιπροσωπευτική αγωγή είναι περίπλοκη και θα ήταν αναποτελεσματική η υλοποίησή της στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής αγωγής. Οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν θα πρέπει να εκδίδονται σε περιπτώσεις που δεν είναι περίπλοκες και ιδίως όταν είναι δυνατός ο προσδιορισμός των καταναλωτών και οι καταναλωτές υπέστησαν συγκρίσιμη ζημία σε σχέση με δεδομένη χρονική περίοδο ή αγορά. Παρομοίως, δεν θα πρέπει να εκδίδονται αναγνωριστικές αποφάσεις όταν το ποσό της ζημίας που υπέστη κάθε μεμονωμένος καταναλωτής είναι τόσο μικρό ώστε να είναι απίθανο να ασκούσε ο μεμονωμένος καταναλωτής αγωγή για ατομική επανόρθωση. Το δικαστήριο ή η εθνική αρχή θα πρέπει δεόντως να αιτιολογεί την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης αντί διαταγής επανόρθωσης σε ορισμένη υπόθεση.
διαγράφεται
Τροπολογία 14
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 20
(20)  Όταν οι καταναλωτές τους οποίους αφορά η ίδια πρακτική μπορούν να προσδιοριστούν και έχουν υποστεί συγκρίσιμη ζημία σε σχέση με δεδομένη χρονική περίοδο ή αγορά, όπως στην περίπτωση των μακροπρόθεσμων καταναλωτικών συμβάσεων, το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή δύναται να καθορίσει με σαφήνεια, κατά τη διαδικασία της αναγνωριστικής αγωγής, την ομάδα των καταναλωτών τους οποίους αφορά η παράβαση. Ιδίως, το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή θα μπορούσε να ζητήσει από τον παραβάτη έμπορο να παράσχει σχετικές πληροφορίες, όπως η ταυτότητα των θιγόμενων καταναλωτών και η διάρκεια της πρακτικής. Για λόγους ταχύτητας και αποτελεσματικότητας, στις περιπτώσεις αυτές τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, θα μπορούσαν να εξετάσουν την παροχή της δυνατότητας στους καταναλωτές να επωφεληθούν άμεσα από μια διαταγή επανόρθωσης μετά την έκδοσή της, δίχως να απαιτείται από αυτούς να δώσουν την ατομική τους εντολή προτού εκδοθεί η διαταγή επανόρθωσης.
διαγράφεται
Τροπολογία 15
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 21
(21)  Σε υποθέσεις χαμηλής αξίας, οι περισσότεροι καταναλωτές είναι απίθανο να ασκήσουν αγωγή για να επιβάλουν τα δικαιώματά τους, καθώς το κόστος της προσπάθειάς τους θα υπερέβαινε τα ατομικά οφέλη. Ωστόσο, εάν η ίδια πρακτική αφορά περισσότερους καταναλωτές, η συγκεντρωτική ζημία ενδέχεται να είναι σημαντική. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το δικαστήριο ή η αρχή ενδέχεται να εκτιμήσει ότι είναι δυσανάλογη η κατανομή των χρηματικών ποσών στους οικείους καταναλωτές, για παράδειγμα επειδή είναι ιδιαιτέρως επαχθής ή ανέφικτη. Συνεπώς, τα χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί ως επανόρθωση μέσω των αντιπροσωπευτικών αγωγών θα εξυπηρετούσαν καλύτερα τους σκοπούς της προστασίας των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών αν διατίθενταν για κάποιον συναφή δημόσιο σκοπό, όπως ένα ταμείο νομικής προστασίας των καταναλωτών, οι εκστρατείες ευαισθητοποίησης και τα κινήματα καταναλωτών.
διαγράφεται
Τροπολογία 16
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 23
(23)  Η παρούσα οδηγία προβλέπει διαδικαστικό μηχανισμό, ο οποίος δεν επηρεάζει τους κανόνες οι οποίοι θεσπίζουν ουσιαστικά δικαιώματα των καταναλωτών για συμβατικά ή εξωσυμβατικά μέσα έννομης προστασίας σε περίπτωση που τα συμφέροντά τους έχουν θιγεί από παράβαση, όπως το δικαίωμα αποζημίωσης, η καταγγελία της σύμβασης, η αντικατάσταση, η επισκευή ή η μείωση τιμής. Αντιπροσωπευτική αγωγή που ζητά επανόρθωση δυνάμει της παρούσας οδηγίας μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο προβλέπει τέτοια ουσιαστικά δικαιώματα.
(23)  Η παρούσα οδηγία προβλέπει διαδικαστικό μηχανισμό, ο οποίος δεν επηρεάζει τους κανόνες οι οποίοι θεσπίζουν ουσιαστικά δικαιώματα των καταναλωτών για συμβατικά ή εξωσυμβατικά μέσα έννομης προστασίας σε περίπτωση που τα συμφέροντά τους έχουν θιγεί από παράβαση, όπως το δικαίωμα αποζημίωσης, η καταγγελία της σύμβασης, η αντικατάσταση, η απομάκρυνση, η επισκευή ή η μείωση τιμής. Αντιπροσωπευτική αγωγή που ζητά επανόρθωση δυνάμει της παρούσας οδηγίας μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο προβλέπει τέτοια ουσιαστικά δικαιώματα.
Τροπολογία 17
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 24
(24)  Η παρούσα οδηγία δεν αντικαθιστά τους υφιστάμενους εθνικούς μηχανισμούς συλλογικής έννομης προστασίας. Λαμβάνοντας υπόψη τις νομικές παραδόσεις των κρατών μελών, αφήνει στη διακριτική τους ευχέρεια το κατά πόσον θα εντάξουν την αντιπροσωπευτική αγωγή που ορίζεται από την παρούσα οδηγία στο πλαίσιο υφιστάμενου ή μελλοντικού μηχανισμού συλλογικής έννομης προστασίας ή αν θα τη χρησιμοποιήσουν ως εναλλακτική λύση αντί αυτών των μηχανισμών, στον βαθμό που ο εθνικός μηχανισμός συμμορφώνεται με τους όρους που καθορίζονται από την παρούσα οδηγία.
(24)  Η παρούσα οδηγία στοχεύει σε ένα ελάχιστο επίπεδο εναρμόνισης και δεν αντικαθιστά τους υφιστάμενους εθνικούς μηχανισμούς συλλογικής έννομης προστασίας. Λαμβάνοντας υπόψη τις νομικές παραδόσεις των κρατών μελών, αφήνει στη διακριτική τους ευχέρεια το κατά πόσον θα εντάξουν την αντιπροσωπευτική αγωγή που ορίζεται από την παρούσα οδηγία στο πλαίσιο υφιστάμενου ή μελλοντικού μηχανισμού συλλογικής έννομης προστασίας ή αν θα τη χρησιμοποιήσουν ως εναλλακτική λύση αντί αυτών των μηχανισμών, στον βαθμό που ο εθνικός μηχανισμός συμμορφώνεται με τους όρους που καθορίζονται από την παρούσα οδηγία. Δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρήσουν το υφιστάμενο πλαίσιο, ούτε υποχρεώνει τα κράτη μέλη να το τροποποιήσουν. Τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τους κανόνες που προβλέπει η παρούσα οδηγία στο δικό τους σύστημα συλλογικής προσφυγής ή να τους εφαρμόζουν σε χωριστή διαδικασία.
Τροπολογία 18
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 25
(25)  Οι νομιμοποιούμενοι φορείς θα πρέπει να είναι πλήρως διαφανείς σχετικά με την πηγή χρηματοδότησης της δραστηριότητάς τους γενικότερα και ειδικά όσον αφορά τα κονδύλια που στηρίζουν μια συγκεκριμένη αντιπροσωπευτική αγωγή αποζημίωσης, ούτως ώστε να μπορούν τα δικαστήρια ή οι διοικητικές αρχές να αξιολογήσουν κατά πόσον ενδέχεται να υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του χρηματοδότη τρίτου και του νομιμοποιούμενου φορέα και να αποφευχθεί ο κίνδυνος καταχρηστικής προσφυγής στη δικαιοσύνη, καθώς και για να εκτιμηθεί κατά πόσον ο χρηματοδότης τρίτος διαθέτει επαρκείς πόρους για την εκπλήρωση των οικονομικών δεσμεύσεών του προς τον νομιμοποιούμενο φορέα. Οι πληροφορίες που παρέχονται από τον νομιμοποιούμενο φορέα στο δικαστήριο ή τη διοικητική αρχή που εξετάζει την αντιπροσωπευτική αγωγή θα πρέπει να τους διευκολύνουν να εκτιμήσουν κατά πόσον ο τρίτος δύναται να επηρεάσει τις διαδικαστικές αποφάσεις του νομιμοποιούμενου φορέα στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής αγωγής, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας επίδρασης επί των διακανονισμών, και κατά πόσον ο τρίτος παρέχει χρηματοδότηση για την αντιπροσωπευτική αγωγή επανόρθωσης κατά εναγομένου που αποτελεί ανταγωνιστή του χρηματοδότη ή κατά εναγομένου από τον οποίο εξαρτάται ο χρηματοδότης. Αν επιβεβαιωθεί κάποια από αυτές τις περιστάσεις, το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή θα πρέπει να έχει την εξουσία να απαιτήσει από τον νομιμοποιούμενο φορέα να απορρίψει τη σχετική χρηματοδότηση και, αν αυτό κριθεί αναγκαίο, την εξουσία να απορρίψει την ενεργητική νομιμοποίηση του νομιμοποιούμενου φορέα σε συγκεκριμένη υπόθεση.
(25)  Οι νομιμοποιούμενοι αντιπροσωπευτικοί φορείς θα πρέπει να είναι πλήρως διαφανείς σχετικά με την πηγή χρηματοδότησης της δραστηριότητάς τους γενικότερα και ειδικά όσον αφορά τα κονδύλια που στηρίζουν μια συγκεκριμένη αντιπροσωπευτική αγωγή αποζημίωσης, ούτως ώστε να μπορούν τα δικαστήρια ή οι διοικητικές αρχές να αξιολογήσουν κατά πόσον ενδέχεται να υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του χρηματοδότη τρίτου και του νομιμοποιούμενου φορέα και να αποφευχθεί ο κίνδυνος καταχρηστικής προσφυγής στη δικαιοσύνη, καθώς και για να εκτιμηθεί κατά πόσον ο νομιμοποιούμενος φορέας διαθέτει επαρκείς πόρους για να εκπροσωπεί επαρκώς, αποτελεσματικά και άνευ όρων τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων καταναλωτών και για να έχει την ικανότητα να καλύπτει όλες τις αναγκαίες νομικές δαπάνες σε περίπτωση που δεν κερδηθεί η αγωγή. Οι πληροφορίες που παρέχονται από τον νομιμοποιούμενο φορέα στο νωρίτερο δυνατό στάδιο της διαδικασίας στο δικαστήριο ή τη διοικητική αρχή που εξετάζει την αντιπροσωπευτική αγωγή θα πρέπει να τους διευκολύνουν να εκτιμήσουν κατά πόσον ο τρίτος δύναται να επηρεάσει τις διαδικαστικές αποφάσεις του νομιμοποιούμενου φορέα γενικά και στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής αγωγής, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας επίδρασης επί των διακανονισμών, και κατά πόσον ο τρίτος παρέχει χρηματοδότηση για την αντιπροσωπευτική αγωγή επανόρθωσης κατά εναγομένου που αποτελεί ανταγωνιστή του χρηματοδότη ή κατά εναγομένου από τον οποίο εξαρτάται ο χρηματοδότης. Αν επιβεβαιωθεί κάποια από αυτές τις περιστάσεις, το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή πρέπει να έχει την εξουσία να απαιτήσει από τον νομιμοποιούμενο φορέα να απορρίψει τη σχετική χρηματοδότηση και, αν αυτό κριθεί αναγκαίο, την εξουσία να απορρίψει την ενεργητική νομιμοποίηση του νομιμοποιούμενου φορέα σε συγκεκριμένη υπόθεση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαγορεύουν στα δικηγορικά γραφεία να ιδρύουν νομιμοποιούμενους αντιπροσωπευτικούς φορείς. Η έμμεση χρηματοδότηση της δράσης μέσω δωρεών, συμπεριλαμβανομένων δωρεών από εμπόρους στο πλαίσιο πρωτοβουλιών εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, είναι επιλέξιμη για χρηματοδότηση από τρίτους, υπό την προϋπόθεση ότι συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις σχετικά με τη διαφάνεια, την ανεξαρτησία και την απουσία σύγκρουσης συμφερόντων που απαριθμούνται στο άρθρο 4 και στο άρθρο 7.
Τροπολογία 19
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 26
(26)  Θα πρέπει να ενθαρρύνονται οι συλλογικοί εξωδικαστικοί διακανονισμοί που αποσκοπούν στην παροχή επανόρθωσης σε ζημιωθέντες καταναλωτές τόσο πριν από την άσκηση της αντιπροσωπευτικής αγωγής όσο και σε κάθε στάδιο της αντιπροσωπευτικής αγωγής.
(26)  Θα πρέπει να ενθαρρύνονται οι συλλογικοί εξωδικαστικοί διακανονισμοί, όπως η διαμεσολάβηση, που αποσκοπούν στην παροχή επανόρθωσης σε ζημιωθέντες καταναλωτές τόσο πριν από την άσκηση της αντιπροσωπευτικής αγωγής όσο και σε κάθε στάδιο της αντιπροσωπευτικής αγωγής.
Τροπολογία 20
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 27
(27)  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι νομιμοποιούμενος φορέας και έμπορος που έχουν καταλήξει σε διακανονισμό αναφορικά με την επανόρθωση των καταναλωτών που θίγονται από εικαζόμενη παράνομη πρακτική του εν λόγω εμπόρου μπορούν να ζητήσουν από κοινού από δικαστήριο ή διοικητική αρχή να εγκρίνει τον διακανονισμό αυτόν. Το σχετικό αίτημα θα πρέπει να γίνει δεκτό από το δικαστήριο ή τη διοικητική αρχή μόνο αν δεν υφίσταται άλλη εν εξελίξει αντιπροσωπευτική αγωγή όσον αφορά την ίδια πρακτική. Αρμόδιο δικαστήριο ή διοικητική αρχή που εγκρίνει τέτοιον συλλογικό διακανονισμό πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα και τα δικαιώματα όλων των ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων των μεμονωμένων καταναλωτών. Οι μεμονωμένοι θιγόμενοι καταναλωτές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να δεχθούν ή να αρνηθούν να δεσμευτούν από τον σχετικό διακανονισμό.
(27)  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι νομιμοποιούμενος φορέας και έμπορος που έχουν καταλήξει σε διακανονισμό αναφορικά με την επανόρθωση των καταναλωτών που θίγονται από εικαζόμενη παράνομη πρακτική του εν λόγω εμπόρου μπορούν να ζητήσουν από κοινού από δικαστήριο ή διοικητική αρχή να εγκρίνει τον διακανονισμό αυτόν. Το σχετικό αίτημα θα πρέπει να γίνει δεκτό από το δικαστήριο ή τη διοικητική αρχή μόνο αν δεν υφίσταται άλλη εν εξελίξει αντιπροσωπευτική αγωγή όσον αφορά την ίδια πρακτική. Αρμόδιο δικαστήριο ή διοικητική αρχή που εγκρίνει τέτοιον συλλογικό διακανονισμό πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα και τα δικαιώματα όλων των ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων των μεμονωμένων καταναλωτών. Οι διακανονισμοί θα πρέπει να είναι οριστικοί και δεσμευτικοί για όλα τα μέρη.
Τροπολογία 21
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 29
(29)   Για να διευκολυνθεί η επανόρθωση της ζημίας μεμονωμένων καταναλωτών η οποία ζητείται βάσει τελικών αναγνωριστικών αποφάσεων σχετικά με την ευθύνη του εμπόρου έναντι των καταναλωτών που βλάπτονται από παράβαση, οι οποίες εκδίδονται στο πλαίσιο αντιπροσωπευτικών αγωγών, το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή που εξέδωσε την απόφαση θα πρέπει να διαθέτει την εξουσία να ζητήσει από τον νομιμοποιούμενο φορέα και τον έμπορο να καταλήξουν σε συλλογικό διακανονισμό.
διαγράφεται
Τροπολογία 22
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 30
(30)  Κάθε εξωδικαστικός διακανονισμός που επιτυγχάνεται στο πλαίσιο αντιπροσωπευτικής αγωγής ή βασίζεται σε τελική αναγνωριστική απόφαση θα πρέπει να εγκρίνεται από το οικείο δικαστήριο ή διοικητική αρχή, προκειμένου να εξασφαλιστεί η νομιμότητα και η αμεροληψία του, λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων και των δικαιωμάτων όλων των ενδιαφερόμενων μερών. Οι μεμονωμένοι θιγόμενοι καταναλωτές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να δεχθούν ή να αρνηθούν να δεσμευτούν από τον σχετικό διακανονισμό.
(30)  Κάθε εξωδικαστικός διακανονισμός που επιτυγχάνεται στο πλαίσιο αντιπροσωπευτικής αγωγής θα πρέπει να εγκρίνεται από το οικείο δικαστήριο ή διοικητική αρχή, προκειμένου να εξασφαλιστεί η νομιμότητα και η αμεροληψία του, λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων και των δικαιωμάτων όλων των ενδιαφερόμενων μερών. Ο διακανονισμός είναι δεσμευτικός για όλα τα μέρη, με την επιφύλαξη τυχόν πρόσθετων δικαιωμάτων προσφυγής που ενδέχεται να έχουν οι ενδιαφερόμενοι καταναλωτές δυνάμει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.
Τροπολογία 23
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 32
(32)  Για να είναι αποτελεσματική, η ενημέρωση θα πρέπει να είναι κατάλληλη και αναλογική σε σχέση με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Ο παραβάτης έμπορος θα πρέπει να ενημερώσει κατάλληλα όλους τους οικείους καταναλωτές για τις τελικές διαταγές παράλειψης και αποζημίωσης που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής αγωγής, καθώς και σχετικά με τον εγκεκριμένο από δικαστήριο ή διοικητική αρχή διακανονισμό. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να παρέχονται, για παράδειγμα, στον ιστότοπο του εμπόρου, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε ηλεκτρονικές αγορές ή σε δημοφιλείς εφημερίδες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διανέμονται αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας. Ει δυνατόν, οι καταναλωτές θα πρέπει να ενημερώνονται ατομικά μέσω ηλεκτρονικών ή έντυπων επιστολών. Κατόπιν σχετικού αιτήματος, αυτή η ενημέρωση θα πρέπει να διατίθεται σε προσβάσιμη μορφή για άτομα με αναπηρία.
(32)  Για να είναι αποτελεσματική, η ενημέρωση θα πρέπει να είναι κατάλληλη και αναλογική σε σχέση με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή δύναται να απαιτήσει από τον ηττηθέντα διάδικο να ενημερώσει κατάλληλα όλους τους οικείους καταναλωτές για την τελική απόφαση σχετικά με τις διαταγές παράλειψης και αποζημίωσης που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής αγωγής, και αμφότερους τους διαδίκους σε περιπτώσεις εγκεκριμένου από δικαστήριο ή διοικητική αρχή διακανονισμού. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να παρέχονται, για παράδειγμα, στον ιστότοπο, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε ηλεκτρονικές αγορές ή σε δημοφιλείς εφημερίδες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διανέμονται αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας. Κατόπιν σχετικού αιτήματος, αυτή η ενημέρωση θα πρέπει να διατίθεται σε προσβάσιμη μορφή για άτομα με αναπηρία. Ο ηττηθείς διάδικος βαρύνεται με τα έξοδα της ενημέρωσης των καταναλωτών.
Τροπολογία 24
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 32 α (νέα)
(32α)   Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνονται να δημιουργήσουν ένα εθνικό μητρώο αντιπροσωπευτικών αγωγών δωρεάν, το οποίο θα μπορούσε να βελτιώσει περαιτέρω τις υποχρεώσεις διαφάνειας.
Τροπολογία 25
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 33
(33)  Για να ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου, να αποφευχθεί η ασυνέπεια στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα και η διαδικαστική αποδοτικότητα των αντιπροσωπευτικών αγωγών και των πιθανών επακόλουθων αγωγών για επανόρθωση, η στοιχειοθέτηση μιας παράβασης που έχει διαπιστωθεί σε τελική απόφαση, συμπεριλαμβανομένης και τελικής διαταγής παράλειψης που έχει εκδοθεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, η οποία εκδίδεται από διοικητική αρχή ή δικαστήριο δεν θα πρέπει να επανακρίνεται σε επακόλουθες αγωγές που σχετίζονται με την ίδια παράβαση από τον ίδιο έμπορο όσον αφορά τη φύση της παράβασης και το υλικό, προσωπικό, χρονικό και εδαφικό πεδίο εφαρμογής της, όπως καθορίζεται από την εν λόγω τελική απόφαση. Όταν αγωγή που ζητά μέτρα εξάλειψης των συνεχιζόμενων συνεπειών της παράβασης, συμπεριλαμβανομένης της επανόρθωσης, ασκείται σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος όπου εκδόθηκε η τελική απόφαση που διαπιστώνει την παράβαση, η απόφαση θα πρέπει να συνιστά αμάχητο τεκμήριο ότι έλαβε χώρα η παράβαση.
(33)  Για να ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου, να αποφευχθεί η ασυνέπεια στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα και η διαδικαστική αποδοτικότητα των αντιπροσωπευτικών αγωγών και των πιθανών επακόλουθων αγωγών για επανόρθωση, η στοιχειοθέτηση μιας παράβασης που έχει διαπιστωθεί ή η διαπίστωση μη παράβασης σε τελική απόφαση, συμπεριλαμβανομένης και τελικής διαταγής παράλειψης που έχει εκδοθεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, η οποία εκδίδεται από διοικητική αρχή ή δικαστήριο θα πρέπει να είναι δεσμευτική για όλους τους διαδίκους που συμμετείχαν στην αντιπροσωπευτική αγωγή. Η οριστική απόφαση δεν θα πρέπει να θίγει επιπλέον δικαιώματα επανόρθωσης που δύναται να έχουν οι θιγόμενοι καταναλωτές δυνάμει του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου. Η επανόρθωση που επιτυγχάνεται μέσω του διακανονισμού θα πρέπει επίσης να είναι δεσμευτική σε περιπτώσεις που αφορούν την ίδια πρακτική, τον ίδιο έμπορο και τον ίδιο καταναλωτή. Όταν αγωγή που ζητά μέτρα εξάλειψης των συνεχιζόμενων συνεπειών της παράβασης, συμπεριλαμβανομένης της επανόρθωσης, ασκείται σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος όπου εκδόθηκε η τελική απόφαση που διαπιστώνει την παράβαση ή τη μη παράβαση, η απόφαση θα πρέπει να θεωρείται απόδειξη ότι έλαβε ή δεν έλαβε χώρα η παράβαση σε σχετικές υποθέσεις. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η οριστική απόφαση δικαστηρίου ενός κράτους μέλους, η οποία διαπιστώνει την ύπαρξη ή την απουσία της παράβασης για τους σκοπούς της άσκησης οποιωνδήποτε άλλων προσφυγών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους κατά του ίδιου εμπόρου για την ίδια παράβαση, θεωρείται ότι αποτελεί μαχητό τεκμήριο.
Τροπολογία 26
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 35
(35)  Οι αγωγές επανόρθωσης που βασίζονται σε διαπίστωση παράβασης από τελική διαταγή παράλειψης ή από τελική αναγνωριστική απόφαση σχετικά με την ευθύνη του εμπόρου έναντι των ζημιωθέντων καταναλωτών δυνάμει της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να παρεμποδίζονται από τους εθνικούς κανόνες για τις προθεσμίες παραγραφής. Η υποβολή αντιπροσωπευτικής αγωγής θα πρέπει να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ή να διακόπτει τις προθεσμίες παραγραφής για κάθε αγωγή επανόρθωσης για τους καταναλωτές τους οποίους αφορά η συγκεκριμένη αγωγή.
(35)  Οι αγωγές επανόρθωσης που βασίζονται σε διαπίστωση παράβασης από τελική διαταγή παράλειψης σχετικά με την ευθύνη του εμπόρου έναντι των ζημιωθέντων καταναλωτών δυνάμει της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να παρεμποδίζονται από τους εθνικούς κανόνες για τις προθεσμίες παραγραφής. Η υποβολή αντιπροσωπευτικής αγωγής θα πρέπει να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ή να διακόπτει τις προθεσμίες παραγραφής για κάθε αγωγή επανόρθωσης για τους καταναλωτές τους οποίους αφορά η συγκεκριμένη αγωγή.
Τροπολογία 27
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 39
(39)  Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι αντιπροσωπευτικές αγωγές επιδιώκουν το δημόσιο συμφέρον μέσω της προστασίας των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι νομιμοποιούμενοι φορείς δεν συναντούν εμπόδια ως προς την άσκηση αντιπροσωπευτικών αγωγών δυνάμει τις παρούσας οδηγίας λόγω των εξόδων που συνεπάγεται η διαδικασία.
(39)  Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι αντιπροσωπευτικές αγωγές επιδιώκουν το δημόσιο συμφέρον μέσω της προστασίας των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι νομιμοποιούμενοι φορείς δεν συναντούν εμπόδια ως προς την άσκηση αντιπροσωπευτικών αγωγών δυνάμει τις παρούσας οδηγίας λόγω των εξόδων που συνεπάγεται η διαδικασία. Ωστόσο, υπό τις σχετικές προϋποθέσεις που ορίζονται στην εθνική νομοθεσία, αυτό δεν θα πρέπει να επηρεάζει το γεγονός ότι ο ηττηθείς διάδικος σε περίπτωση αντιπροσωπευτικής αγωγής καταβάλλει τα απαραίτητα νομικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο νικήσας διάδικος (αρχή σύμφωνα με την οποία «ο ηττημένος πληρώνει»). Ωστόσο το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή δεν θα πρέπει να επιδικάζει δικαστικά έξοδα στον ηττηθέντα διάδικο, στον βαθμό που η πραγματοποίησή τους ήταν περιττή ή που είναι δυσανάλογα προς το ύψος της αγωγής.
Τροπολογία 28
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 39 α (νέα)
(39α)   Τα κράτη μέλη θα πρέπει να φροντίζουν ώστε οι αμοιβές υπό αίρεση να αποφεύγονται και οι αμοιβές των δικηγόρων και ο τρόπος υπολογισμού τους να μην δημιουργούν κίνητρα προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων, η οποία, από την άποψη των συμφερόντων των καταναλωτών ή οποιωνδήποτε εκ των οικείων μερών, είναι περιττή και θα μπορούσε να μην επιτρέψει στους καταναλωτές να επωφεληθούν πλήρως από την αντιπροσωπευτική αγωγή. Τα κράτη μέλη που επιτρέπουν αμοιβές υπό αίρεση θα πρέπει να μεριμνούν ώστε οι εν λόγω αμοιβές να μην εμποδίζουν την πλήρη αποζημίωση των καταναλωτών.
Τροπολογία 29
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 40
(40)  Η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ νομιμοποιούμενων φορέων προερχόμενων από διαφορετικά κράτη μέλη έχει αποδειχθεί χρήσιμη στην αντιμετώπιση των διασυνοριακών παραβάσεων. Είναι αναγκαίο να συνεχιστούν και να επεκταθούν τα μέτρα βελτίωσης των ικανοτήτων και συνεργασίας για μεγαλύτερο αριθμό νομιμοποιούμενων φορέων σε ολόκληρη την Ένωση, προκειμένου να αυξηθεί η χρήση των αντιπροσωπευτικών αγωγών που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις.
(40)  Η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών, βέλτιστων πρακτικών και πείρας μεταξύ νομιμοποιούμενων αντιπροσωπευτικών φορέων προερχόμενων από διαφορετικά κράτη μέλη έχει αποδειχθεί χρήσιμη στην αντιμετώπιση των διασυνοριακών παραβάσεων. Είναι αναγκαίο να συνεχιστούν και να επεκταθούν τα μέτρα βελτίωσης των ικανοτήτων και συνεργασίας για μεγαλύτερο αριθμό νομιμοποιούμενων αντιπροσωπευτικών φορέων σε ολόκληρη την Ένωση, προκειμένου να αυξηθεί η χρήση των αντιπροσωπευτικών αγωγών που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις.
Τροπολογία 30
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 41 α (νέα)
(41α)   Προκειμένου να διερευνηθεί η δυνατότητα θέσπισης διαδικασίας σε επίπεδο Ένωσης για διασυνοριακές αντιπροσωπευτικές αγωγές, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τη δυνατότητα ορισμού ευρωπαίου διαμεσολαβητή για τη συλλογική έννομη προστασία.
Τροπολογία 31
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 1 – παράγραφος 1
1.  Η παρούσα οδηγία ορίζει κανόνες που επιτρέπουν στους νομιμοποιούμενους φορείς να ασκούν αντιπροσωπευτικές αγωγές οι οποίες αποσκοπούν στην προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τις απαραίτητες εγγυήσεις για την αποφυγή καταχρηστικών πρακτικών προσφυγής στη δικαιοσύνη.
1.  Η παρούσα οδηγία ορίζει κανόνες που επιτρέπουν στους νομιμοποιούμενους αντιπροσωπευτικούς φορείς να ασκούν αντιπροσωπευτικές αγωγές οι οποίες αποσκοπούν στην προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών και, ως εκ τούτου, επιτυγχάνουν και επιβάλλουν υψηλού επιπέδου προστασία και πρόσβαση στη δικαιοσύνη, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τις απαραίτητες εγγυήσεις για την αποφυγή καταχρηστικών πρακτικών προσφυγής στη δικαιοσύνη.
Τροπολογία 32
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 1 – παράγραφος 2
2.  Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εισαγάγουν ή να διατηρήσουν σε ισχύ διατάξεις που αποσκοπούν να χορηγήσουν στους νομιμοποιούμενους φορείς ή σε κάθε άλλον ενδιαφερόμενο άλλα δικονομικά μέσα άσκησης αγωγών οι οποίες έχουν ως στόχο την προστασία των καταναλωτών σε εθνικό επίπεδο.
2.  Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εισαγάγουν ή να διατηρήσουν σε ισχύ διατάξεις που αποσκοπούν να χορηγήσουν στους νομιμοποιούμενους αντιπροσωπευτικούς φορείς ή σε κάθε άλλο δημόσιο φορέα άλλα δικονομικά μέσα άσκησης αγωγών οι οποίες έχουν ως στόχο την προστασία των καταναλωτών σε εθνικό επίπεδο. Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση βάση για τη μείωση της προστασίας των καταναλωτών σε τομείς που καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.
Τροπολογία 33
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – παράγραφος 1
1.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε αντιπροσωπευτικές αγωγές που ασκούνται κατά εμπόρων οι οποίοι παραβιάζουν τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου που απαριθμούνται στο παράρτημα I, με αποτέλεσμα να προκύπτει ή να ενδέχεται να προκύψει ζημία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών. Εφαρμόζεται σε εγχώριες και διασυνοριακές παραβάσεις, συμπεριλαμβανομένων και των παραβάσεων που έπαυσαν προτού κινηθεί ή ολοκληρωθεί η αντιπροσωπευτική αγωγή.
1.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε αντιπροσωπευτικές αγωγές με ευρύ αντίκτυπο στους καταναλωτές, κατά εμπόρων που παραβιάζουν τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου περί προστασίας των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα I. Εφαρμόζεται σε εγχώριες και διασυνοριακές παραβάσεις, συμπεριλαμβανομένων και των παραβάσεων που έπαυσαν προτού κινηθεί ή ολοκληρωθεί η αντιπροσωπευτική αγωγή.
Τροπολογία 34
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – παράγραφος 3
3.  Η παρούσα οδηγία ισχύει με την επιφύλαξη των κανόνων της Ένωσης περί ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, και ιδίως των κανόνων περί δικαιοδοσίας των δικαστηρίων και εφαρμοστέου δικαίου.
3.  Η παρούσα οδηγία ισχύει με την επιφύλαξη των κανόνων της Ένωσης περί ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, και ιδίως των κανόνων περί δικαιοδοσίας των δικαστηρίων, και περί αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, και των κανόνων για τη νομοθεσία που ισχύει για τις συμβατικές και εξωσυμβατικές ενοχές, που έχουν εφαρμογή στις αντιπροσωπευτικές αγωγές που προβλέπει η παρούσα οδηγία.
Τροπολογία 35
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – παράγραφος 3 α (νέα)
3α.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη άλλων μηχανισμών προσφυγής που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο.
Τροπολογία 36
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – παράγραφος 3 β (νέα)
3β.  Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδίως το δικαίωμα σε δίκαιη και αμερόληπτη δίκη και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής.
Τροπολογία 37
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 3 – παράγραφος 1 – σημείο 1 α (νέο)
(1α)  «οργάνωση καταναλωτών»: κάθε ομάδα που επιδιώκει την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις που διαπράττονται από εμπόρους.
Τροπολογία 38
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 3 – παράγραφος 1 – σημείο 2
(2)  «έμπορος»: κάθε φυσικό πρόσωπο ή κάθε νομικό πρόσωπο, ιδιωτικό ή δημόσιο, το οποίο ενεργεί, μεταξύ άλλων μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εξ ονόματός του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς που αφορούν την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα·
(2)  «έμπορος»: κάθε φυσικό πρόσωπο ή κάθε νομικό πρόσωπο, ιδιωτικό ή δημόσιο, το οποίο ενεργεί, μεταξύ άλλων μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί, με αστική ιδιότητα σύμφωνα με τους κανόνες του αστικού δικαίου, εξ ονόματός του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς που αφορούν την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα·
Τροπολογία 39
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 3 – παράγραφος 1 – σημείο 3
(3)  «συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών»: τα συμφέροντα ορισμένων καταναλωτών·
(3)  «συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών»: τα συμφέροντα ορισμένων καταναλωτών ή των προσώπων στα οποία αναφέρονται δεδομένα, όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων)·
Τροπολογία 40
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 3 – παράγραφος 1 – σημείο 6 α (νέο)
(6α)  «δίκαιο των καταναλωτών»: ενωσιακό και εθνικό δίκαιο που θεσπίζεται για την προστασία των καταναλωτών·
Τροπολογία 41
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – τίτλος
Νομιμοποιούμενοι φορείς
Νομιμοποιούμενοι αντιπροσωπευτικοί φορείς
Τροπολογία 42
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2 – εισαγωγικό μέρος
Τα κράτη μέλη ή τα δικαστήριά τους ορίζουν εντός της αντίστοιχης επικράτειάς τους τουλάχιστον έναν αντιπροσωπευτικό φορέα για την άσκηση αντιπροσωπευτικών αγωγών κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 4.
Τα κράτη μέλη ορίζουν φορέα ως νομιμοποιούμενο φορέα αν αυτός συμμορφώνεται με τα ακόλουθα κριτήρια:
Τα κράτη μέλη ορίζουν φορέα ως νομιμοποιούμενο αντιπροσωπευτικό φορέα αν αυτός συμμορφώνεται με όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
Τροπολογία 43
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2 – στοιχείο β
β)  έχει έννομο συμφέρον να επιδιώξει την τήρηση των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου που καλύπτει η παρούσα οδηγία·
β)  καταστατικό ή άλλο έγγραφο διακυβέρνησης και η συνεχής δραστηριότητά του στον τομέα της προάσπισης και της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών καταδεικνύουν το έννομο συμφέρον του να διασφαλίσει την τήρηση των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου που καλύπτει η παρούσα οδηγία·
Τροπολογία 44
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2 – στοιχείο γ α (νέο)
γα)  ενεργεί κατά τρόπο που είναι ανεξάρτητος από άλλες οντότητες και από πρόσωπα εκτός των καταναλωτών που ενδέχεται να έχουν οικονομικό συμφέρον από την έκβαση των αντιπροσωπευτικών αγωγών, ιδίως δε από τους παράγοντες της αγοράς·
Τροπολογία 45
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2 – στοιχείο γ β (νέο)
γβ)  δεν έχει χρηματοοικονομικές συμφωνίες με δικηγορικά γραφεία του ενάγοντα, πέραν από μια κανονική σύμβαση παροχής υπηρεσιών·
Τροπολογία 46
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2 – στοιχείο γ γ (νέο)
γγ)  έχει θεσπίσει εσωτερικές διαδικασίες για την πρόληψη σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ του ιδίου και των χρηματοδοτών του·
Τροπολογία 47
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – εδάφιο 3
Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι εξουσιοδοτημένες αντιπροσωπευτικές οντότητες δημοσιοποιούν, με κατάλληλα μέσα, π.χ. στον ιστότοπό τους, σε απλή και κατανοητή γλώσσα, πώς χρηματοδοτείται, την οργανωτική δομή και τη δομή διαχείρισής του, τον στόχο της και τις μεθόδους εργασίας του, καθώς και τις δραστηριότητές του.
Τα κράτη μέλη αξιολογούν σε τακτική βάση κατά πόσον ο νομιμοποιούμενος φορέας εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τα εν λόγω κριτήρια. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο νομιμοποιούμενος φορέας χάνει το καθεστώς του ως νομιμοποιούμενου φορέα δυνάμει της παρούσας οδηγίας, αν παύσει να συμμορφώνεται με ένα ή περισσότερα από τα κριτήρια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.
Τα κράτη μέλη αξιολογούν σε τακτική βάση κατά πόσον ο νομιμοποιούμενος αντιπροσωπευτικός φορέας εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τα εν λόγω κριτήρια. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο νομιμοποιούμενος αντιπροσωπευτικός φορέας χάνει το καθεστώς του ως νομιμοποιούμενου φορέα δυνάμει της παρούσας οδηγίας, αν παύσει να συμμορφώνεται με ένα ή περισσότερα από τα κριτήρια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.
Τα κράτη μέλη καταρτίζουν και δημοσιοποιούν κατάλογο των αντιπροσωπευτικών φορέων που πληρούν τα κριτήρια της παραγράφου 1. Ανακοινώνουν τον εν λόγω κατάλογο στην Επιτροπή και τον ενημερώνουν σε ετήσια βάση.
Η Επιτροπή αναρτά τον κατάλογο των νομιμοποιούμενων φορέων που λαμβάνει από τα κράτη μέλη σε δημόσια προσβάσιμη διαδικτυακή πύλη.
Τροπολογία 48
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 α (νέα)
1α.  Τα κράτη μέλη δύναται να ορίζουν ότι οι δημόσιοι φορείς που έχουν ήδη οριστεί πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο παραμένουν επιλέξιμοι για το καθεστώς του αντιπροσωπευτικού φορέα κατά την έννοια του παρόντος άρθρου.
Τροπολογία 49
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 2
2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν νομιμοποιούμενο φορέα σε βάση ad hoc για μια ορισμένη αντιπροσωπευτική αγωγή, κατόπιν αιτήματός του, αν συμμορφώνεται με τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
διαγράφεται
Τροπολογία 50
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 3
3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι επιλέξιμοι για το καθεστώς του νομιμοποιούμενου φορέα είναι ιδίως οι οργανώσεις καταναλωτών και οι ανεξάρτητοι δημόσιοι φορείς. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ως νομιμοποιούμενους φορείς οργανώσεις καταναλωτών που εκπροσωπούν μέλη από περισσότερα του ενός κράτη μέλη.
3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι οργανώσεις καταναλωτών οι οποίες πληρούν τα κριτήρια που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 και οι δημόσιοι φορείς είναι επιλέξιμοι για το καθεστώς του νομιμοποιούμενου αντιπροσωπευτικού φορέα. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ως νομιμοποιούμενους αντιπροσωπευτικούς φορείς οργανώσεις καταναλωτών που εκπροσωπούν μέλη από περισσότερα του ενός κράτη μέλη.
Τροπολογία 51
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 4
4.  Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν κανόνες που προσδιορίζουν τους νομιμοποιούμενους φορείς οι οποίοι μπορούν να ζητούν όλα τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 6 και τους νομιμοποιούμενους φορείς οι οποίοι μπορούν να ζητούν μόνο ένα ή περισσότερα από αυτά τα μέτρα.
διαγράφεται
Τροπολογία 52
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 5
5.  Η συμμόρφωση ενός νομιμοποιούμενου φορέα με τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν θίγει το δικαίωμα του δικαστηρίου ή της διοικητικής αρχής να εξετάσει κατά πόσον ο σκοπός του νομιμοποιούμενου φορέα δικαιολογεί την ανάληψη δράσης από αυτόν σε ορισμένη υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1.
5.  Η συμμόρφωση ενός νομιμοποιούμενου φορέα με τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν θίγει το καθήκον του δικαστηρίου ή της διοικητικής αρχής να εξετάσει κατά πόσον ο σκοπός του νομιμοποιούμενου φορέα δικαιολογεί την ανάληψη δράσης από αυτόν σε ορισμένη υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 4 και το άρθρο 5 παράγραφος 1.
Τροπολογία 53
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 5 – παράγραφος 1
1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη δυνατότητα άσκησης αντιπροσωπευτικών αγωγών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών από τους νομιμοποιούμενους φορείς, υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ, αφενός, των κύριων στόχων του φορέα και, αφετέρου, των χορηγούμενων δυνάμει του ενωσιακού δικαίου δικαιωμάτων τα οποία υποστηρίζεται ότι έχουν παραβιαστεί και σε σχέση με τα οποία ασκείται η αγωγή.
1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη δυνατότητα άσκησης αντιπροσωπευτικών αγωγών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών μόνον από τους νομιμοποιούμενους αντιπροσωπευτικούς φορείς που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 και υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ, αφενός, των κύριων στόχων του φορέα και, αφετέρου, των χορηγούμενων δυνάμει του ενωσιακού δικαίου δικαιωμάτων τα οποία υποστηρίζεται ότι έχουν παραβιαστεί και σε σχέση με τα οποία ασκείται η αγωγή.
Οι νομιμοποιούμενοι αντιπροσωπευτικοί φορείς είναι ελεύθεροι να επιλέγουν κάθε διαδικασία που είναι διαθέσιμη βάσει του εθνικού ή του ενωσιακού δικαίου και εξασφαλίζουν το υψηλότερο επίπεδο προστασίας των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι δεν εκκρεμεί άλλη αγωγή ενώπιον δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής του κράτους μέλους όσον αφορά την ίδια πρακτική, τον ίδιο έμπορο και τους ίδιους καταναλωτές.
Τροπολογία 54
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 5 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – εισαγωγικό μέρος
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νομιμοποιούμενοι φορείς έχουν το δικαίωμα να ασκούν αντιπροσωπευτικές αγωγές ζητώντας τα ακόλουθα μέτρα:
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νομιμοποιούμενοι αντιπροσωπευτικοί φορείς, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων που έχουν οριστεί εκ των προτέρων, έχουν το δικαίωμα να ασκούν αντιπροσωπευτικές αγωγές ζητώντας τα ακόλουθα μέτρα:
Τροπολογία 55
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 5 – παράγραφος 2 – εδάφιο 2
Για να ζητήσουν την έκδοση διαταγών παράλειψης, οι νομιμοποιούμενοι φορείς δεν χρειάζεται να εξασφαλίσουν την εντολή των μεμονωμένων θιγόμενων καταναλωτών ούτε να παράσχουν αποδεικτικά στοιχεία για την πραγματική ζημία ή βλάβη την οποία υπέστησαν οι συγκεκριμένοι καταναλωτές ή για την πρόθεση ή αμέλεια του εμπόρου.
Για να ζητήσουν την έκδοση διαταγών παράλειψης, οι νομιμοποιούμενοι αντιπροωπευτικοί φορείς δεν χρειάζεται να εξασφαλίσουν την εντολή των μεμονωμένων θιγόμενων καταναλωτών και να παράσχουν αποδεικτικά στοιχεία για την πραγματική ζημία ή βλάβη την οποία υπέστησαν οι συγκεκριμένοι καταναλωτές ή για την πρόθεση ή αμέλεια του εμπόρου.
Τροπολογία 56
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 5 – παράγραφος 2 – εδάφιο 2 – στοιχείο α
α)  διαταγή παράλειψης ως προσωρινό μέτρο για την παύση της πρακτικής ή, αν η πρακτική δεν έχει ασκηθεί ακόμη, υφίσταται όμως επικείμενος κίνδυνος, για την απαγόρευση της πρακτικής·
α)  διαταγή παράλειψης ως προσωρινό μέτρο για την παύση παράνομης πρακτικής ή, αν η πρακτική δεν έχει ασκηθεί ακόμη, υφίσταται όμως επικείμενος κίνδυνος, για την απαγόρευση της παράνομης πρακτικής·
Τροπολογία 57
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 5 – παράγραφος 3
3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νομιμοποιούμενοι φορείς έχουν το δικαίωμα να ασκούν αντιπροσωπευτικές αγωγές ζητώντας μέτρα εξάλειψης των συνεχιζόμενων συνεπειών της παράβασης. Τα μέτρα αυτά ζητούνται βάσει τελικής απόφασης που διαπιστώνει ότι η πρακτική παραβιάζει πράξεις του ενωσιακού δικαίου που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι και ζημιώνει τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένης της τελικής διαταγής παράλειψης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β).
3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νομιμοποιούμενοι αντιπροσωπευτικοί φορείς έχουν το δικαίωμα να ασκούν αντιπροσωπευτικές αγωγές ζητώντας μέτρα εξάλειψης των συνεχιζόμενων συνεπειών της παράβασης.
Τροπολογία 58
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 5 – παράγραφος 4
4.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 4 παράγραφος 4, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νομιμοποιούμενοι φορείς μπορούν να ζητούν μέτρα εξάλειψης των συνεχιζόμενων συνεπειών της παράβασης μαζί με τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στο πλαίσιο μίας και μόνης αντιπροσωπευτικής αγωγής.
διαγράφεται
Τροπολογία 59
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 5 α (νέο)
Άρθρο 5α
Μητρώο διαδικασιών συλλογικής ένδικης προστασίας
1.  Τα κράτη μέλη δύναται να καταρτίζουν εθνικό μητρώο αντιπροσωπευτικών αγωγών, το οποίο είναι διαθέσιμο δωρεάν σε κάθε ενδιαφερόμενο με ηλεκτρονικά και/ή άλλα μέσα.
2.  Οι ιστότοποι που δημοσιεύουν τα μητρώα παρέχουν πρόσβαση σε ολοκληρωμένες και αντικειμενικές πληροφορίες σχετικά με τις διαθέσιμες μεθόδους λήψης αποζημίωσης, συμπεριλαμβανομένων εξωδικαστικών μεθόδων, καθώς και για τις εν εξελίξει αντιπροσωπευτικές αγωγές.
3.  Τα εθνικά μητρώα είναι διασυνδεδεμένα. Εφαρμόζεται το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394.
Τροπολογία 60
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1
1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 5 παράγραφος 3, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νομιμοποιούμενοι φορείς δικαιούνται να ασκούν αντιπροσωπευτικές αγωγές ζητώντας την έκδοση διαταγής επανόρθωσης που υποχρεώνει τον έμπορο να προβλέπει, μεταξύ άλλων, αποζημίωση, επισκευή, αντικατάσταση, μείωση τιμής, καταγγελία της σύμβασης ή επιστροφή του καταβληθέντος αντιτίμου, κατά περίπτωση. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν την εντολή των μεμονωμένων οικείων καταναλωτών προτού ληφθεί αναγνωριστική απόφαση ή εκδοθεί διαταγή επανόρθωσης.
1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 5 παράγραφος 3, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νομιμοποιούμενοι αντιπροσωπευτικοί φορείς δικαιούνται να ασκούν αντιπροσωπευτικές αγωγές ζητώντας την έκδοση διαταγής επανόρθωσης που υποχρεώνει τον έμπορο να προβλέπει, μεταξύ άλλων, αποζημίωση, επισκευή, αντικατάσταση, μείωση τιμής, καταγγελία της σύμβασης ή επιστροφή του καταβληθέντος αντιτίμου, κατά περίπτωση. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν ή να μην απαιτούν την εντολή των μεμονωμένων οικείων καταναλωτών προτού ληφθεί αναγνωριστική απόφαση ή εκδοθεί διαταγή επανόρθωσης.
Τροπολογία 61
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1 α (νέο)
1α.  Εάν ένα κράτος μέλος δεν απαιτεί την εντολή του μεμονωμένου καταναλωτή για την από κοινού άσκηση της αγωγής, αυτό το κράτος μέλος επιτρέπει μολαταύτα στα άτομα που δεν έχουν τη συνήθη κατοικία τους στο κράτος μέλος στο οποίο ασκείται η αγωγή να συμμετάσχουν στην αντιπροσωπευτική αγωγή, στην περίπτωση που έχουν δώσει ρητή εντολή να συμμετάσχουν στην αντιπροσωπευτική αγωγή εντός της εφαρμοστέας προθεσμίας.
Τροπολογία 62
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2
Ο νομιμοποιούμενος φορέας παρέχει επαρκή ενημέρωση, όπως απαιτείται δυνάμει του εθνικού δικαίου, προκειμένου να στηρίξει την αγωγή, συμπεριλαμβανόμενης της περιγραφής των καταναλωτών τους οποίους η αφορά η αγωγή, καθώς και των προς επίλυση πραγματικών και νομικών ζητημάτων.
Ο νομιμοποιούμενος αντιπροσωπευτικός φορέας παρέχει όλη την αναγκαία ενημέρωση όπως απαιτείται δυνάμει του εθνικού δικαίου, προκειμένου να στηρίξει την αγωγή, συμπεριλαμβανόμενης της περιγραφής των καταναλωτών τους οποίους η αφορά η αγωγή, καθώς και των προς επίλυση πραγματικών και νομικών ζητημάτων.
Τροπολογία 63
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 6 – παράγραφος 2
2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις στις οποίες, λόγω των χαρακτηριστικών της ατομικής ζημίας των θιγόμενων καταναλωτών, η ποσοτικοποίηση της ατομικής επανόρθωσης είναι πολύπλοκη, μπορούν να εξουσιοδοτήσουν δικαστήριο ή διοικητική αρχή να εκδώσει, αντί διαταγής επανόρθωσης, αναγνωριστική απόφαση που διαπιστώνει την ευθύνη του εμπόρου έναντι των καταναλωτών που βλάπτονται από παραβίαση πράξεων του ενωσιακού δικαίου οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα I.
διαγράφεται
Τροπολογία 64
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 6 – παράγραφος 3
3.  Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες:
διαγράφεται
α)  οι καταναλωτές οι οποίοι θίγονται από την παράβαση μπορούν να ταυτοποιηθούν και υπέστησαν συγκρίσιμη ζημία η οποία προκλήθηκε από την ίδια πρακτική σε ορισμένη χρονική περίοδο ή αγορά. Στις περιπτώσεις αυτές, η απαίτηση εντολής των μεμονωμένων οικείων καταναλωτών δεν συνιστά όρο για την κίνηση της αγωγής. Η επιδικαζόμενη επανόρθωση διοχετεύεται στους θιγόμενους καταναλωτές·
β)  οι καταναλωτές υπέστησαν ζημία μικρής σημασίας και θα ήταν δυσανάλογο να δοθεί επανόρθωση σ’ αυτούς. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι δεν απαιτείται εντολή των μεμονωμένων οικείων καταναλωτών. Η επιδικαζόμενη επανόρθωση διοχετεύεται σε δημόσιο σκοπό που εξυπηρετεί τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών.
Τροπολογία 65
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 6 – παράγραφος 4
4.  Η επανόρθωση που λαμβάνεται μέσω τελικής απόφασης σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 δεν θίγει επιπλέον δικαιώματα επανόρθωσης που ενδέχεται να έχουν οι θιγόμενοι καταναλωτές δυνάμει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.
4.  Η επανόρθωση που λαμβάνεται μέσω τελικής απόφασης σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν θίγει επιπλέον δικαιώματα επανόρθωσης που ενδέχεται να έχουν οι θιγόμενοι καταναλωτές δυνάμει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου. Η αρχή του δεδικασμένου γίνεται δεκτή κατά την εφαρμογή της παρούσας διάταξης.
Τροπολογία 66
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 6 – παράγραφος 4 α (νέα)
4α.  Τα μέτρα επανόρθωσης αποσκοπούν στη χορήγηση πλήρους αποζημίωσης στους βλαφθέντες καταναλωτές για τη ζημία που υπέστησαν. Σε περίπτωση αδιάθετου ποσού μετά την καταβολή της αποζημίωσης, το δικαστήριο αποφασίζει ποιος θα είναι ο δικαιούχος αυτού του εναπομένοντος ποσού. Τυχόν αδιάθετα ποσά δεν επιστρέφονται στον νομιμοποιούμενο φορέα ούτε στον έμπορο.
Τροπολογία 67
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 6 – παράγραφος 4 β (νέα)
4β.  Πιο συγκεκριμένα, απαγορεύεται η κυρωτική αποζημίωση, που οδηγεί σε υπέρμετρη αποζημίωση του ενάγοντος για τη ζημία που υπέστη. Για παράδειγμα, η αποζημίωση που καταβάλλεται σε καταναλωτές οι οποίοι ζημιώνονται σε περιπτώσεις ομαδικής ζημίας, προκειμένου να καλυφθεί η πραγματική ζημία που υπέστη καθένας από αυτούς, δεν υπερβαίνει το ποσό που οφείλεται από τον έμπορο σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο.
Τροπολογία 68
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – τίτλος
Χρηματοδότηση
Παραδεκτό μιας αντιπροσωπευτικής αγωγής
Τροπολογία 69
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – παράγραφος 1
1.  Ο νομιμοποιούμενος φορέας που ζητά την έκδοση διαταγή επανόρθωσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, δηλώνει σε πρώιμο στάδιο της αγωγής την προέλευση των κεφαλαίων που χρησιμοποιεί για τη δραστηριότητά του γενικά και των κεφαλαίων που χρησιμοποιεί προς στήριξη της αγωγής ειδικότερα. Αποδεικνύει ότι διαθέτει επαρκείς χρηματοοικονομικούς πόρους, προκειμένου να εκπροσωπεί τα βέλτιστα συμφέροντα των θιγόμενων καταναλωτών και να αντιμετωπίσει οποιεσδήποτε πρόσθετες δαπάνες σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής.
1.  Ο νομιμοποιούμενος αντιπροσωπευτικός φορέας που ζητά την έκδοση διαταγή επανόρθωσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, υποβάλλει στο δικαστήριο ή στην διοικητική αρχή στο πιο πρώιμο στάδιο της αγωγής πλήρη οικονομική επισκόπηση, η οποία αναφέρει όλες τις πηγές προέλευσης των κεφαλαίων που χρησιμοποιεί για τη δραστηριότητά του γενικά και των κεφαλαίων που χρησιμοποιεί προς στήριξη της αγωγής ειδικότερα, προκειμένου να καταδείξει την απουσία σύγκρουσης συμφερόντων. Αποδεικνύει ότι διαθέτει επαρκείς χρηματοοικονομικούς πόρους, προκειμένου να εκπροσωπεί τα βέλτιστα συμφέροντα των θιγόμενων καταναλωτών και να αντιμετωπίσει οποιεσδήποτε πρόσθετες δαπάνες σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής.
Τροπολογία 70
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – παράγραφος 2
2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, αν η αντιπροσωπευτική αγωγή επανόρθωσης χρηματοδοτείται από τρίτον, απαγορεύεται σ’ αυτόν τον τρίτο:
2.  Η αντιπροσωπευτική αγωγή μπορεί να κηρυχθεί απαράδεκτη από το εθνικό δικαστήριο, εάν αυτό κρίνει ότι η χρηματοδότηση από τον τρίτο:
Τροπολογία 71
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – παράγραφος 2 – στοιχείο α
α)  να επηρεάζει αποφάσεις του νομιμοποιούμενου φορέα στο πλαίσιο αντιπροσωπευτικής αγωγής, συμπεριλαμβανομένων και των διακανονισμών·
α)  να επηρεάζει αποφάσεις του νομιμοποιούμενου αντιπροσωπευτικού φορέα στο πλαίσιο αντιπροσωπευτικής αγωγής, συμπεριλαμβανομένων της άσκησης αντιπροσωπευτικών αγωγών και της αίτησης αποφάσεων επί διακανονισμών·
Τροπολογία 72
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – παράγραφος 3
3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα δικαστήρια και οι διοικητικές αρχές έχουν την εξουσία να εκτιμούν τις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και, συνακόλουθα, να απαιτούν από τον νομιμοποιούμενο φορέα να αρνείται τη σχετική χρηματοδότηση και, αν αυτό κριθεί απαραίτητο, να απορρίπτουν την ενεργητική νομιμοποίηση του φορέα σε συγκεκριμένη υπόθεση.
3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δικαστήρια και οι διοικητικές αρχές αξιολογούν την απουσία σύγκρουσης συμφερόντων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και τις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 κατά το στάδιο του παραδεκτού της αντιπροσωπευτικής αγωγής και σε μεταγενέστερο στάδιο κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, εάν οι περιστάσεις προκύπτουν μόνο τότε.
Τροπολογία 73
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – παράγραφος 3 α (νέα)
3α.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν επίσης ότι το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή έχει την εξουσία να απορρίπτει προδήλως αβάσιμες υποθέσεις στο νωρίτερο δυνατό στάδιο της διαδικασίας.
Τροπολογία 74
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 α (νέο)
Άρθρο 7a
Η αρχή «ο χαμένος πληρώνει»
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο ηττηθείς διάδικος σε περίπτωση συλλογικής αγωγής καταβάλλει τα δικαστικά έξοδα που βαρύνουν τον νικήσαντα διάδικο, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο. Ωστόσο το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή δεν επιδικάζει δικαστικά έξοδα στον ηττηθέντα διάδικο, στον βαθμό που η πραγματοποίησή τους ήταν περιττή ή που είναι δυσανάλογα προς το ύψος της αγωγής.
Τροπολογία 75
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 1
1.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι νομιμοποιούμενος φορέας και έμπορος που έχουν καταλήξει σε διακανονισμό αναφορικά με την επανόρθωση των καταναλωτών που θίγονται από εικαζόμενη παράνομη πρακτική του εν λόγω εμπόρου μπορούν να ζητήσουν από κοινού από δικαστήριο ή διοικητική αρχή να εγκρίνει τον διακανονισμό αυτόν. Το σχετικό αίτημα θα πρέπει να γίνεται δεκτό από το δικαστήριο ή τη διοικητική αρχή μόνο αν δεν υπάρχει άλλη εν εξελίξει αντιπροσωπευτική αγωγή ενώπιον δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής του ίδιου κράτους μέλους όσον αφορά τον ίδιο έμπορο και την ίδια πρακτική.
1.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι νομιμοποιούμενος αντιπροσωπευτικός φορέας και έμπορος που έχουν καταλήξει σε διακανονισμό αναφορικά με την επανόρθωση των καταναλωτών που θίγονται από εικαζόμενη παράνομη πρακτική του εν λόγω εμπόρου μπορούν να ζητήσουν από κοινού από δικαστήριο ή διοικητική αρχή να εγκρίνει τον διακανονισμό αυτόν.
Τροπολογία 76
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 6
6.  Οι μεμονωμένοι θιγόμενοι καταναλωτές έχουν τη δυνατότητα να δεχθούν ή να αρνηθούν να δεσμευτούν από τους διακανονισμούς που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3. Η επανόρθωση που λαμβάνεται μέσω διακανονισμού σύμφωνα με την παράγραφο 4 δεν θίγει τυχόν επιπλέον δικαιώματα επανόρθωσης που ενδέχεται να διαθέτουν οι θιγόμενοι καταναλωτές δυνάμει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.
6.  Η επανόρθωση που λαμβάνεται μέσω διακανονισμού σύμφωνα με την παράγραφο 4 είναι δεσμευτική για όλα τα μέρη και δεν θίγει τυχόν επιπλέον δικαιώματα επανόρθωσης που ενδέχεται να διαθέτουν οι θιγόμενοι καταναλωτές δυνάμει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.
Τροπολογία 77
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9 – παράγραφος -1 (νέα)
-1 Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αντιπροσωπευτικοί φορείς:
α)  ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με την καταγγελλόμενη παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχονται δυνάμει του ενωσιακού δικαίου και την πρόθεση επιδίωξης διαταγής παράλειψης ή άσκησης αγωγής για αποζημίωση,
β)  εξηγούν στους ενδιαφερόμενους καταναλωτές ήδη εκ των προτέρων τη δυνατότητα συμμετοχής τους στη δράση, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των σχετικών εγγράφων και άλλων πληροφοριών που απαιτούνται για την αγωγή.
γ)  όπου είναι σκόπιμο, ενημερώνουν σχετικά με τα μεταγενέστερα βήματα και τις πιθανές νομικές συνέπειες.
Τροπολογία 78
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9 – παράγραφος 1
1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή επιβάλλει στον παραβάτη έμπορο την υποχρέωση να ενημερώσει με δικά του έξοδα τους θιγόμενους καταναλωτές σχετικά με τις τελικές αποφάσεις οι οποίες προβλέπουν τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 6, καθώς και σχετικά με τους εγκεκριμένους διακανονισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 8, με μέσα κατάλληλα για τη συγκεκριμένη υπόθεση και εντός καθορισμένων προθεσμιών, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της χωριστής κοινοποίησης σε όλους τους οικείους καταναλωτές.
1.  Στις περιπτώσεις όπου ένας διακανονισμός ή μια τελική απόφαση μπορεί να ωφελήσει καταναλωτές οι οποίοι μπορεί να μην έχουν γνώση του γεγονότος αυτού, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή επιβάλλει στον ηττηθέντα ή σε αμφότερα τα μέρη την υποχρέωση να ενημερώσουν με δικά τους έξοδα τους θιγόμενους καταναλωτές σχετικά με τις τελικές αποφάσεις οι οποίες προβλέπουν τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 6, καθώς και σχετικά με τους εγκεκριμένους διακανονισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 8, με μέσα κατάλληλα για τη συγκεκριμένη υπόθεση και εντός καθορισμένων προθεσμιών, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της χωριστής κοινοποίησης σε όλους τους οικείους καταναλωτές. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η υποχρέωση ενημέρωσης είναι δυνατόν να τηρείται μέσω ενός δημόσια διαθέσιμου και εύκολα προσβάσιμου ιστοτόπου.
Τροπολογία 79
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9 – παράγραφος 1 α (νέα)
1α.  Ο ηττηθείς βαρύνεται με το κόστος της ενημέρωσης του καταναλωτή σύμφωνα με την αρχή που ορίζεται στο άρθρο 7.
Τροπολογία 80
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9 – παράγραφος 2
2.  Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν, σε κατανοητή γλώσσα, την επεξήγηση του αντικειμένου της αντιπροσωπευτικής αγωγής, τις έννομες συνέπειές της και, ενδεχομένως, τα επακόλουθα μέτρα που πρέπει να ληφθούν από τους οικείους καταναλωτές.
2.  Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν, σε κατανοητή γλώσσα, την επεξήγηση του αντικειμένου της αντιπροσωπευτικής αγωγής, τις έννομες συνέπειές της και, ενδεχομένως, τα επακόλουθα μέτρα που πρέπει να ληφθούν από τους οικείους καταναλωτές. Οι όροι και το χρονικό πλαίσιο της ενημέρωσης θα καθορίζονται σε συμφωνία με το δικαστήριο ή τη διοικητική αρχή.
Τροπολογία 81
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9 – παράγραφος 2 α (νέα)
2α.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τίθενται στη διάθεση του κοινού με προσιτό τρόπο πληροφορίες σχετικά με επικείμενες, τρέχουσες και κλειστές συλλογικές αγωγές, μεταξύ άλλων μέσω των μέσων ενημέρωσης και επιγραμμικά, μέσω δημόσιου ιστοτόπου, εφόσον το δικαστήριο αποφασίσει ότι η υπόθεση είναι παραδεκτή.
Τροπολογία 82
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9 – παράγραφος 2 β (νέα)
2β.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι δημόσιες γνωστοποιήσεις των νομιμοποιούμενων φορέων σχετικά με τις αξιώσεις είναι αντικειμενικές και λαμβάνουν υπόψη τόσο το δικαίωμα των καταναλωτών να ενημερώνονται όσο και τα δικαιώματα διαφύλαξης της φήμης και τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου των εναγομένων.
Τροπολογία 83
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 – παράγραφος 1
1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η παράβαση που βλάπτει τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών και η οποία έχει διαπιστωθεί με τελική απόφαση διοικητικής αρχής ή δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένης της τελικής διαταγής παράλειψης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β), θεωρείται ότι τεκμηριώνει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο την ύπαρξη της εν λόγω παράβασης για τους σκοπούς κάθε άλλης αγωγής με την οποία ζητείται επανόρθωση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά του ίδιου εμπόρου για την ίδια παράβαση.
1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι μια τελική απόφαση διοικητικής αρχής ή δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένης της τελικής διαταγής παράλειψης που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β), θεωρείται αποδεικτικό στοιχείο που τεκμηριώνει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο την ύπαρξη ή μη ύπαρξη της εν λόγω παράβασης για τους σκοπούς κάθε άλλης αγωγής με την οποία ζητείται επανόρθωση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά του ίδιου εμπόρου για τα ίδια γεγονότα, με την προϋπόθεση ότι δεν μπορεί να καταβληθεί στους ίδιους ζημιωθέντες καταναλωτές διπλή αποζημίωση για την ίδια ζημία.
Τροπολογία 84
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 – παράγραφος 2
2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η τελική απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και η οποία ελήφθη σε άλλο κράτος μέλος θεωρείται από τα εθνικά τους δικαστήρια ή τις διοικητικές τους αρχές ως αμάχητο τεκμήριο ότι έλαβε χώρα παράβαση.
2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η τελική απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και η οποία ελήφθη σε άλλο κράτος μέλος θεωρείται από τα εθνικά τους δικαστήρια ή τις διοικητικές τους αρχές τουλάχιστον ως αποδεικτικό στοιχείο ότι έλαβε χώρα παράβαση.
Τροπολογία 85
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 – παράγραφος 2 α (νέα)
2α.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η οριστική απόφαση δικαστηρίου ενός κράτους μέλους, η οποία διαπιστώνει την ύπαρξη ή την απουσία της παράβασης για τους σκοπούς της άσκησης οποιωνδήποτε άλλων προσφυγών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους κατά του ίδιου εμπόρου για την ίδια παράβαση, θεωρείται ότι αποτελεί μαχητό τεκμήριο.
Τροπολογία 86
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 – παράγραφος 3
3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η τελική αναγνωριστική απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 θεωρείται ότι τεκμηριώνει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο την ευθύνη του εμπόρου έναντι των θιγόμενων από την παράβαση καταναλωτών για τους σκοπούς κάθε άλλης αγωγής με την οποία ζητείται επανόρθωση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά του ίδιου εμπόρου για την ίδια παράβαση. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι είναι διαθέσιμες, μέσω γρήγορων και απλοποιημένων διαδικασιών, τέτοιες αγωγές επανόρθωσης που ασκούνται ατομικά από τους καταναλωτές.
3.  Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να δημιουργήσουν βάση δεδομένων που θα περιέχει όλες τις τελικές αποφάσεις για τις συλλογικές αγωγές που θα μπορούσαν να διευκολύνουν άλλα επανορθωτικά μέτρα, καθώς και να ανταλλάσσουν τις βέλτιστες πρακτικές τους στον τομέα αυτό.
Τροπολογία 87
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 11 – παράγραφος 1
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η υποβολή αντιπροσωπευτικής αγωγής που αναφέρεται στα άρθρα 5 και 6 έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή ή τη διακοπή των προθεσμιών παραγραφής που ισχύουν για οποιαδήποτε αγωγή επανόρθωσης των οικείων καταναλωτών, αν τα σχετικά δικαιώματα υπόκεινται σε προθεσμία παραγραφής δυνάμει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.
Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η υποβολή αντιπροσωπευτικής αγωγής που αναφέρεται στα άρθρα 5 και 6 έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή ή τη διακοπή των προθεσμιών παραγραφής που ισχύουν για οποιαδήποτε αγωγή επανόρθωσης των οικείων ατόμων, αν τα σχετικά δικαιώματα υπόκεινται σε προθεσμία παραγραφής δυνάμει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.
Τροπολογία 88
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 13 – παράγραφος 1
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατόπιν αιτήματος νομιμοποιούμενου φορέα που έχει υποβάλει λογικώς διαθέσιμα γεγονότα και αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία επαρκούν για την υποστήριξη της αντιπροσωπευτικής αγωγής, και έχει υποδείξει αποδεικτικά στοιχεία που εμπίπτουν στον έλεγχο του εναγομένου, το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή μπορεί να διατάξει, σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, την υποβολή αυτών των στοιχείων από τον εναγόμενο, υπό την επιφύλαξη των εφαρμοστέων ενωσιακών και εθνικών κανόνων περί εμπιστευτικότητας.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μερών που έχει υποβάλει λογικώς διαθέσιμα γεγονότα, αποδεικτικά στοιχεία και ουσιαστικές επεξηγήσεις τα οποία επαρκούν για την υποστήριξη των απόψεών του, και έχει υποδείξει συγκεκριμένα και σαφή αποδεικτικά στοιχεία που εμπίπτουν στον έλεγχο του άλλου μέρους, το δικαστήριο ή η διοικητική αρχή μπορεί να διατάξει, σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, την υποβολή αυτών των στοιχείων από το εν λόγω μέρος με βάση κατά το δυνατόν εύλογα διαθέσιμα περιστατικά, υπό την επιφύλαξη των εφαρμοστέων ενωσιακών και εθνικών κανόνων περί εμπιστευτικότητας. Η διαταγή πρέπει να είναι κατάλληλη και αναλογική για την αντίστοιχη υπόθεση και δεν πρέπει να προκαλεί ανισορροπία μεταξύ των δύο εμπλεκόμενων μερών.
Τροπολογία 89
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 13 – παράγραφος 1 α (νέα)
1α.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δικαστήρια περιορίζουν την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων στην έκταση που επιτρέπει η αρχή της αναλογικότητας. Για να διαπιστωθεί κατά πόσον η κοινοποίηση που ζητείται από αντιπροσωπευτικό φορέα είναι αναλογική, το δικαστήριο εξετάζει το έννομο συμφέρον όλων των ενδιαφερόμενων μερών, και συγκεκριμένα το βαθμό στον οποίο το αίτημα για κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων στηρίζεται από διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία και κατά πόσον τα αποδεικτικά στοιχεία των οποίων ζητείται η κοινοποίηση περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες.
Τροπολογία 90
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 13 – παράγραφος 1 β (νέα)
1β.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την εξουσία να διατάσσουν την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων που περιέχουν πληροφορίες, εφόσον το κρίνουν σκόπιμο στο πλαίσιο της εκδίκασης αγωγής αποζημίωσης.
Τροπολογία 91
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 2
2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι κυρώσεις μπορούν να έχουν τη μορφή προστίμων.
2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι κυρώσεις μπορούν να έχουν, μεταξύ άλλων, τη μορφή προστίμων.
Τροπολογία 92
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 3
3.  Όταν αποφασίζουν σχετικά με τη διανομή των εσόδων από πρόστιμα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών.
3.  Όταν αποφασίζουν σχετικά με τη διανομή των εσόδων από πρόστιμα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τα συλλογικά συμφέροντα. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι τα έσοδα αυτά θα διατίθενται σε ένα ταμείο το οποίο θα δημιουργηθεί για τον σκοπό της χρηματοδότησης αντιπροσωπευτικών αγωγών.
Τροπολογία 93
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 15 – τίτλος
Υποστήριξη των νομιμοποιούμενων φορέων
Υποστήριξη των νομιμοποιούμενων αντιπροσωπευτικών φορέων
Τροπολογία 94
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 15 – παράγραφος 1
1.  Τα κράτη μέλη, για να εξασφαλίσουν ότι τα διαδικαστικά έξοδα που συνδέονται με τις αντιπροσωπευτικές αγωγές δεν συνιστούν για τους νομιμοποιούμενους φορείς οικονομικά εμπόδια που δεν τους επιτρέπουν να ασκούν αποτελεσματικά το δικαίωμα να ζητούν τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 6, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, όπως είναι ο περιορισμός των εφαρμοστέων δικαστικών ή διοικητικών τελών, η παροχή πρόσβασης σε νομική συνδρομή, όπου απαιτείται, ή η παροχή δημόσιας χρηματοδότησης για τον σκοπό αυτόν.
1.  Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται - σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 - να διασφαλίσουν ότι οι νομιμοποιούμενοι αντιπροσωπευτικοί φορείς έχουν επαρκή κεφάλαια διαθέσιμα για αντιπροσωπευτικές αγωγές. Λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διευκολύνουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και εξασφαλίζουν ότι τα διαδικαστικά έξοδα που συνδέονται με τις αντιπροσωπευτικές αγωγές δεν συνιστούν για τους νομιμοποιούμενους φορείς οικονομικά εμπόδια που δεν τους επιτρέπουν να ασκούν αποτελεσματικά το δικαίωμα να ζητούν τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 6, ειδικότερα με τον περιορισμό των εφαρμοστέων δικαστικών ή διοικητικών τελών ή την παροχή πρόσβασης σε νομική συνδρομή, όπου απαιτείται, ή την παροχή δημόσιας χρηματοδότησης για τον σκοπό αυτόν.
Τροπολογία 95
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 15 – παράγραφος 1 α (νέα)
1α.  Τα κράτη μέλη παρέχουν διαρθρωτική υποστήριξη σε φορείς που λειτουργούν ως νομιμοποιούμενοι φορείς στο πλαίσιο αυτής της οδηγίας.
Τροπολογία 96
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 15 α (νέο)
Άρθρο 15α
Νομική εκπροσώπηση και αμοιβές
Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε η αμοιβή των δικηγόρων και η μέθοδος με την οποία υπολογίζεται αυτή να μην δημιουργεί κανένα κίνητρο για τη διεξαγωγή δίκης η οποία κρίνεται περιττή με γνώμονα το συμφέρον οποιουδήποτε από τους διαδίκους. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη απαγορεύουν την αμοιβή υπό αίρεση.
Τροπολογία 97
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 16 – παράγραφος 1
1.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι κάθε νομιμοποιούμενος φορέας που έχει οριστεί εκ των προτέρων σε ένα κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 μπορεί να υποβάλει αγωγή στα δικαστήρια ή τις διοικητικές αρχές άλλου κράτους μέλους επικαλούμενος τον διαθέσιμο στο κοινό κατάλογο ο οποίος αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο. Τα δικαστήρια ή οι διοικητικές αρχές δέχονται τον κατάλογο αυτό ως απόδειξη της ικανότητας του νομιμοποιούμενου φορέα να ασκήσει αγωγή, επιφυλασσόμενες του δικαιώματός τους να εξετάσουν κατά πόσον ο σκοπός του φορέα δικαιολογεί την έγερση αγωγής στη συγκεκριμένη περίπτωση.
1.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι κάθε νομιμοποιούμενος αντιπροσωπευτικός φορέας που έχει οριστεί εκ των προτέρων σε ένα κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 μπορεί να υποβάλει αγωγή στα δικαστήρια ή τις διοικητικές αρχές άλλου κράτους μέλους επικαλούμενος τον διαθέσιμο στο κοινό κατάλογο ο οποίος αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο. Τα δικαστήρια ή οι διοικητικές αρχές μπορούν να επανεξετάσουν το νομικό καθεστώς του αναγνωρισμένου αντιπροσωπευτικού φορέα, με την επιφύλαξη του δικαιώματός τους να εξετάζουν κατά πόσον ο σκοπός της νομιμοποιούμενης αντιπροσωπευτικής οντότητας δικαιολογεί την έγερση αγωγής σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.
Τροπολογία 98
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 16 – παράγραφος 2 α (νέα)
2α.  Το κράτος μέλος όπου λαμβάνει χώρα συλλογική έννομη προστασία μπορεί να απαιτήσει εντολή από τους καταναλωτές που κατοικούν σε αυτό το κράτος μέλος και απαιτεί εντολή από μεμονωμένους καταναλωτές που έχουν την έδρα τους σε άλλο κράτος μέλος όταν η αγωγή είναι διασυνοριακή. Στις περιπτώσεις αυτές, παρέχεται στο δικαστήριο ή στη διοικητική αρχή και στον εναγόμενο, κατά την έναρξη της αγωγής, ενοποιημένος κατάλογος όλων των καταναλωτών από άλλα κράτη μέλη, που έχουν δώσει τέτοια εντολή.
Τροπολογία 99
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 16 – παράγραφος 4
4.  Αν κράτος μέλος ή η Επιτροπή εγείρει ανησυχίες όσον αφορά τη συμμόρφωση νομιμοποιούμενου φορέα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, το κράτος μέλος που όρισε τον εν λόγω φορέα διερευνά τις ανησυχίες και, κατά περίπτωση, ανακαλεί τον ορισμό, αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με ένα ή περισσότερα από τα κριτήρια.
4.  Αν κράτος μέλος, η Επιτροπή ή ο έμπορος εγείρει ανησυχίες όσον αφορά τη συμμόρφωση νομιμοποιούμενου αντιπροσωπευτικού φορέα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, το κράτος μέλος που όρισε τον εν λόγω φορέα διερευνά τις ανησυχίες και, κατά περίπτωση, ανακαλεί τον ορισμό, αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με ένα ή περισσότερα από τα κριτήρια.
Τροπολογία 100
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 16 α (νέο)
Άρθρο 16a
Δημόσιο Μητρώο
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι σχετικές εθνικές αρμόδιες αρχές δημιουργούν ένα δημοσίως προσβάσιμο μητρώο αθέμιτων πράξεων στις οποίες έχουν επιβληθεί διαταγές παράλειψης σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της οδηγίας.
Τροπολογία 101
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 18 – παράγραφος 2
2.  Το αργότερο ένα έτος από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον οι κανόνες που ισχύουν στον τομέα των δικαιωμάτων των επιβατών αεροπορικών και σιδηροδρομικών γραμμών προσφέρουν επαρκές επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων των καταναλωτών, συγκρίσιμο με το επίπεδο που προβλέπεται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Αν διαπιστωθεί ότι τα επίπεδα προστασίας είναι συγκρίσιμα, η Επιτροπή προτίθεται να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις, οι οποίες δύνανται ιδίως να αφορούν την αφαίρεση των πράξεων οι οποίες αναφέρονται στα σημεία 10 και 15 του παραρτήματος I από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2.
διαγράφεται
Τροπολογία 102
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 18 α (νέο)
Άρθρο 18a
Ρήτρα επανεξέτασης
Με επιφύλαξη του άρθρου 16, η Επιτροπή εκτιμά εάν διασυνοριακές αντιπροσωπευτικές αγωγές θα μπορούσαν να εξεταστούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης μέσω της ίδρυσης ενός Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή για συλλογική επανόρθωση. Το αργότερο τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή εκπονεί έκθεση σχετικά με αυτό το θέμα και την υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συνοδευόμενη, κατά περίπτωση, από σχετικές προτάσεις.
Τροπολογία 103
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα I – σημείο 59 α (νέο)
59α)   Οδηγία 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 2001, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΕΕ L 11 της 15.1.2002, σ. 4).
Τροπολογία 104
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα I – σημείο 59 β (νέο)
59β)   Οδηγία 2014/35/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διάθεση στην αγορά ηλεκτρολογικού υλικού που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί εντός ορισμένων ορίων τάσης (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 357).
Τροπολογία 105
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα I – σημείο 59 γ (νέο)
59γ)   Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφάλειας των τροφίμων.
Τροπολογία 106
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα I – σημείο 59 δ (νέο)
59δ)   Οδηγία 2014/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά οργάνων ζύγισης μη αυτόματης λειτουργίας (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 107).
Τροπολογία 107
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα I – σημείο 59 ε (νέο)
59ε)   Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2136/89 του Συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 1989 περί καθορισμού κοινών προδιαγραφών εμπορίας για τις κονσέρβες σαρδελών και εμπορικών προδιαγραφών για κονσέρβες σαρδελών και προϊόντων τύπου σαρδέλας
Τροπολογία 108
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα I – σημείο 59 στ (νέο)
59στ) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους όρους πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005

(1) ΕΕ C 440 της 6.12.2018, σ. 66.
(2) ΕΕ C 441 της 21.12.2018, σ. 232.

Τελευταία ενημέρωση: 27 Μαρτίου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου