Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2018/0106(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0398/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0398/2018

Συζήτηση :

PV 15/04/2019 - 14
CRE 15/04/2019 - 14

Ψηφοφορία :

PV 16/04/2019 - 8.8
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0366

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 474kWORD 138k
Τρίτη 16 Απριλίου 2019 - Στρασβούργο Προσωρινή έκδοση
Προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης ***I
P8_TA-PROV(2019)0366A8-0398/2018
Ψήφισμα
 Ενοποιημένο κείμενο

Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά που αφορά την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης (COM(2018)0218 – C8-0159/2018 – 2018/0106(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0218),

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 294 παράγραφος 2 και τα άρθρα 16, 33, 43, 50, 53 παράγραφος 1, 62, 91, 100, 103, 109, 114, 168, 169, 192, 207 και 325 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 31 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0159/2018),

–  έχοντας υπόψη τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων επί της προτεινόμενης νομικής βάσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 και τα άρθρα 16, 43 παράγραφος 2, 50, 53 παράγραφος 1, 91, 100, 114, 168 παράγραφος 4, 169, 192 παράγραφος 1 και 325 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 31 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας,

–  έχοντας υπόψη την αιτιολογημένη γνώμη που υποβλήθηκε από το Σουηδικό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με την οποία υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 18ης Οκτωβρίου 2018(2),

–  κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή των Περιφερειών,

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 15ης Μαρτίου 2019, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 59 και 39 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού, της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας και της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A8-0398/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  λαμβάνει υπό σημείωση τη δήλωση της Επιτροπής που επισυνάπτεται στο παρόν ψήφισμα·

3.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

4.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

(1) ΕΕ C 405 της 9.11.2018, σ. 1.
(2) ΕΕ C 62 της 15.2.2019, σ. 155.


Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 16 Απριλίου 2019 εν όψει της έγκρισης οδηγίας (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης(1)
P8_TC1-COD(2018)0106

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 16, ▌43 παράγραφος 2, 50, 53 παράγραφος 1, ▌91, 100, ▌114, 168 παράγραφος 4, 169, 192 παράγραφος 1 και το άρθρο 325 παράγραφος 4 και τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και ιδίως το άρθρο 31,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(3),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου(4),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της ομάδας που συγκρότησε η επιστημονική και τεχνική επιτροπή από επιστημονικούς εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, βάσει του άρθρου 31 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(5),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Τα πρόσωπα που εργάζονται σε έναν δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό ή που έρχονται σε επαφή μ’ αυτόν στο πλαίσιο των εργασιακών δραστηριοτήτων τους είναι συχνά τα πρώτα που ανακαλύπτουν απειλές ή βλάβη για το δημόσιο συμφέρον που ανακύπτουν στο πλαίσιο αυτό. Με τις καταγγελίες τους συμβάλλουν καθοριστικά στην αποκάλυψη και την πρόληψη παραβάσεων του δικαίου που είναι επιβλαβείς για το δημόσιο συμφέρον, καθώς και στη διασφάλιση της κοινωνικής ευημερίας. Ωστόσο, συχνά ο φόβος αντιποίνων αποθαρρύνει τους δυνητικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος από την καταγγελία των ανησυχιών ή των υπονοιών τους. Σε αυτό το πλαίσιο, αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε διεθνές επίπεδο η σημασία της διασφάλισης ισορροπημένης και αποτελεσματικής προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος.

(2)  Σε επίπεδο Ένωσης, οι καταγγελίες και οι δημοσιοποιήσεις μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος συνιστούν στοιχείο του αρχικού σταδίου επιβολής του δικαίου και των πολιτικών της Ένωσης: τροφοδοτούν εθνικά και ενωσιακά συστήματα επιβολής της νομοθεσίας με πληροφορίες που οδηγούν στην αποτελεσματική ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.

(3)  Σε ορισμένους τομείς πολιτικής, οι παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου - ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους βάσει της εθνικής νομοθεσίας ως διοικητικών, ποινικών ή άλλων ειδών παραβιάσεων - μπορεί να θίγουν σοβαρά το δημόσιο συμφέρον, υπό την έννοια ότι εγκυμονούν σημαντικούς κινδύνους για την κοινωνική ευημερία. Εφόσον διαπιστώνονται αδυναμίες επιβολής του νόμου στους εν λόγω τομείς, και εφόσον οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος βρίσκονται συνήθως σε πλεονεκτική θέση να αποκαλύπτουν παραβάσεις, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η επιβολή του νόμου εφαρμόζοντας αποτελεσματικούς, εμπιστευτικούς και ασφαλείς διαύλους καταγγελίας και διασφαλίζοντας την αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος από αντίποινα ▌.

(4)  Η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος που παρέχεται σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό μεταξύ των κρατών μελών και ανομοιομορφία μεταξύ των διάφορων τομέων πολιτικής. Οι συνέπειες των παραβάσεων του ενωσιακού δικαίου που έχουν διασυνοριακή διάσταση και αποκαλύπτονται από τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος καταδεικνύουν πώς η ανεπαρκής προστασία σε ένα κράτος μέλος όχι μόνο επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία των πολιτικών της ΕΕ στο εν λόγω κράτος μέλος, αλλά μπορεί να προκαλέσει και δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλα κράτη μέλη και στην Ένωση συνολικά.

(5)  Ομοίως, τα ελάχιστα κοινά πρότυπα που διασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος θα πρέπει να ισχύουν για τις πράξεις και τους τομείς πολιτικής όπου·

i)  υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης της επιβολής του νόμου·

ii)  η ανεπαρκής καταγγελία δυσλειτουργιών από μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα που επηρεάζει την επιβολή του νόμου, και

iii)  οι παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης βλάπτουν σοβαρά το δημόσιο συμφέρον.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων και σε άλλους τομείς με σκοπό τη διασφάλιση ενός ολοκληρωμένου και συνεκτικού πλαισίου σε εθνικό επίπεδο.

(6)  Η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος είναι απαραίτητη για την ενίσχυση της επιβολής του ενωσιακού δικαίου στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων. Πέρα από την ανάγκη πρόληψης και εντοπισμού της απάτης και της διαφθοράς στο πλαίσιο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της ΕΕ, περιλαμβανομένων των συμβάσεων προμηθειών, είναι απαραίτητο να αντιμετωπιστεί η ανεπαρκής επιβολή των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις από τις εθνικές αρχές και ορισμένες επιχειρήσεις κοινής ωφελείας κατά την αγορά αγαθών, έργων και υπηρεσιών. Οι παραβάσεις των εν λόγω κανόνων συχνά προκαλούν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, αυξάνουν το κόστος της επιχειρηματικής δραστηριότητας, θίγουν τα συμφέροντα επενδυτών και των μετόχων και, γενικότερα, περιορίζουν την ελκυστικότητα των επενδύσεων και διαμορφώνουν άνισους όρους ανταγωνισμού για όλες τις επιχειρήσεις ανά την Ευρώπη επηρεάζοντας, συνεπώς, την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(7)  Στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, η προστιθέμενη αξία της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος έχει ήδη αναγνωριστεί από τον νομοθέτη της Ένωσης. Στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, η οποία αποκάλυψε σημαντικές ανεπάρκειες στην επιβολή των συναφών κανόνων, εισήχθησαν μέτρα για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων εσωτερικών και εξωτερικών διαύλων καταγγελίας, καθώς και ρητή απαγόρευση αντιποίνων, σε σημαντικό αριθμό νομοθετικών πράξεων του εν λόγω τομέα(6). Ειδικότερα, στο πλαίσιο της προληπτικής εποπτείας που εφαρμόζεται στα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων, προβλέπεται προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος από την οδηγία 2013/36/ΕΕ και από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων.

(8)  Όσον αφορά την ασφάλεια των προϊόντων που διατίθενται στην εσωτερική αγορά, πρωταρχική πηγή συλλογής αποδεικτικών στοιχείων είναι οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αλυσίδα κατασκευής και διανομής και, συνεπώς, η καταγγελία δυσλειτουργιών από μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος έχει υψηλή προστιθέμενη αξία, δεδομένου ότι βρίσκονται πολύ εγγύτερα στην πηγή πιθανώς αθέμιτων και παράνομων πρακτικών κατασκευής, εισαγωγής και διανομής μη ασφαλών προϊόντων. Το γεγονός αυτό καθιστά αναγκαία τη θέσπιση της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος σε σχέση με τις απαιτήσεις ασφαλείας που εφαρμόζονται τόσο στα «εναρμονισμένα προϊόντα»(7) όσο και στα «μη εναρμονισμένα προϊόντα»(8). Η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος είναι επίσης καθοριστικής σημασίας για την αποφυγή της εκτροπής πυροβόλων όπλων, εξαρτημάτων τους, μερών τους και πυρομαχικών, καθώς και προϊόντων συνδεόμενων με τον τομέα της άμυνας, με την ενθάρρυνση της καταγγελίας παραβάσεων, όπως είναι η παραποίηση εγγράφων, η αλλοίωση της επισήμανσης ▌και η δόλια ενδοκοινοτική απόκτηση πυροβόλων όπλων, επειδή οι παραβάσεις συχνά συνεπάγονται εκτροπή από τη νόμιμη αγορά στην παράνομη. Η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος θα συμβάλει επίσης στην πρόληψη της παράνομης κατασκευής αυτοσχέδιων εκρηκτικών, συμβάλλοντας στην ορθή εφαρμογή περιορισμών και ελέγχων όσον αφορά τις πρόδρομες ουσίες εκρηκτικών υλών.

(9)  Η σπουδαιότητα της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά την πρόληψη και την αποτροπή παραβάσεων των ενωσιακών κανόνων σχετικά με την ασφάλεια των μεταφορών που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές έχει ήδη αναγνωριστεί σε τομεακές ενωσιακές πράξεις σχετικά με την ασφάλεια της αεροπορίας(9) και την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών(10), οι οποίες προβλέπουν ειδικά προσαρμοσμένα μέτρα για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, καθώς και ειδικούς διαύλους καταγγελίας. Οι εν λόγω πράξεις περιλαμβάνουν επίσης την προστασία έναντι αντιποίνων για τους εργαζομένους που καταγγέλλουν δικό τους ακούσιο σφάλμα (η αποκαλούμενη «νοοτροπία δικαίου»). Είναι αναγκαία η συμπλήρωση και η επέκταση των υφιστάμενων στοιχείων προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος στους δύο αυτούς τομείς, καθώς επίσης η παροχή της εν λόγω προστασίας, ώστε να ενισχυθεί η επιβολή των προτύπων ασφάλειας για άλλους τρόπους μεταφοράς, ιδίως δε για τις εσωτερικές πλωτές, τις οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές.

(10)  Η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, η πρόληψη, ο εντοπισμός και η αντιμετώπιση περιβαλλοντικών εγκλημάτων και παράνομης συμπεριφοράς ή παραλείψεων καθώς και πιθανών παραβιάσεων όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος εξακολουθούν να αποτελούν προβληματικά θέματα και θα πρέπει να βελτιωθούν, όπως έχει αναγνωριστεί στην ανακοίνωση της Επιτροπής «Ενέργειες της ΕΕ για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης και διακυβέρνησης» της 18ης Ιανουαρίου 2018(11). Παρά το γεγονός ότι κανόνες για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος υφίστανται σήμερα σε μία μόνο τομεακή πράξη για την προστασία του περιβάλλοντος(12), η θέσπιση της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η αποτελεσματική επιβολή του περιβαλλοντικού κεκτημένου της Ένωσης, του οποίου οι παραβάσεις μπορούν να βλάψουν ▌το δημόσιο συμφέρον με πιθανότητα δευτερογενών επιπτώσεων πέραν των εθνικών συνόρων. Το ίδιο ισχύει και για περιπτώσεις μη ασφαλών προϊόντων που μπορούν να προκαλέσουν περιβαλλοντική βλάβη.

(11)  Η ενίσχυση της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος αναμένεται επίσης να ευνοήσει την πρόληψη και την αποτροπή παραβάσεων των κανόνων της Ευρατόμ για την πυρηνική ασφάλεια, την ακτινοπροστασία και την υπεύθυνη και ασφαλή διαχείριση αναλωμένων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων. Θα ενισχύσει επίσης την επιβολή υφιστάμενων διατάξεων της αναθεωρημένης οδηγίας για την πυρηνική ασφάλεια(13) σχετικά με την αποτελεσματική νοοτροπία πυρηνικής ασφάλειας και ιδίως της διάταξης του άρθρου 8β παράγραφος 2 στοιχείο α), που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η αρμόδια εθνική αρχή θεσπίζει συστήματα διαχείρισης που δίδουν στην πυρηνική ασφάλεια τη δέουσα προτεραιότητα και προάγουν, σε όλα τα επίπεδα του προσωπικού και της διοίκησης, τη δυνατότητα να εξετάζεται η αποτελεσματική υλοποίηση των σχετικών αρχών και πρακτικών ασφάλειας και να καταγγέλλονται εγκαίρως τα σχετικά με ζητήματα ασφάλειας.

(12)  Παρόμοιο σκεπτικό καθιστά αναγκαία τη θέσπιση της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος στη βάση των υφιστάμενων διατάξεων, ώστε να αποτρέπονται οι παραβάσεις των κανόνων της ΕΕ στον τομέα της τροφικής αλυσίδας, και συγκεκριμένα στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων και των ζωοτροφών, καθώς και της υγείας, της προστασίας και καλής μεταχείρισης των ζώων. Οι διαφορετικοί ενωσιακοί κανόνες που έχουν αναπτυχθεί στους εν λόγω τομείς είναι στενά συνυφασμένοι μεταξύ τους. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002(14) καθορίζει τις γενικές αρχές και απαιτήσεις στις οποίες βασίζονται όλα τα ενωσιακά και εθνικά μέτρα που σχετίζονται με τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές, και επικεντρώνεται ιδιαίτερα στην ασφάλεια των τροφίμων με σκοπό να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και των συμφερόντων των καταναλωτών σε σχέση με τα τρόφιμα, καθώς και την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων δεν πρέπει να αποθαρρύνουν τη συνεργασία των υπαλλήλων τους και άλλων με τις αρμόδιες αρχές, όταν η συνεργασία αυτή μπορεί να αποτρέψει, να περιορίσει ή να εξαλείψει έναν κίνδυνο από τρόφιμα. Ο νομοθέτης της Ένωσης ακολουθεί παρόμοια προσέγγιση όσον αφορά τον «νόμο για την υγεία των ζώων» στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/429 για την καθιέρωση κανόνων για την πρόληψη και τον έλεγχο των νόσων των ζώων που είναι μεταδοτικές σε ανθρώπους ή σε ζώα(15). Η οδηγία 98/58/ΕΚ του Συμβουλίου και η οδηγία 2010/63/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 1/2005 του Συμβουλίου και ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 1099/2009 του Συμβουλίου, θεσπίζουν κανόνες για την προστασία και την καλή μεταχείριση των ζώων κτηνοτροφίας, κατά τη μεταφορά, κατά τη στιγμή της θανάτωσης.

(13)  Στο ίδιο πνεύμα, οι καταγγελίες των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος μπορεί να είναι καθοριστικές για τον εντοπισμό και την πρόληψη, τον περιορισμό ή την εξάλειψη των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την προστασία των καταναλωτών που απορρέουν από παραβάσεις των ενωσιακών κανόνων οι οποίες, υπό άλλες συνθήκες, θα παρέμεναν στο σκοτάδι. Η προστασία των καταναλωτών, ιδίως, συνδέεται επίσης στενά με περιπτώσεις στις οποίες μη ασφαλή προϊόντα μπορούν να προκαλέσουν σημαντική βλάβη στους καταναλωτές.▌

(14)  Η προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία κατοχυρώνεται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αποτελεί έναν ακόμη τομέα στον οποίο οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος μπορούν να βοηθήσουν στην αποκάλυψη παραβάσεων του ενωσιακού δικαίου δυνάμενων ▌να βλάψουν το δημόσιο συμφέρον. Παρόμοιο είναι το σκεπτικό που ισχύει για παραβάσεις της οδηγίας σχετικά με την ασφάλεια συστημάτων δικτύου και πληροφοριών(16), η οποία εισάγει την κοινοποίηση συμβάντων (περιλαμβανομένων επίσης συμβάντων που δεν θέτουν σε κίνδυνο δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα) και απαιτήσεις ασφάλειας για φορείς που παρέχουν βασικές υπηρεσίες σε πολλούς τομείς (λ.χ. ενέργεια, υγεία, μεταφορές, τράπεζες, κλπ.) και παρόχους καίριων ψηφιακών υπηρεσιών (λ.χ. υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους) και για τους παρόχους βασικών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, όπως το νερό, η ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο.. Η υποβολή καταγγελιών από μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος στον συγκεκριμένο τομέα είναι πολύτιμη ιδίως για την πρόληψη συμβάντων ασφαλείας τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν βασικές οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες και ευρέως χρησιμοποιούμενες ψηφιακές υπηρεσίες, καθώς και για την πρόληψη ενδεχόμενων παραβάσεων της νομοθεσίας της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων. Συμβάλλει στη διασφάλιση της αδιάλειπτης λειτουργίας υπηρεσιών ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την ευημερία της κοινωνίας.

(15)  Επιπλέον, η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, που σχετίζεται με την πάταξη της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων που θίγουν τη χρήση των δαπανών της Ένωσης, τη συγκέντρωση των εσόδων της Ένωσης και πόρους ή περιουσιακά στοιχεία της Ένωσης, συνιστά μείζονα τομέα στον οποίο χρειάζεται να ενισχυθεί η επιβολή του ενωσιακού δικαίου. Η ενίσχυση της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης περιλαμβάνει επίσης την εκτέλεση του ενωσιακού προϋπολογισμού σε σχέση με τις δαπάνες που πραγματοποιούνται βάσει της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας. Η μη αποτελεσματική επιβολή του νόμου στον τομέα των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, περιλαμβανομένης της απάτης και της διαφθοράς σε εθνικό επίπεδο, οδηγεί σε περιορισμό των εσόδων της Ένωσης και σε κατάχρηση των πόρων της ΕΕ, κατάσταση που μπορεί να στρεβλώσει τις δημόσιες επενδύσεις και την ανάπτυξη και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δράση της ΕΕ. Το άρθρο 325 της ΣΛΕΕ απαιτεί από την Ένωση και τα κράτη μέλη να καταπολεμούν τέτοιες δραστηριότητες. Ως προς το θέμα αυτό τα σχετικά μέτρα της Ένωσης περιλαμβάνουν, ιδίως, τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου, ο οποίος συμπληρώνεται, για τα σοβαρότερα είδη συμπεριφοράς που σχετίζονται με απάτη, από την οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 και τη σύμβαση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 26ης Ιουλίου 1995, συμπεριλαμβανομένων των πρωτοκόλλων της της 27ης Σεπτεμβρίου 1996(17), της 29ης Νοεμβρίου 1996(18) και της 19ης Ιουνίου 1997 (Σύμβαση και πρωτόκολλα που παραμένουν σε ισχύ για τα κράτη μέλη που δεν δεσμεύονται από την οδηγία (ΕΕ) 2017/1372), καθώς και τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 (OLAF).

(16)  Θα πρέπει επίσης να θεσπιστούν κοινά ελάχιστα πρότυπα για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος για παραβάσεις που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά, όπως αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα μέτρα της Ένωσης που αποσκοπούν στη δημιουργία ή τη διασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς έχουν ως στόχο να συμβάλουν στην εξάλειψη των υφιστάμενων ή νεοεμφανιζόμενων εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή στην εξάλειψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.

(17)  Ειδικά, η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος για την ενίσχυση της επιβολής της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένης της κρατικής ενίσχυσης, θα μπορούσε να συμβάλει στη διασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας των αγορών στην Ένωση, να εξασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις και να αποφέρει οφέλη στους καταναλωτές. Όσον αφορά τους κανόνες ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις, η σημασία των πληροφοριών εκ των έσω για τον εντοπισμό παραβάσεων του δικαίου περί ανταγωνισμού έχει ήδη αναγνωριστεί στην πολιτική επιεικούς μεταχείρισης της ΕΕ, καθώς και με την πρόσφατη εισαγωγή ενός εργαλείου ανώνυμης καταγγελίας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι παραβάσεις που αφορούν τον ανταγωνισμό και τις κρατικές ενισχύσεις αφορούν τα άρθρα 101, 102, 106, 107 και 108 της ΣΛΕΕ και τους κανόνες του παράγωγου δικαίου που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους.

(18)  Πράξεις που παραβαίνουν τους κανόνες για τη φορολογία των εταιρειών και διακανονισμοί με στόχο την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος και την αποφυγή νόμιμων υποχρεώσεων ματαιώνουν το αντικείμενο ή τον σκοπό της εφαρμοστέας νομοθεσίας περί φορολογίας εταιρειών και επηρεάζουν αρνητικά την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Μπορούν να προκαλέσουν αθέμιτο φορολογικό ανταγωνισμό και εκτεταμένη φοροδιαφυγή, στρεβλώνοντας τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις και επιφέροντας απώλεια φορολογικών εσόδων για τον προϋπολογισμό των κρατών μελών και της Ένωσης συνολικά. Η παρούσα οδηγία προβλέπει προστασία έναντι αντιποίνων για όσους καταγγέλλουν περιπτώσεις αποφυγής ή/και καταχρηστικές ρυθμίσεις οι οποίες διαφορετικά θα μπορούσαν να μην εντοπιστούν, με σκοπό την ενίσχυση της ικανότητας των αρμόδιων αρχών να διασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να αίρουν τις στρεβλώσεις και τους φραγμούς στο εμπόριο που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα των εταιρειών στην εσωτερική αγορά, που συνδέονται άμεσα με τους κανόνες για την ελεύθερη κυκλοφορία, καθώς και σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος έρχεται να προστεθεί σε πρόσφατες πρωτοβουλίες της Επιτροπής που αποσκοπούν στην ενίσχυση της διαφάνειας και της ανταλλαγής πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας και στη δημιουργία ενός δικαιότερου περιβάλλοντος φορολόγησης εταιρειών εντός της Ένωσης, με απώτερο στόχο την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των κρατών μελών όσον αφορά τον εντοπισμό διακανονισμών αποφυγής και/ή κατάχρησης που διαφορετικά ενδεχομένως να μην εντοπίζονταν, και αναμένεται να συμβάλλει στην αποτροπή τέτοιων διακανονισμών, ακόμη και αν η παρούσα οδηγία δεν εναρμονίζει διατάξεις που αφορούν φόρους, είτε πρόκειται για ουσιαστικούς είτε για διαδικαστικούς.

(19)  Το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο α) ορίζει το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας με παραπομπή σε κατάλογο πράξεων της Ένωσης που παρατίθεται στο παράρτημα (μέρη I και II). Αυτό σημαίνει ότι, όταν οι εν λόγω πράξεις της Ένωσης καθορίζουν με τη σειρά τους το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής τους με αναφορά στις πράξεις της Ένωσης που απαριθμούνται στα παραρτήματά τους, οι πράξεις αυτές αποτελούν επίσης μέρος του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Επιπλέον, η παραπομπή στις πράξεις του παραρτήματος θα πρέπει να νοείται ότι περιλαμβάνει όλα τα εθνικά και ενωσιακά εκτελεστικά ή κατ’ εξουσιοδότηση μέτρα που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τις εν λόγω πράξεις. Επιπλέον, η παραπομπή στις πράξεις της Ένωσης στο παράρτημα της παρούσας οδηγίας πρέπει να νοείται ως δυναμική αναφορά, δηλαδή εάν η πράξη της Ένωσης στο παράρτημα έχει τροποποιηθεί ή πρόκειται να τροποποιηθεί, η αναφορά αφορά την πράξη όπως τροποποιήθηκε· εάν η πράξη της Ένωσης στο παράρτημα έχει αντικατασταθεί ή θα αντικατασταθεί, η αναφορά σχετίζεται με τη νέα πράξη.

(20)  Ορισμένες πράξεις της Ένωσης, ιδίως στον τομέα των οικονομικών υπηρεσιών, όπως ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 για την κατάχρηση της αγοράς(19), και η εκτελεστική οδηγία της Επιτροπής 2015/2392, που εκδόθηκε βάσει του εν λόγω κανονισμού(20), ήδη περιλαμβάνουν αναλυτικούς κανόνες για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Αυτή η υφιστάμενη ενωσιακή νομοθεσία, καθώς και ο κατάλογος του μέρους ΙΙ του παραρτήματος, θα πρέπει να διατηρούν τυχόν ιδιαιτερότητες που προβλέπουν, προσαρμοσμένες στους σχετικούς τομείς. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό προκειμένου να εξακριβωθεί ποιες νομικές οντότητες στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας είναι σήμερα υποχρεωμένες να διαθέτουν εσωτερικούς διαύλους καταγγελίας. Ταυτόχρονα, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνοχή και η ασφάλεια δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από τα τομεακά μέσα, τα οποία θα πρέπει να συμπληρωθούν από την παρούσα οδηγία, στο μέτρο που τα ζητήματα δεν ρυθμίζονται σε αυτά, ώστε να ευθυγραμμίζονται πλήρως με τα ελάχιστα πρότυπα. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να διευκρινίζει περαιτέρω τον σχεδιασμό των εσωτερικών και εξωτερικών διαύλων, τις υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών και τις ειδικές μορφές προστασίας που πρέπει να παρέχονται σε εθνικό επίπεδο έναντι των αντιποίνων. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 28 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 προβλέπει τη δυνατότητα για τα κράτη μέλη να παρέχουν εσωτερικό δίαυλο καταγγελίας στον τομέα που καλύπτεται από τον εν λόγω κανονισμό. Για λόγους συνέπειας με τα ελάχιστα πρότυπα που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, η υποχρέωση καθιέρωσης εσωτερικών διαύλων καταγγελίας που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται σε σχέση με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1286/2014.

(21)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει την προστασία που παρέχεται στους εργαζομένους που καταγγέλλουν παραβάσεις του ενωσιακού εργατικού δικαίου. Ιδίως στον τομέα της επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας, το άρθρο 11 της οδηγίας-πλαισίου 89/391/ΕΟΚ απαιτεί ήδη από τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι οι εργαζόμενοι ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων δεν υφίστανται διακρίσεις διότι αιτούνται ή προτείνουν στους εργοδότες κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισης οποιουδήποτε κινδύνου για τους εργαζομένους και/ή εξάλειψης των πηγών του κινδύνου. Οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους έχουν το δικαίωμα να εγείρουν ζητήματα στις αρμόδιες εθνικές αρχές αν κρίνουν ότι τα ληφθέντα μέτρα και τα διατιθέμενα από τον εργοδότη μέσα δεν αρκούν για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια και η υγεία.

(22)  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι εκθέσεις σχετικά με τις διαπροσωπικές καταγγελίες οι οποίες αφορούν αποκλειστικά τον καταγγέλλοντα, δηλαδή καταγγελία σχετικά με διαπροσωπικές συγκρούσεις μεταξύ του καταγγέλλοντος και άλλου εργαζομένου, μπορούν να διοχετεύονται σε άλλες διαθέσιμες διαδικασίες.

(23)  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την προστασία που παρέχεται με τις διαδικασίες για την αναφορά πιθανών παράνομων δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων της απάτης ή της διαφθοράς, εις βάρος των συμφερόντων της Ένωσης, ή της εκτέλεσης επαγγελματικών καθηκόντων που ενδέχεται να συνιστούν σοβαρή παράλειψη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θεσπίζεται δυνάμει των άρθρων 22α, 22β και 22γ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ένωσης, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/69 του Συμβουλίου(21). Η οδηγία εφαρμόζεται όταν οι υπάλληλοι της ΕΕ καταγγέλλουν σε εργασιακό πλαίσιο εκτός της σχέσης εργασίας τους με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ.

(24)  Η εθνική ασφάλεια παραμένει στην αποκλειστική σφαίρα ευθύνης κάθε κράτους μέλους. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στις αναφορές για παραβάσεις που σχετίζονται με συμβάσεις που άπτονται της άμυνας ή της ασφάλειας, εφόσον καλύπτονται από το άρθρο 346 της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν τα κράτη μέλη αποφασίσουν να επεκτείνουν την προστασία που παρέχει η οδηγία σε άλλους τομείς ή πράξεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, τα εν λόγω κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν ειδικές διατάξεις για την προστασία ουσιωδών συμφερόντων της εθνικής ασφάλειας.

(25)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει επίσης να θίγει την προστασία της εθνικής ασφάλειας και άλλων διαβαθμισμένων πληροφοριών οι οποίες, για λόγους ασφαλείας, προστατεύονται έναντι μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης βάσει του ενωσιακού δικαίου ή νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων που ισχύουν στο οικείο κράτος μέλος. ▌Επιπλέον, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να επηρεάζουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/444 της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 2015, σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ ή την απόφαση του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ.

(26)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρων και των πελατών τους («δικηγορικό απόρρητο»), όπως προβλέπεται από την εθνική και, κατά περίπτωση, το ενωσιακό δίκαιο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, η οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει την υποχρέωση τήρησης του απορρήτου των επικοινωνιών των παρόχων υγειονομικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένων των θεραπευτών, των ασθενών τους και των φακέλων ασθενών («ιατρικό απόρρητο»), όπως προβλέπεται στην εθνική και ενωσιακή νομοθεσία.

(27)  Τα μέλη άλλων επαγγελμάτων μπορούν να τύχουν προστασίας δυνάμει της παρούσας οδηγίας όταν παρέχουν πληροφορίες που προστατεύονται από τους εφαρμοστέους επαγγελματικούς κανόνες, υπό την προϋπόθεση ότι η αναφορά των εν λόγω πληροφοριών είναι απαραίτητη για την αποκάλυψη παραβίασης εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

(28)  Ενώ η παρούσα οδηγία προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, περιορισμένη απαλλαγή από την ευθύνη, συμπεριλαμβανομένης της ποινικής ευθύνης, σε περίπτωση παράβασης της εμπιστευτικότητας, δεν θίγει τους εθνικούς κανόνες περί ποινικής δικονομίας, ιδίως εκείνους που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ακεραιότητας των ερευνών και των διαδικασιών ή των δικαιωμάτων υπεράσπισης των ενδιαφερόμενων προσώπων. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη της εισαγωγής μέτρων προστασίας σε άλλα είδη εθνικού δικονομικού δικαίου, και ιδίως της αντιστροφής του βάρους της απόδειξης στις εθνικές διοικητικές, αστικές ή εργατικές υποθέσεις.

(29)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τους εθνικούς κανόνες σχετικά με την άσκηση των δικαιωμάτων των εκπροσώπων των εργαζομένων στην ενημέρωση, τη διαβούλευση και τη συμμετοχή στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και την υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Αυτό δεν θα πρέπει να θίγει το επίπεδο προστασίας που παρέχεται από την οδηγία.

(30)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες πρόσωπα τα οποία, με βάση την εν γνώσει συναίνεσή τους, έχουν αναγνωριστεί ως πληροφοριοδότες ή καταχωρισμένα ως παρέχοντες πληροφορίες σε βάσεις δεδομένων υπό τη διαχείριση εντεταλμένων αρχών σε εθνικό επίπεδο, όπως οι τελωνειακές αρχές, καταγγέλλουν παραβάσεις στις αρχές επιβολής της νομοθεσίας, έναντι αμοιβής ή αποζημίωσης. Οι εν λόγω καταγγελίες υποβάλλονται σύμφωνα με ειδικές διαδικασίες που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ανωνυμίας τους προκειμένου να προστατευθεί η σωματική τους ακεραιότητα και οι οποίες είναι διακριτές από τους διαύλους καταγγελίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

(31)  Τα άτομα που καταγγέλλουν πληροφορίες που αφορούν απειλές ή βλάβη για το δημόσιο συμφέρον, τις οποίες απέκτησαν στο πλαίσιο των εργασιακών δραστηριοτήτων τους, ασκούν το δικαίωμά τους στην ελευθερία έκφρασης. Το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και της πληροφόρησης, κατά την έννοια του άρθρου 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης») και του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), περιλαμβάνει το δικαίωμα λήψης και μετάδοσης πληροφοριών, καθώς και την ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και την πολυφωνία.

(32)  Ομοίως, η παρούσα οδηγία βασίζεται στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και στις αρχές που διαμόρφωσε το Συμβούλιο της Ευρώπης το 2014 στη σύστασή του για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος(22).

(33)  Προκειμένου να απολαμβάνουν προστασία, οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να πιστεύουν εύλογα, βάσει των περιστάσεων και των πληροφοριών που έχουν στη διάθεσή τους κατά τον χρόνο της καταγγελίας, ότι τα ζητήματα που καταγγέλλουν είναι αληθή. Αυτό αποτελεί σημαντική δικλείδα ασφαλείας έναντι κακόβουλων και επιπόλαιων ή καταχρηστικών καταγγελιών, η οποία διασφαλίζει ότι τα άτομα, τη στιγμή της καταγγελίας, που ηθελημένα και εν γνώσει τους κατήγγειλαν εσφαλμένες πληροφορίες δεν χαίρουν προστασίας. Ταυτόχρονα, διασφαλίζει ότι η προστασία δεν χάνεται σε περίπτωση που ο καταγγέλλων έχει υποβάλει ανακριβή καταγγελία υποπίπτοντας σε σφάλμα με καλή πίστη. Στο ίδιο πνεύμα, οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να δικαιούνται προστασία δυνάμει της παρούσας οδηγίας σε περίπτωση που θεωρούν εύλογα ότι οι αναφερόμενες πληροφορίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Τα κίνητρα του καταγγέλλοντος κατά την καταγγελία δεν θα πρέπει να σχετίζονται με το κατά πόσον θα πρέπει να προστατεύονται ή όχι.

(34)  Τα καταγγέλλοντα πρόσωπα αισθάνονται συνήθως περισσότερο ότι μπορούν να υποβάλουν καταγγελία εσωτερικά, εκτός εάν έχουν λόγους να το πράξουν εξωτερικά. Οι εμπειρικές μελέτες δείχνουν ότι η πλειονότητα των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος έχουν την τάση να καταγγέλλουν εσωτερικά, στο πλαίσιο του οργανισμού στον οποίο εργάζονται. Η εσωτερική καταγγελία είναι επίσης ο καλύτερος τρόπος για την ενημέρωση των προσώπων που μπορούν να συμβάλουν στην έγκαιρη και αποτελεσματική επίλυση των κινδύνων για το δημόσιο συμφέρον. Ταυτόχρονα, ο καταγγέλλων θα πρέπει να είναι σε θέση να επιλέγει τον καταλληλότερο δίαυλο καταγγελίας ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις της υπόθεσης. Επιπροσθέτως, είναι απαραίτητο να προστατεύονται οι δημοσιοποιήσεις βάσει δημοκρατικών αρχών, όπως η διαφάνεια και η λογοδοσία, και θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η ελευθερία έκφρασης και η ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει το συμφέρον των εργοδοτών να διαχειρίζονται τις επιχειρήσεις τους και να προστατεύουν τα συμφέροντά τους, να εξισορροπείται από την προστασία του δημόσιου συμφέροντος από βλάβη, σύμφωνα με τα κριτήρια που έχουν αναπτυχθεί στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

(35)  Με την επιφύλαξη των υφιστάμενων υποχρεώσεων για την παροχή ανώνυμων καταγγελιών δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν κατά πόσον οι ιδιωτικές, οι δημόσιες οντότητες και οι αρμόδιες αρχές αποδέχονται και παρακολουθούν τις ανώνυμες καταγγελίες σχετικά με παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Ωστόσο, τα πρόσωπα που έχουν καταγγείλει ή δημοσιεύσει ανωνύμως πληροφορίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και πληρούν τις προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να απολαύουν της προστασίας δυνάμει της παρούσας οδηγίας, εφόσον στη συνέχεια εντοπίζονται και υπόκεινται σε αντίποινα.

(36)  Η προστασία πρέπει να χορηγείται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα πρόσωπα καταγγέλλουν, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης, σε θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, για παράδειγμα στο πλαίσιο απάτης εις βάρος του προϋπολογισμού της Ένωσης.

(37)  Οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος χρειάζονται ειδική νομική προστασία όταν αποκτούν τις πληροφορίες που καταγγέλλουν μέσω των εργασιακών δραστηριοτήτων τους, με αποτέλεσμα να διατρέχουν κίνδυνο αντιποίνων σε εργασιακό επίπεδο (λόγου χάρη, για παράβαση της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας ή αφοσίωσης). Η ανάγκη προστασίας αιτιολογείται από το γεγονός ότι οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος είναι οικονομικά ευάλωτοι απέναντι στο πρόσωπο από το οποίο εξαρτάται εκ των πραγμάτων η εργασία τους. Όταν δεν υφίσταται ανισότητα ισχύος σε επίπεδο εργασίας (λόγου χάρη, όταν πρόκειται για απλούς καταγγέλλοντες ή διερχόμενους πολίτες), τότε δεν υπάρχει ανάγκη προστασίας έναντι αντιποίνων.

(38)  Για την αποτελεσματική επιβολή του ενωσιακού δικαίου απαιτείται η χορήγηση προστασίας σε όσο το δυνατόν περισσότερες κατηγορίες προσώπων τα οποία, ανεξάρτητα από το αν είναι πολίτες της ΕΕ ή υπήκοοι τρίτων χωρών, λόγω των εργασιακών δραστηριοτήτων τους (ανεξαρτήτως της φύσης των εν λόγω δραστηριοτήτων και είτε είναι αμειβόμενες είτε όχι), διαθέτουν προνομιακή πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις, των οποίων η καταγγελία ευνοεί το δημόσιο συμφέρον, και τα οποία διατρέχουν κίνδυνο αντιποίνων αν καταγγείλουν τις παραβάσεις αυτές. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η ανάγκη για προστασία καθορίζεται αφού εξεταστούν όλες οι συναφείς περιστάσεις και όχι μόνο βάσει της φύσης της σχέσης, έτσι ώστε να καλύπτεται όλο το εύρος των προσώπων που συνδέονται, υπό την ευρεία έννοια, με τον οργανισμό στον οποίο σημειώθηκε η παράβαση.

(39)  Προστασία θα πρέπει, κατ’ αρχάς, να παρέχεται στα άτομα που έχουν την ιδιότητα του «εργαζομένου», κατά την έννοια του άρθρου 45 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή πρόσωπα τα οποία, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, παρέχουν σε άλλο πρόσωπο και υπό τις οδηγίες του υπηρεσίες για τις οποίες λαμβάνουν αμοιβή. Η έννοια αυτή περιλαμβάνει επίσης τους δημόσιους υπαλλήλους. Συνεπώς, προστασία θα πρέπει επίσης να παρέχεται σε εργαζομένους με μη τυπικές σχέσεις εργασίας, περιλαμβανομένων των εργαζομένων μερικής απασχόλησης και των συμβασιούχων ορισμένου χρόνου, καθώς και των προσώπων με σύμβαση εργασίας ή σχέση εργασίας με εταιρεία προσωρινής απασχόλησης, επισφαλείς μορφές σχέσεων στις οποίες είναι δύσκολο να εφαρμοστεί η τυπική προστασία έναντι άδικης αντιμετώπισης.

(40)  Η προστασία θα πρέπει επίσης να επεκτείνεται σε περισσότερες κατηγορίες φυσικών ▌προσώπων τα οποία, παρά το γεγονός ότι δεν είναι «εργαζόμενοι» κατά την έννοια του άρθρου 45 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο όσον αφορά την αποκάλυψη παραβάσεων του νόμου και μπορεί να καταστούν οικονομικά ευάλωτα στο πλαίσιο των εργασιακών δραστηριοτήτων τους. Για παράδειγμα, στους τομείς της ασφάλειας των προϊόντων, οι προμηθευτές βρίσκονται πολύ εγγύτερα στην πηγή δυνητικά αθέμιτων και παράνομων πρακτικών κατασκευής, εισαγωγής και διανομής μη ασφαλών προϊόντων· στον τομέα της εκτέλεσης ενωσιακών κονδυλίων, οι σύμβουλοι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους βρίσκονται σε προνομιακή θέση για να επιστήσουν την προσοχή σε παραβάσεις που περιέρχονται στην αντίληψή τους. Οι εν λόγω κατηγορίες προσώπων, στις οποίες περιλαμβάνονται οι μη μισθωτοί που παρέχουν υπηρεσίες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι ανάδοχοι, οι υπεργολάβοι και οι προμηθευτές, είναι κατά κανόνα θύματα αντιποίνων που μπορούν, για παράδειγμα, να λάβουν τη μορφή πρόωρης λύσης ή ακύρωσης σύμβασης υπηρεσιών, διπλώματος ή άδειας εργασίας, επιχειρηματικής ζημίας, απώλειας εισοδήματος, καταναγκασμού, εκφοβισμού ή παρενόχλησης, ένταξης σε μαύρη λίστα/μποϋκοτάζ επιχείρησης ή προσβολής της φήμης τους. Κίνδυνο αντιποίνων μπορεί να διατρέχουν επίσης οι μέτοχοι και τα πρόσωπα σε ανώτερες διοικητικές θέσεις, για παράδειγμα, μπορεί να υποστούν οικονομικά αντίποινα ή αντίποινα με τη μορφή εκφοβισμού ή παρενόχλησης, ένταξης σε μαύρη λίστα ή προσβολής της φήμης τους. Προστασία θα πρέπει επίσης να παρέχεται σε πρόσωπα των οποίων η εργασιακή σχέση έληξε και σε υποψηφίους για θέση απασχόλησης ή για την παροχή υπηρεσιών σε έναν οργανισμό, οι οποίοι απέκτησαν πληροφορίες για παραβάσεις του νόμου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πρόσληψης ή σε άλλο στάδιο διαπραγμάτευσης πριν από τη σύναψη σύμβασης, και μπορεί να υποστούν αντίποινα, λόγου χάρη υπό τη μορφή αρνητικών επαγγελματικών συστάσεων ή ένταξης σε μαύρη λίστα/μποϋκοτάζ επιχειρήσεων.

(41)  Η αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος προϋποθέτει επίσης την προστασία περισσότερων κατηγοριών προσώπων τα οποία, ενώ δεν εξαρτώνται οικονομικά από τις εργασιακές δραστηριότητές τους, είναι πιθανόν να υποστούν αντίποινα ως αποτέλεσμα της αποκάλυψης παραβάσεων. Τα αντίποινα σε εθελοντές και σε αμειβόμενους ή μη αμειβόμενους εκπαιδευομένους μπορεί να συνίστανται στη διακοπή της χρήσης των υπηρεσιών τους, στην παροχή αρνητικών συστάσεων για μελλοντική απασχόληση ή σε άλλη προσβολή της φήμης ή των προοπτικών σταδιοδρομίας τους.

(42)  Για τον αποτελεσματικό εντοπισμό και την πρόληψη σοβαρής βλάβης στο δημόσιο συμφέρον απαιτείται η έννοια της παράβασης να περιλαμβάνει και τις καταχρηστικές πρακτικές, όπως καθορίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή πράξεις ή παραλείψεις που δεν φαίνεται να είναι παράνομες από τυπικής απόψεως, αλλά εις βάρος του σκοπού ή του σκοπού του νόμου.

(43)  Η αποτελεσματική πρόληψη των παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης απαιτεί την παροχή ▌προστασίας σε πρόσωπα που παρέχουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αποκάλυψη παραβάσεων που έχουν ήδη διαπραχθεί, παραβάσεις που δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί, αλλά είναι πολύ πιθανό να διαπραχθούν, πράξεις ή παραλείψεις τις οποίες έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί το καταγγέλλον πρόσωπο ότι παραβιάζουν το δίκαιο της Ένωσης, καθώς και τις απόπειρες απόκρυψης παραβάσεων. Για τους ίδιους λόγους, είναι αναγκαία επίσης η προστασία ατόμων που δεν υποβάλλουν θετικά αποδεικτικά στοιχεία, αλλά εγείρουν εύλογες ανησυχίες ή υπόνοιες. Ταυτόχρονα, δεν θα πρέπει να ισχύει η παροχή προστασίας για την αναφορά πληροφοριών που είναι ήδη πλήρως διαθέσιμες στον δημόσιο τομέα ή για μη τεκμηριωμένες φήμες και διαδόσεις.

(44)  Τα αντίποινα εκφράζουν τη στενή σχέση (αιτίας και αποτελέσματος) που πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στην καταγγελία και τη δυσμενή μεταχείριση που υφίσταται, άμεσα ή έμμεσα, ο καταγγέλλων, ώστε να απολαμβάνει νομική προστασία. Η αποτελεσματική προστασία των καταγγελλόντων ως μέσο ενίσχυσης της επιβολής του ενωσιακού δικαίου απαιτεί έναν ευρύ ορισμό των αντιποίνων, στον οποίο θα περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη σε εργασιακό πλαίσιο η οποία αποβαίνει σε βάρος τους. Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τους εργοδότες να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με την απασχόληση οι οποίες δεν υπαγορεύονται από την καταγγελία ή τη δημοσιοποίηση.

(45)  Η προστασία έναντι αντιποίνων ως μέσο διαφύλαξης της ελευθερίας έκφρασης και της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης θα πρέπει να παρέχεται τόσο στον καταγγέλλοντα πράξεις ή παραλείψεις στο εσωτερικό ενός οργανισμού (εσωτερική καταγγελία) ή σε εξωτερική αρχή (εξωτερική καταγγελία) όσο και σε πρόσωπα που αποκαλύπτουν τέτοιες πληροφορίες στο ευρύ κοινό (λόγου χάρη, απευθείας στο κοινό μέσω διαδικτυακών πλατφορμών ή μέσων κοινωνικής δικτύωσης, σε αιρετούς αντιπροσώπους, σε οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, σε συνδικαλιστικές οργανώσεις ή σε επαγγελματικούς/επιχειρηματικούς οργανισμούς).

(46)  Οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικές πηγές για τους ερευνητές δημοσιογράφους. Με την αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος έναντι αντιποίνων ενισχύεται η ασφάλεια δικαίου των (δυνητικών) μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και, συνεπώς, ενθαρρύνεται και διευκολύνεται η καταγγελία παραβάσεων και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Από την άποψη αυτή, η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος ως δημοσιογραφικών πηγών είναι μείζονος σημασίας για τη διασφάλιση του ρόλου της ερευνητικής δημοσιογραφίας ως μηχανισμού ελέγχου στις δημοκρατικές κοινωνίες.

(47)  Για τον αποτελεσματικό εντοπισμό και την πρόληψη παραβάσεων του ενωσιακού δικαίου είναι σημαντικό οι συναφείς πληροφορίες να φτάνουν γρήγορα σε όσους βρίσκονται κοντά στην πηγή του προβλήματος και είναι περισσότερο σε θέση να το διερευνήσουν και διαθέτουν εξουσίες για την αντιμετώπισή του, ενδεχομένως. Ως εκ τούτου, ως αρχή, οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν πρώτα τους εσωτερικούς διαύλους και να καταγγέλλουν στον εργοδότη τους, εάν οι δίαυλοι αυτοί τους διατίθενται και μπορούν εύλογα να αναμένεται ότι λειτουργούν. Αυτό συμβαίνει, ιδίως, όταν οι καταγγέλλοντες πιστεύουν ότι η παράβαση μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά στο πλαίσιο του σχετικού οργανισμού και ότι δεν υπάρχει κίνδυνος αντιποίνων. Αυτό απαιτεί επίσης από τις νομικές οντότητες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα να θεσπίσουν τις δέουσες εσωτερικές διαδικασίες για την παραλαβή και την παρακολούθηση καταγγελιών. Η ενθάρρυνση αυτή αφορά επίσης περιπτώσεις στις οποίες οι εν λόγω δίαυλοι δημιουργήθηκαν χωρίς να απαιτείται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο. Η αρχή αυτή θα πρέπει να συμβάλει στην καλλιέργεια νοοτροπίας καλής επικοινωνίας και εταιρικής κοινωνικής ευθύνης στους οργανισμούς, σύμφωνα με την οποία οι καταγγέλλοντες θεωρείται ότι συμβάλλουν σημαντικά στην αυτοδιόρθωση και την αριστεία.

(48)  Όσον αφορά τις νομικές οντότητες του ιδιωτικού τομέα, η υποχρέωση καθιέρωσης εσωτερικών διαύλων είναι ανάλογη προς το μέγεθός τους και το επίπεδο κινδύνου που ενέχουν οι δραστηριότητές τους για το δημόσιο συμφέρον. Η υποχρέωση θα πρέπει να ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις με 50 ή περισσότερους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως της φύσης των δραστηριοτήτων τους, βάσει της υποχρέωσής τους να εισπράττουν ΦΠΑ. Κατόπιν δέουσας εκτίμησης κινδύνου, τα κράτη μέλη μπορούν να υποχρεώσουν και άλλες επιχειρήσεις να καθιερώσουν εσωτερικούς διαύλους καταγγελίας σε ορισμένες περιπτώσεις (λ.χ. λόγω των σημαντικών κινδύνων που ενδέχεται να προκύψουν από τις δραστηριότητές τους).

(49)  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να ενθαρρύνουν τις ιδιωτικές οντότητες με λιγότερους από 50 εργαζόμενους να καθιερώσουν εσωτερικούς διαύλους καταγγελίας και παρακολούθησης των καταγγελιών, μεταξύ άλλων ορίζοντας λιγότερο δεσμευτικές απαιτήσεις για τους εν λόγω διαύλους από τις απαιτήσεις του άρθρου 5, με την προϋπόθεση ότι οι απαιτήσεις αυτές εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα και την επιμελή παρακολούθηση της καταγγελίας.

(50)  Η απαλλαγή των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων από την υποχρέωση καθιέρωσης εσωτερικών διαύλων καταγγελίας δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες είναι σήμερα υποχρεωμένες να διαθέτουν εσωτερικούς διαύλους καταγγελίας, δυνάμει των πράξεων της Ένωσης που αναφέρονται στο Μέρος Ι.Β και το Μέρος ΙΙ του Παραρτήματος.

(51)  Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, στην περίπτωση των ιδιωτικών νομικών οντοτήτων που δεν προβλέπουν εσωτερικούς διαύλους καταγγελίας, οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να μπορούν να υποβάλλουν απευθείας εξωτερική καταγγελία στις αρμόδιες αρχές και θα πρέπει να απολαμβάνουν την προστασία έναντι αντιποίνων που παρέχει η παρούσα οδηγία.

(52)  Προκειμένου να διασφαλίζεται ιδίως ο σεβασμός των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις στον δημόσιο τομέα, η υποχρέωση καθιέρωσης εσωτερικών διαύλων καταγγελίας θα πρέπει να ισχύει για όλες τις δημόσιες νομικές οντότητες, σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, και κατ’ αναλογία προς το μέγεθός τους.

(53)  Με την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα όσον αφορά την ταυτότητα του καταγγέλλοντος, εναπόκειται στην κάθε ιδιωτική και δημόσια νομική οντότητα να καθορίζει το είδος των διαύλων καταγγελίας που θα καθιερώσει. Συγκεκριμένα, οι δίαυλοι αυτοί θα πρέπει να επιτρέπουν την υποβολή γραπτών καταγγελιών, ταχυδρομικώς, μέσω κυτίων παραπόνων, ή μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας (ενδοδικτυακής ή διαδικτυακής) και/ή την υποβολή προφορικών καταγγελιών μέσω ειδικής τηλεφωνικής γραμμής ή άλλου συστήματος φωνητικών μηνυμάτων. Κατόπιν αιτήματος του καταγγέλλοντος, οι δίαυλοι αυτοί θα πρέπει επίσης να επιτρέπουν προσωπικές συναντήσεις, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

(54)  Επίσης, τρίτα μέρη μπορούν να εξουσιοδοτηθούν για την παραλαβή καταγγελιών εκ μέρους ιδιωτικών και δημόσιων οντοτήτων, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχουν τις δέουσες εγγυήσεις για την τήρηση της ανεξαρτησίας, της εμπιστευτικότητας, της προστασίας των δεδομένων και της μυστικότητας. Στην κατηγορία αυτή μπορεί να ανήκουν πάροχοι πλατφορμών εξωτερικής καταγγελίας, εξωτερικοί σύμβουλοι ελεγκτές , εκπρόσωποι συνδικαλιστικών οργανώσεων ή εκπρόσωποι των εργαζομένων.

(55)  Οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, με την επιφύλαξη της προστασίας που απολαύουν υπό αυτή τους την ιδιότητα βάσει των ενωσιακών και εθνικών κανόνων, θα πρέπει να απολαύουν της προστασίας που προσφέρει η παρούσα οδηγία τόσο όταν υποβάλλουν καταγγελία υπό την ιδιότητα του εργαζομένου όσο και όταν παρέχουν συμβουλές και στήριξη στον καταγγέλλοντα.

(56)  Οι εσωτερικές διαδικασίες καταγγελίας θα πρέπει να επιτρέπουν σε ιδιωτικές νομικές οντότητες να παραλαμβάνουν και να διερευνούν υπό πλήρη εμπιστευτικότητα καταγγελίες από εργαζομένους της οντότητας και των θυγατρικών και των συνδεόμενων εταιρειών της (του ομίλου), αλλά και, στον βαθμό που είναι εφικτό, από αντιπροσώπους και προμηθευτές του ομίλου και από οποιοδήποτε πρόσωπο αποκτά πληροφορίες μέσω των εργασιακών δραστηριοτήτων του στο πλαίσιο της οντότητας και του ομίλου.

(57)  Τα πλέον κατάλληλα πρόσωπα ή υπηρεσίες μιας ιδιωτικής νομικής οντότητας που θα οριστούν ως αρμόδια για την παραλαβή και την παρακολούθηση καταγγελιών εξαρτώνται από τη διάρθρωση της οντότητας, πάντως, σε κάθε περίπτωση, τα καθήκοντά τους θα πρέπει να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία τους και τη μη σύγκρουση συμφερόντων. Στις μικρότερες οντότητες, το εν λόγω καθήκον μπορεί να είναι διττό και να ασκείται από εργαζόμενο στην εταιρεία που είναι αρμόδιος να αναφέρει απευθείας στον επικεφαλής του οργανισμού, όπως υπεύθυνος συμμόρφωσης ή υπεύθυνος ανθρώπινων πόρων, υπεύθυνος επαγγελματικής ακεραιότητας, νομικός υπεύθυνος ή υπεύθυνος για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, οικονομικός διευθυντής, επικεφαλής ελεγκτής ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου.

(58)  Στο πλαίσιο εσωτερικής καταγγελίας, η ενημέρωση του καταγγέλλοντος όσο είναι νομικώς εφικτό και με τον πληρέστερο δυνατό τρόπο για την παρακολούθηση της καταγγελίας του είναι μείζονος σημασίας για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης στην αποτελεσματικότητα του συνολικού συστήματος προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και περιορίζει την πιθανότητα περαιτέρω περιττών καταγγελιών ή δημοσιοποιήσεων. Ο καταγγέλλων θα πρέπει να ενημερώνεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος σχετικά με τα μέτρα που προβλέπονται ή λαμβάνονται στο πλαίσιο της παρακολούθησης της καταγγελίας καθώς και την αιτιολογία αυτών των μέτρων (για παράδειγμα, παραπομπή σε άλλους διαύλους ή διαδικασίες σε περιπτώσεις καταγγελιών που θίγουν αποκλειστικά τα ατομικά δικαιώματα του καταγγέλλοντος, αρχειοθέτηση της υπόθεσης λόγω έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων ή για άλλους λόγους, κίνηση εσωτερικής διερεύνησης και πιθανόν τα πορίσματα αυτής και/ή μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση του ζητήματος, παραπομπή σε αρμόδια αρχή για περαιτέρω έρευνα) εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν θίγουν τη διερεύνηση ή την έρευνα ούτε θίγουν τα δικαιώματα του καταγγελλόμενου. Σε κάθε περίπτωση, ο καταγγέλλων θα πρέπει να ενημερώνεται για την πρόοδο και το αποτέλεσμα της έρευνας. Κατά τη διάρκεια της έρευνας μπορεί να του ζητηθούν περαιτέρω πληροφορίες, χωρίς ωστόσο να είναι υποχρεωμένος να το πράξει.

(59)  Το εν λόγω εύλογο χρονικό διάστημα δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τους τρεις μήνες συνολικά. Σε περίπτωση που ακόμη εξετάζεται το κατάλληλο μέτρο παρακολούθησης, ο καταγγέλλων θα πρέπει να ενημερώνεται για αυτό, καθώς και για κάθε άλλη απάντηση που θα μπορούσε να περιμένει.

(60)  Τα πρόσωπα που σκέφτονται να καταγγείλουν παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου θα πρέπει να μπορούν να λάβουν συνειδητή απόφαση σχετικά με το αν, το πώς και το πότε θα υποβάλουν την καταγγελία τους. Οι ιδιωτικές και δημόσιες οντότητες που διαθέτουν διαδικασίες εσωτερικής καταγγελίας παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω διαδικασίες, καθώς και σχετικά με τις διαδικασίες για εξωτερική καταγγελία στις οικείες αρμόδιες αρχές. Οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να είναι κατανοητές και εύκολα προσβάσιμες, μεταξύ άλλων και στον βαθμό που είναι εφικτό, και σε άτομα πέραν των εργαζομένων τα οποία έρχονται σε επαφή με την οντότητα μέσω των εργασιακών δραστηριοτήτων τους, όπως είναι οι πάροχοι υπηρεσιών, οι διανομείς, οι προμηθευτές και οι επιχειρηματικοί εταίροι. Για παράδειγμα, τέτοιες πληροφορίες μπορούν να κοινοποιούνται σε εμφανές σημείο, προσβάσιμο απ’ όλους τους προαναφερθέντες, και στον ιστότοπο της οντότητας, ενώ μπορούν επίσης να περιλαμβάνονται σε μαθήματα και επιμορφωτικά προγράμματα σχετικά με τη δεοντολογία και την ακεραιότητα.

(61)  Για τον αποτελεσματικό εντοπισμό και την αποτροπή παραβάσεων του ενωσιακού δικαίου πρέπει να διασφαλίζεται η δυνατότητα των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος να υποβάλλουν εύκολα και υπό πλήρη εμπιστευτικότητα τις πληροφορίες που διαθέτουν στις οικείες αρμόδιες αρχές, οι οποίες μπορούν να διερευνήσουν και, ενδεχομένως, να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.

(62)  Υπάρχει περίπτωση να μην υπάρχουν εσωτερικοί δίαυλοι ή οι δίαυλοι να χρησιμοποιήθηκαν αλλά να μην λειτούργησαν σωστά ( για παράδειγμα, η καταγγελία δεν αντιμετωπίστηκε με επιμέλεια ή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή δεν αναλήφθηκε δράση για την αντιμετώπιση της παράβασης παρ’ όλο που τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν θετικά).

(63)  Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι η χρήση εσωτερικών διαύλων δεν θα λειτουργήσει σωστά. Αυτό ισχύει ιδίως όταν οι καταγγέλλοντες έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν i) ότι θα υποστούν αντίποινα που συνδέονται με την υποβολή της καταγγελίας, μεταξύ άλλων λόγω παραβίασης της εμπιστευτικότητας της ταυτότητάς τους, και ii) ότι οι αρμόδιες αρχές θα είναι καλύτερα σε θέση να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα για την αντιμετώπιση της παράβασης, διότι, για παράδειγμα, ο τελικός υπεύθυνος στο εργασιακό πλαίσιο εμπλέκεται στην παράβαση, ή υπάρχει κίνδυνος η παράβαση ή τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία να συγκαλυφθούν ή να καταστραφούν, ή, γενικότερα, επειδή η αποτελεσματικότητα των ερευνών από τις αρμόδιες αρχές θα μπορούσε να υπονομευθεί με άλλο τρόπο (αυτό μπορεί να αφορά για παράδειγμα καταγγελίες για καρτέλ ή άλλες παραβιάσεις των κανόνων ανταγωνισμού), ή επειδή η παράβαση απαιτεί την ανάληψη επείγουσας δράσης, για παράδειγμα, για τη διασφάλιση της ζωής, της υγείας και της ασφάλειας προσώπων ή για την προστασία του περιβάλλοντος. Σε κάθε περίπτωση, τα πρόσωπα που υποβάλλουν εξωτερικές καταγγελίες στις αρμόδιες αρχές και, ενδεχομένως, σε θεσμικά και άλλα όργανα και οργανισμούς της Ένωσης θα πρέπει να προστατεύονται. Η παρούσα οδηγία παρέχει επίσης προστασία όταν το δίκαιο της Ένωσης ή η εθνική νομοθεσία απαιτεί από τους καταγγέλλοντες την υποβολή καταγγελίας στις αρμόδιες εθνικές αρχές για παράδειγμα στο πλαίσιο των εργασιακών τους καθηκόντων και αρμοδιοτήτων ή επειδή η παράβαση συνιστά ποινικό αδίκημα.

(64)  Η έλλειψη εμπιστοσύνης στην αποτελεσματικότητα της καταγγελίας είναι μεταξύ των κύριων αποτρεπτικών παραγόντων για δυνητικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Αυτό καθιστά αναγκαία την επιβολή σαφούς υποχρέωσης στις αρμόδιες αρχές να καθιερώσουν κατάλληλους εξωτερικούς διαύλους καταγγελιών, να παρακολουθούν επιμελώς τις καταγγελίες που παραλαμβάνονται και, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, να ενημερώνουν σχετικά τους καταγγέλλοντες

(65)  Εναπόκειται στα κράτη μέλη να ορίζουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για την παραλαβή και τη δέουσα παρακολούθηση των καταγγελιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Μπορεί να πρόκειται για δικαστικές αρχές, ρυθμιστικές ή εποπτικές αρχές που είναι αρμόδιες για τους συγκεκριμένους τομείς ή αρχές που έχουν γενικότερες αρμοδιότητες σε επίπεδο κεντρικού κράτους, διωκτικές αρχές, οργανισμούς καταπολέμησης της διαφθοράς ή διαμεσολαβητές.

(66)  Ως αποδέκτες των καταγγελιών, οι αρχές που έχουν οριστεί ως αρμόδιες θα πρέπει να διαθέτουν τις απαραίτητες ικανότητες και εξουσίες ώστε να διασφαλίζουν κατάλληλα μέτρα παρακολούθησης- μεταξύ άλλων αξιολόγηση της ακρίβειας των ισχυρισμών που διατυπώνονται στην καταγγελία και αντιμετώπιση των καταγγελλόμενων παραβάσεων ▌ με έναρξη εσωτερικής διερεύνησης, έρευνας, δίωξης ή αγωγής για την ανάκτηση κονδυλίων ή άλλο κατάλληλο μέσο έννομης προστασίας, σύμφωνα με την εντολή τους, ή θα πρέπει να διαθέτουν τις απαραίτητες εξουσίες για να παραπέμπουν την καταγγελία σε άλλη αρχή η οποία θα πρέπει να διερευνήσει την καταγγελλόμενη παράβαση και να διασφαλίζουν την κατάλληλη παρακολούθηση της καταγγελίας εκ μέρους της εν λόγω αρχής. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που τα κράτη μέλη επιθυμούν να καθιερώσουν εξωτερικούς διαύλους σε επίπεδο κεντρικού κράτους, για παράδειγμα στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, θα πρέπει να παρέχουν κατάλληλες εγγυήσεις προκειμένου να διασφαλίζουν ότι τηρούνται οι απαιτήσεις ανεξαρτησίας και αυτονομίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Η δημιουργία τέτοιων εξωτερικών διαύλων δεν θίγει τις εξουσίες των κρατών μελών ή της Επιτροπής όσον αφορά την εποπτεία του τομέα των κρατικών ενισχύσεων ούτε η παρούσα οδηγία θίγει την αποκλειστική εξουσία της Επιτροπής όσον αφορά την δήλωση συμβατότητας των μέτρων κρατικής ενίσχυσης σύμφωνα ιδίως με το άρθρο 107 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Όσον αφορά τις παραβιάσεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν ως αρμόδιες αρχές αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σε αυτόν τον τομέα.

(67)  Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να ενημερώνουν τους καταγγέλλοντες για τα μέτρα που προβλέπεται να ληφθούν ή έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της παρακολούθησης της καταγγελίας (λόγου χάρη, παραπομπή σε άλλη αρχή, αρχειοθέτηση της υπόθεσης λόγω έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων ή για άλλους λόγους, κίνηση έρευνας και πιθανόν πορίσματα της έρευνας και/ή μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση του ζητήματος) καθώς και για τους λόγους που αιτιολογούν το μέτρο παρακολούθησης . Οι γνωστοποιήσεις του τελικού αποτελέσματος της έρευνας δεν θα πρέπει να θίγουν τους εφαρμοστέους κανόνες της Ένωσης, οι οποίοι προβλέπουν ενδεχόμενους περιορισμούς της δημοσιοποίησης αποφάσεων σε θέματα δημοσιονομικών ρυθμίσεων. Αυτό ισχύει κατ’ αναλογία στον τομέα της φορολογίας των επιχειρήσεων, εάν προβλέπονται παρόμοιοι περιορισμοί από την ισχύουσα εθνική νομοθεσία.

(68)  Η λήψη μέτρων παρακολούθησης της καταγγελίας και η σχετική ενημέρωση των καταγγελλόντων θα πρέπει να πραγματοποιούνται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος· αυτό υπαγορεύεται από την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης του προβλήματος που μπορεί να αποτελεί αντικείμενο της καταγγελίας, καθώς και από την ανάγκη αποφυγής περιττών δημοσιοποιήσεων. Το εν λόγω χρονικό διάστημα δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τους τρεις μήνες, μπορεί όμως να παρατείνεται σε έξι μήνες όταν το απαιτούν ειδικές περιστάσεις, ιδίως η φύση και η πολυπλοκότητα του αντικειμένου της καταγγελίας, που ενδέχεται να απαιτούν μακροχρόνια έρευνα.

(69)  Το ενωσιακό δίκαιο, σε ορισμένους τομείς, όπως η κατάχρηση της αγοράς(23), η πολιτική αεροπορία(24) ή η ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου(25) ήδη προβλέπει τη δημιουργία εσωτερικών και εξωτερικών διαύλων καταγγελίας. Οι υποχρεώσεις δημιουργίας τέτοιων διαύλων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να βασίζονται στους υφιστάμενους διαύλους που προβλέπονται από ειδικές πράξεις της Ένωσης.

(70)  Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθώς και ορισμένα όργανα και οργανισμοί της Ένωσης, όπως η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα (EMSA), ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας (EASA), η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αιών και Αγορών (ESMA) και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA), διαθέτουν εξωτερικούς διαύλους και διαδικασίες για την παραλαβή καταγγελιών παραβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, εξασφαλίζοντας κυρίως εμπιστευτικότητα όσον αφορά την ταυτότητα των καταγγελλόντων. Η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει τους εν λόγω εξωτερικούς διαύλους και διαδικασίες καταγγελίας, όπου υπάρχουν, αλλά διασφαλίζει ότι οι καταγγέλλοντες στα εν λόγω θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης επωφελούνται από τα ελάχιστα κοινά πρότυπα προστασίας σε ολόκληρη την Ένωση.

(71)  Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών παρακολούθησης των καταγγελιών και αντιμετώπισης των παραβάσεων των σχετικών κανόνων της Ένωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν μέτρα για να ελαφρύνουν την επιβάρυνση των αρμόδιων αρχών από καταγγελίες που αφορούν επουσιώδεις παραβάσεις διατάξεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, επαναλαμβανόμενες καταγγελίες ή καταγγελίες για παραβάσεις επικουρικών διατάξεων (για παράδειγμα, διατάξεις για υποχρεώσεις τεκμηρίωσης ή γνωστοποίησης). Τα μέτρα αυτά μπορούν να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές, μετά από την δέουσα εξέταση του θέματος, να αποφασίζουν ότι μια καταγγελλόμενη παράβαση είναι σαφώς επουσιώδης και δεν απαιτεί περαιτέρω μέτρα παρακολούθησης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να κηρύσσουν τη λήξη της διαδικασίας όσον αφορά επαναλαμβανόμενες καταγγελίες οι οποίες δεν περιλαμβάνουν καμία νέα σημαντική πληροφορία σε σχέση με προηγούμενη καταγγελία που είχε ήδη κηρυχθεί λήξασα, εκτός εάν νέα νομικά ή πραγματικά στοιχεία δικαιολογούν διαφορετικά μέτρα παρακολούθησης. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να δίνουν προτεραιότητα στον χειρισμό καταγγελιών για σοβαρές παραβάσεις ή παραβάσεις βασικών διατάξεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, σε περίπτωση αυξημένου αριθμού καταγγελιών.

(72)  Όταν προβλέπεται από το εθνικό ή το ενωσιακό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παραπέμπουν υποθέσεις ή συναφείς πληροφορίες στα αρμόδια θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO), με την επιφύλαξη της δυνατότητας του καταγγέλλοντος να απευθύνεται σε αυτά τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης απευθείας.

(73)  Σε πολλούς τομείς πολιτικής που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, υπάρχουν μηχανισμοί συνεργασίας, μέσω των οποίων οι εθνικές αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες και αναλαμβάνουν δράσεις παρακολούθησης όσον αφορά παραβάσεις ενωσιακών κανόνων με διασυνοριακή διάσταση. Πρόκειται για παράδειγμα για τον μηχανισμό διοικητικής συνδρομής και συνεργασίας σε περιπτώσεις διασυνοριακών παραβιάσεων της νομοθεσίας της Ένωσης όσον αφορά την αγροδιατροφική αλυσίδα, το δίκτυο για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα των τροφίμων, το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τα επικίνδυνα προϊόντα, το δίκτυο συνεργασίας για την προστασία των καταναλωτών και το δίκτυο περιβαλλοντικής συμμόρφωσης, το ευρωπαϊκό δίκτυο αρχών ανταγωνισμού και την διοικητική συνεργασία στον φορολογικό τομέα. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να αξιοποιούν πλήρως τους υφιστάμενους μηχανισμούς συνεργασίας, όπου αρμόζει, στο πλαίσιο της υποχρέωσής τους για παρακολούθηση των καταγγελιών που αφορούν παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Εξάλλου, οι αρχές των κρατών μελών μπορούν να συνεργάζονται και πέραν των υφιστάμενων μηχανισμών συνεργασίας σε περιπτώσεις παραβάσεων που έχουν διασυνοριακή διάσταση σε τομείς όπου δεν υπάρχουν τέτοιοι μηχανισμοί συνεργασίας.

(74)  Προκειμένου να διασφαλίζεται αποτελεσματική επικοινωνία με το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για τον χειρισμό των καταγγελιών, είναι απαραίτητο οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν και να χρησιμοποιούν εύχρηστους διαύλους , οι οποίοι είναι ασφαλείς, διασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα όσον αφορά την παραλαβή και τον χειρισμό των πληροφοριών που παρέχονται από τον καταγγέλλοντα και επιτρέπουν την αποθήκευση διατηρήσιμων πληροφοριών ώστε να μπορούν να διεξαχθούν περαιτέρω έρευνες. Προς τούτο μπορεί να απαιτείται να είναι ξεχωριστοί από τους γενικούς διαύλους μέσω των οποίων οι αρμόδιες αρχές επικοινωνούν με το κοινό, όπως τα συνήθη συστήματα δημόσιων καταγγελιών ή τους διαύλους μέσω των οποίων η αρμόδια αρχή επικοινωνεί εσωτερικά και με τρίτους στο πλαίσιο των συνήθων δραστηριοτήτων της.

(75)  Τα μέλη του προσωπικού των αρμόδιων αρχών, τα οποία είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό των καταγγελιών θα πρέπει να έχουν λάβει επαγγελματική κατάρτιση, μεταξύ άλλων στους εφαρμοστέους κανόνες περί προστασίας των δεδομένων, ώστε να χειρίζονται τις καταγγελίες και να διασφαλίζουν την επικοινωνία με τον καταγγέλλοντα, καθώς και να εφαρμόζουν τα δέοντα μέτρα παρακολούθησης της καταγγελίας.

(76)  Τα άτομα που προτίθενται να υποβάλουν καταγγελία θα πρέπει να μπορούν να αποφασίσουν συνειδητά αν, πώς και πότε θα υποβάλουν την καταγγελία τους. Συνεπώς, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να δημοσιοποιούν και να προσφέρουν εύκολη πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους διαθέσιμους διαύλους καταγγελίας προς τις αρμόδιες αρχές, σχετικά με τις εφαρμοστέες διαδικασίες και με τα ειδικευμένα μέλη του προσωπικού των εν λόγω αρχών που είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό των καταγγελιών. Όλες οι πληροφορίες σχετικά με τις καταγγελίες θα πρέπει να είναι διαφανείς, κατανοητές και αξιόπιστες, ώστε να ενθαρρύνουν και να μην αποτρέπουν την καταγγελία παραβάσεων.

(77)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν επαρκείς διαδικασίες προστασίας για την επεξεργασία των καταγγελιών παραβάσεων και για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των προσώπων που κατονομάζονται στην καταγγελία. Με τις εν λόγω διαδικασίες θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι η ταυτότητα κάθε καταγγέλλοντος, καταγγελλόμενου και τρίτου προσώπου που κατονομάζεται στην καταγγελία (λ.χ. μάρτυρες ή συνάδελφοι) προστατεύεται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.▌

(78)  Είναι απαραίτητο, το ▌προσωπικό της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνο για τον χειρισμό των καταγγελιών και τα μέλη του προσωπικού της αρμόδιας αρχής που έχουν δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες που παρέχει ο καταγγέλλων▌ να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο και την αρχή της εμπιστευτικότητας κατά τη διαβίβαση των πληροφοριών τόσο εντός όσο και εκτός της αρμόδιας αρχής, ακόμη και όταν η αρμόδια αρχή κινεί έρευνα ή εξεταστική διαδικασία ή αναλαμβάνει δραστηριότητες επιβολής του νόμου σε σχέση με την καταγγελία παραβάσεων.

(79)  Η τακτική επανεξέταση των διαδικασιών των αρμόδιων αρχών και η μεταξύ τους ανταλλαγή ορθών πρακτικών θα πρέπει να εγγυάται ότι οι εν λόγω διαδικασίες είναι επαρκείς και, συνεπώς, εξυπηρετούν τον σκοπό τους.

(80)  Τα πρόσωπα που προβαίνουν ▌ σε δημοσιοποίηση θα πρέπει ▌να δικαιούνται προστασία όταν, παρά την εσωτερική και/ή εξωτερική καταγγελία, η παράβαση δεν έχει αντιμετωπιστεί, για παράδειγμα σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα εν λόγω πρόσωπα έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι η παράβαση δεν αξιολογήθηκε ή δεν διερευνήθηκε (καταλλήλως) ή δεν ελήφθησαν κατάλληλα μέτρα αποκατάστασης. Η καταλληλότητα των μέτρων παρακολούθησης θα πρέπει να αξιολογείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, που συνδέονται με την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να αξιολογούν την ακρίβεια των ισχυρισμών και να θέτουν τέρμα σε κάθε ενδεχόμενη παράβαση της ενωσιακής νομοθεσίας. Θα εξαρτηθεί λοιπόν από τις συνθήκες κάθε περίπτωσης και το είδος των κανόνων που παραβιάστηκαν. Συγκεκριμένα, ενδεχόμενη απόφαση των αρχών ότι μια παράβαση ήταν σαφώς επουσιώδης και δεν χρειαζόταν παρακολούθηση μπορεί να αποτελεί κατάλληλη παρακολούθηση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

(81)  Τα πρόσωπα που προβαίνουν απευθείας σε δημοσιοποίηση θα πρέπει επίσης να δικαιούνται προστασία όταν έχουν εύλογους λόγους να πιστεύουν ότι υπάρχει άμεσος ή πρόδηλος κίνδυνος για το δημόσιο συμφέρον ή ▌κίνδυνος μη αναστρέψιμης βλάβης, συμπεριλαμβανομένης ▌βλάβης της σωματικής ακεραιότητας.

(82)  Επίσης, τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να δικαιούνται προστασία όταν έχουν εύλογους λόγους να πιστεύουν ότι σε περίπτωση εξωτερικής καταγγελίας υπάρχει κίνδυνος αντιποίνων ή υπάρχει μικρή πιθανότητα να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η παράβαση, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων, όπως το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ενδέχεται να έχουν συγκαλυφθεί ή καταστραφεί ή ότι υπάρχει αθέμιτη σύμπραξη μεταξύ αρχής και του υπαίτιου της παράβασης ή ότι η αρχή είναι αναμεμειγμένη στην παράβαση.

(83)  Η διασφάλιση της εμπιστευτικότητας της ταυτότητας του καταγγέλλοντος κατά τη διαδικασία της καταγγελίας και των ερευνών στο πλαίσιο της παρακολούθησης αποτελεί βασικό προληπτικό μέτρο για την αποφυγή αντιποίνων. Η ταυτότητα του καταγγέλλοντος μπορεί να αποκαλύπτεται μόνον όταν αυτό αποτελεί αναγκαία και αναλογική υποχρέωση που επιβάλλει η ενωσιακή ή η εθνική νομοθεσία στο πλαίσιο ερευνών ή δικαστικών διαδικασιών, ιδίως προκειμένου να διασφαλιστούν τα δικαιώματα άμυνας των καταγγελλομένων. Τέτοια υποχρέωση μπορεί να απορρέει, συγκεκριμένα, από την οδηγία 2012/13 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2012 σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Η προστασία της εμπιστευτικότητας δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε περίπτωση που ο καταγγέλλων έχει εκ προθέσεως αποκαλύψει την ταυτότητά του στο πλαίσιο δημοσιοποίησης.

(84)  Οποιαδήποτε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διενεργείται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, περιλαμβανομένης της ανταλλαγής ή της διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές, θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, και την οδηγία (ΕΕ) 2016/680 (26), και οποιαδήποτε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών από αρμόδιες αρχές σε επίπεδο Ένωσης θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001(27). Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στις αρχές που σχετίζονται με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται στο άρθρο 5 του ΓΚΠΔ, στο άρθρο 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 και στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001, και στην αρχή προστασίας των δεδομένων ήδη από τον σχεδιασμό και εξ ορισμού που προβλέπεται στο άρθρο 25 του ΓΚΠΔ, στο άρθρο 20 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 και στο άρθρο XX του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2018/XX για την κατάργηση του κανονισμού αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ.

(85)  Η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών που θεσπίζονται στην παρούσα οδηγία, όσον αφορά τα μέτρα παρακολούθησης των καταγγελιών για παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, εξυπηρετεί σημαντικό στόχο γενικού δημόσιου συμφέροντος της Ένωσης και των κρατών μελών, κατά την έννοια του άρθρου 23 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του ΓΚΠΔ, δεδομένου ότι αποσκοπεί στην ενίσχυση της νομοθεσίας και των πολιτικών της Ένωσης σε συγκεκριμένους τομείς, στους οποίους οι παραβάσεις μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή βλάβη του δημόσιου συμφέροντος. Η αποτελεσματική προστασία της εμπιστευτικότητας της ταυτότητας των καταγγελλόντων είναι απαραίτητη για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων, και συγκεκριμένα των καταγγελλόντων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1στοιχείο ι) του ΓΚΠΔ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα της παρούσας οδηγίας, περιορίζοντας, μεταξύ άλλων, εφόσον είναι αναγκαίο, με νομοθετικά μέτρα, την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων προστασίας των δεδομένων των καταγγελλομένων σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχεία ε) και ι) και το άρθρο 23 παράγραφος 2 του ΓΚΠΔ στον βαθμό και για όσο διάστημα απαιτείται για την πρόληψη και την αντιμετώπιση προσπαθειών παρεμπόδισης της καταγγελίας, παρακώλυσης, ματαίωσης ή καθυστέρησης των μέτρων παρακολούθησης, ιδίως όσον αφορά τις έρευνες, ή προσπαθειών ταυτοποίησης των καταγγελλόντων.

(86)  Η αποτελεσματική προστασία της εμπιστευτικότητας της ταυτότητας των καταγγελλόντων είναι επίσης απαραίτητη για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων, και συγκεκριμένα των καταγγελλόντων, σε περίπτωση που οι καταγγελίες διεκπεραιώνονται από αρμόδια αρχή όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 7 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα της παρούσας οδηγίας, περιορίζοντας, μεταξύ άλλων, εφόσον είναι αναγκαίο, με νομοθετικά μέτρα, την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων προστασίας των δεδομένων των καταγγελλομένων σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3 στοιχεία α) και ε), το άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχεία α) και ε) , το άρθρο 16 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ε) και το άρθρο 31 παράγραφος 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 στον βαθμό και για όσο διάστημα απαιτείται για την πρόληψη και την αντιμετώπιση προσπαθειών παρεμπόδισης της καταγγελίας, παρακώλυσης, ματαίωσης ή καθυστέρησης των μέτρων παρακολούθησης, ιδίως όσον αφορά τις έρευνες, ή προσπαθειών ταυτοποίησης των καταγγελλόντων.

(87)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι όλες οι καταγγελίες παραβάσεων αρχειοθετούνται καταλλήλως, ότι κάθε καταγγελία είναι ανακτήσιμη και ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις καταγγελίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό στοιχείο στο πλαίσιο, ενδεχομένως, ενεργειών επιβολής του νόμου.

(88)  Οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να προστατεύονται έναντι οποιασδήποτε μορφής αντιποίνων, άμεσων ή έμμεσων, που λαμβάνονται, συνιστώνται ή γίνονται ανεκτά από τον εργοδότη τους ή τον πελάτη/αποδέκτη των υπηρεσιών τους και από πρόσωπα που εργάζονται ή ενεργούν για λογαριασμό του τελευταίου, περιλαμβανομένων συνεργατών και διευθυντών στον ίδιο οργανισμό ή σε άλλους οργανισμούς με τους οποίους βρίσκεται σε επαφή ο καταγγέλλων στο πλαίσιο των εργασιακών δραστηριοτήτων του▌. Θα πρέπει να παρέχεται προστασία έναντι αντιποίνων κατά του ίδιου του καταγγέλλοντος, αλλά και κατά της νομικής οντότητας η οποία ανήκει στο καταγγέλλοντα, ή για την οποία εργάζεται ή με την οποία έχει επαγγελματική επαφή, όπως άρνηση παροχής υπηρεσιών, ένταξη σε μαύρη λίστα ή μποϋκοτάζ επιχείρησης. Στα έμμεσα αντίποινα περιλαμβάνονται επίσης ενέργειες σε βάρος διαμεσολαβητών ή συνεργατών ή συγγενών του καταγγέλλοντος, που επίσης έχουν εργασιακή σχέση με τον εργοδότη του ή τον πελάτη/αποδέκτη υπηρεσιών του▌.

(89)  Αντίποινα που δεν αποτρέπονται και δεν τιμωρούνται λειτουργούν αποθαρρυντικά για δυνητικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Η σαφής απαγόρευση των αντιποίνων από τον νόμο έχει σημαντικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα, που ενισχύεται επιπλέον από διατάξεις περί προσωπικής ευθύνης και από κυρώσεις για τους υπαίτιους των αντιποίνων.

(90)  Εξατομικευμένες συμβουλές και ακριβείς πληροφορίες μπορούν να παρέχονται από ανεξάρτητη ενιαία αρχή ή κέντρο πληροφοριών.

(91)  Οι δυνητικοί μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος που δεν είναι βέβαιοι για τον τρόπο καταγγελίας ή για το κατά πόσον τελικά θα προστατευθούν ενδέχεται να αποθαρρυνθούν. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι παρέχονται οι σχετικές πληροφορίες με ▌τρόπο που να είναι κατανοητός και εύκολα προσβάσιμος στο ευρύ κοινό. Θα πρέπει να παρέχονται δωρεάν εξατομικευμένες, αμερόληπτες και εμπιστευτικές συμβουλές σχετικά, λόγου χάρη, με το κατά πόσον οι σχετικές πληροφορίες καλύπτονται από τους εφαρμοστέους κανόνες περί προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, με το ποιοι δίαυλοι καταγγελίας θα είναι καλύτερο να χρησιμοποιηθούν και ποιες εναλλακτικές διαδικασίες είναι διαθέσιμες σε περίπτωση που οι πληροφορίες δεν καλύπτονται από τους εφαρμοστέους κανόνες (καθοδήγηση). Η πρόσβαση σε τέτοιου είδους συμβουλές μπορεί να συμβάλει στη διασφάλιση ότι οι καταγγελίες υποβάλλονται μέσω των κατάλληλων διαύλων με υπευθυνότητα και ότι παραβάσεις και οι αξιόποινες πράξεις εντοπίζονται εγκαίρως και, ενδεχομένως, αποτρέπονται. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να επεκτείνουν τις εν λόγω συμβουλές σε νομικές συμβουλές. Όταν οι εν λόγω συμβουλές παρέχονται στους καταγγέλλοντες από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που δεσμεύονται από την υποχρέωση τήρησης της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που λαμβάνουν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω οργανώσεις δεν υφίστανται αντίποινα, για παράδειγμα με την μορφή οικονομικής ζημίας μέσω περιορισμού της πρόσβασής τους στη χρηματοδότηση ή ένταξης σε μαύρη λίστα η οποία θα μπορούσε να εμποδίσει την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού.

(92)  Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρέχουν στους καταγγέλλοντες την αναγκαία στήριξη για την αποτελεσματική πρόσβαση σε προστασία. Ειδικότερα, θα πρέπει να παρέχουν τα αποδεικτικά στοιχεία ή άλλα έγγραφα που απαιτούνται ώστε να επιβεβαιώνεται ενώπιον άλλων αρχών ή δικαστηρίων ότι πραγματοποιήθηκε εξωτερική καταγγελία. Σε ορισμένα εθνικά πλαίσια και σε ορισμένες περιπτώσεις, οι καταγγέλλοντες ▌μπορούν να επωφεληθούν από πιστοποίηση του γεγονότος ότι πληρούν τις προϋποθέσεις των εφαρμοστέων κανόνων. Παρά τις δυνατότητες αυτές, θα πρέπει να έχουν πραγματική πρόσβαση σε δικαστικό έλεγχο, με τον οποίο εναπόκειται στο δικαστήριο να αποφανθεί, βάσει όλων των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης, κατά πόσον πληρούν τις προϋποθέσεις των εφαρμοστέων κανόνων.

(93)  ▌Οι νομικές ή συμβατικές υποχρεώσεις ατόμων, όπως οι ρήτρες περί πίστεως σε συμβάσεις ή σε συμφωνίες τήρησης του απορρήτου/μη αποκάλυψης, δεν μπορεί να θεωρείται ότι αποκλείουν τη δυνατότητα καταγγελίας ▌, την άρνηση παροχής προστασίας ή την επιβολή ποινών στους καταγγέλλοντες για την καταγγελία, όταν η παροχή πληροφοριών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω ρητρών και συμφωνιών είναι απαραίτητη για την αποκάλυψη της παράβασης. Όταν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, οι καταγγέλλοντες δεν θα πρέπει να υπέχουν κανενός είδους ευθύνη, αστική, ποινική, διοικητική ή εργασιακή. Η προστασία από την ευθύνη για την καταγγελία ή την αποκάλυψη πληροφοριών δυνάμει της παρούσας οδηγίας είναι κατοχυρωμένη όσον αφορά πληροφορίες για τις οποίες ο καταγγέλλων είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι η καταγγελία ή η αποκάλυψή τους ήταν αναγκαία για την αποκάλυψη παράβασης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Η εν λόγω προστασία δεν θα πρέπει να επεκτείνεται σε περιττές πληροφορίες που τυχόν αποκαλύφθηκαν από τον καταγγέλλοντα χωρίς να υπάρχουν βάσιμοι λόγοι.

(94)  Στις περιπτώσεις που οι καταγγέλλοντες έχουν νομίμως αποκτήσει ή λάβει πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται ή στα έγγραφα που περιέχουν τις εν λόγω πληροφορίες, θα πρέπει να απαλλάσσονται από κάθε ευθύνη. Αυτό ισχύει τόσο για τις περιπτώσεις στις οποίες αποκαλύπτουν το περιεχόμενο των εγγράφων στα οποία έχουν νόμιμη πρόσβαση όσο και για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες παράγουν αντίγραφα αυτών των εγγράφων ή τα αφαιρούν από τους χώρους του οργανισμού όπου απασχολούνται, κατά παράβαση των συμβατικών ή άλλων ρητρών που προβλέπουν ότι τα σχετικά έγγραφα είναι ιδιοκτησία του οργανισμού. Οι καταγγέλλοντες θα πρέπει επίσης να απαλλάσσονται από την ευθύνη σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η απόκτηση ή η πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες ή έγγραφα εγείρει ζήτημα αστικής, διοικητικής ή εργασιακής ευθύνης. Ως παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν οι περιπτώσεις στις οποίες οι καταγγέλλοντες απέκτησαν τις πληροφορίες μέσω της πρόσβασης στα ηλεκτρονικά μηνύματα ενός συνεργαζομένου ή σε αρχεία που συνήθως δεν χρησιμοποιούν στο πλαίσιο της εργασίας τους, με τη λήψη φωτογραφιών από τις εγκαταστάσεις του οργανισμού ή με την είσοδο σε χώρο όπου δεν έχουν συνήθως πρόσβαση. Όταν οι καταγγέλλοντες έχουν αποκτήσει ή επιτύχει πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες ή έγγραφα διαπράττοντας ποινικό αδίκημα, όπως η φυσική διείσδυση ή η δικτυοπαραβίαση, η ποινική ευθύνη τους θα πρέπει να εξακολουθήσει να διέπεται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο με την επιφύλαξη του άρθρου 15 παράγραφος 7. Ομοίως, κάθε άλλη πιθανή ευθύνη των καταγγελλόντων που προκύπτει από πράξεις ή παραλείψεις που δεν σχετίζονται με την καταγγελία ή δεν είναι απαραίτητες για την αποκάλυψη παράβασης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία θα πρέπει να εξακολουθεί να διέπεται από το εφαρμοστέο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο. Στις περιπτώσεις αυτές, θα εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να αξιολογούν την ευθύνη των καταγγελλόντων υπό το πρίσμα όλων των σχετικών τεκμηριωμένων πληροφοριών και λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας της πράξης ή παράλειψης σε σχέση με την καταγγελία ή την αποκάλυψη.

(95)  Είναι πιθανόν τα αντίποινα να παρουσιάζονται ως αιτιολογημένα για λόγους άλλους από την καταγγελία και δεν αποκλείεται να είναι πολύ δύσκολο για τους καταγγέλλοντες να αποδείξουν τη σύνδεση μεταξύ των δύο, ενώ οι υπαίτιοι των αντιποίνων μπορεί να διαθέτουν μεγαλύτερη εξουσία και πόρους ώστε να τεκμηριώσουν τα μέτρα που έλαβαν και το σκεπτικό τους. Συνεπώς, εφόσον ο καταγγέλλων ή η καταγγέλλουσα αποδείξει εκ πρώτης όψεως ότι προέβη σε καταγγελία ή δημοσιοποίηση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και υπέστη βλάβη, τότε το βάρος της απόδειξης θα πρέπει να μετατοπιστεί στο άτομο που ενήργησε κατά τρόπο βλαπτικό, το οποίο θα πρέπει να αποδείξει ότι η πράξη ▌ουδεμία σχέση έχει με την καταγγελία ή τη δημοσιοποίηση.

(96)  Πέρα από τη ρητή απαγόρευση των αντιποίνων που προβλέπεται από τον νόμο, είναι σημαντικό οι καταγγέλλοντες που υφίστανται αντίποινα να έχουν πρόσβαση σε μέσα έννομης προστασίας και αποζημίωση. Το κατάλληλο μέσο για κάθε περίπτωση θα καθορίζεται από το είδος των αντιποίνων και θα πρέπει να παρέχεται πλήρης αποζημίωση για τις ζημίες σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Μπορεί να έχει τη μορφή επαναπρόσληψης (λόγου χάρη, σε περίπτωση απόλυσης, μετάθεσης ή υποβιβασμού, ή στέρησης κατάρτισης ή προαγωγής) ή επαναφοράς μιας άδειας ή σύμβασης που ακυρώθηκε· αποζημίωσης για πραγματικές και μελλοντικές οικονομικές απώλειες (για παλαιότερη απώλεια μισθών, αλλά και για μελλοντική απώλεια εισοδήματος, για κόστος που συνδέεται με αλλαγή επαγγέλματος)· αποζημίωσης για άλλες οικονομικές βλάβες, όπως νομικά έξοδα και δαπάνες ιατρικής περίθαλψης, και για μη υλική βλάβη (σωματική και ψυχική οδύνη).

(97)  Τα είδη νομικών ενεργειών μπορεί να διαφέρουν μεταξύ των νομικών συστημάτων, αλλά θα πρέπει να διασφαλίζουν πραγματική και αποτελεσματική αποζημίωση ή αποκατάσταση, κατά τρόπο αποτρεπτικό και αναλογικό προς τη ζημία. Σημαντικές εν προκειμένω είναι οι αρχές του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων, ιδίως η αρχή 7, σύμφωνα με την οποία «πριν από τυχόν απόλυση, οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να πληροφορούνται τους λόγους αυτής και να τους παρέχεται έγκαιρη προειδοποίηση. Έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε αποτελεσματικό και αμερόληπτο μηχανισμό επίλυσης διαφορών και, σε περίπτωση αδικαιολόγητης απόλυσης, δικαίωμα επανόρθωσης, όπου περιλαμβάνεται η καταβολή εύλογης αποζημίωσης.» Τα μέσα έννομης προστασίας που έχουν θεσπιστεί σε εθνικό επίπεδο δεν θα πρέπει να αποθαρρύνουν δυνητικούς μελλοντικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Για παράδειγμα, η δυνατότητα αποζημίωσης ως εναλλακτική επιλογή αντί της επαναπρόσληψης σε περίπτωση απόλυσης θα μπορούσε να εξελιχθεί σε συστηματική πρακτική, ιδίως δε από μεγαλύτερους οργανισμούς, με αποθαρρυντικό αποτέλεσμα για τους μελλοντικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος.

(98)  Ιδιαίτερη σημασία για τους καταγγέλλοντες έχουν τα προσωρινά μέτρα εν αναμονή της δικαστικής διαδικασίας που μπορεί να είναι μακρόχρονη. Ειδικότερα, μέτρα προσωρινού χαρακτήρα, όπως προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία, θα πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμα για τους καταγγέλλοντες για τον τερματισμό απειλών, αποπειρών ή διαρκών πράξεων αντεκδίκησης, όπως η παρενόχληση ▌, ή για την αποτροπή μορφών αντιποίνων, όπως η απόλυση, που μπορεί να είναι δύσκολα αναστρέψιμη μετά το πέρας μακρών περιόδων και που μπορεί ενδεχομένως να καταστρέψει οικονομικά το άτομο —προοπτική που μπορεί να αποθαρρύνει σημαντικά τους δυνητικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος.

(99)  Μέτρα που λαμβάνονται εις βάρος καταγγελλόντων εκτός εργασιακού πλαισίου, για παράδειγμα δίωξη για συκοφαντική δυσφήμιση, προσβολή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή παράβαση της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας και της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, επίσης λειτουργούν αποτρεπτικά για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Σε τέτοιες διαδικασίες, οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να μπορούν να προβάλλουν, ως αμυντικό ισχυρισμό, το γεγονός ότι έχουν προβεί σε καταγγελία ή αποκάλυψη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, υπό την προϋπόθεση ότι η αναφορά ή δημοσιοποίηση των εν λόγω πληροφοριών είναι απαραίτητη για την αποκάλυψη της παράβασης.. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να εναπόκειται στο άτομο που κινεί διαδικασίες το βάρος της απόδειξης ότι ο καταγγέλλων δεν πληροί τους όρους της οδηγίας.

(100)  Η οδηγία (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου θεσπίζει κανόνες ώστε να διασφαλιστεί επαρκές και συνεκτικό επίπεδο αστικής έννομης προστασίας σε περίπτωση παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης εμπορικού απορρήτου. Ωστόσο, προβλέπει επίσης ότι η απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου θεωρείται νόμιμη στον βαθμό που επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης. Τα πρόσωπα που αποκαλύπτουν εμπορικά απόρρητα που αποκτήθηκαν σε εργασιακό πλαίσιο θα πρέπει να επωφελούνται από την προστασία που παρέχει η παρούσα οδηγία (επίσης ως προς την αστική ευθύνη), υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν τις προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας, μεταξύ των οποίων την προϋπόθεση ότι η αποκάλυψη είναι αναγκαία προκειμένου να αποκαλυφθεί παράβαση που εμπίπτει στο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Όταν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, οι αποκαλύψεις εμπορικών απορρήτων θεωρείται ότι «επιτρέπονται» από το δίκαιο της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/943. Επιπλέον, οι δύο οδηγίες θα πρέπει να θεωρούνται συμπληρωματικές και τα μέτρα, οι διαδικασίες και τα μέσα προσφυγής σε αστική έννομη προστασία, καθώς και οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στην οδηγία (ΕΕ) 2016/943 θα πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν για όλες τις περιπτώσεις αποκάλυψης εμπορικών απορρήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Οι αρμόδιες αρχές που λαμβάνουν καταγγελίες, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών απορρήτων, θα πρέπει να μεριμνούν ώστε να μη χρησιμοποιούνται ούτε να γνωστοποιούνται για άλλους σκοπούς πλην των αναγκαίων για την ορθή παρακολούθηση των καταγγελιών.

(101)  Σημαντικό κόστος για τους καταγγέλλοντες που προσφεύγουν δικαστικώς κατά μέτρων αντιποίνων μπορεί να είναι τα σχετικά δικαστικά έξοδα. Παρά το γεγονός ότι μπορούν να ανακτήσουν τα εν λόγω έξοδα στο τέλος της διαδικασίας, δεν αποκλείεται να μη μπορούν να τα καλύψουν εξ αρχής, ιδίως αν είναι άνεργοι ή σε μαύρη λίστα. Η παροχή συνδρομής για ποινικές διαδικασίες, ιδίως όταν οι καταγγέλλοντες πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(28) και γενικότερα η παροχή συνδρομής σε όσους αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες θα μπορούσε να είναι καταλυτική, σε ορισμένες περιπτώσεις, για την αποτελεσματική επιβολή των δικαιωμάτων τους στην προστασία.

(102)  Τα δικαιώματα των καταγγελλομένων θα πρέπει να προστατεύονται ώστε να αποφεύγονται βλάβες για τη φήμη και την υπόληψη ή άλλες αρνητικές συνέπειες. Επιπλέον, τα δικαιώματα υπεράσπισης και πρόσβασης του καταγγελλομένου σε μέσα έννομης προστασίας θα πρέπει να είναι πλήρως σεβαστά σε κάθε στάδιο της διαδικασίας που έπεται της καταγγελίας, σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προστατεύουν την εμπιστευτικότητα της ταυτότητας του καταγγελλόμενου και να διασφαλίζουν τα δικαιώματα υπεράσπισης, συμπεριλαμβανομένων του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο, του δικαιώματος ακρόασης και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής κατά απόφασης που το αφορά, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διαδικασίες που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία στο πλαίσιο ερευνών ή μεταγενέστερης δικαστικής διαδικασίας.

(103)  Οποιοδήποτε πρόσωπο υφίσταται ζημία, άμεσα ή έμμεσα, ως συνέπεια της καταγγελίας ή της δημοσιοποίησης ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών θα πρέπει να διατηρεί την προστασία και τα μέσα έννομης προστασίας που διαθέτει σύμφωνα με τους κανόνες του γενικού δικαίου. Σε περίπτωση που η εν λόγω ανακριβής ή παραπλανητική καταγγελία ή δημοσιοποίηση έγινε ηθελημένα και εν γνώσει, τότε οι καταγγελλόμενοι θα πρέπει να δικαιούνται αποζημίωση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

(104)  Οι ποινικές, αστικές ή διοικητικές κυρώσεις είναι αναγκαίες προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των κανόνων σχετικά με την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Οι κυρώσεις κατά όσων προβαίνουν σε αντίποινα ή σε άλλες δυσμενείς ενέργειες σε βάρος καταγγελλόντων μπορούν να αποθαρρύνουν τέτοιου είδους ενέργειες. Είναι απαραίτητο να επιβάλλονται κυρώσεις επίσης σε βάρος προσώπων που υποβάλλουν καταγγελία ή προβαίνουν σε δημοσιοποίηση που αποδεικνύεται ότι είναι εν γνώσει τους ψευδείς, ώστε να αποτρέπονται περαιτέρω κακόβουλες καταγγελίες και να διασφαλίζεται η αξιοπιστία του συστήματος. Η αναλογικότητα των εν λόγω κυρώσεων θα πρέπει να διασφαλίζει ότι δεν λειτουργούν αποτρεπτικά για τους δυνητικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος.

(105)  Κάθε απόφαση που λαμβάνεται από τις αρχές και βλάπτει τα δικαιώματα που παρέχονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ιδίως οι αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 6, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(106)  Η παρούσα οδηγία εισάγει ελάχιστα πρότυπα και τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν την εξουσία να εισάγουν ή να διατηρούν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους καταγγέλλοντες, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν έρχονται σε σύγκρουση με μέτρα για την προστασία των καταγγελλομένων. Η μεταφορά της παρούσας οδηγίας δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την υποβάθμιση του επιπέδου της προστασίας που ήδη παρέχεται στους καταγγέλλοντες δυνάμει του εθνικού δικαίου στους τομείς στους οποίους εφαρμόζεται.

(107)  Σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, η εσωτερική αγορά πρέπει να αποτελεί χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα στον οποίο εξασφαλίζονται η ελεύθερη και ασφαλής κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών. Η εσωτερική αγορά θα πρέπει να παρέχει στους πολίτες της Ένωσης προστιθέμενη αξία υπό τη μορφή εμπορευμάτων και υπηρεσιών καλύτερης ποιότητας και μεγαλύτερης ασφάλειας, διασφαλίζοντας υψηλά πρότυπα για τη δημόσια υγεία και την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ συνιστά την κατάλληλη νομική βάση για την έγκριση των μέτρων που είναι αναγκαία για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Πέραν του άρθρου 114 της ΣΛΕΕ, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να διαθέτει επιπρόσθετες νομικές βάσεις προκειμένου να καλύπτει τους τομείς που βασίζονται στο άρθρο 16, στο άρθρο ▌43παράγραφος 2, στο άρθρο 50, στο άρθρο 53 παράγραφος 1, ▌στα άρθρα 91 και 100, στο άρθρο ▌168 παράγραφος 4, στο άρθρο 169, στα άρθρα 192 παράγραφος 1 και 325 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ και στο άρθρο 31 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρατόμ για τη θέσπιση μέτρων της Ένωσης.

(108)  Το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας βασίζεται στον προσδιορισμό των τομέων στους οποίους η θέσπιση της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος φαίνεται δικαιολογημένη και απαραίτητη βάσει των επί του παρόντος διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων. Το εν λόγω ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής μπορεί να επεκταθεί σε άλλους τομείς ή πράξεις της Ένωσης αν αποδειχτεί αναγκαίο ως μέσο ενίσχυσης της επιβολής των πράξεων βάσει αποδεικτικών στοιχείων που μπορεί να προκύψουν στο μέλλον ή βάσει της αξιολόγησης του τρόπου με τον οποίο έχει λειτουργήσει η παρούσα οδηγία.

(109)  Κάθε φορά που θεσπίζονται μεταγενέστερες νομοθετικές διατάξεις συναφείς με την παρούσα οδηγία, θα πρέπει να καθίσταται, κατά περίπτωση, σαφές ότι θα εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία. Όποτε είναι αναγκαίο, θα πρέπει να τροποποιούνται το άρθρο 1 και το παράρτημα.

(110)  Ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι η ενίσχυση της επιβολής ορισμένων πράξεων σε ορισμένους τομείς πολιτικής, στους οποίους οι παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου μπορούν να βλάψουν σοβαρά το δημόσιο συμφέρον, χάρη στην αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη όταν δρουν μόνα τους και με μη συντονισμένο τρόπο, αλλά επιτυγχάνεται καλύτερα με την ανάληψη δράσης σε επίπεδο Ένωσης, συγκεκριμένα, με την παροχή ελάχιστων προτύπων εναρμόνισης σχετικά με την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Επιπλέον, μόνο η δράση σε επίπεδο Ένωσης μπορεί να εξασφαλίσει συνέπεια και να εναρμονίσει τους υφιστάμενους κανόνες της Ένωσης για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Επομένως, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(111)  Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και ▌τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το άρθρο 11. Η παρούσα οδηγία πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές διασφαλίζοντας τον πλήρη σεβασμό, μεταξύ άλλων, της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης, του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της επιχειρηματικής ελευθερίας, του δικαιώματος σε υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, του δικαιώματος σε υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας, του δικαιώματος σε υψηλό επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας, του δικαιώματος στη χρηστή διοίκηση, του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής και των δικαιωμάτων υπεράσπισης.

(112)  Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001, η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ▌.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Σκοπός

Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η ενίσχυση της επιβολής του δικαίου και των πολιτικών της Ένωσης σε συγκεκριμένους τομείς μέσω της θέσπισης κοινών ελάχιστων προτύπων που θα εξασφαλίζουν υψηλό επίπεδο προστασίας των προσώπων που καταγγέλλουν σχετικές παραβάσεις.

Άρθρο 2

Ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής

1.  Η παρούσα οδηγία καθορίζει ελάχιστα κοινά πρότυπα για την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν τις ακόλουθες παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης:

α)  παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των πράξεων της Ένωσης που ορίζονται στο παράρτημα (μέρη I και II) της παρούσας οδηγίας και αναφέρονται στους ακόλουθους τομείς:

i)  δημόσιες συμβάσεις·

ii)  χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προϊόντα και αγορές και πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·

iii)  ασφάλεια των προϊόντων·

iv)  ασφάλεια των μεταφορών·

v)  προστασία του περιβάλλοντος·

vi)  προστασία από την ακτινοβολία και πυρηνική ασφάλεια·

vii)  ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών, υγεία και καλή μεταχείριση των ζώων·

viii)  δημόσια υγεία·

ix)  προστασία των καταναλωτών·

x)  προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών.

β)  παραβάσεις που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 325 της ΣΛΕΕ και τα ειδικότερα οριζόμενα στα σχετικά ενωσιακά μέτρα·

γ)  παραβάσεις σχετιζόμενες με την εσωτερική αγορά, όπως αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των παραβάσεων των κανόνων περί ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων, και αναφορικά με πράξεις που παραβαίνουν τους κανόνες για τη φορολογία των εταιρειών ή διακανονισμούς των οποίων σκοπός είναι η εξασφάλιση φορολογικού πλεονεκτήματος που ματαιώνει το αντικείμενο ή τον σκοπό της εφαρμοστέας νομοθεσίας περί φορολογίας εταιρειών.

2.  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να επεκτείνουν την προστασία βάσει του εθνικού δικαίου όσον αφορά τομείς ή πράξεις που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 1.

Άρθρο 3

Συνάφεια με άλλες πράξεις της Ένωσης και εθνικές διατάξεις

1.  Όταν οι τομεακές πράξεις της Ένωσης που αναφέρονται στο μέρος II του παραρτήματος προβλέπουν ειδικούς κανόνες περί καταγγελίας παραβάσεων, εφαρμόζονται αυτοί οι κανόνες. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται ▌στον βαθμό που ένα ζήτημα δεν ρυθμίζεται υποχρεωτικά στις εν λόγω τομεακές πράξεις της Ένωσης.

2.  Η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει την ευθύνη των κρατών μελών να μεριμνούν για την εθνική ασφάλεια ούτε την εξουσία τους να διαφυλάσσουν τα ουσιαστικά συμφέροντά τους στον τομέα της ασφάλειας. Ειδικότερα, δεν εφαρμόζεται στις καταγγελίες για παραβάσεις κανόνων για τις συμβάσεις που άπτονται ζητημάτων άμυνας ή ασφάλειας εκτός εάν καλύπτονται από τις σχετικές πράξεις της Ένωσης.

3.  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου σχετικά με:

α)  την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών·

β)  την προστασία του δικηγορικού και του ιατρικού απορρήτου·

γ)  το απόρρητο των δικαστικών διασκέψεων, και

δ)   τους κανόνες ποινικής δικονομίας.

4.  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τους εθνικούς κανόνες σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος των εργαζομένων να συμβουλεύονται τους εκπροσώπους τους ή τις συνδικαλιστικές ενώσεις τους και σχετικά με την προστασία έναντι κάθε αδικαιολόγητου επιζήμιου μέτρου η οποία απορρέει από τις εν λόγω διαβουλεύσεις, καθώς και σχετικά με την αυτονομία των κοινωνικών εταίρων και το δικαίωμά τους να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις. Αυτό δεν θίγει το επίπεδο προστασίας που παρέχεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 4

Προσωπικό πεδίο εφαρμογής

1.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε καταγγέλλοντες που εργάζονται στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα και έχουν αποκτήσει πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις σε εργασιακό πλαίσιο, μεταξύ άλλων, τουλάχιστον στους εξής:

α)  πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του «εργαζομένου», κατά την έννοια του άρθρου 45 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων υπαλλήλων·

β)  πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του «μη μισθωτού», κατά την έννοια του άρθρου 49 της ΣΛΕΕ·

γ)  μετόχους και πρόσωπα που ανήκουν στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο μιας επιχείρησης, περιλαμβανομένων μη εκτελεστικών μελών, καθώς και εθελοντών και αμειβόμενων ή μη αμειβόμενων ασκουμένων·

δ)  οποιαδήποτε πρόσωπα εργάζονται υπό την εποπτεία και τις οδηγίες αναδόχων, υπεργολάβων και προμηθευτών.

2.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε καταγγέλλοντες επίσης όταν καταγγέλλουν ή αποκαλύπτουν πληροφορίες που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο εργασιακής σχέσης η οποία έχει έκτοτε λήξει.

3.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται επίσης σε καταγγέλλοντες των οποίων η εργασιακή σχέση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, σε περιπτώσεις που πληροφορίες σχετικά με μια παράβαση έχουν αποκτηθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πρόσληψης ή σε άλλο στάδιο διαπραγμάτευσης πριν από τη σύναψη σύμβασης.

4.  Τα μέτρα για την προστασία των καταγγελλόντων που αναφέρονται στο κεφάλαιο IV εφαρμόζονται επίσης, κατά περίπτωση, σε

α)  διαμεσολαβητές,

β)  τρίτα πρόσωπα που συνδέονται με τους καταγγέλλοντες και που ενδέχεται να υποστούν αντίποινα σε εργασιακό πλαίσιο, όπως συνάδελφοι ή συγγενείς του καταγγέλλοντος, και

γ)  νομικές οντότητες τις οποίες οι καταγγέλλοντες έχουν στην ιδιοκτησία τους, για τις οποίες εργάζονται ή συνδέονται με άλλο τρόπο με εργασιακή σχέση.

Άρθρο 5

Προϋποθέσεις για την προστασία των καταγγελλόντων

1.  Οι καταγγέλλοντες παραβάσεις που εμπίπτουν στους τομείς που καλύπτει η παρούσα οδηγία δικαιούνται προστασία, εφόσον:

α)  είχαν βάσιμους λόγους να θεωρούν ότι οι πληροφορίες που ανέφεραν ήταν αληθείς κατά τον χρόνο της καταγγελίας και ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας·

β)  έχουν υποβάλει καταγγελία εσωτερικά σύμφωνα με το άρθρο 7 και εξωτερικά σύμφωνα με το άρθρο 10, ή κατευθείαν εξωτερικά ή έχουν δημοσιοποιήσει στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 15 της παρούσας οδηγίας.

2.  Με την επιφύλαξη των υφιστάμενων υποχρεώσεων για την παροχή ανώνυμων καταγγελιών δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εξουσία των κρατών μελών να αποφασίζουν εάν και κατά πόσον οι ιδιωτικές ή οι δημόσιες οντότητες και οι αρμόδιες αρχές αποδέχονται και παρακολουθούν τις ανώνυμες καταγγελίες σχετικά με παραβάσεις.

3.  Πρόσωπα που κατήγγειλαν ή δημοσιοποίησαν πληροφορίες ανωνύμως, αλλά στη συνέχεια ταυτοποιήθηκαν, δικαιούνται εν τούτοις προστασία σε περίπτωση που υποστούν αντίποινα, υπό τον όρο ότι πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1.

4.  Οι καταγγέλλοντες παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας σε οικεία θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης δικαιούνται την προστασία που ορίζει η παρούσα οδηγία υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνους που υποβάλλουν καταγγελία εξωτερικά.

Άρθρο 6

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(1)  «παραβάσεις»: πράξεις ή παραλείψεις:

i)  που είναι παράνομες και σχετίζονται με ενωσιακές πράξεις και τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 2 και στο παράρτημα· ή

ii)  που αντιβαίνουν στο αντικείμενο ή τον σκοπό των κανόνων ▌που προβλέπονται στις εν λόγω ενωσιακές πράξεις και τομείς·

(2)  «πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις»: πληροφορίες ή εύλογες υπόνοιες σχετικά με πραγματικές ή δυνητικές παραβάσεις, και σχετικά με απόπειρες απόκρυψης παραβάσεων οι οποίες ▌έχουν διαπραχθεί ή είναι πολύ πιθανόν να διαπραχθούν στον οργανισμό στον οποίο εργάζεται ή έχει εργαστεί ο καταγγέλλων ή σε άλλους οργανισμούς με τους οποίους είχε επαφή μέσω της εργασίας του·

(3)  «καταγγελία»: η παροχή πληροφοριών σχετικά με παραβάσεις·

(4)  «εσωτερική καταγγελία»: η παροχή πληροφοριών σχετικά με παραβάσεις στο εσωτερικό μιας δημόσιας ή ιδιωτικής οντότητας·

(5)  «εξωτερική καταγγελία»: η παροχή πληροφοριών σχετικά με παραβάσεις στις αρμόδιες αρχές·

(6)  «δημοσιοποίηση»:: η διάθεση στο κοινό πληροφοριών σχετικά με παραβάσεις▌·

(7)  «καταγγέλλων»: φυσικό πρόσωπο το οποίο αναφέρει ή αποκαλύπτει πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις, πληροφορίες τις οποίες απέκτησε στο πλαίσιο των εργασιακών δραστηριοτήτων του·

(8)  «διαμεσολαβητής»: φυσικό πρόσωπο που βοηθά τον καταγγέλλοντα στη διαδικασία καταγγελίας σε εργασιακό πλαίσιο, η βοήθεια του οποίου θα πρέπει να είναι εμπιστευτική·

(9)  «εργασιακό πλαίσιο»: τρέχουσες ή παλαιότερες εργασιακές δραστηριότητες στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, ανεξαρτήτως της φύσης τους, μέσω των οποίων τα πρόσωπα μπορούν να αποκτήσουν πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις και στο πλαίσιο των οποίων τα εν λόγω πρόσωπα ενδέχεται να υποστούν αντίποινα αν καταγγείλουν τις παραβάσεις·

(10)  «καταγγελλόμενος»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο κατονομάζεται στην καταγγελία ή στην αποκάλυψη ως πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η παράβαση ή ως πρόσωπο το οποίο σχετίζεται με την παράβαση·

(11)  «αντίποινα»: οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση πράξη ή παράλειψη η οποία συμβαίνει σε εργασιακό πλαίσιο και είναι αποτέλεσμα εσωτερικής ή εξωτερικής καταγγελίας ή δημοσιοποίησης, και η οποία προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει αδικαιολόγητη ζημία στον καταγγέλλοντα·

(12)  «μέτρο παρακολούθησης»: οποιαδήποτε πράξη επιτελεί ο αποδέκτης καταγγελίας ή οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, ▌με σκοπό την αξιολόγηση της ακρίβειας των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην καταγγελία και, ενδεχομένως, την αντιμετώπιση της καταγγελλόμενης παράβασης, επίσης μέσω μέτρων όπως εσωτερική διερεύνηση, έρευνα, δίωξη, αγωγή για ανάκτηση κονδυλίων και αρχειοθέτηση·

(13)  «ενημέρωση»: παροχή ενημέρωσης στους καταγγέλλοντες για τα μέτρα που προβλέπεται να ληφθούν ή έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της παρακολούθησης της καταγγελίας και για τους λόγους της εν λόγω παρακολούθησης·

(14)  «αρμόδια αρχή»: οποιαδήποτε εθνική αρχή είναι εξουσιοδοτημένη να παραλαμβάνει καταγγελίες σύμφωνα με το κεφάλαιο III και να ενημερώνει τους καταγγέλλοντες ή/και έχει οριστεί να ασκεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, ιδίως δε όσον αφορά τα μέτρα παρακολούθησης των καταγγελιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΩΝ

Άρθρο 7

Καταγγελία μέσω εσωτερικών διαύλων

1.  Κατά γενική αρχή και με την επιφύλαξη των άρθρων 10 και 15, οι πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας μπορούν να αναφέρονται μέσω των εσωτερικών διαύλων και διαδικασιών που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο.

2.  Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τη χρήση εσωτερικών διαύλων πριν από την εξωτερική καταγγελία, σε περίπτωση που η παράβαση μπορεί να αντιμετωπισθεί με αποτελεσματικότητα εσωτερικά και εφόσον ο καταγγέλλων θεωρεί ότι δεν υπάρχει κίνδυνος αντιποίνων.

3.  Οι κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη συγκεκριμένη χρήση των εσωτερικών διαύλων παρέχονται στο πλαίσιο των πληροφοριών που δίδονται από νομικές οντότητες του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο ζ), και από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 4 στοιχείο α) και το άρθρο 13.

Άρθρο 8

Υποχρέωση καθιέρωσης εσωτερικών διαύλων

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νομικές οντότητες στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα καθιερώνουν εσωτερικούς διαύλους και διαδικασίες καταγγελίας και μέτρα παρακολούθησης των καταγγελιών, κατόπιν διαβουλεύσεως και σε συμφωνία με τους κοινωνικούς εταίρους, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο.

2.  Οι εν λόγω δίαυλοι και διαδικασίες παρέχουν τη δυνατότητα υποβολής καταγγελιών από εργαζομένους της οντότητας. Μπορούν να παρέχουν τη δυνατότητα υποβολής καταγγελιών από άλλα πρόσωπα που έρχονται σε επαφή με την οντότητα στο πλαίσιο των εργασιακών τους δραστηριοτήτων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) ▌.

3.  Οι νομικές οντότητες του ιδιωτικού τομέα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι όσες έχουν 50 ή περισσότερους εργαζομένους.

4.  Το όριο της παραγράφου 3 δεν εφαρμόζεται στις οντότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ενωσιακών πράξεων οι οποίες αναφέρονται στο μέρος I.B και στο μέρος II του παραρτήματος.

5.  Οι δίαυλοι καταγγελίας μπορούν να αποτελούν αντικείμενο εσωτερικής διαχείρισης από πρόσωπο ή υπηρεσία που έχει ορισθεί για αυτόν τον σκοπό ή να παρέχονται εξωτερικά από τρίτο μέρος. Οι διασφαλίσεις και οι απαιτήσεις του άρθρου 9 παράγραφος 1 πρέπει να τηρούνται εξίσου από τα εντεταλμένα τρίτα μέρη που διαχειρίζονται τον δίαυλο καταγγελιών για λογαριασμό ιδιωτικής οντότητας.

6.  Οι νομικές οντότητες του ιδιωτικού τομέα με 50 έως 249 εργαζόμενους μπορούν να έχουν κοινή χρήση των πόρων για την παραλαβή και, ενδεχομένως, για τη διερεύνηση των καταγγελιών. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεών τους να τηρούν την εμπιστευτικότητα και να παρέχουν απαντήσεις καθώς και να αντιμετωπίζουν την καταγγελλόμενη παράβαση.

7.  Κατόπιν δέουσας εκτίμησης κινδύνου, στην οποία λαμβάνεται υπόψη η φύση των δραστηριοτήτων των οντοτήτων και το απορρέον επίπεδο κινδύνου ιδίως για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από ▌νομικές οντότητες του ιδιωτικού τομέα με λιγότερους από 50 εργαζομένους να καθιερώσουν εσωτερικούς διαύλους και διαδικασίες καταγγελίας

8.  Κάθε απόφαση η οποία λαμβάνεται από κράτος μέλος ώστε να απαιτεί από νομικές οντότητες του ιδιωτικού τομέα να καθιερώσουν εσωτερικούς διαύλους καταγγελίας σύμφωνα με την παράγραφο 7 πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή, συνοδευόμενη από αιτιολόγηση και τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτίμηση κινδύνου. Η Επιτροπή κοινοποιεί την απόφαση στα άλλα κράτη μέλη.

9.  Οι νομικές οντότητες του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι όλες οι νομικές οντότητες του δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που ανήκουν σε νομική οντότητα του δημόσιου τομέα ή ελέγχονται από αυτήν.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από την υποχρέωση της παραγράφου 1 τους δήμους με λιγότερους από 10 000 κατοίκους, ή λιγότερους από 50 εργαζομένους, ή άλλες οντότητες με λιγότερους από 50 εργαζομένους.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν κοινοχρησία των εσωτερικών διαύλων καταγγελίας από τους δήμους ή διαχείρισή τους από κοινές αυτοδιοικητικές αρχές σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι οι κοινοί εσωτερικοί δίαυλοι είναι διακριτοί και αυτόνομοι από τους εξωτερικούς διαύλους.

Άρθρο 9

Διαδικασίες εσωτερικής καταγγελίας και μέτρα παρακολούθησης των καταγγελιών

1.  Οι διαδικασίες καταγγελίας και τα μέτρα παρακολούθησης των καταγγελιών που αναφέρονται στο άρθρο 8 περιλαμβάνουν τα εξής:

α)  διαύλους για την παραλαβή των καταγγελιών, οι οποίοι σχεδιάζονται, οργανώνονται και λειτουργούν κατά ασφαλή τρόπο που διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα της ταυτότητας του καταγγέλλοντος και κάθε τρίτου που αναφέρεται στην καταγγελία, και εμποδίζει την πρόσβαση σε μη εξουσιοδοτημένα μέλη του προσωπικού·

β)  κοινοποίηση παραλαβής της καταγγελίας στον καταγγέλλοντα εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει τις επτά ημέρες από τη στιγμή της παραλαβής·

γ)  τον ορισμό αμερολήπτου προσώπου ή υπηρεσίας με αρμοδιότητα για την παρακολούθηση των καταγγελιών που μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο ή υπηρεσία με εκείνο που παραλαμβάνει τις καταγγελίες και το οποίο θα διατηρήσει επικοινωνία και, εφόσον απαιτείται, θα ζητεί περαιτέρω πληροφορίες από τον καταγγέλλοντα και θα του παρέχει ενημέρωση·

δ)  την επιμελή παρακολούθηση της καταγγελίας από το πρόσωπο ή την υπηρεσία που έχει οριστεί·

ε)  την επιμελή παρακολούθηση των ανώνυμων καταγγελιών, εφόσον προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία·

στ)  εύλογο χρονικό διάστημα▌ για την παροχή ενημέρωσης στον καταγγέλλοντα σχετικά με τα μέτρα παρακολούθησης της καταγγελίας, το οποίο δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες από τη βεβαίωση παραλαβής ή, εάν δεν έχει αποσταλεί βεβαίωση, από τη λήξη του επταημέρου μετά την υποβολή της καταγγελίας·

ζ)  σαφείς και εύκολα προσβάσιμες πληροφορίες για τις ▌ προϋποθέσεις και τις διαδικασίες υπό τις οποίες μπορούν οι καταγγελίες να υποβληθούν εξωτερικά σε αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 10 και, κατά περίπτωση, σε θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης.

2.  Οι δίαυλοι που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) παρέχουν τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας γραπτώς ή/και προφορικώς, μέσω τηλεφωνικών γραμμών ή άλλων συστημάτων φωνητικών μηνυμάτων, και κατόπιν αιτήσεως του καταγγέλλοντος, μέσω προσωπικής συνάντησης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΩΝ

Άρθρο 10

Καταγγελία μέσω εξωτερικών διαύλων

Με την επιφύλαξη του άρθρου 15, οι καταγγέλλοντες παρέχουν πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας χρησιμοποιώντας τους διαύλους και τις διαδικασίες των άρθρων 11 και 12, αφού χρησιμοποιήσουν τον εσωτερικό δίαυλο ή υποβάλλοντας καταγγελία απευθείας στις αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 11

Υποχρέωση καθιέρωσης εξωτερικών διαύλων καταγγελίας και μέτρων παρακολούθησης των καταγγελιών

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για την παραλαβή των καταγγελιών, την ενημέρωση και τα μέτρα παρακολούθησης και τους παρέχουν τους κατάλληλους πόρους.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές:

α)  συγκροτούν ανεξάρτητους και αυτόνομους εξωτερικούς διαύλους καταγγελίας, ▌για την παραλαβή και τη διαχείριση των πληροφοριών που παρέχουν οι καταγγέλλοντες·

β)  Αποστέλλουν αμέσως, εντός επταημέρου, αποδεικτικό παραλαβής των καταγγελιών, εκτός αν ζητηθεί ρητώς κάτι διαφορετικό από τον καταγγέλλοντα ή αν η αρμόδια αρχή πιστεύει ευλόγως ότι το αποδεικτικό παραλαβής της καταγγελίας θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την προστασία της ταυτότητας του καταγγέλλοντος·

γ)  παρακολουθούν επιμελώς τις καταγγελίες·

δ)  παρέχουν ενημέρωση στον καταγγέλλοντα σχετικά με τα μέτρα παρακολούθησης της καταγγελίας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο δεν υπερβαίνει τους τρεις ή τους έξι μήνες σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στον καταγγέλλοντα το τελικό αποτέλεσμα των ερευνών, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο·

ε)  διαβιβάζουν εν ευθέτω χρόνω τις πληροφορίες της καταγγελίας στα αρμόδια θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, κατά περίπτωση, για περαιτέρω διερεύνηση εφόσον προβλέπεται από το εθνικό ή το ενωσιακό δίκαιο.

3.  Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές, αφού εξετάσουν δεόντως το θέμα, δύνανται να αποφασίσουν ότι μια καταγγελλόμενη παράβαση είναι σαφώς ήσσονος σημασίας και δεν απαιτεί περαιτέρω μέτρα παρακολούθησης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Εν προκειμένω δεν θίγονται άλλες υποχρεώσεις ή άλλες εφαρμοστέες διαδικασίες για την αντιμετώπιση της καταγγελλόμενης παράβασης, ούτε η προστασία που παρέχει η παρούσα οδηγία έναντι της καταγγελίας μέσω εσωτερικών ή/και εξωτερικών διαύλων. Στην περίπτωση αυτήν, οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν την απόφασή τους και τους λόγους της στον καταγγέλλοντα.

4.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίζουν ότι δεν απαιτείται παρακολούθηση επαναλαμβανόμενων καταγγελιών οι οποίες κατ’ ουσίαν δεν περιλαμβάνουν νέες ουσιαστικές πληροφορίες σε σχέση με προηγούμενη καταγγελία η οποία έχει ήδη περατωθεί, εκτός εάν νέες νομικές ή πραγματικές περιστάσεις δικαιολογούν διαφορετικά μέτρα παρακολούθησης. Στην περίπτωση αυτήν, ενημερώνουν τον καταγγέλλοντα σχετικά με τους λόγους της απόφασής τους.

5.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, σε περίπτωση μεγάλης εισροής καταγγελιών, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξετάζουν κατά προτεραιότητα τις καταγγελίες σοβαρών παραβάσεων ή παραβάσεων ουσιωδών διατάξεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, με την επιφύλαξη του χρονικού διαστήματος που ορίζεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.

6.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κάθε αρχή που λαμβάνει καταγγελία, αλλά δεν είναι αρμόδια για την αντιμετώπιση της καταγγελλόμενης παράβασης, διαβιβάζει την καταγγελία στην αρμόδια αρχή, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και με ασφαλή τρόπο, και ότι ο καταγγέλλων ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση για την διαβίβασή της.

Άρθρο 12

Σχεδιασμός των εξωτερικών διαύλων καταγγελίας

1.  ▌Οι εξωτερικοί δίαυλοι καταγγελίας θεωρούνται ανεξάρτητοι και αυτόνομοι, αν πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)  σχεδιάζονται, οργανώνονται και λειτουργούν κατά τρόπο που διασφαλίζει την πληρότητα, την ακεραιότητα και την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών και εμποδίζει την πρόσβαση σε μη εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους της αρμόδιας αρχής·

β)  επιτρέπουν την αποθήκευση διατηρήσιμων πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 18, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα περαιτέρω ερευνών.

2.  Οι εξωτερικοί δίαυλοι καταγγελίας παρέχουν τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας γραπτώς ή/και προφορικώς, μέσω τηλεφωνικών γραμμών ή άλλων συστημάτων φωνητικών μηνυμάτων, και κατόπιν αιτήσεως του καταγγέλλοντος, μέσω προσωπικής συνάντησης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

3.  Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι, όταν μια καταγγελία παραλαμβάνεται μέσω διαύλων διαφορετικών από τους διαύλους καταγγελίας που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ή από άλλα μέλη του προσωπικού από εκείνα που είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό καταγγελιών, τα μέλη του προσωπικού που την παρέλαβαν δεν αποκαλύπτουν πληροφορίες που θα μπορούσαν να ταυτοποιήσουν τον καταγγέλλοντα ή τον καταγγελλόμενο και διαβιβάζουν αμέσως την καταγγελία, χωρίς τροποποίηση, στα ▌μέλη του προσωπικού που είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό των καταγγελιών.

4.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν μέλη προσωπικού υπεύθυνα για τον χειρισμό καταγγελιών, ιδίως δε για:

α)  παροχή πληροφοριών, σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, σχετικά με τις διαδικασίες για την υποβολή καταγγελίας·

β)  παραλαβή και εφαρμογή μέτρων παρακολούθησης των καταγγελιών·

γ)  διατήρηση επαφής με τον καταγγέλλοντα με σκοπό την παροχή ενημέρωσης και τη ζήτηση περαιτέρω πληροφοριών, εφόσον απαιτούνται.

5.  Τα συγκεκριμένα μέλη του προσωπικού εκπαιδεύονται ειδικά για τον χειρισμό καταγγελιών.

Άρθρο 13

Πληροφορίες για την παραλαβή καταγγελιών και τα μέτρα παρακολούθησης των καταγγελιών

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν στους δικτυακούς τους τόπους σε χωριστό, εύκολα αναγνωρίσιμο και προσβάσιμο τμήμα, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)  τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι καταγγέλλοντες δικαιούνται προστασία δυνάμει της παρούσας οδηγίας·

β)  τα στοιχεία επικοινωνίας για τη χρήση των εξωτερικών διαύλων καταγγελίας, όπως προβλέπονται στο άρθρο 12, ιδίως τις ηλεκτρονικές και ταχυδρομικές διευθύνσεις, καθώς και τους αριθμούς τηλεφώνου, δηλώνοντας αν καταγράφονται οι τηλεφωνικές συνομιλίες ▌·

γ)  τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στις καταγγελίες παραβάσεων, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίο η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να διευκρινίσει τις αναφερόμενες πληροφορίες ή να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες, τη χρονική προθεσμία απάντησης στον καταγγέλλοντα καθώς και το είδος και το περιεχόμενο της απάντησης·

δ)  το καθεστώς απορρήτου που ισχύει για τις καταγγελίες, και ιδίως τις πληροφορίες σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 17 της παρούσας οδηγίας, τα άρθρα 5 και 13 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, το άρθρο 13 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 και το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, ανάλογα με την περίπτωση·

ε)  το είδος του μέτρου παρακολούθησης που πρόκειται να εφαρμοστεί για τις καταγγελίες·

στ)  τα διατιθέμενα μέσα έννομης προστασίας και διαδικασίες κατά των αντιποίνων και τις δυνατότητες των προσώπων που σκέφτονται να υποβάλουν καταγγελία να λαμβάνουν εμπιστευτικές συμβουλές·

ζ)  δήλωση η οποία αναφέρει ρητώς τους όρους υπό τους οποίους τα πρόσωπα που υποβάλλουν καταγγελία στην αρμόδια αρχή δεν υπέχουν ευθύνη λόγω παραβίασης του απορρήτου κατά το άρθρο 21 παράγραφος 4.

η)  στοιχεία επικοινωνίας της ενιαίας ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 και κατά περίπτωση.

Άρθρο 14

Επανεξέταση των διαδικασιών από τις αρμόδιες αρχές

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές επανεξετάζουν τις διαδικασίες για την παραλαβή καταγγελιών και τα μέτρα παρακολούθησής τους, σε τακτική βάση και τουλάχιστον μία φορά ανά τριετία. Κατά την εξέταση των εν λόγω διαδικασιών, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη την εμπειρία τους και την εμπειρία άλλων αρμόδιων αρχών και προσαρμόζουν τις διαδικασίες τους αναλόγως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ

Άρθρο 15

Δημοσιοποίηση

1.  Το πρόσωπο που δημοσιοποιεί πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας δικαιούται προστασία δυνάμει της παρούσας οδηγίας, εάν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  έχει υποβάλει καταγγελία εσωτερικά και εξωτερικά ή κατευθείαν εξωτερικά σύμφωνα με τα κεφάλαια II και III, αλλά δεν αναλήφθηκε καμία ενδεδειγμένη ενέργεια ως ανταπόκριση στην καταγγελία εντός του χρονικού διαστήματος που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο στ) και στο άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο δ)· ή

β)  είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι:

i)  η παράβαση μπορεί να συνιστά άμεσο ή έκδηλο κίνδυνο για το δημόσιο συμφέρον, όπως όταν υπάρχει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή κίνδυνος μη αναστρέψιμης βλάβης· ή

ii)  σε περίπτωση εξωτερικής καταγγελίας, υπάρχει κίνδυνος αντιποίνων ή υπάρχει μικρή προοπτική να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η παράβαση, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης, όπως το ενδεχόμενο να συγκαλυφθούν ή να καταστραφούν αποδεικτικά στοιχεία ή να υφίσταται συμπαιγνία μιας αρχής με τον δράστη της παράβασης ή έναν ενεχόμενο στην παράβαση.

2.  Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα πρόσωπο αποκαλύπτει πληροφορίες απευθείας στον Τύπο σύμφωνα με ειδικές εθνικές διατάξεις που θεσπίζουν σύστημα προστασίας σχετικό με την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ

Άρθρο 16

Υποχρέωση εμπιστευτικότητας

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ταυτότητα του καταγγέλλοντος δεν αποκαλύπτεται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εν λόγω προσώπου σε οποιονδήποτε άλλον πέρα από τα εξουσιοδοτημένα μέλη του προσωπικού που είναι αρμόδια να λαμβάνουν ή/και να παρακολουθούν τις καταγγελίες. Το ίδιο ισχύει και για κάθε άλλη πληροφορία από την οποία μπορεί να συναχθεί, άμεσα ή έμμεσα, η ταυτότητα του καταγγέλλοντος.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η ταυτότητα του καταγγέλλοντος, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να αποκαλύπτεται μόνον όταν είναι αναγκαία και αναλογική υποχρέωση που επιβάλλεται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο ερευνών των εθνικών αρχών ή δικαστικών διαδικασιών, μεταξύ άλλων με σκοπό τη διασφάλιση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του καταγγελλομένου.

3.  Οι αποκαλύψεις αυτές υπόκεινται σε κατάλληλες διασφαλίσεις σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ενημερώνεται προτού αποκαλυφθεί η ταυτότητά του, εκτός αν η ενημέρωση αυτή υπονομεύει τις έρευνες ή τις δικαστικές διαδικασίες. Κατά την ενημέρωση του καταγγέλλοντος, η αρμόδια αρχή τού αποστέλλει γραπτή αιτιολόγηση στην οποία εξηγεί τους λόγους αποκάλυψης των συγκεκριμένων εμπιστευτικών στοιχείων.

4.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές που λαμβάνουν καταγγελίες, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών απορρήτων, να μην τις χρησιμοποιούν ούτε να τις αποκαλύπτουν για άλλους σκοπούς πλην των αναγκαίων για την ορθή παρακολούθηση των καταγγελιών.

Άρθρο 17

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Οποιαδήποτε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής ή της διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές, πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και την οδηγία (ΕΕ) 2016/680. Κάθε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725.

Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία εκδήλως δεν σχετίζονται με τον χειρισμό συγκεκριμένης υπόθεσης δεν συλλέγονται ή, αν συλλεχθούν τυχαία, διαγράφονται χωρίς άσκοπη καθυστέρηση.

Άρθρο 18

Τήρηση αρχείων των καταγγελιών

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου τηρούν αρχεία για κάθε καταγγελία που παραλαμβάνουν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 16 της παρούσας οδηγίας. Οι καταγγελίες αποθηκεύονται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το αναγκαίο και αναλογικό έναντι της απαίτησης που επιβάλλεται στις αρμόδιες αρχές και στις νομικές οντότητες ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

2.  Όταν για την υποβολή καταγγελίας χρησιμοποιείται τηλεφωνική γραμμή ή άλλο σύστημα τηλεφωνικών μηνυμάτων με καταγραφή της συνομιλίας, με την επιφύλαξη της συναίνεσης του καταγγέλλοντος, οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου έχουν το δικαίωμα να τεκμηριώσουν την προφορική υποβολή καταγγελίας με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

α)  με καταγραφή της συνομιλίας σε σταθερή και ανακτήσιμη μορφή·

β)  με πλήρη και ακριβή μεταγραφή της συνομιλίας που συντάσσεται από τα ▌ μέλη του προσωπικού της αρμόδιας αρχής τα οποία είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό καταγγελιών.

Οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου παρέχουν στον καταγγέλλοντα τη δυνατότητα να επαληθεύσει, να διορθώσει και να συμφωνήσει με τη μεταγραφή της συνομιλίας, υπογράφοντάς την.

3.  Όταν για την υποβολή καταγγελίας χρησιμοποιείται τηλεφωνική γραμμή ή άλλο σύστημα τηλεφωνικών μηνυμάτων χωρίς καταγραφή της συνομιλίας, οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου έχουν το δικαίωμα να τεκμηριώσουν την προφορική υποβολή καταγγελίας με τη μορφή επακριβών πρακτικών της συνομιλίας που συντάσσονται από τα▌ μέλη του προσωπικού που είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό της καταγγελίας. Οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου παρέχουν στον καταγγέλλοντα τη δυνατότητα να επαληθεύσει, να διορθώσει και να συμφωνήσει με τα ▌πρακτικά της συνομιλίας, υπογράφοντάς τα.

4.  Όταν ένα πρόσωπο ζητήσει συνάντηση με τα ▌μέλη του προσωπικού των αρμόδιων αρχών ή των νομικών οντοτήτων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα για να υποβάλει καταγγελία σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 και το άρθρο 12 παράγραφος 2 ▌, οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν, με την επιφύλαξη της συναίνεσης του καταγγέλλοντος, ότι τηρούνται πλήρη και επακριβή πρακτικά της συνάντησης σε σταθερή και ανακτήσιμη μορφή.

Οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα έχουν το δικαίωμα να τεκμηριώνουν τα πρακτικά της συνάντησης με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

α)  με καταγραφή της συνομιλίας σε σταθερή και ανακτήσιμη μορφή·

β)  με ακριβή πρακτικά της συνάντησης που συντάσσονται από τα ▌μέλη του προσωπικού τα οποία είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό της καταγγελίας.

Οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα παρέχουν στον καταγγέλλοντα τη δυνατότητα να επαληθεύσει, να διορθώσει και να συμφωνήσει με τα πρακτικά της συνάντησης, υπογράφοντάς τα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Άρθρο 19

Απαγόρευση αντιποίνων

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να απαγορεύσουν αντίποινα οποιασδήποτε μορφής, συμπεριλαμβανομένων των απειλών και αποπειρών αντεκδίκησης, άμεσα ή έμμεσα, ▌μεταξύ άλλων, αντίποινα με την ακόλουθη μορφή:

α)  παύση, απόλυση ή ισοδύναμα μέτρα·

β)  υποβιβασμό ή στέρηση προαγωγής·

γ)  μεταβίβαση καθηκόντων, αλλαγή τόπου εργασίας, μείωση μισθού, μεταβολή του ωραρίου εργασίας·

δ)  στέρηση κατάρτισης·

ε)  αρνητική αξιολόγηση επιδόσεων ή αρνητική επαγγελματική σύσταση

στ)  επιβολή ή εφαρμογή πειθαρχίας, επίπληξης ή άλλης ποινής, περιλαμβανομένης χρηματικής ποινής·

ζ)  καταναγκασμό, εκφοβισμό, παρενόχληση ή περιθωριοποίηση ▌·

η)  διάκριση, μειονέκτημα ή άδικη αντιμετώπιση·

θ)  μη μετατροπή σύμβασης προσωρινής απασχόλησης σε μόνιμη, ενώ ο εργαζόμενος είχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι θα του προσφερθεί μόνιμη απασχόληση·

ι)  μη ανανέωση ή πρόωρη διακοπή σύμβασης προσωρινής απασχόλησης·

ια)  βλάβη, περιλαμβανομένης προσβολής της φήμης, ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ή οικονομική ζημία, περιλαμβανομένης επιχειρηματικής ζημίας και απώλειας εισοδήματος·

ιβ)  καταχώριση σε μαύρη λίστα βάσει τομεακής ή κλαδικής επίσημης ή ανεπίσημης συμφωνίας, που συνεπάγεται ότι το πρόσωπο δεν πρόκειται να βρει θέση εργασίας στον τομέα ή στον κλάδο στο μέλλον·

ιγ)  πρόωρη διακοπή ή ακύρωση σύμβασης για εμπορεύματα ή υπηρεσίες·

ιδ)  ακύρωση άδειας ή έγκρισης.

ιε)  παραπομπή για ψυχιατρική ή ιατρική παρακολούθηση.

Άρθρο 20

Μέτρα στήριξης

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 4 έχουν πρόσβαση, κατά περίπτωση, σε μέτρα στήριξης, ιδίως τα ακόλουθα:

i)  εύκολη και δωρεάν για το κοινό πρόσβαση σε πλήρεις και ανεξάρτητες πληροφορίες και συμβουλές σχετικά με τις διαδικασίες και τα μέσα έννομης προστασίας που είναι διαθέσιμα για την προστασία έναντι αντιποίνων και τα δικαιώματα του καταγγελλομένου.

ii)  ▌πρόσβαση σε αποτελεσματική συνδρομή από τις αρμόδιες αρχές ενώπιον οποιασδήποτε οικείας αρχής εμπλέκεται στην προστασία τους έναντι αντιποίνων, μεταξύ άλλων, όταν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο πιστοποίηση του γεγονότος ότι δικαιούνται προστασία δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

iii)  πρόσβαση σε δικαστική αρωγή σε ποινικές υποθέσεις και σε διασυνοριακές διαδικασίες σε αστικές υποθέσεις σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 και την οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και πρόσβαση σε δικαστική αρωγή σε περαιτέρω διαδικασίες και νομικές συμβουλές ή άλλη δικαστική συνδρομή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την παροχή οικονομικής βοήθειας και στήριξης, συμπεριλαμβανομένης της ψυχολογικής υποστήριξης, σε καταγγέλλοντες στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών.

3.  Τα μέτρα στήριξης που αναφέρονται στο παρόν άρθρο μπορεί να παρέχονται, κατά περίπτωση, από κέντρο πληροφοριών ή από ενιαία και σαφώς προσδιορισμένη ανεξάρτητη διοικητική αρχή.

Άρθρο 21

Μέτρα για την προστασία ▌έναντι αντιποίνων

1.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των καταγγελλόντων που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 έναντι αντιποίνων. Στα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνονται ιδίως τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8.

2.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφοι 2 και 3, τα πρόσωπα που υποβάλλουν καταγγελία ή προβαίνουν σε δημοσιοποίηση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία δεν θεωρείται ότι παραβιάζουν κανέναν περιορισμό όσον αφορά την αποκάλυψη πληροφοριών και δεν υπέχουν καμία απολύτως ευθύνη σε σχέση με την εν λόγω καταγγελία ή αποκάλυψη, εφόσον είχαν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι η καταγγελία ή η αποκάλυψη των εν λόγω πληροφοριών ήταν αναγκαία για να αποκαλυφθεί παράβαση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

3.  Οι καταγγέλλοντες δεν υπέχουν ευθύνη σε σχέση με την απόκτηση αυτών των πληροφοριών ή την πρόσβαση σε αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω απόκτηση ή πρόσβαση δεν συνιστά αυτοτελώς ποινικό αδίκημα. Στην περίπτωση αυτή, η ποινική ευθύνη εξακολουθεί να διέπεται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.

4.  Κάθε άλλη πιθανή ευθύνη των καταγγελλόντων που προκύπτει από πράξεις ή παραλείψεις που δεν σχετίζονται με την καταγγελία ή δεν είναι απαραίτητες για την αποκάλυψη παράβασης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία εξακολουθεί να διέπεται από το εφαρμοστέο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο.

5.  Στο πλαίσιο ▌διαδικασιών ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρχής σχετικά με βλάβη την οποία υπέστη ο καταγγέλλων, και με την επιφύλαξη ότι ο καταγγέλλων αποδεικνύει ότι προέβη σε καταγγελία ή δημοσιοποίηση και υπέστη βλάβη, τεκμαίρεται ότι η βλάβη έγινε σε αντίποινα για▌ την καταγγελία ή την αποκάλυψη. Στις περιπτώσεις αυτές, εναπόκειται στο πρόσωπο που έλαβε το μέτρο που προκάλεσε τη βλάβη να αποδείξει ότι το εν λόγω μέτρο ▌βασίστηκε σε δεόντως αιτιολογημένους λόγους.

6.  Οι καταγγέλλοντες και οι διαμεσολαβητές έχουν πρόσβαση σε μέσα έννομης προστασίας έναντι των αντιποίνων, κατά περίπτωση, όπως, μεταξύ άλλων, προσωρινά μέτρα εν αναμονή της απόφασης της νομικής διαδικασίας, σύμφωνα με το εθνικό πλαίσιο.

7.  ▌Σε δικαστικές διαδικασίες, μεταξύ άλλων για συκοφαντική δυσφήμιση, προσβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, παράβαση της υποχρέωσης τήρησης του απορρήτου, παράβαση των κανόνων για την προστασία δεδομένων, αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου, ή για αιτήσεις αποζημίωσης βάσει του ιδιωτικού, του δημόσιου ή του συλλογικού εργατικού δικαίου, οι καταγγέλλοντες δεν υπέχουν καμία απολύτως ευθύνη για την καταγγελία ή τη δημοσιοποίηση στην οποία προέβησαν σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και έχουν το δικαίωμα να επικαλεστούν αυτή την καταγγελία ή αποκάλυψη ώστε να ζητήσουν την απόρριψη της αγωγής, εφόσον είχαν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι η καταγγελία ή η αποκάλυψη ήταν αναγκαία για να αποκαλυφθεί παράβαση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Όταν ένα πρόσωπο καταγγέλλει ή δημοσιοποιεί πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, οι οποίες περιλαμβάνουν εμπορικά απόρρητα και πληρούν τους όρους της παρούσας οδηγίας, η εν λόγω καταγγελία ή δημοσιοποίηση θεωρείται νόμιμη υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/943.

8.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζονται τα ένδικα μέσα και η πλήρης αποζημίωση για τις ζημίες που υφίστανται οι καταγγέλλοντες που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 22

Μέτρα για την προστασία των καταγγελλομένων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι οι καταγγελλόμενοι απολαμβάνουν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου καθώς και το τεκμήριο αθωότητας και τα δικαιώματα υπεράσπισης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ακρόασης και του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελό τους ▌.

2.  Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι η ταυτότητα των καταγγελλομένων ▌προστατεύεται καθ’ όλη τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

3.  Οι διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 12, 17 και 18 εφαρμόζονται επίσης για την προστασία της ταυτότητας των καταγγελλομένων.

Άρθρο 23

Κυρώσεις

1.  Τα κράτη μέλη προβλέπουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις οι οποίες εφαρμόζονται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που:

α)  παρεμποδίζουν ή αποπειρώνται να παρεμποδίσουν την υποβολή καταγγελίας·

β)  λαμβάνουν μέτρα αντιποίνων σε βάρος ▌προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 4·

γ)  κινούν κακόβουλες διαδικασίες κατά ▌προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 4·

δ)  παραβαίνουν την υποχρέωση τήρησης του εμπιστευτικού χαρακτήρα της ταυτότητας των καταγγελλόντων κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 16.

2.  Τα κράτη μέλη προβλέπουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε βάρος προσώπων όταν αποδεικνύεται ότι προέβησαν εν γνώσει τους σε ψευδείς καταγγελίες ή ψευδείς δημοσιοποιήσεις. Τα κράτη μέλη προβλέπουν επίσης μέτρα αποζημίωσης για τις ζημίες που προκαλούνται από τέτοιες καταγγελίες ή αποκαλύψεις σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 24

Απαγόρευση άρσης δικαιωμάτων και μέσων έννομης προστασίας

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα και τα μέσα έννομης προστασίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία δεν μπορούν να αρθούν ή να περιοριστούν από συμφωνία, πολιτική, μορφή ή όρο απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης συμφωνίας διαιτησίας πριν από διαφορά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 25

Ευνοϊκότερη μεταχείριση και ρήτρα μη υποβάθμισης

1.  Τα κράτη μέλη δύνανται να εισάγουν ή να διατηρούν διατάξεις που είναι ευνοϊκότερες για τα δικαιώματα των καταγγελλόντων σε σχέση με εκείνες που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη του άρθρου 22 και του άρθρου 23 παράγραφος 2.

2.  Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει λόγο για μείωση του επιπέδου προστασίας το οποίο παρέχεται ήδη από τα κράτη μέλη στους τομείς που καλύπτονται από την οδηγία.

Άρθρο 26

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και μεταβατική περίοδος

1.  Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία έως ... [2 έτη μετά την έκδοση].

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση καθιέρωσης εσωτερικού διαύλου που ορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 3 όσον αφορά νομικές οντότητες με περισσότερους από 50 και λιγότερους από 250 εργαζομένους έως ...[δύο έτη μετά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο].

3.   Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις διατάξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Άρθρο 27

Υποβολή εκθέσεων, αξιολόγηση και επανεξέταση

1.  Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις σχετικές πληροφορίες όσον αφορά την υλοποίηση και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Βάσει των παρεχόμενων πληροφοριών, η Επιτροπή, έως ... [2 έτη μετά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο], υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την υλοποίηση και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

2.  Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων που προβλέπονται από άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, σε ετήσια βάση, τα ακόλουθα στατιστικά στοιχεία, κατά προτίμηση σε συγκεντρωτική μορφή, σχετικά με τις καταγγελίες που αναφέρονται στο κεφάλαιο III, εφόσον αυτά διατίθενται σε κεντρικό επίπεδο στο οικείο κράτος μέλος:

α)  τον αριθμό των καταγγελιών που παρέλαβαν οι αρμόδιες αρχές·

β)  τον αριθμό των ερευνών και των διαδικασιών που κινήθηκαν ως αποτέλεσμα των εν λόγω καταγγελιών και την▌ έκβασή τους·

γ)  σε περίπτωση που διαπιστώθηκε ζημία, την εκτιμώμενη οικονομική ζημία▌ και τα ποσά που ανακτήθηκαν κατόπιν ερευνών και διαδικασιών σε σχέση με τις καταγγελλόμενες παραβάσεις.

3.  Η Επιτροπή, έως ... [4 έτη μετά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο], με βάση την έκθεσή της η οποία υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, και τα στατιστικά στοιχεία των κρατών μελών που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 2, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αξιολογώντας τον αντίκτυπο της εθνικής νομοθεσίας μεταφοράς της παρούσας οδηγίας. Η έκθεση αξιολογεί τον τρόπο με τον οποίον έχει λειτουργήσει η παρούσα οδηγία και εξετάζει την ανάγκη για επιπρόσθετα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, τροποποιήσεων με σκοπό την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας σε περαιτέρω ενωσιακές πράξεις ή τομείς, ιδίως σχετικά με τη βελτίωση του εργασιακού περιβάλλοντος για την προστασία της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και σχετικά με τις συνθήκες εργασίας.

Επιπλέον, η έκθεση αξιολογεί τον τρόπο με τον οποίον τα κράτη μέλη αξιοποίησαν υφιστάμενους μηχανισμούς συνεργασίας στο πλαίσιο των υποχρεώσεών τους για την παρακολούθηση καταγγελιών για παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και, γενικότερα, τον τρόπο συνεργασίας τους σε περιπτώσεις παραβάσεων με διασυνοριακή διάσταση.

4.  Οι εκθέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3 δημοσιοποιούνται από την Επιτροπή και είναι εύκολα προσβάσιμες.

Άρθρο 28

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 29

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

…,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Μέρος I

Α.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο i) – δημόσιες συμβάσεις:

1.  Διαδικαστικοί κανόνες για δημόσιες συμβάσεις και την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης, για την ανάθεση συμβάσεων στους τομείς της άμυνας ▌και της ασφάλειας και για την ανάθεση συμβάσεων φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και για κάθε άλλη σύμβαση ή υπηρεσία όπως ρυθμίζεται από τις εξής πράξεις:

i)  οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 1)·

ii)  οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 65)·

iii)  οδηγία 2014/25/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και την κατάργηση της οδηγίας 2004/17/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 243)·

iv)  οδηγία 2009/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης ορισμένων συμβάσεων έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών που συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας καθώς και την τροποποίηση των οδηγιών 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 216 της 20.8.2009, σ. 76).

2.  Διαδικασίες επανεξέτασης που ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 76 της 23.3.1992, σ. 14)·

ii)  την οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395 της 30.12.1989, σ. 33).

B.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο ii) – χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προϊόντα και αγορές και πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας:

Κανόνες για τη θέσπιση κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου και για την προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών στους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και των κεφαλαιαγορών, των τραπεζών, των πιστώσεων, των επενδύσεων, των ασφαλίσεων και των αντασφαλίσεων, των επαγγελματικών ή των ατομικών συνταξιοδοτικών προϊόντων, των χρεογράφων, των επενδυτικών ταμείων, των υπηρεσιών πληρωμών ▌στην Ένωση και των δραστηριοτήτων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338), όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ (ΕΕ L 267 της 10.10.2009, σ. 7)·

ii)  την οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1)·

iii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 236/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2012, για τις ανοικτές πωλήσεις και ορισμένες πτυχές των συμβολαίων ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης (ΕΕ L 86 της 24.3.2012, σ. 1)·

iv)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 1)·

v)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 346/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 18)·

vi)  την οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/EE και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 60 της 28.2.2014, σ. 34)·

vii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος και την κατάργηση της απόφασης 2005/909/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 158 της 27.5.2014, σ. 77)·

viii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84)·

ix)  την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/EΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35)·

x)  την οδηγία 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς (ΕΕ L 142 της 30.4.2004, σ. 12)·

xi)  την οδηγία 2007/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, σχετικά με την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων από μετόχους εισηγμένων εταιρειών (ΕΕ L 184 της 14.7.2007, σ. 17)·

xii)  την οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕK (ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 38)·

xiii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1)·

xiv)  τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 (ΕΕ L 171 της 29.6.2016, σ. 1)·

xv)  την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335, της 17.12.2009, σ. 1)·

xvi)  την οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190)·

xvii)  την οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ (ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1)·

xviii)  την οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149)·

xix)  την οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών (ΕΕ L 84 της 26.3.1997, σ. 22)·

xx)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

Γ.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο iii) – ασφάλεια των προϊόντων και συμμόρφωση:

1.  ▌Απαιτήσεις ασφάλειας και συμμόρφωσης των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά της Ένωσης όπως ορίζονται και ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 2001, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΕΕ L 11 της 15.1.2002, σ. 4)·

ii)  την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης σε σχέση με τα μεταποιημένα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων επισήμανσης, εκτός από τα τρόφιμα, τις ζωοτροφές, τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη και για κτηνιατρική χρήση, τα ζώντα φυτά και ζώα, τα προϊόντα ανθρώπινης προέλευσης και τα προϊόντα φυτών και ζώων που σχετίζονται άμεσα με τη μελλοντική αναπαραγωγή τους, όπως απαριθμούνται στα παραρτήματα του κανονισμού XX για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων(29)·

iii)  την οδηγία 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση πλαισίου για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά (οδηγία-πλαίσιο) (ΕΕ L 263 της 9.10.2007, σ. 1).

2.  Κυκλοφορία στην αγορά και χρήση ευαίσθητων και επικίνδυνων προϊόντων, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2009/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για την απλούστευση των όρων και προϋποθέσεων για τις μεταφορές προϊόντων συνδεόμενων με τον τομέα της άμυνας εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 146 της 10.6.2009, σ. 1)·

ii)  την οδηγία 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1991, σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων (ΕΕ L 256 της 13.9.1991, σ. 51)·

iii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 98/2013, της 15ης Ιανουαρίου 2013, σχετικά με την κυκλοφορία στην αγορά και τη χρήση πρόδρομων ουσιών εκρηκτικών υλών (ΕΕ L 39 της 9.2.2013, σ. 1).

Δ.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο iv) – ασφάλεια των μεταφορών:

1.  Απαιτήσεις ασφάλειας στον τομέα των σιδηροδρόμων όπως ρυθμίζονται από την οδηγία (EE) 2016/798 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 138 της 26.5.2016, σ. 102).

2.  Απαιτήσεις ασφάλειας στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας όπως ρυθμίζονται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 996/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με τη διερεύνηση και την πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων στην πολιτική αεροπορία και την κατάργηση της οδηγίας 94/56/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 12.11.2010, σ. 35).

3.  Απαιτήσεις ασφάλειας στον τομέα των οδικών μεταφορών όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2008/96/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τη διαχείριση της ασφάλειας των οδικών υποδομών (ΕΕ L 319 της 29.11.2008, σ. 59)·

ii)  την οδηγία 2004/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις ασφαλείας για τις σήραγγες του διευρωπαϊκού οδικού δικτύου (ΕΕ L 167 της 30.4.2004, σ. 39).

iii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1071/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων όσον αφορά τους όρους που πρέπει να πληρούνται για την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα και για την κατάργηση της οδηγίας 96/26/ΕΚ του Συμβουλίου (EE L 300 της 14.11.2009, σ. 51).

4.  Απαιτήσεις ασφάλειας στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών όπως ρυθμίζονται από:

i)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 391/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και ελέγχου πλοίων (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 131 της 28.5.2009, σ. 11)·

ii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 392/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την ευθύνη των μεταφορέων που εκτελούν θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, σε περίπτωση ατυχήματος (ΕΕ L 131 της 28.5.2009, σ. 24)·

iii)  την οδηγία 2014/90/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τον εξοπλισμό πλοίων και για την κατάργηση της οδηγίας 96/98/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 146)·

iv)  την οδηγία 2009/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, για τον καθορισμό των θεμελιωδών αρχών που διέπουν τη διερεύνηση των ατυχημάτων στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/35/ΕΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2002/59/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 131 της 28.5.2009, σ. 114)·

v)  την οδηγία 2008/106/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για το ελάχιστο επίπεδο εκπαίδευσης των ναυτικών (ΕΕ L 323 της 3.12.2008, σ. 33)·

vi)  την οδηγία 98/41/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1998, σχετικά με την καταγραφή των ατόμων που ταξιδεύουν με επιβατηγά πλοία που εκτελούν δρομολόγια προς ή από λιμένες των κρατών μελών της Κοινότητας (ΕΕ L 188 της 2.7.1998, σ. 35)·

vii)  την οδηγία 2001/96/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με τον καθορισμό εναρμονισμένων απαιτήσεων και διαδικασιών για την ασφαλή φόρτωση και εκφόρτωση των φορτηγών πλοίων μεταφοράς φορτίου χύδην (ΕΕ L 13 της 16.1.2002, σ. 9).

5.  Απαιτήσεις ασφάλειας όπως ρυθμίζονται από την οδηγία 2008/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με τις εσωτερικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων (ΕΕ L 260 της 30.9.2008, σ. 13).

E.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο v) – προστασία του περιβάλλοντος:

1.   Οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα κατά της προστασίας του περιβάλλοντος όπως ρυθμίζεται από την οδηγία 2008/99/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου (ΕΕ L 328 της 6.12.2008, σ. 28) ή οποιαδήποτε παράνομη συμπεριφορά η οποία παραβιάζει τη νομοθεσία που ορίζεται στα παραρτήματα της οδηγίας 2008/99/ΕΚ·

2.  Διατάξεις για το περιβάλλον και το κλίμα, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2003/87/ΕΚ σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 275 της 25.10.2003, σ. 32)·

ii)  την οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 16)·iii) την οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για την ενεργειακή απόδοση, την τροποποίηση των οδηγιών 2009/125/ΕΚ και 2010/30/ΕΕ και την κατάργηση των οδηγιών 2004/8/ΕΚ και 2006/32/ΕΚ (ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 1)·

iii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 525/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, σχετικά με μηχανισμό παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και άλλων πληροφοριών σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο που αφορούν την αλλαγή του κλίματος και την κατάργηση της απόφασης αριθ. 280/2004/ΕΚ (ΕΕ L 165 της 18.6.2013, σ. 13)·

iv)  την οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΕΕ L 328 της 21.12.2018, σ. 82).

3.  Διατάξεις για τη βιώσιμη ανάπτυξη και διαχείριση των αποβλήτων, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ L 312 της 22.11.2008, σ. 3)·

ii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1257/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, για την ανακύκλωση των πλοίων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 και της οδηγίας 2009/16/ΕΚ (ΕΕ L 330 της 10.12.2013, σ. 1)·

iii)   τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 649/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τις εξαγωγές και εισαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 60)·

4.  Διατάξεις περί ατμοσφαιρικής και θαλάσσιας ρύπανσης και ηχορρύπανσης, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 1999/94/EΚ για τις πληροφορίες που πρέπει να τίθενται στη διάθεση των καταναλωτών σχετικά με την οικονομία καυσίμου και τις εκπομπές CO2 όσον αφορά την εμπορία νέων επιβατηγών αυτοκινήτων (ΕΕ L 12 της 18.1.2000. σ. 16)·

ii)  την οδηγία 2001/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, σχετικά με εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους (ΕΕ L 309 της 27.11.2001, σ. 22)·

iii)  την οδηγία 2002/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, σχετικά με την αξιολόγηση και τη διαχείριση του περιβαλλοντικού θορύβου (ΕΕ L 189 της 18.7.2002, σ. 12)·

iv)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 782/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2003, για την απαγόρευση οργανοκασσιτερικών ενώσεων σε πλοία (ΕΕ L 115 της 9.5.2003, σ. 1)·

v)   την οδηγία 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας (ΕΕ L 143 της 30.4.2004, σ. 56)·

vi)  την οδηγία 2005/35/ΕΚ σχετικά με τη ρύπανση από τα πλοία και τη θέσπιση κυρώσεων για παραβάσεις (ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 11)·

vii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 166/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 2006, για τη σύσταση ευρωπαϊκού μητρώου έκλυσης και μεταφοράς ρύπων και για την τροποποίηση των οδηγιών 91/689/EΟΚ και 96/61/EΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 33 της 4.2.2006, σ. 1)·

viii)  την οδηγία 2009/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση καθαρών και ενεργειακώς αποδοτικών οχημάτων οδικών μεταφορών (ΕΕ L 120 της 15.5.2009, σ. 12)·

ix)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 443/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με τα πρότυπα επιδόσεων για τις εκπομπές από τα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα, στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης προσέγγισης της Κοινότητας για τη μείωση των εκπομπών CO2 από ελαφρά οχήματα (ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 1)·

x)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1005/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος (ΕΕ L 286 της 31.10.2009, σ. 1)·

xi)  την οδηγία 2009/126/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη φάση ΙΙ της ανάκτησης ατμών βενζίνης κατά τη διάρκεια του ανεφοδιασμού μηχανοκίνητων οχημάτων σε πρατήρια καυσίμων (ΕΕ L 285 της 31.10.2009, σ. 36)·

xii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 510/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2011, σχετικά με τα πρότυπα επιδόσεων για τις εκπομπές από τα καινούργια ελαφρά επαγγελματικά οχήματα όσον αφορά τις εκπομπές, στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης προσέγγισης της Ένωσης για τη μείωση των εκπομπών CO2 από ελαφρά οχήματα (ΕΕ L 145 της 31.5.2011, σ. 1)·

xiii)  την οδηγία 2014/94/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2014, για την ανάπτυξη υποδομών εναλλακτικών καυσίμων (ΕΕ L 307 της 28.10.2014, σ. 1)·

xiv)   τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/757 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, για την παρακολούθηση, την υποβολή εκθέσεων και επαλήθευση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από θαλάσσιες μεταφορές και για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/16/ΕΚ (ΕΕ L 123 της 19.5.2015, σ. 55)·

xv)  την οδηγία (ΕΕ) 2015/2193 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, για τον περιορισμό των εκπομπών ορισμένων ρύπων στην ατμόσφαιρα από μεσαίου μεγέθους μονάδες καύσης (ΕΕ L 313 της 28.11.2015, σ. 1).

5.  Διατάξεις για την προστασία και διαχείριση των υδάτων και του εδάφους, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2007/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2007, για την αξιολόγηση και τη διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας (ΕΕ L 288 της 6.11.2007, σ. 27)·

ii)  την οδηγία 2008/105/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με πρότυπα ποιότητας περιβάλλοντος στον τομέα της πολιτικής των υδάτων καθώς και σχετικά με την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 82/176/ΕΟΚ, 83/513/ΕΟΚ, 84/156/ΕΟΚ, 84/491/ΕΟΚ και 86/280/ΕΟΚ και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 348 της 24.12.2008, σ. 84)·

iii)  την οδηγία 2011/92/ΕΕ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (EE L 26 της 28.1.2012, σ. 1).

6.  Διατάξεις σχετικά με την προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, όπως ρυθμίζονται από:

i)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1936/2001 του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, περί ορισμένων μέτρων ελέγχου των δραστηριοτήτων αλιείας των άκρως μεταναστευτικών ειδών ιχθύων (ΕΕ L 263 της 3.10.2001, σ. 1)·

ii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 812/2004 του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με παρεμπίπτοντα αλιεύματα κητοειδών κατά την αλιεία και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 88/98 (ΕΕ L 150 της 30.4.2004, σ. 12)·

iii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1007/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, περί εμπορίου προϊόντων φώκιας (ΕΕ L 286 της 31.10.2009, σ. 36)·

iv)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 734/2008 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2008, για την προστασία ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων της ανοικτής θάλασσας από τις δυσμενείς συνέπειες της χρήσης αλιευτικών εργαλείων βυθού (ΕΕ L 201 της 30.7.2008, σ. 8)·

v)  την οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ L 20 της 26.1.2010, σ. 7)·

vi)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 995/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, για τη θέσπιση των υποχρεώσεων των φορέων εκμετάλλευσης που διαθέτουν ξυλεία και προϊόντα ξυλείας στην αγορά (ΕΕ L 295 της 12.11.2010, σ. 23)·

vii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1143/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2014, για την πρόληψη και διαχείριση της εισαγωγής και εξάπλωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδών (ΕΕ L 317 της 4.11.2014, σ. 35)·

7.  Διατάξεις για τα χημικά προϊόντα, όπως ρυθμίζονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1)·

8.  Διατάξεις για τα βιολογικά προϊόντα, όπως ρυθμίζονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2018/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 150 της 14.6.2018, σ. 1).

ΣΤ.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο vi) – προστασία από την ακτινοβολία και πυρηνική ασφάλεια

Κανόνες για την πυρηνική ασφάλεια όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2009/71/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2009, περί θεσπίσεως κοινοτικού πλαισίου για την πυρηνική ασφάλεια πυρηνικών εγκαταστάσεων (ΕΕ L 172 της 2.7.2009, σ. 18)·

ii)  την οδηγία 2013/51/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, περί θεσπίσεως απαιτήσεων προστασίας της υγείας του πληθυσμού από ραδιενεργές ουσίες που περιέχονται στο νερό ανθρώπινης κατανάλωσης (ΕΕ L 296 της 7.11.2013, σ. 12)·

iii)  την οδηγία 2013/59/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 2013, για τον καθορισμό βασικών προτύπων ασφαλείας για την προστασία από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες και την κατάργηση των οδηγιών 89/618/Ευρατόμ, 90/641/Ευρατόμ, 96/29/Ευρατόμ, 97/43/Ευρατόμ και 2003/122/Ευρατόμ (ΕΕ L 13 της 17.1.2014, σ. 1)·

iv)  την οδηγία 2011/70/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2011, η οποία θεσπίζει κοινοτικό πλαίσιο για την υπεύθυνη και ασφαλή διαχείριση αναλωμένων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων (ΕΕ L 199 της 2.8.2011, σ. 48)·

v)  την οδηγία 2006/117/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, σχετικά με την επιτήρηση και τον έλεγχο των αποστολών ραδιενεργών αποβλήτων και αναλωμένου πυρηνικού καυσίμου (EE L 337 της 5.12.2006, σ. 21)·

vi)  τον κανονισμό (Ευρατόμ) 2016/52 του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2016, για τον καθορισμό μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων ραδιορρύπανσης των τροφίμων και των ζωοτροφών κατόπιν πυρηνικού ατυχήματος ή άλλου έκτακτου ραδιολογικού συμβάντος και την κατάργηση του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 3954/87 και των κανονισμών της Επιτροπής (Ευρατόμ) αριθ. 944/89 και (Ευρατόμ) αριθ. 770/90 (ΕΕ L 13 της 20.1.2016, σ. 2)·

vii)  τον κανονισμό (Ευρατόμ) αριθ. 1493/93 του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 1993 για τις αποστολές ραδιενεργών ουσιών μεταξύ κρατών μελών.

Ζ.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο vii) – ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών, υγεία και καλή μεταχείριση των ζώων:

1.  Νομοθεσία της Ένωσης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές που διέπεται από τις γενικές αρχές και απαιτήσεις όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1).

2.  Υγεία των ζώων όπως ρυθμίζεται από:

i)   τον κανονισμό (EE) 2016/429 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τις μεταδοτικές νόσους των ζώων και για την τροποποίηση και την κατάργηση ορισμένων πράξεων στον τομέα της υγείας των ζώων («νόμος για την υγεία των ζώων») (ΕΕ L 84 της 31.3.2016, σ. 1).

ii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, περί υγειονομικών κανόνων για ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο (ΕΕ L 300 της 14.11.2009, σ. 1)·

3.  Κανονισμός (EE) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται με σκοπό την εξασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και των κανόνων για την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων, την υγεία των φυτών και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, για την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 999/2001, (ΕΚ) αριθ. 396/2005, (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, (EE) αριθ. 652/2014, (ΕΕ) 2016/429 και (ΕΕ) 2016/2031, των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 και των οδηγιών του Συμβουλίου 98/58/ΕΚ, 1999/74/ΕΚ, 2007/43/ΕΚ, 2008/119/ΕΚ και 2008/120/ΕΚ και για την κατάργηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 854/2004 και (ΕΚ) αριθ. 882/2004, των οδηγιών του Συμβουλίου 89/608/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 91/496/ΕΟΚ, 96/23/ΕΚ, 96/93/ΕΚ και 97/78/ΕΚ και της απόφασης 92/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου (κανονισμός για τους επίσημους ελέγχους) (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1).

4.   Διατάξεις και πρότυπα σχετικά με την προστασία και την καλή διαβίωση των ζώων, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 98/58/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, σχετικά με την προστασία των ζώων στα εκτροφεία (ΕΕ L 221 της 8.8.1998, σ. 23)·

ii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2005 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά και συναφείς δραστηριότητες και για την τροποποίηση των οδηγιών 64/432/ΕΟΚ και 93/119/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1255/97 (ΕΕ L 3 της 5.1.2005, σ. 1)·

iii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2009, για την προστασία των ζώων κατά τη θανάτωσή τους (ΕΕ L 303 της 18.11.2009, σ. 1)·

iv)  την οδηγία 1999/22/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαρτίου 1999, για τη διατήρηση άγριων ζώων στους ζωολογικούς κήπους (ΕΕ L 94 της 9.4.1999, σ. 24).

Η.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο viii) – δημόσια υγεία:

1.  Μέτρα για τον καθορισμό υψηλών προδιαγραφών ποιότητας και ασφάλειας για τα όργανα και τις ουσίες ανθρώπινης προέλευσης, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2002/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, για τη θέσπιση προτύπων ποιότητας και ασφάλειας για τη συλλογή, τον έλεγχο, την επεξεργασία, την αποθήκευση και τη διανομή ανθρωπίνου αίματος και συστατικών του αίματος και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/ΕΚ (ΕΕ L 33 της 8.2.2003, σ. 30)·

ii)  την οδηγία 2004/23/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, για τη θέσπιση προτύπων ποιότητας και ασφάλειας για τη δωρεά, την προμήθεια, τον έλεγχο, την επεξεργασία, τη συντήρηση, την αποθήκευση και τη διανομή ανθρώπινων ιστών και κυττάρων (ΕΕ L 102 της 7.4.2004, σ. 48)·

iii)  την οδηγία 2010/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 2010, σχετικά με τα πρότυπα ποιότητας και ασφάλειας των ανθρώπινων οργάνων που προορίζονται για μεταμόσχευση (ΕΕ L 207 της 6.8.2010, σ. 14).

2.  Μέτρα για τον καθορισμό υψηλών προδιαγραφών ποιότητας και ασφάλειας για τα φάρμακα και τα τεχνολογικά προϊόντα που προορίζονται για ιατρική χρήση, όπως ρυθμίζονται από:

i)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 141/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1999, για τα ορφανά φάρμακα (ΕΕ L 18 της 22.1.2000, σ. 1)·

ii)  την οδηγία 2001/83/ΕΚ, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 67)·

iii)  τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/6 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τα κτηνιατρικά φάρμακα και για την κατάργηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ (ΕΕ L 4 της 7.1.2019, σ. 43

iv)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 726/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών χορήγησης άδειας και εποπτείας όσον αφορά τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη και για κτηνιατρική χρήση και για τη σύσταση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΕ L 136 της 30.4.2004, σ. 1)·

v)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1901/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τα παιδιατρικά φάρμακα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1768/92, της οδηγίας 2001/20/ΕΚ, της οδηγίας 2001/83/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 (ΕΕ L 378 της 27.12.2006, σ. 1)·

vi)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1394/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τα φάρμακα προηγμένων θεραπειών και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 (ΕΕ L 324 της 10.12.2007, σ. 121)·

vii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 536/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για τις κλινικές δοκιμές φαρμάκων που προορίζονται για τον άνθρωπο και για την κατάργηση της οδηγίας 2001/20/ΕΚ (ΕΕ L 158 της 27.5.2014, σ. 1).

3.  Δικαιώματα των ασθενών όπως ρυθμίζονται από την οδηγία 2011/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, περί εφαρμογής των δικαιωμάτων των ασθενών στο πλαίσιο της διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης (ΕΕ L 88 της 4.4.2011, σ. 45).

4.  Κατασκευή, παρουσίαση και πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων όπως ρυθμίζονται από την οδηγία 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ (ΕΕ L 127 της 29.4.2014, σ. 1).

Θ.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο ix) – προστασία των καταναλωτών:

Δικαιώματα των καταναλωτών και προστασία των καταναλωτών, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 98/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, περί της προστασίας των καταναλωτών όσον αφορά την αναγραφή των τιμών των προϊόντων που προσφέρονται στους καταναλωτές (ΕΕ L 80 της 18.3.1998, σ. 27)·

ii)  την οδηγία 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών (ΕΕ L 171 της 7.7.1999, σ. 12)·

iii)  την οδηγία 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές και την τροποποίηση των οδηγιών 90/619/ΕΟΚ του Συμβουλίου, 97/7/ΕΚ και 98/27/ΕΚ (ΕΕ L 271 της 9.10.2002, σ. 16)·

iv)  την οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές») ( ΕΕ L 149 της 11.6.2005, σ. 22)·

v)  την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ΕΕ L 133 της 22.5.2008, σ. 66)·

vi)  την οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 64)·

vii)  την οδηγία 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, για τη συγκρισιμότητα των τελών που συνδέονται με λογαριασμούς πληρωμών, την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών και την πρόσβαση σε λογαριασμούς πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 214).

Ι.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο x) – προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και ασφάλεια συστημάτων δικτύου και πληροφοριών:

i)  οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37)·

ii)  κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1)·

iii)  οδηγία (ΕΕ) 2016/1148 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, σχετικά με μέτρα για υψηλό κοινό επίπεδο ασφάλειας συστημάτων δικτύου και πληροφοριών σε ολόκληρη την Ένωση (ΕΕ L 194 της 19.7.2016, σ. 1).

Μέρος II

Το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας αναφέρεται στην παρακάτω νομοθεσία της Ένωσης:

A.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο ii) – χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προϊόντα και αγορές και πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας:

1.  Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες:

i)  οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32)·

ii)  οδηγία (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2016, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) (ΕΕ L 354 της 23.12.2016, σ. 37)·

iii)  οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σ. 87)·

iv)  κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 1)·

v)  οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338)·

vi)  οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349)·

vii)  κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 1)·

viii)  κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με τα έγγραφα βασικών πληροφοριών που αφορούν συσκευασμένα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές και επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση (PRIIP) (ΕΕ L 352 της 9.12.2014, σ. 1)·

ix)  κανονισμός (ΕΕ) 2015/2365 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, περί διαφάνειας των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων και επαναχρησιμοποίησης, και περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 1)·

x)  οδηγία (EE) 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2016, σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 26 της 2.2.2016, σ. 19)·

xi)  κανονισμός (ΕΕ) 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά (ΕΕ L 168 της 30.6.2017, σ. 12).

2.  Πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας:

i)  οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73)·

ii)  κανονισμός (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και περί κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1781/2006 (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 1).

B.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο iv) – ασφάλεια των μεταφορών:

i)  κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 376/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την αναφορά, ανάλυση και παρακολούθηση περιστατικών στην πολιτική αεροπορία, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 996/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των κανονισμών της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 1321/2007 και (ΕΚ) αριθ. 1330/2007 (ΕΕ L 122 της 24.4.2014, σ. 18)·

ii)  οδηγία 2013/54/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, σχετικά με ορισμένες υποχρεώσεις του κράτους σημαίας για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις και την εφαρμογή της σύμβασης Ναυτικής Εργασίας, 2006 (ΕΕ L 329 της 10.12.2013, σ. 1)·

iii)  οδηγία 2009/16/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με τον έλεγχο των πλοίων από το κράτος λιμένα (ΕΕ L 131 της 28.5.2009, σ. 57).

Γ.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο v) – προστασία του περιβάλλοντος:

i)  οδηγία 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/ΕΚ (ΕΕ L 178 της 28.6.2013, σ. 66).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΨΗΦΙΣΜΑ

Δήλωση της Επιτροπής επί της οδηγίας σχετικά με την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης

Κατά τον χρόνο της επανεξέτασης που πρόκειται να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 27 της οδηγίας, η Επιτροπή θα εξετάσει το ενδεχόμενο να προτείνει την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της σε ορισμένες πράξεις βασισμένες στα άρθρα 153 και 157 της ΣΛΕΕ, έπειτα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 154 της ΣΛΕΕ.

(1)* ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΥΠΟΣΤΕΙ ΝΟΜΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ.
(2)ΕΕ C 62 της 15.2.2019, σ. 155.
(3)ΕΕ C της […], […], σ. […].
(4)ΕΕ C 405 της 9.11.2018, σ. 1.
(5) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019.
(6) Ανακοίνωση της 8.12.2010 με τίτλο «Ενίσχυση των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών».
(7)Η οικεία «εναρμονιστική νομοθεσία της Ένωσης» οριοθετείται και αναφέρεται στον κανονισμό [XXX] για τη θέσπιση κανόνων και διαδικασιών σχετικά με τη συμμόρφωση με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης και την επιβολή της, 2017/0353 (COD).
(8)Ρυθμίζονται από την οδηγία (ΕΚ) 2001/95 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 2001, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΕΕ L 11, σ. 4).
(9)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 376/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την αναφορά, ανάλυση και παρακολούθηση περιστατικών στην πολιτική αεροπορία (ΕΕ L 122, σ. 18).
(10)Οδηγία 2013/54/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, σχετικά με ορισμένες υποχρεώσεις του κράτους σημαίας για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις και την εφαρμογή της σύμβασης Ναυτικής Εργασίας (ΕΕ L 329, σ. 1), οδηγία 2009/16/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με τον έλεγχο των πλοίων από το κράτος λιμένα (ΕΕ L 131, σ. 57).
(11)COM (2018) 10 final.
(12)Οδηγία 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου (ΕΕ L 178, σ. 66).
(13)Οδηγία 2014/87/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 2014, για τροποποίηση της οδηγίας 2009/71/Ευρατόμ περί θεσπίσεως κοινοτικού πλαισίου για την πυρηνική ασφάλεια πυρηνικών εγκαταστάσεων (ΕΕ L 219 της 25.7.2014, σ. 42).
(14)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31, σ. 1).
(15)ΕΕ L 84, σ. 1.
(16)Οδηγία (EE) 2016/1148 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, σχετικά με μέτρα για υψηλό κοινό επίπεδο ασφάλειας συστημάτων δικτύου και πληροφοριών σε ολόκληρη την Ένωση.
(17)ΕΕ C 313 της 23.10.1996, σ. 1.
(18)ΕΕ C 151 της 20.5.1997, σ. 1.
(19)ΕΕ L 173, σ. 1.
(20)Εκτελεστική οδηγία (ΕΕ) 2015/2392 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2015, για τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις καταγγελίες στις αρμόδιες αρχές σχετικά με πραγματικές ή πιθανές παραβάσεις του εν λόγω κανονισμού (ΕΕ L 332, σ. 126).
(21)ΕΕ L 56, της 4.3.1968, σ. 1.
(22)CM/Rec (2014)7.
(23)Προαναφέρεται.
(24)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 376/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την αναφορά, ανάλυση και παρακολούθηση περιστατικών στην πολιτική αεροπορία (ΕΕ L 122, σ. 18).
(25) Οδηγία 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/ΕΚ (ΕΕ L 178 της 28.6.2013, σ. 66).
(26)Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 89).
(27)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).
(28)Οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με τη δικαστική αρωγή για υπόπτους και κατηγορουμένους στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών και για καταζητουμένους σε διαδικασίες εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ΕΕ L 297 της 4.11.2016, σ. 1.
(29)2017/0353 (COD) - Πρόκειται προς το παρόν για πρόταση κανονισμού (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... σχετικά με την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων, και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/42/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011 που τροποποιούν την οδηγία 2004/42/ΕΚ του Συμβουλίου, τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011, η οποία απαριθμεί στο παράρτημα όλη την εναρμονισμένη νομοθεσία που περιέχει απαιτήσεις σχετικά με τον σχεδιασμό και την επισήμανση προϊόντων.

Τελευταία ενημέρωση: 29 Απριλίου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου