Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2018/0170(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0179/2019

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0179/2019

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 16/04/2019 - 8.25

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0383

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 377kWORD 106k
Τρίτη 16 Απριλίου 2019 - Στρασβούργο Προσωρινή έκδοση
Έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ***I
P8_TA-PROV(2019)0383A8-0179/2019

Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) όσον αφορά τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την αποτελεσματικότητα των ερευνών της OLAF (COM(2018)0338 – C8-0214/2018 – 2018/0170(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0338),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 325 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και συγκεκριμένα το άρθρο 106α αυτής, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8‑0214/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη 8/2018 του Ευρωπαϊκού  Ελεγκτικού Συνεδρίου(1),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A8-0179/2019),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή   Τροπολογία
Τροπολογία 1
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 1
(1)  Με την έκδοση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου3 και του κανονισμού (EE) 2017/1939 του Συμβουλίου4, η Ένωση ενίσχυσε σημαντικά τα μέσα που διαθέτει για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω του ποινικού δικαίου. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα έχει την εξουσία να διεξάγει ποινικές έρευνες και να απαγγέλλει κατηγορίες σχετικά με ποινικά αδικήματα που θίγουν τον προϋπολογισμό της Ένωσης, όπως ορίζεται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1371, στα συμμετέχοντα κράτη μέλη.
(1)  Με την έκδοση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου3 και του κανονισμού (EE) 2017/1939 του Συμβουλίου4, η Ένωση ενίσχυσε σημαντικά το εναρμονισμένο κανονιστικό πλαίσιο σχετικά με τα μέσα που διαθέτει για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω του ποινικού δικαίου. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελεί βασική προτεραιότητα στους τομείς της ποινικής δικαιοσύνης και της καταπολέμησης της απάτης και θα έχει την εξουσία να διεξάγει ποινικές έρευνες και να απαγγέλλει κατηγορίες σχετικά με ποινικά αδικήματα που θίγουν τον προϋπολογισμό της Ένωσης, όπως ορίζεται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1371, στα συμμετέχοντα κράτη μέλη.
_________________
_________________
3 Οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (ΕΕ L 198 της 28.7.2017, σ. 29).
3 Οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (ΕΕ L 198 της 28.7.2017, σ. 29).
4 Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1).
4 Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1).
Τροπολογία 2
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 2
(2)  Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (η «Υπηρεσία») διεξάγει διοικητικές έρευνες σχετικά με διοικητικές παρατυπίες και αξιόποινες συμπεριφορές. Κατά την ολοκλήρωση των ερευνών της, μπορεί να διατυπώνει συστάσεις δικαστικού χαρακτήρα προς τις εθνικές εισαγγελικές αρχές, με σκοπό τη διευκόλυνση της απαγγελίας κατηγοριών και της άσκησης διώξεων στα κράτη μέλη. Στο μέλλον, στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, θα γνωστοποιεί υπόνοιες περί ποινικών αδικημάτων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και θα συνεργάζεται με αυτήν στο πλαίσιο των ερευνών της.
(2)  Για να προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (η «Υπηρεσία») διεξάγει διοικητικές έρευνες σχετικά με διοικητικές παρατυπίες και αξιόποινες συμπεριφορές. Κατά την ολοκλήρωση των ερευνών της, μπορεί να διατυπώνει συστάσεις δικαστικού χαρακτήρα προς τις εθνικές εισαγγελικές αρχές, με σκοπό τη διευκόλυνση της απαγγελίας κατηγοριών και της άσκησης διώξεων στα κράτη μέλη. Στο μέλλον, στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, θα γνωστοποιεί υπόνοιες περί ποινικών αδικημάτων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και θα συνεργάζεται με αυτήν στο πλαίσιο των ερευνών της.
Τροπολογία 3
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 3
(3)  Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (EE, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου5 θα πρέπει να τροποποιηθεί σε συνέχεια της έκδοσης του κανονισμού (EE) 2017/1939. Οι διατάξεις που διέπουν τη σχέση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Υπηρεσίας στον κανονισμό (EE) 2017/1939 θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται και να συμπληρώνονται από τους κανόνες του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 προκειμένου να διασφαλίζεται το υψηλότερο επίπεδο προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω συνεργειών μεταξύ των δύο οργάνων.
(3)  Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (EE, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου5 θα πρέπει να τροποποιηθεί και να προσαρμοστεί κατάλληλα σε συνέχεια της έκδοσης του κανονισμού (EE) 2017/1939. Οι διατάξεις που διέπουν τη σχέση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Υπηρεσίας στον κανονισμό (EE) 2017/1939 θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται και να συμπληρώνονται από τους κανόνες του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 προκειμένου να διασφαλίζεται το υψηλότερο επίπεδο προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω συνεργειών μεταξύ των δύο οργάνων, με την εφαρμογή των αρχών της στενής συνεργασίας, της ανταλλαγής πληροφοριών, της συμπληρωματικότητας και της αποφυγής της αλληλεπικάλυψης των ενεργειών.
_________________
_________________
5 Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ.1)
5 Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ.1)
Τροπολογία 4
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 5
(5)  Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, η Υπηρεσία, καθώς και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης και οι αρμόδιες εθνικές αρχές, οφείλουν να γνωστοποιούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση αξιόποινη συμπεριφορά ως προς την οποία η Εισαγγελία μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της. Δεδομένου ότι η εντολή της Υπηρεσίας είναι η διεξαγωγή διοικητικών ερευνών σε περιπτώσεις απάτης, διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η Υπηρεσία βρίσκεται στην πλέον κατάλληλη θέση να ενεργεί ως φυσικός εταίρος και προνομιούχος πηγή πληροφοριών για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
(5)  Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, η Υπηρεσία, καθώς και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης και οι αρμόδιες εθνικές αρχές, οφείλουν να γνωστοποιούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση υπόνοιες για αξιόποινη συμπεριφορά ως προς την οποία η Εισαγγελία μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της. Δεδομένου ότι η εντολή της Υπηρεσίας είναι η διεξαγωγή διοικητικών ερευνών σε περιπτώσεις απάτης, διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η Υπηρεσία βρίσκεται στην πλέον κατάλληλη θέση να ενεργεί ως φυσικός εταίρος και προνομιούχος πηγή πληροφοριών για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Τροπολογία 6
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 10
(10)  Στον κανονισμό (EE) 2017/1939 προβλέπεται ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να ζητήσει από την Υπηρεσία τη διεξαγωγή τέτοιου είδους συμπληρωματικών ερευνών. Σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν ζητήσει κάτι τέτοιο, θα πρέπει και πάλι να είναι δυνατή η διενέργεια συμπληρωματικής έρευνας με πρωτοβουλία της Υπηρεσίας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβάλει αντίρρηση στην κίνηση ή τη συνέχιση έρευνας από την Υπηρεσία, ή στην εκτέλεση συγκεκριμένων ερευνητικών ενεργειών από αυτήν. Οι λόγοι για την προβολή αντίρρησης θα πρέπει να βασίζονται στην ανάγκη προστασίας της αποτελεσματικότητας της έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και θα πρέπει να είναι αναλογικοί προς τον σκοπό αυτό. Η Υπηρεσία δεν θα πρέπει να προβαίνει σε ενέργεια για την οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει προβάλει αντίρρηση. Εάν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν προβάλει αντίρρηση, η έρευνα της Υπηρεσίας θα πρέπει να διεξαχθεί σε στενή διαβούλευση με την Εισαγγελία.
(10)  Στον κανονισμό (EE) 2017/1939 προβλέπεται ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να ζητήσει από την Υπηρεσία τη διεξαγωγή τέτοιου είδους συμπληρωματικών ερευνών. Σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν ζητήσει κάτι τέτοιο, θα πρέπει και πάλι να είναι δυνατή η διενέργεια συμπληρωματικής έρευνας με πρωτοβουλία της Υπηρεσίας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μετά από διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβάλει αντίρρηση στην κίνηση ή τη συνέχιση έρευνας από την Υπηρεσία, ή στην εκτέλεση συγκεκριμένων ερευνητικών ενεργειών από αυτήν. Οι λόγοι για την προβολή αντίρρησης θα πρέπει να βασίζονται στην ανάγκη προστασίας της αποτελεσματικότητας της έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και θα πρέπει να είναι αναλογικοί προς τον σκοπό αυτό. Η Υπηρεσία δεν θα πρέπει να προβαίνει σε ενέργεια για την οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει προβάλει αντίρρηση. Εάν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συναινεί με την αίτηση, η έρευνα της Υπηρεσίας θα πρέπει να διεξαχθεί σε στενή διαβούλευση με την Εισαγγελία.
Τροπολογία 7
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 12
(12)  Για τη διασφάλιση του αποτελεσματικού συντονισμού μεταξύ της Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, θα πρέπει να πραγματοποιείται μεταξύ τους ανταλλαγή πληροφοριών σε συνεχή βάση. Η ανταλλαγή πληροφοριών στα στάδια που προηγούνται της κίνησης των ερευνών από την Υπηρεσία και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ιδιαιτέρως σημαντική για τη διασφάλιση του κατάλληλου συντονισμού μεταξύ των αντίστοιχων ενεργειών και για την αποφυγή των αλληλεπικαλύψεων. Η Υπηρεσία και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να προσδιορίσουν τους τρόπους και τους όρους της εν λόγω ανταλλαγής πληροφοριών στους οικείους διακανονισμούς εργασίας.
(12)  Για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του συντονισμού, της συνεργασίας και της διαφάνειας μεταξύ της Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, θα πρέπει να πραγματοποιείται μεταξύ τους ανταλλαγή πληροφοριών σε συνεχή βάση. Η ανταλλαγή πληροφοριών στα στάδια που προηγούνται της κίνησης των ερευνών από την Υπηρεσία και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ιδιαιτέρως σημαντική για τη διασφάλιση του κατάλληλου συντονισμού μεταξύ των αντίστοιχων ενεργειών για τη διασφάλιση της συμπληρωματικότητας και για την αποφυγή των αλληλεπικαλύψεων. Για τον σκοπό αυτό, η Υπηρεσία και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να κάνουν χρήση της λειτουργίας σύμπτωσης/απουσίας (hit/no-hit) των οικείων συστημάτων διαχείρισης υποθέσεων. Η Υπηρεσία και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να προσδιορίσουν τους τρόπους και τους όρους της εν λόγω ανταλλαγής πληροφοριών στους οικείους διακανονισμούς εργασίας.
Τροπολογία 8
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 14
(14)  Είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστούν τα πλέον αδιαμφισβήτητα πορίσματα της αξιολόγησης της Επιτροπής μέσω της τροποποίησης του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013. Πρόκειται για ουσιώδεις αλλαγές οι οποίες είναι αναγκαίες βραχυπρόθεσμα ώστε να ενισχυθεί το πλαίσιο των ερευνών της Υπηρεσίας, προκειμένου να διατηρηθεί μια ισχυρή Υπηρεσία σε πλήρη λειτουργία που να συμπληρώνει με διοικητικές έρευνες την προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με βάση το ποινικό δίκαιο, αλλά οι οποίες δεν συνεπάγονται αλλαγή στην εντολή ή στις εξουσίες της Υπηρεσίας. Αφορούν κυρίως τομείς στους οποίους, επί του παρόντος, η έλλειψη σαφήνειας του κανονισμού παρεμποδίζει την αποτελεσματική διεξαγωγή των ερευνών της Υπηρεσίας, όπως η διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων, η δυνατότητα πρόσβασης σε στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών ή το παραδεκτό των εκθέσεων που καταρτίζει η Υπηρεσία σχετικά με υποθέσεις ως αποδεικτικών στοιχείων.
(14)  Είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστούν τα πλέον αδιαμφισβήτητα πορίσματα της αξιολόγησης της Επιτροπής μέσω της τροποποίησης του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013. Πρόκειται για ουσιώδεις αλλαγές οι οποίες είναι αναγκαίες βραχυπρόθεσμα ώστε να ενισχυθεί το πλαίσιο των ερευνών της Υπηρεσίας, προκειμένου να διατηρηθεί μια ισχυρή Υπηρεσία σε πλήρη λειτουργία που να συμπληρώνει με διοικητικές έρευνες την προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με βάση το ποινικό δίκαιο, αλλά οι οποίες δεν συνεπάγονται αλλαγή στην εντολή ή στις εξουσίες της Υπηρεσίας. Αφορούν κυρίως τομείς στους οποίους, επί του παρόντος, η έλλειψη σαφήνειας του κανονισμού παρεμποδίζει την αποτελεσματική διεξαγωγή των ερευνών της Υπηρεσίας, όπως η διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων, η δυνατότητα πρόσβασης σε στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών ή το παραδεκτό των εκθέσεων που καταρτίζει η Υπηρεσία σχετικά με υποθέσεις ως αποδεικτικών στοιχείων. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει νέα ολοκληρωμένη πρόταση το αργότερο δύο χρόνια μετά την αξιολόγηση τόσο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όσο και της Υπηρεσίας, καθώς και της συνεργασίας τους.
Τροπολογία 9
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 24
(24)  Στις εσωτερικές έρευνες και, όπου απαιτείται, σε εξωτερικές έρευνες η Υπηρεσία διαθέτει πρόσβαση σε κάθε σχετική πληροφορία την οποία κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί. Είναι αναγκαίο, όπως προτείνεται και στην αξιολόγηση της Επιτροπής, να διευκρινιστεί ότι η πρόσβαση αυτή θα πρέπει να είναι εφικτή ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένες οι πληροφορίες ή τα δεδομένα αυτά, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξελισσόμενη πρόοδος της τεχνολογίας.
(24)  Στις εσωτερικές έρευνες και, όπου απαιτείται, σε εξωτερικές έρευνες η Υπηρεσία διαθέτει πρόσβαση σε κάθε σχετική πληροφορία την οποία κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί. Είναι αναγκαίο, όπως προτείνεται και στην αξιολόγηση της Επιτροπής, να διευκρινιστεί ότι η πρόσβαση αυτή θα πρέπει να είναι εφικτή ανεξαρτήτως του είδους του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένες οι πληροφορίες ή τα δεδομένα αυτά, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξελισσόμενη πρόοδος της τεχνολογίας.
Τροπολογία 10
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 26 α (νέα)
(26α)   Προκειμένου να δώσει προσοχή στην προστασία και στον σεβασμό των διαδικαστικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων, η Υπηρεσία θα πρέπει να δημιουργήσει ένα εσωτερικό αξίωμα υπό τη μορφή του Ελεγκτή διαδικαστικών εγγυήσεων και να του παράσχει επαρκείς πόρους. Ο Ελεγκτής διαδικαστικών εγγυήσεων θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του.
Τροπολογία 11
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 26 β (νέα)
(26β)   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει μηχανισμό υποβολής καταγγελιών για την Υπηρεσία, σε συνεργασία με τον Ελεγκτή διαδικαστικών εγγυήσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται ο σεβασμός των διαδικαστικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων σε όλες τις δραστηριότητες της Υπηρεσίας. Αυτός θα πρέπει να είναι ένας διοικητικός μηχανισμός στο πλαίσιο του οποίου ο Ελεγκτής θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για τη διεκπεραίωση των καταγγελιών που λαμβάνει η Υπηρεσία σύμφωνα με το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση. Ο μηχανισμός θα πρέπει να είναι αποτελεσματικός και να εξασφαλίζει ότι δίνεται η δέουσα συνέχεια στις καταγγελίες. Προκειμένου να ενισχυθούν η διαφάνεια και η λογοδοσία, η Υπηρεσία θα πρέπει να περιλαμβάνει στην ετήσια έκθεσή της πληροφορίες σχετικά με τον μηχανισμό υποβολής καταγγελιών. Αυτός θα πρέπει να καλύπτει ιδίως τον αριθμό των καταγγελιών που έλαβε, τους τύπους των διαδικαστικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων, τις δραστηριότητες κατά τις οποίες σημειώθηκαν, και όπου αυτό είναι δυνατόν, τα επακόλουθα μέτρα που έλαβε η Υπηρεσία.
Τροπολογία 12
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 29
(29)  Η εντολή της Υπηρεσίας περιλαμβάνει την προστασία των εσόδων του προϋπολογισμού της Ένωσης που προκύπτουν από ιδίους πόρους ΦΠΑ. Στον τομέα αυτόν, η Υπηρεσία θα πρέπει να είναι σε θέση να στηρίζει και να συμπληρώνει τις δραστηριότητες των κρατών μελών μέσω ερευνών που διεξάγονται σύμφωνα με την εντολή της, μέσω του συντονισμού των εθνικών αρμόδιων αρχών σε σύνθετες, διακρατικές υποθέσεις, και μέσω της παροχής στήριξης και συνδρομής προς τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Για τον σκοπό αυτό, η Υπηρεσία θα πρέπει να μπορεί να ανταλλάσσει πληροφορίες μέσω του δικτύου Eurofisc, το οποίο δημιουργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 904/2010 του Συμβουλίου9 με σκοπό την προώθηση και τη διευκόλυνση της συνεργασίας για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ.
(29)  Η εντολή της Υπηρεσίας περιλαμβάνει την προστασία των εσόδων του προϋπολογισμού της Ένωσης που προκύπτουν από ιδίους πόρους ΦΠΑ. Στον τομέα αυτόν, η Υπηρεσία θα πρέπει να είναι σε θέση να στηρίζει και να συμπληρώνει τις δραστηριότητες των κρατών μελών μέσω ερευνών που διεξάγονται σύμφωνα με την εντολή της, μέσω του συντονισμού των εθνικών αρμόδιων αρχών σε σύνθετες, διακρατικές υποθέσεις, και μέσω της παροχής στήριξης και συνδρομής προς τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Για τον σκοπό αυτό, η Υπηρεσία θα πρέπει να μπορεί να ανταλλάσσει πληροφορίες μέσω του δικτύου Eurofisc, το οποίο δημιουργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 904/2010 του Συμβουλίου9, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με σκοπό την προώθηση και τη διευκόλυνση της συνεργασίας για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ.
_________________
_________________
9 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 904/2010 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2010, για τη διοικητική συνεργασία και την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας, ΕΕ L 268 της 12.10.2010, σ. 1–18.
9 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 904/2010 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2010, για τη διοικητική συνεργασία και την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας, ΕΕ L 268 της 12.10.2010, σ. 1–18.
Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39).
Τροπολογία 13
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 32 α (νέα)
(32α)   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών παρέχουν στην Υπηρεσία την αναγκαία υποστήριξη για την εκτέλεση των καθηκόντων της. Όταν η Υπηρεσία εκδίδει δικαστικές συστάσεις προς τις εθνικές διωκτικές αρχές ενός κράτους μέλους και δεν δίδεται συνέχεια, το κράτος μέλος θα πρέπει να αιτιολογεί την απόφασή του στην Υπηρεσία. Μία φορά κατ’ έτος, η Υπηρεσία θα πρέπει να συντάσσει έκθεση, προκειμένου να ενημερώνει για τη βοήθεια που παρέχουν τα κράτη μέλη και τη συνέχεια που δίδεται στις συστάσεις για δικαστική δράση.
Τροπολογία 14
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 32 β (νέα)
(32β)   Για τη συμπλήρωση των διαδικαστικών κανόνων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό σχετικά με τη διεξαγωγή ερευνών, η Υπηρεσία θα πρέπει να θεσπίσει τον διαδικαστικό κώδικα για τις έρευνες, τον οποίο θα πρέπει να ακολουθεί το προσωπικό της Υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τη θέσπιση διαδικαστικού κώδικα, με την επιφύλαξη της ανεξαρτησίας της Υπηρεσίας κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει να καλύπτουν, ειδικότερα, τις πρακτικές που πρέπει να τηρούνται κατά την εκτέλεση της εντολής και την εφαρμογή του καταστατικού της Υπηρεσίας, λεπτομερείς κανόνες για τις διαδικασίες έρευνας και τις επιτρεπόμενες ενέργειες στο πλαίσιο των ερευνών, τα νόμιμα δικαιώματα των ενδιαφερομένων· διαδικαστικές εγγυήσεις, διατάξεις που σχετίζονται με την προστασία των δεδομένων και πολιτικές που αφορούν την επικοινωνία και την πρόσβαση σε έγγραφα, διατάξεις που αφορούν τον έλεγχο νομιμότητας και τα ένδικα μέσα που είναι διαθέσιμα στους ενδιαφερόμενους, τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Έχει ιδιαίτερη σημασία να διεξάγει η Υπηρεσία τις δέουσες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια του προπαρασκευαστικού έργου της, συμπεριλαμβανομένων διαβουλεύσεων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξασφαλίζει ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
Τροπολογία 15
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 32 γ (νέα)
(32γ)   Το αργότερο πέντε έτη μετά την ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 120 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ιδίως σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα της συνεργασίας μεταξύ της Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Τροπολογία 16
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο -1 (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος
(-1)  Στο άρθρο 1, η εισαγωγική φράση της παραγράφου 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
1.  Προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (εφεξής αποκαλούμενων από κοινού, όταν απαιτείται από το κείμενο, «Ένωση»), η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης, η οποία δημιουργήθηκε με την απόφαση 1999/352/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ («Υπηρεσία»), ασκεί τις εξουσίες διενέργειας ερευνών που ανατίθενται στην Επιτροπή από:
«1. Προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας ή παρατυπίας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (εφεξής αποκαλούμενων από κοινού, όταν απαιτείται από το κείμενο, «Ένωση»), η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης, η οποία δημιουργήθηκε με την απόφαση 1999/352/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ («Υπηρεσία»), ασκεί τις εξουσίες διενέργειας ερευνών που ανατίθενται στην Επιτροπή από:
Τροπολογία 17
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο -1 α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 1 – παράγραφος 2
(-1α) Στο άρθρο 1, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
2.  Η Υπηρεσία παρέχει στα κράτη μέλη τη συνδρομή της Επιτροπής για να οργανώσουν στενή και τακτική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών τους, προκειμένου να συντονίσουν τη δράση τους με στόχο την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης από την απάτη. Η Υπηρεσία συμβάλλει στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη μεθόδων πρόληψης και καταπολέμησης της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η Υπηρεσία προωθεί και συντονίζει, με τα κράτη μέλη και μεταξύ αυτών, την ανταλλαγή επιχειρησιακής πείρας και βέλτιστων διαδικαστικών πρακτικών στον τομέα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και στηρίζει κοινές δράσεις για την καταπολέμηση της απάτης που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη σε προαιρετική βάση.
«2. Η Υπηρεσία παρέχει στα κράτη μέλη τη συνδρομή της Επιτροπής για να οργανώσουν στενή και τακτική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών τους, προκειμένου να συντονίσουν τη δράση τους με στόχο την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης από την απάτη. Η Υπηρεσία συμβάλλει στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη μεθόδων πρόληψης και καταπολέμησης της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας ή παρατυπίας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η Υπηρεσία προωθεί και συντονίζει, με τα κράτη μέλη και μεταξύ αυτών, την ανταλλαγή επιχειρησιακής πείρας και βέλτιστων διαδικαστικών πρακτικών στον τομέα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και στηρίζει κοινές δράσεις για την καταπολέμηση της απάτης που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη σε προαιρετική βάση.
Τροπολογία 18
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο -1 β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο δ
(-1β) στο άρθρο 1, το στοιχείο δ) της παραγράφου 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
δ)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001
«δ) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725·»
Τροπολογία 19
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο -1 γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο δ α (νέο)
(-1γ) Στο άρθρο 1 προστίθεται το στοιχείο δ a) στην παράγραφο 3:
«δα) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.»
Τροπολογία 20
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο -1 δ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 1 – παράγραφος 4
(-1δ) Στο άρθρο 1, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
4.  Η Υπηρεσία διενεργεί διοικητικές έρευνες με σκοπό την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών που ιδρύθηκαν από τις Συνθήκες ή βάσει αυτών («θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί»). Προς τούτο, διερευνά σοβαρές υποθέσεις σχετικές με την άσκηση επαγγελματικών καθηκόντων οι οποίες συνιστούν παράλειψη των υποχρεώσεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ένωσης και οι οποίες είναι ικανές να επισύρουν πειθαρχική ή, ενδεχομένως, ποινική δίωξη, ή ανάλογη παράλειψη υποχρεώσεων μελών θεσμικών και λοιπών οργάνων, διευθυντικών στελεχών λοιπών οργάνων ή οργανισμών ή μελών του προσωπικού θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών που δεν υπάγονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης (καλούμενων εφεξής από κοινού «υπάλληλοι, μέλη του λοιπού προσωπικού, μέλη θεσμικών ή λοιπών οργάνων, διευθυντικά στελέχη λοιπών οργάνων ή οργανισμών ή μέλη του προσωπικού»).
«4. Η Υπηρεσία διενεργεί διοικητικές έρευνες με σκοπό την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας ή παρατυπίας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών που ιδρύθηκαν από τις Συνθήκες ή βάσει αυτών («θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί») και με την επιφύλαξη του άρθρου 12δ. Προς τούτο, διερευνά σοβαρές υποθέσεις σχετικές με την άσκηση επαγγελματικών καθηκόντων οι οποίες συνιστούν παράλειψη των υποχρεώσεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ένωσης και οι οποίες είναι ικανές να επισύρουν πειθαρχική ή, ενδεχομένως, ποινική δίωξη, ή ανάλογη παράλειψη υποχρεώσεων μελών θεσμικών και λοιπών οργάνων, διευθυντικών στελεχών λοιπών οργάνων ή οργανισμών ή μελών του προσωπικού θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών που δεν υπάγονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης (καλούμενων εφεξής από κοινού «υπάλληλοι, μέλη του λοιπού προσωπικού, μέλη θεσμικών ή λοιπών οργάνων, διευθυντικά στελέχη λοιπών οργάνων ή οργανισμών ή μέλη του προσωπικού»).
Τροπολογία 21
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 1
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 1 – παράγραφος 4α
4α.  Η Υπηρεσία συνάπτει και διατηρεί στενή σχέση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία η οποία συστήνεται στο πλαίσιο της ενισχυμένης συνεργασίας με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου13. Η σχέση αυτή βασίζεται στην αμοιβαία συνεργασία και στην ανταλλαγή πληροφοριών. Έχει ιδίως ως σκοπό να διασφαλίσει ότι γίνεται χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μέσω της συμπληρωματικότητας των αντίστοιχων εντολών τους και της στήριξης της Υπηρεσίας προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
4α.  Η Υπηρεσία συνάπτει και διατηρεί στενή σχέση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία η οποία συστήνεται στο πλαίσιο της ενισχυμένης συνεργασίας με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου13. Η σχέση αυτή βασίζεται στην αμοιβαία συνεργασία, τη συμπληρωματικότητα, την αποφυγή των αλληλεπικαλύψεων και στην ανταλλαγή πληροφοριών. Έχει ιδίως ως σκοπό να διασφαλίσει ότι γίνεται χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μέσω της συμπληρωματικότητας των αντίστοιχων εντολών τους και της στήριξης της Υπηρεσίας προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
_________________
_________________
13 Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1).
13 Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1).
Τροπολογία 22
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 1 α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 1 – παράγραφος 5
(1a)  Στο άρθρο 1, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
5.  Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί μπορούν να συνάπτουν διοικητικούς διακανονισμούς με την Υπηρεσία. Οι εν λόγω διακανονισμοί μπορούν να αφορούν ιδίως τη διαβίβαση πληροφοριών και τη διεξαγωγή ερευνών.
«5. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί μπορούν να συνάπτουν διοικητικούς διακανονισμούς με την Υπηρεσία. Οι εν λόγω διακανονισμοί μπορούν να αφορούν ιδίως τη διαβίβαση πληροφοριών, τη διεξαγωγή ερευνών και τη συνέχεια που δίνεται σε αυτές
Τροπολογία 23
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 1 β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 2
(1β)   στο άρθρο 2, το σημείο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
(2)  ως «παρατυπία» νοείται η «παρατυπία» όπως ορίζεται άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95·
«(2) ως «παρατυπία» νοείται η «παρατυπία» όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95, συμπεριλαμβανομένων των παραβάσεων που θίγουν τα έσοδα από τον φόρο προστιθέμενης αξίας·»
Τροπολογία 24
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 1 γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 3
(1γ)  Στο άρθρο 2, το σημείο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
(3)  οι όροι «απάτη, διαφθορά και κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης» έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στις σχετικές πράξεις της Ένωσης·
«(3) οι όροι «απάτη, διαφθορά και κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα ή παρατυπία εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης» έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στις σχετικές πράξεις της Ένωσης·»
Τροπολογία 25
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 2 α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 5
(2a)  Στο άρθρο 2, το σημείο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
(5)  ως «ενδιαφερόμενος» νοείται κάθε πρόσωπο ή οικονομικός φορέας ύποπτος απάτης, διαφθοράς ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και ως εκ τούτου αντικείμενο έρευνας της Υπηρεσίας·
«(5) ως «ενδιαφερόμενος» νοείται κάθε πρόσωπο ή οικονομικός φορέας ύποπτος απάτης, διαφθοράς ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας ή παρατυπίας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και ως εκ τούτου αντικείμενο έρευνας της Υπηρεσίας·»
Τροπολογία 26
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 2 β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 7 α (νέο)
(2β)  Στο άρθρο 2, προστίθεται το ακόλουθο σημείο 7α):
«7a. ως «μέλος θεσμικού οργάνου της ΕΕ» νοείται μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, εκπρόσωπος κράτους μέλους σε υπουργικό επίπεδο στο Συμβούλιο, μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μέλος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση.»
Τροπολογία 27
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 2 γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 2 – εδάφιο 1 – σημείο 7 β (νέο)
(2γ)  Στο άρθρο 2 προστίθεται το ακόλουθο σημείο 7β:
«7β. Ως «ίδια πραγματικά περιστατικά» νοούνται παρόμοια πραγματικά περιστατικά κατά την έννοια μιας σειράς συγκεκριμένων περιστάσεων που συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους και μπορούν, στο σύνολό τους, να στοιχειοθετούν στοιχεία έρευνας αδικοπραξίας που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Υπηρεσίας ή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.»
Τροπολογία 28
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 3
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 3 – τίτλος
Εξωτερικές έρευνες
Έλεγχοι και εξακριβώσεις επιτοπίως στα κράτη μέλη και στις τρίτες χώρες
Τροπολογία 29
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 3
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 3 – παράγραφος 1
1.  Εντός του πεδίου εφαρμογής που ορίζεται στο άρθρο 1 και στο άρθρο 2 σημεία 1 και 3, η Υπηρεσία διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις στα κράτη μέλη και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής και κάθε άλλο ισχύον νομικό μέσο, σε τρίτες χώρες και σε εγκαταστάσεις διεθνών οργανισμών.
1.  Εντός του πεδίου εφαρμογής που ορίζεται στο άρθρο 1, η Υπηρεσία διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις στα κράτη μέλη και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής και κάθε άλλο ισχύον νομικό μέσο, σε τρίτες χώρες και σε εγκαταστάσεις διεθνών οργανισμών.
Τροπολογία 30
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 3
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 3 – παράγραφος 3
3.  Οι οικονομικοί φορείς συνεργάζονται με την Υπηρεσία κατά τη διάρκεια των ερευνών της. Η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει προφορική ενημέρωση, μεταξύ άλλων με συνεντεύξεις, και γραπτή ενημέρωση από οικονομικούς φορείς.
3.  Οι οικονομικοί φορείς συνεργάζονται με την Υπηρεσία κατά τη διάρκεια των ερευνών της. Η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει προφορική και γραπτή ενημέρωση από οικονομικούς φορείς, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο β).
Τροπολογία 31
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 3
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 3 – παράγραφος 6 – εδάφιο 1
Μετά από αίτημα της Υπηρεσίας, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους παρέχει στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας την απαιτούμενη συνδρομή για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως εξειδικεύονται στη γραπτή εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παράγραφος 2.
Μετά από αίτημα της Υπηρεσίας, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους παρέχει χωρίς περιττή χρονοτριβή στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας την απαιτούμενη συνδρομή για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως εξειδικεύονται στη γραπτή εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παράγραφος 2.
Τροπολογία 32
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 3
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 3 – παράγραφος 6 – εδάφιο 2
Το οικείο κράτος μέλος μεριμνά ώστε, σύμφωνα με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας να έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία και έγγραφο που σχετίζεται με την υπόθεση η οποία αποτελεί αντικείμενο της έρευνας και που αποδεικνύεται αναγκαίο για την ορθή και αποτελεσματική διεξαγωγή των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, και ώστε να μπορούν να αναλάβουν τη διαφύλαξη αυτών των εγγράφων ή πληροφοριών προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος εξαφάνισής τους.
Το οικείο κράτος μέλος μεριμνά ώστε, σύμφωνα με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας να έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία, έγγραφο και στοιχείο που σχετίζεται με την υπόθεση η οποία αποτελεί αντικείμενο της έρευνας και που αποδεικνύεται αναγκαίο για την ορθή και αποτελεσματική διεξαγωγή των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, και ώστε να μπορούν να αναλάβουν τη διαφύλαξη αυτών των εγγράφων ή πληροφοριών προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος εξαφάνισής τους. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται ιδιωτικές συσκευές για σκοπούς εργασίας, οι εν λόγω συσκευές υπόκεινται σε έρευνες από την Υπηρεσία, μόνο εφόσον η Υπηρεσία έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι το περιεχόμενό τους ενδέχεται να έχει ενδιαφέρον για την έρευνα.
Τροπολογία 33
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 3
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 3 – παράγραφος 7 α (νέα)
7α.   Εάν αποδεδειγμένα ένα κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με την υποχρέωσή του να συνεργαστεί δυνάμει των παραγράφων 6 και 7, η Ένωση έχει το δικαίωμα να ανακτήσει το ποσό που σχετίζεται με τον εν λόγω επιτόπιο έλεγχο ή την εξακρίβωση.
Τροπολογία 34
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 3
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 3 – παράγραφος 9
9.  Κατά τη διάρκεια εξωτερικής έρευνας, η Υπηρεσία δύναται να έχει πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες και τα δεδομένα που έχουν στην κατοχή τους τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και που συνδέονται με την υπόθεση η οποία αποτελεί αντικείμενο της έρευνας, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αυτά είναι αποθηκευμένα, όταν αυτό είναι αναγκαίο για τη διαπίστωση απάτης, διαφθοράς ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Προς τούτο εφαρμόζεται το άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 4.
διαγράφεται
Τροπολογία 35
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 3
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 3 – παράγραφος 10
10.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 12γ παράγραφος 1, όταν, προτού αποφασιστεί η έναρξη εξωτερικής έρευνας, η Υπηρεσία χειρίζεται πληροφορίες από τις οποίες εικάζεται απάτη, διαφθορά ή άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μπορεί να ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους και, εφόσον απαιτείται, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς.
διαγράφεται
Με την επιφύλαξη των τομεακών κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών μεριμνούν για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, στα οποία μπορεί να συμμετέχει η Υπηρεσία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Κατόπιν σχετικής αίτησης, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών ενημερώνουν την Υπηρεσία για τα ληφθέντα μέτρα και τις διαπιστώσεις τους βάσει των αναφερόμενων στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου πληροφοριών.
Τροπολογία 36
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 –εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο -α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – τίτλος
-α) στο άρθρο 4, ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Εσωτερικές έρευνες
«Περαιτέρω διατάξεις για τις έρευνες»
Τροπολογία 37
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 –εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο -α α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – παράγραφος 1
-αα) στο άρθρο 4, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
1.  Στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1, η Υπηρεσία διενεργεί διοικητικές έρευνες εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών («εσωτερικές έρευνες»).
«1. Διοικητικές έρευνες εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1 διενεργούνται σύμφωνα με τους όρους του παρόντος κανονισμού και των αποφάσεων που εκδίδονται από τα αντίστοιχα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς.»
Οι εν λόγω εσωτερικές έρευνες διενεργούνται σύμφωνα με τους όρους του παρόντος κανονισμού και των αποφάσεων που εκδίδονται από τα αντίστοιχα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς.
Τροπολογία 38
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – εισαγωγικό μέρος
2.  Κατά τη διάρκεια εσωτερικών ερευνών:
2.  Κατά τη διάρκεια ερευνών:
Τροπολογία 39
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 –εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – στοιχείο α
α)  η Υπηρεσία δικαιούται άμεσης πρόσβασης, χωρίς προειδοποίηση, σε κάθε σχετική πληροφορία και κάθε σχετικό δεδομένο που κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αυτά είναι αποθηκευμένα, καθώς και στις εγκαταστάσεις αυτών. Η Υπηρεσία έχει το δικαίωμα να ελέγχει τα λογιστικά των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών. Η Υπηρεσία μπορεί να λαμβάνει αντίγραφα και αποσπάσματα κάθε εγγράφου ή του περιεχομένου κάθε μέσου αποθήκευσης πληροφοριών που κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και, εάν χρειάζεται, να αναλαμβάνει τη διαφύλαξη αυτών των εγγράφων ή πληροφοριών, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος εξαφάνισής τους·
α)  η Υπηρεσία δικαιούται άμεσης πρόσβασης, χωρίς προειδοποίηση, οπουδήποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο για τη διαπίστωση απάτης, διαφθοράς ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας ή παρατυπίας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, σε κάθε σχετική πληροφορία και κάθε σχετικό δεδομένο που συνδέεται με την υπόθεση η οποία αποτελεί αντικείμενο της έρευνας και που κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί, ανεξαρτήτως του τύπου του μέσου στο οποίο αυτά είναι αποθηκευμένα, καθώς και στις εγκαταστάσεις αυτών. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται ιδιωτικές συσκευές για σκοπούς εργασίας, οι εν λόγω συσκευές υπόκεινται σε έρευνες από την Υπηρεσία, μόνο εφόσον η Υπηρεσία έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι το περιεχόμενό τους ενδέχεται να έχει ενδιαφέρον για την έρευνα. Η Υπηρεσία έχει το δικαίωμα να ελέγχει τα λογιστικά των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών. Η Υπηρεσία μπορεί να λαμβάνει αντίγραφα και αποσπάσματα κάθε εγγράφου ή του περιεχομένου κάθε μέσου αποθήκευσης πληροφοριών που κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και, εάν χρειάζεται, να αναλαμβάνει τη διαφύλαξη αυτών των εγγράφων ή πληροφοριών, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος εξαφάνισής τους·
Τροπολογία 40
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – στοιχείο β
β)  η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει προφορική ενημέρωση, μεταξύ άλλων με συνεντεύξεις, και γραπτή ενημέρωση από υπαλλήλους, μέλη του λοιπού προσωπικού, μέλη θεσμικών ή λοιπών οργάνων, διευθυντικά στελέχη λοιπών οργάνων ή οργανισμών ή μέλη του προσωπικού.»·
β)  η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει προφορική ενημέρωση, μεταξύ άλλων με συνεντεύξεις, και γραπτή ενημέρωση από οικονομικούς φορείς, υπαλλήλους, μέλη του λοιπού προσωπικού, μέλη θεσμικών ή λοιπών οργάνων, διευθυντικά στελέχη λοιπών οργάνων ή οργανισμών ή μέλη του προσωπικού, ενδελεχώς τεκμηριωμένη σύμφωνα με τα συνήθη πρότυπα εμπιστευτικότητας και τα ενωσιακά πρότυπα προστασίας των δεδομένων. Οι οικονομικοί φορείς συνεργάζονται με την Υπηρεσία.
Τροπολογία 41
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – παράγραφος 3
β)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
β)  η παράγραφος 3 διαγράφεται·
«3. Σύμφωνα με το άρθρο 3, η Υπηρεσία μπορεί να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις στις εγκαταστάσεις οικονομικών φορέων, ώστε να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικές με την υπόθεση που αποτελεί αντικείμενο εσωτερικής έρευνας.»·
Τροπολογία 42
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο β α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – παράγραφος 4
βα)  στο άρθρο 4, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
4.  Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί ενημερώνονται όταν οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας διενεργούν εσωτερική έρευνα στις εγκαταστάσεις τους ή συμβουλεύονται έγγραφο ή ζητούν πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή τους. Με την επιφύλαξη των άρθρων 10 και 11, η Υπηρεσία δύναται να διαβιβάζει, ανά πάσα στιγμή, στα οικεία θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς, τις πληροφορίες που έλαβε κατά τη διάρκεια εσωτερικών ερευνών.
«4. Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί ενημερώνονται όταν οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας διενεργούν εσωτερική έρευνα στις εγκαταστάσεις τους ή συμβουλεύονται έγγραφο ή στοιχείο ή ζητούν πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή τους. Με την επιφύλαξη των άρθρων 10 και 11, η Υπηρεσία δύναται να διαβιβάζει, ανά πάσα στιγμή, στα οικεία θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς, τις πληροφορίες που έλαβε κατά τη διάρκεια ερευνών.»
Τροπολογία 43
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο β β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – παράγραφος 5
ββ)  Στο άρθρο 4, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
5.  Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί θεσπίζουν τις κατάλληλες διαδικασίες και λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν, σε όλα τα στάδια, τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εσωτερικών ερευνών.
«5. Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί θεσπίζουν τις κατάλληλες διαδικασίες και λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν, σε όλα τα στάδια, τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των ερευνών.»
Τροπολογία 44
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο β γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – παράγραφος 6 – εδάφιο 1
βγ)  στο άρθρο 4 παράγραφος 6, το εδάφιο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Όταν από τις εσωτερικές έρευνες προκύπτει ότι υπάλληλος, μέλος του λοιπού προσωπικού, μέλος θεσμικού οργάνου ή λοιπών οργάνων, διευθυντικό στέλεχος λοιπών οργάνων ή οργανισμού ή μέλος του προσωπικού μπορεί να αποτελεί ενδιαφερόμενο, ενημερώνεται σχετικά το θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός στον οποίο ανήκει το εν λόγω πρόσωπο.
«Όταν από τις έρευνες προκύπτει ότι υπάλληλος, μέλος του λοιπού προσωπικού, μέλος θεσμικού οργάνου ή λοιπών οργάνων, διευθυντικό στέλεχος λοιπών οργάνων ή οργανισμού ή μέλος του προσωπικού μπορεί να αποτελεί ενδιαφερόμενο, ενημερώνεται σχετικά το θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός στον οποίο ανήκει το εν λόγω πρόσωπο.»
Τροπολογία 45
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο β δ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – παράγραφος 6 – εδάφιο 2
βδ)  στο άρθρο 4 παράγραφος 6, το εδάφιο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Όταν δεν διασφαλίζεται ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της εσωτερικής έρευνας με τη χρησιμοποίηση των συνήθων μέσων επικοινωνίας, η Υπηρεσία χρησιμοποιεί ενδεδειγμένους εναλλακτικούς τρόπους διαβίβασης πληροφοριών.
«Όταν δεν διασφαλίζεται ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της έρευνας με τη χρησιμοποίηση των συνήθων μέσων επικοινωνίας, η Υπηρεσία χρησιμοποιεί ενδεδειγμένους εναλλακτικούς τρόπους διαβίβασης πληροφοριών.»
Τροπολογία 46
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο β ε (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – παράγραφος 7
βε)  Στο άρθρο 4, η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
7.  Η απόφαση που λαμβάνεται από κάθε θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό κατά την παράγραφο 1 περιλαμβάνει ειδικότερα κανόνα που αφορά την υποχρέωση των υπαλλήλων, των μελών του λοιπού προσωπικού, των μελών θεσμικών ή λοιπών οργάνων, των διευθυντικών στελεχών λοιπών οργάνων ή οργανισμών ή των μελών του προσωπικού να συνεργάζονται με την Υπηρεσία και να την ενημερώνουν, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της εσωτερικής έρευνας.
«7. Η απόφαση που λαμβάνεται από κάθε θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό κατά την παράγραφο 1 περιλαμβάνει ειδικότερα κανόνα που αφορά την υποχρέωση των υπαλλήλων, των μελών του λοιπού προσωπικού, των μελών θεσμικών ή λοιπών οργάνων, των διευθυντικών στελεχών λοιπών οργάνων ή οργανισμών ή των μελών του προσωπικού να συνεργάζονται με την Υπηρεσία και να την ενημερώνουν, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της έρευνας.»
Τροπολογία 47
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο γ
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – παράγραφος 8 – εδάφιο 1
Με την επιφύλαξη του άρθρου 12γ παράγραφος 1, όταν, προτού αποφασιστεί η έναρξη εσωτερικής έρευνας, η Υπηρεσία χειρίζεται πληροφορίες από τις οποίες εικάζεται απάτη, διαφθορά ή κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μπορεί να ενημερώνει το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό. Κατόπιν σχετικής αίτησης, το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός ενημερώνει την Υπηρεσία για τα ληφθέντα μέτρα και για τις διαπιστώσεις του βάσει των πληροφοριών αυτών.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 12γ παράγραφος 1, όταν, προτού αποφασιστεί η έναρξη έρευνας, η Υπηρεσία χειρίζεται πληροφορίες από τις οποίες εικάζεται απάτη, διαφθορά ή άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μπορεί να ενημερώνει, κατά περίπτωση, τις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών και τα ενδιαφερόμενα θεσμικά ή άλλα όργανα ή τους ενδιαφερόμενους οργανισμούς.
Κατόπιν σχετικής αίτησης, το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός ενημερώνει την Υπηρεσία για τα ληφθέντα μέτρα και για τις διαπιστώσεις του βάσει των πληροφοριών αυτών.
Τροπολογία 48
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο γ α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – παράγραφος 8 – εδάφιο 2
γα)  στην παράγραφο 8, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Εφόσον απαιτείται, η Υπηρεσία ενημερώνει επίσης τις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Σε αυτήν την περίπτωση, ισχύουν οι διαδικαστικές απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 δεύτερο και τρίτο εδάφιο. Αν οι αρμόδιες αρχές αποφασίσουν να λάβουν μέτρα βάσει των πληροφοριών που τους διαβιβάστηκαν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ενημερώνουν σχετικά, κατόπιν αιτήσεως, την Υπηρεσία.
«Σε ό,τι αφορά έρευνες εντός θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, όταν η Υπηρεσία ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, ισχύουν οι διαδικαστικές απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 δεύτερο και τρίτο εδάφιο. Αν οι αρμόδιες αρχές αποφασίσουν να λάβουν μέτρα βάσει των πληροφοριών που τους διαβιβάστηκαν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ενημερώνουν σχετικά, κατόπιν αιτήσεως, την Υπηρεσία.»
Τροπολογία 49
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 4 – στοιχείο γ β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 4 – παράγραφος 8 – εδάφιο 2 α (νέο)
γβ)  στην παράγραφο 8 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
«Σε ό,τι αφορά ελέγχους και εξακριβώσεις που πραγματοποιούνται επιτόπου σύμφωνα με το άρθρο 3 και με την επιφύλαξη των τομεακών κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών μεριμνούν για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, στα οποία μπορεί να συμμετέχει η Υπηρεσία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Κατόπιν σχετικής αίτησης, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών ενημερώνουν την Υπηρεσία για τα ληφθέντα μέτρα και τις διαπιστώσεις τους βάσει των αναφερόμενων στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου πληροφοριών.»
Τροπολογία 50
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 5 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 5 – παράγραφος 1 – πρώτη περίοδος
α)  στην παράγραφο 1, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται ως εξής:
διαγράφεται
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 12δ, ο γενικός διευθυντής μπορεί να αποφασίσει την έναρξη έρευνας όταν υπάρχουν επαρκείς υπόνοιες, οι οποίες μπορούν επίσης να βασίζονται σε πληροφορίες παρεχόμενες από τρίτους ή ανωνύμως, ότι έχει διαπραχθεί απάτη, διαφθορά ή κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.»·
Τροπολογία 51
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 5 – στοιχείο α α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 5 – παράγραφος 1
αα)   Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
1.  Ο γενικός διευθυντής μπορεί να αποφασίσει την έναρξη έρευνας όταν υπάρχουν επαρκείς υπόνοιες, οι οποίες μπορούν επίσης να βασίζονται σε πληροφορίες παρεχόμενες από τρίτους ή ανωνύμως, ότι έχει διαπραχθεί απάτη, διαφθορά ή κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η απόφαση του γενικού διευθυντή για την έναρξη έρευνας λαμβάνει υπόψη τις προτεραιότητες της πολιτικής σε θέματα ερευνών και το ετήσιο σχέδιο διαχείρισης της Υπηρεσίας που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 5. Συνεκτιμάται επίσης για την εν λόγω απόφαση η ανάγκη αποτελεσματικής χρήσης των πόρων της Υπηρεσίας και αναλογικότητας των χρησιμοποιούμενων μέσων. Όσον αφορά τις εσωτερικές έρευνες, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ποιο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός βρίσκεται στην καλύτερη θέση για να τις πραγματοποιήσει, με βάση ιδίως τη φύση των πράξεων, τον πραγματικό ή ενδεχόμενο δημοσιονομικό αντίκτυπο της υπόθεσης και την προοπτική ενδεχόμενης δικαστικής συνέχειας.
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 12δ, ο γενικός διευθυντής μπορεί να αποφασίσει την έναρξη έρευνας όταν υπάρχουν επαρκείς υπόνοιες, οι οποίες μπορούν επίσης να βασίζονται σε πληροφορίες παρεχόμενες από τρίτους ή ανωνύμως, ότι έχει διαπραχθεί απάτη, διαφθορά ή κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα ή παρατυπία εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η περίοδος αξιολόγησης που προηγείται της απόφασης δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες. Εάν ο πληροφοριοδότης που έδωσε τις εν λόγω πληροφορίες είναι γνωστός, τηρείται ενήμερος, κατά περίπτωση.»
Τροπολογία 52
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 5 – στοιχείο α β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 5 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1
αβ)  Στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Η απόφαση για την έναρξη εξωτερικής έρευνας λαμβάνεται από τον γενικό διευθυντή, ο οποίος ενεργεί ιδία πρωτοβουλία ή μετά από αίτηση ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή οποιουδήποτε θεσμικού ή λοιπού οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης.
«Η απόφαση για την έναρξη έρευνας λαμβάνεται από τον γενικό διευθυντή, ο οποίος ενεργεί ιδία πρωτοβουλία ή μετά από αίτηση θεσμικού ή λοιπού οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης ή κράτους μέλους.»
Τροπολογία 53
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 5 – στοιχείο α γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 5 – παράγραφος 2 – εδάφιο 2
αγ)  στην παράγραφο 2, το εδάφιο 2 διαγράφεται.
Τροπολογία 54
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 5 – στοιχείο α δ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 5 – παράγραφος 3
αδ)  Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
3.  Ενόσω ο γενικός διευθυντής εξετάζει αν πρέπει να διεξαχθεί εσωτερική έρευνα κατόπιν αίτησης αναφερόμενης στην παράγραφο 2 και/ή ενώ η Υπηρεσία διεξάγει εσωτερική έρευνα, τα ενδιαφερόμενα θεσμικά ή λοιπά όργανα ή οργανισμοί δεν ξεκινούν παράλληλη έρευνα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, εκτός διαφορετικής συμφωνίας με την Υπηρεσία.
«3. Ενόσω ο γενικός διευθυντής εξετάζει αν πρέπει να διεξαχθεί έρευνα κατόπιν αίτησης αναφερόμενης στην παράγραφο 2 και/ή ενώ η Υπηρεσία διεξάγει τέτοια έρευνα, τα ενδιαφερόμενα θεσμικά ή λοιπά όργανα ή οργανισμοί δεν ξεκινούν παράλληλη έρευνα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, εκτός διαφορετικής συμφωνίας με την Υπηρεσία. Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε έρευνες που διεξάγονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.»
Τροπολογία 55
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 5 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 5 – παράγραφος 3 – τελευταία περίοδος
β)  στην παράγραφο 3, προστίθεται η ακόλουθη περίοδος:
διαγράφεται
«Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε έρευνες που διεξάγονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.»
Τροπολογία 56
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 5 – στοιχείο β α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 5 – παράγραφος 5
βα)   Στο άρθρο 5, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
5.  Εάν ο γενικός διευθυντής αποφασίσει να μην κινήσει εσωτερική έρευνα, μπορεί να διαβιβάσει αμέσως τυχόν σχετικές πληροφορίες στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό, ώστε να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες στο εν λόγω θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό. Η Υπηρεσία συμφωνεί με το εν λόγω θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό, εφόσον είναι απαραίτητο, τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του απορρήτου της πηγής των εν λόγω πληροφοριών και ζητά, αν είναι αναγκαίο, να ενημερωθεί για τη συνέχεια που δόθηκε.
«5. Εάν ο γενικός διευθυντής αποφασίσει να μην κινήσει έρευνα εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν επαρκείς υπόνοιες ότι έχει διαπραχθεί απάτη, διαφθορά ή κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα ή παρατυπία εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, διαβιβάζει αμέσως τυχόν σχετικές πληροφορίες στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό, ώστε να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες στο εν λόγω θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό. Η Υπηρεσία συμφωνεί με το εν λόγω θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό, εφόσον είναι απαραίτητο, τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του απορρήτου της πηγής των εν λόγω πληροφοριών και ζητά, αν είναι αναγκαίο, να ενημερωθεί για τη συνέχεια που δόθηκε.»
Τροπολογία 57
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 5 – στοιχείο γ
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 5 – παράγραφος 6
6.  Εάν ο γενικός διευθυντής αποφασίσει να μην κινήσει εξωτερική έρευνα, μπορεί να διαβιβάσει αμέσως τυχόν σχετικές πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, ώστε να προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες, σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο. Εφόσον απαιτείται, η Υπηρεσία ενημερώνει επίσης το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό.
6.  Εάν ο γενικός διευθυντής αποφασίσει να μην διεξαγάγει έλεγχο ή εξακρίβωση επιτοπίως σύμφωνα με το άρθρο 3, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν επαρκείς υπόνοιες ότι έχει διαπραχθεί απάτη, διαφθορά ή κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα ή παρατυπία εις βάρος των συμφερόντων της Ένωσης, διαβιβάζει αμέσως τυχόν σχετικές πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, ώστε να προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες, σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο. Εφόσον απαιτείται, η Υπηρεσία ενημερώνει επίσης το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό.
Τροπολογία 58
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 5 – στοιχείο γ α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 5 – παράγραφος 6 α (νέα)
γα)  Προστίθεται η παράγραφος 6α:
«6a. Ο Γενικός Διευθυντής ενημερώνει περιοδικά την επιτροπή εποπτείας, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 5, σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες αποφάσισε να μην κινήσει έρευνα, αναφέροντας τους λόγους αυτής της απόφασης.»
Τροπολογία 59
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 6 – στοιχείο -α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 7 – παράγραφος 1
-α) Στο άρθρο 7, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
1.  Ο γενικός διευθυντής διευθύνει τις έρευνες βάσει γραπτών οδηγιών, εφόσον απαιτείται. Οι έρευνες διεξάγονται υπό τη διεύθυνσή του από υπαλλήλους της Υπηρεσίας που ορίζονται από τον ίδιο.
«1. Ο γενικός διευθυντής διευθύνει τις έρευνες βάσει γραπτών οδηγιών, εφόσον απαιτείται. Οι έρευνες διεξάγονται υπό τη διεύθυνσή του από υπαλλήλους της Υπηρεσίας που ορίζονται από τον ίδιο. Ο γενικός διευθυντής δεν διεξάγει τις έρευνες αυτοπροσώπως.»
Τροπολογία 60
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 6 – στοιχείο γ α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 7 – παράγραφος 3 – εδάφιο 2
γα)   στην παράγραφο 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί φροντίζουν ώστε οι υπάλληλοί τους, τα μέλη του λοιπού προσωπικού τους, τα μέλη τους, τα διευθυντικά στελέχη τους και τα μέλη του προσωπικού τους να παρέχουν στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας την αναγκαία συνδρομή για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων τους.
«Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί φροντίζουν ώστε οι υπάλληλοί τους, τα μέλη του λοιπού προσωπικού τους, τα μέλη τους, τα διευθυντικά στελέχη τους και τα μέλη του προσωπικού τους να παρέχουν στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας την αναγκαία συνδρομή για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και χωρίς περιττή χρονοτριβή.»
Τροπολογία 61
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 6 – στοιχείο γ β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 7 – παράγραφος 4
γβ)  η παράγραφος 4 διαγράφεται·
4.  Όταν μια έρευνα συνδυάζει εξωτερικά και εσωτερικά στοιχεία, ισχύουν τα άρθρα 3 και 4 αντιστοίχως.
Τροπολογία 62
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 6 – στοιχείο γ γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 7 – παράγραφος 6 – εισαγωγικό μέρος
γγ)  στην παράγραφο 6, το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
6.  Όταν από τις έρευνες προκύπτει ότι θα ήταν σκόπιμη η λήψη προληπτικών διοικητικών μέτρων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η Υπηρεσία ενημερώνει αμελλητί το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό για τη διεξαγόμενη έρευνα. Οι παρεχόμενες πληροφορίες περιλαμβάνουν τα εξής:
«6. Όταν από τις έρευνες προκύπτει ότι θα ήταν σκόπιμη η λήψη προληπτικών διοικητικών μέτρων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η Υπηρεσία ενημερώνει αμελλητί το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό για τη διεξαγόμενη έρευνα και προτείνει μέτρα που μπορούν να ληφθούν. Οι παρεχόμενες πληροφορίες περιλαμβάνουν τα εξής:»
Τροπολογία 63
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 6 – στοιχείο γ δ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 7 – παράγραφος 6 – εδάφιο 1 – στοιχείο β
γδ)  στην παράγραφο 6 πρώτο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
β)  κάθε πληροφορία που θα μπορούσε να βοηθήσει το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό να αποφασίσει εάν είναι σκόπιμο να λάβει προληπτικά διοικητικά μέτρα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης·
«β) κάθε πληροφορία που θα μπορούσε να βοηθήσει το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό να αποφασίσει ποια είναι τα ενδεδειγμένα προληπτικά διοικητικά μέτρα που μπορούν να ληφθούν για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης·»
Τροπολογία 64
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 6 – στοιχείο γ ε (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 7 – παράγραφος 6 – εδάφιο 1 – στοιχείο γ
γε)  στην παράγραφο 6 πρώτο εδάφιο, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
γ)  κάθε ενδεδειγμένο ειδικό μέτρο διασφάλισης του εμπιστευτικού χαρακτήρα, ιδίως σε υποθέσεις που συνεπάγονται τη χρήση ερευνητικών μέτρων τα οποία εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εθνικής δικαστικής αρχής ή, σε περίπτωση εξωτερικής έρευνας, στην αρμοδιότητα εθνικής αρχής, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε έρευνες.
«γ) κάθε ενδεδειγμένο ειδικό μέτρο διασφάλισης του εμπιστευτικού χαρακτήρα, ιδίως σε υποθέσεις που συνεπάγονται τη χρήση ερευνητικών μέτρων τα οποία εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εθνικής δικαστικής αρχής ή άλλης εθνικής αρχής, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε έρευνες.»
Τροπολογία 65
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 6 – στοιχείο δ
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 7 – παράγραφος 6 – εδάφιο 2
Επιπλέον του πρώτου εδαφίου, το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός μπορεί ανά πάσα στιγμή να προβεί σε διαβουλεύσεις με την Υπηρεσία με σκοπό να λάβει, σε στενή συνεργασία με την Υπηρεσία, οιοδήποτε ενδεδειγμένο προληπτικό μέτρο, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για τη διασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων, και ενημερώνει αμελλητί την Υπηρεσία σχετικά με αυτήν την απόφαση.
Επιπλέον του πρώτου εδαφίου, το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός ενημερώνει αμελλητί την Υπηρεσία σχετικά με οποιαδήποτε παρέκκλιση από τα προτεινόμενα προληπτικά μέτρα και σχετικά με τους λόγους της παρέκκλισης.
Τροπολογία 66
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 6 – στοιχείο ε
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 7 – παράγραφος 8
8.  Εάν μια έρευνα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί μετά την παρέλευση δωδεκαμήνου από την έναρξή της, ο γενικός διευθυντής υποβάλλει, κατά τη λήξη της δωδεκάμηνης προθεσμίας και στη συνέχεια ανά εξάμηνο, έκθεση στην επιτροπή εποπτείας, αναφέροντας τους σχετικούς λόγους και, κατά περίπτωση, τα μελετώμενα διορθωτικά μέτρα για την επίσπευση της έρευνας.
8.  Εάν μια έρευνα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί μετά την παρέλευση δωδεκαμήνου από την έναρξή της, ο γενικός διευθυντής υποβάλλει, κατά τη λήξη της δωδεκάμηνης προθεσμίας και στη συνέχεια ανά εξάμηνο, έκθεση στην επιτροπή εποπτείας, αναφέροντας αναλυτικά τους λόγους της καθυστέρησης και τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνονται για την επίσπευση της έρευνας.·
Τροπολογία 67
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 6 – στοιχείο ε α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 7 – παράγραφος 8 α (νέα)
εα)   Προστίθεται η παράγραφος 8α:
«8a. Η έκθεση περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστο, σύντομη περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, τον νομικό χαρακτηρισμό τους, αξιολόγηση της βλάβης που προκλήθηκε ή ενδέχεται να προκληθεί, την ημερομηνία λήξης της νόμιμης προθεσμίας παραγραφής, τους λόγους για τους οποίους δεν μπόρεσε να τηρηθεί η δωδεκάμηνη προθεσμία και τα μελετώμενα διορθωτικά μέτρα για την επίσπευση της έρευνας, κατά περίπτωση.»
Τροπολογία 68
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 7 – στοιχείο -α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1
-α) Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
1.  Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί διαβιβάζουν χωρίς καθυστέρηση στην Υπηρεσία οποιεσδήποτε πληροφορίες για τις ενδεχόμενες περιπτώσεις απάτης, διαφθοράς ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
«1. Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί διαβιβάζουν χωρίς καθυστέρηση στην Υπηρεσία οποιεσδήποτε πληροφορίες για τις ενδεχόμενες περιπτώσεις απάτης, διαφθοράς ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας ή παρατυπίας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Αυτό το καθήκον ισχύει για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όταν οι υπό εξέταση υποθέσεις δεν εμπίπτουν στην εντολή της σύμφωνα με το κεφάλαιο IV του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.»
Τροπολογία 69
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 7 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 8 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1α
Όταν τα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμοί προβαίνουν σε γνωστοποίηση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, μπορούν αντί των ανωτέρω να διαβιβάσουν στην Υπηρεσία αντίγραφο της γνωστοποίησης που απέστειλαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Όταν τα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμοί προβαίνουν σε γνωστοποίηση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, μπορούν να συμμορφωθούν με την αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο υποχρέωση διαβιβάζοντας στην Υπηρεσία αντίγραφο της γνωστοποίησης που απέστειλαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Τροπολογία 70
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 7 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 8 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1
Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και, εάν δεν το απαγορεύει το εθνικό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διαβιβάζουν στην Υπηρεσία, κατόπιν αίτησής της ή με δική τους πρωτοβουλία, κάθε έγγραφο ή πληροφορία που κατέχουν σχετικά με διεξαγόμενη έρευνα της Υπηρεσίας.
Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και, εάν δεν το απαγορεύει το εθνικό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διαβιβάζουν αμελλητί στην Υπηρεσία, κατόπιν αίτησής της ή με δική τους πρωτοβουλία, κάθε έγγραφο ή πληροφορία που κατέχουν σχετικά με διεξαγόμενη έρευνα της Υπηρεσίας.
Τροπολογία 71
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 7 – στοιχείο γ
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 8 – παράγραφος 3
3.  Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και, εάν δεν το απαγορεύει το εθνικό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διαβιβάζουν στην Υπηρεσία κάθε άλλο κρινόμενο ως σχετικό με την υπόθεση έγγραφο ή πληροφορία που κατέχουν και που αφορά την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
3.  Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και, εάν δεν το απαγορεύει το εθνικό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διαβιβάζουν αμελλητί στην Υπηρεσία, κατόπιν αίτησης της Υπηρεσίας ή ιδία πρωτοβουλία, κάθε άλλο κρινόμενο ως σχετικό με την υπόθεση έγγραφο ή πληροφορία που κατέχουν και που αφορά την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας ή παρατυπίας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης·
Τροπολογία 72
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 7 – στοιχείο δ
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 8 – παράγραφος 4 – εδάφιο 1
Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσον αφορά τα ποινικά αδικήματα ως προς τα οποία μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 25 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.
Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσον αφορά τα ποινικά αδικήματα ως προς τα οποία μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με το κεφάλαιο IV του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.
Τροπολογία 73
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 8 – στοιχείο -α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 9 – παράγραφος 2 – εδάφιο 4
-α) στην παράγραφο 2, το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Οι προβλεπόμενες στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο απαιτήσεις δεν ισχύουν για τις καταθέσεις που λαμβάνονται κατά τους επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις.
«Οι προβλεπόμενες στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο απαιτήσεις δεν ισχύουν για τις καταθέσεις που λαμβάνονται κατά τους επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις. Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ενημερώνεται εντούτοις για τα δικαιώματά του πριν ληφθεί κατάθεση και συγκεκριμένα για το δικαίωμά του να επικουρείται από πρόσωπο της επιλογής του.»
Τροπολογία 74
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 8 – στοιχείο -α α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 9 – παράγραφος 4 – εδάφιο 2
-αα) στην παράγραφο 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Για τον σκοπό αυτό, η Υπηρεσία αποστέλλει στον ενδιαφερόμενο πρόσκληση να διατυπώσει παρατηρήσεις είτε γραπτώς είτε στο πλαίσιο συνέντευξης με υπαλλήλους οριζόμενους από την Υπηρεσία. Η εν λόγω πρόσκληση περιλαμβάνει σύνοψη των περιστατικών που αφορούν τον ενδιαφερόμενο και τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει των άρθρων 11 και 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και αναφέρει την προθεσμία υποβολής παρατηρήσεων, η οποία πρέπει να είναι τουλάχιστον 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της πρόσκλησης. Η εν λόγω προθεσμία μπορεί να μειωθεί με τη ρητή συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για δεόντως αιτιολογημένους λόγους σχετικούς με τον επείγοντα χαρακτήρα της έρευνας. Στην τελική έκθεση της έρευνας γίνεται μνεία των εν λόγω παρατηρήσεων.
«Για τον σκοπό αυτό, η Υπηρεσία αποστέλλει στον ενδιαφερόμενο πρόσκληση να διατυπώσει παρατηρήσεις είτε γραπτώς είτε στο πλαίσιο συνέντευξης με υπαλλήλους οριζόμενους από την Υπηρεσία. Η εν λόγω πρόσκληση περιλαμβάνει σύνοψη των περιστατικών που αφορούν τον ενδιαφερόμενο και τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 και αναφέρει την προθεσμία υποβολής παρατηρήσεων, η οποία πρέπει να είναι τουλάχιστον 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της πρόσκλησης. Η εν λόγω προθεσμία μπορεί να μειωθεί με τη ρητή συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για δεόντως αιτιολογημένους λόγους σχετικούς με τον επείγοντα χαρακτήρα της έρευνας. Στην τελική έκθεση της έρευνας γίνεται μνεία των εν λόγω παρατηρήσεων.»
Τροπολογία 75
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 8 – στοιχείο α α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 9 – παράγραφος 5 α (νέα)
αα)   Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5α:
«5a. Για περιπτώσεις στις οποίες η Υπηρεσία συνιστά δικαστική συνέχεια και με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων καταγγελλόντων και πληροφοριοδοτών στην προστασία της ταυτότητάς τους, ο ενδιαφερόμενος έχει πρόσβαση στην έκθεση που συνέταξε η Υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 11 μετά την έρευνά της, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλα σχετικά έγγραφα, στον βαθμό που αυτά αφορούν το εν λόγω πρόσωπο και εφόσον ούτε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ούτε οι εθνικές δικαστικές αρχές κατά περίπτωση δεν διατυπώσουν αντίρρηση εντός περιόδου έξι μηνών. Μπορεί επίσης να χορηγείται έγκριση από την αρμόδια δικαστική αρχή πριν από τη λήξη της εν λόγω περιόδου.»
Τροπολογία 76
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 8 α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 9 α (νέο)
(8α)   Προστίθεται το άρθρο 9α:
«Άρθρο 9α
Ελεγκτής διαδικαστικών εγγυήσεων
1.   Η Επιτροπή διορίζει Ελεγκτή διαδικαστικών εγγυήσεων («Ελεγκτή»), σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην παράγραφο 2, για πενταετή θητεία, μη ανανεώσιμη. Μετά τη λήξη της θητείας του, παραμένει εν υπηρεσία έως ότου αντικατασταθεί.
2.   Κατόπιν πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο υποψηφίων που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα για τη θέση του Ελεγκτή. Μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η Επιτροπή διορίζει το Ελεγκτή.
3.   Ο Ελεγκτής διαθέτει τα προσόντα και την πείρα που απαιτούνται στο πεδίο των διαδικαστικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων.
4.   Ο Ελεγκτής ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη ανεξαρτησία και δεν ζητεί ούτε λαμβάνει εντολές από κανέναν κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
5.   Ο Ελεγκτής παρακολουθεί την τήρηση των διαδικαστικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων από την Υπηρεσία. Είναι αρμόδιος για τον χειρισμό των καταγγελιών που λαμβάνει η Υπηρεσία.
6.   Ο Ελεγκτής υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές του, σε ετήσια βάση, προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, την επιτροπή εποπτείας και την Υπηρεσία. Ο Ελεγκτής δεν αναφέρεται σε ατομικές υποθέσεις υπό έρευνα και μεριμνά για την διασφάλιση του εμπιστευτικού χαρακτήρα των ερευνών ακόμη και μετά την περάτωσή τους.»
Τροπολογία 77
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 8 β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 9 β (νέο)
(8β)   Προστίθεται το άρθρο 9β:
«Άρθρο 9β
Μηχανισμός υποβολής καταγγελιών
1.   Η Υπηρεσία, σε συνεργασία με τον Ελεγκτή, λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη δημιουργία ενός μηχανισμού υποβολής καταγγελιών, με σκοπό την παρακολούθηση και τη διασφάλιση της τήρησης των διαδικαστικών εγγυήσεων σε όλες τις δραστηριότητες της Υπηρεσίας.
2.   Οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος αποτελεί αντικείμενο έρευνας της Υπηρεσίας έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στον Ελεγκτή σε ό,τι αφορά την τήρηση από την Υπηρεσία των διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 9. Η υποβολή καταγγελίας δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς τη διεξαγωγή της εν εξελίξει έρευνας.
3.   Καταγγελίες μπορούν να υποβάλλονται το αργότερο ένα μήνα αφού ο καταγγέλλων λάβει γνώση των σχετικών πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την εικαζόμενη παραβίαση των διαδικαστικών εγγυήσεων. Καμία καταγγελία δεν μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο ενός μήνα από την περάτωση της έρευνας. Καταγγελίες που αφορούν την προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφοι 2 και 4 υποβάλλονται πριν από τη λήξη της προθεσμίας που καθορίζεται στις εν λόγω διατάξεις.
4.   Κατά την παραλαβή μιας καταγγελίας, ο Ελεγκτής ενημερώνει αμέσως τον Γενικό Διευθυντή της Υπηρεσίας και παρέχει στην Υπηρεσία τη δυνατότητα να επιλύσει το ζήτημα που θέτει ο καταγγέλλων, εντός 15 εργάσιμων ημερών.
5.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 10 του παρόντος κανονισμού, η Υπηρεσία διαβιβάζει στον Ελεγκτή όλες τις πληροφορίες που ενδέχεται να είναι αναγκαίες για την έκδοση σύστασης από τον Ελεγκτή.
6.   Ο Ελεγκτής εκδίδει σύσταση σχετικά με την καταγγελία χωρίς χρονοτριβή και το αργότερο εντός δυο μηνών από την κοινοποίηση από την Υπηρεσία στον Ελεγκτή των ενεργειών στις οποίες προέβη για την αντιμετώπιση του ζητήματος ή μετά τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3. Η σύσταση υποβάλλεται στην Υπηρεσία και κοινοποιείται στον καταγγέλλοντα. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο Ελεγκτής μπορεί να αποφασίσει να παρατείνει την προθεσμία για την έκδοση της σύστασης κατά 15 επιπλέον ημέρες. Ο Ελεγκτής ενημερώνει τον γενικό διευθυντή σχετικά με τους λόγους της παράτασης με επιστολή. Σε περίπτωση απουσίας σύστασης από τον Ελεγκτή εντός των προθεσμιών που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο, θα θεωρείται ότι ο Ελεγκτής έχει απορρίψει την καταγγελία χωρίς σύσταση.
7.   Χωρίς να παρεμβαίνει στη διεξαγωγή της έρευνας, ο Ελεγκτής εξετάζει την καταγγελία σε διαδικασία εκατέρωθεν ακρόασης. Ο Ελεγκτής, μετά από συγκατάθεση των μαρτύρων, μπορεί να τους ζητήσει να παράσχουν τις γραπτές ή προφορικές εξηγήσεις που θεωρεί χρήσιμες για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
8.   Ο γενικός διευθυντής ακολουθεί τη σύσταση του Ελεγκτή επί του ζητήματος, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, στις οποίες μπορεί να αποκλίνει από τη σύστασή του. Σε περίπτωση που ο γενικός διευθυντής αποκλίνει από τη σύσταση του Ελεγκτή, γνωστοποιεί στον καταγγέλλοντα και στον Ελεγκτή τους βασικούς λόγους για την εν λόγω απόφαση, στον βαθμό που αυτή η γνωστοποίηση δεν επηρεάζει την εν εξελίξει έρευνα. Αναφέρει δε τους λόγους για τους οποίους δεν ακολούθησε τη σύσταση του Ελεγκτή σε σημείωμα που προσαρτάται στην τελική έκθεση της έρευνας.
9.   Ο Γενικός Διευθυντής μπορεί να ζητήσει τη γνώμη του Ελεγκτή σχετικά με οποιοδήποτε ζήτημα συνδέεται με την τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων στο πλαίσιο της εντολής του Ελεγκτή, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης για αναβολή παροχής πληροφοριών για τον ενδιαφερόμενο που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 3. Ο Γενικός Διευθυντής ορίζει σε οποιοδήποτε παρόμοιο αίτημα τη χρονική προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να απαντήσει ο Ελεγκτής.
10.   Με την επιφύλαξη των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 90α του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, εφόσον έχει υποβληθεί καταγγελία στον γενικό διευθυντή από υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 90α του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και ο μόνιμος υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού έχει υποβάλει καταγγελία στον Ελεγκτή σχετικά με το ίδιο ζήτημα, ο Γενικός Διευθυντής αναμένει τη σύσταση του Ελεγκτή πριν απαντήσει στην καταγγελία.»
Τροπολογία 78
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 9 – στοιχείο -α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 10 – παράγραφος 1
-α) Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
1.  Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται ή λαμβάνονται στο πλαίσιο εξωτερικών ερευνών, υπό οποιαδήποτε μορφή, προστατεύονται από τις σχετικές διατάξεις.
«1. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται ή λαμβάνονται στο πλαίσιο ερευνών εκτός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, υπό οποιαδήποτε μορφή, προστατεύονται από τις σχετικές διατάξεις βάσει του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου.»
Τροπολογία 79
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 9 – στοιχείο -α α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 10 – παράγραφος 2
-αα) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
2.  Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται ή λαμβάνονται στο πλαίσιο εσωτερικών ερευνών, υπό οιαδήποτε μορφή, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο και απολαύουν της προστασίας που παρέχουν οι εφαρμοστέοι στα θεσμικά όργανα της Ένωσης κανόνες.
«2. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται ή λαμβάνονται στο πλαίσιο ερευνών, εντός θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, υπό οιαδήποτε μορφή, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο και απολαύουν της προστασίας που παρέχουν οι εφαρμοστέοι στα θεσμικά όργανα της Ένωσης κανόνες.»
Τροπολογία 80
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 9 – στοιχείο -α β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 10 – παράγραφος 3 α (νέα)
-αβ) Προστίθεται η παράγραφος 3a:
«3α. Η Υπηρεσία γνωστοποιεί τις εκθέσεις και τις συστάσεις της αφού ολοκληρωθούν όλες οι σχετικές εθνικές και ενωσιακές διαδικασίες από τους αρμόδιους φορείς και εφόσον η γνωστοποίηση αυτή δεν επηρεάζει πλέον τις έρευνες. Η γνωστοποίηση πραγματοποιείται σε συμμόρφωση με τους κανόνες προστασίας δεδομένων και τις αρχές που καθορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 1.»
Τροπολογία 81
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 9 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 10 – παράγραφος 4 – εδάφιο 1
Η Υπηρεσία διορίζει υπεύθυνο προστασίας δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.
Η Υπηρεσία διορίζει υπεύθυνο προστασίας δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 43 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725.
Τροπολογία 82
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 9 – στοιχείο α α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 10 – παράγραφος 5 α (νέα)
αα)   Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5α:
«5a. Τα πρόσωπα που καταγγέλλουν στην Υπηρεσία αδικήματα και παραβάσεις που συνδέονται με τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης προστατεύονται πλήρως, ειδικότερα μέσω της ενωσιακής νομοθεσίας για την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης.»
Τροπολογία 83
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 10 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 11 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2
Η έκθεση μπορεί να συνοδεύεται από συστάσεις του γενικού διευθυντή σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Οι εν λόγω συστάσεις αναφέρουν, εφόσον χρειάζεται, τυχόν πειθαρχικές, διοικητικές, δημοσιονομικές και/ή δικαστικές ενέργειες των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, καθώς και των αρμόδιων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών, και προσδιορίζουν ιδίως το εκτιμώμενο ποσό που πρέπει να ανακτηθεί, καθώς και τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό των διαπιστωθέντων περιστατικών.
Η έκθεση συνοδεύεται από συστάσεις του γενικού διευθυντή σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Οι εν λόγω συστάσεις αναφέρουν, εφόσον χρειάζεται, τυχόν πειθαρχικές, διοικητικές, δημοσιονομικές και/ή δικαστικές ενέργειες των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, καθώς και των αρμόδιων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών, και προσδιορίζουν ιδίως το εκτιμώμενο ποσό που πρέπει να ανακτηθεί, καθώς και τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό των διαπιστωθέντων περιστατικών.
Τροπολογία 84
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 10 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 11 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 α (νέο)
Η Υπηρεσία λαμβάνει κατάλληλα εσωτερικά μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει τη σταθερή ποιότητα των τελικών εκθέσεων και συστάσεων, και εξετάζει αν υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης των κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά τις διαδικασίες έρευνας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τυχόν πιθανές περιπτώσεις ασυνέπειας.
Τροπολογία 85
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 10 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 11 – παράγραφος 2 – εδάφιο 2
Κατόπιν απλής επαλήθευσης της γνησιότητάς τους, οι εκθέσεις που συντάσσονται με τον τρόπο αυτόν αποτελούν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία σε δικαστικές διαδικασίες μη ποινικού χαρακτήρα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, καθώς και σε διοικητικές διαδικασίες στα κράτη μέλη.
Κατόπιν απλής επαλήθευσης της γνησιότητάς τους, οι εκθέσεις που συντάσσονται με τον τρόπο αυτόν συμπεριλαμβανομένων όλων των αποδεικτικών στοιχείων που υποστηρίζουν και προσαρτώνται στις εν λόγω εκθέσεις αποτελούν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία σε δικαστικές διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, καθώς και σε διοικητικές διαδικασίες στα κράτη μέλη. Η εξουσία των εθνικών δικαστηρίων να αξιολογούν ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία δεν θίγεται από τον παρόντα κανονισμό.
Τροπολογία 86
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 10 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 11 – παράγραφος 2 – εδάφιο 3
Οι εκθέσεις που συντάσσονται από την Υπηρεσία αποτελούν, όπως οι διοικητικές εκθέσεις των εθνικών διοικητικών ελεγκτών και υπό τους ιδίους όρους, αποδεικτικά στοιχεία παραδεκτά στις ποινικές διαδικασίες του κράτους μέλους στο οποίο η χρησιμοποίησή τους αποδεικνύεται αναγκαία. Υπάγονται στους ίδιους κανόνες αξιολόγησης με εκείνους που εφαρμόζονται στις διοικητικές εκθέσεις των εθνικών διοικητικών ελεγκτών και έχουν την αυτή αποδεικτική ισχύ με αυτές τις εκθέσεις.
διαγράφεται
Τροπολογία 87
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 10 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 11 – παράγραφος 2 – εδάφιο 4
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Υπηρεσία τυχόν κανόνες του εθνικού δικαίου που είναι συναφείς για τους σκοπούς του τρίτου εδαφίου.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Υπηρεσία τυχόν κανόνες του εθνικού δικαίου που είναι συναφείς για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου.
Τροπολογία 88
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 10 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 11 – παράγραφος 2 – εδάφιο 4 α (νέο)
Τα εθνικά δικαστήρια κοινοποιούν στην Υπηρεσία οποιαδήποτε απόρριψη αποδεικτικών στοιχείων σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο. Η κοινοποίηση περιλαμβάνει τη νομική βάση και λεπτομερή αιτιολόγηση της απόρριψης. Ο Γενικός Διευθυντής, στις ετήσιες εκθέσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4, αξιολογεί το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων στα κράτη μέλη.
Τροπολογία 89
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 10 – στοιχείο γ
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 11 – παράγραφος 3
3.  Οι εκθέσεις και συστάσεις που συντάσσονται κατόπιν εξωτερικής έρευνας και κάθε συναφές χρήσιμο έγγραφο διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις εξωτερικές έρευνες, καθώς και, εφόσον είναι αναγκαίο, στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό. Το εν λόγω θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός δίνει στις εξωτερικές έρευνες τη συνέχεια την οποία απαιτούν τα αποτελέσματα των εξωτερικών ερευνών και ενημερώνει σχετικά την Υπηρεσία, εντός προθεσμίας που ορίζεται στις συστάσεις που συνοδεύουν την έκθεση, καθώς και, επιπλέον, κατόπιν σχετικής αίτησης της Υπηρεσίας.
3.  Οι εκθέσεις και συστάσεις που συντάσσονται κατόπιν έρευνας και κάθε συναφές χρήσιμο έγγραφο διαβιβάζονται, κατά περίπτωση, στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις έρευνες, καθώς και στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό. Τα εν λόγω θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί δίνουν στις έρευνες τη συνέχεια, ιδίως πειθαρχική ή δικαστική, την οποία απαιτούν τα αποτελέσματα των ερευνών και ενημερώνουν σχετικά την Υπηρεσία, εντός προθεσμίας που ορίζεται στις συστάσεις που συνοδεύουν την έκθεση, καθώς και, επιπλέον, μετά από σχετική αίτηση της Υπηρεσίας. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποβάλλουν έκθεση στην Υπηρεσία εντός εννέα μηνών σχετικά με τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν σε απάντηση προς την έκθεση σχετικά με την υπόθεση.
Τροπολογία 90
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 10 – στοιχείο γ α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 11 – παράγραφος 4
γα)  η παράγραφος 4 διαγράφεται·
4.  Οι εκθέσεις και συστάσεις που συντάσσονται μετά από εσωτερική έρευνα και κάθε συναφές χρήσιμο έγγραφο διαβιβάζονται στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό. Τα εν λόγω θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί δίνουν στις εσωτερικές έρευνες τη συνέχεια, ιδίως πειθαρχική ή δικαστική, την οποία απαιτούν τα αποτελέσματα των εσωτερικών ερευνών και ενημερώνουν σχετικά την Υπηρεσία, εντός προθεσμίας που ορίζεται στις συστάσεις που συνοδεύουν την έκθεση, καθώς και, επιπλέον, μετά από σχετική αίτηση της Υπηρεσίας.
Τροπολογία 91
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 10 – στοιχείο γ β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 11 – παράγραφος 5
γβ)  Στο άρθρο 11, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
5.  Όταν η έκθεση που συντάχθηκε μετά από εσωτερική έρευνα αποκαλύπτει την ύπαρξη πραγματικών περιστατικών που δύνανται να επισύρουν ποινική δίωξη, τα εν λόγω στοιχεία διαβιβάζονται στις δικαστικές αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
«5. Όταν η έκθεση που συντάχθηκε μετά από έρευνα αποκαλύπτει την ύπαρξη πραγματικών περιστατικών που δύνανται να επισύρουν ποινική δίωξη, τα εν λόγω στοιχεία διαβιβάζονται αμελλητί στις δικαστικές αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, με την επιφύλαξη των άρθρων 12γ και 12δ.»
Τροπολογία 92
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 10 – στοιχείο γ γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 11 – παράγραφος 6 α (νέα)
γγ)    παρεμβάλλεται η παράγραφος 6α:
«6a. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί μεριμνούν ώστε οι πειθαρχικές, διοικητικές, οικονομικές και δικαστικές συστάσεις στις οποίες προβαίνει ο γενικός διευθυντής σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3 να εφαρμόζονται και διαβιβάζουν στην Υπηρεσία λεπτομερή έκθεση σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί έως τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, συμπεριλαμβανομένων των λόγων για τη μη εφαρμογή των συστάσεων που διατύπωσε η OLAF, κατά περίπτωση.»
Τροπολογία 93
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 10 – στοιχείο γ δ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 11 – παράγραφος 8
γδ)  Στο άρθρο 11, η παράγραφος 8 τροποποιείται ως εξής:
8.  Εφόσον πληροφοριοδότης που παρέσχε στην Υπηρεσία στοιχεία τα οποία οδήγησαν στην έναρξη έρευνας ή σχετίζονται με αυτήν το ζητήσει, η Υπηρεσία μπορεί να ενημερώσει τον εν λόγω πληροφοριοδότη ότι περατώθηκε η έρευνα. Ωστόσο, η Υπηρεσία μπορεί να απορρίψει τέτοια αίτηση, αν κρίνει ότι μπορεί να βλάψει τα νόμιμα δικαιώματα του ενδιαφερομένου, την αποτελεσματικότητα της έρευνας και τις ενέργειες που θα αναληφθούν στη συνέχεια ή τις ενδεχόμενες απαιτήσεις εμπιστευτικότητας.
«8. Όταν πληροφοριοδότης έχει παράσχει στην Υπηρεσία στοιχεία τα οποία έχουν οδηγήσει σε έρευνα, η Υπηρεσία ενημερώνει τον εν λόγω πληροφοριοδότη ότι περατώθηκε η έρευνα. Ωστόσο, η Υπηρεσία μπορεί να απορρίψει τέτοια αίτηση, αν κρίνει ότι μπορεί να βλάψει τα νόμιμα δικαιώματα του ενδιαφερομένου, την αποτελεσματικότητα της έρευνας και τις ενέργειες που θα αναληφθούν στη συνέχεια ή τις ενδεχόμενες απαιτήσεις εμπιστευτικότητας.»
Τροπολογία 94
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 10 α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 11 α (νέο)
(10a)  Μετά το άρθρο 11 παρεμβάλλεται νέο άρθρο:
«Άρθρο 11α
Ενέργειες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
Οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά της Επιτροπής για ακύρωση της έκθεσης έρευνας που διαβιβάστηκε στις εθνικές αρχές ή στα θεσμικά όργανα δυνάμει του άρθρου 11 παράμετρος 3 με το αιτιολογικό της αναρμοδιότητας, της παράβασης ουσιώδους διαδικαστικής απαίτησης, της παραβίασης των Συνθηκών, συμπεριλαμβανομένης της παραβίασης του Χάρτη, ή της κατάχρησης εξουσίας.»
Τροπολογία 95
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 11 – στοιχείο -α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12 – παράγραφος 1
-α) Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
1.  Με την επιφύλαξη των άρθρων 10 και 11 του παρόντος κανονισμού και των διατάξεων του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, η Υπηρεσία μπορεί να διαβιβάζει εγκαίρως στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών πληροφορίες συλλεγείσες κατά τη διάρκεια εξωτερικών ερευνών, ώστε να μπορέσουν να προβούν στις κατάλληλες ενέργειες σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο.
«1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 10 και 11 του παρόντος κανονισμού και των διατάξεων του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, η Υπηρεσία μπορεί να διαβιβάζει εγκαίρως στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών πληροφορίες συλλεγείσες κατά τη διάρκεια επιτόπιων ελέγχων ή εξακριβώσεων σύμφωνα με το άρθρο 3, ώστε να μπορέσουν να προβούν στις κατάλληλες ενέργειες σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο. Μπορεί επίσης να διαβιβάζει πληροφορίες στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό.»
Τροπολογία 96
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 11 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12 – παράγραφος 1 – τελευταία περίοδος
α)  στην παράγραφο 1, προστίθεται η ακόλουθη περίοδος:
διαγράφεται
«Μπορεί επίσης να διαβιβάζει πληροφορίες στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό.»
Τροπολογία 97
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 11 – στοιχείο α α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12 – παράγραφος 2 – εδάφιο 1
αα)  Στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Με την επιφύλαξη των άρθρων 10 και 11, ο γενικός διευθυντής διαβιβάζει στις δικαστικές αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους πληροφορίες που συνέλεξε η Υπηρεσία κατά τη διάρκεια εσωτερικών ερευνών, όσον αφορά πραγματικά περιστατικά που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εθνικής δικαστικής αρχής.
«Με την επιφύλαξη των άρθρων 10 και 11, ο γενικός διευθυντής διαβιβάζει στις δικαστικές αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους πληροφορίες που συνέλεξε η Υπηρεσία κατά τη διάρκεια ερευνών εντός θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, όσον αφορά πραγματικά περιστατικά που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εθνικής δικαστικής αρχής.»
Τροπολογία 98
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 11 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12 – παράγραφος 3
3.  Οι αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, εκτός εάν δεν το επιτρέπει το εθνικό δίκαιο, ενημερώνουν την Υπηρεσία σε εύθετο χρόνο, με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν αίτησης της Υπηρεσίας, σχετικά με τα μέτρα που έλαβαν βάσει των πληροφοριών που τους διαβιβάστηκαν δυνάμει του παρόντος άρθρου.
3.  Οι αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, εκτός εάν δεν το επιτρέπει το εθνικό δίκαιο, ενημερώνουν την Υπηρεσία εντός ενός μηνός σχετικά με τα μέτρα που έλαβαν βάσει των πληροφοριών που τους διαβιβάστηκαν δυνάμει του παρόντος άρθρου.
Τροπολογία 99
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12β – παράγραφος 3 α (νέα)
3α.   Οι υποχρεώσεις αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 515/97 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 608/2013 ισχύουν επίσης για τις δραστηριότητες συντονισμού που αφορούν τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
_________________
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 515/97 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1997, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών και γεωργικών ρυθμίσεων (ΕΕ L 082 της 22.3.1997, σ. 1).
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 608/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την τελωνειακή επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1383/2003 του Συμβουλίου (ΕΕ L 181 της 29.6.2013, σ. 15).
Τροπολογία 100
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12γ – παράγραφος 1
1.  Η Υπηρεσία γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση κάθε αξιόποινη συμπεριφορά ως προς την οποία η Εισαγγελία μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με το άρθρο 22 και το άρθρο 25 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939. Η γνωστοποίηση αποστέλλεται σε οποιοδήποτε στάδιο πριν ή κατά τη διάρκεια της έρευνας της Υπηρεσίας.
1.  Η Υπηρεσία γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση κάθε αξιόποινη συμπεριφορά ως προς την οποία η Εισαγγελία μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με το κεφάλαιο IV του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939. Η γνωστοποίηση αποστέλλεται το νωρίτερο δυνατό πριν ή κατά τη διάρκεια της έρευνας της Υπηρεσίας.
Τροπολογία 101
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12γ – παράγραφος 2
2.  Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει τουλάχιστον περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, καθώς και εκτίμηση της ζημίας που προκλήθηκε ή ενδέχεται να προκληθεί, τον πιθανό νομικό χαρακτηρισμό και κάθε διαθέσιμη πληροφορία σχετικά με δυνητικά θύματα, υπόπτους και τυχόν άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
2.  Η έκθεση περιλαμβάνει τουλάχιστον περιγραφή των πραγματικών περιστατικών και τις πληροφορίες που γνωρίζει η Υπηρεσία, καθώς και εκτίμηση της ζημίας που προκλήθηκε ή ενδέχεται να προκληθεί, στις περιπτώσεις που η Υπηρεσία διαθέτει τις πληροφορίες αυτές, τον πιθανό νομικό χαρακτηρισμό και κάθε διαθέσιμη πληροφορία σχετικά με δυνητικά θύματα, υπόπτους και τυχόν άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Μαζί με την έκθεση, η Υπηρεσία διαβιβάζει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάθε άλλη σχετική πληροφορία που έχει στη διάθεσή της σχετικά με την υπόθεση.
Τροπολογία 102
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12γ – παράγραφος 3 – εδάφιο 2
Στις περιπτώσεις στις οποίες στις πληροφορίες που λαμβάνει η Υπηρεσία δεν περιλαμβάνονται τα στοιχεία που παρατίθενται στην παράγραφο 2 και δεν βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα της Υπηρεσίας, η Υπηρεσία μπορεί να προβεί σε προκαταρκτική αξιολόγηση των ισχυρισμών. Η αξιολόγηση διεξάγεται ταχύτατα και, σε κάθε περίπτωση, εντός δύο μηνών από τη λήψη των πληροφοριών. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω αξιολόγησης, εφαρμόζονται το άρθρο 6 και το άρθρο 8 παράγραφος 2.
Στις περιπτώσεις στις οποίες στις πληροφορίες που λαμβάνει η Υπηρεσία δεν περιλαμβάνονται τα στοιχεία που παρατίθενται στην παράγραφο 2 και δεν βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα της Υπηρεσίας, η Υπηρεσία μπορεί να προβεί σε προκαταρκτική αξιολόγηση των ισχυρισμών. Η αξιολόγηση διεξάγεται χωρίς χρονοτριβή και, σε κάθε περίπτωση, εντός δύο μηνών από τη λήψη των πληροφοριών. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω αξιολόγησης, εφαρμόζονται το άρθρο 6 και το άρθρο 8 παράγραφος 2. Η Υπηρεσία απέχει από οποιοδήποτε μέτρο ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο ενδεχόμενες μελλοντικές έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Τροπολογία 103
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12γ – παράγραφος 5
5.  Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης μπορούν να ζητούν από την Υπηρεσία να διεξάγει προκαταρκτική αξιολόγηση ισχυρισμών που γνωστοποιούνται σε αυτά. Για τους σκοπούς των αιτήσεων αυτών, εφαρμόζεται η παράγραφος 3.
5.  Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης μπορούν να ζητούν από την Υπηρεσία να διεξάγει προκαταρκτική αξιολόγηση ισχυρισμών που γνωστοποιούνται σε αυτά. Για τους σκοπούς των αιτήσεων αυτών, εφαρμόζονται mutatis mutandis οι παράγραφοι 1 ως 4. Η Υπηρεσία ενημερώνει το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό σχετικά με τα αποτελέσματα της προκαταρκτικής αξιολόγησης, εκτός εάν η παροχή αυτών των πληροφοριών μπορεί να θέσει σε κίνδυνο έρευνα της Υπηρεσίας ή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Τροπολογία 104
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 833/2013
Άρθρο 12δ – παράγραφος 1 – εδάφιο 1
Ο γενικός διευθυντής δεν κινεί έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 5 εάν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διεξάγει έρευνα σχετικά με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, εκτός εάν ισχύουν τα προβλεπόμενα στα άρθρα 12ε ή 12στ.
1.   Ο γενικός διευθυντής δεν κινεί έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 5 και αναστέλλει οποιαδήποτε εν εξελίξει έρευνα εάν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διεξάγει έρευνα σχετικά με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, εκτός εάν ισχύουν τα προβλεπόμενα στα άρθρα 12ε ή 12στ. Ο γενικός διευθυντής ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σχετικά με κάθε απόφαση περί μη έναρξης ή αναστολής έρευνας που έχει ληφθεί για τους λόγους αυτούς.
Τροπολογία 105
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12δ – παράγραφος 1 – εδάφιο 2
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του πρώτου εδαφίου, η Υπηρεσία επαληθεύει σύμφωνα με το άρθρο 12ζ παράγραφος 2 μέσω του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αν η Εισαγγελία διενεργεί έρευνα. Η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανταποκρίνεται στην εν λόγω αίτηση εντός 10 εργάσιμων ημερών.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του πρώτου εδαφίου, η Υπηρεσία επαληθεύει σύμφωνα με το άρθρο 12ζ παράγραφος 2 μέσω του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αν η Εισαγγελία διενεργεί έρευνα. Η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανταποκρίνεται στην εν λόγω αίτηση εντός 10 εργάσιμων ημερών. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που θα καθοριστούν στους διακανονισμούς εργασίας που αναφέρονται στο άρθρο 12ζ παράγραφος 1.
Τροπολογία 106
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12δ – παράγραφος 1 – εδάφιο 2 α (νέο)
Σε περίπτωση που η Υπηρεσία περατώσει την έρευνά της σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, δεν εφαρμόζονται το άρθρο 9 παράγραφος 4 και το άρθρο 11.
Τροπολογία 107
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12δ – παράγραφος 1 α (νέα)
1a.   Κατόπιν αίτησης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η Υπηρεσία θα αποφύγει να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες ή πράξεις ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο έρευνα ή δίωξη που διεξάγει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει την Υπηρεσία χωρίς περιττή χρονοτριβή αμέσως μόλις πάψουν να ισχύουν οι λόγοι για παρόμοια αίτηση.
Τροπολογία 108
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 833/2013
Άρθρο 12δ – παράγραφος 1 β (νέα)
1β.   Σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία περατώσει ή αναστείλει έρευνα σχετικά με την οποία είχε λάβει πληροφορίες από τον γενικό διευθυντή σύμφωνα με την παράγραφο 1, και η οποία είναι συναφής με την άσκηση της εντολής της Υπηρεσίας, ενημερώνει την Υπηρεσία χωρίς περιττή χρονοτριβή και μπορεί να διατυπώσει συστάσεις όσον αφορά επακόλουθες διοικητικές έρευνες.
Τροπολογία 109
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12ε – παράγραφος 2
2.  Δυνάμει της παραγράφου 1, η σχετική αίτηση διαβιβάζεται γραπτώς και προσδιορίζει το μέτρο ή τα μέτρα τα οποία ζητεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να ληφθούν από την Υπηρεσία και, κατά περίπτωση, το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα για την υλοποίησή τους. Η αίτηση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στον βαθμό που αυτές είναι συναφείς για τον σκοπό της αίτησης. Όταν απαιτείται, η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες.
2.  Αίτηση δυνάμει της παραγράφου 1 διαβιβάζεται γραπτώς και προσδιορίζει τουλάχιστον:
α)  πληροφορίες σχετικά με την έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στον βαθμό που αυτές είναι συναφείς για τον σκοπό της αίτησης·
β)  το μέτρο ή τα μέτρα τα οποία ζητεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να ληφθούν από την Υπηρεσία·
γ)  κατά περίπτωση, το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα για την υλοποίησή τους·
δ)  οποιεσδήποτε οδηγίες βάσει της παραγράφου 2α,
Όταν απαιτείται, η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες.
Τροπολογία 110
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12ε – παράγραφος 2 α (νέα)
2α.  Προκειμένου να προστατεύσει το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις διαδικαστικές εγγυήσεις, σε περίπτωση που η Υπηρεσία εφαρμόζει υποστηρικτικά ή συμπληρωματικά μέτρα κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να δώσει εντολή στην Υπηρεσία να εφαρμόσει υψηλότερα πρότυπα θεμελιωδών δικαιωμάτων, διαδικαστικών εγγυήσεων και προστασίας δεδομένων από αυτά που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Στο πλαίσιο αυτό, προσδιορίζει λεπτομερώς τις τυπικές απαιτήσεις και διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται.
Εν τη απουσία παρόμοιων ειδικών οδηγιών από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, το κεφάλαιο VI (διαδικαστικές εγγυήσεις) και το κεφάλαιο VIII (προστασία δεδομένων) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 εφαρμόζονται mutatis mutandis για τα μέτρα που υλοποιεί η Υπηρεσία σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Τροπολογία 111
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12στ – παράγραφος 1 – εδάφιο 1
Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις στις οποίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διενεργεί έρευνα και ο γενικός διευθυντής κρίνει ότι θα πρέπει να κινηθεί έρευνα σύμφωνα με την εντολή της Υπηρεσίας με σκοπό τη διευκόλυνση της λήψης προληπτικών μέτρων ή της εκτέλεσης δημοσιονομικών, πειθαρχικών ή διοικητικών ενεργειών, η Υπηρεσία ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία γραπτώς, προσδιορίζοντας τη φύση και τον σκοπό της έρευνας.
Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις στις οποίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διενεργεί έρευνα και ο γενικός διευθυντής κρίνει ότι θα πρέπει να κινηθεί ή να συνεχιστεί έρευνα σύμφωνα με την εντολή της Υπηρεσίας με σκοπό τη διευκόλυνση της λήψης προληπτικών μέτρων ή της εκτέλεσης δημοσιονομικών, πειθαρχικών ή διοικητικών ενεργειών, η Υπηρεσία ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία γραπτώς, προσδιορίζοντας τη φύση και τον σκοπό της έρευνας και επιζητά γραπτή συγκατάθεση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την έναρξη συμπληρωματικής έρευνας.
Τροπολογία 112
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12στ – παράγραφος 1 – εδάφιο 2
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, εντός 30 ημερών από τη λήψη της ενημέρωσης αυτής, μπορεί να προβάλει αντίρρηση στην κίνηση έρευνας ή στην εκτέλεση ορισμένων ενεργειών που αφορούν την έρευνα, όπου απαιτείται προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η δική της έρευνα ή δίωξη και για όσο χρονικό διάστημα ισχύουν οι λόγοι αυτοί. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει την Υπηρεσία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση όταν παύσουν να ισχύουν οι λόγοι για τους οποίους προέβαλε αντίρρηση.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, εντός 20 εργάσιμων ημερών από τη λήψη της ενημέρωσης αυτής, είτε δίνει τη συγκατάθεσή της, είτε προβάλλει αντίρρηση στην κίνηση ή στη συνέχιση της έρευνας ή στην εκτέλεση οιωνδήποτε ενεργειών αφορούν την έρευνα, όπου απαιτείται προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η δική της έρευνα ή δίωξη και για όσο χρονικό διάστημα ισχύουν οι λόγοι αυτοί. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να παρατείνει την προθεσμία κατά 10 επιπλέον εργάσιμες ημέρες. Ενημερώνει σχετικά την Υπηρεσία.
Σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προβάλλει αντίρρηση, η Υπηρεσία δεν θα κινήσει συμπληρωματική έρευνα. Σε αυτή τη περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει την Υπηρεσία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση όταν παύσουν να ισχύουν οι λόγοι για τους οποίους προέβαλε αντίρρηση.
Τροπολογία 113
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12στ – παράγραφος 1 – εδάφιο 3
Στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν προβάλει αντίρρηση εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο ανωτέρω εδάφιο, η Υπηρεσία μπορεί να κινήσει έρευνα, την οποία διεξάγει σε στενή διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δώσει τη συγκατάθεσή της, η Υπηρεσία μπορεί να κινήσει ή να συνεχίσει έρευνα, την οποία διεξάγει σε στενή διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Τροπολογία 114
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12στ – παράγραφος 1 – εδάφιο 3 α (νέο)
Εάν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν απαντήσει εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο, η Υπηρεσία μπορεί να ξεκινήσει διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ώστε να ληφθεί απόφαση εντός 10 ημερών.
Τροπολογία 115
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12ζ – παράγραφος 1
1.  Εφόσον απαιτείται για τη διευκόλυνση της συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 4α, η Υπηρεσία συμφωνεί με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σχετικά με διοικητικούς διακανονισμούς. Στους εν λόγω διακανονισμούς εργασίας μπορούν να προβλέπονται πρακτικές λεπτομέρειες για την ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πληροφοριών επιχειρησιακού, στρατηγικού ή τεχνικού χαρακτήρα και διαβαθμισμένων πληροφοριών. Οι διακανονισμοί περιλαμβάνουν επίσης αναλυτικές ρυθμίσεις σχετικά με τη συνεχή ανταλλαγή πληροφοριών κατά τη διάρκεια της λήψης και επαλήθευσης ισχυρισμών και από την Υπηρεσία και από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
1.  Εφόσον απαιτείται για τη διευκόλυνση της συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 4α, η Υπηρεσία συμφωνεί με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σχετικά με διοικητικούς διακανονισμούς. Στους εν λόγω διακανονισμούς εργασίας μπορούν να προβλέπονται πρακτικές λεπτομέρειες για την ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πληροφοριών επιχειρησιακού, στρατηγικού ή τεχνικού χαρακτήρα και διαβαθμισμένων πληροφοριών, καθώς και για τη δημιουργία πλατφορμών τεχνολογίας πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης μιας κοινής προσέγγισης για τις αναβαθμίσεις και τη συμβατότητα του λογισμικού. Οι διακανονισμοί περιλαμβάνουν επίσης αναλυτικές ρυθμίσεις σχετικά με τη συνεχή ανταλλαγή πληροφοριών κατά τη διάρκεια της λήψης και επαλήθευσης ισχυρισμών για τον σκοπό του προσδιορισμού των αρμοδιοτήτων κατά τη διάρκεια ερευνών που διενεργούνται και από την Υπηρεσία και από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Περιλαμβάνουν επίσης ρυθμίσεις για τη διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ της Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και ρυθμίσεις για τον επιμερισμό των δαπανών.
Πριν την έγκριση των διακανονισμών εργασίας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ο Γενικός Διευθυντής αποστέλλει το σχέδιο στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, στην επιτροπή εποπτείας και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς ενημέρωση. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και η επιτροπή εποπτείας διατυπώνουν τις παρατηρήσεις τους χωρίς χρονοτριβή.
Τροπολογία 116
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12ζ – παράγραφος 2 – εδάφιο 1 α (νέο)
Κάθε έμμεση πρόσβαση στις πληροφορίες του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας από την Υπηρεσία πραγματοποιείται μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της Υπηρεσίας, όπως ορίζονται αυτά στον παρόντα κανονισμό, και είναι δεόντως αιτιολογημένη και επικυρωμένη μέσω εσωτερικής διαδικασίας θεσπισμένης από την Υπηρεσία. Η Υπηρεσία τηρεί αρχείο όλων των περιπτώσεων πρόσβασης στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Τροπολογία 117
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 12ζ – παράγραφος 2 α (νέα)
2α.   Ο γενικός διευθυντής της Υπηρεσίας και ο Ευρωπαίος γενικός εισαγγελέας συνεδριάζουν τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος για να συζητήσουν θέματα κοινού ενδιαφέροντος.
Τροπολογία 118
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12 α (νέο) – στοιχείο α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 15 – παράγραφος 1 – εδάφιο 2
(12a)  το άρθρο 15 τροποποιείται ως εξής:
α)  Στην παράγραφο 1 το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Η επιτροπή εποπτείας παρακολουθεί ιδίως τις εξελίξεις όσον αφορά την εφαρμογή των διαδικαστικών εγγυήσεων και τη διάρκεια των ερευνών με βάση τις πληροφορίες που παρέχει ο γενικός διευθυντής σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 8.
«Η επιτροπή εποπτείας παρακολουθεί ιδίως τις εξελίξεις όσον αφορά την εφαρμογή των διαδικαστικών εγγυήσεων και τη διάρκεια των ερευνών.»
Τροπολογία 119
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 –εδάφιο 1 – σημείο 12 α (νέο) – στοιχείο β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 15 – παράγραφος 1 – εδάφιο 5
β)  Στην παράγραφο 1 το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η επιτροπή εποπτείας μπορεί να ζητά πρόσθετες πληροφορίες από την Υπηρεσία σχετικά με έρευνες, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων και των συστάσεων για περατωθείσες έρευνες, χωρίς ωστόσο να παρεμποδίζει τις διεξαγόμενες έρευνες.
«Στην επιτροπή εποπτείας χορηγείται πρόσβαση στο σύνολο των πληροφοριών και των εγγράφων που αυτή θεωρεί ότι απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων της, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων και των συστάσεων για περατωθείσες έρευνες και για απορριφθείσες υποθέσεις, χωρίς ωστόσο να παρεμποδίζει τις διεξαγόμενες έρευνες και με τη δέουσα προσοχή στις απαιτήσεις περί εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων.»
Τροπολογία 120
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 12 α (νέο) – στοιχείο γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 15 – παράγραφος 8 – εδάφιο 1
γ)  Στην παράγραφο 8, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Η επιτροπή εποπτείας ορίζει τον πρόεδρό της. Εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της, ο οποίος, προτού υιοθετηθεί, υποβάλλεται προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Οι συνεδριάσεις της επιτροπής εποπτείας συγκαλούνται κατόπιν πρωτοβουλίας του προέδρου της ή του γενικού διευθυντή. Συνεδριάζει τουλάχιστον δέκα φορές τον χρόνο. Η επιτροπή εποπτείας λαμβάνει τις αποφάσεις της με την πλειοψηφία των μελών που την απαρτίζουν. Η γραμματειακή της υποστήριξη παρέχεται από την Επιτροπή, ανεξάρτητα από την Υπηρεσία και σε στενή συνεργασία με την επιτροπή εποπτείας. Πριν από τον διορισμό μέλους του προσωπικού στη γραμματεία, ζητείται η γνώμη της επιτροπής εποπτείας και οι απόψεις της λαμβάνονται υπόψη. Η γραμματεία ενεργεί βάσει των υποδείξεων της επιτροπής εποπτείας και ανεξάρτητα από την Επιτροπή. Με την επιφύλαξη του ελέγχου που ασκεί στον προϋπολογισμό της επιτροπής εποπτείας και της γραμματείας της, η Επιτροπή δεν παρεμβαίνει στα καθήκοντα παρακολούθησης με τα οποία είναι επιφορτισμένη η επιτροπή εποπτείας.
«Η επιτροπή εποπτείας ορίζει τον πρόεδρό της. Εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της, ο οποίος, προτού υιοθετηθεί, υποβάλλεται προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Οι συνεδριάσεις της επιτροπής εποπτείας συγκαλούνται κατόπιν πρωτοβουλίας του προέδρου της ή του γενικού διευθυντή. Συνεδριάζει τουλάχιστον δέκα φορές τον χρόνο. Η επιτροπή εποπτείας λαμβάνει τις αποφάσεις της με την πλειοψηφία των μελών που την απαρτίζουν. Η γραμματειακή της υποστήριξη παρέχεται από την Επιτροπή, και σε στενή συνεργασία με την επιτροπή εποπτείας. Πριν από τον διορισμό μέλους του προσωπικού στη γραμματεία, ζητείται η γνώμη της επιτροπής εποπτείας και οι απόψεις της λαμβάνονται υπόψη. Η γραμματεία ενεργεί βάσει των υποδείξεων της επιτροπής εποπτείας και ανεξάρτητα από την Επιτροπή. Με την επιφύλαξη του ελέγχου που ασκεί στον προϋπολογισμό της επιτροπής εποπτείας και της γραμματείας της, η Επιτροπή δεν παρεμβαίνει στα καθήκοντα παρακολούθησης με τα οποία είναι επιφορτισμένη η επιτροπή εποπτείας.»
Τροπολογία 121
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 13 – στοιχείο -α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 16 – παράγραφος 1
-α) Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
1.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή συναντούν τον γενικό διευθυντή άπαξ του έτους για ανταλλαγή απόψεων σε πολιτικό επίπεδο, προκειμένου να συζητήσουν την πολιτική της Υπηρεσίας όσον αφορά μεθόδους πρόληψης και καταπολέμησης της απάτης, της διαφθοράς ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η επιτροπή εποπτείας συμμετέχει στην ανταλλαγή απόψεων. Εκπρόσωποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Eurojust και/ή της Ευρωπόλ καλούνται να παραστούν σε βάση ad hoc κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής, του γενικού διευθυντή ή της επιτροπής εποπτείας.
«1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή συναντούν τον γενικό διευθυντή άπαξ του έτους για ανταλλαγή απόψεων σε πολιτικό επίπεδο, προκειμένου να συζητήσουν την πολιτική της Υπηρεσίας όσον αφορά μεθόδους πρόληψης και καταπολέμησης της απάτης, της διαφθοράς ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας ή παρατυπίας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η επιτροπή εποπτείας συμμετέχει στην ανταλλαγή απόψεων. Ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας καλείται να συμμετάσχει στην ανταλλαγή απόψεων. Εκπρόσωποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Eurojust και/ή της Ευρωπόλ καλούνται να παραστούν σε βάση ad hoc κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής, του γενικού διευθυντή ή της επιτροπής εποπτείας.»
Τροπολογία 122
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 13 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 16 – παράγραφος 1 – τρίτη περίοδος
α)  στην παράγραφο 1, η τρίτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
διαγράφεται
«Εκπρόσωποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της Eurojust και/ή της Ευρωπόλ καλούνται να παραστούν σε βάση ad hoc κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής, του γενικού διευθυντή ή της επιτροπής εποπτείας.»
Τροπολογία 123
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 –εδάφιο 1 – σημείο 13 – στοιχείο α α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 16 – παράγραφος 2 – εισαγωγικό μέρος
αα)  στην παράγραφο 2, το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
2.  Η ανταλλαγή απόψεων μπορεί να αφορά:
«2. Η ανταλλαγή απόψεων μπορεί να αφορά οποιοδήποτε θέμα επί του οποίου συμφωνούν Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο και Επιτροπή. Πιο συγκεκριμένα, η ανταλλαγή απόψεων μπορεί να αφορά:»
Τροπολογία 124
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 13 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 16 – παράγραφος 2 – στοιχείο δ
δ)  το πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της Υπηρεσίας και των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, και ιδιαίτερα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
δ)  το πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της Υπηρεσίας και των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, και ιδιαίτερα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, και τα μέτρα που λαμβάνονται σε σχέση με τις τελικές εκθέσεις των ερευνών της Υπηρεσίας και άλλες πληροφορίες που διαβιβάζει η Υπηρεσία·
Τροπολογία 125
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 13 – στοιχείο β α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 16 – παράγραφος 2 – στοιχείο ε
βα)  στην παράγραφο 2, το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
ε)  το πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της Υπηρεσίας και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών·
«ε) το πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της Υπηρεσίας και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και τα μέτρα που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές στα κράτη μέλη σε σχέση με τις τελικές εκθέσεις των ερευνών της Υπηρεσίας και άλλες πληροφορίες που διαβιβάζει η Υπηρεσία·»
Τροπολογία 126
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 13 – στοιχείο β β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 16 – παράγραφος 4 α (νέα)
ββ)  Μετά την παράγραφο 4, προστίθεται μια νέα παράγραφος 4α:
«4a. Η προεδρία επί της ανταλλαγής απόψεων ασκείται εκ περιτροπής από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.»
Τροπολογία 127
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 – στοιχείο -α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 17 – παράγραφος 1
-α) Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
1.  Της Υπηρεσίας προΐσταται γενικός διευθυντής. Ο γενικός διευθυντής διορίζεται από την Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία που προσδιορίζεται στην παράγραφο 2. Η διάρκεια της θητείας του γενικού διευθυντή είναι επταετής και δεν ανανεώνεται.
«1. Της Υπηρεσίας προΐσταται γενικός διευθυντής. Ο γενικός διευθυντής διορίζεται από την Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία που προσδιορίζεται στην παράγραφο 2. Η διάρκεια της θητείας του γενικού διευθυντή είναι επταετής και δεν ανανεώνεται. Ο γενικός διευθυντής προσλαμβάνεται ως έκτακτος υπάλληλος σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.»
Τροπολογία 128
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 – στοιχείο -α α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 17 – παράγραφος 2
-αα) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
2.  Προκειμένου να προβεί στον διορισμό νέου γενικού διευθυντή, η Επιτροπή δημοσιεύει πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εν λόγω δημοσίευση πραγματοποιείται το αργότερο έξι μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του εν ενεργεία γενικού διευθυντή. Αφού διατυπωθεί ευνοϊκή γνώμη της επιτροπής εποπτείας για τη διαδικασία επιλογής που εφαρμόζει η Επιτροπή, συντάσσεται από την Επιτροπή κατάλογος των υποψηφίων που συγκεντρώνουν τα κατάλληλα προσόντα. Μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η Επιτροπή διορίζει τον γενικό διευθυντή.
«2. Προκειμένου να προβεί στον διορισμό νέου γενικού διευθυντή, η Επιτροπή δημοσιεύει πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εν λόγω δημοσίευση πραγματοποιείται το αργότερο έξι μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του εν ενεργεία γενικού διευθυντή. Αφού διατυπωθεί ευνοϊκή γνώμη της επιτροπής εποπτείας για τη διαδικασία επιλογής που εφαρμόζει η Επιτροπή, συντάσσεται από την Επιτροπή κατάλογος των υποψηφίων που συγκεντρώνουν τα κατάλληλα προσόντα. Ο γενικός διευθυντής ορίζεται με κοινή συμφωνία Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συμβουλίου και Επιτροπής και διορίζεται, εν συνεχεία, από την τελευταία.»
Τροπολογία 129
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 17 – παράγραφος 3
3.  Ο γενικός διευθυντής δεν ζητά ούτε δέχεται εντολές από οιαδήποτε κυβέρνηση ή οιοδήποτε θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του που αφορούν την έναρξη και διενέργεια εσωτερικών και εξωτερικών ερευνών ή δραστηριοτήτων συντονισμού, ή τη σύνταξη εκθέσεων μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω ερευνών ή δραστηριοτήτων συντονισμού. Εάν ο γενικός διευθυντής κρίνει ότι κάποιο μέτρο που έλαβε η Επιτροπή θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του, ενημερώνει αμέσως την επιτροπή εποπτείας και αποφασίζει αν θα προσφύγει κατά της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.  Ο γενικός διευθυντής δεν ζητά ούτε δέχεται εντολές από οιαδήποτε κυβέρνηση ή οιοδήποτε θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του που αφορούν την έναρξη και διενέργεια ερευνών ή δραστηριοτήτων συντονισμού, ή τη σύνταξη εκθέσεων μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω ερευνών ή δραστηριοτήτων συντονισμού. Εάν ο γενικός διευθυντής κρίνει ότι κάποιο μέτρο που έλαβε η Επιτροπή θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του, ενημερώνει αμέσως την επιτροπή εποπτείας και αποφασίζει αν θα προσφύγει κατά της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τροπολογία 130
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 – στοιχείο α α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 17 – παράγραφος 4
αα)  Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
4.  Ο γενικός διευθυντής υποβάλλει τακτικά εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο σχετικά με τα πορίσματα των ερευνών που διενεργήθηκαν από την Υπηρεσία, τα ληφθέντα μέτρα και τις δυσκολίες που ανέκυψαν, σεβόμενος τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των ερευνών, τα νόμιμα δικαιώματα των ενδιαφερομένων και των πληροφοριοδοτών και, κατά περίπτωση, το εφαρμοστέο στις δικαστικές διαδικασίες εθνικό δίκαιο.
«4. Ο γενικός διευθυντής υποβάλλει τακτικά και τουλάχιστον ετησίως εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο σχετικά με τα πορίσματα των ερευνών που διενεργήθηκαν από την Υπηρεσία, τα ληφθέντα μέτρα, τις δυσκολίες που ανέκυψαν και τη συνέχεια που έδωσε η Υπηρεσία στις συστάσεις στις οποίες προέβη η επιτροπή εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 15, σεβόμενος τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των ερευνών, τα νόμιμα δικαιώματα των ενδιαφερομένων και των πληροφοριοδοτών και, κατά περίπτωση, το εφαρμοστέο στις δικαστικές διαδικασίες εθνικό δίκαιο.
Η ετήσια έκθεση περιλαμβάνει επίσης αξιολόγηση του βαθμού συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και με τα θεσμικά και λοιπά όργανα και με τους οργανισμούς, με ιδιαίτερη προσοχή στην εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφοι 2 και 6α.»
Τροπολογία 131
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 – στοιχείο α β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 17 – παράγραφος 4 α (νέα)
αβ)  Προστίθεται η παράγραφος 4a:
«4a. Κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο πλαίσιο των δικαιωμάτων δημοσιονομικού ελέγχου του, ο γενικός διευθυντής μπορεί να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες της Υπηρεσίας, σεβόμενος τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των ερευνών και των επακόλουθων διαδικασιών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μεριμνά για την διασφάλιση της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.»
Τροπολογία 132
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 – στοιχείο α γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 17 – παράγραφος 5 – εδάφιο 1
αγ)  Στην παράγραφο 5, το πρώτο εδάφιο διαγράφεται.
Ο γενικός διευθυντής καθορίζει ετησίως, στο πλαίσιο του ετήσιου σχεδίου διαχείρισης, τις προτεραιότητες της πολιτικής της Υπηρεσίας σε θέματα ερευνών και τις διαβιβάζει, πριν από τη δημοσίευσή τους, στην επιτροπή εποπτείας.
Τροπολογία 133
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 17 – παράγραφος 5 – εδάφιο 3 – στοιχείο β
β)  υποθέσεις στις οποίες διαβιβάστηκαν πληροφορίες σε δικαστικές αρχές των κρατών μελών και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία·
β)  υποθέσεις στις οποίες διαβιβάστηκαν πληροφορίες σε δικαστικές αρχές των κρατών μελών ή στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία·
Τροπολογία 134
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 – στοιχείο β α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 17 – παράγραφος 5 – εδάφιο 3 – στοιχείο β α (νέο)
βα)  Στην παράγραφο 5, εδάφιο τρίτο, προστίθεται ένα νέο σημείο μετά το σημείο β:
«βα) υποθέσεις που απορρίφθηκαν·»
Τροπολογία 135
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 – στοιχείο β β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 17 – παράγραφος 7
ββ)  η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
7.  Ο γενικός διευθυντής θεσπίζει εσωτερική συμβουλευτική και εποπτική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου ελέγχου νομιμότητας, όσον αναφορά μεταξύ άλλων την τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων και του εθνικού δικαίου του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, έχοντας ιδίως υπόψη το άρθρο 11 παράγραφος 2.
«7. Ο γενικός διευθυντής θεσπίζει εσωτερική συμβουλευτική και εποπτική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου ελέγχου νομιμότητας, όσον αναφορά μεταξύ άλλων την τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων και των μαρτύρων και του εθνικού δικαίου του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, έχοντας ιδίως υπόψη το άρθρο 11 παράγραφος 2. Ο έλεγχος νομιμότητας διεξάγεται από εμπειρογνώμονες στα νομικά και στις ερευνητικές διαδικασίες της Υπηρεσίας, οι οποίοι διαθέτουν τα προσόντα για την άσκηση δικαστικού λειτουργήματος σε κράτος μέλος. Η γνωμοδότησή τους επισυνάπτεται στην τελική έκθεση της έρευνας.»
Τροπολογία 136
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 – στοιχείο β γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 17 – παράγραφος 8
βγ)  η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
8.  Ο γενικός διευθυντής υιοθετεί κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις διαδικασίες έρευνας για τους υπαλλήλους της Υπηρεσίας. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές συνάδουν με τον παρόντα κανονισμό και καλύπτουν, μεταξύ άλλων:
«8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 19α όσον αφορά τον καθορισμό κώδικα διαδικασίας για τις έρευνες, τον οποίο θα πρέπει να τηρούν οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις καλύπτουν ιδίως:
α)  τη διεξαγωγή ερευνών·
α)  τις πρακτικές που πρέπει να τηρούνται κατά την εκτέλεση της εντολής και την εφαρμογή του καταστατικού της Υπηρεσίας·
β)  τις διαδικαστικές εγγυήσεις·
β)  λεπτομερείς κανόνες για τις διαδικασίες έρευνας και τις επιτρεπόμενες ενέργειες στο πλαίσιο των ερευνών·
γ)  λεπτομέρειες των εσωτερικών συμβουλευτικών και εποπτικών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου νομιμότητας·
γ)  τα νόμιμα δικαιώματα των ενδιαφερομένων·
δ)  την προστασία δεδομένων·
δ)  διαδικαστικές εγγυήσεις·
δα)  διατάξεις που σχετίζονται με την προστασία των δεδομένων και πολιτικές που αφορούν την επικοινωνία και την πρόσβαση σε έγγραφα·
δβ)  διατάξεις που αφορούν τον έλεγχο νομιμότητας και τα ένδικα μέσα που είναι διαθέσιμα στους ενδιαφερόμενους·
δγ)  τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και κάθε τροποποίησή τους εγκρίνονται αφού έχει δοθεί η δυνατότητα στην επιτροπή εποπτείας να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της σχετικά, εν συνεχεία δε διαβιβάζονται προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή και δημοσιεύονται για σκοπούς ενημέρωσης στην ιστοσελίδα της Υπηρεσίας στις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.
Κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, η Επιτροπή συμβουλεύεται την επιτροπή εποπτείας και τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.
Οποιαδήποτε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εγκρίνεται βάσει της παρούσης παραγράφου δημοσιεύεται για σκοπούς ενημέρωσης στον ιστότοπο της Υπηρεσίας σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης.»
Τροπολογία 137
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 – στοιχείο γ
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 17 – παράγραφος 8 – εδάφιο 1 – στοιχείο ε
γ)  στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):
διαγράφεται
«ε) τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.»
Τροπολογία 138
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 – στοιχείο γ β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 17 – παράγραφος 9 – εδάφιο 1
γα)  Στην παράγραφο 9, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Η Επιτροπή ζητεί τη γνώμη της επιτροπής εποπτείας προτού επιβάλει οιαδήποτε πειθαρχική κύρωση στον γενικό διευθυντή.
«Η Επιτροπή ζητεί τη γνώμη της επιτροπής εποπτείας προτού επιβάλει οιαδήποτε πειθαρχική κύρωση στον γενικό διευθυντή ή άρει την ασυλία του
Τροπολογία 139
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 α (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 19
(14a)  Το άρθρο 19 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Άρθρο 19
«Άρθρο 19
Έκθεση αξιολόγησης
Έκθεση ενημέρωσης και αναθεώρηση
Έως τις 2 Οκτωβρίου 2017, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από γνωμοδότηση της επιτροπής εποπτείας και επισημαίνει ενδεχόμενη ανάγκη τροποποίησης του παρόντος κανονισμού.
Το αργότερο πέντε έτη μετά την ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 120 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης σχετικά με την εφαρμογή και τον αντίκτυπο του παρόντος κανονισμού, ιδίως σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα της συνεργασίας μεταξύ της Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από γνωμοδότηση της επιτροπής εποπτείας.
Το αργότερο δύο έτη μετά την έκδοση της έκθεσης αξιολόγησης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή υποβάλλει νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου της Υπηρεσίας, που περιλαμβάνει πρόσθετους ή αναλυτικότερους κανόνες αναφορικά με τη σύσταση της Υπηρεσίας, τα καθήκοντά της ή τις διαδικασίες που διέπουν τις δραστηριότητές της, με ιδιαίτερη έμφαση στη συνεργασία της με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στις διασυνοριακές έρευνες και στις έρευνες σε κράτη που δεν συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.»
Τροπολογία 140
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – εδάφιο 1 – σημείο 14 β (νέο)
Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013
Άρθρο 19 α (νέο)
(14β)  Παρεμβάλλεται νέο άρθρο 19α:
«Άρθρο 19α
Άσκηση της εξουσιοδότησης
1.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.
2.  Η προβλεπόμενη στο άρθρο 17 παράγραφος 8 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο τεσσάρων ετών από την ... [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού]. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των τεσσάρων ετών. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.
3.  Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος 8 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.
4.  Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
5.  Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 8 τίθεται σε ισχύ εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.»

(1) Γνώμη αριθ. 8/2018 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Τελευταία ενημέρωση: 17 Απριλίου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου