Ευρετήριο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019 - Στρασβούργο 
Κατάλογος τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών και τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (Κοσσυφοπέδιο) ***I
 Ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης ***I
 Αύξηση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής ***I
 Άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων που ισχύουν για ορισμένες επιγραμμικές μεταδόσεις ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και αναμεταδόσεις τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων ***I
 Θέσπιση του προγράμματος «Δημιουργική Ευρώπη» (2021 έως 2027) ***I
 «Erasmus»: το πρόγραμμα της Ένωσης για την εκπαίδευση, την κατάρτιση, τη νεολαία και τον αθλητισμό ***I
 Θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων ***I
 Κατάσταση προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών για το οικονομικό έτος 2020 - Τμήμα Ι - Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
 Κατάσταση έκτακτης ανάγκης στη Βενεζουέλα
 Η κατάσταση όσον αφορά το κράτος δικαίου και την καταπολέμηση της διαφθοράς στην ΕΕ, ιδίως στη Μάλτα και στη Σλοβακία
 Πρόσφατες εξελίξεις στο σκάνδαλο «Dieselgate»
 Απόφαση για τη θέσπιση Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη

Κατάλογος τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών και τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (Κοσσυφοπέδιο) ***I
PDF 115kWORD 39k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Μαρτίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/2001 περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (Κοσσυφοπέδιο*) (COM(2016)0277 – C8-0177/2016 – 2016/0139(COD))
P8_TA(2019)0319A8-0261/2016

Το κείμενο αυτό βρίσκεται στο στάδιο της προετοιμασίας για δημοσίευση στη γλώσσα σας. Η έκδοση PDF ή WORD είναι ήδη διαθέσιμη κάνοντας κλικ στο εικονίδιο πάνω δεξιά.


Ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης ***I
PDF 461kWORD 132k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Μαρτίου 2019 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης (αναδιατύπωση) (COM(2017)0753 – C8-0019/2018 – 2017/0332(COD))
P8_TA-PROV(2019)0320A8-0288/2018

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία – αναδιατύπωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2017)0753),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 192 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0019/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τις αιτιολογημένες γνώμες που υποβλήθηκαν από την τσεχική Βουλή των Αντιπροσώπων, το ιρλανδικό Κοινοβούλιο, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο της Αυστρίας και τη Βουλή των Κοινοτήτων του ΗΒ, στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με τις οποίες υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 12ης Ιουλίου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών της 16ης Μαΐου 2018(2),

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία, της 28ης Νοεμβρίου 2001, για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(3),

–  έχοντας υπόψη την από 18ης Μαΐου 2018 επιστολή της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων προς την Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 3 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 104 και 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A8-0288/2018),

Α.  εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με την συμβουλευτική ομάδα των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η πρόταση της Επιτροπής δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση πλην όσων προσδιορίζονται ως τοιαύτες στην ως άνω πρόταση και ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων προηγούμενων πράξεων και των τροποποιήσεων αυτών, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των υφισταμένων πράξεων, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους·

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω(4), λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή   Τροπολογία
Τροπολογίες 161, 187, 206 και 213
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 2
(2)  Η οδηγία 98/83/ΕΚ θέσπισε το νομικό πλαίσιο για την προστασία της ανθρώπινης υγείας από τις δυσμενείς επιπτώσεις τυχόν μόλυνσης του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, διασφαλίζοντας ότι αυτό είναι υγιεινό και καθαρό. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να επιδιώκει τον ίδιο στόχο. Για τον σκοπό αυτόν, επιβάλλεται να θεσπιστούν σε ενωσιακό επίπεδο οι ελάχιστες απαιτήσεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνεται το νερό που προορίζεται για τον σκοπό αυτόν. Τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν ότι το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης είναι απαλλαγμένο από οποιουσδήποτε μικροοργανισμούς και παράσιτα, καθώς και από ουσίες οι οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, συνιστούν δυνητικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, και ότι πληροί τις εν λόγω ελάχιστες απαιτήσεις.
(2)  Η οδηγία 98/83/ΕΚ θέσπισε το νομικό πλαίσιο για την προστασία της ανθρώπινης υγείας από τις δυσμενείς επιπτώσεις τυχόν μόλυνσης του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, διασφαλίζοντας ότι αυτό είναι υγιεινό και καθαρό. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να επιδιώκει τον ίδιο στόχο και θα πρέπει να παρέχει καθολική πρόσβαση σε τέτοιο νερό για όλους στην Ένωση. Για τον σκοπό αυτόν, επιβάλλεται να θεσπιστούν σε ενωσιακό επίπεδο οι ελάχιστες απαιτήσεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνεται το νερό που προορίζεται για τον σκοπό αυτόν. Τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν ότι το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης είναι απαλλαγμένο από οποιουσδήποτε μικροοργανισμούς και παράσιτα, καθώς και από ουσίες οι οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, συνιστούν δυνητικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, και ότι πληροί τις εν λόγω ελάχιστες απαιτήσεις.
Τροπολογία 2
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 2 α (νέα)
(2α)   Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, με ημερομηνία 2 Δεκεμβρίου 2015 και τίτλο «Το κλείσιμο του κύκλου - Ένα σχέδιο δράσης της ΕΕ για την κυκλική οικονομία», η παρούσα οδηγία θα πρέπει να επιδιώξει να ενθαρρύνει την αποδοτικότητα και τη βιωσιμότητα των υδάτινων πόρων, καλύπτοντας έτσι τους στόχους της κυκλικής οικονομίας.
Τροπολογία 3
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 2 β (νέα)
(2β)   Το ανθρώπινο δικαίωμα στην ύδρευση και την αποχέτευση αναγνωρίστηκε ως ανθρώπινο δικαίωμα από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 28 Ιουλίου 2010 και, επομένως, η πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό δεν θα πρέπει να περιορίζεται από το γεγονός ότι ο τελικός χρήστης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να το προμηθευτεί.
Τροπολογία 4
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 2 γ (νέα)
(2γ)   Είναι αναγκαία η συνεκτικότητα μεταξύ της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου1a και της παρούσας.
_________________
Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327 της 22.12.2000, σ. 1).
Τροπολογία 5
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 2 δ (νέα)
(2δ)   Οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να αντανακλούν την εθνική κατάσταση και τις συνθήκες των φορέων ύδρευσης στα κράτη μέλη.
Τροπολογία 6
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 3
(3)  Επιβάλλεται να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας τα φυσικά μεταλλικά νερά και τα νερά φαρμακευτικών ιδιοτήτων δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα είδη νερού καλύπτονται από την οδηγία 2009/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου68 και την οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αντίστοιχα69. Ωστόσο, η οδηγία 2009/54/ΕΚ αφορά τόσο τα φυσικά μεταλλικά νερά όσο και τα νερά πηγής, αλλά μόνον η πρώτη κατηγορία θα πρέπει να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Όπως ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο της οδηγίας 2009/54/ΕΚ, τα νερά πηγής θα πρέπει να πληρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Στην περίπτωση του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης που τοποθετείται σε φιάλες ή δοχεία και προορίζεται για πώληση ή που χρησιμοποιείται στην παραγωγή, την παρασκευή ή την επεξεργασία τροφίμων, το νερό θα πρέπει να συμμορφώνεται με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας έως το σημείο τήρησης (δηλαδή τη βρύση) και στη συνέχεια θα πρέπει να θεωρείται τρόφιμο, σύμφωνα με το άρθρο 2 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου70.
(3)  Επιβάλλεται να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας τα φυσικά μεταλλικά νερά και τα νερά φαρμακευτικών ιδιοτήτων δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα είδη νερού καλύπτονται από την οδηγία 2009/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου68 και την οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αντίστοιχα69. Ωστόσο, η οδηγία 2009/54/ΕΚ αφορά τόσο τα φυσικά μεταλλικά νερά όσο και τα νερά πηγής, αλλά μόνον η πρώτη κατηγορία θα πρέπει να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Όπως ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο της οδηγίας 2009/54/ΕΚ, τα νερά πηγής θα πρέπει να πληρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Αυτή η υποχρέωση δεν θα πρέπει ωστόσο να επεκταθεί στις μικροβιολογικές παραμέτρους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I μέρος Α της παρούσας οδηγίας. Στην περίπτωση του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης που προέρχεται από τη δημόσια παροχή νερού ή από ιδιωτικές πηγές, τοποθετείται σε φιάλες ή δοχεία και προορίζεται για πώληση ή που χρησιμοποιείται στην εμπορική παραγωγή, παρασκευή ή επεξεργασία τροφίμων, το νερό θα πρέπει να συνεχίσει καταρχήν να συμμορφώνεται με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας έως το σημείο τήρησης και στη συνέχεια θα πρέπει να θεωρείται τρόφιμο, σύμφωνα με το άρθρο 2 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου70. Όταν πληρούνται οι εφαρμοστέες απαιτήσεις για την ασφάλεια των τροφίμων, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να έχουν την εξουσία να επιτρέπουν την επαναχρησιμοποίηση του νερού στις βιομηχανίες επεξεργασίας τροφίμων.
_________________
_________________
68 Οδηγία 2009/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την εκμετάλλευση και τη θέση στο εμπόριο των φυσικών μεταλλικών νερών (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 164 της 26.6.2009, σ. 45).
68 Οδηγία 2009/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την εκμετάλλευση και τη θέση στο εμπόριο των φυσικών μεταλλικών νερών· (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 164 της 26.6.2009, σ. 45).
69 Οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 67).
69 Οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 67).
70 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1).
70 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1).
Τροπολογία 7
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 4
(4)  Μετά την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας πολιτών για το δικαίωμα στο νερό (Right2Water)71, δρομολογήθηκε δημόσια διαβούλευση σε επίπεδο Ένωσης και πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση βελτίωσης της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου (REFIT) για την οδηγία 98/83/ΕΚ72. Από την αξιολόγηση αυτή διαπιστώθηκε ότι απαιτείται επικαιροποίηση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 98/83/ΕΚ. Προσδιορίστηκαν τέσσερις τομείς όπου προσφέρονται περιθώρια βελτίωσης, και συγκεκριμένα ο κατάλογος των παραμετρικών τιμών με βάση την ποιότητα, η περιορισμένη χρήση προσέγγισης βάσει κινδύνου, οι ασαφείς διατάξεις σχετικά με την πληροφόρηση των καταναλωτών, και οι αποκλίσεις που υπάρχουν μεταξύ των συστημάτων έγκρισης για τα υλικά που έρχονται σε επαφή με το νερό που προορίζεται για κατανάλωση από τον άνθρωπο. Επιπλέον, η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πολιτών για το δικαίωμα στο νερό υπέδειξε, ως ξεχωριστό πρόβλημα, το γεγονός ότι ένα μέρος του πληθυσμού, και ιδίως οι περιθωριοποιημένες ομάδες, δεν έχει πρόσβαση σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης, κάτι που αποτελεί επίσης δέσμευση στο πλαίσιο του στόχου βιώσιμης ανάπτυξης 6 του θεματολογίου 2030 του ΟΗΕ. Ένα τελευταίο ζήτημα που εντοπίστηκε είναι η γενικότερη έλλειψη πληροφόρησης σχετικά με τις διαρροές νερού, που οφείλονται σε ανεπάρκεια επενδύσεων στη συντήρηση και την ανανέωση των υποδομών ύδρευσης, όπως επισημαίνεται και στην ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τις υποδομές ύδρευσης73.
(4)  Μετά την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας πολιτών για το δικαίωμα στο νερό (Right2Water)71, η οποία καλούσε την Ένωση να αυξήσει τις προσπάθειές της να επιτύχει καθολική πρόσβαση στο νερό, δρομολογήθηκε δημόσια διαβούλευση σε επίπεδο Ένωσης και πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση βελτίωσης της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου (REFIT) για την οδηγία 98/83/ΕΚ72. Από την αξιολόγηση αυτή διαπιστώθηκε ότι απαιτείται επικαιροποίηση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 98/83/ΕΚ. Προσδιορίστηκαν τέσσερις τομείς όπου προσφέρονται περιθώρια βελτίωσης, και συγκεκριμένα ο κατάλογος των παραμετρικών τιμών με βάση την ποιότητα, η περιορισμένη χρήση προσέγγισης βάσει κινδύνου, οι ασαφείς διατάξεις σχετικά με την πληροφόρηση των καταναλωτών, και οι αποκλίσεις που υπάρχουν μεταξύ των συστημάτων έγκρισης για τα υλικά που έρχονται σε επαφή με το νερό που προορίζεται για κατανάλωση από τον άνθρωπο, καθώς και οι επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη υγεία. Επιπλέον, η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πολιτών για το δικαίωμα στο νερό υπέδειξε, ως ξεχωριστό πρόβλημα, το γεγονός ότι ένα μέρος του πληθυσμού, μεταξύ άλλων οι ευάλωτες και περιθωριοποιημένες ομάδες, έχει περιορισμένη ή δεν έχει καθόλου πρόσβαση σε οικονομικά προσιτό νερό ανθρώπινης κατανάλωσης, κάτι που αποτελεί επίσης δέσμευση στο πλαίσιο του στόχου βιώσιμης ανάπτυξης 6 του θεματολογίου 2030 του ΟΗΕ. Στο πλαίσιο αυτό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναγνώρισε το δικαίωμα πρόσβασης στο νερό που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση για όλους στην Ένωση . Ένα τελευταίο ζήτημα που εντοπίστηκε είναι η γενικότερη έλλειψη πληροφόρησης σχετικά με τις διαρροές νερού, που οφείλονται σε ανεπάρκεια επενδύσεων στη συντήρηση και την ανανέωση των υποδομών ύδρευσης, όπως επισημαίνεται και στην ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τις υποδομές ύδρευσης73, καθώς και από ενίοτε ελλιπή γνώση των συστημάτων ύδρευσης.
_________________
_________________
71 COM(2014)0177
71 COM(2014)0177
72 SWD(2016)0428
72 SWD(2016)0428
73 Ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου SR 12/2017: «Εφαρμογή της οδηγίας για το πόσιμο νερό: παρά τη βελτίωση της ποιότητας του νερού και της πρόσβασης σε αυτό στη Βουλγαρία, την Ουγγαρία και τη Ρουμανία, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές επενδυτικές ανάγκες».
73 Ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου SR 12/2017: «Εφαρμογή της οδηγίας για το πόσιμο νερό: παρά τη βελτίωση της ποιότητας του νερού και της πρόσβασης σε αυτό στη Βουλγαρία, την Ουγγαρία και τη Ρουμανία, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές επενδυτικές ανάγκες».
Τροπολογία 8
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 4 α (νέα)
(4α)   Προκειμένου να επιτευχθούν οι φιλόδοξοι στόχοι που έχουν τεθεί στο πλαίσιο του στόχου βιώσιμης ανάπτυξης αριθ. 6 των Ηνωμένων Εθνών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεωθούν να θέσουν σε εφαρμογή σχέδια δράσης προκειμένου να διασφαλίσουν την καθολική και ισότιμη πρόσβαση όλων σε ασφαλές και οικονομικά προσιτό πόσιμο νερό έως το 2030.
Τροπολογία 9
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 4 β (νέα)
(4β)   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε το ψήφισμα της 8ης Σεπτεμβρίου 2015 σχετικά με τη συνέχεια της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας πολιτών «Δικαίωμα στο νερό» (Right2Water).
Τροπολογία 11
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 5 α (νέα)
(5α)   Το νερό που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στις συνεχιζόμενες προσπάθειες της Ένωσης για την ενίσχυση της προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος από τους ενδοκρινικούς διαταράκτες. Οι διατάξεις που αφορούν τους ενδοκρινικούς διαταράκτες στην παρούσα οδηγία αποτελούν ένα ελπιδοφόρο βήμα σε συμφωνία με την επικαιροποίηση της στρατηγικής της ΕΕ για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες, την οποία οφείλει να υλοποιήσει η Επιτροπή χωρίς άλλη καθυστέρηση.
Τροπολογία 13
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 6 α (νέα)
(6α)  Όταν η επιστημονική γνώση δεν επαρκεί για να εξακριβωθεί ο κίνδυνος ή η απουσία κινδύνου όσον αφορά την ανθρώπινη υγεία ή την επιτρεπόμενη τιμή μιας ουσίας στο νερό ανθρώπινης κατανάλωσης, η εν λόγω ουσία θα πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, να τίθεται υπό επιτήρηση εν αναμονή σαφέστερων επιστημονικών δεδομένων. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβαίνουν σε χωριστή παρακολούθηση αυτών των νέων παραμέτρων.
Τροπολογία 14
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 6 β (νέα)
(6β)   Οι ενδεικτικές παράμετροι δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο στη δημόσια υγεία. Ωστόσο, είναι σημαντικές ως μέσα για να προσδιορίζεται πώς λειτουργούν οι εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής του νερού και για να αξιολογείται η ποιότητα του νερού. Μπορούν να συμβάλουν στην ανάδειξη των ελλείψεων όσον αφορά την επεξεργασία του νερού και διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στην ποιότητα του νερού. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να παρακολουθούνται από τα κράτη μέλη.
Τροπολογία 15
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 7
(7)  Όπου το κρίνουν σκόπιμο για να προστατεύουν την ανθρώπινη υγεία στο έδαφός τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να καθορίζουν τιμές πρόσθετων παραμέτρων μη συμπεριλαμβανομένων στο παράρτημα I.
(7)  Όπου το κρίνουν σκόπιμο για την πλήρη εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης και για να προστατεύουν την ανθρώπινη υγεία στο έδαφός τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να καθορίζουν τιμές πρόσθετων παραμέτρων μη συμπεριλαμβανομένων στο παράρτημα I.
Τροπολογία 16
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 8
(8)  Στην οδηγία 98/83/ΕΚ, στοιχεία προληπτικού σχεδιασμού ασφάλειας και προσέγγισης βάσει κινδύνου είχαν ληφθεί υπόψη σε περιορισμένο μόνο βαθμό. Τα πρώτα στοιχεία μιας προσέγγισης βάσει κινδύνου έχουν εισαχθεί ήδη το 2015 με την οδηγία (ΕΕ) 2015/1787, με την οποία τροποποιήθηκε η οδηγία 98/83/ΕΚ ώστε να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από τα προγράμματα παρακολούθησης που έχουν θεσπίσει, υπό την προϋπόθεση ότι διενεργούνται αξιόπιστες εκτιμήσεις κινδύνου οι οποίες μπορούν να βασίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές της ΠΟΥ για την ποιότητα του πόσιμου νερού76. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, στις οποίες περιγράφεται το λεγόμενο «σχέδιο για την ασφάλεια των υδάτων», σε συνδυασμό με το πρότυπο EN 15975-2 που αφορά την ασφάλεια της τροφοδοσίας πόσιμου νερού, είναι διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές στις οποίες βασίζεται η παραγωγή, η διανομή, η παρακολούθηση και η ανάλυση των παραμέτρων του νερού που προορίζεται για κατανάλωση από τον άνθρωπο. Αυτές θα πρέπει να διατηρηθούν στην παρούσα οδηγία. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αρχές αυτές δεν θα περιορίζονται σε πτυχές παρακολούθησης, προκειμένου να αφιερώνεται χρόνος και πόροι στους σημαντικούς κινδύνους και σε οικονομικώς αποδοτικά μέτρα στην πηγή της ρύπανσης, και προκειμένου να αποφεύγονται οι αναλύσεις και οι εργασίες σε ζητήματα ήσσονος σημασίας, είναι σκόπιμο να εισαχθεί μια προσέγγιση βασισμένη εξολοκλήρου στην εκτίμηση κινδύνου, καθ’ όλο το μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας, από τη θέση υδροληψίας και το δίκτυο διανομής μέχρι τη βρύση. Η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να αποτελείται από τρεις συνιστώσες: πρώτον, εκτίμηση της επικινδυνότητας που συνδέεται με τη θέση υδροληψίας («εκτίμηση επικινδυνότητας»), από το κράτος μέλος και σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες και το εγχειρίδιο σχεδίων για την ασφάλεια των υδάτων, της ΠΟΥ77· δεύτερον, δυνατότητες προσαρμογής της παρακολούθησης στους κυριότερους κινδύνους («εκτίμηση κινδύνου στην παροχή»), από τον φορέα ύδρευσης· και τρίτον, εκτίμηση των ενδεχόμενων κινδύνων που απορρέουν από τα οικιακά δίκτυα διανομής (π.χ. Legionella ή μόλυβδος) («εκτίμηση κινδύνου οικιακής διανομής»), από το κράτος μέλος. Οι εκτιμήσεις αυτές θα πρέπει να επανεξετάζονται τακτικά, μεταξύ άλλων και ενόψει απειλών από ακραία καιρικά φαινόμενα που συνδέονται με το κλίμα, γνωστών μεταβολών στις ανθρώπινες δραστηριότητες στη θέση υδροληψίας ή ως αντίδραση σε περιστατικά που συνδέονται με την πηγή νερού. Η προσέγγιση βάσει κινδύνου διασφαλίζει τη διαρκή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των φορέων ύδρευσης.
(8)  Στην οδηγία 98/83/ΕΚ, στοιχεία προληπτικού σχεδιασμού ασφάλειας και προσέγγισης βάσει κινδύνου είχαν ληφθεί υπόψη σε περιορισμένο μόνο βαθμό. Τα πρώτα στοιχεία μιας προσέγγισης βάσει κινδύνου έχουν εισαχθεί ήδη το 2015 με την οδηγία (ΕΕ) 2015/1787, με την οποία τροποποιήθηκε η οδηγία 98/83/ΕΚ ώστε να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από τα προγράμματα παρακολούθησης που έχουν θεσπίσει, υπό την προϋπόθεση ότι διενεργούνται αξιόπιστες εκτιμήσεις κινδύνου οι οποίες μπορούν να βασίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές της ΠΟΥ για την ποιότητα του πόσιμου νερού76. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, στις οποίες περιγράφεται το λεγόμενο «σχέδιο για την ασφάλεια των υδάτων», σε συνδυασμό με το πρότυπο EN 15975-2 που αφορά την ασφάλεια της τροφοδοσίας πόσιμου νερού, είναι διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές στις οποίες βασίζεται η παραγωγή, η διανομή, η παρακολούθηση και η ανάλυση των παραμέτρων του νερού που προορίζεται για κατανάλωση από τον άνθρωπο. Αυτές θα πρέπει να διατηρηθούν στην παρούσα οδηγία. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αρχές αυτές δεν θα περιορίζονται σε πτυχές παρακολούθησης, προκειμένου να αφιερώνεται χρόνος και πόροι στους σημαντικούς κινδύνους και σε οικονομικώς αποδοτικά μέτρα στην πηγή της ρύπανσης, και προκειμένου να αποφεύγονται οι αναλύσεις και οι εργασίες σε ζητήματα ήσσονος σημασίας, είναι σκόπιμο να εισαχθεί μια προσέγγιση βασισμένη εξολοκλήρου στην εκτίμηση κινδύνου, καθ’ όλο το μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας, από τη θέση υδροληψίας και το δίκτυο διανομής μέχρι τη βρύση. Η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να βασίζεται στις υπάρχουσες γνώσεις και στις δράσεις που υλοποιούνται στο πλαίσιο της οδηγίας 2000/60/ΕΚ και να λαμβάνει αποτελεσματικότερα υπόψη τον αντίκτυπο των κλιματικών αλλαγών στους υδάτινους πόρους. Η προσέγγιση βάσει κινδύνου θα πρέπει να αποτελείται από τρεις συνιστώσες: πρώτον, εκτίμηση της επικινδυνότητας που συνδέεται με τη θέση υδροληψίας («εκτίμηση επικινδυνότητας»), από το κράτος μέλος και σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες και το εγχειρίδιο σχεδίων για την ασφάλεια των υδάτων, της ΠΟΥ77· δεύτερον, δυνατότητες προσαρμογής της παρακολούθησης στους κυριότερους κινδύνους («εκτίμηση κινδύνου στην παροχή»), από τον φορέα ύδρευσης· και τρίτον, εκτίμηση των ενδεχόμενων κινδύνων που απορρέουν από τα οικιακά δίκτυα διανομής (π.χ. Legionella ή μόλυβδος), που εστιάζεται ιδιαίτερα στους χώρους προτεραιότητας («εκτίμηση κινδύνου οικιακής διανομής»), από το κράτος μέλος. Οι εκτιμήσεις αυτές θα πρέπει να επανεξετάζονται τακτικά, μεταξύ άλλων και ενόψει απειλών από ακραία καιρικά φαινόμενα που συνδέονται με το κλίμα, γνωστών μεταβολών στις ανθρώπινες δραστηριότητες στη θέση υδροληψίας ή ως αντίδραση σε περιστατικά που συνδέονται με την πηγή νερού. Η προσέγγιση βάσει κινδύνου διασφαλίζει τη διαρκή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, των φορέων ύδρευσης και άλλων ενδιαφερόμενων παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων όσων ευθύνονται για τις πηγές ρύπανσης ή τον κίνδυνο ρύπανσης. Κατ’ εξαίρεση, η εφαρμογή της προσέγγισης βάσει κινδύνου θα πρέπει να προσαρμόζεται στους ειδικούς περιορισμούς των θαλάσσιων σκαφών που αφαλατώνουν το νερό και μεταφέρουν επιβάτες. Τα θαλάσσια σκάφη που φέρουν ευρωπαϊκή σημαία συμμορφώνονται με το διεθνές κανονιστικό πλαίσιο όταν πλέουν στα διεθνή ύδατα. Επιπλέον, η μεταφορά και η παραγωγή νερού για ανθρώπινη κατανάλωση επί του πλοίου υπόκεινται σε ιδιαίτερους περιορισμούς που προϋποθέτουν την προσαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.
_________________
_________________
76 Guidelines for drinking water quality (Κατευθυντήριες γραμμές για την ποιότητα του πόσιμου νερού), τέταρτη έκδοση, Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, 2011 http://www.who.int/water_sanitation_health/publications/2011/dwq_guidelines/en/index.html
76 Guidelines for drinking water quality (Κατευθυντήριες γραμμές για την ποιότητα του πόσιμου νερού), τέταρτη έκδοση, Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, 2011 http://www.who.int/water_sanitation_health/publications/2011/dwq_guidelines/en/index.html
77 Water Safety Plan Manual: step-by-step risk management for drinking water suppliers: (Εγχειρίδιο σχεδίων για την ασφάλεια των υδάτων: διαχείριση κινδύνου βήμα προς βήμα για τους φορείς παροχής πόσιμου νερού), Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, 2009, http://apps.who.int/iris/bitstream/10665/75143/1/9789242562637_fre.pdf
77 Water Safety Plan Manual: step-by-step risk management for drinking water suppliers: (Εγχειρίδιο σχεδίων για την ασφάλεια των υδάτων: διαχείριση κινδύνου βήμα προς βήμα για τους φορείς παροχής πόσιμου νερού), Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, 2009, http://apps.who.int/iris/bitstream/10665/75143/1/9789242562637_fre.pdf
Τροπολογία 17
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 8 α (νέα)
(8α)   Η αναποτελεσματική χρήση των υδάτινων πόρων, και ιδίως οι διαρροές στην υποδομή ύδρευσης, οδηγούν σε υπερεκμετάλλευση των περιορισμένων πόρων νερού που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση. Κατά συνέπεια, εμποδίζονται σοβαρά οι προσπάθειες των κρατών μελών να επιτύχουν τους στόχους που καθορίζονται στην οδηγία 2000/60/ΕΚ.
Τροπολογία 18
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 9
(9)  Η εκτίμηση επικινδυνότητας θα πρέπει να είναι προσανατολισμένη προς την ελάττωση του βαθμού επεξεργασίας που χρειάζεται για να παραχθεί νερό ανθρώπινης κατανάλωσης, π.χ. μέσω περιορισμού των πιέσεων που οδηγούν σε μόλυνση των υδατικών συστημάτων από τα οποία λαμβάνεται το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εντοπίζουν πηγές επικινδυνότητας και πιθανές πηγές ρύπανσης αυτών των υδατικών συστημάτων και να παρακολουθούν τους ρύπους που θεωρούν σημαντικούς, π.χ. εξαιτίας της διαπιστωμένης επικινδυνότητάς τους (όπως τα μικροπλαστικά, τα νιτρικά άλατα, τα φυτοφάρμακα ή οι φαρμακευτικές ουσίες που αναφέρονται στην οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου78), εξαιτίας της φυσικής παρουσίας τους στη θέση υδροληψίας (π.χ. αρσενικό) ή εξαιτίας πληροφοριών που λαμβάνονται από τους φορείς ύδρευσης (για παράδειγμα, απότομη αύξηση μιας ορισμένης παραμέτρου στο μη επεξεργασμένο νερό). Αυτές οι παράμετροι θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως δείκτες για την ανάληψη δράσεων από τις αρμόδιες αρχές με σκοπό την ελάττωση των πιέσεων επί των υδατικών συστημάτων, όπως για παράδειγμα μέτρων πρόληψης ή μετριασμού (συμπεριλαμβανομένων και ερευνών για τον προσδιορισμό των επιπτώσεων των πιέσεων αυτών στην υγεία, όπου απαιτείται), ώστε να προστατευτούν αυτά τα υδατικά συστήματα και να αντιμετωπιστεί η πηγή της ρύπανσης, σε συνεργασία με τους φορείς ύδρευσης και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς.
(9)  Η εκτίμηση επικινδυνότητας θα πρέπει να ακολουθεί μια ολιστική προσέγγιση της εκτίμησης κινδύνου, η οποία να βασίζεται στον ρητό στόχο της ελάττωσης του βαθμού επεξεργασίας που χρειάζεται για να παραχθεί νερό ανθρώπινης κατανάλωσης, π.χ. μέσω περιορισμού των πιέσεων που οδηγούν σε μόλυνση των υδατικών συστημάτων από τα οποία λαμβάνεται το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης, ή στον κίνδυνο μόλυνσής τους. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εντοπίζουν πηγές επικινδυνότητας και πιθανές πηγές ρύπανσης αυτών των υδατικών συστημάτων και να παρακολουθούν τους ρύπους που θεωρούν σημαντικούς, π.χ. εξαιτίας της διαπιστωμένης επικινδυνότητάς τους (όπως τα μικροπλαστικά, τα νιτρικά άλατα, τα φυτοφάρμακα ή οι φαρμακευτικές ουσίες που αναφέρονται στην οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου78), εξαιτίας της φυσικής παρουσίας τους στη θέση υδροληψίας (π.χ. αρσενικό) ή εξαιτίας πληροφοριών που λαμβάνονται από τους φορείς ύδρευσης (για παράδειγμα, απότομη αύξηση μιας ορισμένης παραμέτρου στο μη επεξεργασμένο νερό). Σύμφωνα με την οδηγία 2000/60/ΕΚ, αυτές οι παράμετροι θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως δείκτες για την ανάληψη δράσεων από τις αρμόδιες αρχές με σκοπό την ελάττωση των πιέσεων επί των υδατικών συστημάτων, όπως για παράδειγμα μέτρων πρόληψης ή μετριασμού (συμπεριλαμβανομένων και ερευνών για τον προσδιορισμό των επιπτώσεων των πιέσεων αυτών στην υγεία, όπου απαιτείται), ώστε να προστατευτούν αυτά τα υδατικά συστήματα και να αντιμετωπιστεί η πηγή ή ο κίνδυνος της ρύπανσης, σε συνεργασία με το σύνολο των ενδιαφερόμενων φορέων, συμπεριλαμβανομένων όσων ευθύνονται για τις πηγές ή τις δυνητικές πηγές ρύπων. Όταν ένα κράτος μέλος διαπιστώνει, μέσω της εκτίμησης κινδύνου, ότι μια παράμετρος απουσιάζει από μια συγκεκριμένη θέση υδροληψίας (για παράδειγμα επειδή η συγκεκριμένη ουσία δεν απαντάται ποτέ στα υπόγεια ή στα επιφανειακά ύδατα), τότε το κράτος μέλος θα πρέπει να ενημερώνει τους σχετικούς φορείς ύδρευσης και θα πρέπει να τους επιτρέπει να μειώνουν τη συχνότητα παρακολούθησης αυτής της παραμέτρου ή να αφαιρούν την παράμετρο αυτή από τον κατάλογο των παραμέτρων προς παρακολούθηση, άνευ διενέργειας εκτίμησης κινδύνου στην παροχή.
_________________
_________________
78 Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327 της 22.12.2000, σ. 1).
78 Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327 της 22.12.2000, σ. 1).
Τροπολογία 19
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 11
(11)  Οι παραμετρικές τιμές που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της ποιότητας του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης πρέπει να τηρούνται στο σημείο όπου το νερό που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση διατίθεται στον κατάλληλο καταναλωτή. Ωστόσο, η ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης μπορεί να επηρεάζεται από το σύστημα οικιακής διανομής. Η ΠΟΥ σημειώνει ότι, εντός της Ένωσης, η Legionella είναι υπεύθυνη για υψηλότερη επιβάρυνση της υγείας από κάθε άλλον υδατογενή παθογόνο παράγοντα. Ο παράγοντας αυτός μεταδίδεται διαμέσου των συστημάτων παροχής θερμού ύδατος και μέσω της εισπνοής, π.χ. κατά το ντους. Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι συνδέεται με το σύστημα οικιακής διανομής. Δεδομένου ότι η επιβολή μονομερούς υποχρέωσης παρακολούθησης όλων των ιδιωτικών και δημόσιων χώρων για τον συγκεκριμένο παθογόνο παράγοντα θα συνεπαγόταν παράλογα υψηλό κόστος, το ζήτημα αυτό προσφέρεται περισσότερο για αντιμετώπιση μέσω εκτίμησης κινδύνου οικιακής διανομής. Κατά την εκτίμηση κινδύνου οικιακής διανομής θα πρέπει να λαμβάνονται επιπλέον υπόψη και οι δυνητικοί κίνδυνοι που προκύπτουν από τα προϊόντα και τα υλικά που έρχονται σε επαφή με το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης. Κατά συνέπεια, η εκτίμηση κινδύνου οικιακής διανομής θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την επικέντρωση της παρακολούθησης σε χώρους υψηλής προτεραιότητας, την εκτίμηση των κινδύνων που προκύπτουν από το οικιακό σύστημα διανομής και τα σχετικά προϊόντα και υλικά, και την επαλήθευση των επιδόσεων των προϊόντων δομικών κατασκευών που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης βάσει των αντίστοιχων δηλώσεων επιδόσεων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 305/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου79. Μαζί με τη δήλωση επιδόσεων θα πρέπει να παρέχονται τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 31 και 33 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου80. Με βάση την εκτίμηση αυτή, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν, μεταξύ άλλων, ότι εφαρμόζονται τα ενδεδειγμένα μέτρα ελέγχου και διαχείρισης (π.χ. για περιπτώσεις εστιών νόσων), σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της ΠΟΥ81, και ότι τυχόν μετανάστευση ουσιών από τα προϊόντα δομικών κατασκευών δεν συνιστά κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία. Ωστόσο, με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011, στις περιπτώσεις όπου τα μέτρα αυτά συνεπάγονται περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων και υλικών εντός της Ένωσης, οι περιορισμοί αυτοί θα πρέπει να δικαιολογούνται δεόντως και να είναι αυστηρώς αναλογικοί, και να μη συνιστούν μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών.
(11)  Οι παραμετρικές τιμές που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της ποιότητας του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης πρέπει να τηρούνται στο σημείο όπου το νερό που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση διατίθεται στον κατάλληλο καταναλωτή. Ωστόσο, η ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης μπορεί να επηρεάζεται από το σύστημα οικιακής διανομής. Η ΠΟΥ σημειώνει ότι, εντός της Ένωσης, η Legionella είναι υπεύθυνη για υψηλότερη επιβάρυνση της υγείας από κάθε άλλον υδατογενή παθογόνο παράγοντα, ιδίως η Legionella pneumophila, η οποία έχει προκαλέσει τα περισσότερα κρούσματα ασθένειας των λεγεωναρίων σε ολόκληρη την Ένωση. Ο παράγοντας αυτός μεταδίδεται διαμέσου των συστημάτων παροχής θερμού ύδατος και μέσω της εισπνοής, π.χ. κατά το ντους. Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι συνδέεται με το σύστημα οικιακής διανομής. Δεδομένου ότι η επιβολή μονομερούς υποχρέωσης παρακολούθησης όλων των ιδιωτικών και δημόσιων χώρων για τον συγκεκριμένο παθογόνο παράγοντα θα συνεπαγόταν παράλογα υψηλό κόστος και θα ήταν αντίθετη με την αρχή της επικουρικότητας, το ζήτημα αυτό προσφέρεται περισσότερο για αντιμετώπιση μέσω εκτίμησης κινδύνου οικιακής διανομής, ιδίως στους χώρους προτεραιότητας. Κατά την εκτίμηση κινδύνου οικιακής διανομής θα πρέπει να λαμβάνονται επιπλέον υπόψη και οι δυνητικοί κίνδυνοι που προκύπτουν από τα προϊόντα και τα υλικά που έρχονται σε επαφή με το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης. Κατά συνέπεια, η εκτίμηση κινδύνου οικιακής διανομής θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την επικέντρωση της παρακολούθησης σε χώρους υψηλής προτεραιότητας, την εκτίμηση των κινδύνων που προκύπτουν από το οικιακό σύστημα διανομής και τα σχετικά προϊόντα και υλικά που έρχονται σε επαφή με νερό που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση. Μαζί με τη δήλωση επιδόσεων θα πρέπει να παρέχονται τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 31 και 33 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου80. Με βάση την εκτίμηση αυτή, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν, μεταξύ άλλων, ότι εφαρμόζονται τα ενδεδειγμένα μέτρα ελέγχου και διαχείρισης (π.χ. για περιπτώσεις εστιών νόσων), σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της ΠΟΥ81, και ότι τυχόν μετανάστευση από τις ουσίες και τα υλικά που έρχονται σε επαφή με νερό που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση δεν συνιστά κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία.
_________________
_________________
79 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, για τη θέσπιση εναρμονισμένων όρων εμπορίας δομικών προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 88 της 4.4.2011, σ. 5).
80 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1).
80 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1).
81 «Legionella and the prevention of Legionellosis» (Η Legionella και η πρόληψη της νόσου των λεγεωναρίων), Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, 2007, http://www.who.int/water_sanitation_health/emerging/legionella.pdf
81 «Legionella and the prevention of Legionellosis» (Η Legionella και η πρόληψη της νόσου των λεγεωναρίων), Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, 2007, http://www.who.int/water_sanitation_health/emerging/legionella.pdf
Τροπολογία 20
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 12
(12)  Οι διατάξεις της οδηγίας 98/83/ΕΚ σχετικά με τη διασφάλιση της ποιότητας της επεξεργασίας, του εξοπλισμού και των υλικών δεν κατόρθωσαν να εξαλείψουν τα εμπόδια της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία δομικών προϊόντων που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης. Εξακολουθούν να ισχύουν εθνικές εγκρίσεις προϊόντων, με διαφορετικές απαιτήσεις στα διάφορα κράτη μέλη. Αυτό συνεπάγεται δυσκολίες και κόστος για τους κατασκευαστές που επιθυμούν να διαθέσουν τα προϊόντα τους στην αγορά σε ολόκληρη την Ένωση. Η αποτελεσματική άρση των τεχνικών φραγμών θα επιτευχθεί μόνο με τη θέσπιση εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών για τα δομικά προϊόντα που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 305/2011. Ο εν λόγω κανονισμός επιτρέπει την ανάπτυξη ευρωπαϊκών προτύπων για την εναρμόνιση των μεθόδων αξιολόγησης των δομικών προϊόντων που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης, και για τη θέσπιση οριακών επιπέδων και κλάσεων σε σχέση με το επίπεδο απόδοσης ενός ουσιώδους χαρακτηριστικού. Για τον σκοπό αυτόν, αίτημα τυποποίησης με το οποίο ζητήθηκε συγκεκριμένη εργασία τυποποίησης στον τομέα της υγιεινής και της ασφάλειας για προϊόντα και υλικά που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 συμπεριελήφθη στο πρόγραμμα εργασιών τυποποίησης του 201782 και ένα σχετικό πρότυπο πρόκειται να εκδοθεί μέχρι το 2018. Η δημοσίευση αυτού του εναρμονισμένου προτύπου στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα διασφαλίσει την ορθολογική λήψη αποφάσεων για τη θέση σε κυκλοφορία ή τη διάθεση στην αγορά ασφαλών δομικών προϊόντων που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις σχετικά με τον εξοπλισμό και τα υλικά που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης θα πρέπει να διαγραφούν, να αντικατασταθούν εν μέρει από διατάξεις που συνδέονται με την εκτίμηση κινδύνου οικιακής διανομής και να συμπληρωθούν με τα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 305/2011.
(12)  Οι διατάξεις της οδηγίας 98/83/ΕΚ σχετικά με τη διασφάλιση της ποιότητας της επεξεργασίας, του εξοπλισμού και των υλικών δεν κατόρθωσαν να εξαλείψουν τα εμπόδια της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία δομικών προϊόντων που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης ούτε να παράσχουν επαρκή προστασία όσον αφορά την ανθρώπινη υγεία. Εξακολουθούν να ισχύουν εθνικές εγκρίσεις προϊόντων, με διαφορετικές απαιτήσεις στα διάφορα κράτη μέλη. Αυτό συνεπάγεται δυσκολίες και κόστος για τους κατασκευαστές που επιθυμούν να διαθέσουν τα προϊόντα τους στην αγορά σε ολόκληρη την Ένωση. Η κατάσταση αυτή οφείλεται στην έλλειψη ελάχιστων ευρωπαϊκών προτύπων στον τομέα της υγιεινής για όλα τα προϊόντα και υλικά που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης, προϋπόθεση απαραίτητη για την πλήρη και αποτελεσματική υλοποίηση της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών. Η άρση των τεχνικών φραγμών και η συμμόρφωση όλων των προϊόντων και των υλικών που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης σε επίπεδο Ένωσης μπορούν να επιτευχθούν μόνο με τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων ποιότητας σε επίπεδο Ένωσης. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις αυτές θα πρέπει να ενισχυθούν μέσω μιας διαδικασίας εναρμόνισης αυτών των προϊόντων και υλικών. Οι εργασίες αυτές θα πρέπει να βασίζονται στην εμπειρία που έχει αποκτηθεί και στις προόδους που έχει πραγματοποιήσει μια σειρά κρατών μελών τα οποία, εδώ και μερικά χρόνια, συνεργάζονται συντονισμένα για να επιτύχουν κανονιστική συνοχή.
_________________
82 SWD(2016)0185
Τροπολογία 21
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 13
(13)  Το κάθε κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίσει ότι θα θεσπιστούν προγράμματα ελέγχου για το νερό που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση σχετικά με την τήρηση των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου παρακολούθησης που πραγματοποιείται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας διενεργείται από φορείς ύδρευσης. Θα πρέπει να αφήνεται κάποιος βαθμός ευελιξίας στους φορείς ύδρευσης όσον αφορά τις παραμέτρους που αυτοί παρακολουθούν για τους σκοπούς της εκτίμησης κινδύνου στην παροχή. Εάν κάποια παράμετρος δεν ανιχνεύεται, οι φορείς ύδρευσης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ελαττώνουν τη συχνότητα παρακολούθησης ή και να διακόπτουν εντελώς την παρακολούθηση της συγκεκριμένης παραμέτρου. Η εκτίμηση κινδύνου στην παροχή θα πρέπει να εφαρμόζεται για τις περισσότερες παραμέτρους. Ωστόσο, ένας βασικός κατάλογος παραμέτρων θα πρέπει πάντοτε να παρακολουθείται με μια ορισμένη ελάχιστη συχνότητα. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κατά κύριο λόγο διατάξεις σχετικά με τη συχνότητα παρακολούθησης για τους σκοπούς των ελέγχων συμμόρφωσης, και περιλαμβάνει περιορισμένες μόνο διατάξεις για την παρακολούθηση για επιχειρησιακούς σκοπούς. Ενδέχεται να χρειάζεται πρόσθετη παρακολούθηση για επιχειρησιακούς σκοπούς ώστε να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία της επεξεργασίας του νερού, κατά την κρίση των φορέων ύδρευσης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι φορείς ύδρευσης μπορούν να ανατρέξουν στις κατευθυντήριες οδηγίες και στο εγχειρίδιο σχεδίων για την ασφάλεια των υδάτων που εκδίδει η ΠΟΥ.
(13)  Το κάθε κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίσει ότι θα θεσπιστούν προγράμματα ελέγχου για το νερό που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση σχετικά με την τήρηση των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου παρακολούθησης που πραγματοποιείται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας διενεργείται από φορείς ύδρευσης, ωστόσο, όταν κρίνεται αναγκαίο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθιστούν σαφή την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμοδίων αρχών όπως προκύπτουν από τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Θα πρέπει να αφήνεται κάποιος βαθμός ευελιξίας στους φορείς ύδρευσης όσον αφορά τις παραμέτρους που αυτοί παρακολουθούν για τους σκοπούς της εκτίμησης κινδύνου στην παροχή. Εάν κάποια παράμετρος δεν ανιχνεύεται, οι φορείς ύδρευσης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ελαττώνουν τη συχνότητα παρακολούθησης ή και να διακόπτουν εντελώς την παρακολούθηση της συγκεκριμένης παραμέτρου. Η εκτίμηση κινδύνου στην παροχή θα πρέπει να εφαρμόζεται για τις περισσότερες παραμέτρους. Ωστόσο, ένας βασικός κατάλογος παραμέτρων θα πρέπει πάντοτε να παρακολουθείται με μια ορισμένη ελάχιστη συχνότητα. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κατά κύριο λόγο διατάξεις σχετικά με τη συχνότητα παρακολούθησης για τους σκοπούς των ελέγχων συμμόρφωσης, και περιλαμβάνει περιορισμένες μόνο διατάξεις για την παρακολούθηση για επιχειρησιακούς σκοπούς. Ενδέχεται να χρειάζεται πρόσθετη παρακολούθηση για επιχειρησιακούς σκοπούς ώστε να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία της επεξεργασίας του νερού, κατά την κρίση των φορέων ύδρευσης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι φορείς ύδρευσης μπορούν να ανατρέξουν στις κατευθυντήριες οδηγίες και στο εγχειρίδιο σχεδίων για την ασφάλεια των υδάτων που εκδίδει η ΠΟΥ.
Τροπολογία 188
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 14
(14)  Η προσέγγιση βάσει κινδύνου θα πρέπει να εφαρμοστεί σταδιακά από όλους τους φορείς ύδρευσης, συμπεριλαμβανομένων των μικρών φορέων, καθώς η αξιολόγηση της οδηγίας 98/83/ΕΚ υπέδειξε ελλείψεις στην εφαρμογή της από τους εν λόγω φορείς, οφειλόμενες ενίοτε στο κόστος από τη διεξαγωγή περιττών δραστηριοτήτων παρακολούθησης. Όταν ακολουθείται η προσέγγιση βάσει κινδύνου, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα θέματα ασφάλειας.
(14)  Η προσέγγιση βάσει κινδύνου θα πρέπει να εφαρμοστεί από όλους τους φορείς ύδρευσης, συμπεριλαμβανομένων των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων φορέων, καθώς η αξιολόγηση της οδηγίας 98/83/ΕΚ υπέδειξε ελλείψεις στην εφαρμογή της από τους εν λόγω φορείς, οφειλόμενες ενίοτε στο κόστος από τη διεξαγωγή περιττών δραστηριοτήτων παρακολούθησης, ενώ θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα παρεκκλίσεων για πολύ μικρούς φορείς. Όταν ακολουθείται η προσέγγιση βάσει κινδύνου, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα θέματα ασφάλειας και τα θέματα που άπτονται της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει». Για μικρότερους φορείς ύδρευσης, οι δραστηριότητες παρακολούθησης θα πρέπει να στηρίζονται από την αρμόδια αρχή με την παροχή εμπειρογνωσίας.
Τροπολογία 24
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 14 α (νέα)
(14α)   Προκειμένου να διασφαλιστεί η ισχυρότερη προστασία της δημόσιας υγείας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν τη σαφή και ισόρροπη κατανομή των αρμοδιοτήτων για την εφαρμογή της προσέγγισης βάσει κινδύνου, σύμφωνα με το οικείο εθνικό θεσμικό και νομικό πλαίσιο.
Τροπολογία 25
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 15
(15)  Τα οικεία κράτη μέλη θα πρέπει, σε περίπτωση μη τήρησης των προδιαγραφών της παρούσας οδηγίας, να προβαίνουν αμέσως στη διερεύνηση των αιτίων και να εξασφαλίζουν ότι αναλαμβάνεται η ενδεδειγμένη επανορθωτική ενέργεια ώστε να αποκαθίσταται το ταχύτερο δυνατόν η ποιότητα του νερού. Στις περιπτώσεις όπου η παροχή νερού συνιστά δυνητικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, θα πρέπει να απαγορεύεται η παροχή ή να περιορίζεται η χρήση τέτοιου νερού. Επιπλέον, είναι επίσης σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η μη τήρηση των ελάχιστων απαιτήσεων για τις τιμές που αφορούν μικροβιολογικές και χημικές παραμέτρους θα πρέπει να θεωρείται αυτομάτως από τα κράτη μέλη δυνητικός κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία. Στις περιπτώσεις όπου απαιτείται κάποια επανορθωτική ενέργεια για την αποκατάσταση της ποιότητας του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, σύμφωνα με το άρθρο 191 παράγραφος 2 της Συνθήκης, θα πρέπει να δίνεται προτεραιότητα σε ενέργειες που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στην πηγή του.
(15)  Τα οικεία κράτη μέλη θα πρέπει, σε περίπτωση μη τήρησης των προδιαγραφών της παρούσας οδηγίας, να προβαίνουν αμέσως στη διερεύνηση των αιτίων και να εξασφαλίζουν ότι αναλαμβάνεται η ενδεδειγμένη επανορθωτική ενέργεια ώστε να αποκαθίσταται το ταχύτερο δυνατόν η ποιότητα του νερού. Στις περιπτώσεις όπου η παροχή νερού συνιστά δυνητικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, θα πρέπει να απαγορεύεται η παροχή ή να περιορίζεται η χρήση τέτοιου νερού, ενώ θα πρέπει να παρέχεται κατάλληλη ενημέρωση στους πολίτες που ενδέχεται να επηρεαστούν. Επιπλέον, σε περίπτωση μη τήρησης των ελάχιστων απαιτήσεων για τις τιμές που αφορούν μικροβιολογικές και χημικές παραμέτρους θα πρέπει να διαπιστώνεται από τα κράτη μέλη εάν η υπέρβαση των τιμών συνιστά δυνητικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, το επίπεδο της υπέρβασης των ελάχιστων απαιτήσεων και το είδος της συγκεκριμένης παραμέτρου. Στις περιπτώσεις όπου απαιτείται κάποια επανορθωτική ενέργεια για την αποκατάσταση της ποιότητας του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, σύμφωνα με το άρθρο 191 παράγραφος 2 της Συνθήκης, θα πρέπει να δίνεται προτεραιότητα σε ενέργειες που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στην πηγή του.
Τροπολογία 26
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 15 α (νέα)
(15α)   Είναι σημαντική η πρόληψη ενδεχόμενων κινδύνων για τη δημόσια υγεία προερχομένων από μολυσμένο νερό. Επομένως θα πρέπει να απαγορεύεται η παροχή ή να περιορίζεται η χρήση τέτοιου νερού.
Τροπολογία 27
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 16
(16)  Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να έχουν πλέον το δικαίωμα να χορηγούν παρεκκλίσεις από την παρούσα οδηγία. Οι παρεκκλίσεις χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για να δοθεί στα κράτη μέλη μια περίοδος έως και εννέα ετών προκειμένου να επιλύουν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με κάποια μη παραμετρική τιμή. Η διαδικασία αυτή αποδείχθηκε επαχθής τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για την Επιτροπή. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις οδήγησε σε καθυστερήσεις στην εκτέλεση επανορθωτικών ενεργειών καθώς η δυνατότητα χορήγησης παρέκκλισης θεωρήθηκε μεταβατική περίοδος. Η πρόβλεψη για τη χορήγηση παρεκκλίσεων θα πρέπει συνεπώς να διαγραφεί. Για λόγους προστασίας της ανθρώπινης υγείας, όποτε σημειώνεται υπέρβαση παραμετρικής τιμής θα πρέπει να εφαρμόζονται αμέσως οι διατάξεις σχετικά με τις επανορθωτικές ενέργειες χωρίς τη δυνατότητα χορήγησης παρέκκλισης από την παραμετρική τιμή. Οι παρεκκλίσεις που χορηγήθηκαν από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 98/83/ΕΚ και εξακολουθούν να ισχύουν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας θα πρέπει ωστόσο να συνεχίσουν να ισχύουν μέχρι τη λήξη της παρέκκλισης, χωρίς να ανανεωθούν.
(16)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να χορηγούν παρεκκλίσεις από την παρούσα οδηγία. Οι παρεκκλίσεις χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για να δοθεί στα κράτη μέλη μια περίοδος έως και εννέα ετών προκειμένου να επιλύουν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με κάποια μη παραμετρική τιμή. Η διαδικασία αυτή αποδείχθηκε χρήσιμη για τα κράτη μέλη σε σχέση με τον βαθμό φιλοδοξίας της οδηγίας. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η εν λόγω διαδικασία οδήγησε σε καθυστερήσεις στην εκτέλεση επανορθωτικών ενεργειών καθώς η δυνατότητα χορήγησης παρέκκλισης θεωρήθηκε ενίοτε μεταβατική περίοδος. Ωστόσο, όσον αφορά την ενίσχυση των παραμέτρων ποιότητας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, αφενός, και τον διαρκώς συχνότερο εντοπισμό αναδυόμενων ρύπων ο οποίος επιτάσσει τη λήψη αυξημένων μέτρων αξιολόγησης, εποπτείας και διαχείρισης, αφετέρου, εξακολουθεί να είναι απαραίτητο να διατηρηθεί η διαδικασία της παρέκκλισης, προσαρμοσμένη σε αυτές τις συνθήκες, υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνιστούν ενδεχόμενο κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία και ότι η παροχή νερού ανθρώπινης κατανάλωσης στην υπό εξέταση περιοχή δεν μπορεί να διατηρηθεί με οποιοδήποτε άλλο εύλογο μέσο. Θα πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί η διάταξη που αφορά τις εξαιρέσεις στην οδηγία 98/83/ΕΚ, προκειμένου να εξασφαλιστεί μια ταχύτερη και αποτελεσματικότερη συμμόρφωση των κρατών μελών με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Οι παρεκκλίσεις που χορηγήθηκαν από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 98/83/ΕΚ και εξακολουθούν να ισχύουν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας θα πρέπει επίσης να συνεχίσουν να ισχύουν σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις που ισχύουν κατά την έγκριση της παρέκκλισης.
Τροπολογία 28
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 17
(17)  Στην απάντησή της στην ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πολιτών Right2Water το 201483 , η Επιτροπή κάλεσε τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την πρόσβαση σε ένα ελάχιστο επίπεδο ύδρευσης για όλους τους πολίτες, σύμφωνα με τις συστάσεις της ΠΟΥ. Επιπλέον, δεσμεύτηκε να συνεχίσει «να βελτιώνει την πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό [...] για το σύνολο του πληθυσμού μέσω περιβαλλοντικών πολιτικών»84. Αυτό συνάδει με τον στόχο βιώσιμης ανάπτυξης 6 του ΟΗΕ και τη σχετική επιδίωξη «να επιτευχθεί καθολική και ισότιμη πρόσβαση σε ασφαλές και οικονομικώς προσιτό πόσιμο νερό για όλους». Η έννοια της ισότιμης πρόσβασης καλύπτει ένα ευρύ φάσμα πτυχών, όπως η διαθεσιμότητα (π.χ. για γεωγραφικούς λόγους, λόγω έλλειψης υποδομών ή λόγω ιδιαίτερων περιστάσεων για ορισμένα μέρη του πληθυσμού), η ποιότητα, η αποδοχή ή η οικονομικώς προσιτή πρόσβαση. Όσον αφορά την οικονομική προσιτότητα του νερού, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι, κατά τον καθορισμό των τιμολογίων νερού σύμφωνα με την αρχή της ανάκτησης του κόστους που ορίζεται στην οδηγία 2000/60/ΕΚ, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να συνεκτιμούν τις διαφορές στις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες του πληθυσμού και μπορούν, επομένως, να θεσπίζουν κοινωνικά τιμολόγια ή να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία των πληθυσμών που βρίσκονται σε μειονεκτική κοινωνικοοικονομική θέση. Η παρούσα οδηγία ασχολείται ειδικά με τις πτυχές της πρόσβασης στο νερό που σχετίζονται με την ποιότητα και τη διαθεσιμότητα. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα αυτά, στο πλαίσιο της απάντησης στην ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πολιτών και για την υποστήριξη της υλοποίησης της αρχής 20 του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων85 που δηλώνει ότι «κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες καλής ποιότητας, στις οποίες περιλαμβάνεται η ύδρευση», θα πρέπει να ζητηθεί από τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της πρόσβασης στο νερό σε εθνικό επίπεδο, με κάποιον βαθμό διακριτικής ευχέρειας ως προς το ακριβές είδος των μέτρων που θα εφαρμοστούν. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω δράσεων που αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στη βελτίωση της πρόσβασης όλων των ανθρώπων σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης, παραδείγματος χάριν με τοποθέτηση ψυκτών ελεύθερης πρόσβασης στις πόλεις, και στην προώθηση της χρήσης του μέσω ενίσχυσης της δωρεάν παροχής νερού ανθρώπινης κατανάλωσης στα δημόσια κτίρια και τα εστιατόρια.
(17)  Στην απάντησή της στην ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πολιτών Right2Water το 201483, η Επιτροπή κάλεσε τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την πρόσβαση σε ένα ελάχιστο επίπεδο ύδρευσης για όλους τους πολίτες, σύμφωνα με τις συστάσεις της ΠΟΥ. Επιπλέον, δεσμεύτηκε να συνεχίσει «να βελτιώνει την πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό [...] για το σύνολο του πληθυσμού μέσω περιβαλλοντικών πολιτικών»84. Αυτό συνάδει με τα άρθρα 1 και 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό συνάδει επίσης με τον στόχο βιώσιμης ανάπτυξης 6 του ΟΗΕ και τη σχετική επιδίωξη «να επιτευχθεί καθολική και ισότιμη πρόσβαση σε ασφαλές και οικονομικώς προσιτό πόσιμο νερό για όλους». Η έννοια της ισότιμης πρόσβασης καλύπτει ένα ευρύ φάσμα πτυχών, όπως η διαθεσιμότητα (π.χ. για γεωγραφικούς λόγους, λόγω έλλειψης υποδομών ή λόγω ιδιαίτερων περιστάσεων για ορισμένα μέρη του πληθυσμού), η ποιότητα, η αποδοχή ή η οικονομικώς προσιτή πρόσβαση. Όσον αφορά την οικονομική προσιτότητα του νερού, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 9 παράγραφος 4 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, ότι, κατά τον καθορισμό των τιμολογίων νερού σύμφωνα με την αρχή της ανάκτησης του κόστους που ορίζεται στην αναφερθείσα οδηγία, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να συνεκτιμούν τις διαφορές στις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες του πληθυσμού και μπορούν, επομένως, να θεσπίζουν κοινωνικά τιμολόγια ή να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία των πληθυσμών που βρίσκονται σε μειονεκτική κοινωνικοοικονομική θέση. Η παρούσα οδηγία ασχολείται ειδικά με τις πτυχές της πρόσβασης στο νερό που σχετίζονται με την ποιότητα και τη διαθεσιμότητα. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα αυτά, στο πλαίσιο της απάντησης στην ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πολιτών και για την υποστήριξη της υλοποίησης της αρχής 20 του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων85 που δηλώνει ότι «κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες καλής ποιότητας, στις οποίες περιλαμβάνεται η ύδρευση», θα πρέπει να ζητηθεί από τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της οικονομικά προσιτής πρόσβασης στο νερό σε εθνικό επίπεδο, με κάποιον βαθμό διακριτικής ευχέρειας ως προς το ακριβές είδος των μέτρων που θα εφαρμοστούν. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω δράσεων που αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στη βελτίωση της πρόσβασης όλων των ανθρώπων σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης, παραδείγματος χάριν με την αποφυγή της αδικαιολόγητης ενίσχυσης των απαιτήσεων όσον αφορά την ποιότητα του νερού στο πλαίσιο της δημόσιας υγείας, πράγμα που θα αύξανε την τιμή του νερού για τους πολίτες, με τοποθέτηση ψυκτών ελεύθερης πρόσβασης στις πόλεις, και στην προώθηση της χρήσης του μέσω ενίσχυσης της δωρεάν παροχής νερού ανθρώπινης κατανάλωσης στα δημόσια κτίρια και τα εστιατόρια, σε εμπορικά κέντρα και κέντρα αναψυχής, καθώς και σε χώρους διέλευσης και χώρους μεγάλης επισκεψιμότητας, όπως σταθμοί τρένων και αεροδρόμια. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επιλέγουν ελεύθερα τον κατάλληλο συνδυασμό μέσων λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων εθνικών τους συνθηκών.
_________________
_________________
83 COM(2014)0177
83 COM(2014)0177
84 COM(2014)0177, σ. 12.
85 COM(2014)0177, σ. 12.
85 Διοργανική διακήρυξη για τον ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων (2017/C 428/09) της 17ης Νοεμβρίου 2017 (ΕΕ C 428 της 13.12.2017, σ. 10).
85 Διοργανική διακήρυξη για τον ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων (2017/C 428/09) της 17ης Νοεμβρίου 2017 (ΕΕ C 428 της 13.12.2017, σ. 10).
Τροπολογία 29
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 18
(18)  Στο ψήφισμά του σχετικά με τη συνέχεια της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας πολιτών Right2Water86, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε από τα κράτη μέλη «να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες των ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας»87. Οι ιδιαίτερες συνθήκες μειονοτικών ομάδων, όπως οι Ρομά, οι Σίντι, οι Travellers, οι Καλέ, οι Gens du voyage κ.λπ., είτε μόνιμα εγκατεστημένων είτε όχι –ιδίως η έλλειψη πρόσβασης σε πόσιμο νερό– αναγνωρίστηκαν επίσης στην έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του πλαισίου της ΕΕ για τις εθνικές στρατηγικές ένταξης των Ρομά88 και στη σύσταση του Συμβουλίου για αποτελεσματικά μέτρα ένταξης των Ρομά στα κράτη μέλη89. Με βάση αυτό το γενικότερο πλαίσιο, τα κράτη μέλη ενδείκνυται να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις ευάλωτες και περιθωριοποιημένες ομάδες, λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί η πρόσβαση των ομάδων αυτών σε νερό. Χωρίς να θίγεται το δικαίωμα των κρατών μελών να ορίζουν τα ίδια τις ομάδες αυτές, θα πρέπει να περιλαμβάνονται σε αυτές τουλάχιστον οι πρόσφυγες, οι νομαδικές κοινότητες και οι άστεγοι, καθώς και μειονοτικές ομάδες όπως οι Ρομά, οι Σίντι, οι Travellers, οι Καλέ, οι Gens du voyage κ.λπ., είτε μόνιμα εγκατεστημένες είτε όχι. Τέτοια μέτρα για την εξασφάλιση της πρόσβασης, επαφιόμενα στην κρίση των κρατών μελών, θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την παροχή εναλλακτικών συστημάτων ύδρευσης (ατομικές συσκευές επεξεργασίας), την παροχή νερού μέσω υδροφόρων (φορτηγών και δεξαμενών) και την εξασφάλιση των αναγκαίων υποδομών για τους καταυλισμούς.
(18)  Στο ψήφισμά του σχετικά με τη συνέχεια της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας πολιτών Right2Water86, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε από τα κράτη μέλη «να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες των ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας»87. Οι ιδιαίτερες συνθήκες μειονοτικών ομάδων, όπως οι Ρομά και οι Travellers, είτε μόνιμα εγκατεστημένων είτε όχι –ιδίως η έλλειψη πρόσβασης σε πόσιμο νερό– αναγνωρίστηκαν επίσης στην έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του πλαισίου της ΕΕ για τις εθνικές στρατηγικές ένταξης των Ρομά88 και στη σύσταση του Συμβουλίου για αποτελεσματικά μέτρα ένταξης των Ρομά στα κράτη μέλη89. Με βάση αυτό το γενικότερο πλαίσιο, τα κράτη μέλη ενδείκνυται να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις ευάλωτες και περιθωριοποιημένες ομάδες, λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί η πρόσβαση των ομάδων αυτών σε νερό. Με την επιφύλαξη της αρχής της ανάκτησης κόστους στον τομέα του ύδατος, βάσει της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να βελτιώσουν την πρόσβαση στο νερό για τις ευάλωτες και περιθωριοποιημένες ομάδες, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο ο εφοδιασμός σε νερό καλής ποιότητας και σε τιμή προσιτή για όλους. Χωρίς να θίγεται το δικαίωμα των κρατών μελών να ορίζουν τα ίδια τις ομάδες αυτές, θα πρέπει να περιλαμβάνονται σε αυτές τουλάχιστον οι πρόσφυγες, οι νομαδικές κοινότητες, οι άστεγοι και μειονοτικές ομάδες όπως οι Ρομά και οι Travellers, είτε μόνιμα εγκατεστημένες είτε όχι. Τέτοια μέτρα για την εξασφάλιση της πρόσβασης, επαφιόμενα στην κρίση των κρατών μελών, θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την παροχή εναλλακτικών συστημάτων ύδρευσης (ατομικές συσκευές επεξεργασίας), την παροχή νερού μέσω υδροφόρων (φορτηγών και δεξαμενών) και την εξασφάλιση των αναγκαίων υποδομών για τους καταυλισμούς. Όταν οι τοπικές δημόσιες αρχές καθίστανται υπεύθυνες για αυτές τις υποχρεώσεις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε οι αρχές αυτές να διαθέτουν επαρκείς χρηματοδοτικούς πόρους, καθώς και τεχνικό και υλικό δυναμικό, και θα πρέπει να τις στηρίζουν αναλόγως, παρέχοντάς τους, για παράδειγμα, εμπειρογνωμοσύνη. Ειδικότερα, η παροχή νερού στις ευάλωτες και περιθωριοποιημένες ομάδες δεν θα πρέπει να συνεπάγεται δυσανάλογο κόστος για τις τοπικές δημόσιες αρχές.
_________________
_________________
86 P8_TA(2015)0294
86 P8_TA(2015)0294
87 P8_TA(2015)0294, παράγραφος 62.
87 P8_TA(2015)0294, παράγραφος 62.
88 COM(2014)0209
88 COM(2014)0209
89 Σύσταση του Συμβουλίου (2013/C 378/01), της 9ης Δεκεμβρίου 2013, για αποτελεσματικά μέτρα ένταξης των Ρομά στα κράτη μέλη (ΕΕ C 378 της 24.12.2013, σ. 1).
89 Σύσταση του Συμβουλίου (2013/C 378/01), της 9ης Δεκεμβρίου 2013, για αποτελεσματικά μέτρα ένταξης των Ρομά στα κράτη μέλη (ΕΕ C 378 της 24.12.2013, σ. 1).
Τροπολογία 30
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 19
(19)  Το 7ο πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον έως το 2020 «Ευημερία εντός των ορίων του πλανήτη μας»90 προβλέπει ότι το κοινό πρέπει να έχει πρόσβαση σε σαφείς πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον σε εθνικό επίπεδο. Η οδηγία 98/83/ΕΚ περιλάμβανε προβλέψεις μόνο για την παθητική πρόσβαση σε πληροφορίες, και ως εκ τούτου ήταν αρκετό για τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι πληροφορίες θα ήταν διαθέσιμες. Οι εν λόγω διατάξεις θα πρέπει, επομένως, να αντικατασταθούν ώστε να διασφαλιστεί ότι θα υπάρχουν εύκολα προσβάσιμες ενημερωμένες πληροφορίες, για παράδειγμα σε δικτυακό τόπο ο υπερσύνδεσμος προς τον οποίο θα διανέμεται ενεργά. Οι ενημερωμένες πληροφορίες δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν μόνο τα αποτελέσματα των προγραμμάτων παρακολούθησης αλλά και πρόσθετες πληροφορίες ενδεχομένως χρήσιμες για το κοινό, όπως πληροφορίες σχετικά με τους δείκτες (σίδηρος, σκληρότητα, άλατα κ.λπ.) που συχνά επηρεάζουν την αντίληψη των καταναλωτών για το νερό της βρύσης. Για τον λόγο αυτόν, οι ενδεικτικές παράμετροι της οδηγίας 98/83/ΕΚ που δεν παρείχαν πληροφορίες σχετικές με την υγεία θα πρέπει να αντικατασταθούν από διαδικτυακές πληροφορίες πάνω στις παραμέτρους αυτές. Για τους πολύ μεγάλους φορείς ύδρευσης, πρόσθετες πληροφορίες για την ενεργειακή απόδοση, τη διαχείριση, τη διακυβέρνηση, τη διάρθρωση κόστους και την εφαρμοζόμενη επεξεργασία, μεταξύ άλλων, θα πρέπει να υπάρχουν επίσης διαθέσιμες στο διαδίκτυο. Θεωρείται ότι η βελτίωση της πληροφόρησης των καταναλωτών και της διαφάνειας θα βοηθήσουν στην αύξηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο νερό που τους παρέχεται. Αυτό, με τη σειρά του, αναμένεται να οδηγήσει στην αύξηση της χρήσης του νερού της βρύσης, με αποτέλεσμα τη μείωση των πλαστικών απορριμμάτων και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, και με θετικό αντίκτυπο για τον μετριασμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και για το περιβάλλον εν γένει.
(19)  Το 7ο πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον έως το 2020 «Ευημερία εντός των ορίων του πλανήτη μας»90 προβλέπει ότι το κοινό πρέπει να έχει πρόσβαση σε σαφείς πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον σε εθνικό επίπεδο. Η οδηγία 98/83/ΕΚ περιλάμβανε προβλέψεις μόνο για την παθητική πρόσβαση σε πληροφορίες, και ως εκ τούτου ήταν αρκετό για τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι πληροφορίες θα ήταν διαθέσιμες. Οι εν λόγω διατάξεις θα πρέπει, επομένως, να αντικατασταθούν ώστε να διασφαλιστεί ότι θα υπάρχουν εύκολα προσβάσιμες εύληπτες και ακριβείς πληροφορίες για τους καταναλωτές, για παράδειγμα σε φυλλάδιο, σε δικτυακό τόπο ή σε έξυπνη εφαρμογή. Οι ενημερωμένες πληροφορίες δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν μόνο τα αποτελέσματα των προγραμμάτων παρακολούθησης αλλά και πρόσθετες πληροφορίες ενδεχομένως χρήσιμες για το κοινό, όπως τα αποτελέσματα των μέτρων που λήφθηκαν για την εποπτεία των φορέων ύδρευσης σχετικά με τις παραμέτρους ποιότητας του νερού και πληροφορίες σχετικά με τις ενδεικτικές παραμέτρους που παρατίθενται στο παράρτημα I μέρος Bα. Για τους πολύ μεγάλους φορείς ύδρευσης, πρόσθετες πληροφορίες για την ενεργειακή απόδοση, τη διαχείριση, τη διακυβέρνηση, την τιμολογιακή διάρθρωση και την εφαρμοζόμενη επεξεργασία, μεταξύ άλλων, θα πρέπει να υπάρχουν επίσης διαθέσιμες στο διαδίκτυο. Σκοπός της βελτιωμένης ενημέρωσης των καταναλωτών με ακριβείς πληροφορίες και ενισχυμένη διαφάνεια θα πρέπει να είναι η αύξηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο νερό που τους παρέχεται καθώς και στις υπηρεσίες υδροδότησης, θα πρέπει δε να οδηγήσει στην αύξηση της χρήσης του νερού της βρύσης ως πόσιμου, πράγμα που μπορεί να συμβάλει στη μείωση της χρήσης πλαστικού, των πλαστικών απορριμμάτων και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, και σε θετικό αντίκτυπο για τον μετριασμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και για το περιβάλλον εν γένει.
_________________
_________________
90 Απόφαση αριθ. 1386/2013/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, σχετικά με γενικό ενωσιακό πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον έως το 2020 «Ευημερία εντός των ορίων του πλανήτη μας» (ΕΕ L 354 της 28.12.2013, σ. 171).
90 Απόφαση αριθ. 1386/2013/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, σχετικά με γενικό ενωσιακό πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον έως το 2020 «Ευημερία εντός των ορίων του πλανήτη μας» (ΕΕ L 354 της 28.12.2013, σ. 171).
Τροπολογία 31
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 20
(20)  Για τους ίδιους λόγους, και για να έχουν οι καταναλωτές μεγαλύτερη επίγνωση των συνεπειών της κατανάλωσης νερού, θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν (για παράδειγμα μαζί με το τιμολόγιό τους ή μέσω έξυπνων εφαρμογών) πληροφορίες σχετικά με τον όγκο που καταναλώνουν, τη διάρθρωση του κόστους του τιμολογίου που χρεώνονται από τον φορέα ύδρευσης, συμπεριλαμβανομένων των μεταβλητών και των πάγιων δαπανών, καθώς και σχετικά με την τιμή ανά λίτρο νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η σύγκριση με την τιμή του εμφιαλωμένου νερού.
(20)  Για τους ίδιους λόγους, και για να έχουν οι καταναλωτές μεγαλύτερη επίγνωση των συνεπειών της κατανάλωσης νερού, θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν με τρόπο εύκολα προσβάσιμο (για παράδειγμα μαζί με τον λογαριασμό τους ή μέσω έξυπνων εφαρμογών) πληροφορίες σχετικά με τον όγκο που καταναλώνουν ετησίως, σχετικά με αλλαγές στην κατανάλωση, συγκριτικά στοιχεία με τη μέση κατανάλωση ανά νοικοκυριό, εφόσον ο φορέας ύδρευσης διαθέτει τέτοιες πληροφορίες, τη διάρθρωση του τιμολογίου που χρεώνονται από τον φορέα ύδρευσης, συμπεριλαμβανομένων των μεταβλητών και των πάγιων τμημάτων του, καθώς και σχετικά με την τιμή ανά λίτρο νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η σύγκριση με την τιμή του εμφιαλωμένου νερού.
Τροπολογία 32
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 21
(21)  Οι αρχές που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των τιμολογίου νερού, και συγκεκριμένα η ανάκτηση κόστους για τις υπηρεσίες ύδρευσης και η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», περιγράφονται στην οδηγία 2000/60/ΕΚ. Ωστόσο, η οικονομική βιωσιμότητα της παροχής υπηρεσιών ύδρευσης δεν είναι εξασφαλισμένη σε όλες τις περιπτώσεις, γεγονός που οδηγεί ενίοτε σε ανεπαρκείς επενδύσεις στη συντήρηση των υποδομών ύδρευσης. Χάρη στη βελτίωση των τεχνικών παρακολούθησης, διαπιστώνονται ολοένα και περισσότερο τα ποσοστά διαρροών –που οφείλονται κατά κύριο λόγο σε αυτή την ανεπάρκεια επενδύσεων– και θα πρέπει να ενθαρρύνονται οι προσπάθειες μείωσης των απωλειών νερού σε επίπεδο Ένωσης, ώστε να βελτιώνεται η αποδοτικότητα των υποδομών ύδρευσης. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, το πρόβλημα αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω της αύξησης της διαφάνειας και της πληροφόρησης των καταναλωτών σχετικά με τα ποσοστά διαρροών και την ενεργειακή απόδοση.
(21)  Οι θεμελιώδεις αρχές που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των τιμολογίων νερού, με την επιφύλαξη του άρθρου 9 παράγραφος 4 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, και συγκεκριμένα η ανάκτηση κόστους για τις υπηρεσίες ύδρευσης και η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», περιγράφονται στην αναφερθείσα οδηγία. Ωστόσο, η οικονομική βιωσιμότητα της παροχής υπηρεσιών ύδρευσης δεν είναι εξασφαλισμένη σε όλες τις περιπτώσεις, γεγονός που οδηγεί ενίοτε σε ανεπαρκείς επενδύσεις στη συντήρηση των υποδομών ύδρευσης. Χάρη στη βελτίωση των τεχνικών παρακολούθησης, διαπιστώνονται όλο και σαφέστερα τα επίπεδα διαρροών –που οφείλονται κατά κύριο λόγο σε αυτή την ανεπάρκεια επενδύσεων– και θα πρέπει να ενθαρρύνονται οι προσπάθειες μείωσης των απωλειών νερού σε επίπεδο Ένωσης, ώστε να βελτιώνεται η αποδοτικότητα των υποδομών ύδρευσης. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, προκειμένου να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση γύρω από το πρόβλημα αυτό, οι πληροφορίες που σχετίζονται με αυτό θα πρέπει να κοινοποιούνται στους καταναλωτές με πιο διαφανή τρόπο.
Τροπολογία 34
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 25
(25)  Σύμφωνα με την παράγραφο 22 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, η Επιτροπή οφείλει να διενεργήσει αξιολόγηση της παρούσας οδηγίας εντός ορισμένης προθεσμίας από την ημερομηνία που τάσσεται για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο. Η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να βασίζεται στην εμπειρία που αποκτήθηκε και στα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν κατά την εφαρμογή της οδηγίας, καθώς και πάνω σε σχετικά επιστημονικά, αναλυτικά και επιδημιολογικά στοιχεία και σε τυχόν διαθέσιμες συστάσεις της ΠΟΥ.
(25)  Σύμφωνα με την παράγραφο 22 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, η Επιτροπή οφείλει να διενεργήσει αξιολόγηση της παρούσας οδηγίας εντός ορισμένης προθεσμίας από την ημερομηνία που τάσσεται για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο. Η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να βασίζεται στην εμπειρία που αποκτήθηκε και στα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν κατά την εφαρμογή της οδηγίας, σε τυχόν διαθέσιμες συστάσεις της ΠΟΥ, καθώς και σε σχετικά επιστημονικά, αναλυτικά και επιδημιολογικά στοιχεία.
Τροπολογία 35
Πρόταση οδηγίας
Αιτιολογική σκέψη 28
(28)  Για την προσαρμογή της παρούσας οδηγίας στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο ή για τον καθορισμό απαιτήσεων παρακολούθησης στο πλαίσιο της εκτίμησης επικινδυνότητας και της εκτίμησης κινδύνου οικιακής διανομής, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης, η εξουσία έκδοσης πράξεων για την τροποποίηση των παραρτημάτων I έως IV της παρούσας οδηγίας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου. Ειδικότερα, για να εξασφαλιστεί ισότιμη συμμετοχή στην εκπόνηση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, οι οποίοι έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που χειρίζονται την εκπόνηση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Επιπλέον, η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο παράρτημα Ι μέρος Γ σημείωση 10 της οδηγίας 98/83/ΕΚ, για τον καθορισμό συχνοτήτων ελέγχου και μεθόδων παρακολούθησης για ραδιενεργές ουσίες, είναι πλέον άνευ αντικειμένου λόγω της έκδοσης της οδηγίας 2013/51/Ευρατόμ του Συμβουλίου96 και θα πρέπει επομένως να διαγραφεί. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο παράρτημα III μέρος Α δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 98/83/ΕΚ σχετικά με τροποποιήσεις της οδηγίας δεν είναι πλέον απαραίτητη και θα πρέπει να διαγραφεί.
(28)  Για την προσαρμογή της παρούσας οδηγίας στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο ή για τον καθορισμό απαιτήσεων παρακολούθησης στο πλαίσιο της εκτίμησης επικινδυνότητας και της εκτίμησης κινδύνου οικιακής διανομής, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης, η εξουσία έκδοσης πράξεων για την τροποποίηση των παραρτημάτων I έως IV της παρούσας οδηγίας και λήψης των μέτρων που απαιτούνται στο πλαίσιο των τροποποιήσεων του άρθρου 10α. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου. Ειδικότερα, για να εξασφαλιστεί ισότιμη συμμετοχή στην εκπόνηση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, οι οποίοι έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που χειρίζονται την εκπόνηση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Επιπλέον, η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο παράρτημα Ι μέρος Γ σημείωση 10 της οδηγίας 98/83/ΕΚ, για τον καθορισμό συχνοτήτων ελέγχου και μεθόδων παρακολούθησης για ραδιενεργές ουσίες, είναι πλέον άνευ αντικειμένου λόγω της έκδοσης της οδηγίας 2013/51/Ευρατόμ του Συμβουλίου96 και θα πρέπει επομένως να διαγραφεί. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο παράρτημα III μέρος Α δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 98/83/ΕΚ σχετικά με τροποποιήσεις της οδηγίας δεν είναι πλέον απαραίτητη και θα πρέπει να διαγραφεί.
_________________
_________________
96 Οδηγία 2013/51/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, περί θεσπίσεως απαιτήσεων προστασίας της υγείας του πληθυσμού από ραδιενεργές ουσίες που περιέχονται στο νερό ανθρώπινης κατανάλωσης (ΕΕ L 296 της 7.11.2013, σ. 12).
96 Οδηγία 2013/51/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, περί θεσπίσεως απαιτήσεων προστασίας της υγείας του πληθυσμού από ραδιενεργές ουσίες που περιέχονται στο νερό ανθρώπινης κατανάλωσης (ΕΕ L 296 της 7.11.2013, σ. 12).
Τροπολογία 36
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 1 – παράγραφος 1
1.  Η παρούσα οδηγία αφορά την ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης.
1.  Η παρούσα οδηγία αφορά την ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης για όλους στη Ένωση.
Τροπολογίες 163, 189, 207 και 215
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 1 – παράγραφος 2
2.  Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η προστασία της ανθρώπινης υγείας από τις δυσμενείς επιπτώσεις που οφείλονται στη μόλυνση του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, μέσω της εξασφάλισης ότι είναι υγιεινό και καθαρό.
2.  Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η προστασία της ανθρώπινης υγείας από τις δυσμενείς επιπτώσεις που οφείλονται στη μόλυνση του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, μέσω της εξασφάλισης ότι είναι υγιεινό και καθαρό, καθώς και η παροχή καθολικής πρόσβασης σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης.
Τροπολογία 38
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 1
1)  «νερό ανθρώπινης κατανάλωσης»: το νερό, είτε στη φυσική του κατάσταση είτε μετά από επεξεργασία, που προορίζεται για πόση, μαγείρευμα, προπαρασκευή ή παραγωγή τροφής, ή άλλες οικιακές χρήσεις, είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς χώρους , ανεξάρτητα από την προέλευσή του και από το αν παρέχεται από δίκτυο διανομής, αν παρέχεται από βυτίο, ή, προκειμένου για νερά πηγής, αν εμφιαλώνεται .
1)  «νερό ανθρώπινης κατανάλωσης»: το νερό, είτε στη φυσική του κατάσταση είτε μετά από επεξεργασία, που προορίζεται για πόση, μαγείρευμα, προπαρασκευή ή παραγωγή τροφής, ή για άλλους σκοπούς σχετικούς με τα τρόφιμα, ή άλλες οικιακές χρήσεις, είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς χώρους, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων τροφίμων, ανεξάρτητα από την προέλευσή του και από το αν παρέχεται από δίκτυο διανομής, αν παρέχεται από βυτίο ή αν εμφιαλώνεται ή τοποθετείται σε δοχεία.
Τροπολογία 39
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 2
2)  «οικιακά συστήματα διανομής» οι σωληνώσεις, τα εξαρτήματα και οι συσκευές που έχουν εγκατασταθεί μεταξύ των βρυσών που συνήθως χρησιμοποιούνται για ανθρώπινη κατανάλωση είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς χώρους και του δικτύου διανομής, αλλά μόνον εφόσον αυτά δεν υπάγονται στην ευθύνη του φορέα ύδρευσης, υπό την ιδιότητά του αυτή , σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία .
(Δεν αφορά το ελληνικό κείμενο)
Τροπολογία 40
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 3
3)  «φορέας ύδρευσης» οντότητα που παρέχει τουλάχιστον 10 m3 νερού ανθρώπινης κατανάλωσης ανά ημέρα κατά μέσο όρο.
3)  «φορέας ύδρευσης» νομική οντότητα που παρέχει τουλάχιστον 10 m3 νερού ανθρώπινης κατανάλωσης ανά ημέρα κατά μέσο όρο.
Τροπολογία 41
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 3 α (νέο)
3α)  «πολύ μικρός φορέας ύδρευσης» φορέας ύδρευσης που παρέχει λιγότερα από 50 m3 ανά ημέρα ή εξυπηρετεί λιγότερα από 250 άτομα.
Τροπολογία 42
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 4
4)  «μικρός φορέας ύδρευσης» φορέας ύδρευσης που παρέχει λιγότερα από 500 m3 ανά ημέρα ή εξυπηρετεί λιγότερα από 5 000 άτομα.
4)  «μικρός φορέας ύδρευσης» φορέας ύδρευσης που παρέχει λιγότερα από 500 m3 ανά ημέρα ή εξυπηρετεί λιγότερα από 2 500 άτομα.
Τροπολογία 43
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 4 α (νέο)
4α)  «μεσαίος φορέας ύδρευσης» φορέας ύδρευσης που παρέχει τουλάχιστον 500 m3 ανά ημέρα ή εξυπηρετεί τουλάχιστον 2 500 άτομα.
Τροπολογία 44
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 5
5)  «μεγάλος φορέας ύδρευσης» φορέας ύδρευσης που παρέχει τουλάχιστον 500 m3 ανά ημέρα ή εξυπηρετεί τουλάχιστον 5 000 άτομα.
5)  «μεγάλος φορέας ύδρευσης» φορέας ύδρευσης που παρέχει τουλάχιστον 5 000 m3 ανά ημέρα ή εξυπηρετεί τουλάχιστον 25 000 άτομα.
Τροπολογία 45
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 6
6)  «πολύ μεγάλος φορέας ύδρευσης»: φορέας ύδρευσης που παρέχει τουλάχιστον 5 000 m3 ανά ημέρα ή εξυπηρετεί τουλάχιστον 50 000 άτομα.
6)  «πολύ μεγάλος φορέας ύδρευσης»: φορέας ύδρευσης που παρέχει τουλάχιστον 20 000 m3 ανά ημέρα ή εξυπηρετεί τουλάχιστον 100 000 άτομα.
Τροπολογία 46
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 7
7)  «χώροι προτεραιότητας»: μεγάλοι χώροι με πολλούς χρήστες που ενδέχεται να εκτεθούν σε κινδύνους που συνδέονται με το νερό, όπως νοσοκομεία, ιδρύματα υγειονομικής περίθαλψης, κτίρια με εγκαταστάσεις διαμονής, σωφρονιστικά ιδρύματα και εγκαταστάσεις κάμπινγκ, όπως αυτά προσδιορίζονται από τα κράτη μέλη.
7)  «χώροι προτεραιότητας»: μεγάλοι δημόσιοι χώροι με πολλά άτομα, ιδίως ευάλωτα άτομα, που ενδέχεται να εκτεθούν σε κινδύνους που συνδέονται με το νερό, όπως νοσοκομεία, ιδρύματα υγειονομικής περίθαλψης, οίκοι ευγηρίας, σχολικά, πανεπιστημιακά ιδρύματα και άλλες εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις, βρεφονηπιακοί σταθμοί, αθλητικές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις αναψυχής και εκθεσιακοί χώροι, κτίρια με εγκαταστάσεις διαμονής, σωφρονιστικά ιδρύματα και εγκαταστάσεις κάμπινγκ, όπως προσδιορίζονται από τα κράτη μέλη.
Τροπολογία 47
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 8 α (νέο)
8α)   «επιχείρηση τροφίμων» επιχείρηση τροφίμων όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002.
Τροπολογία 48
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 3 – παράγραφος 1 α (νέα)
1α.  Όσον αφορά το νερό που χρησιμοποιείται στις επιχειρήσεις τροφίμων για την παρασκευή, την επεξεργασία, τη συντήρηση ή την εμπορία προϊόντων ή ουσιών που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, ισχύουν μόνο τα άρθρα 4, 5, 6 και 11 της παρούσας οδηγίας. Ωστόσο δεν ισχύει κανένα από τα άρθρα της οδηγίας, όταν ένας φορέας εκμετάλλευσης επιχείρησης τροφίμων μπορεί να αποδείξει κατά τρόπο που να ικανοποιεί τις εθνικές αρχές ότι η ποιότητα του νερού που χρησιμοποιεί δεν μπορεί να επηρεάσει την υγιεινή των προϊόντων ή ουσιών που προκύπτουν από τις δραστηριότητές του και ότι τα εν λόγω προϊόντα ή ουσίες συμμορφώνονται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
________________
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την υγιεινή των τροφίμων (ΕΕ L 139 της 30.4.2004, σ. 1).
Τροπολογία 49
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 3 – παράγραφος 1 β (νέα)
1β.  Παραγωγός νερού ανθρώπινης κατανάλωσης το οποίο τοποθετείται σε φιάλες ή δοχεία δεν θεωρείται φορέας ύδρευσης.
Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται στο νερό ανθρώπινης κατανάλωσης που τοποθετείται σε φιάλες ή δοχεία, εφόσον δεν καλύπτονται από υποχρεώσεις που απορρέουν από άλλη ενωσιακή νομοθεσία.
Τροπολογία 50
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 3 – παράγραφος 1 γ (νέα)
1γ.  Τα σκάφη που αφαλατώνουν νερό, μεταφέρουν επιβάτες και ενεργούν ως φορείς ύδρευσης, υπόκεινται μόνο στα άρθρα 1 έως 7 και 9 έως 12 της παρούσας οδηγίας και των παραρτημάτων της.
Τροπολογία 51
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ
γ)  τα κράτη μέλη έχουν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις που παρατίθενται στα άρθρα 5 έως 12 της παρούσας οδηγίας.
γ)  τα κράτη μέλη έχουν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις που παρατίθενται:
i)   στα άρθρα 4 έως 12 της παρούσας οδηγίας για νερό ανθρώπινης κατανάλωσης που παρέχεται στους τελικούς καταναλωτές από δίκτυο διανομής ή από βυτίο·
ii)  στα άρθρα 4, 5 και 6 και στο άρθρο 11 παράγραφος 4 της παρούσας οδηγίας για το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης που τοποθετείται σε φιάλες ή δοχεία σε επιχείρηση τροφίμων·
iii)  στα άρθρα 4, 5, 6 και 11 της παρούσας οδηγίας, για το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης που παράγεται και χρησιμοποιείται σε επιχείρηση τροφίμων για την παραγωγή, την επεξεργασία και τη διανομή τροφίμων.
Τροπολογία 52
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 2
2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα μέτρα που λαμβάνονται για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας δεν οδηγούν, σε καμιά περίπτωση, σε άμεση ή έμμεση υποβάθμιση της σημερινής ποιότητας του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, ούτε σε αύξηση της ρύπανσης του νερού που χρησιμοποιείται για την παραγωγή νερού ανθρώπινης κατανάλωσης .
2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα μέτρα που λαμβάνονται για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας τηρούν πλήρως την αρχή της προφύλαξης και δεν οδηγούν, σε καμιά περίπτωση, σε άμεση ή έμμεση υποβάθμιση της σημερινής ποιότητας του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, ούτε σε αύξηση της ρύπανσης του νερού που χρησιμοποιείται για την παραγωγή νερού ανθρώπινης κατανάλωσης.
Τροπολογία 53
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 2 α (νέα)
2α.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν σε εκτίμηση των επιπέδων διαρροής ύδατος στην επικράτειά τους και των δυνατοτήτων βελτίωσης ως προς τη μείωση των διαρροών νερού στον τομέα του πόσιμου νερού. Η εκτίμηση αυτή λαμβάνει υπόψη τις σχετικές υγειονομικές, περιβαλλοντικές, τεχνικές και οικονομικές πτυχές. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022, εθνικούς στόχους για τη μείωση των επιπέδων διαρροής των φορέων ύδρευσής τους στην επικράτειά τους έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030. Τα κράτη μέλη καθιερώνουν ουσιαστικά κίνητρα για να διασφαλίσουν ότι οι φορείς ύδρευσης στο έδαφός τους θα ανταποκρίνονται στους εθνικούς στόχους.
Τροπολογία 54
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 4 – παράγραφος 2 β (νέα)
2β.  Εάν αρμόδια αρχή που είναι επιφορτισμένη με την παραγωγή και τη διανομή του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης αναθέσει τη διαχείριση του συνόλου ή μέρους των δραστηριοτήτων παραγωγής ή προμήθειας νερού σε φορέα ύδρευσης, η σύμβαση μεταξύ της αρμόδιας αρχής και του φορέα ύδρευσης προσδιορίζει τις ευθύνες κάθε μέρους δυνάμει της παρούσας οδηγίας.
Τροπολογία 55
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 5 – παράγραφος 1
1.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν τιμές για τις παραμέτρους του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα I, τέτοιες ώστε να είναι τουλάχιστον εξίσου αυστηρές με τις τιμές που καθορίζονται εκεί .
1.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν τιμές για τις παραμέτρους του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα I.
Τροπολογία 56
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 5 – παράγραφος 1 α (νέα)
1α.  Οι τιμές που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν είναι λιγότερο αυστηρές από τις τιμές που καθορίζονται στα μέρη Α, Β και Βα του παραρτήματος I. Όσον αφορά τις παραμέτρους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι μέρος Βα, οι τιμές καθορίζονται μόνο για λόγους παρακολούθησης και για την τήρηση των υποχρεώσεων που ορίζονται στο άρθρο 12.
Τροπολογία 57
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 5 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 α (νέο)
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι οι παράγοντες επεξεργασίας, τα υλικά και οι διαδικασίες απολύμανσης που χρησιμοποιούνται για απολύμανση στα συστήματα παροχής νερού δεν επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης. Οποιαδήποτε μόλυνση του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης από τη χρήση τέτοιων παραγόντων, υλικών και διαδικασιών ελαχιστοποιείται χωρίς, ωστόσο, να περιορίζεται η αποτελεσματικότητα της απολύμανσης.
Τροπολογία 58
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος
Οι παραμετρικές τιμές που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5 για τις παραμέτρους που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι μέρη Α και Β πρέπει να τηρούνται:
Οι παραμετρικές τιμές που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5 για τις παραμέτρους που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι μέρη Α, Β και Γ τηρούνται:
Τροπολογία 59
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ
γ)  για το νερό πηγής , στο σημείο στο οποίο το νερό τοποθετείται σε φιάλες ,
γ)  για το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης που τοποθετείται σε φιάλες ή δοχεία, στο σημείο στο οποίο το νερό τοποθετείται σε φιάλες ή δοχεία.
Τροπολογία 60
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ α (νέο)
γα)  για το νερό που χρησιμοποιείται σε επιχείρηση παραγωγής τροφίμων η οποία προμηθεύεται νερό από φορέα ύδρευσης, στο σημείο παράδοσης στην επιχείρηση.
Τροπολογία 61
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 α (νέα)
1α.  Στην περίπτωση του νερού που καλύπτεται από την παράγραφο 1 στοιχείο α), τα κράτη μέλη τεκμαίρεται ότι πληρούν τις υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου, εφόσον είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι η μη τήρηση των παραμέτρων που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5 οφείλεται σε ιδιωτικό σύστημα διανομής ή στη συντήρησή του, εξαιρουμένων των χώρων προτεραιότητας.
Τροπολογία 62
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – παράγραφος 1 – στοιχείο α
α)  εκτίμηση επικινδυνότητας στα υδατικά συστήματα που χρησιμοποιούνται για την άντληση νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, σύμφωνα με το άρθρο 8·
α)  εκτίμηση επικινδυνότητας στα υδατικά συστήματα ή σε μέρη των υδατικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την άντληση νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, η οποία διεξάγεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 8·
Τροπολογία 63
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – παράγραφος 1 – στοιχείο β
β)  εκτίμηση κινδύνου στην παροχή, διενεργούμενη από τους φορείς ύδρευσης με σκοπό την παρακολούθηση της ποιότητας του νερού που αυτοί παρέχουν, σύμφωνα με το άρθρο 9 και το παράρτημα II μέρος Γ·
β)  εκτίμηση κινδύνου στην παροχή, διενεργούμενη από τους φορείς ύδρευσης σε κάθε σύστημα παροχής νερού με σκοπό τη διασφάλιση και την παρακολούθηση της ποιότητας του νερού που αυτοί παρέχουν, σύμφωνα με το άρθρο 9 και το παράρτημα II μέρος Γ·
Τροπολογία 64
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – παράγραφος 1 α (νέα)
1α.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προσαρμόζουν την εφαρμογή της προσέγγισης βάσει κινδύνου, χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο τον στόχο της παρούσας οδηγίας σχετικά με την ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης και την υγεία των καταναλωτών, όταν υπάρχουν ιδιαίτεροι περιορισμοί λόγω γεωγραφικών συνθηκών, όπως ο απομακρυσμένος χαρακτήρας ή η προσπελασιμότητα της ζώνης ύδρευσης.
Τροπολογία 65
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – παράγραφος 1 β (νέα)
1β.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν σαφή και κατάλληλη κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των ενδιαφερόμενων παραγόντων, όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη, για την εφαρμογή της προσέγγισης βάσει κινδύνου όσον αφορά τα υδατικά συστήματα που χρησιμοποιούνται για την άντληση νερού ανθρώπινης κατανάλωσης και τα οικιακά συστήματα διανομής. Αυτή η κατανομή αρμοδιοτήτων είναι προσαρμοσμένη στο θεσμικό και νομικό τους πλαίσιο.
Τροπολογία 66
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – παράγραφος 2
2.  Εκτιμήσεις επικινδυνότητας θα έχουν διενεργηθεί μέχρι την ... [3 έτη από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο]. Επανεξετάζονται κάθε 3 έτη και επικαιροποιούνται όποτε κρίνεται απαραίτητο.
2.  Εκτιμήσεις επικινδυνότητας διενεργούνται μέχρι την ... [3 έτη από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο]. Επανεξετάζονται κάθε 3 έτη, λαμβανομένης υπόψη της απαίτησης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 7 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, τα κράτη μέλη να εντοπίζουν τα υδατικά συστήματα, και επικαιροποιούνται όποτε κρίνεται απαραίτητο.
Τροπολογία 67
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – παράγραφος 3
3.  Εκτιμήσεις κινδύνου στην παροχή διενεργούνται από τους πολύ μεγάλους και τους μεγάλους φορείς ύδρευσης μέχρι την ... [3 έτη από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο] και από τους μικρούς φορείς ύδρευσης μέχρι την ... [6 έτη από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο]. Επανεξετάζονται ανά τακτά διαστήματα και το αργότερο κάθε 6 έτη και επικαιροποιούνται όποτε κρίνεται απαραίτητο.
3.  Εκτιμήσεις κινδύνου στην παροχή διενεργούνται από τους φορείς ύδρευσης μέχρι την ... [6 έτη από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο]. Επανεξετάζονται ανά τακτά διαστήματα και το αργότερο κάθε 6 έτη και επικαιροποιούνται όποτε κρίνεται απαραίτητο.
Τροπολογία 68
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – παράγραφος 3 α (νέα)
3α.  Κατ’ εφαρμογή των άρθρων 8 και 9 της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα στο πλαίσιο των προγραμμάτων για τη λήψη των μέτρων και των σχεδίων διαχείρισης λεκάνης απορροής ποταμού που προβλέπονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 11 και στο άρθρο 13 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ.
Τροπολογία 69
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 7 – παράγραφος 4
4.   Εκτιμήσεις κινδύνου οικιακής διανομής θα έχουν διενεργηθεί μέχρι την ... [3 έτη από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο]. Επανεξετάζονται κάθε 3 έτη και επικαιροποιούνται όποτε κρίνεται απαραίτητο.
4.   Εκτιμήσεις κινδύνου οικιακής διανομής στους χώρους που προβλέπει το άρθρο 10 παράγραφος 1 διενεργούνται μέχρι την ... [3 έτη από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο]. Επανεξετάζονται κάθε 3 έτη και επικαιροποιούνται όποτε κρίνεται απαραίτητο.
Τροπολογία 70
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – τίτλος
Εκτίμηση επικινδυνότητας στα υδατικά συστήματα που χρησιμοποιούνται για την άντληση νερού ανθρώπινης κατανάλωσης
Εκτίμηση, παρακολούθηση και διαχείριση των κινδύνων για τα υδατικά συστήματα που χρησιμοποιούνται για την άντληση νερού ανθρώπινης κατανάλωσης
Τροπολογία 71
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος
1.  Με την επιφύλαξη των άρθρων 6 και 7 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι διενεργείται εκτίμηση επικινδυνότητας που καλύπτει τα υδατικά συστήματα που χρησιμοποιούνται για την άντληση νερού ανθρώπινης κατανάλωσης και από τα οποία λαμβάνονται περισσότερα από 10 m3 ανά ημέρα κατά μέσο όρο. Η εκτίμηση επικινδυνότητας περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
1.  Με την επιφύλαξη της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, και ιδίως των άρθρων 4 και 8, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, από κοινού με τις αντίστοιχες αρμόδιες για τα ύδατα αρχές, ότι διενεργείται εκτίμηση επικινδυνότητας που καλύπτει τα υδατικά συστήματα που χρησιμοποιούνται για την άντληση νερού ανθρώπινης κατανάλωσης και από τα οποία λαμβάνονται περισσότερα από 10 m3 ανά ημέρα κατά μέσο όρο. Η εκτίμηση επικινδυνότητας περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
Τροπολογία 72
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – στοιχείο α
α)  προσδιορισμός και γεωγραφικά στοιχεία αναφοράς όλων των σημείων υδροληψίας στα υδατικά συστήματα που καλύπτονται από την εκτίμηση επικινδυνότητας·
α)  προσδιορισμός και γεωγραφικά στοιχεία αναφοράς όλων των σημείων υδροληψίας στα υδατικά συστήματα ή σε μέρη των υδατικών συστημάτων που καλύπτονται από την εκτίμηση επικινδυνότητας. Καθώς τα δεδομένα που αναφέρονται στο παρόν στοιχείο έχουν δυνητικά ευαίσθητο χαρακτήρα, ιδίως όσον αφορά την προστασία της δημόσιας υγείας, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω δεδομένα προστατεύονται και κοινοποιούνται μόνο στις αρμόδιες αρχές·
Τροπολογία 73
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – στοιχείο β
β)  χαρτογράφηση των ζωνών ασφαλείας, εφόσον έχουν καθοριστεί τέτοιες ζώνες σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, και των προστατευόμενων περιοχών που αναφέρονται στο άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας·
β)  χαρτογράφηση των ζωνών ασφαλείας, εφόσον έχουν καθοριστεί τέτοιες ζώνες σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ·
Τροπολογία 216
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ
γ)  προσδιορισμός των πηγών επικινδυνότητας και των πιθανών πηγών ρύπανσης που επηρεάζουν τα υδατικά συστήματα που καλύπτονται από την εκτίμηση επικινδυνότητας. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν την επισκόπηση των επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων που έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τις σημαντικές πιέσεις που συλλέγονται σύμφωνα με το σημείο 1.4 του παραρτήματος ΙΙ της εν λόγω οδηγίας·
γ)  προσδιορισμός των πηγών επικινδυνότητας και των πιθανών πηγών ρύπανσης που επηρεάζουν τα υδατικά συστήματα που καλύπτονται από την εκτίμηση επικινδυνότητας. Αυτή η έρευνα και ο προσδιορισμός πηγών ρύπανσης επικαιροποιούνται τακτικά για την ανίχνευση νέων ουσιών που επηρεάζουν τα μικροπλαστικά, ιδίως PFAS. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν την επισκόπηση των επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων που έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τις σημαντικές πιέσεις που συλλέγονται σύμφωνα με το σημείο 1.4 του παραρτήματος ΙΙ της εν λόγω οδηγίας·
Τροπολογία 75
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ – εισαγωγικό μέρος
δ)  τακτική παρακολούθηση, στα υδατικά συστήματα που καλύπτονται από την εκτίμηση επικινδυνότητας, των σχετικών ρύπων που επιλέγονται από τους ακόλουθους καταλόγους:
δ)  τακτική παρακολούθηση, στα υδατικά συστήματα ή τα μέρη υδατικών συστημάτων που καλύπτονται από την εκτίμηση επικινδυνότητας των ρύπων που έχουν σχέση με την ύδρευση και επιλέγονται από τους ακόλουθους καταλόγους:
Τροπολογία 76
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ – σημείο iv
iv)  άλλοι σχετικοί ρύποι, όπως τα μικροπλαστικά, ή συγκεκριμένοι ρύποι λεκανών απορροής ποταμών που έχουν καθοριστεί από τα κράτη μέλη με βάση την επισκόπηση των επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων που έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τις σημαντικές πιέσεις που συλλέγονται σύμφωνα με το σημείο 1.4 του παραρτήματος II της εν λόγω οδηγίας.
iv)  παράμετροι για σκοπούς παρακολούθησης μόνο στο παράρτημα Ι μέρος Γα, ή άλλοι σχετικοί ρύποι, όπως τα μικροπλαστικά, εφόσον έχει καταρτιστεί μεθοδολογία για τη μέτρηση μικροπλαστικών όπως ορίζεται στο άρθρο 11 παράγραφος 5δ, ή συγκεκριμένοι ρύποι λεκανών απορροής ποταμών που έχουν καθοριστεί από τα κράτη μέλη με βάση την επισκόπηση των επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων που έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τις σημαντικές πιέσεις που συλλέγονται σύμφωνα με το σημείο 1.4 του παραρτήματος II της εν λόγω οδηγίας.
Τροπολογία 77
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 8 – εδάφιο 1 α (νέο)
Οι πολύ μικροί φορείς ύδρευσης μπορούν να εξαιρεθούν από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παρούσας παραγράφου, εφόσον η αρμόδια αρχή λάβει προηγουμένως επικαιροποιημένη και τεκμηριωμένη ενημέρωση για τις σχετικές παραμέτρους που αναφέρουν τα παραπάνω στοιχεία. Η εξαίρεση αυτή επανεξετάζεται από την αρμόδια αρχή το λιγότερο κάθε τρία έτη και επικαιροποιείται όποτε κρίνεται απαραίτητο.
Τροπολογία 217
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – εδάφιο 3
Για την τακτική παρακολούθηση, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν την παρακολούθηση που διενεργείται σύμφωνα με άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης.
Για την τακτική παρακολούθηση, καθώς και για τον σκοπό της ανίχνευσης νέων βλαβερών ουσιών μέσω νέων ερευνών, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν την παρακολούθηση και έρευνα που διενεργείται, και την προβλεπόμενη ερευνητική ικανότητα, σύμφωνα με άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης.
Τροπολογία 78
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 3
3.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στους φορείς ύδρευσης που χρησιμοποιούν το υδατικό σύστημα που εξετάζεται στην εκτίμηση επικινδυνότητας τα αποτελέσματα της παρακολούθησης που διενεργήθηκε βάσει της παραγράφου 1 στοιχείο δ) και μπορούν, με βάση αυτά τα αποτελέσματα παρακολούθησης:
διαγράφεται
α)   να απαιτήσουν από τους φορείς ύδρευσης να διενεργήσουν επιπρόσθετη παρακολούθηση ή επεξεργασία ορισμένων παραμέτρων·
β)   να επιτρέψουν στους φορείς ύδρευσης να ελαττώσουν τη συχνότητα παρακολούθησης ορισμένων παραμέτρων χωρίς να απαιτηθεί η διεξαγωγή εκτίμησης κινδύνου στην παροχή, εφόσον οι παράμετροι αυτές δεν αποτελούν βασικές παραμέτρους υπό την έννοια του παραρτήματος ΙΙ μέρος Β σημείο 1 και εφόσον δεν υπάρχει ευλόγως αναμενόμενος παράγοντας που να μπορεί να προκαλέσει υποβάθμιση της ποιότητας του νερού.
Τροπολογία 79
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 4
4.  Στις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται σε έναν φορέα ύδρευσης να ελαττώσει τη συχνότητα παρακολούθησης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β), τα κράτη μέλη συνεχίζουν να παρακολουθούν τακτικά τις εν λόγω παραμέτρους στο υδατικό σύστημα που καλύπτεται από την εκτίμηση επικινδυνότητας.
διαγράφεται
Τροπολογία 80
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 5 – εδάφιο 1 – εισαγωγικό μέρος
Με βάση τις πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 και που συγκεντρώνονται βάσει της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ακόλουθα μέτρα σε συνεργασία με τους φορείς ύδρευσης και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς, ή διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται τα μέτρα αυτά από τους φορείς ύδρευσης:
Με βάση τις πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 και που συγκεντρώνονται βάσει της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ακόλουθα μέτρα σε συνεργασία με τους φορείς ύδρευσης και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς:
Τροπολογία 178
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 5 – εδάφιο 1 – στοιχείο α
α)  προληπτικά μέτρα για τη μείωση του απαιτούμενου επιπέδου επεξεργασίας και για τη διαφύλαξη της ποιότητας των υδάτων, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της οδηγίας 2000/60/ΕΚ·
διαγράφεται
Τροπολογία 82
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 5 – εδάφιο 1 – στοιχείο α α (νέο)
αα)  να διασφαλίζει ότι οι ρυπαίνοντες, σε συνεργασία με τους φορείς ύδρευσης και άλλους συναφείς ενδιαφερόμενους φορείς, λαμβάνουν προληπτικά μέτρα για τη μείωση ή την αποφυγή του απαιτούμενου επιπέδου επεξεργασίας και για τη διασφάλιση της ποιότητας του νερού, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, καθώς και πρόσθετα μέτρα που κρίνονται αναγκαία βάσει της παρακολούθησης που πραγματοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου·
Τροπολογία 83
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 5 – εδάφιο 1 – στοιχείο β
β)  μέτρα μετριασμού, τα οποία κρίνονται αναγκαία με βάση την παρακολούθηση που διενεργείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο δ) για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση της πηγής ρύπανσης.
β)  μέτρα μετριασμού, τα οποία κρίνονται αναγκαία με βάση την παρακολούθηση που διενεργείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο δ) για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση της πηγής ρύπανσης και την αποφυγή κάθε πρόσθετης επεξεργασίας, όταν τα μέτρα πρόληψης δεν θεωρούνται βιώσιμα ή αρκετά αποτελεσματικά για την έγκαιρη αντιμετώπιση της πηγής ρύπανσης.
Τροπολογία 84
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 5 – εδάφιο 1 – στοιχείο β α (νέο)
βα)  όταν τα μέτρα που αναφέρονται στα στοιχεία αα) και β) δεν θεωρούνται επαρκή για την εξασφάλιση επαρκούς προστασίας της ανθρώπινης υγείας, απαιτούν από τους φορείς ύδρευσης να διενεργούν πρόσθετη παρακολούθηση ορισμένων παραμέτρων στο σημείο άντλησης ή επεξεργασίας, εάν είναι απολύτως αναγκαίο για την πρόληψη των κινδύνων για την υγεία.
Τροπολογία 85
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 8 – παράγραφος 5 α (νέα)
5α.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στους φορείς ύδρευσης που χρησιμοποιούν το υδατικό σύστημα ή μέρη υδατικών συστημάτων τα οποία εξετάζονται στην εκτίμηση επικινδυνότητας τα αποτελέσματα της παρακολούθησης που διενεργήθηκε βάσει της παραγράφου 1 στοιχείο δ) και μπορούν με βάση αυτά τα αποτελέσματα παρακολούθησης και τις πληροφορίες που συγκεντρώνονται βάσει των παραγράφων 1 και 2 και βάσει της οδηγίας 2000/60/ΕΚ:
α)  να επιτρέψουν στους φορείς ύδρευσης να ελαττώσουν τη συχνότητα παρακολούθησης ορισμένων παραμέτρων ή τον αριθμό των παραμέτρων που παρακολουθούνται, χωρίς να απαιτηθεί η διεξαγωγή εκτίμησης κινδύνου στην παροχή, εφόσον οι υπό εν λόγω παράμετροι δεν αποτελούν βασικές παραμέτρους υπό την έννοια του παραρτήματος ΙΙ μέρος Β σημείο 1 και εφόσον δεν υπάρχει ευλόγως αναμενόμενος παράγοντας που να μπορεί να προκαλέσει υποβάθμιση της ποιότητας του νερού·
β)  όταν επιτρέπεται σε έναν φορέα ύδρευσης να ελαττώσει τη συχνότητα παρακολούθησης, όπως αναφέρεται στο στοιχείο α), να συνεχίσουν να παρακολουθούν τακτικά τις εν λόγω παραμέτρους στο υδατικό σύστημα που καλύπτεται από την εκτίμηση επικινδυνότητας.
Τροπολογία 86
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9 – τίτλος
Εκτίμηση κινδύνου στην παροχή
Εκτίμηση, παρακολούθηση και διαχείριση κινδύνου στην παροχή
Τροπολογία 87
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι φορείς ύδρευσης διενεργούν εκτίμηση κινδύνου στην παροχή, με δυνατότητα προσαρμογής της συχνότητας παρακολούθησης οποιασδήποτε από τις παραμέτρους που παρατίθενται στο παράρτημα Ι μέρη Α και Β και δεν αποτελούν βασικές παραμέτρους σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ μέρος Β, ανάλογα με την παρουσία τους στο μη επεξεργασμένο νερό.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι φορείς ύδρευσης διενεργούν εκτίμηση κινδύνου στην παροχή, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ μέρος Γ, με δυνατότητα προσαρμογής της συχνότητας παρακολούθησης οποιασδήποτε από τις παραμέτρους που παρατίθενται στο παράρτημα Ι μέρη Α, Β και Βα και δεν αποτελούν βασικές παραμέτρους σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ μέρος Β, ανάλογα με την παρουσία τους στο μη επεξεργασμένο νερό.
Τροπολογία 88
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2
Για τις εν λόγω παραμέτρους, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι φορείς ύδρευσης έχουν τη δυνατότητα να αποκλίνουν από τις συχνότητες δειγματοληψίας που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ μέρος Β, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙ μέρος Γ.
Για τις εν λόγω παραμέτρους, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι φορείς ύδρευσης έχουν τη δυνατότητα να αποκλίνουν από τις συχνότητες δειγματοληψίας που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ μέρος Β, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙ μέρος Γ και ανάλογα με την παρουσία τους στο μη επεξεργασμένο νερό και τη συγκρότηση της επεξεργασίας.
Τροπολογία 89
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9 – παράγραφος 1 – εδάφιο 3
Για τον σκοπό αυτόν, οι φορείς ύδρευσης υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα της εκτίμησης επικινδυνότητας που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 8 της παρούσας οδηγίας και τα αποτελέσματα της παρακολούθησης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 και με το άρθρο 8 της οδηγίας 2000/60/EΚ.
Για τον σκοπό αυτόν, οι φορείς ύδρευσης λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα της εκτίμησης επικινδυνότητας που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 8 της παρούσας οδηγίας και τα αποτελέσματα της παρακολούθησης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 και με το άρθρο 8 της οδηγίας 2000/60/EΚ.
Τροπολογία 90
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9 – παράγραφος 1 α (νέα)
1α.  Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν τους πολύ μικρούς προμηθευτές ύδατος από την παράγραφο 1, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή εκ των προτέρων διαθέτει τεκμηριωμένη γνώση των σχετικών παραμέτρων και κρίνει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για την υγεία του ανθρώπου ως αποτέλεσμα των εν λόγω εξαιρέσεων, και με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων της αρχής σύμφωνα με το άρθρο 4.
Η εξαίρεση επανεξετάζεται από την αρμόδια αρχή κάθε τρία έτη ή όταν εντοπίζεται τυχόν νέος κίνδυνος ρύπανσης στη λεκάνη απορροής και επικαιροποιείται κατά περίπτωση.
Τροπολογία 91
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9 – παράγραφος 2
2.  Οι εκτιμήσεις κινδύνου στην παροχή εγκρίνονται από τις αρμόδιες αρχές.
2.  Οι εκτιμήσεις κινδύνου στην παροχή είναι αρμοδιότητα των φορέων ύδρευσης, οι οποίοι διασφαλίζουν τη συμμόρφωσή τους με την παρούσα οδηγία. Για τον σκοπό αυτό οι φορείς ύδρευσης μπορούν να ζητούν την υποστήριξη των αρμόδιων αρχών.
Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές να εγκρίνουν ή να ελέγχουν τις εκτιμήσεις κινδύνου στην παροχή που διενεργούν οι φορείς ύδρευσης.
Τροπολογία 92
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 9 – παράγραφος 2 α (νέα)
2α.  Με βάση τα αποτελέσματα της εκτίμησης κινδύνου στην παροχή που διενεργείται σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι φορείς ύδρευσης θέτουν σε εφαρμογή ένα σχέδιο ασφάλειας των υδάτων προσαρμοσμένο στους κινδύνους που εντοπίζονται και αναλογικό προς το μέγεθος του φορέα ύδρευσης. Για παράδειγμα, το σχέδιο ασφάλειας των υδάτων μπορεί να αφορά τη χρήση υλικών που έρχονται σε επαφή με το νερό, τα προϊόντα επεξεργασίας του νερού, τυχόν κινδύνους από διαρροές αγωγών ή τα μέτρα προσαρμογής στις τωρινές και μελλοντικές προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, και προσδιορίζεται αναλυτικότερα από τα κράτη μέλη.
Τροπολογία 93
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 – τίτλος
Εκτίμηση κινδύνου οικιακής διανομής
Εκτίμηση, παρακολούθηση και διαχείριση κινδύνου οικιακής διανομής
Τροπολογία 94
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος
1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι διενεργείται εκτίμηση κινδύνου οικιακής διανομής η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στους χώρους προτεραιότητας διενεργείται εκτίμηση κινδύνου οικιακής διανομής η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
Τροπολογία 95
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 – παράγραφος 1 – στοιχείο α
α)  εκτίμηση των δυνητικών κινδύνων που συνδέονται με τα συστήματα οικιακής διανομής και με τα σχετικά προϊόντα και υλικά, και του κατά πόσον αυτά επηρεάζουν την ποιότητα του νερού στο σημείο όπου αυτό εκρέει από τις βρύσες που χρησιμοποιούνται συνήθως για κατανάλωση νερού από τον άνθρωπο, ιδίως στα σημεία παροχής νερού στο κοινό σε χώρους προτεραιότητας·
α)  εκτίμηση των δυνητικών κινδύνων που συνδέονται με τα συστήματα οικιακής διανομής και με τα σχετικά προϊόντα και υλικά, και του κατά πόσον αυτά επηρεάζουν την ποιότητα του νερού στο σημείο όπου αυτό εκρέει από τις βρύσες που χρησιμοποιούνται συνήθως για κατανάλωση νερού από τον άνθρωπο·
Τροπολογία 96
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 – παράγραφος 1 – στοιχείο β – εδάφιο 1
β)  τακτική παρακολούθηση των παραμέτρων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι μέρος Γ, στους χώρους όπου θεωρείται υψηλότερος ο δυνητικός κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία. Οι σχετικές παράμετροι και χώροι παρακολούθησης επιλέγονται με βάση την εκτίμηση που διενεργείται σύμφωνα με το στοιχείο α).
β)  τακτική παρακολούθηση των παραμέτρων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι μέρος Γ, στους χώρους προτεραιότητας όπου εντοπίστηκαν συγκεκριμένοι κίνδυνοι για την ποιότητα του νερού καρά την εκτίμηση που διενεργείται σύμφωνα με το στοιχείο α).
Τροπολογία 97
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 – παράγραφος 1 – στοιχείο β – εδάφιο 2
Όσον αφορά την τακτική παρακολούθηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν στρατηγική παρακολούθησης η οποία να επικεντρώνεται στους χώρους προτεραιότητας·
Όσον αφορά την τακτική παρακολούθηση, τα κράτη μέλη εγγυώνται την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις των χώρων προτεραιότητας με σκοπό τη δειγματοληψία και δύνανται να θεσπίζουν στρατηγική παρακολούθησης, ιδίως όσον αφορά τα βακτήρια της Legionella pneumophila·
Τροπολογία 98
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ
γ)  επαλήθευση του γεγονότος ότι οι επιδόσεις των δομικών προϊόντων που έρχονται σε επαφή με το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης είναι ικανοποιητικές, σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που συνδέονται με τη βασική απαίτηση για τα δομικά έργα η οποία προσδιορίζεται στο παράρτημα Ι σημείο 3 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011.
γ)  επαλήθευση του γεγονότος ότι οι επιδόσεις των προϊόντων και υλικών που έρχονται σε επαφή με το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης είναι ικανοποιητικές, σε σχέση με την προστασία της ανθρώπινης υγείας.
Τροπολογία 99
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ α (νέο)
γα)  επαλήθευση του κατά πόσον τα χρησιμοποιούμενα υλικά είναι κατάλληλα για να έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης και κατά πόσον πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 11.
Τροπολογία 100
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 – παράγραφος 2
2.  Όταν τα κράτη μέλη κρίνουν, βάσει της εκτίμησης που διενεργείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), ότι υπάρχει κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία από το σύστημα οικιακής διανομής ή από τα σχετικά προϊόντα και υλικά, ή όταν η παρακολούθηση που διενεργείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) αποδεικνύει ότι οι παραμετρικές τιμές που ορίζονται στο παράρτημα I μέρος Γ δεν πληρούνται, τα κράτη μέλη:
2.  Όταν τα κράτη μέλη κρίνουν, βάσει της εκτίμησης που διενεργείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), ότι υπάρχει κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία από το σύστημα οικιακής διανομής των χώρων προτεραιότητας ή από τα σχετικά προϊόντα και υλικά, ή όταν η παρακολούθηση που διενεργείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) αποδεικνύει ότι οι παραμετρικές τιμές που ορίζονται στο παράρτημα I μέρος Γ δεν πληρούνται, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι έχουν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα για να αποκλείσουν ή να περιορίσουν τον κίνδυνο να μην τηρηθούν οι παραμετρικές τιμές που ορίζονται στο παράρτημα Ι μέρος Γ.
α)  λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την εξάλειψη ή τον περιορισμό του κινδύνου μη συμμόρφωσης με τις παραμετρικές τιμές που καθορίζονται στο παράρτημα Ι μέρος Γ·
β)  λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι η μετανάστευση ουσιών ή χημικών προϊόντων από τα δομικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή ή τη διανομή του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης δεν ενέχουν ούτε άμεσους ούτε έμμεσους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία·
γ)  λαμβάνουν άλλα μέτρα, παραδείγματος χάρη κατάλληλες τεχνικές επεξεργασίας, σε συνεργασία με τους φορείς ύδρευσης, προκειμένου να τροποποιηθεί η φύση ή οι ιδιότητες του νερού προτού αυτό παρασχεθεί, ώστε να εξαλειφθεί ή να μειωθεί ο κίνδυνος μη συμμόρφωσης με τις παραμετρικές τιμές μετά την παροχή·
δ)  πληροφορούν και συμβουλεύουν δεόντως τους καταναλωτές σχετικά με τις συνθήκες κατανάλωσης και χρήσης του νερού και σχετικά με τυχόν ενέργειες για την αποφυγή της επανεμφάνισης του κινδύνου·
ε)  οργανώνουν κατάρτιση για υδραυλικούς και άλλους επαγγελματίες που ασχολούνται με τα συστήματα οικιακής διανομής και με την εγκατάσταση δομικών προϊόντων·
στ)  προκειμένου για τη Legionella, εξασφαλίζουν την εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων ελέγχου και διαχείρισης για την πρόληψη και την αντιμετώπιση τυχόν εστιών της νόσου.
Τροπολογία 101
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 – παράγραφος 2 α (νέα)
2α.  Προκειμένου να μειωθούν οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την οικιακή διανομή στο σύνολο των συστημάτων οικιακής διανομής, τα κράτη μέλη:
α)  ενθαρρύνουν τους ιδιοκτήτες δημοσίων και ιδιωτικών χώρων να προβούν σε εκτίμηση κινδύνων που συνδέονται με την οικιακή διανομή·
β)  ενημερώνουν τους καταναλωτές και τους ιδιοκτήτες ιδιωτικών και δημοσίων χώρων για τη λήψη μέτρων με σκοπό την εξάλειψη ή τον περιορισμό του κινδύνου μη συμμόρφωσης προς τα πρότυπα ποιότητας για το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης λόγω του συστήματος οικιακής διανομής·
γ)  πληροφορούν και συμβουλεύουν δεόντως τους καταναλωτές σχετικά με τις συνθήκες κατανάλωσης και χρήσης του νερού και σχετικά με τυχόν ενέργειες για την αποφυγή της επανεμφάνισης του κινδύνου·
δ)  προωθούν κύκλους επιμόρφωσης για υδραυλικούς και άλλους επαγγελματίες που ασχολούνται με τα συστήματα οικιακής διανομής και με την εγκατάσταση δομικών προϊόντων και υλικών που έρχονται σε επαφή με το νερό· και
ε)  προκειμένου για τα βακτήρια της Legionella, και ιδίως τα βακτήρια της Legionella pneumophila, διασφαλίζουν την εφαρμογή αποτελεσματικών και αναλογικών προς τον κίνδυνο μέτρων ελέγχου και διαχείρισης για την πρόληψη και την αντιμετώπιση τυχόν εκδηλώσεων της νόσου.
Τροπολογία 102
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 10 α (νέο)
Άρθρο 10α
Ελάχιστες απαιτήσεις υγιεινής για τα προϊόντα, τις ουσίες και τα υλικά που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης
1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι ουσίες και τα υλικά για την παραγωγή όλων νέων προϊόντων που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης, διακινούνται και χρησιμοποιούνται για την υδροληψία, την επεξεργασία ή τη διανομή, ή οι ρύποι που συνδέονται με αυτές τις ουσίες:
α)  δεν περιορίζουν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα την προστασία της υγείας του ανθρώπου, όπως προβλέπεται δυνάμει της παρούσας οδηγίας·
β)  δεν επηρεάζουν την οσμή ούτε τη γεύση του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης·
γ)  δεν εμφανίζονται σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης σε συγκέντρωση υψηλότερη από το επίπεδο που απαιτείται για την επίτευξη του σκοπού για τον οποίο χρησιμοποιούνται: και
δ)  δεν ευνοούν τη μικροβιολογική ανάπτυξη.
2.   Για τη διασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής της παραγράφου 1, έως τις ... [εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 19, προκειμένου να συμπληρωθεί η παρούσα οδηγία με τη θέσπιση των ελαχίστων υγειονομικών προδιαγραφών και του κατάλογου ουσιών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή υλικών που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης και είναι εγκεκριμένες στην ΕΕ, περιλαμβανομένων συγκεκριμένων ορίων μετανάστευσης και ειδικών όρων χρήσης, κατά περίπτωση. Η Επιτροπή επανεξετάζει και επικαιροποιεί τακτικά αυτόν τον κατάλογο σύμφωνα με τις τελευταίες επιστημονικές και τεχνικές εξελίξεις.
3.  Για την υποστήριξη της Επιτροπής όσον αφορά την έκδοση και την τροποποίηση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων βάσει του άρθρου 2 ιδρύεται μόνιμη επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους των κρατών μελών, οι οποίοι μπορούν να υποβοηθούνται από εμπειρογνώμονες ή συμβούλους.
4.  Τα υλικά που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης και καλύπτονται από άλλες πράξεις ενωσιακής νομοθεσίας, όπως ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, συμμορφώνονται με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
______________
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, για τη θέσπιση εναρμονισμένων όρων εμπορίας δομικών προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 88 της 4.4.2011, σ. 5).
Τροπολογία 103
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 11 – παράγραφος 1
1.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν ότι παρακολουθείται τακτικά η ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, προκειμένου να ελέγχεται αν το διατιθέμενο στους καταναλωτές νερό πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, και ιδίως τις παραμετρικές τιμές που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5. Λαμβάνονται δείγματα τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά της ποιότητας του νερού που καταναλίσκεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Επιπλέον, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος της αποτελεσματικής απολύμανσης του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, όταν αυτή αποτελεί μέρος της διαδικασίας επεξεργασίας ή διανομής του νερού και ότι οποιαδήποτε επιμόλυνση από υποπροϊόντα απολύμανσης συγκροτείται σε όσο το δυνατόν πιο χαμηλά όρια, χωρίς να διακυβεύεται η απολύμανση.
1.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν ότι παρακολουθείται τακτικά η ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, προκειμένου να ελέγχεται αν το νερό πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, και ιδίως τις παραμετρικές τιμές που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5. Λαμβάνονται δείγματα τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά της ποιότητας του νερού που καταναλίσκεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Επιπλέον, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος της αποτελεσματικής απολύμανσης του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, όταν αυτή αποτελεί μέρος της διαδικασίας επεξεργασίας ή διανομής του νερού και ότι οποιαδήποτε επιμόλυνση από υποπροϊόντα απολύμανσης συγκροτείται σε όσο το δυνατόν πιο χαμηλά όρια, χωρίς να διακυβεύεται η απολύμανση.
Τροπολογία 104
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 11 – παράγραφος 5 α (νέα)
5α.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα αποτελέσματα της παρακολούθησης που διενεργείται σύμφωνα με την παρακολούθηση των παραμέτρων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι μέρος Γα έως τις ... [τρία έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας] και στη συνέχεια μία φορά ετησίως.
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 19 για την τροποποίηση της παρούσας οδηγίας, επικαιροποιώντας τις ουσίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο επιτήρησης του παραρτήματος Ι μέρος Γα. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να προσθέσει ουσίες, όταν υπάρχει κίνδυνος οι ουσίες αυτές να είναι παρούσες σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης και να συνιστούν πιθανή απειλή για την ανθρώπινη υγεία αλλά η επιστημονική γνώση να μην έχει αποδείξει σε σχέση με αυτές συγκεκριμένο κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή βασίζεται ιδιαίτερα στην επιστημονική έρευνα της ΠΟΥ. Η προσθήκη κάθε νέας ουσίας αιτιολογείται δεόντως σύμφωνα με το άρθρο 1 της παρούσας οδηγίας.
Τροπολογία 105
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 11 – παράγραφος 5 β (νέα)
5β.  Έως ... [ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή εγκρίνει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 19 για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας, εγκρίνοντας μεθοδολογία για τη μέτρηση των μικροπλαστικών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο επιτήρησης του παραρτήματος Ι μέρος Γα.
Τροπολογία 106
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 12 – παράγραφος 1
1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να διερευνάται αμέσως κάθε παράλειψη της τήρησης των παραμετρικών τιμών που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5 ώστε να εντοπίζονται τα αίτια.
1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να διερευνάται αμέσως κάθε παράλειψη της τήρησης των παραμετρικών τιμών που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5 στο σημείο τήρησης που αναφέρει το άρθρο 6 ώστε να εντοπίζονται τα αίτια.
Τροπολογία 107
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 12 – παράγραφος 2 – εδάφιο 2
Σε περίπτωση μη τήρησης των παραμετρικών τιμών που καθορίζονται στο παράρτημα Ι μέρος Γ, οι επανορθωτικές ενέργειες περιλαμβάνουν τα μέτρα που παρατίθενται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως στ).
Σε περίπτωση μη τήρησης των παραμετρικών τιμών που καθορίζονται στο παράρτημα Ι μέρος Γ, οι επανορθωτικές ενέργειες περιλαμβάνουν τα μέτρα που παρατίθενται στο άρθρο 10 παράγραφος .
Τροπολογία 108
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 12 – παράγραφος 3 – εδάφιο 2
Τα κράτη μέλη θεωρούν αυτομάτως ότι κάθε περίπτωση μη τήρησης των ελάχιστων απαιτήσεων για τις παραμετρικές τιμές που καθορίζονται στο παράρτημα Ι μέρη Α και Β συνιστά δυνητικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία.
Τα κράτη μέλη θεωρούν μια περίπτωση μη τήρησης των ελάχιστων απαιτήσεων για τις παραμετρικές τιμές που καθορίζονται στο παράρτημα Ι μέρη Α και Β ως δυνητικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν τη μη τήρηση της παραμετρικής τιμής αμελητέα.
Τροπολογία 109
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 12 – παράγραφος 4 – εισαγωγικό μέρος
4.  Στις περιπτώσεις που περιγράφονται στις παραγράφους 2 και 3, τα κράτη μέλη λαμβάνουν το συντομότερο δυνατόν όλα τα ακόλουθα μέτρα:
4.  Στις περιπτώσεις που περιγράφονται στις παραγράφους 2 και 3, όταν η μη τήρηση των παραμετρικών τιμών θεωρείται δυνητικός κίνδυνος για την υγεία του ανθρώπου, τα κράτη μέλη λαμβάνουν το συντομότερο δυνατόν όλα τα ακόλουθα μέτρα:
Τροπολογία 110
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 12 – παράγραφος 4 – εδάφιο 1 α (νέο)
Τα μέτρα που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) λαμβάνονται σε συνεργασία με τον οικείο φορέα ύδρευσης.
Τροπολογία 111
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 12 – παράγραφος 5
5.  Οι αρμόδιες αρχές ή άλλοι αρμόδιοι φορείς αποφασίζουν ποιες ενέργειες δυνάμει της παραγράφου 3 θα αναληφθούν, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία οι οποίοι θα προέκυπταν από τυχόν διακοπή της παροχής ή περιορισμό της χρήσης νερού ανθρώπινης κατανάλωσης.
5.  Όταν διαπιστώνεται έλλειψη συμμόρφωσης στο σημείο τήρησης, οι αρμόδιες αρχές ή άλλοι αρμόδιοι φορείς αποφασίζουν ποιες ενέργειες δυνάμει της παραγράφου 3 θα αναληφθούν, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία οι οποίοι θα προέκυπταν από τυχόν διακοπή της παροχής ή περιορισμό της χρήσης νερού ανθρώπινης κατανάλωσης.
Τροπολογία 112
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 12 α (νέο)
Άρθρο 12α
Παρεκκλίσεις
1.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν παρεκκλίσεις από τις παραμετρικές τιμές που καθορίζονται στο παράρτημα I μέρος Β ή που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, μέχρις ενός ανώτατου ορίου που καθορίζουν τα ίδια, εφόσον οι εν λόγω παρεκκλίσεις δεν συνεπάγονται δυνητικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία και εφόσον η παροχή νερού ανθρώπινης κατανάλωσης στη συγκεκριμένη περιοχή δεν μπορεί να εξασφαλισθεί με άλλον εύλογο τρόπο. Οι εν λόγω παρεκκλίσεις περιορίζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)  νέα ζώνη ύδρευσης·
β)  νέα πηγή ρύπανσης που εντοπίζεται σε ζώνη ύδρευσης ή παράμετροι που διερευνήθηκαν ή εντοπίστηκαν πρόσφατα.
Οι παρεκκλίσεις είναι όσο το δυνατόν μικρότερης διάρκειας και δεν υπερβαίνουν την τριετία, προς το τέλος της οποίας τα κράτη μέλη διεξάγουν επανεξέταση για να εξακριβώσουν αν έχει σημειωθεί ικανοποιητική πρόοδος.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν δεύτερη παρέκκλιση όσον αφορά τα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου. Όταν τα κράτη μέλη προτίθενται να παραχωρήσουν μια τέτοια δεύτερη παρέκκλιση, κοινοποιούν στην Επιτροπή την επανεξέταση και τους λόγους για την απόφασή τους για παραχώρηση δεύτερης παρέκκλισης. Η εν λόγω δεύτερη παρέκκλιση δεν υπερβαίνει τα τρία έτη.
2.  Οποιαδήποτε παρέκκλιση χορηγήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1 συνοδεύεται από τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)  τον λόγο της παρέκκλισης·
β)  τη συγκεκριμένη παράμετρο, τα σχετικά αποτελέσματα της προηγούμενης παρακολούθησης και την ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή βάσει της παρέκκλισης·
γ)  τη γεωγραφική περιοχή, την ημερησίως παρεχόμενη ποσότητα νερού, τον πληθυσμό που αφορά, καθώς και αν υπάρχει περίπτωση να θιγούν σχετικές επιχειρήσεις παραγωγής τροφίμων·
δ)  ένα κατάλληλο σύστημα παρακολούθησης, με αυξημένη συχνότητα παρακολούθησης, εφόσον απαιτείται·
ε)  σύνοψη του προγράμματος των απαιτούμενων επανορθωτικών ενεργειών, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται χρονοδιάγραμμα εργασιών, εκτίμηση κόστους και διατάξεις για την επανεξέταση και
στ)  την αιτούμενη διάρκεια της παρέκκλισης.
3.  Εάν οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι η μη τήρηση της παραμετρικής τιμής είναι άνευ σημασίας και αν, με τις επανορθωτικές ενέργειες που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2, είναι δυνατόν να διορθωθεί η κατάσταση εντός 30 το πολύ ημερών, δεν απαιτείται η κοινοποίηση των πληροφοριών που προβλέπει η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου προκειμένου για την παρέκκλιση.
Στην περίπτωση αυτή, οι αρμόδιες αρχές ή άλλοι αρμόδιοι φορείς καθορίζουν προκειμένου για την παρέκκλιση μόνον την ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της συγκεκριμένης παραμέτρου καθώς και τον επιτρεπόμενο χρόνο για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
4.  Η προσφυγή στην παράγραφο 3 δεν είναι πλέον δυνατή αν μία παραμετρική τιμή για συγκεκριμένη παροχή νερού δεν τηρήθηκε για περισσότερες από 30 ημέρες συνολικά κατά τη διάρκεια των δώδεκα προηγουμένων μηνών.
5.  Κάθε κράτος μέλος που εφαρμόζει τις παρεκκλίσεις του παρόντος άρθρου διασφαλίζει ότι ο πληθυσμός τον οποίο αφορά η παρέκκλιση αυτή ενημερώνεται αμέσως και με τον κατάλληλο τρόπο σχετικά με την παρέκκλιση και τους όρους της. Επιπλέον, το εν λόγω κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι, εφόσον απαιτείται, παρέχονται συμβουλές σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες για τις οποίες η παρέκκλιση θα μπορούσε να επιφέρει συγκεκριμένο κίνδυνο.
Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν ισχύουν για την περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 3, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές αποφασίσουν διαφορετικά.
6.  Με την εξαίρεση των παρεκκλίσεων που παρέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 3, τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή εντός δύο μηνών για κάθε εγκριθείσα παρέκκλιση που αφορά παροχή άνω των 1 000 m3 ημερησίως κατά μέσο όρο ή εξυπηρετεί περισσότερα των 5 000 ατόμων, γνωστοποιώντας και τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2.
7.  Το παρόν άρθρο δεν ισχύει για το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης το οποίο διατίθεται προς πώληση σε φιάλες ή δοχεία.
Τροπολογίες 113, 165, 191, 208, 166, 192, 169, 195, 170, 196, 197 και 220
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 13 – παράγραφος 1
1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 9 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να βελτιωθεί η πρόσβαση όλων σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης και να προωθηθεί η χρήση του στο έδαφός τους. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται όλα τα ακόλουθα:
1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 9 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ και των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν, συνεκτιμώντας τις τοπικές και περιφερειακές προοπτικές και συνθήκες διανομής νερού, όλα τα αναγκαία μέτρα για να βελτιωθεί η καθολική πρόσβαση όλων σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης και να προωθηθεί η χρήση του στο έδαφός τους.
α)  προσδιορισμός των ατόμων που δεν έχουν πρόσβαση σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης, και των αιτιών αυτής της αδυναμίας πρόσβασης (παραδείγματος χάρη, τα μέλη ευπαθών και περιθωριοποιημένων ομάδων), αξιολόγηση των δυνατοτήτων βελτίωσης της πρόσβασης για τα άτομα αυτά και πληροφόρησή τους σχετικά με τις δυνατότητες σύνδεσης στο δίκτυο ύδρευσης ή σχετικά με εναλλακτικούς τρόπους πρόσβασης σε τέτοιο νερό·
α)  προσδιορισμός των ατόμων που δεν έχουν ή έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης, συμπεριλαμβανομένων των ευπαθών και περιθωριοποιημένων ομάδων, και των αιτιών αυτής της αδυναμίας πρόσβασης, αξιολόγηση των δυνατοτήτων και ανάληψη δράσης βελτίωσης της πρόσβασης για τα άτομα αυτά και πληροφόρησή τους σχετικά με τις δυνατότητες σύνδεσης στο δίκτυο ύδρευσης ή σχετικά με εναλλακτικούς τρόπους πρόσβασης σε τέτοιο νερό·
αα)   διασφάλιση της δημόσιας παροχής νερού ανθρώπινης κατανάλωσης·
β)  εγκατάσταση και συντήρηση εξοπλισμού εσωτερικών και εξωτερικών χώρων για την ελεύθερη πρόσβαση σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης σε δημόσιους χώρους·
β)  εγκατάσταση και συντήρηση εξοπλισμού εσωτερικών και εξωτερικών χώρων, συμπεριλαμβανομένων των σημείων επαναπλήρωσης, για την ελεύθερη πρόσβαση σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης σε δημόσιους χώρους, ιδίως σε χώρους μεγάλης επισκεψιμότητας· αυτό υλοποιείται όπου είναι τεχνικά εφικτό, κατά τρόπο αναλογικό προς την ανάγκη λήψης τέτοιων μέτρων και λαμβανομένων υπόψη των ειδικών τοπικών συνθηκών, όπως το κλίμα και η γεωγραφία·
γ)  προώθηση της χρήσης του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης με τους εξής τρόπους:
γ)  προώθηση της χρήσης του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης με τους εξής τρόπους:
θ)   έναρξη εκστρατειών ενημέρωσης των πολιτών σχετικά με την ποιότητα του νερού αυτού·
i)  έναρξη εκστρατειών ενημέρωσης των πολιτών σχετικά με την υψηλή ποιότητα του νερού της βρύσης και ευαισθητοποίησης σχετικά με το πλησιέστερο σημείο επαναπλήρωσης που έχει οριστεί·
iα)  δρομολόγηση εκστρατειών για την ενθάρρυνση του κοινού να μεταφέρει επαναχρησιμοποιήσιμες φιάλες νερού και δρομολόγηση πρωτοβουλιών για να διευρυνθεί η επίγνωση όσον αφορά τη θέση των σημείων επαναπλήρωσης·
ii)  προώθηση της παροχής τέτοιου νερού από τις δημόσιες διοικήσεις και στα δημόσια κτίρια·
ii)  διασφάλιση της δωρεάν παροχής τέτοιου νερού στις δημόσιες διοικήσεις και στα δημόσια κτίρια και αποθάρρυνση της χρήσης εμφιαλωμένου νερού σε πλαστικές φιάλες ή δοχεία μιας χρήσης στις εν λόγω δημόσιες διοικήσεις και στα δημόσια κτίρια·
iii)  προώθηση της δωρεάν παροχής τέτοιου νερού από εστιατόρια, καντίνες και υπηρεσίες τροφοδοσίας.
iii)  προώθηση της δωρεάν ή έναντι χαμηλού αντιτίμου παροχής τέτοιου νερού σε πελάτες εστιατορίων, καντινών και υπηρεσιών τροφοδοσίας.
Τροπολογία 114
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 13 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1
Βάσει των πληροφοριών που συγκεντρώνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της πρόσβασης των ευπαθών και περιθωριοποιημένων ομάδων σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης.
Βάσει των πληροφοριών που συγκεντρώνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα μέτρα που κρίνουν αναγκαία και ενδεδειγμένα για την εξασφάλιση της πρόσβασης των ευπαθών και περιθωριοποιημένων ομάδων σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης.
Τροπολογίες 173, 199 και 209
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 13 – παράγραφος 2 α (νέα)
2α.   Όταν οι υποχρεώσεις που θεσπίζονται στο παρόν άρθρο βαρύνουν τις τοπικές δημόσιες αρχές σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω αρχές διαθέτουν τα μέσα και τους πόρους για να εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης και ότι οποιαδήποτε σχετικά μέτρα είναι αναλογικά προς την ικανότητα και το μέγεθος του οικείου δικτύου διανομής.
Τροπολογίες 174, 200 και 210
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 13 – παράγραφος 2 β (νέα)
2β.   Βάσει των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 15 παράγραφος 1 στοιχείο α), η Επιτροπή συνεργάζεται με τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για να στηρίξουν τις δημοτικές αρχές στην Ένωση που δεν διαθέτουν το απαραίτητο κεφάλαιο, προκειμένου οι τελευταίες να μπορέσουν να αποκτήσουν πρόσβαση στην τεχνική βοήθεια, σε διαθέσιμους χρηματοδοτικούς πόρους της Ένωσης και σε μακροπρόθεσμα δάνεια με προνομιακό επιτόκιο, ιδίως για τους σκοπούς της συντήρησης και ανανέωσης των υποδομών ύδρευσης ώστε να εξασφαλίζεται η παροχή νερού υψηλής ποιότητας και να επεκταθούν οι υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης στις ευάλωτες και περιθωριοποιημένες πληθυσμιακές ομάδες.
Τροπολογία 116
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 1
1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι επαρκείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης διατίθενται, μέσω του διαδικτύου, σε όλα τα υδρευόμενα άτομα, σύμφωνα με το παράρτημα IV.
1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι επαρκείς, επικαιροποιημένες και προσβάσιμες πληροφορίες σχετικά με το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης διατίθενται, μέσω του διαδικτύου ή με εξίσου φιλικούς προς τους χρήστες τρόπους, σε όλα τα υδρευόμενα άτομα, σύμφωνα με το παράρτημα IV, ενώ τηρούνται οι ισχύουσες διατάξεις για την προστασία δεδομένων.
Τροπολογία 117
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – εισαγωγικό μέρος
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλα τα υδρευόμενα άτομα λαμβάνουν τακτικά, και τουλάχιστον μία φορά ανά έτος, στην καταλληλότερη μορφή (για παράδειγμα μαζί με το τιμολόγιό τους ή μέσω έξυπνων εφαρμογών), χωρίς να χρειαστεί να τις ζητήσουν, τις ακόλουθες πληροφορίες:
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλα τα υδρευόμενα άτομα λαμβάνουν τακτικά, και τουλάχιστον μία φορά ανά έτος, στην καταλληλότερη και ευκολότερη στην πρόσβαση μορφή (για παράδειγμα μαζί με το τιμολόγιό τους ή μέσω έξυπνων εφαρμογών), σύμφωνα με όσα ορίζουν οι αρμόδιες αρχές, τις ακόλουθες πληροφορίες:
Τροπολογία 118
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – στοιχείο α – εισαγωγικό μέρος
α)  πληροφορίες για τη διάρθρωση του κόστους του τιμολογίου που χρεώνεται ανά κυβικό μέτρο νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για τις πάγιες και τις μεταβλητές δαπάνες και πληροφοριών για τα ακόλουθα τουλάχιστον στοιχεία:
α)  όταν το κόστος καλύπτεται μέσω τιμολογιακού συστήματος, πληροφορίες για τη διάρθρωση του κόστους του τιμολογίου που χρεώνεται ανά κυβικό μέτρο νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για την κατανομή των πάγιων και των μεταβλητών δαπανών·
Τροπολογία 119
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – στοιχείο α – σημείο i (νέο)
i)  μέτρα που λαμβάνονται από τους φορείς ύδρευσης για τους σκοπούς της εκτίμησης επικινδυνότητας σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 5·
διαγράφεται
Τροπολογία 120
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – στοιχείο α – σημείο ii
ii)  επεξεργασία και διανομή του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης·
διαγράφεται
Τροπολογία 121
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – στοιχείο α – σημείο iii
iii)  συλλογή και επεξεργασία υγρών αποβλήτων·
διαγράφεται
Τροπολογία 122
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – στοιχείο α – σημείο iv
iv)  μέτρα που ελήφθησαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 13, στην περίπτωση που οι φορείς ύδρευσης έχουν λάβει τέτοια μέτρα·
διαγράφεται
Τροπολογία 123
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – στοιχείο α α (νέο)
αα)  πληροφορίες σχετικά με την ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, συμπεριλαμβανομένων των ενδεικτικών παραμέτρων·
Τροπολογία 124
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – στοιχείο β
β)  τιμή του παρεχόμενου νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, ανά λίτρο και ανά κυβικό μέτρο·
β)  όταν το κόστος καλύπτεται μέσω τιμολογιακού συστήματος, τιμή της παροχής νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, ανά κυβικό μέτρο και τιμή υπολογιζόμενη ανά λίτρο· όταν το κόστος δεν καλύπτεται μέσω τιμολογιακού συστήματος, τις συνολικές ετήσιες δαπάνες που καταβάλλονται από το σύστημα ύδρευσης για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με την παρούσα οδηγία, συνοδευόμενες από πληροφορίες σχετικές με τον τρόπο παροχής νερού ανθρώπινης κατανάλωσης στην περιοχή·
Τροπολογία 125
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – στοιχείο β α (νέο)
βα)   επεξεργασία και διανομή του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης·
Τροπολογία 126
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 – στοιχείο γ
γ)  όγκο που καταναλώνεται από το νοικοκυριό, τουλάχιστον ανά έτος ή ανά περίοδο χρέωσης, μαζί με τις ετήσιες τάσεις μεταβολής της κατανάλωσης·
γ)  όγκο που καταναλώνεται από το νοικοκυριό, τουλάχιστον ανά έτος ή ανά περίοδο χρέωσης, μαζί με τις ετήσιες τάσεις μεταβολής της κατανάλωσης, μόνο εάν ο φορέας ύδρευσης έχει στη διάθεσή του τα στοιχεία αυτά·
Τροπολογία 127
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1 – στοιχείο δ
δ)  σύγκριση της ετήσιας κατανάλωσης νερού του νοικοκυριού με τη μέση κατανάλωση των νοικοκυριών της ίδιας κατηγορίας·
δ)  σύγκριση της ετήσιας κατανάλωσης νερού του νοικοκυριού με τη μέση κατανάλωση των νοικοκυριών της ίδιας κατηγορίας, εφόσον απαιτείται σύμφωνα με το στοιχείο γ)·
Τροπολογία 128
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 14 – παράγραφος 2 – εδάφιο 2
Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της μορφής και των τρόπων παρουσίασης των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται βάσει του πρώτου εδαφίου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 20 παράγραφος 2.
Τα κράτη μέλη καθορίζουν σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων όσον αφορά την παροχή πληροφοριών βάσει του πρώτου εδαφίου μεταξύ των προμηθευτών νερού, των ενδιαφερόμενων φορέων και των αρμόδιων τοπικών φορέων. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 19, συμπληρώνοντας την παρούσα οδηγία με τον καθορισμό της μορφής και των τρόπων παρουσίασης των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται βάσει του πρώτου εδαφίου.
Τροπολογία 129
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 15 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1 – στοιχείο δ
δ)  να δημιουργήσουν, και να επικαιροποιούν ετησίως στη συνέχεια, σύνολο δεδομένων που περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τυχόν περιστατικά που αφορούν το πόσιμο νερό και τα οποία προκάλεσαν δυνητικούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, ανεξάρτητα από το κατά πόσον σημειώθηκε μη τήρηση των παραμετρικών τιμών, και τα οποία διήρκεσαν περισσότερες από 10 συνεχόμενες ημέρες και επηρέασαν τουλάχιστον 1 000 άτομα, μαζί με τις αιτίες των περιστατικών αυτών και τις επανορθωτικές ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 12.
[δεν αφορά το ελληνικό κείμενο]
Τροπολογία 130
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 15 – παράγραφος 4 – εδάφιο 1
4.  Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που διευκρινίζουν τη μορφή και τους τρόπους παρουσίασης των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερών απαιτήσεων σχετικά με τους δείκτες, τους ενωσιακούς χάρτες επισκόπησης και τις εκθέσεις επισκόπησης ανά κράτος μέλος, που αναφέρονται στην παράγραφο 3.
4.  Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 19, συμπληρώνοντας την παρούσα οδηγία με διευκρίνιση της μορφής και των τρόπων παρουσίασης των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερών απαιτήσεων σχετικά με τους δείκτες, τους ενωσιακούς χάρτες επισκόπησης και τις εκθέσεις επισκόπησης ανά κράτος μέλος, που αναφέρονται στην παράγραφο 3.
Τροπολογία 131
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 15 – παράγραφος 4 – εδάφιο 2
Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 20 παράγραφος 2.
διαγράφεται
Τροπολογία 132
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 17 – παράγραφος 2 – στοιχείο β
β)  τις διατάξεις που αφορούν την πρόσβαση στο νερό, που προβλέπονται στο άρθρο 13·
β)  τις διατάξεις που αφορούν την πρόσβαση στο νερό, που προβλέπονται στο άρθρο 13, και τις διατάξεις σχετικά με το ποσοστό του πληθυσμού που δεν έχει πρόσβαση σε νερό·
Τροπολογία 133
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 17 – παράγραφος 2 – στοιχείο γ
γ)  τις διατάξεις σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στο κοινό βάσει του άρθρου 14 και του παραρτήματος IV.
γ)  τις διατάξεις σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στο κοινό βάσει του άρθρου 14 και του παραρτήματος IV, συμπεριλαμβανομένης εύληπτης επισκόπησης, σε ενωσιακό επίπεδο, των πληροφοριών που απαριθμούνται στο σημείο 7 του παραρτήματος IV.
Τροπολογία 134
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 17 – παράγραφος 2 α (νέα)
2α.   Η Επιτροπή το αργότερο ... [πέντε έτη μετά την τελευταία προθεσμία για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο] – και στη συνέχεια, όποτε κρίνεται αναγκαίο – διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τους δυνητικούς κινδύνους για τις πηγές νερού ανθρώπινης κατανάλωσης λόγω μικροπλαστικών, φαρμακευτικών ουσιών και, κατά περίπτωση, άλλων αναδυόμενων ρύπων, καθώς και σχετικά με τους δυνητικούς κινδύνους που εγκυμονούν τα ανωτέρω για την ανθρώπινη υγεία. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει, όταν χρειάζεται, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 19, για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας καθορίζοντας ανώτατες τιμές όσον αφορά τα μικροπλαστικά, τις φαρμακευτικές ουσίες και άλλους αναδυόμενους ρύπους στο νερό ανθρώπινης κατανάλωσης.
Τροπολογία 135
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 18 – παράγραφος 2 α (νέα)
2α.   Έως ... [πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή επανεξετάζει αν το άρθρο 10α έχει οδηγήσει σε επαρκές επίπεδο εναρμόνισης των υγειονομικών απαιτήσεων για τα υλικά και τα προϊόντα που έρχονται σε επαφή με νερό ανθρώπινης κατανάλωσης και, εάν χρειάζεται, θα λάβει κατάλληλα περαιτέρω μέτρα.
Τροπολογία 136
Πρόταση οδηγίας
Άρθρο 23 – παράγραφος 2
2.  Οι παρεκκλίσεις που χορηγήθηκαν από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 98/83/ΕΚ και εξακολουθούν να ισχύουν κατά την ... [καταληκτική ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο] θα συνεχίσουν να ισχύουν μέχρι τη λήξη τους. Δεν επιτρέπεται η ανανέωσή τους.
2.  Οι παρεκκλίσεις που χορηγήθηκαν από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 98/83/ΕΚ και εξακολουθούν να ισχύουν κατά την ... [καταληκτική ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο] συνεχίζουν να ισχύουν μέχρι τη λήξη τους.
Τροπολογία 179
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα I – μέρος A - πίνακας

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Παράμετρος

Παραμετρική τιμή

Μονάδα

Σπόρια Clostridium perfringens

0

Αριθμός/100 ml

Κολοβακτηριοειδή

0

Αριθμός/100 ml

Εντερόκοκκοι

0

Αριθμός/100 ml

Escherichia coli (E. coli)

0

Αριθμός/100 ml

Αριθμός ετεροτροφικών πλακών (HPC) 22o

Άνευ ασυνήθους μεταβολής

 

Σωματικοί κολιφάγοι

0

Αριθμός/100 ml

Θολότητα

< 1

Νεφελομετρικές μονάδες θολότητας

Τροπολογία

Παράμετρος

Παραμετρική τιμή

Παράμετρος

Σπόρια Clostridium perfringens

0

Αριθμός/100 ml

Εντερόκοκκοι

0

Αριθμός/100 ml

Escherichia coli (E. coli)

0

Αριθμός/100 ml

Σωματικοί κολιφάγοι

0

Αριθμός/100 ml

Σημείωση

Οι παράμετροι που καθορίζονται στο παρόν μέρος δεν ισχύουν για τα νερά πηγής και τα μεταλλικά νερά σύμφωνα με την οδηγία 2009/54/ΕΚ.

Τροπολογίες 138 και 180
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα I – μέρος Β – πίνακας

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Χημικές παράμετροι

Παράμετρος

Παραμετρική τιμή

Μονάδα

Σημειώσεις

Ακρυλαμίδιο

0,10

μg/l

Η παραμετρική τιμή αναφέρεται στη συγκέντρωση καταλοίπων μονομερούς στο νερό όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές περί μεγίστης μετανάστευσης από το αντίστοιχο πολυμερές όταν βρίσκεται σε επαφή με το νερό.

Αντιμόνιο

5,0

μg/l

 

Αρσενικό

10

μg/l

 

Βενζόλιο

1,0

μg/l

 

Βενζο[a]πυρένιο

0,010

μg/l

 

β-Οιστραδιόλη (50-28-2)

0,001

μg/l

 

Δισφαινόλη Α

0,01

μg/l

 

Βόριο

1,0

mg/l

 

Βρωμικά άλατα

10

μg/l

 

Κάδμιο

5,0

μg/l

 

Χλωρικά άλατα

0,25

mg/l

 

Χλωριώδη άλατα

0,25

mg/l

 

Χρώμιο

25

μg/l

Η τιμή έχει επιτευχθεί το αργότερο μέχρι τις ... [10 χρόνια μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας]. Η παραμετρική τιμή για το χρώμιο μέχρι την εν λόγω ημερομηνία είναι 50 μg/l.

Χαλκός

2,0

mg/l

 

Κυανιούχα άλατα

50

μg/l

 

1,2-Διχλωροαιθάνιο

3,0

μg/l

 

Επιχλωρυδρίνη

0,10

μg/l

Η παραμετρική τιμή αναφέρεται στη συγκέντρωση καταλοίπων μονομερούς στο νερό όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές περί μεγίστης μετανάστευσης από το αντίστοιχο πολυμερές όταν βρίσκεται σε επαφή με το νερό.

Φθοριούχα άλατα

1,5

mg/l

 

Αλογονοοξικά οξέα (HAA)

80

μg/l

Άθροισμα των ακόλουθων εννέα αντιπροσωπευτικών ουσιών: μονοχλωρο-, διχλωρο- και τριχλωροοξικό οξύ, μονο- και διβρωμοοξικό οξύ, βρωμοχλωροοξικό οξύ, βρωμοδιχλωροοξικό οξύ, διβρωμοχλωροοξικό οξύ και τριβρωμοχλωροοξικό οξύ.

Μόλυβδος

5

μg/l

Η τιμή έχει επιτευχθεί το αργότερο μέχρι τις ... [10 χρόνια μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας]. Η παραμετρική τιμή για τον μόλυβδο μέχρι την εν λόγω ημερομηνία είναι 10 μg/l.

Υδράργυρος

1,0

μg/l

 

Μικροκυστίνη-LR

10

μg/l

 

Νικέλιο

20

μg/l

 

Νιτρικά άλατα

50

mg/l

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τηρείται ο όρος [νιτρικά άλατα]/50 + [νιτρώδη άλατα]/3 ≤ 1, όπου οι αγκύλες υποδηλούν συγκεντρώσεις σε mg/l για τα νιτρικά άλατα (NO3) και για τα νιτρώδη άλατα (NO2), καθώς και ότι η τιμή 0,10 mg/l για τα νιτρικά άλατα τηρείται για το νερό που προέρχεται από εγκαταστάσεις επεξεργασίας.

Νιτρώδη άλατα

0.50

mg/l

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τηρείται ο όρος [νιτρικά άλατα]/50 + [νιτρώδη άλατα]/3 ≤ 1, όπου οι αγκύλες υποδηλούν συγκεντρώσεις σε mg/l για τα νιτρικά άλατα (NO3) και για τα νιτρώδη άλατα (NO2), καθώς και ότι η τιμή 0,10 mg/l για τα νιτρικά άλατα τηρείται για το νερό που προέρχεται από εγκαταστάσεις επεξεργασίας.

Εννεϋλοφαινόλη

0,3

μg/l

 

Παρασιτοκτόνα

0,10

μg/l

Ως «παρασιτοκτόνα» νοούνται:

 

 

 

οργανικά εντομοκτόνα,

 

 

 

οργανικά ζιζανιοκτόνα,

 

 

 

οργανικά μυκητοκτόνα,

 

 

 

οργανικά νηματωδοκτόνα,

 

 

 

οργανικά ακαρεοκτόνα,

 

 

 

οργανικά φυκοκτόνα,

 

 

 

οργανικά τρωκτικοκτόνα,

 

 

 

οργανικά γλινοκτόνα,

 

 

 

συναφή προϊόντα (μεταξύ άλλων, οι ρυθμιστές αύξησης) και οι σχετικοί μεταβολίτες αυτών όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 32 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/20091.

 

 

 

Η παραμετρική τιμή ισχύει για κάθε επιμέρους παρασιτοκτόνο.

 

 

 

Για τα aldrin (αλδρίνη), dieldrin (διελδρίνη), heptachlor (επταχλώριο) και heptachlor epoxide (εποξείδιο του επταχλωρίου), η παραμετρική τιμή είναι 0,030 μg/l.

Σύνολο παρασιτοκτόνων

0,50

μg/l

Ως «σύνολο παρασιτοκτόνων» νοείται το άθροισμα όλων των επιμέρους παρασιτοκτόνων που ανιχνεύονται και προσδιορίζονται ποσοτικώς κατά τη διαδικασία παρακολούθησης.

PFAS

0,10

μg/l

«PFAS»: κάθε επιμέρους υπερ- και πολυφθοριωμένη αλκυλιωμένη ουσία (χημικός τύπος: CnF2n+1−R)

Σύνολο PFAS

0,50

μg/l

«Σύνολο PFAS»: το σύνολο των υπερ- και πολυφθοριωμένων αλκυλιωμένων ουσιών (χημικός τύπος: CnF2n+1−R)

Πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες

0,10

μg/l

Άθροισμα συγκεντρώσεων των ακόλουθων συγκεκριμένων ενώσεων: βενζο[b]φθορανθένιο, βενζο[k]φθορανθένιο, βενζο[ghi]περυλένιο, και ινδενο[1,2,3-cd]πυρένιο.

Σελήνιο

10

μg/l

 

Τετραχλωροαιθένιο και τριχλωραιθένιο

10

μg/l

Άθροισμα συγκεντρώσεων συγκεκριμένων παραμέτρων

Ολικά τριαλογονομεθάνια

100

μg/l

Ει δυνατόν, τα κράτη μέλη επιδιώκουν χαμηλότερη τιμή χωρίς να θίγεται η απολύμανση.

 

 

 

Άθροισμα συγκεντρώσεων των ακόλουθων συγκεκριμένων ενώσεων: χλωροφόρμιο, βρωμοφόρμιο, διβρωμοχλωρομεθάνιο, βρωμοδιχλωρομεθάνιο.

Ουράνιο

30

μg/l

 

Βινυλοχλωρίδιο

0,50

μg/l

Η παραμετρική τιμή αναφέρεται στη συγκέντρωση καταλοίπων μονομερούς στο νερό όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές περί μεγίστης μετανάστευσης από το αντίστοιχο πολυμερές όταν βρίσκεται σε επαφή με το νερό.

__________________

1 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 309 της 24.11.2009, σ. 1).

Τροπολογία

Χημικές παράμετροι

Παράμετρος

Παραμετρική τιμή

Μονάδα

Σημειώσεις

Ακρυλαμίδιο

0,10

μg/l

Η παραμετρική τιμή αναφέρεται στη συγκέντρωση καταλοίπων μονομερούς στο νερό όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές περί μεγίστης μετανάστευσης από το αντίστοιχο πολυμερές όταν βρίσκεται σε επαφή με το νερό.

Αντιμόνιο

5,0

μg/l

 

Αρσενικό

10

μg/l

 

Βενζόλιο

1,0

μg/l

 

Βενζο[a]πυρένιο

0,010

μg/l

 

β-Οιστραδιόλη (50-28-2)

0,001

μg/l

 

Δισφαινόλη Α

0,1

μg/l

 

Βόριο

1,5

mg/l

 

Βρωμικά άλατα

10

μg/l

 

Κάδμιο

5,0

μg/l

 

Χλωρικά άλατα

0,25

mg/l

 

Χλωριώδη άλατα

0,25

mg/l

 

Χρώμιο

25

μg/l

Η τιμή έχει επιτευχθεί το αργότερο μέχρι τις ... [10 χρόνια μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας]. Η παραμετρική τιμή για το χρώμιο μέχρι την εν λόγω ημερομηνία είναι 50 μg/l.

Χαλκός

2,0

mg/l

 

Κυανιούχα άλατα

50

μg/l

 

1,2-Διχλωροαιθάνιο

3,0

μg/l

 

Επιχλωρυδρίνη

0,10

μg/l

Η παραμετρική τιμή αναφέρεται στη συγκέντρωση καταλοίπων μονομερούς στο νερό όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές περί μεγίστης μετανάστευσης από το αντίστοιχο πολυμερές όταν βρίσκεται σε επαφή με το νερό.

Φθοριούχα άλατα

1,5

mg/l

 

Αλογονοοξικά οξέα (HAA)

80

μg/l

Άθροισμα των ακόλουθων εννέα αντιπροσωπευτικών ουσιών: μονοχλωρο-, διχλωρο- και τριχλωροοξικό οξύ, μονο- και διβρωμοοξικό οξύ, βρωμοχλωροοξικό οξύ, βρωμοδιχλωροοξικό οξύ, διβρωμοχλωροοξικό οξύ και τριβρωμοχλωροοξικό οξύ.

Μόλυβδος

5

μg/l

Η τιμή έχει επιτευχθεί το αργότερο μέχρι τις ... [10 χρόνια μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας]. Η παραμετρική τιμή για τον μόλυβδο μέχρι την εν λόγω ημερομηνία είναι 10 μg/l.

Υδράργυρος

1,0

μg/l

 

Μικροκυστίνη-LR

10

μg/l

 

Νικέλιο

20

μg/l

 

Νιτρικά άλατα

50

mg/l

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τηρείται ο όρος [νιτρικά άλατα]/50 + [νιτρώδη άλατα]/3 ≤ 1, όπου οι αγκύλες υποδηλούν συγκεντρώσεις σε mg/l για τα νιτρικά άλατα (NO3) και για τα νιτρώδη άλατα (NO2), καθώς και ότι η τιμή 0,10 mg/l για τα νιτρικά άλατα τηρείται για το νερό που προέρχεται από εγκαταστάσεις επεξεργασίας.

Νιτρώδη άλατα

0.50

mg/l

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τηρείται ο όρος [νιτρικά άλατα]/50 + [νιτρώδη άλατα]/3 ≤ 1, όπου οι αγκύλες υποδηλούν συγκεντρώσεις σε mg/l για τα νιτρικά άλατα (NO3) και για τα νιτρώδη άλατα (NO2), καθώς και ότι η τιμή 0,10 mg/l για τα νιτρικά άλατα τηρείται για το νερό που προέρχεται από εγκαταστάσεις επεξεργασίας.

Εννεϋλοφαινόλη

0,3

μg/l

 

Παρασιτοκτόνα

0,10

μg/l

Ως «παρασιτοκτόνα» νοούνται:

 

 

 

οργανικά εντομοκτόνα,

 

 

 

οργανικά ζιζανιοκτόνα,

 

 

 

οργανικά μυκητοκτόνα,

 

 

 

οργανικά νηματωδοκτόνα,

 

 

 

οργανικά ακαρεοκτόνα,

 

 

 

οργανικά φυκοκτόνα,

 

 

 

οργανικά τρωκτικοκτόνα,

 

 

 

οργανικά γλινοκτόνα,

 

 

 

συναφή προϊόντα (μεταξύ άλλων, οι ρυθμιστές αύξησης) και οι σχετικοί μεταβολίτες αυτών όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 32 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/20091.

 

 

 

Η παραμετρική τιμή ισχύει για κάθε επιμέρους παρασιτοκτόνο.

 

 

 

Για τα aldrin (αλδρίνη), dieldrin (διελδρίνη), heptachlor (επταχλώριο) και heptachlor epoxide (εποξείδιο του επταχλωρίου), η παραμετρική τιμή είναι 0,030 μg/l.

Σύνολο παρασιτοκτόνων

0,50

μg/l

Ως «σύνολο παρασιτοκτόνων» νοείται το άθροισμα όλων των επιμέρους παρασιτοκτόνων που ανιχνεύονται και προσδιορίζονται ποσοτικώς κατά τη διαδικασία παρακολούθησης.

PFAS

0,10

μg/l

«PFAS»: κάθε επιμέρους υπερ- και πολυφθοριωμένη αλκυλιωμένη ουσία (χημικός τύπος: CnF2n+1−R).

Ο τύπος εισάγει επίσης διαφοροποίηση μεταξύ των PFAS «μακράς αλυσίδας» και «μικρής αλυσίδας». Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται μόνο σε PFAS «μακράς αλυσίδας».

Αυτή η παραμετρική τιμή για μεμονωμένες ουσίες PFAS εφαρμόζεται μόνο στις ουσίες που είναι πιθανόν να υπάρχουν και οι οποίες είναι επικίνδυνες για την ανθρώπινη υγεία, σύμφωνα με την εκτίμηση επικινδυνότητας που αναφέρεται στο άρθρο 8 της παρούσας οδηγίας.

Σύνολο PFAS

0,50

μg/l

«Σύνολο PFAS»: το σύνολο των υπερ- και πολυφθοριωμένων αλκυλιωμένων ουσιών (χημικός τύπος: CnF2n+1−R).

Αυτή η παραμετρική τιμή για το σύνολο PFAS εφαρμόζεται μόνο στις ουσίες που είναι πιθανόν να υπάρχουν και οι οποίες είναι επικίνδυνες για την ανθρώπινη υγεία, σύμφωνα με την εκτίμηση επικινδυνότητας που αναφέρεται στο άρθρο 8 της παρούσας οδηγίας.

Πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες

0,10

μg/l

Άθροισμα συγκεντρώσεων των ακόλουθων συγκεκριμένων ενώσεων: βενζο[b]φθορανθένιο, βενζο[k]φθορανθένιο, βενζο[ghi]περυλένιο, και ινδενο[1,2,3-cd]πυρένιο.

Σελήνιο

10

μg/l

 

Τετραχλωροαιθένιο και τριχλωραιθένιο

10

μg/l

Άθροισμα συγκεντρώσεων συγκεκριμένων παραμέτρων

Ολικά τριαλογονομεθάνια

100

μg/l

Ει δυνατόν, τα κράτη μέλη επιδιώκουν χαμηλότερη τιμή χωρίς να θίγεται η απολύμανση.

 

 

 

Άθροισμα συγκεντρώσεων των ακόλουθων συγκεκριμένων ενώσεων: χλωροφόρμιο, βρωμοφόρμιο, διβρωμοχλωρομεθάνιο, βρωμοδιχλωρομεθάνιο.

Ουράνιο

30

μg/l

 

Βινυλοχλωρίδιο

0,50

μg/l

Η παραμετρική τιμή αναφέρεται στη συγκέντρωση καταλοίπων μονομερούς στο νερό όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές περί μεγίστης μετανάστευσης από το αντίστοιχο πολυμερές όταν βρίσκεται σε επαφή με το νερό.

__________________

1 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 309 της 24.11.2009, σ. 1).

Τροπολογία 139
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα I – μέρος Β α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Ενδεικτικές παράμετροι

Παράμετρος

Παραμετρική τιμή

Μονάδα

Σημειώσεις

Αργίλιο

200

μg/l

 

Αμμώνιο

0,50

mg/l

 

Χλωριούχα άλατα

250

mg/l

Σημείωση 1

Χρώμα

Αποδεκτή για τους καταναλωτές και άνευ ασυνήθους μεταβολής

 

 

Αγωγιμότητα

2 500

μS cm-1 στους 20 °C

Σημείωση 1

Συγκέντρωση ιόντων υδρογόνου

≥ 6,5 και ≤ 9,5

μονάδες pH

Σημειώσεις 1 και 3

Σίδηρος

200

μg/l

 

Μαγγάνιο

50

μg/l

 

Οσμή

Αποδεκτή για τους καταναλωτές και άνευ ασυνήθους μεταβολής

 

 

Θειικά άλατα

250

mg/l

Σημείωση 1

Νάτριο

200

mg/l

 

Γεύση

Αποδεκτή για τους καταναλωτές και άνευ ασυνήθους μεταβολής

 

 

Αριθμός αποικιών σε 22 °C

Άνευ ασυνήθους μεταβολής

 

 

Κολοβακτηριοειδή

0

Αριθμός/100 ml

 

Ολικός οργανικός άνθρακας (TOC)

Άνευ ασυνήθους μεταβολής

 

 

Θολότητα

Αποδεκτή για τους καταναλωτές και άνευ ασυνήθους μεταβολής

 

 

Σημείωση 1:

Το νερό δεν πρέπει να είναι διαβρωτικό.

Σημείωση 2:

Η παράμετρος αυτή χρειάζεται να μετράται μόνον όταν το νερό προέρχεται ή επηρεάζεται από επιφανειακό νερό. Σε περίπτωση μη τήρησης της παραμετρικής αυτής τιμής, τα κράτη μέλη εξετάζουν την παροχή νερού για να εξασφαλίσουν ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενος κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία λόγω της παρουσίας παθογόνων μικροοργανισμών, όπως π.χ. Cryptosporidium.

Σημείωση 3:

Για το στάσιμο νερό που τοποθετείται σε φιάλες ή δοχεία, η κατώτατη τιμή μπορεί να μειώνεται σε 4,5 μονάδες pH.

Για το νερό που τοποθετείται σε φιάλες ή δοχεία και έχει φυσική περιεκτικότητα σε ή είναι τεχνητά εμπλουτισμένο με διοξείδιο του άνθρακα, η ελάχιστη τιμή μπορεί να είναι κατώτερη.

Τροπολογία 140
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα I μέρος Γ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Παράμετροι που σχετίζονται με την αξιολόγηση κινδύνου οικιακής διανομής

Παράμετρος

Παραμετρική τιμή

Μονάδα

Σημειώσεις

Legionella

< 1 000

Αριθμός/l

Εάν η παραμετρική τιμή <1 000/l δεν τηρείται για τη Legionella, διενεργείται νέα δειγματοληψία για τη Legionella pneumophila. Αν απουσιάζει η Legionella pneumophila, η παραμετρική τιμή για τη Legionella είναι < 10 000/l.

Μόλυβδος

5

μg/l

Η τιμή έχει επιτευχθεί το αργότερο έως ... [δέκα χρόνια από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας]. Η παραμετρική τιμή για τον μόλυβδο μέχρι την εν λόγω ημερομηνία είναι 10 μg/l.

Τροπολογία

Παράμετροι που σχετίζονται με την αξιολόγηση κινδύνου οικιακής διανομής

Παράμετρος

Παραμετρική τιμή

Μονάδα

Σημειώσεις

Legionella pneumophila

< 1 000

Αριθμός/l

 

Legionella

< 10 000

Αριθμός/l

Αν απουσιάζει η Legionella pneumophila, της οποίας η παραμετρική τιμή είναι < 1 000/l, η παραμετρική τιμή για τη Legionella είναι < 10 000/l.

Μόλυβδος

5

μg/l

Η τιμή έχει επιτευχθεί το αργότερο έως ... [δέκα χρόνια από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας]. Η παραμετρική τιμή για τον μόλυβδο μέχρι την εν λόγω ημερομηνία θα είναι 10 μg/l.

Τροπολογία 141
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα I – μέρος Γ α (νέο)

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροπολογία

Νέες παραμέτροι υπό παρακολούθηση

Μικροπλαστικά

Η παρακολούθηση διενεργείται σύμφωνα με τη μεθοδολογία για τη μέτρηση των μικροπλαστικών που καθορίζεται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 5β.

Τροπολογία 142
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα II – μέρος B – σημείο 1 – παράγραφος 1
Η Escherichia coli (E. coli), τα σπόρια Clostridium perfringens και οι σωματικοί κολιφάγοι θεωρούνται «βασικές παράμετροι» και δεν επιτρέπεται να υπόκεινται σε εκτίμηση κινδύνου στην παροχή σύμφωνα με το μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος. Παρακολουθούνται πάντα στις συχνότητες που καθορίζονται στον πίνακα 1 του σημείου 2.
Η Escherichia coli (E. coli) και οι εντερόκοκκοι θεωρούνται «βασικές παράμετροι» και δεν επιτρέπεται να υπόκεινται σε εκτίμηση κινδύνου στην παροχή σύμφωνα με το μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος. Παρακολουθούνται πάντα στις συχνότητες που καθορίζονται στον πίνακα 1 του σημείου 2.
Τροπολογία 186
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα II – μέρος B – σημείο 2

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Συχνότητες δειγματοληψίας

Όλες οι παράμετροι που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρακολουθούνται τουλάχιστον στις συχνότητες που καθορίζονται στον ακόλουθο πίνακα, εκτός εάν καθοριστεί διαφορετική συχνότητα δειγματοληψίας, βάσει εκτίμησης κινδύνου στην παροχή διεξαχθείσα σύμφωνα με το άρθρο 9 και το μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος:

Πίνακας 1

Ελάχιστη συχνότητα δειγματοληψίας και αναλύσεων για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης

Όγκος (m3) νερού που διανέμεται ή παράγεται ημερησίως εντός της ζώνης ύδρευσης

Ελάχιστος αριθμός δειγμάτων ανά

έτος

≤ 100

> 100 ≤ 1 000

> 1 000 ≤ 10 000

>10 000 ≤ 100 000

>100 000

10α

10α

50β

365

365

α: όλα τα δείγματα πρέπει να λαμβάνονται σε χρονικές περιόδους κατά τις οποίες ο κίνδυνος διαφυγής εντερικών παθογόνων από την επεξεργασία είναι υψηλός.

β: τουλάχιστον 10 δείγματα πρέπει να λαμβάνονται σε χρονικές περιόδους κατά τις οποίες ο κίνδυνος διαφυγής εντερικών παθογόνων από την επεξεργασία είναι υψηλός.

Σημείωση 1: Ως ζώνη παροχής νοείται μια γεωγραφικά καθορισμένη περιοχή εντός της οποίας το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης εισέρχεται από μία ή περισσότερες πηγές και η ποιότητα του νερού μπορεί να θεωρηθεί ως περίπου ομοιόμορφη.

Σημείωση 2: Οι όγκοι υπολογίζονται ως μέσες τιμές για ένα ημερολογιακό έτος. Για τον καθορισμό της ελάχιστης συχνότητας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο αριθμός κατοίκων μιας ζώνης παροχής αντί για τον όγκο του νερού, με την παραδοχή ότι η κατά κεφαλήν κατανάλωση νερού είναι 200 l/ημέρα.

Σημείωση 3: Τα κράτη μέλη που έχουν αποφασίσει να εξαιρέσουν τις συγκεκριμένες ατομικές ζώνες παροχής βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 2 στοιχείο β) εφαρμόζουν αυτές τις συχνότητες μόνο για τις ζώνες παροχής που διανέμουν από 10 έως 100 m3 την ημέρα.

Τροπολογία

Συχνότητες δειγματοληψίας

Όλες οι παράμετροι που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρακολουθούνται τουλάχιστον στις συχνότητες που καθορίζονται στον ακόλουθο πίνακα, εκτός εάν καθοριστεί διαφορετική συχνότητα δειγματοληψίας, βάσει εκτίμησης κινδύνου στην παροχή διεξαχθείσα σύμφωνα με το άρθρο 9 και το μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος:

Πίνακας 1

Ελάχιστη συχνότητα δειγματοληψίας και αναλύσεων για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης

Όγκος νερού που διανέμεται ή παράγεται ημερησίως εντός ζώνης παροχής

(Βλέπε σημειώσεις 1 και 2) m3

Παράμετρος της ομάδας Α (μικροβιολογική παράμετρος) -

Αριθμός δειγμάτων ανά έτος

(Βλέπε σημείωση 3)

Παράμετρος της ομάδας Β (χημική παράμετρος) -

Αριθμός δειγμάτων ανά έτος

 

≤ 100

> 0

(Βλέπε σημείωση 4)

> 0

(Βλέπε σημείωση 4)

> 100

≤ 1000

4

1

> 1000

≤ 10000

4

+3

για κάθε κλάσμα του συνολικού όγκου ίσο με 1000m3/ημέρα ή μικρότερο

1

+1

για κάθε κλάσμα του συνολικού όγκου ίσο με 1000m3/ημέρα ή μικρότερο

> 10000

 

≤ 100000

3

+ 1

για κάθε κλάσμα του συνολικού όγκου

ίσο με 10000 m3/ημέρα ή μικρότερο

> 100000

 

12

+ 1

για κάθε κλάσμα του συνολικού όγκου ίσο με 25000 m3/ημέρα ή μικρότερο

Σημείωση 1: Ως ζώνη παροχής νοείται μια γεωγραφικά καθορισμένη περιοχή εντός της οποίας το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης εισέρχεται από μία ή περισσότερες πηγές και η ποιότητα του νερού μπορεί να θεωρηθεί ως περίπου ομοιόμορφη.

Σημείωση 2: Οι όγκοι υπολογίζονται ως μέσες τιμές για ένα ημερολογιακό έτος. Για τον καθορισμό της ελάχιστης συχνότητας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο αριθμός κατοίκων μιας ζώνης παροχής αντί για τον όγκο του νερού, με την παραδοχή ότι η κατά κεφαλήν κατανάλωση νερού είναι 200 l/ημέρα.

Σημείωση 3: Η αναφερόμενη συχνότητα υπολογίζεται ως εξής: π.χ. 4 300 m 3/ημέρα = 16 δείγματα (τέσσερα για τα πρώτα 1 000 m 3/ημέρα + 12 για το πρόσθετο 3 300 m 3/ημέρα).

Σημείωση 4: Τα κράτη μέλη που έχουν αποφασίσει να εξαιρέσουν τις συγκεκριμένες ατομικές ζώνες παροχής βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 2 στοιχείο β) της παρούσας οδηγίας εφαρμόζουν αυτές τις συχνότητες μόνο για τις ζώνες παροχής που διανέμουν από 10 έως 100 m3 την ημέρα.

Τροπολογία 144
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα ΙΙ – μέρος Δ – σημείο 2 α (νέο)
2α.  δείγματα για Legionella σε οικιακά συστήματα διανομής λαμβάνονται σε σημεία που εμφανίζουν κίνδυνο πολλαπλασιασμού και/ή έκθεσης σε Legionella pneumophila. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κατευθυντήριες γραμμές για τις μεθόδους δειγματοληψίας για Legionella·
Τροπολογία 145
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα II α (νέο)
Ελάχιστες απαιτήσεις υγιεινής για ουσίες και υλικά για την παραγωγή νέων προϊόντων, που έρχονται σε επαφή με το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης:
α)  κατάλογος ουσιών που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή υλικών, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων οργανικών υλών, ελαστομερών, σιλικόνης, μετάλλων, τσιμέντου, ρητινών ανταλλαγής ιόντων και σύνθετων υλικών, καθώς και προϊόντων που παράγονται από αυτά·
β)  ειδικές προϋποθέσεις για τη χρήση ουσιών σε υλικά και στα προϊόντα που παράγονται από αυτά·
γ)  ειδικοί περιορισμοί αναφορικά με τη μεταφορά ορισμένων ουσιών σε νερό ανθρώπινης κατανάλωσης·
δ)  κανόνες υγιεινής σχετικά με άλλες ιδιότητες που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις·
ε)  βασικοί κανόνες για τον έλεγχο της συμμόρφωσης με τα στοιχεία α) έως δ)·
στ)  κανόνες σχετικά με τις μεθόδους δειγματοληψίας και ανάλυσης, για τον έλεγχο της συμμόρφωσης με τα στοιχεία α) έως δ).
Τροπολογία 177 και 224
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IΙI – μέρος B – σημείο 1 – πίνακας 1 – σειρά 28

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

PFAS

50

 

Τροπολογία

PFAS

20

 

Τροπολογία 146
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV– τίτλος
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΠΟΥ ΔΙΑΤΙΘΕΝΤΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΙΝΟ
Τροπολογία 147
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος
Οι ακόλουθες πληροφορίες είναι προσβάσιμες για τους καταναλωτές ηλεκτρονικά, με εξατομικευμένο και φιλικό προς τον χρήστη τρόπο:
Οι ακόλουθες πληροφορίες είναι προσβάσιμες για τους καταναλωτές ηλεκτρονικά ή με εξίσου εξατομικευμένους και φιλικούς προς τον χρήστη τρόπους:
Τροπολογία 148
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV – παράγραφος 1 – σημείο 1
(1)  προσδιορισμός του σχετικού φορέα ύδρευσης·
(1)  προσδιορισμός του σχετικού φορέα ύδρευσης, της περιοχής και του αριθμού των υδρευόμενων ατόμων, καθώς και της μεθόδου παραγωγής του νερού·
Τροπολογία 149
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV – παράγραφος 1 – σημείο 2 – εισαγωγικό μέρος
(2)  τα πλέον πρόσφατα αποτελέσματα παρακολούθησης για τις παραμέτρους που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι μέρη Α και Β, συμπεριλαμβανομένων της συχνότητας και της τοποθεσίας των σημείων δειγματοληψίας, τα οποία αφορούν την περιοχή που ενδιαφέρει το τροφοδοτούμενο πρόσωπο, μαζί με την παραμετρική τιμή που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5. Τα αποτελέσματα παρακολούθησης δεν πρέπει να είναι παλαιότερα:
(2)  επισκόπηση των πλέον πρόσφατων αποτελεσμάτων παρακολούθησης ανά φορέα ύδρευσης για τις παραμέτρους που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι μέρη Α, Β και Βα (νέο), συμπεριλαμβανομένων της συχνότητας και της τοποθεσίας των σημείων δειγματοληψίας, τα οποία αφορούν την περιοχή που ενδιαφέρει το τροφοδοτούμενο πρόσωπο, μαζί με την παραμετρική τιμή που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5. Τα αποτελέσματα παρακολούθησης δεν πρέπει να είναι παλαιότερα:
Τροπολογία 202
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV – παράγραφος 1 – σημείο 2 – στοιχείο β
β)  των έξι μηνών για μεγάλους φορείς ύδρευσης·
β)  των έξι μηνών για μεσαίους και μεγάλους φορείς ύδρευσης·
Τροπολογία 203
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV – παράγραφος 1 – σημείο 2 – στοιχείο γ
γ)  του ενός έτους για μικρούς φορείς ύδρευσης·
γ)  του ενός έτους για πολύ μικρούς και μικρούς φορείς ύδρευσης·
Τροπολογία 150
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV – παράγραφος 1 – σημείο 3
(3)  σε περίπτωση υπέρβασης των παραμετρικών τιμών που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5, πληροφορίες για τους πιθανούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία και συμβουλές σχετικά με την υγεία και την κατανάλωση ή υπερσύνδεσμο με τον οποίο να παρέχεται πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες·
(3)  σε περίπτωση ενδεχόμενου κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία, όπως καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές, κατόπιν υπέρβασης των παραμετρικών τιμών που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5, πληροφορίες για τους πιθανούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία και συμβουλές σχετικά με την υγεία και την κατανάλωση ή υπερσύνδεσμο με τον οποίο να παρέχεται πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες·
Τροπολογία 151
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV – παράγραφος 1 – σημείο 4
(4)  σύνοψη της σχετικής εκτίμησης κινδύνου στην παροχή·
διαγράφεται
Τροπολογία 152
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV – παράγραφος 1 – σημείο 5
(5)  πληροφορίες σχετικά με τις ακόλουθες ενδεικτικές παραμέτρους και σχετικές παραμετρικές τιμές:
(5)  πληροφορίες σχετικά με τις ενδεικτικές παραμέτρους που παρατίθενται στο παράρτημα 1 μέρος Βα και σχετικές παραμετρικές τιμές·
α)  Χρώμα·
β)  pH (συγκέντρωση ιόντων υδρογόνου)·
γ)  Αγωγιμότητα·
δ)  Σίδηρος·
ε)  Μαγγάνιο·
στ)  Οσμή·
ζ)  Γεύση·
η)  Σκληρότητα·
θ)  Ανόργανα στοιχεία, ανιόντα/κατιόντα διαλυμένα σε νερό:
—  Βορικά BO3-
—  Ανθρακικά CO32-
—  Χλωριούχα Cl-
—  Φθοριούχα F-
—  Όξινα ανθρακικά HCO3-
—  Νιτρικά NO3-
—  Νιτρώδη NO2-
—  Φωσφορικά PO43-
—  Πυριτικά SiO2
—  Θειικά SO42-
—  Θειούχα S2-
—  Αργίλιο Al
—  Αμμώνιο NH4+
—  Ασβέστιο Ca
—  Μαγνήσιο Mg
—  Κάλιο K
—  Νάτριο Na
Οι εν λόγω παραμετρικές τιμές και άλλες μη ιοντιζόμενες ενώσεις και ιχνοστοιχεία μπορούν να εμφανίζονται με τιμή αναφοράς και/ή επεξήγηση·
Τροπολογία 153
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV – παράγραφος 1 – σημείο 6
(6)  συμβουλές προς τους καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων και τρόπων μείωσης της κατανάλωσης νερού·
(6)  συμβουλές προς τους καταναλωτές, μεταξύ άλλων και για το πώς να μειώσουν την κατανάλωση νερού, όταν χρειάζεται, και να χρησιμοποιούν το νερό υπεύθυνα σύμφωνα με τις τοπικές συνθήκες·
Τροπολογία 154
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV – παράγραφος 1 – σημείο 7
(7)  για πολύ μεγάλους φορείς ύδρευσης, ετήσιες πληροφορίες σχετικά με:
(7)  για μεγάλους και πολύ μεγάλους φορείς ύδρευσης, ετήσιες πληροφορίες σχετικά με:
Τροπολογία 155
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV –παράγραφος 1 – σημείο 7 – στοιχείο α
α)  τις συνολικές επιδόσεις του συστήματος ύδρευσης όσον αφορά την αποδοτικότητα, συμπεριλαμβανομένων του ποσοστού διαρροών και της κατανάλωσης ενέργειας ανά κυβικό μέτρο παρεχόμενου νερού·
α)  τις συνολικές επιδόσεις του συστήματος ύδρευσης όσον αφορά την αποδοτικότητα, συμπεριλαμβανομένων των επιπέδων διαρροής, όπως ορίζονται από τα κράτη μέλη·
Τροπολογία 156
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV – παράγραφος 1 – σημείο 7 – στοιχείο β
β)  πληροφορίες σχετικά με τη διαχείριση και τη διακυβέρνηση του φορέα ύδρευσης, συμπεριλαμβανομένης της σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου·
β)  πληροφορίες σχετικά με το μοντέλο διαχείρισης και την ιδιοκτησιακή δομή της υπηρεσίας παροχής νερού από τον φορέα ύδρευσης·
Τροπολογία 157
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV –παράγραφος 1 – σημείο 7 – στοιχείο δ
δ)  πληροφορίες σχετικά με τη διάρθρωση του κόστους του τιμολογίου που χρεώνεται στους καταναλωτές ανά κυβικό μέτρο νερού, συμπεριλαμβανομένων των πάγιων και των μεταβλητών δαπανών, όπου παρουσιάζεται τουλάχιστον το κόστος που σχετίζεται με την κατανάλωση ενέργειας ανά κυβικό μέτρο παρεχόμενου νερού, τα μέτρα που λαμβάνονται από τους φορείς ύδρευσης για τους σκοπούς της εκτίμησης επικινδυνότητας σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 4, την επεξεργασία και διανομή νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, τη συλλογή και την επεξεργασία λυμάτων, και το κόστος που σχετίζεται με τα μέτρα για τους σκοπούς του άρθρου 13, σε περίπτωση που έχουν ληφθεί τέτοια μέτρα από τους φορείς ύδρευσης·
δ)  όταν το κόστος καλύπτεται μέσω τιμολογιακού συστήματος, πληροφορίες σχετικά με τη διάρθρωση της τιμολόγησης ανά κυβικό μέτρο νερού, συμπεριλαμβανομένων των πάγιων και των μεταβλητών δαπανών καθώς και των δαπανών που συνδέονται με τα μέτρα που λαμβάνονται από τους φορείς ύδρευσης για τους σκοπούς της εκτίμησης επικινδυνότητας σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 4, την επεξεργασία και διανομή νερού ανθρώπινης κατανάλωσης και το κόστος που σχετίζεται με τα μέτρα για τους σκοπούς του άρθρου 13, σε περίπτωση που έχουν ληφθεί τέτοια μέτρα από τους φορείς ύδρευσης·
Τροπολογία 158
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV –παράγραφος 1 – σημείο 7 – στοιχείο ε
ε)  το ύψος της επένδυσης που θεωρείται απαραίτητο από τον φορέα ύδρευσης για να εξασφαλίσει την οικονομική βιωσιμότητα της παροχής υπηρεσιών ύδρευσης (συμπεριλαμβανομένης της συντήρησης των υποδομών) και το ύψος της επένδυσης που πραγματικά συγκεντρώθηκε ή ανακτήθηκε·
ε)  το ύψος της επένδυσης που έχει γίνει, γίνεται ή πρόκειται να γίνει, καθώς και το χρηματοδοτικό σχέδιο·
Τροπολογία 159
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV –παράγραφος 1 – σημείο 7 – στοιχείο ζ
ζ)  σύνοψη και στατιστικές καταγγελιών των καταναλωτών, και της επικαιρότητας και καταλληλότητας των λύσεων των προβλημάτων·
ζ)  σύνοψη και στατιστικές καταγγελιών των καταναλωτών, και του τρόπου επίλυσής τους·
Τροπολογία 160
Πρόταση οδηγίας
Παράρτημα IV – παράγραφος 1 – σημείο 8
(8)  πρόσβαση σε ιστορικά στοιχεία για πληροφορίες βάσει των σημείων 2) και 3), με ημερομηνία έως και πριν από 10 έτη, κατόπιν αιτήματος.
(8)  πρόσβαση σε ιστορικά στοιχεία για πληροφορίες βάσει των σημείων 2) και 3), με ημερομηνία έως και πριν από 10 έτη και όχι προγενέστερη της ημερομηνίας μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, κατόπιν αιτήματος.

(1) ΕΕ C 367 της 10.10.2018, σ. 107.
(2) ΕΕ C 361 της 5.10.2018, σ. 46.
(3) EE C 77 της 28.3.2002, σ. 1.
(4) Η παρούσα θέση αντικαθιστά τις τροπολογίες που εγκρίθηκαν στις 23 Οκτωβρίου 2018 (Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2018)0397).


Αύξηση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής ***I
PDF 484kWORD 146k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Μαρτίου 2019 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης, τη δεύτερη ευκαιρία και μέτρα για την αύξηση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής, καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 2012/30/ΕΕ (COM(2016)0723 – C8-0475/2016 – 2016/0359(COD))
P8_TA-PROV(2019)0321A8-0269/2018

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2016)0723),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και τα άρθρα 53 και 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0475/2016),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τις αιτιολογημένες γνώμες που υποβλήθηκαν από την Ιρλανδική Βουλή των Αντιπροσώπων και την Ιρλανδική Γερουσία στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με τις οποίες υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 29ης Μαρτίου 2017(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών της 12ης Ιουλίου 2017(2),

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 19ης Δεκεμβρίου 2018, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (A8-0269/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρότασή της στο Κοινοβούλιο αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 28 Μαρτίου 2019 εν όψει της έγκρισης οδηγίας (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί πλαισίου για την προληπτική αναδιάρθρωση, την απαλλαγή από τα χρέη και τις ανικανότητες ή την έκπτωση οφειλετών, καθώς και περί μέτρων βελτίωσης των διαδικασιών αυτών, και για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 (Οδηγία για την αναδιάρθρωση και την αφερεγγυότητα)

P8_TC1-COD(2016)0359


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 53 και 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(3),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(4),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(5),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι να συμβάλει στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να άρει εμπόδια στην άσκηση θεμελιωδών ελευθεριών, όπως η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και η ελευθερία εγκατάστασης, τα οποία απορρέουν από διαφορές μεταξύ των εθνικών δικαίων και διαδικασιών για την προληπτική αναδιάρθρωση, την αφερεγγυότητα, την απαλλαγή από τα χρέη και την ανικανότητα ή την έκπτωση. Χωρίς να θίγει τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες των εργαζομένων, η παρούσα οδηγία επιδιώκει να άρει τα εν λόγω εμπόδια διασφαλίζοντας ότι οι βιώσιμες επιχειρήσεις και οι επιχειρηματίες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες θα έχουν πρόσβαση σε αποτελεσματικά εθνικά πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης τα οποία θα τους επιτρέψουν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους· ότι οι έντιμοι αφερέγγυοι ή υπερχρεωμένοι επιχειρηματίες θα μπορούν να απαλλάσσονται πλήρως από τα χρέη τους μετά από εύλογο διάστημα που θα τους προσφέρει μια δεύτερη ευκαιρία· και ότι θα βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής από το χρέος, ιδίως περιορίζοντας την διάρκειά τους.

(2)  Η αναδιάρθρωση θα πρέπει να παρέχει στους οφειλέτες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες τη δυνατότητα να συνεχίσουν πλήρως ή εν μέρει τη λειτουργία τους, μέσω τροποποίησης της σύνθεσης, των όρων ή της δομής των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού τους ή της κεφαλαιακής διάρθρωσής τους, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης περιουσιακών στοιχείων ή τμημάτων της επιχείρησης ή, εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, πωλώντας την ίδια την επιχείρηση συνολικώς , καθώς και μέσω επιχειρησιακών αλλαγών. Αν δεν προβλέπεται ρητώς κάτι άλλο από το εθνικό δίκαιο, οι επιχειρησιακές αλλαγές, όπως η καταγγελία ή η τροποποίηση συμβάσεων ή η πώληση ή άλλη διάθεση περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις γενικές απαιτήσεις που προβλέπονται για τέτοια μέτρα στο εθνικό δίκαιο και ιδίως στο αστικό και το εργατικο δικαιο. Κάθε κεφαλαιοποίηση χρέους θα πρέπει επίσης να πληροί τις εγγυήσεις της εθνικής νομοθεσίας. Τα πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης θα πρέπει πρωτίστως να παρέχουν στους οφειλέτες τη δυνατότητα αποτελεσματικής αναδιάρθρωσης σε πρώιμο στάδιο, αποφεύγοντας την αφερεγγυότητα και περιορίζοντας την άνευ λόγου εκκαθάριση βιώσιμων επιχειρήσεων. Τα εν λόγω πλαίσια θα πρέπει να αποτρέπουν τις απώλειες θέσεων εργασίας, γνώσεων και δεξιοτήτων και να μεγιστοποιούν τη συνολική αξία υπέρ των πιστωτών σε σύγκριση με εκείνη που θα περιείρχετο σε αυτούς σε περίπτωση εκκαθάρισης των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας ή σε περίπτωση της επόμενης καλύτερης εναλλακτικής δυνατότητας, ελλείψει σχεδίου, για τους ιδιοκτήτες και για την οικονομία στο σύνολό της ▌.

(3)  Επιπλέον, τα προληπτικά πλαίσια αναδιάρθρωσης θα πρέπει να αποτρέπουν τη συσσώρευση μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το πλαίσιο αποτελεσματικής προληπτικής αναδιάρθρωσης θα εξασφαλίζει την ανάληψη δράσης προτού οι εταιρείες περιέλθουν σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την εξυπηρέτηση των δανείων τους· μειώνοντας τον κίνδυνο να καταστούν τα δάνεια μη εξυπηρετούμενα κατά τις περιόδους καθοδικής φάσης του οικονομικού κύκλου, με αποτέλεσμα την άμβλυνση των αρνητικών επιπτώσεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Θα μπορεί να διασωθεί σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας αν προβλεφθούν προληπτικά πλαίσια σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν έδρα, περιουσιακά στοιχεία ή πιστωτές. Κατά τη διαδικασία της αναδιάρθρωσης, τα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, θα πρέπει να προστατεύονται ισόρροπα. Ταυτόχρονα, οι μη βιώσιμες επιχειρήσεις χωρίς προοπτική επιβίωσης θα πρέπει να εκκαθαρίζονται το ταχύτερο δυνατόν. Όταν ένας οφειλέτης που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες δεν είναι οικονομικά βιώσιμος ή δεν μπορεί να επανέλθει εύκολα σε οικονομική βιωσιμότητα, οι προσπάθειες αναδιάρθρωσης μπορεί να επιταχύνουν τη συσσώρευση ζημιών επί ζημία των πιστωτών, των εργαζομένων και των λοιπών ενδιαφερομένων, καθώς και της οικονομίας στο σύνολό της.

(4)  Υπάρχουν διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά το φάσμα των διαδικασιών που τίθενται στη διάθεση των οφειλετών με οικονομικές δυσχέρειες, για την αναδιάρθρωση της επιχείρησής τους. Ορισμένα κράτη μέλη διαθέτουν περιορισμένο φάσμα διαδικασιών, με αποτέλεσμα η δυνατότητα αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων να παρέχεται σε σχετικά όψιμο στάδιο, στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας. Σε άλλα κράτη μέλη, η αναδιάρθρωση είναι δυνατή νωρίτερα, αλλά οι διαθέσιμες διαδικασίες δεν είναι όσο αποτελεσματικές γιατί θα μπορούσαν να γίνουν ή είναι όντως πολύ τυπικές και ιδίως περιορίζουν τις δυνατότητες προσφυγής σε εξωδικαστικές διαδικασίες. Οι προληπτικές λύσεις αποτελούν αυξανόμενη τάση του σύγχρονου δικαίου περί αφερεγγυότητας. Η τάση αυτή ευνοεί τις προσεγγίσεις που, σε αντίθεση με την παραδοσιακή προσέγγιση η οποία αποσκοπεί στην εκκαθάριση της επιχείρησης που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες, έχουν ως στόχο την ανάκαμψή της ή τουλάχιστον τη διάσωση των τμημάτων της που παραμένουν οικονομικά βιώσιμα. Η πρακτική αυτή συντελεί συχνά, εν μέσω άλλων οφελών προς την οικονομία, στην διατήρηση θέσεων εργασίας ή στη μείωση περιττής απώλειας θέσεων εργασίας.. Επιπλέον, η έκταση της συμμετοχής, στα πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης, των δικαστικών ή διοικητικών αρχών ή των οριζομένων από αυτές επαγγελματιών του κλάδου, κυμαίνεται από ελάχιστη ή και μηδενική σε ορισμένα κράτη μέλη, έως την πλήρη σε άλλα. Ομοίως, οι εθνικοί κανόνες για την παροχή στους επιχειρηματίες μιας δεύτερης ευκαιρίας, ιδίως μέσω της απαλλαγής από τα χρέη τα οποία επισώρευσαν στο πλαίσιο της άσκησης της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τη διάρκεια της περιόδου απαλλαγής και τις προϋποθέσεις χορήγησής της

(5)  Σε πολλά κράτη μέλη απαιτούνται περισσότερα από τρία χρόνια για να απαλλαγεί ένας αφερέγγυος αλλά έντιμος επιχειρηματίας από τα χρέη του και να πραγματοποιήσει ένα νέο ξεκίνημα. Τα αναποτελεσματικά πλαίσια για την απαλλαγή από τα χρέη και την ανικανότητα ή την έκπτωση αναγκάζουν τους επιχειρηματίες να μετεγκατασταθούν σε άλλα κράτη προκειμένου να επωφεληθούν από ένα νέο ξεκίνημα σε εύλογο χρονικό διάστημα, με σημαντικό πρόσθετο κόστος τόσο για τους πιστωτές τους όσο και για τους ίδιους τους επιχειρηματίες. Οι αποφάσεις που επιβάλλουν μεγάλης διάρκειας ανικανότητες ή εκπτώσεις από δικαιώματα, που συχνά συνοδεύουν τις διαδικασίες απαλλαγής, θέτουν φραγμούς στην ελευθερία ανάληψης και άσκησης μη μισθωτής επιχειρηματικής δραστηριότητας.

(6)  Οι υπερβολικά χρονοβόρες διαδικασίες αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής που ισχύουν σήμερα σε αρκετά κράτη μέλη ευθύνονται σε σημαντικό βαθμό για τα χαμηλά ποσοστά ανάκτησης και για την απροθυμία των επενδυτών να δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά σε κράτη όπου υπάρχει ο κίνδυνος υπερβολικής διάρκειας και αδικαιολόγητου κόστους των διαδικασιών.

(7)  Όλες αυτές οι διαφορές στις διαδικασίες αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής από τα χρέη συνεπάγονται πρόσθετες δαπάνες για τους επενδυτές όταν εκτιμούν τον κίνδυνο οικονομικών δυσχερειών των οφειλετών τους σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή την ανάληψη επενδύσεων σε βιώσιμες επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες, καθώς και το πρόσθετο κόστος αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων με εγκαταστάσεις, πιστωτές ή περιουσιακά στοιχεία σε άλλα κράτη μέλη. Αυτό συμβαίνει κατά κύριο λόγο στις αναδιαρθρώσεις διεθνών ομίλων εταιρειών. Πολλοί επενδυτές αναφέρουν ότι η αβεβαιότητα σχετικά με τους κανόνες περί αφερεγγυότητας ή ο κίνδυνος χρονοβόρων ή πολύπλοκων διαδικασιών αφερεγγυότητας σε άλλο κράτος μέλος αποτελούν βασικό αντικίνητρο επενδύσεων ή αποφυγής επιχειρηματικών σχέσεων με αντισυμβαλλόμενο εκτός του κράτους μέλους της έδρας τους. Αυτή η αβεβαιότητα εμποδίζει έτσι την ελευθερία εγκατάστασης των επιχειρήσεων και την προαγωγή του επιχειρηματικού πνεύματος, και υπονομεύει την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Οι περισσότερες πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις («ΠΜΜΕ»), ειδικότερα, δεν διαθέτουν τους πόρους που απαιτούνται για την εκτίμηση των κινδύνων που σχετίζονται με διασυνοριακές δραστηριότητες.

(8)  Οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τις διαδικασίες αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής από τα χρέη οδηγούν σε άνισους όρους όσον αφορά αφενός την πρόσβαση σε πιστώσεις και αφετέρου τα ποσοστά ανάκτησης. Συνεπώς, για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς γενικότερα και, ιδίως, την επίτευξη μιας λειτουργικής Ένωσης Κεφαλαιαγορών, είναι αναγκαίο να υπάρξει υψηλότερος βαθμός εναρμόνισης στους τομείς της αναδιάρθρωσης, της αφερεγγυότητας, της απαλλαγής από χρέη και της ανικανότητας ή της έκπτωσης, καθώς και για την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών, μεταξύ άλλων για τη διατήρηση και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

(9)  Επιπλέον, θα πρέπει να εξαλειφθούν οι πρόσθετες δαπάνες εκτίμησης των κινδύνων και διασυνοριακής αναγκαστικής εκτέλεσης των απαιτήσεων, με τις οποίες επιβαρύνονται οι πιστωτές υπερχρεωμένων επιχειρηματιών που μετεγκαθίστανται σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να λάβουν απαλλαγή χρέους πολύ γρηγορότερα. Ομοίως, θα πρέπει να μειωθούν οι πρόσθετες δαπάνες που συνεπάγεται για τους επιχειρηματίες η ανάγκη μετεγκατάστασης σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να επωφεληθούν από απαλλαγή χρέους. Περαιτέρω, τα εμπόδια που θέτουν οι αποφάσεις που επιβάλλουν μακροχρόνιες ανικανότητες και εκπτώσεις από δικαιώματα για λόγους που συνδέονται με την αφερεγγυότητα του επιχειρηματία εμποδίζουν την επιχειρηματικότητα.

(10)  Κάθε εγχείρημα αναδιάρθρωσης, ιδίως αν είναι μεγάλων διαστάσεων και προκαλεί σημαντικό αντίκτυπο, θα πρέπει να βασίζεται σε διάλογο με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ο διάλογος αυτός θα αφορά την επιλογή των μέτρων σε σχέση με τους στόχους της διαδικασίας και τις εναλλακτικές επιλογές, και θα πρέπει να διασφαλίζει κατάλληλη συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζομένων όπως προβλέπεται στο ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο.

(11)  Τα εμπόδια στην άσκηση θεμελιωδών ελευθεριών δεν περιορίζονται στις αμιγώς διασυνοριακές καταστάσεις. Μια ολοένα και πιο διασυνδεδεμένη εσωτερική αγορά, στην οποία τα προϊόντα, οι υπηρεσίες, τα κεφάλαια και οι εργαζόμενοι κυκλοφορούν ελεύθερα, με την ψηφιακή διάσταση ισχυρότερη από ποτέ, συνεπάγεται ότι πολύ λίγες εταιρείες είναι αμιγώς εθνικές αν ληφθούν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, όπως η πελατειακή τους βάση, η αλυσίδα εφοδιασμού, το πεδίο δραστηριοποίησης, η επενδυτική και η κεφαλαιακή βάση. Εξάλλου, ακόμη και αμιγώς εθνικού χαρακτήρα περιπτώσεις αφερεγγυότητας μπορεί να έχουν επιπτώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς μέσω του λεγόμενου φαινομένου του ντόμινο, καθώς η αφερεγγυότητα ενός οφειλέτη μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές περιπτώσεις αφερεγγυότητας κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού.

(12)  Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(6) ρυθμίζει ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας, αναγνώρισης και εκτέλεσης, εφαρμοστέου δικαίου και συνεργασίας σε διασυνοριακές διαδικασίες αφερεγγυότητας, καθώς και τη διασύνδεση των μητρώων αφερεγγυότητας. Το πεδίο εφαρμογής του καλύπτει τις προληπτικές διαδικασίες με τις οποίες προωθείται η διάσωση οικονομικά βιώσιμων οφειλετών, καθώς και τις διαδικασίες απαλλαγής από τα χρέη επιχειρήσεων και άλλων νομικών προσώπων. Ωστόσο, ο εν λόγω κανονισμός δεν αντιμετωπίζει τις νομοθετικές αποκλίσεις στην αντιμετώπιση των διαδικασιών αυτών στο εθνικό δίκαιο. Επιπλέον, μια πράξη που θα περιοριζόταν αποκλειστικά στις διασυνοριακού χαρακτήρα περιπτώσεις αφερεγγυότητας δεν θα καταργούσε όλα τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία, ούτε θα ήταν εφικτό για τους επενδυτές να προσδιορίσουν εκ των προτέρων τον διασυνοριακό ή εγχώριο χαρακτήρα των πιθανών μελλοντικών οικονομικών δυσχερειών του οφειλέτη. Επομένως, τα ζητήματα δικαστικής συνεργασίας δεν αρκούν και είναι αναγκαίο να θεσπισθούν ουσιαστικά ελάχιστα πρότυπα για τις διαδικασίες προληπτικής αναδιάρθρωσης καθώς και για τις διαδικασίες που απαλάσσουν τους επιχειρηματίες από τα χρέη .

(13)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848, αλλά επιδιώκει να είναι πλήρως συμβατή και συμπληρωματική προς αυτον, απαιτώντας από τα κράτη μέλη να θεσπίσουν διαδικασίες προληπτικής αναδιάρθρωσης σύμφωνες με ορισμένες ελάχιστες αρχές αποτελεσματικότητας. Δεν μεταβάλλει την προσέγγιση που υιοθετήθηκε στον εν λόγω κανονισμό όπου παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν διαδικασίες που δεν πληρούν την προϋπόθεση της δημοσιότητας για την αναγνώριση και την κοινοποίηση βάσει του παραρτήματος A του κανονισμού αυτού και για την διασυνοριακή αναγνώριση διαδικασιών αφερεγγυότητας και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων. Μολονότι η παρούσα οδηγία δεν απαιτεί οι διαδικασίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της να πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για κοινοποίηση βάσει του εν λόγω παραρτήματος, αποσκοπεί στη διευκόλυνση της διασυνοριακής αναγνώρισης των διαδικασιών αυτών και στην αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων.

(14)  Το πλεονέκτημα της εφαρμογής του κανονισμού (EΕ) 2015/848 είναι ότι προβλέπει διασφαλίσεις έναντι της καταχρηστικής μετεγκατάστασης του κέντρου των κυρίων συμφερόντων του οφειλέτη κατά τη διάρκεια διασυνοριακής διαδικασίας αφερεγγυότητας. Ορισμένοι περιορισμοί θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται σε διαδικασίες που δεν καλύπτονται από τον εν λόγω κανονισμό.

(15)  Είναι αναγκαίο να ελαττωθεί το κόστος της αναδιάρθρωσης τόσο για τους οφειλέτες όσο και για τους πιστωτές. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να μειωθούν οι διαφορές ανά κράτος μέλος που εμποδίζουν την έγκαιρη αναδιάρθρωση βιώσιμων οφειλετών οι οποίοι αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες και η δυνατότητα απαλλαγής από χρέη για έντιμους επιχειρηματίες. Με τον τρόπο αυτόν, θα ενισχυθεί η διαφάνεια, η ασφάλεια δικαίου και η προβλεψιμότητα στην Ένωση. Επιπλέον, θα μεγιστοποιηθούν οι αποδόσεις που λαμβάνουν οι κάθε είδους πιστωτές και επενδυτές και θα ενθαρρυνθούν οι διασυνοριακές επενδύσεις. Η μεγαλύτερη συνοχή διαδικασιών αναδιάρθρωσης και αφερεγγυότητας αναμένεται να διευκολύνει επίσης την αναδιάρθρωση ομίλων εταιρειών ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασης των μελών του ομίλου εντός της Ένωσης.

(16)  Η εξάλειψη των εμποδίων στην αποτελεσματική και προληπτική αναδιάρθρωση βιώσιμων οφειλετών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες συμβάλλει στην ελαχιστοποίηση των απωλειών θέσεων εργασίας και των ζημιών για τους πιστωτές στην αλυσίδα εφοδιασμού, διαφυλάσσει την τεχνογνωσία και τις δεξιότητες, και συνεπώς ωφελεί την οικονομία ευρύτερα. Η διευκόλυνση της απαλλαγής των επιχειρηματιών από τα χρέη τους αποτρέπει τον αποκλεισμό τους από την αγορά εργασίας και τους προσφέρει τη δυνατότητα να κάνουν ένα νέο επιχειρηματικό ξεκίνημα διδασκόμενοι από τις εμπειρίες του παρελθόντος. Εξάλλου, η συντόμευση των διαδικασιών αναδιάρθρωσης θα έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερα ποσοστά ανάκτησης για τους πιστωτές και τις επιχειρήσεις τους, καθώς η πάροδος του χρόνου συνήθως δεν επιφέρει παρά περαιτέρω μείωση αξίας εις βάρος του οφειλέτη ή της επιχείρησης του. Τέλος, μια αποτελεσματική διαδικασία αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής θα επιτρέψει καλύτερη εκτίμηση των κινδύνων που ενέχουν οι αποφάσεις χορήγησης και λήψης πιστώσεων και θα εξομαλύνουν την προσαρμογή των αφερέγγυων ή υπερχρεωμένων οφειλετών, ελαχιστοποιώντας το κοινωνικό και οικονομικό κόστος που συνεπάγεται η διαδικασία απομόχλευσής τους. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να παρέχει στα κράτη μέλη ευελιξία κατά την εφαρμογή αυτών των κοινών αρχών με σεβασμό, παράλληλα, των εθνικών νομικών συστημάτων. Τα κράτη μέλη θα δύνανται να διατηρούν ή να θεσπίζουν στις εθνικές έννομες τάξεις τους και άλλα πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης πέραν εκείνων της παρούσης οδηγίας.

(17)  Οι επιχειρήσεις και ιδίως οι ΠΜΜΕ οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 99 % του συνόλου των επιχειρήσεων στην Ένωση αναμένεται να επωφεληθούν από μια συνεκτικότερη προσέγγιση σε επίπεδο Ένωσης. Οι ΠΜΜΕ είναι πιθανότερο να τεθούν υπό εκκαθάριση παρά υπό αναδιάρθρωση διότι υποχρεούνται να φέρουν δαπάνες δυσανάλογα μεγαλύτερες σε σχέση με εκείνες που βαρύνουν μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Οι ΠΜΜΕ, ιδίως όταν αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες, συχνά δεν διαθέτουν τους απαιτούμενους πόρους για να αντεπεξέλθουν στο υψηλό κόστος της αναδιάρθρωσης και να αξιοποιήσουν τις αποτελεσματικότερες διαδικασίες αναδιάρθρωσης σε ορισμένα κράτη μέλη. Για να βοηθούνται οι εν λόγω οφειλέτες να προχωρούν σε αναδιάρθρωση με χαμηλό κόστος, θα πρέπει παράλληλα να εκπονηθούν σε εθνικό επίπεδο και να είναι διαθέσιμοι στο διαδίκτυο ολοκληρωμένοι κατάλογοι ελέγχου για τα σχέδια αναδιάρθρωσης, προσαρμοσμένοι στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες των ΠΜΜΕ. Επιπροσθέτως, θα πρέπει επίσης να θεσπισθούν εργαλεία έγκαιρης προειδοποίησης για να προειδοποιούνται οι οφειλέτες όταν υπάρχει επείγουσα ανάγκη για δράση, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμένους πόρους των ΠΜΜΕ για την πρόσληψη εμπειρογνωμόνων.

(18)  Κατά τον ορισμό των ΠΜΜΕ, τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν δεόντως υπόψη την οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(7) ή τη σύσταση της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003 σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων(8).

(19)  Είναι σκόπιμο να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οι οφειλέτες που είναι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 13 σημεία 1) και 4) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9), πιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(10), επιχειρήσεις επενδύσεων και οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημεία 2) και 7) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(11), κεντρικά αποθετήρια τίτλων κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12) και άλλα χρηματοοικονομικά ιδρύματα ή οντότητες από τα απαριθμούμενα στο άρθρο 1 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(13). Οι εν λόγω οφειλέτες υπάγονται σε ειδικές ρυθμίσεις και οι εθνικές αρχές εποπτείας και εξυγίανσης διαθέτουν ευρείες εξουσίες παρέμβασης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να εξαιρούν άλλες χρηματοπιστωτικές οντότητες που παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και υπόκεινται σε συγκρίσιμο καθεστώς και εξουσίες παρέμβασης.

(20)  Για παρόμοιους λόγους, είναι επίσης σκόπιμο να εξαιρεθούν της παρούσας οδηγίας οι κατά το εθνικό δίκαιο δημόσιοι φορείς. Τα κράτη μέλη θα μπορούν επίσης να περιορίσουν την πρόσβαση στα πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης σε νομικά μόνο πρόσωπα, καθώς οι οικονομικές δυσχέρειες των επιχειρηματιών μπορούν να διευθετηθούν αποτελεσματικά όχι μόνο με διαδικασίες προληπτικής αναδιάρθρωσης, αλλά και με διαδικασίες που επιφέρουν απαλλαγή από τα χρέη ή ανεπίσημες αναδιαρθρώσεις βάσει συμφωνίας. Σε κράτη μέλη με διαφορετικά νομικά συστήματα όπου το ίδιο είδος οντότητας έχει διαφορετικό νομικό καθεστώς, θα μπορούσε να επιτραπεί ένα ενιαίο καθεστώς για κάθε τέτοιο είδος οντοτήτων. Πλαίσιο προληπτικής αναδιάρθρωσης που βασίζεται στην παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις απαιτήσεις και τα δικαιώματα έναντι του οφειλέτη που απορρέουν από συστήματα επαγγελματικών συντάξεων, εφόσον γεννήθηκαν πριν την αναδιάρθρωση.

(21)  Η υπερχρέωση των καταναλωτών είναι ζήτημα μείζονος οικονομικής και κοινωνικής σημασίας και συνδέεται στενά με τη μείωση της υπερχρέωσης εν γένει. Εξάλλου, πολλές φορές δεν μπορεί να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ των επιχειρηματικών ή των εξωεπιχειρηματικών χρεών ενός επιχειρηματία. Ο επιχειρηματίας δεν θα μπορούσε να επωφεληθεί αποτελεσματικά από μια δεύτερη ευκαιρία αν πρέπει να υπαχθεί σε χωριστές διαδικασίες, με διαφορετικές προϋποθέσεις πρόσβασης και προθεσμίες απαλλαγής, προκειμένου να απαλλαγεί από τα επιχειρηματικά και τα εξωεπιχειρηματικά χρέη του. Για τους λόγους αυτούς, παρόλο που η παρούσα οδηγία δεν περιλαμβάνει δεσμευτικούς κανόνες για τους υπερχρεωμένους καταναλωτές, συνιστάται στα κράτη μέλη να αρχίσουν να εφαρμόζουν τις διατάξεις της περί απαλλαγής από τα χρέη και στους καταναλωτές το συντομότερο δυνατόν.

(22)  Όσο πιο νωρίς μπορέσει ο οφειλέτης να εντοπίσει τις οικονομικές δυσχέρειές του και να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να αποφευχθεί η αφερεγγυότητα ή, όταν η βιωσιμότητα της επιχείρησης έχει πληγεί ανεπανόρθωτα, τόσο πιο ομαλή και αποδοτική θα είναι η διαδικασία εκκαθάρισης. Θα πρέπει, συνεπώς, να παρέχονται σαφείς, επικαιροποιημένες, ευσύνοπτες και εύχρηστες πληροφορίες σχετικά με τις διαθέσιμες διαδικασίες προληπτικής αναδιάρθρωσης, καθώς και ένα ή περισσότερα εργαλεία έγκαιρης προειδοποίησης, ώστε να δίνονται κίνητρα στους οφειλέτες που αρχίζουν να αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες να αντιδρούν εγκαίρως. Τα εργαλεία έγκαιρης προειδοποίησης, υπό μορφή μηχανισμών ειδοποίησης όταν ο οφειλέτης δεν έχει κάνει ορισμένες πληρωμές, μπορούν να ενεργοποιηθούν, για παράδειγμα, από την υπερημερία περί την καταβολή φόρων ή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. Τα ίδια τα κράτη μέλη δύνανται είτε να αναπτύξουν τέτοια εργαλεία είτε να αφήσουν στον ιδιωτικό τομέα να το πράξει, υπό την προϋπόθεση της επίτευξης του στόχου. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθιστούν διαθέσιμες διαδικτυακά τις πληροφορίες σχετικά με το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης, παραδείγματος χάριν σε ειδικό ιστότοπο ή ιστοσελίδα. Τα κράτη μέλη πρέπει να δύνανται να προσαρμόζουν τα εργαλεία έγκαιρης προειδοποίησης ανάλογα με το μέγεθος της εταιρείας και να θεσπίζουν ειδικές διατάξεις έγκαιρης προειδοποίησης για μεγάλες εταιρείες και ομίλους, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητές τους. Η παρούσα οδηγία δεν δημιουργεί ευθύνη των κρατών μελών για ενδεχόμενες ζημίες που γεννώνται από διαδικασίες αναδιάρθρωσης που ενεργοποιούνται από τέτοια εργαλεία έγκαιρης προειδοποίησης.

(23)  Στην προσπάθειά τους να ενισχυθεί η υποστήριξη των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων αποκτούν πρόσβαση σε ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με τη διαθεσιμότητα εργαλείων έγκαιρης προειδοποίησης και μπορούν, επίσης, να παρέχουν υποστήριξη προς τους εκπροσώπους των εργαζομένων κατά την εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη.

(24)  Θα πρέπει να προσφέρεται στους οφειλέτες, συμπεριλαμβανομένων των νομικών οντοτήτων και, όπου προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, των φυσικών προσώπων και των ομίλων εταιρειών, ένα πλαίσιο αναδιάρθρωσης που να τους παρέχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν τις οικονομικές τους δυσχέρειες σε πρώιμο στάδιο, όταν φαίνεται πιθανή η αποτροπή της αφερεγγυότητας, και η εξασφάλιση της συνέχισης της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Η δυνατότητα ένταξης σε πλαίσιο αναδιάρθρωσης θα πρέπει να παρέχεται πριν ο οφειλέτης καταστεί αφερέγγυος βάσει του εθνικού δικαίου, δηλαδή πριν από την πλήρωση των κατά το εθνικό δίκαιο όρων για την έναρξη συλλογικών διαδικασιών αφερεγγυότητας οι οποίες συνήθως συνεπάγονται την πλήρη πτωχευτική απαλλοτρίωση της περιουσίας του οφειλέτη και τον διορισμό συνδίκου. Για να αποφευχθεί κατάχρηση του πλαισίου αναδιάρθρωσης, οι οικονομικές δυσχέρειες του οφειλέτη θα πρέπει να καθιστούν την αφερεγγυότητα πιθανή και το σχέδιο αναδιάρθρωσης θα πρέπει να είναι ικανό να αποτρέψει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα της επιχείρησης.

(25)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να ορίζουν αν οι απαιτήσεις που καθίστανται ληξιπρόθεσμες ή που γεννώνται αφού έχει υποβληθεί η αίτηση για την κίνηση της διασικασίας προληπτικής αναδιάρθρωσης ή αφού έχει ήδη κινηθεί η διαδικασία αυτή περιλαμβάνονται στα μέτρα προληπτικής αναδιάρθρωσης ή στην αναστολή των ατομικών διώξεων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την ευχέρεια να αποφασίσουν αν η αναστολή των ατομικών διώξεων έχει επίπτωση στους οφειλομένους τόκους επί των απαιτήσεων.

(26)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να θεσπίσουν δοκιμασία βιωσιμότητας ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στην διαδικασία προληπτικής αναδιάρθρωσης που προβλέπεται από την παρούσα οδηγία. Μια τέτοια δοκιμασία πρέπει να πραγματοποιείται με τρόπο που δεν είναι επιζήμιος για τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη, πράγμα το οποίο θα μπορούσε να σημαίνει, μεταξύ άλλων, χορήγηση προσωρινής αναστολής ή διενέργεια αξιολόγησης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η μη ζημία δεν θα πρέπει να αποκλείει, ωστόσο, τη δυνατότητα να απαιτηθεί από τους οφειλέτες να αποδείξουν τη βιωσιμότητα με δική τους δαπάνη.

(27)  Το γεγονός ότι τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίσουν την πρόσβαση στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης των οφειλετών εκείνων που έχουν καταδικασθεί για σοβαρές παραβάσεις λογιστικών υποχρεώσεων ή υποχρεώσεων τήρησης βιβλίων δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μελη να περιορίσουν την πρόσβαση των οφειλετών σε διαδικασίες προληπτικής αναδιάρθρωσης εφόσον τα βιβλία και τα αρχεία τους είναι ελλιπή ή ατελή σε βαθμό που καθιστά αδύνατον να εκτιμηθεί η επιχειρηματική και οικονομική κατάσταση τους.

(28)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να δύνανται να εκτείνουν το πεδίο εφαρμογής των πλαισίων προληπτικής αναδιάρθρωσης της παρούσας οδηγίας σε καταστάσεις στις οποίες ο οφειλέτης αντιμετωπίζει μη οικονομικές δυσχέρειες, εφόσον αυτές αποτελούν πραγματική και σοβαρή απειλή για την υπάρχουσα ή τη μελλοντική ικανότητα του να αποπληρώσει τις οφειλές του όταν αυτές καταστούν ληξιπρόθεσμες. Το χρονικό πλαίσιο εντός του οποιου καθορίζεται η ύπαρξη μιας τέτοιας απειλής μπορεί να εκτείνεται σε αρκετούς μήνες ή περισσότερο, ώστε να καλυφθούν περιπτώσεις όπου ο οφειλέτης βρίσκεται αντιμέτωπος με μη οικονομικές δυσκολίες που απειλούν την επιχείρησή του ως ενεργού οικονομικής μονάδος και, μεσοπρόθεσμα, τη ρευστότητά της. Αυτό μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, αν ο οφειλέτης χάσει μια πολύ σημαντική σύμβαση.

(29)  Για την προαγωγή της αποδοτικότητας και τη μείωση των καθυστερήσεων και του κόστους, τα εθνικά πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης θα πρέπει να περιλαμβάνουν ευέλικτες διαδικασίες. Σε περίπτωση που οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται σε διαφορετικές διαδικασίες εντός πλαισίου αναδιάρθρωσης, ο οφειλέτης θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε όλα τα δικαιώματα και τις εγγυήσεις που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία για τους σκοπούς της αποτελεσματικής αναδιάρθρωσης. Εκτός από τις περιπτώσεις υποχρεωτικής συμμετοχής των δικαστικών ή διοικητικών αρχών κατα την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να περιορίζουν τη συμμετοχή τους εκεί όπου είναι αναγκαίο και αναλογικό, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη, μεταξύ άλλων, τον σκοπό της διασφάλισης των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των οφειλετών και των θιγόμενων μερών και τον στόχο να μειωθούν οι καθυστερήσεις και το κόστος των διαδικασιών. Όταν παρέχεται στους πιστωτές ή στους εκπροσώπους των εργαζομένων η δυνατότητα να κινήσουν διαδικασία αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, και όταν ο οφειλέτης είναι ΜΜΕ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν τη συναίνεση του ως προϋπόθεση για την κίνηση της διαδικασίας, και θα μπορούν επίσης να επεκτείνουν την εν λόγω απαίτηση και έναντι των οφειλετών-μεγάλων επιχειρήσεων.

(30)  Για να αποφεύγονται οι περιττές δαπάνες ▌, να αποτυπώνεται ο πρώιμος χαρακτήρας της διαδικασίας προληπτικής αναδιάρθρωσης και να δίνονται κίνητρα στους οφειλέτες να υποβάλλουν αιτήσεις προληπτικής αναδιάρθρωσης σε πρώιμο στάδιο των οικονομικών δυσχερειών, θα πρέπει αυτοί κατ’ αρχήν να διατηρούν τον έλεγχο των περιουσιακών τους στοιχείων και της καθημερινής λειτουργίας της επιχείρησής τους. Ο διορισμός ενός εκτελεστή της αναδιάρθρωσης, είτε για να εποπτεύει τις ενέργειες του οφειλέτη είτε για να αναλάβει τον μερικό έλεγχο της καθημερινής λειτουργίας, δεν θα πρέπει να είναι παντοτε υποχρεωτικός αλλά να εξετάζεται ανάλογα με τις συνθήκες ή τις ειδικές ανάγκες του οφειλέτη. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να αποφασίζουν ότι ο διορισμός επαγγελματία στον τομέα της αναδιάρθρωσης είναι πάντοτε αναγκαίος υπό ορισμένες συνθήκες, όπως όταν ο οφειλέτης επωφελείται από γενική αναστολή των ατομικών διώξεων, όταν το σχέδιο αναδιάρθρωσης χρειάζεται επικύρωση μέσω διακατηγοριακής παράκαμψης των διαφωνιών, όταν το σχέδιο αναδιάρθρωσης περιλαμβάνει μέτρα που θίγουν τα δικαιώματα των εργαζομένων ή όταν ο οφειλέτης ή η διαχείρισή του έχουν ενεργήσει δολίως ή κατά τρόπο αξιόποινο ή επιζήμιο στις επιχειρηματικές σχέσεις.

(31)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει, ωστόσο, να προβλέπουν τον υποχρεωτικό διορισμό ειδικού επαγγελματία με σκοπό να συνδράμει τα μέρη στη διαπραγμάτευση και την κατάρτιση σχεδίου αναδιάρθρωσης, όταν δικαστική ή διοικητική αρχή χορηγεί στον οφειλέτη γενική αναστολή των ατομικών διώξεων,εφοσον υπάρχει ανάγκη επαγγελματία ο οποίος θα διασφαλίσει τα συμφέροντα των μερών, όταν το σχέδιο αναδιάρθρωσης χρήζει επικύρωσης από δικαστική ή διοικητική αρχή μέσω διακατηγοριακής παράκαμψης των διαφωνιών, όταν έχει ζητηθεί από τον οφειλέτη ή όταν ζητείται από την πλειονότητα των πιστωτών, υπό την προϋπόθεση ότι οι πιστωτές καλύπτουν τις δαπάνες και τις αμοιβές του επαγγελματία.

(32)  Ο οφειλέτης θα πρέπει να τυγχάνει προσωρινής αναστολής των ατομικών διώξεων, είτε αυτή χορηγήθηκε από δικαστική ή διοικητική αρχή είτε από τον νόμο με στόχο την υποστήριξη των διαπραγματεύσεων σχετικά με το σχέδιο αναδιάρθρωσης, παρέχοντας τη δυνατότητα στον οφειλέτη να συνεχίσει κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων να λειτουργεί ή τουλάχιστον να διατηρήσει την αξία των περιουσιακών στοιχείων του. Εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, η αναστολή θα μπορούσε να ισχύει επίσης υπέρ τρίτων μερών-παρόχων υπηρεσιών ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των εγγυητών και των παρόχων εξασφαλίσεων. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να προβλέψουν ότι οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές μπορούν να αρνηθούν την αναστολή των ατομικών διώξεων, αν αυτή δεν είναι αναγκαία ή εφόσον δεν θα υποστήριζε τις διαπραγματεύσεις. Στους παράγοντες που θα μπορούσαν να συνιστούν λόγο άρνησης περιλαμβάνονται η έλλειψη υποστήριξης από τις απαιτούμενες πλειοψηφίες των πιστωτών ή, εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, η πραγματική αδυναμία του οφειλέτη να εξοφλήσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του

(33)  Για τη διευκόλυνση και την επιτάχυνση της διαδικασίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να καθορίσουν μαχητά τεκμήρια για την ύπαρξη λόγων άρνησης αναστολής , όταν, για παράδειγμα, ο οφειλέτης επιδεικνύει συμπεριφορά χαρακτηριστική οφειλέτη που αδυνατεί να εξοφλήσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του , όπως μια σημαντική αθέτηση έναντι εργαζομένων ή έναντι φορολογικών αρχών ή κοινωνικοασφαλιστικών φορέων, όταν έχει διαπραχθεί από τον επιχειρηματία οικονομικό έγκλημα ή όταν η τρέχουσα διαχείριση μιας εταιρείας επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η πλειοψηφία των πιστωτών δεν θα υποστηρίξει την έναρξη των διαπραγματεύσεων.

(34)  Η αναστολή των ατομικών διώξεων μπορεί να είναι γενική, δηλαδή να καταλαμβάνει όλους τους πιστωτές, ή στοχευμένη σε μεμονωμένους πιστωτές ή κατηγορίες πιστωτών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να δύνανται να εξαιρούν ορισμένες απαιτήσεις ή κατηγορίες απαιτήσεων από το πεδίο εφαρμογής της αναστολής σε σαφώς καθορισμένες περιστάσεις, όπως απαιτήσεις που εξασφαλίζονται από περιουσιακά στοιχεία, η απομάκρυνση των οποίων δεν θα έθετε σε κίνδυνο την αναδιάρθρωση της επιχείρησης ή απαιτήσεις των πιστωτών στις οποίες η αναστολή θα προκαλούσε αδικαιολόγητη βλάβη, όπως για παράδειγμα με μη αποζημιούμενη ζημία ή υποτίμηση της ασφάλειας.

(35)  Προκειμένου να εξασφαλίζεται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων του οφειλέτη και των πιστωτών, η αναστολή θα πρέπει να ισχύει για μέγιστη περίοδο έως τεσσάρων μηνών. Οι πολύπλοκες αναδιαρθρώσεις ενδέχεται, ωστόσο, να απαιτούν περισσότερο χρόνο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ▌ οι παρατάσεις της αρχικής περιόδου αναστολής θα μπορούσαν να χορηγηθούν από τη δικαστική ή διοικητική αρχή ▌. Εάν δικαστική ή διοικητική αρχή δεν εκδώσει απόφαση για παράταση της αναστολής των ατομικών διώξεων πριν από τη λήξη της, η αναστολή θα πρέπει να παύει να παράγει αποτελέσματα κατά την ημερομηνία λήξης της περιόδου αναστολής. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, η συνολική διάρκεια της αναστολής δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέψουν αναστολή επ’ αόριστον μόλις ο οφειλέτης καταστεί αφερέγγυος σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη θα μπορούν να αποφασίσουν αν μια σύντομη προσωρινή αναστολή εν αναμονή απόφασης δικαστικής ή διοικητικής αρχής σχετικά με την πρόσβαση σε πλαίσιο προληπτικής αναδιάρθρωσης υπόκειται στις προθεσμίες της παρούσας οδηγίας.

(36)  Για να διασφαλιστεί ότι οι πιστωτές δεν υφίστανται περιττή ζημία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές δύνανται να άρουν την αναστολή όταν αυτή δεν πληροί πλέον τον στόχο της υποστήριξης των διαπραγματεύσεων, για παράδειγμα αν καθίσταται σαφές ότι η απαιτούμενη πλειοψηφία των πιστωτών δεν υποστηρίζει τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Εάν τα κράτη μέλη προβλέψουν τη δυνατότητα αυτήν, η αναστολή θα πρέπει επίσης να αίρεται εφόσον προκαλείται αδικαιολόγητη βλάβη στους πιστωτές από την αναστολή της εκτέλεσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να περιορίζουν τη δυνατότητα άρσης της αναστολής των ατομικών διώξεων στις περιπτώσεις όπου οι πιστωτές δεν είχαν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους πριν από την έναρξη ισχύος ή την παράτασή της. Τα κράτη μέλη θα μπορούσαν επίσης να προβλέπουν ελάχιστη περίοδο κατά την οποία η αναστολή δεν μπορεί να αρθεί. Για να καθορίσουν αν οι πιστωτές υφίστανται αδικαιολόγητη βλάβη, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές θα δύνανται να συνεκτιμούν αν η αναστολή προστατεύει τη συνολική αξία της περιουσίας και αν ο οφειλέτης ενεργεί με κακή πίστη ή με την πρόθεση να προκαλέσει βλάβη ή αν γενικώς ενεργεί με τρόπο που αντιστρατεύεται τις θεμιτές προσδοκίες του γενικού συνόλου των πιστωτών.

(37)  Η παρούσα οδηγία δεν καλύπτει τις διατάξεις περί αποζημίωσης ή εγγυήσεων για τους πιστωτές των οποίων η εξασφάλιση είναι πιθανόν να μειωθεί ως προς την αξία κατά τη διάρκεια της αναστολής. Πιστωτής ή κατηγορία πιστωτών θα υφίσταντο αδικαιολόγητη βλάβη λόγω της αναστολής εάν, για παράδειγμα, οι απαιτήσεις τους υποβαθμίζονταν ουσιωδώς ως αποτέλεσμα της αναστολής σε σύγκριση με τη μη εφαρμογή της αναστολής, ή αν ο πιστωτής ετίθετο σε μειονεκτικότερη θέση σε σύγκριση με άλλους πιστωτές σε παρόμοια κατάσταση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν ότι, οποτεδήποτε διαπιστώνεται αδικαιολόγητη βλάβη για έναν ή περισσότερους πιστωτές ή για μία ή περισσότερες κατηγορίες πιστωτών, η αναστολή μπορεί να αίρεται όσον αφορά τους εν λόγω πιστωτές ή κατηγορίες πιστωτών ή για όλους τους πιστωτές. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρούν την ευχέρεια να αποφασίζουν ποιος νομιμοποιείται να ζητεί την άρση της αναστολής.

(38)  Η αναστολή των ατομικών διώξεων θα πρέπει να συνεπάγεται επίσης αναστολή της υποχρέωσης του οφειλέτη να υποβάλει δικαιολογητικά για διαδικασία αφερεγγυότητας, ή της έναρξης μετά από αίτημα του πιστωτή διαδικασίας αφερεγγυότητας δυναμένης να καταλήξει στην εκκαθάριση του οφειλέτη. Τέτοιες διαδικασίες αφερεγγυότητας θα πρέπει κατ’ ανάγκη να περιορίζονται εκ του νόμου σε εκείνες των οποίων η μόνη δυνατή έκβαση είναι η εκκαθάριση του οφειλέτη αλλά μπορούν επίσης να συνίστανται σε αναδιάρθρωση του οφειλέτη. Η αναστολή της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας κατόπιν αιτήματος των πιστωτών ισχύει όχι μόνον όταν τα κράτη μέλη προβλέπουν γενική αναστολή των ατομικών διώξεων η οποία καταλαμβάνει όλους τους πιστωτές, αλλά και όταν η νομοθεσία τους προβλέπει τη δυνατότητα αναστολής των ατομικών διώξεων για περιορισμένο μόνο αριθμό πιστωτών. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η διαδικασία αφερεγγυότητας μπορεί να κινηθεί κατόπιν αιτήσεως των δημόσιων αρχών όπως, για παράδειγμα, ενός εισαγγελέα, που δεν ενεργούν υπό την ιδιότητα του πιστωτή αλλά χάριν του δημοσίου συμφέροντος.

(39)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να αποτρέπει τους οφειλέτες από το να εξοφλούν, στο πλαίσιο της συνήθους δραστηριότητας της επιχείρησής τους, απαιτήσεις μη θιγόμενων πιστωτών ή απαιτήσεις μη θιγομένων πιστωτών, καθώς και απαιτήσεις θιγόμενων πιστωτών που γεννώνται κατά τη διάρκεια της αναστολής ατομικών διώξεων. Προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι πιστωτές με απαιτήσεις που δημιουργήθηκαν πριν από την κίνηση διαδικασίας αναδιάρθρωσης ή αναστολή των ατομικών διώξεων δεν θα πιέζουν τον οφειλέτη να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις αυτές, οι οποίες διαφορετικά θα μειώνονταν μέσω της εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να προβλέπουν αναστολή της υποχρέωσης ικανοποίησης των εν λόγω απαιτήσεων εκ μέρους του οφειλέτη.

(40)  Όταν οφειλέτης υπάγεται σε διαδικασία αφερεγγυότητας, ορισμένοι προμηθευτές ενδέχεται να διαθέτουν συμβατικά δικαιώματα καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικά και μόνο εκ του γεγονότος της αφερεγγυότητας (οι λεγόμενες ρήτρες ipso facto), ακόμη και αν ο οφειλέτης έχει εκπληρώσει ως όφειλε τις υποχρεώσεις του. Μια τέτοια ρήτρα μπορεί να ενεργοποιείται και όταν ένας οφειλέτης υποβάλλει αίτηση για μέτρα προληπτικής αναδιάρθρωσης. Σε περίπτωση επίκλησης τέτοιων ρητρών όταν ο οφειλέτης απλώς διαπραγματεύεται σχέδιο αναδιάρθρωσης ή αιτείται αναστολή των ατομικών διώξεων, ή σε σχέση με οποιοδήποτε γεγονός που σχετίζεται με την αναστολή, η πρόωρη καταγγελία μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις για την επιχείρηση του οφειλέτη και την επιτυχία της διάσωσής της. Κατά συνέπεια, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι απαραίτητο ▌ να μην επιτρέπεται στους πιστωτές να επικαλούνται ipso facto ρήτρες οι οποίες παραπέμπουν σε διαπραγματεύσεις για σχέδιο αναδιάρθρωσης ή σε αναστολή ή σε οποιοδήποτε ανάλογο γεγονός που σχετίζεται με την αναστολή.

(41)  Πρόωρη λύση των εν λόγω συμβάσεων θα έθετε σε κίνδυνο τη δυνατότητα της επιχείρησης να συνεχίσει να λειτουργεί κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την αναδιάρθρωση, ειδικά σε ό,τι αφορά τις συμβάσεις για προμήθεια βασικών αγαθών και υπηρεσιών, όπως φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας, ύδρευσης, τηλεπικοινωνιών και πληρωμών μέσω κάρτας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να προβλέπουν ότι οι πιστωτές τους οποίους καταλαμβάνει η αναστολή ατομικών διώξεων, οι απαιτήσεις των οποίων γεννήθηκαν πριν από την αναστολή και δεν έχουν ικανοποιηθεί από τον οφειλέτη, δεν επιτρέπεται να αρνηθούν την εκπλήρωση, να καταγγείλουν, να επισπεύσουν ή να τροποποιήσουν με άλλον τρόπο βασικές εκκρεμείς συμβάσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής, εφόσον ο οφειλέτης συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του βάσει των συμβάσεων αυτών οι οποίες καθίστανται ληξιπρόθεσμες κατά τη διάρκεια της αναστολής. Εκκρεμείς συμβάσεις είναι, επί παραδείγματι, οι συμφωνίες μίσθωσης και παραχώρησης αδείας, οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμηθειών και οι συμφωνίες δικαιοχρησίας.

(42)  Η παρούσα οδηγία καθορίζει τα ελάχιστα πρότυπα για το περιεχόμενο του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να απαιτούν πρόσθετες εξηγήσεις στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, για παράδειγμα, όσον αφορά τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία έχουν ομαδοποιηθεί οι πιστωτές, τα οποία ενδέχεται να έχουν σημασία στην περίπτωση που η οφειλή είναι εν μέρει μόνο ασφαλισμένη. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να απαιτούν πραγματογνωμοσύνη όσον αφορά την αξία των στοιχείων ενεργητικού που πρέπει να αναφέρεται στο σχέδιο.

(43)  Οι πιστωτές που θίγονται από το σχέδιο αναδιάρθρωσης, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, και, εφόσον προβλέπεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας, οι μέτοχοι/εταίροι θα πρέπει να έχουν δικαίωμα ψήφου για την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν την δυνατότητα να προβλέπουν περιορισμένης έκτασης εξαιρέσεις από τον εν λόγω κανόνα. Τα μέρη που δεν θίγονται από το σχέδιο αναδιάρθρωσης δεν θα πρέπει να έχουν δικαίωμα ψήφου επί του σχεδίου και η υποστήριξή τους δεν θα πρέπει να είναι αναγκαία για την έγκριση οιουδήποτε σχεδίου. Η έννοια των θιγόμενων μερών περιλαμβάνει μόνον τους εργαζομένους υπό την ιδιότητά τους ως πιστωτών. Επομένως, αν τα κράτη μέλη αποφασίσουν να εξαιρέσουν τις απαιτήσεις εργαζομένων από την προληπτική αναδιάρθωση, οι εργαζόμενοι αυτοί δεν θα πρέπει να τεκμαίρονται θιγόμενα μέρη. Η ψηφοφορία περί εγκρίσεως σχεδίου αναδιαρθρώσεως μπορεί να είναι επίσημη διαδικασία ψηφοφορίας ή να λαμβάνει τη μορφή διαβούλευσης και συμφωνίας με την απαιτούμενη πλειοψηφία των θιγόμενων μερών. Ωστόσο, στις περιπτώσεις που η ψηφοφορία λαμβάνει τη μορφή συμφωνίας με την απαιτούμενη πλειοψηφία, θα μπορούσε παρά ταύτα να παρέχεται στα θιγόμενα μέρη που δεν συμμετείχαν στη συμφωνία η δυνατότητα να συμμετάσχουν στο σχέδιο αναδιάρθρωσης.

(44)  Προκειμένου να διασφαλίζεται η ισότιμη μεταχείριση των κατ’ ουσία όμοιων δικαιωμάτων και ότι τα σχέδια αναδιάρθρωσης εγκρίνονται χωρίς να πλήττονται αδικαιολόγητα τα δικαιώματα των θιγόμενων μερών, τα θιγόμενα μέρη θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σε χωριστές κατηγορίες που αντικατοπτρίζουν τα κριτήρια κατηγοριοποίησης βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Ως κατηγοριοποίηση νοείται η ομαδοποίηση των θιγόμενων μερών για τους σκοπούς της έγκρισης ενός σχεδίου κατά τρόπο που αντικατοπτρίζει τα δικαιώματα και την προτεραιότητα των θιγόμενων απαιτήσεων και συμφερόντων. Κατ’ ελάχιστον, οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι και οι ανέγγυοι πιστωτές θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αντιμετωπίζονται ως χωριστές κατηγορίες. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δύνανται να απαιτούν τον σχηματισμό περισσότερων των δύο κατηγοριών πιστωτών, συμπεριλαμβανομένων των διαφορετικών κατηγοριών εμπραγμάτως ασφαλισμένων και των ανέγγυων πιστωτών και των κατηγοριών πιστωτών μειωμένης εξασφάλισης. Τα κράτη μέλη θα μπορούν επίσης να αντιμετωπίζουν ως χωριστές κατηγορίες και άλλα είδη πιστωτών που στερούνται επαρκών κοινών στοιχείων, όπως είναι για παράδειγμα οι φορολογικές αρχές και οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέψουν ότι εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις είναι δυνατόν να χωρίζονται σε ασφαλισμένα και ανέγγυα μέρη βάσει αποτίμησης των ασφαλειών και να θέσουν συγκεκριμένους κανόνες κατηγοριοποίησης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες πιστωτές που εξαρτώνται σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό από τον συγκεκριμένο οφειλέτη ή που για άλλο λόγο χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα ευάλωτοι, όπως οι εργαζόμενοι ή οι μικροί προμηθευτές, θα επωφελούνταν από μια τέτοια κατηγοριοποίηση.

(45)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να προβλέπουν ότι στην περίπτωση οφειλετών που είναι ΠΜΜΕ με βάση τη σχετικά απλή κεφαλαιακή τους διάρθρωση, μπορεί να υπάρξει εξαίρεση από την υποχρέωση αντιμετώπισης των θιγομένων σε χωριστές κατηγορίες. Στις περιπτώσεις που οι ΠΜΜΕ έχουν επιλέξει να χρησιμοποιήσουν μόνο μία κατηγορία με δικαίωμα ψήφου και η εν λόγω κατηγορία καταψηφίζει το σχέδιο, σύμφωνα με τις γενικές αρχές της παρούσας οδηγίας οι οφειλέτες θα πρέπει να δύνανται να υποβάλουν άλλο σχέδιο.

(46)  Η εθνική νομοθεσία θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να διασφαλίζει την κατάλληλη αντιμετώπιση των ζητημάτων που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την κατηγοριοποίηση, όπως των ζητημάτων σχετικά με τις απαιτήσεις των συνδεδεμένων μερών, ενώ θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με τις απαιτήσεις υπό αίρεση και τις αμφισβητούμενες απαιτήσεις. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να ρυθμίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι αμφισβητούμενες απαιτήσεις για την κατανομή των δικαιωμάτων ψήφου. Η δικαστική ή διοικητική αρχή θα πρέπει να εξετάζει την κατηγοριοποίηση, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής των θιγόμενων από το σχέδιο πιστωτών, όταν το σχέδιο αναδιάρθρωσης υποβάλλεται προς επικύρωση. Ωστόσο τα κράτη μέλη θα πρέπει να δύνανται να προβλέπουν ότι οι εν λόγω αρχές μπορούν επίσης να εξετάζουν την κατηγοριοποίηση σε πιο πρώιμο στάδιο, εφόσον ο εισηγητής του σχεδίου αιτηθεί την επικύρωση του σχεδίου ή ζητήσει καθοδήγηση νωρίτερα.

(47)  Η εθνική νομοθεσία θα πρέπει να καθορίζει τις απαιτούμενες πλειοψηφίες ώστε να διασφαλίζεται ότι μια μειοψηφία θιγόμενων μερών σε κάθε κατηγορία δεν θα μπορεί να εμποδίσει την έγκριση σχεδίου αναδιάρθρωσης που δεν περιορίζει αδικαιολόγητα τα δικαιώματα και τα συμφέροντά τους. Χωρίς κανόνα που να ορίζει ότι οι διαφωνούντες εμπραγμάτως ασφαλισμένοι πιστωτές δεσμεύονται από την απόφαση της πλειοψηφίας, η αναδιάρθρωση σε πρώιμο στάδιο δεν θα είναι δυνατή σε πολλές περιπτώσεις, για παράδειγμα, όταν απαιτείται μεν χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση αλλά η επιχείρηση είναι κατά τα λοιπά βιώσιμη. Για να διασφαλισθεί ότι τα μέρη έχουν λόγο στην έγκριση των σχεδίων αναδιάρθρωσης ανάλογα προς τα συμφέροντα που έχουν στην επιχείρηση, η απαιτούμενη πλειοψηφία σε κάθε επιμέρους κατηγορία θα πρέπει να βασίζεται στο ποσό των απαιτήσεων των πιστωτών ή των συμμετοχικών δικαιωμάτων των μετόχων/εταίρων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να απαιτούν επιπλέον πλειοψηφία των θιγόμενων μερών σε κάθε κατηγορία και να μπορούν να θεσπίζουν κανόνες σε σχέση με τα θιγόμενα μέρη με δικαίωμα ψήφου που δεν ασκούν το δικαίωμα ψήφου τους με ορθό τρόπο ή δεν εκπροσωπούνται, για παράδειγμα συνυπολογίζοντάς τα για το όριο συμμετοχής ή για τον υπολογισμό της πλειοψηφίας. Τα κράτη μέλη έχουν επίσης την ευχέρεια να προβλέπουν όριο συμμετοχής για την ψηφοφορία.

(48)  Η επικύρωση του σχεδίου αναδιάρθρωσης από δικαστική ή διοικητική αρχή είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλίζεται ότι ο περιορισμός των δικαιωμάτων των πιστωτών ή των συμμετοχικών δικαιωμάτων των μετόχων/εταίρων είναι αναλογικός προς τα οφέλη της αναδιάρθρωσης και ότι οι πιστωτές και οι μέτοχοι/εταίροι έχουν πρόσβαση σε πραγματική έννομη προστασία. Η επικύρωση είναι απαραίτητη ιδίως εάν υπάρχουν διαφωνούντα θιγόμενα μέρη, όταν το σχέδιο αναδιάρθρωσης περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τη νέα χρηματοδότηση ή όταν το σχέδιο συνεπάγεται απώλεια άνω του 25% του εργατικού δυναμικού, αλλά τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να προβλέπουν ότι η επικύρωση από δικαστική ή διοικητική αρχή είναι αναγκαία και σε άλλες περιπτώσεις. Επικύρωση του σχεδίου η οποία συνεπάγεται απώλεια μεγαλύτερη του 25% του εργατικού δυναμικού είναι απαραίτητη μόνον όταν το εθνικό δίκαιο επιτρέπει στα πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης να προβλέπουν μέτρα με άμεσο αποτέλεσμα στις συμβάσεις εργασίας.

(49)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι η δικαστική ή διοικητική αρχή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να απορρίπτει το σχέδιο, όταν τεκμηριώνεται ότι η επιχειρούμενη αναδιάρθρωση περιορίζει τα δικαιώματα των διαφωνούντων πιστωτών ή μετόχων/εταίρων είτε κάτω από αυτό που εύλογα θα ανέμεναν να λάβουν εάν γινόταν εκκαθάριση της επιχείρησης του οφειλέτη, μέσω τμηματικής εκκαθάρισης ή μέσω πώλησης της επιχείρησης εν λειτουργία, ▌ ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες του εκάστοτε οφειλέτη, είτε κάτω από αυτό που εύλογα μπορούν να αναμένουν ως επόμενη καλύτερη εναλλακτική δυνατότητα σε περίπτωση μη επικύρωσης του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Ωστόσο, όταν το σχέδιο επικυρώνεται μέσω μηχανισμού διακατηγοριακής παράκαμψης των διαφωνιών, θα πρέπει να γίνεται αναφορά στο μηχανισμό προστασίας που χρησιμοποιείται σε μια τέτοια περίπτωση. Στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη έχουν επιλέξει να προβούν σε αποτίμηση του οφειλέτη ως επιχείρησης εν λειτουργία, στην αξία της επιχείρησης σε συνθήκες δρώσας οικονομικής κατάστασης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αξία της επιχείρησης του οφειλέτη σε πιο μακροπρόθεσμη βάση, σε αντίθεση με την αξία εκκαθάρισης. Η αξία της εν λειτουργία επιχείρησης είναι, κατά κανόνα, μεγαλύτερη από την ▌ αξία εκκαθάρισης της επιχείρησης, επειδή εδράζεται στην υπόθεση ότι η επιχείρηση συνεχίζει τη δραστηριότητα και τα συμβόλαιά της με την ελάχιστη δυνατή διατάραξη, απολαμβάνει την εμπιστοσύνη των πιστωτών, των μετόχων/εταίρων και των πελατών της, συνεχίζει να παράγει εισόδημα και περιορίζει τις επιπτώσεις για τους υπαλλήλους της.

(50)  Ενώ η συμμόρφωση προς το κριτήριο του συμφέροντος των πιστωτών πρέπει να εξετάζεται από τη δικαστική ή διοικητική αρχή μόνο σε περίπτωση αμφισβήτησης του σχεδίου αναδιάρθρωσης , προκειμένου να αποφευχθεί η διενέργεια αποτίμησης σε όλες τις περιπτώσεις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν ότι οι άλλες προϋποθέσεις για την επικύρωση μπορούν να εξετάζονται αυτεπαγγέλτως. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να προσθέτουν και άλλες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την επικύρωση ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης, όπως το αν οι μέτοχοι/εταίροι προστατεύονται επαρκώς. Οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αρνούνται την επικύρωση σχεδίου αναδιάρθρωσης, το οποίο δεν προσφέρει εύλογη προοπτική αποτροπής της αφερεγγυότητας του οφειλέτη και εξασφάλισης της βιωσιμότητας της επιχείρησης. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να εξασφαλίζουν ότι η εν λόγω εκτίμηση θα διενεργείται αυτεπαγγέλτως.

(51)  Ανάμεσα στις προϋποθέσεις επικύρωσης ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης είναι και η κοινοποίηση αυτού προς όλα τα θιγόμενα μέρη. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να καθορίζουν τη μορφή και το χρονικό σημείο της κοινοποίησης καθώς και να μεριμνούν για τη διευθέτηση άγνωστων απαιτήσεων για τους σκοπούς της κοινοποίησης. Μπορούν να επίσης να θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες τα μη θιγόμενα μέρη θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με το σχέδιο αναδιάρθρωσης.

(52)  Η πλήρωση του «κριτηρίου του συμφέροντος των πιστωτών» θα πρέπει να νοείται ότι συνεπάγεται ότι κανείς από τους διαφωνούντες πιστωτές δεν θα βρεθεί, βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης, σε χειρότερη θέση από τη θέση στην οποία θα βρισκόταν είτε σε περίπτωση εκκαθάρισης, ▌υπό μορφή τμηματικής πώλησης της επιχείρησης ή πώλησης της επιχείρησης εν λειτουργία, είτε στο πλαίσιο της επόμενης καλύτερης εναλλακτικής δυνατότητας σε περίπτωση μη επικύρωσης του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επιλέξουν ένα από αυτά τα δύο όρια κατά την εφαρμογή του κριτηρίου αυτού στο εθνικό δίκαιο. Το εν λόγω κριτήριο θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες χρειάζεται επικύρωση του σχεδίου προκειμένου αυτό να καταστεί δεσμευτικό για τους διαφωνούντες πιστωτές ή, κατά περίπτωση, για τις διαφωνούσες κατηγορίες πιστωτών. Ως συνέπεια του κριτηρίου του συμφέροντος των πιστωτών, όταν δημόσιοι θεσμικοί πιστωτές είναι προνομιούχοι δυνάμει του εθνικού δικαίου, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι το σχέδιο δεν μπορεί να επιβάλει πλήρη ή μερική διαγραφή των απαιτήσεων των πιστωτών αυτών.

(53)  Ενώ ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης θα πρέπει πάντοτε να θεωρείται εγκεκριμένο αν η απαιτούμενη πλειοψηφία σε κάθε θιγόμενη κατηγορία υποστηρίζει το σχέδιο, ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης το οποίο δεν έχει την υποστήριξη της απαιτούμενης πλειοψηφίας σε κάθε θιγόμενη κατηγορία θα πρέπει παρά ταύτα να μπορεί να επικυρωθεί από δικαστική ή διοικητική αρχή, κατόπιν πρότασης του οφειλέτη ή με τη σύμφωνη γνώμη του. Στην περίπτωση ενός νομικού προσώπου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να αποφασίζουν αν για τον σκοπό αυτό ως οφειλέτης πρέπει να θεωρείται το διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου ή ορισμένη πλειοψηφία μετόχων ή κατόχων μετοχικού κεφαλαίου. Για να επικυρωθεί το σχέδιο στην περίπτωση διακατηγοριακής παράκαμψης των διαφωνιών, θα πρέπει να υποστηρίζεται από την πλειοψηφία των κατηγοριών των θιγόμενων μερών με δικαίωμα ψήφου. Τουλάχιστον μία από αυτές τις κατηγορίες θα πρέπει να είναι κατηγορία εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών ή να έχει προτεραιότητα έναντι της κατηγορίας των κοινών ανέγγυων πιστωτών.

(54)  Όταν η πλειοψηφία των κατηγοριών με δικαίωμα ψήφου δεν υποστηρίζει το σχέδιο αναδιάρθρωσης, το σχέδιο αυτό θα μπορούσε παραταύτα να επικυρωθεί αν υποστηρίζεται από τουλάχιστον μια θιγόμενη ή επιβαρυνόμενη κατηγορία πιστωτών η οποία, βάσει αποτίμησης του οφειλέτη σε συνθήκες δρώσας οικονομικής κατάστασης, θα λαμβάνει ικανοποίηση ή θα διατηρεί συμμετοχικό δικαίωμα ή, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, θα πρέπει να μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι θα λαμβάνει πληρωμή ή θα διατηρεί συμμετοχικό δικαίωμα σε περίπτωση εφαρμογής της συνήθους ιεραρχικής κατάταξης των απαιτήσεων προς ικανοποίηση από το προϊόν της εκκαθάρισης βάσει του εθνικού δικαίου. Στην τελευταία περίπτωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν τον αριθμό των κατηγοριών που απαιτείται για να εγκρίνουν το σχέδιο, χωρίς να πρέπει οπωσδήποτε όλες αυτές οι κατηγορίες, βάσει αποτίμησης του οφειλέτη σε συνθήκες δρώσας οικονομικής κατάστασης, να λαμβάνουν ικανοποίηση απαίτησης ή να διατηρούν δικαίωμα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να απαιτούν την συγκατάθεση όλων των κατηγοριών. Αυτό σημαίνει ότι, όπου υπάρχουν μόνο δύο κατηγορίες πιστωτών, η συγκατάθεση τουλάχιστον μιας κατηγορίας θα πρέπει να θεωρείται επαρκής, αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής της διακατηγοριακής παράκαμψης των διαφωνιών. Η επιβάρυνση των πιστωτών νοείται ως μείωση της αξίας των απαιτήσεών τους.

(55)  Κατά τη χρήση του μηχανισμού της διακατηγοριακής παράκαμψης των διαφωνιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι διαφωνούσες κατηγορίες των θιγόμενων πιστωτών δεν υφίστανται αδικαιολόγητη βλάβη βάσει του προτεινόμενου σχεδίου και θα πρέπει να παρέχουν επαρκή προστασία για αυτές τις διαφωνούσες κατηγορίες. Τα κράτη μέλη δύνανται να προστατεύσουν διαφωνούσα κατηγορία πιστωτών εξασφαλίζοντας ότι θα τυγχάνει τουλάχιστον εξίσου ευνοϊκής μεταχείρισης σε σύγκριση με οποιανδήποτε άλλη κατηγορία του ίδιου βαθμού και ευνοϊκότερης σε σχέση με κάθε κατηγορία που κατατάσσεται χαμηλότερα. Εναλλακτικά, τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προστατεύσουν διαφωνούσα κατηγορία πιστωτών εξασφαλίζοντας ότι αυτή ικανοποιείται πλήρως εάν κατηγορία ελάσσονος εξοφλητικής προτεραιότητας πρόκειται να λάβει διανομή αξίας ή διατηρήσει συμμετοχικό δικαίωμα βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης («κανόνας της απόλυτης προτεραιότητας»). Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν διακριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή της έννοιας της πλήρους ικανοποίησης, μεταξύ άλλων σε σχέση με το χρόνο της πληρωμής, εφόσον προστατεύονται το κεφάλαιο της απαίτησης και, στην περίπτωση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών, η αξία της εξασφάλισης. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να αποφασίσουν σχετικά με το ισοδύναμο μέσο με το οποίο η αρχική απαίτηση θα μπορούσε να ικανοποιηθεί πλήρως.

(56)  Είναι σκόπιμο να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από τον κανόνα της απόλυτης προτεραιότητας, για παράδειγμα όταν είναι δίκαιο οι μέτοχοι/εταίροι να διατηρούν ορισμένα δικαιώματα στο πλαίσιο του σχεδίου, παρά το γεγονός ότι μια κατηγορία με μεγαλύτερη προτεραιότητα είναι υποχρεωμένη να δεχτεί μείωση των απαιτήσεών της, ή ότι βασικοί προμηθευτές που καλύπτονται από τη διάταξη περί αναστολής των ατομικών διώξεων ικανοποιούνται πριν από τις κατηγορίες πιστωτών που προηγούνται. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν ποιους από τους ανωτέρω μηχανισμούς προστασίας θα εφαρμόσουν.

(57)  Παρόλο που τα νόμιμα συμφέροντα των μετόχων/εταίρων θα πρέπει να προστατεύονται, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι αυτοί δεν θα μπορούν να αποτρέψουν αδικαιολόγητα την έγκριση σχεδίων αναδιάρθρωσης που θα αποκαθιστούσαν τη βιωσιμότητα του οφειλέτη. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν διάφορα μέσα για την επίτευξη αυτού του στόχου, ορίζοντας, για παράδειγμα, ότι οι μέτοχοι/εταίροι δεν έχουν δικαίωμα ψήφου επί σχεδίων αναδιάρθρωσης και αποσυνδέοντας την έγκριση ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης ▌ από τη συμφωνία των μετόχων/εταίρων άνευ εσωτερικής αξίας, δηλαδή των μετόχων/εταίρων οι οποίοι, βάσει αποτίμησης της επιχείρησης, δεν θα λάμβαναν οποιαδήποτε πληρωμή ή άλλο αντάλλαγμα σε περίπτωση εφαρμογής της συνήθους ιεραρχικής κατάταξης των απαιτήσεων προς ικανοποίηση από το προϊόν της εκκαθάρισης. ▌Ωστόσο, στις περιπτώσεις που οι μέτοχοι/εταίροι έχουν δικαίωμα ψήφου επί σχεδίου αναδιάρθρωσης, θα πρέπει να είναι δυνατή η επικύρωση του σχεδίου από δικαστική ή διοικητική αρχή παρά τη διαφωνία μιας ή περισσότερων κατηγοριών μετόχων/εταίρων, μέσω μηχανισμού διακατηγοριακής παράκαμψης των διαφωνιών. Τα κράτη μέλη που εξαιρούν τους μετόχους/εταίρους από την ψηφοφορία, δεν απαιτείται να εφαρμόζουν τον κανόνα της απόλυτης προτεραιότητας στη σχέση μεταξύ πιστωτών και μετόχων/εταίρων. Ένα άλλο πιθανό μέσο εφαρμογής της απαίτησης αυτής θα μπορούσε να είναι η διασφάλιση ότι τα μέτρα αναδιάρθρωσης, τα οποία επηρεάζουν άμεσα τα δικαιώματα των μετόχων/εταίρων και πρέπει να εγκριθούν από τη γενική συνέλευση αυτών σύμφωνα με την ενωσική και εθνική νομοθεσία, δεν υπόκεινται σε αδικαιολόγητα υψηλές απαιτήσεις πλειοψηφίας και ότι οι μέτοχοι/εταίροι δεν έχουν καμία αρμοδιότητα όσον αφορά τα μέτρα αναδιάρθρωσης που δεν επηρεάζουν άμεσα τα δικαιώματά τους.

(58)  Είναι δυνατόν να απαιτούνται περισσότερες κατηγορίες μετόχων/εταίρων όταν υπάρχουν διάφορες κατηγορίες μετοχών/μερίδων με διαφορετικά δικαιώματα. Οι μέτοχοι/εταίροι ΠΜΜΕ που δεν είναι απλοί επενδυτές αλλά ιδιοκτήτες της επιχείρησης και συμβάλλουν στην επιχείρηση με άλλους τρόπους, για παράδειγμα, προσφέροντας διαχειριστική εμπειρογνωσία, μπορεί να μην έχουν κίνητρο να προχωρήσουν σε αναδιάρθρωση υπό αυτούς τους όρους. Για τον λόγο αυτό, ο μηχανισμός διακατηγοριακής παράκαμψης των διαφωνιών θα πρέπει να παραμένει προαιρετικός για τους οφειλέτες-ΠΜΜΕ.

(59)  Για τους σκοπούς της εφαρμογής του, το σχέδιο αναδιάρθρωσης θα πρέπει να επιτρέπει στους μετόχους/εταιρους -ΠΜΜΕ να συνεισφέρουν με μη χρηματικό τρόπο στην αναδιάρθρωση, για παράδειγμα με την πείρα, τη φήμη, ή τις επιχειρηματικές επαφές τους.

(60)  Καθ’ όλη τη διάρκεια των διαδικασιών προληπτικής αναδιάρθρωσης, οι εργαζόμενοι θα πρέπει να απολαμβάνουν την πλήρη προστασία της εργατικής νομοθεσίας. Ιδίως, η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα δικαιώματα των εργαζομένων που κατοχυρώνονται από τις οδηγίες του Συμβουλίου 98/59/ΕΚ(14) και 2001/23/ΕΚ(15) και τις οδηγίες 2002/14/ΕΚ(16), και 2008/94/ΕΚ(17) και 2009/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(18). Οι υποχρεώσεις που αφορούν την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση μαζί τους βάσει της εθνικής νομοθεσίας μεταφοράς των ανωτέρω οδηγιών παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις ενημέρωσης των εκπροσώπων των εργαζομένων και διαβούλευσης μαζί τους σχετικά με την απόφαση προσφυγής σε πλαίσιο προληπτικής αναδιάρθρωσης σύμφωνα με την οδηγία 2002/14/ΕΚ.

(61)  Στους εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με το προτεινόμενο σχέδιο αναδιάρθρωσης, κατά τα οριζόμενα στο ενωσιακό δίκαιο, για να μπορουν να κάνουν εις βάθος αξιολόγηση των διαφόρων σεναρίων. Επιπλέον, οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους θα πρέπει να συμμετέχουν στον βαθμό που είναι αναγκαίος για να πληρούνται οι απαιτήσεις διαβούλευσης του ενωσιακού δικαίου. Δεδομένης της ανάγκης να διασφαλίζεται κατάλληλο επίπεδο προστασίας των εργαζομένων, τα κράτη μέλη θα πρέπει υποχρεωτικώς να εξαιρούν τις ανεξόφλητες απαιτήσεις των εργαζομένων ▌ από κάθε αναστολή επί μέρους ατομικών διώξεων, ανεξάρτητα από το αν οι απαιτήσεις αυτές έχουν γεννηθεί πριν ή μετά τη χορήγηση της αναστολής. Αναστολή τέτοιων απαιτήσεων θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο για τα ποσά και τα χρονικά διαστήματα για τα οποία η εξόφληση των εν λόγω απαιτήσεων διασφαλίζεται πραγματικά σε παρόμοιο επίπεδο με άλλα μέσα βάσει του εθνικού δικαίου ▌. Στην περίπτωση που βάσει της εθνικής νομοθεσίας τίθενται περιορισμοί στην ευθύνη των οργανισμών εγγύησης, είτε όσον αφορά τη διάρκεια της εγγύησης είτε το ποσό που καταβάλλεται στους εργαζομένους, οι εργαζόμενοι θα πρέπει να μπορούν να ασκήσουν ατομικά διωκτικά μέτρα για την ικανοποίηση του ελλείποντος μέρους της απαίτησής τους κατά του εργοδότη ακόμη και κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής των ατομικών διώξεων. Εναλλακτικά, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν τις απαιτήσεις των εργαζομένων από το πεδίο εφαρμογής του πλαισίου προληπτικής αναδιάρθρωσης και να προβλέπουν την προστασία τους στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου.

(62)  Στην περίπτωση που σχέδιο αναδιάρθρωσης περιλαμβάνει τη μεταβίβαση τμήματος εγκατάστασης ή επιχείρησης, τα δικαιώματα των εργαζομένων που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση, συμπεριλαμβανομένου ιδίως του δικαιώματος καταβολής των αποδοχών, θα πρέπει να διασφαλίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 2001/23/ΕΚ, χωρίς να θίγονται οι ειδικοί κανόνες που εφαρμόζονται σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας βάσει του άρθρου 5 της εν λόγω οδηγίας και, ιδίως, οι δυνατότητες του άρθρου 5 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τα κατοχυρωμένα από την οδηγία 2002/14/ΕΚ δικαιώματα ενημέρωσης και διαβούλευσης, όταν προκειται να ληφθούν αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά τις εν λόγω αποφάσεις. Επιπλέον, βάσει της παρούσας οδηγίας, οι εργαζόμενοι των οποίων οι απαιτήσεις θίγονται από το σχέδιο αναδιάρθρωσης θα πρέπει να έχουν δικαίωμα ψήφου επί του σχεδίου. Για τους σκοπούς της ψηφοφορίας επί του σχεδίου αναδιάρθρωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να αποφασίζουν την ένταξη των εργαζομένων σε κατηγορία χωριστή από τις άλλες κατηγορίες πιστωτών.

(63)  Οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές θα πρέπει να αποφασίζουν σχετικά με την αποτίμηση της επιχείρησης ή στο στάδιο της εκκαθάρισης ή στην επόμενη καλύτερη εναλλακτική δυνατότητα, σε περίπτωση μη επικύρωσης του σχεδίου αναδιάρθρωσης ή σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της διακατηγοριακής παράκαμψης των διαφωνιών, μόνο αν ένα διαφωνούν θιγόμενο μέρος αμφισβητεί το σχέδιο αναδιάρθρωσης. Αυτό δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διενεργούν αποτιμήσεις σε άλλο πλαίσιο βάσει του εθνικού τους δικαίου. Ωστόσο, μια τέτοια απόφαση μπορεί, επίσης, να συνίσταται σε αποτίμηση από εμπειρογνώμονα ή αποτίμηση που υποβλήθηκε από τον οφειλέτη ή άλλο πρόσωπο σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. Όταν αποφασίζεται αποτίμηση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν ειδικούς κανόνες, εκτός της πολιτικης δικονομίας, για μια ταχεία αποτίμηση σε περιπτώσεις αναδιάρθρωσης. Καμία διάταξη της παρούσας οδηγίας δεν θίγει τους κανόνες του εθνικού δικαίου περί του βάρους της απόδειξης στην περίπτωση της αποτίμησης.

(64)  Τα δεσμευτικά αποτελέσματα ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης περιορίζονται στα θιγόμενα μέρη που συμμετείχαν στην έγκριση του σχεδίου. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν τις συνέπειες της συμμετοχής ενός πιστωτή, μεταξύ άλλων σε περίπτωση άγνωστων πιστωτών ή πιστωτών μελλοντικών απαιτήσεων. Για παράδειγμα, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να αποφασίζουν τον τρόπο αντιμετώπισης των πιστωτών που ενημερώθηκαν δεόντως αλλά δεν συμμετείχαν στις διαδικασίες.

(65)  Τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης επικύρωσης σχεδίου αναδιάρθρωσης από διοικητική αρχή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίσουν και δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης επικύρωσης σχεδίου αναδιάρθρωσης από δικαστική αρχή. Ωστόσο, για να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του σχεδίου, να περιορίζεται η αβεβαιότητα και να αποφεύγονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, τα σχετικά μέσα προσφυγής δεν θα πρέπει, κατά κανόνα, να αναστέλλουν την εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν ή να περιορίζουν τους λόγους της προσφυγής. Όταν ασκείται προσφυγή κατά της επικύρωσης του σχεδίου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στη δικαστική αρχή να εκδίδει προδικαστική ή συνοπτική απόφαση, με την οποία να προστατεύεται η εκτέλεση και η εφαρμογή του σχεδίου από ενδεχόμενη ευόδωση της εκκρεμούς προσφυγής. Στην περίπτωση που η προσφυγή γίνεται δεκτή, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές θα πρέπει να εξετάζουν, ως εναλλακτική λύση της απόρριψης του σχεδίου, την τροποποίηση αυτού, όταν τα κράτη μέλη προβλέπουν αυτήν τη δυνατότητα καθώς και την επικύρωση του σχεδίου άνευ τροποποιήσεων. Θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα οι τροποποιήσεις του σχεδίου να μπορούν να προτείνονται από τα μέρη ή να αποφασίζονται από αυτά με ψηφοφορία, με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος της δικαστικής αρχής. Τα κράτη μέλη μπορούν, επίσης, να προβλέπουν την αποκατάσταση των οικονομικών απωλειών υπέρ του μέρους του οποίου η προσφυγή έγινε δεκτή. Εναπόκειται στο εθνικό δίκαιο να αντιμετωπίσει πιθανή νέα αναστολή ή παράταση της αναστολής αν η δικαστική αρχή προσδώσει στην προσφυγή ανασταλτικό αποτέλεσμα.

(66)  Η επιτυχία ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης μπορεί συχνά να εξαρτάται από το κατά πόσον ▌διατίθεται χρηματοδοτική συνδρομή στον οφειλέτη για την υποστήριξη, αρχικά, της λειτουργίας της επιχείρησης κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων αναδιάρθρωσης και, στη συνέχεια, της εφαρμογής του επικυρωμένου σχεδίου αναδιάρθρωσης. Η χρηματοδοτική συνδρομή θα πρέπει να νοείται με ευρεία έννοια και να περιλαμβάνει την παροχή σε χρήμα ή την τριτεγγύηση και την προμήθεια αποθεμάτων, εμπορευμάτων, πρώτων υλών και βασικών υπηρεσιών, για παράδειγμα μέσω της χορήγησης στον οφειλέτη μεγαλύτερης περιόδου αποπληρωμής. Η προσωρινή και η νέα χρηματοδότηση θα πρέπει, συνεπώς, να είναι απρόσβλητες από ανακλητικές αγωγές που θα επιδιώκουν να κηρυχθεί η εν λόγω χρηματοδότηση άκυρη, ακυρώσιμη ή μη εκτελεστή ως δικαιοπραξία επιζήμια για το σύνολο των πιστωτών στο πλαίσιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας που θα ακολουθήσουν.

(67)  Οι εθνικές νομοθεσίες περί αφερεγγυότητας που προβλέπουν αγωγές ανάκλησης της προσωρινής και νέας χρηματοδότησης ή ορίζουν ότι οι νέοι δανειστές μπορεί να υποστούν αστικές, διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις για την παροχή πίστωσης σε οφειλέτες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες, είναι δυνατόν να υπονομεύσουν τη διαθεσιμότητα της χρηματοδότησης η οποία είναι αναγκαία για την επιτυχή διαπραγμάτευση και εφαρμογή ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης. Η οδηγία δεν επηρεάζει τους λοιπούς λόγους για τον χαρακτηρισμό της νέας και της προσωρινής χρηματοδότησης ως άκυρων, ακυρώσιμων ή ανενεργών, ή για τη θεμελίωση αστικής, ποινικής ή διοικητικής ευθύνης των παρεχόντων τέτοια χρηματοδότηση, όπως προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο. Στους εν λόγω λοιπούς λόγους μπορούν να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η απάτη, η κακή πίστη, ορισμένοι τύποι σχέσεων μεταξύ των μερών οι οποίοι θα μπορούσαν να ενέχουν σύγκρουση συμφερόντων, όπως στην περίπτωση των συναλλαγών μεταξύ συνδεδεμένων μερών ή μεταξύ μετόχων/εταίρων και της ίδιας τη εταιρείας, και συναλλαγές κατά τις οποίες ένα μέρος λαμβάνει άνευ δικαιώματος αξία ή ασφάλεια τη στιγμή της συναλλαγής ή λόγω του τρόπου εκτέλεσης αυτής.

(68)  Όταν παρέχεται προσωρινή χρηματοδότηση, τα μέρη δεν γνωρίζουν αν το σχέδιο αναδιάρθρωσης θα πρέπει τελικά να επικυρωθεί ή όχι και ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να περιορίζουν την προστασία της προσωρινής χρηματοδότησης μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το σχέδιο εγκρίνεται από τους πιστωτές ή επικυρώνεται από δικαστική ή διοικητική αρχή ▌. Προκειμένου να αποφεύγονται πιθανές καταχρήσεις, θα πρέπει να προστατεύονται μόνον οι χρηματοδοτήσεις που είναι ευλόγως και άμεσα αναγκαίες για τη συνέχιση της λειτουργίας ή την επιβίωση της επιχείρησης του οφειλέτη ή για τη διατήρηση ή αύξηση της αξίας της επιχείρησης εν αναμονή της επικύρωσης του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Επιπλέον, η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν μηχανισμό εκ των προτέρων ελέγχου της προσωρινής χρηματοδότησης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να περιορίζουν την προστασία της νέας χρηματοδότησης όταν το σχέδιο έχει επικυρωθεί από δικαστική ή διοικητική αρχή και της προσωρινής χρηματοδότησης όταν αυτή αποτέλεσε αντικείμενο εκ των προτέρων ελέγχου. Ο μηχανισμός εκ των προτέρων ελέγχου της προσωρινής χρηματοδότησης ή άλλων συναλλαγών θα μπορούσε να διενεργείται από επαγγελματία στον τομέα της αναδιάρθρωσης, από επιτροπή πιστωτών ή από δικαστική ή διοικητική αρχή. Η προστασία από ανακλητικές αγωγές και η προστασία από την προσωπική ευθύνη αποτελούν τις ελάχιστες διασφαλίσεις που παρέχονται για την προσωρινή χρηματοδότηση και τη νέα χρηματοδότηση. Ωστόσο, για να ενθαρρυνθούν νέοι δανειστές ώστε να αναλάβουν τον αυξημένο κίνδυνο της επένδυσης σε έναν βιώσιμο οφειλέτη που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες μπορεί να χρειάζονται περισσότερα κίνητρα, όπως, για παράδειγμα, η αναγνώριση προτεραιότητας στην εν λόγω χρηματοδότηση τουλάχιστον έναντι των ανέγγυων απαιτήσεων σε επακόλουθες διαδικασίες αφερεγγυότητας.

(69)  Με στόχο να ενθαρρύνεται μια έγκαιρη προσφυγή στις διαδικασίες προληπτικής αναδιάρθρωσης, είναι επιθυμητό οι συναλλαγές που είναι εύλογες και άμεσα αναγκαίες για τη διαπραγμάτευση ή την εφαρμογή σχεδίου αναδιάρθρωσης, να προστατεύονται επίσης από ανακλητικές αγωγές σε επακόλουθες διαδικασίες αφερεγγυότητας. Οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές θα μπορούν, κατά την εκτιμηση του εύλογου χαρακτήρα και της άμεσης αναγκαιότητας των δαπανών και αμοιβών, για παράδειγμα, να εξετάζουν προβλέψεις και εκτιμήσεις που διαβιβάζονται στα θιγόμενα μέρη, σε επιτροπή πιστωτών, σε επαγγελματία στον τομέα της αναδιάρθρωσης ή στην ίδια τη δικαστική ή διοικητική αρχή. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν και τη δυνατότητα να απαιτήσουν από τους οφειλέτες επικαιροποιημένες σχετικές εκτιμήσεις. Μια τέτοια προστασία θα ενίσχυε την ασφάλεια των συναλλαγών με επιχειρήσεις που είναι γνωστό ότι αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες και θα διέλυε τους φόβους των πιστωτών και των επενδυτών ότι όλες αυτές οι συναλλαγές θα μπορούσαν να κηρυχθούν άκυρες σε περίπτωση αποτυχίας της αναδιάρθρωσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν ένα χρονικό σημείο, πριν από την έναρξη της διαδικασίας προληπτικής αναδιάρθρωσης και τη χορήγηση της αναστολής των ατομικών διώξεων, από το οποίο αμοιβές και δαπάνες για τη διαπραγμάτευση, την έγκριση, την επικύρωση ή την αναζήτηση επαγγελματικών συμβουλών για το σχέδιο αναδιάρθρωσης αρχίζουν να απολαύουν προστασίας από ανακλητικές αγωγές. Στην περίπτωση άλλων πληρωμών και εκταμιεύσεων και την καταβολή των αποδοχών εργαζομένων, παρόμοιο σημείο αφετηρίας θα μπορεί επίσης να είναι η χορήγηση αναστολής ή η έναρξη της διαδικασίας προληπτικής αναδιάρθρωσης.

(70)  Για την προώθηση των προληπτικών αναδιαρθρώσεων, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι διευθυντές επιχειρήσεων δεν αποθαρρύνονται από την άσκηση εύλογης επιχειρηματικής κρίσης ή την ανάληψη εύλογων επιχειρηματικών κινδύνων, ιδίως όταν αυτό θα ενίσχυε τις πιθανότητες επιτυχίας της αναδιάρθρωσης δυνητικά βιώσιμων επιχειρήσεων. Όταν μια επιχείρηση αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες, οι διευθυντές της θα πρέπει να προβαίνουν σε ενέργειες για την ελαχιστοποίηση των απωλειών και την αποφυγή της αφερεγγυότητας, όπως ▌ η αναζήτηση επαγγελματικών συμβουλών, μεταξύ άλλων στους τομείς της αναδιάρθρωσης και της αφερεγγυότητας, για παράδειγμα για την αξιοποίηση, εφόσον συντρέχει περίπτωση, εργαλείων έγκαιρης προειδοποίησης· την προστασία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας ώστε να μεγιστοποιηθεί η αξία της και να αποφευχθεί η απώλεια βασικών περιουσιακών στοιχείων· την εξέταση της δομής και των λειτουργιών της επιχείρησης με στόχο να εκτιμηθεί η βιωσιμότητα και να μειωθούν οι δαπάνες της· την αποφυγή ακυρωσίμων συναλλαγών, εκτός εάν δικαιολογούνται από βάσιμους επιχειρηματικούς λόγους· τη συνέχιση των συναλλαγών που υπό τις δεδομένες συνθήκες ενδείκνυται να συνεχιστούν για την αύξηση της αξίας της επιχείρησης εν λειτουργία· τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές και την υπαγωγή σε διαδικασίες προληπτικής αναδιάρθρωσης.

(71)  Σε περίπτωση επικείμενης αφερεγγυότητας του οφειλέτη, είναι επίσης σημαντικό να προστατεύονται τα νόμιμα δικαιώματα των πιστωτών από διοικητικές αποφάσεις που μπορεί να έχουν επιπτώσεις στη σύσταση της περιουσίας του οφειλέτη, ιδίως όταν μπορούν να επιφέρουν την περαιτέρω μείωση της αξίας της περιουσίας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο προσπαθειών αναδιάρθρωσης ή για διανομή στους πιστωτές. Είναι, συνεπώς, αναγκαίο, υπό τέτοιες συνθήκες, να αποφεύγουν οι διευθυντές της επιχείρησης ενέργειες από πρόθεση ή βαριά αμέλεια που οδηγούν σε προσωπικό τους κέρδος σε βάρος των ενδιαφερόμενων μερών, σε συναλλαγές με τίμημα χαμηλότερο από το πραγματικό ή σε αδικαιολόγητη προνομιακή μεταχείριση ενός ή περισσότερων ενδιαφερόμενων μερών έναντι άλλων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν την αντίστοιχη διάταξη της παρούσας οδηγίας διασφαλίζοντας ότι οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές, όταν αξιολογούν αν ένας διευθυντής διέπραξε παραβάσεις του καθήκοντος επιμελείας, λαμβάνουν υπόψη τους κανόνες της παρούσας οδηγίας για τα καθήκοντα των διευθυντών. Η παρούσα οδηγία δεν αποσκοπεί σε οποιανδήποτε ιεράρχηση των διαφόρων μερών των οποίων τα συμφέροντα πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη. Ωστόσο τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τέτοια ιεράρχηση. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τους εθνικούς κανόνες των κρατών μελών σχετικά με τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων σε μια εταιρεία.

(72)  Οι επιχειρηματίες που είναι φυσικά πρόσωπα ασκούντα εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη, μη μισθωτή επαγγελματική δραστηριότητα είναι δυνατόν να βρεθούν σε κίνδυνο να καταστούν αφερέγγυοι. Οι διαφορετικές δυνατότητες για μια δεύτερη ευκαιρία που παρέχονται στα επιμέρους κράτη μέλη μπορεί να αποτελέσουν κίνητρο για τη μετεγκατάσταση αφερέγγυων ή υπερχρεωμένων επιχειρηματιών σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό της εγκατάστασής τους προκειμένου να επωφεληθούν από συντομότερες περιόδους απαλλαγής ή από πιο ελκυστικούς όρους απαλλαγής, με αποτέλεσμα πρόσθετη ανασφάλεια δικαίου και πρόσθετο κόστος για τους πιστωτές κατά την είσπραξη των απαιτήσεών τους. Περαιτέρω, οι επιπτώσεις της αφερεγγυότητας, ιδίως ο κοινωνικός στιγματισμός, οι νομικές συνέπειες όπως η έκπτωση από το δικαίωμα ανάληψης και άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας και η παρατεινόμενη αδυναμία αποπληρωμής των χρεών, αποτελούν σημαντικά αντικίνητρα για τους επιχειρηματίες που επιθυμούν να συστήσουν επιχείρηση ή να αξιοποιήσουν μια δεύτερη ευκαιρία, έστω και αν τα στοιχεία δείχνουν ότι οι επιχειρηματίες που έχουν καταστεί αφερέγγυοι έχουν περισσότερες πιθανότητες να επιτύχουν στη δεύτερη απόπειρά τους.

(73)  Θα πρέπει, επομένως, να ληφθούν μέτρα για τη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων της υπερχρέωσης ή της αφερεγγυότητας στους επιχειρηματίες, ιδίως με την πρόβλεψη της δυνατότητας πλήρους απαλλαγής από τα χρέη έπειτα από ορισμένη χρονική περίοδο και τον περιορισμό της χρονικής διάρκειας της ανικανότητας ή της έκπτωσης που επιβάλλεται ως συνέπεια της υπερχρέωσης ή της αφερεγγυότητας του οφειλέτη. Η έννοια της αφερεγγυότητας θα πρέπει να ορίζεται από το εθνικό δίκαιο και μπορεί να λαμβάνει τη μορφή της υπερχρέωσης. Η κατά την παρούσα οδηγία έννοια του επιχειρηματία δεν θα πρέπει να επηρεάζει τη θέση των διευθυντών ή των διοικητών εταιρειών, η οποία θα πρέπει να διέπεται από το εθνικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να αποφασίζουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η πρόσβαση στην απαλλαγή, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να απαιτούν να ζητά την απαλλαγή ο οφειλέτης.

(74)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν τη δυνατότητα προσαρμογής των υποχρεώσεων των αφερέγγυων επιχειρηματιών όσον αφορά την αποπληρωμή, όταν μεταβάλλεται σημαντικά η χρηματοοικονομική τους κατάσταση, είτε επί τα βελτίω είτε επί τα χείρω. Δεν θα πρέπει, κατά την παρούσα οδηγία, να είναι απαραίτητο να στηρίζεται το σχέδιο αποπληρωμής από την πλειονότητα των πιστωτών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν ότι δεν απαγορεύεται στους επιχειρηματίες να αρχίσουν νέα δραστηριότητα στο ίδιο ή σε διαφορετικό πεδίο κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του σχεδίου αποπληρωμής.

(75)  Η απαλλαγή από τα χρέη θα πρέπει να είναι διαθέσιμη σε διαδικασίες που περιλαμβάνουν σχέδιο αποπληρωμής, ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων ή συνδυασμό αυτών. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν ελεύθερα μεταξύ αυτών των εναλλακτικών δυνατοτήτων και, εάν το εθνικό δίκαιο προβλέπει περισσότερες διαδικασίες που οδηγούν σε απαλλαγή, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι τουλάχιστον μία από αυτές προσφέρει στους αφερέγγυους επιχειρηματίες τη δυνατότητα πλήρους απαλλαγής από τα χρέη εντός τριετίας. Στην περίπτωση διαδικασιών που συνδυάζουν ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων και σχέδιο αποπληρωμής, η περίοδος απαλλαγής θα πρέπει να αρχίζει το αργότερο τη στιγμή που επικυρώνεται από δικαστήριο ή αρχίζει να εφαρμόζεται το σχέδιο αποπληρωμής, για παράδειγμα από την πρώτη δόση στο πλαίσιο του σχεδίου, αλλά θα μπορούσε επίσης να αρχίζει και νωρίτερα, όπως όταν λαμβάνεται απόφαση να κινηθεί η διαδικασία.

(76)  Στις διαδικασίες χωρίς σχέδιο αποπληρωμής, η περίοδος απαλλαγής θα πρέπει να αρχίζει το αργότερο από την ημερομηνία λήψης της απόφασης δικαστικής ή διοικητικής αρχής περί κινήσεως της διαδικασίας ή κατά τη στιγμή του καθορισμού της πτωχευτικής περιουσίας. Για τον υπολογισμό της περιόδου απαλλαγής δυνάμει της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν ότι η έννοια της «κίνησης διαδικασίας» δεν περιλαμβάνει προκαταρκτικά μέτρα, όπως συντηρητικά μέτρα ή διορισμό προκαταρκτικού διαχειριστή διαδικασίας αφερεγγυότητας, εκτός αν αυτά επιτρέπουν τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της διάθεσης και διανομής αυτών στους πιστωτές. Ο καθορισμός της πτωχευτικής περιουσίας δεν απαιτεί απαραιτήτως τυπική απόφαση ή επικύρωση από δικαστική ή διοικητική αρχή, αν δεν απαιτείται ήδη τέτοια απόφαση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και θα μπορεί να συνίσταται σε μια απογραφή των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού.

(77)  Αν η διαδικαστική πορεία που οδηγεί στην απαλλαγή από το χρέος συνεπάγεται τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του επιχειρηματία, δεν απαγορεύεται στα κράτη μέλη να προβλέπουν διαχωρισμό της αίτησης απαλλαγής από τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων, όταν η αίτηση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικαστικής πορείας προς την απαλλαγή δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να αποφασίζουν ελεύθερα τους εθνικούς κανόνες για το βάρος της απόδειξης προκειμένου η απαλλαγή να λειτουργεί, το οποίο σημαίνει ότι ο επιχειρηματίας μπορεί να υποχρεωθεί εκ του νόμου να αποδεικνύει την τήρηση των υποχρεώσεών του.

(78)  Η πλήρης απαλλαγή από τα χρέη ή η λήξη της ανικανότητας ή της έκπτωσης εντός τριών ετών δεν ενδείκνυται πάντοτε, και μπορούν συνεπώς να θεσπιστούν δεόντως αιτιολογημένες παρεκκλίσεις για λόγους που ορίζονται στις εθνικές νομοθεσίες. Για παράδειγμα, όταν ο οφειλέτης επιδεικνύει ανέντιμη ή κακόπιστη συμπεριφορά. Σε περίπτωση που οι επιχειρηματίες δεν απολαύουν του τεκμηρίου της εντιμότητας και της καλής πίστεως κατά το εθνικό δίκαιο, το βάρος της απόδειξης της εντιμότητας και της καλής πίστεως αυτών δεν πρέπει να καθιστά υπερβολικά δύσκολη ή επαχθή την ένταξή τους στη διαδικασία.

(79)  Για να διακριβώσουν αν ο επιχειρηματίας επέδειξε ανέντιμη συμπεριφορά, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές μπορούν να λαμβάνουν υπόψη στοιχεία όπως η φύση και το ύψος των χρεών, ο χρόνος δημιουργίας των χρεών, οι προσπάθειες του επιχειρηματία να τα αποπληρώσει και να εκπληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις του, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεών του για τη λήψη αδειών δημοσίας χρήσεως και την ορθή τήρηση λογιστικών στοιχείων, οι τυχόν ενέργειες του επιχειρηματία για να εμποδίσει τους πιστωτές να πετύχουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, η εκπλήρωση των καθηκόντων σε περίπτωση αφερεγγυότητας τα οποία υπέχουν οι επιχειρηματίες- μέλη του διοικητικού συμβουλίου εταιρείας, καθώς και η τήρηση της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και της εργατικής νομοθεσίας. Θα πρέπει επίσης να είναι δυνατόν να προβλεφθούν παρεκκλίσεις σχετικά με την περίοδο πριν την πλήρη απαλλαγή από τα χρέη και το τέλος της ανικανότητος στις περιπτώσεις που ο επιχειρηματίας αθετεί ορισμένες νομικές υποχρεώσεις, όπως υποχρεώσεων για τη μέγιστη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών, οι οποίες μπορούν να λάβουν τη μορφή γενικής υποχρέωσης για τη δημιουργία εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων. Θα πρέπει επίσης να είναι δυνατόν να προβλεφθεί ειδική παρέκκλιση αν είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί η ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων του οφειλέτη και των δικαιωμάτων ενός ή περισσοτέρων πιστωτών, όπως όταν ο πιστωτής είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο χρήζει μεγαλύτερης προστασίας από ό,τι ο οφειλέτης.

(80)  Παρέκκλιση μπορεί, επίσης, να δικαιολογηθεί όταν το κόστος της διαδικασίας απαλλαγής από τα χρέη, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών των δικαστικών και διοικητικών αρχών και των διαχειριστών διαδικασιών αφερεγγυότητας, δεν καλύπτεται. από τον επιχειρηματία. Μετά τη χορήγηση της απαλλαγής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν τη δυνατότητα, δυνάμει του εθνικού δικαίου, να ανακαλούν το ευεργέτημα της πλήρους απαλλαγής όταν, για παράδειγμα, η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη βελτιώνεται ουσιαστικά λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, όπως με την απόκτηση κερδών από λαχειοφόρο αγορά ή με την απόκτηση κληρονομιάς ή δωρεάς. Δεν θα πρέπει να απαγορεύεται στα κράτη μέλη να προβλέπουν πρόσθετες παρεκκλίσεις σε πολύ συγκεκριμένες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.

(81)  Όταν υπάρχει δεόντως αιτιολογημένος λόγος κατά την εθνική νομοθεσία, είναι ενδεχομένως σκόπιμο να περιορίζεται η δυνατότητα απαλλαγής για ορισμένες κατηγορίες χρέους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορουν να αποκλείσουν τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα χρέη από τη δυνατότητα απαλλαγής μόνο μέχρι την αξία της ασφάλειας όπως καθορίζεται από την εθνική νομοθεσία, ενώ το υπόλοιπο των χρεών θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μη ασφαλισμένο χρέος. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν επιπλέον κατηγορίες χρεών αν δικαιολογείται.

(82)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να αποφασίζουν ότι οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές δύνανται να διακριβώνουν είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος προσώπου έχοντος έννομο συμφέρον αν οι επιχειρηματίες έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους προκειμένου να λάβουν πλήρη απαλλαγή από τα χρέη.

(83)  Εάν η άδεια επιχειρηματία να συνεχίσει συγκεκριμένη βιοτεχνική, επιχειρηματική, εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα έχει απορριφθεί ή ανακληθεί ως αποτέλεσμα ανικανότητας ή έκπτωσης, η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να απαιτούν την υποβολή νέας αίτησης για την απόκτηση της εν λόγω άδειας, μόλις εκπνεύσει η ανικανότητα ή η έκπτωση από το δικαίωμα. Αν μια αρχή κράτους μέλους εκδώσει απόφαση σχετικά με ειδικά εποπτευόμενη δραστηριότητα, θα πρέπει επίσης να έχει τη δυνατότητα, να λάβει υπόψη, ακόμη και όταν έχει εκπνεύσει η περίοδος ανικανότητας ή έκπτωσης, ότι ο αφερέγγυος επιχειρηματίας έχει λάβει απαλλαγή από τα χρέη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

84)  Τα προσωπικά και τα επαγγελματικά χρέη τα οποία δεν μπορούν εύλογα να διαχωριστούν, παραδείγματος χάριν όταν ένα στοιχείο του ενεργητικού χρησιμοποιείται κατά την επαγγελματική δραστηριότητα του επιχειρηματία καθώς και εκτός αυτής, θα πρέπει να ρυθμίζονται με ενιαία διαδικασία. Αν τα κράτη μέλη υπάγουν τα χρέη αυτά σε διαφορετικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, απαιτείται συντονισμός αυτών των διαδικασιών. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να ρυθμιζουν όλα τα χρέη επιχειρηματιών με ενιαία διαδικασία. Δεν θα πρέπει να απαγορεύεται σε κράτη μέλη που επιτρέπουν στους επιχειρηματίες να συνεχίζουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα για δικό τους λογαριασμό κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας αφερεγγυότητας, να προβλέπουν ότι οι εν λόγω επιχειρηματίες μπορούν να υποβληθούν σε νέα διαδικασία αφερεγγυότητας, σε περίπτωση που η εν λόγω συνεχιζόμενη επιχειρηματική δραστηριότητα καταστεί αφερέγγυα.

(85)  Είναι αναγκαίο να διατηρηθεί και να ενισχυθεί η διαφάνεια και η προβλεψιμότητα των διαδικασιών για να επιτευχθούν αποτελέσματα που συμβάλλουν στη διάσωση των επιχειρήσεων και στην παροχή δεύτερης ευκαιρίας στους επιχειρηματίες ή που επιτρέπουν την αποδοτική εκκαθάριση των μη βιώσιμων επιχειρήσεων. Είναι επίσης αναγκαίο να μειωθεί η υπερβολικά μεγάλη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας σε πολλά κράτη μέλη, καθώς επιφέρει ανασφάλεια δικαίου για τους πιστωτές και τους επενδυτές και χαμηλά ποσοστά ανάκτησης. Τέλος, με δεδομένη τη θέσπιση μηχανισμών ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ των δικαστηρίων και των επαγγελματιών στις διασυνοριακές περιπτώσεις δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848, ο επαγγελματισμός όλων των εμπλεκομένων πρέπει να αναβαθμιστεί σε συγκρίσιμα υψηλά επίπεδα σε ολόκληρη την Ένωση. Για την επίτευξη αυτών των στόχων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι τα μέλη των δικαστικών ή διοικητικών αρχών που ασχολούνται με διαδικασίες προληπτικής αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητος και απαλλαγής από το χρέος είναι δεόντως καταρτισμένα και διαθέτουν την απαραίτητη εμπειρογνωσία για τις αρμοδιότητές τους. Η εν λόγω κατάρτιση και εμπειρογνωσία θα μπορούν να αποκτώνται και κατά την άσκηση των καθηκόντων μέλους της δικαστικής ή διοικητικής αρχής ή, πριν από τον διορισμό στη θέση αυτήν, κατά την άσκηση άλλων σχετικών καθηκόντων.

(86)  Η εν λόγω κατάρτιση και εμπειρογνωσία θα πρέπει να καθιστούν δυνατή την αποτελεσματική λήψη αποφάσεων με δυνητικά σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες και δεν σημαίνουν απαραιτήτως ότι μέλη του δικαστικού σώματος θα πρέπει να ασχολούνται αποκλειστικά με υποθέσεις αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής από το χρέος. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι διαδικασίες αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής από τα χρέη θα μπορούν να διεξάγονται με αποτελεσματικές και ταχείες διαδικασίες. Για παράδειγμα, η δημιουργία ειδικών δικαστηρίων ή τμημάτων ή ο διορισμός ειδικών δικαστών σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που διέπει την οργάνωση του δικαστικού συστήματος, καθώς και η συγκέντρωση της αρμοδιότητας σε περιορισμένο αριθμό δικαστικών ή διοικητικών αρχών θα μπορούσαν να είναι ▌αποτελεσματικά μέσα για την επίτευξη ασφαλείας δικαίου και αποτελεσματικών διαδικασιών. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να προβλέπουν ότι οι διαδικασίες αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής από το χρέος πρέπει να έχουν προτεραιότητα σε σχέση με άλλες διαδικασίες.

(87)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει επιπλέον να διασφαλίζουν ότι ▌οι ειδικοί σε θέματα αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής από τα χρέη οι οποίοι διορίζονται από δικαστικές ή διοικητικές αρχές είναι κατάλληλα καταρτισμένοι, διορίζονται με διαφάνεια και λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάγκης να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών και εποπτεύονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ότι και ότι εκτελούν με ακεραιότητα τα καθήκοντά τους. Είναι σημαντικό οι επαγγελματίες αυτοί να τηρούν τα πρότυπα για τους συγκεκριμένους ρόλους στην κοινωνία, όπως η ασφαλιστική κάλυψη επαγγελματικής ευθύνης. Κατάλληλη κατάρτιση, επαγγελματικά προσόντα και εμπειρογνωσία των επαγγελματιών μπορούν επίσης να αποκτώνται κατά την άσκηση του επαγγέλματος και τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να παρέχουν τα ίδια την αναγκαία κατάρτιση, αλλά αυτό μπορεί να γίνεται, για παράδειγμα, από επαγγελματικές ενώσεις ή άλλους φορείς. Οι διαχειριστές διαδικασιών αφερεγγυότητας, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/848 θα πρέπει να συμπεριληφθούν στον πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

(88)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να προβλέψουν ότι τους επαγγελματίες επιλέγουν ο οφειλέτης, οι πιστωτές ή επιτροπή πιστωτών από κατάλογο ή ομάδα που έχει προεγκριθεί από δικαστική ή διοικητική αρχή. Για την επιλογή του επαγγελματία θα πρέπει να παραχωρείται στον οφειλέτη, στους πιστωτές ή στην επιτροπή πιστωτών περιθώριο εκτίμησης όσον αφορά την εμπειρογνωσία και την εμπειρία του γενικά και των απαιτήσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, ενώ οι οφειλέτες- φυσικά πρόσωπα θα πρέπει να απαλλάσσονται πλήρως από την υποχρέωση αυτήν. Σε υποθέσεις με διασυνοριακά στοιχεία, ο διορισμός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και την ικανότητα των επαγγελματιών να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις, δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848, για την επικοινωνία και τη συνεργασία με αλλοδαπούς διαχειριστές διαδικασιών αφερεγγυότητας και δικαστικές και διοικητικές αρχές από άλλα κράτη μέλη, καθώς και τους ανθρώπινους και διοικητικούς πόρους τους για τον χειρισμό δυνητικά περιπλόκων υποθέσεων. Δεν θα πρέπει να απαγορεύεται στα κράτη μέλη να επιλέγουν επαγγελματία με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο, όπως η τυχαία επιλογή μέσω λογισμικού, εφοσον δια της μεθόδου αυτής λαμβάνεται δεόντως υπόψη η εμπειρία και η εμπειρογνωσία του επαγγελματία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν σχετικά με τα μέσα για τη διατύπωση αντιρρήσεων ως προς την επιλογή ή τον διορισμό ενός επαγγελματία ή για την αντικατάστασή του, για παράδειγμα μέσω επιτροπής πιστωτών.

(89)  Οι επαγγελματίες θα πρέπει να υπάγονται σε εποπτικούς και ρυθμιστικούς μηχανισμούς με ▌αποτελεσματικά μέτρα για τη λογοδοσία των επαγγελματιών που παρέβησαν τα καθήκοντά τους, όπως μείωση της αμοιβής του, αποκλεισμό από τον κατάλογο ή την ομάδα των επαγγελματιών που μπορούν να διορισθούν σε υποθέσεις αφερεγγυότητας, καθώς και, κατά περίπτωση, πειθαρχικές, διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις. Οι εν λόγω εποπτικοί και ρυθμιστικοί μηχανισμοί δεν θα πρέπει να θίγουν διατάξεις του εθνικού δικαίου περί αστικής ευθύνης για ζημίες λόγω αθέτησης συμβατικών και μη συμβατικών υποχρεώσεων. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεωθούν να ιδρύσουν ειδικές αρχές ή φορείς. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι είναι διαθέσιμες για το κοινό πληροφορίες σχετικά με τις αρχές ή τους φορείς που ασκούν εποπτεία επί των επαγγελματιών. Για παράδειγμα, μια απλή μνεία της δικαστικής ή διοικητικής αρχής θα πρέπει να επαρκεί προς ενημέρωση. Δεν απαιτείται από τα κράτη μέλη να συστήσουν ειδικές αρχές ή φορείς. Θα πρέπει να είναι κατ’ αρχήν δυνατό να επιτευχθούν οι προδιαγραφές αυτές χωρίς να υπάρχει κατ’ αρχήν ανάγκη δημιουργίας νέων επαγγελμάτων ή επαγγελματικών προσόντων στο εθνικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επεκτείνουν τις διατάξεις περί εκπαίδευσης και εποπτείας των εκπαιδευτών και σε άλλους εκπαιδευτές μη καλυπτομένους από την παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να προβλέπουν ότι οι διαφορές σχετικά με τις αμοιβές των επαγγελματιών πρέπει να έχουν προτεραιότητα σε σχέση με άλλες διαδικασίες.

(90)  Για την περαιτέρω μείωση της διάρκειας των διαδικασιών, τη διευκόλυνση της βελτιωμένης συμμετοχής των πιστωτών σε διαδικασίες που αφορούν την αναδιάρθρωση, την αφερεγγυότητα και την απαλλαγή από τα χρέη και για την εξασφάλιση παρόμοιων συνθηκών για τους πιστωτές ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασής τους στην Ένωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν διατάξεις που να παρέχουν τη δυνατότητα σε οφειλέτες, πιστωτές, επαγγελματίες και δικαστικές και διοικητικές αρχές να χρησιμοποιούν εξ αποστάσεως μέσα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ▌. Συνεπώς, θα πρέπει να είναι δυνατή η μέσω ηλεκτρονικών επικοινωνιών διεκπεραίωση διαδικαστικών σταδίων όπως η αναγγελία απαιτήσεων από τους πιστωτές, η κοινοποίηση προς τους πιστωτές ή η κατάθεση αμφισβητήσεων και η άσκηση ένδικων μέσων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν ότι οι κοινοποιήσεις προς τον πιστωτή μπορούν να εκτελούνται ηλεκτρονικά μόνον εάν ο ενδιαφερόμενος πιστωτής έχει προηγουμένως δώσει τη συγκατάθεσή του για τέτοια επικοινωνία.

(91)  Οι διάδικοι σε διαδικασίες αναδιαρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής από τα χρέη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να χρησιμοποιούν τέτοια ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας εάν αυτά δεν είναι υποχρεωτικά βάσει του εθνικού δικαίου, με την επιφύλαξη της δυνατότητας των κρατών μελών να θεσπίσουν υποχρεωτικό σύστημα ηλεκτρονικής αναγγελίας και επίδοσης εγγράφων σε τέτοιες διαδικασίες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επιλέξουν το ακριβές μέσο ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Παράδειγμα τέτοιων μέσων θα μπορούσε να αποτελεί ένα σύστημα ειδικού σκοπού για την ηλεκτρονική διαβίβαση τέτοιων εγγράφων ή η χρήση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, χωρίς τα κράτη μέλη να εμποδίζονται να καθιερώσουν χαρακτηριστικά που θα διασφαλίζουν την προστασία των ηλεκτρονικών διαβιβάσεων, όπως η ηλεκτρονική υπογραφή, ή υπηρεσίες εμπιστοσύνης, όπως ηλεκτρονικές υπηρεσίες συστημένης παράδοσης, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(19).

(92)  Είναι σημαντικό να συλλέγονται αξιόπιστα και συγκρίσιμα δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και απαλλαγής από τα χρέη , προκειμένου να είναι δυνατή η παρακολούθηση της εκτέλεσης και εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συλλέγουν και να συγκεντρώνουν δεδομένα επαρκώς αναλυτικά ώστε να επιτρέπουν την αξιόπιστη αξιολόγηση του τρόπου πρακτικής λειτουργίας της οδηγίας και θα πρέπει να κοινοποιούν τα δεδομένα αυτά στην Επιτροπή. Το έντυπο διαβίβασης των δεδομένων αυτών στην Επιτροπή («το έντυπο») θα καταρτιστεί από την Επιτροπή με τη βοήθεια επιτροπής κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(20) και θα παρέχει κατάλογο των κυριότερων τρόπων έκβασης των διαδικασιών που είναι κοινοί σε όλα τα κράτη μέλη. Για παράδειγμα, στην περίπτωση διαδικασίας αναδιάρθρωσης, οι κυριότεροι τρόποι έκβασης θα μπορούσαν να είναι οι εξής: επικύρωση του σχεδίου από δικαστήριο, σχέδια που δεν επικυρώθηκαν από δικαστήριο, διαδικασίες αναδιάρθρωσης που μετατράπηκαν σε διαδικασίες εκκαθάρισης ή περατώθηκαν λόγω της κίνησης διαδικασιών εκκαθάρισης πριν την επικύρωση σχεδίου από δικαστήριο. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να παρέχουν ανάλυση ανά τρόπο έκβασης όσον αφορά τις εν λόγω διαδικασίες που λήγουν πριν από τη λήψη οποιωνδήποτε σχετικών μέτρων, αλλά μπορούν να παρέχουν τον συνολικό αριθμό όλων των διαδικασιών που χαρακτηρίζονται μη παραδεκτές, απορρίπτονται ή αποσύρονται πριν να κινηθούν.

(93)  Το έντυπο κοινοποίησης θα πρέπει επίσης να παρέχει κατάλογο επιλογών που θα μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από τα κράτη μέλη κατά τον καθορισμό του μεγέθους του οφειλέτη, με αναφορά σε ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία του ορισμού της ΠΜΜΕ που είναι κοινά στο δίκαιο όλων των κρατών μελών. Μία από τις επιλογές που θα περιληφθούν στον κατάλογο θα πρέπει πάντα να είναι ο καθορισμός του μεγέθους των οφειλετών μόνο με βάση τον αριθμό των εργαζομένων. Το έντυπο που θα καταρτιστεί με τη βοήθεια της επιτροπής θα πρέπει επίσης να ορίζει τα στοιχεία του μέσου κόστους και των μέσων ποσοστών ανάκτησης για τα οποία τα κράτη μέλη μπορούν να συλλέγουν δεδομένα προαιρετικά. Στο έντυπο θα πρέπει να παρέχονται οδηγίες σχετικά με τα στοιχεία που μπορούν να ληφθούν υπόψη όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση δειγματοληπτικής τεχνικής, για παράδειγμα σχετικά με τα μεγέθη των δειγμάτων για τη εξασφάλιση της αντιπροσωπευτικότητας σε ό, τι αφορά τη γεωγραφική κατανομή, το μέγεθος των οφειλετών και τον κλάδο. Στο έντυπο θα πρέπει να περιλαμβάνεται η δυνατότητα για τα κράτη μέλη να παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες εφόσον τις διαθέτουν, για παράδειγμα σχετικά με το συνολικό ύψος των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των οφειλετών.

(94)  Η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, ιδίως όταν η ασφάλεια παρέχεται σε σχέση με τη συμμετοχή σε καθορισμένα συστήματα ή σε πράξεις κεντρικών τραπεζών και όταν παρέχονται περιθώρια σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Επειδή η αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων που παρέχονται ως ασφάλεια μπορεί να είναι πολύ ασταθής, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησής τους, πριν η αξία τους σημειώσει πτώση. Ως εκ τούτου, ▌οι διατάξεις των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/26/ΕΚ(21) και 2002/47/ΕΚ(22) και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει να υπερισχύουν των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαλλάσσουν τις συμφωνίες συμψηφισμού, συμπεριλαμβανομένου του εκκαθαριστικού συμψηφισμού, από τις επιπτώσεις της αναστολής των ατομικών διώξεων, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν καλύπτονται από τις οδηγίες 98/26/ΕΚ και 2002/47/ΕΚ και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, εφόσον οι εν λόγω συμφωνίες είναι εκτελεστές με βάση το δίκαιο του αντίστοιχου κράτους μέλους, έστω και αν έχει κινηθεί η διαδικασία αφερεγγυότητας.

Αυτό θα μπορούσε να αφορά σημαντικό αριθμό κύριων συμφωνιών που χρησιμοποιούνται ευρέως στις κεφαλαιαγορές, τις αγορές ενέργειας και στις αγορές βασικών εμπορευμάτων, τόσο από μη χρηματοοικονομικούς όσο και από χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλόμενους. Οι εν λόγω συμφωνίες μειώνουν τους συστημικούς κινδύνους, ιδίως στις αγορές παραγώγων και μπορούν, επομένως, να εξαιρούνται από τους περιορισμούς που επιβάλλει η νομοθεσία περί αφερεγγυότητας στις εκκρεμείς συμβάσεις. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει, επίσης, να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν από τις επιπτώσεις της αναστολής των ατομικών διώξεων τις νόμιμες συμφωνίες εκκαθαριστικού συμψηφισμού που ενεργοποιούνται μετά την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας Ωστόσο, το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή συμφωνιών συμψηφισμού, συμπεριλαμβανομένου του εκκαθαριστικού συμψηφισμού, θα πρέπει να υπόκειται στην αναστολή.

(95)  Τα κράτη μέλη που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες επί κινητού εξοπλισμού , που υπεγράφη στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001 και στο πρωτόκολλό της θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξακολουθούν να συμμορφώνονται προς τις υφιστάμενες διεθνείς υποχρεώσεις τους. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τα πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης θα πρέπει να εφαρμόζονται με τις αναγκαίες παρεκκλίσεις για να διασφαλιστεί η εφαρμογή αυτών των διατάξεων χωρίς να θίγεται η εφαρμογή της εν λόγω σύμβασης και του πρωτοκόλλου της.

(96)  Η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας έγκρισης και εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσης δεν θα πρέπει να υπονομεύεται από ενωσιακούς ή εθνικούς κανόνες του εταιρικού δικαίου. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να παρεκκλίνουν από τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(23) όσον αφορά τις υποχρεώσεις σύγκλησης γενικής συνέλευσης και προσφοράς των μετοχών στους υφιστάμενους μετόχους βάσει δικαιώματος προτίμησης, στον βαθμό και για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι μέτοχοι δεν θα παρακωλύσουν τις προσπάθειες αναδιάρθρωσης κάνοντας κατάχρηση των δικαιωμάτων τους βάσει της εν λόγω οδηγίας. Για παράδειγμα, τα κράτη μέλη ενδέχεται να χρειαστεί να θεσπίσουν παρεκκλίσεις από την υποχρέωση σύγκλησης γενικής συνέλευσης των μετόχων ή από τις συνήθεις περιόδους, όταν απαιτείται η λήψη έκτακτων μέτρων από τη διοίκηση για την προστασία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, για παράδειγμα μέσω αιτήματος αναστολής των ατομικών διώξεων και όταν υπάρχει σοβαρή και αιφνίδια απώλεια του εγγεγραμμένου κεφαλαίου και πιθανότητα αφερεγγυότητας. Παρεκκλίσεις από το ενωσιακό και εθνικό εταιρικό δίκαιο μπορεί, επίσης, να απαιτούνται όταν το σχέδιο αναδιάρθρωσης προβλέπει την έκδοση νέων μετοχών που μπορούν να προσφέρονται κατά προτεραιότητα στους πιστωτές, όπως η μετοχοποίηση χρεών, ή τη μείωση του ποσού του εγγεγραμμένου κεφαλαίου σε περίπτωση μεταβίβασης τμημάτων της επιχείρησης. Τυχόν παρεκκλίσεις θα πρέπει να είναι περιορισμένης διάρκειας, στο μέτρο που τα κράτη μέλη θεωρούν ότι είναι αναγκαίες για την καθιέρωση του πλαισίου προληπτικής αναδιάρθρωσης. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να παρεκκλίνουν από τους κανόνες του ενωσιακού και εθνικού εταιρικού δικαίου, τελείως ή εν μέρει, για αόριστο ή για ορισμένο χρονικό διάστημα, εφόσον εξασφαλίζουν ότι οι απαιτήσεις του εταιρικού δικαίου δεν μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας αναδιάρθρωσης ή τα κράτη μέλη διαθέτουν άλλα, εξίσου αποτελεσματικά μέσα τα οποία διασφαλίζουν ότι οι μέτοχοι δεν μπορούν να αποτρέψουν αδικαιολόγητα την έγκριση ή την εφαρμογή σχεδίου αναδιάρθρωσης το οποίο θα αποκαθιστούσε τη βιωσιμότητα της επιχείρησης. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποδώσουν ιδιαίτερη σημασία στην αποτελεσματικότητα των διατάξεων σχετικά με την αναστολή των ατομικών διώξεων και την επικύρωση του σχεδίου αναδιάρθρωσης που δεν θα πρέπει να υπονομεύεται αδικαιολογήτως από τη σύγκληση ή τα αποτελέσματα των γενικών συνελεύσεων των μετόχων. Ως εκ τούτου, η οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν περιθώριο εκτίμησης κατά την αξιολόγηση των αναγκαίων παρεκκλίσεων στο πλαίσιο του εθνικού εταιρικού δικαίου με σκοπό την αποτελεσματική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και να μπορούν, επίσης, να προβλέπουν παρόμοιες παρεκκλίσεις από την εφαρμογή της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 σε διαδικασίες αφερεγγυότητας που δεν καλύπτονται μεν από την παρούσα οδηγία αλλά επιτρέπουν τη λήψη διαρθρωτικών μέτρων.

(97)  Όσον αφορά την κατάρτιση και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του εντύπου διαβίβασης δεδομένων, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή σχετικές εκτελεστικές αρμοδιότητες. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

(98)  Η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει μελέτη προκειμένου να εκτιμηθεί η αναγκαιότητα υποβολής νομοθετικών προτάσεων για την αντιμετώπιση περιπτώσεων αφερεγγυότητας προσώπων που δεν ασκούν εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά τα οποία, ως καταναλωτές αδυνατούν προσωρινά ή μόνιμα, ενεργώντας καλή τη πίστει, να εξοφλήσουν τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους. Η εν λόγω μελέτη είναι σκόπιμο να διερευνά αν πρέπει να διαφυλάσσεται η πρόσβαση των προσώπων αυτών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, ώστε να εξασφαλίζεται ότι έχουν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης.

(99)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011(24), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα μέρη των νομικών πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη.

(100)  Με δεδομένο ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς με μεμονωμένες ενέργειες του κάθε κράτους μέλους, καθώς οι διαφορές μεταξύ των εθνικών πλαισίων για την αναδιάρθρωση και την αφερεγγυότητα θα συνέχιζαν να δημιουργούν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και στην ελευθερία εγκατάστασης, μπορούν όμως να επιτευχθούν αποτελεσματικότερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(101)  Στις 7 Ιουνίου 2017 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έδωσε τη γνώμη της(25),

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.  Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικά με:

α)  πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης που τίθενται στη διάθεση του οφειλέτη με οικονομικές δυσχέρειες όταν υπάρχει πιθανότητα αφερεγγυότητας με σκοπό να αποτρέψουν την αφερεγγυότητά του και να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητά του·

β)  διαδικασίες που οδηγούν σε απαλλαγή χρέους που έχει δημιουργηθεί από αφερέγγυους επιχειρηματίες· και ▌

γ)  μέτρα για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ▌διαδικασιών που αφορούν την αναδιάρθρωση, την αφερεγγυότητα και την απαλλαγή από τα χρέη.

2.  Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου οι οποίες αφορούν οφειλέτες που είναι:

α)  ασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 13 σημεία 1) και 4) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β)  πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

γ)  επιχείρηση επενδύσεων ή οργανισμό συλλογικών επενδύσεων κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημεία 2) και 7) αντιστοίχως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

δ)  κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

ε)  κεντρικό αποθετήριο τίτλων κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014·

στ)  άλλο χρηματοοικονομικό ίδρυμα ή οντότητα εκ των απαριθμούμενων στο άρθρο 1 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

ζ)  δημόσιοι φορείς κατά το εθνικό δίκαιο· και

η)  φυσικά πρόσωπα που δεν είναι επιχειρηματίες.

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν της παρούσης οδηγίας διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι οποίες αφορούν οφειλέτες που αποτελούν χρηματοπιστωτικές οντότητες διαφορετικές αυτών της παραγράφου 2 και παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες υπό ειδικό καθεστώς, βάσει του οποίου οι εθνικές εποπτικές αρχές ή οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν ευρείες εξουσίες παρέμβασης ανάλογες με εκείνες που ορίζονται από την ενωσιακή και εθνική νομοθεσία για τις χρηματοπιστωτικές οντότητες της παραγράφου 2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το εν λόγω ειδικό καθεστώς.

4.  Τα κράτη μέλη δύνανται να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής των διαδικασιών της παραγράφου 1 στοιχείο β) στα αφερέγγυα φυσικά πρόσωπα που δεν είναι επιχειρηματίες.

Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν την εφαρμογή του στοιχείου α) της παραγράφου 1 σε νομικά πρόσωπα.

5.  Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι ακόλουθες απαιτήσεις εξαιρούνται ή δεν επηρεάζονται από τα πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης του στοιχείου α) της παραγράφου 1:

α)  υφιστάμενες και μελλοντικές απαιτήσεις εν ενεργεία ή πρώην εργαζομένων,

β)  απαιτήσεις διατροφής που απορρέουν από οικογενειακές σχέσεις, σχέσεις συγγένειας εξ αίματος, γάμου ή αγχιστείας, ή

γ)  απαιτήσεις που απορρέουν από αδικοπρακτική ευθύνη του οφειλέτη.

6.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης δεν θίγουν τα κεκτημένα δικαιώματα επαγγελματικών συντάξεων.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1.  Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ▌ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)  «αναδιάρθρωση»: μέτρα αναδιάρθρωσης της επιχείρησης του οφειλέτη που περιλαμβάνουν τη μεταβολή της σύνθεσης, των όρων ▌ ή της δομής των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ή οποιουδήποτε άλλου τμήματος της κεφαλαιακής του διάρθρωσης, όπως πώληση περιουσιακών στοιχείων ή τμημάτων της επιχείρησης, και, όταν αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, πώληση της επιχείρησης εν λειτουργία, καθώς και οποιεσδήποτε απαραίτητες επιχειρησιακές αλλαγές, ή συνδυασμό αυτών των στοιχείων·

2)  «θιγόμενα μέρη»: οι πιστωτές, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον συντρέχει περίπτωση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, των εργαζομένων, ή οι κατηγορίες πιστωτών και, εφόσον συντρέχει περίπτωση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, οι μέτοχοι/εταίροι των οποίων απαιτήσεις ή συμμετοχικά δικαιώματα αντιστοίχως θίγονται άμεσα στο πλαίσιο σχεδίου αναδιάρθρωσης·

3)  «μέτοχος/εταίρος»: πρόσωπο που έχει ιδιοκτησιακό συμφέρον ως προς τον οφειλέτη ή την επιχείρηση αυτού, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων, εφόσον το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει την ιδιότητα του πιστωτή·

4)  «αναστολή ατομικών διώξεων»: προσωρινή αναστολή, χορηγούμενη από δικαστική ή διοικητική αρχή ή από τον νόμο, του δικαιώματος λήψης διωκτικών μέτρων για την ικανοποίηση απαίτησης πιστωτή κατά οφειλέτη και, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, κατά τρίτου παρόχου ασφάλειας, στο πλαίσιο δικαστικής, διοικητικής ή άλλης διαδικασίας, ή εξωδικαστική αναστολή του δικαιώματος κατάσχεσης ή ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων ή της επιχείρησης του οφειλέτη ·

5)  «εκκρεμής σύμβαση»: σύμβαση μεταξύ του οφειλέτη και ενός ή περισσότερων πιστωτών στο πλαίσιο της οποίας και οι δύο συμβαλλόμενοι δεν έχουν ακόμη εκπληρώσει πλήρως τις συμβατικές υποχρεώσεις τους κατά τον χρόνο έκδοσης ή εκτέλεσης της απόφασης περί αναστολής των ατομικών διώξεων·

6)  «κριτήριο του συμφέροντος των πιστωτών»: μια εξέταση που θεωρείται επιτυχής αν κανείς από τους διαφωνούντες πιστωτές δεν βρεθεί, βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης, σε χειρότερη θέση από τη θέση στην οποία θα βρισκόταν αν εφαρμοζόταν η συνήθης κατάταξη των προτεραιοτήτων σε εκκαθάριση βάσει του εθνικού δικαίου, είτε σε περίπτωση εκκαθάρισης, υπό μορφή τμηματικής πώλησης της επιχείρησης ή πώλησης της επιχείρησης εν λειτουργία, είτε στο πλαίσιο της επόμενης καλύτερης εναλλακτικής δυνατότητας σε περίπτωση μη επικύρωσης του σχεδίου αναδιάρθρωσης·

7)  «νέα χρηματοδότηση»: νέα χρηματοδοτική συνδρομή που παρέχεται από υφιστάμενο ή από νέο πιστωτή προκειμένου να εφαρμοσθεί σχέδιο αναδιάρθρωσης και που περιλαμβάνεται στο εν λόγω σχέδιο αναδιάρθρωσης ▌·

8)  «προσωρινή χρηματοδότηση»: νέα χρηματοδοτική συνδρομή, που παρέχεται από υφιστάμενο ή από νέο πιστωτή, και περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστον, χρηματοδοτική συνδρομή κατά τη διάρκεια της αναστολής των ατομικών διώξεων που είναι ευλόγως και άμεσα αναγκαία για τη συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης του οφειλέτη ▌, ή για τη διατήρηση ή την αύξηση της αξίας της ▌·

9)  «▌επιχειρηματίας» φυσικό πρόσωπο που ασκεί εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική δραστηριότητα ▌·

10)  «πλήρης απαλλαγή από τα χρέη»: ακύρωση της δυνατότητας να ληφθούν διωκτικά μέτρα κατά του επιχειρηματία για τα δεκτικά απαλλαγής χρέη του ή διαγραφή των ανεξόφλητων δεκτικών απαλλαγής χρεών αυτών καθαυτών, στο πλαίσιο διαδικασίας δυναμένης να περιλαμβάνει ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων ▌ή σχέδιο ▌ αποπληρωμής ή και τα δύο·

11)  «σχέδιο αποπληρωμής»: πρόγραμμα καταβολής συγκεκριμένων ποσών σε συγκεκριμένες ημερομηνίες από αφερέγγυο επιχειρηματία προς πιστωτές ή περιοδική μεταβίβαση ενός μέρους του διαθέσιμου εισοδήματος αυτού προς τους πιστωτές κατά τη διάρκεια της περιόδου απαλλαγής·

12)  «επαγγελματίας στον τομέα της αναδιάρθρωσης»: πρόσωπο ή φορέας που έχει διοριστεί από δικαστική ή διοικητική αρχή για την εκτέλεση, ιδίως, ενός ή περισσότερων από τα εξής καθήκοντα:

α)  να συνδράμει τον οφειλέτη ή τους πιστωτές κατά την εκπόνηση ή τη διαπραγμάτευση σχεδίου αναδιάρθρωσης·

β)  να επιβλέπει τη δραστηριότητα του οφειλέτη κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων επί σχεδίου αναδιάρθρωσης και να υποβάλλει αναφορά σε δικαστική ή διοικητική αρχή·

γ)  να αναλάβει τον μερικό έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων ή των υποθέσεων του οφειλέτη κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

2.  Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, οι ακόλουθες έννοιες πρέπει να νοούνται όπως ορίζονται από το εθνικό δίκαιο:

α)  αφερεγγυότητα·

β)  πιθανότητα αφερεγγυότητας·

γ)  πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις («ΠΜΜΕ»).

Άρθρο 3

Έγκαιρη προειδοποίηση και πρόσβαση σε πληροφορίες

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι οφειλέτες ▌ να έχουν πρόσβαση σε ένα ή περισσότερα σαφή και διαφανή εργαλεία έγκαιρης προειδοποίησης, τα οποία μπορούν να εντοπίζουν περιστάσεις που δύνανται να οδηγήσουν σε αφερεγγυότητα και επισημαίνουν στον οφειλέτη την ανάγκη άμεσης αντίδρασης.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, τα κράτη μέλη μπορούν να κάνουν χρήση των νέων τεχνολογιών ΤΠ για τις κοινοποιήσεις και την επικοινωνία.

2.  Τα εργαλεία έγκαιρης προειδοποίησης μπορούν να περιλαμβάνουν:

α)  μηχανισμούς ειδοποίησης όταν ο οφειλέτης δεν έχει εκτελέσει ορισμένα είδη πληρωμών·

β)  συμβουλευτικές υπηρεσίες από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς·

γ)  παροχή υπό την εθνική νομοθεσία κινήτρων προς τους τρίτους που διαθέτουν πληροφορίες σχετικά με τον οφειλέτη, όπως λογιστές, φορολογικές διοικήσεις και οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης, για να επισημαίνουν στον οφειλέτη τυχόν αρνητική εξέλιξη.

3.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι οφειλέτες και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να έχουν πρόσβαση σε ενημερωμένες ▌ πληροφορίες που αφορούν τη διαθεσιμότητα εργαλείων έγκαιρης προειδοποίησης, καθώς και τις διαδικασίες και τα μέτρα αναδιάρθρωσης και απαλλαγής από χρέος.

4.  Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν διαδικτυακά πληροφορίες σχετικά με τη διαθεσιμότητα πρόσβασης στα εργαλεία έγκαιρης προειδοποίησης στην επικράτεια των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες αυτές είναι ευπρόσιτες και εύχρηστες, ιδίως για τις ΠΜΜΕ.

5.  Τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν υποστήριξη στους εκπροσώπους των εργαζομένων για την αποτίμηση της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΠΛΑΙΣΙΑ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Διαθεσιμότητα πλαισίων προληπτικής αναδιάρθρωσης

Άρθρο 4

Διαθεσιμότητα πλαισίων προληπτικής αναδιάρθρωσης

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις που υπάρχει πιθανότητα αφερεγγυότητας, οι οφειλέτες ▌έχουν πρόσβαση σε πλαίσιο προληπτικής αναδιάρθρωσης, το οποίο τους παρέχει τη δυνατότητα να προβούν σε αναδιάρθρωση με σκοπό να αποτρέψουν την αφερεγγυότητα και να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητά τους ασχέτως άλλων λύσεων για την αποφυγή της αφερεγγυότητας, προστατεύοντας έτσι τις θέσεις εργασίας και διατηρώντας την επιχειρηματική δραστηριότητα.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι οφειλέτες που έχουν καταδικασθεί για σοβαρές παραβάσεις λογιστικών υποχρεώσεων ή υποχρεώσεων τήρησης βιβλίων βάσει του εθνικού δικαίου μπορούν να έχουν πρόσβαση σε πλαίσιο προληπτικής αναδιάρθρωσης μόνο αφού λάβουν κατάλληλα μέτρα για τη θεραπεία των ζητημάτων που επέφεραν την καταδικαστική απόφαση, με σκοπό να παρασχεθούν στους πιστωτές οι αναγκαίες πληροφορίες ώστε να είναι σε θέση να λάβουν απόφαση κατά τις διαπραγματεύσεις για την αναδιάρθρωση.

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν δοκιμασία βιωσιμότητας βάσει της εθνικής νομοθεσίας, εφόσον η εν λόγω δοκιμασία έχει σκοπό να αποκλείσει τους μη βιώσιμους οφειλέτες και μπορεί να διενεργηθεί κατά τρόπον μη επιζήμιο για τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη.

4.  Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίσουν αριθμητικά την πρόσβαση ενός οφειλέτη, στη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου, σε πλαίσιο προληπτικής αναδιάρθρωσης που προβλέπει η παρούσα οδηγία εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.

5.  Το πλαίσιο προληπτικής αναδιάρθρωσης, όπως προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, μπορεί να συνίσταται σε μία ή περισσότερες διαδικασίες, μέτρα ή διατάξεις, μερικά εκ των οποίων μπορούν να εφαρμοσθούν εξωδικαστικά, με την επιφύλαξη οποιωνδήποτε άλλων πλαισίων αναδιάρθρωσης βάσει του εθνικού δικαίου.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το πλαίσιο αναδιάρθρωσης παρέχει στους οφειλέτες και στα θιγόμενα μέρη τα δικαιώματα και τις διασφαλίσεις που προβλέπονται στον παρόντα τίτλο με συνεκτικό τρόπο.

6.  Τα κράτη μέλη δύνανται, στο πλαίσιο προληπτικής αναδιάρθρωσης ,να θεσπίζουν διατάξεις που περιορίζουν τη συμμετοχή δικαστικών ή διοικητικών αρχών μόνο στις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και αναλογικό και οι οποίες παράλληλα διασφαλίζουν την προστασία των δικαιωμάτων των θιγόμενων μερών και των ενδιαφερομένων.

7.  Πρόσβαση στο πλαίσιο προληπτικής αναδιάρθρωσης δυνάμει της παρούσας οδηγίας παρέχεται κατόπιν αιτήσεως των οφειλετών.

8.  Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν επίσης ότι η πρόσβαση στο πλαίσιο προληπτικης αναδιάρθρωσης κατά την παρούσα οδηγία παρέχεται κατόπιν αιτήσεως των πιστωτών και των εκπροσώπων των εργαζομένων, με την επιφύλαξη συναίνεσης του οφειλέτη. Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίσουν την υποχρέωση να λαμβάνεται η συναίνεση του οφειλέτη μόνο όταν πρόκειται για οφειλέτες που είναι ΠΜΜΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Διευκόλυνση των διαπραγματεύσεων επί σχεδίων προληπτικής αναδιάρθρωσης

Άρθρο 5

Οφειλέτης που έχει τη διαχείριση της περιουσίας του

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι οφειλέτες που υπάγονται σε διαδικασίες προληπτικής αναδιάρθρωσης διατηρούν πλήρως, ή τουλάχιστον εν μέρει, τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων τους και της καθημερινής λειτουργίας της επιχείρησής τους.

2.  Εφόσον απαιτείται, αποφασίζεται κατά περίπτωση ο διορισμός από δικαστική ή διοικητική αρχή ενός επαγγελματία στον τομέα της αναδιάρθρωσης, με την εξαίρεση ορισμένων περιπτώσεων όπου τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν τον υποχρεωτικό σε κάθε περίπτωση διορισμό ενός τέτοιου επαγγελματία.

3.  Τα κράτη μέλη προβλέπουν τον διορισμό επαγγελματία στον τομέα της αναδιάρθρωσης προκειμένου να συνδράμει τον οφειλέτη και τους πιστωτές κατά τη διαπραγμάτευση και την κατάρτιση του σχεδίου τουλάχιστον στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  όταν η ▌γενική αναστολή των ατομικών διώξεων, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3, χορηγείται από τη δικαστική ή διοικητική αρχή, και η δικαστική ή διοικητική αρχή αποφασίσει ότι ο εν λόγω επαγγελματίας είναι αναγκαίος για τη διαφύλαξη του συμφέροντος των μερών·

β)  όταν το σχέδιο αναδιάρθρωσης χρήζει επικύρωσης από δικαστική ή διοικητική αρχή μέσω διακατηγοριακής παράκαμψης των διαφωνιών σύμφωνα με το άρθρο 11· ή

γ)  όταν ζητείται από τον οφειλέτη ή από την πλειοψηφία των πιστωτών υπό την προϋπόθεση ότι, στη δεύτερη περίπτωση, το κόστος του επαγγελματία στον τομέα της αναδιάρθρωσης βαρύνει τους πιστωτές.

Άρθρο 6

Αναστολή των ατομικών διώξεων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι οφειλέτες ▌ δύνανται να επωφεληθούν από αναστολή των ατομικών διώξεων ▌για την προαγωγή των διαπραγματεύσεων επί σχεδίου αναδιάρθρωσης εντός πλαισίου προληπτικής αναδιάρθρωσης.

Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές μπορούν να αρνηθούν τη χορήγηση αναστολής των ατομικών διώξεων, αν αυτή δεν είναι αναγκαία ή εφόσον δεν θα επιτύγχανε τον στόχο του πρώτου εδαφίου.

2.  Με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αναστολή των ατομικών διώξεων δύναται να καλύπτει όλα τα είδη των απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων των εμπραγμάτως ασφαλισμένων απαιτήσεων και των γενικώς προνομιούχων απαιτήσεων.

3.  Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η αναστολή των ατομικών διώξεων είναι γενική, καταλαμβάνουσα όλους τους πιστωτές, ή περιορισμένη, καταλαμβάνουσα έναν ή περισσότερους επιμέρους πιστωτές ή κατηγορίες πιστωτών.

Σε περίπτωση περιορισμένης αναστολής, η αναστολή εφαρμόζεται μόνο στους πιστωτές που έχουν ενημερωθεί σχετικά με τις διαπραγματεύσεις όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1 για το σχέδιο αναδιάρθρωσης ή σχετικά με την αναστολή, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

4.  Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν ορισμένες απαιτήσεις ή κατηγορίες απαιτήσεων από το πεδίο εφαρμογής της αναστολής των ατομικών διώξεων σε σαφώς καθορισμένες περιστάσεις, εφόσον η εν λόγω εξαίρεση αιτιολογείται δεόντως και:

α)  εάν η εκτέλεσή τους δεν αναμένεται να υπονομεύσει την αναδιάρθρωση της επιχείρησης· ή

β)  εάν η αναστολή θα προκαλούσε αδικαιολόγητη βλάβη στους πιστωτές των εν λόγω απαιτήσεων.

5.  Με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παρούσης παραγράφου, η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις απαιτήσεις εργαζομένων.

Τα κράτη μέλη μπορούν κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο να εφαρμόζουν την παράγραφο 2 στις απαιτήσεις των εργαζομένων , αν και εφόσον τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ▌ότι για την εξόφληση των εν λόγω απαιτήσεων παρέχονται εγγυήσεις στα πλαίσια προληπτικής αναδιάρθρωσης σε παρόμοιο επίπεδο προστασίας ▌.

6.  Η αρχική διάρκεια της αναστολής των ατομικών διώξεων περιορίζεται σε μέγιστη χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες.

7.  Παρά τα οριζόμενα στην παράγραφο 6, τα κράτη μέλη δύνανται ▌να παρέχουν στις δικαστικές ή διοικητικές αρχές τη δυνατότητα παράτασης της ▌διάρκειας της αναστολής των ατομικών διώξεων ή χορήγησης νέας αναστολής των ατομικών διώξεων, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, πιστωτή ή, κατά περίπτωση, επαγγελματία στον τομέα της αναδιάρθρωσης. Παράταση της διάρκειας ή νέα περίοδος αναστολής των ατομικών διώξεων χορηγείται μόνον αν σαφώς καθορισμένες περιστάσεις δείχνουν ότι οι εν λόγω παρατάσεις ή νέες περίοδοι αναστολής είναι δεόντως αιτιολογημένες, όπως:

α)  έχει καταγραφεί πρόοδος στις διαπραγματεύσεις επί του σχεδίου αναδιάρθρωσης· ▌

β)  η συνέχιση της αναστολής των ατομικών διώξεων δεν πλήττει αδικαιολόγητα τα δικαιώματα ή τα συμμετοχικά δικαιώματα οποιωνδήποτε θιγόμενων μερών· ή

γ)  αν δεν έχουν ακόμα κινηθεί έναντι του οφειλέτη διαδικασίες αφερεγγυότητας οι οποίες μπορούν να καταλήξουν στην θέση του οφειλέτη υπο εκκαθάριση βάσει του εθνικού δικαίου.

8.  Η συνολική διάρκεια της αναστολής των ατομικών διώξεων, συμπεριλαμβανομένων των παρατάσεων και των ανανεώσεών της, δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες.

Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη επιλέγουν να εφαρμόσουν την παρούσα οδηγία με μία ή περισσότερες διαδικασίες ή μέτρα που δεν πληρούν τους όρους για την γνωστοποίηση σύμφωνα με το παράρτημα Α του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848, η συνολική διάρκεια της αναστολής στο πλαίσιο αυτών των διαδικασιών περιορίζεται σε τέσσερις μήνες το πολύ εάν το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του οφειλέτη έχει μεταφερθεί από άλλο κράτος μέλος εντός του τριμήνου που προηγήθηκε της υποβολής αιτήματος για την κίνηση προληπτικης διαδικασίας αναδιάρθρωσης.

9.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές δύνανται να άρουν την αναστολή των ατομικών διώξεων ▌στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  η αναστολή δεν υπηρετεί πλέον τον στόχο της υποστήριξης των διαπραγματεύσεων για το σχέδιο αναδιάρθρωσης, επί παραδείγματι αν καταστεί προφανές ότι τμήμα των πιστωτών το οποίο, βάσει του εθνικού δικαίου, θα μπορούσε να παρακωλύσει την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης αντιτίθεται στη συνέχιση των διαπραγματεύσεων· ▌

β)  κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή του επαγγελματία στον τομέα της αναδιάρθρωσης ▌·

γ)  εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, αν ένας ή περισσότεροι πιστωτές ή μία ή περισσότερες κατηγορίες πιστωτών υφίστανται ή θα υφίσταντο αδικαιολόγητη βλάβη λόγω της αναστολής ατομικών διώξεων· ή

δ)  εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, όταν η αναστολή επιφέρει την αφερεγγυότητα πιστωτή.

Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν την εξουσία άρσης της αναστολής των ατομικών διώξεων στις περιπτώσεις όπου οι πιστωτές δεν είχαν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους πριν την έναρξη ισχύος της αναστολής ή προτού χορηγηθεί χρονική παράταση από δικαστική ή διοικητική αρχή.

Εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 6, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ελάχιστο διάστημα με υπερβαίνον την αναφερομένη στην παράγραφο 6 περίοδο, κατά το οποίο δεν μπορεί να αρθεί η αναστολή των ατομικών διώξεων.

Άρθρο 7

Αποτελέσματα της αναστολής των ατομικών διώξεων

1.  Στις περιπτώσεις που, κατά την ▌αναστολή των ατομικών διώξεων, ανακύπτει υποχρέωση οφειλέτη, προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο, να υποβάλει αίτημα για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας η οποία μπορεί να καταλήξει στην θέση του υπό εκκαθάριση, τότε η υποχρέωση αυτή αναστέλλεται για τη διάρκεια της εν λόγω αναστολής.

2.  Αναστολή ατομικών διώξεων, σύμφωνα με το άρθρο 6, συνεπάγεται ότι αναστέλλεται, κατά τη διάρκεια της αναστολής, και η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητος κατόπιν αίτησης ενός ή περισσότερων πιστωτών, η οποία μπορεί να καταλήξει στην εκκαθάριση του οφειλέτη.

3.  Τα κράτη μέλη δύνανται να παρεκκλίνουν από τις παραγράφους 1 και 2 στην περίπτωση που ο οφειλέτης αδυνατεί να εξοφλήσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του ▌. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ▌ δικαστική ή διοικητική αρχή δύναται να αποφασίσει τη ▌διατήρηση σε ισχύ της αναστολής των ατομικών διώξεων, εφόσον, αφού ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις της υπόθεσης, η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας η οποία μπορεί να καταλήξει στην εκκαθάριση του οφειλέτη δεν θα ήταν προς το γενικό συμφέρον των πιστωτών.

4.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες που απαγορεύουν στους πιστωτές τους οποίους καταλαμβάνει η αναστολή να αρνηθούν την εκπλήρωση ή να καταγγείλουν ή να καταστήσουν υποχρεώσεις εκπλήρωσης πρόωρα ληξιπρόθεσμες ή με άλλον τρόπο να τροποποιήσουν ουσιώδεις εκτελεστικές συμβάσεις κατά τρόπον επιζήμιο για τον οφειλέτη όταν πρόκειται για χρέη που γεννήθηκαν πριν από την αναστολή, με αποκλειστικό λόγο ότι δεν εξοφλήθηκαν από τον οφειλέτη. Ως ουσιώδεις εκτελεστικές συμβάσεις νοούνται εκείνες που είναι απαραίτητες για τη συνέχιση της καθημερινής λειτουργίας της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των προμηθειών η αναστολή των οποίων θα οδηγούσε σε παύση των δραστηριοτήτων του οφειλέτη.

Το πρώτο εδάφιο δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να παρέχουν στους πιστωτές κατάλληλες διασφαλίσεις προκειμένου να μην προκαλείται αδικαιολόγητη βλάβη σε αυτούς τους πιστωτές ως αποτέλεσμα του παρόντος εδαφίου.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η παρούσα παράγραφος ισχύει και για άλλες μη ουσιώδεις εκτελεστικές συμβάσεις.

5.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πιστωτές δεν μπορούν να αρνηθούν την εκπλήρωση, ούτε καταγγέλλουν, ούτε καθιστούν υποχρεώσεις εκπλήρωσης πρόωρα ληξιπρόθεσμες ούτε τροποποιούν με άλλον τρόπο εκκρεμείς συμβάσεις κατά τρόπο επιζήμιο για τον οφειλέτη δυνάμει συμβατικών ρητρών οι οποίες προβλέπουν τέτοια μέτρα αποκλειστικά και μόνο λόγω ▌:

α)  αίτησης για την έναρξη διαδικασίας προληπτικής αναδιάρθρωσης·

β)  αίτησης αναστολής ατομικών διώξεων·

γ)  έναρξης διαδικασίας προληπτικής αναδιάρθρωσης· ή

δ)  της χορήγησης αναστολής ατομικών διώξεων.

6.  Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η αναστολή των ατομικών διώξεων δεν εφαρμόζεται σε συμφωνίες συμψηφισμού, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών εκκαθαριστικού συμψηφισμού, στις χρηματοπιστωτικές αγορές, στις ενεργειακές αγορές και τις αγορές βασικών προϊόντων, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου δεν εφαρμόζεται το άρθρο 31 παράγραφος 1, εάν οι ρυθμίσεις αυτές είναι εκτελεστές βάσει της εθνικής νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας. Η αναστολή, ωστόσο, εφαρμόζεται στην αναγκαστική εκτέλεση απαίτησης από πιστωτή εις βάρος του οφειλέτη όπως προκύπτει ως αποτέλεσμα συμφωνίας συμψηφισμού.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις για την προμήθεια αγαθών, υπηρεσιών ή ενέργειας που απαιτούνται για τη λειτουργία της επιχείρησης του οφειλέτη, εκτός αν οι εν λόγω συμβάσεις λαμβάνουν τη μορφή θέσης που αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο χρηματιστήριο ή άλλη αγορά, ούτως ώστε να μπορεί να υποκατασταθεί ανά πάσα στιγμή στην τρέχουσα αγοραία αξία.

7.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η λήξη της αναστολής των ατομικών εκτελεστικών μέτρων ▌χωρίς την έγκριση σχεδίου αναδιάρθρωσης δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας που μπορεί να καταλήξει στην εκκαθάριση του οφειλέτη, εκτός αν πληρούνται οι άλλοι όροι που θέτει το εθνικό δίκαιο για την εν λόγω έναρξη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Σχέδια αναδιάρθρωσης

Άρθρο 8

Περιεχόμενο των σχεδίων αναδιάρθρωσης

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι τα σχέδια αναδιάρθρωσης που υποβάλλονται προς έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 9 ή προς επικύρωση από δικαστική ή διοικητική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 10, περιέχουν τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες:

α)  την ταυτότητα του οφειλέτη ▌·

β)  τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού του οφειλέτη κατά τη στιγμή της υποβολής του σχεδίου αναδιάρθρωσης, συμπεριλαμβανομένης της αξίας του ενεργητικού, καθώς και περιγραφή της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη και της θέσης των εργαζομένων, και περιγραφή των αιτίων και της έκτασης των ▌δυσχερειών του οφειλέτη·

γ)  τα ▌θιγόμενα μέρη, είτε ονομαστικά είτε με περιγραφή ▌κατηγοριών χρεών, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, καθώς και τις απαιτήσεις ή τα συμμετοχικά δικαιώματα των εν λόγω μερών που καλύπτονται από το σχέδιο αναδιάρθρωσης·

δ)  κατά περίπτωση, τις κατηγορίες στις οποίες ομαδοποιούνται τα θιγόμενα μέρη για τους σκοπούς της έγκρισης του σχεδίου αναδιάρθρωσης, και τις αντίστοιχες αξίες των απαιτήσεων και των συμμετοχικών δικαιωμάτων της κάθε κατηγορίας·

ε)  κατά περίπτωση, τα μέρη, είτε ονομαστικά είτε με περιγραφή ▌κατηγοριών χρεών, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τα οποία δεν θίγονται από το σχέδιο αναδιάρθρωσης, με περιγραφή των λόγων για τους οποίους ▌προτείνεται να μη θιγούν τα εν λόγω μέρη·

στ)  την ταυτότητα του επαγγελματία στον τομέα της αναδιάρθρωσης, εφόσον συντρέχει περίπτωση·

ζ)  τους όρους του σχεδίου αναδιάρθρωσης, συμπεριλαμβανομένων ιδίως:

i)  τυχόν προτεινόμενων μέτρων αναδιάρθρωσης όπως αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 1·

ii)  της προτεινόμενης διάρκειας προτεινομένων μέτρων αναδιάρθρωσης, ανάλογα με την περίπτωση·

iii)  των τρόπων ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο·

iv)  ενδεχομένως, των γενικότερων συνεπειών όσον αφορά την απασχόληση, όπως απολύσεις, μερική ανεργία ή παρόμοιες·

v)  των εκτιμώμενων χρηματοοικονομικών ροών του οφειλέτη, εάν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο· και

vi)  κάθε νέας χρηματοδότησης η οποία αναμένεται στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιάρθρωσης και του σκεπτικού της αναγκαιότητας της νέας χρηματοδότησης για την εφαρμογή του συγκεκριμένου σχεδίου·

η)  σκεπτικού στο οποίο εξηγείται γιατί το σχέδιο αναδιάρθρωσης διαθέτει εύλογη προοπτική αποτροπής της αφερεγγυότητας του οφειλέτη και εξασφάλισης της βιωσιμότητας της επιχείρησης, καθώς και των αναγκαίων προϋποθέσεων για την επιτυχία του σχεδίου. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν ότι το σκεπτικό διατυπώνεται ή επικυρώνεται είτε από εξωτερικό εμπειρογνώμονα είτε από τον επαγγελματία στον τομέα της αναδιάρθρωσης που ενδεχομένως έχει διορισθεί.

2.  Τα κράτη μέλη καθιστούν διαδικτυακά διαθέσιμο ολοκληρωμένο κατάλογο ελέγχου για τα σχέδια αναδιάρθρωσης, προσαρμοσμένο στις ανάγκες των ΠΜΜΕ. Ο κατάλογος ελέγχου περιλαμβάνει πρακτικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το πώς θα πρέπει να καταρτισθεί το σχέδιο αναδιάρθρωσης σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Ο κατάλογος ελέγχου διατίθεται στην ή στις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους. Τα κράτη μέλη εξετάζουν το ενδεχόμενο να καταστήσουν τον κατάλογο ελέγχου διαθέσιμο και σε τουλάχιστον άλλη μία γλώσσα, ιδίως γλώσσα που χρησιμοποιείται σε διεθνείς συναλλαγές. ▌

Άρθρο 9

Έγκριση των σχεδίων αναδιάρθρωσης

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, ανεξαρτήτως του ποιος υποβάλλει αίτηση για διαδικασία προληπτικής αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το άρθρο 4, οι οφειλέτες έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν σχέδια αναδιάρθρωσης προς έγκριση από τα θιγόμενα μέρη.

Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να προβλέπουν ότι οι πιστωτές και οι επαγγελματίες στον τομέα της αναδιάρθρωσης έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν σχέδια αναδιάρθρωσης, και να θέτουν τις σχετικές προυποθέσεις.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ▌τα θιγόμενα μέρη έχουν δικαίωμα ψήφου επί της έγκρισης εν λόγω σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Τα μέρη που δεν θίγονται από το σχέδιο αναδιάρθρωσης δεν έχουν δικαίωμα ψήφου επί της έγκρισης του εν λόγω σχεδίου.

3.  Παρά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν από το δικαίωμα ψήφου τους ακόλουθους:

α)  μετόχους/εταίρους

β)  πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις κατατάσσονται χαμηλότερα από τις απαιτήσεις κοινών ανέγγυων πιστωτών στη συνήθη κατάταξη των προτεραιοτήτων της εκκαθάρισης· ή

γ)  κάθε συνδεδεμένο μέρος του οφειλέτη ή της επιχείρησης του οφειλέτη, σε κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων βάσει του εθνικού δικαίου.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα θιγόμενα μέρη διαχωρίζονται σε χωριστές κατηγορίες που αντικατοπτρίζουν επαρκώς κοινά συμφέροντα βάσει επαληθεύσιμων κριτηρίων, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Κατ’ ελάχιστον, οι πιστωτές εμπραγμάτως ασφαλισμένων και μη ασφαλισμένων απαιτήσεων αντιμετωπίζονται ως χωριστές κατηγορίες για τους σκοπούς της έγκρισης ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να ορίζουν ότι οι απαιτήσεις των εργαζομένων αντιμετωπίζονται ως χωριστή, αυτοτελής κατηγορία.

Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέψουν ότι οι οφειλέτες- ΠΜΜΕ μπορούν να επιλέγουν να μην αντιμετωπίζουν τα θιγόμενα μέρη ως χωριστές κατηγορίες.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η κατηγοριοποίηση γίνεται κατά τρόπο που δίνει έμφαση στην προστασία των ευάλωτων πιστωτών, όπως οι μικροί προμηθευτές.

5.  Δικαστική ή διοικητική αρχή εξετάζει τα δικαιώματα ψήφου και την κατηγοριοποίηση όταν υποβάλλεται αίτημα ▌επικύρωσης του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν την εξέταση και επικύρωση των δικαιωμάτων ψήφου και της κατηγοριοποίησης από δικαστική ή διοικητική αρχή σε προγενέστερο στάδιο από αυτό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

6.  Ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης ▌ εγκρίνεται από τα θιγόμενα μέρη εφόσον εγκριθεί από την πλειοψηφία σε όρους αξίας των συνολικών απαιτήσεων ή σε όρους αξίας των συνολικών συμμετοχικών δικαιωμάτων σε κάθε ▌κατηγορία. Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν επιπλέον να επιτυγχάνεται η πλειοψηφία των θιγόμενων μερών σε κάθε κατηγορία.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις απαιτούμενες πλειοψηφίες για την έγκριση σχεδίου αναδιάρθρωσης. Οι πλειοψηφίες αυτές δεν υπερβαίνουν το 75 % της αξίας των απαιτήσεων ή των συμμετοχικών δικαιωμάτων σε κάθε κατηγορία ή, κατά περίπτωση, στο σύνολο των θιγόμενων μερών σε κάθε κατηγορία.

7.  Παρά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 έως 6, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η τυπική ψηφοφορία επί της έγκρισης σχεδίου αναδιάρθρωσης μπορεί να αντικατασταθεί από συμφωνία με την απαιτούμενη πλειοψηφία ▌.

Άρθρο 10

Επικύρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τουλάχιστον τα ακόλουθα σχέδια αναδιάρθρωσης είναι δεσμευτικά για τα μέρη μόνον εφόσον επικυρωθούν από δικαστική ή διοικητική αρχή:

α)  σχέδια αναδιάρθρωσης που θίγουν τις απαιτήσεις ή τα συμμετοχικά δικαιώματα διαφωνούντων θιγόμενων μερών·

β)  σχέδια αναδιάρθρωσης που προβλέπουν νέα χρηματοδότηση·

γ)  σχέδια αναδιάρθρωσης που συνεπάγονται απώλεια μεγαλύτερη του 25% του εργατικού δυναμικού, εφόσον αυτό επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες σχέδιο αναδιάρθρωσης μπορεί να επικυρωθεί από δικαστική ή διοικητική αρχή προσδιορίζονται σαφώς και περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις εξής:

α)  το σχέδιο αναδιάρθρωσης έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 ▌·

β)  οι πιστωτές με επαρκώς κοινά συμφέροντα στην ίδια κατηγορία τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης, ανάλογα με την αξίωσή τους·

γ)  το σχέδιο αναδιάρθρωσης έχει κοινοποιηθεί σε όλα ▌τα θιγόμενα μέρη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ·

δ)  εάν υπάρχουν διαφωνούντες πιστωτές, το σχέδιο αναδιάρθρωσης πληροί το κριτήριο του συμφέροντος των πιστωτών·

ε)  κατά περίπτωση, κάθε νέα χρηματοδότηση είναι απαραίτητη για την εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης και δεν βλάπτει αδικαιολόγητα τα συμφέροντα των πιστωτών.

Η συμμόρφωση προς το πρώτο εδάφιο στοιχείο δ) εξετάζεται από δικαστική ή διοικητική αρχή μόνο αν το σχέδιο αναδιάρθρωσης προσβληθεί εκ του λόγου αυτού.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές δύνανται να αρνηθούν την επικύρωση σχεδίου αναδιάρθρωσης το οποίο δεν θα προσέφερε εύλογη προοπτική αποτροπής της αφερεγγυότητας του οφειλέτη ή εξασφάλισης της βιωσιμότητας της επιχείρησης.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις που απαιτείται η επικύρωση σχεδίου αναδιάρθρωσης από δικαστική ή διοικητική αρχή για να καταστεί αυτό δεσμευτικό, η σχετική απόφαση λαμβάνεται με σκοπό την ταχεία και αποτελεσματική διεκπεραίωση.

Άρθρο 11

Διακατηγοριακή παράκαμψη των διαφωνιών

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι σχέδιο αναδιάρθρωσης το οποίο δεν έχει εγκριθεί από θιγόμενα μέρη όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 6 σε κάθε κατηγορία με δικαίωμα ψήφου, δύναται να επικυρωθεί από δικαστική ή διοικητική αρχή, κατόπιν πρότασης του οφειλέτη ή ▌με τη συναίνεση του οφειλέτη, και να καταστεί δεσμευτικό έναντι ▌διαφωνουσών κατηγοριών με δικαίωμα ψήφου εφόσον το σχέδιο αναδιάρθρωσης ▌πληροί τουλάχιστον τις ακόλουθες προϋποθέσεις ▌:

α)  συμμορφώνεται με το άρθρο 10 παράγραφοι 2 και 3·

β)  έχει εγκριθεί από:

i)  πλειοψηφία κατηγοριών των θιγόμενων μερών με δικαίωμα ψήφου, υπό τον όρον ότι τουλάχιστον μία από αυτές τις κατηγορίες είναι κατηγορία εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών ή έχει προτεραιότητα έναντι της κατηγορίας των κοινών ανέγγυων πιστωτών ή, αν δεν συντρέχει αυτή η περίπτωση,

ii)  τουλάχιστον μία κατηγορία θιγομένων μερών με δικαίωμα ψήφου περιλαμβανομένων, εφόσον το προβλέπει το εθνικό δίκαιο, και επιβαρυνόμενων μερών, εκτός από κατηγορία μετόχων/εταίρων ή εκτός από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία η οποία, βάσει αποτίμησης του οφειλέτη ως επιχείρησης εν λειτουργία, δεν θα λάμβανε οποιαδήποτε πληρωμή ή δεν θα διατηρούσε οποιοδήποτε συμμετοχικό δικαίωμα, ή, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι δεν λαμβάνουν πληρωμή ή δεν διατηρούν συμμετοχικό δικαίωμα, σε περίπτωση εφαρμογής της συνήθους ιεραρχικής κατάταξης των απαιτήσεων προς ικανοποίηση από το προϊόν της εκκαθάρισης βάσει του εθνικού δικαίου.

γ)  διασφαλίζει ότι διαφωνούσες κατηγορίες θιγόμενων πιστωτών με δικαίωμα ψήφου τυγχάνουν τουλάχιστον εξίσου ευνοϊκής μεταχείρισης σε σύγκριση με οποιανδήποτε άλλη κατηγορία του ίδιου βαθμού και ευνοϊκότερης σε σχέση με κάθε κατηγορία ελάσσονος εξοφλητικής προτεραιότητας· και

δ)  καμία κατηγορία θιγόμενων μερών δεν μπορεί, στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιάρθρωσης, να λάβει ή να διατηρήσει επιπλέον του πλήρους ποσού των απαιτήσεων ή των συμμετοχικών δικαιωμάτων της.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν την υποχρέωση συναίνεσης του οφειλέτη στις περιπτώσεις που οι οφειλέτες είναι ΠΜΜΕ.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αυξάνουν τον ελάχιστο αριθμό κατηγοριών των θιγόμενων μερών ή, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, των επιβαρυνόμενων μερών που απαιτείται να εγκρίνουν το σχέδιο κατά τα προβλεπόμενα στο στοιχείο β) σημείο ii) πρώτο εδάφιο.

2.  Κατά παρέκκλιση από το σημείο γ) της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι απαιτήσεις θιγομένων πιστωτών σε κάθε διαφωνούσα κατηγορία με δικαίωμα ψήφου ικανοποιούνται πλήρως με τα ίδια ή ισοδύναμα μέσα, εάν κατηγορία ελάσσονος εξοφλητικής προτεραιότητας λάβει οποιανδήποτε πληρωμή ή διατηρήσει οποιοδήποτε συμμετοχικό δικαίωμα βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις που παρεκκλίνουν από το πρώτο εδάφιο, εφόσον είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων του σχεδίου αναδιάρθρωσης και εφόσον το σχέδιο αναδιάρθρωσης δεν πλήττει αδικαιολόγητα τα δικαιώματα ή τα συμμετοχικά δικαιώματα οποιωνδήποτε θιγόμενων μερών.

Άρθρο 12

Μέτοχοι/εταίροι

1.  Εάν τα κράτη μέλη εξαιρούν μετόχους/εταίρους από την εφαρμογή των άρθρων 9 έως 11, εξασφαλίζουν με άλλα μέσα ότι οι εν λόγω μέτοχοι/εταίροι δεν μπορούν να αποτρέπουν ή να εμποδίζουν αδικαιολόγητα την έγκριση και την επικύρωση σχεδίου αναδιάρθρωσης.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι οι μέτοχοι/εταίροι δεν μπορούν να αποτρέπουν ή να εμποδίζουν αδικαιολόγητα την εφαρμογή σχεδίου αναδιάρθρωσης.

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να τροποποιούν την έννοια της αδικαιολόγητης αποτροπής ή παρεμπόδισης βάσει του παρόντος άρθρο λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, αν ο οφειλέτης είναι ΠΜΜΕ ή μεγάλη επιχείρηση, τα προτεινόμενα μέτρα αναδιάρθρωσης που αφορούν τα δικαιώματα των μετόχων/εταίρων, το είδος του μετόχου/εταίρου, το αν ο οφειλέτης είναι νομικό ή φυσικό πρόσωπο ή το αν οι εταίροι σε μια εταιρεία έχουν περιορισμένη ή απεριόριστη ευθύνη.

Άρθρο 13

Εργαζόμενοι

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα των εργαζομένων στο πλαίσιο του ενωσιακού και εθνικού εργατικού δικαίου όπως τα ακόλουθα δεν θίγονται από το πλαίσιο προληπτικής αναδιάρθρωσης:

α)  το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης και εργασιακής κινητοποίησης· και

β)  το δικαίωμα στην ενημέρωση και τη διαβούλευση σύμφωνα με την οδηγία 2002/14/ΕΚ και την οδηγία 2009/38/ΕΚ και ιδίως:

i)  ενημέρωση των εκπροσώπων των εργαζομένων σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή μελλοντική εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης, η οποία τους δίνει τη δυνατότητα να διαβιβάσουν στον οφειλέτη τυχόν ανησυχίες σχετικά με την κατάσταση της επιχείρησης και σχετικά με την ανάγκη να εξετασθούν μέτρα αναδιάρθρωσης·

ii)  ενημέρωση των εκπροσώπων των εργαζομένων σχετικά με οποιανδήποτε διαδικασία προληπτικής αναδιάρθρωσης που θα μπορούσε να έχει συνέπειες για την απασχόληση, όπως τη δυνατότητα των εργαζομένων να ανακτήσουν τους μισθούς τους και ενδεχόμενες μελλοντικές πληρωμές, συμπεριλαμβανομένων των επαγγελματικών συντάξεων·

iii)  ενημέρωση των εκπροσώπων των εργαζομένων και διαβούλευση μαζί τους επί των σχεδίων αναδιάρθρωσης πριν από την υποβολή τους προς έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 9 ή προς επικύρωση από δικαστική ή διοικητική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 10·

γ)  τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τις οδηγίες 98/59/ΕΚ, 2001/23/ΕΚ και 2008/94/ΕΚ.

2.  Εάν το σχέδιο αναδιάρθρωσης περιλαμβάνει μέτρα που επιφέρουν αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβατικές σχέσεις με τους εργαζομένους, τα μέτρα αυτά εγκρίνονται από τους εργαζομένους, εάν η εθνική νομοθεσία ή οι συλλογικές συμβάσεις προβλέπουν αυτή την έγκριση σε τέτοιες περιπτώσεις.

Άρθρο 14

Αποτίμηση από τη δικαστική ή διοικητική αρχή

1.  Η δικαστική ή διοικητική αρχή λαμβάνει απόφαση σχετικά με την αποτίμηση της επιχείρησης του οφειλέτη μόνον σε περίπτωση ένστασης κατά σχεδίου αναδιάρθρωσης από διαφωνούν θιγόμενο μέρος με την αιτιολογία ότι δεν πληροί είτε:

α)  το κριτήριο -του συμφέροντος των πιστωτών βάσει του σημείου 6) του άρθρου 2 παράγραφος 1· ή

β)  τις προϋποθέσεις διακατηγοριακής παράκαμψης των διαφωνιών βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο ii).

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με αποτίμηση σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές μπορούν να διορίσουν ή να δεχθούν σε ακρόαση εμπειρογνώμονες με τα αναγκαία προσόντα.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι διαφωνούν θιγόμενο μέρος δύναται να υποβάλει ένσταση στη δικαστική ή διοικητική αρχή που έχει κληθεί να επικυρώσει το σχέδιο αναδιάρθρωσης ▌.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η εν λόγω ένσταση είναι δυνατόν να υποβληθεί στο πλαίσιο προσφυγής κατά απόφασης για την επικύρωση σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Άρθρο 15

Αποτελέσματα των σχεδίων αναδιάρθρωσης

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα σχέδια αναδιάρθρωσης που επικυρώνονται από δικαστική ή διοικητική αρχή είναι δεσμευτικά για όλα τα θιγόμενα μέρη που κατονομάζονται ή περιγράφονται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πιστωτές που δεν συμμετέχουν στην έγκριση σχεδίου αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, δεν ▌ επηρεάζονται από το σχέδιο.

Άρθρο 16

Ένδικα μέσα

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε προσφυγή προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία κατά απόφασης για την επικύρωση ή την απόρριψη σχεδίου αναδιάρθρωσης που λαμβάνεται από δικαστική αρχή εισάγεται ενώπιον ανώτερης δικαστικής αρχής ▌.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι προσφυγή κατά απόφασης για την επικύρωση ή την απόρριψη σχεδίου αναδιάρθρωσης που λαμβάνεται από διοικητική αρχή εισάγεται ενώπιον δικαστικής αρχής.

2.  Τα ένδικα μέσα εκδικάζονται με αποτελεσματικό τρόπο με σκοπό την ταχεία διεκπεραίωση.

3.  Η άσκηση ένδικου μέσου κατά απόφασης επικύρωσης σχεδίου αναδιάρθρωσης δεν αναστέλλει την εκτέλεση του σχεδίου αυτού.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι δικαστικές αρχές μπορούν να αναστείλουν την εκτέλεση του σχεδίου αναδιάρθρωσης ή τμημάτων του, εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατάλληλο για την διαφύλαξη των συμφερόντων ενός μέρους.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που ένδικο μέσο της παραγράφου 3 γίνει δεκτό, η δικαστική αρχή δύναται:

α)  να ακυρώσει το σχέδιο αναδιάρθρωσης· ή

β)  να επικυρώσει το σχέδιο αναδιάρθρωσης είτε με τροποποιήσεις, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, ή χωρίς τροποποιήσεις.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, σε περιπτώσεις που σχέδιο έχει επικυρωθεί σύμφωνα με το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου, χορηγείται αποζημίωση στο μέρος που υπέστη οικονομικές απώλειες και του οποίου η προσφυγή γίνεται δεκτή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Προστασία νέας χρηματοδότησης, προσωρινής χρηματοδότησης και άλλων συναλλαγών που συνδέονται με αναδιάρθρωση

Άρθρο 17

Προστασία της νέας χρηματοδότησης και της προσωρινής χρηματοδότησης

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η χορήγηση νέας χρηματοδότησης και η χορήγηση προσωρινής χρηματοδότησης ▌προστατεύονται επαρκώς. Κατ’ ελάχιστον, στην περίπτωση οιασδήποτε επακόλουθης αφερεγγυότητας του οφειλέτη,

α)  οι δικαιοπραξίες χορήγησης νέας χρηματοδότησης και προσωρινής χρηματοδότησης δεν κηρύσσονται άκυρες, ακυρώσιμες ή ανενεργές και

β)  οι πάροχοι της εν λόγω χρηματοδότησης δεν υπέχουν αστική, διοικητική ή ποινική ευθύνη,

με την αιτιολογία ότι η εν λόγω χρηματοδότηση είναι επιζήμια για το γενικό σύνολο των πιστωτών, εκτός αν πληρούνται άλλοι συμπληρωματικοί λόγοι που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο.

2.  Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνον σε νέα χρηματοδότηση εφόσον το σχέδιο αναδιάρθρωσης έχει επικυρωθεί από δικαστική ή διοικητική αρχή και σε προσωρινή χρηματοδότηση που έχει υποβληθεί σε εκ των προτέρων έλεγχο.

3.  Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 την προσωρινή χρηματοδότηση που παρέχεται αφού ο οφειλέτης αδυνατεί να εξοφλήσει τα χρέη του όταν καταστούν ληξιπρόθεσμα.

4.  Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι πάροχοι νέας ή προσωρινής χρηματοδότησης δικαιούνται να λάβουν προνομιακή ικανοποίηση της απαίτησής τους στο πλαίσιο επακόλουθων διαδικασιών αφερεγγυότητας έναντι άλλων πιστωτών που σε διαφορετική περίπτωση θα διέθεταν απαιτήσεις ανώτερης ή ισοδύναμης τάξης ▌.

Άρθρο 18

Προστασία άλλων συναλλαγών που συνδέονται με αναδιάρθρωση

1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 17, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στην περίπτωση οιασδήποτε επακόλουθης αφερεγγυότητας του οφειλέτη, οι συναλλαγές που είναι εύλογες και άμεσα αναγκαίες για τη διαπραγμάτευση σχεδίου αναδιάρθρωσης ▌δεν κηρύσσονται άκυρες, ακυρώσιμες ή ανενεργές επειδή οι συναλλαγές αυτές είναι επιβλαβείς για το γενικό σύνολο των πιστωτών εκτός αν πληρούνται άλλοι συμπληρωματικοί λόγοι που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η παράγραφος 1 εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το σχέδιο έχει επικυρωθεί από δικαστική ή διοικητική αρχή ή όταν οι εν λόγω συναλλαγές αποτέλεσαν αντικείμενο εκ των προτέρων ελέγχου.

3.  Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 συναλλαγές που διενεργήθηκαν αφού ο οφειλέτης περιήλθε σε αδυναμία να εξοφλεί τα χρέη του όταν καθίστανται ληξιπρόθεσμα.

4.  Στις συναλλαγές ▌ της παραγράφου 1 περιλαμβάνονται, κατ’ ελάχιστον:

α)  η καταβολή ▌ αμοιβών και δαπανών για τη διαπραγμάτευση, έγκριση ή επικύρωση ▌σχεδίου αναδιάρθρωσης·

β)  η καταβολή ▌αμοιβών και δαπανών για τη λήψη επαγγελματικής συμβουλής σε στενή σχέση με την αναδιάρθρωση ▌·

γ)  η καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών εργαζομένων με την επιφύλαξη άλλων προβλέψεων προστασίας του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου·

δ)  κάθε ▌πληρωμή ή εκταμίευση η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της συνήθους δραστηριότητας της επιχείρησης, εκτός των αναφερομένων στα στοιχεία α) και γ).

5.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 17, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στην περίπτωση οιασδήποτε επακόλουθης αφερεγγυότητας του οφειλέτη, κάθε συναλλαγή που είναι εύλογη και άμεσα αναγκαία για την εφαρμογή σχεδίου αναδιάρθρωσης και διενεργείται σύμφωνα με το σχέδιο αναδιάρθρωσης που έχει επικυρωθεί από δικαστική ή διοικητική αρχή ▌δεν κηρύσσεται άκυρη, ακυρώσιμη ή ανενεργή επειδή η συναλλαγή αυτή είναι επιβλαβής για το γενικό σύνολο των πιστωτών εκτός αν πληρούνται άλλοι συμπληρωματικοί λόγοι που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Καθήκοντα των διευθυντών

Άρθρο 19

Καθήκοντα των διευθυντών επιχείρησης όταν υπάρχει πιθανότητα αφερεγγυότητας

Τα κράτη μέλη ▌ εξασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις που υπάρχει πιθανότητα αφερεγγυότητας, οι διευθυντές μεριμνούν δεόντως κατ’ ελάχιστον για τα ακόλουθα:

α)  τα συμφέροντα των πιστωτών, των μετόχων/εταίρων και άλλων ενδιαφερομένων·

β)  την ανάγκη να λαμβάνουν ▌ μέτρα για την αποφυγή της αφερεγγυότητας· και

γ)  την ανάγκη να απέχουν από πράξεις με πρόθεση ή βαριά αμέλεια που απειλούν τη βιωσιμότητα της επιχείρησης.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΕΗ ΚΑΙ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ Ή ΕΚΠΤΩΣΗ

Άρθρο 20

Πρόσβαση σε απαλλαγή

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αφερέγγυοι επιχειρηματίες να έχουν πρόσβαση σε τουλάχιστον μία διαδικασία που μπορεί να οδηγεί σε πλήρη απαλλαγή από τα χρέη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Τα κράτη μέλη μπορούν να θέσουν ως προϋπόθεση τη διακοπή της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας με την οποία σχετίζονται τα χρέη ενός αφερέγγυου επιχειρηματία .

2.  Τα κράτη μέλη στα οποία η πλήρης απαλλαγή από τα χρέη τελεί υπό τον όρο της μερικής αποπληρωμής των χρεών από τον επιχειρηματία διασφαλίζουν ότι η σχετική υποχρέωση αποπληρωμής βασίζεται στην ατομική κατάσταση του επιχειρηματία και, ιδίως, ότι είναι ▌αναλογική προς το δεκτικό κατάσχεσης ή ▌διαθέσιμο εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία του επιχειρηματία κατά την περίοδο απαλλαγής και λαμβάνει υπόψη το συμφέρον των πιστωτών σύμφωνα με τους κανόνες της ευθυδικίας.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρηματίες οι οποίοι έχουν απαλλαγεί από τα χρέη τους μπορούν να επωφεληθούν από τα υφιστάμενα εθνικά πλαίσια που προβλέπουν την παροχή στήριξης σε επιχειρηματίες, περιλαμβανομένης της πρόσβασης σε συναφείς και επίκαιρες πληροφορίες σχεετικά με τα πλαίσια αυτά..

Άρθρο 21

Περίοδος απαλλαγής

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η περίοδος ▌μετά την οποία οι αφερέγγυοι επιχειρηματίες μπορούν να απαλλαγούν πλήρως από τα χρέη τους να μην υπερβαίνει τα τρία έτη με αφετηρία το αργότερο μία από τις ακόλουθες ημερομηνίες:

α)  σε περίπτωση διαδικασίας που περιλαμβάνει σχέδιο αποπληρωμής, την ημερομηνία της απόφασης δικαστικής ή διοικητικής αρχής να επικυρώσει το σχέδιο ή της έναρξης εφαρμογής του σχεδίου· ή

β)  σε περίπτωση οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας, την ημερομηνία της απόφασης της δικαστικής ή διοικητικής αρχής να κινήσει τη διαδικασία ή την ημερομηνία του καθορισμού της πτωχευτικής περιουσίας του επιχειρηματία.

2.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αφερέγγυοι επιχειρηματίες που έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους, εφόσον υφίστανται τέτοιες υποχρεώσεις βάσει του εθνικού δικαίου, να απαλλάσσονται από τα χρέη τους κατά τη λήξη της περιόδου απαλλαγής ▌, χωρίς να χρειάζεται να ▌υποβληθεί σε δικαστική ή διοικητική αρχή αίτηση για να κινηθεί διαδικασία επιπλέον των αναφερόμενων στην παράγραφο 1.

Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις που επιτρέπουν στη δικαστική ή διοικητική αρχή να διακριβώνει αν οι επιχειρηματίες έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους προκειμένου να λάβουν απαλλαγή από τα χρέη.

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η πλήρης απαλλαγή από τα χρέη δεν θίγει τη συνέχιση διαδικασίας αφερεγγυότητας που συνεπάγεται τη ρευστοποίηση και διανομή των περιουσιακών στοιχείων του επιχειρηματία τα οποία αποτελούσαν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας του εν λόγω επιχειρηματία την ημερομηνία λήξης της περιόδου απαλλαγής.

Άρθρο 22

Περίοδος ανικανότητας ή έκπτωσης

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν αφερέγγυος επιχειρηματίας απαλλάσσεται από τα χρέη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τυχόν ανικανότητα ή έκπτωσή του από το δικαίωμα ανάληψης ή άσκησης εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας αποκλειστικά και μόνο επειδή ο επιχειρηματίας είναι αφερέγγυος παύει να ισχύει, το αργότερο κατά τη λήξη της περιόδου απαλλαγής.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, μετά τη λήξη της περιόδου απαλλαγής, η ανικανότητα ή η έκπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου παύει να παράγει αποτελέσματα, χωρίς να χρειάζεται να ▌υποβληθεί σε δικαστική ή διοικητική αρχή αίτηση για να κινηθεί διαδικασία επιπλέον των αναφερόμενων στο άρθρο 21 παράγραφος 1.

Άρθρο 23

Παρεκκλίσεις

1.  Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 20 έως 22, τα κράτη μέλη διατηρούν ή θεσπίζουν διατάξεις που απαγορεύουν, περιορίζουν ή ανακαλούν την πρόσβαση σε απαλλαγή από τα χρέη ή προβλέπουν μεγαλύτερες περιόδους για τη χορήγηση πλήρους απαλλαγής από τα χρέη ή μεγαλύτερες περιόδους ανικανότητας ή έκπτωσης, όταν ο αφερέγγυος επιχειρηματίας ενήργησε έναντι των πιστωτών ή άλλων ενδιαφερομένων δολίως ή κακή τη πίστει, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, κατά την περίοδο συσσώρευσης των χρεών του, κατά τη διαδικασία αφερεγγυότητας ή κατά την πληρωμή των χρεών, με την επιφύλαξη των εθνικών κανόνων σχετικά με το βάρος της απόδειξης.

2.  Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 20 έως 22, τα κράτη μέλη δύνανται να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις που απαγορεύουν, περιορίζουν ή ανακαλούν την πρόσβαση σε απαλλαγή από τα χρέη ή προβλέπουν μεγαλύτερες περιόδους για τη χορήγηση πλήρους απαλλαγής από τα χρέη ή μεγαλύτερες περιόδους ανικανότητας ή έκπτωσης, σε συγκεκριμένες, σαφώς καθοριζόμενες περιπτώσεις και εφόσον οι παρεκκλίσεις αυτές είναι δεόντως αιτιολογημένες, όπως:

α)  όταν ο αφερέγγυος επιχειρηματίας έχει παραβεί ουσιωδώς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από σχέδιο αποπληρωμής ή οποιανδήποτε άλλη νομική υποχρέωσή του που αποσκοπεί στη διασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης για τη μέγιστη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών·

β)  όταν ο αφερέγγυος επιχειρηματίας δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις αναφοράς ή συνεργασίας δυνάμει του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου·

γ)  στην περίπτωση καταχρηστικών αιτήσεων για απαλλαγή από το χρέος·

δ)  στην περίπτωση νέας αίτησης για απαλλαγή εντός ορισμένης περιόδου μετά τη χορήγηση πλήρους απαλλαγής από τα χρέη στον αφερέγγυο επιχειρηματία ή μετά την άρνηση να του χορηγηθεί πλήρης απαλλαγή από τα χρέη λόγω σοβαρής παράβασης των υποχρεώσεων αναφοράς ή συνεργασίας·

ε)  στις περιπτώσεις που δεν καλύπτεται το κόστος της διαδικασίας η οποία οδηγεί στην απαλλαγή από τα χρέη· ή

στ)  όταν η παρέκκλιση είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί η ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων του οφειλέτη και των δικαιωμάτων ενός ή περισσοτέρων πιστωτών.

3.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 21, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν μεγαλύτερες περιόδους απαλλαγής στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ▌:

α)  εγκρίνονται ή διατάσσονται μέτρα προστασίας από δικαστική ή διοικητική αρχή, προκειμένου να διασφαλιστεί η κύρια κατοικία του αφερέγγυου επιχειρηματία και, κατά περίπτωση, της οικογένειάς του, ή τα βασικά περιουσιακά στοιχεία για τη συνέχιση της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του επιχειρηματία· ή

β)  η κύρια κατοικία του αφερέγγυου επιχειρηματία και, αναλόγως, της οικογενείας του, δεν έχει ρευστοποιηθεί.

4.  Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν συγκεκριμένες κατηγορίες χρεών ▌ από την απαλλαγή από τα χρέη ή να περιορίζουν την πρόσβαση στην απαλλαγή από τα χρέη να θεσπίζουν μεγαλύτερη περίοδο απαλλαγής στις περιπτώσεις που οι εν λόγω εξαιρέσεις, περιορισμοί ή μεγαλύτερες περίοδοι απαλλαγής αιτιολογούνται δεόντως, όπως στην περίπτωση:

α)  εμπραγμάτως ασφαλισμένα χρέη·

β)  χρέη που προκύπτουν από ή σε σχέση με ποινικές κυρώσεις·

γ)  χρέη που προκύπτουν από αδικοπρακτική ευθύνη·

δ)  χρέη που αφορούν υποχρεώσεις διατροφής οι οποίες απορρέουν από οικογενειακές σχέσεις, σχέσεις συγγένειας εξ αίματος, γάμου ή αγχιστείας·

ε)  χρέη που γεννώνται μετά την υποβολή αίτησης για την κίνηση της διαδικασίας που οδηγεί σε απαλλαγή από τα χρέη· και

στ)  χρέη που απορρέουν από την υποχρέωση καταβολής του κόστους της διαδικασίας που οδηγεί σε απαλλαγή από τα χρέη.

5.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 22, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν μεγαλύτερες ή αόριστης διάρκειας περιόδους ανικανότητας ή έκπτωσης σε περίπτωση που ο αφερέγγυος επιχειρηματίας είναι μέλος επαγγέλματος

α)  στο οποίο εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες σχετικά με τη φήμη ή την εμπειρογνωσία και ο επιχειρηματίας έχει παραβιάσει αυτούς τους κανόνες· ή

β)  που αφορά τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων άλλων,

Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης και όταν αφερέγγυος επιχειρηματίας ζητεί πρόσβαση σε επάγγελμα όπως τα αναφερόμενα στο στοιχείο α) ή β) του εν λόγω εδαφίου.

6.  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τους εθνικούς κανόνες σχετικά με την ανικανότητα ή την έκπτωση ▌η οποία διατάσσεται από δικαστική ή διοικητική αρχή πλην των αναφερόμενων στο άρθρο 22.

Άρθρο 24

Ενοποίηση των διαδικασιών για τα επαγγελματικά και τα προσωπικά χρέη

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν αφερέγγυος επιχειρηματίας βαρύνεται τόσο με επαγγελματικά χρέη τα οποία έχει δημιουργήσει στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητάς του όσο και με προσωπικά χρέη τα οποία έχει δημιουργήσει εκτός του εν λόγω πλαισίου, και τα οποία δεν μπορούν εύλογα να διαχωριστούν, τότε τα δεκτικά απαλλαγής χρέη πρέπει να αντιμετωπίζονται σε μία ενιαία διαδικασία για τους σκοπούς της πλήρους απαλλαγής τους από τα χρέη.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, σε περίπτωση που τα επαγγελματικά χρέη και τα προσωπικά χρέη μπορούν να διαχωρισθούν, τα χρέη αυτά πρέπει να αντιμετωπίζονται, όταν πρόκειται να χορηγηθεί πλήρης απαλλαγή από τα χρέη, είτε σε χωριστές αλλά συντονισμένες διαδικασίες είτε στην ίδια διαδικασία.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ, ΤΗΝ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΕΗ

Άρθρο 25

Δικαστικές και διοικητικές αρχές

▌Με την επιφύλαξη της δικαστικής ανεξαρτησίας και ενδεχόμενων διαφορών στην οργάνωση των δικαστικών συστημάτων ανά την Ένωση, ▌τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ▌:

α)  τα μέλη των δικαστικών και των διοικητικών αρχών που χειρίζονται διαδικασίες οι οποίες αφορούν την αναδιάρθρωση, την αφερεγγυότητα και την απαλλαγή από τα χρέη λαμβάνουν κατάλληλη κατάρτιση και διαθέτουν την αναγκαία εμπειρογνωσία για τις αρμοδιότητές τους· και

β)  οι διαδικασίες σχετικά με την αναδιάρθρωση, την αφερεγγυότητα και την απαλλαγή από χρέη διεκπεραιώνονται κατά τρόπο αποτελεσματικό, με σκοπό την ταχεία διεξαγωγή των διαδικασιών.

Άρθρο 26

Επαγγελματίες σε διαδικασίες που αφορούν την αναδιάρθρωση, την αφερεγγυότητα και την απαλλαγή από τα χρέη

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α)  οι επαγγελματίες οι οποίοι διορίζονται από δικαστική ή διοικητική αρχή σε διαδικασίες που αφορούν την αναδιάρθρωση, την αφερεγγυότητα και την απαλλαγή από τα χρέη («επαγγελματίες») λαμβάνουν κατάλληλη κατάρτιση και διαθέτουν την αναγκαία εμπειρογνωσία για τις αρμοδιότητές τους·

β)  οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας, καθώς και η διαδικασία για τον διορισμό, την παύση και την παραίτηση επαγγελματιών, είναι σαφείς, διαφανείς και δίκαιες·

γ)  κατά τον διορισμό επαγγελματία για συγκεκριμένη υπόθεση, συμπεριλαμβανομένων των υποθέσεων με διασυνοριακά στοιχεία, λαμβάνονται δεόντως υπόψη η εμπειρία και η εμπειρογνωσία του επαγγελματία, ενώ παράλληλα συνυπολογίζονται τα ειδικά χαρακτηριστικά της υπόθεσης· και

δ)  για την αποφυγή οποιασδήποτε σύγκρουσης συμφερόντων, οι οφειλέτες και οι πιστωτές έχουν τη δυνατότητα είτε να διατυπώσουν αντιρρήσεις για την επιλογή ή τον διορισμό είτε να ζητήσουν την αντικατάσταση του επαγγελματία.

2.  Η Επιτροπή διευκολύνει την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας της κατάρτισης σε ολόκληρη την Ένωση, μεταξύ άλλων μέσω της ανταλλαγής εμπειριών και εργαλείων ανάπτυξης ικανοτήτων.

Άρθρο 27

Εποπτεία και αμοιβή των επαγγελματιών ▌

1.  Τα κράτη μέλη καθιερώνουν κατάλληλους εποπτικούς και ρυθμιστικούς μηχανισμούς ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εποπτεία του έργου των επαγγελματιών, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι υπηρεσίες τους παρέχονται με αποτελεσματικό και ικανό τρόπο, καθώς και με αμεροληψία και ανεξαρτησία σε σχέση με τα εμπλεκόμενα μέρη. Οι μηχανισμοί αυτοί περιλαμβάνουν επίσης μέτρα για τη λογοδοσία των επαγγελματιών που παρέβησαν τα καθήκοντά τους.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι είναι διαθέσιμες για το κοινό πληροφορίες σχετικά με τις αρχές ή τους φορείς που ασκούν εποπτεία επί των επαγγελματιών.

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη και αποδοχή κωδίκων δεοντολογίας από τους επαγγελματίες.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αμοιβή των επαγγελματιών διέπεται από κανόνες που είναι σύμφωνοι με τον στόχο της αποτελεσματικής διεκπεραίωσης των διαδικασιών ▌.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την ύπαρξη κατάλληλων διαδικασιών επίλυσης διαφορών σε σχέση με τις αμοιβές ▌.

Άρθρο 28

Χρήση ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε διαδικασίες που αφορούν την αναδιάρθρωση, την αφερεγγυότητα και την απαλλαγή από τα χρέη, τα μέρη της διαδικασίας, ο επαγγελματίας και η δικαστική ή διοικητική αρχή είναι σε θέση να εκτελούν με ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας , συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών καταστάσεων, τουλάχιστον τις ακόλουθες ενέργειες:

α)  αναγγελία απαιτήσεων·

β)  υποβολή σχεδίων αναδιάρθρωσης ή αποπληρωμής ▌·

γ)  κοινοποιήσεις προς πιστωτές·

δ)  προσβολή και άσκηση ένδικων μέσων.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ, ΤΗΝ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΕΗ

Άρθρο 29

Συλλογή στοιχείων

1.  ▌Τα κράτη μέλη συλλέγουν και συγκεντρώνουν, σε ετήσια βάση και σε εθνικό επίπεδο, δεδομένα για ▌ διαδικασίες που αφορούν την αναδιάρθρωση, την αφερεγγυότητα και την απαλλαγή από τα χρέη, κατανεμημένα ανά είδος διαδικασίας, τουλάχιστον όσον αφορά τα ακόλουθα στοιχεία:

α)  τον αριθμό των διαδικασιών για τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση ή οι οποίες κινήθηκαν, εφόσον η κίνηση αυτή προβλέπεται βάσει του εθνικού δικαίου, και των διαδικασιών που εκκρεμούν ή περατώθηκαν·

β)  τη μέση διάρκεια των διαδικασιών από την υποβολή της αίτησης ή από την κίνησή τους, εφόσον η κίνηση αυτή προβλέπεται βάσει του εθνικού δικαίου, έως την περάτωση·

γ)  τον αριθμό των διαδικασιών πέραν όσων απαιτούνται κατά το στοιχείο δ), ανά τρόπο έκβασης·

δ)  τον αριθμό των αιτήσεων για διαδικασίες αναδιάρθρωσης που χαρακτηρίστηκαν μη παραδεκτές, απορρίφθηκαν ή αποσύρθηκαν πριν να κινηθούν·

2.  Τα κράτη μέλη συλλέγουν και συγκεντρώνουν, σε ετήσια βάση, σε εθνικό επίπεδο, δεδομένα σχετικά με τον αριθμό των οφειλετών οι οποίοι υπήχθησαν σε διαδικασίες αναδιάρθρωσης ή σε διαδικασίες αφερεγγυότητας και οι οποίοι, εντός των τριών ετών πριν από την υποβολή της αίτησης ή την κίνηση των εν λόγω διαδικασιών, εφόσον η κίνηση αυτή προβλέπεται βάσει του εθνικού δικαίου, είχαν υπαχθεί σε σχέδιο αναδιάρθρωσης επικυρωμένο βάσει προηγούμενης διαδικασίας αναδιάρθρωσης κατ’ εφαρμογή του τίτλου II.

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να συλλέγουν και να συγκεντρώνουν, σε ετήσια βάση και σε εθνικό επίπεδο, δεδομένα σχετικά με:

α)  το μέσο κόστος εκάστου είδους διαδικασίας·

β)  τα μέσα ποσοστά ανάκτησης για τους εμπραγμάτως ασφαλισμένους και τους ανέγγυους πιστωτές και, κατά περίπτωση, για άλλα είδη πιστωτών, χωριστά ▌·

γ)  τον αριθμό των επιχειρηματιών που, μετά την υποβολή τους σε διαδικασία του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), συστήνουν νέα επιχείρηση·

δ)  τον αριθμό των θέσεων εργασίας που χάθηκαν μετά την διαδικασία αναδιάρθρωσης και αφερεγγυότητος.

4.  Τα κράτη μέλη κατανέμουν τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως γ) και, κατά περίπτωση και εφόσον υπάρχουν, τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 με βάση:

α)  το μέγεθος των οφειλετών που δεν είναι φυσικά πρόσωπα·

β)  το αν οι οφειλέτες οι οποίοι υπάγονται σε διαδικασίες που αφορούν την αναδιάρθρωση ή την αφερεγγυότητα είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα· και

γ)  ▌το αν οι διαδικασίες που οδηγούν σε απαλλαγή από τα χρέη αφορούν μόνο επιχειρηματίες ή όλα τα φυσικά πρόσωπα.

5.  Τα κράτη μέλη μπορούν να συλλέγουν και να συγκεντρώνουν τα δεδομένα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 μέσω δειγματοληπτικής τεχνικής που εξασφαλίζει ότι τα δείγματα είναι αντιπροσωπευτικά ως προς το μέγεθος και την πολυμορφία τους.

6.  Τα κράτη μέλη συλλέγουν και συγκεντρώνουν τα δεδομένα που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2, 4 και, κατά περίπτωση, στην παράγραφο 3 για πλήρη ημερολογιακά έτη που λήγουν στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, αρχής γενομένης από ▌το πρώτο πλήρες ημερολογιακό έτος μετά την ημερομηνία εφαρμογής των εκτελεστικών πράξεων της παραγράφου 7. Τα εν λόγω δεδομένα διαβιβάζονται στην Επιτροπή, μέσω τυποποιημένου εντύπου κοινοποίησης δεδομένων, σε ετήσια βάση, έως τις 31 Δεκεμβρίου του ημερολογιακού έτους που έπεται του έτους συλλογής των δεδομένων.

7.  Η Επιτροπή καθορίζει τη μορφή του εντύπου κοινοποίησης της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 30 παράγραφος 2.

8.  Η Επιτροπή δημοσιεύει στον ιστότοπό της τα δεδομένα που κοινοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 6 με ευπρόσιτη και εύχρηστη πρόσβαση.

Άρθρο 30

Διαδικασία επιτροπής

1.  Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.  Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Εάν η επιτροπή δεν διατυπώσει γνώμη, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης, και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 31

Σχέσεις με άλλες νομοθετικές πράξεις και διεθνή νομοθετήματα

1.  Οι ακόλουθες πράξεις υπερισχύουν των διατάξεων της παρούσας οδηγίας:

α)  οδηγία 98/26/ΕΚ·

β)  οδηγία 2002/47/ΕΚ· και

γ)  κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

2.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των απαιτήσεων διασφάλισης των κεφαλαίων για ιδρύματα πληρωμών όπως ορίζει η οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(26) και για ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος όπως ορίζει η οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(27).

3.  Η παρούσα οδηγία ισχύει με την επιφύλαξη της εφαρμογής της σύμβασης σχετικά με τις διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες επί κινητού εξοπλισμού καθώς και του οικείου της πρωτοκόλλου για ειδικά θέματα του αεροναυτιλιακού εξοπλισμού ως υπεγράφησαν από κοινού στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001, στο οποίο συμμετέχουν μερικά κράτη μέλη κατά την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας οδηγίας].

Άρθρο 32

Τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132

Στο άρθρο 84 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 4:"

«4. Τα κράτη μέλη παρεκκλίνουν από το άρθρο 58 παράγραφος 1, το άρθρο 68, το άρθρα 72, 73 και 74, το άρθρο 79 παράγραφος 1 στοιχείο β), το άρθρο 80 παράγραφος 1 και το άρθρο 81 στον βαθμό και για το χρονικό διάστημα που οι εν λόγω παρεκκλίσεις είναι αναγκαίες για την καθιέρωση του πλαισίου προληπτικής αναδιάρθρωσης που προβλέπεται στην οδηγία (EU) 2019/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ▌*.

Το πρώτο εδάφιο δεν θίγει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των μετόχων. ».

__________________________

* Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα πλαίσια ▌προληπτικής αναδιάρθρωσης, για τις διαδικασίες που οδηγούν σε απαλλαγή από τα χρέη και ανικανότητα ή έκπτωση και για μέτρα με σκοπό την αύξηση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών που αφορούν την αναδιάρθρωση, την αφερεγγυότητα και την απαλλαγή από τα χρέη, καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 (Οδηγία για την αναδιάρθρωση και την αφερεγγυότητα) (ΕΕ …).».

"

Άρθρο 33

Ρήτρα επανεξέτασης

Το αργότερο έως … [εφτά έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας] και ακολούθως ανά πενταετία, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή και τον αντίκτυπο της παρούσας οδηγίας, μεταξύ άλλων και την εφαρμογή της κατηγοριοποίησης και των κανόνων ψηφοφορίας για τους ευάλωτους πιστωτές, όπως οι εργαζόμενοι. Με βάση την αξιολόγηση αυτήν, η Επιτροπή υποβάλλει, αν είναι σκόπιμο, νομοθετική πρόταση, εξετάζοντας το ενδεχόμενο πρόσθετων μέτρων για την ενοποίηση και την εναρμόνιση του νομικού πλαισίου σχετικά με την αναδιάρθρωση, την αφερεγγυότητα και την απαλλαγή από τα χρέη.

Άρθρο 34

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο στις … [δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας] τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία, με την εξαίρεση των διατάξεων που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς το άρθρο 28 στοιχεία α), β) και γ) και οι οποίες θεσπίζονται και δημοσιεύονται το αργότερο στις … [πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας] και των διατάξεων που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς το άρθρο 28 στοιχείο δ) και οι οποίες θεσπίζονται και δημοσιεύονται το αργότερο στις … [επτά έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας]. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Εφαρμόζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία από τις … [δύο έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], με την εξαίρεση των διατάξεων που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς το άρθρο 28 στοιχεία α), β) και γ) και οι οποίες εφαρμόζονται από τις … [πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας] και των διατάξεων που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς το άρθρο 28 στοιχείο δ) και οι οποίες εφαρμόζονται από τις … [επτά έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας μπορούν να λάβουν κατ’ ανώτατο όριο ετήσια παράταση της περιόδου εφαρμογής που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή ότι έχουν ανάγκη να κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας για παράταση της περιόδου εφαρμογής έως … [18 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

3.  Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 35

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 36

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 209 της 30.6.2017, σ. 21.
(2) ΕΕ C 342 της 12.10.2017, σ. 43.
(3)ΕΕ C 209 της 30.6.2017, σ. 21.
(4)ΕΕ C 342 της 12.10.2017, σ. 43.
(5)Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Μαρτίου 2019.
(6)Κανονισμός (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 19).
(7)Οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).
(8)Σύσταση της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003 σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36).
(9)Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1).
(10)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).
(11)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).
(12)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 1).
(13)Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190).
(14)Οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (ΕΕ L 225 της 12.8.1998, σ. 16).
(15)Οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ L 82 της 22.3.2001, σ. 16).
(16)Οδηγία 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΕ L 80 της 23.3.2002, σ. 29).
(17)Οδηγία 2008/94/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ L 283 της 28.10.2008, σ. 36).
(18)Οδηγία 2009/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων ή διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (ΕΕ L 122 της 16.5.2009, σ. 28).
(19)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/93/ΕΚ (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 73).
(20)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(21)Οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1998, σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων (ΕΕ L 166 της 11.6.1998 σ. 45).
(22)Οδηγία 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουνίου 2002, για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας (ΕΕ L 168 της 27.6.2002 σ.43).
(23)Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, σχετικά με ορισμένες πτυχές του εταιρικού δίκαιου (ΕΕ L 169 της 30.6.2017, σ. 46).
(24)ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.
(25) ΕΕ C 236 της 21.7.2017, σ. 2.
(26)Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35).
(27)Οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ (ΕΕ L 267 της 10.10.2009, σ. 7).


Άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων που ισχύουν για ορισμένες επιγραμμικές μεταδόσεις ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και αναμεταδόσεις τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων ***I
PDF 238kWORD 66k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Μαρτίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό κανόνων σχετικά με την άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων που ισχύουν για ορισμένες επιγραμμικές μεταδόσεις ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και αναμεταδόσεις τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων (COM(2016)0594 – C8-0384/2016 – 2016/0284(COD))
P8_TA-PROV(2019)0322A8-0378/2017

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2016)0594),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0384/2016),

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων επί της προτεινόμενης νομικής βάσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3, το άρθρο 53 παράγραφος 1 και το άρθρο 62 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 25ης Ιανουαρίου 2017(1),

–  αφού ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή / τις αρμόδιες επιτροπές σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 18ης Ιανουαρίου 2019, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 59 και 39 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας και της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας και της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A8-0378/2017),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 28 Μαρτίου 2019 εν όψει της έγκρισης οδηγίας (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό κανόνων σχετικά με την άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων που ισχύουν για ορισμένες επιγραμμικές μεταδόσεις ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και αναμεταδόσεις τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων, και για την τροποποίηση της οδηγίας 93/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου

P8_TC1-COD(2016)0284


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1 και το άρθρο 62,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2),

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Προκειμένου να διευκολυνθεί η ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η ευρύτερη διάδοση στα κράτη μέλη των ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων τα οποία προέρχονται από άλλα κράτη μέλη προς όφελος των χρηστών σε ολόκληρη την Ένωση, μέσω της διευκόλυνσης της αδειοδότησης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων επί έργων και άλλων αντικειμένων προστασίας που περιέχονται σε μεταδόσεις ορισμένων ειδών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων. Τα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα αποτελούν σημαντικά μέσα για την προώθηση της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας αλλά και της κοινωνικής συνοχής, καθώς και για την ενίσχυση της πρόσβασης στην πληροφορία.

(2)  Η ανάπτυξη των ψηφιακών τεχνολογιών και του διαδικτύου έχει επιφέρει ριζικές αλλαγές τόσο στη διανομή των ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων όσο και στην πρόσβαση σε αυτά. Οι χρήστες έχουν ολοένα και περισσότερο την προσδοκία να έχουν πρόσβαση σε ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα τόσο σε απευθείας μετάδοση όσο και κατά παραγγελία, μέσω παραδοσιακών διαύλων, όπως οι δορυφόροι και τα καλωδιακά μέσα, καθώς και μέσω επιγραμμικών υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί προσφέρουν ολοένα περισσότερο, επιπρόσθετα με τις δικές τους εκπομπές ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων, επιγραμμικές υπηρεσίες παρεπόμενες των εκπομπών αυτών, όπως υπηρεσίες ταυτόχρονης μετάδοσης και ετεροχρονισμένης τηλεοπτικής προβολής. Οι φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης, οι οποίοι ομαδοποιούν εκπομπές ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων σε πακέτα και τα παρέχουν στους χρήστες ταυτόχρονα με την αρχική μετάδοση των εκπομπών αυτών, χωρίς αλλοιώσεις και περικοπές, χρησιμοποιούν διάφορες τεχνικές αναμετάδοσης, όπως είναι τα καλωδιακά, τα δορυφορικά, τα επίγεια ψηφιακά, και τα κινητά ή κλειστού κυκλώματος βάσει πρωτοκόλλων διαδικτύου δίκτυα, καθώς και το ανοιχτό διαδίκτυο. Περαιτέρω, οι φορείς εκμετάλλευσης που διανέμουν τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα σε χρήστες χρησιμοποιούν διαφορετικούς τρόπους για την απόκτηση σημάτων - φορέων προγραμμάτων από τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων και μέσων απευθείας διαβίβασης. Από την πλευρά των χρηστών, αυξάνεται διαρκώς η ζήτηση για πρόσβαση σε εκπομπές ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων που δεν προέρχονται μόνο από το κράτος μέλος τους αλλά και από άλλα κράτη μέλη. Οι χρήστες αυτοί περιλαμβάνουν μέλη γλωσσικών μειονοτήτων της Ένωσης, καθώς και πρόσωπα που ζουν σε άλλο κράτος μέλος από το κράτος μέλος προέλευσής τους.

(3)  ▌Οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί μεταδίδουν καθημερινά πολλές ώρες τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων. Τα προγράμματα αυτά ενσωματώνουν ποικίλο περιεχόμενο, όπως οπτικοακουστικά, μουσικά, λογοτεχνικά ή εικαστικά έργα, τα οποία προστατεύονται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή από συγγενικά δικαιώματα ή και από τα δύο σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης. Αυτό οδηγεί σε μία πολύπλοκη διαδικασία εκκαθάρισης δικαιωμάτων από πλήθος δικαιούχων και για διάφορες κατηγορίες έργων και άλλων αντικειμένων προστασίας. Συχνά, εμφανίζεται η ανάγκη εκκαθάρισης δικαιωμάτων σε σύντομο χρονικό διάστημα, ιδίως όταν πρόκειται για την προετοιμασία προγραμμάτων ειδησεογραφίας ή επικαιρότητας. Για να είναι σε θέση οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί να καθιστούν διαθέσιμες τις επιγραμμικές υπηρεσίες τους σε διασυνοριακό επίπεδο, χρειάζεται να διαθέτουν τα απαιτούμενα δικαιώματα επί έργων και άλλων αντικειμένων προστασίας για όλες τις σχετικές επικράτειες, γεγονός που αυξάνει την πολυπλοκότητα εκκαθάρισης των δικαιωμάτων .

(4)  Οι φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης προσφέρουν κατά κανόνα πολλαπλά προγράμματα τα οποία περιλαμβάνουν πλήθος έργων και άλλων αντικειμένων προστασίας ενώ πρέπει να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες άδειες σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, επωμιζόμενοι, έτσι, ένα σημαντικό βάρος σε σχέση με την εκκαθάριση δικαιωμάτων. Οι συγγραφείς, οι παραγωγοί και άλλοι δικαιούχοι διατρέχουν, επίσης, τον κίνδυνο της χρήσης των έργων τους και άλλων αντικειμένων προστασίας χωρίς άδεια ή καταβολή κατάλληλης αμοιβής. Αυτή η αμοιβή για την αναμετάδοση των έργων τους και άλλων αντικειμένων προστασίας είναι σημαντική προκειμένου να διασφαλιστεί η προσφορά ποικίλου περιεχομένου, η οποία είναι και προς το συμφέρον των καταναλωτών.

(5)  Τα δικαιώματα επί των έργων και άλλων αντικειμένων προστασίας εναρμονίζονται, μεταξύ άλλων, μέσω της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(4) και της οδηγίας 2006/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(5), οι οποίες παρέχουν υψηλό επίπεδο προστασίας στους δικαιούχους.

(6)  Η οδηγία 93/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου(6) διευκολύνει τις διασυνοριακές δορυφορικές μεταδόσεις και την καλωδιακή αναμετάδοση ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων από άλλα κράτη μέλη. Ωστόσο, οι διατάξεις της οδηγίας αυτής περί μεταδόσεων από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς περιορίζονται στις δορυφορικές μεταδόσεις, και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζονται στις επιγραμμικές υπηρεσίες που είναι παρεπόμενες των εκπομπών. Περαιτέρω, οι διατάξεις που αφορούν τις αναμεταδόσεις ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων από άλλα κράτη μέλη περιορίζονται στην ταυτόχρονη, χωρίς διακοπές και αλλοιώσεις αναμετάδοση μέσω συστημάτων καλωδίων ή μικροκυμάτων και δεν καλύπτουν τις αναμεταδόσεις μέσω άλλων τεχνολογιών.

(7)  Συνεπώς, η διασυνοριακή παροχή επιγραμμικών υπηρεσιών που είναι παρεπόμενες των εκπομπών, και των αναμεταδόσεων ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, θα πρέπει να διευκολυνθεί μέσω της προσαρμογής του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων που αφορούν τις εν λόγω δραστηριότητες. Αυτή η προσαρμογή θα πρέπει να γίνει λαμβάνοντας υπόψη τη χρηματοδότηση και την παραγωγή δημιουργικού περιεχομένου, και ιδίως των οπτικοακουστικών έργων.

(8)  Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να καλύπτει τις παρεπόμενες επιγραμμικές υπηρεσίες που προσφέρονται από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς και που έχουν σαφή σχέση εξάρτησης με τις εκπομπές των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Αυτές οι υπηρεσίες περιλαμβάνουν υπηρεσίες που δίνουν πρόσβαση σε ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα με αυστηρά γραμμικό τρόπο, ταυτόχρονα με τη ραδιοτηλεοπτική εκπομπή, καθώς και υπηρεσίες που δίνουν πρόσβαση, εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος μετά τη ραδιοτηλεοπτική εκπομπή, σε ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα τα οποία έχουν προηγουμένως μεταδοθεί από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό (τις επονομαζόμενες υπηρεσίες ετεροχρονισμένης τηλεοπτικής προβολής). Επίσης, οι παρεπόμενες επιγραμμικές υπηρεσίες που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία περιλαμβάνουν υπηρεσίες οι οποίες δίνουν πρόσβαση σε υλικό που εμπλουτίζει ή άλλως διευρύνει την εκπομπή ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό μέσω, μεταξύ άλλων, της προεπισκόπησης, επέκτασης, συμπλήρωσης ή αξιολόγησης του περιεχομένου του σχετικού προγράμματος. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται στις παρεπόμενες επιγραμμικές υπηρεσίες που παρέχονται σε χρήστες από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς μαζί με την υπηρεσία ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων. Θα πρέπει να εφαρμόζεται επίσης στις παρεπόμενες επιγραμμικές υπηρεσίες οι οποίες, μολονότι έχουν σαφή σχέση εξάρτησης με τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, είναι προσβάσιμες από τους χρήστες χωριστά από την υπηρεσία ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων χωρίς την προϋπόθεση να πρέπει ο χρήστης να αποκτήσει πρόσβαση στη ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία, για παράδειγμα μέσω συνδρομής. Αυτό δεν θίγει την ελευθερία των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών να προσφέρουν αυτές τις παρεπόμενες επιγραμμικές υπηρεσίες δωρεάν ή έναντι καταβολής αντιτίμου. Η παροχή πρόσβασης σε μεμονωμένα έργα ή άλλα αντικείμενα προστασίας που έχουν ενσωματωθεί σε τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό πρόγραμμα, ή σε έργα ή άλλα αντικείμενα προστασίας τα οποία δεν σχετίζονται με κανένα πρόγραμμα που μεταδίδεται από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, όπως οι υπηρεσίες που δίνουν πρόσβαση σε μεμονωμένα μουσικά ή οπτικοακουστικά έργα, μουσικά άλμπουμ ή βίντεο, για παράδειγμα υπηρεσίες βίντεο κατά παραγγελία, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των υπηρεσιών που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

(9)  Προκειμένου να διευκολυνθεί η εκκαθάριση δικαιωμάτων για την παροχή επιγραμμικών υπηρεσιών σε διασυνοριακό επίπεδο, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η θέσπιση της αρχής της χώρας προέλευσης για την άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων που αφορούν πράξεις που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο της παροχής, της πρόσβασης σε ή της χρήσης παρεπόμενης επιγραμμικής υπηρεσίας. Αυτή η αρχή θα πρέπει να καλύπτει την εκκαθάριση όλων των δικαιωμάτων που είναι αναγκαία για τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό ώστε να είναι σε θέση να παρουσιάσει ή να καταστήσει προσιτά στο κοινό τα προγράμματά του κατά την παροχή παρεπόμενων επιγραμμικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της εκκαθάρισης τυχόν δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων επί των έργων ή άλλων αντικειμένων προστασίας που χρησιμοποιούνται στα προγράμματα, για παράδειγμα των δικαιωμάτων επί φωνογραφημάτων ή εκτελέσεων. Η αρχή της χώρας προέλευσης θα πρέπει να εφαρμόζεται αποκλειστικά στη σχέση μεταξύ των δικαιούχων, ή οντοτήτων που εκπροσωπούν δικαιούχους, όπως οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης, και των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, και μόνον για τον σκοπό της παροχής, της πρόσβασης ή της χρήσης μιας παρεπόμενης επιγραμμικής υπηρεσίας. Η αρχή της χώρας προέλευσης δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη παρουσίαση στο κοινό ή διάθεση έργων ή άλλων αντικειμένων προστασίας στο κοινό, με ενσύρματα ή ασύρματα μέσα, κατά τέτοιο τρόπο ώστε το κοινό να μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτά σε τόπο και χρόνο που επιλέγει ο καθένας ατομικά, ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη αναπαραγωγή έργων ή άλλων προστατευόμενων αντικειμένων τα οποία περιέχονται στην παρεπόμενη επιγραμμική υπηρεσία.

(10)  Δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων των μηχανισμών χρηματοδότησης και αδειοδότησης για ορισμένα οπτικοακουστικά έργα, οι οποίοι συχνά βασίζονται σε αποκλειστικές εδαφικές άδειες, κρίνεται σκόπιμο, όσον αφορά τα τηλεοπτικά προγράμματα, να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής της αρχής της χώρας προέλευσης όπως ορίζεται στην παρούσα οδηγία σε ορισμένα είδη προγραμμάτων. Αυτά τα είδη προγραμμάτων θα πρέπει να περιλαμβάνουν προγράμματα ειδησεογραφίας και επικαιρότητας, καθώς και ίδιες παραγωγές του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού που χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από αυτό, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης κατά την οποία τα κονδύλια για τη χρηματοδότηση που χρησιμοποιούνται από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό για τις παραγωγές του προέρχονται από δημόσιους πόρους. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως «ίδιες παραγωγές των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών» νοούνται ως οι παραγωγές που εκτελούνται από ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό με τη χρήση ιδίων πόρων, εξαιρουμένων, ωστόσο, των παραγωγών που ανατίθενται από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό σε παραγωγούς που είναι ανεξάρτητοι από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό και των συμπαραγωγών. Για τους ίδιους λόγους, η αρχή της χώρας προέλευσης δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε τηλεοπτικές μεταδόσεις αθλητικών γεγονότων δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Η αρχή της χώρας προέλευσης θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνον όταν τα προγράμματα χρησιμοποιούνται από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό στις δικές του παρεπόμενες επιγραμμικές υπηρεσίες. Δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στην αδειοδότηση της παραγωγής του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού σε τρίτα μέρη, συμπεριλαμβανομένων και άλλων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Η εφαρμογή της αρχής της χώρας προέλευσης δεν θα πρέπει να θίγει την ελευθερία των δικαιούχων να και των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών να συμφωνούν, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, στην επιβολή περιορισμών, συμπεριλαμβανομένων των εδαφικών περιορισμών, όσον αφορά την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων τους.

(11)  Η αρχή της χώρας προέλευσης που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, δεν θα πρέπει να οδηγεί σε οποιαδήποτε υποχρέωση των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών να παρουσιάζουν ή να καθιστούν προσιτά στο κοινό προγράμματα στις παρεπόμενες επιγραμμικές υπηρεσίες τους, ή να παρέχουν τέτοιες παρεπόμενες επιγραμμικές υπηρεσίες σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος στο οποίο έχουν την κύρια εγκατάστασή τους.

(12)  Δεδομένου ότι η παροχή, η πρόσβαση σε ή η χρήση μιας παρεπόμενης επιγραμμικής υπηρεσίας θεωρείται, κατά την παρούσα οδηγία, ότι λαμβάνει χώρα αποκλειστικά στο κράτος μέλος στο οποίο ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει την κύρια εγκατάστασή του, ενώ η παρεπόμενη επιγραμμική υπηρεσία μπορεί εκ των πραγμάτων να παρασχεθεί πέραν των εθνικών συνόρων σε άλλα κράτη μέλη, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι για τον καθορισμό του ποσού της αμοιβής που καταβάλλεται για τα υπό εξέταση δικαιώματα, τα μέρη ▌λαμβάνουν υπόψη όλες τις πτυχές της παρεπόμενης επιγραμμικής υπηρεσίας, όπως τα χαρακτηριστικά της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας της επιγραμμικής διαθεσιμότητας των προγραμμάτων που περιλαμβάνονται στην υπηρεσία, το κοινό, συμπεριλαμβανομένου του κοινού τόσο του κράτους μέλους στο οποίο ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει την κύρια εγκατάστασή του όσο και άλλων κρατών μελών στα οποία λαμβάνει χώρα η προσπέλαση και η χρήση της παρεπόμενης επιγραμμικής υπηρεσίας, καθώς και τις γλωσσικές αποδόσεις στις οποίες παρέχεται η υπηρεσία. Θα πρέπει, ωστόσο, να συνεχίσουν να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν συγκεκριμένες μεθόδους για τον υπολογισμό του ποσού αμοιβής για τα δικαιώματα που υπόκεινται στην αρχή της χώρας προέλευσης, όπως οι μέθοδοι που βασίζονται στα έσοδα του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού που προκύπτουν από την επιγραμμική υπηρεσία, οι οποίες χρησιμοποιούνται, κυρίως, από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς.

(13)  Βάσει της αρχής της συμβατικής ελευθερίας, εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα περιορισμού της εκμετάλλευσης των δικαιωμάτων που καταλαμβάνονται από την αρχή της χώρας προέλευσης που θεσπίζεται με την παρούσα οδηγία, με την προϋπόθεση ότι οποιοσδήποτε τέτοιος περιορισμός είναι σύμφωνος με το δίκαιο της Ένωσης.

(14)  Οι φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης μπορούν να χρησιμοποιούν διαφορετικές τεχνολογίες όταν προβαίνουν στην ταυτόχρονη αναμετάδοση, χωρίς αλλοιώσεις και περικοπές, με σκοπό τη λήψη αυτής από το κοινό, της αρχικής μετάδοσης ▌από άλλο κράτος μέλος τηλεοπτικών ή ραδιοφωνικών προγραμμάτων ▌. Οι φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης μπορούν να λαμβάνουν τα σήματα-φορείς προγραμμάτων από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, οι οποίοι διαβιβάζουν οι ίδιοι τα εν λόγω σήματα στο κοινό, με διάφορους τρόπους, για παράδειγμα, με τη συλλογή των σημάτων που μεταδίδονται από τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς ή με τη λήψη των σημάτων απευθείας από τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς μέσω της τεχνικής διαδικασίας της απευθείας διαβίβασης. Οι υπηρεσίες τέτοιων φορέων μπορούν να παρέχονται μέσω δορυφορικών, επίγειων ψηφιακών, κινητών ή κλειστού κυκλώματος δικτύων βάσει πρωτοκόλλων διαδικτύου και άλλων παρόμοιων δικτύων, ή μέσω υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο όπως αυτές προσδιορίστηκαν στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2120 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(7). Ως εκ τούτου, οι φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης που χρησιμοποιούν τις τεχνολογίες αυτές για τις αναμεταδόσεις τους θα πρέπει να καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και να επωφελούνται από τον μηχανισμό που εισάγει την υποχρεωτική συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ύπαρξη επαρκών εγγυήσεων κατά της μη επιτρεπόμενης χρήσης έργων και άλλων αντικειμένων προστασίας, ζήτημα το οποίο υπέχει ιδιαίτερης σημασίας στην περίπτωση των υπηρεσιών επί πληρωμή, οι υπηρεσίες αναμετάδοσης που παρέχονται μέσω υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο θα πρέπει να συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας μόνο στην περίπτωση κατά την οποία οι εν λόγω υπηρεσίες αναμετάδοσης παρέχονται σε περιβάλλον όπου μόνο οι εξουσιοδοτημένοι χρήστες μπορούν να έχουν πρόσβαση στις αναμεταδόσεις και το παρεχόμενο επίπεδο ασφάλειας του περιεχομένου μπορεί να συγκριθεί με το επίπεδο ασφάλειας για το περιεχόμενο που μεταδίδεται μέσω διαχειριζόμενων δικτύων, όπως τα καλωδιακά δίκτυα ή τα δίκτυα κλειστού κυκλώματος βάσει πρωτοκόλλων διαδικτύου, στα οποία το περιεχόμενο που αναμεταδίδεται είναι κρυπτογραφημένο. Οι προϋποθέσεις αυτές θα πρέπει να είναι εφικτές και ενδεδειγμένες.

(15)  Για την αναμετάδοση των αρχικών μεταδόσεων τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων, οι φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης πρέπει να λαμβάνουν άδεια από τους δικαιούχους του αποκλειστικού δικαιώματος παρουσίασης στο κοινό έργων ή άλλων αντικειμένων προστασίας. Προκειμένου να παρέχεται ασφάλεια δικαίου στους φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης ▌και να υπερνικηθούν οι διαφορές στις εθνικές νομοθεσίες αναφορικά με τις εν λόγω υπηρεσίες αναμετάδοσης, θα πρέπει να εφαρμοστούν κανόνες παρόμοιοι με τους ισχύοντες για την καλωδιακή αναμετάδοση κατά τα οριζόμενα στην οδηγία 93/83/ΕΟΚ. Οι κανόνες της οδηγίας αυτής περιλαμβάνουν την υποχρέωση άσκησης του δικαιώματος παροχής άδειας ή άρνησης της παροχής άδειας σε φορέα εκμετάλλευσης υπηρεσίας αναμετάδοσης μέσω οργανισμού συλλογικής διαχείρισης. Με βάση τους κανόνες αυτούς, το δικαίωμα χορήγησης ή άρνησης παροχής άδειας καθαυτό παραμένει ακέραιο, και μόνον ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος αυτού ρυθμίζεται σε ορισμένο βαθμό. Οι δικαιούχοι πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλη αμοιβή για την αναμετάδοση των έργων τους και άλλων αντικειμένωνπροστασίας. Κατά τον καθορισμό εύλογων όρων αδειοδότησης, συμπεριλαμβανομένου του τέλους αδειοδότησης, για αναμετάδοση σύμφωνα με την οδηγία 2014/26/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(8), η οικονομική αξία της χρήσης των δικαιωμάτων στο εμπόριο, συμπεριλαμβανομένης της αξίας που αποδίδεται στα μέσα αναμετάδοσης, θα πρέπει να λαμβάνεται, μεταξύ άλλων, υπόψη. Τούτο θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη της συλλογικής άσκησης του δικαιώματος ως προς την καταβολή ενιαίας εύλογης αμοιβής των ερμηνευτών και των παραγωγών φωνογραφημάτων για την παρουσίαση στο κοινό εμπορικών φωνογραφημάτων σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/115/ΕΚ, και την οδηγία 2014/26/EΕ ιδίως τις διατάξεις τους που αφορούν τα δικαιώματα των δικαιούχων σε σχέση με την επιλογή οργανισμού συλλογικής διαχείρισης.

(16)  Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να επιτρέπει την επέκταση των συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ ενός οργανισμού συλλογικής διαχείρισης και φορέων εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης, αναφορικά με τα δικαιώματα που υπόκεινται σε υποχρεωτική συλλογική διαχείριση δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ώστε να ισχύουν και για τα δικαιώματα των δικαιούχων που δεν εκπροσωπούνται από τον εν λόγω οργανισμό συλλογικής διαχείρισης, χωρίς να επιτρέπεται στους δικαιούχους αυτούς να εξαιρούν έργα τους ή άλλα αντικείμενα προστασίας από την εφαρμογή αυτού του μηχανισμού. Στην περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι του ενός οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης διαχειρίζονται τα δικαιώματα της σχετικής κατηγορίας στην επικράτειά τους, εναπόκειται στο κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου ο φορέας εκμετάλλευσης της υπηρεσίας αναμετάδοσης επιδιώκει την εκκαθάριση δικαιωμάτων για αναμετάδοση, να καθορίσει ποιος οργανισμός ή οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης έχουν το δικαίωμα έγκρισης ή άρνησης χορήγησης άδειας για αναμετάδοση.

(17)  Τα δικαιώματα που κατέχουν οι ίδιοι οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί σε σχέση με τις εκπομπές τους, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων επί του περιεχομένου προγραμμάτων, δεν θα πρέπει να υπόκεινται στην υποχρεωτική συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων που ισχύει για τις αναμεταδόσεις. Οι φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης και οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί διατηρούν γενικά σταθερές εμπορικές σχέσεις και, επομένως, η ταυτότητα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών είναι γνωστή στους φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης. Κατά συνέπεια, η εκκαθάριση δικαιωμάτων με τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς είναι συγκριτικά απλή γι’ αυτούς τους φορείς εκμετάλλευσης. Ως εκ τούτου, οι φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης δεν επωμίζονται το ίδιο βάρος προκειμένου να αποκτήσουν τις απαραίτητες άδειες από τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς σε σχέση με αυτό που αντιμετωπίζουν όταν επιδιώκουν να λάβουν άδειες από τους δικαιούχους δικαιωμάτων επί των έργων και άλλων αντικειμένων προστασίας που περιλαμβάνονται στα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα που αναμεταδίδουν. Επομένως, δεν συντρέχει ανάγκη απλούστευσης της διαδικασίας αδειοδότησης αναφορικά με τα δικαιώματα που κατέχουν οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι όταν οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί και οι φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης διεξάγουν διαπραγματεύσεις, αυτοί θα πρέπει να διαπραγματεύονται με καλή πίστη για την αδειοδότηση των δικαιωμάτων για τις αναμεταδόσεις που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία. Η οδηγία 2014/26/EΕ προβλέπει παρόμοιους κανόνες που εφαρμόζονται στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης.

(18)  Οι κανόνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία για τα δικαιώματα αναμετάδοσης που ασκούνται από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς για τις δικές τους αναμεταδόσεις δεν θα πρέπει να περιορίζουν τη δυνατότητα των δικαιούχων να μεταβιβάζουν τα δικαιώματά τους είτε σε έναν ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό είτε σε έναν οργανισμό συλλογικής διαχείρισης, επιτρέποντάς τους, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να έχουν απευθείας μερίδιο στην αμοιβή που καταβάλλεται από τον φορέα εκμετάλλευσης μιας υπηρεσίας αναμετάδοσης.

(19)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόσουν τους κανόνες για την αναμετάδοση που θεσπίζονται στην παρούσα οδηγία και στην οδηγία 93/83/ΕΟΚ στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τόσο η αρχική μετάδοση όσο και η αναμετάδοση λαμβάνουν χώρα εντός της επικράτειάς τους.

(20)  Προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου και να διατηρηθεί το υψηλό επίπεδο προστασίας των δικαιούχων, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι όταν ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί μεταδίδουν τα σήματα-φορείς προγραμμάτων μέσω απευθείας διαβίβασης μόνο σε διανομείς σημάτων χωρίς να μεταδίδουν απευθείας τα προγράμματά τους στο κοινό, και οι διανομείς σήματος αποστέλλουν αυτά τα σήματα-φορείς προγραμμάτων στους χρήστες τους ώστε να τους επιτρέπουν να παρακολουθούν ή να ακούν τα προγράμματα, θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα μόνο μία ενιαία πράξη παρουσίασης στο κοινό στην οποία τόσο οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί όσο και οι διανομείς σήματος συμμετέχουν με τις αντίστοιχες συνεισφορές τους. Ως εκ τούτου, οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί και οι διανομείς σημάτων θα πρέπει να λαμβάνουν άδεια από τους δικαιούχους των δικαιωμάτων για την ειδική συνεισφορά τους στην ενιαία πράξη παρουσίασης στο κοινό. Η συμμετοχή ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού και διανομέα σήματος στην εν λόγω ενιαία πράξη παρουσίασης στο κοινό δεν θα πρέπει να συνεπάγεται την εις ολόκληρον ευθύνη του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού και του διανομέα σημάτων για την πράξη παρουσίασης στο κοινό. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παραμένουν ελεύθερα να θεσπίζουν σε εθνικό επίπεδο τις ρυθμίσεις βάσει των οποίων θα λαμβάνεται η άδεια για μια τέτοια ενιαία πράξη παρουσίασης στο κοινό, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών αμοιβών που πρέπει να καταβάλλονται στους δικαιούχους των οικείων δικαιωμάτων, λαμβάνοντας υπόψη την αντίστοιχη εκμετάλλευση των έργων και άλλων αντικειμένων προστασίας από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό και τον διανομέα σήματος που σχετίζονται με την ενιαία πράξη παρουσίασης στο κοινό. Οι διανομείς σήματος αντιμετωπίζουν, κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν των φορέων εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης, σημαντική επιβάρυνση για την εκκαθάριση δικαιωμάτων, με εξαίρεση τα δικαιώματα που κατέχουν οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι διανομείς σήματος επωφελούνται από τον μηχανισμό υποχρεωτικής συλλογικής διαχείρισης των δικαιωμάτων για τις μεταδόσεις τους με τον ίδιο τρόπο και στην ίδια έκταση με τους φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης για τις αναμεταδόσεις που καλύπτονται από την οδηγία 93/83/ΕΟΚ και την παρούσα οδηγία. Όταν οι διανομείς σήματος παρέχουν στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς μόνον «τεχνικά μέσα», κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να εξασφαλίσουν ή να βελτιώσουν τη λήψη της ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής, οι διανομείς σήματος δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι συμμετέχουν σε πράξη παρουσίασης στο κοινό.

(21)  Όταν οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί μεταδίδουν τα σήματα-φορείς προγραμμάτων τους απευθείας στο κοινό, εκτελώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μια αρχική πράξη μετάδοσης, μεταδίδοντας, επίσης, ταυτόχρονα τα σήματα αυτά σε άλλους οργανισμούς μέσω της τεχνικής διαδικασίας απευθείας διαβίβασης, με σκοπό, για παράδειγμα, τη διασφάλιση της ποιότητας των σημάτων για σκοπούς αναμετάδοσης, οι μεταδόσεις από τους άλλους αυτούς οργανισμούς συνιστούν ξεχωριστή πράξη παρουσίασης στο κοινό από αυτήν που διενεργείται από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι κανόνες για τις αναμεταδόσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και στην οδηγία 93/83/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την παρούσα οδηγία.

(22)  Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων και η ακριβής κατανομή των εσόδων που εισπράττονται στο πλαίσιο του μηχανισμού υποχρεωτικής συλλογικής διαχείρισης που εισάγεται με την παρούσα οδηγία, είναι σημαντικό οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης να διατηρούν κατάλληλα αρχεία μελών, αδειών, καθώς και της χρήσης των έργων και άλλων αντικειμένων προστασίας, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις διαφάνειας που ορίζονται στην οδηγία 2014/26/ΕΕ.

(23)  Για να αποτραπεί η καταστρατήγηση της εφαρμογής της αρχής της χώρας προέλευσης μέσω της επέκτασης της διάρκειας των υφιστάμενων συμφωνιών που αφορούν στην άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων τα οποία σχετίζονται με την παροχή παρεπόμενης επιγραμμικής υπηρεσίας, καθώς και στην πρόσβαση σε ή τη χρήση αυτής της υπηρεσίας, είναι αναγκαία η εφαρμογή της αρχής της χώρας προέλευσης και στις υφιστάμενες συμφωνίες, με την πρόβλεψη, ωστόσο, μίας μεταβατικής περιόδου. Κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου, η αρχή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε αυτές τις υφιστάμενες συμφωνίες, παρέχοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο χρόνο για την προσαρμογή τους, όπου αυτό είναι αναγκαίο, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Είναι, επίσης, αναγκαίο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος προκειμένου να επιτραπεί στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, τους διανομείς σήματος και τους δικαιούχους να προσαρμοστούν στους νέους κανόνες σχετικά με την εκμετάλλευση των έργων και άλλων αντικειμένων προστασίας μέσω της απευθείας διαβίβασης που προβλέπεται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας για τη μετάδοση προγραμμάτων μέσω απευθείας διαβίβασης.

(24)   Σύμφωνα με τις αρχές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, η επανεξέταση της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για την απευθείας διαβίβαση, θα πρέπει να λάβει χώρα έπειτα από την πάροδο ενός ορισμένου χρονικού διαστήματος από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, προκειμένου να αξιολογηθούν, μεταξύ άλλων, τα οφέλη της για τους καταναλωτές της Ένωσης, καθώς και ο αντίκτυπός της στις δημιουργικές βιομηχανίες στην Ένωση και στο επίπεδο των επενδύσεων σε νέο περιεχόμενο, άρα και των πλεονεκτημάτων της, επιπροσθέτως, σε σχέση με την ενίσχυση της πολιτιστικής πολυμορφίας στην Ένωση.

(25)  Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθότι η παρούσα οδηγία ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την παρέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων των δικαιούχων κατά το μέτρο που υφίσταται υποχρεωτική συλλογική διαχείριση για την άσκηση του δικαιώματος παρουσίασης στο κοινό σε σχέση με τις υπηρεσίες αναμετάδοσης, είναι αναγκαία η θέσπιση της εφαρμογής της υποχρεωτικής συλλογικής διαχείρισης με στοχευμένο τρόπο και ο περιορισμός αυτής σε συγκεκριμένες υπηρεσίες.

(26)  Καθότι οι στόχοι που επιδιώκονται με την παρούσα οδηγία, δηλαδή η προώθηση της διασυνοριακής παροχής παρεπόμενων επιγραμμικών υπηρεσιών για ορισμένα είδη προγραμμάτων και η διευκόλυνση των αναμεταδόσεων ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη αλλά μπορεί, αντιθέτως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της, να επιτευχθεί καλύτερα στο ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως προβλέπεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη των στόχων αυτών. Όσον αφορά τη διασυνοριακή παροχή ορισμένων παρεπόμενων επιγραμμικών υπηρεσιών, η παρούσα οδηγία δεν επιβάλλει στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς την υποχρέωση να παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές σε διασυνοριακό επίπεδο. Ομοίως, η παρούσα οδηγία δεν επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης την υποχρέωση να συμπεριλαμβάνουν στις υπηρεσίες τους ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη. Η παρούσα οδηγία αφορά μόνο στην άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων αναμετάδοσης στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την απλούστευση της αδειοδότησης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων για τις υπηρεσίες αυτές και σε σχέση με ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη.

(27)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα(9), τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν να συνοδεύουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα μέρη των νομικών πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι δικαιολογημένη,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες που αποσκοπούν στην ενίσχυση της διασυνοριακής πρόσβασης σε μεγαλύτερο αριθμό τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων, μέσω της διευκόλυνσης της εκκαθάρισης των δικαιωμάτων για την παροχή επιγραμμικών υπηρεσιών που είναι παρεπόμενες των εκπομπών ορισμένων κατηγοριών ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων, καθώς και για την αναμετάδοση ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων. Θεσπίζει, επίσης, κανόνες για τη μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων μέσω της διαδικασίας απευθείας διαβίβασης.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)  ως «παρεπόμενη επιγραμμική υπηρεσία» νοείται η επιγραμμική υπηρεσία που συνίσταται στην παροχή στο κοινό, από ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό ή υπό τον έλεγχο και την ευθύνη αυτού, ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων ταυτόχρονα με ή για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα μετά τη μετάδοσή τους από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, καθώς και κάθε υλικού ▌το οποίο είναι παρεπόμενο της εν λόγω μετάδοσης·

2)  ως «αναμετάδοση» νοείται κάθε ταυτόχρονη, χωρίς αλλοιώσεις και περικοπές αναμετάδοση, εκτός της καλωδιακής αναμετάδοσης όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία 93/83/ΕΟΚ, ▌η οποία προορίζεται για τη λήψη από το κοινό της αρχικής ▌μετάδοσης ▌από άλλο κράτος μέλος τηλεοπτικών ή ραδιοφωνικών προγραμμάτων τα οποία προορίζονται για λήψη από το κοινό, όπου μία τέτοιου είδους αρχική μετάδοση πραγματοποιείται ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της δορυφορικής μετάδοσης, αλλά όχι της επιγραμμικής μετάδοσης, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)  η αναμετάδοση πραγματοποιείται από φορέα διαφορετικό από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό που πραγματοποίησε την αρχική μετάδοση ή υπό τον έλεγχο και την ευθύνη του οποίου πραγματοποιήθηκε αυτή η αρχική μετάδοση, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο ο φορέας που πραγματοποιεί την αναμετάδοση λαμβάνει τα σήματα-φορείς προγραμμάτων από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό για τον σκοπό της αναμετάδοσης, και

β)  όταν η αναμετάδοση γίνεται μέσω υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 δεύτερο εδάφιο σημείο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120, αυτή διεξάγεται σε ελεγχόμενο περιβάλλον·

3)  ως «ελεγχόμενο περιβάλλον» νοείται το περιβάλλον στο οποίο ένας φορέας εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης παρέχει ασφαλή αναμετάδοση σε εξουσιοδοτημένους χρήστες·

4)  ως «απευθείας διαβίβαση» νοείται η τεχνική διαδικασία μέσω της οποίας ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός μεταδίδει τα σήματα-φορείς προγραμμάτων του σε έναν οργανισμό διαφορετικό από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, με τέτοιο τρόπο ώστε το κοινό να μην έχει πρόσβαση στα σήματα-φορείς προγραμμάτων κατά τη διάρκεια αυτής της μετάδοσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΓΡΑΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ

Άρθρο 3

Εφαρμογή της αρχής της «χώρας προέλευσης» σε παρεπόμενες επιγραμμικές υπηρεσίες

1.  Οι πράξεις της παρουσίασης στο κοινό και της διάθεσης στο κοινό έργων ή άλλων αντικειμένων προστασίας, με ενσύρματα ή ασύρματα μέσα, κατά τρόπο ώστε τα μέλη του κοινού να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτά σε τόπο και χρόνο που επιλέγει ο καθένας ατομικά, που πραγματοποιούνται όταν παρέχονται στο κοινό:

α)  ραδιοφωνικά προγράμματα, και

β)  τηλεοπτικά προγράμματα, όπως

i)  ειδησεογραφία και προγράμματα επικαιρότητας, ή

ii)  πλήρως χρηματοδοτούμενες, από ίδιους πόρους, παραγωγές του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού

σε μια παρεπόμενη επιγραμμική υπηρεσία από ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό ή υπό τον έλεγχο και την ευθύνη του, καθώς και οι πράξεις αναπαραγωγής τέτοιων έργων ή άλλων αντικειμένων προστασίας που είναι αναγκαίες για την παροχή, την πρόσβαση σε ή τη χρήση αυτής της επιγραμμικής υπηρεσίας για τα ίδια προγράμματα θεωρείται, για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων που αφορούν στις πράξεις αυτές, ότι πραγματοποιούνται αποκλειστικά στο κράτος μέλος στο οποίο ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει την κύρια εγκατάστασή του.

Το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στις μεταδόσεις αθλητικών γεγονότων και έργων και άλλων αντικειμένων προστασίας που περιλαμβάνονται σε αυτές.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατά τον καθορισμό του ποσού της αμοιβής που καταβάλλεται για τα δικαιώματα επί των οποίων εφαρμόζεται η αρχή της χώρας προέλευσης, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, τα μέρη λαμβάνουν υπόψη όλες τις πτυχές της παρεπόμενης επιγραμμικής υπηρεσίας, όπως τα χαρακτηριστικά της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας της επιγραμμικής διαθεσιμότητας των προγραμμάτων που παρέχονται στην υπηρεσία αυτή, το κοινό, καθώς και τις γλωσσικές αποδόσεις στις οποίες παρέχεται η υπηρεσία.

Το πρώτο εδάφιο δεν αποκλείει τον υπολογισμό του ποσού των καταβολών με βάση τα έσοδα του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού.

3.  Η αρχή της χώρας προέλευσης, όπως εκτίθεται στην παράγραφο 1, δεν θίγει τη συμβατική ελευθερία των δικαιούχων, καθώς και των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών να συμφωνούν, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, τον περιορισμό της εκμετάλλευσης αυτών των δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που προβλέπονται στην οδηγία 2001/29/ΕΚ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΝΑΜΕΤΑΔΟΣΗ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Άρθρο 4

Άσκηση των δικαιωμάτων επί αναμετάδοσης από δικαιούχους άλλους από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς

1.  Οι πράξεις αναμετάδοσης προγραμμάτων υπόκεινται σε άδεια από τους δικαιούχους του αποκλειστικού δικαιώματος παρουσίασης στο κοινό.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι δικαιούχοι που δεν είναι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί μπορούν να ασκούν το δικαίωμά τους να παρέχουν άδεια ή να αρνούνται την παροχή άδειας αναμετάδοσης μόνον μέσω οργανισμού συλλογικής διαχείρισης.

2.  Όπου ο δικαιούχος δεν έχει μεταβιβάσει τη διαχείριση του δικαιώματος, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, σε οργανισμό συλλογικής διαχείρισης, ο οργανισμός συλλογικής διαχείρισης που διαχειρίζεται τα δικαιώματα της ίδιας κατηγορίας για την επικράτεια του κράτους μέλους για το οποίο ο φορέας εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης επιδιώκει την εκκαθάριση δικαιωμάτων για αναμετάδοση θεωρείται ότι έχει το δικαίωμα να παρέχει άδεια ή να αρνείται την παροχή άδειας για αναμετάδοση για αυτόν τον δικαιούχο.

Ωστόσο, όπου περισσότεροι του ενός οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης διαχειρίζονται δικαιώματα για την επικράτεια αυτού του κράτους μέλους, εναπόκειται στο κράτος μέλος για την επικράτεια του οποίου ο φορέας εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης επιδιώκει την εκκαθάριση δικαιωμάτων για αναμετάδοση, να αποφασίσει ποιος ή ποιοι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης έχουν το δικαίωμα να παρέχουν ή να αρνηθούν την παροχή άδειας για αναμετάδοση.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο δικαιούχος έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από συμφωνία μεταξύ φορέα εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης και οργανισμού ή οργανισμών συλλογικής διαχείριση οι οποίοι ενεργούν σύμφωνα με την παράγραφο 2 , με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δικαιούχων που έχουν εξουσιοδοτήσει τον εν λόγω οργανισμό ή τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, επίσης, ότι ο δικαιούχος μπορεί να επικαλεστεί τα δικαιώματα αυτά εντός χρονικής περιόδου που ορίζεται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, και η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τρία έτη από την ημερομηνία της αναμετάδοσης που περιλαμβάνει το έργο του ή άλλο αντικείμενο προστασίας.

Άρθρο 5

Άσκηση των δικαιωμάτων αναμετάδοσης από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το άρθρο 4 δεν εφαρμόζεται στα δικαιώματα επί αναμετάδοσης που ασκούνται από ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό όσον αφορά τις δικές του μεταδόσεις, ανεξάρτητα από το εάν τα σχετικά δικαιώματα είναι δικά του ή του έχουν μεταβιβαστεί από άλλους δικαιούχους.

2.  Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι όταν οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί και οι φορείς παροχής υπηρεσιών αναμετάδοσης διεξάγουν διαπραγματεύσεις αναφορικά με την παροχή άδειας αναμετάδοσης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, οι διαπραγματεύσεις αυτές διεξάγονται με καλή πίστη.

Άρθρο 6

Διαμεσολάβηση

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν τη συνδρομή ενός ή περισσοτέρων διαμεσολαβητών, όπως προβλέπεται σχετικά στο άρθρο 11 της οδηγίας 93/83/ΕΟΚ, στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει συναφθεί καμία συμφωνία μεταξύ του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης και του φορέα εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης, ή μεταξύ του φορέα εκμετάλλευσης υπηρεσιών αναμετάδοσης και του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού σχετικά με παροχή άδειας για την αναμετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών.

Άρθρο 7

Αναμετάδοση αρχικής μετάδοσης προερχόμενης από το ίδιο κράτος μέλος

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι κανόνες του παρόντος κεφαλαίου, καθώς και του κεφαλαίου III της οδηγίας 93/83/ΕΟΚ εφαρμόζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τόσο η αρχική μετάδοση όσο και η αναμετάδοση λαμβάνουν χώρα εντός της επικράτειάς τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΜΕΣΩ ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ

Άρθρο 8

Μετάδοση προγραμμάτων μέσω απευθείας διαβίβασης

1.  Όταν ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός μεταδίδει μέσω απευθείας διαβίβασης τα σήματα-φορείς προγραμμάτων του σε διανομέα σήματος, χωρίς ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός να μεταδίδει ο ίδιος ταυτόχρονα αυτά τα σήματα-φορείς προγραμμάτων απευθείας στο κοινό, και ο διανομέας σήματος μεταδίδει αυτά τα σήματα-φορείς προγραμμάτων στο κοινό, ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός και ο διανομέας σήματος θεωρείται ότι συμμετέχουν σε μια ενιαία πράξη παρουσίασης στο κοινό για την οποία λαμβάνουν άδεια από τους δικαιούχους. Τα κράτη μέλη μπορούν θεσπίζουν τις ρυθμίσεις βάσει των οποίων χορηγείται η άδεια από τους δικαιούχους.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι τα άρθρα 4, 5 και 6 της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται, κατ’ αναλογίαν, στην άσκηση από τους δικαιούχους του δικαιώματος χορήγησης ή άρνησης χορήγησης άδειας σε διανομείς σήματος για τη μετάδοση που περιγράφεται στην παράγραφο 1, η οποία πραγματοποιείται με ένα από τα τεχνικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 της οδηγίας 93/83/ΕΟΚ ή στο στοιχείο 2 του άρθρου 2 της παρούσας οδηγίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 9

Τροποποίηση της οδηγίας 93/83/ΕΟΚ

Στο άρθρο 1 της οδηγίας 93/83/ΕΟΚ, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:"

«3. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως «καλωδιακή αναμετάδοση» νοείται η ταυτόχρονη, χωρίς αλλοιώσεις και περικοπές αναμετάδοση, μέσω συστημάτων καλωδίων ή μικροκυμάτων με σκοπό τη λήψη από το κοινό αρχικής μετάδοσης από άλλο κράτος μέλος, ενσύρματης ή ασύρματης, συμπεριλαμβανομένης της δορυφορικής μετάδοσης, , τηλεοπτικών ή ραδιοφωνικών προγραμμάτων που προορίζονται για λήψη από το κοινό, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο ο φορέας παροχής της υπηρεσίας καλωδιακής αναμετάδοσης λαμβάνει τα σήματα-φορείς προγραμμάτων από τον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό για τον σκοπό της αναμετάδοσης.».

"

Άρθρο 10

Επανεξέταση

1.  Έως ... [έξι έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή αξιολογεί την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και υποβάλει έκθεση επί των κύριων ευρημάτων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Η έκθεση δημοσιεύεται και διατίθεται στο κοινό στον ιστότοπο της Επιτροπής.

2.  Τα κράτη μέλη παρέχουν έγκαιρα στην Επιτροπή τις σχετικές και αναγκαίες πληροφορίες για την εκπόνηση της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 11

Μεταβατική διάταξη

Συμφωνίες σχετικά με την άσκηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων που αφορούν στις πράξεις της παρουσίασης στο κοινό έργων ή άλλων αντικειμένων προστασίας, με ενσύρματα ή ασύρματα μέσα, και της διάθεσης στο κοινό έργων ή άλλων αντικειμένων προστασίας με ενσύρματα ή ασύρματα μέσα, με τέτοιο τρόπο ώστε το κοινό να έχει πρόσβαση σε αυτά σε τόπο και χρόνο που ο καθένας επιλέγει ατομικά , οι οποίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της παροχής μιας επιγραμμικής υπηρεσίας, καθώς και στις πράξεις αναπαραγωγής που είναι αναγκαίες για την παροχή, την πρόσβαση σε ή τη χρήση μιας τέτοιας επιγραμμικής υπηρεσίας, οι οποίες είναι σε ισχύ την ... [δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας] υπόκεινται στο άρθρο 3 από την ... [τέσσερα έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας] εφόσον λήγουν μετά την ημερομηνία αυτή.

Άδειες που χορηγήθηκαν για πράξεις παρουσίασης στο κοινό που εμπίπτουν στο άρθρο 8, οι οποίες είναι σε ισχύ την ... [δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], υπόκεινται στο άρθρο 8 από την ... [έξι έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], εφόσον λήγουν μετά την ημερομηνία αυτή.

Άρθρο 12

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.  Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο ... [δύο έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας]. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Τα μέτρα αυτά, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι μέθοδοι για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

2.  Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των μέτρων εθνικού δικαίου τα οποία θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 13

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 14

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

…,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 125 της 21.4.2017, σ. 27.
(2)ΕΕ C 125 της 21.4.2017, σ. 27.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Μαρτίου 2019.
(4)Οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ L 167 της 22.6.2001, σ. 10).
(5)Οδηγία 2006/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (ΕΕ L 376 της 27.12.2006, σ. 28).
(6)Οδηγία 93/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, για συντονισμό ορισμένων κανόνων όσον αφορά την πνευματική ιδιοκτησία και τα συγγενικά δικαιώματα που εφαρμόζονται στη ραδιοτηλεοπτική εκπομπή μέσω δορυφόρου και στην αναμετάδοση μέσω καλωδίου (ΕΕ L 248 της 6.10.1993, σ. 15).
(7) Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2120 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015 για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με την πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/22/ΕΚ για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 531/2012 για την περιαγωγή σε δημόσια δίκτυα κινητών επικοινωνιών εντός της Ένωσης (ΕΕ L 310 της 26.11.2015, σ. 1).
(8)Οδηγία 2014/26/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για τη συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων καθώς και τη χορήγηση πολυεδαφικών αδειών για επιγραμμικές χρήσεις μουσικών έργων στην εσωτερική αγορά (ΕΕ L 84 της 20.3.2014, σ. 72).
(9) ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.


Θέσπιση του προγράμματος «Δημιουργική Ευρώπη» (2021 έως 2027) ***I
PDF 373kWORD 108k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Μαρτίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του προγράμματος «Δημιουργική Ευρώπη» (2021 έως 2027) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1295/2013 (COM(2018)0366 – C8-0237/2018 – 2018/0190(COD))
P8_TA-PROV(2019)0323A8-0156/2019

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0366),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και τα άρθρα 167 παράγραφος 5 και 173 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0237/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 12ης Δεκεμβρίου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών της 6ης Φεβρουαρίου 2019(2),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Προϋπολογισμών (A8-0156/2019),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή   Τροπολογία
Τροπολογία 1
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 1
(1)  Ο πολιτισμός, η πολιτιστική κληρονομιά και η πολιτισμική πολυμορφία έχουν μεγάλη αξία για την ευρωπαϊκή κοινωνία από πολιτιστική, περιβαλλοντική, κοινωνική και οικονομική άποψη και θα πρέπει να προωθηθούν και να υποστηριχθούν. Η διακήρυξη της Ρώμης της 25ης Μαρτίου 2017 καθώς και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2017 δήλωσαν ότι η εκπαίδευση και ο πολιτισμός είναι καθοριστικής σημασίας για την οικοδόμηση συνεκτικών και χωρίς αποκλεισμούς κοινωνιών για όλους, καθώς και για και τη διατήρηση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.
(1)  Ο πολιτισμός, η πολιτιστική κληρονομιά των τεχνών και η πολιτισμική πολυμορφία έχουν μεγάλη αξία για την ευρωπαϊκή κοινωνία από πολιτιστική, εκπαιδευτική, δημοκρατική, περιβαλλοντική, κοινωνική και οικονομική άποψη, καθώς και από την άποψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και θα πρέπει να προωθηθούν και να υποστηριχθούν. Η διακήρυξη της Ρώμης της 25ης Μαρτίου 2017 καθώς και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2017 δήλωσαν ότι η εκπαίδευση και ο πολιτισμός είναι καθοριστικής σημασίας για την οικοδόμηση συνεκτικών και χωρίς αποκλεισμούς κοινωνιών για όλους, καθώς και για και τη διατήρηση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.
Τροπολογία 2
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 2
(2)  Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), «η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών». Οι αξίες αυτές επιβεβαιώνονται και ενσωματώνονται και στα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
(2)  Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), «η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών». Οι αξίες αυτές επιβεβαιώνονται και ενσωματώνονται και στα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο Χάρτης), ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειδικότερα, η ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη και η ελευθερία της τέχνης και της επιστήμης κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 του Χάρτη.
Τροπολογία 3
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 4
(4)  Η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με μια νέα ευρωπαϊκή ατζέντα για τον πολιτισμό15 καθορίζει περαιτέρω τους στόχους της Ένωσης στους πολιτιστικούς και τους δημιουργικούς τομείς. Στόχος της είναι να αξιοποιήσει τη δύναμη του πολιτισμού και της πολιτιστικής πολυμορφίας για τους σκοπούς της κοινωνικής συνοχής και της ευημερίας, προωθώντας τη διασυνοριακή διάσταση των πολιτιστικών και των δημιουργικών τομέων, στηρίζοντας την ικανότητά τους να αναπτυχθούν, ενθαρρύνοντας την πολιτιστική δημιουργικότητα στην εκπαίδευση και την καινοτομία και για την απασχόληση και την ανάπτυξη, καθώς και ενισχύοντας τις διεθνείς πολιτιστικές σχέσεις. Το πρόγραμμα «Δημιουργική Ευρώπη» μαζί με άλλα ενωσιακά προγράμματα, θα πρέπει να στηρίζει την υλοποίηση της εν λόγω ευρωπαϊκής πολιτιστικής στρατηγικής. Η κίνηση αυτή συνάδει και με τη σύμβαση της UNESCO του 2005 για την προστασία και την προώθηση της πολυμορφίας των πολιτιστικών εκφράσεων, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 18 Μαρτίου 2007 και στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος.
(4)  Η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με μια νέα ευρωπαϊκή ατζέντα για τον πολιτισμό15 καθορίζει περαιτέρω τους στόχους της Ένωσης στους πολιτιστικούς και τους δημιουργικούς τομείς. Στόχος της είναι να αξιοποιήσει τη δύναμη του πολιτισμού και της πολιτιστικής πολυμορφίας για τους σκοπούς της κοινωνικής συνοχής και της ευημερίας της κοινωνίας, προωθώντας τη διασυνοριακή διάσταση των πολιτιστικών και των δημιουργικών τομέων, στηρίζοντας την ικανότητά τους να αναπτυχθούν, ενθαρρύνοντας την πολιτιστική δημιουργικότητα στην εκπαίδευση και την καινοτομία και για την απασχόληση και την ανάπτυξη, καθώς και ενισχύοντας τις διεθνείς πολιτιστικές σχέσεις. Το πρόγραμμα «Δημιουργική Ευρώπη» μαζί με άλλα ενωσιακά προγράμματα, θα πρέπει να στηρίζει την υλοποίηση αυτού του νέου ευρωπαϊκού θεματολογίου για τον πολιτισμό, λαμβανόμενου υπόψη του γεγονότος ότι η εγγενής αξία του πολιτισμού και της καλλιτεχνικής έκφρασης θα πρέπει πάντα να διαφυλάσσονται και να προάγονται και ότι η καλλιτεχνική δημιουργία βρίσκεται στην καρδιά των έργων συνεργασίας. Η στήριξη της υλοποίησης αυτού του νέου ευρωπαϊκού θεματολογίου για τον πολιτισμό συνάδει και με τη σύμβαση της UNESCO του 2005 για την προστασία και την προώθηση της πολυμορφίας των πολιτιστικών εκφράσεων, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 18 Μαρτίου 2007 και στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος.
__________________
__________________
15 COM(2018)0267.
15 COM(2018)0267.
Τροπολογία 4
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 4 α (νέα)
(4α)  Οι πολιτικές της ΕΕ θα συμπληρώσουν και θα προσθέσουν αξία στην παρέμβαση των κρατών μελών στον τομέα του πολιτισμού και της δημιουργίας. Ο αντίκτυπος αυτών των πολιτικών θα πρέπει να αξιολογείται τακτικά με τη συνεκτίμηση ποιοτικών και ποσοτικών δεικτών, όπως τα οφέλη για τους πολίτες, η ενεργός συμμετοχή των πολιτών, τα οφέλη για την οικονομία της ΕΕ από την άποψη της ανάπτυξης και της απασχόλησης και των δευτερογενών επιπτώσεων σε άλλους τομείς της οικονομίας και οι δεξιότητες και ικανότητες των ατόμων που εργάζονται στον τομέα τους πολιτισμού και της δημιουργίας.
Τροπολογία 5
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 4 β (νέα)
(4β)  Στόχοι του προγράμματος είναι η διασφάλιση και η ενίσχυση της ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς. Αυτοί οι στόχοι έχουν άλλωστε αναγνωριστεί ως εγγενείς στο δικαίωμα στη γνώση της πολιτισμικής κληρονομιάς και στη συμμετοχή στην πολιτιστική ζωή, όπως κατοχυρώνεται στη Σύμβαση πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Αξία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς για την Κοινωνία (Σύμβαση του Φάρο), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2011. Η εν λόγω σύμβαση υπογραμμίζει τον ρόλο της πολιτιστικής κληρονομιάς στην οικοδόμηση μιας ειρηνικής και δημοκρατικής κοινωνίας, καθώς και στις διαδικασίες βιώσιμης ανάπτυξης και στην προώθηση της πολιτισμικής πολυμορφίας.
Τροπολογία 6
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 5
(5)  Η προώθηση της ευρωπαϊκής πολιτισμικής πολυμορφίας εξαρτάται από την ύπαρξη ακμαζόντων και ανθεκτικών πολιτιστικών και δημιουργικών τομέων που είναι σε θέση να δημιουργούν, να παράγουν και να διανέμουν τα έργα τους σε ένα ευρύ και πολύμορφο ευρωπαϊκό κοινό. Ως εκ τούτου, αυτό διευρύνει το επιχειρηματικό δυναμικό τους και συμβάλλει στην αειφόρο ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Επιπλέον, η προώθηση της δημιουργικότητας συμβάλλει στην τόνωση της ανταγωνιστικότητας και στην ώθηση της καινοτομίας στις βιομηχανικές αξιακές αλυσίδες. Παρά την πρόσφατη πρόοδο, η ευρωπαϊκή πολιτιστική και δημιουργική αγορά εξακολουθεί να είναι κατακερματισμένη σε εθνικό και γλωσσικό επίπεδο, γεγονός που δεν επιτρέπει στους πολιτιστικούς και στους δημιουργικούς τομείς να επωφεληθούν πλήρως από την ευρωπαϊκή ενιαία αγορά και ειδικότερα από την ψηφιακή ενιαία αγορά.
(5)  Η προώθηση της ευρωπαϊκής πολιτισμικής πολυμορφίας και της επίγνωσης των κοινών ριζών βασίζεται στην ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση, την ικανότητα και τις δεξιότητες των καλλιτεχνών και των πολιτιστικών φορέων, καθώς και από την ύπαρξη ακμαζόντων και ανθεκτικών πολιτιστικών και δημιουργικών τομέων στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα και από την ικανότητα τους να δημιουργούν, να καινοτομούν και να παράγουν τα έργα τους και να τα διανέμουν σε ένα ευρύ και πολύμορφο ευρωπαϊκό κοινό. Ως εκ τούτου, αυτό διευρύνει το επιχειρηματικό δυναμικό τους, προωθεί και καθιστά προσβάσιμα το δημιουργικό περιεχόμενο, την καλλιτεχνική έρευνα και τη δημιουργικότητα και συμβάλλει στη βιώσιμη ανάπτυξη καθώς και στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Επιπλέον, η προώθηση της δημιουργικότητας και της νέας γνώσης συμβάλλει στην τόνωση της ανταγωνιστικότητας και στην ώθηση της καινοτομίας στις βιομηχανικές αξιακές αλυσίδες. Πρέπει να υιοθετηθεί μία ευρύτερη προσέγγιση στην εκπαίδευση και την έρευνα στον τομέα της τέχνης και του πολιτισμού, η οποία θα ξεκινά από μία προσέγγιση STEM (Θετικές Επιστήμες, Τεχνολογία, Μηχανική, Μαθηματικά) και θα προχωρεί στην προσέγγιση STEAM (Θετικές Επιστήμες, Τεχνολογία, Μηχανική, Τέχνη, Μαθηματικά). Παρά την πρόσφατη πρόοδο στο σύστημα υποστήριξης μέσω μετάφρασης και υποτιτλισμού, η ευρωπαϊκή πολιτιστική και δημιουργική αγορά εξακολουθεί να είναι κατακερματισμένη σε εθνικό και γλωσσικό επίπεδο. Με σεβασμό στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κάθε αγοράς, μπορούν να γίνουν περισσότερα που θα επιτρέψουν στους πολιτιστικούς και στους δημιουργικούς τομείς να επωφεληθούν πλήρως από την ευρωπαϊκή ενιαία αγορά και ειδικότερα από την ψηφιακή ενιαία αγορά, μεταξύ άλλων με τη συνεκτίμηση της προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.
Τροπολογία 7
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 5 α (νέα)
(5α)  Η ψηφιακή μετάβαση αποτελεί αλλαγή παραδείγματος και είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τον πολιτιστικό και τον δημιουργικό τομέα. Η ψηφιακή καινοτομία έχει αλλάξει τις συνήθειες, τις σχέσεις και τα μοντέλα παραγωγής και κατανάλωσης τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο και θα πρέπει να δώσει ώθηση στην πολιτιστική και δημιουργική έκφραση και στην πολιτιστική και δημιουργική αφήγηση, σε πλαίσιο σεβασμού της ιδιαίτερης αξίας των πολιτιστικών και δημιουργικών τομέων στο ψηφιακό περιβάλλον.
Τροπολογία 8
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 6
(6)  Το πρόγραμμα θα πρέπει να λάβει υπόψη το διττό χαρακτήρα των πολιτιστικών και των δημιουργικών τομέων, αναγνωρίζοντας αφενός την εγγενή και καλλιτεχνική αξία του πολιτισμού και, αφετέρου, την οικονομική αξία αυτών των τομέων, συμπεριλαμβανομένης της ευρύτερης συμβολής τους στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα, τη δημιουργικότητα και την καινοτομία. Αυτό απαιτεί ισχυρούς ευρωπαϊκούς πολιτιστικούς και δημιουργικούς τομείς, ιδίως μια δραστήρια ευρωπαϊκή βιομηχανία οπτικοακουστικών μέσων, λαμβάνοντας υπόψη την ικανότητά της να προσεγγίζει το ευρύ κοινό και την οικονομική της σημασία, μεταξύ άλλων για τους υπόλοιπους δημιουργικούς τομείς, καθώς και τον πολιτιστικό τουρισμό. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός στις παγκόσμιες αγορές οπτικοακουστικών μέσων έχει εντατικοποιηθεί περαιτέρω λόγω της όξυνσης της ψηφιακής διαταραχής, όπως είναι η μεταβολή της παραγωγής και της κατανάλωσης στα μέσα ενημέρωσης και η ενίσχυση της θέσης των παγκόσμιων πλατφορμών στη διανομή περιεχομένου. Ως εκ τούτου, υπάρχει ανάγκη να ενταθεί η στήριξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
(6)  Το πρόγραμμα θα πρέπει να λάβει υπόψη το διττό χαρακτήρα των πολιτιστικών και των δημιουργικών τομέων, αναγνωρίζοντας αφενός την εγγενή και καλλιτεχνική αξία του πολιτισμού και, αφετέρου, την οικονομική αξία αυτών των τομέων, συμπεριλαμβανομένης της ευρύτερης συμβολής τους στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα, τη δημιουργικότητα, την καινοτομία, τον διαπολιτισμικό διάλογο, την κοινωνική συνοχή καθώς και την παραγωγή γνώσης. Αυτό απαιτεί ισχυρούς ευρωπαϊκούς πολιτιστικούς και δημιουργικούς τομείς, τόσο στον κερδοσκοπικό όσο και στον μη κερδοσκοπικό τομέα, ιδίως μια δραστήρια ευρωπαϊκή βιομηχανία οπτικοακουστικών μέσων, λαμβάνοντας υπόψη την ικανότητά της να προσεγγίζει το ευρύ κοινό σε τοπικό, εθνικό και ενωσιακό επίπεδο και την οικονομική της σημασία, μεταξύ άλλων για τους υπόλοιπους δημιουργικούς τομείς, καθώς και τον πολιτιστικό τουρισμό αλλά και την περιφερειακή, τοπική και αστική ανάπτυξη. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός στις παγκόσμιες αγορές οπτικοακουστικών μέσων έχει εντατικοποιηθεί περαιτέρω λόγω της όξυνσης της ψηφιακής διαταραχής, όπως είναι η μεταβολή της παραγωγής και της κατανάλωσης στα μέσα ενημέρωσης και η ενίσχυση της θέσης των παγκόσμιων πλατφορμών στη διανομή περιεχομένου. Ως εκ τούτου, υπάρχει ανάγκη να ενταθεί η στήριξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Τροπολογία 9
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 6 α (νέα)
(6α)  Η ενεργός συμμετοχή των ευρωπαίων πολιτών στα κοινά, οι κοινές αξίες, η δημιουργικότητα και το πνεύμα καινοτομίας χρειάζονται στέρεη βάση για να αναπτυχθούν. Το πρόγραμμα θα πρέπει να στηρίζει την κινηματογραφική και οπτικοακουστική εκπαίδευση, ιδίως μεταξύ των ανηλίκων και των νέων.
Τροπολογία 10
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 7
(7)  Το πρόγραμμα, για να είναι αποτελεσματικό, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη συγκεκριμένη φύση των διάφορων τομέων, τις διαφορετικές ομάδες-στόχους τους και τις ιδιαίτερες ανάγκες τους μέσω εξατομικευμένης προσέγγισης, στο πλαίσιο της οποίας ένα σκέλος θα είναι αφιερωμένο ειδικά στον οπτικοακουστικό τομέα, ένα σκέλος θα είναι αφιερωμένο στους υπόλοιπους πολιτιστικούς και δημιουργικούς τομείς, και ένα σκέλος θα είναι διατομεακό.
(7)  Το πρόγραμμα, για να είναι αποτελεσματικό, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη συγκεκριμένη φύση και τις προκλήσεις των διάφορων τομέων, τις διαφορετικές ομάδες-στόχους τους και τις ιδιαίτερες ανάγκες τους μέσω εξατομικευμένης προσέγγισης, στο πλαίσιο της οποίας ένα σκέλος θα είναι αφιερωμένο ειδικά στον οπτικοακουστικό τομέα, ένα σκέλος θα είναι αφιερωμένο στους υπόλοιπους πολιτιστικούς και δημιουργικούς τομείς, και ένα σκέλος θα είναι διατομεακό. Το πρόγραμμα θα πρέπει να παρέχει ίση υποστήριξη σε όλους τους πολιτιστικούς και δημιουργικούς τομείς μέσω οριζόντιων συστημάτων που στοχεύουν στην κάλυψη κοινών αναγκών. Βάσει πιλοτικών έργων, προκαταρκτικών δράσεων και μελετών, το πρόγραμμα θα πρέπει να υλοποιήσει επίσης τις δράσεις ανά τομέα που παρατίθενται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.
Τροπολογία 11
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 7 α (νέα)
(7α)  Η μουσική, σε όλες τις μορφές και τις εκφράσεις της, και ιδίως η σύγχρονη και η ζωντανή μουσική, συνιστά σημαντικό στοιχείο της πολιτιστικής, καλλιτεχνικής και οικονομικής κληρονομιάς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτελεί στοιχείο κοινωνικής συνοχής, πολυπολιτισμικής ολοκλήρωσης και κοινωνικοποίησης των νέων, διαδραματίζει δε καίριο ρόλο στην ενίσχυση του πολιτισμού, συμπεριλαμβανομένου του πολιτισμικού τουρισμού. Ως εκ τούτου, ο τομέας της μουσικής θα πρέπει να αποτελέσει το επίκεντρο των ειδικών δράσεων που επιδιώκονται ως μέρος του σκέλους ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τη χρηματοδοτική κατανομή και τις στοχοθετημένες δράσεις. Με τη βοήθεια εξατομικευμένων προσκλήσεων και χρηματοδοτικών μέσων θα πρέπει να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα του τομέα της μουσικής και να αντιμετωπιστούν ορισμένες από τις συγκεκριμένες προκλήσεις που αντιμετωπίζει.
Τροπολογία 12
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 7 β (νέα)
(7β)  Πρέπει να ενισχυθεί η στήριξη που παρέχεται από την Ένωση στον τομέα των διεθνών πολιτιστικών σχέσεων. Το πρόγραμμα θα πρέπει επίσης να επιχειρήσει να συμβάλει στον τρίτο στρατηγικό στόχο της νέας ευρωπαϊκής ατζέντας για τον πολιτισμό αξιοποιώντας τον πολιτισμικό και διαπολιτισμικό διάλογο ως κινητήριες δυνάμεις για τη βιώσιμη κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Στην Ένωση και σε ολόκληρο τον κόσμο, οι πόλεις αποτελούν φορείς χάραξης νέων πολιτιστικών πολιτικών. Μεγάλος αριθμός δημιουργικών κοινωνιών είναι συγκεντρωμένες σε κόμβους, εκκολαπτήρια και ειδικούς χώρους παγκοσμίως. Η ΕΕ θα πρέπει να διαδραματίσει καίριο ρόλο ως μέσο δικτύωσης αυτών των κοινωνιών από την Ένωση και τρίτες χώρες και να προαγάγει την πολυτομεακή συνεργασία μεταξύ των καλλιτεχνικών, δημιουργικών και ψηφιακών δεξιοτήτων.
Τροπολογία 13
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 8
(8)  Στόχος του διατομεακού σκέλους είναι η εκμετάλλευση του δυναμικού συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων πολιτιστικών και δημιουργικών τομέων. Μια κοινή διατομεακή προσέγγιση μπορεί να επιφέρει οφέλη από την άποψη της μεταφοράς γνώσεων και της διοικητικής αποτελεσματικότητας.
(8)  Στόχος του διατομεακού σκέλους είναι η αντιμετώπιση των κοινών προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι διάφοροι πολιτιστικοί και δημιουργικοί τομείς και η εκμετάλλευση του δυναμικού συνεργασίας μεταξύ τους. Μια κοινή διατομεακή προσέγγιση μπορεί να επιφέρει οφέλη από την άποψη της μεταφοράς γνώσεων και της διοικητικής αποτελεσματικότητας.
Τροπολογία 14
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 9
(9)  Η παρέμβαση της Ένωσης είναι αναγκαία στον οπτικοακουστικό τομέα ώστε να συνοδεύσει τις πολιτικές της Ένωσης για την ψηφιακή ενιαία αγορά. Αυτό αφορά κυρίως τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τον προτεινόμενο κανονισμό για τις επιγραμμικές μεταδόσεις ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών16, καθώς και η πρόταση τροποποίησης της οδηγίας 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου17. Σκοπός τους είναι να ενισχυθεί η ικανότητα των ευρωπαϊκών οπτικοακουστικών φορέων να χρηματοδοτούν, να παράγουν και να διαδίδουν έργα τα οποία έχουν τη δυνατότητα να είναι επαρκώς ορατά στα διάφορα διαθέσιμα μέσα (π.χ. τηλεόραση, κινηματογράφος ή βίντεο κατά παραγγελία), καθώς και ελκυστικά για το κοινό σε μια όλο και περισσότερο ανοικτή και ανταγωνιστική αγορά εντός και εκτός Ευρώπης. Η στήριξη θα πρέπει να αυξηθεί για την αντιμετώπιση των πρόσφατων εξελίξεων της αγοράς, ιδίως της ισχυρότερης θέσης των διεθνών πλατφορμών διανομής σε σύγκριση με τους εθνικούς ραδιοτηλεοπτικούς φορείς που παραδοσιακά επενδύουν στην παραγωγή ευρωπαϊκών έργων.
(9)  Η παρέμβαση της Ένωσης είναι αναγκαία στον οπτικοακουστικό τομέα ώστε να συνοδεύσει τις πολιτικές της Ένωσης για την ψηφιακή ενιαία αγορά. Αυτό αφορά κυρίως τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, τον προτεινόμενο κανονισμό για τις επιγραμμικές μεταδόσεις ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών16 και την οδηγία (ΕΕ) 2018/1808 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου17. Σκοπός τους είναι να ενισχυθεί η ικανότητα των ευρωπαϊκών οπτικοακουστικών φορέων να χρηματοδοτούν, να παράγουν και να διαδίδουν έργα διαφόρων μορφών στα διάφορα διαθέσιμα μέσα (π.χ. τηλεόραση, κινηματογράφος ή βίντεο κατά παραγγελία), καθώς και ελκυστικά για το κοινό σε μια όλο και περισσότερο ανοικτή και ανταγωνιστική αγορά εντός και εκτός Ευρώπης. Η στήριξη θα πρέπει να αυξηθεί για την αντιμετώπιση των πρόσφατων εξελίξεων της αγοράς, ιδίως της ισχυρότερης θέσης των διεθνών πλατφορμών διανομής σε σύγκρισ