Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2017/0359(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0296/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0296/2018

Συζήτηση :

PV 15/04/2019 - 20
CRE 15/04/2019 - 20

Ψηφοφορία :

PV 16/04/2019 - 8.20

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0378

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 679kWORD 174k
Τρίτη 16 Απριλίου 2019 - Στρασβούργο Προσωρινή έκδοση
Απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων (κανονισμός) ***I
P8_TA-PROV(2019)0378A8-0296/2018
Ψήφισμα
 Ενοποιημένο κείμενο

Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (COM(2017)0790 – C8-0453/2017 – 2017/0359(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2017)0790),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0453/2017),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 22ας Αυγούστου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 19ης Απριλίου 2018(2),

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 20ής Μαρτίου 2019, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0296/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του κατά την πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

(1) ΕΕ C 378 της 19.10.2018, σ. 5.
(2) ΕΕ C 262 της 25.7.2018, σ. 35.


Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 16 Απριλίου 2019 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010(1)
P8_TC1-COD(2017)0359

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Μετά τη διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(2),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(3),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(4),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Οι αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κανονιστικού περιβάλλοντος εντός του οποίου τα χρηματοδοτικά ιδρύματα μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες εντός της Ένωσης. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται, από κοινού με τα πιστωτικά ιδρύματα, στην οδηγία 2013/36/ΕΕ(5) και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013(6) όσον αφορά την προληπτική μεταχείριση και εποπτεία τους, ενώ οι απαιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας και άλλες οργανωτικές απαιτήσεις και κανόνες δεοντολογίας ορίζονται στην οδηγία 2004/39/ΕΚ(7).

(2)  Τα υφιστάμενα καθεστώτα προληπτικής εποπτείας βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ βασίζονται, σε μεγάλο βαθμό, σε διαδοχικές επαναλήψεις των διεθνών ρυθμιστικών προτύπων, που έχουν καθοριστεί για μεγάλους τραπεζικούς ομίλους από την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία, και αντιμετωπίζουν μόνον εν μέρει τους ειδικούς κινδύνους που είναι εγγενείς στις διάφορες δραστηριότητες μεγάλου ποσοστού επιχειρήσεων επενδύσεων. Ως εκ τούτου, τα ιδιαίτερα τρωτά σημεία και οι κίνδυνοι που χαρακτηρίζουν αυτές τις επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να αντιμετωπιστούν συγκεκριμένα μέσω κατάλληλων και αναλογικών ρυθμίσεων προληπτικής εποπτείας σε επίπεδο Ένωσης.

(3)  Οι κίνδυνοι τους οποίους διατρέχουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις επενδύσεων και στους οποίους εκτίθενται οι πελάτες τους, καθώς και οι ευρύτερες αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται, εξαρτώνται από τη φύση και τον όγκο των δραστηριοτήτων τους, μεταξύ άλλων από το αν οι επιχειρήσεις επενδύσεων ενεργούν ως αντιπρόσωποι των πελατών τους και δεν είναι οι ίδιες συμβαλλόμενα μέρη στις επακόλουθες συναλλαγές, ή αν ενεργούν για ίδιο λογαριασμό στο πλαίσιο των συναλλαγών.

(4)  Οι ορθές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διοικούνται με μεθοδικό τρόπο και με σκοπό τη βέλτιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους. Θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη, αφενός, το ενδεχόμενο υπερβολικής ανάληψης κινδύνων από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους πελάτες τους και, αφετέρου, τους διάφορους βαθμούς κινδύνου που αναλαμβάνουν ή ενέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων. Ομοίως, οι εν λόγω απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας θα πρέπει να αποσκοπούν στην αποφυγή αδικαιολόγητου διοικητικού φόρτου για τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

(5)  Πολλές από τις απαιτήσεις που απορρέουν από το πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινών κινδύνων που διατρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα. Συνεπώς, οι υφιστάμενες απαιτήσεις έχουν διαμορφωθεί, σε μεγάλο βαθμό, με γνώμονα τη διατήρηση της δανειοδοτικής ικανότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων στη διάρκεια των οικονομικών κύκλων και την προστασία καταθετών και φορολογουμένων από ενδεχόμενη πτώχευση, και δεν έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση όλων των διαφορετικών προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν διατηρούν μεγάλα χαρτοφυλάκια δανείων λιανικής και επιχειρηματικών δανείων, και δεν δέχονται καταθέσεις. Η πιθανότητα να έχει η πτώχευσή τους αρνητικές επιπτώσεις στη γενικότερη χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι μικρότερη σε σχέση με την περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Επομένως, οι κίνδυνοι που διατρέχουν και ενέχουν οι περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων διαφέρουν ουσιωδώς από τους κινδύνους που διατρέχουν και ενέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα, και η διαφορά αυτή θα πρέπει να αποτυπώνεται σαφώς στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας της Ένωσης.

(6)  Οι απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει της οδηγίας 2013/36/EΕ και του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013, στις οποίες υπόκεινται οι επιχειρήσεις επενδύσεων, βασίζονται στις απαιτήσεις που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων για τις οποίες το πεδίο εφαρμογής της άδειας λειτουργίας τους περιορίζεται σε συγκεκριμένες επενδυτικές υπηρεσίες, οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο του ισχύοντος πλαισίου προληπτικής εποπτείας, υπόκεινται σε πολυάριθμες εξαιρέσεις από αυτές τις απαιτήσεις. Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται ότι, λόγω του περιορισμού αυτού, οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν εκτίθενται σε κινδύνους ίδιας φύσης με εκείνους στους οποίους εκτίθενται τα πιστωτικά ιδρύματα. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που ασκούν δραστηριότητες οι οποίες αποτελούν αντικείμενο του ισχύοντος πλαισίου και αφορούν συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα, αλλά σε περιορισμένη βάση, υπόκεινται στις αντίστοιχες απαιτήσεις του πλαισίου όσον αφορά το κεφάλαιο, αλλά μπορούν να τυγχάνουν εξαιρέσεων σε άλλους τομείς, όπως η ρευστότητα, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και η μόχλευση. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων για τις οποίες το πεδίο εφαρμογής της άδειας λειτουργίας τους δεν υπόκειται στους ανωτέρω περιορισμούς, υπόκεινται στο πλήρες πλαίσιο, από κοινού με τα πιστωτικά ιδρύματα.

(7)  Οι συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα, είτε για σκοπούς διαχείρισης κινδύνου, αντιστάθμισης και διαχείρισης ρευστότητας, είτε για τοποθετήσεις θέσεων μιας κατεύθυνσης επί της διαχρονικής αξίας των μέσων, αποτελούν δραστηριότητα την οποία μπορούν να ασκούν τόσο τα πιστωτικά ιδρύματα όσο και οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια να διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, και η οποία καλύπτεται ήδη από το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας της οδηγίας 2013/36/EΕ και του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013. Προκειμένου να αποφευχθούν άνισοι όροι ανταγωνισμού οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ρυθμιστικό αρμπιτράζ μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων στον τομέα αυτό, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που προκύπτουν από τους κανόνες αυτούς για την κάλυψη του εν λόγω κινδύνου θα πρέπει, ως εκ τούτου, να συνεχίσουν επίσης να εφαρμόζονται στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύσεων. Τα ανοίγματα αυτών των επιχειρήσεων επενδύσεων στους αντισυμβαλλομένους τους σε συγκεκριμένες συναλλαγές και οι αντίστοιχες κεφαλαιακές απαιτήσεις καλύπτονται επίσης από τους κανόνες και, για τον λόγο αυτό, θα πρέπει επίσης να συνεχίσουν να εφαρμόζονται με απλουστευμένο τρόπο. Τέλος, οι κανόνες του ισχύοντος πλαισίου σχετικά με τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα εφαρμόζονται επίσης όταν τα ανοίγματα συναλλαγών των εν λόγω επιχειρήσεων επενδύσεων σε συγκεκριμένους αντισυμβαλλομένους είναι ιδιαίτερα μεγάλα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται υπερβολική συγκέντρωση κινδύνου για μια επιχείρηση επενδύσεων σε περίπτωση αθέτησης του αντισυμβαλλομένου. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις αυτές θα πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις επενδύσεων με απλουστευμένο τρόπο.

(8)  Οι διαφορές στην εφαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου στα διάφορα κράτη μέλη συνιστούν απειλή για τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού των επιχειρήσεων επενδύσεων εντός της Ένωσης. Οι διαφορές αυτές προκύπτουν από τη συνολική πολυπλοκότητα της εφαρμογής του πλαισίου στις διάφορες επιχειρήσεις επενδύσεων με βάση τις υπηρεσίες που παρέχουν, ενώ ορισμένες εθνικές αρχές προβαίνουν σε προσαρμογή ή εξορθολογισμό της εν λόγω εφαρμογής στην εθνική νομοθεσία ή πρακτική. Δεδομένου ότι το υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας δεν αντιμετωπίζει το σύνολο των κινδύνων που διατρέχουν και ενέχουν κάποια είδη επιχειρήσεων επενδύσεων, σε κάποια κράτη μέλη επιβάλλονται μεγάλες κεφαλαιακές προσαυξήσεις σε ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων. Θα πρέπει να θεσπιστούν ενιαίες διατάξεις που αντιμετωπίζουν αυτούς τους κινδύνους, προκειμένου να διασφαλιστεί εναρμονισμένη προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων σε ολόκληρη την Ένωση.

(9)  Ως εκ τούτου, απαιτείται ένα ειδικό καθεστώς προληπτικής εποπτείας για επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες, λόγω του μεγέθους και της διασύνδεσής τους με άλλους χρηματοπιστωτικούς και οικονομικούς παράγοντες, δεν είναι συστημικές. Ωστόσο, οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στο υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων αποτελούν υποσύνολο των επιχειρήσεων επενδύσεων στις οποίες εφαρμόζεται επί του παρόντος το πλαίσιο που προβλέπεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και δεν τυγχάνουν ειδικών εξαιρέσεων από καμία από τις βασικές του απαιτήσεις. Οι μεγαλύτερες και περισσότερο διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν επιχειρηματικά μοντέλα και προφίλ κινδύνου τα οποία είναι παρόμοια με εκείνα σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων – παρέχουν τραπεζικού τύπου υπηρεσίες και αναλαμβάνουν κινδύνους σε σημαντική κλίμακα. Επομένως, είναι σκόπιμο να συνεχίσουν οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύσεων να υπόκεινται στις διατάξεις που προβλέπονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Επιπλέον, οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων είναι αρκετά μεγάλες και διαθέτουν επιχειρηματικά μοντέλα και προφίλ κινδύνου που συνιστούν απειλή για τη σταθερή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, όπως ακριβώς και τα μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα.

(10)  Το ειδικό καθεστώς προληπτικής εποπτείας για επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες, λόγω του μεγέθους και της διασύνδεσής τους με άλλους χρηματοπιστωτικούς και οικονομικούς παράγοντες, δεν θεωρούνται συστημικές, θα πρέπει να καλύπτει τις συγκεκριμένες επιχειρηματικές πρακτικές των διαφόρων ειδών επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που παρουσιάζουν τις περισσότερες πιθανότητες δημιουργίας κινδύνων για τους πελάτες, τις αγορές ή την εύρυθμη λειτουργία των ίδιων των επιχειρήσεων επενδύσεων θα πρέπει, ειδικότερα, να υπόκεινται σε σαφείς και αποτελεσματικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας προσαρμοσμένες στους συγκεκριμένους αυτούς κινδύνους. Αυτές οι απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας θα πρέπει να διαμορφώνονται κατά τρόπο ανάλογο με το είδος της επιχείρησης επενδύσεων, το βέλτιστο συμφέρον των πελατών του συγκεκριμένου είδους επιχείρησης επενδύσεων και την προαγωγή της ομαλής και εύρυθμης λειτουργίας των αγορών στις οποίες δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις επενδύσεων αυτού του είδους. Θα πρέπει να περιορίζουν τους εντοπισθέντες τομείς κινδύνου και να συμβάλλουν στο να διασφαλιστεί ότι, σε περίπτωση πτώχευσης μιας επιχείρησης επενδύσεων, η επιχείρηση αυτή μπορεί να εκκαθαριστεί με εύρυθμο τρόπο επιφέροντας ελάχιστη διαταραχή στη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.

(11)  Το καθεστώς που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να θίγει την υποχρέωση των ορισθέντων ειδικών διαπραγματευτών σε τόπους διαπραγμάτευσης δυνάμει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ να παρέχουν προσφορές και να είναι παρόντες στην αγορά σε συνεχή βάση.

(12)  Το καθεστώς προληπτικής εποπτείας για επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες, λόγω του μεγέθους και της διασύνδεσής τους με άλλους χρηματοπιστωτικούς και οικονομικούς παράγοντες, δεν θεωρούνται συστημικές, θα πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε επιχείρηση επενδύσεων σε ατομική βάση. Ωστόσο, προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων στην ΕΕ που ανήκουν σε τραπεζικούς ομίλους, για να αποφευχθεί η διατάραξη ορισμένων επιχειρηματικών μοντέλων των οποίων οι κίνδυνοι καλύπτονται ήδη από την εφαρμογή των κανόνων προληπτικής εποπτείας, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, κατά περίπτωση και με την επιφύλαξη της έγκρισης των αρμόδιων αρχών, εφόσον η επιλογή αυτή δεν γίνεται για σκοπούς ρυθμιστικού αρμπιτράζ. Επιπλέον, δεδομένου ότι οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων είναι ως επί το πλείστον περιορισμένοι, θα πρέπει να επιτρέπεται στις εν λόγω επιχειρήσεις να τυγχάνουν εξαίρεσης από τις ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για επιχειρήσεις επενδύσεων όταν ανήκουν σε τραπεζικό όμιλο ή σε όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων που εδρεύει και υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή βάσει του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας ----/--ΕΕ [IFD] κατά περίπτωση στο ίδιο κράτος μέλος, διότι στις περιπτώσεις αυτές η ενοποιημένη εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας ----/--ΕΕ [IFD] στον όμιλο αναμένεται να καλύπτει επαρκώς αυτούς τους κινδύνους.

Στην περίπτωση ομίλων που απαρτίζονται αποκλειστικά από επιχειρήσεις επενδύσεων ή στις περιπτώσεις που δεν εφαρμόζεται ενοποίηση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η ▌ υφιστάμενη μεταχείριση των ομίλων επιχειρήσεων επενδύσεων βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, θα πρέπει να απαιτείται από τη μητρική επιχείρηση τέτοιων ομίλων να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού βάσει της κατάστασης εποπτικής ενοποίησης του ομίλου. Εναλλακτικά, αντί για εποπτική ενοποίηση, όταν οι εν λόγω όμιλοι επιχειρήσεων επενδύσεων ακολουθούν απλούστερες δομές και προφίλ κινδύνου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στη μητρική επιχείρηση του ομίλου να διαθέτει επαρκή κεφάλαια για τη στήριξη της λογιστικής αξίας των συμμετοχών της στις θυγατρικές. ▌

Όταν αποτελούν μέρος ενός ασφαλιστικού ομίλου, οι εν λόγω μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να επωφελούνται από εξαίρεση από τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης.

(13)  Προκειμένου οι επιχειρήσεις επενδύσεων να μπορούν να συνεχίσουν να βασίζονται στα υφιστάμενα ίδια κεφάλαια για την εκπλήρωση των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων βάσει του πλαισίου προληπτικής εποπτείας που ισχύει ειδικά για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, ο ορισμός και η σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνονται πλήρεις αφαιρέσεις από λογαριασμούς του ισολογισμού από τα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και οι τοποθετήσεις σε κεφαλαιακά μέσα άλλων οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να είναι σε θέση να εξαιρούν από τις αφαιρέσεις μη σημαντικές τοποθετήσεις σε κεφαλαιακά μέσα οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, εάν διακρατούνται για διαπραγμάτευση με σκοπό τη στήριξη της ειδικής διαπραγμάτευσης σε αυτά τα μέσα. Για την ευθυγράμμιση της σύνθεσης των ιδίων κεφαλαίων με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι αντίστοιχες αναλογίες των τύπων κεφαλαίου μεταφέρθηκαν αυτούσιες στο πλαίσιο του IFR. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις είναι ανάλογες με τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων και είναι ευχερώς προσβάσιμες από αυτές εντός του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να επακολουθήσει επανεξέταση ως προς τη σκοπιμότητα της συνέχισης της ευθυγράμμισης του ορισμού και της σύνθεσης των ιδίων κεφαλαίων με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(14)  Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων λειτουργούν πάντοτε με βάση το επίπεδο κεφαλαίου που απαιτείται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας τους, όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει, ανά πάσα στιγμή, να πληρούν μια μόνιμη ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση ίση με το αρχικό κεφάλαιο που απαιτείται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας για την παροχή των σχετικών επενδυτικών υπηρεσιών, το οποίο καθορίζεται σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) ----/--/[IFD].

(15)  Προκειμένου να διασφαλιστεί η απλή εφαρμογή της ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης για τις μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων, οι εν λόγω επιχειρήσεις θα πρέπει να διαθέτουν κεφάλαιο ίσο προς το υψηλότερο ποσό μεταξύ της μόνιμης ελάχιστης κεφαλαιακής τους απαίτησης ή του ενός τετάρτου των παγίων εξόδων τους μετρούμενων με βάση τη δραστηριότητά τους κατά το προηγούμενο έτος σύμφωνα με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/488(8). Οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων που προτιμούν να επιδεικνύουν ακόμη μεγαλύτερη προσοχή και να αποφύγουν φαινόμενα «κατακρήμνισης» σε περίπτωση ανακατάταξης, δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να διατηρούν ίδια κεφάλαια που υπερβαίνουν αυτά που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό ή να εφαρμόζουν μέτρα αυστηρότερα από τα προβλεπόμενα στον παρόντα κανονισμό.

(16)  Για την κάλυψη των υψηλότερων κινδύνων των επιχειρήσεων επενδύσεων που δεν είναι μικρές και μη διασυνδεδεμένες, η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση για τις επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να ισούται με το υψηλότερο ποσό μεταξύ της μόνιμης ελάχιστης απαίτησης, του ενός τετάρτου των παγίων εξόδων τους κατά το προηγούμενο έτος ή του αθροίσματος των απαιτήσεών τους βάσει του συνόλου παραγόντων κινδύνου που είναι προσαρμοσμένοι στις επιχειρήσεις επενδύσεων («παράγοντες Κ»), το οποίο καθορίζει το κεφάλαιο σε σχέση με τους κινδύνους σε συγκεκριμένους επιχειρηματικούς τομείς των επιχειρήσεων επενδύσεων.

(17)  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να θεωρούνται μικρές και μη διασυνδεδεμένες για τους σκοπούς των ειδικών απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων όταν οι επιχειρήσεις αυτές δεν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες ενέχουν υψηλό κίνδυνο για τους πελάτες, τις αγορές ή τις ίδιες τις επιχειρήσεις, και όταν, λόγω του μεγέθους τους, είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν ευρείες αρνητικές επιπτώσεις για τους πελάτες και τις αγορές σε περίπτωση επέλευσης κινδύνων που είναι εγγενείς των δραστηριοτήτων τους ή σε περίπτωση πτώχευσής τους. Συνεπώς, ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να ορίζονται οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό ούτε εκτίθενται σε κίνδυνο από τη διενέργεια συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, δεν κατέχουν περιουσιακά στοιχεία ή χρήματα πελατών ▌ , τηρούν περιουσιακά στοιχεία τόσο υπό διακριτική διαχείριση χαρτοφυλακίου όσο και υπό μη διακριτικές (συμβουλευτικές) ρυθμίσεις των οποίων η αξία είναι κατώτερη του 1,2 δισ. EUR, εκτελούν εντολές πελατών αξίας έως 100 εκατ. EUR ημερησίως σε συναλλαγές τοις μετρητοίς ή έως 1 δισ. EUR ημερησίως σε παράγωγα, και διαθέτουν ισολογισμό ύψους κατώτερου των 100 εκατ. EUR συμπεριλαμβανομένων των εκτός ισολογισμού στοιχείων και σύνολο ακαθάριστων ετήσιων εσόδων από την παροχή των επενδυτικών τους υπηρεσιών ύψους κατώτερου των 30 εκατ. EUR.

(18)  Προκειμένου να αποφευχθεί το ρυθμιστικό αρμπιτράζ και να περιοριστεί το κίνητρο για τις επιχειρήσεις επενδύσεων να διαρθρώνουν τις δραστηριότητές τους κατά τρόπο ώστε να παραμένουν εντός των ορίων πάνω από τα οποία δεν θα πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρίζονται μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις, τα όρια για τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία, τις εκτελούμενες εντολές πελατών, το μέγεθος του ισολογισμού και το σύνολο των ακαθάριστων εσόδων θα πρέπει να εφαρμόζονται σε συνδυαστική βάση για όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Τα άλλα κριτήρια, συγκεκριμένα το αν μια επιχείρηση επενδύσεων κατέχει χρήματα πελατών, διαχειρίζεται ή φυλάσσει περιουσιακά στοιχεία πελατών, ή διενεργεί συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα και εκτίθεται σε κίνδυνο αγοράς ή κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, είναι δυαδικά και δεν αφήνουν περιθώριο για τέτοιου είδους αναδιάρθρωση· για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να αξιολογούνται σε ατομική βάση. Προκειμένου να αποτυπώνουν τα εξελισσόμενα επιχειρηματικά μοντέλα και τους κινδύνους που αυτά θέτουν σε συνεχή βάση, τα εν λόγω κριτήρια και όρια θα πρέπει να αξιολογούνται στο τέλος της ημέρας, με εξαίρεση την κατοχή χρημάτων πελατών, η οποία θα πρέπει να αξιολογείται εντός της ημέρας, καθώς και το μέγεθος του ισολογισμού και το σύνολο ακαθάριστων εσόδων, που θα πρέπει να αξιολογούνται με βάση την κατάσταση της επιχείρησης επενδύσεων στο τέλος του τελευταίου οικονομικού έτους.

(19)  Επιχείρηση επενδύσεων η οποία υπερβαίνει τα κανονιστικά όρια ή δεν πληροί τα άλλα κριτήρια δεν θα πρέπει να θεωρείται μικρή και μη διασυνδεδεμένη και θα πρέπει να υπόκειται στις απαιτήσεις που ισχύουν για τις άλλες επιχειρήσεις επενδύσεων, με την επιφύλαξη των ειδικών μεταβατικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Με τον τρόπο αυτό θα παρασχεθούν στις επιχειρήσεις επενδύσεων κίνητρα για να σχεδιάζουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες κατά τρόπο ώστε να μπορούν σαφώς να χαρακτηρίζονται μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις. Για μια επιχείρηση επενδύσεων η οποία δεν πληροί τις απαιτήσεις για να θεωρηθεί μικρή και μη διασυνδεδεμένη ώστε να μπορεί να τύχει της μεταχείρισης αυτής, θα πρέπει να προβλέπεται στάδιο παρακολούθησης βάσει του οποίου η εν λόγω επιχείρηση θα πρέπει να πληροί τα κριτήρια και να μην υπερβαίνει τα σχετικά όρια για τουλάχιστον έξι συναπτούς μήνες.

(20)  Όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές τους απαιτήσεις με αναφορά σε ένα σύνολο παραγόντων Κ οι οποίοι αποτυπώνουν τον κίνδυνο για τον πελάτη («RtC»), τον κίνδυνο για την αγορά («RtM») και τον κίνδυνο για την επιχείρηση («RtF»). Οι παράγοντες Κ στο πλαίσιο του RtC αποτυπώνουν τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία των πελατών και τη διαρκή παροχή συμβουλών (K-AUM), τα περιουσιακά στοιχεία υπό φύλαξη και διαχείριση (K-ASA), τα χρήματα πελατών υπό κατοχή (K-CMH) και τις εκτελούμενες εντολές πελατών (K-COH).

(21)  Ο παράγοντας Κ στο πλαίσιο του RtM αποτυπώνει τον κίνδυνο καθαρής θέσης (K-NPR) σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΚΑ σχετικά με τον κίνδυνο αγοράς ή, εφόσον επιτρέπεται από την αρμόδια αρχή για συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων επενδύσεων οι οποίες διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό μέσω εκκαθαριστικών μελών, με βάση τα συνολικά περιθώρια που απαιτούνται από το εκκαθαριστικό μέλος μιας επιχείρησης επενδύσεων (K-CMG). Μια επιχείρηση επενδύσεων θα πρέπει να έχει την επιλογή να εφαρμόζει ταυτόχρονα τους παράγοντες Κ-NPR και Κ-CMG στη βάση του χαρτοφυλακίου.

(22)  Οι παράγοντες Κ στο πλαίσιο του RtF αποτυπώνουν την έκθεση μιας επιχείρησης επενδύσεων στην αθέτηση των αντισυμβαλλομένων της (K-TCD) σύμφωνα με τις απλουστευμένες διατάξεις σχετικά με τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου βάσει του ΚΚΑ, στον κίνδυνο συγκέντρωσης όσον αφορά μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα μιας επιχείρησης επενδύσεων έναντι συγκεκριμένων αντισυμβαλλομένων βάσει των διατάξεων του ΚΚΑ σχετικά με τον κίνδυνο μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών (K-CON) και στους λειτουργικούς κινδύνους που προκύπτουν από την ημερήσια ροή συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων (K-DTF).

(23)  Η συνολική κεφαλαιακή απαίτηση βάσει των παραγόντων Κ είναι το άθροισμα των απαιτήσεων των παραγόντων Κ στο πλαίσιο των RtC, RtM και RtF. Οι παράγοντες K-AUM, K-ASA, K-CMH, K-COH και K-DTF σχετίζονται με τον όγκο της δραστηριότητας στον οποίο αναφέρεται κάθε παράγοντας Κ. Οι όγκοι για τους παράγοντες K-CMH, K-ASA, ▌και K-DTF υπολογίζονται με βάση έναν κυλιόμενο μέσο όρο των προηγούμενων 9 ημερολογιακών μηνών. Ο όγκος για τον παράγοντα K-COH υπολογίζεται με βάση έναν κυλιόμενο μέσο όρο των προηγούμενων έξι μηνών, ενώ ο όγκος για τον παράγοντα K-AUM βασίζεται στους προηγούμενους 15 μήνες.

Οι όγκοι πολλαπλασιάζονται επί τους αντίστοιχους συντελεστές που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό προκειμένου να προσδιοριστεί η κεφαλαιακή απαίτηση. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον παράγοντα K-NPR προκύπτουν από τον ΚΚΑ, ενώ για τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τους παράγοντες K-CON και K-TCD γίνεται απλουστευμένη εφαρμογή των αντίστοιχων απαιτήσεων βάσει του ΚΚΑ όσον αφορά τη μεταχείριση των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, αντίστοιχα. Το ποσό ενός παράγοντα Κ είναι μηδενικό εάν μια επιχείρηση δεν εκτελεί τη σχετική δραστηριότητα.

(24)  Οι παράγοντες Κ στο πλαίσιο του RtC αποτελούν προσεγγιστικά δεδομένα που καλύπτουν επιχειρηματικούς τομείς των επιχειρήσεων επενδύσεων από τους οποίους ενδέχεται να προκληθεί ζημία για τους πελάτες σε περίπτωση προβλημάτων. Ο παράγοντας Κ-AUM αποτυπώνει τον κίνδυνο ζημίας για τους πελάτες λόγω εσφαλμένης διακριτικής διαχείρισης των χαρτοφυλακίων πελατών ή κακής εκτέλεσης και παρέχει διαβεβαιώσεις και οφέλη για τους πελάτες όσον αφορά τη συνέχεια της υπηρεσίας διαρκούς διαχείρισης χαρτοφυλακίου και παροχής συμβουλών. Ο παράγοντας Κ-ASA αποτυπώνει τον κίνδυνο φύλαξης και διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων πελατών και διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διατηρούν κεφάλαια ανάλογα προς τα συγκεκριμένα υπόλοιπα, ανεξάρτητα από το αν τηρούνται στον δικό τους ισολογισμό ή διαχωρίζονται σε άλλους λογαριασμούς. Ο παράγοντας K-CMH αποτυπώνει τον κίνδυνο ενδεχόμενης ζημίας όταν μια επιχείρηση επενδύσεων κατέχει χρήματα των πελατών της, λαμβάνοντας υπόψη αν τηρούνται στον δικό της ισολογισμό ή διαχωρίζονται σε άλλους λογαριασμούς και αν οι ρυθμίσεις βάσει της κείμενης εθνικής νομοθεσίας προβλέπουν ότι τα χρήματα των πελατών διασφαλίζονται σε περίπτωση πτώχευσης, αφερεγγυότητας, λύσης ή εκκαθάρισης της επιχείρησης επενδύσεων. Ο παράγοντας K-CMH εξαιρεί τα χρήματα των πελατών που είναι κατατεθειμένα σε τραπεζικό λογαριασμό (θεματοφυλακής) στο όνομα του ίδιου του πελάτη, όταν η επιχείρηση επενδύσεων έχει πρόσβαση σε αυτά τα κεφάλαια πελατών μέσω εντολής τρίτου. Ο παράγοντας K-COH αποτυπώνει τον ενδεχόμενο κίνδυνο που ενέχει για τους πελάτες επιχείρηση η οποία εκτελεί τις εντολές της (στο όνομα του πελάτη, και όχι στο όνομα της ίδιας της επιχείρησης), για παράδειγμα στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών αποκλειστικής εκτέλεσης σε πελάτες ή όταν μια επιχείρηση αποτελεί μέρος μιας αλυσίδας για εντολές πελατών.

(25)  Ο παράγοντας Κ σχετικά με τον RtM για επιχειρήσεις που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό βασίζεται στους κανόνες σχετικά με τον κίνδυνο αγοράς για θέσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα, συνάλλαγμα και βασικά εμπορεύματα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως τροποποιήθηκε(9). Με τον τρόπο αυτό, οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να επιλέξουν να εφαρμόσουν είτε την τυποποιημένη προσέγγιση βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όπως τροποποιήθηκε), ▌ είτε την αναθεωρημένη τυποποιημένη προσέγγιση βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όπως τροποποιήθηκε, ή να επιλέξουν να χρησιμοποιήσουν εσωτερικά υποδείγματα ▌, όταν οι δύο προαναφερόμενες προσεγγίσεις καθίστανται εφαρμοστέες σε πιστωτικά ιδρύματα όχι μόνο για σκοπούς υποβολής αναφορών αλλά και για σκοπούς κεφαλαιακών απαιτήσεων. Εν τω μεταξύ, και τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των επόμενων πέντε ετών μετά την έναρξη εφαρμογής του [IFR], οι επιχειρήσεις επενδύσεων εφαρμόζουν το πλαίσιο κινδύνου αγοράς (τυποποιημένη προσέγγιση ή, κατά περίπτωση, εσωτερικά υποδείγματα) του [τρέχοντος] ΚΚΑ για τους σκοπούς του υπολογισμού του οικείου K-NPR. Εάν οι εν λόγω διατάξεις δεν καταστούν ποτέ εφαρμοστέες στα πιστωτικά ιδρύματα για σκοπούς κεφαλαιακών απαιτήσεων, τότε οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του τίτλου IV του τρίτου μέρους του [τρέχοντος] κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τους σκοπούς του υπολογισμού του παράγοντα K-NPR.

Εναλλακτικά, η κεφαλαιακή απαίτηση για επιχειρήσεις που διενεργούν συναλλαγές με θέσεις που υπόκεινται σε εκκαθάριση είναι δυνατόν, με την επιφύλαξη της έγκρισης από την αρμόδια αρχή και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ισούται με το ποσό των συνολικών περιθωρίων που απαιτούνται από το εκκαθαριστικό τους μέλος, πολλαπλασιαζόμενο με έναν σταθερό πολλαπλασιαστή. Η χρήση του παράγοντα K-CMG θα πρέπει να υπαγορεύεται κατά κύριο λόγο από το εάν η δραστηριότητα διαπραγμάτευσης μιας επιχείρησης επενδύσεων εμπίπτει εξ ολοκλήρου ή σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την προσέγγιση. Ωστόσο, η αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων μπορεί επίσης να επιτρέψει στην επιχείρηση επενδύσεων να κάνει μερική χρήση της προσέγγισης του παράγοντα Κ-CMG, κατά τρόπο ώστε αυτή η προσέγγιση περιθωρίου να χρησιμοποιείται για όλες τις θέσεις που υπόκεινται σε εκκαθάριση ή εγγυοδοσία περιθωρίου, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιείται μία από τις τρεις εναλλακτικές μεθόδους για τον παράγοντα K-NPR για χαρτοφυλάκια που δεν υπόκεινται σε εκκαθάριση.

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις είναι ανάλογες με τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων και είναι ευχερώς προσβάσιμες από αυτές εντός του παρόντος κανονισμού, κάθε επανεξέταση που πραγματοποιείται μεταγενέστερα όσον αφορά την εφαρμογή των μεθόδων για τον υπολογισμό των παραγόντων Κ θα πρέπει να περιλαμβάνει τη σκοπιμότητα συνέχισης της ευθυγράμμισης του υπολογισμού του KNPR με τους κανόνες για τον κίνδυνο αγοράς όσον αφορά τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, σε συνάλλαγμα και σε βασικά εμπορεύματα, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όπως τροποποιήθηκε.

(26)  Όσον αφορά επιχειρήσεις επενδύσεων που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, οι παράγοντες Κ για τον K-TCD και τον K-CON στο πλαίσιο του RtF αποτελούν απλουστευμένη εφαρμογή των κανόνων του ΚΚΑ σχετικά με τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και τον κίνδυνο μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, αντιστοίχως. Ο παράγοντας K-TCD αποτυπώνει τον κίνδυνο που ενέχουν για μια επιχείρηση επενδύσεων αντισυμβαλλόμενοι σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, πράξεις επαναγοράς, συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων, συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού ▌, συναλλαγές δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης, , οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων, καθώς και λήπτες δανείων που χορηγούνται από την επιχείρηση επενδύσεων σε επικουρική βάση ως μέρος μιας επενδυτικής υπηρεσίας οι οποίοι δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, με πολλαπλασιασμό της αξίας των ανοιγμάτων, με βάση το κόστος αντικατάστασης και μια προσαύξηση για ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα, επί τους παράγοντες κινδύνου βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, συνεκτιμώντας τον περιορισμό του κινδύνου που επιτυγχάνεται με τον αποτελεσματικό συμψηφισμό και την ανταλλαγή εξασφαλίσεων. Προκειμένου να εναρμονιστεί περαιτέρω η μεταχείριση του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, προστίθεται επίσης ένας σταθερός πολλαπλασιαστής 1,2 και ένας πολλαπλασιαστής για την προσαρμογή της πιστωτικής αποτίμησης, ώστε να αντικατοπτρίζεται η τρέχουσα αγοραία αξία του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου για την επιχείρηση επενδύσεων σε συγκεκριμένες συναλλαγές. Ο παράγοντας K-CON αποτυπώνει τον κίνδυνο συγκέντρωσης σε σχέση με μεμονωμένους ή άκρως διασυνδεδεμένους αντισυμβαλλόμενους του ιδιωτικού τομέα έναντι των οποίων οι επιχειρήσεις έχουν ανοίγματα που υπερβαίνουν το 25 % του εποπτικού τους κεφαλαίου, ή ειδικά εναλλακτικά όρια σε σχέση με πιστωτικά ιδρύματα ή άλλες επιχειρήσεις επενδύσεων, επιβάλλοντας κεφαλαιακή προσαύξηση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για ανοίγματα που υπερβαίνουν τα όρια αυτά.

Τέλος, ο παράγοντας K-DTF αποτυπώνει τους λειτουργικούς κινδύνους που ενέχουν για μια επιχείρηση επενδύσεων οι μεγάλοι όγκοι συναλλαγών που διενεργούνται για ίδιο λογαριασμό ή για πελάτες στο όνομά της εντός μίας ημέρας, οι οποίοι θα μπορούσαν να οφείλονται στην ανεπάρκεια ή την αποτυχία εσωτερικών διαδικασιών, ατόμων και συστημάτων ή σε εξωτερικά γεγονότα, με βάση την ονομαστική αξία των ημερήσιων συναλλαγών, κατόπιν προσαρμογής για τον χρόνο λήξης των παραγώγων επί επιτοκίων, προκειμένου να περιοριστούν οι αυξήσεις των κεφαλαιακών απαιτήσεων, ιδίως για βραχυπρόθεσμες συμβάσεις όπου οι αντιληπτοί λειτουργικοί κίνδυνοι είναι χαμηλότεροι.

(27)  Όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να παρακολουθούν και να ελέγχουν τον κίνδυνο συγκέντρωσής τους, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τους πελάτες τους. Ωστόσο, μόνο οι επιχειρήσεις επενδύσεων που υπόκεινται σε ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις βάσει των παραγόντων Κ θα πρέπει να υποβάλλουν αναφορά στις αρμόδιες αρχές σχετικά με τους κινδύνους συγκέντρωσής τους. Όσον αφορά επιχειρήσεις επενδύσεων που ειδικεύονται σε παράγωγα επί εμπορευμάτων, σε δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα επί αυτών, με μεγάλα συγκεντρωμένα ανοίγματα έναντι των μη χρηματοοικονομικών ομίλων στους οποίους ανήκουν, η υπέρβαση των ορίων για τον κίνδυνο συγκέντρωσης είναι δυνατή χωρίς πρόσθετο κεφάλαιο βάσει του K-CON εφόσον εξυπηρετούν σκοπούς ρευστότητας ή διαχείρισης κινδύνων σε επίπεδο ομίλου.

(28)  Όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να διαθέτουν εσωτερικές διαδικασίες για την παρακολούθηση και τη διαχείριση των απαιτήσεων ρευστότητάς τους. Οι διαδικασίες αυτές θα πρέπει να συμβάλλουν στη διαχρονικά εύρυθμη λειτουργία τους, χωρίς να απαιτείται η δημιουργία ρευστότητας ειδικά για περιόδους ακραίων συνθηκών. Για τον σκοπό αυτό, όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει ανά πάσα στιγμή να διατηρούν τουλάχιστον το ένα τρίτο της απαίτησης παγίων εξόδων τους σε ρευστά στοιχεία ενεργητικού. Ωστόσο, θα πρέπει να επιτρέπεται στις αρμόδιες αρχές να εξαιρούν μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων από την απαίτηση αυτή. Αυτά τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού θα πρέπει να είναι υψηλής ποιότητας και να ευθυγραμμίζονται με εκείνα που παρατίθενται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής σχετικά με τον δείκτη κάλυψης της ρευστότητας(10), καθώς και με τις περικοπές που εφαρμόζονται στα στοιχεία αυτά βάσει του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού. Για την κάλυψη της διαφοράς των προφίλ ρευστότητας των επιχειρήσεων επενδύσεων σε σύγκριση με τα πιστωτικά ιδρύματα, ο κατάλογος των κατάλληλων ρευστών στοιχείων ενεργητικού θα πρέπει να συμπληρωθεί με τα μη βεβαρημένα μετρητά και τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις που ανήκουν στην επιχείρηση (στα οποία δεν θα πρέπει να περιλαμβάνονται χρήματα πελατών ή χρηματοοικονομικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες), και με ορισμένα χρηματοοικονομικά μέσα για τα οποία υπάρχει ρευστή αγορά.

Εάν δεν απαλλάσσονται από απαιτήσεις ρευστότητας, οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις καθώς και οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν έχουν άδεια άσκησης δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης ή αναδοχής, θα μπορούσαν επίσης να περιλαμβάνουν στα ρευστά στοιχεία ενεργητικού τους στοιχεία που σχετίζονται με απαιτήσεις από εμπορικούς οφειλέτες και αμοιβές ή προμήθειες που είναι εισπρακτέες εντός 30 ημερών, υπό την προϋπόθεση ότι τα στοιχεία αυτά δεν υπερβαίνουν το ένα τρίτο της ελάχιστης απαίτησης ρευστότητας, δεν συνυπολογίζονται σε πρόσθετες απαιτήσεις ρευστότητας που επιβάλλονται από την αρμόδια αρχή και υπόκεινται σε περικοπή της τάξης του 50 %. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, θα πρέπει να επιτρέπεται σε επιχειρήσεις επενδύσεων να μην τηρούν το απαιτούμενο όριο μέσω ρευστοποίησης των ρευστών στοιχείων ενεργητικού για την κάλυψη απαιτήσεων ρευστότητας, υπό την προϋπόθεση της άμεσης ενημέρωσης της αρμόδιας αρχής. Όλες οι χρηματοοικονομικές εγγυήσεις που παρέχονται σε πελάτες, οι οποίες σε περίπτωση ενεργοποίησής τους μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένες ανάγκες ρευστότητας, θα πρέπει να μειώνουν το ποσό των διαθέσιμων ρευστών στοιχείων ενεργητικού κατά τουλάχιστον 1,6 % της συνολικής αξίας αυτών των εγγυήσεων. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις είναι ανάλογες με τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων και είναι ευχερώς προσβάσιμες από αυτές εντός του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να επακολουθήσει επανεξέταση όσον αφορά την καταλληλότητα των ρευστών στοιχείων ενεργητικού που είναι επιλέξιμα για την εκπλήρωση της ελάχιστης απαίτησης ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένης της συνεχιζόμενης ευθυγράμμισης τους με εκείνα που παρατίθενται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής σχετικά με τον δείκτη κάλυψης της ρευστότητας, σε συνδυασμό με τις περικοπές που ισχύουν για τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού δυνάμει του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.

(29)  Σε συνδυασμό με το νέο καθεστώς προληπτικής εποπτείας, θα πρέπει να αναπτυχθεί ανάλογο αντίστοιχο κανονιστικό πλαίσιο υποβολής αναφορών, το οποίο θα πρέπει να είναι προσεκτικά προσαρμοσμένο στη δραστηριότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων και στις απαιτήσεις του πλαισίου προληπτικής εποπτείας. Οι απαιτήσεις υποβολής αναφορών για τις επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να αφορούν το επίπεδο και τη σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων, τις κεφαλαιακές τους απαιτήσεις, τη βάση υπολογισμού των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων, το προφίλ και το μέγεθος των δραστηριοτήτων τους σε σχέση με τις παραμέτρους που επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό επιχειρήσεων επενδύσεων ως μικρών και μη διασυνδεδεμένων, τις απαιτήσεις ρευστότητάς τους και τη συμμόρφωσή τους με τις διατάξεις σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης.

Οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις θα πρέπει να εξαιρούνται από την υποχρέωση υποβολής αναφορών σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης και να υποχρεούνται να υποβάλλουν αναφορές σχετικά με τις απαιτήσεις ρευστότητας μόνον όταν αυτές εφαρμόζονται στις εν λόγω επιχειρήσεις. Στην ΕΑΤ θα πρέπει να ανατεθεί η εκπόνηση σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των λεπτομερών υποδειγμάτων και ρυθμίσεων για τη συγκεκριμένη υποχρέωση υποβολής κανονιστικών αναφορών, και τα εν λόγω πρότυπα θα πρέπει να είναι ανάλογα προς την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των διαφόρων επιχειρήσεων επενδύσεων, ενώ παράλληλα θα πρέπει να λαμβάνουν κυρίως υπόψη κατά πόσον οι επιχειρήσεις επενδύσεων θεωρούνται μικρές και μη διασυνδεδεμένες.

(30)  Για την παροχή διαφάνειας στους επενδυτές τους και τις ευρύτερες αγορές, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν θεωρούνται μικρές και μη διασυνδεδεμένες θα πρέπει να δημοσιοποιούν τα επίπεδα κεφαλαίου τους, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους, τις ρυθμίσεις διακυβέρνησής τους και τις πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που εφαρμόζουν. ▌Οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε απαιτήσεις δημοσιοποίησης, εκτός εάν εκδίδουν πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 με σκοπό την παροχή διαφάνειας σε όσους επενδύουν σε αυτά τα μέσα.

(31)  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εφαρμόζουν πολιτικές αποδοχών ουδέτερες ως προς το φύλο, σύμφωνα με την αρχή που ορίζεται στο άρθρο 157 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πρέπει να δοθούν ορισμένες διευκρινίσεις ως προς τις δημοσιοποιήσεις που αφορούν τις αποδοχές. Οι απαιτήσεις δημοσιοποίησης σχετικά με τις αποδοχές, όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να είναι συμβατές με τους σκοπούς των κανόνων για τις αποδοχές, συγκεκριμένα όσον αφορά την κατάρτιση και διατήρηση, για κατηγορίες προσωπικού του οποίου οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων, πολιτικών και πρακτικών αποδοχών που συνάδουν προς τις αρχές της αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνων. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που επωφελούνται από την παρέκκλιση από ορισμένους κανόνες που αφορούν τις αποδοχές θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιοποιούν στοιχεία σχετικά με την εν λόγω παρέκκλιση.

(32)  Προκειμένου να διευκολυνθεί η ομαλή μετάβαση για τις επιχειρήσεις επενδύσεων από τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας (ΕΕ) ----/-- [IFD], είναι σκόπιμο να προβλεφθούν ενδεδειγμένα μεταβατικά μέτρα. Ιδίως, για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, οι επιχειρήσεις επενδύσεων για τις οποίες οι κεφαλαιακές απαιτήσεις βάσει του παρόντος κανονισμού θα υπερδιπλασιαστούν σε σύγκριση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013/της οδηγίας 2013/36/ΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αμβλύνουν τις συνέπειες των πιθανών αυξήσεων, περιορίζοντας την κεφαλαιακή απαίτηση στο διπλάσιο της κεφαλαιακής τους απαίτησης βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013/της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Προκειμένου να μην τεθούν σε μειονεκτική θέση οι νέες επιχειρήσεις επενδύσεων με παρόμοια χαρακτηριστικά προς υφιστάμενες επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες ουδέποτε υπόκεινταν σε κεφαλαιακές απαιτήσεις βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013/της οδηγίας 2013/36/ΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να περιορίσουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού στο διπλάσιο της απαίτησης παγίων εξόδων τους κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε ετών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Ομοίως, οι επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες υπόκεινταν μόνο σε απαίτηση για αρχικό κεφάλαιο βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013/της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και για τις οποίες οι κεφαλαιακές απαιτήσεις βάσει του παρόντος κανονισμού θα υπερδιπλασιαστούν σε σύγκριση με την κατάστασή τους βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013/της οδηγίας 2013/36/ΕΕ θα πρέπει να μπορούν να περιορίσουν την κεφαλαιακή τους απαίτηση δυνάμει του παρόντος κανονισμού στο διπλάσιο της απαίτησης αρχικού κεφαλαίου βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013/της οδηγίας 2013/36/ΕΕ κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε ετών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, με εξαίρεση τις τοπικές επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 31 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι οποίες θα πρέπει να υπόκεινται σε ειδική μεταβατική κεφαλαιακή απαίτηση που θα αντικατοπτρίζει το υψηλότερο επίπεδο κινδύνου τους. Για λόγους αναλογικότητας, θα πρέπει να προβλεφθούν ειδικές μεταβατικές κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις μικρότερες επιχειρήσεις επενδύσεων και εκείνες που παρέχουν περιορισμένο φάσμα επενδυτικών υπηρεσιών, στις περιπτώσεις στις οποίες αυτές δεν θα επωφελούνταν από την μεταχείριση που περιγράφεται στην προηγούμενη περίοδο ενώ οι δεσμευτικές κεφαλαιακές απαιτήσεις τους βάσει του παρόντος κανονισμού θα αυξάνονταν σε σύγκριση με την κατάστασή τους βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Τα εν λόγω μεταβατικά μέτρα θα πρέπει, κατά περίπτωση, να είναι διαθέσιμα και σε επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 498 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο απαλλάσσει τις επιχειρήσεις αυτές από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, ενώ οι απαιτήσεις για αρχικό κεφάλαιο σε σχέση με τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων εξαρτώνται από τις επενδυτικές υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες που παρέχουν. Για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις τους βάσει των μεταβατικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να υπολογίζονται με βάση τα εν λόγω ισχύοντα επίπεδα.

Τέλος, για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, ή έως την ημερομηνία εφαρμογής των αλλαγών που εγκρίθηκαν στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013/την οδηγία 2013/36/ΕΕ σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 84 της πρότασης κανονισμού της Επιτροπής για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που υπόκεινται στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπολογίζουν την κεφαλαιακή τους απαίτηση για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(33)  Τα επιχειρηματικά μοντέλα και τα προφίλ κινδύνου των μεγαλύτερων επιχειρήσεων επενδύσεων, οι οποίες παρέχουν βασικές εμπορικές υπηρεσίες χονδρικής και υπηρεσίες επενδυτικής τραπεζικής (προβαίνουν σε συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα για ίδιο λογαριασμό, ή σε αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων, ή σε τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης), είναι παρόμοια με εκείνα σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι δραστηριότητές τους εκθέτουν τις επιχειρήσεις σε πιστωτικό κίνδυνο, ο οποίος λαμβάνει κυρίως τη μορφή πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, καθώς και σε κίνδυνο αγοράς για τοποθετήσεις στις οποίες προβαίνουν για ίδιο λογαριασμό, είτε σχετίζονται με πελάτες είτε όχι. Ως εκ τούτου, συνιστούν κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, δεδομένου του μεγέθους και της συστημικής τους σημασίας.

(34)  Οι μεγάλες αυτές επιχειρήσεις συνιστούν πρόσθετη πρόκληση όσον αφορά την αποτελεσματική προληπτική εποπτεία τους από τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Παρότι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις επενδύσεων παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες επενδυτικής τραπεζικής σε σημαντική κλίμακα, ως επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία από αρχές που ορίζονται βάσει της οδηγίας 2004/39/ΕΕ, οι οποίες δεν είναι απαραιτήτως οι ίδιες αρμόδιες αρχές με αυτές που ορίζονται βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε άνισους όρους ανταγωνισμού κατά την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013/της οδηγίας 2013/36/ΕΕ εντός της Ένωσης. Αυτό εμποδίζει τις εποπτικές αρχές να σχηματίσουν μια συνολική άποψη σε επίπεδο προληπτικής εποπτείας, η οποία είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των κινδύνων που συνδέονται με τις μεγάλες διασυνοριακές επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, η προληπτική εποπτεία μπορεί να καταστεί λιγότερο αποτελεσματική και, παράλληλα, να οδηγήσει σε στρέβλωση του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της Ένωσης. Ως εκ τούτου, στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να αναγνωριστεί καθεστώς πιστωτικού ιδρύματος προκειμένου να δημιουργηθούν συνέργειες με την εποπτεία των διασυνοριακών δραστηριοτήτων παροχής εμπορικών υπηρεσιών χονδρικής σε ομάδα ομοτίμων, την προώθηση ισότιμων όρων ανταγωνισμού και τη διευκόλυνση της συνεκτικής εποπτείας μεταξύ ομίλων.

(35)  Οι εν λόγω εταιρείες, καθιστάμενες πιστωτικά ιδρύματα, θα πρέπει, επομένως, να εξακολουθήσουν την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και να υπόκεινται σε εποπτεία από αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ στο πλαίσιο του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, υπεύθυνες για τα πιστωτικά ιδρύματα. Αυτό θα εξασφαλίσει ότι η προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων εφαρμόζεται με συνεκτικό και αποτελεσματικό τρόπο, ότι το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα με δεδομένη τη συστημική τους σημασία. Προκειμένου να αποφευχθεί το ρυθμιστικό αρμπιτράζ και να μειωθούν οι κίνδυνοι καταστρατήγησης, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προσπαθούν να αποφεύγουν καταστάσεις όπου δυνητικά συστημικοί όμιλοι θα διαρθρώνουν τις δραστηριότητές τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπερβαίνουν τα κατώτατα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1 στοιχείο β) και να καταστρατηγούν την υποχρέωση να ζητήσουν άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 8α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(36)  Το άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ορίζει τα πιστωτικά ιδρύματα ως επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα συνίσταται σε οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στα στοιχεία α) και β) του εν λόγω άρθρου.

Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να μπορούν να δέχονται καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια από το κοινό και να χορηγούν πιστώσεις για ίδιο λογαριασμό μόνο αφού λάβουν άδεια για τις εν λόγω δραστηριότητες σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ.

Η διενέργεια όλων αυτών των δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό και της χορήγησης πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό, δεν θα πρέπει να αποτελεί αναγκαία συνθήκη προκειμένου μια επιχείρηση να θεωρείται πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με τον τροποποιημένο ορισμό. Η αλλαγή στον ορισμό του πιστωτικού ιδρύματος που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει ως εκ τούτου να ισχύει με την επιφύλαξη των εθνικών καθεστώτων χορήγησης αδειών λειτουργίας που εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ και την οδηγία [IFD], συμπεριλαμβανομένων τυχόν διατάξεων που τα κράτη μέλη κρίνουν σκόπιμες προκειμένου να διευκρινίσουν τις δραστηριότητες τις οποίες επιτρέπεται να αναλαμβάνουν οι μεγάλες επιχειρήσεις επενδύσεων που εμπίπτουν στον τροποποιημένο ορισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(37)  Επιπλέον, η εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση στοχεύει να εξασφαλίσει, μεταξύ άλλων, τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και, για να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει να εφαρμοστεί σε όλους τους ομίλους, μεταξύ άλλων και σε αυτούς όπου οι μητρικές επιχειρήσεις δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων. Ως εκ τούτου, όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είχαν προηγουμένως το καθεστώς των επιχειρήσεων επενδύσεων, θα πρέπει να υπόκεινται σε κανόνες για την ατομική και ενοποιημένη εποπτεία της μητρικής επιχείρησης από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το τμήμα Ι του κεφαλαίου 3 του τίτλου VII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(38)  Επιπλέον, τα επιχειρηματικά μοντέλα και τα προφίλ κινδύνου των μεγάλων επιχειρήσεων επενδύσεων οι οποίες δεν είναι συστημικής σημασίας αλλά προβαίνουν σε συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό ή σε αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή σε τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης είναι πιθανό να είναι παρόμοια με εκείνα άλλων συστημικών ιδρυμάτων. Δεδομένου του μεγέθους και των δραστηριοτήτων τους, ενδέχεται να εξακολουθούν να ενέχουν ορισμένους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και, παρά το γεγονός ότι η μετατροπή τους σε πιστωτικά ιδρύματα δεν κρίνεται σκόπιμη λόγω της φύσης και της πολυπλοκότητάς τους, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στην ίδια προληπτική μεταχείριση με τα εν λόγω ιδρύματα. Προκειμένου να αποφευχθεί το ρυθμιστικό αρμπιτράζ και να μειωθούν οι κίνδυνοι καταστρατήγησης, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να αποτρέπουν καταστάσεις στις οποίες οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα διαρθρώνουν τις δραστηριότητές τους κατά τρόπο ώστε να μην υπερβαίνουν τα κατώτατα όρια που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, και να μην περιορίζουν αδικαιολόγητα τη διακριτική τους ευχέρεια να τις υπάγουν στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σύμφωνα με το [άρθρο 5] της οδηγίας ----/---- [IFD].

(39)  Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 εισήγαγε ένα εναρμονισμένο καθεστώς στην ΕΕ για την παροχή πρόσβασης για τις επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες σε επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους και σε επαγγελματίες πελάτες που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση. Η πρόσβαση στην εσωτερική αγορά εξαρτάται από την έγκριση από την Επιτροπή απόφασης ισοδυναμίας και την καταχώριση από την ESMA της επιχείρησης τρίτης χώρας. Είναι σημαντικό η αξιολόγηση της ισοδυναμίας να πραγματοποιείται με βάση την σχετική ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία και να υφίστανται αποτελεσματικά μέσα για την εξακρίβωση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες έχει χορηγηθεί ισοδυναμία. Για τους λόγους αυτούς, οι καταχωρισμένες επιχειρήσεις τρίτων χωρών θα πρέπει να υποχρεούνται να υποβάλουν ετησίως στην ESMA στοιχεία όσον αφορά την κλίμακα και το φάσμα των παρεχόμενων υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων που διεξάγονται στην Ένωση. Θα πρέπει επίσης να βελτιωθεί η εποπτική συνεργασία σε σχέση με την παρακολούθηση, την εφαρμογή της νομοθεσίας και την εκπλήρωση των προϋποθέσεων ισοδυναμίας.

(40)  Προκειμένου να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού και να προωθηθεί η διαφάνεια της ενωσιακής αγοράς, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε οι προσφορές των συστημικών εσωτερικοποιητών, οι βελτιώσεις τιμών και οι τιμές εκτέλεσης να υπάγονται στο καθεστώς βήματος τιμής κατά τις συναλλαγές όλων των μεγεθών. Κατά συνέπεια, τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εφαρμόζονται επί του παρόντος όσον αφορά το καθεστώς βήματος τιμής θα πρέπει να ισχύουν και για το διευρυμένο πεδίο εφαρμογής του.

(41)  Για την προστασία των επενδυτών, καθώς και της ακεραιότητας και της σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών στην Ένωση, η Επιτροπή, κατά την έκδοση της απόφασης ισοδυναμίας, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους πιθανούς κινδύνους από τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που οι επιχειρήσεις από την εν λόγω τρίτη χώρα θα μπορούν να ασκούν κατόπιν της αποφάσεως αυτής στην Ένωση. Η συστημική σημασία τους θα πρέπει να εξετάζεται με βάση κριτήρια όπως η πιθανή κλίμακα και το εύρος της παροχής υπηρεσιών και άσκηση δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις από την υπό εξέταση τρίτη χώρα. Για τον ίδιο σκοπό, η Επιτροπή μπορεί να θεωρήσει σκόπιμο να λάβει υπόψη κατά πόσον η τρίτη χώρα χαρακτηρίζεται ως μη συνεργάσιμη περιοχή δικαιοδοσίας για φορολογικούς σκοπούς, σύμφωνα με τη σχετική πολιτική της Ένωσης ή ως τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849(11). Η Επιτροπή θα πρέπει να εκλαμβάνει ως ισοδύναμες συγκεκριμένες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργάνωσης ή επιχειρηματικής συμπεριφοράς μόνον όταν επιτυγχάνεται το ίδιο αποτέλεσμα. Επιπλέον, η Επιτροπή μπορεί, κατά περίπτωση, να εκδίδει αποφάσεις ισοδυναμίας που περιορίζονται σε συγκεκριμένες υπηρεσίες και δραστηριότητες ή κατηγορίες υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που απαριθμούνται στο τμήμα Α του παραρτήματος Ι της οδηγία 2014/65/ΕΕ.

(42)  Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, ήτοι η καθιέρωση αποτελεσματικού και αναλογικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εντός της Ένωσης λειτουργούν σε στέρεη οικονομική βάση και διοικούνται με μεθοδικό τρόπο, μεταξύ άλλων, όποτε συντρέχει λόγος, για τη βέλτιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους, δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(43)  Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ/ESMA), έχει εκδώσει έκθεση, βασισμένη σε διεξοδική ανάλυση του πλαισίου, συλλογή στοιχείων και διαβούλευση, σχετικά με την καθιέρωση ειδικού καθεστώτος προληπτικής εποπτείας για όλες τις μη συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων, το οποίο αποτελεί τη βάση για το αναθεωρημένο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

(44)  Προκειμένου να διασφαλιστεί η εναρμονισμένη εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθεί στην ΕΑΤ η εκπόνηση τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό του υπολογισμού των παγίων εξόδων, του υπολογισμού που αφορά τον καθορισμό κεφαλαιακών απαιτήσεων ίσων με το συνολικό περιθώριο που απαιτείται από τα εκκαθαριστικά μέλη και των υποδειγμάτων για τις δημοσιοποιήσεις και την υποβολή κανονιστικών αναφορών που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού.

(45)  Προκειμένου να διασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τον περαιτέρω προσδιορισμό των ορισμών που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό και την τεχνική προσαρμογή στα μη ουσιώδη στοιχεία των κεφαλαιακών απαιτήσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργήσει η Επιτροπή, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη Διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, της 13ης Απριλίου 2016. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(46)  Για την εξασφάλιση ενιαίων όρων εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ειδικότερα όσον αφορά την έγκριση των σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων της ΕΑΤ σχετικά με τη δημοσιοποίηση και τα υποδείγματα υποβολής αναφορών, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες.

(47)  Για να κατοχυρωθεί ασφάλεια δικαίου και να αποφευχθούν οι αλληλεπικαλύψεις μεταξύ του υφιστάμενου πλαισίου προληπτικής εποπτείας, που ισχύει τόσο για τα πιστωτικά ιδρύματα όσο και για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, και του παρόντος κανονισμού, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η οδηγία 2013/36/ΕΕ τροποποιούνται, ώστε να αφαιρεθούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων από το πεδίο εφαρμογής τους. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι μέλη τραπεζικού ομίλου θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ οι οποίες είναι σχετικές για τον τραπεζικό όμιλο, όπως οι διατάξεις για την ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση, που αναφέρεται στο [άρθρο 21β] της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, και στους κανόνες περί εποπτικής ενοποίησης, που καθορίζονται στο πρώτο μέρος τίτλος 2 κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.  Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ και εποπτεύονται όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει της οδηγίας (ΕΕ) ----/-- [IFD] σε σχέση με τα ακόλουθα:

α)  κεφαλαιακές απαιτήσεις που αφορούν ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία κινδύνου για την επιχείρηση, κινδύνου για τους πελάτες και κινδύνου για την αγορά·

β)  απαιτήσεις που περιορίζουν τον κίνδυνο συγκέντρωσης·

γ)  απαιτήσεις ρευστότητας που αφορούν ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία κινδύνου ρευστότητας·

δ)  απαιτήσεις υποβολής αναφορών σχετικά με τα στοιχεία α), β) και γ)·

ε)  απαιτήσεις δημοσιοποίησης.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ και η οποία ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία 3) και 6) του τμήματος Α του παραρτήματος 1 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ εφαρμόζει τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εφόσον ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα, αλλά η επιχείρηση δεν είναι διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, οργανισμός συλλογικών επενδύσεων ή ασφαλιστική επιχείρηση:

α)  η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης επενδύσεων υπερβαίνει τα 15 δισ. EUR, υπολογιζόμενη ως μέσος όρος των τελευταίων 12 συναπτών μηνών και εξαιρουμένης της αξίας των επιμέρους στοιχείων ενεργητικού τυχόν θυγατρικών που διεξάγουν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες του πρώτου εδαφίου και είναι εγκατεστημένες εκτός της Ένωσης· ή

β)  η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης επενδύσεων είναι χαμηλότερη από 15 δισ. EUR και η επιχείρηση επενδύσεων αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου, οι οποίες ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και διαθέτουν στοιχεία ενεργητικού συνολικής αξίας κάτω των 15 δισ. EUR, υπερβαίνει τα 15 δισ. EUR, υπολογιζόμενη ως μέσος όρος των τελευταίων 12 συναπτών μηνών και εξαιρουμένης της αξίας των επιμέρους στοιχείων ενεργητικού τυχόν θυγατρικών που διεξάγουν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες του πρώτου εδαφίου και είναι εγκατεστημένες εκτός της Ένωσης· ή

γ)  η επιχείρηση επενδύσεων υπόκειται σε απόφαση λαμβανόμενη από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας (ΕΕ) ----/-- [IFD].

3.  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο υπόκεινται σε εποπτεία όσον αφορά τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας δυνάμει των τίτλων VII και VIII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

4.  Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται όταν μια επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί πλέον κανένα από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω παράγραφο, βάσει υπολογισμού για περίοδο 12 συναπτών μηνών, ή όταν μια αρμόδια αρχή το αποφασίσει σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας (ΕΕ) ----/-- [IFD ]. Η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει την αρμόδια αρχή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση για οποιαδήποτε παραβίαση ορίου κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου.

5.  Μια επιχείρηση επενδύσεων που πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 εξακολουθεί να υπόκειται στις απαιτήσεις των άρθρων 55 και 61.

6.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ και η οποία ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία 3) και 6) του τμήματος Α του παραρτήματος 1 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ να εφαρμόζει τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η επιχείρηση επενδύσεων είναι θυγατρική και περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία ενός πιστωτικού ιδρύματος, μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μιας μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

β)  η επιχείρηση επενδύσεων ειδοποιεί την αρμόδια αρχή βάσει του παρόντος κανονισμού και, κατά περίπτωση, την αρχή ενοποιημένης εποπτείας·

γ)  Η αρμόδια αρχή έχει πεισθεί ότι η εφαρμογή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ατομική βάση στην επιχείρηση επενδύσεων και σε ενοποιημένη βάση στον όμιλο, κατά περίπτωση, είναι ορθή από την άποψη της προληπτικής εποπτείας, δεν οδηγεί σε μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων δυνάμει του παρόντος κανονισμού και δεν αναλαμβάνεται με σκοπό το ρυθμιστικό αρμπιτράζ.

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την επιχείρηση επενδύσεων σχετικά με τυχόν απόφαση να επιτραπεί η εφαρμογή των απαιτήσεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο εντός [δύο μηνών] από τη λήψη της ειδοποίησης που αναφέρεται στο στοιχείο β) και ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΤ. Στις περιπτώσεις που μια αρμόδια αρχή αρνείται να επιτρέψει την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, παρέχει πλήρη αιτιολόγηση.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο υπόκεινται σε εποπτεία όσον αφορά τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας δυνάμει των τίτλων VII και VIII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Άρθρο 2

Εποπτικές εξουσίες

Για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, οι αρμόδιες αρχές έχουν τις εξουσίες και ακολουθούν τις διαδικασίες που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) ----/--[IFD].

Άρθρο 3

Εφαρμογή αυστηρότερων απαιτήσεων από τις επιχειρήσεις επενδύσεων

Ο παρών κανονισμός δεν εμποδίζει τις επιχειρήσεις επενδύσεων να διατηρούν ίδια κεφάλαια και συνιστώσες τους καθώς και ρευστά στοιχεία ενεργητικού καθ’ υπέρβαση αυτών που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό ή να εφαρμόζουν μέτρα αυστηρότερα από τα προβλεπόμενα στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 4

Ορισμοί

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)  «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: η επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση περιουσίας, στη διαχείριση υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων ή σε παρεμφερή δραστηριότητα επικουρικής φύσης ως προς την κύρια δραστηριότητα μίας ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων·

2)  «εταιρεία διαχείρισης»: εταιρεία διαχείρισης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 ▌σημείο 19) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

3)  «εκκαθαριστικό μέλος»: επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος η οποία εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 2 παράγραφος 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

4)  «πελάτης»: ο πελάτης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 9) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ· για τους σκοπούς του τέταρτου μέρους, ως «πελάτης» νοείται κάθε αντισυμβαλλόμενος της επιχείρησης επενδύσεων·

5)  «διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής»: διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 145) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

6)  «παράγωγα επί εμπορευμάτων»: παράγωγα επί εμπορευμάτων όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 30) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014·

7)  «αρμόδια αρχή»: αρμόδια αρχή όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 5) της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD]·

8)  «πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

9)  «ημερήσια ροή συναλλαγών»: η αξία των συναλλαγών στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών όταν η επιχείρηση διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, είτε για την ίδια είτε για πελάτη, ή εκτελεί εντολές για λογαριασμό πελατών στο όνομά της·

10)  «διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό»: η διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

11)  «παράγωγα»: παράγωγα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 29) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014·

12)  «κατάσταση εποπτικής ενοποίησης»: η κατάσταση που προκύπτει από την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 7 σε μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, ως εάν η εν λόγω επιχείρηση αποτελούσε, μαζί με όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, τις επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών και τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους στον όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων, μία ενιαία επιχείρηση επενδύσεων. Για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, οι όροι «επιχείρηση επενδύσεων», «χρηματοδοτικό ίδρυμα», «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών» και «συνδεδεμένος αντιπρόσωπος» ισχύουν επίσης για επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, οι οποίες, εάν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση, θα ενέπιπταν στους ορισμούς των όρων αυτών·

13)   «ενοποιημένη βάση»: στη βάση της κατάστασης εποπτικής ενοποίησης·

14)  «εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών»: η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 5) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

15)  «χρηματοδοτικό ίδρυμα»: μια επιχείρηση πλην πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία 2) έως 12) και στο σημείο 15) του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, περιλαμβανομένων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών, των ιδρυμάτων πληρωμών κατά την έννοια της οδηγίας 2015/2366/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά και των εταιρειών διαχείρισης, αλλά αποκλειομένων των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας όπως ορίζονται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

16)  «χρηματοπιστωτικό μέσο»: το χρηματοπιστωτικό μέσο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 15) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

17)  «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών»: χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 20) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

18)  «οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα»: οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 27) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

19)  «αρχικό κεφάλαιο»: αρχικό κεφάλαιο όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 17) της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD]·

20)  «ομάδα συνδεδεμένων πελατών»: ομάδα συνδεδεμένων πελατών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 39) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

21)  «επενδυτική συμβουλή»: επενδυτική συμβουλή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 4) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

22)  «επενδυτική συμβουλή διαρκούς χαρακτήρα»: επαναλαμβανόμενη παροχή επενδυτικής συμβουλής, καθώς και συνεχής ή περιοδική αξιολόγηση και παρακολούθηση ή επανεξέταση του χαρτοφυλακίου χρηματοπιστωτικών μέσων του πελάτη, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων που πραγματοποιούνται από τον πελάτη βάσει συμβατικής ρύθμισης.»

23)  «επιχείρηση επενδύσεων»: επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

24)  «επενδυτική εταιρεία συμμετοχών»: χρηματοδοτικό ίδρυμα του οποίου οι θυγατρικές είναι αποκλειστικά ή κυρίως επιχειρήσεις επενδύσεων ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, τουλάχιστον μία από τις εν λόγω θυγατρικές είναι επιχείρηση επενδύσεων, και το οποίο δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 20) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

25)  «επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες»: επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

26)  «όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων»: όμιλος επιχειρήσεων που αποτελείται από μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της ή από επιχειρήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, εκ των οποίων τουλάχιστον μία είναι επιχείρηση επενδύσεων και στις οποίες δεν περιλαμβάνεται πιστωτικό ίδρυμα·

27)  «παράγοντες Κ»: οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ για κινδύνους τους οποίους ενέχει μια επιχείρηση επενδύσεων για τους πελάτες, τις αγορές και την ίδια·

28)  « ▌AUM» εκ του «assets under management» (« ▌περιουσιακά στοιχεία υπό διαχείριση▌»): ▌η αξία των περιουσιακών στοιχείων που διαχειρίζεται μια επιχείρηση επενδύσεων για τους πελάτες της στο πλαίσιο είτε διακριτικής διαχείρισης χαρτοφυλακίου είτε μη διακριτικών ρυθμίσεων που συνιστούν επενδυτικές συμβουλές διαρκούς χαρακτήρα·

29)  ▌»CMH» εκ του «client money held» («▌χρήματα πελατών υπό κατοχή▌»): ▌το ποσό των χρημάτων πελατών που μια επιχείρηση επενδύσεων κατέχει, λαμβανομένων υπόψη τυχόν νομικών ρυθμίσεων σχετικών με τον διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων και του εθνικού λογιστικού καθεστώτος το οποίο εφαρμόζεται σε χρήματα πελατών που κατέχονται από την επιχείρηση επενδύσεων·

30)  « ▌ASA» εκ του ▌ «assets safeguarded and administered» («περιουσιακά στοιχεία υπό φύλαξη και διαχείριση»)▌: ▌ η αξία των περιουσιακών στοιχείων τα οποία φυλάσσει και διαχειρίζεται μια επιχείρηση επενδύσεων για πελάτες ▌ , ανεξαρτήτως του αν τα περιουσιακά στοιχεία εμφανίζονται στον ισολογισμό της επιχείρησης επενδύσεων ή διαχωρίζονται σε άλλους λογαριασμούς·

31)  « ▌COH» εκ του «client orders handled» («εκτελούμενες εντολές πελατών»): η αξία των εντολών τις οποίες μια επιχείρηση επενδύσεων χειρίζεται για πελάτες, μέσω της λήψης και της διαβίβασης εντολών πελατών και μέσω της εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών·

32)  « ▌CON» εκ του ή «concentration risk» («κίνδυνος συγκέντρωσης»)▌: ▌ τα χρηματοδοτικά ανοίγματα στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων έναντι ενός πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών, η αξία των οποίων υπερβαίνει τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1·

33)  « ▌CMG» εκ του «clearing margin given» ▌ («παρεχόμενο περιθώριο εκκαθάρισης»: ▌ το ποσό του συνολικού περιθωρίου που απαιτείται από εκκαθαριστικό μέλος ή από αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, όταν η εκτέλεση και ο διακανονισμός των συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων που διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό πραγματοποιούνται υπό την ευθύνη ▌εκκαθαριστικού μέλους αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλόμενου·

34)  « ▌DTF» εκ του «daily trading flow» ▌(«ημερήσια ροή συναλλαγών»): ▌ η ημερήσια αξία των συναλλαγών τις οποίες διενεργεί μια επιχείρηση επενδύσεων για ίδιο λογαριασμό ή στο πλαίσιο της εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών στο όνομά της, με εξαίρεση την αξία των εντολών τις οποίες μια επιχείρηση επενδύσεων χειρίζεται για πελάτες μέσω της λήψης και της διαβίβασης εντολών πελατών και μέσω της εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών, όπως αποτυπώνεται ήδη στο μέγεθος COH·

35)  « ▌NPR» εκ του «net position risk» («κίνδυνος καθαρής θέσης»)▌: ▌η αξία των συναλλαγών που καταχωρίζονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων·

36)  « ▌TCD» εκ του «trading counterparty default» («αθέτηση αντισυμβαλλομένου») ▌: τα ανοίγματα στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων σε μέσα και συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 25 και δημιουργούν κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλόμενου·

37)  «CMV» εκ του «Current Market Value» («τρέχουσα αγοραία αξία»): η καθαρή αγοραία αξία του χαρτοφυλακίου των συναλλαγών ή των σκελών που είναι τίτλοι, υποκείμενων σε συμψηφισμό σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1· κατά τον υπολογισμό της CMV χρησιμοποιούνται τόσο θετικές όσο και αρνητικές αγοραίες αξίες·

38)  «συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού»: συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού όπως ορίζονται στο άρθρο 272 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

39)  «συναλλαγή δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης»: συναλλαγές δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης όπως ορίζονται στο άρθρο 272 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

40)  «διοικητικό όργανο»: διοικητικό όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 36) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

41)  «μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»: η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ,

42)  «εκτός ισολογισμού στοιχείο»: οποιοδήποτε από τα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

43)  «μητρική επιχείρηση»: μητρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 9) και του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·

44)  «συμμετοχή»: συμμετοχή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 35) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

45)  «κέρδος»: το κέρδος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 121) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

46)  «αναγνωρισμένος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» ή «QCCP»: ο αναγνωρισμένος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 88) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

47)  «διαχείριση χαρτοφυλακίου»: η διαχείριση χαρτοφυλακίου όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 8) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

48)  «ειδική συμμετοχή»: η ειδική συμμετοχή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, σημείο 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

49)  «συναλλαγή χρηματοδότησης τίτλων» ή «SFT»: η συναλλαγή χρηματοδότησης τίτλων όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 11) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2015/2365·

50)  «διαχωρισμένοι λογαριασμοί»: για τους σκοπούς του πίνακα 1 του άρθρου 15 παράγραφος 2, λογαριασμοί οι οποίοι έχουν ανοιχθεί σε οντότητες και στους οποίους κατατίθενται τα χρήματα πελατών που λαμβάνει επιχείρηση επενδύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 4 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας (ΕΕ) 2017/593 και για τους οποίους η κείμενη εθνική νομοθεσία προβλέπει ότι σε περίπτωση αφερεγγυότητας, λύσης ή θέσης υπό εκκαθάριση της επιχείρησης επενδύσεων, τα χρήματα των πελατών δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξόφληση απαιτήσεων έναντι της επιχείρησης επενδύσεων που δεν είναι απαιτήσεις του πελάτη·

51)  «πράξη επαναγοράς»: η πράξη επαναγοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 9 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2015/2365·

52)  «θυγατρική επιχείρηση»: η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 10) και του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, περιλαμβανομένης τυχόν θυγατρικής μιας θυγατρικής επιχείρησης της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης·

53)  «συνδεδεμένος αντιπρόσωπος»: ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 29) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

54)  «σύνολο ακαθάριστων εσόδων»: τα ετήσια λειτουργικά έσοδα μιας επιχείρησης επενδύσεων, που συνδέονται με τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες της επιχείρησης για τις οποίες η εν λόγω επιχείρηση έχει λάβει σχετική άδεια, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων που προκύπτουν από εισπρακτέους τόκους, μετοχές και άλλους τίτλους σταθερής ή μεταβλητής απόδοσης, προμήθειες και αμοιβές, τυχόν κέρδη και ζημίες της επιχείρησης επενδύσεων επί του κυκλοφορούντος ενεργητικού, επί στοιχείων ενεργητικού στην εύλογη αξία ή από δραστηριότητες αντιστάθμισης κινδύνου, αλλά εξαιρουμένων τυχόν εσόδων που δεν συνδέονται με τις παρεχόμενες επενδυτικές υπηρεσίες και τις ασκούμενες επενδυτικές δραστηριότητες·

55)  «χαρτοφυλάκιο συναλλαγών»: το σύνολο των θέσεων μιας επιχείρησης επενδύσεων σε χρηματοπιστωτικά μέσα και βασικά εμπορεύματα, οι οποίες κατέχονται είτε με σκοπό τη συναλλαγή, είτε με σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση·

56)  ως «θέσεις που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση» νοούνται οι εξής:

α)  οι για ίδιο λογαριασμό κατεχόμενες θέσεις και οι θέσεις που προκύπτουν από εξυπηρέτηση πελατών και δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης,

β)  οι θέσεις που πρόκειται να επαναπωληθούν βραχυπρόθεσμα,

γ)  οι θέσεις που έχουν στόχο την αποκόμιση κέρδους από πραγματικές ή αναμενόμενες βραχυπρόθεσμες αποκλίσεις μεταξύ των τιμών αγοράς και των τιμών πώλησης ή από άλλου είδους διακυμάνσεις των τιμών ή των επιτοκίων,

57)  «μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση»: μια επιχείρηση επενδύσεων εντός κράτους μέλους η οποία διαθέτει θυγατρική επιχείρηση επενδύσεων ή θυγατρικό χρηματοδοτικό ίδρυμα ή η οποία κατέχει συμμετοχή σε μια τέτοια επιχείρηση επενδύσεων ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, και η οποία δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική άλλης επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος·

58)  «μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: μια επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εντός κράτους μέλους, η οποία δεν αποτελεί θυγατρική επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή άλλης επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών σε οποιοδήποτε κράτος μέλος·

59)  «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: μια μητρική επιχείρηση ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, η οποία είναι εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 56 για την αποσαφήνιση:

α)  των ορισμών που παρατίθενται στην παράγραφο 1 προκειμένου να διασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή του παρόντος κανονισμού·

β)  των ορισμών που παρατίθενται στην παράγραφο 1 προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη, κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΣΕ ΑΤΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Άρθρο 5

Γενική αρχή

Μια επιχείρηση επενδύσεων συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο δεύτερο έως το έβδομο μέρος σε ατομική βάση.

Άρθρο 6

Εξαιρέσεις

1.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαιρούν μια επιχείρηση επενδύσεων από την εφαρμογή του άρθρου 5 ως προς το δεύτερο έως το τέταρτο μέρος, το έκτο και το έβδομο μέρος, εφόσον ισχύουν όλα τα ακόλουθα:

α)  ▌πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)   η επιχείρηση επενδύσεων είναι θυγατρική και περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία ενός πιστωτικού ιδρύματος, μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μιας μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου μέρους, τίτλος ΙΙ, κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

ii)  η επιχείρηση επενδύσεων είναι θυγατρική και περιλαμβάνεται σε όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων που εποπτεύεται σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το άρθρο 7·

β)  τόσο η επιχείρηση επενδύσεων όσο και η μητρική επιχείρηση υπόκεινται στην υποχρέωση απόκτησης άδειας λειτουργίας και στην εποπτεία του ίδιου κράτους μέλους·

γ)  οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού συμφωνούν με αυτήν την εξαίρεση·

δ)  τα ίδια κεφάλαια κατανέμονται επαρκώς μεταξύ της μητρικής επιχείρησης και της επιχείρησης επενδύσεων και πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i)  η επιχείρηση επενδύσεων πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1·

ii)  δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση·

iii)  κατόπιν προηγούμενης έγκρισης της αρμόδιας αρχής, η μητρική επιχείρηση δηλώνει ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η επιχείρηση επενδύσεων ή ότι οι κίνδυνοι της επιχείρησης επενδύσεων είναι αμελητέοι·

iv)  οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων περιλαμβάνουν την επιχείρηση επενδύσεων· και

v)  η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50 % των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απολύει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού οργάνου της επιχείρησης επενδύσεων.

2.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαιρούν τις επιχειρήσεις επενδύσεων από την εφαρμογή του άρθρου 5 ως προς το έκτο μέρος εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η επιχείρηση επενδύσεων είναι θυγατρική και περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 228 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12)·

β)  τόσο η επιχείρηση επενδύσεων όσο και η μητρική επιχείρηση υπόκεινται στην υποχρέωση απόκτησης άδειας λειτουργίας και στην εποπτεία του ίδιου κράτους μέλους·

γ)  οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ συμφωνούν με αυτήν την εξαίρεση·

δ)  τα ίδια κεφάλαια κατανέμονται επαρκώς μεταξύ της μητρικής επιχείρησης και της επιχείρησης επενδύσεων και πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i)  η επιχείρηση επενδύσεων πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1·

ii)  δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση·

iii)  κατόπιν προηγούμενης έγκρισης της αρμόδιας αρχής, η μητρική επιχείρηση δηλώνει ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η επιχείρηση επενδύσεων ή ότι οι κίνδυνοι της επιχείρησης επενδύσεων είναι αμελητέοι·

iv)  οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων περιλαμβάνουν την επιχείρηση επενδύσεων· και

v)  η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50 % των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απολύει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού οργάνου της επιχείρησης επενδύσεων.

3.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαιρούν τις επιχειρήσεις επενδύσεων από την εφαρμογή του άρθρου 5 ως προς το πέμπτο μέρος εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)  η επιχείρηση επενδύσεων περιλαμβάνεται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το πρώτο μέρος, τίτλος ΙΙ, κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή περιλαμβάνεται σε όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων για τον οποίο ισχύει το άρθρο 7 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού και δεν εφαρμόζεται η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 4·

β)  η μητρική επιχείρηση σε ενοποιημένη βάση παρακολουθεί και επιβλέπει ανά πάσα στιγμή τις θέσεις ρευστότητας όλων των ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων εντός του ομίλου ή της αυτόνομης οντότητας που υπόκεινται σε απαλλαγή και εξασφαλίζει επαρκές επίπεδο ρευστότητας για όλα αυτά τα ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων·

γ)  η μητρική επιχείρηση και η επιχείρηση επενδύσεων έχουν συνάψει συμβάσεις οι οποίες, προς ικανοποίηση των αρμόδιων αρχών, προβλέπουν την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων μεταξύ τους και τους επιτρέπουν να πληρούν τις μεμονωμένες και κοινές υποχρεώσεις τους όταν καθίστανται ληξιπρόθεσμες,

δ)  δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την εκτέλεση των συμβάσεων που αναφέρονται στο στοιχείο γ).

ε)  οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού συμφωνούν με αυτήν την εξαίρεση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Εποπτική ενοποίηση και εξαιρέσεις για όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων

Άρθρο 7

Εποπτική ενοποίηση

1.  Μια μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, μια μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο δεύτερο έως το τέταρτο μέρος, στο έκτο και στο έβδομο μέρος σε ενοποιημένη βάση. Η μητρική επιχείρηση και οι θυγατρικές της, οι οποίες υπάγονται στον παρόντα κανονισμό, διαμορφώνουν την κατάλληλη οργανωτική διάρθρωση και τους κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι τα απαιτούμενα στοιχεία ενοποίησης υποβάλλονται στη δέουσα επεξεργασία και διαβιβάζονται. Ιδιαίτερα διασφαλίζεται ότι οι θυγατρικές που δεν υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό εφαρμόζουν ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την κατάλληλη ενοποίηση.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, κατά την εφαρμογή του δεύτερου μέρους σε ενοποιημένη βάση, οι κανόνες του δεύτερου μέρους, τίτλος II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εφαρμόζονται και στις επιχειρήσεις επενδύσεων.

Για τον σκοπό αυτόν, κατά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 84 παράγραφος 1, του άρθρου 85 παράγραφος 1 και του άρθρου 87 παράγραφος 1 του δεύτερου μέρους, τίτλος II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ισχύουν μόνον οι αναφορές στο άρθρο 92 παράγραφος 1 και, ως εκ τούτου, θεωρείται ότι αναφέρονται στις κεφαλαιακές απαιτήσεις των αντιστοίχων διατάξεων του IFR.

3.  Μια μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, μια μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις του πέμπτου μέρους βάσει της ενοποιημένης κατάστασής της.

4.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαιρούν τη μητρική επιχείρηση από τη συμμόρφωση προς την παράγραφο 3, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων.

5.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις λεπτομέρειες του πεδίου εφαρμογής και των μεθόδων εποπτικής ενοποίησης ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, ιδίως για τον υπολογισμό της απαίτησης παγίων εξόδων, της μόνιμης ελάχιστης απαίτησης, της απαίτησης του παράγοντα Κ βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του ομίλου εταιρειών επενδύσεων, καθώς και τη μέθοδο και τις αναγκαίες λεπτομέρειες για την ορθή εφαρμογή της παραγράφου 2.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [δώδεκα μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 8

Η δοκιμή κεφαλαίων ομίλου

1.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν την εφαρμογή του παρόντος άρθρου στην περίπτωση δομών ομίλων που κρίνονται επαρκώς απλές και εφόσον δεν υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι για τους πελάτες ή για την αγορά που προέρχονται από τον όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων ως σύνολο με αποτέλεσμα να απαιτείται, σε διαφορετική περίπτωση, εποπτεία σε ενοποιημένη βάση. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ οσάκις επιτρέπουν την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν τα ακόλουθα:

i)  «μέσα ιδίων κεφαλαίων»: τα «ίδια κεφάλαια», όπως ορίζονται στο άρθρο 9 του παρόντος κανονισμού, χωρίς εφαρμογή των αφαιρέσεων του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο θ), του άρθρου 56 στοιχείο δ) και του άρθρου 66 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

ii)  οι όροι «επιχείρηση επενδύσεων», «χρηματοδοτικό ίδρυμα», «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών» και «συνδεδεμένος αντιπρόσωπος» ισχύουν επίσης για επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, οι οποίες, εάν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση, θα ενέπιπταν στους ορισμούς των όρων αυτών στο άρθρο 4.

3.  Μια μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, μια μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, μια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση και κάθε άλλη μητρική επιχείρηση που είναι επιχείρηση επενδύσεων, χρηματοδοτικό ίδρυμα, επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών ή συνδεδεμένος αντιπρόσωπος εντός του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων διαθέτει τουλάχιστον επαρκή μέσα ιδίων κεφαλαίων ώστε να καλύπτεται το άθροισμα των εξής:

α)  του αθροίσματος της πλήρους λογιστικής αξίας όλων των οικείων συμμετοχών, απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης και μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο θ), στο άρθρο 56 στοιχείο δ) και στο άρθρο 66 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε επιχειρήσεις επενδύσεων, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών και συνδεδεμένους αντιπροσώπους στον όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων· και

β)  του συνολικού ποσού όλων των ενδεχόμενων υποχρεώσεών της προς όφελος επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών και συνδεδεμένων αντιπροσώπων στον όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων.

4.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή σε μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση και σε κάθε άλλη μητρική επιχείρηση που είναι επιχείρηση επενδύσεων, χρηματοδοτικό ίδρυμα, επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών ή συνδεδεμένος αντιπρόσωπος εντός του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων να διαθέτει χαμηλότερο ποσό ιδίων κεφαλαίων από το ποσό που υπολογίζεται δυνάμει της παραγράφου 1, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό αυτό δεν είναι χαμηλότερο από το άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλονται σε ατομική βάση στις θυγατρικές της επιχειρήσεις επενδύσεων, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών και συνδεδεμένους αντιπροσώπους ▌, και από το συνολικό ποσό ενδεχόμενων υποχρεώσεων προς όφελος αυτών των οντοτήτων.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου ▌, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις θυγατρικές επιχειρήσεις που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο και οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, αποτελούν ονομαστικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που εξασφαλίζουν ικανοποιητικό επίπεδο σύνεσης για την κάλυψη των κινδύνων που απορρέουν από αυτές τις θυγατρικές επιχειρήσεις, εγκρίνονται δε από τις αρμόδιες αρχές.

5.  Μια μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, μια μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση εφαρμόζει συστήματα για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των πηγών κεφαλαίων και της χρηματοδότησης όλων των επιχειρήσεων επενδύσεων, επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών, μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών και συνδεδεμένων αντιπροσώπων εντός του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ

Άρθρο 9

Σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων

1.  Μια επιχείρηση επενδύσεων διαθέτει ίδια κεφάλαια τα οποία απαρτίζονται από το άθροισμα του οικείου κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 και του κεφαλαίου της κατηγορίας 2 και πληρούνται ανά πάσα στιγμή όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  ▌20190416-P8_TA-PROV(2019)0378_EL-p0000002.png,

β)  ▌20190416-P8_TA-PROV(2019)0378_EL-p0000003.png,

γ)▌ 20190416-P8_TA-PROV(2019)0378_EL-p0000004.png

20190416-P8_TA-PROV(2019)0378_EL-p0000005.png

όπου:

i)  το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ορίζεται σύμφωνα με το δεύτερο μέρος τίτλος Ι κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ορίζεται σύμφωνα με το δεύτερο μέρος τίτλος Ι κεφάλαιο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ,·το κεφάλαιο της κατηγορίας 2 ορίζεται σύμφωνα με το δεύτερο μέρος τίτλος Ι κεφάλαιο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

ii)  το D ορίζεται στο άρθρο 11.»

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1▌:

α)  οι αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εφαρμόζονται πλήρως χωρίς την εφαρμογή των άρθρων 39 και 48 του συγκεκριμένου κανονισμού·

β)  οι αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εφαρμόζονται πλήρως χωρίς την εφαρμογή του άρθρου 41 του συγκεκριμένου κανονισμού·

γ)  οι αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο η), στο άρθρο 56 στοιχείο γ) και στο άρθρο 66 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εφόσον σχετίζονται με τοποθετήσεις σε κεφαλαιακά μέσα που δεν περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, εφαρμόζονται πλήρως χωρίς την εφαρμογή των (μηχανισμών των) άρθρων 46, 60 και 70 του συγκεκριμένου κανονισμού·

δ)  οι αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εφαρμόζονται πλήρως χωρίς την εφαρμογή του άρθρου 48 του συγκεκριμένου κανονισμού·

ε)  οι ακόλουθες διατάξεις δεν εφαρμόζονται για τον καθορισμό των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων:

i)  ▌το άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

ii)  οι αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο η), στο άρθρο 56 στοιχείο γ), στο άρθρο 66 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 46, 60 και 70 του συγκεκριμένου κανονισμού, εφόσον οι εν λόγω αφαιρέσεις σχετίζονται με τοποθετήσεις σε κεφαλαιακά μέσα που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών·

iii)  το γεγονός ενεργοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Αντιθέτως, το γεγονός ενεργοποίησης προσδιορίζεται από την επιχείρηση επενδύσεων υπό τους όρους του πρόσθετου μέσου της κατηγορίας 1 που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

iv)  το αθροιστικό ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 4 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Το ποσό προς υποτίμηση ή μετατροπή είναι ολόκληρο το βασικό κεφάλαιο του πρόσθετου μέσου της κατηγορίας 1 που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.  Μια επιχείρηση επενδύσεων εφαρμόζει τις σχετικές διατάξεις του δεύτερου μέρους, τίτλος Ι, κεφάλαιο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, η εποπτική άδεια κατά τα άρθρα 77 και 78 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θεωρείται ότι έχει χορηγηθεί, εάν πληρούται μία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή παράγραφος 4.

4.  Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχείο α), για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, οι οποίες δεν είναι νομικά πρόσωπα ή συμμετοχικές εταιρείες ή που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1, οι αρμόδιες αρχές δύνανται, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΤ, να επιτρέπουν σε περαιτέρω μέσα ή κεφάλαια να είναι επιλέξιμα ως ίδια κεφάλαια για αυτές τις επιχειρήσεις επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι τα συγκεκριμένα μέσα ή κεφάλαια πληρούν επίσης τις προϋποθέσεις για να τύχουν της μεταχείρισης του άρθρου 22 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ. Βάσει πληροφοριών που λαμβάνει από κάθε αρμόδια αρχή, η ΕΑΤ, από κοινού με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει, τηρεί και δημοσιεύει κατάλογο όλων των μορφών κεφαλαίων ή μέσων σε κάθε κράτος μέλος που είναι αποδεκτά ως ίδια κεφάλαια αυτού του είδους. Ο κατάλογος δημοσιεύεται για πρώτη φορά εντός δωδεκαμήνου από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

5.  Οι συμμετοχές σε μέσα ιδίων κεφαλαίων μιας οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα εντός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων δεν αφαιρούνται για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων οποιασδήποτε επιχείρησης επενδύσεων εντός του ομίλου σε ατομική βάση, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση· και

β)  οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων περιλαμβάνουν την οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα.

γ)  η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 8 δεν χρησιμοποιείται από τις αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 10

Ειδικές συμμετοχές εκτός του χρηματοπιστωτικού τομέα

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος μέρους, μια επιχείρηση επενδύσεων αφαιρεί ποσά τα οποία υπερβαίνουν τα όρια που προσδιορίζονται στα στοιχεία α) και β) από τον καθορισμό των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αναφέρονται στο άρθρο 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013:

α)  μια ειδική συμμετοχή, το ποσό της οποίας υπερβαίνει το 15 % των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 9 του παρόντος κανονισμού, αλλά χωρίς εφαρμογή της αφαίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημείο i) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε επιχείρηση που δεν είναι οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα·

β)  το συνολικό ποσό των ειδικών συμμετοχών μιας επιχείρησης επενδύσεων σε επιχειρήσεις πλην οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, το οποίο υπερβαίνει το 60 % των ιδίων κεφαλαίων της υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 9 του παρόντος κανονισμού, αλλά χωρίς εφαρμογή της αφαίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημείο i) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαγορεύσουν σε μια επιχείρηση επενδύσεων να διαθέτει ειδικές συμμετοχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σε ποσό το οποίο υπερβαίνει τα οριζόμενα στην ίδια παράγραφο ποσοστά ιδίων κεφαλαίων. Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν την απόφασή τους κάνοντας άμεση χρήση της εξουσίας αυτής.

3.  Οι μετοχές σε επιχειρήσεις πλην οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εφόσον πληρούται οποιαδήποτε από τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)  οι εν λόγω μετοχές κατέχονται προσωρινά, κατά τη διάρκεια χρηματοδοτικής συνδρομής κατά την έννοια του άρθρου 79 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

β)  η κατοχή των μετοχών αυτών είναι θέση αναδοχής που τηρείται για πέντε εργάσιμες ημέρες ή λιγότερες·

γ)  οι εν λόγω μετοχές τηρούνται στο όνομα της επιχείρησης επενδύσεων και εκ μέρους άλλων.

4.  Οι μετοχές που δεν έχουν τον χαρακτήρα παγίων χρηματοπιστωτικών στοιχείων κατά το άρθρο 35 παράγραφος 2 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ δεν συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό της παραγράφου 1.

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

Άρθρο 11

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων

1.  Μια επιχείρηση επενδύσεων πρέπει να διαθέτει ανά πάσα στιγμή ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 9, τα οποία ισούνται τουλάχιστον με το D, όπου D ορίζεται ως το μεγαλύτερο από τα ακόλουθα:

α)  η οικεία απαίτηση παγίων εξόδων υπολογιζόμενη κατά το άρθρο 13·

β)  η οικεία μόνιμη ελάχιστη απαίτηση σύμφωνα με το άρθρο 14.

γ)  η οικεία απαίτηση του παράγοντα Κ υπολογιζόμενη κατά το άρθρο 15.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων ▌πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1, ως D ορίζεται το μεγαλύτερο από τα ποσά των στοιχείων α) και β) της παραγράφου 1.

3.  Εάν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ότι υπήρξε ουσιώδης μεταβολή στις επιχειρηματικές δραστηριότητες μιας επιχείρησης επενδύσεων, μπορούν να απαιτήσουν την υπαγωγή της επιχείρησης επενδύσεων σε διαφορετική κεφαλαιακή απαίτηση του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τον τίτλο IV, κεφάλαιο 2, τμήμα 4 της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD].

4.  Μια επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει την αρμόδια αρχή μόλις λάβει γνώση ότι δεν πληροί πλέον ή δεν πρόκειται να πληροί πλέον τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12

Μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων

1.  Μια επιχείρηση επενδύσεων θεωρείται μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού εφόσον πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  τα AUM (ή υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία) υπολογιζόμενα σύμφωνα με το άρθρο 17 είναι κατώτερα του ποσού του 1,2 δισ. EUR·

β)  οι COH (ή εκτελούμενες εντολές πελατών) υπολογιζόμενες σύμφωνα με το άρθρο 20 είναι κατώτερες είτε:

i)  του ποσού των 100 εκατ. EUR/ημέρα για συναλλαγές τοις μετρητοίς, ή

ii)  του ποσού του 1 δισ. EUR/ημέρα για παράγωγα.

γ)  τα ASA (ή περιουσιακά στοιχεία υπό φύλαξη και διαχείριση) υπολογιζόμενα σύμφωνα με το άρθρο 19 ισούνται με μηδέν·

δ)  τα CMH (ή χρήματα των πελατών υπό κατοχή) υπολογιζόμενα σύμφωνα με το άρθρο 18 ισούνται με μηδέν·

ε)  η DTF (ημερήσια ροή συναλλαγών) υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 32 ισούται με μηδέν·

στ)  ο NPR (κίνδυνος καθαρής θέσης) ή το CMG (παρεχόμενο περιθώριο εκκαθάρισης) υπολογιζόμενα σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 23 ισούνται με μηδέν·

ζ)  η TCD (αθέτηση αντισυμβαλλομένου) υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 26 ισούται με μηδέν·

η)  το σύνολο εντός και εκτός ισολογισμού της επιχείρησης επενδύσεων είναι κατώτερο του ποσού των 100 εκατ. EUR·

θ)  το σύνολο των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων από επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες ▌ της επιχείρησης επενδύσεων είναι κατώτερο του ποσού των 30 εκατ. EUR, υπολογιζόμενο ως μέσος όρος με βάση τα ετήσια στοιχεία της διετίας που προηγείται αμέσως του σχετικού οικονομικού έτους.

Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του τίτλου II, για τους σκοπούς των στοιχείων α), β), γ), ε), στ), εφόσον σχετίζεται με τον NPR και ζ), εφαρμόζονται οι αξίες λήξης της ημέρας.

Για τους σκοπούς του στοιχείου στ), εφόσον σχετίζεται με το CMG, εφαρμόζονται ενδοημερήσιες αξίες.

Για τους σκοπούς του στοιχείου δ) και με την επιφύλαξη του άρθρου 16 παράγραφος 9 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και των άρθρων 2 και 4 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας (ΕΕ 2017/593) της Επιτροπής, εφαρμόζονται ενδοημερήσιες αξίες εκτός από την περίπτωση σφάλματος στην τήρηση αρχείων ή συμφωνίας λογαριασμών που ανέφερε εσφαλμένα ότι μια επιχείρηση επενδύσεων έχει παραβιάσει το μηδενικό όριο που αναφέρεται στο στοιχείο δ) και το οποίο έχει διορθωθεί πριν από τη λήξη της εργάσιμης ημέρας. Η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια αρχή σχετικά με το σφάλμα, τους λόγους εμφάνισής του και τη διόρθωσή του.

Για τους σκοπούς των στοιχείων η) και θ), εφαρμόζονται τα ▌ επίπεδα κατά τη λήξη του περασμένου οικονομικού έτους για το οποίο έχουν οριστικοποιηθεί και έχουν εγκριθεί οι λογαριασμοί από το διοικητικό όργανο. Εφόσον οι λογαριασμοί δεν έχουν οριστικοποιηθεί και εγκριθεί μετά την παρέλευση 6 μηνών από τη λήξη του περασμένου οικονομικού έτους, η επιχείρηση επενδύσεων χρησιμοποιεί προσωρινούς λογαριασμούς.

Μια επιχείρηση επενδύσεων δύναται να υπολογίζει τις αξίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) χρησιμοποιώντας τις μεθόδους του τίτλου II, με την εξαίρεση ότι η μέτρηση πρέπει να γίνεται επί διαστήματος 12 μηνών, χωρίς να αποκλείονται οι 3 πλέον πρόσφατες μηνιαίες αξίες. Επιχείρηση επενδύσεων η οποία επιλέγει τη συγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή και εφαρμόζει την επιλεγείσα μέθοδο επί συνεχή περίοδο τουλάχιστον 12 συναπτών ημερολογιακών μηνών.

2.  Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β), η) και θ) εφαρμόζονται σε συνδυαστική βάση σε όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ανήκουν σε όμιλο. Για τη μέτρηση του στοιχείου θ) οι επιχειρήσεις επενδύσεων δύνανται να αποκλείουν κάθε διπλή μέτρηση που ενδέχεται να προκύψει σε σχέση με τα ακαθάριστα έσοδα που παράγονται εντός του ομίλου.

Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα στοιχεία γ), δ), ε), στ) και ζ) ισχύουν για κάθε επιχείρηση επενδύσεων σε ατομική βάση.

3.  Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί πλέον όλες τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, αμέσως παύει να θεωρείται μικρή και μη συνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), β), η) ή θ) αλλά εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην ίδια παράγραφο ▌ στοιχεία γ) έως ζ), παύει να θεωρείται μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων έπειτα από περίοδο 3 μηνών, υπολογιζόμενη από την ημερομηνία υπέρβασης του ορίου. Η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει την αρμόδια αρχή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση για οποιαδήποτε παραβίαση ορίου.

4.  Εάν μια επιχείρηση επενδύσεων, η οποία δεν πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1, στη συνέχεια τις πληροί, θεωρείται ▌ μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων μόνο μετά την παρέλευση 6 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, εφόσον δεν υπάρξει παραβίαση ορίου κατά το διάστημα αυτό και η επιχείρηση επενδύσεων έχει, χωρίς καθυστέρηση, ενημερώσει σχετικά την αρμόδια αρχή.

Άρθρο 13

Απαίτηση παγίων εξόδων

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο α), η απαίτηση παγίων εξόδων ισούται τουλάχιστον με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων του προηγούμενου έτους. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων χρησιμοποιούν τα αριθμητικά στοιχεία που προκύπτουν από το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο.

2.  Εάν η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι υπήρξε ουσιώδης μεταβολή στη δραστηριότητα μιας επιχείρησης επενδύσεων, δύναται να αναπροσαρμόσει το ποσό του κεφαλαίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.  Εφόσον μια επιχείρηση επενδύσεων δεν έχει ολοκληρώσει τις δραστηριότητές της για ένα έτος από την ημέρα που αρχίζει να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, χρησιμοποιεί, για τον υπολογισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα προβλεπόμενα πάγια έξοδα που περιλαμβάνονται στις προβλέψεις της για τις συναλλαγές του πρώτου δωδεκαμήνου, όπως υποβλήθηκαν με την αίτησή της για τη χορήγηση αδείας λειτουργίας.

4.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, ▌ εκπονεί σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τη συμπλήρωση του υπολογισμού της απαίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, περιλαμβάνει δε τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία προς αφαίρεση:

α)  έκτακτες παροχές και άλλες αμοιβές προς το προσωπικό, στον βαθμό που εξαρτώνται από καθαρά κέρδη της επιχείρησης επενδύσεων κατά το αντίστοιχο έτος·

β)  συμμετοχές εργαζομένων, διευθυντών και εταίρων στα κέρδη·

γ)  άλλες διανομές κερδών και άλλες μεταβλητές αποδοχές, στον βαθμό που γίνονται κατά πλήρη διακριτική ευχέρεια·

δ)  επιμερισμένες πληρωτέες προμήθειες και τέλη που σχετίζονται άμεσα με εισπρακτέες προμήθειες και τέλη, οι οποίες περιλαμβάνονται στα συνολικά έσοδα, και εφόσον η καταβολή των πληρωτέων προμηθειών και τελών εξαρτάται από την πραγματική είσπραξη των εισπρακτέων προμηθειών και τελών·

ε)  τέλη στους συνδεδεμένους αντιπροσώπους, όπως ορίζονται στο σημείο 29 του άρθρου 4 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

στ)  μη επαναλαμβανόμενα έξοδα από μη συνήθεις δραστηριότητες.

Η ΕΑΤ διευκρινίζει επίσης, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, την έννοια της ουσιώδους μεταβολής.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως ... [δώδεκα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 14

Μόνιμη ελάχιστη απαίτηση

Για τους σκοπούς του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο β), η μόνιμη ελάχιστη απαίτηση ισούται τουλάχιστον με τα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που ορίζονται στο άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD].

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ Κ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές αρχές

Άρθρο 15

Απαίτηση του παράγοντα Κ και εφαρμοστέοι συντελεστές

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο γ), η απαίτηση του παράγοντα Κ ισούται τουλάχιστον με το άθροισμα των ακόλουθων:

α)  παράγοντες Κ κινδύνου για τον πελάτη (RtC) υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το κεφάλαιο 2·

β)  παράγοντες Κ κινδύνου για την αγορά (RtM) υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το κεφάλαιο 3·

γ)  παράγοντες Κ κινδύνου για την επιχείρηση (RtF) υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

2.  Οι ακόλουθοι συντελεστές εφαρμόζονται στους αντίστοιχους παράγοντες Κ:

Πίνακας 1

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ Κ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ

Υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία τόσο στο πλαίσιο διακριτικής διαχείρισης χαρτοφυλακίου όσο και μη διακριτικών συμβουλευτικών ρυθμίσεων διαρκούς χαρακτήρα

K-AUM

0,02%

Χρήματα πελατών υπό κατοχή

K-CMH (σε διαχωρισμένους λογαριασμούς)

0,4%

K-CMH (σε μη διαχωρισμένους λογαριασμούς)

0,5%

Περιουσιακά στοιχεία υπό φύλαξη και διαχείριση

K-ASA

0,04%

Εκτελούμενες εντολές πελατών

Συναλλαγές τοις μετρητοίς K-COH

0,1%

 

Παράγωγα K-COH

0,01%

Ημερήσια ροή συναλλαγών

Συναλλαγές τοις μετρητοίς K-DTF

0,1%

 

Παράγωγα K-DTF

0,01%

3.  Μια επιχείρηση επενδύσεων παρακολουθεί την τιμή των οικείων παραγόντων Κ σχετικά με οποιεσδήποτε τάσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντικά διαφορετική κεφαλαιακή απαίτηση για την επόμενη περίοδο αναφοράς και ενημερώνει την αρμόδια αρχή σχετικά με την εν λόγω ουσιωδώς διαφορετική κεφαλαιακή απαίτηση.

4.  Εάν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ότι υπήρξε ουσιώδης μεταβολή στις επιχειρηματικές δραστηριότητες μιας επιχείρησης επενδύσεων, η οποία επηρεάζει το ποσό ενός σχετικού παράγοντα Κ, μπορούν να αναπροσαρμόσουν το αντίστοιχο ποσό σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD].

5.  Προκειμένου να διασφαλισθεί η ενιαία εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκπονεί σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για:

α)  τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με στόχο να καθορισθούν οι μέθοδοι μέτρησης των παραγόντων Κ που προβλέπονται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ·

β)  τη διευκρίνιση της έννοιας των διαχωρισμένων λογαριασμών για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού για τους όρους που διασφαλίζουν την προστασία των χρημάτων των πελατών σε περίπτωση πτώχευσης μιας επιχείρησης επενδύσεων·

γ)  προσαρμογή των συντελεστών K-DTF που αναφέρονται στον πίνακα 1 της παραγράφου 2 σε περίπτωση που, σε καταστάσεις ακραίων συνθηκών της αγοράς όπως αναφέρονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2017/578 της Επιτροπής, οι απαιτήσεις K-DTF φαίνονται υπερβολικά περιοριστικές και επιζήμιες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [12 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Παράγοντες Κ RtC

Άρθρο 16

Απαίτηση παράγοντα Κ RtC

Η απαίτηση του παράγοντα Κ RtC καθορίζεται με βάση τον ακόλουθο τύπο:

K-AUM + K-CMH + K-ASA + K-COH

όπου

α)  ο παράγοντας K-AUM ισούται με τα AUM όπως μετρούνται σύμφωνα με το άρθρο 17, πολλαπλασιαζόμενα επί τον αντίστοιχο συντελεστή που καθορίζεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2·

β)  ο παράγοντας K-CMH ισούται με τα CMH όπως μετρούνται σύμφωνα με το άρθρο 18, πολλαπλασιαζόμενα επί τον αντίστοιχο συντελεστή που καθορίζεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2·

γ)  ο παράγοντας K-ASA ισούται με τα ASA όπως μετρούνται σύμφωνα με το άρθρο 19, πολλαπλασιαζόμενα επί τον αντίστοιχο συντελεστή που καθορίζεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2·

δ)  ο παράγοντας K-COH ισούται με τις COH όπως μετρούνται σύμφωνα με το άρθρο 20, πολλαπλασιαζόμενες επί τον αντίστοιχο συντελεστή που καθορίζεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2·

Άρθρο 17

Μέτρηση των AUM για τους σκοπούς του υπολογισμού του παράγοντα K-AUM

1.  Για τους σκοπούς του υπολογισμού του παράγοντα K-AUM, τα AUM ισούνται με τον κυλιόμενο μέσο όρο της αξίας του συνόλου των μηνιαίων περιουσιακών στοιχείων υπό διαχείριση, μετρούμενης την τελευταία εργάσιμη ημέρα καθενός από τους προηγούμενους 15 ημερολογιακούς μήνες και μετατρεπόμενης στο νόμισμα λειτουργίας της οντότητας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, εξαιρουμένων των 3 πιο πρόσφατων μηνιαίων αξιών.

Τα AUM ισούνται με τον ▌ αριθμητικό μέσο των υπόλοιπων 12 μηνιαίων μετρήσεων.

Ο παράγοντας K-AUM υπολογίζεται κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα εκάστου ημερολογιακού μηνός.

2.  Εάν η επιχείρηση επενδύσεων έχει αναθέσει επισήμως την ▌διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων σε άλλη χρηματοπιστωτική οντότητα, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ▌ περιλαμβάνονται στο συνολικό ποσό των AUM υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Εάν άλλη χρηματοπιστωτική οντότητα έχει αναθέσει επισήμως την ▌διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων στην επιχείρηση επενδύσεων, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ▌ ▌ εξαιρούνται από το συνολικό ποσό των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 1.

▌Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων λειτουργεί διαχειριζόμενη περιουσιακά στοιχεία για διάστημα μικρότερο των 15 ημερολογιακών μηνών, ▌ή εάν έχει κάνει το ίδιο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων και τώρα υπερβαίνει το όριο για τα AUM, χρησιμοποιεί τα ιστορικά δεδομένα σχετικά με τα AUM για το χρονικό διάστημα της παραγράφου 1 μόλις καταστούν διαθέσιμα ▌ για τον υπολογισμό του παράγοντα K-AUM : Η αρμόδια αρχή μπορεί να αντικαθιστά τα ελλείποντα σημεία ιστορικών δεδομένων με κανονιστικές διαπιστώσεις που βασίζονται στις επιχειρηματικές προβλέψεις της επιχείρησης επενδύσεων, οι οποίες υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ▌.

Άρθρο 18

Μέτρηση των CMH για τους σκοπούς του υπολογισμού του παράγοντα K-CMH

1.  Για τους σκοπούς του υπολογισμού του παράγοντα K-CMH, τα CMH ισούνται με τον κυλιόμενο μέσο όρο της αξίας του συνόλου των ημερήσιων χρημάτων των πελατών υπό κατοχή, μετρούμενης στο τέλος κάθε εργάσιμης ημέρας κατά τους 9 προηγούμενους ημερολογιακούς μήνες, εξαιρουμένων των 3 πιο πρόσφατων ημερολογιακών μηνών.

Τα CMH ισούνται με τον ▌ αριθμητικό μέσο των ημερήσιων μετρήσεων από τους υπόλοιπους 6 ημερολογιακούς μήνες.

Ο παράγοντας K-CMH υπολογίζεται κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα εκάστου ημερολογιακού μηνός.

2.  Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων λειτουργεί κατέχοντας χρήματα πελατών για λιγότερο από 9 ημερολογιακούς μήνες, ▌χρησιμοποιεί τα ιστορικά δεδομένα των CMH για τη χρονική περίοδο της παραγράφου 1 μόλις καταστούν διαθέσιμα για τον υπολογισμό του παράγοντα K-CMH.

Η αρμόδια αρχή μπορεί να αντικαθιστά τα ελλείποντα σημεία ιστορικών δεδομένων με κανονιστικές διαπιστώσεις που βασίζονται στις επιχειρηματικές προβλέψεις της επιχείρησης επενδύσεων, οι οποίες υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ▌.

Άρθρο 19

Μέτρηση των ASA για τους σκοπούς του υπολογισμού του παράγοντα K-ASA

1.  Για τους σκοπούς του υπολογισμού του παράγοντα K-ASA, τα ASA ισούνται με τον κυλιόμενο μέσο όρο της αξίας του συνόλου των ημερήσιων περιουσιακών στοιχείων υπό φύλαξη και διαχείριση, μετρούμενης στο τέλος κάθε εργάσιμης ημέρας για τους 9 προηγούμενους ημερολογιακούς μήνες, εξαιρουμένων των 3 πιο πρόσφατων ημερολογιακών μηνών.

Τα ASA ισούνται με τον μέσο όρο ή τον απλό αριθμητικό μέσο των ημερήσιων μετρήσεων για τους υπόλοιπους 6 ημερολογιακούς μήνες.

Ο παράγοντας K-ASA υπολογίζεται κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα εκάστου ημερολογιακού μηνός.

2.  Σε περίπτωση που επιχείρηση επενδύσεων έχει αναθέσει επισήμως τα καθήκοντα φύλαξης και διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε άλλη χρηματοπιστωτική οντότητα, ή εάν άλλη χρηματοπιστωτική οντότητα έχει αναθέσει επισήμως τα συγκεκριμένα καθήκοντα στην επιχείρηση επενδύσεων, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται στο συνολικό ποσό των ASA, υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.  Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων λειτουργεί φυλάσσοντας και διαχειριζόμενη περιουσιακά στοιχεία για λιγότερο από ▌6 ημερολογιακούς μήνες, χρησιμοποιεί τα ιστορικά δεδομένα των ASA από τη χρονική περίοδο της παραγράφου 1 για τον υπολογισμό του παράγοντα K-ASA. Η αρμόδια αρχή μπορεί να αντικαθιστά τα ελλείποντα σημεία ιστορικών δεδομένων με κανονιστικές διαπιστώσεις που βασίζονται στις ▌ επιχειρηματικές προβλέψεις της επιχείρησης επενδύσεων, οι οποίες υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ▌.

Άρθρο 20

Μέτρηση των COH για τους σκοπούς του υπολογισμού του παράγοντα K-COH

1.  Για τους σκοπούς του υπολογισμού του παράγοντα K-COH, οι COH ισούνται με τον κυλιόμενο μέσο όρο της αξίας του συνόλου των ημερήσιων εκτελούμενων εντολών πελατών, μετρούμενης καθ’ όλη τη διάρκεια κάθε εργάσιμης ημέρας κατά τους 6 προηγούμενους ημερολογιακούς μήνες, εξαιρουμένων των 3 πιο πρόσφατων ημερολογιακών μηνών.

Οι COH ισούνται με τον ▌ αριθμητικό μέσο των ημερήσιων μετρήσεων για τους υπόλοιπους 3 ημερολογιακούς μήνες.

Ο παράγοντας K-COH υπολογίζεται κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα εκάστου μηνός.

2.  Οι COH μετρούνται ως το άθροισμα της απόλυτης τιμής των αγορών και της απόλυτης τιμής των πωλήσεων τόσο για συναλλαγές τοις μετρητοίς όσο και για παράγωγα σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α)  για συναλλαγές τοις μετρητοίς, η αξία είναι το ποσό που καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε σε κάθε συναλλαγή.

β)  για παράγωγα, η αξία της συναλλαγής είναι το ονομαστικό ποσό της σύμβασης.

Το ονομαστικό ποσό των παραγώγων επί επιτοκίων προσαρμόζεται για το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη (σε έτη) των εν λόγω συμβάσεων. Το ονομαστικό ποσό πολλαπλασιάζεται επί τη διάρκεια που καθορίζεται στον ακόλουθο τύπο:

Διάρκεια = το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη (σε έτη) / 10

Με την επιφύλαξη του πέμπτου εδαφίου, στις COH περιλαμβάνονται συναλλαγές που εκτελούνται από επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου για λογαριασμό επενδυτικών κεφαλαίων.

Οι COH περιλαμβάνουν συναλλαγές που προκύπτουν από επενδυτικές συμβουλές για τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων δεν υπολογίζει τον παράγοντα K-AUM.

Οι COH εξαιρούν τις συναλλαγές που διαχειρίζεται η επιχείρηση επενδύσεων και οι οποίες προκύπτουν από την εξυπηρέτηση του χαρτοφυλακίου επενδύσεων ενός πελάτη, όταν η επιχείρηση επενδύσεων υπολογίζει ήδη τον παράγοντα K-AUM για τις επενδύσεις του συγκεκριμένου πελάτη ή όταν η εν λόγω δραστηριότητα αφορά την ανάθεση της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στην επιχείρηση επενδύσεων που δεν συνεισφέρει στα AUM της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 2.

Στις COH δεν περιλαμβάνονται συναλλαγές που εκτελούνται από την επιχείρηση επενδύσεων στο δικό της όνομα είτε για την ίδια είτε για λογαριασμό πελάτη.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να εξαιρούν από τον υπολογισμό των COH τις εντολές που δεν έχουν εκτελεσθεί, εφόσον η εν λόγω μη εκτέλεση οφείλεται στην έγκαιρη ακύρωση της εντολής από τον πελάτη.

3.  Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων λειτουργεί εκτελώντας εντολές πελατών για διάστημα μικρότερο των 6 ημερολογιακών μηνών, ή εάν έχει κάνει το ίδιο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων, χρησιμοποιεί ▌ τα ιστορικά δεδομένα των COH για το χρονικό διάστημα της παραγράφου 1 μόλις καταστούν διαθέσιμα για τον υπολογισμό του παράγοντα K-COH. Η αρμόδια αρχή μπορεί να αντικαθιστά τα ελλείποντα σημεία ιστορικών δεδομένων με κανονιστικές διαπιστώσεις που βασίζονται στις▌ επιχειρηματικές προβλέψεις της επιχείρησης επενδύσεων, οι οποίες υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ▌.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Παράγοντες Κ RtM

Άρθρο 21

1.  Η απαίτηση του παράγοντα Κ RtM για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων που διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, είτε για την ίδια είτε για λογαριασμό πελάτη, ισούται είτε με τον παράγοντα K-NPR, υπολογιζόμενου σύμφωνα με το άρθρο 22, είτε με τον παράγοντα Κ-CMG, υπολογιζόμενου σύμφωνα με το άρθρο 23.

2.  Μια επιχείρηση επενδύσεων διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών της σύμφωνα με το τρίτο μέρος, τίτλος Ι, κεφάλαιο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

3.  Η απαίτηση του παράγοντα Κ RtM εφαρμόζεται για όλες τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, οι οποίες περιλαμβάνουν ιδίως θέσεις σε χρεωστικούς τίτλους (συμπεριλαμβανομένων των μέσων τιτλοποίησης), μετοχικούς τίτλους, οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων (ΟΣΕ), συνάλλαγμα και χρυσό, βασικά εμπορεύματα (συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων εκπομπών).

4.  Για τον υπολογισμό της απαίτησης του παράγοντα Κ RtM, η επιχείρηση επενδύσεων περιλαμβάνει άλλες θέσεις από τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, εφόσον αυτές συνεπάγονται κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος.

Άρθρο 22

Υπολογισμός του παράγοντα K-NPR

1.  Για τους σκοπούς του παράγοντα K-NPR, η κεφαλαιακή απαίτηση για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων που διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, είτε για την ίδια είτε για λογαριασμό πελάτη, υπολογίζονται χρησιμοποιώντας μία από τις ακόλουθες προσεγγίσεις:

α)  την [απλουστευμένη τυποποιημένη] προσέγγιση που προβλέπεται στα κεφάλαια 2 έως 4 του τίτλου IV του τρίτου μέρους του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ▌·

β)  την τυποποιημένη προσέγγιση που προβλέπεται στο [τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1(α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σύμφωνα με το άρθρο 1 σημείο 84) της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012]·

γ)  την προσέγγιση εσωτερικού υποδείγματος που προβλέπεται στο [τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1(β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σύμφωνα με το άρθρο 1 σημείο 84) της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012].

Άρθρο 23

Υπολογισμός του παράγοντα K-CMG

1.  Για τους σκοπούς του ▌ άρθρου 21 , η αρμόδια αρχή επιτρέπει σε επιχείρηση επενδύσεων να υπολογίζει τον παράγοντα Κ-CMG για όλες τις θέσεις που ▌ είναι υπό εκκαθάριση, ή σε βάση χαρτοφυλακίου όταν το σύνολο του χαρτοφυλακίου υπόκειται σε εκκαθάριση ή καθορισμό περιθωρίου, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η επιχείρηση επενδύσεων δεν ανήκει σε όμιλο ο οποίος περιλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα·

β)  η εκκαθάριση και ο διακανονισμός αυτών των συναλλαγών ▌πραγματοποιούνται υπό την ευθύνη εκκαθαριστικού μέλους αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου και το εν λόγω εκκαθαριστικό μέλος είναι πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων του άρθρου 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, οι δε συναλλαγές εκκαθαρίζονται κεντρικά σε αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ειδάλλως διακανονίζονται βάσει παράδοσης έναντι πληρωμής υπ’ ευθύνη του εν λόγω εκκαθαριστικού μέλους ·

γ)  ο υπολογισμός του συνολικού περιθωρίου που απαιτείται από ▌ το εκκαθαριστικό μέλος βασίζεται σε μοντέλο περιθωρίου του εκκαθαριστικού μέλους ▌ .

Η τακτική αξιολόγηση της αρμόδιας αρχής επιβεβαιώνει ότι αυτό το μοντέλο περιθωρίου οδηγεί σε απαιτήσεις περιθωρίου που αντικατοπτρίζουν τα χαρακτηριστικά κινδύνου των προϊόντων τα οποία εμπορεύεται η επιχείρηση επενδύσεων και λαμβάνει υπόψη το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της συλλογής των περιθωρίων ασφαλείας, της ρευστότητας της αγοράς και της πιθανότητας μεταβολών κατά τη διάρκεια της συναλλαγής.

Οι απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας είναι επαρκείς για την κάλυψη των ζημιών που ενδέχεται να προκύψουν από τουλάχιστον 99 % των κινήσεων των ανοιγμάτων εντός κατάλληλου χρονικού ορίζοντα, με περίοδο κατοχής τουλάχιστον δύο εργάσιμων ημερών. Τα υποδείγματα περιθωρίων ασφαλείας που χρησιμοποιούνται από το εν λόγω εκκαθαριστικό μέλος για τον υπολογισμό του περιθωρίου που αναφέρεται στο ανωτέρω στοιχείο γ) πρέπει να είναι πάντοτε σχεδιασμένα έτσι ώστε να επιτυγχάνουν παρόμοιο επίπεδο σύνεσης από εκείνο που απαιτείται από τις διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας του άρθρου 41 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

δ)  Η επιχείρηση επενδύσεων αποδεικνύει στην αρμόδια αρχή ότι η επιλογή του υπολογισμού του RtM με τον παράγοντα K-CMG δικαιολογείται με ορισμένα κριτήρια. Στα εν λόγω κριτήρια μπορεί να περιλαμβάνεται ο χαρακτήρας των κύριων δραστηριοτήτων της επιχείρησης που ουσιαστικά είναι εμπορικές δραστηριότητες υποκείμενες σε εκκαθάριση και καθορισμό περιθωρίων ασφαλείας υπό την ευθύνη εκκαθαριστικού μέλους, και το γεγονός ότι άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης επενδύσεων είναι επουσιώδεις σε σύγκριση με αυτές τις κύριες δραστηριότητες.

ε)  Η αρμόδια αρχή έχει εκτιμήσει ότι η επιλογή τού ή των χαρτοφυλακίων που υπόκεινται στον παράγοντα K-CMG δεν έγινε με σκοπό τη διευθέτηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων κατά τρόπο δυσανάλογο ή μη ορθό από άποψη συνετής διαχείρισης.

2.  Ο παράγοντας K-CMG ισούται με το τρίτο μεγαλύτερο ποσό του συνολικού περιθωρίου που ήταν καθημερινώς απαιτούμενο από το εκκαθαριστικό μέλος ή τον αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της επιχείρησης επενδύσεων κατά το προηγηθέν τρίμηνο, πολλαπλασιαζόμενο επί συντελεστή 1,3.

Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκπονεί σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό του υπολογισμού του ποσού του απαιτούμενου συνολικού περιθωρίου ασφαλείας και της μεθόδου υπολογισμού του παράγοντα Κ-CMG κατά την παράγραφο 2, ιδίως όταν ο παράγοντας K-CMG εφαρμόζεται σε βάση χαρτοφυλακίου, και τους όρους για την τήρηση των διατάξεων της παραγράφου 1 στοιχείο ε).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως ... [δώδεκα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Παράγοντες Κ Rtf

Άρθρο 24

Απαίτηση παράγοντα Κ RtF

1.  Η απαίτηση του παράγοντα Κ RtF καθορίζεται με βάση τον ακόλουθο τύπο:

K-TCD +K-DTF + K-CON

όπου

ο παράγοντας Κ-TCD ισούται με το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 26·

ο παράγοντας Κ-DTF ισούται με την DTF υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 33, πολλαπλασιαζόμενη επί τον αντίστοιχο συντελεστή που καθορίζεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 και

ο παράγοντας Κ-CON ισούται με το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 39.

Οι παράγοντες Κ-TCD και Κ-CON βασίζονται στις συναλλαγές που καταχωρίζονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων που διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, είτε για την ίδια είτε για λογαριασμό πελάτη.

Ο παράγοντας Κ-DTF βασίζεται στις συναλλαγές που καταχωρίζονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων που διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, είτε για την ίδια είτε για λογαριασμό πελάτη, και στις συναλλαγές τις οποίες πραγματοποιεί μια επιχείρηση επενδύσεων μέσω της εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών στο όνομά της.

Τμήμα I

Αθέτηση αντισυμβαλλομένου

Άρθρο 25

Πεδίο εφαρμογής

1.  Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στις ακόλουθες συμβάσεις και συναλλαγές ▌:

α)  συμβάσεις παραγώγων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εξαιρουμένων των ακόλουθων μέσων:

i)  συμβάσεις παραγώγων που εκκαθαρίζονται άμεσα ή έμμεσα μέσω ▌ κεντρικού αντισυμβαλλομένου ▌ εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  οι θέσεις και τα στοιχεία περιουσίας του επιχείρησης επενδύσεων που σχετίζονται με τις εν λόγω συναλλαγές διακρίνονται και διαχωρίζονται, σε επίπεδο τόσο εκκαθαριστικού μέλους όσο και κεντρικού αντισυμβαλλομένου, από τις θέσεις και τα στοιχεία περιουσίας τόσο του εκκαθαριστικού μέλους όσο και των υπολοίπων πελατών του εν λόγω εκκαθαριστικού μέλους και ως αποτέλεσμα αυτής της διάκρισης και αυτού του διαχωρισμού, οι σχετικές θέσεις και τα στοιχεία περιουσίας είναι απομακρυσμένα βάσει της εθνικής νομοθεσίας από τον κίνδυνο πτώχευσης σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης ή αφερεγγυότητας του εκκαθαριστικού μέλους ή ενός ή περισσοτέρων από τους υπόλοιπους πελάτες του εκκαθαριστικού μέλους·

β)  η σχετική νομοθεσία, οι κανονισμοί και οι συμβατικές ρυθμίσεις που εφαρμόζονται στο εκκαθαριστικό μέλος ή το δεσμεύουν διευκολύνουν τη μεταφορά των θέσεων του πελάτη που σχετίζονται με τις εν λόγω συμβάσεις και συναλλαγές και των αντίστοιχων εξασφαλίσεων σε άλλο εκκαθαριστικό μέλος εντός της εφαρμοστέας περιόδου κινδύνου περιθωρίου σε περίπτωση αθέτησης ή αφερεγγυότητας του αρχικού εκκαθαριστικού μέλους·

γ)  η επιχείρηση επενδύσεων έχει εξασφαλίσει ανεξάρτητη, γραπτή και αιτιολογημένη νομική γνωμοδότηση από την οποία προκύπτει ότι, σε περίπτωση προσφυγής, η επιχείρηση επενδύσεων δεν θα υφίστατο ζημία λόγω της αφερεγγυότητας του εκκαθαριστικού μέλους της ή οποιωνδήποτε πελατών του εκκαθαριστικού μέλους.

Οι συμβάσεις παραγώγων που εκκαθαρίζονται άμεσα ή έμμεσα μέσω αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου θεωρείται ότι πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις.

ii)  συμβάσεις χρηματιστηριακών παραγώγων·

iii)  συμβάσεις παραγώγων που διακρατούνται για αντιστάθμιση θέσης της επιχείρησης που προκύπτει από δραστηριότητα εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών·

β)  συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού·

γ)  συναλλαγές επαναγοράς·

δ)  συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων·

ε)  συναλλαγές δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης·

στ)  οποιοδήποτε άλλο είδος συναλλαγής χρηματοδότησης τίτλων·

ζ)  πιστώσεις και δάνεια που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Β σημείο 2) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, εάν η επιχείρηση εκτελεί την συναλλαγή επ’ ονόματι του πελάτη ή λαμβάνει και διαβιβάζει την εντολή χωρίς να την εκτελεί.

2.  Οι συναλλαγές με τα ακόλουθα είδη αντισυμβαλλομένων αποκλείονται από τον υπολογισμό του παράγοντα K-TCD:

α)  οι κεντρικές κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες, εφόσον τα υποκείμενα ανοίγματα θα λάμβαναν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 % κατά το άρθρο 114 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

β)  οι πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης που αναφέρονται στο άρθρο 117 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

γ)  οι διεθνείς οργανισμοί που αναφέρονται στο άρθρο 118 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

3.  Με την επιφύλαξη προηγούμενης έγκρισης από τις αρμόδιες αρχές, μια επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να εξαιρέσει από το πεδίο εφαρμογής υπολογισμού του παράγοντα K-TCD συναλλαγές με αντισυμβαλλόμενο που είναι η μητρική της επιχείρηση, θυγατρική της επιχείρηση, θυγατρική της μητρικής της επιχείρησης ή επιχείρηση που συνδέεται με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ. Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν έγκριση εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)  ο αντισυμβαλλόμενος είναι πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την επιφύλαξη των κατάλληλων απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας·

β)  ο αντισυμβαλλόμενος περιλαμβάνεται στην ίδια εποπτική ενοποίηση με την επιχείρηση επενδύσεων σε καθολική βάση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή με το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού ή ο αντισυμβαλλόμενος και η επιχείρηση επενδύσεων εποπτεύονται όσον αφορά τη συμμόρφωση με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού·

γ)  ο αντισυμβαλλόμενος υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες αξιολόγησης, μέτρησης και ελέγχου των κινδύνων με την επιχείρηση επενδύσεων·

δ)  ο αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος στο ίδιο κράτος μέλος με την επιχείρηση επενδύσεων·

ε)  δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου προς την επιχείρηση επενδύσεων.

4.  Κατά παρέκκλιση από το παρόν τμήμα, μια επιχείρηση επενδύσεων δύναται, με την επιφύλαξη της έγκρισης από την αρμόδια αρχή, να υπολογίσει την αξία ανοίγματος των συμβάσεων παραγώγων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και για τις συναλλαγές της παραγράφου1 στοιχεία β) έως στ) εφαρμόζοντας μία από τις μεθόδους [του τρίτου μέρους, τίτλος ΙΙ, κεφάλαιο 6, τμήματα 3, 4 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013], υπολογίζει δε τις σχετικές κεφαλαιακές απαιτήσεις πολλαπλασιάζοντας την αξία του ανοίγματος επί τον παράγοντα κινδύνου που ορίζεται ανά είδος αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με τον πίνακα 2 του άρθρου 26.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που περιλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το πρώτο μέρος, τίτλος ΙΙ, κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μπορούν να υπολογίζουν τη σχετική κεφαλαιακή απαίτηση πολλαπλασιάζοντας τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων, υπολογιζόμενα σύμφωνα με το τρίτο μέρος, τίτλος II, κεφάλαιο 2, τμήμα 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, επί 8 %.

5.  Όταν εφαρμόζεται η παρέκκλιση της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, οι επιχειρήσεις επενδύσεων εφαρμόζουν επίσης συντελεστή CVA πολλαπλασιάζοντας την κεφαλαιακή απαίτηση, υπολογιζόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, επί την CVA υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 32.

Αντί να εφαρμόσουν τον πολλαπλασιαστή συντελεστή CVA, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που περιλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το πρώτο μέρος, τίτλος ΙΙ, κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης σύμφωνα με το τρίτο μέρος, τίτλος VI του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Άρθρο 26

Υπολογισμός του παράγοντα K-TCD

Για τους σκοπούς του παράγοντα Κ-TCD, η κεφαλαιακή απαίτηση καθορίζεται με βάση τον ακόλουθο τύπο:

κεφαλαιακή απαίτηση = α * EV * RF * CVA

όπου: α = 1,2

EV = η αξία ανοίγματος υπολογισμένη σύμφωνα με το άρθρο 27

RF = ο παράγοντας κινδύνου ο οποίος καθορίζεται ανά είδος αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με τον πίνακα 2

CVA = η προσαρμογή της πιστωτικής αποτίμησης υπολογισμένη σύμφωνα με το άρθρο 32.

Πίνακας 2

Είδος αντισυμβαλλομένου

Παράγοντας κινδύνου

Κεντρικές κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες και οντότητες του δημόσιου τομέα

1,6%

Πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων

1,6%

Άλλοι αντισυμβαλλόμενοι

8%

Άρθρο 27

Υπολογισμός της αξίας ανοίγματος

Ο υπολογισμός της αξίας ανοίγματος πραγματοποιείται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Αξία ανοίγματος = Max (0· RC + PFE - C)

όπου:

RC = κόστος αντικατάστασης όπως ορίζεται στο άρθρο 28.

PFE = ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα όπως ορίζεται στο άρθρο 29· και

C = εξασφάλιση όπως ορίζεται στο άρθρο 30.

Το κόστος αντικατάστασης (RC) και η εξασφάλιση (C) εφαρμόζονται σε όλες τις συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 25.

Το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα (PFE) εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις παραγώγων▌.

Μια επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να υπολογίζει μία και μόνη αξία ανοίγματος σε επίπεδο συμψηφιστικού συνόλου για όλες τις συναλλαγές που καλύπτονται από συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 31. Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, η επιχείρηση επενδύσεων αντιμετωπίζει κάθε συναλλαγή σαν να ήταν το δικό της συμψηφιστικό σύνολο.

Άρθρο 28

Κόστος αντικατάστασης (RC)

Το κόστος αντικατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 27 καθορίζεται ως εξής:

α)  για τις συμβάσεις παραγώγων, το RC καθορίζεται ως η τρέχουσα αγοραία αξία (CMV)·

β)  για τις συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού, το RC καθορίζεται ως το ποσό του διακανονισμού μετρητών που πρέπει να καταβάλει ή να εισπράξει η επιχείρηση επενδύσεων κατά τον διακανονισμό. Οι απαιτήσεις αντιμετωπίζονται ως θετικό ποσό και οι υποχρεώσεις ως αρνητικό ποσό·

γ)  για τις πράξεις επαναγοράς και τις πράξεις δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων, το RC καθορίζεται ως το ▌ ποσό των μετρητών που δίνεται ή λαμβάνεται ως δάνειο ▌ . Τα μετρητά που δίνονται ως δάνειο από την επιχείρηση επενδύσεων αντιμετωπίζονται ως θετικό ποσό και τα μετρητά που δανείζεται η επιχείρηση επενδύσεων αντιμετωπίζονται ως αρνητικό ποσό·

δ)  για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων (SFT), όταν αμφότερα τα σκέλη της συναλλαγής είναι τίτλοι, το RC καθορίζεται από την τρέχουσα αγοραία αξία (CMV) του τίτλου που δίνεται ως δάνειο από την επιχείρηση επενδύσεων. Η τρέχουσα αγοραία αξία (CMV) προσαυξάνεται με την αντίστοιχη προσαρμογή μεταβλητότητας του πίνακα 4 του άρθρου 30·

ε)  για τις συναλλαγές δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης και τις πιστώσεις και τα δάνεια που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο ζ), το RC καθορίζεται από τη λογιστική αξία του στοιχείου ενεργητικού σύμφωνα με το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο.

Άρθρο 29

Ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα

1.  Το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα (PFE) που αναφέρεται στο άρθρο 27 υπολογίζεται για κάθε παράγωγο ▌ ως το γινόμενο:

α)  του πραγματικού ονομαστικού (ΕΝ) ποσού της συναλλαγής που καθορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 6 του παρόντος άρθρου· και

β)  του εποπτικού παράγοντα (SF) που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.

2.  Το πραγματικό ονομαστικό (ΕΝ) ποσό είναι το γινόμενο του ονομαστικού ποσού υπολογιζόμενου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, επί τη διάρκεια ▌ υπολογιζόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, επί τον εποπτικό συντελεστή δέλτα ▌ υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου.

3.  Το ονομαστικό ποσό, εκτός εάν δηλώνεται ρητά και καθορίζεται μέχρι τη λήξη, προσδιορίζεται ως εξής:

α)  για συμβάσεις παραγώγων επί συναλλάγματος, το ονομαστικό ποσό ορίζεται ως το ονομαστικό ποσό του συναλλαγματικού σκέλους της σύμβασης, κατόπιν μετατροπής στο εγχώριο νόμισμα. Εάν και τα δύο σκέλη ενός παραγώγου συναλλάγματος εκφράζονται σε νομίσματα άλλα από το εγχώριο νόμισμα, το ονομαστικό ποσό κάθε σκέλους μετατρέπεται στο εγχώριο νόμισμα και το σκέλος με τη μεγαλύτερη αξία στο εγχώριο νόμισμα είναι το ονομαστικό ποσό·

β)  για συμβάσεις παραγώγων επί μετοχών και επί εμπορευμάτων, δικαιώματα εκπομπής και παράγωγα αυτών, το ονομαστικό ποσό ορίζεται ως το γινόμενο της τιμής της αγοράς μίας μονάδας των μετοχών ή των εμπορευμάτων επί τον αριθμό των μονάδων που αναφέρονται στη συναλλαγή·

γ)  για συναλλαγές πολλαπλών αποδόσεων οι οποίες εξαρτώνται από την κατάσταση, συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών δικαιωμάτων προαίρεσης ή των προθεσμιακών συμβάσεων με δυνατότητα πρόωρης λήξης λόγω επίτευξης προκαθορισμένης απόδοσης (target redemption forwards), μια επιχείρηση επενδύσεων υπολογίζει το ονομαστικό ποσό για κάθε κατάσταση και χρησιμοποιεί το υψηλότερο ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό·

δ)  όταν το ονομαστικό ποσό είναι ένας μαθηματικός τύπος αγοραίων αξιών, η επιχείρηση επενδύσεων εισάγει τις τρέχουσες αγοραίες αξίες για τον προσδιορισμό του ονομαστικού ποσού της συναλλαγής·

ε)  για συμφωνίες ανταλλαγής μεταβλητού ονομαστικού κεφαλαίου, όπως οι συμφωνίες ανταλλαγής μειούμενου και αυξανόμενου κεφαλαίου, οι επιχειρήσεις επενδύσεων χρησιμοποιούν ως ονομαστικό ποσό της συναλλαγής το μέσο ονομαστικό ποσό κατά την εναπομένουσα διάρκεια της συμφωνίας ανταλλαγής·

στ)  οι μοχλευμένες συμφωνίες ανταλλαγής μετατρέπονται στο ονομαστικό ποσό της αντίστοιχης μη μοχλευμένης συμφωνίας ανταλλαγής, έτσι ώστε όταν όλα τα επιτόκια σε μια συμφωνία ανταλλαγής πολλαπλασιάζονται επί έναν συντελεστή, το δηλωμένο ονομαστικό ποσό πολλαπλασιάζεται με τον συντελεστή επί των επιτοκίων για τον καθορισμό του ονομαστικού ποσού·

ζ)  για σύμβαση παραγώγου με πολλαπλές ανταλλαγές κεφαλαίου, το ονομαστικό ποσό πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμό των ανταλλαγών κεφαλαίου στη σύμβαση παραγώγου για τον καθορισμό του ονομαστικού ποσού.

4.  Το ονομαστικό ποσό των συμβάσεων παραγώγων επί επιτοκίων και των συμβάσεων πιστωτικών παραγώγων για το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη (σε έτη) των συμβάσεων αυτών προσαρμόζεται ανάλογα με τη διάρκεια που προκύπτει από τον ακόλουθο τύπο:

Διάρκεια = (1 – exp (-0,05 * χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη)) / 0,05·

Για τις συμβάσεις παραγώγων, εκτός των συμβάσεων παραγώγων επί επιτοκίων και των συμβάσεων πιστωτικών παραγώγων, η διάρκεια είναι 1.

5.  Ως ημερομηνία λήξης της σύμβασης νοείται η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία είναι δυνατή η εκτέλεση της σύμβασης.

Εάν το παράγωγο αναφέρεται στην αξία ενός άλλου μέσου επιτοκίου ή πιστωτικού μέσου, το χρονικό διάστημα καθορίζεται με βάση το υποκείμενο μέσο.

Για τα δικαιώματα προαίρεσης, ως ημερομηνία λήξης νοείται η τελευταία συμβατική ημερομηνία άσκησης όπως προσδιορίζεται στη σύμβαση.

Για σύμβαση παραγώγου του οποίου η δομή είναι τέτοια ώστε σε συγκεκριμένες ημερομηνίες να γίνεται διακανονισμός τυχόν εκκρεμών ανοιγμάτων και να επανακαθορίζονται οι όροι προκειμένου η εύλογη αξία της σύμβασης να είναι μηδέν, η εναπομένουσα ληκτότητα είναι ίση με τον χρόνο που απομένει έως τον επόμενο επανακαθορισμό.

6.  Ο εποπτικός συντελεστής δέλτα δικαιωμάτων προαίρεσης και δικαιωμάτων προαίρεσης επί συμφωνιών ανταλλαγής μπορεί να υπολογίζεται από την ίδια την επιχείρηση επενδύσεων, με χρήση κατάλληλου υποδείγματος που υπόκειται στην έγκριση των αρμόδιων αρχών. Το υπόδειγμα εκτιμά τον ρυθμό μεταβολής της αξίας του δικαιώματος προαίρεσης σε σχέση με μικρές μεταβολές της αγοραίας τιμής του υποκείμενου μέσου. Για συναλλαγές εκτός των δικαιωμάτων προαίρεσης και δικαιωμάτων προαίρεσης επί συμφωνιών ανταλλαγής ή όταν δεν έχει εγκριθεί υπόδειγμα από τις αρμόδιες αρχές, ο συντελεστής δέλτα είναι 1▌.

7.  Ο εποπτικός παράγοντας (SF) για κάθε κατηγορία στοιχείων ενεργητικού καθορίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Πίνακας 3

Κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού

Εποπτικός παράγοντας

Επιτόκιο

0,5%

Συνάλλαγμα

4%

Πίστωση

1%

Μετοχικά προϊόντα μεμονωμένου πιστούχου

32%

Δείκτης μετοχών

20%

Βασικά εμπορεύματα και δικαιώματα εκπομπής

18%

Άλλα

32%

8.  Το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα ενός συμψηφιστικού συνόλου είναι το άθροισμα του ενδεχόμενου μελλοντικού ανοίγματος όλων των συναλλαγών που περιλαμβάνονται στο συμψηφιστικό σύνολο, πολλαπλασιαζόμενο επί:

α)  0,42 για συμψηφιστικά σύνολα συναλλαγών με χρηματοοικονομικούς και μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους για τα οποία οι εξασφαλίσεις ανταλλάσσονται διμερώς με τον αντισυμβαλλόμενο, εφόσον απαιτείται, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012·

β)  1, για λοιπά συμψηφιστικά σύνολα.

Άρθρο 30

Εξασφαλίσεις

1.  Όλες ▌ οι εξασφαλίσεις για αμφότερες ▌ τις διμερείς και τις εκκαθαριζόμενες συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 25, υπόκεινται σε προσαρμογές μεταβλητότητας σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Πίνακας 4

Κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού

Προσαρμογή μεταβλητότητας πράξεις επαναγοράς

Προσαρμογή μεταβλητότητας λοιπές πράξεις

Χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται από κεντρικές κυβερνήσεις ή κεντρικές τράπεζες

≤ 1 έτος

0,707%

1%

> 1 έτος ≤ 5 έτη

2,121%

3%

> 5 έτη

4,243%

6%

Χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται από άλλες οντότητες

≤ 1 έτος

1,414%

2%

> 1 έτος ≤ 5 έτη

4,243%

6%

> 5 έτη

8,485%

12%

Θέσεις τιτλοποίησης

≤ 1 έτος

2,828%

4%

> 1 έτος ≤ 5 έτη

8,485%

12%

> 5 έτη

16,970%

24%

Εισηγμένες μετοχές και μετατρέψιμα μέσα

14,143%

20%

Λοιποί τίτλοι και βασικά εμπορεύματα

17,678%

25%

Χρυσός

10,607%

15%

Μετρητά

0%

0%

Για τους σκοπούς του πίνακα 4, στις θέσεις τιτλοποίησης δεν περιλαμβάνονται θέσεις επανατιτλοποίησης.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αλλάζουν την προσαρμογή μεταβλητότητας για ορισμένα είδη βασικών εμπορευμάτων για τα οποία υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα μεταβλητότητας των τιμών. Ενημερώνουν την ΕΑΤ για τις αποφάσεις αυτές, καθώς και για τους λόγους των αλλαγών.

2.  Η αξία της εξασφάλισης προσδιορίζεται ως εξής:

α)  για τις συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχεία α), ε) και ζ), η εξασφάλιση προσδιορίζεται από το ποσό των εξασφαλίσεων που λαμβάνει η επιχείρηση επενδύσεων από τον αντισυμβαλλόμενό της μειωμένο σύμφωνα με τον πίνακα 4· και

β)  για τις συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ), δ) και στ), η εξασφάλιση προσδιορίζεται από το άθροισμα της τρέχουσας αγοραίας αξίας (CMV) του σκέλους των τίτλων και του καθαρού ποσού των εξασφαλίσεων που παρέχονται ή λαμβάνονται από την επιχείρηση επενδύσεων.

Για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων (SFT), όταν αμφότερα τα σκέλη της συναλλαγής είναι τίτλοι, η εξασφάλιση προσδιορίζεται από την τρέχουσα αγοραία αξία (CMV) του τίτλου που λαμβάνει ως δάνειο η επιχείρηση επενδύσεων.

Σε περίπτωση που η επιχείρηση επενδύσεων αγοράζει ή έχει δανείσει τον τίτλο, η CMV αντιμετωπίζεται ως αρνητικό ποσό και μειώνεται, σε ένα μεγαλύτερο αρνητικό ποσό, χρησιμοποιώντας την προσαρμογή μεταβλητότητας του πίνακα 4. Σε περίπτωση που η επιχείρηση επενδύσεων πωλεί ή έχει δανειστεί τον τίτλο, η CMV αντιμετωπίζεται ως θετικό ποσό και μειώνεται χρησιμοποιώντας την προσαρμογή μεταβλητότητας του πίνακα 4.

Όταν διαφορετικά είδη συναλλαγών καλύπτονται από συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού, με την επιφύλαξη των όρων του άρθρου 31, οι εφαρμοστέες προσαρμογές μεταβλητότητας για «λοιπές πράξεις» του πίνακα 4 εφαρμόζονται στα αντίστοιχα ποσά που υπολογίζονται βάσει των στοιχείων α) και β) με βάση τον εκδότη εντός κάθε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού.

3.  Σε περίπτωση νομισματικής αναντιστοιχίας μεταξύ της συναλλαγής και της ληφθείσας ή χορηγηθείσας εξασφάλισης, εφαρμόζεται πρόσθετη προσαρμογή μεταβλητότητας λόγω νομισματικής αναντιστοιχίας της τάξης του 8 %.

Άρθρο 31

Συμψηφισμός

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, μια επιχείρηση επενδύσεων, πρώτον, μπορεί να αντιμετωπίζει τις πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους συμβάσεις που περιλαμβάνονται σε συμφωνία συμψηφισμού ως μία σύμβαση με ονομαστικό ποσό ισοδύναμο προς τις καθαρές εισροές, δεύτερον, μπορεί να συμψηφίζει άλλες συναλλαγές υπό την προϋπόθεση ανανέωσης οφειλής βάσει της οποίας όλες οι υποχρεώσεις μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων και του αντισυμβαλλομένου της συγχωνεύονται αυτομάτως κατά τρόπο ώστε η ανανέωση να υποκαθιστά νομικά ένα ενιαίο καθαρό ποσό για τις προηγούμενες ακαθάριστες υποχρεώσεις, και, τρίτον, μπορεί να συμψηφίζει άλλες συναλλαγές στο πλαίσιο των οποίων η επιχείρηση επενδύσεων διασφαλίζει ▌ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  η σύναψη σύμβασης συμψηφισμού με τον αντισυμβαλλόμενο ή άλλης συμφωνίας η οποία γεννά ενιαία νομική υποχρέωση περιέχουσα το σύνολο των καλυπτόμενων συναλλαγών, ούτως ώστε η επιχείρηση επενδύσεων να έχει δικαίωμα να λάβει ή υποχρέωση να καταβάλει μόνο το καθαρό αλγεβρικό άθροισμα των θετικών και αρνητικών αγοραίων αξιών στις οποίες αποτιμώνται οι καλυπτόμενες επιμέρους συναλλαγές σε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

i)  αθέτηση,

ii)  πτώχευση,

iii)  εκκαθάριση,

iv)  παρόμοιες περιστάσεις.

β)  η σύμβαση συμψηφισμού δεν περιέχει ρήτρα σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση αθέτησης από έναν αντισυμβαλλόμενο επιτρέπεται στον συμβαλλόμενο που εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του να προβαίνει σε περιορισμένες μόνο καταβολές ή σε καμία καταβολή προς την περιουσία του περιελθόντος σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του αντισυμβαλλομένου, ακόμα και αν ο τελευταίος είναι καθαρός πιστωτής·

γ)  η επιχείρηση επενδύσεων έχει εξασφαλίσει ανεξάρτητη, γραπτή και αιτιολογημένη νομική γνωμοδότηση από την οποία προκύπτει ότι, σε περίπτωση νομικής αμφισβήτησης της σύμβασης συμψηφισμού, οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις της επιχείρησης επενδύσεων θα είναι ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο στοιχείο α) υπό το ακόλουθο νομικό καθεστώς:

–  το δίκαιο του κράτους στο οποίο έχει συσταθεί ο αντισυμβαλλόμενος·

–  στην περίπτωση που συμμετέχει αλλοδαπό υποκατάστημα αντισυμβαλλομένου, το δίκαιο του κράτους στο οποίο βρίσκεται το υποκατάστημα·

–  το δίκαιο του κράτους που διέπει τις επιμέρους συναλλαγές που περιλαμβάνονται στη σύμβαση συμψηφισμού· ή

–  το δίκαιο που διέπει συμβάσεις ή συμφωνίες που απαιτούνται για την πραγματοποίηση του συμβατικού συμψηφισμού.

Άρθρο 32

Προσαρμογή πιστωτικής αποτίμησης (CVA)

Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, ως «CVA» νοείται η προσαρμογή της αποτίμησης ενός χαρτοφυλακίου συναλλαγών με έναν αντισυμβαλλόμενο στη μέση αγοραία αξία του. Η εν λόγω προσαρμογή αντικατοπτρίζει την τρέχουσα αγοραία αξία του πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου για την επιχείρηση επενδύσεων αλλά δεν αντικατοπτρίζει την τρέχουσα αγοραία αξία του πιστωτικού κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων για τον αντισυμβαλλόμενο.

Η CVA είναι 1,5 για όλες τις συναλλαγές εκτός από τις ακόλουθες, για τις οποίες η CVA είναι 1:

α)  συναλλαγές με μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 9) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή με μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους εγκατεστημένους σε τρίτη χώρα, εφόσον οι εν λόγω συναλλαγές δεν υπερβαίνουν το κατώφλι εκκαθάρισης που καθορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφοι 3 και 4 του εν λόγω κανονισμού·

β)  εντός ομίλου συναλλαγές όπως ορίζονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

γ)  συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού·

δ)  συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων (SFT), συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης, εκτός εάν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι τα ανοίγματα σε κίνδυνο CVA της επιχείρησης επενδύσεων που προκύπτουν από τις συναλλαγές αυτές είναι σημαντικά·

ε)  πιστώσεις και δάνεια που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο ζ).

Τμήμα ΙΙ

Ημερήσια ροή συναλλαγών

Άρθρο 33

Μέτρηση της ημερήσιας ροής συναλλαγών (DTF) για τους σκοπούς του υπολογισμού του παράγοντα K-DTF

1.  Για τους σκοπούς του υπολογισμού του παράγοντα K-DTF, η DTF ισούται με τον κυλιόμενο μέσο όρο της αξίας της συνολικής ημερήσιας ροής συναλλαγών, μετρούμενης καθ’ όλη τη διάρκεια κάθε εργάσιμης ημέρας κατά τους 9 προηγούμενους ημερολογιακούς μήνες, εξαιρουμένων των 3 πιο πρόσφατων ημερολογιακών μηνών.

Η DTF ισούται με τον μέσο όρο ή τον απλό αριθμητικό μέσο των ημερήσιων μετρήσεων για τους υπόλοιπους 6 ημερολογιακούς μήνες.

Ο παράγοντας K-DTF υπολογίζεται την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα.

2.  Η DTF μετράται ως το άθροισμα της απόλυτης τιμής των αγορών και της απόλυτης τιμής των πωλήσεων τόσο για συναλλαγές σε μετρητά όσο και για παράγωγα σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α)  για συναλλαγές σε μετρητά, η αξία είναι το ποσό που καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε σε κάθε συναλλαγή.

β)  για παράγωγα, η αξία της συναλλαγής είναι το ονομαστικό ποσό της σύμβασης.

Το ονομαστικό ποσό των παραγώγων επί επιτοκίων προσαρμόζεται για το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη (σε έτη) των εν λόγω συμβάσεων. Το ονομαστικό ποσό πολλαπλασιάζεται επί τη διάρκεια που καθορίζεται στον ακόλουθο τύπο:

Διάρκεια = το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη (σε έτη) / 10

3.  Στην DTF δεν περιλαμβάνονται συναλλαγές που εκτελούνται από μια επιχείρηση επενδύσεων με σκοπό την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου για λογαριασμό επενδυτικών κεφαλαίων.

Στην DTF περιλαμβάνονται συναλλαγές που εκτελούνται από μια επιχείρηση επενδύσεων στο δικό της όνομα είτε για την ίδια είτε για λογαριασμό πελάτη.

4.  Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων λειτουργεί και έχει ημερήσια ροή συναλλαγών για λιγότερο από 9 ημερολογιακούς μήνες, χρησιμοποιεί τα ιστορικά δεδομένα της DTF από τη χρονική περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αμέσως μόλις καταστούν διαθέσιμα,▌ για τον υπολογισμό του παράγοντα K-DTF ▌. Η αρμόδια αρχή μπορεί να αντικαθιστά τα ελλείποντα σημεία ιστορικών δεδομένων με κανονιστικές διαπιστώσεις που βασίζονται στις επιχειρηματικές προβλέψεις της επιχείρησης επενδύσεων, οι οποίες υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ▌.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Άρθρο 34

Προληπτική μεταχείριση στοιχείων ενεργητικού που εκτίθενται σε δραστηριότητες συνδεόμενες με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς σκοπούς

1.  Μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ, η ΕΑΤ αξιολογεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα και τα πορίσματα της ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για τη βιώσιμη χρηματοδότηση, που έχει συσταθεί από την Επιτροπή, κατά πόσον θα ήταν δικαιολογημένη, από την άποψη της προληπτικής εποπτείας, μια ειδική προληπτική μεταχείριση των στοιχείων ενεργητικού που εκτίθενται σε δραστηριότητες συνδεόμενες ουσιωδώς με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους, υπό τη μορφή προσαρμοσμένων παραγόντων Κ ή προσαρμοσμένων συντελεστών Κ. Ειδικότερα, η ΕΑΤ εξετάζει τα ακόλουθα στοιχεία:

α)  μεθοδολογικές επιλογές για την αξιολόγηση ανοιγμάτων των κατηγοριών στοιχείων ενεργητικού σε δραστηριότητες που συνδέονται ουσιωδώς με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους·

β)  ειδικά προφίλ κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού που εκτίθενται σε δραστηριότητες συνδεόμενες ουσιωδώς με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους·

γ)  κινδύνους που σχετίζονται με την απομείωση στοιχείων ενεργητικού λόγω ρυθμιστικών αλλαγών, π.χ. σε σχέση με τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής·

δ)  την επίδραση που ενδέχεται να έχει στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα η ειδική προληπτική μεταχείριση των στοιχείων ενεργητικού που εκτίθενται σε δραστηριότητες συνδεόμενες ουσιωδώς με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους.

2.  Η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση με τα πορίσματά της στην Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις … [δύο έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

3.  Βάσει της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή υποβάλλει, εάν κρίνεται σκόπιμο, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

Άρθρο 35

Υποχρέωση παρακολούθησης

1.  Μια επιχείρηση επενδύσεων παρακολουθεί και ελέγχει τον κίνδυνο συγκέντρωσής της σύμφωνα με το παρόν μέρος, με τη χρήση ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών και αξιόπιστων μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου.

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος μέρους, οι όροι «πιστωτικό ίδρυμα» και «επιχείρηση επενδύσεων» περιλαμβάνουν επίσης ιδιωτικές ή δημόσιες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, οι οποίες, εάν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση, θα αποτελούσαν πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στον παρόντα κανονισμό και έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα η οποία εφαρμόζει προληπτικές εποπτικές και κανονιστικές απαιτήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που εφαρμόζονται στην Ένωση.

Άρθρο 36

Υπολογισμός της αξίας ανοίγματος

1.  Μια επιχείρηση επενδύσεων που δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 υπολογίζει την αξία ανοίγματος έναντι πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών για τους σκοπούς του παρόντος μέρους, αθροίζοντας τα ακόλουθα στοιχεία:

α)  Τη θετική αξία κατά την οποία οι θετικές θέσεις μιας επιχείρησης επενδύσεων υπερβαίνουν τις αρνητικές θέσεις της σε όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ▌ που εκδίδονται από τον εν λόγω πελάτη· η καθαρή θέση κάθε μέσου υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως γ).

Μια επιχείρηση επενδύσεων η οποία, για τους σκοπούς της απαίτησης του παράγοντα Κ RtM, υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με την προσέγγιση που ορίζεται στο άρθρο 23, υπολογίζει την καθαρή θέση για τον σκοπό του κινδύνου συγκέντρωσης των εν λόγω θέσεων σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχείο α).

β)  Την αξία ανοίγματος των συναλλαγών που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 με τον εν λόγω πελάτη, υπολογιζόμενη με την μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 27.

Μια επιχείρηση επενδύσεων η οποία, για τους σκοπούς του K-TCD, υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις εφαρμόζοντας τις μεθόδους που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2, υπολογίζει την αξία ανοίγματος αυτών των συναλλαγών εφαρμόζοντας τις μεθόδους που ορίζονται στα [τμήματα 3, 4 ή 5, κεφάλαιο 6, τίτλος II, μέρος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013].

2.  Η ▌αξία ανοίγματος έναντι ομάδας συνδεδεμένων πελατών υπολογίζεται ▌αθροίζοντας▌ τα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι των μεμονωμένων πελατών εντός της ομάδας, τα οποία αντιμετωπίζονται ως ενιαίο άνοιγμα.

3.  Κατά τον υπολογισμό των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων έναντι πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών, μια επιχείρηση επενδύσεων λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα για τον προσδιορισμό των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού στις σχετικές συναλλαγές και του αντισυμβαλλόμενου των υποκείμενων ανοιγμάτων.

Άρθρο 37

Όρια του κινδύνου συγκέντρωσης και υπέρβαση της αξίας ανοίγματος

1.  Για μια επιχείρηση επενδύσεων, το όριο του κινδύνου συγκέντρωσης μιας αξίας ανοίγματος έναντι μεμονωμένου πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών είναι το 25 % των ιδίων κεφαλαίων της.

Εφόσον ο εν λόγω μεμονωμένος πελάτης είναι πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων, ή εφόσον η ομάδα συνδεδεμένων πελατών περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων, το όριο του κινδύνου συγκέντρωσης είναι το 25 % των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων ή το ποσό των 150 εκατ. EUR, όποιο από τα δύο αυτά ποσά είναι μεγαλύτερο, ▌υπό τον όρο ότι, για το άθροισμα των αξιών ανοιγμάτων, έναντι όλων των συνδεδεμένων πελατών που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων ▌, το όριο του κινδύνου συγκέντρωσης παραμένει στο 25 % των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων.

Εάν το ποσό των 150 εκατ. EUR είναι υψηλότερο από το 25 % των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων, το όριο του κινδύνου συγκέντρωσης δεν πρέπει να υπερβαίνει το 100 % των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων.

2.  Σε περίπτωση υπέρβασης των ορίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ▌, η επιχείρηση επενδύσεων πληροί την υποχρέωση γνωστοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 38 και πληροί την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την υπέρβαση της αξίας ανοίγματος ▌σύμφωνα με το άρθρο 39.

Μια επιχείρηση επενδύσεων υπολογίζει την υπέρβαση της αξίας ανοίγματος έναντι μεμονωμένου πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

υπέρβαση αξίας ανοίγματος = EV– L

όπου:

EV = αξία ανοίγματος υπολογιζόμενη σύμφωνα με την μέθοδο που ορίζεται στο άρθρο 36.

L = όριο του κινδύνου συγκέντρωσης, όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.  Η αξία ανοίγματος έναντι μεμονωμένου πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών δεν υπερβαίνει:

α)  το 500 % των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων, σε περίπτωση παρέλευσης 10 το πολύ ημερών από την πραγματοποίηση της υπέρβασης ▌·

β)  συνολικά, το 600 % των ▌ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων, για κάθε υπέρβαση που διαρκεί περισσότερο από 10 ημέρες ▌.

Άρθρο 38

Υποχρέωση γνωστοποίησης

1.  Σε περίπτωση υπέρβασης των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 37, ▌ μια επιχείρηση επενδύσεων γνωστοποιεί αμελλητί στις αρμόδιες αρχές το ποσό της υπέρβασης, το όνομα του εκάστοτε μεμονωμένου πελάτη και, κατά περίπτωση, το όνομα της εκάστοτε ομάδας συνδεδεμένων πελατών.

2.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να χορηγούν στην επιχείρηση επενδύσεων περιορισμένο χρονικό διάστημα για τη συμμόρφωσή της με το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 37 ▌.

Άρθρο 39

Υπολογισμός του παράγοντα K-CON

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση του παράγοντα Κ-CON ισούται με το συνολικό ποσό της κεφαλαιακής απαίτησης που υπολογίζεται για κάθε πελάτη ή ομάδα συνδεδεμένων πελατών ως η κεφαλαιακή απαίτηση της κατάλληλης σειράς της στήλης 1 του πίνακα 6 η οποία αντιστοιχεί σε μέρος της συνολικής μεμονωμένης υπέρβασης πολλαπλασιαζόμενης επί:

α)  200 % εάν η υπέρβαση δεν έχει διαρκέσει περισσότερο από 10 ημέρες ▌·

β)  τον αντίστοιχο συντελεστή της στήλης 2 του πίνακα 6, μετά την παρέλευση της περιόδου των 10 ημερών, η οποία υπολογίζεται από την ημερομηνία πραγματοποίησης της υπέρβασης, καταλογίζοντας κάθε ποσοστό της υπέρβασης στην κατάλληλη σειρά της στήλης 1 του πίνακα 6.

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για την υπέρβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

20190416-P8_TA-PROV(2019)0378_EL-p0000006.png

όπου:

CRE = κεφαλαιακή απαίτηση για την υπέρβαση.

CR = κεφαλαιακή απαίτηση των ανοιγμάτων έναντι μεμονωμένου πελάτη ή ομάδων συνδεδεμένων πελατών, που υπολογίζεται αθροίζοντας τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των ανοιγμάτων έναντι των μεμονωμένων πελατών εντός της ομάδας, τα οποία αντιμετωπίζονται ως ενιαίο άνοιγμα.

EV = αξία ανοίγματος υπολογιζόμενη σύμφωνα με την μέθοδο που ορίζεται στο άρθρο 36.

EVE = υπέρβαση της αξίας ανοίγματος υπολογιζόμενη σύμφωνα με την μέθοδο που ορίζεται στο άρθρο 37 παράγραφος 2.

Για τους σκοπούς του παράγοντα K-CON, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις των ανοιγμάτων που προκύπτουν από τη θετική αξία κατά την οποία οι θετικές θέσεις μιας επιχείρησης επενδύσεων υπερβαίνουν τις αρνητικές θέσεις της σε όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που εκδίδονται από τον εν λόγω πελάτη, όπου η καθαρή θέση κάθε μέσου υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως γ), περιλαμβάνουν μόνον απαιτήσεις ειδικού κινδύνου.

Μια επιχείρηση επενδύσεων η οποία, για τους σκοπούς της απαίτησης του παράγοντα Κ RtM, υπολογίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με την προσέγγιση που ορίζεται στο άρθρο 23, υπολογίζει την κεφαλαιακή απαίτηση του ανοίγματος για τον σκοπό του κινδύνου συγκέντρωσης των εν λόγω θέσεων σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Πίνακας 6

Στήλη 1:

Υπέρβαση της αξίας ανοίγματος ως ποσοστό ιδίων κεφαλαίων

Στήλη 2:

Συντελεστές

Τμήμα έως 40 %

200 %

Από 40 % έως 60 %

300 %

Από 60 % έως 80 %

400 %

Από 80 % έως 100 %

500 %

Από 100 % έως 250 %

600 %

Τμήμα άνω του 250 %

900 %

Άρθρο 40

Διαδικασίες που αποτρέπουν την αποφυγή της κεφαλαιακής απαίτησης του παράγοντα K-CON από τις επιχειρήσεις επενδύσεων

1.  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν μεταφέρουν προσωρινά τα ανοίγματα που υπερβαίνουν το όριο του άρθρου 37 παράγραφος 1 σε άλλη εταιρεία, είτε ανήκουσα στον ίδιο όμιλο είτε όχι, ούτε πραγματοποιούν εικονικές συναλλαγές ώστε να καλύψουν το άνοιγμα κατά την περίοδο των 10 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 39 και να δημιουργήσουν νέο άνοιγμα.

2.  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων διατηρούν συστήματα με τα οποία διασφαλίζεται η άμεση ενημέρωση των αρμόδιων αρχών για οποιαδήποτε μεταφορά που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 41

Εξαιρέσεις

1.  Τα παρακάτω ανοίγματα εξαιρούνται από τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 37:

α)  ανοίγματα ▌που αφαιρούνται εξ ολοκλήρου από τα ίδια κεφάλαια μιας επιχείρησης επενδύσεων·

β)  ▌ ανοίγματα που έχουν προκύψει κατά τη συνήθη διαδικασία διακανονισμού υπηρεσιών πληρωμών, συναλλαγών σε ξένο νόμισμα, συναλλαγών σε τίτλους και παροχής υπηρεσιών μεταβίβασης χρημάτων·

γ)  ανοίγματα που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι ▌:

i)  ▌κεντρικών κυβερνήσεων, κεντρικών τραπεζών, οντοτήτων του δημόσιου τομέα, διεθνών οργανισμών ή πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης (ΠΤΑ) και ανοίγματα έναντι ή καλυπτόμενα από την εγγύηση αυτών των οντοτήτων, εφόσον τα ανοίγματα αυτά λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 % σύμφωνα με τα άρθρα 114 έως 118 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

ii)   ▌περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών κρατών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ)·

iii)  ανοιγμάτων και εισφορών στο κεφάλαιο εκκαθάρισης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

2.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαιρούν, εν όλω ή εν μέρει, από την εφαρμογή του άρθρου 37, τα ακόλουθα ανοίγματα:

α)  καλυμμένα ομόλογα·

β)  ανοίγματα που αναλαμβάνει η επιχείρηση επενδύσεων έναντι της μητρικής της επιχείρησης, των άλλων θυγατρικών της μητρικής επιχείρησης ή των δικών της θυγατρικών, εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές υπόκεινται στην εποπτεία - είτε σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή με το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού, είτε σε εποπτεία της συμμόρφωσης με την δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού - στην οποία υπόκειται η ίδια η επιχείρηση επενδύσεων, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή με ισοδύναμα πρότυπα που ισχύουν σε τρίτη χώρα, και εφόσον ισχύουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)  δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση· και

ii)  οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων περιλαμβάνουν την οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Άρθρο 42

Εξαίρεση για διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής

1.  Οι διατάξεις του παρόντος μέρους δεν εφαρμόζονται σε διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις ▌:

α)  ο άλλος αντισυμβαλλόμενος είναι μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος·

β)  αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε διαδικασίες ενδεδειγμένης κεντρικής αξιολόγησης κινδύνων, μέτρησης και ελέγχου·

γ)  η συναλλαγή μπορεί να θεωρηθεί ότι μειώνει τους κινδύνους που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα ή τη δραστηριότητα χρηματοδότησης του μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου ή του συγκεκριμένου ομίλου.

2.  Μια επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει την αρμόδια αρχή προτού κάνει χρήση της απαλλαγής που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ

ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ

Άρθρο 43

Απαίτηση ρευστότητας

1.  Μια επιχείρηση επενδύσεων διατηρεί ρευστά στοιχεία ενεργητικού το ποσό των οποίων αντιστοιχεί τουλάχιστον στο ένα τρίτο των απαιτήσεων παγίων εξόδων που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 από την εφαρμογή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου και ενημερώνουν δεόντως την ΕΑΤ.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού νοούνται οποιαδήποτε από τα ακόλουθα, χωρίς περιορισμούς ως προς τη σύνθεσή τους:

α)  τα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στα άρθρα 10 έως 13 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής, υπό τους ίδιους όρους (κριτήρια επιλεξιμότητας, εφαρμοστέα ποσοστά περικοπής) που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα·

β)  τα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 15 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής, μέχρι το απόλυτο ποσό των 50 εκατομμυρίων EUR (ή το αντίστοιχο ποσό σε εγχώριο νόμισμα), υπό τους ίδιους όρους (κριτήρια επιλεξιμότητας εκτός από το κατώτατο όριο των 500 εκατομμυρίων EUR που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61, εφαρμοστέα ποσοστά περικοπής) που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο·

γ)  χρηματοοικονομικά μέσα που δεν καλύπτονται από τα στοιχεία α) και β) και αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπο διαπραγμάτευσης για τα οποία υπάρχει ρευστή αγορά, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 17) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και στα άρθρα 1 έως 5 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2017/567 της Επιτροπής, με την επιφύλαξη περικοπής 55 %·

δ)  οι μη βεβαρημένες βραχυπρόθεσμες καταθέσεις σε πιστωτικό ίδρυμα που δίνουν στην επιχείρηση επενδύσεων άμεση πρόσβαση σε ρευστότητα·

2.  Μετρητά, βραχυπρόθεσμες καταθέσεις ή χρηματοοικονομικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες, ακόμη και αν τηρούνται στο όνομα της επιχείρησης επενδύσεων, δεν λογίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τους σκοπούς της παραγράφου 1.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, μια επιχείρηση επενδύσεων που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 και μια επιχείρηση επενδύσεων που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 αλλά δεν ασκεί καμία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία 3) και 6) του τμήματος Α του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, μπορεί επίσης να περιλαμβάνει στα ρευστά στοιχεία ενεργητικού της απαιτήσεις από εμπορικούς οφειλέτες και αμοιβές ή προμήθειες που είναι εισπρακτέες εντός 30 ημερών, εφόσον τα εισπρακτέα αυτά ποσά συμμορφώνονται με τους ακόλουθους όρους:

α)  αντιστοιχούν το πολύ στο ένα τρίτο κατ’ ανώτατο όριο των ελάχιστων απαιτήσεων ρευστότητας που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)  δεν συνυπολογίζονται σε τυχόν πρόσθετες απαιτήσεις ρευστότητας που επιβάλλονται από την αρμόδια αρχή για ειδικούς ανά επιχείρηση κινδύνους σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο ια) της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD]·

γ)  υπόκεινται σε περικοπή της τάξης του 50 %.

4.  Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1, η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές που προσδιορίζουν περαιτέρω τα κριτήρια τα οποία οι αρμόδιες αρχές μπορούν να λαμβάνουν υπόψη όταν απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 από την απαίτηση ρευστότητας.

Άρθρο 44

Προσωρινή μείωση της απαίτησης ρευστότητας

1.  Μια επιχείρηση επενδύσεων μπορεί, σε εξαιρετικές περιστάσεις, και μετά από έγκριση της αρμόδιας αρχής, να μειώσει το ποσό των τηρούμενων ρευστών στοιχείων ενεργητικού. ▌

2.  Η συμμόρφωση με την απαίτηση ρευστότητας που προβλέπεται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 αποκαθίσταται εντός 30 ημερών από την αρχική μείωση.

Άρθρο 45

Εγγυήσεις προς τους πελάτες

Μια επιχείρηση επενδύσεων αυξάνει τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού της κατά 1,6 % του συνολικού ποσού των εγγυήσεων που παρέχονται σε πελάτες.

ΕΚΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

Άρθρο 46

Πεδίο εφαρμογής

1.  Μια επιχείρηση επενδύσεων που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 δημοσιοποιεί τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στο παρόν μέρος την ίδια ημέρα κατά την οποία δημοσιεύει τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της.

2.  Μια επιχείρηση επενδύσεων που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 και εκδίδει πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 δημοσιοποιεί τις πληροφορίες που ορίζονται στα άρθρα 47, 49 και 50 την ίδια ημέρα κατά την οποία δημοσιεύει τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της.

3.  Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί πλέον όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1, δημοσιοποιεί τις πληροφορίες που ορίζονται στο παρόν μέρος από το οικονομικό έτος που έπεται του οικονομικού έτους κατά το οποίο δεν πληρούνται πλέον οι εν λόγω προϋποθέσεις.

4.  Μια επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να προσδιορίζει το κατάλληλο μέσο και τον τόπο για την αποτελεσματική συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2. Στο μέτρο του δυνατού, όλες οι δημοσιοποιήσεις πραγματοποιούνται με τα ίδια μέσα ή στον ίδιο τόπο. Εάν η ίδια ή παρόμοια πληροφορία δημοσιοποιείται σε δύο ή περισσότερα μέσα, σε καθένα από τα μέσα αυτά περιλαμβάνεται αναφορά στην αντίστοιχη πληροφορία που δημοσιοποιείται στο άλλο μέσο.

Άρθρο 47

Στόχοι και πολιτικές διαχείρισης κινδύνων

Μια επιχείρηση επενδύσεων δημοσιοποιεί τους στόχους και τις πολιτικές της για τη διαχείριση κινδύνων για κάθε χωριστή κατηγορία κινδύνου που αναφέρεται στο τρίτο έως πέμπτο μέρος σύμφωνα με το άρθρο 46, συμπεριλαμβανομένης περίληψης των στρατηγικών και διαδικασιών διαχείρισης των κινδύνων αυτών και δήλωσης κινδύνου εγκεκριμένης από το διοικητικό όργανο, στην οποία περιγράφεται με συντομία το συνολικό προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων που σχετίζεται με την επιχειρηματική στρατηγική.

Άρθρο 48

Διακυβέρνηση

Μια επιχείρηση επενδύσεων δημοσιοποιεί τις κατωτέρω πληροφορίες σχετικά με τις ρυθμίσεις εσωτερικής διακυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 46:

α)  τον αριθμό των θέσεων στο ΔΣ που κατέχουν τα μέλη του διοικητικού οργάνου,

β)  την πολιτική πολυμορφίας όσον αφορά την επιλογή των μελών του διοικητικού οργάνου, τους γενικούς και τους ειδικούς στόχους της ως άνω πολιτικής, και τον βαθμό στον οποίο έχουν επιτευχθεί οι εν λόγω στόχοι,

γ)  εάν η επιχείρηση επενδύσεων έχει συστήσει χωριστή επιτροπή κινδύνου και πόσες φορές έχει συγκληθεί σε ετήσια βάση η εν λόγω επιτροπή.

Άρθρο 49

Ίδια κεφάλαια

1.  Μια επιχείρηση επενδύσεων δημοσιοποιεί τις κατωτέρω πληροφορίες σχετικά με τα ίδια κεφάλαιά της, σύμφωνα με το άρθρο 46:

α)  την πλήρη συμφωνία των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, των πρόσθετων στοιχείων της κατηγορίας 1, των στοιχείων της κατηγορίας 2 και των προσαρμογών και αφαιρέσεων που εφαρμόζονται στα ίδια κεφάλαια της επιχείρησης επενδύσεων και στα στοιχεία του ισολογισμού στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της επιχείρησης επενδύσεων,

β)  περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών των μέσων που συνυπολογίζονται στις κοινές μετοχές της κατηγορίας 1, και στα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και στα μέσα της κατηγορίας 2 που εκδίδονται από την επιχείρηση επενδύσεων,

γ)  περιγραφή όλων των περιορισμών που εφαρμόζονται στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και των μέσων ▌ και των αφαιρέσεων στα οποία εφαρμόζονται οι εν λόγω περιορισμοί.

2.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει υποδείγματα δημοσιοποίησης δυνάμει των στοιχείων α), β) ▌ και γ) της παραγράφου 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [18 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 50

Κεφαλαιακές απαιτήσεις

Μια επιχείρηση επενδύσεων δημοσιοποιεί τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωσή της με τις απαιτήσεις του άρθρου 13 παράγραφος 1 και του άρθρου 24 της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD], σύμφωνα με το άρθρο 46:

α)  περίληψη της μεθόδου που εφαρμόζει η επιχείρηση επενδύσεων για την εκτίμηση της επάρκειας του εσωτερικού της κεφαλαίου για τη στήριξη των τρεχουσών και των μελλοντικών δραστηριοτήτων της·

β)  κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής, το αποτέλεσμα της διαδικασίας της επιχείρησης επενδύσεων για την εκτίμηση της επάρκειας του εσωτερικού της κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένης της σύνθεσης των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων βάσει της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου όπως αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD]·

γ)  τις κεφαλαιακές απαιτήσεις του παράγοντα Κ που υπολογίζονται▌, σύμφωνα με ▌ το άρθρο 15, ▌σε συγκεντρωτική μορφή για RtM, RtF, και RtC, με βάση το άθροισμα των εφαρμοστέων παραγόντων Κ·

δ)  την απαίτηση παγίων εξόδων που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 13.

Άρθρο 51

Πολιτική και πρακτικές αποδοχών

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με την οικεία πολιτική και πρακτικές αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων των πτυχών που σχετίζονται με την ουδετερότητα ως προς το φύλο και τη μισθολογική διαφορά μεταξύ των δύο φύλων, για τις κατηγορίες εκείνες των μελών του προσωπικού των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη επίπτωση στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 46:

α)  τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά σχεδιασμού του συστήματος αποδοχών, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου των μεταβλητών αποδοχών και των κριτηρίων χορήγησης, της πολιτικής πληρωμής σε χρηματοπιστωτικά μέσα, της πολιτικής περί αναβολής και των κριτηρίων κατοχύρωσης των αποδοχών·

β)  τις αναλογίες μεταξύ σταθερών και μεταβλητών αποδοχών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD]·

γ)  συνολικές ποσοτικές πληροφορίες σχετικά με τις αποδοχές, με ανάλυση ανά ανώτερα διοικητικά στελέχη και ανά μέλη του προσωπικού των οποίων οι ενέργειες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

i)  τα ποσά αποδοχών που καταβάλλονται εντός του οικονομικού έτους, με διάκριση σε σταθερές αποδοχές, συμπεριλαμβανομένης περιγραφής των σταθερών συνιστωσών, και μεταβλητές αποδοχές, καθώς και τον αριθμό των δικαιούχων,

ii)  τα ποσά και οι μορφές των καταβαλλόμενων μεταβλητών αποδοχών, με διάκριση σε μετρητά, μετοχές, χρηματοπιστωτικά μέσα συνδεδεμένα με μετοχές και άλλες κατηγορίες, χωριστά για το προκαταβαλλόμενο και το αναβαλλόμενο μέρος,

iii)  τα ποσά των αναβαλλόμενων αποδοχών που αποδίδονται για προηγούμενες περιόδους επιδόσεων, με διάκριση στο ποσό που κατοχυρώνεται εντός του οικονομικού έτους και στο ποσό που κατοχυρώνεται σε επόμενα έτη,

iv)  το ποσό των αναβαλλόμενων αποδοχών που κατοχυρώνεται εντός του οικονομικού έτους και το οποίο μειώνεται μέσω αναπροσαρμογών με βάση την επίδοση,

v)  τις εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές που αποδόθηκαν κατά το οικονομικό έτος και τον αριθμό των δικαιούχων,

vi)  τα ποσά των αποζημιώσεων λόγω αποχώρησης που αποδόθηκαν σε προηγούμενες περιόδους, τα οποία καταβλήθηκαν εντός του οικονομικού έτους,

vii)  τα ποσά των αποζημιώσεων λόγω αποχώρησης που αποδόθηκαν κατά το οικονομικό έτος, με διάκριση σε προκαταβληθέντα και αναβληθέντα, τον αριθμό των δικαιούχων των πληρωμών αυτών και το υψηλότερο ποσό που καταβλήθηκε σε ένα μεμονωμένο πρόσωπο·

δ)  πληροφορίες σχετικά με το εάν η επιχείρηση επενδύσεων επωφελείται από παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD].

Για τους σκοπούς του στοιχείου δ), οι επιχειρήσεις επενδύσεων που επωφελούνται από τέτοια παρέκκλιση αναφέρουν εάν η παρέκκλιση έχει χορηγηθεί με βάση το στοιχείο α) ή το στοιχείο β) του άρθρου 32 παράγραφος 4 της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD], ή με βάση και τα δύο στοιχεία. Αναφέρουν επίσης για ποια από τις αρχές αποδοχών εφαρμόζουν την παρέκκλιση ή τις παρεκκλίσεις, τον αριθμό των μελών του προσωπικού που επωφελούνται από την παρέκκλιση ή τις παρεκκλίσεις, και τις συνολικές αποδοχές τους, με διάκριση σε σταθερές και μεταβλητές αποδοχές.

Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

Άρθρο 52

Πολιτική επενδύσεων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) ---/---[IFD] δημοσιοποιούν, σύμφωνα με το άρθρο 46, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)  το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τις μετοχές που κατέχει άμεσα ή έμμεσα η επιχείρηση επενδύσεων, κατανεμημένο ανά κράτος μέλος και ανά τομέα·

β)  την πλήρη περιγραφή της συμπεριφοράς ως προς την ψηφοφορία στις γενικές συνελεύσεις εταιρειών, των οποίων οι μετοχές κατέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 2, την αιτιολόγηση ψήφου, και την αναλογία προτάσεων που υποβάλλονται από το διοικητικό ή το διαχειριστικό όργανο της εταιρείας τις οποίες έχει εγκρίνει η επιχείρηση επενδύσεων·

γ)  την αιτιολόγηση της προσφυγής σε πληρεξούσιους συμβούλους·

δ)  τις οδηγίες ψηφοφορίας όσον αφορά τις εταιρείες των οποίων οι μετοχές κατέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η απαίτηση δημοσιοποίησης που αναφέρεται στο στοιχείο β) δεν ισχύει εάν οι συμβατικές ρυθμίσεις όλων των μετόχων που εκπροσωπούνται από την επιχείρηση επενδύσεων στη γενική συνέλευση των μετόχων δεν εξουσιοδοτούν την επιχείρηση επενδύσεων να ψηφίσει για λογαριασμό τους, εκτός εάν οι μέτοχοι δώσουν ρητές εντολές ψήφου αφότου λάβουν την ημερήσια διάταξη της συνέλευσης.

2.  Η επιχείρηση επενδύσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 συμμορφώνεται με την παράγραφο 1 μόνον όσον αφορά κάθε εταιρεία της οποίας οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και με τις μετοχές της οποίας συνδέονται δικαιώματα ψήφου, όταν το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει άμεσα ή έμμεσα η επιχείρηση επενδύσεων υπερβαίνει το κατώτατο όριο του 5 % όλων των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τις μετοχές που εκδίδονται από την εταιρεία. Τα δικαιώματα ψήφου υπολογίζονται με βάση το σύνολο των μετοχών με τις οποίες συνδέονται δικαιώματα ψήφου, έστω και αν η άσκησή τους έχει ανασταλεί.

3.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει υποδείγματα δημοσιοποίησης δυνάμει της παραγράφου 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως ... [δεκαοκτώ μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 53

Περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και σχετικοί με τη διακυβέρνηση (ΠΚΔ) κίνδυνοι

Μετά από ... [3 έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD] δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με κινδύνους ΠΚΔ, φυσικούς κινδύνους και κινδύνους μετάβασης όπως ορίζονται στην έκθεση που αναφέρεται στο [άρθρο 35 (νέο) της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD] άρθρο 98 παράγραφος 7γ της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, οι πληροφορίες γνωστοποιούνται μια φορά το χρόνο κατά το πρώτο έτος και δυο φορές το χρόνο από το δεύτερο έτος και εφεξής.

ΕΒΔΟΜΟ ΜΕΡΟΣ

ΥΠΟΒΟΛΗ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

Άρθρο 54

Απαιτήσεις υποβολής αναφορών

1.  Μια επιχείρηση επενδύσεων υποβάλλει τριμηνιαία αναφορά στις αρμόδιες αρχές στην οποία περιλαμβάνονται όλες οι ακόλουθες πληροφορίες:

α)  ύψος και σύνθεση ιδίων κεφαλαίων·

β)  κεφαλαιακές απαιτήσεις·

γ)  υπολογισμοί κεφαλαιακών απαιτήσεων·

δ)  επίπεδο δραστηριότητας σχετικά με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένου του ισολογισμού και ανάλυσης των εσόδων ανά επενδυτική υπηρεσία και εφαρμοστέο παράγοντα Κ·

ε)  κίνδυνος συγκέντρωσης·

στ)  απαιτήσεις ρευστότητας.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, η συχνότητα της υποβολής αναφορών που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο για επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 είναι ετήσια.

2.  Οι πληροφορίες που προσδιορίζονται στο στοιχείο ε) της παραγράφου 1 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα επίπεδα κινδύνου και αναφέρονται στις αρμόδιες αρχές τουλάχιστον σε ετήσια βάση:

α)  επίπεδο κινδύνου συγκέντρωσης που συνδέεται με την αθέτηση αντισυμβαλλομένων και με θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, τόσο σε επίπεδο μεμονωμένου αντισυμβαλλομένου όσο και σε συγκεντρωτική βάση·

β)  επίπεδο κινδύνου συγκέντρωσης έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων επενδύσεων και άλλων οντοτήτων όπου κρατούνται χρήματα πελατών·

γ)  επίπεδο κινδύνου συγκέντρωσης έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων επενδύσεων και άλλων οντοτήτων όπου είναι κατατεθειμένοι τίτλοι πελατών·

δ)  επίπεδο κινδύνου συγκέντρωσης έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων όπου είναι κατατεθειμένα τα μετρητά της επιχείρησης· και

ε)  επίπεδο κινδύνου συγκέντρωσης από κέρδη·

στ)  επίπεδο κινδύνου συγκέντρωσης όπως περιγράφεται στα στοιχεία α) έως ε), το οποίο υπολογίζεται με συνεκτίμηση και των στοιχείων ενεργητικού και των εκτός ισολογισμού στοιχείων που δεν έχουν καταχωριστεί στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, επιπλέον των ανοιγμάτων που προκύπτουν από θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι όροι «πιστωτικό ίδρυμα» και «επιχείρηση επενδύσεων» ισχύουν σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 2.

▌Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, μια επιχείρηση επενδύσεων που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 δεν απαιτείται να υποβάλλει τις πληροφορίες που προβλέπονται στο στοιχείο ε) και, εφόσον έχει χορηγηθεί εξαίρεση βάσει του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 43 παράγραφος 1, στο στοιχείο στ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Για τον σκοπό των απαιτήσεων υποβολής αναφορών που ορίζονται στο παρόν άρθρο, η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων τα οποία είναι συνοπτικά, αναλογικά προς τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά στον βαθμό λεπτομέρειας των πληροφοριών που υποβάλλονται από μια επιχείρηση επενδύσεων που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1, προκειμένου να προσδιορίσει:

α)  τους μορφότυπους,

β)  τις ημερομηνίες αναφοράς και τους ορισμούς και συναφείς οδηγίες που περιγράφουν τον τρόπο χρήσης των εν λόγω μορφοτύπων.

Η ΕΑΤ εκπονεί τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως [12 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 55

Απαιτήσεις υποβολής αναφορών για επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες ασκούν δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τους σκοπούς των ορίων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού και στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

1.  Επιχειρήσεις επενδύσεων ▌ που ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία 3) και 6) του τμήματος Α του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, επαληθεύουν το μέγεθος του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού τους σε μηνιαία βάση και υποβάλλουν ανά τρίμηνο τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή, εάν η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης επενδύσεων υπερβαίνει τα 5 δισ. EUR, υπολογιζόμενη ως μέσος όρος των 12 τελευταίων διαδοχικών μηνών. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει σχετικά την ΕΑΤ.

2.  Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίον μία ή περισσότερες άλλες επιχειρήσεις είναι επιχειρήσεις επενδύσεων που ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία 3) και 6) του τμήματος Α του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων επαληθεύουν το μέγεθος του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού τους σε μηνιαία βάση, εάν η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού του ομίλου υπερβαίνει τα 5 δισ. EUR, υπολογιζόμενη ως μέσος όρος των 12 τελευταίων διαδοχικών μηνών. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων αλληλοενημερώνονται σε μηνιαία βάση για το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού τους. ▌ Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων υποβάλλουν τριμηνιαία αναφορά σχετικά με το ενοποιημένο σύνολο των στοιχείων ενεργητικού τους στις σχετικές αρμόδιες αρχές. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΤ.

3.  Όταν ο μέσος όρος, υπολογιζόμενος ως μέσος όρος των 12 τελευταίων διαδοχικών μηνών, των μηνιαίων συνολικών στοιχείων ενεργητικού των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ανέλθει σε οποιοδήποτε από τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού ή στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η ΕΑΤ ενημερώνει σχετικά τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων και τις αρμόδιες αρχές, μεταξύ άλλων τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο [8α] της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

4.  Όταν ένας έλεγχος σύμφωνα με το άρθρο 36 της οδηγίας --/--/---- [IFD] δείχνει ότι μια επιχείρηση επενδύσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ενδέχεται να εγκυμονεί συστημικό κίνδυνο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση την ΕΑΤ σχετικά με τα αποτελέσματα του εν λόγω ελέγχου.

5.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ESMA, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό της υποχρέωσης παροχής πληροφοριών στις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική παρακολούθηση των ορίων που καθορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) του άρθρου [8α] της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως ... [δώδεκα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

ΟΓΔΟΟ ΜΕΡΟΣ

ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Άρθρο 56

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2.  Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων κατά το άρθρο 4 παράγραφος 2 ▌ ανατίθεται στην Επιτροπή για ▌ περίοδο 5 ετών από [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

3.  Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 και στο άρθρο 15 παράγραφος 5 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που ορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.  Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.  Μόλις η Επιτροπή εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

6.  Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 2 και του άρθρου 15 παράγραφος 5 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός [δύο μηνών] από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά [δύο μήνες] με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 57

Εκτελεστικές πράξεις

Για τον προσδιορισμό των υποδειγμάτων δημοσιοποίησης που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος 2 και των μορφοτύπων, των ημερομηνιών υποβολής αναφορών, των ορισμών και των λύσεων ΤΠ που πρέπει να εφαρμόζονται όσον αφορά την υποβολή αναφορών όπως προβλέπεται στο άρθρο 54 παράγραφος 2, εκδίδονται εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 58 παράγραφος 2.

Άρθρο 58

Διαδικασία επιτροπής

1.  Η Επιτροπή επικουρείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών, που συστάθηκε με την απόφαση 2004/10/ΕΚ(13) της Επιτροπής. Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(14).

2.  Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

ΕΝΑΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, ΕΚΘΕΣΕΙΣ, ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 59

Μεταβατικές διατάξεις

1.  Τα άρθρα 43 έως 45 και 46 έως 51 εφαρμόζονται στους διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής από [πέντε έτη από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού].

2.  Για περίοδο έως πέντε ετών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού ή την ημερομηνία εφαρμογής σε πιστωτικά ιδρύματα για τους σκοπούς των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των διατάξεων που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) συμφώνως προς [το τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαια 1(α) και 1(β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σύμφωνα με το άρθρο 1 σημείο 84) της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012], ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη, μια επιχείρηση επενδύσεων εφαρμόζει τις διατάξεις του τρίτου μέρους τίτλος IV του [ισχύοντος] κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τους σκοπούς του υπολογισμού του K-NPR.

3.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ), οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να περιορίσουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους για περίοδο πέντε ετών από [την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] ως εξής:

α)  στο διπλάσιο της σχετικής κεφαλαιακής απαίτησης που θα ίσχυε, σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 τίτλος Ι τρίτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 93 παράγραφος 1 του κανονισμού αυτού, εάν οι επιχειρήσεις εξακολουθούσαν να υπόκεινται στις κεφαλαιακές απαιτήσεις του εν λόγω κανονισμού·

β)  στο διπλάσιο της εφαρμοστέας απαίτησης παγίων εξόδων που προβλέπεται στο άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού εφόσον η επιχείρηση επενδύσεων δεν υφίστατο την ή πριν από την [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού]·

4.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β), οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να περιορίσουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους για περίοδο πέντε ετών από [την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] ως εξής:

α)  στο διπλάσιο της εφαρμοστέας απαίτησης αρχικού κεφαλαίου που προβλέπεται στον τίτλο IV της οδηγίας 2013/36/ΕΕ την [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία β) και γ) της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2, αντίστοιχα, του άρθρου 31 της οδηγίας αυτής, εφόσον η επιχείρηση υπόκειτο μόνο σε απαίτηση αρχικού κεφαλαίου μέχρι τη δεδομένη χρονική στιγμή·

β)  επιχειρήσεις επενδύσεων που υφίσταντο πριν από [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] μπορούν να περιορίσουν τις μόνιμες ελάχιστες κεφαλαιακές τους απαιτήσεις στις απαιτήσεις που θα ίσχυαν σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εάν εξακολουθούσαν να υπόκεινται στον εν λόγω κανονισμό, με την επιφύλαξη ετήσιας αύξησης τουλάχιστον 5.000 EUR κατά την πενταετή αυτή περίοδο·

γ)  επιχειρήσεις επενδύσεων που υφίσταντο πριν από [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] και δεν είναι αδειοδοτημένες για να παρέχουν τις επικουρικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο σημείο 1) του τμήματος Β του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, οι οποίες μόνο παρέχουν μία ή περισσότερες από τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που απαριθμούνται στα σημεία 1, 2, 4 και 5 του τμήματος Α του παραρτήματος Ι της εν λόγω οδηγίας και οι οποίες δεν επιτρέπεται να κρατούν χρήματα πελατών ή τίτλους που ανήκουν στους πελάτες τους και γι’ αυτό το λόγο δεν μπορούν σε καμία χρονική στιγμή να εμφανίζουν οφειλές έναντι αυτών των πελατών, μπορούν να περιορίσουν τη μόνιμη ελάχιστη κεφαλαιακή τους απαίτηση σε 50.000 EUR τουλάχιστον, με την επιφύλαξη ετήσιας αύξησης τουλάχιστον 5.000 EUR κατά την πενταετή αυτή περίοδο.

5.  Οι παρεκκλίσεις της παραγράφου 4 παύουν να ισχύουν όταν η άδεια μιας επιχείρησης επενδύσεων παρατείνεται την ή μετά από την [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] ώστε να απαιτείται μεγαλύτερο αρχικό κεφάλαιο σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας [--/--/---- ][IFD].

6.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11, οι επιχειρήσεις που υφίσταντο πριν από [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] οι οποίες διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε αγορές χρηματοπιστωτικών συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης (financial futures) ή δικαιωμάτων προαίρεσης ή άλλων παράγωγων μέσων και σε αγορές μετρητών με αποκλειστικό σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων σε αγορές παραγώγων, ή οι οποίες διενεργούν συναλλαγές για λογαριασμό άλλων μελών των εν λόγω αγορών και καλύπτονται από την εγγύηση εκκαθαριστικών μελών των ίδιων αγορών, όπου η ευθύνη για την εξασφάλιση της εκτέλεσης των συμβάσεων τέτοιων επιχειρήσεων αναλαμβάνεται από εκκαθαριστικά μέλη των ίδιων αγορών, μπορούν να περιορίσουν τις κεφαλαιακές τους απαιτήσεις για περίοδο πέντε ετών από [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] σε τουλάχιστον 250.000 EUR, με την επιφύλαξη ετήσιας αύξησης τουλάχιστον 100.000 EUR κατά την πενταετή αυτή περίοδο.

Ανεξάρτητα από το εάν μια επιχείρηση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο κάνει χρήση αυτής της παρέκκλισης, οι διατάξεις του στοιχείου α) της παραγράφου 4 δεν ισχύουν για μια τέτοια επιχείρηση.

Άρθρο 60

Παρέκκλιση για επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

Επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και δεν έχουν λάβει ακόμη άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ εξακολουθούν να υπόκεινται στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Άρθρο 61

Παρέκκλιση για επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2

Μια επιχείρηση επενδύσεων η οποία κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 εξακολουθεί να υπόκειται στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Άρθρο 62 ▌

Ρήτρα επανεξέτασης

1.  Έως την [3 έτη από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή, έπειτα από διαβούλευση με την ΕΑΤ και την ΕΑΚΑΑ, προβαίνει σε επανεξέταση και υποβάλλει έκθεση, μαζί με νομοθετική πρόταση αν κριθεί σκόπιμο, με θέμα τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)  τις προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό επιχειρήσεων επενδύσεων ως μικρών και μη διασυνδεδεμένων σύμφωνα με το άρθρο 12·

β)  τις μεθόδους για τη μέτρηση των παραγόντων Κ που προβλέπονται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ, συμπεριλαμβανομένης της επενδυτικής συμβουλής σε ό,τι αφορά τα AUM, και στο άρθρο 39·

γ)  τους συντελεστές που προβλέπονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2·

δ)  τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του παράγοντα K-CMG, το επίπεδο κεφαλαιακών απαιτήσεων που απορρέουν από τον παράγοντα K-CMG σε σύγκριση με τον παράγοντα K-NPR, καθώς και τη βαθμονόμηση του παράγοντα πολλαπλασιασμού όπως ορίζεται στο άρθρο 23·

ε)  τις διατάξεις που προβλέπονται στα άρθρα 43 έως 45 και ιδίως την επιλεξιμότητα για την απαίτηση ρευστότητας των ρευστών στοιχείων ενεργητικού στα στοιχεία  α) ως γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 43·

στ)  τις διατάξεις που προβλέπονται στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 4 τμήμα 1·

ζ)  την εφαρμογή του τρίτου μέρους στους διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής·

η)  την τροποποίηση του ορισμού του πιστωτικού ιδρύματος στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ως αποτέλεσμα του στοιχείου α) του άρθρου 63 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού και πιθανών ακούσιων αρνητικών συνεπειών·

θ)  τις διατάξεις των άρθρων 47 και 48 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και την ευθυγράμμισή τους με ένα συνεκτικό πλαίσιο για την ισοδυναμία στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες·

ι)  τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού·

ια)  την εφαρμογή των προτύπων της ριζικής αναθεώρησης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε επιχειρήσεις επενδύσεων·

ιβ)  τη μέθοδο για τη μέτρηση της αξίας ενός παραγώγου στο στοιχείο β) του άρθρου  33 παράγραφος 2 και το στοιχείο β) του άρθρου 20 παράγραφος 2, καθώς και κατά πόσον είναι σκόπιμο να θεσπιστεί εναλλακτικός δείκτης μέτρησης και/ή βαθμονόμηση·

ιγ)  τις διατάξεις του δεύτερου μέρους, ιδίως σε ό,τι αφορά την άδεια σε περαιτέρω μέσα ή κεφάλαια να είναι επιλέξιμα ως ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 και τη δυνατότητα χορήγησης άδειας σε επιχειρήσεις που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1·

ιδ)  τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή εκ μέρους των επιχειρήσεων επενδύσεων των απαιτήσεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2·

ιε)  τη διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 6·

ιστ)  το κατά πόσον έχει σημασία η εφαρμογή των απαιτήσεων δημοσιοποίησης που ορίζονται στο άρθρο 52 σε άλλους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφοι 2 και 6 του παρόντος κανονισμού και του πιστωτικού ιδρύματος όπως ορίζεται στο σημείο 1) του άρθρου 4 παράγραφος 1 [--ΚΑΑ--].

2.  Έως την [ένα έτος μετά την παραλαβή της έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 52 παράγραφος 13 του MiFIR], η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις ανάγκες σε πόρους που προκύπτουν από την ανάληψη νέων εξουσιών και καθηκόντων από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο [64] του κανονισμού [IFR], συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας της ΕΑΚΑΑ να επιβάλει τέλη εγγραφής σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών που έχουν εγγραφεί από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2 του MiFIR, μαζί με νομοθετική πρόταση αν κριθεί σκόπιμο.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Άρθρο 63

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)  Στον τίτλο, οι λέξεις «και επιχειρήσεις επενδύσεων» απαλείφονται.

2)  Στο άρθρο 2, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:"

«Όταν θέτουν σε εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 2 και 6 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/----[IFR], οι αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο σημείο 5) του άρθρου 3 της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD] αντιμετωπίζουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφοι 2 και 6 του [κανονισμού (ΕΕ) ---/--- [IFR] σαν να πρόκειται για «ιδρύματα» βάσει του παρόντος κανονισμού».

"

3)  Το άρθρο 4 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)  το σημείο 1) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«1) ως «πιστωτικό ίδρυμα» νοείται η επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

   α) στην αποδοχή από το κοινό καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό·
   β) στην άσκηση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία (3) και (6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, εφόσον ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα, αλλά η επιχείρηση δεν είναι διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, οργανισμός συλλογικών επενδύσεων ή ασφαλιστική επιχείρηση:
   θ) η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης είναι υψηλότερη από 30 δισ. EUR, ή
   ii) η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης είναι χαμηλότερη από 30 δισ. EUR και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η ▌ συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου, οι οποίες ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία (3) και (6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και διαθέτουν στοιχεία ενεργητικού συνολικής αξίας κάτω των 30 δισ. EUR, υπερβαίνει το ποσό των 30 δισ. EUR, ή
   iii) η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης είναι χαμηλότερη από 30 δισ. EUR και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η ▌ συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου, οι οποίες ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία (3) και (6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ υπερβαίνει το ποσό των  30 δισ. EUR, όταν η αρχή ενοποιημένης εποπτείας σε διαβούλευση με το σώμα εποπτών το αποφασίσει προκειμένου να αντιμετωπίσει δυνητικούς κινδύνους καταστρατήγησης και δυνητικούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης.

Για τους σκοπούς των σημείων ii) και iii), όταν η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου τρίτης χώρας, τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού κάθε υποκαταστήματος του ομίλου τρίτης χώρας με άδεια λειτουργίας στην Ένωση περιλαμβάνονται στη συνδυασμένη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων του ομίλου.»·

"

β)  το σημείο 2) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«2) ως «επιχείρηση επενδύσεων» νοείται πρόσωπο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΚ, το οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, εξαιρουμένου κάθε πιστωτικού ιδρύματος·»·

"

γ)  το σημείο 3) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«3) ως «ίδρυμα» νοείται πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή επιχείρηση που αναφέρεται στο άρθρο 8α παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·»·

"

δ)  το σημείο 4) απαλείφεται·

ε)  το σημείο 26) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«26) ως «χρηματοδοτικό ίδρυμα» νοείται μια επιχείρηση πλην ιδρύματος και πλην αμιγώς βιομηχανικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία (2) έως  (12) και στο σημείο (15) του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων επενδύσεων, των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών, των ιδρυμάτων πληρωμών κατά την έννοια της οδηγίας 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά και των εταιρειών διαχείρισης, αλλά αποκλειομένων των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας όπως ορίζονται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας  2009/138/ΕΕ·»·

"

στ)  το σημείο 29α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«29α) ως «μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» νοείται μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος που είναι επιχείρηση επενδύσεων·»·

"

ζ)  το σημείο 29β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«29β) ως «μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ» νοείται μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ που είναι επιχείρηση επενδύσεων·»·

"

η)  το σημείο 51) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«51) ως «αρχικό κεφάλαιο» νοείται το ποσό και τα είδη των ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο άρθρο 12 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·»·

"

θ)  το σημείο 60) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«60) ως «μέσο εξομοιούμενο με μετρητά» νοείται πιστοποιητικό κατάθεσης, ομόλογο συμπεριλαμβανομένων των καλυμμένων ομολόγων ή άλλο μέσο μη μειωμένης εξασφάλισης, το οποίο έχει εκδοθεί από ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων, έχει ήδη καταβληθεί στο σύνολό του στο ίδρυμα και επιστρέφεται άνευ όρων από το ίδρυμα στην ονομαστική του αξία·»·

"

ι)  προστίθεται το σημείο 145):"

«145) ως «διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής» νοούνται οι επιχειρήσεις των οποίων η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα αφορά αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή σε συμβάσεις παραγώγων επί εμπορευμάτων που αναφέρονται στα σημεία 5, 6, 7, 9 και 10, παραγώγων επί δικαιωμάτων εκπομπής που αναφέρονται στο σημείο 4 ή δικαιωμάτων εκπομπής που αναφέρονται στο σημείο (11) τμήμα Γ του παραρτήματος I της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·».

"

4)  Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«4) Τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έκτο μέρος του παρόντος κανονισμού σε ατομική βάση.

Τα ακόλουθα ιδρύματα δεν απαιτείται να συμμορφώνονται με το άρθρο 413 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού:

   α) ιδρύματα που έχουν επίσης λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·
   β) ιδρύματα που έχουν επίσης λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16 και το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, υπό τον όρο ότι δεν πραγματοποιούν σημαντική μετατροπή ληκτότητας· και
   γ) ιδρύματα που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, υπό τους εξής όρους:
   i) οι δραστηριότητές τους περιορίζονται στην προφορά υπηρεσιών τραπεζικού τύπου, οι οποίες παρατίθενται στο τμήμα Γ στοιχεία  α) έως ε) του παραρτήματος του εν λόγω κανονισμού, σε κεντρικά αποθετήρια τίτλων που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού· και
   ii) δεν πραγματοποιούν σημαντική μετατροπή ληκτότητας.»·

"

β)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«5) Τα ιδρύματα ως προς τα οποία οι αρμόδιες αρχές έχουν ασκήσει το δικαίωμα παρέκκλισης του άρθρου 7 παράγραφος 1 ή 3 και τα ιδρύματα που έχουν επίσης άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 δεν απαιτείται να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο έβδομο μέρος σε ατομική βάση.».

"

5)  Στο μέρος Ι τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 σχετικά με την εποπτική ενοποίηση, παρεμβάλλεται νέο άρθρο 10α:"

«Άρθρο 10α

Εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εξουσίας σε ενοποιημένη βάση όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων είναι μητρικές επιχειρήσεις. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θεωρούνται μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες σε κράτος μέλος ▌ ή μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση ▌ όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων είναι μητρικές επιχειρήσεις ενός ιδρύματος ή μιας επιχείρησης επενδύσεων δυνάμει του παρόντος κανονισμού που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφοι 2 ή 6 του  IFR.».

"

6)  Στο άρθρο 11, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«4. Τα εγκατεστημένα στην ΕΕ μητρικά ιδρύματα ▌ συμμορφώνονται με ▌ το έκτο μέρος του παρόντος κανονισμού, βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους, ▌εφόσον ο όμιλος περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν άδεια παροχής των επενδυτικών υπηρεσιών και άσκησης των δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία  (3) και (6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Σε περίπτωση που έχει χορηγηθεί απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφοι 1 έως 5, τα ιδρύματα και, κατά περίπτωση, οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που αποτελούν μέρος μιας αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας συμμορφώνονται με το έκτο μέρος σε ενοποιημένη βάση ή στην υποενοποιημένη βάση της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας.».

"

7)  Το άρθρο 15 απαλείφεται.

8)  Το άρθρο 16 απαλείφεται.

9)  Το άρθρο 17 απαλείφεται.

10)  Στο άρθρο 81 παράγραφος 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«α) η θυγατρική είναι ένας από τους παρακάτω φορείς:

   θ) ίδρυμα,
   ii) επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει του ισχύοντος εθνικού δικαίου,
   iii) ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα που υπόκειται σε εξίσου αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα της εν λόγω τρίτης χώρας, και εφόσον η  Επιτροπή έχει αποφασίσει, σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4, ότι οι εν λόγω απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του παρόντος κανονισμού,
   iv) επιχείρηση επενδύσεων·».

"

11)  Στο άρθρο 82 παράγραφος 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«α) η θυγατρική είναι ένας από τους παρακάτω φορείς:

   θ) ίδρυμα,
   ii) επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει του ισχύοντος εθνικού δικαίου,
   iii) ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα που υπόκειται σε εξίσου αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα της εν λόγω τρίτης χώρας, και εφόσον η Επιτροπή έχει αποφασίσει, σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4, ότι οι εν λόγω απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του παρόντος κανονισμού,
   iv) επιχείρηση επενδύσεων·».

"

12)  Το άρθρο 84 τροποποιείται ως εξής:

α)  Στην παράγραφο 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«1. Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των δικαιωμάτων μειοψηφίας μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 αφαιρώντας από τα δικαιώματα μειοψηφίας της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β):

   α) το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:
   i) το ποσό του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της εν λόγω θυγατρικής που απαιτείται για να επιτευχθεί:
   1) το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο α), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο  104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο  128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1·
   2) αν η θυγατρική είναι επιχείρηση επενδύσεων, το άθροισμα της απαίτησης του άρθρου 11 του [κανονισμού για τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων [IFR]], των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) ____/__[IFD] για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1·
   ii) το ποσό του ενοποιημένου κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αφορά την ανωτέρω θυγατρική και που απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο α), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500 καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

"

β)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«3) Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, ή, κατά περίπτωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του κανονισμού […] για τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων [IFR], το δικαίωμα μειοψηφίας εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή από την υποχρέωση δεν αναγνωρίζεται ως ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.».

"

13)  Το άρθρο 85 τροποποιείται ως εξής:

α)  Στην παράγραφο 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«1. Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αποδεκτών κεφαλαίων της κατηγορίας 1 μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια αφαιρώντας από τα αποδεκτά κεφάλαια της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β):

   α) το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:
   i) το ποσό του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 της θυγατρικής που απαιτείται για να επιτευχθεί
   1) το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο β), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο  104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο  128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1·
   2) αν η θυγατρική είναι επιχείρηση επενδύσεων, το άθροισμα της απαίτησης του άρθρου 11 του κανονισμού […] για τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων [IFR], των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας […] για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων […] [IFD], καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1·
   ii) το ποσό του ενοποιημένου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 που αφορά τη θυγατρική και που απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο β), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας  2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας  2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500 καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας  1,»·

"

β)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, ή, κατά περίπτωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του κανονισμού […] για τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων [IFR], τα μέσα της κατηγορίας 1 εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή από την υποχρέωση δεν αναγνωρίζονται ως ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.».

"

14)  Το άρθρο 87 τροποποιείται ως εξής:

α)  Στην παράγραφο 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«1. Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αποδεκτών ιδίων κεφαλαίων μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια αφαιρώντας από τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β):

   α) τα ίδια κεφάλαια της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:
   i) το ποσό των ιδίων κεφαλαίων της θυγατρικής που απαιτούνται για να επιτευχθεί
   1) το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο  104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο  128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες,
   2) αν η θυγατρική είναι επιχείρηση επενδύσεων, το άθροισμα της απαίτησης του άρθρου 11 του κανονισμού […] για τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων [IFR], των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας […] για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων […] [IFD], καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες,
   ii) το ποσό των ιδίων κεφαλαίων που συνδέεται με τη θυγατρική και το οποίο απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες,»·

"

β)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, ή, κατά περίπτωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του κανονισμού […] για τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων [IFR], οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή από την υποχρέωση δεν αναγνωρίζονται ως ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.».

"

15)  Το άρθρο 93 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 3 απαλείφεται.

β)  οι παράγραφοι 4, 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:"

«4. Εάν ο έλεγχος ενός ιδρύματος που υπάγεται στην κατηγορία της παραγράφου  2 περιέλθει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο άλλο από εκείνο που ήλεγχε προηγουμένως το ίδρυμα, το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων αυτού του ιδρύματος πρέπει να ισούται με το απαιτούμενο αρχικό κεφάλαιο.

5.  Εάν συγχωνευθούν δύο ή περισσότερα ιδρύματα που υπάγονται στην κατηγορία της παραγράφου 2, το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος που προκύπτει από τη συγχώνευση δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων των συγχωνευμένων ιδρυμάτων κατά την ημερομηνία της συγχώνευσης, εφόσον το επίπεδο του απαιτούμενου αρχικού κεφαλαίου δεν έχει επιτευχθεί.

6.  Εάν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν απαραίτητη τη διασφάλιση της φερεγγυότητας ενός ιδρύματος για το οποίο πληρούται η απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 1, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 4.».

"

16)  Στο άρθρο 119, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«5. Τα ανοίγματα έναντι χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από τις αρμόδιες αρχές και τα οποία υπόκεινται σε απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας συγκρίσιμες με εκείνες που εφαρμόζονται στα ιδρύματα όσον αφορά την ευρωστία, αντιμετωπίζονται όπως τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ορίζονται στον [κανονισμό (ΕΕ) ---/----[IFR]] θεωρούνται συγκρίσιμες με εκείνες που εφαρμόζονται στα ιδρύματα όσον αφορά την ευρωστία.».

"

17)  Το άρθρο 162 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«α) ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων που προκύπτουν από τον διακανονισμό υποχρεώσεων ξένου συναλλάγματος,».

"

18)  Το τμήμα 2 του κεφαλαίου Ι τίτλος Ι τρίτο μέρος απαλείφεται την [5 έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού (ΕΕ) ____/____IFR].

19)  Το άρθρο 197 τροποποιείται ως εξής:

α)  στην παράγραφο 1, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«γ) χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται από ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από επιλέξιμο ΕΟΠΑ την οποία η ΕΑΤ αντιστοιχίζει με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3 ή με υψηλότερη βαθμίδα σύμφωνα με τους κανόνες του κεφαλαίου 2 για τη στάθμιση των ανοιγμάτων έναντι ιδρυμάτων·»·

"

β)  στην παράγραφο 4 παρεμβάλλεται η ακόλουθη φράση μετά τη φράση «Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από άλλα ιδρύματα»:"

«ή επιχειρήσεις επενδύσεων».

"

20)  Το άρθρο 200 στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«γ) μέσα που εκδίδονται από τρίτο ίδρυμα ή από επιχείρηση επενδύσεων και με δυνατότητα επαναγοράς σε πρώτη ζήτηση από το εν λόγω ίδρυμα ή την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων.».

"

21)  Στο άρθρο 202, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί ιδρύματα, επιχειρήσεις επενδύσεων, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εταιρείες και οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων ως αποδεκτούς παρόχους μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας στους οποίους εφαρμόζεται η αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 153 παράγραφος 3, εφόσον πληρούν τις κατωτέρω προϋποθέσεις:».

"

22)  Στο άρθρο 224, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«6. Για τους μη διαβαθμισμένους χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων και πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου  197 παράγραφος 4, οι προσαρμογές μεταβλητότητας είναι ίδιες με εκείνες που εφαρμόζονται στους τίτλους που εκδίδονται από ιδρύματα ή επιχειρήσεις των οποίων η εξωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση αντιστοιχίζεται με τις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας 2 ή 3.».

"

23)  Παρεμβάλλεται νέο στοιχείο β-β) στο άρθρο 227 παράγραφος 3 ανάμεσα στα στοιχεία β) και  γ):"

«β-β) επιχειρήσεις επενδύσεων».

"

24)  Στο άρθρο 243, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Στην περίπτωση των εμπορικών απαιτήσεων, το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζεται όταν ο πιστωτικός κίνδυνος αυτών των εμπορικών απαιτήσεων καλύπτεται πλήρως με αποδεκτή πιστωτική προστασία σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, υπό την προϋπόθεση ότι, στην περίπτωση αυτή, ο πάροχος προστασίας είναι ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων, ασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση.».

"

25)  Στο άρθρο 382 παράγραφος 4, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«β) εντός ομίλου συναλλαγές όπως προβλέπονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, εκτός αν τα κράτη μέλη θεσπίσουν εθνική νομοθεσία που απαιτεί τον διαρθρωτικό διαχωρισμό εντός τραπεζικού ομίλου, οπότε στην περίπτωση αυτή οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητούν να υπαχθούν στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων οι εντός του ομίλου συναλλαγές ανάμεσα στις διαρθρωτικά διαχωρισμένες οντότητες·».

"

26)  Το άρθρο 388 απαλείφεται.

27)  Το άρθρο 395 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«1. Ένα ίδρυμα δεν αναλαμβάνει άνοιγμα, αφού λάβει υπόψη την επίδραση της μείωσης πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με τα άρθρα 399 έως 403, έναντι πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών με αξία που υπερβαίνει το 25 % του κεφαλαίου του της κατηγορίας 1. Εφόσον ο πελάτης είναι ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή η ομάδα συνδεδεμένων πελατών περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων, η αξία αυτή δεν υπερβαίνει το 25 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος ή το ποσό των 150 εκατ. ευρώ, οποιοδήποτε είναι μεγαλύτερο, υπό τον όρο ότι το άθροισμα της αξίας των ανοιγμάτων, αφού ληφθεί υπόψη η επίδραση της μείωσης πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με τα άρθρα 399 έως 403, σε όλους τους συνδεδεμένους πελάτες που δεν είναι ιδρύματα δεν υπερβαίνει το 25 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος.».

"

28)  Το άρθρο 402 παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

α)  το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«α) ο αντισυμβαλλόμενος είναι ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων,»·

"

β)  το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«ε) το ίδρυμα κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 394 το συνολικό ποσό των ανοιγμάτων έναντι κάθε άλλου ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων τα οποία αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.».

"

29)  Στο άρθρο 412, η παράγραφος 4α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«4α. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 460 παράγραφος 1 εφαρμόζεται στα ιδρύματα.».

"

30)  Το άρθρο 422 παράγραφος 8 στοιχείο α) σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«i) είναι μητρικό ή θυγατρικό ίδρυμα ή μητρική ή θυγατρική επιχείρηση επενδύσεων του ιδρύματος ή άλλη θυγατρική του ίδιου μητρικού ιδρύματος ή της ίδιας μητρικής επιχείρησης επενδύσεων·».

"

31)  Το άρθρο 425 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«1. Τα ιδρύματα αναφέρουν τις εισροές ρευστότητάς τους. Τα ανώτατα όρια εισροών ρευστότητας είναι οι εισροές ρευστότητας περιορισμένες στο 75 % των εκροών ρευστότητας. Τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν από το ανωτέρω όριο τις εισροές ρευστότητας από καταθέσεις που κατέχουν σε άλλα ιδρύματα, οι οποίες εμπίπτουν στην αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 113 παράγραφος 6 ή 7. Τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν από το ανωτέρω όριο τις εισροές ρευστότητας από ποσά οφειλόμενα από δανειολήπτες και επενδυτές ομολόγων οι οποίες συνδέονται με ενυπόθηκη πίστωση χρηματοδοτούμενη με ομόλογα επιλέξιμα για την αντιμετώπιση που ορίζεται στο άρθρο 129 παράγραφος 4, 5 ή 6 ή με ομόλογα όπως αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ. Τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν τις εισροές από προνομιακά δάνεια τα οποία τα ιδρύματα έχουν επανεκχωρήσει άμεσα. Με την επιφύλαξη της προηγούμενης έγκρισης της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση, το ίδρυμα μπορεί να εξαιρεί πλήρως ή εν μέρει τις εισροές όταν ο πάροχος είναι μητρικό ή θυγατρικό ίδρυμα ή μητρική ή θυγατρική επιχείρηση επενδύσεων του ιδρύματος ή άλλη θυγατρική του ίδιου μητρικού ιδρύματος ή της ίδιας μητρικής επιχείρησης επενδύσεων ή συνδέεται με το ίδρυμα με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ.».

"

32)  Στο άρθρο 428α παράγραφος 1, το στοιχείο δ) απαλείφεται.

33)  Στο άρθρο 456 παράγραφος 1, τα στοιχεία στ) και ζ) απαλείφονται.

34)  Το άρθρο 493 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού […] για τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων [IFR], οι διατάξεις σχετικά με τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα που θεσπίζονται στα άρθρα 387 έως 403 δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα των οποίων αφορά αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση δραστηριοτήτων σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα Γ σημεία 5, 6, 7, 9, 10 και 11 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και για τις οποίες δεν ίσχυε η οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου* στις 31 Δεκεμβρίου 2006.»·

"

β)  η παράγραφος 2 απαλείφεται.

35)  Το άρθρο 498 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

Μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού […] για τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων [IFR], οι διατάξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα των οποίων αφορά αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση δραστηριοτήτων σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα Γ σημεία 5, 6, 7, 9, 10 και 11 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και για τις οποίες δεν ίσχυε η οδηγία 2004/39/ΕΚ στις 31 Δεκεμβρίου 2006.».

"

36)  Στο άρθρο 508, οι παράγραφοι 2 και 3 απαλείφονται.

37)  Η παράγραφος 1 στοιχείο δ) του παραρτήματος Ι αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«δ) οπισθογραφήσεις αξιογράφων που δεν φέρουν την υπογραφή άλλου ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων,».

"

38)  Το παράρτημα III τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 3 στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«β) δεν είναι υποχρέωση ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων ή οποιασδήποτε συνδεδεμένης με αυτό οντότητας.»·

"

β)  η παράγραφος 5 στοιχείο β) τροποποιείται ως εξής:"

«β) δεν είναι υποχρέωση ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων ή οποιασδήποτε συνδεδεμένης με αυτό οντότητας.»·

"

γ)  η παράγραφος 6 στοιχείο α) τροποποιείται ως εξής:"

«α) δεν αντιπροσωπεύουν απαίτηση από ΟΕΣΤ, ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή οποιαδήποτε συνδεδεμένη με αυτό οντότητα,»·

"

δ)  η παράγραφος 7 τροποποιείται ως εξής:"

«7. Κινητές αξίες πλην όσων αναφέρονται στα σημεία 3 έως 6 οι οποίες είναι αποδεκτές για συντελεστή στάθμισης κινδύνου 50 % ή καλύτερο δυνάμει του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή έχουν ισοδύναμη πιστωτική ποιότητα βάσει εσωτερικής διαβάθμισης και δεν αντιπροσωπεύουν απαίτηση από ΟΕΣΤ, ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή οποιαδήποτε συνδεδεμένη με αυτό οντότητα.»·

"

ε)  η παράγραφος 11 τροποποιείται ως εξής:"

«11. Εισηγμένες σε χρηματιστήριο και εκκαθαριζόμενες σε κεντρικό επίπεδο κοινές μετοχές οι οποίες συνυπολογίζονται σε μείζονα χρηματιστηριακό δείκτη, είναι εκφρασμένες στο εγχώριο νόμισμα του κράτους μέλους και δεν έχουν εκδοθεί από ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή οποιαδήποτε συνδεδεμένη με αυτό οντότητα.».

"

Άρθρο 64

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 τροποποιείται ως εξής:

1)  Στο άρθρο 1 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:"

«4α. Ο τίτλος VII του κεφαλαίου 1 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται επίσης σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν δραστηριότητες εντός της Ένωσης.».

"

2)  Ο τίτλος του τίτλου IΙΙ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΥΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ ΕΞΩΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΑ ΚΑΙ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΒΗΜΑΤΟΣ ΤΙΜΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΥΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΠΟΙΗΤΕΣ»

"

3)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:"

«Άρθρο 17α

Βήματα τιμής

Οι προσφορές των συστηματικών εσωτερικοποιητών, οι βελτιώσεις τιμών στις εν λόγω προσφορές και οι τιμές εκτέλεσης συμμορφώνονται προς τα βήματα τιμής που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 49 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Η εφαρμογή των βημάτων τιμής δεν εμποδίζει τους συστηματικούς εσωτερικοποιητές να ταυτίζουν εντολές μεγάλου μεγέθους στο ενδιάμεσο των τρεχουσών τιμών αγοράς και πώλησης.».

"

4)  Το άρθρο 46 τροποποιείται ως εξής:

α)  στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:"

«δ) η επιχείρηση έχει θεσπίσει τις αναγκαίες ρυθμίσεις και διαδικασίες για την αναφορά των πληροφοριών που ορίζονται στην παράγραφο 6α.»·

"

β)  στην παράγραφο 4 το τελευταίο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες με παρεπόμενες υπηρεσίες σε επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους και σε επαγγελματίες πελάτες κατά την έννοια του τμήματος I του παραρτήματος II της οδηγίας  2014/65/ΕΕ στο έδαφός τους σύμφωνα με εθνικά καθεστώτα, εάν δεν υφίσταται απόφαση της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 1, εάν η εν λόγω απόφαση δεν είναι πλέον σε ισχύ ή εάν οι σχετικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες δεν καλύπτονται από την απόφαση της Επιτροπής.»·

"

γ)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«5. Οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν υπηρεσίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο ενημερώνουν τους πελάτες που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση, πριν από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, ότι δεν επιτρέπεται να παρέχουν υπηρεσίες σε άλλους πελάτες πλην των επιλέξιμων αντισυμβαλλομένων και των επαγγελματιών πελατών κατά την έννοια του τμήματος I του παραρτήματος II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και ότι δεν υπόκεινται σε εποπτεία στην Ένωση. Αναφέρουν την ονομασία και τη διεύθυνση της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία στην τρίτη χώρα.

Οι πληροφορίες του πρώτου εδαφίου παρέχονται εγγράφως και με ευδιάκριτο τρόπο.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όταν ένας επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος ή ένας επαγγελματίας πελάτης κατά την έννοια του τμήματος II του παραρτήματος II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, που είναι εγκατεστημένος ή βρίσκεται στην Ένωση, δρομολογήσει με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία την παροχή σε αυτόν επενδυτικής υπηρεσίας ή την άσκηση δραστηριότητας από επιχείρηση τρίτης χώρας, το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στην παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή την άσκηση δραστηριότητας εκ μέρους της επιχείρησης τρίτης χώρας προς το εν λόγω πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένης τυχόν υφιστάμενης σχέσης που αφορά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή την άσκηση της δραστηριότητας. Με την επιφύλαξη των σχέσεων εντός του ομίλου, όταν μια επιχείρηση τρίτης χώρας, μεταξύ άλλων μέσω οντότητας που ενεργεί για λογαριασμό της ή που διατηρεί στενούς δεσμούς με αυτή την επιχείρηση τρίτης χώρας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό αυτής της οντότητας, προσεγγίζει πελάτες ή δυνητικούς πελάτες στην Ένωση, δεν θα θεωρείται υπηρεσία που παρέχεται με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη. Η πρωτοβουλία πελατών με βάση το προηγούμενο εδάφιο δεν παρέχει στην επιχείρηση τρίτης χώρας το δικαίωμα εμπορικής προώθησης νέων κατηγοριών επενδυτικών προϊόντων ή υπηρεσιών στο πρόσωπο αυτό.»·

"

δ)  προστίθενται οι εξής παράγραφοι 6α, 6β και 6γ:"

«6α. Οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν υπηρεσίες ή ασκούν δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, σε ετήσια βάση, ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ σχετικά με τα εξής:

   α) την κλίμακα και το φάσμα των παρεχόμενων υπηρεσιών και των ασκούμενων δραστηριοτήτων από τις επιχειρήσεις στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της γεωγραφικής κατανομής στα κράτη μέλη·
   β) για επιχειρήσεις που εκτελούν τη δραστηριότητα του σημείου (3) του παραρτήματος Ι τμήμα Α της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, το μηνιαίο τους ελάχιστο, μέσο και μέγιστο άνοιγμα σε αντισυμβαλλόμενους από την  ΕΕ·
   γ) για επιχειρήσεις που παρέχουν την υπηρεσία του σημείου (6) του παραρτήματος Ι τμήμα Α της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, τη συνολική αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων που προέρχονται από αντισυμβαλλόμενους από την ΕΕ, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο αναδοχής ή τοποθετήθηκαν με δέσμευση ανάληψης τους τελευταίους  12 μήνες·
   δ) τον κύκλο εργασιών και τη συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες και δραστηριότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α)·
   ε) εάν έχουν ληφθεί μέτρα για την προστασία των επενδυτών, καθώς και λεπτομερή περιγραφή·
   στ) την πολιτική διαχείρισης κινδύνου, καθώς και τις ρυθμίσεις που εφαρμόζει η επιχείρηση για παροχή των υπηρεσιών και την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο στοιχείο α).»·
   ζ) τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις για τις δραστηριότητες της επιχείρησης στην Ένωση·
   η) οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες είναι απαραίτητες ώστε η ΕΑΚΑΑ ή οι αρμόδιες αρχές να είναι σε θέση να εκτελούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί τις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όπου μια επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Όπου κρίνεται απαραίτητο για την εκτέλεση των καθηκόντων της  ΕΑΚΑΑ ή των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί, μεταξύ άλλων κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής των κρατών μελών όπου μια επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, να ζητά από τις επιχειρήσεις τρίτης χώρας που παρέχουν υπηρεσίες ή ασκούν δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο να παράσχουν τυχόν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητές τους.

6β.  Όταν μια επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει υπηρεσίες ή ασκεί δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διατηρεί, θέτοντας στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ, στοιχεία σχετικά με όλες τις εντολές και όλες τις συναλλαγές στην Ένωση σε χρηματοπιστωτικά μέσα τις οποίες πραγματοποίησαν, είτε για ίδιο λογαριασμό είτε για λογαριασμό πελάτη, για περίοδο πέντε ετών.

Ύστερα από αίτημα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους στο οποίο μια επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η ΕΑΚΑΑ αποκτά πρόσβαση στα σχετικά στοιχεία που είναι στη διάθεσή της σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο και καθιστά διαθέσιμα τα στοιχεία αυτά στην αιτούσα αρμόδια αρχή.

6γ.  Όταν μια τρίτη χώρα δεν συνεργάζεται σε μια έρευνα ή μια επιτόπια επιθεώρηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 2, ή δεν συμμορφώνεται με αίτημα της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τις παραγράφους  6α και 6β εγκαίρως και με τον δέοντα τρόπο, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ανακαλέσει την εγγραφή της ή να απαγορεύσει προσωρινά ή να περιορίσει τις δραστηριότητές της σύμφωνα με το άρθρο 49.».

"

ε)  η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«7. Η ΕΑΚΑΑ, σε διαβούλευση με την ΕΑΤ, εκπονεί σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με τα οποία εξειδικεύονται οι πληροφορίες που η αιτούσα επιχείρηση τρίτης χώρας πρέπει να υποβάλλει στην αίτηση εγγραφής στο μητρώο σύμφωνα με την παράγραφο 4 και οι πληροφορίες που πρέπει να αναφέρονται σύμφωνα με την παράγραφο 6α.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

"

στ)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 8:"

«8. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τον μορφότυπο με τον οποίο πρέπει να υποβάλλεται η αίτηση εγγραφής της παραγράφου 4 και να αναφέρονται οι πληροφορίες τις παραγράφου 6α.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

"

5)  Το άρθρο 47 τροποποιείται ως εξής:

α)  στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 51 παράγραφος 2 σε σχέση με τρίτη χώρα, δηλώνοντας ότι οι νομικές και εποπτικές ρυθμίσεις της εν λόγω τρίτης χώρας εξασφαλίζουν όλα τα ακόλουθα:

   α) ότι οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε αυτή την τρίτη χώρα συμμορφώνονται με νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργανωτικές απαιτήσεις και απαιτήσεις επιχειρηματικής συμπεριφοράς, οι οποίες έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στην οδηγία (ΕΕ) ----/-- [IFD] και στον κανονισμό (ΕΕ)----/---[IFR] και στην οδηγία 2014/65/ΕΕ και στα εκτελεστικά μέτρα που έχουν εγκριθεί βάσει των εν λόγω κανονισμών και οδηγιών·
   β) ότι οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε αυτή την τρίτη χώρα υπόκεινται σε αποτελεσματική εποπτεία και πλαίσιο επιβολής που εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις ισχύουσες νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργανωτικές απαιτήσεις και απαιτήσεις επιχειρηματικής συμπεριφοράς· και
   γ) ότι το νομικό πλαίσιο της εν λόγω τρίτης χώρας προβλέπει αποτελεσματικό σύστημα ισοδυναμίας για την αναγνώριση επιχειρήσεων επενδύσεων που είναι αδειοδοτημένες δυνάμει νομικών καθεστώτων τρίτων χωρών.

Σε περίπτωση που η κλίμακα και το εύρος των υπηρεσιών που παρέχονται και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από επιχειρήσεις τρίτων χωρών στην Ένωση μετά την έκδοση της απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ενδέχεται να είναι συστημικής σημασίας για την Ένωση, οι νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργανωτικές απαιτήσεις και απαιτήσεις επιχειρηματικής συμπεριφοράς που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορούν να θεωρούνται ότι έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στις πράξεις που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο μετά από λεπτομερή και αναλυτική αξιολόγηση. Για τους σκοπούς αυτούς, η Επιτροπή αξιολογεί επίσης και λαμβάνει υπόψη την εποπτική σύγκλιση μεταξύ της συγκεκριμένης τρίτης χώρας και της Ένωσης.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 50 προκειμένου να προσδιορίσει περαιτέρω τις περιστάσεις υπό τις οποίες η κλίμακα και το εύρος των υπηρεσιών που παρέχονται και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από επιχειρήσεις τρίτων χωρών στην Ένωση μετά την έκδοση απόφασης ισοδυναμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο είναι πιθανό να έχουν συστημική σημασία για την Ένωση.

Όταν η κλίμακα και το εύρος των υπηρεσιών που παρέχονται και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από επιχειρήσεις τρίτης χώρας είναι πιθανό να έχουν συστημική σημασία για την Ένωση, η Επιτροπή μπορεί να εξαρτά μια απόφαση ισοδυναμίας από συγκεκριμένους όρους λειτουργίας ώστε να εξασφαλίζεται ότι η ΕΑΚΑΑ και οι εθνικές αρμόδιες αρχές διαθέτουν τα αναγκαία εργαλεία για να αποτρέψουν το ρυθμιστικό αρμπιτράζ και να παρακολουθούν τις δραστηριότητες επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτων χωρών που έχουν εγγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2 σε ό,τι αφορά υπηρεσίες που παρέχονται και δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στην Ένωση:

   εξασφαλίζοντας ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις συμμορφώνονται με απαιτήσεις που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στα άρθρα 20 και 21·
   εξασφαλίζοντας ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις συμμορφώνονται με απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 26, όταν οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να αποκτηθούν απευθείας και σε συνεχή βάση μέσω μνημονίου συνεννόησης με την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας·
   εξασφαλίζοντας ότι, κατά περίπτωση, οι εν λόγω επιχειρήσεις συμμορφώνονται με απαιτήσεις που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με την υποχρέωση διαπραγμάτευσης η οποία αναφέρεται στα άρθρα 23 και 28.

Κατά την έκδοση της απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή μπορεί να θεωρήσει σκόπιμο να λάβει υπόψη κατά πόσον η τρίτη χώρα χαρακτηρίζεται ως μη συνεργάσιμη περιοχή δικαιοδοσίας για φορολογικούς σκοπούς σύμφωνα με τη σχετική πολιτική της Ένωσης ή ως τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.»·

"

β)  στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, το οργανωτικό πλαίσιο και το πλαίσιο επιχειρηματικής συμπεριφοράς μιας τρίτης χώρας μπορεί να θεωρείται ότι έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα όταν το εν λόγω πλαίσιο πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

   α) οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων στην εν λόγω τρίτη χώρα υπόκεινται σε αδειοδότηση και σε αποτελεσματική εποπτεία και έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων σε συνεχή βάση·
   β) οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων στην εν λόγω τρίτη χώρα υπόκεινται σε απαιτήσεις επαρκών κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις που παρέχουν τις υπηρεσίες ή ασκούν τις δραστηριότητες των σημείων (3) ή (6) του παραρτήματος Ι τμήμα Α της οδηγίας 2014/65/ΕΕ υπόκεινται σε συγκρίσιμες κεφαλαιακές απαιτήσεις με αυτές που θα ίσχυαν αν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση·

β-α) οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων στην εν λόγω τρίτη χώρα υπόκεινται σε κατάλληλες απαιτήσεις για τους μετόχους και τα μέλη του διοικητικού τους οργάνου·

   γ) οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων υπόκεινται σε επαρκείς απαιτήσεις επιχειρηματικής συμπεριφοράς και οργανωτικές απαιτήσεις·
   δ) η διαφάνεια και η ακεραιότητα της αγοράς διασφαλίζονται με την αποτροπή καταχρηστικών πρακτικών στην αγορά μέσω πράξεων προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και πράξεων χειραγώγησης της αγοράς.

Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου, όταν αξιολογεί την ισοδυναμία των κανόνων τρίτης χώρας όσον αφορά την υποχρέωση διαπραγμάτευσης που ορίζεται στα άρθρα 23 και 28, η Επιτροπή αξιολογεί επίσης κατά πόσον το νομικό πλαίσιο της τρίτης χώρας προβλέπει κριτήρια για τον χαρακτηρισμό τόπων διαπραγμάτευσης ως επιλέξιμων για συμμόρφωση με την υποχρέωση διαπραγμάτευσης τα οποία να έχουν παρόμοια αποτέλεσμα με αυτά που ορίζονται βάσει του παρόντος κανονισμού ή της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.»·

"

γ)  στην παράγραφο 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«α) τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των αρμόδιων αρχών των σχετικών τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες για τις μη ενωσιακές επιχειρήσεις που έχουν άδεια λειτουργίας σε τρίτες χώρες τις οποίες ζητεί η ΕΑΚΑΑ και, κατά περίπτωση, τις λεπτομέρειες για την περαιτέρω κοινοποίηση των πληροφοριών αυτών στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών εκ μέρους της  ΕΑΚΑΑ·»·

"

δ)  στην παράγραφο 2, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«γ) τις διαδικασίες που αφορούν τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων συμπεριλαμβανομένων ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων τις οποίες μπορεί να πραγματοποιεί η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία η επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες σύμφωνα με το άρθρο 46, όταν είναι απαραίτητο για την εκτέλεση των καθηκόντων της ΕΑΚΑΑ ή των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, έχοντας ενημερώσει δεόντως την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας σχετικά.»·

"

ε)  στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο δ):"

«δ) τις διαδικασίες που αφορούν το αίτημα παροχής πληροφοριών σύμφωνα με τις παραγράφους 6α και 6β του άρθρου 46 το οποίο η ΕΑΚΑΑ μπορεί να υποβάλλει σε επιχείρηση τρίτης χώρας που έχει εγγραφεί στο μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2.»·

"

στ)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5:"

«5. «Η ΕΑΚΑΑ παρακολουθεί τις ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις, τις πρακτικές εφαρμογής και άλλες σχετικές εξελίξεις στην αγορά σε τρίτες χώρες για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση ισοδυναμίας από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 1, προκειμένου να επαληθεύεται κατά πόσον εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων έχουν ληφθεί αποφάσεις. Η  ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή σε ετήσια βάση εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τα πορίσματά της. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί, όποτε το κρίνει σκόπιμο, να συμβουλεύεται την ΕΑΤ σχετικά με την έκθεση.

Η έκθεση αποτυπώνει επίσης τις παρατηρούμενες τάσεις με βάση τα στοιχεία που συλλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 6α, ιδίως όσον αφορά επιχειρήσεις που παρέχουν τις υπηρεσίες ή ασκούν τις δραστηριότητες των σημείων (3) και (6) του παραρτήματος Ι τμήμα A της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.»·

"

ζ)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5α:"

«5α. Με βάση την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο [47 παράγραφος 5], η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τουλάχιστον σε ετήσια βάση. Η έκθεση περιλαμβάνει κατάλογο των αποφάσεων ισοδυναμίας που έλαβε ή ανακάλεσε η Επιτροπή το έτος στο οποίο αναφέρεται η έκθεση, καθώς και τα ενδεχόμενα μέτρα που έλαβε η  ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 49, εξηγεί δε το σκεπτικό στο οποίο στηρίζονται αυτές οι αποφάσεις και τα μέτρα.

Στο πλαίσιο αυτό, η έκθεση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση των ρυθμιστικών και εποπτικών εξελίξεων, των πρακτικών επιβολής της εφαρμογής και άλλων σχετικών εξελίξεων στην αγορά στις τρίτες χώρες για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποφάσεις ισοδυναμίας. Προβαίνει επίσης σε απολογισμό του τρόπου με τον οποίο έχει εξελιχθεί η διασυνοριακή παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από επιχειρήσεις τρίτων χωρών γενικά και ιδίως όσον αφορά τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες των σημείων (3) και (6) του παραρτήματος Ι τμήμα A της οδηγίας  2014/65/ΕΕ. Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης σε εύθετο χρόνο πληροφορίες σχετικά με τις εν εξελίξει αξιολογήσεις ισοδυναμίας που πραγματοποιεί η Επιτροπή όσον αφορά τρίτη χώρα.».

"

6)  Το άρθρο 49 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Άρθρο 49

Μέτρα που λαμβάνει η ΕΑΚΑΑ

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να απαγορεύει προσωρινά ή να περιορίζει την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες από επιχείρηση τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 1 όταν η επιχείρηση τρίτης χώρας δεν συμμορφώνεται με απαγόρευση ή περιορισμό που επιβάλλει η ΕΑΚΑΑ ή η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 40 και το άρθρο 41 ή η αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 42 ή με αίτημα της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφοι 6α και 6β εγκαίρως και με τον δέοντα τρόπο, ή όταν η επιχείρηση τρίτης χώρας δεν συνεργάζεται με έρευνα ή επιτόπια επιθεώρηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 2.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η ΕΑΚΑΑ ανακαλεί την εγγραφή μιας επιχείρησης τρίτης χώρας από το μητρώο που δημιουργείται σύμφωνα με το άρθρο 48, όταν η ΕΑΚΑΑ παρέπεμψε το ζήτημα στην αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας και η εν λόγω αρμόδια αρχή δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα που απαιτούνται για την προστασία των επενδυτών ή την ορθή λειτουργία των αγορών στην Ένωση ή δεν μπόρεσε να τεκμηριώσει ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση τρίτης χώρας συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ισχύουν για αυτήν στην τρίτη χώρα ή με τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων εκδόθηκε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 1, και ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

η ΕΑΚΑΑ έχει βάσιμους λόγους στηριζόμενους σε έγγραφα στοιχεία αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένων αλλά όχι αποκλειστικά των ετήσιων πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 6α, να πιστεύει ότι, κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων στην Ένωση, η επιχείρηση τρίτης χώρας ενεργεί με τρόπο σαφώς επιζήμιο για τα συμφέροντα των επενδυτών ή για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών,

η ΕΑΚΑΑ έχει βάσιμους λόγους στηριζόμενους σε έγγραφα στοιχεία αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένων αλλά όχι αποκλειστικά των ετήσιων πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 6α, να πιστεύει ότι, κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων στην Ένωση, η επιχείρηση τρίτης χώρας έχει υποπέσει σε σοβαρές παραβάσεις των διατάξεων που ισχύουν για αυτήν στην τρίτη χώρα και βάσει των οποίων η Επιτροπή έχει εκδώσει την απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 47 παράγραφος 1.

2α.  Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει εγκαίρως την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας σχετικά με την πρόθεσή της να αναλάβει δράση σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2.

Όταν αποφασίζει σχετικά με την ενδεδειγμένη δράση που πρέπει να λάβει δυνάμει του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ συνεκτιμά τη φύση και τη σοβαρότητα του κινδύνου για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία των αγορών στην Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:

   α) τη διάρκεια και τη συχνότητα του αναδυόμενου κινδύνου·
   β) κατά πόσον ο κίνδυνος αποκάλυψε σοβαρές ή συστημικές αδυναμίες στις διαδικασίες της επιχείρησης τρίτης χώρας·
   γ) αν ένα οικονομικό έγκλημα προκλήθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλον τρόπο να αποδοθεί στον κίνδυνο·
   δ) κατά πόσον ο κίνδυνος εμφανίστηκε εσκεμμένα ή λόγω αμέλειας.

Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή και την επιχείρηση τρίτης χώρας για οποιοδήποτε μέτρο λαμβάνει σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή  2 και δημοσιεύει την απόφασή της στον ιστότοπό της.

Η Επιτροπή εκτιμά κατά πόσον οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 1 εξακολουθούν να ισχύουν σε σχέση με τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα.».

"

7)  Στο άρθρο 52, προστίθεται νέα παράγραφος:"

«13. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020, η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε αποτίμηση των αναγκών σε προσωπικό και πόρους τις οποίες συνεπάγεται η ανάληψη των εξουσιών και καθηκόντων της σύμφωνα με το άρθρο [64] του κανονισμού [IFR], και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.».

"

8)  Η παράγραφος 1 του άρθρου 54 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

1. Οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών μπορούν να εξακολουθήσουν να παρέχουν υπηρεσίες και να ασκούν δραστηριότητες στα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα εθνικά καθεστώτα μέχρι τρία έτη μετά την έκδοση από την Επιτροπή απόφασης που αφορά την εκάστοτε τρίτη χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 47. Οι υπηρεσίες και οι δραστηριότητες που δεν καλύπτονται από τέτοια απόφαση μπορούν να συνεχίσουν να παρέχονται υπό εθνικό καθεστώς.».

"

Άρθρο 65

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 [SRMR]

Στο άρθρο 12α, προστίθεται νέα παράγραφος 3:"

«3. Σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) [----/----IFR], οι παραπομπές στο άρθρο 92 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού νοούνται ως εξής:

   οι παραπομπές στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον συνολικό δείκτη κεφαλαίου στον παρόντα κανονισμό αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) [----/----IFR]·
   οι παραπομπές στο άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά το συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο στον παρόντα κανονισμό αναφέρονται στην ισχύουσα απαίτηση του άρθρου 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) [----/----IFR] πολλαπλασιαζόμενο επί 12,5.

Σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) [----/----IFR], οι παραπομπές στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού νοούνται ως παραπομπές στο άρθρο 40 της οδηγίας ---/---/ΕΕ [IFD].».

"

Άρθρο 66

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 τροποποιείται ως εξής:

1)  Στο άρθρο 4 παράγραφος 2, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:"

«v) όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΕ) ----/---- [IFR] και την οδηγία (ΕΕ) ----/--[IFD], οι αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 5 της οδηγίας (ΕΕ) ----/--[IFD].».

"

ΔΕΚΑΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 67

Έναρξη ισχύος και ημερομηνία εφαρμογής

1.  Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την […] ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.  Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από [18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος].

3.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, το σημείο 2) του άρθρου 64 παράγραφος 1 εφαρμόζεται από την … [ημέρα δημοσίευσης του παρόντος κανονισμού στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης].

4.  Για τους σκοπούς των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων, οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 που περιέχονται σε άλλες πράξεις της Ένωσης θα πρέπει να νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος  μέλος.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1)* ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΥΠΟΣΤΕΙ ΝΟΜΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ.
(2)ΕΕ C 378 της 19.10.2018, σ. 5.
(3)ΕΕ C 262 της 25.7.2018, σ. 35.
(4)Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019.
(5)Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).
(6)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).
(7)Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ. 1).
(8)Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/488 της Επιτροπής, της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, για την τροποποίηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 241/2014 όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις βάσει των παγίων εξόδων (ΕΕ L 78 της 24.3.2015, σ. 1).
(9)Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.
(10)Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα (ΕΕ L 11 της 17.1.2015, σ. 1).
(11)Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).
(12)Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1).
(13)Απόφαση 2004/10/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 2003, για τη σύσταση της ευρωπαϊκής επιτροπής τραπεζών (ΕΕ L 3 της 7.1.2004, σ. 36).
(14)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

Τελευταία ενημέρωση: 26 Απριλίου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου