Ευρετήριο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Τρίτη 16 Απριλίου 2019 - Στρασβούργο 
Κοινοτικές στατιστικές για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία ***I
 Προσχώρηση της ΕΕ στην Πράξη της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας για τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις ***
 Ενέργειες της Ένωσης μετά την προσχώρησή της στην Πράξη της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας για τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις ***I
 Συμφωνία ΕΕ-Φιλιππίνων για ορισμένες πτυχές των αεροπορικών μεταφορών ***
 Διεθνής συμφωνία για το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές ***
 Προτεινόμενος διορισμός μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου - Viorel Ștefan
 Προτεινόμενος διορισμός μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου - Ivana Maletić
 Προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης ***I
 Διασυνοριακή διανομή συλλογικών επενδυτικών κεφαλαίων (οδηγία) ***I
 Διασυνοριακή διανομή συλλογικών επενδυτικών κεφαλαίων (κανονισμός) ***I
 Κεφαλαιακές απαιτήσεις (κανονισμός) ***I
 Κεφαλαιακές απαιτήσεις (οδηγία) ***I
 Ικανότητα απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων (κανονισμός) ***I
 Ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (οδηγία) ***I
 Τίτλοι εξασφαλισμένοι με κρατικά ομόλογα ***I
 Ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές και χρηματοοικονομικές αγορές ***I
 Μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου ***I
 Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) ***I
 Προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων (οδηγία) ***I
 Απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων (κανονισμός) ***I
 Διαφανείς και προβλέψιμοι όροι εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ***I
 Ευρωπαϊκή Αρχή Εργασίας ***I
 Διατήρηση αλιευτικών πόρων και προστασία θαλάσσιων οικοσυστημάτων μέσω τεχνικών μέτρων ***I
 Κανονισμός σχετικά με τις ευρωπαϊκές στατιστικές για τις επιχειρήσεις ***I
 Έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ***I
 Θέσπιση του μέσου χρηματοδοτικής στήριξης για τον εξοπλισμό τελωνειακών ελέγχων ***I
 Θέσπιση του προγράμματος «Τελωνεία» για τη συνεργασία στον τομέα των τελωνείων ***I
 Κυκλοφορία στην αγορά και χρήση πρόδρομων ουσιών εκρηκτικών υλών ***I
 Κοινό πλαίσιο για τις ευρωπαϊκές στατιστικές σχετικά με τα πρόσωπα και τα νοικοκυριά ***I
 Διαλειτουργικότητα μεταξύ των συστημάτων πληροφοριών της ΕΕ στον τομέα των συνόρων και θεωρήσεων ***I
 Διαλειτουργικότητα μεταξύ των συστημάτων πληροφοριών της ΕΕ (αστυνομική και δικαστική συνεργασία, άσυλο και μετανάστευση) ***I
 Ευρωπαϊκό δίκτυο αξιωματικών συνδέσμων μετανάστευσης ***I
 Απαιτήσεις έγκρισης τύπου των μηχανοκίνητων οχημάτων όσον αφορά τη γενική τους ασφάλεια ***I

Κοινοτικές στατιστικές για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία ***I
PDF 271kWORD 78k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί κοινοτικών στατιστικών για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία (COM(2018)0307 – C8-0182/2018 – 2018/0154(COD))
P8_TA-PROV(2019)0359A8-0395/2018

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0307),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 338 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8‑0182/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τη θέση υπό μορφή τροπολογιών της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (A8-0395/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή   Τροπολογία
Τροπολογία 1
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 2
(2)  Λαμβανομένων υπόψη των νέων αναγκών στην Ένωση για τις στατιστικές για το άσυλο και τη διαχείριση της μετανάστευσης καθώς και του γεγονότος ότι τα χαρακτηριστικά της μετανάστευσης μεταβάλλονται ταχείας, είναι αναγκαίο ένα πλαίσιο που θα επιτρέπει την ταχεία προσαρμογή της κατάρτισης στατιστικών για το άσυλο και τη διαχείριση της μετανάστευσης στις αλλαγές αυτές .
(2)  Λαμβανομένων υπόψη των νέων αναγκών στην Ένωση για τις στατιστικές για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία, καθώς και του γεγονότος ότι τα χαρακτηριστικά των μεταναστευτικών ρευμάτων μεταβάλλονται ταχέως, είναι αναγκαίο ένα πλαίσιο που θα επιτρέπει την ταχεία προσαρμογή της κατάρτισης στατιστικών για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία στις αλλαγές αυτές.
Τροπολογία 2
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 2 α (νέα)
(2α)  Λόγω των διαρκών αλλαγών και της πολυμορφίας που παρουσιάζουν οι τρέχουσες μεταναστευτικές ροές, απαιτούνται ολοκληρωμένα και συγκρίσιμα στατιστικά στοιχεία για τον πληθυσμό των μεταναστών, με ανάλυση κατά φύλο, ούτως ώστε να γίνεται κατανοητή η πραγματική κατάσταση, να προσδιορίζονται τρωτά σημεία και ανισότητες, και να παρέχονται αξιόπιστα στοιχεία και πληροφορίες στους φορείς χάραξης πολιτικής για τη διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών στο μέλλον.
Τροπολογία 3
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 3
(3)  Για τη στήριξη της Ένωσης ώστε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις προκλήσεις που θέτει η μετανάστευση, είναι αναγκαία η συχνότητα διαβίβασης στοιχείων για το άσυλο και τη διαχείριση της μετανάστευσης να είναι μικρότερη της ετήσιας.
(3)  Για τη στήριξη της Ένωσης ώστε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις προκλήσεις που θέτει η μετανάστευση και να αναπτύξει πολιτικές που λαμβάνουν υπόψη τη διάσταση του φύλου και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αναγκαίο η συχνότητα διαβίβασης στοιχείων για το άσυλο και τη διαχείριση της μετανάστευσης να είναι μικρότερη της ετήσιας.
Τροπολογία 4
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 4
(4)  Οι στατιστικές για το άσυλο και τη διαχείριση της μετανάστευσης έχουν θεμελιώδη σημασία για τη μελέτη, τον καθορισμό και την αξιολόγηση ενός ευρέος φάσματος πολιτικών, ιδίως όσον αφορά την αντιμετώπιση της άφιξης των ατόμων που ζητούν προστασία στην Ευρώπη.
(4)  Οι στατιστικές για το άσυλο και τη διαχείριση της μετανάστευσης έχουν θεμελιώδη σημασία για τη μελέτη, τον καθορισμό και την αξιολόγηση ενός ευρέος φάσματος πολιτικών, ιδίως όσον αφορά την αντιμετώπιση της άφιξης των ατόμων που ζητούν προστασία στην Ευρώπη, με στόχο να επιτυγχάνονται οι βέλτιστες λύσεις.
Τροπολογία 5
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 4 α (νέα)
(4α)  Οι στατιστικές για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία είναι ουσιώδους σημασίας για την απόκτηση σφαιρικής εικόνας των μεταναστευτικών ρευμάτων εντός της Ένωσης και για την ορθή εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας από τα κράτη μέλη σε πλαίσιο σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως αυτά ορίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.
Τροπολογία 6
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 4 β (νέα)
(4β)  Η δίωξη λόγω φύλου αποτελεί λόγο για αίτηση παροχής και για παροχή διεθνούς προστασίας. Οι εθνικές και οι ενωσιακές στατιστικές αρχές θα πρέπει να συλλέγουν τις στατιστικές σχετικά με τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που βασίζονται σε λόγους φύλου, συμπεριλαμβανομένης της έμφυλης βίας.
Τροπολογία 7
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 9 α (νέα)
(9α)  Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 862/2007, θα πρέπει να κατανεμηθούν επαρκείς οικονομικοί πόροι για τη συλλογή, ανάλυση και διάδοση εθνικών και ενωσιακών στατιστικών υψηλής ποιότητας για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία, ειδικότερα μέσω της στήριξης δράσεων στο πλαίσιο αυτό σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 516/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
______________
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 516/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για τη δημιουργία του Ταμείου Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης, την τροποποίηση της απόφασης 2008/381/ΕΚ του Συμβουλίου και την κατάργηση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αριθ. 573/2007/ΕΚ και αριθ. 575/2007/ΕΚ και της απόφασης 2007/435/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 150 της 20.5.2014, σ. 168).
Τροπολογία 8
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 10
(10)  Ο παρών κανονισμός εγγυάται το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και της οικογενειακής ζωής, καθώς και το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως ορίζονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(10)  Ο παρών κανονισμός εγγυάται το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και της οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την απαγόρευση των διακρίσεων και την ισότητα των φύλων, όπως ορίζονται στα άρθρα 7, 8, 21 και 23 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
______________
Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).
Τροπολογία 9
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 10 α (νέα)
(10α)  Η συλλογή στοιχείων κατά φύλο αναμένεται να καταστήσει δυνατό τον εντοπισμό και την ανάλυση συγκεκριμένων τρωτών σημείων και χαρακτηριστικών που παρουσιάζουν γυναίκες και άνδρες, αποκαλύπτοντας κενά και ανισότητες. Τα στοιχεία για τη μετανάστευση που λαμβάνουν υπόψη τη διάσταση του φύλου έχουν τη δυνατότητα να προωθήσουν περισσότερο την ισότητα των φύλων και να προσφέρουν ευκαιρίες για τις μειονεκτούσες ομάδες. Οι στατιστικές για τη μετανάστευση θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη μεταβλητές όπως η έμφυλη ταυτότητα και ο σεξουαλικός προσανατολισμός, ώστε να συλλέγονται δεδομένα σχετικά με τις εμπειρίες των ατόμων ΛΟΑΤΚΙ+ και τις ανισότητες που υφίστανται κατά τις διαδικασίες μετανάστευσης και ασύλου.
Τροπολογία 10
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 11
(11)  Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά ειδική ανάλυση στοιχείων. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(25).
(11)  Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά τη θέσπιση των κανόνων σχετικά με τους κατάλληλους μορφότυπους διαβίβασης στοιχείων. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
__________________
__________________
25 Κανονισμός (EΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
25 Κανονισμός (EΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
Τροπολογία 11
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 11 α (νέα)
(11α)  Για την προσαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 862/2007 στις τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 862/2007 για την επικαιροποίηση ορισμένων ορισμών και τη συμπλήρωσή του, ούτως ώστε να καθοριστούν οι ομάδες στοιχείων και πρόσθετων αναλύσεων και να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τα πρότυπα ακρίβειας και ποιότητας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να πραγματοποιεί η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι εν λόγω διαβουλεύσεις να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου1a. Ειδικότερα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ίση συμμετοχή στην κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που χειρίζονται την κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.
________________
ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.
Τροπολογία 12
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 11 β (νέα)
(11β)  Η αποτελεσματική παρακολούθηση της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 862/2007 απαιτεί την αξιολόγησή της σε τακτά διαστήματα. Η Επιτροπή θα πρέπει να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση των στατιστικών στοιχείων που συλλέγονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 862/2007, την ποιότητά τους και την έγκαιρη παροχή τους, με σκοπό την υποβολή εκθέσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Θα πρέπει να πραγματοποιούνται εκ του σύνεγγυς διαβουλεύσεις με όλους τους φορείς που συμμετέχουν στη συλλογή δεδομένων σχετικά με το άσυλο, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών των Ηνωμένων Εθνών και άλλων σχετικών διεθνών και μη κυβερνητικών οργανώσεων.
Τροπολογία 13
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο -1 (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ
(-1)  Στο άρθρο 1, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
γ)  τις διοικητικές και νομικές διαδικασίες στα κράτη μέλη που αφορούν τη μετανάστευση, τη χορήγηση άδειας παραμονής, υπηκοότητας, ασύλου και άλλων μορφών διεθνούς προστασίας και αποτροπής της παράνομης μετανάστευσης.
«γ) τις διοικητικές και νομικές διαδικασίες στα κράτη μέλη που αφορούν τη μετανάστευση, τη χορήγηση άδειας παραμονής, υπηκοότητας, ασύλου και άλλων μορφών διεθνούς προστασίας, την παράνομη είσοδο και διαμονή και τις επιστροφές.»
Τροπολογία 14
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο -1 α (νέο) – στοιχείο α (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο ι
(-1α) Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:
α)  Στην παράγραφο 1, το στοιχείο ι) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
ι)  «αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας» είναι η αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απατρίδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (2
«ι) «αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας» είναι η αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο η) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου2·
_______________
_______________
2 ΕΕ L 304 της 30.9.2004, σ. 12.
2 Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ L 337 της 20.12.2011, σ. 9).»
Τροπολογία 15
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο -1 α (νέο) – στοιχείο β (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο ια
β)  Στην παράγραφο 1, το στοιχείο ια) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
ια)  «καθεστώς πρόσφυγα» είναι το καθεστώς πρόσφυγα όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο δ) της οδηγίας 2004/83/ΕΚ·
«ια) «καθεστώς πρόσφυγα» είναι το καθεστώς πρόσφυγα όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο ε) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ·»
Τροπολογία 16
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο -1 α (νέο) – στοιχείο γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο ιβ
γ)  Στην παράγραφο 1, το στοιχείο ιβ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
ιβ)  «καθεστώς επικουρικής προστασίας» είναι το καθεστώς επικουρικής προστασίας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο στ) της οδηγίας 2004/83/ΕΚ·
«ιβ) «καθεστώς επικουρικής προστασίας» είναι το καθεστώς επικουρικής προστασίας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ· »
Τροπολογία 17
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο -1 α (νέο) – στοιχείο δ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο ιγ
δ)  Στην παράγραφο 1, το στοιχείο ιγ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
ιγ)  «μέλη της οικογένειας» είναι τα μέλη της οικογένειας όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (3)·
«ιγ) «μέλη της οικογένειας» είναι τα μέλη της οικογένειας όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου3·
_______________
_______________
3 ΕΕ L 50 της 25.2.2003, σ. 1.
3 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (ΕΕ L 180 της 29.6.2013, σ. 31).»
Τροπολογία 18
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο -1 α (νέο) – στοιχείο ε (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο ιε
δ)  Στην παράγραφο 1, το στοιχείο ιε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
ιε)  «ασυνόδευτοι ανήλικοι» είναι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο θ) της οδηγίας 2004/83/ΕΚ·
«ιε) «ασυνόδευτοι ανήλικοι» είναι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο ιβ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ· »
Τροπολογία 19
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο -1 α (νέο) – στοιχείο στ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – στοιχείο ιστ
στ)  Στην παράγραφο 1, το στοιχείο ιστ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
ιστ)  «εξωτερικά σύνορα» είναι τα εξωτερικά σύνορα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (12)·
«ιστ) «εξωτερικά σύνορα» είναι τα εξωτερικά σύνορα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου5·
________________
________________
5 ΕΕ L 105 της 13.4.2006, σ. 1.
5 Κανονισμός (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ L 77 της 23.3.2016, σ. 1).»
Τροπολογία 20
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο -1 α (νέο) – στοιχείο ζ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο ιζ
ζ)  Στην παράγραφο 1, το στοιχείο ιζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
ιζ)  «υπήκοοι τρίτων χωρών στους οποίους απαγορεύθηκε η είσοδος» είναι οι υπήκοοι τρίτων χωρών στους οποίους απαγορεύθηκε η είσοδος στα εξωτερικά σύνορα διότι δεν πληρούν όλους τους όρους εισόδου που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 και δεν ανήκουν στις κατηγορίες προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού·
«ιζ) «υπήκοοι τρίτων χωρών στους οποίους απαγορεύθηκε η είσοδος» είναι οι υπήκοοι τρίτων χωρών στους οποίους απαγορεύθηκε η είσοδος στα εξωτερικά σύνορα διότι δεν πληρούν όλους τους όρους εισόδου που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 και δεν ανήκουν στις κατηγορίες προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού· »
Τροπολογία 21
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο -1 α (νέο) – στοιχείο η (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο ιθ α (νέο)
η)  Στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
«ιθα) «απομάκρυνση» είναι η απομάκρυνση όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 5 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*·
________________
* Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ L 348 της 24.12.2008, σ. 98).»
Τροπολογία 22
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο -1 α (νέο) – στοιχείο θ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο ιθ β (νέο)
θ)  Στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
«ιθβ) «οικειοθελής αναχώρηση» είναι η οικειοθελής αναχώρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 8 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ·»
Τροπολογία 23
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο -1 α (νέο) – στοιχείο ι (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο ιθ γ (νέο)
ι)  Στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
«ιθγ) «επικουρούμενη οικειοθελής επιστροφή» είναι η οικειοθελής αναχώρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 8 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ υποστηριζόμενη από την παροχή υλικοτεχνικής, οικονομικής ή άλλου είδους υλικής συνδρομής·»
Τροπολογία 24
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο -1 α (νέο) – στοιχείο ια (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 2 – παράγραφος 3
ια)  Η παράγραφος 3 διαγράφεται.
Τροπολογία 25
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο -1 β (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 3
(-1β) Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Άρθρο 3
«Άρθρο 3
Στατιστικές σχετικά με τη διεθνή μετανάστευση, τον συνήθως διαμένοντα πληθυσμό και την απόκτηση υπηκοότητας
Στατιστικές σχετικά με τη διεθνή μετανάστευση, τον συνήθως διαμένοντα πληθυσμό και την απόκτηση υπηκοότητας
1.  Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον αριθμό:
1.  Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον αριθμό:
α)  των εισερχόμενων στην επικράτεια ενός κράτους μέλους μεταναστών, κατά:
α)  των εισερχόμενων στην επικράτεια ενός κράτους μέλους μεταναστών, κατά:
(i)  ομάδες υπηκοοτήτων κατά ηλικία και φύλο·
(i)  ομάδες υπηκοοτήτων κατά ηλικία και φύλο·
(ii)  ομάδες χωρών γέννησης κατά ηλικία και φύλο·
(ii)  ομάδες χωρών γέννησης κατά ηλικία και φύλο·
(iii)  ομάδες χωρών προηγούμενης συνήθους διαμονής κατά ηλικία και φύλο·
(iii)  ομάδες χωρών προηγούμενης συνήθους διαμονής κατά ηλικία και φύλο·
β)  των εξερχόμενων από την επικράτεια ενός κράτους μέλους μεταναστών, κατά:
β)  των εξερχόμενων από την επικράτεια ενός κράτους μέλους μεταναστών, κατά:
(i)  ομάδες υπηκοοτήτων·
(i)  ομάδες υπηκοοτήτων·
(ii)  ηλικία·
(ii)  ηλικία·
(iii)  φύλο·
(iii)  φύλο·
(iv)  ομάδες χωρών της επόμενης συνήθους διαμονής·
(iv)  ομάδες χωρών της επόμενης συνήθους διαμονής·
γ)  των προσώπων που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο κράτος μέλος στο τέλος της περιόδου αναφοράς, κατά:
γ)  των προσώπων που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο κράτος μέλος στο τέλος της περιόδου αναφοράς, κατά:
(i)  ομάδες υπηκοοτήτων κατά ηλικία και φύλο·
(i)  ομάδες υπηκοοτήτων κατά ηλικία και φύλο·
ii)  ομάδες χωρών γέννησης κατά ηλικία και φύλο·
ii)  ομάδες χωρών γέννησης κατά ηλικία και φύλο·
δ)  των προσώπων που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην επικράτεια του κράτους μέλους και έχουν αποκτήσει κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς την υπηκοότητα του κράτους μέλους και είχαν προηγουμένως την υπηκοότητα άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας ή ήταν προηγουμένως απάτριδες, κατά ηλικία και φύλο, και κατά την προηγούμενη υπηκοότητα των συγκεκριμένων προσώπων και κατά το αν τα πρόσωπα ήταν προηγουμένως απάτριδες.
δ)  των προσώπων που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην επικράτεια του κράτους μέλους και έχουν αποκτήσει κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς την υπηκοότητα του κράτους μέλους και είχαν προηγουμένως την υπηκοότητα άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας ή ήταν προηγουμένως απάτριδες, κατά ηλικία και φύλο, και κατά την προηγούμενη υπηκοότητα των συγκεκριμένων προσώπων και κατά το αν τα πρόσωπα ήταν προηγουμένως απάτριδες. »
δα)  των προσώπων που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην επικράτεια του κράτους μέλους και έχουν αποκτήσει κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς άδεια διαμονής μακράς διάρκειας, κατά ηλικία και φύλο.
2.  Οι στατιστικές της παραγράφου 1 έχουν περίοδο αναφοράς το ένα ημερολογιακό έτος και παρέχονται στην Επιτροπή (Eurostat) εντός δώδεκα μηνών από το τέλος του έτους αναφοράς. Πρώτο έτος αναφοράς είναι το 2008.
2.  Οι στατιστικές της παραγράφου 1 έχουν περίοδο αναφοράς το ένα ημερολογιακό έτος και παρέχονται στην Επιτροπή (Eurostat) εντός δώδεκα μηνών από το τέλος του έτους αναφοράς. Πρώτο έτος αναφοράς είναι το 2020.»
Τροπολογία 26
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο -α (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ
-α) Στην παράγραφο 1, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
γ)  των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που έχουν αποσυρθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.
«γ) των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που έχουν αποσυρθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, κατά είδος απόσυρσης·»
Τροπολογία 27
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ α (νέο)
δα)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή έχουν συμπεριληφθεί σε τέτοια αίτηση ως μέλη οικογένειας, και των οποίων η αίτηση διεκπεραιώθηκε με την ταχεία διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 31 παράγραφος 8 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*·
__________________
* Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ L 180 της 29.6.2013, σ. 60).
Τροπολογία 28
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ β (νέο)
δβ)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή έχουν συμπεριληφθεί σε τέτοια αίτηση ως μέλη οικογένειας, και των οποίων η αίτηση διεκπεραιώθηκε με τις διαδικασίες στα σύνορα που αναφέρονται στο άρθρο 43 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
Τροπολογία 29
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ γ (νέο)
δγ)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή έχουν συμπεριληφθεί σε τέτοια αίτηση ως μέλη οικογένειας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, και τα οποία εξαιρούνται από την ταχεία διαδικασία ή τη διαδικασία στα σύνορα σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 3 και το άρθρο 25 παράγραφος 6 της οδηγίας 2013/33/ΕΕ·
Τροπολογία 30
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ δ (νέο)
δδ)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας χωρίς να έχουν καταχωριστεί στο Eurodac όπως αναφέρεται στο άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 603/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*·
__________________
* Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 603/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα και σχετικά με αιτήσεις της αντιπαραβολής με τα δεδομένα Eurodac που υποβάλλουν οι αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών και η Ευρωπόλ για σκοπούς επιβολής του νόμου και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1077/2011 σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τη Λειτουργική Διαχείριση Συστημάτων ΤΠ Μεγάλης Κλίμακας στον Χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (ΕΕ L 180 της 29.6.2013, σ. 1).
Τροπολογία 31
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ ε (νέο)
δε)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή έχουν συμπεριληφθεί σε τέτοια αίτηση ως μέλη οικογένειας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς και τα οποία είναι σε θέση να επιδείξουν αποδεικτικά έγγραφα που μπορούν να βοηθήσουν στην ταυτοποίησή τους·
Τροπολογία 32
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ στ (νέο)
δστ)  των προσώπων που έχουν υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 40 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ ή έχουν συμπεριληφθεί σε τέτοια αίτηση ως μέλη οικογένειας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
Τροπολογία 33
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ ζ (νέο)
δζ)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή έχουν συμπεριληφθεί σε τέτοια αίτηση ως μέλη οικογένειας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς και τα οποία τελούσαν υπό κράτηση σύμφωνα με την οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου* στο τέλος της περιόδου αναφοράς, με ανάλυση κατά τον μήνα έναρξης της κράτησής τους και τους λόγους της κράτησής τους·
____________________
* Οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (ΕΕ L 180 της 29.6.2013, σ. 96).
Τροπολογία 34
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ η (νέο)
δη)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή έχουν συμπεριληφθεί σε τέτοια αίτηση ως μέλη οικογένειας, και τα οποία υπόκειντο σε διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη που διέτασσε την κράτησή τους σύμφωνα με την οδηγία 2013/33/ΕΕ κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
Τροπολογία 35
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ θ (νέο)
δθ)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή έχουν συμπεριληφθεί σε τέτοια αίτηση ως μέλη οικογένειας, και τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο διοικητικής ή δικαστικής απόφασης ή πράξης που διέτασσε μέτρο εναλλακτικό της κράτησης σύμφωνα με την οδηγία 2013/33/ΕΕ κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, με ανάλυση κατά είδος εναλλακτικού μέτρου ως εξής:
(i)  εμφάνιση ενώπιον των αρχών·
(ii)  κατάθεση χρηματικής εγγύησης·
(iii)  υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος·
(iv)  άλλο είδος μέτρου εναλλακτικού της κράτησης·
Τροπολογία 36
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ ι (νέο)
δι)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή έχουν συμπεριληφθεί σε τέτοια αίτηση ως μέλη οικογένειας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, και τα οποία υπόκειντο σε διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη που διέτασσε μέτρο εναλλακτικό της κράτησης σύμφωνα με την οδηγία 2013/33/ΕΕ στο τέλος της περιόδου αναφοράς, κατά τον μήνα, τη διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη που εκδόθηκε κατά των εν λόγω προσώπων, και με περαιτέρω ανάλυση κατά είδος εναλλακτικού μέτρου ως εξής:
(i)  εμφάνιση ενώπιον των αρχών·
(ii)  κατάθεση χρηματικής εγγύησης·
(iii)  υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος·
(iv)  άλλο είδος μέτρου εναλλακτικού της κράτησης·
Τροπολογία 37
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ ια (νέο)
δια)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και έχουν υποβληθεί σε διαδικασία εκτίμησης ηλικίας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
Τροπολογία 38
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ ιβ (νέο)
διβ)  των αποφάσεων σχετικά με τις εκτιμήσεις της ηλικίας των αιτούντων, με ανάλυση κατά:
(i)  εκτιμήσεις που καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο αιτών είναι ανήλικος·
(ii)  εκτιμήσεις που καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο αιτών είναι ενήλικος·
(iii)  εκτιμήσεις που δεν έχουν εξαγάγει οριστικά συμπεράσματα ή που έχουν εγκαταλειφθεί·
Τροπολογία 39
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ ιγ (νέο)
διγ)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή έχουν συμπεριληφθεί σε τέτοια αίτηση ως μέλη οικογένειας και που έχουν αναγνωριστεί ως χρήζοντα ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων σύμφωνα με το άρθρο 24 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ ή ως αιτούντες με ειδικές ανάγκες υποδοχής κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο ια) της οδηγίας 2013/33/ΕΕ κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
Τροπολογία 40
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ ιδ (νέο)
διδ)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή έχουν συμπεριληφθεί σε τέτοια αίτηση ως μέλη οικογένειας και που έχουν επωφεληθεί από δωρεάν νομική συνδρομή σύμφωνα με το άρθρο 20 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, με ανάλυση κατά διαδικασία σε πρώτο και δεύτερο βαθμό·
Τροπολογία 41
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ ιε (νέο)
διε)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή έχουν συμπεριληφθεί σε τέτοια αίτηση ως μέλη οικογένειας και τα οποία έχουν επωφεληθεί από υλικές συνθήκες υποδοχής που παρέχουν επαρκές βιοτικό επίπεδο για τους αιτούντες, σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας 2013/33/ΕΕ, στο τέλος της περιόδου αναφοράς·
Τροπολογία 42
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ ιστ (νέο)
διστ)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ως ασυνόδευτοι ανήλικοι και για τα οποία έχει οριστεί εκπρόσωπος σύμφωνα με το άρθρο 25 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
Τροπολογία 43
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ ιζ (νέο)
διζ)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και έχουν αναγνωριστεί ως ασυνόδευτοι ανήλικοι και στα οποία έχει χορηγηθεί πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2013/33/ΕΕ κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
Τροπολογία 44
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ ιη (νέο)
διη)  των προσώπων που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, έχουν αναγνωριστεί ως ασυνόδευτοι ανήλικοι και έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 3 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, με ανάλυση κατά τους λόγους της τοποθέτησης·
Τροπολογία 45
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ ιθ (νέο)
διθ)  του μέσου αριθμού ασυνόδευτων ανηλίκων ανά κηδεμόνα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
Τροπολογία 46
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 1 – τελευταίο εδάφιο
Τα στατιστικά αυτά στοιχεία αναλύονται κατά ηλικία, φύλο και υπηκοότητα των συγκεκριμένων προσώπων και κατά ασυνόδευτων ανηλίκων. Έχουν περίοδο αναφοράς τον ένα ημερολογιακό μήνα και παρέχονται στην Επιτροπή (Eurostat) εντός δύο μηνών από το τέλος του μήνα αναφοράς. Πρώτος μήνας αναφοράς είναι ο Ιανουάριος του 2020.
(Δεν αφορά το ελληνικό κείμενο.)
Τροπολογία 47
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο β α (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – στοιχείο α
βα)  Στην παράγραφο 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
α)  των προσώπων που καλύπτονται από πρωτοβάθμιες αποφάσεις απόρριψης αιτήσεων διεθνούς προστασίας, όπως είναι οι αποφάσεις που θεωρούν τις αιτήσεις μη παραδεκτές ή αβάσιμες, καθώς και οι αποφάσεις που λαμβάνονται με τη διαδικασία προτεραιότητας και την ταχεία διαδικασία από διοικητικά ή δικαστικά όργανα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
«α) των προσώπων που καλύπτονται από πρωτοβάθμιες αποφάσεις απόρριψης αιτήσεων διεθνούς προστασίας που λαμβάνονται από διοικητικά ή δικαστικά όργανα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, κατά:
(i)  αποφάσεις που κρίνουν τις αιτήσεις μη παραδεκτές, με περαιτέρω ανάλυση κατά λόγο απαραδέκτου·
(ii)  αποφάσεις που απορρίπτουν τις αιτήσεις ως αβάσιμες·
(iii)  αποφάσεις που απορρίπτουν τις αιτήσεις ως προδήλως αβάσιμες σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία, με περαιτέρω ανάλυση κατά λόγο απόρριψης·
(iv)  αποφάσεις που απορρίπτουν τις αιτήσεις ως προδήλως αβάσιμες σύμφωνα με την ταχεία διαδικασία, με περαιτέρω ανάλυση κατά λόγο επιτάχυνσης και λόγο απόρριψης·
(v)  αποφάσεις που απορρίπτουν τις αιτήσεις λόγω του γεγονότος ότι ο αιτών δικαιούται προστασία στη χώρα καταγωγής του σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ· »
Τροπολογία 48
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο β β (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – στοιχείο β
ββ)  Στην παράγραφο 2, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
β)  των προσώπων που καλύπτονται από πρωτοβάθμιες αποφάσεις για τη χορήγηση ή την αναστολή του καθεστώτος του πρόσφυγος, που ελήφθησαν από διοικητικά ή δικαστικά όργανα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
«β) των προσώπων που καλύπτονται από πρωτοβάθμιες αποφάσεις που ελήφθησαν από διοικητικά ή δικαστικά όργανα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, για τη χορήγηση, την ανάκληση, τον τερματισμό ή την άρνηση ανανέωσης του καθεστώτος του πρόσφυγος λόγω παύσης, αποκλεισμού ή για άλλους λόγους· οι αποφάσεις παύσης ή αποκλεισμού αναλύονται περαιτέρω κατά τον ειδικό λόγο στον οποίο βασίζεται η παύση ή ο αποκλεισμός·»
Τροπολογία 49
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο β γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – στοιχείο γ
βγ)  Στην παράγραφο 2, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
γ)  των προσώπων που καλύπτονται από πρωτοβάθμιες αποφάσεις για τη χορήγηση ή την αναστολή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, που ελήφθησαν από διοικητικά ή δικαστικά όργανα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
«γ) των προσώπων που καλύπτονται από πρωτοβάθμιες αποφάσεις που ελήφθησαν από διοικητικά ή δικαστικά όργανα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, για τη χορήγηση, την ανάκληση, τον τερματισμό ή την άρνηση ανανέωσης του καθεστώτος επικουρικής προστασίας λόγω παύσης, αποκλεισμού ή για άλλους λόγους· οι αποφάσεις παύσης ή αποκλεισμού αναλύονται περαιτέρω κατά τον ειδικό λόγο στον οποίο βασίζεται η παύση ή ο αποκλεισμός· »
Τροπολογία 50
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο β δ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – στοιχείο ε α (νέο)
βδ)  Στην παράγραφο 2, προστίθεται το εξής σημείο:
«ε α) των προσώπων που καλύπτονται από πρωτοβάθμιες αποφάσεις οι οποίες μειώνουν ή αναστέλλουν υλικές συνθήκες υποδοχής και οι οποίες ελήφθησαν από διοικητικά ή δικαστικά όργανα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, με ανάλυση κατά τύπο απόφασης, διάρκεια μείωσης ή αναστολής και κατά λόγο.»
Τροπολογία 51
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο γ
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 2 – τελευταίο εδάφιο
Τα στατιστικά αυτά στοιχεία αναλύονται κατά ηλικία, φύλο και υπηκοότητα των συγκεκριμένων προσώπων και κατά ασυνόδευτων ανηλίκων. Έχουν περίοδο αναφοράς τους τρείς ημερολογιακούς μήνες και παρέχονται στην Επιτροπή (Eurostat) εντός δύο μηνών από το τέλος της περιόδου αναφοράς. Η πρώτη περίοδος αναφοράς εκτείνεται από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 2020.
Τα στατιστικά αυτά στοιχεία αναλύονται κατά ηλικία, φύλο και υπηκοότητα των συγκεκριμένων προσώπων και κατά ασυνόδευτων ανηλίκων. Έχουν περίοδο αναφοράς τους τρείς ημερολογιακούς μήνες και παρέχονται στην Επιτροπή (Eurostat) εντός δύο μηνών από το τέλος της περιόδου αναφοράς. Η πρώτη περίοδος αναφοράς εκτείνεται από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 2020.
Τα στατιστικά αυτά στοιχεία αναλύονται περαιτέρω κατά αποφάσεις που ελήφθησαν έπειτα από προσωπική συνέντευξη και αποφάσεις που ελήφθησαν χωρίς προσωπική συνέντευξη. Τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με αποφάσεις που ελήφθησαν έπειτα από προσωπική συνέντευξη αναλύονται περαιτέρω κατά προσωπικές συνεντεύξεις στο πλαίσιο των οποίων ο αιτών επωφελήθηκε από υπηρεσίες διερμηνείας και σε προσωπικές συνεντεύξεις στο πλαίσιο των οποίων ο αιτών δεν επωφελήθηκε από υπηρεσίες διερμηνείας.
Τροπολογία 52
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο δ α (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 3 – στοιχείο β
δα)  Στην παράγραφο 3, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
β)  των προσώπων που καλύπτονται από τελικές αποφάσεις απόρριψης αιτήσεων παροχής διεθνούς προστασίας, όπως είναι οι αποφάσεις που θεωρούν τις αιτήσεις μη παραδεκτές ή αβάσιμες, καθώς και οι αποφάσεις διοικητικών ή δικαστικών οργάνων που έχουν ληφθεί με τη διαδικασία προτεραιότητας και την ταχεία διαδικασία ύστερα από έφεση ή επανεξέταση κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
«β) των προσώπων που καλύπτονται από τελικές αποφάσεις απόρριψης αιτήσεων παροχής διεθνούς προστασίας που έχουν ληφθεί από διοικητικά ή δικαστικά όργανα ύστερα από έφεση ή επανεξέταση κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, κατά:
(i)  αποφάσεις που κρίνουν τις αιτήσεις μη παραδεκτές, με περαιτέρω ανάλυση κατά λόγο απαραδέκτου·
(ii)  αποφάσεις που απορρίπτουν τις αιτήσεις ως αβάσιμες·
(iii)  αποφάσεις που απορρίπτουν τις αιτήσεις ως προδήλως αβάσιμες σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία, με περαιτέρω ανάλυση κατά λόγο απόρριψης·
(iv)  αποφάσεις που απορρίπτουν τις αιτήσεις ως προδήλως αβάσιμες σύμφωνα με την ταχεία διαδικασία, με περαιτέρω ανάλυση κατά λόγο επιτάχυνσης και λόγο απόρριψης·
(v)  αποφάσεις που απορρίπτουν τις αιτήσεις λόγω του γεγονότος ότι ο αιτών δικαιούται προστασία στη χώρα καταγωγής του σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ· »
Τροπολογία 53
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο δ β (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 3 – στοιχείο γ
δβ)  Στην παράγραφο 3, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
γ)  των προσώπων που καλύπτονται από τελικές αποφάσεις για τη χορήγηση ή την αναστολή του καθεστώτος του πρόσφυγος που ελήφθησαν από διοικητικά ή δικαστικά όργανα ύστερα από έφεση ή επανεξέταση κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
«γ) των προσώπων που καλύπτονται από τελικές αποφάσεις που ελήφθησαν από διοικητικά ή δικαστικά όργανα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, για τη χορήγηση, την ανάκληση, τον τερματισμό ή την άρνηση ανανέωσης του καθεστώτος του πρόσφυγος λόγω παύσης, αποκλεισμού ή για άλλους λόγους· οι αποφάσεις παύσης ή αποκλεισμού αναλύονται περαιτέρω κατά τον ειδικό λόγο στον οποίο βασίζεται η παύση ή ο αποκλεισμός· »
Τροπολογία 54
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο δ γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 3 – στοιχείο δ
δγ)  Στην παράγραφο 3, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
δ)  των προσώπων που καλύπτονται από τελικές αποφάσεις για τη χορήγηση ή την αναστολή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας που ελήφθησαν από διοικητικά ή δικαστικά όργανα ύστερα από έφεση ή επανεξέταση κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·
«δ) των προσώπων που καλύπτονται από τελικές αποφάσεις που ελήφθησαν από διοικητικά ή δικαστικά όργανα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, για τη χορήγηση, την ανάκληση, τον τερματισμό ή την άρνηση ανανέωσης του καθεστώτος επικουρικής προστασίας λόγω παύσης, αποκλεισμού ή για άλλους λόγους· οι αποφάσεις παύσης ή αποκλεισμού αναλύονται περαιτέρω κατά τον ειδικό λόγο στον οποίο βασίζεται η παύση ή ο αποκλεισμός· »
Τροπολογία 55
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο δ δ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 3 – στοιχείο ζ α (νέο)
δδ)  Στην παράγραφο 3, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
«ζα) των προσώπων που καλύπτονται από τελικές αποφάσεις οι οποίες μειώνουν ή αναστέλλουν υλικές συνθήκες υποδοχής και οι οποίες ελήφθησαν από διοικητικά ή δικαστικά όργανα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, κατά τύπο απόφασης, διάρκεια μείωσης ή αναστολής και κατά λόγο.»
Τροπολογία 56
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο ε
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 3 – τελευταίο εδάφιο
Τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία β), γ), δ), ε), στ) και ζ) αναλύονται περαιτέρω κατά ηλικία και φύλο και κατά υπηκοότητα των συγκεκριμένων προσώπων, και κατά ασυνόδευτων ανηλίκων. Επιπλέον, όσον αφορά το στοιχείο ζ), τα στατιστικά στοιχεία αναλύονται περαιτέρω κατά τη χώρα διαμονής και κατά το είδος της αίτησης ασύλου. Έχουν περίοδο αναφοράς ένα ημερολογιακό έτος και παρέχονται στην Επιτροπή (Eurostat) εντός τριών μηνών από το τέλος του έτους αναφοράς. Το πρώτο έτος αναφοράς είναι το 2020.
(Δεν αφορά το ελληνικό κείμενο.)
Τροπολογία 57
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο ε α (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 3 α (νέο)
εα)  Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:
«3a. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) στατιστικά στοιχεία σχετικά με τη διάρκεια των προσφυγών, σε ημερολογιακές ημέρες, από τη στιγμή της κατάθεσης της προσφυγής μέχρι τη στιγμή έκδοσης πρωτοβάθμιας απόφασης επί της προσφυγής.»
Τροπολογία 58
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο ε
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 4 – τελευταίο εδάφιο
Τα στατιστικά αυτά στοιχεία έχουν περίοδο αναφοράς το ένα ημερολογιακό έτος και παρέχονται στην Επιτροπή (Eurostat) εντός τριών μηνών από το τέλος της περιόδου αναφοράς. Το πρώτο έτος αναφοράς είναι το 2020.
Τα στατιστικά αυτά στοιχεία αναλύονται κατά ηλικία, φύλο και υπηκοότητα των συγκεκριμένων προσώπων και κατά ασυνόδευτους ανηλίκους. Τα στατιστικά αυτά στοιχεία έχουν περίοδο αναφοράς τον έναν ημερολογιακό μήνα και παρέχονται στην Επιτροπή (Eurostat) εντός τριών μηνών από το τέλος της περιόδου αναφοράς. Η πρώτη περίοδος αναφοράς είναι ο Ιανουάριος του 2020.
Τροπολογία 59
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 – στοιχείο η α (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 4 – παράγραφος 4 (νέο)
ηα)  Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
«4a. Τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 αναλύονται κατά μήνα υποβολής της αίτησης.»
Τροπολογία 60
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 α (νέο) – στοιχείο α (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 5 – τίτλος
(1α)  Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:
α)  Ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Στατιστικές σχετικά με την αποτροπή της παράνομης εισόδου και παραμονής
«Στατιστικές σχετικά με την αποτροπή της παράτυπης εισόδου και παραμονής»
Τροπολογία 61
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 α (νέο) – στοιχείο β (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 5 – παράγραφος 1 – στοιχείο α
β)  Στην παράγραφο 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
α)  των υπηκόων τρίτων χωρών στους οποίους απαγορεύθηκε η είσοδος στην επικράτεια του κράτους μέλους στα εξωτερικά του σύνορα·
«α) των υπηκόων τρίτων χωρών στους οποίους απαγορεύθηκε η είσοδος στην επικράτεια του κράτους μέλους στα εξωτερικά του σύνορα, κατά ηλικία, φύλο και υπηκοότητα· »
Τροπολογία 62
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 α (νέο) – στοιχείο γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 5 – παράγραφος 1 – στοιχείο β
γ)  Στην παράγραφο 1, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
β)  των υπηκόων τρίτων χωρών που συλλαμβάνονται να διατελούν παρανόμως στην επικράτεια του κράτους μέλους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία περί μετανάστευσης.
«β) των υπηκόων τρίτων χωρών που συλλαμβάνονται να διατελούν παρατύπως στην επικράτεια του κράτους μέλους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία περί μετανάστευσης.»
Τροπολογία 63
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 1 α (νέο) – στοιχείο δ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 5 – παράγραφος 1 – εδάφιο 3
β)  Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Τα στατιστικά στοιχεία του στοιχείου β) αναλύονται κατά ηλικία και φύλο και κατά υπηκοότητα των συγκεκριμένων προσώπων.
«Τα στατιστικά στοιχεία του στοιχείου β) αναλύονται κατά ηλικία και φύλο, υπηκοότητα των συγκεκριμένων προσώπων, κατά τους λόγους της σύλληψής τους και τον τόπο της σύλληψής τους.»
Τροπολογία 64
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 2 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – στοιχείο -α (νέο)
-α) τον αριθμό των αιτήσεων για χορήγηση πρώτης άδειας διαμονής που υποβλήθηκαν από υπηκόους τρίτων χωρών, κατά υπηκοότητα, κατά λόγο αίτησης της άδειας, κατά ηλικία και κατά φύλο·
Τροπολογία 65
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 2 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – στοιχείο -α α (νέο)
-αα) τον αριθμό των απορριφθέντων αιτήσεων για χορήγηση πρώτης άδειας διαμονής που υποβλήθηκαν από υπηκόους τρίτων χωρών, κατά υπηκοότητα, κατά λόγο αίτησης της άδειας, κατά ηλικία και κατά φύλο·
Τροπολογία 66
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 2 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – στοιχείο -α β (νέο)
-αβ) τον αριθμό των αιτήσεων για χορήγηση άδειας διαμονής που αλλάζουν το καθεστώς μετανάστη ή την αιτία παραμονής οι οποίες απορρίφθηκαν κατά την περίοδο αναφοράς, κατά υπηκοότητα, κατά λόγο αρνήσεως της άδειας, κατά ηλικία και κατά φύλο·
Τροπολογία 67
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 2 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – στοιχείο α – σημείο i
(i)  άδειες που εκδόθηκαν στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς κατά την οποία χορηγήθηκε στο άτομο άδεια παραμονής για πρώτη φορά, κατά υπηκοότητα, αιτιολογία έκδοσης της άδειας, διάρκεια ισχύος της άδειας, ηλικία και φύλο·
(Δεν αφορά το ελληνικό κείμενο.)
Τροπολογία 68
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 2 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – στοιχείο α – σημείο ii
(ii)  άδειες που εκδόθηκαν στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς κατά την οποία ένα άτομο άλλαξε καθεστώς μετανάστη ή αιτία παραμονής, κατά υπηκοότητα, αιτιολογία έκδοσης της άδειας, διάρκεια ισχύος της άδειας, ηλικία και φύλο·
(Δεν αφορά το ελληνικό κείμενο.)
Τροπολογία 69
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 2 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – στοιχείο α – σημείο iii
(iii)  έγκυρες άδειες στο τέλος της περιόδου αναφοράς (αριθμός αδειών που εκδόθηκαν, δεν ανεστάλησαν και δεν έληξαν) κατά υπηκοότητα, αιτιολογία έκδοσης της άδειας, διάρκεια ισχύος της άδειας, ηλικία και φύλο·
(Δεν αφορά το ελληνικό κείμενο.)
Τροπολογία 70
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 2 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – στοιχείο β
β)  τον αριθμό των επί μακρόν διαμενόντων στο τέλος της περιόδου αναφοράς, κατά υπηκοότητα, είδος καθεστώτος επί μακρόν διαμονής, κατά ηλικία και φύλο.
(Δεν αφορά το ελληνικό κείμενο.)
Τροπολογία 71
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 2 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 6 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1 α (νέο)
Για τα στατιστικά στοιχεία που απαιτούνται βάσει των στοιχείων -α), -αα) και α), οι άδειες που εκδίδονται για οικογενειακούς λόγους αναλύονται περαιτέρω κατά λόγο και κατά καθεστώς του συντηρούντος τον υπήκοο τρίτης χώρας.
Τροπολογία 72
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 3 – στοιχείο -α (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 7 – εδάφιο 1 – στοιχείο α
-α) Στην παράγραφο 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
α)  τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι διαπιστώθηκε ότι διατελούν παρανόμως στην επικράτεια του κράτους μέλους και για τους οποίους έχει εκδοθεί διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη η οποία διαπιστώνει ή δηλώνει ότι η παραμονή τους είναι παράνομη και με την οποία υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν την επικράτεια του κράτους μέλους, κατά υπηκοότητα των συγκεκριμένων ατόμων·
«α) τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι διαπιστώθηκε ότι διατελούν σε παράτυπη κατάσταση στην επικράτεια του κράτους μέλους και για τους οποίους έχει εκδοθεί διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη η οποία διαπιστώνει ή δηλώνει ότι η παραμονή τους είναι παράτυπη και με την οποία υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν την επικράτεια του κράτους μέλους, κατά υπηκοότητα των συγκεκριμένων ατόμων και κατά των λόγων της απόφασης· »
Τροπολογία 73
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 3 – στοιχείο -α α (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 7 – παράγραφος 1 – στοιχείο α α (νέο)
-αα) Στην παράγραφο 1, παρεμβάλλονται τα εξής:
«αα) τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου οι οποίοι υπόκειντο σε διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη απαγόρευσης εισόδου σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ στο τέλος της περιόδου αναφοράς, κατά υπηκοότητα των συγκεκριμένων προσώπων·»
Τροπολογία 74
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 3 – στοιχείο -α β (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 7 – παράγραφος 1 – στοιχείο α β (νέο)
-αβ) Στην παράγραφο 1, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:
«αβ) τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκειντο σε διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη που διέτασσε την κράτησή τους σύμφωνα με την οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·»
Τροπολογία 75
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 3 – στοιχείο -α γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 7 – παράγραφος 1 – στοιχείο α γ (νέο)
-αγ) Στην παράγραφο 1, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:
«αγ) τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκειντο σε διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη που διέτασσε την κράτησή τους σύμφωνα με την οδηγία 2008/115/ΕΚ στο τέλος της περιόδου αναφοράς, κατά τον μήνα έναρξης της κράτησης των εν λόγω υπηκόων τρίτων χωρών·»
Τροπολογία 76
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 3 – στοιχείο -α δ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 7 – παράγραφος 1 – στοιχείο α δ (νέο)
-αδ) Στην παράγραφο 1, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:
«αδ) τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκειντο σε διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη που διέτασσε μέτρο εναλλακτικό της κράτησης σύμφωνα με την οδηγία 2008/115/ΕΚ κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, κατά είδος εναλλακτικού μέτρου ως εξής:
(i)  εμφάνιση ενώπιον των αρχών·
(ii)  κατάθεση χρηματικής εγγύησης·
(iii)  υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος·
(iv)  άλλο είδος μέτρου εναλλακτικού της κράτησης·»
Τροπολογία 77
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 3 – στοιχείο -α ε (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 7 – παράγραφος 1 – στοιχείο α ε (νέο)
-αε) Στην παράγραφο 1, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:
«αε) των υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκειντο σε διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη που διέτασσε μέτρο εναλλακτικό της κράτησης σύμφωνα με την οδηγία 2008/115/ΕΕ στο τέλος της περιόδου αναφοράς, κατά τον μήνα έκδοσης της διοικητικής ή δικαστικής απόφασης ή πράξης κατά των εν λόγω προσώπων, με περαιτέρω ανάλυση κατά το είδος του εναλλακτικού μέτρου ως εξής:
(i)  εμφάνιση ενώπιον των αρχών·
(ii)  κατάθεση χρηματικής εγγύησης·
(iii)  υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος·
(iv)  άλλο είδος μέτρου εναλλακτικού της κράτησης·»
Τροπολογία 78
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 3 – στοιχείο -α στ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 7 – παράγραφος 1 – στοιχείο α στ (νέο)
-αστ) Στην παράγραφο 1, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:
«αστ) τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκειντο σε αναβολή της απομάκρυνσης σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ κατά την περίοδο αναφοράς, με ανάλυση κατά λόγο αναβολής και υπηκοότητα των συγκεκριμένων προσώπων·»
Τροπολογία 79
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 3 – στοιχείο -α ζ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 7 – παράγραφος 1 – στοιχείο α ζ (νέο)
-αζ) Στην παράγραφο 1, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:
«αζ) τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκειντο σε διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη που διέτασσε την κράτησή τους και οι οποίοι κίνησαν διαδικασία επανεξέτασης όπως αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς·»
Τροπολογία 80
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 3 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 7 – παράγραφος 1 – στοιχείο β
β)  τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι εγκατέλειψαν πράγματι την επικράτεια του κράτους μέλους, ύστερα από διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη, όπως αναφέρεται στο στοιχείο α), κατά υπηκοότητα των ατόμων που επιστρέφουν, τύπο επιστροφής και βοήθειας που λαμβάνεται, καθώς και κατά χώρα προορισμού.
β)  τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι εγκατέλειψαν πράγματι την επικράτεια του κράτους μέλους, ύστερα από διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη, όπως αναφέρεται στο στοιχείο α), κατά υπηκοότητα των ατόμων που επιστρέφουν, τύπο επιστροφής και βοήθειας που λαμβάνεται, καθώς και κατά χώρα προορισμού, και περαιτέρω ανάλυση κατά επιστροφή στη χώρα καταγωγής του υπηκόου τρίτης χώρας·
Τροπολογία 81
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 3 – στοιχείο α α (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 7 – παράγραφος 1 – στοιχείο β α (νέο)
αα)  Στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
«βα) τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι εγκατέλειψαν την επικράτεια του κράτους μέλους, ύστερα από διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη, με ανάλυση κατά τύπο απόφασης ή πράξης ως εξής:
(i)  με βάση επίσημη συμφωνία επανεισδοχής της Ένωσης·
(ii)  με βάση άτυπη συμφωνία επανεισδοχής της Ένωσης·
(iii)  με βάση εθνική συμφωνία επανεισδοχής·
Τα στατιστικά αυτά στοιχεία αναλύονται περαιτέρω κατά χώρα προορισμού και ιθαγένεια του συγκεκριμένου προσώπου.»
Τροπολογία 82
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 3 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 7 – παράγραφος 2
2.  Οι στατιστικές της παραγράφου 1 έχουν περιόδους αναφοράς τρεις ημερολογιακούς μήνες και παρέχονται στην Επιτροπή (Eurostat) εντός δύο μηνών από το τέλος της περιόδου αναφοράς. Η πρώτη περίοδος αναφοράς εκτείνεται από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο 2020.
2.  Οι στατιστικές της παραγράφου 1 αναλύονται κατά ηλικία και φύλο των συγκεκριμένων προσώπων και κατά ασυνόδευτους ανηλίκους. Έχουν περιόδους αναφοράς έναν ημερολογιακό μήνα και παρέχονται στην Επιτροπή (Eurostat) εντός δύο εβδομάδων από το τέλος της περιόδου αναφοράς. Η πρώτη περίοδος αναφοράς είναι ο Ιανουάριος του 2020.
Τροπολογία 83
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 4 α (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 9 – παράγραφος 2
(4α)  Στο άρθρο 9, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
2.  Τα κράτη μέλη υποβάλλουν έκθεση στην Επιτροπή (Eurostat) σχετικά με τις πηγές δεδομένων που χρησιμοποίησαν, τους λόγους για τους οποίους επέλεξαν τις συγκεκριμένες πηγές και τις συνέπειες των πηγών αυτών στην ποιότητα των στατιστικών και στις μεθόδους εκτίμησης που χρησιμοποιήθηκαν, και ενημερώνουν την Επιτροπή (Eurostat) για τις τυχόν αλλαγές.
«2. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν έκθεση στην Επιτροπή (Eurostat) σχετικά με τις πηγές δεδομένων που χρησιμοποίησαν, τους λόγους για τους οποίους επέλεξαν τις συγκεκριμένες πηγές και τις συνέπειες των πηγών αυτών στην ποιότητα των στατιστικών, τους μηχανισμούς που τέθηκαν σε εφαρμογή για τη διασφάλιση της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τις μεθόδους εκτίμησης που χρησιμοποιήθηκαν, και ενημερώνουν την Επιτροπή (Eurostat) για τις τυχόν αλλαγές.
Τροπολογία 84
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 4 β (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 9 α (νέο)
(4β)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
«Άρθρο 9α
Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 10α, για την τροποποίηση των ορισμών που παρατίθενται στο άρθρο 2 παράγραφος 1.
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 10α, για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τα ακόλουθα:
α)  ορισμός των κατηγοριών ομάδων χωρών γέννησης, ομάδων χωρών προηγούμενης και επόμενης συνήθους διαμονής, και ομάδων υπηκοοτήτων όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1·
β)  ορισμός των κατηγοριών αιτιολογιών της έκδοσης αδειών διαμονής όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α)·
γ)  ορισμός πρόσθετων αναλύσεων στοιχείων·
δ)  καθορισμός των κανόνων για τα πρότυπα ακρίβειας και ποιότητας.»
Τροπολογία 85
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 5 – στοιχείο α
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 10 – παράγραφος 1
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με σκοπό την περαιτέρω ανάλυση των στοιχείων σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5, 6 και 7 και τον ορισμό των κανόνων για τους κατάλληλους μορφότυπους διαβίβασης των δεδομένων όπως προβλέπεται στο άρθρο 9.
Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με σκοπό τον ορισμό των κανόνων για τους κατάλληλους μορφότυπους διαβίβασης των δεδομένων όπως προβλέπεται στο άρθρο 9. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2.
Τροπολογία 86
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 5 – στοιχείο β
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 10 – παράγραφος 2 – σημείο δ
β)  Στην παράγραφο 2, το στοιχείο δ) απαλείφεται.
β)   Η παράγραφος 2 διαγράφεται.
Τροπολογία 87
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 5 α (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 10 α (νέο)
(5α)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:
«Άρθρο 10α
Άσκηση της εξουσιοδότησης
1.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.
2.  Η προβλεπόμενη στο άρθρο 9α εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από… [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].
3.  Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 9α μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.
4.  Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.
5.  Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
6.  Κάθε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 9α αρχίζει να ισχύει μόνον εφόσον το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δεν εκφράσει αντιρρήσεις εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν λήξει αυτή η προθεσμία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν αντιρρήσεις. Η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.»
Τροπολογία 88
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 5 β (νέο) – στοιχείο α (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 11 – τίτλος
(5β)  Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:
α)  ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
Επιτροπή
«Διαδικασία επιτροπής»
Τροπολογία 89
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 5 β (νέο) – στοιχείο β (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 11 – παράγραφος 1
β)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
1.  Κατά την έγκριση των εκτελεστικών μέτρων, η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή στατιστικού προγράμματος που έχει συσταθεί βάσει της απόφασης 89/382/ΕΟΚ, Ευρατόμ.
«1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή του ευρωπαϊκού στατιστικού συστήματος που συγκροτήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009. Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.»
Τροπολογία 90
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 5 β (νέο) – στοιχείο γ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 11 – παράγραφος 2
γ)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
2.  Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.
«2. Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 11 του εν λόγω κανονισμού.»
Η περίοδος που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη.
Τροπολογία 91
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο 5 β – στοιχείο δ (νέο)
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007
Άρθρο 11 – παράγραφος 3
δ)  η παράγραφος 3 διαγράφεται.

Προσχώρηση της ΕΕ στην Πράξη της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας για τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις ***
PDF 121kWORD 48k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 όσον αφορά το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Πράξη της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας για τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις (06929/2019 – C8-0133/2019 – 2018/0214(NLE))
P8_TA-PROV(2019)0360A8-0187/2019

(Έγκριση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου (COM(06929)2019),

–  έχοντας υπόψη την Πράξη της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας για τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις, που υπογράφηκε στη Γενεύη στις 20 Μαΐου 2015 (11510/2018),

–  έχοντας υπόψη την αίτηση έγκρισης που υπέβαλε το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 207 και το άρθρο 218 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C8‑0133/2019),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 99 παράγραφοι 1 και 4, καθώς και το άρθρο 108 παράγραφος 7 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής Νομικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου και της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A8-0187/2019),

1.  εγκρίνει την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Πράξη·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.


Ενέργειες της Ένωσης μετά την προσχώρησή της στην Πράξη της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας για τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις ***I
PDF 259kWORD 74k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ενέργειες της Ένωσης μετά την προσχώρησή της στην Πράξη της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας για τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις (COM(2018)0365 – C8-0383/2018 – 2018/0189(COD))
P8_TA-PROV(2019)0361A8-0036/2019

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0365),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 207 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0383/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 12ης Δεκεμβρίου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 20ής Μαρτίου 2019, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων και της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (A8-0036/2019),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  λαμβάνει υπόψη τις τρεις δηλώσεις της Επιτροπής που επισυνάπτονται στο παρόν ψήφισμα,, η πρώτη και η δεύτερη από τις οποίες θα δημοσιευτούν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά L, μαζί με την τελική νομοθετική πράξη·

3.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

4.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 16 Απριλίου 2019 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ενέργειες της Ένωσης μετά την προσχώρησή της στην Πράξη της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας για τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις(2)

P8_TC1-COD(2018)0189


ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 207,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευ Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(3),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(4),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Προκειμένου να είναι η Ένωση σε θέση να ασκεί πλήρως την αποκλειστική της αρμοδιότητα όσον αφορά την κοινή εμπορική πολιτική της και να βρίσκεται σε πλήρη συμμόρφωση με τις δεσμεύσεις της που απορρέουν από τη Συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (TRIPS) του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, θα καταστεί συμβαλλόμενο μέρος της Πράξης της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας για τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις («Πράξη της Γενεύης»)(5) δυνάμει της απόφασης (ΕΕ) …/… του Συμβουλίου(6), δίνοντας παράλληλα στα κράτη μέλη το δικαίωμα να κυρώσουν ή να προσχωρήσουν σε αυτήν προς το συμφέρον της Ένωσης. Τα συμβαλλόμενα μέρη της Πράξης της Γενεύης είναι μέλη μίας ειδικής ένωσης, η οποία δημιουργήθηκε με τη Συμφωνία της Λισαβόνας σχετικά με την προστασία των ονομασιών προέλευσης και τη διεθνή τους καταχώριση(7) («ειδική ένωση»). Σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης (ΕΕ) …/…, η Ένωση και όσα κράτη μέλη έχουν κυρώσει ή προσχωρήσει σε αυτήν θα εκπροσωπούνται από την Επιτροπή στην ειδική ένωση σε ό,τι αφορά την Πράξη της Γενεύης.

(2)  Κρίνεται σκόπιμο να θεσπιστούν κανόνες οι οποίοι θα επιτρέπουν στην Ένωση να ▌ασκεί τα δικαιώματα και να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Πράξη της Γενεύης και αφορούν την Ένωση και τα κράτη μέλη που την κυρώνουν ή προσχωρούν σε αυτήν.

(3)  Η Πράξη της Γενεύης προστατεύει τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις, όπως ορίζονται στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 110/2008(8), (ΕΕ) αριθ. 1151/2012(9), (ΕΕ) αριθ. 1308/2013(10) και (ΕΕ) αριθ. 251/2014(11) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ▌, εφεξής αποκαλούμενες συγκεντρωτικά «γεωγραφικές ενδείξεις».

(4)  Μετά την προσχώρηση της Ένωσης στην Πράξη της Γενεύης, και εν συνεχεία σε τακτική βάση, η Επιτροπή θα πρέπει ▌να καταθέτει στο Διεθνές Γραφείο της Παγκόσμιας Οργάνωσης Διανοητικής Ιδιοκτησίας («Διεθνές Γραφείο») αιτήσεις διεθνούς καταχώρισης στο μητρώο της προαναφερόμενης οργάνωσης («διεθνές μητρώο») ▌για τις γεωγραφικές ενδείξεις που προέρχονται από το έδαφος της Ένωσης και προστατεύονται σε αυτό. Οι αιτήσεις αυτές θα πρέπει να βασίζονται σε κοινοποιήσεις από κράτη μέλη τα οποία ενεργούν με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος φυσικού προσώπου ή νομικής οντότητας, όπως αναφέρονται στο σημείο (ii) του άρθρου 5 παράγραφος 2 της Πράξης της Γενεύης, ή κατόπιν αιτήματος ενός δικαιούχου, όπως ορίζεται στο σημείο (xvii) του άρθρου 1 της Πράξης της Γενεύης. Κατά την κατάρτιση των κοινοποιήσεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάζουν το οικονομικό συμφέρον της διεθνούς προστασίας των σχετικών γεωγραφικών ενδείξεων και να λαμβάνουν υπόψη ιδίως την αξία της παραγωγής και την αξία των εξαγωγών, την προστασία βάσει άλλων συμφωνιών, καθώς και την υφιστάμενη ή δυνητική κατάχρηση στις οικείες τρίτες χώρες.

(5)  Η προσθήκη γεωγραφικών ενδείξεων στο διεθνές μητρώο θα πρέπει να εξυπηρετεί τους σκοπούς της παροχής προϊόντων ποιότητας, του θεμιτού ανταγωνισμού και της προστασίας των καταναλωτών. Μολονότι οι γεωγραφικές ενδείξεις έχουν σημαντική πολιτιστική και οικονομική αξία, η προσθήκη τους θα πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την αξία που δημιουργείται για τις τοπικές κοινότητες, με σκοπό τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης και την προώθηση νέων ευκαιριών απασχόλησης στην παραγωγή, τη μεταποίηση και άλλες συναφείς υπηρεσίες.

(6)  Η Επιτροπή θα πρέπει να χρησιμοποιεί τους υφιστάμενους τακτικούς μηχανισμούς για να διαβουλεύεται με τα κράτη μέλη, τις εμπορικές ενώσεις και τους παραγωγούς της Ένωσης προκειμένου να καθιερωθεί ένας διαρκής διάλογος με τα ενδιαφερόμενα μέρη.

(7)  Θα πρέπει να θεσπιστούν κατάλληλες διαδικασίες ώστε η Επιτροπή να αξιολογεί τις γεωγραφικές ενδείξεις οι οποίες προέρχονται από τα συμβαλλόμενα μέρη της Πράξης της Γενεύης που δεν είναι κράτη μέλη («τρίτα συμβαλλόμενα μέρη») και οι οποίες έχουν καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο, προκειμένου να προβλεφθεί διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με την προστασία στην Ένωση και να καθίσταται ανίσχυρη η προστασία αυτή, κατά περίπτωση.

(8)  Η Ένωση θα πρέπει να επιβάλει τη νομοθεσία σχετικά με την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων που προέρχονται από τρίτα συμβαλλόμενα μέρη και έχουν καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙΙ της Πράξης της Γενεύης, και ιδίως το άρθρο 14 της Πράξης της Γενεύης, το οποίο απαιτεί από κάθε συμβαλλόμενο μέρος να διαθέτει αποτελεσματικά μέσα έννομης προστασίας για την προστασία των καταχωρισμένων γεωγραφικών ενδείξεων και να προβλέπει ότι είναι δυνατή, για τη διασφάλιση της προστασίας τους, η κίνηση νομικών διαδικασιών από δημόσια αρχή ή από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος, είτε πρόκειται για φυσικό πρόσωπο είτε για νομική οντότητα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα με το νομικό σύστημα και την πρακτική του εκάστοτε κράτους. Προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία των εθνικών, περιφερειακών και ενωσιακών εμπορικών σημάτων παράλληλα με τις γεωγραφικές ενδείξεις, και λαμβανομένης υπόψη της κατοχύρωσης που αφορά προηγούμενα δικαιώματα εμπορικού σήματος όπως προβλέπονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 της Πράξης της Γενεύης, θα πρέπει να διασφαλιστεί η συνύπαρξη προηγούμενων εμπορικών σημάτων και γεωγραφικών ενδείξεων που έχουν καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο και απολαύουν προστασίας ή χρησιμοποιούνται στην Ένωση.

(9)  Δεδομένης της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης, τα κράτη μέλη που δεν είναι ήδη συμβαλλόμενα μέρη της Συμφωνίας της Λισαβόνας του 1958, όπως αναθεωρήθηκε στη Στοκχόλμη στις 14 Ιουλίου 1967 και τροποποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1979 («Συμφωνία της Λισαβόνας»), δεν θα πρέπει να κυρώσουν ή να προσχωρήσουν στην εν λόγω Συμφωνία.

(10)  Τα κράτη μέλη που είναι ήδη συμβαλλόμενα μέρη της Συμφωνίας της Λισαβόνας μπορούν να διατηρήσουν την ιδιότητά τους, ιδίως για να διασφαλίσουν τη συνέχεια των χορηγηθέντων δικαιωμάτων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω Συμφωνία. Ωστόσο, θα πρέπει να ενεργούν αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης, σεβόμενα πλήρως την αποκλειστική αρμοδιότητα αυτής. Αυτά τα κράτη μέλη θα πρέπει, συνεπώς, να ασκούν τα δικαιώματα και να τηρούν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τη Συμφωνία της Λισαβόνας σε πλήρη συμμόρφωση προς το δικαίωμα το οποίο χορηγεί η Ένωση σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Προκειμένου να τηρείται το ομοιόμορφο σύστημα προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων που έχει θεσπιστεί στην Ένωση για τα γεωργικά προϊόντα και να ενισχυθεί περαιτέρω η εναρμόνιση εντός της ενιαίας αγοράς, δεν θα πρέπει να καταχωρίζουν δυνάμει της Συμφωνίας της Λισαβόνας τυχόν νέες ονομασίες προέλευσης για προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 110/2008, (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 ή (ΕΕ) αριθ. 251/2014.

(11)  Τα εν λόγω κράτη μέλη έχουν καταχωρίσει ονομασίες προέλευσης δυνάμει της Συμφωνίας της Λισαβόνας. Θα πρέπει να προβλεφθούν μεταβατικές ρυθμίσεις για τη συνέχιση της προστασίας, οι οποίες θα υπόκεινται στις απαιτήσεις της εν λόγω Συμφωνίας, της Πράξης της Γενεύης και του κεκτημένου της Ένωσης.

(12)  Τα εν λόγω κράτη μέλη αποδέχθηκαν την προστασία των ονομασιών προέλευσης τρίτων συμβαλλόμενων μερών. Προκειμένου να τους παρασχεθούν τα μέσα για την εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων που ανέλαβαν πριν από την προσχώρηση της Ένωσης στην Πράξη της Γενεύης, θα πρέπει να θεσπιστεί μία μεταβατική ρύθμιση η οποία θα παράγει αποτελέσματα μόνο σε εθνικό επίπεδο, χωρίς να θίγεται το ενδοενωσιακό ή το διεθνές εμπόριο.

(13)  Κρίνεται δίκαιο τα τέλη που πρέπει να καταβάλλονται βάσει της Πράξης της Γενεύης και του κοινού εκτελεστικού κανονισμού στο πλαίσιο της Συμφωνίας της Λισαβόνας και της Πράξης της Γενεύης, για την κατάθεση αίτησης στο Διεθνές Γραφείο με σκοπό τη διεθνή καταχώριση γεωγραφικής ένδειξης, καθώς και τα τέλη που πρέπει να καταβάλλονται σε σχέση με άλλες καταχωρίσεις στο διεθνές μητρώο και για τη χορήγηση αποσπασμάτων, βεβαιώσεων ή άλλων πληροφοριών που αφορούν το περιεχόμενο της εν λόγω διεθνούς καταχώρισης, να βαρύνουν το κράτος μέλος από το οποίο προέρχεται η γεωγραφική ένδειξη, το φυσικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα, όπως αναφέρονται στο σημείο (ii) του άρθρου 5 παράγραφος 2 της Πράξης της Γενεύης ή τον δικαιούχο όπως ορίζεται στο σημείο (xvii) του άρθρου 1 της Πράξης της Γενεύης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την επιλογή να απαιτούν από το εν λόγω φυσικό πρόσωπο ή νομική οντότητα ή δικαιούχο να καταβάλει μέρος ή ολόκληρο το ποσό των τελών.

(14)  Για την κάλυψη τυχόν ελλείψεων όσον αφορά τον προϋπολογισμό λειτουργίας της ειδικής ένωσης, η Ένωση θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχει, στο πλαίσιο των μέσων που διατίθενται για τον σκοπό αυτόν στον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης, μία ειδική συνεισφορά, όπως αποφασίστηκε από τη συνέλευση της ειδικής ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 4 της Πράξης της Γενεύης, ένεκα της οικονομικής και πολιτιστικής αξίας της προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων.

(15)  Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για τη συμμετοχή της Ένωσης στην ειδική ένωση, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες για την κατάρτιση καταλόγου γεωγραφικών ενδείξεων με σκοπό την κατάθεση αίτησης για τη διεθνή καταχώρισή τους στο Διεθνές Γραφείο μετά την προσχώρηση στην Πράξη της Γενεύης, για τη μεταγενέστερη κατάθεση αίτησης διεθνούς καταχώρισης γεωγραφικής ένδειξης στο Διεθνές Γραφείο, για την απόρριψη ένστασης, για τη λήψη απόφασης σχετικά με τη χορήγηση ή μη προστασίας σε γεωγραφική ένδειξη που έχει καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο, για την άρση της άρνησης των αποτελεσμάτων μιας διεθνούς καταχώρισης, για την αίτηση ακύρωσης μιας διεθνούς καταχώρισης, για την κοινοποίηση της κατάργησης ισχύος της προστασίας στην Ένωση μιας καταχωρισμένης στο διεθνές μητρώο γεωγραφικής ένδειξης, και για να επιτρέπεται στο κράτος μέλος να προβλέπει τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις και να κοινοποιεί στο Διεθνές Γραφείο την ονομασία προέλευσης ενός προϊόντος που προστατεύεται βάσει ενός από τους κανονισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12).

(16)  Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι η Επιτροπή παρακολουθεί και αξιολογεί τη συμμετοχή της Ένωσης στην εν λόγω Πράξη σε βάθος χρόνου. Για να διεξαχθεί αυτή η αξιολόγηση, η Επιτροπή θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνει υπόψη: τον αριθμό γεωγραφικών ενδείξεων που προστατεύονται και έχουν καταχωριστεί βάσει ενωσιακού δικαίου, για τις οποίες έχουν κατατεθεί αιτήσεις διεθνούς καταχώρισης, και τις περιπτώσεις όπου η προστασία έχει απορριφθεί από τρίτα συμβαλλόμενα μέρη, την εξέλιξη του αριθμού τρίτων χωρών που συμμετέχουν στην Πράξη της Γενεύης, τις δράσεις που αναλαμβάνει η Επιτροπή για την αύξηση του εν λόγω αριθμού, καθώς και τον αντίκτυπο που έχει η τρέχουσα κατάσταση του κεκτημένου της ΕΕ όσον αφορά τις γεωγραφικές ενδείξεις στην ελκυστικότητα της Πράξης της Γενεύης για τρίτες χώρες, καθώς και τον αριθμό και τον τύπο των γεωγραφικών ενδείξεων που προέρχονται από συμβαλλόμενα μέρη τρίτων χωρών και έχουν απορριφθεί από την Ένωση,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Με τον παρόντα κανονισμό θεσπίζονται κανόνες και διαδικασίες σχετικά με τις ενέργειες της Ένωσης μετά την προσχώρησή της στην Πράξη της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας για τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωργικές ενδείξεις («Πράξη της Γενεύης»).

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι ονομασίες προέλευσης και οι γεωγραφικές ενδείξεις, όπως ορίζονται στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 110/2008, (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 και (ΕΕ) αριθ. 251/2014, αποκαλούνται εφεξής συγκεντρωτικά «γεωγραφικές ενδείξεις».

Άρθρο 2

Διεθνής καταχώριση γεωγραφικών ενδείξεων ▌

1.  Μετά την προσχώρηση της Ένωσης στην Πράξη της Γενεύης, και εν συνεχεία σε τακτική βάση, η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή, καταθέτει στο Διεθνές Γραφείο του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας («Διεθνές Γραφείο») αιτήσεις διεθνούς καταχώρισης των γεωγραφικών ενδείξεων που προστατεύονται και έχουν καταχωριστεί βάσει ενωσιακού δικαίου και οι οποίες αφορούν προϊόντα που προέρχονται από την Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2 της Πράξης της Γενεύης.

2.  Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να καταχωρίσει στο διεθνές μητρώο τις γεωγραφικές ενδείξεις που προέρχονται από το έδαφός τους και οι οποίες προστατεύονται και έχουν καταχωριστεί βάσει του ενωσιακού δικαίου. Ένα τέτοιο αίτημα μπορεί να βασίζεται:

α)  σε αίτημα φυσικού προσώπου ή νομικής οντότητας, όπως αναφέρονται στο σημείο (ii) του άρθρου 5 παράγραφος 2 της Πράξης της Γενεύης, ή σε αίτημα δικαιούχου, όπως ορίζεται στο σημείο (xvii) του άρθρου 1 της Πράξης της Γενεύης, ή

β)  σε δική τους πρωτοβουλία.

3.  Βάσει αυτών των αιτημάτων, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες παραθέτουν τις ▌ γεωγραφικές ενδείξεις που αναφέρονται στην ▌ παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2.

Άρθρο 3

Ακύρωση γεωγραφικής ένδειξης η οποία προέρχεται από κράτος μέλος της Ένωσης και έχει καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο

1.  Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη ζητώντας την ακύρωση της καταχώρισης στο διεθνές μητρώο μίας γεωγραφικής ένδειξης που προέρχεται από κράτος μέλος της Ένωσης:

α)  εάν η γεωγραφική ένδειξη δεν προστατεύεται πλέον στην Ένωση, ή

β)  κατόπιν αιτήματος του κράτους μέλους από το οποίο προέρχεται η γεωγραφική ένδειξη, που μπορεί να βασίζεται:

(i)  σε αίτημα φυσικού προσώπου ή νομικής οντότητας, όπως αναφέρονται στο σημείο (ii) του άρθρου 5 παράγραφος 2 της Πράξης της Γενεύης, ή σε αίτημα ενός δικαιούχου, όπως ορίζεται στο σημείο (xvii) του άρθρου 1 της Πράξης της Γενεύης, ή

(ii)  σε δική του πρωτοβουλία.

2.  Η εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2.

3.  Η Επιτροπή κοινοποιεί αμελλητί το αίτημα ακύρωσης στο Διεθνές Γραφείο.

Άρθρο 4

Δημοσίευση γεωγραφικών ενδείξεων τρίτων χωρών που έχουν καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο

1.  Η Επιτροπή δημοσιεύει τυχόν διεθνείς καταχωρίσεις που έχουν κοινοποιηθεί από το Διεθνές Γραφείο σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 της Πράξης της Γενεύης, αφορώσες τις γεωγραφικές ενδείξεις που έχουν καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο και των οποίων το συμβαλλόμενο μέρος προέλευσης, όπως ορίζεται στο σημείο (xv) του άρθρου 1 της Πράξης της Γενεύης, δεν είναι κράτος μέλος, εφόσον η δημοσίευση σχετίζεται με προϊόν για το οποίο παρέχεται προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων σε επίπεδο Ένωσης.

2.  Η δημοσίευση της διεθνούς καταχώρισης πραγματοποιείται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά «C», και περιλαμβάνει τον τύπο του προϊόντος και τη χώρα προέλευσης.

Άρθρο 5

Αξιολόγηση γεωγραφικών ενδείξεων τρίτων χωρών που έχουν καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο

1.   Η Επιτροπή δημοσιεύει τυχόν διεθνείς καταχωρίσεις που κοινοποιούνται από το Διεθνές Γραφείο δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 4 της Πράξης της Γενεύης σχετικά με τις γεωγραφικές ενδείξεις που έχουν καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο και των οποίων το συμβαλλόμενο μέρος προέλευσης, όπως ορίζεται στο σημείο (xv) του άρθρου 1 της Πράξης της Γενεύης, δεν είναι κράτος μέλος, προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσον περιέχουν τα υποχρεωτικά στοιχεία που προβλέπονται στον κανόνα 5 παράγραφος 2 του κοινού εκτελεστικού κανονισμού σύμφωνα με τη Συμφωνία της Λισαβόνας και την Πράξη της Γενεύης («κοινός εκτελεστικός κανονισμός»)(13), και τα στοιχεία που αφορούν την ποιότητα, τη φήμη ή τα χαρακτηριστικά όπως προβλέπονται στον κανόνα 5 παράγραφος 3 του κοινού εκτελεστικού κανονισμού, καθώς και για να εκτιμήσει αν η δημοσίευση αφορά προϊόν για το οποίο παρέχεται ▌ προστασία γεωγραφικών ενδείξεων σε επίπεδο Ένωσης.

2.  Η προθεσμία για τη διενέργεια της αξιολόγησης αυτής δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες από την ημερομηνία καταχώρισης της γεωγραφικής ένδειξης στο διεθνές μητρώο και δεν περιλαμβάνει την αξιολόγηση άλλων ειδικών διατάξεων της Ένωσης που αφορούν τη διάθεση προϊόντων στην αγορά και, ειδικότερα, τα υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά πρότυπα, τα πρότυπα εμπορίας και την επισήμανση των τροφίμων.

Άρθρο 6

Διαδικασία ένστασης για γεωγραφικές ενδείξεις τρίτων χωρών που έχουν καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο

1.   Εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της ονομασίας της γεωγραφικής ένδειξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 4, οι αρχές κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, διαφορετικής από το συμβαλλόμενο μέρος προέλευσης, ή ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο με έννομο συμφέρον και έδρα στην Ένωση ή σε τρίτη χώρα διαφορετική από το συμβαλλόμενο μέρος προέλευσης, δύνανται να καταθέσουν ένσταση στην Επιτροπή, σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης.

2.   Η ένσταση αυτή, η οποία αφορά μία γεωγραφική ένδειξη που έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 4, κρίνεται παραδεκτή μόνον εάν κατατεθεί εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και εάν προβάλλει έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους λόγους:

α)  η γεωγραφική ένδειξη που έχει καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο συγχέεται με την ονομασία φυτικής ποικιλίας ή φυλής ζώων και ενδέχεται να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική προέλευση του προϊόντος·

β)  η γεωγραφική ένδειξη που έχει καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο είναι πλήρως ή εν μέρει ομώνυμη με γεωγραφική ένδειξη που προστατεύεται ήδη στην Ένωση και στην πράξη δεν γίνεται επαρκής διάκριση μεταξύ των συνθηκών τοπικής και παραδοσιακής χρήσης και παρουσίασης της γεωγραφικής ένδειξης για την οποία προτείνεται η χορήγηση προστασίας και της γεωγραφικής ένδειξης που προστατεύεται ήδη στην Ένωση, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να εξασφαλιστεί η ισότιμη μεταχείριση των εμπλεκόμενων παραγωγών και να μην παραπλανώνται οι καταναλωτές·

γ)  η προστασία στην Ένωση της γεωγραφικής ένδειξης που έχει καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο θα έθιγε προηγούμενο δικαίωμα εμπορικού σήματος σε εθνικό, περιφερειακό ή ενωσιακό επίπεδο·

δ)  η προστασία στην Ένωση της προτεινόμενης γεωγραφικής ένδειξης θα έβλαπτε τη χρήση πλήρως ή μερικώς ταυτόσημης ονομασίας ή τον αποκλειστικό χαρακτήρα ενός εμπορικού σήματος σε εθνικό, περιφερειακό ή ενωσιακό επίπεδο ή την ύπαρξη προϊόντων που κυκλοφορούσαν νόμιμα στην αγορά επί πέντε τουλάχιστον έτη πριν από την ημερομηνία δημοσίευσης της ονομασίας της γεωγραφικής ένδειξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 4·

ε)  η γεωγραφική ένδειξη που έχει καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο αφορά προϊόν για το οποίο δεν παρέχεται ▌προστασία γεωγραφικών ενδείξεων σε επίπεδο Ένωσης·

στ)  η ονομασία για την οποία ζητείται η καταχώριση είναι γενικός όρος στο έδαφος της Ένωσης·

ζ)  δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στα σημεία (i) και (ii) του άρθρου 2 παράγραφος 1 της Πράξης της Γενεύης·

η)  η γεωγραφική ένδειξη που έχει καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο φέρει ομώνυμη ονομασία η οποία δημιουργεί στον καταναλωτή την εσφαλμένη εντύπωση ότι τα προϊόντα προέρχονται από άλλο έδαφος, ακόμη και αν η ονομασία είναι ακριβής όσον αφορά το πραγματικό έδαφος, την περιφέρεια ή τον τόπο καταγωγής των σχετικών προϊόντων.

3.   Οι λόγοι ένστασης, όπως παρατίθενται στην παράγραφο 2, αξιολογούνται από την Επιτροπή σε σχέση με το έδαφος της Ένωσης ή μέρος αυτού.

Άρθρο 7

Απόφαση σχετικά με την προστασία στην Ένωση των γεωγραφικών ενδείξεων τρίτων χωρών που έχουν καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο

1.  Εφόσον, με βάση την αξιολόγηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1, πληρούνται οι προϋποθέσεις της εν λόγω παραγράφου και δεν έχουν ληφθεί ενστάσεις ή έχουν ληφθεί μόνο ενστάσεις που είναι απαράδεκτες, η Επιτροπή απορρίπτει, κατά περίπτωση, τις απαράδεκτες ενστάσεις που έχουν ληφθεί και λαμβάνει απόφαση χορήγησης προστασίας της γεωγραφικής ένδειξης μέσω εκτελεστικής πράξης, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2.

2.  Εφόσον, με βάση την αξιολόγηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της εν λόγω παραγράφου ή έχει ληφθεί παραδεκτή ένσταση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση σχετικά με τη χορήγηση ή μη προστασίας της γεωγραφικής ένδειξης που έχει καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο μέσω εκτελεστικής πράξης, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης η οποία αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2. Όσον αφορά τις γεωγραφικές ενδείξεις που καλύπτουν προϊόντα τα οποία δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των επιτροπών που προβλέπονται στο άρθρο 15 παράγραφος 1, η απόφαση εκδίδεται από την Επιτροπή ▌.

3.   Η απόφαση χορήγησης προστασίας γεωγραφικής ένδειξης σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2 του παρόντος άρθρου καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της χορηγούμενης προστασίας και μπορεί να περιλαμβάνει προϋποθέσεις που είναι συμβατές με την Πράξη της Γενεύης, και χορηγεί ειδικότερα μία καθορισμένη μεταβατική περίοδο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 17 της Πράξης της Γενεύης και στον κανόνα 14 του κοινού εκτελεστικού κανονισμού.

4.   Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 της Πράξης της Γενεύης, η Επιτροπή κοινοποιεί στο Διεθνές Γραφείο την άρνηση των αποτελεσμάτων της σχετικής διεθνούς καταχώρισης στο έδαφος της Ένωσης, εντός ενός έτους από τη λήψη της κοινοποίησης διεθνούς καταχώρισης σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 της Πράξης της Γενεύης, ή εντός δύο ετών στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 5 της απόφασης (ΕΕ) …/… του Συμβουλίου(14)(15).

5.  Η Επιτροπή δύναται, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος κράτους μέλους, τρίτης χώρας ή φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει έννομο συμφέρον, να εκδώσει μία εκτελεστική πράξη, σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2, για να άρει, εν μέρει ή εν όλω, μία άρνηση που έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί στο Διεθνές Γραφείο. Η Επιτροπή κοινοποιεί αμελλητί την εν λόγω άρση στο Διεθνές Γραφείο.

Άρθρο 8

Χρήση γεωγραφικών ενδείξεων

1.   Οι εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 7 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη άλλων ειδικών διατάξεων της Ένωσης οι οποίες αφορούν τη διάθεση προϊόντων στην αγορά και, ειδικότερα, την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών, τα υγειονομικά ή φυτοϋγειονομικά πρότυπα και την επισήμανση των τροφίμων. ▌

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, οι γεωγραφικές ενδείξεις που προστατεύονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού μπορούν να χρησιμοποιούνται από κάθε φορέα που εμπορεύεται προϊόν σύμφωνα με τη διεθνή καταχώριση.

Άρθρο 9

Κατάργηση ισχύος των αποτελεσμάτων στην Ένωση μίας γεωγραφικής ένδειξης τρίτης χώρας που έχει καταχωριστεί στο διεθνές μητρώο

1.  Η Επιτροπή δύναται, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος κράτους μέλους, τρίτης χώρας ή φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει έννομο συμφέρον, να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες καταργούν εν όλω ή εν μέρει την ισχύ των αποτελεσμάτων της προστασίας στην Ένωση μίας γεωγραφικής ένδειξης που είναι καταχωρισμένη στο διεθνές μητρώο σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιστάσεις:

α)  η γεωγραφική ένδειξη δεν προστατεύεται πλέον στο συμβαλλόμενο μέρος προέλευσης·

β)  η γεωγραφική ένδειξη δεν είναι πλέον καταχωρισμένη στο διεθνές μητρώο·

γ)  δεν διασφαλίζεται πλέον η συμμόρφωση με τα υποχρεωτικά στοιχεία που προβλέπονται στον κανόνα 5 παράγραφος 2 του κοινού εκτελεστικού κανονισμού ή με τα στοιχεία που αφορούν την ποιότητα, τη φήμη ή τα χαρακτηριστικά, όπως ορίζονται στον κανόνα 5 παράγραφος 3 του κοινού εκτελεστικού κανονισμού.

2.  Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην ▌παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 15 παράγραφος 2, και μόνον αφού δοθεί η ευκαιρία στα φυσικά πρόσωπα ή τις νομικές οντότητες που αναφέρονται στο σημείο (ii) του άρθρου 5 παράγραφος 2 της Πράξης της Γενεύης ή στους δικαιούχους, όπως ορίζονται στο σημείο (xvii) του άρθρου 1 της Πράξης της Γενεύης, να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους.

3.  Εφόσον η κατάργηση ισχύος δεν υπόκειται πλέον σε προσφυγή, η Επιτροπή κοινοποιεί αμελλητί στο Διεθνές Γραφείο την κατάργηση ισχύος στο έδαφος της Ένωσης των αποτελεσμάτων της διεθνούς καταχώρισης της γεωγραφικής ένδειξης ▌σύμφωνα με το στοιχείο α) ή γ) της παραγράφου 1.

Άρθρο 10

Σχέση με τα εμπορικά σήματα

1.   Η προστασία μίας γεωγραφικής ένδειξης δεν θίγει την ισχύ προηγούμενου εμπορικού σήματος σε εθνικό, περιφερειακό ή ενωσιακό επίπεδο για το οποίο έχει υποβληθεί αίτηση ή το οποίο έχει καταχωριστεί καλή τη πίστει ή έχει καθιερωθεί με τη χρήση καλή τη πίστει στο έδαφος ενός κράτους μέλους, μίας περιφερειακής ένωσης κρατών μελών ή της Ένωσης.

2.   Γεωγραφική ένδειξη που είναι καταχωρισμένη στο διεθνές μητρώο δεν προστατεύεται στο έδαφος της Ένωσης όταν, βάσει της φήμης και της αναγνωρισιμότητας ενός εμπορικού σήματος και του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο χρησιμοποιήθηκε, η προστασία της εν λόγω γεωγραφικής ένδειξης στο έδαφος της Ένωσης θα μπορούσε να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική ταυτότητα του προϊόντος.

3.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, ένα ▌εμπορικό σήμα για το οποίο έχει υποβληθεί αίτηση, έχει καταχωριστεί ή έχει καθιερωθεί με καλόπιστη χρήση, εφόσον προβλέπεται αυτό το ενδεχόμενο από την οικεία νομοθεσία, εντός του εδάφους ενός κράτους μέλους, μίας περιφερειακής ένωσης κρατών μελών ή της Ένωσης, πριν από την ημερομηνία κατά την οποία το Διεθνές Γραφείο κοινοποιεί τη δημοσίευση της διεθνούς καταχώρισης της γεωγραφικής ένδειξης στην Επιτροπή, η χρήση του οποίου θα αντέβαινε στην προστασία της γεωγραφικής ένδειξης, μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιείται και να ανανεώνεται για το οικείο προϊόν ανεξάρτητα από την προστασία της γεωγραφικής ένδειξης, εφόσον δεν συντρέχουν λόγοι κατάργησης της ισχύος ή ανάκλησης βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, (16)ή βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(17). Στις περιπτώσεις αυτές επιτρέπεται η χρήση της γεωγραφικής ένδειξης, καθώς και η χρήση του σχετικού εμπορικού σήματος.

Άρθρο 11

Μεταβατικές διατάξεις για τις ονομασίες προέλευσης που προέρχονται από κράτη μέλη της ΕΕ και έχουν ήδη καταχωριστεί βάσει της Συμφωνίας της Λισαβόνας

1.  Για κάθε ονομασία προέλευσης ενός προϊόντος που προστατεύεται σύμφωνα με έναν από τους κανονισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, προερχόμενη από κράτος μέλος που είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας της Λισαβόνας, το οικείο κράτος μέλος επιλέγει είτε:

α)  να ζητήσει τη διεθνή καταχώριση της εν λόγω ονομασίας προέλευσης σύμφωνα με την Πράξη της Γενεύης, εάν το οικείο κράτος μέλος έχει κυρώσει ή προσχωρήσει σε αυτήν σύμφωνα με το δικαίωμα που αναφέρεται στο άρθρο 3 της απόφασης (ΕΕ)…/… (18), είτε

β)  να ζητήσει την ακύρωση της καταχώρισης της εν λόγω ονομασίας προέλευσης στο διεθνές μητρώο.

Τα οικεία κράτη μέλη επιλέγουν βάσει:

α)  αιτήματος φυσικού προσώπου ή νομικής οντότητας, όπως αναφέρονται στο σημείο (ii) του άρθρου 5 παράγραφος 2 της Πράξης της Γενεύης, ή δικαιούχου, όπως ορίζεται στο σημείο (xvii) του άρθρου 1 της Πράξης της Γενεύης, ή

β)  δικής τους πρωτοβουλίας.

Τα οικεία κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή την επιλογή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εντός τριών ετών από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του παρόντος κανονισμού.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου, το οικείο κράτος μέλος σε συντονισμό με την Επιτροπή ελέγχουν μαζί με το Διεθνές Γραφείο τυχόν τροποποιήσεις που πρέπει να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τον κανόνα 7 παράγραφος 4 του κοινού εκτελεστικού κανονισμού για τον σκοπό της καταχώρισης σύμφωνα με την Πράξη της Γενεύης.

Η Επιτροπή επιτρέπει στο κράτος μέλος να προβεί σε πρόβλεψη των απαραίτητων τροποποιήσεων και να ενημερώσει το Διεθνές Γραφείο μέσω εκτελεστικής πράξης σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2.

2.  Για κάθε ονομασία προέλευσης ενός προϊόντος το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ενός από τους κανονισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, αλλά δεν προστατεύεται βάσει ενός εξ αυτών, και προέρχεται από κράτος μέλος που είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας της Λισαβόνας, το οικείο κράτος μέλος:

α)  ζητεί την καταχώριση σύμφωνα με τον σχετικό κανονισμό, ή

β)  ζητεί την ακύρωση της καταχώρισης της εν λόγω ονομασίας προέλευσης στο διεθνές μητρώο.

Τα οικεία κράτη μέλη επιλέγουν βάσει:

α)  αιτήματος φυσικού προσώπου ή νομικής οντότητας, όπως αναφέρονται στο σημείο (ii) του άρθρου 5 παράγραφος 2 της Πράξης της Γενεύης, ή δικαιούχου, όπως ορίζεται στο σημείο (xvii) του άρθρου 1 της Πράξης της Γενεύης, ή

β)  δικής τους πρωτοβουλίας.

Τα οικεία κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή την επιλογή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και υποβάλλουν το αντίστοιχο αίτημα εντός τριών ετών από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του παρόντος κανονισμού.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου, το οικείο κράτος μέλος ζητεί τη διεθνή καταχώριση της εν λόγω ονομασίας προέλευσης σύμφωνα με την Πράξη της Γενεύης, εάν το οικείο κράτος μέλος έχει κυρώσει ή προσχωρήσει σε αυτήν σύμφωνα με το δικαίωμα που αναφέρεται στο άρθρο 3 της απόφασης (ΕΕ) …/… (19), εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της γεωγραφικής ένδειξης βάσει του σχετικού κανονισμού. Εφαρμόζονται το τέταρτο και πέμπτο εδάφιο της παραγράφου 1.

Εάν απορριφθεί το αίτημα καταχώρισης βάσει του σχετικού κανονισμού και έχουν εξαντληθεί τα συναφή διοικητικά και ένδικα μέσα, ή εάν το αίτημα καταχώρισης βάσει της Πράξης της Γενεύης δεν έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, το οικείο κράτος μέλος ζητεί αμελλητί την ακύρωση της καταχώρισης της εν λόγω γεωγραφικής ένδειξης στο διεθνές μητρώο.

3.  Όσον αφορά ονομασίες προέλευσης για προϊόντα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής ενός από τους κανονισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, για τα οποία δεν παρέχεται προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων σε επίπεδο Ένωσης, το κράτος μέλος που είναι ήδη συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας της Λισαβόνας μπορεί να διατηρήσει τυχόν υφιστάμενες καταχωρίσεις στο διεθνές μητρώο.

Το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί επίσης να υποβάλει περαιτέρω αιτήσεις καταχώρισης των ονομασιών προέλευσης που προέρχονται από το έδαφός του στο διεθνές μητρώο βάσει της Συμφωνίας της Λισαβόνας εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  το οικείο κράτος μέλος κοινοποίησε το σχέδιο αίτησης καταχώρισης των εν λόγω ονομασιών προέλευσης στην Επιτροπή. Η εν λόγω κοινοποίηση περιλαμβάνει αποδεικτικά στοιχεία ότι η αίτηση πληροί τις απαιτήσεις για καταχώριση βάσει της Συμφωνίας της Λισαβόνας· και

β)  η Επιτροπή δεν εξέδωσε αρνητική γνώμη εντός δύο μηνών από την εν λόγω κοινοποίηση. Αρνητική γνώμη μπορεί να εκδοθεί μόνον κατόπιν διαβούλευσης με το οικείο κράτος μέλος και στις εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις όπου τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το στοιχείο α) δεν τεκμηριώνουν επαρκώς ότι πληρούνται οι απαιτήσεις καταχώρισης σύμφωνα με τη Συμφωνία της Λισαβόνας ή εάν η καταχώριση θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στην ενωσιακή εμπορική πολιτική.

Σε περίπτωση αιτήματος για περαιτέρω πληροφορίες από την Επιτροπή σχετικά με την κοινοποίηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το στοιχείο α), η προθεσμία για τις ενέργειες της Επιτροπής ορίζεται σε έναν μήνα από τη λήψη των αιτούμενων πληροφοριών.

Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως τα υπόλοιπα κράτη μέλη για τυχόν κοινοποιήσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το στοιχείο α).

Άρθρο 12

Μεταβατική προστασία για τις ονομασίες προέλευσης που προέρχονται από τρίτη χώρα και έχουν καταχωριστεί βάσει της Συμφωνίας της Λισαβόνας

1.   Τα κράτη μέλη τα οποία ήταν συμβαλλόμενα μέρη της Συμφωνίας της Λισαβόνας πριν από την προσχώρηση της Ένωσης στην Πράξη της Γενεύης δύνανται να συνεχίσουν να προστατεύουν ονομασίες προέλευσης που προέρχονται από τρίτη χώρα η οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας της Λισαβόνας, ▌ μέσω ενός εθνικού συστήματος προστασίας, με ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία η Ένωση καθίσταται συμβαλλόμενο μέρος της Πράξης της Γενεύης, όσον αφορά τις ονομασίες προέλευσης που είναι καταχωρισμένες κατά την εν λόγω ημερομηνία βάσει της Συμφωνίας της Λισαβόνας.

2.  Η εν λόγω προστασία βάσει εθνικού συστήματος προστασίας:

α)  αντικαθίσταται από προστασία βάσει του συστήματος προστασίας της ΕΕ για μία συγκεκριμένη ονομασία προέλευσης εάν η προστασία παρέχεται δυνάμει απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού, μεταγενέστερης της προσχώρησης της οικείας τρίτης χώρας στην Πράξη της Γενεύης, εφόσον η προστασία που παρέχεται δυνάμει απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού διατηρεί τη συνέχιση της προστασίας της αντίστοιχης ονομασίας προέλευσης στο αντίστοιχο κράτος μέλος·

β)  παύει για μία συγκεκριμένη ονομασία προέλευσης όταν η διεθνής καταχώριση δεν παράγει πλέον αποτελέσματα.

3.   Εάν μία ονομασία προέλευσης που προέρχεται από τρίτη χώρα ▌δεν είναι καταχωρισμένη σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ή δεν αντικαθίσταται η εθνική προστασία σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 2, οι συνέπειες της εν λόγω ▌εθνικής προστασίας ▌ αποτελούν αποκλειστική ευθύνη του οικείου κράτους μέλους.

4.   Τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παράγραφο 1 έχουν αποτελέσματα μόνο σε εθνικό επίπεδο και δεν θίγουν το ενδοκοινοτικό ή το διεθνές εμπόριο.

5.  Τα κράτη μέλη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διαβιβάζουν στην Επιτροπή τυχόν κοινοποιήσεις που πραγματοποιούνται από το Διεθνές Γραφείο σύμφωνα με τη Συμφωνία της Λισαβόνας, τις οποίες διαβιβάζει εν συνεχεία η Επιτροπή σε όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη.

6.  Τα κράτη μέλη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δηλώνουν στο Διεθνές Γραφείο ότι δεν δύνανται να διασφαλίσουν την εθνική προστασία μιας ονομασίας προέλευσης για ένα προϊόν το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ενός από τους κανονισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, η οποία έχει καταχωριστεί και κοινοποιείται σε αυτά βάσει της Συμφωνίας της Λισαβόνας από την ημερομηνία κατά την οποία η Ένωση καθίσταται συμβαλλόμενο μέρος της Πράξης της Γενεύης.

Άρθρο 13

Τέλη

Τα τέλη που πρέπει να καταβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της Πράξης της Γενεύης, όπως προσδιορίζονται στον κοινό εκτελεστικό κανονισμό, ▌βαρύνουν το κράτος μέλος από το οποίο προέρχεται η γεωγραφική ένδειξη, ή ένα φυσικό πρόσωπο ή μια νομική οντότητα όπως αναφέρονται στο σημείο (ii) του άρθρου 5 παράγραφος 2 της Πράξης της Γενεύης ή έναν δικαιούχο όπως ορίζεται στο σημείο (xvii) του άρθρου 1 της Πράξης της Γενεύης. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν την καταβολή μέρους ή όλων των τελών από το φυσικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα ή τον δικαιούχο.

Άρθρο 14

Ειδική χρηματοδοτική συνεισφορά

Εάν τα έσοδα της ειδικής ένωσης προκύπτουν σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2 σημείο (v) της Πράξης της Γενεύης, η Ένωση δύναται να παράσχει ειδική συνεισφορά, στο πλαίσιο των μέσων που διατίθενται για τον σκοπό αυτόν στον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης.

Άρθρο 15

Διαδικασία επιτροπών

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τις κάτωθι επιτροπές κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, όσον αφορά τα ακόλουθα προϊόντα:

α)  για τα προϊόντα του αμπελοοινικού τομέα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013, από την Επιτροπή για την Κοινή Οργάνωση των Γεωργικών Αγορών, η οποία συγκροτήθηκε δυνάμει του άρθρου 229 του εν λόγω κανονισμού·

β)  για τα αρωματισμένα αμπελοοινικά προϊόντα, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 251/2014, ▌από την επιτροπή για τα αρωματισμένα αμπελοοινικά προϊόντα, η οποία συγκροτήθηκε δυνάμει του άρθρου 34 του εν λόγω κανονισμού·

γ)  για τα αλκοολούχα ποτά, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008, ▌ από την επιτροπή για τα οινοπνευματώδη ποτά, η οποία συγκροτήθηκε δυνάμει του άρθρου 25 του εν λόγω κανονισμού·

δ)  για τα γεωργικά προϊόντα και τα τρόφιμα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, από την επιτροπή για την ποιότητα των γεωργικών προϊόντων, η οποία συγκροτήθηκε δυνάμει του άρθρου 57 του εν λόγω κανονισμού.

2.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 16

Παρακολούθηση και επανεξέταση

Έως τις … [δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή αξιολογεί τη συμμετοχή της Ένωσης στην Πράξη της Γενεύης και υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα βασικά πορίσματα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Η αξιολόγηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα στοιχεία:

α)  τον αριθμό των γεωγραφικών ενδείξεων που προστατεύονται και καταχωρίζονται βάσει του ενωσιακού δικαίου, για τις οποίες έχουν υποβληθεί αιτήσεις διεθνούς καταχώρισης, και τις περιπτώσεις όπου η προστασία έχει απορριφθεί από τρίτα συμβαλλόμενα μέρη·

β)  την εξέλιξη του αριθμού τρίτων χωρών που συμμετέχουν στην Πράξη της Γενεύης και τις δράσεις που λαμβάνει η Επιτροπή για να αυξήσει τον αριθμό αυτόν, καθώς και τον αντίκτυπο που έχει η τρέχουσα κατάσταση του κεκτημένου της Ένωσης όσον αφορά τις γεωγραφικές ενδείξεις στην ελκυστικότητα της Πράξης της Γενεύης για τρίτες χώρες· και

γ)  τον αριθμό και τον τύπο των γεωγραφικών ενδείξεων που προέρχονται από τρίτες χώρες και έχουν απορριφθεί από την Επιτροπή.

Άρθρο 17

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

______________

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΨΗΦΙΣΜΑ

Δήλωση της Επιτροπής σχετικά με την ενδεχόμενη επέκταση της προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων της ΕΕ σε μη γεωργικά προϊόντα

Η Επιτροπή λαμβάνει υπό σημείωση το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 2015, σχετικά με την ενδεχόμενη επέκταση της προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων της ΕΕ σε μη γεωργικά προϊόντα.

Τον Νοέμβριο του 2018, η Επιτροπή ξεκίνησε μια μελέτη με σκοπό την περαιτέρω συλλογή οικονομικών και νομικών στοιχείων σχετικά με την προστασία των μη γεωργικών γεωγραφικών ενδείξεων εντός της ενιαίας αγοράς, ως συμπλήρωμα μελέτης του 2013, καθώς και στοιχείων σχετικά με θέματα όπως η ανταγωνιστικότητα, ο αθέμιτος ανταγωνισμός, η απομίμηση, οι αντιλήψεις των καταναλωτών, το κόστος/τα οφέλη και, επίσης, σχετικά με την αποτελεσματικότητα των μοντέλων προστασίας των μη γεωργικών γεωγραφικών ενδείξεων υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας.

Σύμφωνα με τις αρχές της βελτίωσης της νομοθεσίας και τις δεσμεύσεις που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, η Επιτροπή θα εξετάσει τη μελέτη καθώς και την έκθεση για τη συμμετοχή της Ένωσης στην Πράξη της Γενεύης όπως αναφέρεται στο άρθρο σχετικά με την παρακολούθηση και την επανεξέταση του κανονισμού για τις ενέργειες της Ένωσης μετά την προσχώρησή της στην Πράξη της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας για τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις και θα εξετάσει το ενδεχόμενο περαιτέρω ενεργειών.

Δήλωση της Επιτροπής σχετικά με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 9α παράγραφος 3 του κανονισμού

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, παρόλο που η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 9α παράγραφος 3 του κανονισμού αποτελεί νομική αναγκαιότητα δεδομένης της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης, μπορεί ωστόσο να διαβεβαιώσει ότι, στο πλαίσιο του ισχύοντος κεκτημένου της ΕΕ, οποιαδήποτε παρέμβαση του είδους αυτού από την Επιτροπή θα αποτελεί εξαίρεση και θα αιτιολογείται δεόντως. Κατά τις διαβουλεύσεις με κάποιο κράτος μέλος, η Επιτροπή θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίλυση, από κοινού με το κράτος μέλος, τυχόν προβλημάτων, ώστε να αποφευχθεί η έκδοση αρνητικής γνώμης. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οποιαδήποτε αρνητική γνώμη θα κοινοποιείται γραπτώς στο οικείο κράτος μέλος και, σύμφωνα με το άρθρο 296 της ΣΛΕΕ, θα αναφέρονται σ’ αυτήν οι λόγοι στους οποίους βασίστηκε. Η Επιτροπή σημειώνει περαιτέρω ότι μια αρνητική γνώμη δεν αποκλείει την υποβολή νέας αίτησης για την ίδια ονομασία προέλευσης, εάν οι λόγοι που οδήγησαν στην έκδοση αρνητικής γνώμης έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη στη συνέχεια ή έπαυσαν να υφίστανται.

Δήλωση της Επιτροπής σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Πράξη της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας για τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Ένωση διαθέτει αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα για τις γεωγραφικές ενδείξεις και προσχωρεί ως πλήρες συμβαλλόμενο μέρος στην Πράξη της Γενεύης της συμφωνίας της Λισαβόνας. Αυτό προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 25/10/2017 (υπόθεση C-389/15- Επιτροπή κατά Συμβουλίου). Δεδομένης της αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας της ΕΕ, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να καταστούν αυτοτελώς συμβαλλόμενα μέρη της Πράξης της Γενεύης και δεν θα πρέπει πλέον να προστατεύουν τα ίδια τις νέες γεωγραφικές ενδείξεις που καταχωρίζονται από τρίτες χώρες μέλη του συστήματος της Λισαβόνας. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις εξαιρετικές περιστάσεις, δεδομένου ότι επτά κράτη μέλη είναι επί μεγάλο χρονικό διάστημα μέρη της συμφωνίας της Λισαβόνας, ότι διαθέτουν εκτεταμένη διανοητική ιδιοκτησία που έχει καταχωριστεί βάσει της εν λόγω συμφωνίας και ότι απαιτείται ομαλή μετάβαση, θα ήταν, κατ’ εξαίρεση, έτοιμη να συμφωνήσει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα κράτη μέλη BG, CZ, SK, FR, HU, IT, PT θα μπορούσαν να εξουσιοδοτηθούν να προσχωρήσουν στην Πράξη της Γενεύης προς το συμφέρον της ΕΕ.

Η Επιτροπή εκφράζει την έντονη αντίθεσή της στη συνεχιζόμενη επιμονή του Συμβουλίου να προβλεφθεί η δυνατότητα για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ που το επιθυμούν να εξουσιοδοτηθούν να επικυρώσουν την Πράξη της Γενεύης ή να προσχωρήσουν σε αυτή από κοινού με την Ένωση, ενώ παράλληλα προβάλλεται ως λόγος η τακτοποίηση των δικαιωμάτων ψήφου της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 4 στοιχείο β) σημείο ii) της Πράξης της Γενεύης και όχι οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιστάσεις.

Πέραν τούτου, η Επιτροπή θα ήθελε να υπενθυμίσει ότι, εφόσον η Ένωση έχει ασκήσει την εσωτερική της αρμοδιότητα για τις γεωργικές γεωγραφικές ενδείξεις, τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν μπορούν να διαθέτουν εθνικά συστήματα προστασίας των γεωργικών ΓΕ.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επιφυλάσσεται των δικαιωμάτων της, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να ασκήσει τα διαθέσιμα ένδικα βοηθήματα κατά της απόφασης του Συμβουλίου και, σε κάθε περίπτωση, θεωρεί ότι η υπόθεση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει προηγούμενο για οποιεσδήποτε άλλες υφιστάμενες ή μελλοντικές διεθνείς συμφωνίες / συμφωνίες του ΠΟΔΙ, ιδίως αλλά όχι μόνον, στις περιπτώσεις στις οποίες η ΕΕ έχει ήδη επικυρώσει τις διεθνείς συμφωνίες μόνη της βάσει της αποκλειστικής αρμοδιότητάς της.

(1) ΕΕ C 110 της 22.3.2019, σ. 55.
(2)* ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΥΠΟΣΤΕΙ ΝΟΜΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ.
(3) ΕΕ C 110 της 22.3.2019, σ. 55.
(4)Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019.
(5)http://www.wipo.int/edocs/lexdocs/treaties/en/lisbon/trt_lisbon_009en.pdf.
(6)ΕΕ L […] της […], σ. […].
(7)http://www.wipo.int/export/sites/www/lisbon/en/legal_texts/lisbon_agreement.pdf.
(8)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 110/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με τον ορισμό, την περιγραφή, την παρουσίαση, την επισήμανση και την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων των αλκοολούχων ποτών και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1576/89 του Συμβουλίου (ΕΕ L 39 της 13.2.2008, σ. 16).
(9)Κανονισμός (EE) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων (ΕΕ L 343 της 14.12.2012, σ. 1).
(10)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 671).
(11)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 251/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για τον ορισμό, την περιγραφή, την παρουσίαση, την επισήμανση και την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων των αρωματισμένων αμπελοοινικών προϊόντων και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1601/91 του Συμβουλίου (ΕΕ L 84 της 20.3.2014, σ. 14).
(12)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(13)Κοινός εκτελεστικός κανονισμός της Συμφωνίας της Λισαβόνας και της Πράξης της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας, όπως εκδόθηκε από τη συνέλευση της ένωσης της Λισαβόνας στις 11 Οκτωβρίου 2017, http://www.wipo.int/meetings/en/doc_details.jsp?doc_id=376416, Έγγραφο «WIPO A/57/11» της 11ης Οκτωβρίου 2017.
(14)Απόφαση (ΕΕ) …/… του Συμβουλίου σχετικά με την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Πράξη της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας για τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις (ΕΕ L … της …, σ. …).
(15)+ΕΕ: Να εισαχθεί ο αριθμός της απόφασης που περιέχεται στο έγγραφο ST 6929/19 και να εισαχθεί ο αριθμός, η ημερομηνία, ο τίτλος και η αναφορά δημοσίευσης στην ΕΕ της εν λόγω απόφασης στην υποσημείωση.
(16)Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 154 της 16.6.2017, σ. 1).
(17)Οδηγία (ΕΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ L 336 της 23.12.2015, σ. 1).
(18)+ΕΕ: Να εισαχθεί στο κείμενο ο αριθμός της απόφασης που περιέχεται στο έγγραφο ST 6929/19.
(19)+ΕΕ: Να εισαχθεί στο κείμενο ο αριθμός της απόφασης που περιέχεται στο έγγραφο ST 6929/19.


Συμφωνία ΕΕ-Φιλιππίνων για ορισμένες πτυχές των αεροπορικών μεταφορών ***
PDF 120kWORD 48k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά με το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου για τη σύναψη εξ ονόματος της Ένωσης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης της Δημοκρατίας των Φιλιππίνων για ορισμένες πτυχές των αεροπορικών μεταφορών (15056/2018 – C8-0051/2019 – 2016/0156(NLE))
P8_TA-PROV(2019)0362A8-0191/2019

(Έγκριση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου (15056/2018),

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης της Δημοκρατίας των Φιλιππίνων σχετικά με ορισμένες πτυχές των αεροπορικών μεταφορών(1),

–  έχοντας υπόψη την αίτηση έγκρισης που υπέβαλε το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 100 παράγραφος 2 και το άρθρο 218 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C8-0051/2019),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 99 παράγραφοι 1 και 4, καθώς και το άρθρο 108 παράγραφος 7 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (A8-0191/2019),

1.  εγκρίνει τη σύναψη της συμφωνίας·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών και της Δημοκρατίας των Φιλιππίνων.

(1) ΕΕ L 322 της 18.12.2018, σ. 3.


Διεθνής συμφωνία για το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές ***
PDF 120kWORD 48k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με τη σύναψη εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης της Διεθνούς Συμφωνίας του 2015 για το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές (06781/2019 – C8-0134/2019 –2017/0107(NLE))
P8_TA-PROV(2019)0363A8-0186/2019

(Έγκριση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου (06781/2019),

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο της Διεθνούς Συμφωνίας του 2015 για το ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές (11178/2016),

–  έχοντας υπόψη την αίτηση έγκρισης που υπέβαλε το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 207 παράγραφος 4 και το άρθρο 218 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) σημείο v), και το άρθρο 218 παράγραφος 7 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C8-0134/2019),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 99 παράγραφοι 1 και 4, καθώς και το άρθρο 108 παράγραφος 7 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου (A8-0186/2019),

1.  εγκρίνει τη σύναψη της συμφωνίας·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.


Προτεινόμενος διορισμός μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου - Viorel Ștefan
PDF 127kWORD 48k
Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά με τον προτεινόμενο διορισμό του Viorel Ştefan ως μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου (C8-0049/2019 – 2019/0802(NLE))
P8_TA-PROV(2019)0364A8-0194/2019

(Διαβούλευση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 286 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο το Συμβούλιο ζήτησε από το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει (C8-0049/2019),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 121 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (A8-0194/2019),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, με επιστολή της 14ης Φεβρουαρίου 2019, το Συμβούλιο κάλεσε το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον διορισμό του Viorel Ştefan ως μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού προέβη στην αξιολόγηση των προσόντων του προτεινόμενου υποψηφίου, ιδίως από την άποψη των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 286 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά τη συνεδρίασή της στις 8 Απριλίου 2019, η Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού προέβη σε ακρόαση του προτεινόμενου από το Συμβούλιο υποψήφιου για το αξίωμα του μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου·

1.  εκδίδει αρνητική γνώμη σχετικά με την πρόταση του Συμβουλίου να διοριστεί ο Viorel Ştefan μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα απόφαση στο Συμβούλιο και, προς ενημέρωση, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, στα λοιπά θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στα όργανα ελέγχου των κρατών μελών.


Προτεινόμενος διορισμός μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου - Ivana Maletić
PDF 126kWORD 48k
Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά με τον προτεινόμενο διορισμό της Ivana Maletić ως μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου (C8-0116/2019 – 2019/0803(NLE))
P8_TA-PROV(2019)0365A8-0195/2019

(Διαβούλευση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 286 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο το Συμβούλιο ζήτησε από το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει (C8-0116/2019),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 121 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (A8-0195/2019),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, με επιστολή της 5ης Μαρτίου 2019, το Συμβούλιο κάλεσε το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον διορισμό της Ivana Maletić ως μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού προέβη στην αξιολόγηση των προσόντων της προτεινόμενης υποψήφιας, ιδίως από την άποψη των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 286 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, η Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού, κατά τη συνεδρίασή της στις 8 Απριλίου 2019, προέβη σε ακρόαση της προτεινόμενης από το Συμβούλιο υποψήφιας για το αξίωμα του μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου,

1.  εκδίδει ευνοϊκή γνώμη σχετικά με την πρόταση του Συμβουλίου να διοριστεί η Ivana Maletić μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα απόφαση στο Συμβούλιο και, προς ενημέρωση, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, στα λοιπά θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στα όργανα ελέγχου των κρατών μελών.


Προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης ***I
PDF 474kWORD 138k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά που αφορά την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης (COM(2018)0218 – C8-0159/2018 – 2018/0106(COD))
P8_TA-PROV(2019)0366A8-0398/2018

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0218),

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 294 παράγραφος 2 και τα άρθρα 16, 33, 43, 50, 53 παράγραφος 1, 62, 91, 100, 103, 109, 114, 168, 169, 192, 207 και 325 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 31 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0159/2018),

–  έχοντας υπόψη τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων επί της προτεινόμενης νομικής βάσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 και τα άρθρα 16, 43 παράγραφος 2, 50, 53 παράγραφος 1, 91, 100, 114, 168 παράγραφος 4, 169, 192 παράγραφος 1 και 325 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 31 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας,

–  έχοντας υπόψη την αιτιολογημένη γνώμη που υποβλήθηκε από το Σουηδικό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με την οποία υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 18ης Οκτωβρίου 2018(2),

–  κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή των Περιφερειών,

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 15ης Μαρτίου 2019, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 59 και 39 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού, της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας και της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A8-0398/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  λαμβάνει υπό σημείωση τη δήλωση της Επιτροπής που επισυνάπτεται στο παρόν ψήφισμα·

3.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

4.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 16 Απριλίου 2019 εν όψει της έγκρισης οδηγίας (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης(3)

P8_TC1-COD(2018)0106


ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 16, ▌43 παράγραφος 2, 50, 53 παράγραφος 1, ▌91, 100, ▌114, 168 παράγραφος 4, 169, 192 παράγραφος 1 και το άρθρο 325 παράγραφος 4 και τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και ιδίως το άρθρο 31,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(4),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(5),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου(6),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της ομάδας που συγκρότησε η επιστημονική και τεχνική επιτροπή από επιστημονικούς εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, βάσει του άρθρου 31 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(7),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Τα πρόσωπα που εργάζονται σε έναν δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό ή που έρχονται σε επαφή μ’ αυτόν στο πλαίσιο των εργασιακών δραστηριοτήτων τους είναι συχνά τα πρώτα που ανακαλύπτουν απειλές ή βλάβη για το δημόσιο συμφέρον που ανακύπτουν στο πλαίσιο αυτό. Με τις καταγγελίες τους συμβάλλουν καθοριστικά στην αποκάλυψη και την πρόληψη παραβάσεων του δικαίου που είναι επιβλαβείς για το δημόσιο συμφέρον, καθώς και στη διασφάλιση της κοινωνικής ευημερίας. Ωστόσο, συχνά ο φόβος αντιποίνων αποθαρρύνει τους δυνητικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος από την καταγγελία των ανησυχιών ή των υπονοιών τους. Σε αυτό το πλαίσιο, αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε διεθνές επίπεδο η σημασία της διασφάλισης ισορροπημένης και αποτελεσματικής προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος.

(2)  Σε επίπεδο Ένωσης, οι καταγγελίες και οι δημοσιοποιήσεις μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος συνιστούν στοιχείο του αρχικού σταδίου επιβολής του δικαίου και των πολιτικών της Ένωσης: τροφοδοτούν εθνικά και ενωσιακά συστήματα επιβολής της νομοθεσίας με πληροφορίες που οδηγούν στην αποτελεσματική ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.

(3)  Σε ορισμένους τομείς πολιτικής, οι παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου - ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους βάσει της εθνικής νομοθεσίας ως διοικητικών, ποινικών ή άλλων ειδών παραβιάσεων - μπορεί να θίγουν σοβαρά το δημόσιο συμφέρον, υπό την έννοια ότι εγκυμονούν σημαντικούς κινδύνους για την κοινωνική ευημερία. Εφόσον διαπιστώνονται αδυναμίες επιβολής του νόμου στους εν λόγω τομείς, και εφόσον οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος βρίσκονται συνήθως σε πλεονεκτική θέση να αποκαλύπτουν παραβάσεις, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η επιβολή του νόμου εφαρμόζοντας αποτελεσματικούς, εμπιστευτικούς και ασφαλείς διαύλους καταγγελίας και διασφαλίζοντας την αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος από αντίποινα ▌.

(4)  Η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος που παρέχεται σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό μεταξύ των κρατών μελών και ανομοιομορφία μεταξύ των διάφορων τομέων πολιτικής. Οι συνέπειες των παραβάσεων του ενωσιακού δικαίου που έχουν διασυνοριακή διάσταση και αποκαλύπτονται από τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος καταδεικνύουν πώς η ανεπαρκής προστασία σε ένα κράτος μέλος όχι μόνο επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία των πολιτικών της ΕΕ στο εν λόγω κράτος μέλος, αλλά μπορεί να προκαλέσει και δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλα κράτη μέλη και στην Ένωση συνολικά.

(5)  Ομοίως, τα ελάχιστα κοινά πρότυπα που διασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος θα πρέπει να ισχύουν για τις πράξεις και τους τομείς πολιτικής όπου·

i)  υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης της επιβολής του νόμου·

ii)  η ανεπαρκής καταγγελία δυσλειτουργιών από μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα που επηρεάζει την επιβολή του νόμου, και

iii)  οι παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης βλάπτουν σοβαρά το δημόσιο συμφέρον.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων και σε άλλους τομείς με σκοπό τη διασφάλιση ενός ολοκληρωμένου και συνεκτικού πλαισίου σε εθνικό επίπεδο.

(6)  Η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος είναι απαραίτητη για την ενίσχυση της επιβολής του ενωσιακού δικαίου στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων. Πέρα από την ανάγκη πρόληψης και εντοπισμού της απάτης και της διαφθοράς στο πλαίσιο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της ΕΕ, περιλαμβανομένων των συμβάσεων προμηθειών, είναι απαραίτητο να αντιμετωπιστεί η ανεπαρκής επιβολή των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις από τις εθνικές αρχές και ορισμένες επιχειρήσεις κοινής ωφελείας κατά την αγορά αγαθών, έργων και υπηρεσιών. Οι παραβάσεις των εν λόγω κανόνων συχνά προκαλούν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, αυξάνουν το κόστος της επιχειρηματικής δραστηριότητας, θίγουν τα συμφέροντα επενδυτών και των μετόχων και, γενικότερα, περιορίζουν την ελκυστικότητα των επενδύσεων και διαμορφώνουν άνισους όρους ανταγωνισμού για όλες τις επιχειρήσεις ανά την Ευρώπη επηρεάζοντας, συνεπώς, την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(7)  Στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, η προστιθέμενη αξία της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος έχει ήδη αναγνωριστεί από τον νομοθέτη της Ένωσης. Στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, η οποία αποκάλυψε σημαντικές ανεπάρκειες στην επιβολή των συναφών κανόνων, εισήχθησαν μέτρα για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων εσωτερικών και εξωτερικών διαύλων καταγγελίας, καθώς και ρητή απαγόρευση αντιποίνων, σε σημαντικό αριθμό νομοθετικών πράξεων του εν λόγω τομέα(8). Ειδικότερα, στο πλαίσιο της προληπτικής εποπτείας που εφαρμόζεται στα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων, προβλέπεται προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος από την οδηγία 2013/36/ΕΕ και από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων.

(8)  Όσον αφορά την ασφάλεια των προϊόντων που διατίθενται στην εσωτερική αγορά, πρωταρχική πηγή συλλογής αποδεικτικών στοιχείων είναι οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αλυσίδα κατασκευής και διανομής και, συνεπώς, η καταγγελία δυσλειτουργιών από μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος έχει υψηλή προστιθέμενη αξία, δεδομένου ότι βρίσκονται πολύ εγγύτερα στην πηγή πιθανώς αθέμιτων και παράνομων πρακτικών κατασκευής, εισαγωγής και διανομής μη ασφαλών προϊόντων. Το γεγονός αυτό καθιστά αναγκαία τη θέσπιση της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος σε σχέση με τις απαιτήσεις ασφαλείας που εφαρμόζονται τόσο στα «εναρμονισμένα προϊόντα»(9) όσο και στα «μη εναρμονισμένα προϊόντα»(10). Η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος είναι επίσης καθοριστικής σημασίας για την αποφυγή της εκτροπής πυροβόλων όπλων, εξαρτημάτων τους, μερών τους και πυρομαχικών, καθώς και προϊόντων συνδεόμενων με τον τομέα της άμυνας, με την ενθάρρυνση της καταγγελίας παραβάσεων, όπως είναι η παραποίηση εγγράφων, η αλλοίωση της επισήμανσης ▌και η δόλια ενδοκοινοτική απόκτηση πυροβόλων όπλων, επειδή οι παραβάσεις συχνά συνεπάγονται εκτροπή από τη νόμιμη αγορά στην παράνομη. Η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος θα συμβάλει επίσης στην πρόληψη της παράνομης κατασκευής αυτοσχέδιων εκρηκτικών, συμβάλλοντας στην ορθή εφαρμογή περιορισμών και ελέγχων όσον αφορά τις πρόδρομες ουσίες εκρηκτικών υλών.

(9)  Η σπουδαιότητα της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά την πρόληψη και την αποτροπή παραβάσεων των ενωσιακών κανόνων σχετικά με την ασφάλεια των μεταφορών που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές έχει ήδη αναγνωριστεί σε τομεακές ενωσιακές πράξεις σχετικά με την ασφάλεια της αεροπορίας(11) και την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών(12), οι οποίες προβλέπουν ειδικά προσαρμοσμένα μέτρα για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, καθώς και ειδικούς διαύλους καταγγελίας. Οι εν λόγω πράξεις περιλαμβάνουν επίσης την προστασία έναντι αντιποίνων για τους εργαζομένους που καταγγέλλουν δικό τους ακούσιο σφάλμα (η αποκαλούμενη «νοοτροπία δικαίου»). Είναι αναγκαία η συμπλήρωση και η επέκταση των υφιστάμενων στοιχείων προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος στους δύο αυτούς τομείς, καθώς επίσης η παροχή της εν λόγω προστασίας, ώστε να ενισχυθεί η επιβολή των προτύπων ασφάλειας για άλλους τρόπους μεταφοράς, ιδίως δε για τις εσωτερικές πλωτές, τις οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές.

(10)  Η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, η πρόληψη, ο εντοπισμός και η αντιμετώπιση περιβαλλοντικών εγκλημάτων και παράνομης συμπεριφοράς ή παραλείψεων καθώς και πιθανών παραβιάσεων όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος εξακολουθούν να αποτελούν προβληματικά θέματα και θα πρέπει να βελτιωθούν, όπως έχει αναγνωριστεί στην ανακοίνωση της Επιτροπής «Ενέργειες της ΕΕ για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης και διακυβέρνησης» της 18ης Ιανουαρίου 2018(13). Παρά το γεγονός ότι κανόνες για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος υφίστανται σήμερα σε μία μόνο τομεακή πράξη για την προστασία του περιβάλλοντος(14), η θέσπιση της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η αποτελεσματική επιβολή του περιβαλλοντικού κεκτημένου της Ένωσης, του οποίου οι παραβάσεις μπορούν να βλάψουν ▌το δημόσιο συμφέρον με πιθανότητα δευτερογενών επιπτώσεων πέραν των εθνικών συνόρων. Το ίδιο ισχύει και για περιπτώσεις μη ασφαλών προϊόντων που μπορούν να προκαλέσουν περιβαλλοντική βλάβη.

(11)  Η ενίσχυση της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος αναμένεται επίσης να ευνοήσει την πρόληψη και την αποτροπή παραβάσεων των κανόνων της Ευρατόμ για την πυρηνική ασφάλεια, την ακτινοπροστασία και την υπεύθυνη και ασφαλή διαχείριση αναλωμένων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων. Θα ενισχύσει επίσης την επιβολή υφιστάμενων διατάξεων της αναθεωρημένης οδηγίας για την πυρηνική ασφάλεια(15) σχετικά με την αποτελεσματική νοοτροπία πυρηνικής ασφάλειας και ιδίως της διάταξης του άρθρου 8β παράγραφος 2 στοιχείο α), που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η αρμόδια εθνική αρχή θεσπίζει συστήματα διαχείρισης που δίδουν στην πυρηνική ασφάλεια τη δέουσα προτεραιότητα και προάγουν, σε όλα τα επίπεδα του προσωπικού και της διοίκησης, τη δυνατότητα να εξετάζεται η αποτελεσματική υλοποίηση των σχετικών αρχών και πρακτικών ασφάλειας και να καταγγέλλονται εγκαίρως τα σχετικά με ζητήματα ασφάλειας.

(12)  Παρόμοιο σκεπτικό καθιστά αναγκαία τη θέσπιση της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος στη βάση των υφιστάμενων διατάξεων, ώστε να αποτρέπονται οι παραβάσεις των κανόνων της ΕΕ στον τομέα της τροφικής αλυσίδας, και συγκεκριμένα στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων και των ζωοτροφών, καθώς και της υγείας, της προστασίας και καλής μεταχείρισης των ζώων. Οι διαφορετικοί ενωσιακοί κανόνες που έχουν αναπτυχθεί στους εν λόγω τομείς είναι στενά συνυφασμένοι μεταξύ τους. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002(16) καθορίζει τις γενικές αρχές και απαιτήσεις στις οποίες βασίζονται όλα τα ενωσιακά και εθνικά μέτρα που σχετίζονται με τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές, και επικεντρώνεται ιδιαίτερα στην ασφάλεια των τροφίμων με σκοπό να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και των συμφερόντων των καταναλωτών σε σχέση με τα τρόφιμα, καθώς και την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων δεν πρέπει να αποθαρρύνουν τη συνεργασία των υπαλλήλων τους και άλλων με τις αρμόδιες αρχές, όταν η συνεργασία αυτή μπορεί να αποτρέψει, να περιορίσει ή να εξαλείψει έναν κίνδυνο από τρόφιμα. Ο νομοθέτης της Ένωσης ακολουθεί παρόμοια προσέγγιση όσον αφορά τον «νόμο για την υγεία των ζώων» στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/429 για την καθιέρωση κανόνων για την πρόληψη και τον έλεγχο των νόσων των ζώων που είναι μεταδοτικές σε ανθρώπους ή σε ζώα(17). Η οδηγία 98/58/ΕΚ του Συμβουλίου και η οδηγία 2010/63/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 1/2005 του Συμβουλίου και ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 1099/2009 του Συμβουλίου, θεσπίζουν κανόνες για την προστασία και την καλή μεταχείριση των ζώων κτηνοτροφίας, κατά τη μεταφορά, κατά τη στιγμή της θανάτωσης.

(13)  Στο ίδιο πνεύμα, οι καταγγελίες των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος μπορεί να είναι καθοριστικές για τον εντοπισμό και την πρόληψη, τον περιορισμό ή την εξάλειψη των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την προστασία των καταναλωτών που απορρέουν από παραβάσεις των ενωσιακών κανόνων οι οποίες, υπό άλλες συνθήκες, θα παρέμεναν στο σκοτάδι. Η προστασία των καταναλωτών, ιδίως, συνδέεται επίσης στενά με περιπτώσεις στις οποίες μη ασφαλή προϊόντα μπορούν να προκαλέσουν σημαντική βλάβη στους καταναλωτές.▌

(14)  Η προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία κατοχυρώνεται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αποτελεί έναν ακόμη τομέα στον οποίο οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος μπορούν να βοηθήσουν στην αποκάλυψη παραβάσεων του ενωσιακού δικαίου δυνάμενων ▌να βλάψουν το δημόσιο συμφέρον. Παρόμοιο είναι το σκεπτικό που ισχύει για παραβάσεις της οδηγίας σχετικά με την ασφάλεια συστημάτων δικτύου και πληροφοριών(18), η οποία εισάγει την κοινοποίηση συμβάντων (περιλαμβανομένων επίσης συμβάντων που δεν θέτουν σε κίνδυνο δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα) και απαιτήσεις ασφάλειας για φορείς που παρέχουν βασικές υπηρεσίες σε πολλούς τομείς (λ.χ. ενέργεια, υγεία, μεταφορές, τράπεζες, κλπ.) και παρόχους καίριων ψηφιακών υπηρεσιών (λ.χ. υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους) και για τους παρόχους βασικών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, όπως το νερό, η ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο.. Η υποβολή καταγγελιών από μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος στον συγκεκριμένο τομέα είναι πολύτιμη ιδίως για την πρόληψη συμβάντων ασφαλείας τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν βασικές οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες και ευρέως χρησιμοποιούμενες ψηφιακές υπηρεσίες, καθώς και για την πρόληψη ενδεχόμενων παραβάσεων της νομοθεσίας της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων. Συμβάλλει στη διασφάλιση της αδιάλειπτης λειτουργίας υπηρεσιών ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την ευημερία της κοινωνίας.

(15)  Επιπλέον, η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, που σχετίζεται με την πάταξη της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων που θίγουν τη χρήση των δαπανών της Ένωσης, τη συγκέντρωση των εσόδων της Ένωσης και πόρους ή περιουσιακά στοιχεία της Ένωσης, συνιστά μείζονα τομέα στον οποίο χρειάζεται να ενισχυθεί η επιβολή του ενωσιακού δικαίου. Η ενίσχυση της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης περιλαμβάνει επίσης την εκτέλεση του ενωσιακού προϋπολογισμού σε σχέση με τις δαπάνες που πραγματοποιούνται βάσει της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας. Η μη αποτελεσματική επιβολή του νόμου στον τομέα των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, περιλαμβανομένης της απάτης και της διαφθοράς σε εθνικό επίπεδο, οδηγεί σε περιορισμό των εσόδων της Ένωσης και σε κατάχρηση των πόρων της ΕΕ, κατάσταση που μπορεί να στρεβλώσει τις δημόσιες επενδύσεις και την ανάπτυξη και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δράση της ΕΕ. Το άρθρο 325 της ΣΛΕΕ απαιτεί από την Ένωση και τα κράτη μέλη να καταπολεμούν τέτοιες δραστηριότητες. Ως προς το θέμα αυτό τα σχετικά μέτρα της Ένωσης περιλαμβάνουν, ιδίως, τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου, ο οποίος συμπληρώνεται, για τα σοβαρότερα είδη συμπεριφοράς που σχετίζονται με απάτη, από την οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 και τη σύμβαση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 26ης Ιουλίου 1995, συμπεριλαμβανομένων των πρωτοκόλλων της της 27ης Σεπτεμβρίου 1996(19), της 29ης Νοεμβρίου 1996(20) και της 19ης Ιουνίου 1997 (Σύμβαση και πρωτόκολλα που παραμένουν σε ισχύ για τα κράτη μέλη που δεν δεσμεύονται από την οδηγία (ΕΕ) 2017/1372), καθώς και τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 (OLAF).

(16)  Θα πρέπει επίσης να θεσπιστούν κοινά ελάχιστα πρότυπα για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος για παραβάσεις που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά, όπως αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα μέτρα της Ένωσης που αποσκοπούν στη δημιουργία ή τη διασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς έχουν ως στόχο να συμβάλουν στην εξάλειψη των υφιστάμενων ή νεοεμφανιζόμενων εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή στην εξάλειψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.

(17)  Ειδικά, η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος για την ενίσχυση της επιβολής της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένης της κρατικής ενίσχυσης, θα μπορούσε να συμβάλει στη διασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας των αγορών στην Ένωση, να εξασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις και να αποφέρει οφέλη στους καταναλωτές. Όσον αφορά τους κανόνες ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις, η σημασία των πληροφοριών εκ των έσω για τον εντοπισμό παραβάσεων του δικαίου περί ανταγωνισμού έχει ήδη αναγνωριστεί στην πολιτική επιεικούς μεταχείρισης της ΕΕ, καθώς και με την πρόσφατη εισαγωγή ενός εργαλείου ανώνυμης καταγγελίας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι παραβάσεις που αφορούν τον ανταγωνισμό και τις κρατικές ενισχύσεις αφορούν τα άρθρα 101, 102, 106, 107 και 108 της ΣΛΕΕ και τους κανόνες του παράγωγου δικαίου που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους.

(18)  Πράξεις που παραβαίνουν τους κανόνες για τη φορολογία των εταιρειών και διακανονισμοί με στόχο την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος και την αποφυγή νόμιμων υποχρεώσεων ματαιώνουν το αντικείμενο ή τον σκοπό της εφαρμοστέας νομοθεσίας περί φορολογίας εταιρειών και επηρεάζουν αρνητικά την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Μπορούν να προκαλέσουν αθέμιτο φορολογικό ανταγωνισμό και εκτεταμένη φοροδιαφυγή, στρεβλώνοντας τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις και επιφέροντας απώλεια φορολογικών εσόδων για τον προϋπολογισμό των κρατών μελών και της Ένωσης συνολικά. Η παρούσα οδηγία προβλέπει προστασία έναντι αντιποίνων για όσους καταγγέλλουν περιπτώσεις αποφυγής ή/και καταχρηστικές ρυθμίσεις οι οποίες διαφορετικά θα μπορούσαν να μην εντοπιστούν, με σκοπό την ενίσχυση της ικανότητας των αρμόδιων αρχών να διασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να αίρουν τις στρεβλώσεις και τους φραγμούς στο εμπόριο που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα των εταιρειών στην εσωτερική αγορά, που συνδέονται άμεσα με τους κανόνες για την ελεύθερη κυκλοφορία, καθώς και σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος έρχεται να προστεθεί σε πρόσφατες πρωτοβουλίες της Επιτροπής που αποσκοπούν στην ενίσχυση της διαφάνειας και της ανταλλαγής πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας και στη δημιουργία ενός δικαιότερου περιβάλλοντος φορολόγησης εταιρειών εντός της Ένωσης, με απώτερο στόχο την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των κρατών μελών όσον αφορά τον εντοπισμό διακανονισμών αποφυγής και/ή κατάχρησης που διαφορετικά ενδεχομένως να μην εντοπίζονταν, και αναμένεται να συμβάλλει στην αποτροπή τέτοιων διακανονισμών, ακόμη και αν η παρούσα οδηγία δεν εναρμονίζει διατάξεις που αφορούν φόρους, είτε πρόκειται για ουσιαστικούς είτε για διαδικαστικούς.

(19)  Το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο α) ορίζει το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας με παραπομπή σε κατάλογο πράξεων της Ένωσης που παρατίθεται στο παράρτημα (μέρη I και II). Αυτό σημαίνει ότι, όταν οι εν λόγω πράξεις της Ένωσης καθορίζουν με τη σειρά τους το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής τους με αναφορά στις πράξεις της Ένωσης που απαριθμούνται στα παραρτήματά τους, οι πράξεις αυτές αποτελούν επίσης μέρος του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Επιπλέον, η παραπομπή στις πράξεις του παραρτήματος θα πρέπει να νοείται ότι περιλαμβάνει όλα τα εθνικά και ενωσιακά εκτελεστικά ή κατ’ εξουσιοδότηση μέτρα που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τις εν λόγω πράξεις. Επιπλέον, η παραπομπή στις πράξεις της Ένωσης στο παράρτημα της παρούσας οδηγίας πρέπει να νοείται ως δυναμική αναφορά, δηλαδή εάν η πράξη της Ένωσης στο παράρτημα έχει τροποποιηθεί ή πρόκειται να τροποποιηθεί, η αναφορά αφορά την πράξη όπως τροποποιήθηκε· εάν η πράξη της Ένωσης στο παράρτημα έχει αντικατασταθεί ή θα αντικατασταθεί, η αναφορά σχετίζεται με τη νέα πράξη.

(20)  Ορισμένες πράξεις της Ένωσης, ιδίως στον τομέα των οικονομικών υπηρεσιών, όπως ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 για την κατάχρηση της αγοράς(21), και η εκτελεστική οδηγία της Επιτροπής 2015/2392, που εκδόθηκε βάσει του εν λόγω κανονισμού(22), ήδη περιλαμβάνουν αναλυτικούς κανόνες για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Αυτή η υφιστάμενη ενωσιακή νομοθεσία, καθώς και ο κατάλογος του μέρους ΙΙ του παραρτήματος, θα πρέπει να διατηρούν τυχόν ιδιαιτερότητες που προβλέπουν, προσαρμοσμένες στους σχετικούς τομείς. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό προκειμένου να εξακριβωθεί ποιες νομικές οντότητες στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας είναι σήμερα υποχρεωμένες να διαθέτουν εσωτερικούς διαύλους καταγγελίας. Ταυτόχρονα, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνοχή και η ασφάλεια δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από τα τομεακά μέσα, τα οποία θα πρέπει να συμπληρωθούν από την παρούσα οδηγία, στο μέτρο που τα ζητήματα δεν ρυθμίζονται σε αυτά, ώστε να ευθυγραμμίζονται πλήρως με τα ελάχιστα πρότυπα. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να διευκρινίζει περαιτέρω τον σχεδιασμό των εσωτερικών και εξωτερικών διαύλων, τις υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών και τις ειδικές μορφές προστασίας που πρέπει να παρέχονται σε εθνικό επίπεδο έναντι των αντιποίνων. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 28 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 προβλέπει τη δυνατότητα για τα κράτη μέλη να παρέχουν εσωτερικό δίαυλο καταγγελίας στον τομέα που καλύπτεται από τον εν λόγω κανονισμό. Για λόγους συνέπειας με τα ελάχιστα πρότυπα που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, η υποχρέωση καθιέρωσης εσωτερικών διαύλων καταγγελίας που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται σε σχέση με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1286/2014.

(21)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει την προστασία που παρέχεται στους εργαζομένους που καταγγέλλουν παραβάσεις του ενωσιακού εργατικού δικαίου. Ιδίως στον τομέα της επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας, το άρθρο 11 της οδηγίας-πλαισίου 89/391/ΕΟΚ απαιτεί ήδη από τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι οι εργαζόμενοι ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων δεν υφίστανται διακρίσεις διότι αιτούνται ή προτείνουν στους εργοδότες κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισης οποιουδήποτε κινδύνου για τους εργαζομένους και/ή εξάλειψης των πηγών του κινδύνου. Οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους έχουν το δικαίωμα να εγείρουν ζητήματα στις αρμόδιες εθνικές αρχές αν κρίνουν ότι τα ληφθέντα μέτρα και τα διατιθέμενα από τον εργοδότη μέσα δεν αρκούν για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια και η υγεία.

(22)  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι εκθέσεις σχετικά με τις διαπροσωπικές καταγγελίες οι οποίες αφορούν αποκλειστικά τον καταγγέλλοντα, δηλαδή καταγγελία σχετικά με διαπροσωπικές συγκρούσεις μεταξύ του καταγγέλλοντος και άλλου εργαζομένου, μπορούν να διοχετεύονται σε άλλες διαθέσιμες διαδικασίες.

(23)  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την προστασία που παρέχεται με τις διαδικασίες για την αναφορά πιθανών παράνομων δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων της απάτης ή της διαφθοράς, εις βάρος των συμφερόντων της Ένωσης, ή της εκτέλεσης επαγγελματικών καθηκόντων που ενδέχεται να συνιστούν σοβαρή παράλειψη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θεσπίζεται δυνάμει των άρθρων 22α, 22β και 22γ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ένωσης, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/69 του Συμβουλίου(23). Η οδηγία εφαρμόζεται όταν οι υπάλληλοι της ΕΕ καταγγέλλουν σε εργασιακό πλαίσιο εκτός της σχέσης εργασίας τους με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ.

(24)  Η εθνική ασφάλεια παραμένει στην αποκλειστική σφαίρα ευθύνης κάθε κράτους μέλους. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στις αναφορές για παραβάσεις που σχετίζονται με συμβάσεις που άπτονται της άμυνας ή της ασφάλειας, εφόσον καλύπτονται από το άρθρο 346 της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν τα κράτη μέλη αποφασίσουν να επεκτείνουν την προστασία που παρέχει η οδηγία σε άλλους τομείς ή πράξεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, τα εν λόγω κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν ειδικές διατάξεις για την προστασία ουσιωδών συμφερόντων της εθνικής ασφάλειας.

(25)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει επίσης να θίγει την προστασία της εθνικής ασφάλειας και άλλων διαβαθμισμένων πληροφοριών οι οποίες, για λόγους ασφαλείας, προστατεύονται έναντι μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης βάσει του ενωσιακού δικαίου ή νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων που ισχύουν στο οικείο κράτος μέλος. ▌Επιπλέον, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να επηρεάζουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/444 της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 2015, σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ ή την απόφαση του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ.

(26)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών μεταξύ δικηγόρων και των πελατών τους («δικηγορικό απόρρητο»), όπως προβλέπεται από την εθνική και, κατά περίπτωση, το ενωσιακό δίκαιο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, η οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει την υποχρέωση τήρησης του απορρήτου των επικοινωνιών των παρόχων υγειονομικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένων των θεραπευτών, των ασθενών τους και των φακέλων ασθενών («ιατρικό απόρρητο»), όπως προβλέπεται στην εθνική και ενωσιακή νομοθεσία.

(27)  Τα μέλη άλλων επαγγελμάτων μπορούν να τύχουν προστασίας δυνάμει της παρούσας οδηγίας όταν παρέχουν πληροφορίες που προστατεύονται από τους εφαρμοστέους επαγγελματικούς κανόνες, υπό την προϋπόθεση ότι η αναφορά των εν λόγω πληροφοριών είναι απαραίτητη για την αποκάλυψη παραβίασης εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

(28)  Ενώ η παρούσα οδηγία προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, περιορισμένη απαλλαγή από την ευθύνη, συμπεριλαμβανομένης της ποινικής ευθύνης, σε περίπτωση παράβασης της εμπιστευτικότητας, δεν θίγει τους εθνικούς κανόνες περί ποινικής δικονομίας, ιδίως εκείνους που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ακεραιότητας των ερευνών και των διαδικασιών ή των δικαιωμάτων υπεράσπισης των ενδιαφερόμενων προσώπων. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη της εισαγωγής μέτρων προστασίας σε άλλα είδη εθνικού δικονομικού δικαίου, και ιδίως της αντιστροφής του βάρους της απόδειξης στις εθνικές διοικητικές, αστικές ή εργατικές υποθέσεις.

(29)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τους εθνικούς κανόνες σχετικά με την άσκηση των δικαιωμάτων των εκπροσώπων των εργαζομένων στην ενημέρωση, τη διαβούλευση και τη συμμετοχή στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και την υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Αυτό δεν θα πρέπει να θίγει το επίπεδο προστασίας που παρέχεται από την οδηγία.

(30)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες πρόσωπα τα οποία, με βάση την εν γνώσει συναίνεσή τους, έχουν αναγνωριστεί ως πληροφοριοδότες ή καταχωρισμένα ως παρέχοντες πληροφορίες σε βάσεις δεδομένων υπό τη διαχείριση εντεταλμένων αρχών σε εθνικό επίπεδο, όπως οι τελωνειακές αρχές, καταγγέλλουν παραβάσεις στις αρχές επιβολής της νομοθεσίας, έναντι αμοιβής ή αποζημίωσης. Οι εν λόγω καταγγελίες υποβάλλονται σύμφωνα με ειδικές διαδικασίες που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ανωνυμίας τους προκειμένου να προστατευθεί η σωματική τους ακεραιότητα και οι οποίες είναι διακριτές από τους διαύλους καταγγελίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

(31)  Τα άτομα που καταγγέλλουν πληροφορίες που αφορούν απειλές ή βλάβη για το δημόσιο συμφέρον, τις οποίες απέκτησαν στο πλαίσιο των εργασιακών δραστηριοτήτων τους, ασκούν το δικαίωμά τους στην ελευθερία έκφρασης. Το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και της πληροφόρησης, κατά την έννοια του άρθρου 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης») και του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), περιλαμβάνει το δικαίωμα λήψης και μετάδοσης πληροφοριών, καθώς και την ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και την πολυφωνία.

(32)  Ομοίως, η παρούσα οδηγία βασίζεται στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και στις αρχές που διαμόρφωσε το Συμβούλιο της Ευρώπης το 2014 στη σύστασή του για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος(24).

(33)  Προκειμένου να απολαμβάνουν προστασία, οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να πιστεύουν εύλογα, βάσει των περιστάσεων και των πληροφοριών που έχουν στη διάθεσή τους κατά τον χρόνο της καταγγελίας, ότι τα ζητήματα που καταγγέλλουν είναι αληθή. Αυτό αποτελεί σημαντική δικλείδα ασφαλείας έναντι κακόβουλων και επιπόλαιων ή καταχρηστικών καταγγελιών, η οποία διασφαλίζει ότι τα άτομα, τη στιγμή της καταγγελίας, που ηθελημένα και εν γνώσει τους κατήγγειλαν εσφαλμένες πληροφορίες δεν χαίρουν προστασίας. Ταυτόχρονα, διασφαλίζει ότι η προστασία δεν χάνεται σε περίπτωση που ο καταγγέλλων έχει υποβάλει ανακριβή καταγγελία υποπίπτοντας σε σφάλμα με καλή πίστη. Στο ίδιο πνεύμα, οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να δικαιούνται προστασία δυνάμει της παρούσας οδηγίας σε περίπτωση που θεωρούν εύλογα ότι οι αναφερόμενες πληροφορίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Τα κίνητρα του καταγγέλλοντος κατά την καταγγελία δεν θα πρέπει να σχετίζονται με το κατά πόσον θα πρέπει να προστατεύονται ή όχι.

(34)  Τα καταγγέλλοντα πρόσωπα αισθάνονται συνήθως περισσότερο ότι μπορούν να υποβάλουν καταγγελία εσωτερικά, εκτός εάν έχουν λόγους να το πράξουν εξωτερικά. Οι εμπειρικές μελέτες δείχνουν ότι η πλειονότητα των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος έχουν την τάση να καταγγέλλουν εσωτερικά, στο πλαίσιο του οργανισμού στον οποίο εργάζονται. Η εσωτερική καταγγελία είναι επίσης ο καλύτερος τρόπος για την ενημέρωση των προσώπων που μπορούν να συμβάλουν στην έγκαιρη και αποτελεσματική επίλυση των κινδύνων για το δημόσιο συμφέρον. Ταυτόχρονα, ο καταγγέλλων θα πρέπει να είναι σε θέση να επιλέγει τον καταλληλότερο δίαυλο καταγγελίας ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις της υπόθεσης. Επιπροσθέτως, είναι απαραίτητο να προστατεύονται οι δημοσιοποιήσεις βάσει δημοκρατικών αρχών, όπως η διαφάνεια και η λογοδοσία, και θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η ελευθερία έκφρασης και η ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει το συμφέρον των εργοδοτών να διαχειρίζονται τις επιχειρήσεις τους και να προστατεύουν τα συμφέροντά τους, να εξισορροπείται από την προστασία του δημόσιου συμφέροντος από βλάβη, σύμφωνα με τα κριτήρια που έχουν αναπτυχθεί στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

(35)  Με την επιφύλαξη των υφιστάμενων υποχρεώσεων για την παροχή ανώνυμων καταγγελιών δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν κατά πόσον οι ιδιωτικές, οι δημόσιες οντότητες και οι αρμόδιες αρχές αποδέχονται και παρακολουθούν τις ανώνυμες καταγγελίες σχετικά με παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Ωστόσο, τα πρόσωπα που έχουν καταγγείλει ή δημοσιεύσει ανωνύμως πληροφορίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και πληρούν τις προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να απολαύουν της προστασίας δυνάμει της παρούσας οδηγίας, εφόσον στη συνέχεια εντοπίζονται και υπόκεινται σε αντίποινα.

(36)  Η προστασία πρέπει να χορηγείται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα πρόσωπα καταγγέλλουν, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης, σε θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, για παράδειγμα στο πλαίσιο απάτης εις βάρος του προϋπολογισμού της Ένωσης.

(37)  Οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος χρειάζονται ειδική νομική προστασία όταν αποκτούν τις πληροφορίες που καταγγέλλουν μέσω των εργασιακών δραστηριοτήτων τους, με αποτέλεσμα να διατρέχουν κίνδυνο αντιποίνων σε εργασιακό επίπεδο (λόγου χάρη, για παράβαση της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας ή αφοσίωσης). Η ανάγκη προστασίας αιτιολογείται από το γεγονός ότι οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος είναι οικονομικά ευάλωτοι απέναντι στο πρόσωπο από το οποίο εξαρτάται εκ των πραγμάτων η εργασία τους. Όταν δεν υφίσταται ανισότητα ισχύος σε επίπεδο εργασίας (λόγου χάρη, όταν πρόκειται για απλούς καταγγέλλοντες ή διερχόμενους πολίτες), τότε δεν υπάρχει ανάγκη προστασίας έναντι αντιποίνων.

(38)  Για την αποτελεσματική επιβολή του ενωσιακού δικαίου απαιτείται η χορήγηση προστασίας σε όσο το δυνατόν περισσότερες κατηγορίες προσώπων τα οποία, ανεξάρτητα από το αν είναι πολίτες της ΕΕ ή υπήκοοι τρίτων χωρών, λόγω των εργασιακών δραστηριοτήτων τους (ανεξαρτήτως της φύσης των εν λόγω δραστηριοτήτων και είτε είναι αμειβόμενες είτε όχι), διαθέτουν προνομιακή πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις, των οποίων η καταγγελία ευνοεί το δημόσιο συμφέρον, και τα οποία διατρέχουν κίνδυνο αντιποίνων αν καταγγείλουν τις παραβάσεις αυτές. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η ανάγκη για προστασία καθορίζεται αφού εξεταστούν όλες οι συναφείς περιστάσεις και όχι μόνο βάσει της φύσης της σχέσης, έτσι ώστε να καλύπτεται όλο το εύρος των προσώπων που συνδέονται, υπό την ευρεία έννοια, με τον οργανισμό στον οποίο σημειώθηκε η παράβαση.

(39)  Προστασία θα πρέπει, κατ’ αρχάς, να παρέχεται στα άτομα που έχουν την ιδιότητα του «εργαζομένου», κατά την έννοια του άρθρου 45 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή πρόσωπα τα οποία, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, παρέχουν σε άλλο πρόσωπο και υπό τις οδηγίες του υπηρεσίες για τις οποίες λαμβάνουν αμοιβή. Η έννοια αυτή περιλαμβάνει επίσης τους δημόσιους υπαλλήλους. Συνεπώς, προστασία θα πρέπει επίσης να παρέχεται σε εργαζομένους με μη τυπικές σχέσεις εργασίας, περιλαμβανομένων των εργαζομένων μερικής απασχόλησης και των συμβασιούχων ορισμένου χρόνου, καθώς και των προσώπων με σύμβαση εργασίας ή σχέση εργασίας με εταιρεία προσωρινής απασχόλησης, επισφαλείς μορφές σχέσεων στις οποίες είναι δύσκολο να εφαρμοστεί η τυπική προστασία έναντι άδικης αντιμετώπισης.

(40)  Η προστασία θα πρέπει επίσης να επεκτείνεται σε περισσότερες κατηγορίες φυσικών ▌προσώπων τα οποία, παρά το γεγονός ότι δεν είναι «εργαζόμενοι» κατά την έννοια του άρθρου 45 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο όσον αφορά την αποκάλυψη παραβάσεων του νόμου και μπορεί να καταστούν οικονομικά ευάλωτα στο πλαίσιο των εργασιακών δραστηριοτήτων τους. Για παράδειγμα, στους τομείς της ασφάλειας των προϊόντων, οι προμηθευτές βρίσκονται πολύ εγγύτερα στην πηγή δυνητικά αθέμιτων και παράνομων πρακτικών κατασκευής, εισαγωγής και διανομής μη ασφαλών προϊόντων· στον τομέα της εκτέλεσης ενωσιακών κονδυλίων, οι σύμβουλοι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους βρίσκονται σε προνομιακή θέση για να επιστήσουν την προσοχή σε παραβάσεις που περιέρχονται στην αντίληψή τους. Οι εν λόγω κατηγορίες προσώπων, στις οποίες περιλαμβάνονται οι μη μισθωτοί που παρέχουν υπηρεσίες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι ανάδοχοι, οι υπεργολάβοι και οι προμηθευτές, είναι κατά κανόνα θύματα αντιποίνων που μπορούν, για παράδειγμα, να λάβουν τη μορφή πρόωρης λύσης ή ακύρωσης σύμβασης υπηρεσιών, διπλώματος ή άδειας εργασίας, επιχειρηματικής ζημίας, απώλειας εισοδήματος, καταναγκασμού, εκφοβισμού ή παρενόχλησης, ένταξης σε μαύρη λίστα/μποϋκοτάζ επιχείρησης ή προσβολής της φήμης τους. Κίνδυνο αντιποίνων μπορεί να διατρέχουν επίσης οι μέτοχοι και τα πρόσωπα σε ανώτερες διοικητικές θέσεις, για παράδειγμα, μπορεί να υποστούν οικονομικά αντίποινα ή αντίποινα με τη μορφή εκφοβισμού ή παρενόχλησης, ένταξης σε μαύρη λίστα ή προσβολής της φήμης τους. Προστασία θα πρέπει επίσης να παρέχεται σε πρόσωπα των οποίων η εργασιακή σχέση έληξε και σε υποψηφίους για θέση απασχόλησης ή για την παροχή υπηρεσιών σε έναν οργανισμό, οι οποίοι απέκτησαν πληροφορίες για παραβάσεις του νόμου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πρόσληψης ή σε άλλο στάδιο διαπραγμάτευσης πριν από τη σύναψη σύμβασης, και μπορεί να υποστούν αντίποινα, λόγου χάρη υπό τη μορφή αρνητικών επαγγελματικών συστάσεων ή ένταξης σε μαύρη λίστα/μποϋκοτάζ επιχειρήσεων.

(41)  Η αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος προϋποθέτει επίσης την προστασία περισσότερων κατηγοριών προσώπων τα οποία, ενώ δεν εξαρτώνται οικονομικά από τις εργασιακές δραστηριότητές τους, είναι πιθανόν να υποστούν αντίποινα ως αποτέλεσμα της αποκάλυψης παραβάσεων. Τα αντίποινα σε εθελοντές και σε αμειβόμενους ή μη αμειβόμενους εκπαιδευομένους μπορεί να συνίστανται στη διακοπή της χρήσης των υπηρεσιών τους, στην παροχή αρνητικών συστάσεων για μελλοντική απασχόληση ή σε άλλη προσβολή της φήμης ή των προοπτικών σταδιοδρομίας τους.

(42)  Για τον αποτελεσματικό εντοπισμό και την πρόληψη σοβαρής βλάβης στο δημόσιο συμφέρον απαιτείται η έννοια της παράβασης να περιλαμβάνει και τις καταχρηστικές πρακτικές, όπως καθορίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή πράξεις ή παραλείψεις που δεν φαίνεται να είναι παράνομες από τυπικής απόψεως, αλλά εις βάρος του σκοπού ή του σκοπού του νόμου.

(43)  Η αποτελεσματική πρόληψη των παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης απαιτεί την παροχή ▌προστασίας σε πρόσωπα που παρέχουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αποκάλυψη παραβάσεων που έχουν ήδη διαπραχθεί, παραβάσεις που δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί, αλλά είναι πολύ πιθανό να διαπραχθούν, πράξεις ή παραλείψεις τις οποίες έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί το καταγγέλλον πρόσωπο ότι παραβιάζουν το δίκαιο της Ένωσης, καθώς και τις απόπειρες απόκρυψης παραβάσεων. Για τους ίδιους λόγους, είναι αναγκαία επίσης η προστασία ατόμων που δεν υποβάλλουν θετικά αποδεικτικά στοιχεία, αλλά εγείρουν εύλογες ανησυχίες ή υπόνοιες. Ταυτόχρονα, δεν θα πρέπει να ισχύει η παροχή προστασίας για την αναφορά πληροφοριών που είναι ήδη πλήρως διαθέσιμες στον δημόσιο τομέα ή για μη τεκμηριωμένες φήμες και διαδόσεις.

(44)  Τα αντίποινα εκφράζουν τη στενή σχέση (αιτίας και αποτελέσματος) που πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στην καταγγελία και τη δυσμενή μεταχείριση που υφίσταται, άμεσα ή έμμεσα, ο καταγγέλλων, ώστε να απολαμβάνει νομική προστασία. Η αποτελεσματική προστασία των καταγγελλόντων ως μέσο ενίσχυσης της επιβολής του ενωσιακού δικαίου απαιτεί έναν ευρύ ορισμό των αντιποίνων, στον οποίο θα περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη σε εργασιακό πλαίσιο η οποία αποβαίνει σε βάρος τους. Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τους εργοδότες να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με την απασχόληση οι οποίες δεν υπαγορεύονται από την καταγγελία ή τη δημοσιοποίηση.

(45)  Η προστασία έναντι αντιποίνων ως μέσο διαφύλαξης της ελευθερίας έκφρασης και της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης θα πρέπει να παρέχεται τόσο στον καταγγέλλοντα πράξεις ή παραλείψεις στο εσωτερικό ενός οργανισμού (εσωτερική καταγγελία) ή σε εξωτερική αρχή (εξωτερική καταγγελία) όσο και σε πρόσωπα που αποκαλύπτουν τέτοιες πληροφορίες στο ευρύ κοινό (λόγου χάρη, απευθείας στο κοινό μέσω διαδικτυακών πλατφορμών ή μέσων κοινωνικής δικτύωσης, σε αιρετούς αντιπροσώπους, σε οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, σε συνδικαλιστικές οργανώσεις ή σε επαγγελματικούς/επιχειρηματικούς οργανισμούς).

(46)  Οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικές πηγές για τους ερευνητές δημοσιογράφους. Με την αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος έναντι αντιποίνων ενισχύεται η ασφάλεια δικαίου των (δυνητικών) μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και, συνεπώς, ενθαρρύνεται και διευκολύνεται η καταγγελία παραβάσεων και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Από την άποψη αυτή, η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος ως δημοσιογραφικών πηγών είναι μείζονος σημασίας για τη διασφάλιση του ρόλου της ερευνητικής δημοσιογραφίας ως μηχανισμού ελέγχου στις δημοκρατικές κοινωνίες.

(47)  Για τον αποτελεσματικό εντοπισμό και την πρόληψη παραβάσεων του ενωσιακού δικαίου είναι σημαντικό οι συναφείς πληροφορίες να φτάνουν γρήγορα σε όσους βρίσκονται κοντά στην πηγή του προβλήματος και είναι περισσότερο σε θέση να το διερευνήσουν και διαθέτουν εξουσίες για την αντιμετώπισή του, ενδεχομένως. Ως εκ τούτου, ως αρχή, οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν πρώτα τους εσωτερικούς διαύλους και να καταγγέλλουν στον εργοδότη τους, εάν οι δίαυλοι αυτοί τους διατίθενται και μπορούν εύλογα να αναμένεται ότι λειτουργούν. Αυτό συμβαίνει, ιδίως, όταν οι καταγγέλλοντες πιστεύουν ότι η παράβαση μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά στο πλαίσιο του σχετικού οργανισμού και ότι δεν υπάρχει κίνδυνος αντιποίνων. Αυτό απαιτεί επίσης από τις νομικές οντότητες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα να θεσπίσουν τις δέουσες εσωτερικές διαδικασίες για την παραλαβή και την παρακολούθηση καταγγελιών. Η ενθάρρυνση αυτή αφορά επίσης περιπτώσεις στις οποίες οι εν λόγω δίαυλοι δημιουργήθηκαν χωρίς να απαιτείται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο. Η αρχή αυτή θα πρέπει να συμβάλει στην καλλιέργεια νοοτροπίας καλής επικοινωνίας και εταιρικής κοινωνικής ευθύνης στους οργανισμούς, σύμφωνα με την οποία οι καταγγέλλοντες θεωρείται ότι συμβάλλουν σημαντικά στην αυτοδιόρθωση και την αριστεία.

(48)  Όσον αφορά τις νομικές οντότητες του ιδιωτικού τομέα, η υποχρέωση καθιέρωσης εσωτερικών διαύλων είναι ανάλογη προς το μέγεθός τους και το επίπεδο κινδύνου που ενέχουν οι δραστηριότητές τους για το δημόσιο συμφέρον. Η υποχρέωση θα πρέπει να ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις με 50 ή περισσότερους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως της φύσης των δραστηριοτήτων τους, βάσει της υποχρέωσής τους να εισπράττουν ΦΠΑ. Κατόπιν δέουσας εκτίμησης κινδύνου, τα κράτη μέλη μπορούν να υποχρεώσουν και άλλες επιχειρήσεις να καθιερώσουν εσωτερικούς διαύλους καταγγελίας σε ορισμένες περιπτώσεις (λ.χ. λόγω των σημαντικών κινδύνων που ενδέχεται να προκύψουν από τις δραστηριότητές τους).

(49)  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να ενθαρρύνουν τις ιδιωτικές οντότητες με λιγότερους από 50 εργαζόμενους να καθιερώσουν εσωτερικούς διαύλους καταγγελίας και παρακολούθησης των καταγγελιών, μεταξύ άλλων ορίζοντας λιγότερο δεσμευτικές απαιτήσεις για τους εν λόγω διαύλους από τις απαιτήσεις του άρθρου 5, με την προϋπόθεση ότι οι απαιτήσεις αυτές εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα και την επιμελή παρακολούθηση της καταγγελίας.

(50)  Η απαλλαγή των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων από την υποχρέωση καθιέρωσης εσωτερικών διαύλων καταγγελίας δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες είναι σήμερα υποχρεωμένες να διαθέτουν εσωτερικούς διαύλους καταγγελίας, δυνάμει των πράξεων της Ένωσης που αναφέρονται στο Μέρος Ι.Β και το Μέρος ΙΙ του Παραρτήματος.

(51)  Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, στην περίπτωση των ιδιωτικών νομικών οντοτήτων που δεν προβλέπουν εσωτερικούς διαύλους καταγγελίας, οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να μπορούν να υποβάλλουν απευθείας εξωτερική καταγγελία στις αρμόδιες αρχές και θα πρέπει να απολαμβάνουν την προστασία έναντι αντιποίνων που παρέχει η παρούσα οδηγία.

(52)  Προκειμένου να διασφαλίζεται ιδίως ο σεβασμός των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις στον δημόσιο τομέα, η υποχρέωση καθιέρωσης εσωτερικών διαύλων καταγγελίας θα πρέπει να ισχύει για όλες τις δημόσιες νομικές οντότητες, σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, και κατ’ αναλογία προς το μέγεθός τους.

(53)  Με την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα όσον αφορά την ταυτότητα του καταγγέλλοντος, εναπόκειται στην κάθε ιδιωτική και δημόσια νομική οντότητα να καθορίζει το είδος των διαύλων καταγγελίας που θα καθιερώσει. Συγκεκριμένα, οι δίαυλοι αυτοί θα πρέπει να επιτρέπουν την υποβολή γραπτών καταγγελιών, ταχυδρομικώς, μέσω κυτίων παραπόνων, ή μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας (ενδοδικτυακής ή διαδικτυακής) και/ή την υποβολή προφορικών καταγγελιών μέσω ειδικής τηλεφωνικής γραμμής ή άλλου συστήματος φωνητικών μηνυμάτων. Κατόπιν αιτήματος του καταγγέλλοντος, οι δίαυλοι αυτοί θα πρέπει επίσης να επιτρέπουν προσωπικές συναντήσεις, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

(54)  Επίσης, τρίτα μέρη μπορούν να εξουσιοδοτηθούν για την παραλαβή καταγγελιών εκ μέρους ιδιωτικών και δημόσιων οντοτήτων, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχουν τις δέουσες εγγυήσεις για την τήρηση της ανεξαρτησίας, της εμπιστευτικότητας, της προστασίας των δεδομένων και της μυστικότητας. Στην κατηγορία αυτή μπορεί να ανήκουν πάροχοι πλατφορμών εξωτερικής καταγγελίας, εξωτερικοί σύμβουλοι ελεγκτές , εκπρόσωποι συνδικαλιστικών οργανώσεων ή εκπρόσωποι των εργαζομένων.

(55)  Οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, με την επιφύλαξη της προστασίας που απολαύουν υπό αυτή τους την ιδιότητα βάσει των ενωσιακών και εθνικών κανόνων, θα πρέπει να απολαύουν της προστασίας που προσφέρει η παρούσα οδηγία τόσο όταν υποβάλλουν καταγγελία υπό την ιδιότητα του εργαζομένου όσο και όταν παρέχουν συμβουλές και στήριξη στον καταγγέλλοντα.

(56)  Οι εσωτερικές διαδικασίες καταγγελίας θα πρέπει να επιτρέπουν σε ιδιωτικές νομικές οντότητες να παραλαμβάνουν και να διερευνούν υπό πλήρη εμπιστευτικότητα καταγγελίες από εργαζομένους της οντότητας και των θυγατρικών και των συνδεόμενων εταιρειών της (του ομίλου), αλλά και, στον βαθμό που είναι εφικτό, από αντιπροσώπους και προμηθευτές του ομίλου και από οποιοδήποτε πρόσωπο αποκτά πληροφορίες μέσω των εργασιακών δραστηριοτήτων του στο πλαίσιο της οντότητας και του ομίλου.

(57)  Τα πλέον κατάλληλα πρόσωπα ή υπηρεσίες μιας ιδιωτικής νομικής οντότητας που θα οριστούν ως αρμόδια για την παραλαβή και την παρακολούθηση καταγγελιών εξαρτώνται από τη διάρθρωση της οντότητας, πάντως, σε κάθε περίπτωση, τα καθήκοντά τους θα πρέπει να διασφαλίζουν την ανεξαρτησία τους και τη μη σύγκρουση συμφερόντων. Στις μικρότερες οντότητες, το εν λόγω καθήκον μπορεί να είναι διττό και να ασκείται από εργαζόμενο στην εταιρεία που είναι αρμόδιος να αναφέρει απευθείας στον επικεφαλής του οργανισμού, όπως υπεύθυνος συμμόρφωσης ή υπεύθυνος ανθρώπινων πόρων, υπεύθυνος επαγγελματικής ακεραιότητας, νομικός υπεύθυνος ή υπεύθυνος για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, οικονομικός διευθυντής, επικεφαλής ελεγκτής ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου.

(58)  Στο πλαίσιο εσωτερικής καταγγελίας, η ενημέρωση του καταγγέλλοντος όσο είναι νομικώς εφικτό και με τον πληρέστερο δυνατό τρόπο για την παρακολούθηση της καταγγελίας του είναι μείζονος σημασίας για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης στην αποτελεσματικότητα του συνολικού συστήματος προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και περιορίζει την πιθανότητα περαιτέρω περιττών καταγγελιών ή δημοσιοποιήσεων. Ο καταγγέλλων θα πρέπει να ενημερώνεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος σχετικά με τα μέτρα που προβλέπονται ή λαμβάνονται στο πλαίσιο της παρακολούθησης της καταγγελίας καθώς και την αιτιολογία αυτών των μέτρων (για παράδειγμα, παραπομπή σε άλλους διαύλους ή διαδικασίες σε περιπτώσεις καταγγελιών που θίγουν αποκλειστικά τα ατομικά δικαιώματα του καταγγέλλοντος, αρχειοθέτηση της υπόθεσης λόγω έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων ή για άλλους λόγους, κίνηση εσωτερικής διερεύνησης και πιθανόν τα πορίσματα αυτής και/ή μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση του ζητήματος, παραπομπή σε αρμόδια αρχή για περαιτέρω έρευνα) εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν θίγουν τη διερεύνηση ή την έρευνα ούτε θίγουν τα δικαιώματα του καταγγελλόμενου. Σε κάθε περίπτωση, ο καταγγέλλων θα πρέπει να ενημερώνεται για την πρόοδο και το αποτέλεσμα της έρευνας. Κατά τη διάρκεια της έρευνας μπορεί να του ζητηθούν περαιτέρω πληροφορίες, χωρίς ωστόσο να είναι υποχρεωμένος να το πράξει.

(59)  Το εν λόγω εύλογο χρονικό διάστημα δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τους τρεις μήνες συνολικά. Σε περίπτωση που ακόμη εξετάζεται το κατάλληλο μέτρο παρακολούθησης, ο καταγγέλλων θα πρέπει να ενημερώνεται για αυτό, καθώς και για κάθε άλλη απάντηση που θα μπορούσε να περιμένει.

(60)  Τα πρόσωπα που σκέφτονται να καταγγείλουν παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου θα πρέπει να μπορούν να λάβουν συνειδητή απόφαση σχετικά με το αν, το πώς και το πότε θα υποβάλουν την καταγγελία τους. Οι ιδιωτικές και δημόσιες οντότητες που διαθέτουν διαδικασίες εσωτερικής καταγγελίας παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω διαδικασίες, καθώς και σχετικά με τις διαδικασίες για εξωτερική καταγγελία στις οικείες αρμόδιες αρχές. Οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να είναι κατανοητές και εύκολα προσβάσιμες, μεταξύ άλλων και στον βαθμό που είναι εφικτό, και σε άτομα πέραν των εργαζομένων τα οποία έρχονται σε επαφή με την οντότητα μέσω των εργασιακών δραστηριοτήτων τους, όπως είναι οι πάροχοι υπηρεσιών, οι διανομείς, οι προμηθευτές και οι επιχειρηματικοί εταίροι. Για παράδειγμα, τέτοιες πληροφορίες μπορούν να κοινοποιούνται σε εμφανές σημείο, προσβάσιμο απ’ όλους τους προαναφερθέντες, και στον ιστότοπο της οντότητας, ενώ μπορούν επίσης να περιλαμβάνονται σε μαθήματα και επιμορφωτικά προγράμματα σχετικά με τη δεοντολογία και την ακεραιότητα.

(61)  Για τον αποτελεσματικό εντοπισμό και την αποτροπή παραβάσεων του ενωσιακού δικαίου πρέπει να διασφαλίζεται η δυνατότητα των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος να υποβάλλουν εύκολα και υπό πλήρη εμπιστευτικότητα τις πληροφορίες που διαθέτουν στις οικείες αρμόδιες αρχές, οι οποίες μπορούν να διερευνήσουν και, ενδεχομένως, να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.

(62)  Υπάρχει περίπτωση να μην υπάρχουν εσωτερικοί δίαυλοι ή οι δίαυλοι να χρησιμοποιήθηκαν αλλά να μην λειτούργησαν σωστά ( για παράδειγμα, η καταγγελία δεν αντιμετωπίστηκε με επιμέλεια ή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή δεν αναλήφθηκε δράση για την αντιμετώπιση της παράβασης παρ’ όλο που τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν θετικά).

(63)  Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι η χρήση εσωτερικών διαύλων δεν θα λειτουργήσει σωστά. Αυτό ισχύει ιδίως όταν οι καταγγέλλοντες έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν i) ότι θα υποστούν αντίποινα που συνδέονται με την υποβολή της καταγγελίας, μεταξύ άλλων λόγω παραβίασης της εμπιστευτικότητας της ταυτότητάς τους, και ii) ότι οι αρμόδιες αρχές θα είναι καλύτερα σε θέση να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα για την αντιμετώπιση της παράβασης, διότι, για παράδειγμα, ο τελικός υπεύθυνος στο εργασιακό πλαίσιο εμπλέκεται στην παράβαση, ή υπάρχει κίνδυνος η παράβαση ή τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία να συγκαλυφθούν ή να καταστραφούν, ή, γενικότερα, επειδή η αποτελεσματικότητα των ερευνών από τις αρμόδιες αρχές θα μπορούσε να υπονομευθεί με άλλο τρόπο (αυτό μπορεί να αφορά για παράδειγμα καταγγελίες για καρτέλ ή άλλες παραβιάσεις των κανόνων ανταγωνισμού), ή επειδή η παράβαση απαιτεί την ανάληψη επείγουσας δράσης, για παράδειγμα, για τη διασφάλιση της ζωής, της υγείας και της ασφάλειας προσώπων ή για την προστασία του περιβάλλοντος. Σε κάθε περίπτωση, τα πρόσωπα που υποβάλλουν εξωτερικές καταγγελίες στις αρμόδιες αρχές και, ενδεχομένως, σε θεσμικά και άλλα όργανα και οργανισμούς της Ένωσης θα πρέπει να προστατεύονται. Η παρούσα οδηγία παρέχει επίσης προστασία όταν το δίκαιο της Ένωσης ή η εθνική νομοθεσία απαιτεί από τους καταγγέλλοντες την υποβολή καταγγελίας στις αρμόδιες εθνικές αρχές για παράδειγμα στο πλαίσιο των εργασιακών τους καθηκόντων και αρμοδιοτήτων ή επειδή η παράβαση συνιστά ποινικό αδίκημα.

(64)  Η έλλειψη εμπιστοσύνης στην αποτελεσματικότητα της καταγγελίας είναι μεταξύ των κύριων αποτρεπτικών παραγόντων για δυνητικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Αυτό καθιστά αναγκαία την επιβολή σαφούς υποχρέωσης στις αρμόδιες αρχές να καθιερώσουν κατάλληλους εξωτερικούς διαύλους καταγγελιών, να παρακολουθούν επιμελώς τις καταγγελίες που παραλαμβάνονται και, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, να ενημερώνουν σχετικά τους καταγγέλλοντες

(65)  Εναπόκειται στα κράτη μέλη να ορίζουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για την παραλαβή και τη δέουσα παρακολούθηση των καταγγελιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Μπορεί να πρόκειται για δικαστικές αρχές, ρυθμιστικές ή εποπτικές αρχές που είναι αρμόδιες για τους συγκεκριμένους τομείς ή αρχές που έχουν γενικότερες αρμοδιότητες σε επίπεδο κεντρικού κράτους, διωκτικές αρχές, οργανισμούς καταπολέμησης της διαφθοράς ή διαμεσολαβητές.

(66)  Ως αποδέκτες των καταγγελιών, οι αρχές που έχουν οριστεί ως αρμόδιες θα πρέπει να διαθέτουν τις απαραίτητες ικανότητες και εξουσίες ώστε να διασφαλίζουν κατάλληλα μέτρα παρακολούθησης- μεταξύ άλλων αξιολόγηση της ακρίβειας των ισχυρισμών που διατυπώνονται στην καταγγελία και αντιμετώπιση των καταγγελλόμενων παραβάσεων ▌ με έναρξη εσωτερικής διερεύνησης, έρευνας, δίωξης ή αγωγής για την ανάκτηση κονδυλίων ή άλλο κατάλληλο μέσο έννομης προστασίας, σύμφωνα με την εντολή τους, ή θα πρέπει να διαθέτουν τις απαραίτητες εξουσίες για να παραπέμπουν την καταγγελία σε άλλη αρχή η οποία θα πρέπει να διερευνήσει την καταγγελλόμενη παράβαση και να διασφαλίζουν την κατάλληλη παρακολούθηση της καταγγελίας εκ μέρους της εν λόγω αρχής. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που τα κράτη μέλη επιθυμούν να καθιερώσουν εξωτερικούς διαύλους σε επίπεδο κεντρικού κράτους, για παράδειγμα στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, θα πρέπει να παρέχουν κατάλληλες εγγυήσεις προκειμένου να διασφαλίζουν ότι τηρούνται οι απαιτήσεις ανεξαρτησίας και αυτονομίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Η δημιουργία τέτοιων εξωτερικών διαύλων δεν θίγει τις εξουσίες των κρατών μελών ή της Επιτροπής όσον αφορά την εποπτεία του τομέα των κρατικών ενισχύσεων ούτε η παρούσα οδηγία θίγει την αποκλειστική εξουσία της Επιτροπής όσον αφορά την δήλωση συμβατότητας των μέτρων κρατικής ενίσχυσης σύμφωνα ιδίως με το άρθρο 107 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Όσον αφορά τις παραβιάσεις των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν ως αρμόδιες αρχές αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σε αυτόν τον τομέα.

(67)  Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να ενημερώνουν τους καταγγέλλοντες για τα μέτρα που προβλέπεται να ληφθούν ή έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της παρακολούθησης της καταγγελίας (λόγου χάρη, παραπομπή σε άλλη αρχή, αρχειοθέτηση της υπόθεσης λόγω έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων ή για άλλους λόγους, κίνηση έρευνας και πιθανόν πορίσματα της έρευνας και/ή μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση του ζητήματος) καθώς και για τους λόγους που αιτιολογούν το μέτρο παρακολούθησης . Οι γνωστοποιήσεις του τελικού αποτελέσματος της έρευνας δεν θα πρέπει να θίγουν τους εφαρμοστέους κανόνες της Ένωσης, οι οποίοι προβλέπουν ενδεχόμενους περιορισμούς της δημοσιοποίησης αποφάσεων σε θέματα δημοσιονομικών ρυθμίσεων. Αυτό ισχύει κατ’ αναλογία στον τομέα της φορολογίας των επιχειρήσεων, εάν προβλέπονται παρόμοιοι περιορισμοί από την ισχύουσα εθνική νομοθεσία.

(68)  Η λήψη μέτρων παρακολούθησης της καταγγελίας και η σχετική ενημέρωση των καταγγελλόντων θα πρέπει να πραγματοποιούνται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος· αυτό υπαγορεύεται από την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης του προβλήματος που μπορεί να αποτελεί αντικείμενο της καταγγελίας, καθώς και από την ανάγκη αποφυγής περιττών δημοσιοποιήσεων. Το εν λόγω χρονικό διάστημα δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τους τρεις μήνες, μπορεί όμως να παρατείνεται σε έξι μήνες όταν το απαιτούν ειδικές περιστάσεις, ιδίως η φύση και η πολυπλοκότητα του αντικειμένου της καταγγελίας, που ενδέχεται να απαιτούν μακροχρόνια έρευνα.

(69)  Το ενωσιακό δίκαιο, σε ορισμένους τομείς, όπως η κατάχρηση της αγοράς(25), η πολιτική αεροπορία(26) ή η ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου(27) ήδη προβλέπει τη δημιουργία εσωτερικών και εξωτερικών διαύλων καταγγελίας. Οι υποχρεώσεις δημιουργίας τέτοιων διαύλων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να βασίζονται στους υφιστάμενους διαύλους που προβλέπονται από ειδικές πράξεις της Ένωσης.

(70)  Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθώς και ορισμένα όργανα και οργανισμοί της Ένωσης, όπως η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα (EMSA), ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας (EASA), η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αιών και Αγορών (ESMA) και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA), διαθέτουν εξωτερικούς διαύλους και διαδικασίες για την παραλαβή καταγγελιών παραβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, εξασφαλίζοντας κυρίως εμπιστευτικότητα όσον αφορά την ταυτότητα των καταγγελλόντων. Η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει τους εν λόγω εξωτερικούς διαύλους και διαδικασίες καταγγελίας, όπου υπάρχουν, αλλά διασφαλίζει ότι οι καταγγέλλοντες στα εν λόγω θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης επωφελούνται από τα ελάχιστα κοινά πρότυπα προστασίας σε ολόκληρη την Ένωση.

(71)  Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών παρακολούθησης των καταγγελιών και αντιμετώπισης των παραβάσεων των σχετικών κανόνων της Ένωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν μέτρα για να ελαφρύνουν την επιβάρυνση των αρμόδιων αρχών από καταγγελίες που αφορούν επουσιώδεις παραβάσεις διατάξεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, επαναλαμβανόμενες καταγγελίες ή καταγγελίες για παραβάσεις επικουρικών διατάξεων (για παράδειγμα, διατάξεις για υποχρεώσεις τεκμηρίωσης ή γνωστοποίησης). Τα μέτρα αυτά μπορούν να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές, μετά από την δέουσα εξέταση του θέματος, να αποφασίζουν ότι μια καταγγελλόμενη παράβαση είναι σαφώς επουσιώδης και δεν απαιτεί περαιτέρω μέτρα παρακολούθησης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να κηρύσσουν τη λήξη της διαδικασίας όσον αφορά επαναλαμβανόμενες καταγγελίες οι οποίες δεν περιλαμβάνουν καμία νέα σημαντική πληροφορία σε σχέση με προηγούμενη καταγγελία που είχε ήδη κηρυχθεί λήξασα, εκτός εάν νέα νομικά ή πραγματικά στοιχεία δικαιολογούν διαφορετικά μέτρα παρακολούθησης. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να δίνουν προτεραιότητα στον χειρισμό καταγγελιών για σοβαρές παραβάσεις ή παραβάσεις βασικών διατάξεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, σε περίπτωση αυξημένου αριθμού καταγγελιών.

(72)  Όταν προβλέπεται από το εθνικό ή το ενωσιακό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παραπέμπουν υποθέσεις ή συναφείς πληροφορίες στα αρμόδια θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO), με την επιφύλαξη της δυνατότητας του καταγγέλλοντος να απευθύνεται σε αυτά τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης απευθείας.

(73)  Σε πολλούς τομείς πολιτικής που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, υπάρχουν μηχανισμοί συνεργασίας, μέσω των οποίων οι εθνικές αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες και αναλαμβάνουν δράσεις παρακολούθησης όσον αφορά παραβάσεις ενωσιακών κανόνων με διασυνοριακή διάσταση. Πρόκειται για παράδειγμα για τον μηχανισμό διοικητικής συνδρομής και συνεργασίας σε περιπτώσεις διασυνοριακών παραβιάσεων της νομοθεσίας της Ένωσης όσον αφορά την αγροδιατροφική αλυσίδα, το δίκτυο για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα των τροφίμων, το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τα επικίνδυνα προϊόντα, το δίκτυο συνεργασίας για την προστασία των καταναλωτών και το δίκτυο περιβαλλοντικής συμμόρφωσης, το ευρωπαϊκό δίκτυο αρχών ανταγωνισμού και την διοικητική συνεργασία στον φορολογικό τομέα. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να αξιοποιούν πλήρως τους υφιστάμενους μηχανισμούς συνεργασίας, όπου αρμόζει, στο πλαίσιο της υποχρέωσής τους για παρακολούθηση των καταγγελιών που αφορούν παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Εξάλλου, οι αρχές των κρατών μελών μπορούν να συνεργάζονται και πέραν των υφιστάμενων μηχανισμών συνεργασίας σε περιπτώσεις παραβάσεων που έχουν διασυνοριακή διάσταση σε τομείς όπου δεν υπάρχουν τέτοιοι μηχανισμοί συνεργασίας.

(74)  Προκειμένου να διασφαλίζεται αποτελεσματική επικοινωνία με το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για τον χειρισμό των καταγγελιών, είναι απαραίτητο οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν και να χρησιμοποιούν εύχρηστους διαύλους , οι οποίοι είναι ασφαλείς, διασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα όσον αφορά την παραλαβή και τον χειρισμό των πληροφοριών που παρέχονται από τον καταγγέλλοντα και επιτρέπουν την αποθήκευση διατηρήσιμων πληροφοριών ώστε να μπορούν να διεξαχθούν περαιτέρω έρευνες. Προς τούτο μπορεί να απαιτείται να είναι ξεχωριστοί από τους γενικούς διαύλους μέσω των οποίων οι αρμόδιες αρχές επικοινωνούν με το κοινό, όπως τα συνήθη συστήματα δημόσιων καταγγελιών ή τους διαύλους μέσω των οποίων η αρμόδια αρχή επικοινωνεί εσωτερικά και με τρίτους στο πλαίσιο των συνήθων δραστηριοτήτων της.

(75)  Τα μέλη του προσωπικού των αρμόδιων αρχών, τα οποία είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό των καταγγελιών θα πρέπει να έχουν λάβει επαγγελματική κατάρτιση, μεταξύ άλλων στους εφαρμοστέους κανόνες περί προστασίας των δεδομένων, ώστε να χειρίζονται τις καταγγελίες και να διασφαλίζουν την επικοινωνία με τον καταγγέλλοντα, καθώς και να εφαρμόζουν τα δέοντα μέτρα παρακολούθησης της καταγγελίας.

(76)  Τα άτομα που προτίθενται να υποβάλουν καταγγελία θα πρέπει να μπορούν να αποφασίσουν συνειδητά αν, πώς και πότε θα υποβάλουν την καταγγελία τους. Συνεπώς, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να δημοσιοποιούν και να προσφέρουν εύκολη πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους διαθέσιμους διαύλους καταγγελίας προς τις αρμόδιες αρχές, σχετικά με τις εφαρμοστέες διαδικασίες και με τα ειδικευμένα μέλη του προσωπικού των εν λόγω αρχών που είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό των καταγγελιών. Όλες οι πληροφορίες σχετικά με τις καταγγελίες θα πρέπει να είναι διαφανείς, κατανοητές και αξιόπιστες, ώστε να ενθαρρύνουν και να μην αποτρέπουν την καταγγελία παραβάσεων.

(77)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν επαρκείς διαδικασίες προστασίας για την επεξεργασία των καταγγελιών παραβάσεων και για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των προσώπων που κατονομάζονται στην καταγγελία. Με τις εν λόγω διαδικασίες θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι η ταυτότητα κάθε καταγγέλλοντος, καταγγελλόμενου και τρίτου προσώπου που κατονομάζεται στην καταγγελία (λ.χ. μάρτυρες ή συνάδελφοι) προστατεύεται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.▌

(78)  Είναι απαραίτητο, το ▌προσωπικό της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνο για τον χειρισμό των καταγγελιών και τα μέλη του προσωπικού της αρμόδιας αρχής που έχουν δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες που παρέχει ο καταγγέλλων▌ να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο και την αρχή της εμπιστευτικότητας κατά τη διαβίβαση των πληροφοριών τόσο εντός όσο και εκτός της αρμόδιας αρχής, ακόμη και όταν η αρμόδια αρχή κινεί έρευνα ή εξεταστική διαδικασία ή αναλαμβάνει δραστηριότητες επιβολής του νόμου σε σχέση με την καταγγελία παραβάσεων.

(79)  Η τακτική επανεξέταση των διαδικασιών των αρμόδιων αρχών και η μεταξύ τους ανταλλαγή ορθών πρακτικών θα πρέπει να εγγυάται ότι οι εν λόγω διαδικασίες είναι επαρκείς και, συνεπώς, εξυπηρετούν τον σκοπό τους.

(80)  Τα πρόσωπα που προβαίνουν ▌ σε δημοσιοποίηση θα πρέπει ▌να δικαιούνται προστασία όταν, παρά την εσωτερική και/ή εξωτερική καταγγελία, η παράβαση δεν έχει αντιμετωπιστεί, για παράδειγμα σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα εν λόγω πρόσωπα έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι η παράβαση δεν αξιολογήθηκε ή δεν διερευνήθηκε (καταλλήλως) ή δεν ελήφθησαν κατάλληλα μέτρα αποκατάστασης. Η καταλληλότητα των μέτρων παρακολούθησης θα πρέπει να αξιολογείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, που συνδέονται με την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να αξιολογούν την ακρίβεια των ισχυρισμών και να θέτουν τέρμα σε κάθε ενδεχόμενη παράβαση της ενωσιακής νομοθεσίας. Θα εξαρτηθεί λοιπόν από τις συνθήκες κάθε περίπτωσης και το είδος των κανόνων που παραβιάστηκαν. Συγκεκριμένα, ενδεχόμενη απόφαση των αρχών ότι μια παράβαση ήταν σαφώς επουσιώδης και δεν χρειαζόταν παρακολούθηση μπορεί να αποτελεί κατάλληλη παρακολούθηση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

(81)  Τα πρόσωπα που προβαίνουν απευθείας σε δημοσιοποίηση θα πρέπει επίσης να δικαιούνται προστασία όταν έχουν εύλογους λόγους να πιστεύουν ότι υπάρχει άμεσος ή πρόδηλος κίνδυνος για το δημόσιο συμφέρον ή ▌κίνδυνος μη αναστρέψιμης βλάβης, συμπεριλαμβανομένης ▌βλάβης της σωματικής ακεραιότητας.

(82)  Επίσης, τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να δικαιούνται προστασία όταν έχουν εύλογους λόγους να πιστεύουν ότι σε περίπτωση εξωτερικής καταγγελίας υπάρχει κίνδυνος αντιποίνων ή υπάρχει μικρή πιθανότητα να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η παράβαση, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων, όπως το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ενδέχεται να έχουν συγκαλυφθεί ή καταστραφεί ή ότι υπάρχει αθέμιτη σύμπραξη μεταξύ αρχής και του υπαίτιου της παράβασης ή ότι η αρχή είναι αναμεμειγμένη στην παράβαση.

(83)  Η διασφάλιση της εμπιστευτικότητας της ταυτότητας του καταγγέλλοντος κατά τη διαδικασία της καταγγελίας και των ερευνών στο πλαίσιο της παρακολούθησης αποτελεί βασικό προληπτικό μέτρο για την αποφυγή αντιποίνων. Η ταυτότητα του καταγγέλλοντος μπορεί να αποκαλύπτεται μόνον όταν αυτό αποτελεί αναγκαία και αναλογική υποχρέωση που επιβάλλει η ενωσιακή ή η εθνική νομοθεσία στο πλαίσιο ερευνών ή δικαστικών διαδικασιών, ιδίως προκειμένου να διασφαλιστούν τα δικαιώματα άμυνας των καταγγελλομένων. Τέτοια υποχρέωση μπορεί να απορρέει, συγκεκριμένα, από την οδηγία 2012/13 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2012 σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Η προστασία της εμπιστευτικότητας δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε περίπτωση που ο καταγγέλλων έχει εκ προθέσεως αποκαλύψει την ταυτότητά του στο πλαίσιο δημοσιοποίησης.

(84)  Οποιαδήποτε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διενεργείται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, περιλαμβανομένης της ανταλλαγής ή της διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές, θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, και την οδηγία (ΕΕ) 2016/680 (28), και οποιαδήποτε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών από αρμόδιες αρχές σε επίπεδο Ένωσης θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001(29). Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στις αρχές που σχετίζονται με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται στο άρθρο 5 του ΓΚΠΔ, στο άρθρο 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 και στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001, και στην αρχή προστασίας των δεδομένων ήδη από τον σχεδιασμό και εξ ορισμού που προβλέπεται στο άρθρο 25 του ΓΚΠΔ, στο άρθρο 20 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 και στο άρθρο XX του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2018/XX για την κατάργηση του κανονισμού αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ.

(85)  Η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών που θεσπίζονται στην παρούσα οδηγία, όσον αφορά τα μέτρα παρακολούθησης των καταγγελιών για παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, εξυπηρετεί σημαντικό στόχο γενικού δημόσιου συμφέροντος της Ένωσης και των κρατών μελών, κατά την έννοια του άρθρου 23 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του ΓΚΠΔ, δεδομένου ότι αποσκοπεί στην ενίσχυση της νομοθεσίας και των πολιτικών της Ένωσης σε συγκεκριμένους τομείς, στους οποίους οι παραβάσεις μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή βλάβη του δημόσιου συμφέροντος. Η αποτελεσματική προστασία της εμπιστευτικότητας της ταυτότητας των καταγγελλόντων είναι απαραίτητη για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων, και συγκεκριμένα των καταγγελλόντων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1στοιχείο ι) του ΓΚΠΔ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα της παρούσας οδηγίας, περιορίζοντας, μεταξύ άλλων, εφόσον είναι αναγκαίο, με νομοθετικά μέτρα, την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων προστασίας των δεδομένων των καταγγελλομένων σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχεία ε) και ι) και το άρθρο 23 παράγραφος 2 του ΓΚΠΔ στον βαθμό και για όσο διάστημα απαιτείται για την πρόληψη και την αντιμετώπιση προσπαθειών παρεμπόδισης της καταγγελίας, παρακώλυσης, ματαίωσης ή καθυστέρησης των μέτρων παρακολούθησης, ιδίως όσον αφορά τις έρευνες, ή προσπαθειών ταυτοποίησης των καταγγελλόντων.

(86)  Η αποτελεσματική προστασία της εμπιστευτικότητας της ταυτότητας των καταγγελλόντων είναι επίσης απαραίτητη για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων, και συγκεκριμένα των καταγγελλόντων, σε περίπτωση που οι καταγγελίες διεκπεραιώνονται από αρμόδια αρχή όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 7 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα της παρούσας οδηγίας, περιορίζοντας, μεταξύ άλλων, εφόσον είναι αναγκαίο, με νομοθετικά μέτρα, την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων προστασίας των δεδομένων των καταγγελλομένων σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3 στοιχεία α) και ε), το άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχεία α) και ε) , το άρθρο 16 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ε) και το άρθρο 31 παράγραφος 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 στον βαθμό και για όσο διάστημα απαιτείται για την πρόληψη και την αντιμετώπιση προσπαθειών παρεμπόδισης της καταγγελίας, παρακώλυσης, ματαίωσης ή καθυστέρησης των μέτρων παρακολούθησης, ιδίως όσον αφορά τις έρευνες, ή προσπαθειών ταυτοποίησης των καταγγελλόντων.

(87)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι όλες οι καταγγελίες παραβάσεων αρχειοθετούνται καταλλήλως, ότι κάθε καταγγελία είναι ανακτήσιμη και ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις καταγγελίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό στοιχείο στο πλαίσιο, ενδεχομένως, ενεργειών επιβολής του νόμου.

(88)  Οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να προστατεύονται έναντι οποιασδήποτε μορφής αντιποίνων, άμεσων ή έμμεσων, που λαμβάνονται, συνιστώνται ή γίνονται ανεκτά από τον εργοδότη τους ή τον πελάτη/αποδέκτη των υπηρεσιών τους και από πρόσωπα που εργάζονται ή ενεργούν για λογαριασμό του τελευταίου, περιλαμβανομένων συνεργατών και διευθυντών στον ίδιο οργανισμό ή σε άλλους οργανισμούς με τους οποίους βρίσκεται σε επαφή ο καταγγέλλων στο πλαίσιο των εργασιακών δραστηριοτήτων του▌. Θα πρέπει να παρέχεται προστασία έναντι αντιποίνων κατά του ίδιου του καταγγέλλοντος, αλλά και κατά της νομικής οντότητας η οποία ανήκει στο καταγγέλλοντα, ή για την οποία εργάζεται ή με την οποία έχει επαγγελματική επαφή, όπως άρνηση παροχής υπηρεσιών, ένταξη σε μαύρη λίστα ή μποϋκοτάζ επιχείρησης. Στα έμμεσα αντίποινα περιλαμβάνονται επίσης ενέργειες σε βάρος διαμεσολαβητών ή συνεργατών ή συγγενών του καταγγέλλοντος, που επίσης έχουν εργασιακή σχέση με τον εργοδότη του ή τον πελάτη/αποδέκτη υπηρεσιών του▌.

(89)  Αντίποινα που δεν αποτρέπονται και δεν τιμωρούνται λειτουργούν αποθαρρυντικά για δυνητικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Η σαφής απαγόρευση των αντιποίνων από τον νόμο έχει σημαντικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα, που ενισχύεται επιπλέον από διατάξεις περί προσωπικής ευθύνης και από κυρώσεις για τους υπαίτιους των αντιποίνων.

(90)  Εξατομικευμένες συμβουλές και ακριβείς πληροφορίες μπορούν να παρέχονται από ανεξάρτητη ενιαία αρχή ή κέντρο πληροφοριών.

(91)  Οι δυνητικοί μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος που δεν είναι βέβαιοι για τον τρόπο καταγγελίας ή για το κατά πόσον τελικά θα προστατευθούν ενδέχεται να αποθαρρυνθούν. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι παρέχονται οι σχετικές πληροφορίες με ▌τρόπο που να είναι κατανοητός και εύκολα προσβάσιμος στο ευρύ κοινό. Θα πρέπει να παρέχονται δωρεάν εξατομικευμένες, αμερόληπτες και εμπιστευτικές συμβουλές σχετικά, λόγου χάρη, με το κατά πόσον οι σχετικές πληροφορίες καλύπτονται από τους εφαρμοστέους κανόνες περί προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, με το ποιοι δίαυλοι καταγγελίας θα είναι καλύτερο να χρησιμοποιηθούν και ποιες εναλλακτικές διαδικασίες είναι διαθέσιμες σε περίπτωση που οι πληροφορίες δεν καλύπτονται από τους εφαρμοστέους κανόνες (καθοδήγηση). Η πρόσβαση σε τέτοιου είδους συμβουλές μπορεί να συμβάλει στη διασφάλιση ότι οι καταγγελίες υποβάλλονται μέσω των κατάλληλων διαύλων με υπευθυνότητα και ότι παραβάσεις και οι αξιόποινες πράξεις εντοπίζονται εγκαίρως και, ενδεχομένως, αποτρέπονται. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να επεκτείνουν τις εν λόγω συμβουλές σε νομικές συμβουλές. Όταν οι εν λόγω συμβουλές παρέχονται στους καταγγέλλοντες από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που δεσμεύονται από την υποχρέωση τήρησης της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που λαμβάνουν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω οργανώσεις δεν υφίστανται αντίποινα, για παράδειγμα με την μορφή οικονομικής ζημίας μέσω περιορισμού της πρόσβασής τους στη χρηματοδότηση ή ένταξης σε μαύρη λίστα η οποία θα μπορούσε να εμποδίσει την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού.

(92)  Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρέχουν στους καταγγέλλοντες την αναγκαία στήριξη για την αποτελεσματική πρόσβαση σε προστασία. Ειδικότερα, θα πρέπει να παρέχουν τα αποδεικτικά στοιχεία ή άλλα έγγραφα που απαιτούνται ώστε να επιβεβαιώνεται ενώπιον άλλων αρχών ή δικαστηρίων ότι πραγματοποιήθηκε εξωτερική καταγγελία. Σε ορισμένα εθνικά πλαίσια και σε ορισμένες περιπτώσεις, οι καταγγέλλοντες ▌μπορούν να επωφεληθούν από πιστοποίηση του γεγονότος ότι πληρούν τις προϋποθέσεις των εφαρμοστέων κανόνων. Παρά τις δυνατότητες αυτές, θα πρέπει να έχουν πραγματική πρόσβαση σε δικαστικό έλεγχο, με τον οποίο εναπόκειται στο δικαστήριο να αποφανθεί, βάσει όλων των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης, κατά πόσον πληρούν τις προϋποθέσεις των εφαρμοστέων κανόνων.

(93)  ▌Οι νομικές ή συμβατικές υποχρεώσεις ατόμων, όπως οι ρήτρες περί πίστεως σε συμβάσεις ή σε συμφωνίες τήρησης του απορρήτου/μη αποκάλυψης, δεν μπορεί να θεωρείται ότι αποκλείουν τη δυνατότητα καταγγελίας ▌, την άρνηση παροχής προστασίας ή την επιβολή ποινών στους καταγγέλλοντες για την καταγγελία, όταν η παροχή πληροφοριών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω ρητρών και συμφωνιών είναι απαραίτητη για την αποκάλυψη της παράβασης. Όταν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, οι καταγγέλλοντες δεν θα πρέπει να υπέχουν κανενός είδους ευθύνη, αστική, ποινική, διοικητική ή εργασιακή. Η προστασία από την ευθύνη για την καταγγελία ή την αποκάλυψη πληροφοριών δυνάμει της παρούσας οδηγίας είναι κατοχυρωμένη όσον αφορά πληροφορίες για τις οποίες ο καταγγέλλων είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι η καταγγελία ή η αποκάλυψή τους ήταν αναγκαία για την αποκάλυψη παράβασης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Η εν λόγω προστασία δεν θα πρέπει να επεκτείνεται σε περιττές πληροφορίες που τυχόν αποκαλύφθηκαν από τον καταγγέλλοντα χωρίς να υπάρχουν βάσιμοι λόγοι.

(94)  Στις περιπτώσεις που οι καταγγέλλοντες έχουν νομίμως αποκτήσει ή λάβει πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται ή στα έγγραφα που περιέχουν τις εν λόγω πληροφορίες, θα πρέπει να απαλλάσσονται από κάθε ευθύνη. Αυτό ισχύει τόσο για τις περιπτώσεις στις οποίες αποκαλύπτουν το περιεχόμενο των εγγράφων στα οποία έχουν νόμιμη πρόσβαση όσο και για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες παράγουν αντίγραφα αυτών των εγγράφων ή τα αφαιρούν από τους χώρους του οργανισμού όπου απασχολούνται, κατά παράβαση των συμβατικών ή άλλων ρητρών που προβλέπουν ότι τα σχετικά έγγραφα είναι ιδιοκτησία του οργανισμού. Οι καταγγέλλοντες θα πρέπει επίσης να απαλλάσσονται από την ευθύνη σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η απόκτηση ή η πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες ή έγγραφα εγείρει ζήτημα αστικής, διοικητικής ή εργασιακής ευθύνης. Ως παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν οι περιπτώσεις στις οποίες οι καταγγέλλοντες απέκτησαν τις πληροφορίες μέσω της πρόσβασης στα ηλεκτρονικά μηνύματα ενός συνεργαζομένου ή σε αρχεία που συνήθως δεν χρησιμοποιούν στο πλαίσιο της εργασίας τους, με τη λήψη φωτογραφιών από τις εγκαταστάσεις του οργανισμού ή με την είσοδο σε χώρο όπου δεν έχουν συνήθως πρόσβαση. Όταν οι καταγγέλλοντες έχουν αποκτήσει ή επιτύχει πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες ή έγγραφα διαπράττοντας ποινικό αδίκημα, όπως η φυσική διείσδυση ή η δικτυοπαραβίαση, η ποινική ευθύνη τους θα πρέπει να εξακολουθήσει να διέπεται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο με την επιφύλαξη του άρθρου 15 παράγραφος 7. Ομοίως, κάθε άλλη πιθανή ευθύνη των καταγγελλόντων που προκύπτει από πράξεις ή παραλείψεις που δεν σχετίζονται με την καταγγελία ή δεν είναι απαραίτητες για την αποκάλυψη παράβασης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία θα πρέπει να εξακολουθεί να διέπεται από το εφαρμοστέο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο. Στις περιπτώσεις αυτές, θα εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να αξιολογούν την ευθύνη των καταγγελλόντων υπό το πρίσμα όλων των σχετικών τεκμηριωμένων πληροφοριών και λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας της πράξης ή παράλειψης σε σχέση με την καταγγελία ή την αποκάλυψη.

(95)  Είναι πιθανόν τα αντίποινα να παρουσιάζονται ως αιτιολογημένα για λόγους άλλους από την καταγγελία και δεν αποκλείεται να είναι πολύ δύσκολο για τους καταγγέλλοντες να αποδείξουν τη σύνδεση μεταξύ των δύο, ενώ οι υπαίτιοι των αντιποίνων μπορεί να διαθέτουν μεγαλύτερη εξουσία και πόρους ώστε να τεκμηριώσουν τα μέτρα που έλαβαν και το σκεπτικό τους. Συνεπώς, εφόσον ο καταγγέλλων ή η καταγγέλλουσα αποδείξει εκ πρώτης όψεως ότι προέβη σε καταγγελία ή δημοσιοποίηση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και υπέστη βλάβη, τότε το βάρος της απόδειξης θα πρέπει να μετατοπιστεί στο άτομο που ενήργησε κατά τρόπο βλαπτικό, το οποίο θα πρέπει να αποδείξει ότι η πράξη ▌ουδεμία σχέση έχει με την καταγγελία ή τη δημοσιοποίηση.

(96)  Πέρα από τη ρητή απαγόρευση των αντιποίνων που προβλέπεται από τον νόμο, είναι σημαντικό οι καταγγέλλοντες που υφίστανται αντίποινα να έχουν πρόσβαση σε μέσα έννομης προστασίας και αποζημίωση. Το κατάλληλο μέσο για κάθε περίπτωση θα καθορίζεται από το είδος των αντιποίνων και θα πρέπει να παρέχεται πλήρης αποζημίωση για τις ζημίες σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Μπορεί να έχει τη μορφή επαναπρόσληψης (λόγου χάρη, σε περίπτωση απόλυσης, μετάθεσης ή υποβιβασμού, ή στέρησης κατάρτισης ή προαγωγής) ή επαναφοράς μιας άδειας ή σύμβασης που ακυρώθηκε· αποζημίωσης για πραγματικές και μελλοντικές οικονομικές απώλειες (για παλαιότερη απώλεια μισθών, αλλά και για μελλοντική απώλεια εισοδήματος, για κόστος που συνδέεται με αλλαγή επαγγέλματος)· αποζημίωσης για άλλες οικονομικές βλάβες, όπως νομικά έξοδα και δαπάνες ιατρικής περίθαλψης, και για μη υλική βλάβη (σωματική και ψυχική οδύνη).

(97)  Τα είδη νομικών ενεργειών μπορεί να διαφέρουν μεταξύ των νομικών συστημάτων, αλλά θα πρέπει να διασφαλίζουν πραγματική και αποτελεσματική αποζημίωση ή αποκατάσταση, κατά τρόπο αποτρεπτικό και αναλογικό προς τη ζημία. Σημαντικές εν προκειμένω είναι οι αρχές του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων, ιδίως η αρχή 7, σύμφωνα με την οποία «πριν από τυχόν απόλυση, οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να πληροφορούνται τους λόγους αυτής και να τους παρέχεται έγκαιρη προειδοποίηση. Έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε αποτελεσματικό και αμερόληπτο μηχανισμό επίλυσης διαφορών και, σε περίπτωση αδικαιολόγητης απόλυσης, δικαίωμα επανόρθωσης, όπου περιλαμβάνεται η καταβολή εύλογης αποζημίωσης.» Τα μέσα έννομης προστασίας που έχουν θεσπιστεί σε εθνικό επίπεδο δεν θα πρέπει να αποθαρρύνουν δυνητικούς μελλοντικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Για παράδειγμα, η δυνατότητα αποζημίωσης ως εναλλακτική επιλογή αντί της επαναπρόσληψης σε περίπτωση απόλυσης θα μπορούσε να εξελιχθεί σε συστηματική πρακτική, ιδίως δε από μεγαλύτερους οργανισμούς, με αποθαρρυντικό αποτέλεσμα για τους μελλοντικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος.

(98)  Ιδιαίτερη σημασία για τους καταγγέλλοντες έχουν τα προσωρινά μέτρα εν αναμονή της δικαστικής διαδικασίας που μπορεί να είναι μακρόχρονη. Ειδικότερα, μέτρα προσωρινού χαρακτήρα, όπως προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία, θα πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμα για τους καταγγέλλοντες για τον τερματισμό απειλών, αποπειρών ή διαρκών πράξεων αντεκδίκησης, όπως η παρενόχληση ▌, ή για την αποτροπή μορφών αντιποίνων, όπως η απόλυση, που μπορεί να είναι δύσκολα αναστρέψιμη μετά το πέρας μακρών περιόδων και που μπορεί ενδεχομένως να καταστρέψει οικονομικά το άτομο —προοπτική που μπορεί να αποθαρρύνει σημαντικά τους δυνητικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος.

(99)  Μέτρα που λαμβάνονται εις βάρος καταγγελλόντων εκτός εργασιακού πλαισίου, για παράδειγμα δίωξη για συκοφαντική δυσφήμιση, προσβολή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή παράβαση της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας και της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, επίσης λειτουργούν αποτρεπτικά για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Σε τέτοιες διαδικασίες, οι καταγγέλλοντες θα πρέπει να μπορούν να προβάλλουν, ως αμυντικό ισχυρισμό, το γεγονός ότι έχουν προβεί σε καταγγελία ή αποκάλυψη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, υπό την προϋπόθεση ότι η αναφορά ή δημοσιοποίηση των εν λόγω πληροφοριών είναι απαραίτητη για την αποκάλυψη της παράβασης.. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να εναπόκειται στο άτομο που κινεί διαδικασίες το βάρος της απόδειξης ότι ο καταγγέλλων δεν πληροί τους όρους της οδηγίας.

(100)  Η οδηγία (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου θεσπίζει κανόνες ώστε να διασφαλιστεί επαρκές και συνεκτικό επίπεδο αστικής έννομης προστασίας σε περίπτωση παράνομης απόκτησης, χρήσης ή αποκάλυψης εμπορικού απορρήτου. Ωστόσο, προβλέπει επίσης ότι η απόκτηση, χρήση ή αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου θεωρείται νόμιμη στον βαθμό που επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης. Τα πρόσωπα που αποκαλύπτουν εμπορικά απόρρητα που αποκτήθηκαν σε εργασιακό πλαίσιο θα πρέπει να επωφελούνται από την προστασία που παρέχει η παρούσα οδηγία (επίσης ως προς την αστική ευθύνη), υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν τις προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας, μεταξύ των οποίων την προϋπόθεση ότι η αποκάλυψη είναι αναγκαία προκειμένου να αποκαλυφθεί παράβαση που εμπίπτει στο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Όταν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, οι αποκαλύψεις εμπορικών απορρήτων θεωρείται ότι «επιτρέπονται» από το δίκαιο της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/943. Επιπλέον, οι δύο οδηγίες θα πρέπει να θεωρούνται συμπληρωματικές και τα μέτρα, οι διαδικασίες και τα μέσα προσφυγής σε αστική έννομη προστασία, καθώς και οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στην οδηγία (ΕΕ) 2016/943 θα πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν για όλες τις περιπτώσεις αποκάλυψης εμπορικών απορρήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Οι αρμόδιες αρχές που λαμβάνουν καταγγελίες, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών απορρήτων, θα πρέπει να μεριμνούν ώστε να μη χρησιμοποιούνται ούτε να γνωστοποιούνται για άλλους σκοπούς πλην των αναγκαίων για την ορθή παρακολούθηση των καταγγελιών.

(101)  Σημαντικό κόστος για τους καταγγέλλοντες που προσφεύγουν δικαστικώς κατά μέτρων αντιποίνων μπορεί να είναι τα σχετικά δικαστικά έξοδα. Παρά το γεγονός ότι μπορούν να ανακτήσουν τα εν λόγω έξοδα στο τέλος της διαδικασίας, δεν αποκλείεται να μη μπορούν να τα καλύψουν εξ αρχής, ιδίως αν είναι άνεργοι ή σε μαύρη λίστα. Η παροχή συνδρομής για ποινικές διαδικασίες, ιδίως όταν οι καταγγέλλοντες πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1919 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(30) και γενικότερα η παροχή συνδρομής σε όσους αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες θα μπορούσε να είναι καταλυτική, σε ορισμένες περιπτώσεις, για την αποτελεσματική επιβολή των δικαιωμάτων τους στην προστασία.

(102)  Τα δικαιώματα των καταγγελλομένων θα πρέπει να προστατεύονται ώστε να αποφεύγονται βλάβες για τη φήμη και την υπόληψη ή άλλες αρνητικές συνέπειες. Επιπλέον, τα δικαιώματα υπεράσπισης και πρόσβασης του καταγγελλομένου σε μέσα έννομης προστασίας θα πρέπει να είναι πλήρως σεβαστά σε κάθε στάδιο της διαδικασίας που έπεται της καταγγελίας, σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προστατεύουν την εμπιστευτικότητα της ταυτότητας του καταγγελλόμενου και να διασφαλίζουν τα δικαιώματα υπεράσπισης, συμπεριλαμβανομένων του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο, του δικαιώματος ακρόασης και του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής κατά απόφασης που το αφορά, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διαδικασίες που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία στο πλαίσιο ερευνών ή μεταγενέστερης δικαστικής διαδικασίας.

(103)  Οποιοδήποτε πρόσωπο υφίσταται ζημία, άμεσα ή έμμεσα, ως συνέπεια της καταγγελίας ή της δημοσιοποίησης ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών θα πρέπει να διατηρεί την προστασία και τα μέσα έννομης προστασίας που διαθέτει σύμφωνα με τους κανόνες του γενικού δικαίου. Σε περίπτωση που η εν λόγω ανακριβής ή παραπλανητική καταγγελία ή δημοσιοποίηση έγινε ηθελημένα και εν γνώσει, τότε οι καταγγελλόμενοι θα πρέπει να δικαιούνται αποζημίωση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

(104)  Οι ποινικές, αστικές ή διοικητικές κυρώσεις είναι αναγκαίες προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των κανόνων σχετικά με την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Οι κυρώσεις κατά όσων προβαίνουν σε αντίποινα ή σε άλλες δυσμενείς ενέργειες σε βάρος καταγγελλόντων μπορούν να αποθαρρύνουν τέτοιου είδους ενέργειες. Είναι απαραίτητο να επιβάλλονται κυρώσεις επίσης σε βάρος προσώπων που υποβάλλουν καταγγελία ή προβαίνουν σε δημοσιοποίηση που αποδεικνύεται ότι είναι εν γνώσει τους ψευδείς, ώστε να αποτρέπονται περαιτέρω κακόβουλες καταγγελίες και να διασφαλίζεται η αξιοπιστία του συστήματος. Η αναλογικότητα των εν λόγω κυρώσεων θα πρέπει να διασφαλίζει ότι δεν λειτουργούν αποτρεπτικά για τους δυνητικούς μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος.

(105)  Κάθε απόφαση που λαμβάνεται από τις αρχές και βλάπτει τα δικαιώματα που παρέχονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ιδίως οι αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 6, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(106)  Η παρούσα οδηγία εισάγει ελάχιστα πρότυπα και τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν την εξουσία να εισάγουν ή να διατηρούν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους καταγγέλλοντες, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν έρχονται σε σύγκρουση με μέτρα για την προστασία των καταγγελλομένων. Η μεταφορά της παρούσας οδηγίας δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την υποβάθμιση του επιπέδου της προστασίας που ήδη παρέχεται στους καταγγέλλοντες δυνάμει του εθνικού δικαίου στους τομείς στους οποίους εφαρμόζεται.

(107)  Σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, η εσωτερική αγορά πρέπει να αποτελεί χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα στον οποίο εξασφαλίζονται η ελεύθερη και ασφαλής κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών. Η εσωτερική αγορά θα πρέπει να παρέχει στους πολίτες της Ένωσης προστιθέμενη αξία υπό τη μορφή εμπορευμάτων και υπηρεσιών καλύτερης ποιότητας και μεγαλύτερης ασφάλειας, διασφαλίζοντας υψηλά πρότυπα για τη δημόσια υγεία και την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ συνιστά την κατάλληλη νομική βάση για την έγκριση των μέτρων που είναι αναγκαία για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Πέραν του άρθρου 114 της ΣΛΕΕ, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να διαθέτει επιπρόσθετες νομικές βάσεις προκειμένου να καλύπτει τους τομείς που βασίζονται στο άρθρο 16, στο άρθρο ▌43παράγραφος 2, στο άρθρο 50, στο άρθρο 53 παράγραφος 1, ▌στα άρθρα 91 και 100, στο άρθρο ▌168 παράγραφος 4, στο άρθρο 169, στα άρθρα 192 παράγραφος 1 και 325 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ και στο άρθρο 31 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρατόμ για τη θέσπιση μέτρων της Ένωσης.

(108)  Το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας βασίζεται στον προσδιορισμό των τομέων στους οποίους η θέσπιση της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος φαίνεται δικαιολογημένη και απαραίτητη βάσει των επί του παρόντος διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων. Το εν λόγω ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής μπορεί να επεκταθεί σε άλλους τομείς ή πράξεις της Ένωσης αν αποδειχτεί αναγκαίο ως μέσο ενίσχυσης της επιβολής των πράξεων βάσει αποδεικτικών στοιχείων που μπορεί να προκύψουν στο μέλλον ή βάσει της αξιολόγησης του τρόπου με τον οποίο έχει λειτουργήσει η παρούσα οδηγία.

(109)  Κάθε φορά που θεσπίζονται μεταγενέστερες νομοθετικές διατάξεις συναφείς με την παρούσα οδηγία, θα πρέπει να καθίσταται, κατά περίπτωση, σαφές ότι θα εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία. Όποτε είναι αναγκαίο, θα πρέπει να τροποποιούνται το άρθρο 1 και το παράρτημα.

(110)  Ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι η ενίσχυση της επιβολής ορισμένων πράξεων σε ορισμένους τομείς πολιτικής, στους οποίους οι παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου μπορούν να βλάψουν σοβαρά το δημόσιο συμφέρον, χάρη στην αποτελεσματική προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη όταν δρουν μόνα τους και με μη συντονισμένο τρόπο, αλλά επιτυγχάνεται καλύτερα με την ανάληψη δράσης σε επίπεδο Ένωσης, συγκεκριμένα, με την παροχή ελάχιστων προτύπων εναρμόνισης σχετικά με την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Επιπλέον, μόνο η δράση σε επίπεδο Ένωσης μπορεί να εξασφαλίσει συνέπεια και να εναρμονίσει τους υφιστάμενους κανόνες της Ένωσης για την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Επομένως, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(111)  Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και ▌τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το άρθρο 11. Η παρούσα οδηγία πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές διασφαλίζοντας τον πλήρη σεβασμό, μεταξύ άλλων, της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης, του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της επιχειρηματικής ελευθερίας, του δικαιώματος σε υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, του δικαιώματος σε υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας, του δικαιώματος σε υψηλό επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας, του δικαιώματος στη χρηστή διοίκηση, του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής και των δικαιωμάτων υπεράσπισης.

(112)  Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001, η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ▌.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Σκοπός

Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η ενίσχυση της επιβολής του δικαίου και των πολιτικών της Ένωσης σε συγκεκριμένους τομείς μέσω της θέσπισης κοινών ελάχιστων προτύπων που θα εξασφαλίζουν υψηλό επίπεδο προστασίας των προσώπων που καταγγέλλουν σχετικές παραβάσεις.

Άρθρο 2

Ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής

1.  Η παρούσα οδηγία καθορίζει ελάχιστα κοινά πρότυπα για την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν τις ακόλουθες παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης:

α)  παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των πράξεων της Ένωσης που ορίζονται στο παράρτημα (μέρη I και II) της παρούσας οδηγίας και αναφέρονται στους ακόλουθους τομείς:

i)  δημόσιες συμβάσεις·

ii)  χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προϊόντα και αγορές και πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·

iii)  ασφάλεια των προϊόντων·

iv)  ασφάλεια των μεταφορών·

v)  προστασία του περιβάλλοντος·

vi)  προστασία από την ακτινοβολία και πυρηνική ασφάλεια·

vii)  ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών, υγεία και καλή μεταχείριση των ζώων·

viii)  δημόσια υγεία·

ix)  προστασία των καταναλωτών·

x)  προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών.

β)  παραβάσεις που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 325 της ΣΛΕΕ και τα ειδικότερα οριζόμενα στα σχετικά ενωσιακά μέτρα·

γ)  παραβάσεις σχετιζόμενες με την εσωτερική αγορά, όπως αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των παραβάσεων των κανόνων περί ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων, και αναφορικά με πράξεις που παραβαίνουν τους κανόνες για τη φορολογία των εταιρειών ή διακανονισμούς των οποίων σκοπός είναι η εξασφάλιση φορολογικού πλεονεκτήματος που ματαιώνει το αντικείμενο ή τον σκοπό της εφαρμοστέας νομοθεσίας περί φορολογίας εταιρειών.

2.  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να επεκτείνουν την προστασία βάσει του εθνικού δικαίου όσον αφορά τομείς ή πράξεις που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 1.

Άρθρο 3

Συνάφεια με άλλες πράξεις της Ένωσης και εθνικές διατάξεις

1.  Όταν οι τομεακές πράξεις της Ένωσης που αναφέρονται στο μέρος II του παραρτήματος προβλέπουν ειδικούς κανόνες περί καταγγελίας παραβάσεων, εφαρμόζονται αυτοί οι κανόνες. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται ▌στον βαθμό που ένα ζήτημα δεν ρυθμίζεται υποχρεωτικά στις εν λόγω τομεακές πράξεις της Ένωσης.

2.  Η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει την ευθύνη των κρατών μελών να μεριμνούν για την εθνική ασφάλεια ούτε την εξουσία τους να διαφυλάσσουν τα ουσιαστικά συμφέροντά τους στον τομέα της ασφάλειας. Ειδικότερα, δεν εφαρμόζεται στις καταγγελίες για παραβάσεις κανόνων για τις συμβάσεις που άπτονται ζητημάτων άμυνας ή ασφάλειας εκτός εάν καλύπτονται από τις σχετικές πράξεις της Ένωσης.

3.  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου σχετικά με:

α)  την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών·

β)  την προστασία του δικηγορικού και του ιατρικού απορρήτου·

γ)  το απόρρητο των δικαστικών διασκέψεων, και

δ)   τους κανόνες ποινικής δικονομίας.

4.  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τους εθνικούς κανόνες σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος των εργαζομένων να συμβουλεύονται τους εκπροσώπους τους ή τις συνδικαλιστικές ενώσεις τους και σχετικά με την προστασία έναντι κάθε αδικαιολόγητου επιζήμιου μέτρου η οποία απορρέει από τις εν λόγω διαβουλεύσεις, καθώς και σχετικά με την αυτονομία των κοινωνικών εταίρων και το δικαίωμά τους να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις. Αυτό δεν θίγει το επίπεδο προστασίας που παρέχεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 4

Προσωπικό πεδίο εφαρμογής

1.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε καταγγέλλοντες που εργάζονται στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα και έχουν αποκτήσει πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις σε εργασιακό πλαίσιο, μεταξύ άλλων, τουλάχιστον στους εξής:

α)  πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του «εργαζομένου», κατά την έννοια του άρθρου 45 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων υπαλλήλων·

β)  πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του «μη μισθωτού», κατά την έννοια του άρθρου 49 της ΣΛΕΕ·

γ)  μετόχους και πρόσωπα που ανήκουν στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο μιας επιχείρησης, περιλαμβανομένων μη εκτελεστικών μελών, καθώς και εθελοντών και αμειβόμενων ή μη αμειβόμενων ασκουμένων·

δ)  οποιαδήποτε πρόσωπα εργάζονται υπό την εποπτεία και τις οδηγίες αναδόχων, υπεργολάβων και προμηθευτών.

2.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε καταγγέλλοντες επίσης όταν καταγγέλλουν ή αποκαλύπτουν πληροφορίες που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο εργασιακής σχέσης η οποία έχει έκτοτε λήξει.

3.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται επίσης σε καταγγέλλοντες των οποίων η εργασιακή σχέση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, σε περιπτώσεις που πληροφορίες σχετικά με μια παράβαση έχουν αποκτηθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πρόσληψης ή σε άλλο στάδιο διαπραγμάτευσης πριν από τη σύναψη σύμβασης.

4.  Τα μέτρα για την προστασία των καταγγελλόντων που αναφέρονται στο κεφάλαιο IV εφαρμόζονται επίσης, κατά περίπτωση, σε

α)  διαμεσολαβητές,

β)  τρίτα πρόσωπα που συνδέονται με τους καταγγέλλοντες και που ενδέχεται να υποστούν αντίποινα σε εργασιακό πλαίσιο, όπως συνάδελφοι ή συγγενείς του καταγγέλλοντος, και

γ)  νομικές οντότητες τις οποίες οι καταγγέλλοντες έχουν στην ιδιοκτησία τους, για τις οποίες εργάζονται ή συνδέονται με άλλο τρόπο με εργασιακή σχέση.

Άρθρο 5

Προϋποθέσεις για την προστασία των καταγγελλόντων

1.  Οι καταγγέλλοντες παραβάσεις που εμπίπτουν στους τομείς που καλύπτει η παρούσα οδηγία δικαιούνται προστασία, εφόσον:

α)  είχαν βάσιμους λόγους να θεωρούν ότι οι πληροφορίες που ανέφεραν ήταν αληθείς κατά τον χρόνο της καταγγελίας και ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας·

β)  έχουν υποβάλει καταγγελία εσωτερικά σύμφωνα με το άρθρο 7 και εξωτερικά σύμφωνα με το άρθρο 10, ή κατευθείαν εξωτερικά ή έχουν δημοσιοποιήσει στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 15 της παρούσας οδηγίας.

2.  Με την επιφύλαξη των υφιστάμενων υποχρεώσεων για την παροχή ανώνυμων καταγγελιών δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εξουσία των κρατών μελών να αποφασίζουν εάν και κατά πόσον οι ιδιωτικές ή οι δημόσιες οντότητες και οι αρμόδιες αρχές αποδέχονται και παρακολουθούν τις ανώνυμες καταγγελίες σχετικά με παραβάσεις.

3.  Πρόσωπα που κατήγγειλαν ή δημοσιοποίησαν πληροφορίες ανωνύμως, αλλά στη συνέχεια ταυτοποιήθηκαν, δικαιούνται εν τούτοις προστασία σε περίπτωση που υποστούν αντίποινα, υπό τον όρο ότι πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1.

4.  Οι καταγγέλλοντες παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας σε οικεία θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης δικαιούνται την προστασία που ορίζει η παρούσα οδηγία υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνους που υποβάλλουν καταγγελία εξωτερικά.

Άρθρο 6

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(1)  «παραβάσεις»: πράξεις ή παραλείψεις:

i)  που είναι παράνομες και σχετίζονται με ενωσιακές πράξεις και τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 2 και στο παράρτημα· ή

ii)  που αντιβαίνουν στο αντικείμενο ή τον σκοπό των κανόνων ▌που προβλέπονται στις εν λόγω ενωσιακές πράξεις και τομείς·

(2)  «πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις»: πληροφορίες ή εύλογες υπόνοιες σχετικά με πραγματικές ή δυνητικές παραβάσεις, και σχετικά με απόπειρες απόκρυψης παραβάσεων οι οποίες ▌έχουν διαπραχθεί ή είναι πολύ πιθανόν να διαπραχθούν στον οργανισμό στον οποίο εργάζεται ή έχει εργαστεί ο καταγγέλλων ή σε άλλους οργανισμούς με τους οποίους είχε επαφή μέσω της εργασίας του·

(3)  «καταγγελία»: η παροχή πληροφοριών σχετικά με παραβάσεις·

(4)  «εσωτερική καταγγελία»: η παροχή πληροφοριών σχετικά με παραβάσεις στο εσωτερικό μιας δημόσιας ή ιδιωτικής οντότητας·

(5)  «εξωτερική καταγγελία»: η παροχή πληροφοριών σχετικά με παραβάσεις στις αρμόδιες αρχές·

(6)  «δημοσιοποίηση»:: η διάθεση στο κοινό πληροφοριών σχετικά με παραβάσεις▌·

(7)  «καταγγέλλων»: φυσικό πρόσωπο το οποίο αναφέρει ή αποκαλύπτει πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις, πληροφορίες τις οποίες απέκτησε στο πλαίσιο των εργασιακών δραστηριοτήτων του·

(8)  «διαμεσολαβητής»: φυσικό πρόσωπο που βοηθά τον καταγγέλλοντα στη διαδικασία καταγγελίας σε εργασιακό πλαίσιο, η βοήθεια του οποίου θα πρέπει να είναι εμπιστευτική·

(9)  «εργασιακό πλαίσιο»: τρέχουσες ή παλαιότερες εργασιακές δραστηριότητες στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, ανεξαρτήτως της φύσης τους, μέσω των οποίων τα πρόσωπα μπορούν να αποκτήσουν πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις και στο πλαίσιο των οποίων τα εν λόγω πρόσωπα ενδέχεται να υποστούν αντίποινα αν καταγγείλουν τις παραβάσεις·

(10)  «καταγγελλόμενος»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο κατονομάζεται στην καταγγελία ή στην αποκάλυψη ως πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η παράβαση ή ως πρόσωπο το οποίο σχετίζεται με την παράβαση·

(11)  «αντίποινα»: οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση πράξη ή παράλειψη η οποία συμβαίνει σε εργασιακό πλαίσιο και είναι αποτέλεσμα εσωτερικής ή εξωτερικής καταγγελίας ή δημοσιοποίησης, και η οποία προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει αδικαιολόγητη ζημία στον καταγγέλλοντα·

(12)  «μέτρο παρακολούθησης»: οποιαδήποτε πράξη επιτελεί ο αποδέκτης καταγγελίας ή οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, ▌με σκοπό την αξιολόγηση της ακρίβειας των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην καταγγελία και, ενδεχομένως, την αντιμετώπιση της καταγγελλόμενης παράβασης, επίσης μέσω μέτρων όπως εσωτερική διερεύνηση, έρευνα, δίωξη, αγωγή για ανάκτηση κονδυλίων και αρχειοθέτηση·

(13)  «ενημέρωση»: παροχή ενημέρωσης στους καταγγέλλοντες για τα μέτρα που προβλέπεται να ληφθούν ή έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της παρακολούθησης της καταγγελίας και για τους λόγους της εν λόγω παρακολούθησης·

(14)  «αρμόδια αρχή»: οποιαδήποτε εθνική αρχή είναι εξουσιοδοτημένη να παραλαμβάνει καταγγελίες σύμφωνα με το κεφάλαιο III και να ενημερώνει τους καταγγέλλοντες ή/και έχει οριστεί να ασκεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, ιδίως δε όσον αφορά τα μέτρα παρακολούθησης των καταγγελιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΩΝ

Άρθρο 7

Καταγγελία μέσω εσωτερικών διαύλων

1.  Κατά γενική αρχή και με την επιφύλαξη των άρθρων 10 και 15, οι πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας μπορούν να αναφέρονται μέσω των εσωτερικών διαύλων και διαδικασιών που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο.

2.  Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τη χρήση εσωτερικών διαύλων πριν από την εξωτερική καταγγελία, σε περίπτωση που η παράβαση μπορεί να αντιμετωπισθεί με αποτελεσματικότητα εσωτερικά και εφόσον ο καταγγέλλων θεωρεί ότι δεν υπάρχει κίνδυνος αντιποίνων.

3.  Οι κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη συγκεκριμένη χρήση των εσωτερικών διαύλων παρέχονται στο πλαίσιο των πληροφοριών που δίδονται από νομικές οντότητες του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο ζ), και από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 4 στοιχείο α) και το άρθρο 13.

Άρθρο 8

Υποχρέωση καθιέρωσης εσωτερικών διαύλων

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νομικές οντότητες στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα καθιερώνουν εσωτερικούς διαύλους και διαδικασίες καταγγελίας και μέτρα παρακολούθησης των καταγγελιών, κατόπιν διαβουλεύσεως και σε συμφωνία με τους κοινωνικούς εταίρους, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο.

2.  Οι εν λόγω δίαυλοι και διαδικασίες παρέχουν τη δυνατότητα υποβολής καταγγελιών από εργαζομένους της οντότητας. Μπορούν να παρέχουν τη δυνατότητα υποβολής καταγγελιών από άλλα πρόσωπα που έρχονται σε επαφή με την οντότητα στο πλαίσιο των εργασιακών τους δραστηριοτήτων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) ▌.

3.  Οι νομικές οντότητες του ιδιωτικού τομέα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι όσες έχουν 50 ή περισσότερους εργαζομένους.

4.  Το όριο της παραγράφου 3 δεν εφαρμόζεται στις οντότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ενωσιακών πράξεων οι οποίες αναφέρονται στο μέρος I.B και στο μέρος II του παραρτήματος.

5.  Οι δίαυλοι καταγγελίας μπορούν να αποτελούν αντικείμενο εσωτερικής διαχείρισης από πρόσωπο ή υπηρεσία που έχει ορισθεί για αυτόν τον σκοπό ή να παρέχονται εξωτερικά από τρίτο μέρος. Οι διασφαλίσεις και οι απαιτήσεις του άρθρου 9 παράγραφος 1 πρέπει να τηρούνται εξίσου από τα εντεταλμένα τρίτα μέρη που διαχειρίζονται τον δίαυλο καταγγελιών για λογαριασμό ιδιωτικής οντότητας.

6.  Οι νομικές οντότητες του ιδιωτικού τομέα με 50 έως 249 εργαζόμενους μπορούν να έχουν κοινή χρήση των πόρων για την παραλαβή και, ενδεχομένως, για τη διερεύνηση των καταγγελιών. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεών τους να τηρούν την εμπιστευτικότητα και να παρέχουν απαντήσεις καθώς και να αντιμετωπίζουν την καταγγελλόμενη παράβαση.

7.  Κατόπιν δέουσας εκτίμησης κινδύνου, στην οποία λαμβάνεται υπόψη η φύση των δραστηριοτήτων των οντοτήτων και το απορρέον επίπεδο κινδύνου ιδίως για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από ▌νομικές οντότητες του ιδιωτικού τομέα με λιγότερους από 50 εργαζομένους να καθιερώσουν εσωτερικούς διαύλους και διαδικασίες καταγγελίας

8.  Κάθε απόφαση η οποία λαμβάνεται από κράτος μέλος ώστε να απαιτεί από νομικές οντότητες του ιδιωτικού τομέα να καθιερώσουν εσωτερικούς διαύλους καταγγελίας σύμφωνα με την παράγραφο 7 πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή, συνοδευόμενη από αιτιολόγηση και τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτίμηση κινδύνου. Η Επιτροπή κοινοποιεί την απόφαση στα άλλα κράτη μέλη.

9.  Οι νομικές οντότητες του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι όλες οι νομικές οντότητες του δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που ανήκουν σε νομική οντότητα του δημόσιου τομέα ή ελέγχονται από αυτήν.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από την υποχρέωση της παραγράφου 1 τους δήμους με λιγότερους από 10 000 κατοίκους, ή λιγότερους από 50 εργαζομένους, ή άλλες οντότητες με λιγότερους από 50 εργαζομένους.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν κοινοχρησία των εσωτερικών διαύλων καταγγελίας από τους δήμους ή διαχείρισή τους από κοινές αυτοδιοικητικές αρχές σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι οι κοινοί εσωτερικοί δίαυλοι είναι διακριτοί και αυτόνομοι από τους εξωτερικούς διαύλους.

Άρθρο 9

Διαδικασίες εσωτερικής καταγγελίας και μέτρα παρακολούθησης των καταγγελιών

1.  Οι διαδικασίες καταγγελίας και τα μέτρα παρακολούθησης των καταγγελιών που αναφέρονται στο άρθρο 8 περιλαμβάνουν τα εξής:

α)  διαύλους για την παραλαβή των καταγγελιών, οι οποίοι σχεδιάζονται, οργανώνονται και λειτουργούν κατά ασφαλή τρόπο που διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα της ταυτότητας του καταγγέλλοντος και κάθε τρίτου που αναφέρεται στην καταγγελία, και εμποδίζει την πρόσβαση σε μη εξουσιοδοτημένα μέλη του προσωπικού·

β)  κοινοποίηση παραλαβής της καταγγελίας στον καταγγέλλοντα εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει τις επτά ημέρες από τη στιγμή της παραλαβής·

γ)  τον ορισμό αμερολήπτου προσώπου ή υπηρεσίας με αρμοδιότητα για την παρακολούθηση των καταγγελιών που μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο ή υπηρεσία με εκείνο που παραλαμβάνει τις καταγγελίες και το οποίο θα διατηρήσει επικοινωνία και, εφόσον απαιτείται, θα ζητεί περαιτέρω πληροφορίες από τον καταγγέλλοντα και θα του παρέχει ενημέρωση·

δ)  την επιμελή παρακολούθηση της καταγγελίας από το πρόσωπο ή την υπηρεσία που έχει οριστεί·

ε)  την επιμελή παρακολούθηση των ανώνυμων καταγγελιών, εφόσον προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία·

στ)  εύλογο χρονικό διάστημα▌ για την παροχή ενημέρωσης στον καταγγέλλοντα σχετικά με τα μέτρα παρακολούθησης της καταγγελίας, το οποίο δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες από τη βεβαίωση παραλαβής ή, εάν δεν έχει αποσταλεί βεβαίωση, από τη λήξη του επταημέρου μετά την υποβολή της καταγγελίας·

ζ)  σαφείς και εύκολα προσβάσιμες πληροφορίες για τις ▌ προϋποθέσεις και τις διαδικασίες υπό τις οποίες μπορούν οι καταγγελίες να υποβληθούν εξωτερικά σε αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 10 και, κατά περίπτωση, σε θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης.

2.  Οι δίαυλοι που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) παρέχουν τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας γραπτώς ή/και προφορικώς, μέσω τηλεφωνικών γραμμών ή άλλων συστημάτων φωνητικών μηνυμάτων, και κατόπιν αιτήσεως του καταγγέλλοντος, μέσω προσωπικής συνάντησης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΩΝ

Άρθρο 10

Καταγγελία μέσω εξωτερικών διαύλων

Με την επιφύλαξη του άρθρου 15, οι καταγγέλλοντες παρέχουν πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας χρησιμοποιώντας τους διαύλους και τις διαδικασίες των άρθρων 11 και 12, αφού χρησιμοποιήσουν τον εσωτερικό δίαυλο ή υποβάλλοντας καταγγελία απευθείας στις αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 11

Υποχρέωση καθιέρωσης εξωτερικών διαύλων καταγγελίας και μέτρων παρακολούθησης των καταγγελιών

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για την παραλαβή των καταγγελιών, την ενημέρωση και τα μέτρα παρακολούθησης και τους παρέχουν τους κατάλληλους πόρους.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές:

α)  συγκροτούν ανεξάρτητους και αυτόνομους εξωτερικούς διαύλους καταγγελίας, ▌για την παραλαβή και τη διαχείριση των πληροφοριών που παρέχουν οι καταγγέλλοντες·

β)  Αποστέλλουν αμέσως, εντός επταημέρου, αποδεικτικό παραλαβής των καταγγελιών, εκτός αν ζητηθεί ρητώς κάτι διαφορετικό από τον καταγγέλλοντα ή αν η αρμόδια αρχή πιστεύει ευλόγως ότι το αποδεικτικό παραλαβής της καταγγελίας θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την προστασία της ταυτότητας του καταγγέλλοντος·

γ)  παρακολουθούν επιμελώς τις καταγγελίες·

δ)  παρέχουν ενημέρωση στον καταγγέλλοντα σχετικά με τα μέτρα παρακολούθησης της καταγγελίας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο δεν υπερβαίνει τους τρεις ή τους έξι μήνες σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στον καταγγέλλοντα το τελικό αποτέλεσμα των ερευνών, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο·

ε)  διαβιβάζουν εν ευθέτω χρόνω τις πληροφορίες της καταγγελίας στα αρμόδια θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, κατά περίπτωση, για περαιτέρω διερεύνηση εφόσον προβλέπεται από το εθνικό ή το ενωσιακό δίκαιο.

3.  Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές, αφού εξετάσουν δεόντως το θέμα, δύνανται να αποφασίσουν ότι μια καταγγελλόμενη παράβαση είναι σαφώς ήσσονος σημασίας και δεν απαιτεί περαιτέρω μέτρα παρακολούθησης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Εν προκειμένω δεν θίγονται άλλες υποχρεώσεις ή άλλες εφαρμοστέες διαδικασίες για την αντιμετώπιση της καταγγελλόμενης παράβασης, ούτε η προστασία που παρέχει η παρούσα οδηγία έναντι της καταγγελίας μέσω εσωτερικών ή/και εξωτερικών διαύλων. Στην περίπτωση αυτήν, οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν την απόφασή τους και τους λόγους της στον καταγγέλλοντα.

4.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίζουν ότι δεν απαιτείται παρακολούθηση επαναλαμβανόμενων καταγγελιών οι οποίες κατ’ ουσίαν δεν περιλαμβάνουν νέες ουσιαστικές πληροφορίες σε σχέση με προηγούμενη καταγγελία η οποία έχει ήδη περατωθεί, εκτός εάν νέες νομικές ή πραγματικές περιστάσεις δικαιολογούν διαφορετικά μέτρα παρακολούθησης. Στην περίπτωση αυτήν, ενημερώνουν τον καταγγέλλοντα σχετικά με τους λόγους της απόφασής τους.

5.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, σε περίπτωση μεγάλης εισροής καταγγελιών, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξετάζουν κατά προτεραιότητα τις καταγγελίες σοβαρών παραβάσεων ή παραβάσεων ουσιωδών διατάξεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, με την επιφύλαξη του χρονικού διαστήματος που ορίζεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.

6.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κάθε αρχή που λαμβάνει καταγγελία, αλλά δεν είναι αρμόδια για την αντιμετώπιση της καταγγελλόμενης παράβασης, διαβιβάζει την καταγγελία στην αρμόδια αρχή, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και με ασφαλή τρόπο, και ότι ο καταγγέλλων ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση για την διαβίβασή της.

Άρθρο 12

Σχεδιασμός των εξωτερικών διαύλων καταγγελίας

1.  ▌Οι εξωτερικοί δίαυλοι καταγγελίας θεωρούνται ανεξάρτητοι και αυτόνομοι, αν πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)  σχεδιάζονται, οργανώνονται και λειτουργούν κατά τρόπο που διασφαλίζει την πληρότητα, την ακεραιότητα και την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών και εμποδίζει την πρόσβαση σε μη εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους της αρμόδιας αρχής·

β)  επιτρέπουν την αποθήκευση διατηρήσιμων πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 18, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα περαιτέρω ερευνών.

2.  Οι εξωτερικοί δίαυλοι καταγγελίας παρέχουν τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας γραπτώς ή/και προφορικώς, μέσω τηλεφωνικών γραμμών ή άλλων συστημάτων φωνητικών μηνυμάτων, και κατόπιν αιτήσεως του καταγγέλλοντος, μέσω προσωπικής συνάντησης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

3.  Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι, όταν μια καταγγελία παραλαμβάνεται μέσω διαύλων διαφορετικών από τους διαύλους καταγγελίας που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ή από άλλα μέλη του προσωπικού από εκείνα που είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό καταγγελιών, τα μέλη του προσωπικού που την παρέλαβαν δεν αποκαλύπτουν πληροφορίες που θα μπορούσαν να ταυτοποιήσουν τον καταγγέλλοντα ή τον καταγγελλόμενο και διαβιβάζουν αμέσως την καταγγελία, χωρίς τροποποίηση, στα ▌μέλη του προσωπικού που είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό των καταγγελιών.

4.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν μέλη προσωπικού υπεύθυνα για τον χειρισμό καταγγελιών, ιδίως δε για:

α)  παροχή πληροφοριών, σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, σχετικά με τις διαδικασίες για την υποβολή καταγγελίας·

β)  παραλαβή και εφαρμογή μέτρων παρακολούθησης των καταγγελιών·

γ)  διατήρηση επαφής με τον καταγγέλλοντα με σκοπό την παροχή ενημέρωσης και τη ζήτηση περαιτέρω πληροφοριών, εφόσον απαιτούνται.

5.  Τα συγκεκριμένα μέλη του προσωπικού εκπαιδεύονται ειδικά για τον χειρισμό καταγγελιών.

Άρθρο 13

Πληροφορίες για την παραλαβή καταγγελιών και τα μέτρα παρακολούθησης των καταγγελιών

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν στους δικτυακούς τους τόπους σε χωριστό, εύκολα αναγνωρίσιμο και προσβάσιμο τμήμα, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)  τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι καταγγέλλοντες δικαιούνται προστασία δυνάμει της παρούσας οδηγίας·

β)  τα στοιχεία επικοινωνίας για τη χρήση των εξωτερικών διαύλων καταγγελίας, όπως προβλέπονται στο άρθρο 12, ιδίως τις ηλεκτρονικές και ταχυδρομικές διευθύνσεις, καθώς και τους αριθμούς τηλεφώνου, δηλώνοντας αν καταγράφονται οι τηλεφωνικές συνομιλίες ▌·

γ)  τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στις καταγγελίες παραβάσεων, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίο η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει από τον καταγγέλλοντα να διευκρινίσει τις αναφερόμενες πληροφορίες ή να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες, τη χρονική προθεσμία απάντησης στον καταγγέλλοντα καθώς και το είδος και το περιεχόμενο της απάντησης·

δ)  το καθεστώς απορρήτου που ισχύει για τις καταγγελίες, και ιδίως τις πληροφορίες σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 17 της παρούσας οδηγίας, τα άρθρα 5 και 13 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, το άρθρο 13 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 και το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, ανάλογα με την περίπτωση·

ε)  το είδος του μέτρου παρακολούθησης που πρόκειται να εφαρμοστεί για τις καταγγελίες·

στ)  τα διατιθέμενα μέσα έννομης προστασίας και διαδικασίες κατά των αντιποίνων και τις δυνατότητες των προσώπων που σκέφτονται να υποβάλουν καταγγελία να λαμβάνουν εμπιστευτικές συμβουλές·

ζ)  δήλωση η οποία αναφέρει ρητώς τους όρους υπό τους οποίους τα πρόσωπα που υποβάλλουν καταγγελία στην αρμόδια αρχή δεν υπέχουν ευθύνη λόγω παραβίασης του απορρήτου κατά το άρθρο 21 παράγραφος 4.

η)  στοιχεία επικοινωνίας της ενιαίας ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 και κατά περίπτωση.

Άρθρο 14

Επανεξέταση των διαδικασιών από τις αρμόδιες αρχές

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές επανεξετάζουν τις διαδικασίες για την παραλαβή καταγγελιών και τα μέτρα παρακολούθησής τους, σε τακτική βάση και τουλάχιστον μία φορά ανά τριετία. Κατά την εξέταση των εν λόγω διαδικασιών, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη την εμπειρία τους και την εμπειρία άλλων αρμόδιων αρχών και προσαρμόζουν τις διαδικασίες τους αναλόγως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ

Άρθρο 15

Δημοσιοποίηση

1.  Το πρόσωπο που δημοσιοποιεί πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας δικαιούται προστασία δυνάμει της παρούσας οδηγίας, εάν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  έχει υποβάλει καταγγελία εσωτερικά και εξωτερικά ή κατευθείαν εξωτερικά σύμφωνα με τα κεφάλαια II και III, αλλά δεν αναλήφθηκε καμία ενδεδειγμένη ενέργεια ως ανταπόκριση στην καταγγελία εντός του χρονικού διαστήματος που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο στ) και στο άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο δ)· ή

β)  είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι:

i)  η παράβαση μπορεί να συνιστά άμεσο ή έκδηλο κίνδυνο για το δημόσιο συμφέρον, όπως όταν υπάρχει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή κίνδυνος μη αναστρέψιμης βλάβης· ή

ii)  σε περίπτωση εξωτερικής καταγγελίας, υπάρχει κίνδυνος αντιποίνων ή υπάρχει μικρή προοπτική να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η παράβαση, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης, όπως το ενδεχόμενο να συγκαλυφθούν ή να καταστραφούν αποδεικτικά στοιχεία ή να υφίσταται συμπαιγνία μιας αρχής με τον δράστη της παράβασης ή έναν ενεχόμενο στην παράβαση.

2.  Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα πρόσωπο αποκαλύπτει πληροφορίες απευθείας στον Τύπο σύμφωνα με ειδικές εθνικές διατάξεις που θεσπίζουν σύστημα προστασίας σχετικό με την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ

Άρθρο 16

Υποχρέωση εμπιστευτικότητας

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ταυτότητα του καταγγέλλοντος δεν αποκαλύπτεται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εν λόγω προσώπου σε οποιονδήποτε άλλον πέρα από τα εξουσιοδοτημένα μέλη του προσωπικού που είναι αρμόδια να λαμβάνουν ή/και να παρακολουθούν τις καταγγελίες. Το ίδιο ισχύει και για κάθε άλλη πληροφορία από την οποία μπορεί να συναχθεί, άμεσα ή έμμεσα, η ταυτότητα του καταγγέλλοντος.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η ταυτότητα του καταγγέλλοντος, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να αποκαλύπτεται μόνον όταν είναι αναγκαία και αναλογική υποχρέωση που επιβάλλεται από το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο ερευνών των εθνικών αρχών ή δικαστικών διαδικασιών, μεταξύ άλλων με σκοπό τη διασφάλιση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του καταγγελλομένου.

3.  Οι αποκαλύψεις αυτές υπόκεινται σε κατάλληλες διασφαλίσεις σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ενημερώνεται προτού αποκαλυφθεί η ταυτότητά του, εκτός αν η ενημέρωση αυτή υπονομεύει τις έρευνες ή τις δικαστικές διαδικασίες. Κατά την ενημέρωση του καταγγέλλοντος, η αρμόδια αρχή τού αποστέλλει γραπτή αιτιολόγηση στην οποία εξηγεί τους λόγους αποκάλυψης των συγκεκριμένων εμπιστευτικών στοιχείων.

4.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές που λαμβάνουν καταγγελίες, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών απορρήτων, να μην τις χρησιμοποιούν ούτε να τις αποκαλύπτουν για άλλους σκοπούς πλην των αναγκαίων για την ορθή παρακολούθηση των καταγγελιών.

Άρθρο 17

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Οποιαδήποτε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής ή της διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές, πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και την οδηγία (ΕΕ) 2016/680. Κάθε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725.

Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία εκδήλως δεν σχετίζονται με τον χειρισμό συγκεκριμένης υπόθεσης δεν συλλέγονται ή, αν συλλεχθούν τυχαία, διαγράφονται χωρίς άσκοπη καθυστέρηση.

Άρθρο 18

Τήρηση αρχείων των καταγγελιών

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου τηρούν αρχεία για κάθε καταγγελία που παραλαμβάνουν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 16 της παρούσας οδηγίας. Οι καταγγελίες αποθηκεύονται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το αναγκαίο και αναλογικό έναντι της απαίτησης που επιβάλλεται στις αρμόδιες αρχές και στις νομικές οντότητες ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

2.  Όταν για την υποβολή καταγγελίας χρησιμοποιείται τηλεφωνική γραμμή ή άλλο σύστημα τηλεφωνικών μηνυμάτων με καταγραφή της συνομιλίας, με την επιφύλαξη της συναίνεσης του καταγγέλλοντος, οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου έχουν το δικαίωμα να τεκμηριώσουν την προφορική υποβολή καταγγελίας με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

α)  με καταγραφή της συνομιλίας σε σταθερή και ανακτήσιμη μορφή·

β)  με πλήρη και ακριβή μεταγραφή της συνομιλίας που συντάσσεται από τα ▌ μέλη του προσωπικού της αρμόδιας αρχής τα οποία είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό καταγγελιών.

Οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου παρέχουν στον καταγγέλλοντα τη δυνατότητα να επαληθεύσει, να διορθώσει και να συμφωνήσει με τη μεταγραφή της συνομιλίας, υπογράφοντάς την.

3.  Όταν για την υποβολή καταγγελίας χρησιμοποιείται τηλεφωνική γραμμή ή άλλο σύστημα τηλεφωνικών μηνυμάτων χωρίς καταγραφή της συνομιλίας, οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου έχουν το δικαίωμα να τεκμηριώσουν την προφορική υποβολή καταγγελίας με τη μορφή επακριβών πρακτικών της συνομιλίας που συντάσσονται από τα▌ μέλη του προσωπικού που είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό της καταγγελίας. Οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου παρέχουν στον καταγγέλλοντα τη δυνατότητα να επαληθεύσει, να διορθώσει και να συμφωνήσει με τα ▌πρακτικά της συνομιλίας, υπογράφοντάς τα.

4.  Όταν ένα πρόσωπο ζητήσει συνάντηση με τα ▌μέλη του προσωπικού των αρμόδιων αρχών ή των νομικών οντοτήτων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα για να υποβάλει καταγγελία σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 και το άρθρο 12 παράγραφος 2 ▌, οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν, με την επιφύλαξη της συναίνεσης του καταγγέλλοντος, ότι τηρούνται πλήρη και επακριβή πρακτικά της συνάντησης σε σταθερή και ανακτήσιμη μορφή.

Οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα έχουν το δικαίωμα να τεκμηριώνουν τα πρακτικά της συνάντησης με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

α)  με καταγραφή της συνομιλίας σε σταθερή και ανακτήσιμη μορφή·

β)  με ακριβή πρακτικά της συνάντησης που συντάσσονται από τα ▌μέλη του προσωπικού τα οποία είναι υπεύθυνα για τον χειρισμό της καταγγελίας.

Οι αρμόδιες αρχές και οι νομικές οντότητες του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα παρέχουν στον καταγγέλλοντα τη δυνατότητα να επαληθεύσει, να διορθώσει και να συμφωνήσει με τα πρακτικά της συνάντησης, υπογράφοντάς τα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Άρθρο 19

Απαγόρευση αντιποίνων

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να απαγορεύσουν αντίποινα οποιασδήποτε μορφής, συμπεριλαμβανομένων των απειλών και αποπειρών αντεκδίκησης, άμεσα ή έμμεσα, ▌μεταξύ άλλων, αντίποινα με την ακόλουθη μορφή:

α)  παύση, απόλυση ή ισοδύναμα μέτρα·

β)  υποβιβασμό ή στέρηση προαγωγής·

γ)  μεταβίβαση καθηκόντων, αλλαγή τόπου εργασίας, μείωση μισθού, μεταβολή του ωραρίου εργασίας·

δ)  στέρηση κατάρτισης·

ε)  αρνητική αξιολόγηση επιδόσεων ή αρνητική επαγγελματική σύσταση

στ)  επιβολή ή εφαρμογή πειθαρχίας, επίπληξης ή άλλης ποινής, περιλαμβανομένης χρηματικής ποινής·

ζ)  καταναγκασμό, εκφοβισμό, παρενόχληση ή περιθωριοποίηση ▌·

η)  διάκριση, μειονέκτημα ή άδικη αντιμετώπιση·

θ)  μη μετατροπή σύμβασης προσωρινής απασχόλησης σε μόνιμη, ενώ ο εργαζόμενος είχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι θα του προσφερθεί μόνιμη απασχόληση·

ι)  μη ανανέωση ή πρόωρη διακοπή σύμβασης προσωρινής απασχόλησης·

ια)  βλάβη, περιλαμβανομένης προσβολής της φήμης, ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ή οικονομική ζημία, περιλαμβανομένης επιχειρηματικής ζημίας και απώλειας εισοδήματος·

ιβ)  καταχώριση σε μαύρη λίστα βάσει τομεακής ή κλαδικής επίσημης ή ανεπίσημης συμφωνίας, που συνεπάγεται ότι το πρόσωπο δεν πρόκειται να βρει θέση εργασίας στον τομέα ή στον κλάδο στο μέλλον·

ιγ)  πρόωρη διακοπή ή ακύρωση σύμβασης για εμπορεύματα ή υπηρεσίες·

ιδ)  ακύρωση άδειας ή έγκρισης.

ιε)  παραπομπή για ψυχιατρική ή ιατρική παρακολούθηση.

Άρθρο 20

Μέτρα στήριξης

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 4 έχουν πρόσβαση, κατά περίπτωση, σε μέτρα στήριξης, ιδίως τα ακόλουθα:

i)  εύκολη και δωρεάν για το κοινό πρόσβαση σε πλήρεις και ανεξάρτητες πληροφορίες και συμβουλές σχετικά με τις διαδικασίες και τα μέσα έννομης προστασίας που είναι διαθέσιμα για την προστασία έναντι αντιποίνων και τα δικαιώματα του καταγγελλομένου.

ii)  ▌πρόσβαση σε αποτελεσματική συνδρομή από τις αρμόδιες αρχές ενώπιον οποιασδήποτε οικείας αρχής εμπλέκεται στην προστασία τους έναντι αντιποίνων, μεταξύ άλλων, όταν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο πιστοποίηση του γεγονότος ότι δικαιούνται προστασία δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

iii)  πρόσβαση σε δικαστική αρωγή σε ποινικές υποθέσεις και σε διασυνοριακές διαδικασίες σε αστικές υποθέσεις σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 και την οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και πρόσβαση σε δικαστική αρωγή σε περαιτέρω διαδικασίες και νομικές συμβουλές ή άλλη δικαστική συνδρομή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την παροχή οικονομικής βοήθειας και στήριξης, συμπεριλαμβανομένης της ψυχολογικής υποστήριξης, σε καταγγέλλοντες στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών.

3.  Τα μέτρα στήριξης που αναφέρονται στο παρόν άρθρο μπορεί να παρέχονται, κατά περίπτωση, από κέντρο πληροφοριών ή από ενιαία και σαφώς προσδιορισμένη ανεξάρτητη διοικητική αρχή.

Άρθρο 21

Μέτρα για την προστασία ▌έναντι αντιποίνων

1.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των καταγγελλόντων που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 έναντι αντιποίνων. Στα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνονται ιδίως τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8.

2.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφοι 2 και 3, τα πρόσωπα που υποβάλλουν καταγγελία ή προβαίνουν σε δημοσιοποίηση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία δεν θεωρείται ότι παραβιάζουν κανέναν περιορισμό όσον αφορά την αποκάλυψη πληροφοριών και δεν υπέχουν καμία απολύτως ευθύνη σε σχέση με την εν λόγω καταγγελία ή αποκάλυψη, εφόσον είχαν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι η καταγγελία ή η αποκάλυψη των εν λόγω πληροφοριών ήταν αναγκαία για να αποκαλυφθεί παράβαση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

3.  Οι καταγγέλλοντες δεν υπέχουν ευθύνη σε σχέση με την απόκτηση αυτών των πληροφοριών ή την πρόσβαση σε αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω απόκτηση ή πρόσβαση δεν συνιστά αυτοτελώς ποινικό αδίκημα. Στην περίπτωση αυτή, η ποινική ευθύνη εξακολουθεί να διέπεται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.

4.  Κάθε άλλη πιθανή ευθύνη των καταγγελλόντων που προκύπτει από πράξεις ή παραλείψεις που δεν σχετίζονται με την καταγγελία ή δεν είναι απαραίτητες για την αποκάλυψη παράβασης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία εξακολουθεί να διέπεται από το εφαρμοστέο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο.

5.  Στο πλαίσιο ▌διαδικασιών ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρχής σχετικά με βλάβη την οποία υπέστη ο καταγγέλλων, και με την επιφύλαξη ότι ο καταγγέλλων αποδεικνύει ότι προέβη σε καταγγελία ή δημοσιοποίηση και υπέστη βλάβη, τεκμαίρεται ότι η βλάβη έγινε σε αντίποινα για▌ την καταγγελία ή την αποκάλυψη. Στις περιπτώσεις αυτές, εναπόκειται στο πρόσωπο που έλαβε το μέτρο που προκάλεσε τη βλάβη να αποδείξει ότι το εν λόγω μέτρο ▌βασίστηκε σε δεόντως αιτιολογημένους λόγους.

6.  Οι καταγγέλλοντες και οι διαμεσολαβητές έχουν πρόσβαση σε μέσα έννομης προστασίας έναντι των αντιποίνων, κατά περίπτωση, όπως, μεταξύ άλλων, προσωρινά μέτρα εν αναμονή της απόφασης της νομικής διαδικασίας, σύμφωνα με το εθνικό πλαίσιο.

7.  ▌Σε δικαστικές διαδικασίες, μεταξύ άλλων για συκοφαντική δυσφήμιση, προσβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, παράβαση της υποχρέωσης τήρησης του απορρήτου, παράβαση των κανόνων για την προστασία δεδομένων, αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου, ή για αιτήσεις αποζημίωσης βάσει του ιδιωτικού, του δημόσιου ή του συλλογικού εργατικού δικαίου, οι καταγγέλλοντες δεν υπέχουν καμία απολύτως ευθύνη για την καταγγελία ή τη δημοσιοποίηση στην οποία προέβησαν σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και έχουν το δικαίωμα να επικαλεστούν αυτή την καταγγελία ή αποκάλυψη ώστε να ζητήσουν την απόρριψη της αγωγής, εφόσον είχαν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι η καταγγελία ή η αποκάλυψη ήταν αναγκαία για να αποκαλυφθεί παράβαση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Όταν ένα πρόσωπο καταγγέλλει ή δημοσιοποιεί πληροφορίες σχετικά με παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, οι οποίες περιλαμβάνουν εμπορικά απόρρητα και πληρούν τους όρους της παρούσας οδηγίας, η εν λόγω καταγγελία ή δημοσιοποίηση θεωρείται νόμιμη υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/943.

8.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζονται τα ένδικα μέσα και η πλήρης αποζημίωση για τις ζημίες που υφίστανται οι καταγγέλλοντες που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 22

Μέτρα για την προστασία των καταγγελλομένων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι οι καταγγελλόμενοι απολαμβάνουν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου καθώς και το τεκμήριο αθωότητας και τα δικαιώματα υπεράσπισης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ακρόασης και του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελό τους ▌.

2.  Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι η ταυτότητα των καταγγελλομένων ▌προστατεύεται καθ’ όλη τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

3.  Οι διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 12, 17 και 18 εφαρμόζονται επίσης για την προστασία της ταυτότητας των καταγγελλομένων.

Άρθρο 23

Κυρώσεις

1.  Τα κράτη μέλη προβλέπουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις οι οποίες εφαρμόζονται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που:

α)  παρεμποδίζουν ή αποπειρώνται να παρεμποδίσουν την υποβολή καταγγελίας·

β)  λαμβάνουν μέτρα αντιποίνων σε βάρος ▌προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 4·

γ)  κινούν κακόβουλες διαδικασίες κατά ▌προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 4·

δ)  παραβαίνουν την υποχρέωση τήρησης του εμπιστευτικού χαρακτήρα της ταυτότητας των καταγγελλόντων κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 16.

2.  Τα κράτη μέλη προβλέπουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε βάρος προσώπων όταν αποδεικνύεται ότι προέβησαν εν γνώσει τους σε ψευδείς καταγγελίες ή ψευδείς δημοσιοποιήσεις. Τα κράτη μέλη προβλέπουν επίσης μέτρα αποζημίωσης για τις ζημίες που προκαλούνται από τέτοιες καταγγελίες ή αποκαλύψεις σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 24

Απαγόρευση άρσης δικαιωμάτων και μέσων έννομης προστασίας

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα και τα μέσα έννομης προστασίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία δεν μπορούν να αρθούν ή να περιοριστούν από συμφωνία, πολιτική, μορφή ή όρο απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης συμφωνίας διαιτησίας πριν από διαφορά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 25

Ευνοϊκότερη μεταχείριση και ρήτρα μη υποβάθμισης

1.  Τα κράτη μέλη δύνανται να εισάγουν ή να διατηρούν διατάξεις που είναι ευνοϊκότερες για τα δικαιώματα των καταγγελλόντων σε σχέση με εκείνες που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη του άρθρου 22 και του άρθρου 23 παράγραφος 2.

2.  Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει λόγο για μείωση του επιπέδου προστασίας το οποίο παρέχεται ήδη από τα κράτη μέλη στους τομείς που καλύπτονται από την οδηγία.

Άρθρο 26

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και μεταβατική περίοδος

1.  Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία έως ... [2 έτη μετά την έκδοση].

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση καθιέρωσης εσωτερικού διαύλου που ορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 3 όσον αφορά νομικές οντότητες με περισσότερους από 50 και λιγότερους από 250 εργαζομένους έως ...[δύο έτη μετά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο].

3.   Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις διατάξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Άρθρο 27

Υποβολή εκθέσεων, αξιολόγηση και επανεξέταση

1.  Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις σχετικές πληροφορίες όσον αφορά την υλοποίηση και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Βάσει των παρεχόμενων πληροφοριών, η Επιτροπή, έως ... [2 έτη μετά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο], υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την υλοποίηση και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

2.  Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων που προβλέπονται από άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, σε ετήσια βάση, τα ακόλουθα στατιστικά στοιχεία, κατά προτίμηση σε συγκεντρωτική μορφή, σχετικά με τις καταγγελίες που αναφέρονται στο κεφάλαιο III, εφόσον αυτά διατίθενται σε κεντρικό επίπεδο στο οικείο κράτος μέλος:

α)  τον αριθμό των καταγγελιών που παρέλαβαν οι αρμόδιες αρχές·

β)  τον αριθμό των ερευνών και των διαδικασιών που κινήθηκαν ως αποτέλεσμα των εν λόγω καταγγελιών και την▌ έκβασή τους·

γ)  σε περίπτωση που διαπιστώθηκε ζημία, την εκτιμώμενη οικονομική ζημία▌ και τα ποσά που ανακτήθηκαν κατόπιν ερευνών και διαδικασιών σε σχέση με τις καταγγελλόμενες παραβάσεις.

3.  Η Επιτροπή, έως ... [4 έτη μετά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο], με βάση την έκθεσή της η οποία υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, και τα στατιστικά στοιχεία των κρατών μελών που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 2, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αξιολογώντας τον αντίκτυπο της εθνικής νομοθεσίας μεταφοράς της παρούσας οδηγίας. Η έκθεση αξιολογεί τον τρόπο με τον οποίον έχει λειτουργήσει η παρούσα οδηγία και εξετάζει την ανάγκη για επιπρόσθετα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, τροποποιήσεων με σκοπό την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας σε περαιτέρω ενωσιακές πράξεις ή τομείς, ιδίως σχετικά με τη βελτίωση του εργασιακού περιβάλλοντος για την προστασία της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και σχετικά με τις συνθήκες εργασίας.

Επιπλέον, η έκθεση αξιολογεί τον τρόπο με τον οποίον τα κράτη μέλη αξιοποίησαν υφιστάμενους μηχανισμούς συνεργασίας στο πλαίσιο των υποχρεώσεών τους για την παρακολούθηση καταγγελιών για παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και, γενικότερα, τον τρόπο συνεργασίας τους σε περιπτώσεις παραβάσεων με διασυνοριακή διάσταση.

4.  Οι εκθέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3 δημοσιοποιούνται από την Επιτροπή και είναι εύκολα προσβάσιμες.

Άρθρο 28

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 29

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

…,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Μέρος I

Α.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο i) – δημόσιες συμβάσεις:

1.  Διαδικαστικοί κανόνες για δημόσιες συμβάσεις και την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης, για την ανάθεση συμβάσεων στους τομείς της άμυνας ▌και της ασφάλειας και για την ανάθεση συμβάσεων φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και για κάθε άλλη σύμβαση ή υπηρεσία όπως ρυθμίζεται από τις εξής πράξεις:

i)  οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 1)·

ii)  οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 65)·

iii)  οδηγία 2014/25/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και την κατάργηση της οδηγίας 2004/17/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 243)·

iv)  οδηγία 2009/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης ορισμένων συμβάσεων έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών που συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας καθώς και την τροποποίηση των οδηγιών 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 216 της 20.8.2009, σ. 76).

2.  Διαδικασίες επανεξέτασης που ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 76 της 23.3.1992, σ. 14)·

ii)  την οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395 της 30.12.1989, σ. 33).

B.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο ii) – χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προϊόντα και αγορές και πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας:

Κανόνες για τη θέσπιση κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου και για την προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών στους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και των κεφαλαιαγορών, των τραπεζών, των πιστώσεων, των επενδύσεων, των ασφαλίσεων και των αντασφαλίσεων, των επαγγελματικών ή των ατομικών συνταξιοδοτικών προϊόντων, των χρεογράφων, των επενδυτικών ταμείων, των υπηρεσιών πληρωμών ▌στην Ένωση και των δραστηριοτήτων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338), όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ (ΕΕ L 267 της 10.10.2009, σ. 7)·

ii)  την οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1)·

iii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 236/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2012, για τις ανοικτές πωλήσεις και ορισμένες πτυχές των συμβολαίων ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης (ΕΕ L 86 της 24.3.2012, σ. 1)·

iv)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 1)·

v)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 346/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 18)·

vi)  την οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/EE και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 60 της 28.2.2014, σ. 34)·

vii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος και την κατάργηση της απόφασης 2005/909/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 158 της 27.5.2014, σ. 77)·

viii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84)·

ix)  την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/EΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35)·

x)  την οδηγία 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς (ΕΕ L 142 της 30.4.2004, σ. 12)·

xi)  την οδηγία 2007/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, σχετικά με την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων από μετόχους εισηγμένων εταιρειών (ΕΕ L 184 της 14.7.2007, σ. 17)·

xii)  την οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕK (ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 38)·

xiii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1)·

xiv)  τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 (ΕΕ L 171 της 29.6.2016, σ. 1)·

xv)  την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335, της 17.12.2009, σ. 1)·

xvi)  την οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190)·

xvii)  την οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ (ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1)·

xviii)  την οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149)·

xix)  την οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών (ΕΕ L 84 της 26.3.1997, σ. 22)·

xx)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

Γ.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο iii) – ασφάλεια των προϊόντων και συμμόρφωση:

1.  ▌Απαιτήσεις ασφάλειας και συμμόρφωσης των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά της Ένωσης όπως ορίζονται και ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 2001, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΕΕ L 11 της 15.1.2002, σ. 4)·

ii)  την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης σε σχέση με τα μεταποιημένα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων επισήμανσης, εκτός από τα τρόφιμα, τις ζωοτροφές, τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη και για κτηνιατρική χρήση, τα ζώντα φυτά και ζώα, τα προϊόντα ανθρώπινης προέλευσης και τα προϊόντα φυτών και ζώων που σχετίζονται άμεσα με τη μελλοντική αναπαραγωγή τους, όπως απαριθμούνται στα παραρτήματα του κανονισμού XX για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων(31)·

iii)  την οδηγία 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση πλαισίου για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά (οδηγία-πλαίσιο) (ΕΕ L 263 της 9.10.2007, σ. 1).

2.  Κυκλοφορία στην αγορά και χρήση ευαίσθητων και επικίνδυνων προϊόντων, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2009/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για την απλούστευση των όρων και προϋποθέσεων για τις μεταφορές προϊόντων συνδεόμενων με τον τομέα της άμυνας εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 146 της 10.6.2009, σ. 1)·

ii)  την οδηγία 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1991, σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων (ΕΕ L 256 της 13.9.1991, σ. 51)·

iii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 98/2013, της 15ης Ιανουαρίου 2013, σχετικά με την κυκλοφορία στην αγορά και τη χρήση πρόδρομων ουσιών εκρηκτικών υλών (ΕΕ L 39 της 9.2.2013, σ. 1).

Δ.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο iv) – ασφάλεια των μεταφορών:

1.  Απαιτήσεις ασφάλειας στον τομέα των σιδηροδρόμων όπως ρυθμίζονται από την οδηγία (EE) 2016/798 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 138 της 26.5.2016, σ. 102).

2.  Απαιτήσεις ασφάλειας στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας όπως ρυθμίζονται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 996/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με τη διερεύνηση και την πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων στην πολιτική αεροπορία και την κατάργηση της οδηγίας 94/56/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 12.11.2010, σ. 35).

3.  Απαιτήσεις ασφάλειας στον τομέα των οδικών μεταφορών όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2008/96/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τη διαχείριση της ασφάλειας των οδικών υποδομών (ΕΕ L 319 της 29.11.2008, σ. 59)·

ii)  την οδηγία 2004/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις ασφαλείας για τις σήραγγες του διευρωπαϊκού οδικού δικτύου (ΕΕ L 167 της 30.4.2004, σ. 39).

iii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1071/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων όσον αφορά τους όρους που πρέπει να πληρούνται για την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα και για την κατάργηση της οδηγίας 96/26/ΕΚ του Συμβουλίου (EE L 300 της 14.11.2009, σ. 51).

4.  Απαιτήσεις ασφάλειας στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών όπως ρυθμίζονται από:

i)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 391/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και ελέγχου πλοίων (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 131 της 28.5.2009, σ. 11)·

ii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 392/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την ευθύνη των μεταφορέων που εκτελούν θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, σε περίπτωση ατυχήματος (ΕΕ L 131 της 28.5.2009, σ. 24)·

iii)  την οδηγία 2014/90/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τον εξοπλισμό πλοίων και για την κατάργηση της οδηγίας 96/98/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 146)·

iv)  την οδηγία 2009/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, για τον καθορισμό των θεμελιωδών αρχών που διέπουν τη διερεύνηση των ατυχημάτων στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/35/ΕΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2002/59/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 131 της 28.5.2009, σ. 114)·

v)  την οδηγία 2008/106/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για το ελάχιστο επίπεδο εκπαίδευσης των ναυτικών (ΕΕ L 323 της 3.12.2008, σ. 33)·

vi)  την οδηγία 98/41/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1998, σχετικά με την καταγραφή των ατόμων που ταξιδεύουν με επιβατηγά πλοία που εκτελούν δρομολόγια προς ή από λιμένες των κρατών μελών της Κοινότητας (ΕΕ L 188 της 2.7.1998, σ. 35)·

vii)  την οδηγία 2001/96/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με τον καθορισμό εναρμονισμένων απαιτήσεων και διαδικασιών για την ασφαλή φόρτωση και εκφόρτωση των φορτηγών πλοίων μεταφοράς φορτίου χύδην (ΕΕ L 13 της 16.1.2002, σ. 9).

5.  Απαιτήσεις ασφάλειας όπως ρυθμίζονται από την οδηγία 2008/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με τις εσωτερικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων (ΕΕ L 260 της 30.9.2008, σ. 13).

E.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο v) – προστασία του περιβάλλοντος:

1.   Οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα κατά της προστασίας του περιβάλλοντος όπως ρυθμίζεται από την οδηγία 2008/99/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου (ΕΕ L 328 της 6.12.2008, σ. 28) ή οποιαδήποτε παράνομη συμπεριφορά η οποία παραβιάζει τη νομοθεσία που ορίζεται στα παραρτήματα της οδηγίας 2008/99/ΕΚ·

2.  Διατάξεις για το περιβάλλον και το κλίμα, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2003/87/ΕΚ σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 275 της 25.10.2003, σ. 32)·

ii)  την οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 16)·iii) την οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για την ενεργειακή απόδοση, την τροποποίηση των οδηγιών 2009/125/ΕΚ και 2010/30/ΕΕ και την κατάργηση των οδηγιών 2004/8/ΕΚ και 2006/32/ΕΚ (ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 1)·

iii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 525/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, σχετικά με μηχανισμό παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και άλλων πληροφοριών σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο που αφορούν την αλλαγή του κλίματος και την κατάργηση της απόφασης αριθ. 280/2004/ΕΚ (ΕΕ L 165 της 18.6.2013, σ. 13)·

iv)  την οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΕΕ L 328 της 21.12.2018, σ. 82).

3.  Διατάξεις για τη βιώσιμη ανάπτυξη και διαχείριση των αποβλήτων, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ L 312 της 22.11.2008, σ. 3)·

ii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1257/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, για την ανακύκλωση των πλοίων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 και της οδηγίας 2009/16/ΕΚ (ΕΕ L 330 της 10.12.2013, σ. 1)·

iii)   τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 649/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τις εξαγωγές και εισαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 60)·

4.  Διατάξεις περί ατμοσφαιρικής και θαλάσσιας ρύπανσης και ηχορρύπανσης, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 1999/94/EΚ για τις πληροφορίες που πρέπει να τίθενται στη διάθεση των καταναλωτών σχετικά με την οικονομία καυσίμου και τις εκπομπές CO2 όσον αφορά την εμπορία νέων επιβατηγών αυτοκινήτων (ΕΕ L 12 της 18.1.2000. σ. 16)·

ii)  την οδηγία 2001/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, σχετικά με εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους (ΕΕ L 309 της 27.11.2001, σ. 22)·

iii)  την οδηγία 2002/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, σχετικά με την αξιολόγηση και τη διαχείριση του περιβαλλοντικού θορύβου (ΕΕ L 189 της 18.7.2002, σ. 12)·

iv)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 782/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2003, για την απαγόρευση οργανοκασσιτερικών ενώσεων σε πλοία (ΕΕ L 115 της 9.5.2003, σ. 1)·

v)   την οδηγία 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας (ΕΕ L 143 της 30.4.2004, σ. 56)·

vi)  την οδηγία 2005/35/ΕΚ σχετικά με τη ρύπανση από τα πλοία και τη θέσπιση κυρώσεων για παραβάσεις (ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 11)·

vii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 166/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 2006, για τη σύσταση ευρωπαϊκού μητρώου έκλυσης και μεταφοράς ρύπων και για την τροποποίηση των οδηγιών 91/689/EΟΚ και 96/61/EΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 33 της 4.2.2006, σ. 1)·

viii)  την οδηγία 2009/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση καθαρών και ενεργειακώς αποδοτικών οχημάτων οδικών μεταφορών (ΕΕ L 120 της 15.5.2009, σ. 12)·

ix)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 443/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με τα πρότυπα επιδόσεων για τις εκπομπές από τα καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα, στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης προσέγγισης της Κοινότητας για τη μείωση των εκπομπών CO2 από ελαφρά οχήματα (ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 1)·

x)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1005/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος (ΕΕ L 286 της 31.10.2009, σ. 1)·

xi)  την οδηγία 2009/126/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη φάση ΙΙ της ανάκτησης ατμών βενζίνης κατά τη διάρκεια του ανεφοδιασμού μηχανοκίνητων οχημάτων σε πρατήρια καυσίμων (ΕΕ L 285 της 31.10.2009, σ. 36)·

xii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 510/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2011, σχετικά με τα πρότυπα επιδόσεων για τις εκπομπές από τα καινούργια ελαφρά επαγγελματικά οχήματα όσον αφορά τις εκπομπές, στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης προσέγγισης της Ένωσης για τη μείωση των εκπομπών CO2 από ελαφρά οχήματα (ΕΕ L 145 της 31.5.2011, σ. 1)·

xiii)  την οδηγία 2014/94/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2014, για την ανάπτυξη υποδομών εναλλακτικών καυσίμων (ΕΕ L 307 της 28.10.2014, σ. 1)·

xiv)   τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/757 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, για την παρακολούθηση, την υποβολή εκθέσεων και επαλήθευση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από θαλάσσιες μεταφορές και για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/16/ΕΚ (ΕΕ L 123 της 19.5.2015, σ. 55)·

xv)  την οδηγία (ΕΕ) 2015/2193 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, για τον περιορισμό των εκπομπών ορισμένων ρύπων στην ατμόσφαιρα από μεσαίου μεγέθους μονάδες καύσης (ΕΕ L 313 της 28.11.2015, σ. 1).

5.  Διατάξεις για την προστασία και διαχείριση των υδάτων και του εδάφους, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2007/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2007, για την αξιολόγηση και τη διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας (ΕΕ L 288 της 6.11.2007, σ. 27)·

ii)  την οδηγία 2008/105/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με πρότυπα ποιότητας περιβάλλοντος στον τομέα της πολιτικής των υδάτων καθώς και σχετικά με την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 82/176/ΕΟΚ, 83/513/ΕΟΚ, 84/156/ΕΟΚ, 84/491/ΕΟΚ και 86/280/ΕΟΚ και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 348 της 24.12.2008, σ. 84)·

iii)  την οδηγία 2011/92/ΕΕ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (EE L 26 της 28.1.2012, σ. 1).

6.  Διατάξεις σχετικά με την προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας, όπως ρυθμίζονται από:

i)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1936/2001 του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, περί ορισμένων μέτρων ελέγχου των δραστηριοτήτων αλιείας των άκρως μεταναστευτικών ειδών ιχθύων (ΕΕ L 263 της 3.10.2001, σ. 1)·

ii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 812/2004 του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με παρεμπίπτοντα αλιεύματα κητοειδών κατά την αλιεία και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 88/98 (ΕΕ L 150 της 30.4.2004, σ. 12)·

iii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1007/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, περί εμπορίου προϊόντων φώκιας (ΕΕ L 286 της 31.10.2009, σ. 36)·

iv)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 734/2008 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2008, για την προστασία ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων της ανοικτής θάλασσας από τις δυσμενείς συνέπειες της χρήσης αλιευτικών εργαλείων βυθού (ΕΕ L 201 της 30.7.2008, σ. 8)·

v)  την οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ L 20 της 26.1.2010, σ. 7)·

vi)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 995/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, για τη θέσπιση των υποχρεώσεων των φορέων εκμετάλλευσης που διαθέτουν ξυλεία και προϊόντα ξυλείας στην αγορά (ΕΕ L 295 της 12.11.2010, σ. 23)·

vii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1143/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2014, για την πρόληψη και διαχείριση της εισαγωγής και εξάπλωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδών (ΕΕ L 317 της 4.11.2014, σ. 35)·

7.  Διατάξεις για τα χημικά προϊόντα, όπως ρυθμίζονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1)·

8.  Διατάξεις για τα βιολογικά προϊόντα, όπως ρυθμίζονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2018/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 150 της 14.6.2018, σ. 1).

ΣΤ.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο vi) – προστασία από την ακτινοβολία και πυρηνική ασφάλεια

Κανόνες για την πυρηνική ασφάλεια όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2009/71/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2009, περί θεσπίσεως κοινοτικού πλαισίου για την πυρηνική ασφάλεια πυρηνικών εγκαταστάσεων (ΕΕ L 172 της 2.7.2009, σ. 18)·

ii)  την οδηγία 2013/51/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, περί θεσπίσεως απαιτήσεων προστασίας της υγείας του πληθυσμού από ραδιενεργές ουσίες που περιέχονται στο νερό ανθρώπινης κατανάλωσης (ΕΕ L 296 της 7.11.2013, σ. 12)·

iii)  την οδηγία 2013/59/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 2013, για τον καθορισμό βασικών προτύπων ασφαλείας για την προστασία από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες και την κατάργηση των οδηγιών 89/618/Ευρατόμ, 90/641/Ευρατόμ, 96/29/Ευρατόμ, 97/43/Ευρατόμ και 2003/122/Ευρατόμ (ΕΕ L 13 της 17.1.2014, σ. 1)·

iv)  την οδηγία 2011/70/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2011, η οποία θεσπίζει κοινοτικό πλαίσιο για την υπεύθυνη και ασφαλή διαχείριση αναλωμένων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων (ΕΕ L 199 της 2.8.2011, σ. 48)·

v)  την οδηγία 2006/117/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, σχετικά με την επιτήρηση και τον έλεγχο των αποστολών ραδιενεργών αποβλήτων και αναλωμένου πυρηνικού καυσίμου (EE L 337 της 5.12.2006, σ. 21)·

vi)  τον κανονισμό (Ευρατόμ) 2016/52 του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2016, για τον καθορισμό μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων ραδιορρύπανσης των τροφίμων και των ζωοτροφών κατόπιν πυρηνικού ατυχήματος ή άλλου έκτακτου ραδιολογικού συμβάντος και την κατάργηση του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 3954/87 και των κανονισμών της Επιτροπής (Ευρατόμ) αριθ. 944/89 και (Ευρατόμ) αριθ. 770/90 (ΕΕ L 13 της 20.1.2016, σ. 2)·

vii)  τον κανονισμό (Ευρατόμ) αριθ. 1493/93 του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 1993 για τις αποστολές ραδιενεργών ουσιών μεταξύ κρατών μελών.

Ζ.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο vii) – ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών, υγεία και καλή μεταχείριση των ζώων:

1.  Νομοθεσία της Ένωσης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές που διέπεται από τις γενικές αρχές και απαιτήσεις όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1).

2.  Υγεία των ζώων όπως ρυθμίζεται από:

i)   τον κανονισμό (EE) 2016/429 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τις μεταδοτικές νόσους των ζώων και για την τροποποίηση και την κατάργηση ορισμένων πράξεων στον τομέα της υγείας των ζώων («νόμος για την υγεία των ζώων») (ΕΕ L 84 της 31.3.2016, σ. 1).

ii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, περί υγειονομικών κανόνων για ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο (ΕΕ L 300 της 14.11.2009, σ. 1)·

3.  Κανονισμός (EE) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται με σκοπό την εξασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και των κανόνων για την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων, την υγεία των φυτών και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, για την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 999/2001, (ΕΚ) αριθ. 396/2005, (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, (EE) αριθ. 652/2014, (ΕΕ) 2016/429 και (ΕΕ) 2016/2031, των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 και των οδηγιών του Συμβουλίου 98/58/ΕΚ, 1999/74/ΕΚ, 2007/43/ΕΚ, 2008/119/ΕΚ και 2008/120/ΕΚ και για την κατάργηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 854/2004 και (ΕΚ) αριθ. 882/2004, των οδηγιών του Συμβουλίου 89/608/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 91/496/ΕΟΚ, 96/23/ΕΚ, 96/93/ΕΚ και 97/78/ΕΚ και της απόφασης 92/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου (κανονισμός για τους επίσημους ελέγχους) (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1).

4.   Διατάξεις και πρότυπα σχετικά με την προστασία και την καλή διαβίωση των ζώων, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 98/58/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, σχετικά με την προστασία των ζώων στα εκτροφεία (ΕΕ L 221 της 8.8.1998, σ. 23)·

ii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2005 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά και συναφείς δραστηριότητες και για την τροποποίηση των οδηγιών 64/432/ΕΟΚ και 93/119/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1255/97 (ΕΕ L 3 της 5.1.2005, σ. 1)·

iii)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2009, για την προστασία των ζώων κατά τη θανάτωσή τους (ΕΕ L 303 της 18.11.2009, σ. 1)·

iv)  την οδηγία 1999/22/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαρτίου 1999, για τη διατήρηση άγριων ζώων στους ζωολογικούς κήπους (ΕΕ L 94 της 9.4.1999, σ. 24).

Η.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο viii) – δημόσια υγεία:

1.  Μέτρα για τον καθορισμό υψηλών προδιαγραφών ποιότητας και ασφάλειας για τα όργανα και τις ουσίες ανθρώπινης προέλευσης, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 2002/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, για τη θέσπιση προτύπων ποιότητας και ασφάλειας για τη συλλογή, τον έλεγχο, την επεξεργασία, την αποθήκευση και τη διανομή ανθρωπίνου αίματος και συστατικών του αίματος και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/ΕΚ (ΕΕ L 33 της 8.2.2003, σ. 30)·

ii)  την οδηγία 2004/23/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, για τη θέσπιση προτύπων ποιότητας και ασφάλειας για τη δωρεά, την προμήθεια, τον έλεγχο, την επεξεργασία, τη συντήρηση, την αποθήκευση και τη διανομή ανθρώπινων ιστών και κυττάρων (ΕΕ L 102 της 7.4.2004, σ. 48)·

iii)  την οδηγία 2010/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 2010, σχετικά με τα πρότυπα ποιότητας και ασφάλειας των ανθρώπινων οργάνων που προορίζονται για μεταμόσχευση (ΕΕ L 207 της 6.8.2010, σ. 14).

2.  Μέτρα για τον καθορισμό υψηλών προδιαγραφών ποιότητας και ασφάλειας για τα φάρμακα και τα τεχνολογικά προϊόντα που προορίζονται για ιατρική χρήση, όπως ρυθμίζονται από:

i)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 141/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1999, για τα ορφανά φάρμακα (ΕΕ L 18 της 22.1.2000, σ. 1)·

ii)  την οδηγία 2001/83/ΕΚ, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 67)·

iii)  τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/6 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τα κτηνιατρικά φάρμακα και για την κατάργηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ (ΕΕ L 4 της 7.1.2019, σ. 43

iv)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 726/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών χορήγησης άδειας και εποπτείας όσον αφορά τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη και για κτηνιατρική χρήση και για τη σύσταση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΕ L 136 της 30.4.2004, σ. 1)·

v)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1901/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τα παιδιατρικά φάρμακα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1768/92, της οδηγίας 2001/20/ΕΚ, της οδηγίας 2001/83/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 (ΕΕ L 378 της 27.12.2006, σ. 1)·

vi)  τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1394/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τα φάρμακα προηγμένων θεραπειών και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 (ΕΕ L 324 της 10.12.2007, σ. 121)·

vii)  τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 536/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για τις κλινικές δοκιμές φαρμάκων που προορίζονται για τον άνθρωπο και για την κατάργηση της οδηγίας 2001/20/ΕΚ (ΕΕ L 158 της 27.5.2014, σ. 1).

3.  Δικαιώματα των ασθενών όπως ρυθμίζονται από την οδηγία 2011/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, περί εφαρμογής των δικαιωμάτων των ασθενών στο πλαίσιο της διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης (ΕΕ L 88 της 4.4.2011, σ. 45).

4.  Κατασκευή, παρουσίαση και πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων όπως ρυθμίζονται από την οδηγία 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ (ΕΕ L 127 της 29.4.2014, σ. 1).

Θ.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο ix) – προστασία των καταναλωτών:

Δικαιώματα των καταναλωτών και προστασία των καταναλωτών, όπως ρυθμίζονται από:

i)  την οδηγία 98/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, περί της προστασίας των καταναλωτών όσον αφορά την αναγραφή των τιμών των προϊόντων που προσφέρονται στους καταναλωτές (ΕΕ L 80 της 18.3.1998, σ. 27)·

ii)  την οδηγία 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών (ΕΕ L 171 της 7.7.1999, σ. 12)·

iii)  την οδηγία 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές και την τροποποίηση των οδηγιών 90/619/ΕΟΚ του Συμβουλίου, 97/7/ΕΚ και 98/27/ΕΚ (ΕΕ L 271 της 9.10.2002, σ. 16)·

iv)  την οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές») ( ΕΕ L 149 της 11.6.2005, σ. 22)·

v)  την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ΕΕ L 133 της 22.5.2008, σ. 66)·

vi)  την οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 64)·

vii)  την οδηγία 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, για τη συγκρισιμότητα των τελών που συνδέονται με λογαριασμούς πληρωμών, την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών και την πρόσβαση σε λογαριασμούς πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 214).

Ι.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο x) – προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και ασφάλεια συστημάτων δικτύου και πληροφοριών:

i)  οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37)·

ii)  κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1)·

iii)  οδηγία (ΕΕ) 2016/1148 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, σχετικά με μέτρα για υψηλό κοινό επίπεδο ασφάλειας συστημάτων δικτύου και πληροφοριών σε ολόκληρη την Ένωση (ΕΕ L 194 της 19.7.2016, σ. 1).

Μέρος II

Το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας αναφέρεται στην παρακάτω νομοθεσία της Ένωσης:

A.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο ii) – χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προϊόντα και αγορές και πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας:

1.  Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες:

i)  οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32)·

ii)  οδηγία (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2016, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) (ΕΕ L 354 της 23.12.2016, σ. 37)·

iii)  οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σ. 87)·

iv)  κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 1)·

v)  οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338)·

vi)  οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349)·

vii)  κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 1)·

viii)  κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με τα έγγραφα βασικών πληροφοριών που αφορούν συσκευασμένα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές και επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση (PRIIP) (ΕΕ L 352 της 9.12.2014, σ. 1)·

ix)  κανονισμός (ΕΕ) 2015/2365 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, περί διαφάνειας των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων και επαναχρησιμοποίησης, και περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 1)·

x)  οδηγία (EE) 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2016, σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 26 της 2.2.2016, σ. 19)·

xi)  κανονισμός (ΕΕ) 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά (ΕΕ L 168 της 30.6.2017, σ. 12).

2.  Πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας:

i)  οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73)·

ii)  κανονισμός (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και περί κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1781/2006 (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 1).

B.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο iv) – ασφάλεια των μεταφορών:

i)  κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 376/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την αναφορά, ανάλυση και παρακολούθηση περιστατικών στην πολιτική αεροπορία, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 996/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των κανονισμών της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 1321/2007 και (ΕΚ) αριθ. 1330/2007 (ΕΕ L 122 της 24.4.2014, σ. 18)·

ii)  οδηγία 2013/54/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, σχετικά με ορισμένες υποχρεώσεις του κράτους σημαίας για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις και την εφαρμογή της σύμβασης Ναυτικής Εργασίας, 2006 (ΕΕ L 329 της 10.12.2013, σ. 1)·

iii)  οδηγία 2009/16/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με τον έλεγχο των πλοίων από το κράτος λιμένα (ΕΕ L 131 της 28.5.2009, σ. 57).

Γ.  Άρθρο 2 στοιχείο α) σημείο v) – προστασία του περιβάλλοντος:

i)  οδηγία 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/ΕΚ (ΕΕ L 178 της 28.6.2013, σ. 66).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΨΗΦΙΣΜΑ

Δήλωση της Επιτροπής επί της οδηγίας σχετικά με την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης

Κατά τον χρόνο της επανεξέτασης που πρόκειται να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 27 της οδηγίας, η Επιτροπή θα εξετάσει το ενδεχόμενο να προτείνει την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της σε ορισμένες πράξεις βασισμένες στα άρθρα 153 και 157 της ΣΛΕΕ, έπειτα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 154 της ΣΛΕΕ.

(1) ΕΕ C 405 της 9.11.2018, σ. 1.
(2) ΕΕ C 62 της 15.2.2019, σ. 155.
(3)* ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΥΠΟΣΤΕΙ ΝΟΜΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ.
(4)ΕΕ C 62 της 15.2.2019, σ. 155.
(5)ΕΕ C της […], […], σ. […].
(6)ΕΕ C 405 της 9.11.2018, σ. 1.
(7) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019.
(8) Ανακοίνωση της 8.12.2010 με τίτλο «Ενίσχυση των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών».
(9)Η οικεία «εναρμονιστική νομοθεσία της Ένωσης» οριοθετείται και αναφέρεται στον κανονισμό [XXX] για τη θέσπιση κανόνων και διαδικασιών σχετικά με τη συμμόρφωση με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης και την επιβολή της, 2017/0353 (COD).
(10)Ρυθμίζονται από την οδηγία (ΕΚ) 2001/95 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 2001, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΕΕ L 11, σ. 4).
(11)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 376/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την αναφορά, ανάλυση και παρακολούθηση περιστατικών στην πολιτική αεροπορία (ΕΕ L 122, σ. 18).
(12)Οδηγία 2013/54/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, σχετικά με ορισμένες υποχρεώσεις του κράτους σημαίας για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις και την εφαρμογή της σύμβασης Ναυτικής Εργασίας (ΕΕ L 329, σ. 1), οδηγία 2009/16/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με τον έλεγχο των πλοίων από το κράτος λιμένα (ΕΕ L 131, σ. 57).
(13)COM (2018) 10 final.
(14)Οδηγία 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου (ΕΕ L 178, σ. 66).
(15)Οδηγία 2014/87/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 2014, για τροποποίηση της οδηγίας 2009/71/Ευρατόμ περί θεσπίσεως κοινοτικού πλαισίου για την πυρηνική ασφάλεια πυρηνικών εγκαταστάσεων (ΕΕ L 219 της 25.7.2014, σ. 42).
(16)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31, σ. 1).
(17)ΕΕ L 84, σ. 1.
(18)Οδηγία (EE) 2016/1148 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, σχετικά με μέτρα για υψηλό κοινό επίπεδο ασφάλειας συστημάτων δικτύου και πληροφοριών σε ολόκληρη την Ένωση.
(19)ΕΕ C 313 της 23.10.1996, σ. 1.
(20)ΕΕ C 151 της 20.5.1997, σ. 1.
(21)ΕΕ L 173, σ. 1.
(22)Εκτελεστική οδηγία (ΕΕ) 2015/2392 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2015, για τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις καταγγελίες στις αρμόδιες αρχές σχετικά με πραγματικές ή πιθανές παραβάσεις του εν λόγω κανονισμού (ΕΕ L 332, σ. 126).
(23)ΕΕ L 56, της 4.3.1968, σ. 1.
(24)CM/Rec (2014)7.
(25)Προαναφέρεται.
(26)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 376/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την αναφορά, ανάλυση και παρακολούθηση περιστατικών στην πολιτική αεροπορία (ΕΕ L 122, σ. 18).
(27) Οδηγία 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την ασφάλεια των υπεράκτιων εργασιών πετρελαίου και φυσικού αερίου και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/ΕΚ (ΕΕ L 178 της 28.6.2013, σ. 66).
(28)Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 89).
(29)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).
(30)Οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με τη δικαστική αρωγή για υπόπτους και κατηγορουμένους στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών και για καταζητουμένους σε διαδικασίες εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ΕΕ L 297 της 4.11.2016, σ. 1.
(31)2017/0353 (COD) - Πρόκειται προς το παρόν για πρόταση κανονισμού (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... σχετικά με την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων, και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/42/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011 που τροποποιούν την οδηγία 2004/42/ΕΚ του Συμβουλίου, τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011, η οποία απαριθμεί στο παράρτημα όλη την εναρμονισμένη νομοθεσία που περιέχει απαιτήσεις σχετικά με τον σχεδιασμό και την επισήμανση προϊόντων.


Διασυνοριακή διανομή συλλογικών επενδυτικών κεφαλαίων (οδηγία) ***I
PDF 228kWORD 72k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τη διασυνοριακή διανομή συλλογικών επενδυτικών κεφαλαίων (COM(2018)0092 – C8-0111/2018 – 2018/0041(COD))
P8_TA-PROV(2019)0367A8-0430/2018

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0092),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 53 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8‑0111/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 27ης Φεβρουαρίου 2019, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0430/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 16 Απριλίου 2019 εν όψει της έγκρισης οδηγίας (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ όσον αφορά τη διασυνοριακή διανομή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων

P8_TC1-COD(2018)0041


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Στους κοινούς στόχους της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(4) και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(5) συμπεριλαμβάνονται η εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και η άρση των περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των μεριδίων και των μετοχών οργανισμών συλλογικών επενδύσεων στην Ένωση, με ταυτόχρονη εξασφάλιση πιο ομοιόμορφης προστασίας για τους επενδυτές. Παρότι οι εν λόγω στόχοι έχουν επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό, ορισμένοι φραγμοί εξακολουθούν να παρεμποδίζουν την ικανότητα των διαχειριστών των κεφαλαίων να επωφελούνται πλήρως από την εσωτερική αγορά.

(2)  Η παρούσα οδηγία συμπληρώνεται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(6)(7). Στον εν λόγω κανονισμό καθορίζονται πρόσθετοι κανόνες και διαδικασίες σχετικά με τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) και τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ). Ο εν λόγω κανονισμός και η παρούσα οδηγία θα πρέπει από κοινού να συντονίζουν περαιτέρω τις προϋποθέσεις για τους διαχειριστές κεφαλαίων που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά, και να διευκολύνουν τη διασυνοριακή διανομή των κεφαλαίων που διαχειρίζονται.

(3)  Είναι αναγκαίο να συμπληρωθεί το ρυθμιστικό κενό και να ευθυγραμμιστεί η διαδικασία ▌κοινοποίησης στις αρμόδιες αρχές των αλλαγών που αφορούν ΟΣΕΚΑ με τη διαδικασία κοινοποίησης η οποία ορίζεται στην οδηγία 2011/61/ΕΕ.

(4)  Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/… + ενισχύει περαιτέρω τις εφαρμοστέες αρχές για τις διαφημιστικές ανακοινώσεις που διέπονται από την οδηγία 2009/65/ΕΚ και επεκτείνει την εφαρμογή των εν λόγω αρχών στους ΔΟΕΕ, οδηγώντας έτσι σε υψηλό επίπεδο προστασίας των επενδυτών, ανεξάρτητα από το είδος του επενδυτή. Οι αντίστοιχες διατάξεις της οδηγίας 2009/65/EΚ σχετικά με τις διαφημιστικές ανακοινώσεις και την προσβασιμότητα σε εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που αφορούν τις ρυθμίσεις σχετικά με τη διάθεση μεριδίων ΟΣΕΚΑ δεν είναι επομένως πλέον αναγκαίες και θα πρέπει να διαγραφούν.

(5)  Οι διατάξεις της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, βάσει των οποίων απαιτείται από τους ΟΣΕΚΑ να παρέχουν διευκολύνσεις στους επενδυτές, όπως εφαρμόζονται από ορισμένα εθνικά νομικά συστήματα, αποδείχθηκαν επαχθείς. Επιπλέον, οι τοπικές διευκολύνσεις σπάνια χρησιμοποιούνται από τους επενδυτές με τον τρόπο που προβλέπεται στην εν λόγω οδηγία. Η προτιμώμενη μέθοδος επικοινωνίας έχει μετατοπιστεί στην άμεση αλληλεπίδραση μεταξύ επενδυτών και διαχειριστών του συλλογικού επενδυτικού κεφαλαίου, είτε ηλεκτρονικά είτε τηλεφωνικά, ενώ οι πληρωμές και οι εξοφλήσεις εκτελούνται μέσω άλλων διαύλων. Αν και οι εν λόγω τοπικές διευκολύνσεις χρησιμοποιούνται επί του παρόντος για διοικητικούς σκοπούς, όπως η διασυνοριακή είσπραξη των ρυθμιστικών τελών, τέτοιου είδους θέματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με άλλα μέσα, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες που να εκσυγχρονίζουν και να προσδιορίζουν τις απαιτήσεις για την παροχή διευκολύνσεων στους ιδιώτες επενδυτές, ενώ τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να απαιτούν τοπική φυσική παρουσία για την παροχή τέτοιων διευκολύνσεων. Σε κάθε περίπτωση, οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι επενδυτές έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που δικαιούνται να λαμβάνουν.

(6)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνεκτική μεταχείριση των ιδιωτών επενδυτών, είναι αναγκαίο να εφαρμόζονται οι απαιτήσεις σχετικά με τις διευκολύνσεις επίσης και στους ΔΟΕΕ, όταν τα κράτη μέλη τούς επιτρέπουν να διαθέτουν στην αγορά μερίδια ή μετοχές των οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ) σε ιδιώτες επενδυτές στην επικράτειά τους.

(7)  Η απουσία σαφών και ενιαίων προϋποθέσεων για τη διακοπή της διάθεσης των μεριδίων ή των μετοχών ενός ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ σε ένα κράτος μέλος υποδοχής δημιουργεί οικονομική και νομική αβεβαιότητα για τους διαχειριστές του συλλογικού επενδυτικού κεφαλαίου. Ως εκ τούτου, οι οδηγίες 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ θα πρέπει να καθορίζουν σαφείς προϋποθέσεις ▌βάσει των οποίων θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η άρση της γνωστοποίησης των διαδικασιών των σχετικών με την εμπορική προώθηση όσον αφορά ορισμένα ή όλα τα μερίδια ή τις μετοχές. Οι εν λόγω προϋποθέσεις θα πρέπει να εξισορροπούν, αφενός, την ικανότητα των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων ή των διαχειριστών τους να παύουν τις διαδικασίες τους για την εμπορική προώθηση των μετοχών ή των μεριδίων τους όταν πληρούνται οι προκαθορισμένοι όροι, και, αφετέρου, τα συμφέροντα των επενδυτών στους εν λόγω οργανισμούς.

(8)  Η δυνατότητα διακοπής της εμπορικής προώθησης των ΟΣΕΚΑ ή των ΟΕΕ σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν θα πρέπει να επιβαρύνει τους επενδυτές ούτε να μειώνει τις διασφαλίσεις τους βάσει της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμά τους να λαμβάνουν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τις συνεχιζόμενες δραστηριότητες των εν λόγω συλλογικών επενδυτικών κεφαλαίων.

(9)  Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένας ΔΟΕΕ που επιθυμεί να δοκιμάσει τη διάθεση των επενδυτών για μια συγκεκριμένη επενδυτική ιδέα ή επενδυτική στρατηγική έρχεται αντιμέτωπος με διαφορετική μεταχείριση των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση σε διαφορετικά εθνικά νομικά συστήματα. Ο ορισμός των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπονται ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών όπου επιτρέπονται ενώ σε άλλα κράτη μέλη δεν υφίσταται καθόλου η έννοια των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση. Για να αντιμετωπιστούν οι εν λόγω αποκλίσεις, θα πρέπει να προβλεφθεί ένας εναρμονισμένος ορισμός των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση και θα πρέπει να καθοριστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ μπορεί να προβαίνει σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση.

(10)  Προκειμένου να αναγνωριστούν οι ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, θα πρέπει να απευθύνονται σε δυνητικούς επαγγελματίες επενδυτές και να αφορούν επενδυτική ιδέα ή επενδυτική στρατηγική προκειμένου να ελεγχθεί το ενδιαφέρον τους για ΟΕΕ ή επενδυτικό τμήμα τους που δεν έχει ακόμη συσταθεί ή που έχει συσταθεί, αλλά δεν έχει ακόμη γνωστοποιηθεί για τον σκοπό της εμπορικής προώθησης σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία. Συνεπώς, κατά τη διάρκεια των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, οι επενδυτές δεν θα πρέπει να είναι σε θέση να εγγραφούν στα μερίδια ή τις μετοχές ενός ΟΕΕ και δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η διανομή εντύπων εγγραφής ή παρεμφερών εγγράφων σε πιθανούς επενδυτές ούτε υπό μορφή σχεδίου ούτε σε τελική μορφή. Οι ΔΟΕΕ της ΕΕ θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι επενδυτές δεν θα αποκτούν μερίδια ή μετοχές σε ΟΕΕ μέσω ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση και ότι οι επενδυτές με τους οποίους υπάρχει επικοινωνία στο πλαίσιο ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση θα μπορούν να αποκτούν μερίδια ή μετοχές στον εν λόγω ΟΕΕ μόνο στο πλαίσιο εμπορικής προώθησης που επιτρέπεται σύμφωνα με την οδηγία 2001/61/ΕΕ. Κάθε εγγραφή από επαγγελματίες επενδυτές, εντός 18 μηνών από την έναρξη των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση του ΔΟΕΕ της ΕΕ, σε μερίδια ή μετοχές ΟΕΕ που αναφέρεται στις πληροφορίες που παρέχονται στο πλαίσιο των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση ή ΟΕΕ που έχει συσταθεί ως αποτέλεσμα των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, θα πρέπει να θεωρείται αποτέλεσμα εμπορικής προώθησης και να υπόκειται στις εφαρμοστέες διαδικασίες γνωστοποίησης που αναφέρονται στην οδηγία 2001/61/ΕΕ. Για να εξασφαλιστεί η ικανότητα των εθνικών αρμόδιων αρχών να ασκούν έλεγχο επί των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση στο κράτος μέλος τους, ο ΔΟΕΕ της ΕΕ θα πρέπει να αποστέλλει, εντός 2 εβδομάδων μετά την έναρξη των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, άτυπη επιστολή, σε έντυπη μορφή ή με ηλεκτρονικά μέσα, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του, προσδιορίζοντας, μεταξύ άλλων, σε ποια κράτη μέλη έχει προβεί ή προβαίνει σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, τις περιόδους κατά τις οποίες λαμβάνουν ή έλαβαν χώρα οι ενέργειες αυτές συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, καταλόγου των ΟΕΕ και των επενδυτικών τμημάτων των ΟΕΕ που αποτέλεσαν ή αποτελούν αντικείμενο των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ της ΕΕ ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία ο ΔΟΕΕ της ΕΕ προέβη ή προβαίνει σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση.

(11)  Οι ΔΟΕΕ της ΕΕ θα πρέπει να διασφαλίζουν επαρκή τεκμηρίωση των ενεργειών τους πριν από την εμπορική προώθηση.

(12)  Οι εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με την οδηγία 2011/61/ΕΕ και, ειδικότερα, με τους εναρμονισμένους κανόνες σχετικά με τις ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να τοποθετούν τους ΔΟΕΕ της ΕΕ σε μειονεκτική θέση έναντι των εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ. Αυτό αφορά τόσο τη σημερινή κατάσταση στην οποία οι εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ δεν έχουν δικαιώματα διαβατηρίου όσο και την κατάσταση στην οποία τίθενται σε εφαρμογή οι διατάξεις σχετικά με αυτό το διαβατήριο στην οδηγία 2011/61/ΕΕ.

(13)  Για λόγους κατοχύρωσης της ασφάλειας δικαίου, είναι απαραίτητο να συγχρονιστούν οι ημερομηνίες εφαρμογής των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/...(8) όσον αφορά τις σχετικές διατάξεις σχετικά με τις διαφημιστικές ανακοινώσεις και τις ενέργειες πριν από την προώθηση.

(14)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011(9), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύσουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την γνωστοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα μέρη των νομικών πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2009/65/ΕΚ

Η οδηγία 2009/65/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1)  Στο άρθρο 17 παράγραφος 8 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

▌"

«Όταν, λόγω μιας αλλαγής που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, η εταιρεία διαχείρισης δεν θα συμμορφώνεται πλέον με την παρούσα οδηγία, οι ▌αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εταιρείας διαχείρισης ενημερώνουν την εταιρεία διαχείρισης, εντός 15 εργάσιμων ημερών από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ότι δεν πρέπει να εφαρμόσει την εν λόγω αλλαγή. Στην περίπτωση αυτή, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εταιρείας διαχείρισης ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής της εταιρείας διαχείρισης.

Σε περίπτωση εφαρμογής μιας αλλαγής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μετά τις πληροφορίες που διαβιβάζονται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο και, λόγω της αλλαγής αυτής, η εταιρεία διαχείρισης δε θα συμμορφώνεται πλέον με την παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εταιρείας διαχείρισης λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 98, και ενημερώνουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής της εταιρείας διαχείρισης σχετικά με τα μέτρα που λήφθηκαν.».

"

2)  Το άρθρο 77 απαλείφεται.

3)  Στο άρθρο 91, η παράγραφος 3 απαλείφεται.

4)  Το άρθρο 92 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Άρθρο 92

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο ΟΣΕΚΑ να καθιστά διαθέσιμες, σε κάθε κράτος μέλος όπου προτίθεται να διαθέσει στην αγορά μερίδιά του, διευκολύνσεις για τη διεκπεραίωση των ακόλουθων καθηκόντων:

   α) επεξεργασία των εντολών εγγραφής, εξαγοράς και εξόφλησης ▌και εκτέλεση άλλων πληρωμών σε μεριδιούχους, οι οποίες σχετίζονται με μερίδια του ΟΣΕΚΑ, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα έγγραφα που απαιτούνται σύμφωνα με το κεφάλαιο IX·
   β) παροχή πληροφόρησης στους επενδυτές σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των εντολών που αναφέρονται στο στοιχείο α) και τον τρόπο πληρωμής των εσόδων εξαγοράς και εξόφλησης·
   γ) διευκόλυνση του χειρισμού πληροφοριών και πρόσβαση στις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15, που σχετίζονται με την άσκηση των δικαιωμάτων των επενδυτών που απορρέουν από την επένδυσή τους στον ΟΣΕΚΑ στο κράτος μέλος όπου ο ΟΣΕΚΑ προωθείται εμπορικά·
   δ) θέση στη διάθεση των επενδυτών των πληροφοριών και των εγγράφων που απαιτούνται σύμφωνα με το κεφάλαιο IX υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 94, με σκοπό την επιθεώρηση και την παραλαβή αντιγράφων·
   ε) παροχή πληροφοριών στους επενδυτές σχετικά με τα καθήκοντα που διεκπεραιώνονται μέσω των διευκολύνσεων, σε σταθερό μέσο· και
   στ) λειτουργία ως σημείο επαφής για την επικοινωνία με τις αρμόδιες αρχές.

2.  Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν τη φυσική παρουσία ▌ΟΣΕΚΑ στο κράτος μέλος υποδοχής ή τον διορισμό τρίτου για τους σκοπούς της παραγράφου 1.

3.  O ▌ΟΣΕΚΑ εξασφαλίζει ότι οι διευκολύνσεις για την επιτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μεταξύ άλλων και με ηλεκτρονικά μέσα, παρέχονται:

   α) ▌στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο προωθείται εμπορικά ο ΟΣΕΚΑ ή σε γλώσσα εγκεκριμένη από τις αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους·
   β) από τον ίδιο τον ▌ΟΣΕΚΑ, από τρίτο μέρος, με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων και της εποπτείας που διέπουν τα καθήκοντα που πρέπει να διεκπεραιωθούν, ή από αμφότερα, ·

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), όταν τα καθήκοντα διεκπεραιώνονται από τρίτο μέρος, η ανάθεση στο εν λόγω τρίτο μέρος τεκμηριώνεται με γραπτή σύμβαση, η οποία προσδιορίζει ποια από τα καθήκοντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν διεκπεραιώνονται από τον ▌ΟΣΕΚΑ και ότι το τρίτο μέρος θα λαμβάνει όλες τις σχετικές πληροφορίες και έγγραφα από τον ▌ΟΣΕΚΑ.».

"

5)  Το άρθρο 93 τροποποιείται ως εξής:

α)  στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:"

«Η επιστολή κοινοποίησης περιλαμβάνει επίσης τις αναγκαίες λεπτομέρειες, συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσης, για την τιμολόγηση ή για την κοινοποίηση τυχόν εφαρμοστέων κανονιστικών τελών ή επιβαρύνσεων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και πληροφορίες σχετικά με τις διευκολύνσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1.»·

"

β)   ▌η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«8. Σε περίπτωση αλλαγής των πληροφοριών στην επιστολή κοινοποίησης που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, ή αλλαγής όσον αφορά τις κατηγορίες μετοχών που πρόκειται να διατίθενται, ο ΟΣΕΚΑ ειδοποιεί γραπτώς σχετικά τις αρμόδιες αρχές τόσο του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ όσο και του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ, τουλάχιστον έναν μήνα πριν επιφέρει την αλλαγή αυτή.

Όταν, λόγω μιας αλλαγής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ο ΟΣΕΚΑ δεν θα συμμορφώνεται πλέον με την παρούσα οδηγία, οι ▌αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ενημερώνουν τον ΟΣΕΚΑ, εντός 15 εργάσιμων ημερών από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ότι δεν πρέπει να εφαρμόσει την εν λόγω αλλαγή. Στην περίπτωση αυτή, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ.

Σε περίπτωση εφαρμογής μιας αλλαγής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μετά τις πληροφορίες που διαβιβάζονται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο και, λόγω της αλλαγής αυτής, ο ΟΣΕΚΑ δεν συμμορφώνεται πλέον με την παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 98, συμπεριλαμβανομένης, όπου απαιτείται, της ρητής απαγόρευσης εμπορικής προώθησης του ΟΣΕΚΑ και ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σχετικά με τα μέτρα που λήφθηκαν.».

"

6)  Παρεμβάλλεται το εξής άρθρο:"

«Άρθρο 93α

1.  ▌Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ένας ΟΣΕΚΑ θα μπορεί να ανακαλέσει την γνωστοποίηση να παύσει τις διαδικασίες τις σχετικές με την εμπορική προώθηση όσον αφορά τα μερίδια, ή κατά περίπτωση, τις κατηγορίες μετοχών σε κράτος μέλος, για τα οποία έχει προβεί σε γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 93, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

   α) γίνεται μια γενική προσφορά εξαγοράς ή εξόφλησης, απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε χρεώσεις ή εκπτώσεις, όλων των μεριδίων αυτού του είδους που κατέχονται από επενδυτές στο εν λόγω κράτος μέλος, δημοσιοποιείται για τουλάχιστον 30 εργάσιμες ημέρες και απευθύνεται, απευθείας ή μέσω χρηματοοικονομικών διαμεσολαβητών, μεμονωμένα σε όλους τους επενδυτές στο εν λόγω κράτος μέλος των οποίων είναι γνωστή η ταυτότητα·
   β) η πρόθεση τερματισμού των ρυθμίσεων που έχουν γίνει για την εμπορική προώθηση αυτών των μεριδίων στο εν λόγω κράτος μέλος ▌δημοσιοποιείται μέσω διαθέσιμου στο κοινό μέσου, συμπεριλαμβανομένων και των ηλεκτρονικών μέσων, το οποίο είναι σύνηθες για την εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ και κατάλληλο για τον μέσο επενδυτή σε ΟΣΕΚΑ·
   γ) τυχόν συμβατικές ρυθμίσεις με χρηματοοικονομικούς μεσολαβητές ή εκπροσώπους τροποποιούνται ή παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία της ανάκλησης της γνωστοποίησης, προκειμένου να προληφθεί ενδεχόμενη νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση των μεριδίων που προσδιορίζονται στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) περιγράφουν με σαφήνεια τις συνέπειες που θα υποστούν οι επενδυτές εάν δεν αποδεχθούν την προσφορά εξόφλησης ή επαναγοράς των μεριδίων τους.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου παρέχονται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους σχετικά με τις οποίες ο ΟΣΕΚΑ έκανε την κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 93 ή σε γλώσσα εγκεκριμένη από τις αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Από την ημερομηνία που αναφέρεται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου, ο ΟΣΕΚΑ παύει κάθε νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση των μεριδίων του τα οποία είναι το αντικείμενο της άρσης της κοινοποίησης στο εν λόγω κράτος μέλος.

2.  Ο ΟΣΕΚΑ υποβάλλει επιστολή γνωστοποίησης στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του, η οποία περιέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1.

3.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ επαληθεύουν εάν είναι πλήρης η γνωστοποίηση που υποβάλλεται από τον ΟΣΕΚΑ σύμφωνα με την παράγραφο 2. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ, το αργότερο 15 εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή πλήρους γνωστοποίησης, διαβιβάζουν την εν λόγω γνωστοποίηση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που προσδιορίζεται στην γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, καθώς και στην ΕΑΚΑΑ.

Μετά τη διαβίβαση της κοινοποίησης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ενημερώνουν αμελλητί τον ΟΣΕΚΑ σχετικά με την εν λόγω διαβίβαση.

4.  Ο ΟΣΕΚΑ παρέχει στους επενδυτές που εξακολουθούν να έχουν επενδύσεις στον ΟΣΕΚΑ, καθώς και στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ, τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των άρθρων 68 έως 82 και βάσει του άρθρου 94.

5.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που προσδιορίζεται στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου πληροφορίες για τυχόν αλλαγές στα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2.

6.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που προσδιορίζεται στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ όπως ορίζονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2, στο άρθρο 97 παράγραφος 3 και στο άρθρο 108. Με την επιφύλαξη των άλλων δραστηριοτήτων παρακολούθησης και εποπτικών εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 και στο άρθρο 97, από την ημερομηνία διαβίβασης βάσει της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που προσδιορίζεται στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου δεν απαιτούν από τον εν λόγω ΟΣΕΚΑ να αποδείξει τη συμμόρφωσή του προς τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν τις απαιτήσεις εμπορικής προώθησης που αναφέρονται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*(10).

7.  Τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη χρήση πάσης φύσεως ηλεκτρονικών ή άλλων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως για τους σκοπούς της παραγράφου 4, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες και τα μέσα επικοινωνίας είναι διαθέσιμα για τους επενδυτές στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο επενδυτής ή σε γλώσσα που έχει εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους.

_________________________

* Κανονισμός (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής διανομής οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 345/2013, (ΕΕ) αριθ. 346/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 (ΕΕ L …).».

"

7)  Στο άρθρο 95 παράγραφος 1, το στοιχείο α) απαλείφεται.

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ

Η οδηγία 2011/61/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

1)  Στο άρθρο 4 παράγραφος 1 παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:"

«λαα) ως «ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση» νοούνται η ▌παροχή πληροφοριών ή ανακοινώσεων, είτε άμεση είτε έμμεση, σχετικά με επενδυτικές στρατηγικές ή επενδυτικές ιδέες από έναν ΔΟΕΕ της ΕΕ, ή για λογαριασμό του, προς δυνητικούς επαγγελματίες επενδυτές εγκατεστημένους ή με καταχωρημένο γραφείο στην Ένωση, προκειμένου να ελεγχθεί το ενδιαφέρον τους για έναν ΟΕΕ ή επενδυτικό τμήμα που δεν έχει ακόμη συσταθεί, ή που έχει μεν συσταθεί, αλλά δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί η εμπορική του προώθηση σύμφωνα με το άρθρο 31 ή 32, στο κράτος μέλος όπου οι εν δυνάμει επενδυτές έχουν την κατοικία ή την έδρα τους και που σε κάθε περίπτωση δεν ισοδυναμεί με προσφορά ή τοποθέτηση στον δυνητικό επενδυτή να επενδύσει στα μερίδια ή τις μετοχές του εν λόγω ΟΕΕ ή του εν λόγω τμήματος·».

"

2)  Στην αρχή του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ VI, παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:"

«Άρθρο 30α

Προϋποθέσεις ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση στην Ένωση από ΔΟΕΕ της ΕΕ

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αδειοδοτημένοι ΔΟΕΕ δύνανται να προβαίνουν σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση στην Ένωση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων όπου οι πληροφορίες που παρουσιάζονται σε πιθανούς επαγγελματίες επενδυτές:

   α) επαρκούν για να επιτρέπουν στους επενδυτές να δεσμεύονται για την απόκτηση μεριδίων ή μετοχών συγκεκριμένου ΟΕΕ·
   β) ισοδυναμούν με έντυπα εγγραφής ή παρεμφερή έγγραφα, είτε σε προσχέδιο είτε σε τελική μορφή· ή
   γ) ισοδυναμούν με ▌συστατικά έγγραφα, ενημερωτικό δελτίο ή έγγραφα προσφοράς ΟΕΕ ο οποίος δεν έχει ακόμη συσταθεί σε τελική μορφή ▌.

Όταν παρέχεται σχέδιο ενημερωτικού δελτίου ή εγγράφων προσφοράς, τα έγγραφα αυτά δεν περιέχουν πληροφορίες επαρκείς ώστε να επιτρέπουν στους επενδυτές να λάβουν επενδυτικές αποφάσεις και δηλώνουν σαφώς ότι:

   α) δε συνιστούν προσφορά ή πρόσκληση για εγγραφή σε μερίδια ή μετοχές ενός ΟΕΕ· και
   β) οι επενδυτές δεν πρέπει να βασιστούν στις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά, επειδή είναι ελλιπείς και ενδέχεται να τροποποιηθούν.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ΔΟΕΕ της ΕΕ να μην υποχρεούνται να κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές το περιεχόμενο ή τους αποδέκτες των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση ή να πληρούν οποιεσδήποτε προϋποθέσεις ή απαιτήσεις διαφορετικές από αυτές που προβλέπονται στο παρόν άρθρο πριν προβούν σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση.

2.  Οι ΔΟΕΕ εξασφαλίζουν ότι οι επενδυτές δεν θα αποκτούν μερίδια ή μετοχές σε ΟΕΕ μέσω ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση και ότι οι επενδυτές με τους οποίους υπάρχει επικοινωνία στο πλαίσιο ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση θα μπορούν να αποκτούν μερίδια ή μετοχές στο εν λόγω ΟΕΕ μόνο στο πλαίσιο της εμπορικής προώθησης που επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 31 ή 32.

Κάθε εγγραφή από επαγγελματίες επενδυτές, εντός 18 μηνών αφότου ο ΔΟΕΕ της ΕΕ ξεκίνησε τις ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, σε μερίδια ή μετοχές ΟΕΕ που αναφέρεται στις πληροφορίες που παρέχονται στο πλαίσιο των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, ή ΟΕΕ που έχει συσταθεί ως αποτέλεσμα των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση ▌θεωρείται ότι είναι το αποτέλεσμα εμπορικής προώθησης και υπόκειται στις εφαρμοστέες διαδικασίες κοινοποίησης που αναφέρονται στα άρθρα 31 και 32.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ αποστέλλει, εντός 2 εβδομάδων από την έναρξη των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, άτυπη επιστολή, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του. Στην εν λόγω επιστολή προσδιορίζονται τα κράτη μέλη στα οποία και οι χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες λαμβάνουν ή έλαβαν χώρα οι ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, περιγράφονται συνοπτικά οι ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τις επενδυτικές στρατηγικές που παρουσιάστηκαν και, κατά περίπτωση, περιλαμβάνεται κατάλογος των ΟΕΕ και των τμημάτων των ΟΕΕ που αποτέλεσαν ή αποτελούν το αντικείμενο των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ της ΕΕ ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία ο ΔΟΕΕ της ΕΕ προέβη ή προβαίνει σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο έλαβαν ή λαμβάνουν χώρα οι ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση μπορούν να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ της ΕΕ να παράσχουν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση που έλαβαν ή λαμβάνουν χώρα στην επικράτειά του.

3.  Τρίτα μέρη προβαίνουν σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση εξ ονόματος εγκεκριμένου ΔΟΕΕ της ΕΕ, μόνον εφόσον έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, ως πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου**, ως εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ, ως ΔΟΕΕ σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ή εφόσον ενεργούν ως συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ. Αυτά τα τρίτα μέρη υπόκεινται στους όρους του παρόντος άρθρου.

4.  Οι ΔΟΕΕ της ΕΕ διασφαλίζουν επαρκή τεκμηρίωση των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση.

_____________

* Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).

** Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).».

"

3)  ▌Στο άρθρο 32 παράγραφος 7, το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο αντικαθίστανται με το ακόλουθο κείμενο:"

«Εάν σύμφωνα με τη σχεδιασθείσα αλλαγή, η διαχείριση του ΟΕΕ από τον ΔΟΕΕ δεν θα ήταν πλέον σύμφωνη με την παρούσα οδηγία, ή γενικότερα ο ΔΟΕΕ δεν θα συμμορφωνόταν πλέον προς την παρούσα οδηγία, οι σχετικές αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν τον ΔΟΕΕ, εντός 15 εργάσιμων ημερών από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ότι δεν πρέπει να εφαρμόσει την αλλαγή. Σε αυτήν την περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ.

Εάν η σχεδιασθείσα αλλαγή εκτελείται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ή εάν συνέβη αλλαγή που δεν ήταν προγραμματισμένη ως απόρροια της οποίας η διαχείριση του ΟΕΕ από τον ΔΟΕΕ δεν θα ήταν πλέον σύμφωνη με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, ή, γενικότερα ο ΔΟΕΕ δεν θα συμμορφωνόταν πλέον προς την παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 46, μεταξύ άλλων δε, αν χρειαστεί, προβαίνουν στη ρητή απαγόρευση της εμπορικής προώθησης του ΟΕΕ και ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Εάν οι αλλαγές δεν επηρεάζουν τη συμμόρφωση της διαχείρισης του ΟΕΕ από τον ΔΟΕΕ με την παρούσα οδηγία ή, γενικότερα, τη συμμόρφωση του ΔΟΕΕ με την παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν, εντός μηνός, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ σχετικά με τις εν λόγω αλλαγές.».

"

4)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:"

«Άρθρο 32α

Ανάκληση γνωστοποίησης και παύση των διαδικασιών για την εμπορική προώθηση μεριδίων ή μετοχών ορισμένων ή όλων των ΟΕΕ της ΕΕ σε κράτη μέλη άλλα από το κράτος μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ μπορεί να ανακαλέσει την γνωστοποίηση των διαδικασιών σχετικά με την εμπορική προώθηση όσον αφορά μερίδια ή μετοχές ορισμένων ή όλων των ΟΕΕ του σε ένα κράτος μέλος, για τα οποία έχει προβεί σε γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 32, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

   α) με εξαίρεση τους ΟΕΕ κλειστού τύπου και τα κεφάλαια που διέπονται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, γίνεται μια γενική προσφορά εξαγοράς ή εξόφλησης, απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε χρεώσεις ή εκπτώσεις, όλων των μεριδίων ή μετοχών αυτού του είδους που κατέχονται από επενδυτές στο εν λόγω κράτος μέλος, δημοσιοποιείται για τουλάχιστον 30 εργάσιμες ημέρες και απευθύνεται, απευθείας ή μέσω χρηματοοικονομικών διαμεσολαβητών, μεμονωμένα σε όλους τους επενδυτές στο εν λόγω κράτος μέλος των οποίων είναι γνωστή η ταυτότητα·
   β) η πρόθεση τερματισμού των ρυθμίσεων που έχουν γίνει για την εμπορική προώθηση των μεριδίων ή μετοχών ορισμένων ή όλων των ΟΕΕ του στο εν λόγω κράτος μέλος ▌δημοσιοποιείται μέσω διαθέσιμου στο κοινό μέσου, συμπεριλαμβανομένων και των ηλεκτρονικών μέσων, το οποίο είναι σύνηθες για την εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ και κατάλληλο για τον μέσο επενδυτή σε ΟΣΕΚΑ·
   γ) τυχόν συμβατικές ρυθμίσεις με χρηματοοικονομικούς μεσολαβητές ή εκπροσώπους τροποποιούνται ή παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία της απόσυρσης της κοινοποίησης, προκειμένου να προληφθεί ενδεχόμενη νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση των μεριδίων ή μετοχών που προσδιορίζονται στην επιστολή κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

Από την ημερομηνία που αναφέρεται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου, ο ΟΣΕΚΑ παύει κάθε νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση μεριδίων ή μετοχών του ΟΕΕ στο κράτος μέλος για τα οποία έχει υποβάλει κοινοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.  Ο ΔΟΕΕ υποβάλλει κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του, η οποία περιέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1.

3.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ επαληθεύουν εάν είναι πλήρης η γνωστοποίηση που υποβάλλεται από τον ΔΟΕΕ σύμφωνα με την παράγραφο 2. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ, το αργότερο 15 εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή πλήρους γνωστοποίησης, διαβιβάζουν την εν λόγω γνωστοποίηση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που προσδιορίζεται στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, καθώς και στην ΕΑΚΑΑ.

Μετά τη διαβίβαση της κοινοποίησης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν αμέσως τον ΔΟΕΕ σχετικά με την εν λόγω διαβίβαση.

Για περίοδο 36 μηνών από την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), ο ΔΟΕΕ δεν προβαίνει σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση μεριδίων ή μετοχών των ΟΕΕ της ΕΕ που αναφέρονται στην κοινοποίηση ή σε σχέση με παρεμφερείς επενδυτικές στρατηγικές ή επενδυτικές ιδέες, στο κράτος μέλος που προσδιορίζεται στην γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

4.  Ο ΔΟΕΕ παρέχει στους επενδυτές που εξακολουθούν να έχουν επενδύσεις στον ΟΕΕ της ΕΕ, καθώς και στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ, τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των άρθρων 22 και 23.

5.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που προσδιορίζεται στη γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, πληροφορίες για τυχόν αλλαγές στα έγγραφα και τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία β) έως στ) του παραρτήματος IV.

6.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που προσδιορίζεται στη γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ όπως ορίζονται στο άρθρο 45.

7.   Με την επιφύλαξη των άλλων εποπτικών εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 3, από την ημερομηνία διαβίβασης, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που προσδιορίζεται στη γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, δεν απαιτούν από τον εν λόγω ΔΟΕΕ να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν τις απαιτήσεις εμπορικής προώθησης που αναφέρονται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου**(11).

8.  Τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη χρήση οποιωνδήποτε ηλεκτρονικών ή άλλων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως για τους σκοπούς της παραγράφου 4.

_____________________________

* Κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια (ΕΕ L 123 της 19.5.2015, σ. 98).

** Κανονισμός (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής διανομής οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 345/2013, (ΕΕ) αριθ. 346/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 (ΕΕ L …).».

"

5)  Στο άρθρο 33 παράγραφος 6, το δεύτερο και τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Εάν, σύμφωνα με τη σχεδιασθείσα αλλαγή, η διαχείριση του ΟΕΕ από τον ΔΟΕΕ δεν θα ήταν πλέον σύμφωνη με την παρούσα οδηγία, ή γενικότερα ο ΔΟΕΕ δεν θα συμμορφωνόταν πλέον προς την παρούσα οδηγία, οι σχετικές αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν τον ΔΟΕΕ, εντός 15 εργάσιμων ημερών από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ότι δεν πρέπει να εφαρμόσει την αλλαγή.

Εάν η σχεδιασθείσα αλλαγή εκτελείται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ή εάν συνέβη αλλαγή που δεν ήταν προγραμματισμένη ως απόρροια της οποίας η διαχείριση του ΟΕΕ από τον ΔΟΕΕ δεν θα ήταν πλέον σύμφωνη με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, ή, γενικότερα ο ΔΟΕΕ δεν θα συμμορφωνόταν πλέον προς την παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 46 και ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.».

"

6)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:"

«Άρθρο 43α

Διαθέσιμες διευκολύνσεις για το ευρύ επενδυτικό κοινό

1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 26 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο ΔΟΕΕ να διαθέτει, σε κάθε κράτος μέλος όπου προτίθεται να διαθέσει στην αγορά μερίδια ή μετοχές ενός ΟΕΕ στο ευρύ επενδυτικό κοινό, διευκολύνσεις για τη διεκπεραίωση των ακόλουθων καθηκόντων:

   α) επεξεργασία των εντολών εγγραφής, πληρωμής, επαναγοράς και εξόφλησης των επενδυτών οι οποίες σχετίζονται με μερίδια ή μετοχές του ΟΕΕ, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα έγγραφα ▌του ΟΕΕ·
   β) παροχή πληροφόρησης στους επενδυτές σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των εντολών που αναφέρονται στο στοιχείο α) και τον τρόπο πληρωμής των εσόδων εξαγοράς και εξόφλησης·
   γ) διευκόλυνση του χειρισμού πληροφοριών που σχετίζονται με την άσκηση των δικαιωμάτων των επενδυτών που απορρέουν από την επένδυσή τους στον ΟΕΕ στο κράτος μέλος όπου ο ΟΕΕ προωθείται εμπορικά·
   δ) θέση στη διάθεση των επενδυτών των απαιτούμενων σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 23 πληροφοριών και εγγράφων, για τους σκοπούς της επιθεώρησης και της παραλαβής αντιγράφων αυτών·
   ε) παροχή πληροφοριών στους επενδυτές σχετικά με τα καθήκοντα που διεκπεραιώνονται μέσω των διευκολύνσεων, σε σταθερό μέσο, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) της οδηγίας 2009/65/EΚ· και
   στ) λειτουργία ως σημείο επαφής για την επικοινωνία με τις αρμόδιες αρχές.

2.  Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν τη φυσική παρουσία του ΔΟΕΕ στο κράτος μέλος υποδοχής ή τον διορισμό τρίτου για τους σκοπούς της παραγράφου 1.

3.  O ΔΟΕΕ εξασφαλίζει ότι οι διευκολύνσεις για την εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μέσων, παρέχονται:

   α) ▌στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο προωθείται εμπορικά ο ΟΕΕ ή σε γλώσσα εγκεκριμένη από τις αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους·
   β) ▌από τον ίδιο τον ΔΟΕΕ, από τρίτο μέρος που υπόκειται στις ρυθμίσεις και την εποπτεία που διέπουν τα καθήκοντα που πρέπει να διεκπεραιωθούν, ή από αμφότερους.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), όταν τα καθήκοντα διεκπεραιώνονται από τρίτο μέρος, η ανάθεση στο εν λόγω τρίτο μέρος τεκμηριώνεται με γραπτή σύμβαση, η οποία προσδιορίζει ποια από τα καθήκοντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν διεκπεραιώνονται από τον ΔΟΕΕ και ότι το τρίτο μέρος θα λαμβάνει όλες τις σχετικές πληροφορίες και έγγραφα από τον ΔΟΕΕ.».

"

7)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:"

«Άρθρο 69a

Αξιολόγηση του καθεστώτος διαβατηρίου

Πριν από την έναρξη ισχύος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 67 παράγραφος 6, δυνάμει των οποίων τίθενται σε ισχύ οι κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 35 και στα άρθρα 37 έως 41, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα αξιολόγησης του καθεστώτος διαβατηρίου που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένης της επέκτασης του εν λόγω καθεστώτος σε ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ. Η έκθεση αυτή συνοδεύεται, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση.».

"

8)  Στο παράρτημα IV προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:"

«ηα) οι αναγκαίες πληροφορίες συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσης για την τιμολόγηση ή την κοινοποίηση τυχόν εφαρμόσιμων κανονιστικών τελών ή χρεώσεων από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής·

   ηβ) πληροφορίες για τις διευκολύνσεις σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 43α.».

"

Άρθρο 3

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.  Έως ... [24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία. Ενημερώνουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή.

Εφαρμόζουν τις εν λόγω διατάξεις από ... [24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας].

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.  Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 4

Αξιολόγηση

Έως ... [60 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή, με βάση δημόσιας διαβούλευσης και υπό το πρίσμα των συζητήσεων µε την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές, διενεργεί αξιολόγηση της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Έως ... [72 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή παρουσιάζει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 5

Επανεξέταση

Έως ... [72 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], η Επιτροπή παρουσιάζει έκθεση η οποία αξιολογεί, μεταξύ άλλων των πλεονεκτήματα της εναρμόνισης των διατάξεων που ισχύουν για τις εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ οι οποίες δοκιμάζουν την επιθυμία των επενδυτών για μια συγκεκριμένη επενδυτική ιδέα ή επενδυτική στρατηγική και αν απαιτούνται τροποποιήσεις της οδηγίας 2009/65/EΚ για τον σκοπό αυτό.

Άρθρο 6

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 7

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 367 της 10.10.2018, σ. 50.
(2)ΕΕ C 367 της 10.19.2018, σ. 50.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019.
(4) Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).
(5) Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1).
(6) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής διανομής οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 345/2013, (ΕΕ) αριθ. 346/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 (ΕΕ L …)
(7)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο αριθμός του κανονισμού που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS .../... (2018/0045(COD)) και να συμπληρωθούν ο αριθμός, η ημερομηνία, και τα στοιχεία ΕΕ του εν λόγω κανονισμού στην υποσημείωση.
(8)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο αριθμός του κανονισμού που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS .../... (2018/0045(COD)).
(9)ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.
(10)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο αριθμός του κανονισμού που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS .../... (2018/0045(COD)) και να συμπληρωθούν ο αριθμός, η ημερομηνία, και τα στοιχεία ΕΕ του εν λόγω κανονισμού στην υποσημείωση.
(11)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο αριθμός του κανονισμού που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS .../... (2018/0045(COD)) και να συμπληρωθούν ο αριθμός, η ημερομηνία, και τα στοιχεία ΕΕ του εν λόγω κανονισμού στην υποσημείωση.


Διασυνοριακή διανομή συλλογικών επενδυτικών κεφαλαίων (κανονισμός) ***I
PDF 258kWORD 76k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής διανομής συλλογικών επενδυτικών κεφαλαίων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 (COM(2018)0110 – C8-0110/2018 – 2018/0045(COD))
P8_TA-PROV(2019)0368A8-0431/2018

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0110),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8‑0110/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 27ης Φεβρουαρίου 2019, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0431/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 16 Απριλίου 2019 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής διανομής οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 345/2013, (ΕΕ) αριθ. 346/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1286/2014

P8_TC1-COD(2018)0045


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Οι αποκλίνουσες κανονιστικές και εποπτικές προσεγγίσεις όσον αφορά τη διασυνοριακή διάθεση οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων («ΟΕΕ»), όπως ορίζονται στην οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(4), συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου (EuVECA), όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(5), των ευρωπαϊκών ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας (EuSEF), όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 346/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(6), και των ευρωπαϊκών μακροπρόθεσμων επενδυτικών κεφαλαίων (ΕΜΕΚ), όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(7), καθώς και οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), κατά την έννοια της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(8), έχουν ως αποτέλεσμα τον κατακερματισμό της αγοράς και την παρακώλυση της διασυνοριακής εμπορικής προώθησης και της πρόσβασης των ΟΕΕ και των ΟΣΕΚΑ, πράγμα που με τη σειρά του θα μπορούσε να παρεμποδίσει την εμπορική τους προώθηση σε άλλα κράτη μέλη. Ένας ΟΣΕΚΑ μπορεί να υπόκειται σε εξωτερική ή εσωτερική διαχείριση, ανάλογα με τη νομική μορφή του. Οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος κανονισμού που αφορά σε εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να εφαρμόζεται τόσο σε εταιρεία της οποίας η τακτική δραστηριότητα είναι η διαχείριση ΟΣΕΚΑ και σε οποιονδήποτε ΟΣΕΚΑ που δεν έχει υποδείξει εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ.

(2)  Για να ενισχυθεί το κανονιστικό πλαίσιο που εφαρμόζεται στους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και για την καλύτερη προστασία των επενδυτών, οι διαφημιστικές ανακοινώσεις που απευθύνονται σε επενδυτές σε ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να είναι σαφώς αναγνωρίσιμες ως τέτοιες και να περιγράφουν τους κινδύνους και τις αποδόσεις της αγοράς μεριδίων ή μετοχών ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ με εξίσου ευδιάκριτο τρόπο. Επιπροσθέτως, όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις διαφημιστικές ανακοινώσεις που απευθύνονται σε επενδυτές θα πρέπει να παρουσιάζονται με ακριβή, σαφή και μη παραπλανητικό τρόπο. Για να διασφαλιστεί η προστασία των επενδυτών και να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ΟΕΕ και των ΟΣΕΚΑ, τα πρότυπα για τις διαφημιστικές ανακοινώσεις θα πρέπει να εφαρμόζονται στις διαφημιστικές ανακοινώσεις των ΟΕΕ και των ΟΣΕΚΑ.

(3)  Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις που απευθύνονται σε επενδυτές σε ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να προσδιορίζουν πού, πώς και σε ποια γλώσσα μπορούν οι επενδυτές να λαμβάνουν συνοπτικές πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα των επενδυτών, και θα πρέπει να αναφέρουν σαφώς ότι ο ΔΟΕΕ, ο διαχειριστής EuVECA, ο διαχειριστής EuSEF ή η εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ (αναφερόμενοι από κοινού ως «διαχειριστές οργανισμών συλλογικών επενδύσεων») έχει το δικαίωμα να θέσει τέλος στις ρυθμίσεις που έχουν γίνει για την εμπορική προώθηση.

(4)  Για να αυξηθεί η διαφάνεια και η προστασία των επενδυτών και να διευκολυνθεί η πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που εφαρμόζονται στις διαφημιστικές ανακοινώσεις, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να δημοσιεύουν τα κείμενα αυτά στους δικτυακούς τόπους τους σε μία τουλάχιστον γλώσσα που είθισται να χρησιμοποιείται στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των μη επίσημων περιλήψεων που θα επέτρεπαν στους διαχειριστές οργανισμών συλλογικών επενδύσεων να αποκτήσουν μια ευρεία επισκόπηση αυτών των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων. Η δημοσίευση θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά ενημερωτικούς σκοπούς και να μη δημιουργεί νομικές υποχρεώσεις. Για τους ίδιους λόγους, η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, ΕΑΚΑΑ), η οποία συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9), θα πρέπει να δημιουργήσει μια κεντρική βάση δεδομένων που θα περιέχει περιλήψεις των εθνικών απαιτήσεων για τις διαφημιστικές ανακοινώσεις και υπερσυνδέσμους προς τις πληροφορίες που δημοσιεύονται στους δικτυακούς τόπους των αρμόδιων αρχών.

(5)  Προκειμένου να προωθηθούν οι ορθές πρακτικές προστασίας των επενδυτών που κατοχυρώνονται στις εθνικές απαιτήσεις για δίκαιες και σαφείς διαφημιστικές ανακοινώσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιγραμμικών πτυχών των εν λόγω διαφημιστικών ανακοινώσεων, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των απαιτήσεων αυτών για τις διαφημιστικές ανακοινώσεις.

(6)  Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτούν εκ των προτέρων κοινοποίηση των διαφημιστικών ανακοινώσεων για τους σκοπούς της εκ των προτέρων επαλήθευσης της συμμόρφωσης των εν λόγω ανακοινώσεων με τον παρόντα κανονισμό και άλλες εφαρμοστέες απαιτήσεις, όπως το κατά πόσον οι διαφημιστικές ανακοινώσεις είναι σαφώς αναγνωρίσιμες ως τέτοιες, κατά πόσον περιγράφουν τους κινδύνους και τις αποδόσεις της αγοράς μεριδίων ενός ΟΣΕΚΑ και, εάν ένα κράτος μέλος επιτρέπει την εμπορική προώθηση ΟΕΕ σε ιδιώτες επενδυτές, τους κινδύνους και τις αποδόσεις της αγοράς μεριδίων ή μετοχών ενός ΟΕΕ με εξίσου ευδιάκριτο τρόπο και κατά πόσον όλες οι πληροφορίες στις διαφημιστικές ανακοινώσεις παρουσιάζονται με ακριβή, σαφή και μη παραπλανητικό τρόπο. Η επαλήθευση αυτή θα πρέπει να διενεργείται εντός περιορισμένου χρονικού διαστήματος. Όταν οι αρμόδιες αρχές απαιτούν εκ των προτέρων κοινοποίηση, αυτό δεν θα πρέπει να τις εμποδίζει να επαληθεύουν εκ των υστέρων τις διαφημιστικές ανακοινώσεις.

(7)  Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αναφέρουν στην ΕΑΚΑΑ τα αποτελέσματα αυτών των επαληθεύσεων, των αιτήσεων τροποποίησης και των τυχόν κυρώσεων που επιβάλλονται στους διαχειριστές οργανισμών συλλογικών επενδύσεων. Με σκοπό, αφενός, να ενισχυθούν η ευαισθητοποίηση και η διαφάνεια όσον αφορά τους κανόνες που εφαρμόζονται στις διαφημιστικές ανακοινώσεις και, αφετέρου, να εξασφαλιστεί η προστασία των επενδυτών, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει, κάθε διετία, να καταρτίζει και να διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έκθεση σχετικά με τους εν λόγω κανόνες και την πρακτική τους εφαρμογή βάσει των εκ των προτέρων και εκ των υστέρων επαληθεύσεων των διαφημιστικών ανακοινώσεων από τις αρμόδιες αρχές.

(8)  Για να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των διαχειριστών οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και να διευκολυνθεί η λήψη αποφάσεών τους ως προς το αν θα συμμετάσχουν σε διασυνοριακή διανομή επενδυτικών κεφαλαίων, είναι σημαντικό τα τέλη και οι χρεώσεις που επιβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές για ▌την εποπτεία των διασυνοριακών δραστηριοτήτων να είναι αναλογικά προς τα εκτελούμενα εποπτικά καθήκοντα και να δημοσιοποιούνται, και, προκειμένου να ενισχυθεί η διαφάνεια, τα εν λόγω τέλη και χρεώσεις να δημοσιεύονται στους δικτυακούς τόπους των αρμοδίων αρχών. Για τον ίδιο λόγο, οι υπερσύνδεσμοι προς τις πληροφορίες που δημοσιεύονται στους δικτυακούς τόπους των αρμόδιων αρχών σε σχέση με τα τέλη και τις χρεώσεις, θα πρέπει να δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της ΕΑΚΑΑ, ώστε να υπάρχει ένα κεντρικό σημείο ενημέρωσης. Ο δικτυακός τόπος της ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει ένα διαδραστικό εργαλείο που θα επιτρέπει τον ενδεικτικό υπολογισμό των εν λόγω τελών και χρεώσεων που επιβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές.

(9)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλύτερη είσπραξη των τελών ή χρεώσεων και να ενισχυθούν η διαφάνεια και η σαφήνεια της διάρθρωσης των τελών και των χρεώσεων, όταν τα εν λόγω τέλη ή χρεώσεις εισπράττονται από τις αρμόδιες αρχές, οι διαχειριστές οργανισμών συλλογικών επενδύσεων θα πρέπει να λαμβάνουν ένα τιμολόγιο, μια μεμονωμένη δήλωση πληρωμής ή εντολή πληρωμής που καθορίζει σαφώς το ποσό των οφειλόμενων τελών ή χρεώσεων και τους τρόπους πληρωμής.

(10)  Δεδομένου ότι η ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, θα πρέπει να παρακολουθεί και να αξιολογεί τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα της αρμοδιότητάς της, είναι σκόπιμο και αναγκαίο να ενισχυθεί η γνώση της ΕΑΚΑΑ με τη διεύρυνση των επί του παρόντος υφισταμένων βάσεων δεδομένων της ΕΑΚΑΑ, ώστε να συμπεριληφθεί μία κεντρική βάση δεδομένων που να περιλαμβάνει όλους τους ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ που προωθούνται εμπορικά σε διασυνοριακό επίπεδο, τους διαχειριστές των εν λόγω οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και τα κράτη μέλη στα οποία πραγματοποιείται η εμπορική προώθηση. Για τον σκοπό αυτό, και προκειμένου η ΕΑΚΑΑ να είναι σε θέση να διατηρεί επικαιροποιημένη την κεντρική βάση δεδομένων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαβιβάζουν στην ΕΑΚΑΑ τις πληροφορίες σχετικά με τις κοινοποιήσεις, τις επιστολές κοινοποίησης και τις πληροφορίες που λαμβάνουν βάσει των οδηγιών 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ σε σχέση με τη διασυνοριακή δραστηριότητα εμπορικής προώθησης, καθώς και πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε αλλαγή σε αυτές τις πληροφορίες η οποία θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται στη εν λόγω βάση δεδομένων. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να δημιουργήσει μια πύλη κοινοποίησης στην οποία οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αναφορτώνουν όλα τα έγγραφα που αφορούν τη διασυνοριακή διανομή των ΟΣΕΚΑ και των ΟΕΕ.

(11)  Για την εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 345/2013, ή των ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 346/2013, αφενός, και άλλων ΟΕΕ, αφετέρου, είναι αναγκαίο να συμπεριληφθούν στους εν λόγω κανονισμούς κανόνες για τις ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση που να είναι ίδιοι με τους κανόνες που προβλέπονται στην οδηγία 2011/61/ΕΕ για τις ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση. Οι εν λόγω κανόνες αναμένεται να δώσουν τη δυνατότητα στους διαχειριστές που έχουν καταχωριστεί σύμφωνα με τους εν λόγω κανονισμούς να απευθύνονται σε επενδυτές διερευνώντας τη διάθεσή τους για επικείμενες επενδυτικές ευκαιρίες ή στρατηγικές μέσω εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου και ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις.

(12)  Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(10), ορισμένες εταιρείες και πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 32 του εν λόγω κανονισμού απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον εν λόγω κανονισμό έως τις 31 Δεκεμβρίου 2019. Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει επίσης ότι η Επιτροπή θα τον επανεξετάσει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2018, προκειμένου να εκτιμήσει, μεταξύ άλλων, εάν θα πρέπει να παραταθεί η εν λόγω μεταβατική απαλλαγή ή εάν, αφού προσδιοριστούν τυχόν απαιτούμενες προσαρμογές, οι διατάξεις σχετικά με τις βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές της οδηγίας 2009/65/ΕΚ θα πρέπει να αντικατασταθούν από το έγγραφο βασικών πληροφοριών ή να θεωρηθούν ισοδύναμες με το έγγραφο αυτό όπως ορίζεται στον εν λόγω κανονισμό.

(13)  Για να μπορέσει η Επιτροπή να προβεί στην επανεξέταση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1286/2014, όπως είχε προβλεφθεί αρχικά, η προθεσμία για την επανεξέταση αυτή θα πρέπει να παραταθεί κατά 12 μήνες. Η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα πρέπει να στηρίξει τη διαδικασία επανεξέτασης της Επιτροπής, διοργανώνοντας ακρόαση σχετικά με το θέμα αυτό με σχετικούς ενδιαφερόμενους φορείς που εκπροσωπούν τα συμφέροντα του κλάδου και των καταναλωτών.

(14)  Για να μη λαμβάνουν οι επενδυτές δύο διαφορετικά έγγραφα εκ των προτέρων γνωστοποίησης, δηλαδή ένα έγγραφο βασικών πληροφοριών για τους επενδυτές (ΕΒΠΕ ή KIID) για ΟΣΕΚΑ όπως απαιτείται από την οδηγία 2009/65/ΕΚ και ένα έγγραφο βασικών πληροφορικών (ΕΒΠ ή KID) όπως απαιτείται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 για τον ίδιο οργανισμό συλλογικών επενδύσεων, ενώ οι νομοθετικές πράξεις που προκύπτουν από την επανεξέταση της Επιτροπής σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό βρίσκονται σε διαδικασία έγκρισης και εφαρμογής, η μεταβατική απαλλαγή από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον εν λόγω κανονισμό θα πρέπει να παραταθεί κατά 24 μήνες. Με την επιφύλαξη της εν λόγω παράτασης, όλα τα εμπλεκόμενα θεσμικά όργανα και εποπτικές αρχές θα πρέπει να προσπαθήσουν να ενεργήσουν το ταχύτερο δυνατόν προκειμένου να διευκολύνουν τον τερματισμό της εν λόγω μεταβατικής απαλλαγής.

(15)  Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, τα οποία καταρτίζει η ΕΑΚΑΑ, όσον αφορά τα τυποποιημένα έντυπα, τα υποδείγματα και τις διαδικασίες για τη δημοσίευση και την κοινοποίηση, εκ μέρους των αρμόδιων αρχών, των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων και των περιλήψεών τους σχετικά με τις απαιτήσεις εμπορικής προώθησης που εφαρμόζονται στην επικράτειά τους, τα επίπεδα των τελών ή χρεώσεων που επιβάλλονται από αυτές για διασυνοριακές δραστηριότητες, και, κατά περίπτωση, τις σχετικές μεθοδολογίες υπολογισμού. Επιπλέον, για τη βελτίωση της διαβίβασης πληροφοριών προς την ΕΑΚΑΑ, θα πρέπει επίσης να θεσπιστούν εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα σχετικά με τις κοινοποιήσεις, τις επιστολές κοινοποίησης και τις πληροφορίες σχετικά με τις διασυνοριακές δραστηριότητες εμπορικής προώθησης που απαιτούνται από τις οδηγίες 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ και τις τεχνικές ρυθμίσεις για τη λειτουργία της πύλης κοινοποίησης την οποία θα δημιουργήσει η ΕΑΚΑΑ. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και σύμφωνα το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(16)  Είναι απαραίτητο να διευκρινιστούν οι πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται κάθε τρίμηνο στην ΕΑΚΑΑ, προκειμένου να διατηρούνται επικαιροποιημένες οι βάσεις δεδομένων όλων των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και των διαχειριστών τους.

(17)  Κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, όπως η ανταλλαγή ή διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές, θα πρέπει να είναι σύμφωνη προς τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(11), και κάθε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών από την ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12).

(18)  Προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να είναι σε θέση να ασκούν τα καθήκοντα που τους ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι εν λόγω αρχές διαθέτουν όλες τις αναγκαίες εξουσίες εποπτείας και έρευνας.

(19)  Έως ... [5 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει αξιολόγηση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Η αξιολόγηση θα πρέπει να λάβει υπόψη τις εξελίξεις της αγοράς και να εκτιμήσει κατά πόσον τα μέτρα που θεσπίστηκαν βελτίωσαν τη διασυνοριακή διανομή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων.

(20)  Έως ... [2 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύσει έκθεση σχετικά με την αντίστροφη προσέλκυση και ζήτηση με ίδια πρωτοβουλία ενός επενδυτή, προσδιορίζοντας την έκταση αυτού του τρόπου εγγραφής σε κεφάλαια, τη γεωγραφική κατανομή του, μεταξύ άλλων σε τρίτες χώρες, και τον αντίκτυπό του στο καθεστώς διαβατηρίου.

(21)  Για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου, είναι απαραίτητος ο συγχρονισμός των ημερομηνιών εφαρμογής των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που εφαρμόζουν την οδηγία (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(13)(14) και του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τις διατάξεις για τις διαφημιστικές ανακοινώσεις και τις ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση.

(22)  Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η βελτίωση της αποδοτικότητας της αγοράς, παράλληλα με την καθιέρωση της ένωσης κεφαλαιαγορών, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα επιμέρους κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω των αποτελεσμάτων του, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίους κανόνες σχετικά με τη δημοσίευσης των εθνικών διατάξεων αναφορικά με τις απαιτήσεις εμπορικής προώθησης για τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και για τις διαφημιστικές ανακοινώσεις προς τους επενδυτές καθώς και τις κοινές αρχές όσον αφορά τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβάλλονται στους διαχειριστές οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε σχέση με τις διασυνοριακές δραστηριότητές τους. Επίσης προβλέπει τη δημιουργία μιας κεντρικής βάσης δεδομένων σχετικά με τη διασυνοριακή εμπορική προώθηση των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται:

α)  στους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων·

β)  στις εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, συμπεριλαμβανομένων των ΟΣΕΚΑ που δεν έχουν ορίσει εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ·

γ)  στους διαχειριστές EuVECA και

δ)  στους διαχειριστές EuSEF.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)  «οργανισμοί εναλλακτικών επενδύσεων» ή «ΟΕΕ»: ΟΕΕ όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των EuVECA, των EuSEF και των ΕΜΕΚ·

β)  «διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων» ή «ΔΟΕΕ»: ΔΟΕΕ όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και οι οποίοι έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας·

γ)  «διαχειριστής EuVECA»: διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013, ο οποίος έχει καταχωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 14 του εν λόγω κανονισμού·

δ)  «διαχειριστής EuSEF»: διαχειριστής ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013, ο οποίος έχει καταχωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 15 του εν λόγω κανονισμού·

ε)  «αρμόδιες αρχές»: αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο η) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο στ) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ ή αρμόδιες αρχές ΟΕΕ της ΕΕ όπως καθορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο η) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

στ)  «κράτος μέλος καταγωγής»: το κράτος μέλος στο οποίο έχει την καταστατική του έδρα ο ΔΟΕΕ, ο διαχειριστής EuVECA, ο διαχειριστής EuSEF ή η εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ·

ζ)  «ΟΣΕΚΑ»: OΣEKA οι οποίοι έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·

η)  «εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ»: εταιρεία διαχείρισης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

Άρθρο 4

Απαιτήσεις για διαφημιστικές ανακοινώσεις

1.  Οι ΔΟΕΕ, οι διαχειριστές EuVECA, οι διαχειριστές EuSEF και οι εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ εξασφαλίζουν ότι όλες οι διαφημιστικές ανακοινώσεις προς τους επενδυτές αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες και περιγράφουν τους κινδύνους και τις αποδόσεις της αγοράς μεριδίων ή μετοχών ΟΕΕ ή μεριδίων ΟΣΕΚΑ με εξίσου ευδιάκριτο τρόπο και ότι όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις διαφημιστικές ανακοινώσεις είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές.

2.  Οι εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ εξασφαλίζουν ότι οι διαφημιστικές ανακοινώσεις που περιέχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για έναν ΟΣΕΚΑ δεν αναιρούν τις πληροφορίες τις οποίες περιέχει το ενημερωτικό δελτίο, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 68 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, ή τις βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 78 της εν λόγω οδηγίας, ούτε υποβαθμίζουν τη σημασία τους. Οι εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ εξασφαλίζουν ότι όλες οι διαφημιστικές ανακοινώσεις αναφέρουν ότι υπάρχει ενημερωτικό δελτίο και ότι είναι διαθέσιμες οι βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές. Οι εν λόγω διαφημιστικές ανακοινώσεις διευκρινίζουν από πού, πώς και σε ποια γλώσσα μπορούν οι επενδυτές ή οι πιθανοί επενδυτές να λάβουν το ενημερωτικό δελτίο και τις βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές και παρέχουν υπερσυνδέσμους προς τα έγγραφα αυτά ή σχετικές διαδικτυακές διευθύνσεις.

3.  Οι διαφημιστικές ανακοινώνεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 διευκρινίζουν από πού, πώς και σε ποια γλώσσα μπορούν οι επενδυτές ή οι πιθανοί επενδυτές να λάβουν περίληψη των δικαιωμάτων των επενδυτών και παρέχουν υπερσύνδεσμο προς αυτή την περίληψη, η οποία περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, πληροφορίες για την πρόσβαση σε μηχανισμούς συλλογικής έννομης προστασίας, σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο, για τις περιπτώσεις νομικών διαφορών.

Οι εν λόγω διαφημιστικές ανακοινώσεις περιλαμβάνουν επίσης σαφείς πληροφορίες ότι ο διαχειριστής ή η εταιρεία διαχείρισης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να αποφασίσει να θέσει τέλος στις ρυθμίσεις που έχουν γίνει για την εμπορική προώθηση των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 93α της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και το άρθρο 32α της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

4.  Οι ΔΟΕΕ, οι διαχειριστές EuVECA και οι διαχειριστές EuSEF εξασφαλίζουν ότι οι διαφημιστικές ανακοινώσεις με πρόσκληση για αγορά μεριδίων ή μετοχών ΟΕΕ οι οποίες περιέχουν συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με έναν ΟΕΕ δεν αναιρούν ▌τις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται στους επενδυτές σύμφωνα με το άρθρο 23 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 ή το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013, ούτε υποβαθμίζουν τη σημασία τους.

5.  Η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών σε ΟΕΕ που δημοσιεύουν ενημερωτικό δελτίο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(15), ή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ή εφαρμόζουν κανόνες σχετικά με τη μορφή και το περιεχόμενο των βασικών πληροφοριών για τους επενδυτές, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 78 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

6.  Έως τις ... [24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ΕΑΚΑΑ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, και στη συνέχεια επικαιροποιεί τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές τακτικά, σχετικά με την εφαρμογή των απαιτήσεων για διαφημιστικές ανακοινώσεις, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη τις επιγραμμικές πτυχές των εν λόγω διαφημιστικών ανακοινώσεων.

Άρθρο 5

Δημοσίευση των εθνικών διατάξεων σχετικά με τις απαιτήσεις εμπορικής προώθησης

1.  Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν και τηρούν στους δικτυακούς τους τόπους επικαιροποιημένα και πλήρη στοιχεία σχετικά με τις εφαρμοστέες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν τις απαιτήσεις εμπορικής προώθησης για ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ και τις οικείες περιλήψεις σε μία τουλάχιστον γλώσσα που είθισται να χρησιμοποιείται στον διεθνή χρηματοπιστωτικό τομέα.

2.  Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ ▌τους υπερσυνδέσμους στους δικτυακούς τόπους των αρμόδιων αρχών όπου δημοσιεύονται οι ▌πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ΕΑΚΑΑ κάθε αλλαγή στις πληροφορίες που παρέχονται δυνάμει του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

3.  Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα, τα υποδείγματα και τις διαδικασίες για τις δημοσιεύσεις και τις κοινοποιήσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις … [18 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 6

Κεντρική βάση δεδομένων της ΕΑΚΑΑ σχετικά με τις εθνικές διατάξεις για τις απαιτήσεις εμπορικής προώθησης

Έως τις ... [30 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει και τηρεί στον δικτυακό της τόπο κεντρική βάση δεδομένων που περιέχει ▌τις περιλήψεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, και τους υπερσυνδέσμους προς τους δικτυακούς τόπους των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2.

Άρθρο 7

Εκ των προτέρων επαλήθευση των διαφημιστικών ανακοινώσεων

1.  Με αποκλειστικό σκοπό την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό και με τις εθνικές διατάξεις όσον αφορά τις απαιτήσεις εμπορικής προώθησης, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν την εκ των προτέρων κοινοποίηση των διαφημιστικών ανακοινώσεων τις οποίες οι εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ ▌προτίθενται να χρησιμοποιήσουν άμεσα ή έμμεσα στις συναλλαγές τους με τους επενδυτές.

Η απαίτηση για εκ των προτέρων κοινοποίηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εμπορική προώθηση μεριδίων ΟΣΕΚΑ και δεν αποτελεί μέρος της διαδικασίας κοινοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 93 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

Όταν οι αρμόδιες αρχές απαιτούν εκ των προτέρων κοινοποίηση όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ενημερώνουν την εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ σχετικά με κάθε αίτημα τροποποίησης των διαφημιστικών της ανακοινώσεων, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή των διαφημιστικών ανακοινώσεων.

Η εκ των προτέρων κοινοποίηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να απαιτείται σε συστηματική βάση ή σύμφωνα με οποιεσδήποτε άλλες πρακτικές επαλήθευσης, και δεν θίγει περαιτέρω εξουσίες εποπτείας για την εκ των υστέρων επαλήθευση των διαφημιστικών ανακοινώσεων.

2.  Οι αρμόδιες αρχές που απαιτούν εκ των προτέρων κοινοποίηση των διαφημιστικών ανακοινώσεων καθιερώνουν, εφαρμόζουν και δημοσιεύουν στους δικτυακούς τους τόπους, διαδικασίες για την εν λόγω εκ των προτέρων κοινοποίηση. Οι εσωτερικοί κανόνες και διαδικασίες εξασφαλίζουν διαφανή και μη διακριτική μεταχείριση όλων των ΟΣΕΚΑ, ανεξάρτητα από τα κράτη μέλη όπου οι ΟΣΕΚΑ έχουν λάβει άδεια.

3.  Εάν οι ΔΟΕΕ, οι διαχειριστές EuVECA ή οι διαχειριστές EuSEF προωθούν εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές μερίδια ή μετοχές των ΟΕΕ τους, οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται στους εν λόγω ΔΟΕΕ, διαχειριστές EuVECA ή διαχειριστές EuSEF τηρουμένων των αναλογιών.

Άρθρο 8

Έκθεση της ΕΑΚΑΑ σχετικά με τις διαφημιστικές ανακοινώσεις

1.   Έως τις 31 Μαρτίου 2021 και στη συνέχεια κάθε διετία, οι αρμόδιες αρχές υποβάλλουν στην ΕΑΚΑΑ τις παρακάτω πληροφορίες:

α)  τον αριθμό των αιτήσεων τροποποίησης των διαφημιστικών ανακοινώσεων που υποβλήθηκαν βάσει εκ των προτέρων επαλήθευσης, κατά περίπτωση·

β)  τον αριθμό των αιτήσεων τροποποίησης και των αποφάσεων που ελήφθησαν βάσει εκ των υστέρων επαληθεύσεων, με σαφή διάκριση των συχνότερων παραβάσεων, συμπεριλαμβανομένων της περιγραφής και της φύσης των παραβάσεων αυτών·

γ)  περιγραφή των συχνότερων παραβάσεων των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 4· και

δ)  ένα παράδειγμα για καθεμία από τις παραβάσεις που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ).

2.   Έως τις 30 Ιουνίου 2021 και στη συνέχεια κάθε διετία, η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, η οποία παρουσιάζει μια επισκόπηση των απαιτήσεων εμπορικής προώθησης που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 σε όλα τα κράτη μέλη και περιλαμβάνει ανάλυση των αποτελεσμάτων των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που διέπουν τις διαφημιστικές ανακοινώσεις, με βάση και τις πληροφορίες που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 9

Κοινές αρχές σχετικά με τα τέλη ή τις χρεώσεις

1.  Όπου εισπράττονται τέλη ή χρεώσεις από τις αρμόδιες αρχές για την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με τις διασυνοριακές δραστηριότητες των ΔΟΕΕ, των διαχειριστών EuVECA, των διαχειριστών EuSEF και των εταιρειών διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, τα εν λόγω τέλη ή χρεώσεις είναι συνεπή με το συνολικό κόστος που αφορά την εκτέλεση των εργασιών της αρμόδιας αρχής.

2.  Για τα τέλη ή τις χρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι αρμόδιες αρχές στέλνουν τιμολόγιο, μεμονωμένη δήλωση πληρωμής ή εντολή πληρωμής, που καθορίζει σαφώς τους τρόπους πληρωμής και την ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται απαιτητή η πληρωμή, στη διεύθυνση που αναφέρεται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο της οδηγίας 2009/65/EΚ ή στο σημείο i) του παραρτήματος IV της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Άρθρο 10

Δημοσίευση εθνικών διατάξεων σχετικά με τέλη και χρεώσεις

1.  Έως τις ... [6 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν και τηρούν στους δικτυακούς τους τόπους επικαιροποιημένες πληροφορίες όπου αναγράφονται τα τέλη ή οι χρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 ή, κατά περίπτωση, οι μεθοδολογίες υπολογισμού για τα εν λόγω τέλη ή χρεώσεις, σε μία τουλάχιστον γλώσσα που είθισται να χρησιμοποιείται στον διεθνή χρηματοπιστωτικό τομέα.

2.  Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ τους υπερσυνδέσμους προς τους δικτυακούς τόπους των αρμόδιων αρχών όπου δημοσιεύονται οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.  Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα, τα υποδείγματα και τις διαδικασίες για τις δημοσιεύσεις και τις κοινοποιήσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών προτύπων στην Επιτροπή έως … [18 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 11

Δημοσίευση της ΕΑΚΑΑ σχετικά με τέλη και χρεώσεις

1.  Έως ... [30 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο υπερσυνδέσμους προς τους δικτυακούς τόπους των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2. Οι εν λόγω υπερσύνδεσμοι τηρούνται επικαιροποιημένοι.

2.  Έως ... [30 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ΕΑΚΑΑ αναπτύσσει και καθιστά διαθέσιμο στον δικτυακό της τόπο διαδραστικό εργαλείο που είναι δημόσια προσβάσιμο σε μία τουλάχιστον γλώσσα που είθισται να χρησιμοποιείται στον διεθνή χρηματοπιστωτικό τομέα, το οποίο παρέχει έναν ενδεικτικό υπολογισμό των τελών ή των χρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1. Το εν λόγω εργαλείο τηρείται επικαιροποιημένο.

Άρθρο 12

Κεντρική βάση δεδομένων της ΕΑΚΑΑ σχετικά με τη διασυνοριακή διάθεση ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ

1.  Έως τις ... [30 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει ▌στον δικτυακό της τόπο κεντρική βάση δεδομένων σχετικά με τη διασυνοριακή διάθεση ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ, που είναι δημόσια προσβάσιμη, σε μία τουλάχιστον γλώσσα που είθισται να χρησιμοποιείται στον διεθνή χρηματοπιστωτικό τομέα, στην οποία απαριθμούνται ▌:

α)  όλοι οι ΟΕΕ που προωθούνται εμπορικά σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής τους, οι οικείοι ΔΟΕΕ, διαχειριστές EuSEF ή διαχειριστές EuVECA, και τα κράτη μέλη στα οποία προωθούνται εμπορικά οι εν λόγω οργανισμοί· και

β)  όλοι οι ΟΣΕΚΑ που προωθούνται εμπορικά σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής τους, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, οι οικείες εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ και τα κράτη μέλη στα οποία προωθούνται εμπορικά οι εν λόγω οργανισμοί.

Η εν λόγω κεντρική βάση τηρείται επικαιροποιημένη.

2.  Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 13 σε σχέση με τη βάση δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν θίγουν τις υποχρεώσεις σε σχέση με τον κατάλογο που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, το κεντρικό δημόσιο μητρώο που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7 παράγραφος 5 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, την κεντρική βάση δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 και την κεντρική βάση δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013.

Άρθρο 13

Τυποποίηση των κοινοποιήσεων στην ΕΑΚΑΑ

1.  Σε τριμηνιαία βάση, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη δημιουργία και την τήρηση της κεντρικής βάσης δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 του παρόντος κανονισμού, σχετικά με κάθε κοινοποίηση, επιστολή κοινοποίησης ή πληροφορία που αναφέρεται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 και το άρθρο 93α παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, καθώς και στο άρθρο 31 παράγραφος 2, το άρθρο 32 παράγραφος 2 και το άρθρο 32α παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, καθώς και τυχόν αλλαγές στις πληροφορίες αυτές, εάν οι αλλαγές αυτές συνεπάγονται αλλαγή των πληροφοριών της εν λόγω κεντρικής βάσης δεδομένων.

2.  Η ΕΑΚΑΑ δημιουργεί μια πύλη κοινοποίησης στην οποία κάθε αρμόδια αρχή αναφορτώνει όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.  Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται, καθώς και τα έντυπα, τα υποδείγματα και τις διαδικασίες για την κοινοποίηση των πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της παραγράφου 1, και τις τεχνικές ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για τη λειτουργία της πύλης κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως … [18 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 14

Εξουσίες των αρμόδιων αρχών

1.  Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν όλες τις εξουσίες εποπτείας και διερεύνησης που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.  Οι εξουσίες που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις οδηγίες 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ, τους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 345/2013, (ΕΕ) αριθ. 346/2013 και (ΕΕ) 2015/760, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών σχετικά με τις κυρώσεις ή άλλα μέτρα, ασκούνται επίσης όσον αφορά τους διαχειριστές που αναφέρονται στο άρθρο 4 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 15

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 345/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)  στο άρθρο 3, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:"

«ιε) «ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση»: η ▌παροχή πληροφοριών ή ανακοινώσεων, άμεση ή έμμεση, σχετικά με επενδυτικές στρατηγικές ή επενδυτικές ιδέες από τον διαχειριστή εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις, ή για λογαριασμό του, προς πιθανούς επενδυτές με κατοικία ή καταστατική έδρα στην Ένωση προκειμένου να ελεγχθεί το ενδιαφέρον τους για εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις, η οποία δεν έχει ακόμη συσταθεί, ή για εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις και η οποία έχει συσταθεί, αλλά δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί για δραστηριότητες εμπορικής προώθησης σύμφωνα με το άρθρο 15, στο κράτος μέλος στο οποίο διατηρούν την κατοικία ή την καταστατική έδρα τους οι πιθανοί επενδυτές, και η οποία παροχή πληροφοριών ή ανακοινώσεων σε κάθε περίπτωση δεν ισοδυναμεί με προσφορά ή τοποθέτηση προς τον δυνητικό επενδυτή με σκοπό αυτός να επενδύσει σε μερίδια ή μετοχές της εν λόγω εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις.».

"

2)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:"

«Άρθρο 4α

1.  Ο διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις δύναται να προβεί σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση στην Ένωση, εκτός εάν οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στους πιθανούς επενδυτές:

   α) αρκούν για να επιτρέψουν στους επενδυτές να δεσμευτούν για την απόκτηση μεριδίων ή μετοχών συγκεκριμένης εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις·
   β) ισοδυναμούν με έντυπα εγγραφής ή παρεμφερή έγγραφα, είτε σε προσχέδιο είτε σε τελική μορφή ▌·ή
   γ) ισοδυναμούν με καταστατικά έγγραφα, ενημερωτικό δελτίο ή έγγραφα προσφοράς εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις και η οποία δεν έχει ακόμη συσταθεί, σε τελική μορφή.

Όταν παρέχεται σχέδιο ενημερωτικού δελτίου ή εγγράφων προσφοράς, τα έγγραφα αυτά δεν περιέχουν πληροφορίες που αρκούν για να επιτρέψουν στους επενδυτές να λάβουν επενδυτική απόφαση, και δηλώνουν σαφώς ότι:

   α) δεν συνιστούν προσφορά ή πρόσκληση για εγγραφή σε μερίδια ή μετοχές μιας εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις· και
   β) οι επενδυτές δεν πρέπει να βασιστούν στις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά, επειδή είναι ελλιπείς και ενδέχεται να τροποποιηθούν.

2.  Οι αρμόδιες αρχές δεν απαιτούν από τους διαχειριστές εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις να κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές το περιεχόμενο ή τους αποδέκτες των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, ή να πληρούν οποιεσδήποτε προϋποθέσεις ή απαιτήσεις διαφορετικές από αυτές που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, πριν προβούν σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση.

3.   Οι διαχειριστές εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις διασφαλίζουν ότι οι επενδυτές δεν αποκτούν μερίδια ή μετοχές εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις μέσω ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση και ότι οι επενδυτές με τους οποίους υπάρχει επικοινωνία στο πλαίσιο των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση μπορούν να αποκτήσουν μερίδια ή μετοχές μόνο στην εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις, η οποία αποτελεί αντικείμενο της επιτρεπόμενης, βάσει του άρθρου 15, εμπορικής προώθησης.

Οποιαδήποτε εγγραφή επαγγελματιών επενδυτών, εντός 18 μηνών αφότου οι διαχειριστές εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις ξεκίνησαν τις ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, σε μερίδια ή μετοχές εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις και η οποία αναφέρεται στις πληροφορίες που παρέχονται στο πλαίσιο των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, ή σε μερίδια ή μετοχές εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις, η οποία συστάθηκε ως αποτέλεσμα των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, θεωρείται αποτέλεσμα εμπορικής προώθησης και υπόκειται στις ισχύουσες απαιτήσεις περί κοινοποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 15.

4.  Εντός δύο εβδομάδων από την έναρξη των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, οι διαχειριστές εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις αποστέλλουν άτυπη επιστολή, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους. Στην εν λόγω επιστολή προσδιορίζονται τα κράτη μέλη στα οποία και οι χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες λαμβάνουν ή έλαβαν χώρα οι ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, περιγράφονται συνοπτικά οι ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με τις επενδυτικές στρατηγικές που παρουσιάστηκαν και, κατά περίπτωση, περιλαμβάνεται κατάλογος των εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις και οι οποίες αποτέλεσαν ή αποτελούν το αντικείμενο των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του διαχειριστή εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία ο διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις προέβη ή προβαίνει σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο λαμβάνουν ή έλαβαν χώρα οι ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση μπορούν να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του διαχειριστή εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις να παράσχουν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση που λαμβάνουν ή έλαβαν χώρα στην επικράτειά του.

5.  Τρίτα μέρη προβαίνουν σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση εξ ονόματος εγκεκριμένου διαχειριστή εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις, μόνον εφόσον έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, ως πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου**, ως εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ, ως διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ, ή εφόσον ενεργούν ως συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ. Αυτά τα τρίτα μέρη υπόκεινται στους όρους του παρόντος άρθρου.

6.  Οι διαχειριστές εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις εξασφαλίζουν την επαρκή τεκμηρίωση των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση.

_____________

* Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).

** Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).».

"

Άρθρο 16

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 346/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)  Στο άρθρο 3, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:"

«ιε) «ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση»: η ▌παροχή πληροφοριών ή ανακοινώσεων, άμεση ή έμμεση, σχετικά με επενδυτικές στρατηγικές ή επενδυτικές ιδέες από τον διαχειριστή ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις, ή για λογαριασμό του, προς πιθανούς επενδυτές με κατοικία ή καταστατική έδρα στην Ένωση προκειμένου να ελεγχθεί το ενδιαφέρον τους για ταμείο κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις, το οποίο δεν έχει ακόμη συσταθεί, ή για ταμείο κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις και το οποίο έχει συσταθεί, αλλά δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί για δραστηριότητες εμπορικής προώθησης σύμφωνα με το άρθρο 16, στο κράτος μέλος στο οποίο διατηρούν την κατοικία ή την καταστατική έδρα τους οι πιθανοί επενδυτές, και η οποία παροχή πληροφοριών ή ανακοινώσεων σε κάθε περίπτωση δεν ισοδυναμεί με προσφορά ή τοποθέτηση προς τον δυνητικό επενδυτή με σκοπό αυτός να επενδύσει σε μερίδια ή μετοχές του εν λόγω ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις.».

"

2)  Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:"

«Άρθρο 4α

1.  Ο διαχειριστής ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις δύναται να προβεί σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση στην Ένωση, εκτός εάν οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στους πιθανούς επενδυτές:

   α) αρκούν για να επιτρέψουν στους επενδυτές να δεσμευτούν για την απόκτηση μεριδίων ή μετοχών συγκεκριμένου ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις·
   β) ισοδυναμούν με έντυπα εγγραφής ή παρεμφερή έγγραφα, είτε σε προσχέδιο είτε σε τελική μορφή ▌·ή
   γ) ισοδυναμούν με καταστατικά έγγραφα, ενημερωτικό δελτίο ή έγγραφα προσφοράς ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις και το οποίο δεν έχει ακόμη συσταθεί, σε τελική μορφή.

Όταν παρέχεται σχέδιο ενημερωτικού δελτίου ή εγγράφων προσφοράς, τα έγγραφα αυτά δεν περιέχουν πληροφορίες που αρκούν για να επιτρέψουν στους επενδυτές να λάβουν επενδυτική απόφαση, και δηλώνουν σαφώς ότι:

   α) δεν συνιστούν προσφορά ή πρόσκληση για εγγραφή σε μερίδια ή μετοχές ενός ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις· και
   β) οι επενδυτές δεν πρέπει να βασιστούν στις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά, επειδή είναι ελλιπείς και ενδέχεται να τροποποιηθούν.

2.  Οι αρμόδιες αρχές δεν απαιτούν από τους διαχειριστές ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις να κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές το περιεχόμενο ή τους αποδέκτες των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, ή να πληρούν οποιεσδήποτε προϋποθέσεις ή απαιτήσεις διαφορετικές από αυτές που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, πριν προβούν σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση.

3.  Οι διαχειριστές ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις διασφαλίζουν ότι οι επενδυτές δεν αποκτούν μερίδια ή μετοχές ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις μέσω ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση και ότι οι επενδυτές με τους οποίους υπάρχει επικοινωνία στο πλαίσιο των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση μπορούν να αποκτήσουν μερίδια ή μετοχές μόνο στο ταμείο κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της επιτρεπόμενης, βάσει του άρθρου 16, εμπορικής προώθησης.

Οποιαδήποτε εγγραφή επαγγελματιών επενδυτών, εντός 18 μηνών αφότου οι διαχειριστές ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις ξεκίνησαν τις ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, σε μερίδια ή μετοχές ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις και το οποίο αναφέρεται στις πληροφορίες που παρέχονται στο πλαίσιο των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, ή σε μερίδια ή μετοχές ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις, το οποίο συστάθηκε ως αποτέλεσμα των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, θεωρείται αποτέλεσμα εμπορικής προώθησης και υπόκειται στις ισχύουσες απαιτήσεις περί κοινοποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 16.

4.  Εντός δύο εβδομάδων από την έναρξη των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, οι διαχειριστές ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις αποστέλλουν άτυπη επιστολή, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους. Στην εν λόγω επιστολή προσδιορίζονται τα κράτη μέλη στα οποία και οι χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες λαμβάνουν ή έλαβαν χώρα οι ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, περιγράφονται συνοπτικά οι ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με τις επενδυτικές στρατηγικές που παρουσιάστηκαν και, κατά περίπτωση, περιλαμβάνεται κατάλογος των ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις και τα οποία αποτέλεσαν ή αποτελούν το αντικείμενο των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του διαχειριστή ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία ο διαχειριστής ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις προέβη ή προβαίνει σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο λαμβάνουν ή έλαβαν χώρα οι ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση μπορούν να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του διαχειριστή ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις να παράσχουν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση που λαμβάνουν ή έλαβαν χώρα στην επικράτειά του.

5.  Τρίτα μέρη προβαίνουν σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση εξ ονόματος εγκεκριμένου διαχειριστή ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις, μόνον εφόσον έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, ως πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου**, ως εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ, ως διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ, ή εφόσον ενεργούν ως συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ. Αυτά τα τρίτα μέρη υπόκεινται στους όρους του παρόντος άρθρου.

6.  Οι διαχειριστές ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις εξασφαλίζουν την επαρκή τεκμηρίωση των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση.

___________________________

* Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).

** Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).».

"

Άρθρο 17

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1286/2014

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 τροποποιείται ως εξής:

1)  Στο άρθρο 32 παράγραφος 1, η ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2021».

2)  Το άρθρο 33 τροποποιείται ως εξής:

α)  στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, η ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2018» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

β)  στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2, η ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2018» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

γ)  στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, η ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2018» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019».

Άρθρο 18

Αξιολόγηση

Έως ... [60 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] η Επιτροπή, βάσει δημόσιας διαβούλευσης και υπό το πρίσμα των συζητήσεων µε την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές, διενεργεί αξιολόγηση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Έως ... [24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] η Επιτροπή, βάσει διαβουλεύσεων με τις αρμόδιες αρχές, την ΕΑΚΑΑ και άλλους σχετικούς ενδιαφερόμενους φορείς, υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την αντίστροφη προσέλκυση και ζήτηση με ίδια πρωτοβουλία ενός επενδυτή, προσδιορίζοντας την έκταση αυτού του τρόπου εγγραφής σε κεφάλαια, τη γεωγραφική κατανομή του, μεταξύ άλλων σε τρίτες χώρες, και τον αντίκτυπό του στο καθεστώς διαβατηρίου. Η εν λόγω έκθεση εξετάζει επίσης κατά πόσον θα πρέπει να αναπτυχθεί η πύλη κοινοποίησης που δημιουργείται σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2, ώστε όλες οι διαβιβάσεις των εν λόγω εγγράφων μεταξύ των αρμόδιων αρχών να πραγματοποιούνται μέσω αυτής.

Άρθρο 19

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την ... [ημερομηνία της έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ωστόσο, το άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 5, το άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 15 και το άρθρο 16 εφαρμόζονται από τις ... [24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 367 της 10.10.2018, σ. 50.
(2)ΕΕ C 367 της 10.10.2018, σ. 50.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019.
(4)Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1).
(5) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 1).
(6) Κανονισμός αριθ. 346/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 18).
(7) Κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια (ΕΕ L 123 της 19.5.2015, σ. 98).
(8)Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).
(9) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).
(10) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 2014 σχετικά με τα έγγραφα βασικών πληροφοριών που αφορούν συσκευασμένα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές και επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση (PRIIP) (ΕΕ L 352 της 9.12.2014, σ. 1).
(11)Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).
(12)Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39).
(13) Οδηγία (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... για την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ όσον αφορά τη διασυνοριακή διανομή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων (ΕΕ L ...).
(14)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο αριθμός της οδηγίας που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS 54/19 (2018/0041(COD)) και να συμπληρωθούν ο αριθμός, η ημερομηνία και τα στοιχεία ΕΕ της εν λόγω οδηγίας στην υποσημείωση.
(15)Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 2003/71/ΕΚ (ΕΕ L 168 της 30.6.2017, σ. 12).


Κεφαλαιακές απαιτήσεις (κανονισμός) ***I
PDF 1833kWORD 491k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (COM(2016)0850 – C8-0480/2016 – 2016/0360A(COD))
P8_TA-PROV(2019)0369A8-0242/2018

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2016)0850),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0480/2016),

—  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη την αιτιολογημένη γνώμη που υποβλήθηκε από το Σουηδικό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με την οποία υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 8ης Νοεμβρίου 2017(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2017(2),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων, της 18ης Μαΐου 2017, να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής να χωρίσει την ανωτέρω πρόταση της Επιτροπής και να καταρτίσει δύο ξεχωριστές νομοθετικές εκθέσεις βάσει αυτής,

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 15ης Φεβρουαρίου 2019, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A8-0242/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 16 Απριλίου 2019 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

P8_TC1-COD(2016)0360A


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(3),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(4),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(5),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης που εκτυλίχθηκε το 2007-2008 η Ένωση υλοποίησε μια ουσιαστική μεταρρύθμιση του κανονιστικού πλαισίου των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Η μεταρρύθμιση αυτή βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε διεθνή πρότυπα που ενέκρινε το 2010 η Επιτροπή της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία (BCBS), τα οποία είναι γνωστά με την ονομασία «πλαίσιο Βασιλεία ΙΙΙ». Μεταξύ των πολλών μέτρων, η δέσμη μεταρρύθμισης περιλάμβανε την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(6) και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(7), που ενισχύουν τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων (ιδρύματα).

(2)  Μολονότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν καταστήσει το οικονομικό σύστημα πιο σταθερό και ανθεκτικό έναντι πολλών τύπων πιθανών μελλοντικών κρίσεων, δεν έχουν ακόμη αντιμετωπίσει πλήρως όλα τα διαπιστωμένα προβλήματα. Ένας σημαντικός λόγος γι’ αυτό ήταν ότι οι διεθνείς φορείς καθορισμού προτύπων, όπως η BCBS και το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΣΧΣ), δεν είχαν ακόμη ολοκληρώσει τις εργασίες τους σχετικά με τις διεθνώς συμφωνηθείσες λύσεις για την αντιμετώπιση των εν λόγω προβλημάτων. Τώρα που οι εν λόγω εργασίες για τις περαιτέρω σημαντικές μεταρρυθμίσεις έχουν ολοκληρωθεί, τα εκκρεμή προβλήματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.

(3)  Η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Προς την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης», της 24ης Νοεμβρίου 2015, αναγνώρισε την ανάγκη για περαιτέρω μείωση των κινδύνων και δεσμεύθηκε να υποβάλει μια νομοθετική πρόταση που θα βασίζεται στα διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα. Η ανάγκη να ληφθούν περαιτέρω συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα για τη μείωση των κινδύνων στον χρηματοπιστωτικό τομέα έχει αναγνωριστεί από το Συμβούλιο στα συμπεράσματά του, της 17ης Ιουνίου 2016, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του, της 10ης Μαρτίου 2016, με τίτλο «Τραπεζική Ένωση – Ετήσια έκθεση για το 2015»(8).

(4)  Τέτοια μέτρα περιορισμού των κινδύνων θα πρέπει όχι μόνο να ενισχύσουν περαιτέρω την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος και την εμπιστοσύνη των αγορών σε αυτό, αλλά και να αποτελέσουν τη βάση για περαιτέρω πρόοδο στην ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει, επίσης, να εξεταστούν υπό το πρίσμα των ευρύτερων προκλήσεων που επηρεάζουν την οικονομία της Ένωσης, ιδίως της ανάγκης προώθησης της ανάπτυξης και της απασχόλησης σε περιόδους με αβέβαιες οικονομικές προοπτικές. Στο εν λόγω πλαίσιο, έχουν δρομολογηθεί διάφορες σημαντικές πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως το επενδυτικό σχέδιο για την Ευρώπη και η Ένωση Κεφαλαιαγορών, με σκοπό να ενισχυθεί η οικονομία της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό όλα τα μέτρα μείωσης του κινδύνου να αλληλεπιδρούν ομαλά με τις εν λόγω πρωτοβουλίες πολιτικής, καθώς και με τις ευρύτερες πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

(5)  Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να είναι ισοδύναμες προς τα διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα και να διασφαλίζουν τη διαρκή ισοδυναμία της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 με το πλαίσιο Βασιλεία ΙΙΙ. Οι στοχευμένες προσαρμογές, με στόχο να αποτυπώνονται οι ιδιαιτερότητες της Ένωσης και τα ευρύτερα πολιτικά ζητήματα, θα πρέπει να περιορίζονται ως προς το πεδίο εφαρμογής ή προς τον χρόνο, ώστε να μην επηρεάζεται η συνολική ευρωστία του πλαισίου προληπτικής εποπτείας.

(6)  Τα υφιστάμενα μέτρα περιορισμού των κινδύνων και, ιδίως, οι απαιτήσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης θα πρέπει, επίσης, να βελτιωθούν, ώστε να εξασφαλιστεί ότι μπορούν να εφαρμόζονται με πιο αναλογικό τρόπο και ότι δεν δημιουργούν υπερβολικό φόρτο συμμόρφωσης, ιδίως για τα μικρότερα και λιγότερο πολύπλοκα ιδρύματα.

(7)   Για να επιτευχθούν στοχευμένες απλουστεύσεις των απαιτήσεων σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας απαιτείται ακριβής ορισμός των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων. Ένα ενιαίο και απόλυτο όριο δεν λαμβάνει υπόψη, από μόνο του, τις ιδιαιτερότητες των εθνικών τραπεζικών αγορών. Συνεπώς, είναι απαραίτητο τα κράτη μέλη να έχουν τη διακριτική ευχέρεια να ευθυγραμμίσουν το όριο αυτό με τα εθνικά δεδομένα και να το προσαρμόσουν προς τα κάτω, κατά περίπτωση. Επειδή το μέγεθος ενός ιδρύματος δεν αποτελεί από μόνο του καθοριστικό παράγοντα για τα χαρακτηριστικά κινδύνου του, είναι επίσης απαραίτητη η εφαρμογή πρόσθετων ποιοτικών κριτηρίων για να διασφαλιστεί ότι ένα ίδρυμα θεωρείται μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα και μπορεί να επωφεληθεί από πιο αναλογικούς κανόνες εφόσον το ίδρυμα πληροί το σύνολο των σχετικών κριτηρίων.

(8)  Οι δείκτες μόχλευσης συμβάλλουν στη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, λειτουργώντας ως ασπίδα προστασίας έναντι των κεφαλαιακών απαιτήσεων με βάση τον κίνδυνο και περιορίζοντας τη συσσώρευση υπερβολικής μόχλευσης κατά τη διάρκεια περιόδων οικονομικής ανάκαμψης. Η BCBS έχει αναθεωρήσει το διεθνές πρότυπο σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης, προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω ορισμένες πτυχές του σχεδιασμού του εν λόγω δείκτη. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να εναρμονιστεί με το αναθεωρημένο πρότυπο, ώστε να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο για τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση, αλλά λειτουργούν εκτός αυτής, και να διασφαλιστεί ότι ο εν λόγω δείκτης μόχλευσης εξακολουθεί να συνιστά αποτελεσματικό συμπλήρωμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που βασίζονται στον κίνδυνο. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστεί απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης, ώστε να συμπληρώνει το ισχύον σύστημα υποβολής αναφορών και τη δημοσιοποίηση του δείκτη μόχλευσης.

(9)  Προκειμένου να μην περιοριστεί χωρίς λόγο ο δανεισμός των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών από τα ιδρύματα και να αποτραπούν οι αδικαιολόγητες αρνητικές επιπτώσεις στη ρευστότητα της αγοράς, η απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης θα πρέπει να καθορίζεται σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να λειτουργεί ως αξιόπιστη ασπίδα προστασίας για τον κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης, χωρίς να παρεμποδίζεται η οικονομική ανάπτυξη.

(10)  Η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (ΕΑΤ), που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9), στην έκθεσή της προς την Επιτροπή, της 3ης Αυγούστου 2016, σχετικά με την απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο δείκτης μόχλευσης ως προς το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 που βαθμονομείται σε 3 % για κάθε τύπο πιστωτικού ιδρύματος θα αποτελέσει αξιόπιστη λειτουργία προστασίας. Η απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης ύψους 3 % συμφωνήθηκε, επίσης, σε διεθνές επίπεδο από την BCBS. Η απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης θα πρέπει, ως εκ τούτου, να βαθμονομηθεί στο 3 %.

(11)  Η απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης ύψους 3 % αναμένεται να περιορίσει, ωστόσο, ορισμένα επιχειρηματικά μοντέλα και ορισμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες περισσότερο από άλλες. Συγκεκριμένα, ο δημόσιος δανεισμός από δημόσιες αναπτυξιακές τράπεζες και οι επισήμως στηριζόμενες εξαγωγικές πιστώσεις θα επηρεαστούν δυσανάλογα. Ο δείκτης μόχλευσης, θα πρέπει, συνεπώς, να τροποποιηθεί για τα εν λόγω είδη ανοιγμάτων. Θα πρέπει, συνεπώς, να καθοριστούν σαφή κριτήρια που θα βοηθήσουν να αξιολογηθεί η δημόσια εντολή των εν λόγω πιστωτικών ιδρυμάτων και να καλυφθούν θέματα όπως η σύστασή τους, το είδος των δραστηριοτήτων τους, οι στόχοι τους, οι συμφωνίες εγγύησης από δημόσιους φορείς και οι περιορισμοί στις καταθετικές δραστηριότητες. Η μορφή και ο τρόπος εγκαταστάσεως αυτών των πιστωτικών ιδρυμάτων θα πρέπει να παραμένουν ωστόσο στη διακριτική ευχέρεια της κεντρικής κυβέρνησης του κράτους μέλους, της περιφερειακής κυβέρνησης ή της τοπικής αρχής και μπορούν να συνίστανται στη δημιουργία νέου πιστωτικού ιδρύματος, την απόκτηση ή την εξαγορά, μεταξύ άλλων με παραχωρήσεις και στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης, της ήδη υφιστάμενης οντότητας από τις εν λόγω δημόσιες αρχές.

(12)  Ο δείκτης μόχλευσης δεν πρέπει, επίσης, να υπονομεύει την παροχή υπηρεσιών κεντρικής εκκαθάρισης από τα ιδρύματα σε πελάτες. Ως εκ τούτου, το αρχικό περιθώριο για κεντρικά εκκαθαριζόμενες συναλλαγές σε παράγωγα που λαμβάνουν τα ιδρύματα ▌από τους πελάτες τους και που διαβιβάζονται στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους (CCP) θα πρέπει να εξαιρεθούν από το μέτρο του συνολικού ανοίγματος.

(13)   Σε εξαιρετικές περιστάσεις που καθιστούν αναγκαία την εξαίρεση ορισμένων ανοιγμάτων έναντι κεντρικών τραπεζών από τον δείκτη μόχλευσης και προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή των νομισματικών πολιτικών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν προσωρινά αυτά τα ανοίγματα από το μέτρο του συνολικού ανοίγματος. Για τον σκοπό αυτόν, κατόπιν διαβούλευσης με την αντίστοιχη κεντρική τράπεζα, θα πρέπει να δημοσιοποιούν την ύπαρξη τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων. Η απαίτηση σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης θα πρέπει να αναβαθμονομείται αναλόγως για να αντισταθμίζεται ο αντίκτυπος της εξαίρεσης. Με την αναβαθμονόμηση αυτή, θα πρέπει να διασφαλίζεται ο αποκλεισμός των κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που επηρεάζουν τους αντίστοιχους τραπεζικούς τομείς και η διατήρηση της ανθεκτικότητας που παρέχεται από τον δείκτη μόχλευσης.

(14)  Ενδείκνυται η εφαρμογή απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης για τα ιδρύματα που έχουν προσδιοριστεί ως παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (G-SII) σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ και με το πρότυπο της BCBS σχετικά με απόθεμα ασφαλείας του δείκτη μόχλευσης για παγκόσμιες συστημικώς σημαντικές τράπεζες (G-SIB) που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2017. Το απόθεμα ασφαλείας του δείκτη μόχλευσης βαθμονομήθηκε από την BCBS ειδικά με σκοπό να μετριαστούν οι συγκριτικά μεγαλύτεροι κίνδυνοι που θέτουν οι G-SIB για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και, σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στα G-SII σε αυτό το στάδιο. Ωστόσο, θα πρέπει να διενεργηθεί περαιτέρω ανάλυση προκειμένου να προσδιοριστεί εάν ενδείκνυται η εφαρμογή της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης σε άλλα συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (O-SII), όπως ορίζονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, και εάν ναι, με ποιον τρόπο θα πρέπει να προσαρμοστεί η βαθμονόμηση στα ειδικά χαρακτηριστικά των εν λόγω ιδρυμάτων.

(15)  Στις 9 Νοεμβρίου 2015, το ΣΧΣ ▌δημοσίευσε το έγγραφο με τους όρους λειτουργίας (Term Sheet) της συνολικής ικανότητας απορρόφησης ζημιών (TLAC) («πρότυπο TLAC»), που εγκρίθηκε από την ομάδα G20 στη σύνοδο κορυφής η οποία διεξήχθη τον Νοέμβριο του 2015 στην Τουρκία. Το πρότυπο TLAC απαιτεί οι G‑SIB να διαθέτουν επαρκή αριθμό (διασώσιμων) υποχρεώσεων που διακρίνονται από υψηλό βαθμό απορρόφησης ζημιών, προκειμένου να διασφαλίζουν την ομαλή και ταχεία απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση σε περίπτωση εξυγίανσης. Το πρότυπο TLAC θα πρέπει να εφαρμοστεί στο δίκαιο της Ένωσης.

(16)  Η εφαρμογή του προτύπου TLAC στο δίκαιο της Ένωσης είναι ανάγκη να λαμβάνει υπόψη την ισχύουσα ελάχιστη ειδική για ιδρύματα απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (MREL), που καθορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(10). Δεδομένου ότι το πρότυπο MREL και οι MREL επιδιώκουν τον ίδιο στόχο, να διασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα διαθέτουν επαρκή ικανότητα απορρόφησης των ζημιών, οι δύο απαιτήσεις θα πρέπει να αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία ενός κοινού πλαισίου. Από λειτουργική άποψη, το εναρμονισμένο ελάχιστο πρότυπο TLAC θα πρέπει να θεσπιστεί στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μέσω νέας απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, ενώ η ειδική για ιδρύματα προσαύξηση για τα G-SII και η ειδική για ιδρύματα απαίτηση για τα ιδρύματα που δεν είναι G-SII θα πρέπει να θεσπιστούν με στοχευμένες τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(11). Οι διατάξεις που θεσπίζουν το πρότυπο TLAC στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να εξετάζονται σε συνδυασμό με τις διατάξεις που θεσπίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και με την οδηγία 2013/36/ΕΕ.

(17)  Σύμφωνα με το πρότυπο TLAC που καλύπτει μόνο τις τράπεζες G-SIB, η ελάχιστη απαίτηση για επαρκές ποσό ιδίων κεφαλαίων και υποχρεώσεων υψηλής απορρόφησης ζημιών που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στα G-SII. Ωστόσο, οι κανόνες όσον αφορά τις επιλέξιμες υποχρεώσεις που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να ισχύουν για όλα τα ιδρύματα, σύμφωνα με τις συμπληρωματικές προσαρμογές και τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ.

(18)  Σύμφωνα με το πρότυπο TLAC, η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων θα πρέπει να εφαρμόζεται στις οντότητες εξυγίανσης που είτε αποτελούν οι ίδιες G-SII ή αποτελούν μέρος ομίλου που προσδιορίζεται ως G-SII. Η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων θα πρέπει να ισχύει σε ατομική ή ενοποιημένη βάση, ανάλογα αν οι εν λόγω οντότητες εξυγίανσης συνιστούν ανεξάρτητα ιδρύματα χωρίς θυγατρικές ή μητρικές επιχειρήσεις.

(19)  Η οδηγία 2014/59/ΕΕ επιτρέπει να χρησιμοποιηθούν εργαλεία εξυγίανσης όχι μόνο για τα ιδρύματα, αλλά και για τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών. Οι μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών θα πρέπει επομένως να διαθέτουν επαρκή ικανότητα απορρόφησης ζημιών όπως και τα μητρικά ιδρύματα.

(20)  Με σκοπό να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, είναι σημαντικό τα μέσα που κατέχονται για την τήρηση της απαίτησης αυτής να διαθέτουν υψηλή ικανότητα απορρόφησης των ζημιών. Οι υποχρεώσεις που εξαιρούνται από το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα που αναφέρεται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ δεν έχουν αυτή την ικανότητα, ούτε οι άλλες υποχρεώσεις που, αν και καταρχήν είναι χρησιμοποιήσιμες για διάσωση με ίδια μέσα, ενδέχεται να δημιουργούν δυσκολίες στην πράξη για διάσωση με ίδια μέσα. Οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν θα πρέπει επομένως να θεωρούνται επιλέξιμες για την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων. Από την άλλη πλευρά, τα κεφαλαιακά μέσα, καθώς και οι υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης, διαθέτουν υψηλή ικανότητα απορρόφησης των ζημιών. Επίσης, η δυνατότητα απορρόφησης των ζημιών από υποχρεώσεις που έχουν την ίδια προτεραιότητα με ορισμένες εξαιρούμενες υποχρεώσεις θα πρέπει να αναγνωρίζεται ως έναν ορισμένο βαθμό, σύμφωνα με το πρότυπο TLAC.

(21)  Με σκοπό την αποφυγή της διπλής καταμέτρησης των υποχρεώσεων για τους σκοπούς της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες για την αφαίρεση των συμμετοχών σε στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων που αντικατοπτρίζουν την αντίστοιχη προσέγγιση αφαίρεσης που αναπτύχθηκε ήδη στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τα κεφαλαιακά μέσα. Σύμφωνα με την εν λόγω προσέγγιση, οι συμμετοχές σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων θα πρέπει προηγουμένως να αφαιρούνται από τις επιλέξιμες υποχρεώσεις και, στον βαθμό που δεν υπάρχουν επαρκείς υποχρεώσεις, οι εν λόγω επιλέξιμες υποχρεώσεις θα πρέπει να αφαιρούνται από τα μέσα της κατηγορίας 2.

(22)  Το πρότυπο TLAC περιέχει ορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας για τις υποχρεώσεις που είναι αυστηρότερα από τα ισχύοντα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα κεφαλαιακά μέσα. Με σκοπό τη διασφάλιση της συνοχής, τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα κεφαλαιακά μέσα θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν ως προς τη μη επιλεξιμότητα των μέσων που εκδίδονται από τις οντότητες ειδικού σκοπού από την 1η Ιανουαρίου 2022.

(23)   Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί σαφής και διαφανής διαδικασία έγκρισης για μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της υψηλής ποιότητας των εν λόγω μέσων. Για τον σκοπό αυτόν, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την ευθύνη της έγκρισης των μέσων αυτών πριν μπορέσουν τα ιδρύματα να τα κατατάξουν ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Εντούτοις, οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να οφείλουν να απαιτούν την προηγούμενη άδεια για μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, τα οποία εκδίδονται βάσει νομικής τεκμηρίωσης που έχει ήδη εγκριθεί από την αρμόδια αρχή και διέπεται από τις ίδιες, κατʼ ουσίαν, διατάξεις με εκείνες που διέπουν τα κεφαλαιακά μέσα για τα οποία το ίδρυμα έχει λάβει προηγούμενη άδεια από την αρμόδια αρχή για την κατάταξή τους ως μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Στην περίπτωση αυτή, αντί να ζητούν προηγούμενη έγκριση, τα ιδρύματα θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές τους την πρόθεσή τους να εκδώσουν τέτοια μέσα. Επιπλέον, η γνωστοποίηση αυτή θα πρέπει να πραγματοποιείται αρκετά πριν από την κατάταξη των μέσων ως μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, ώστε να υπάρχει χρόνος για την επανεξέταση των μέσων από τις αρμόδιες αρχές, αν χρειαστεί. Λαμβάνοντας υπόψη τον ρόλο της ΕΑΤ για την προώθηση της σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών και τη βελτίωση της ποιότητας των μέσων ιδίων κεφαλαίων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συμβουλεύονται την ΕΑΤ πριν από την έγκριση οποιασδήποτε νέας μορφής μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

(24)   Τα κεφαλαιακά μέσα είναι επιλέξιμα ως πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή ως μέσα της κατηγορίας 2 μόνο στο μέτρο που συμμορφώνονται με τα σχετικά κριτήρια επιλεξιμότητας. Τα κεφαλαιακά μέσα αυτού του είδους μπορούν να αποτελούνται από μετοχές ή υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των δανείων μειωμένης εξασφάλισης που πληρούν τα εν λόγω κριτήρια.

(25)   Τα κεφαλαιακά μέσα ή τα μέρη κεφαλαιακών μέσων θα πρέπει να είναι επιλέξιμα να χαρακτηρίζονται ως μέσα ιδίων κεφαλαίων μόνο εφόσον έχουν καταβληθεί. Εάν μέρη ενός μέσου δεν έχουν καταβληθεί, τα μέρη αυτά δεν θα πρέπει να είναι επιλέξιμα να χαρακτηρίζονται ως μέσα ιδίων κεφαλαίων.

(26)   Τα μέσα ιδίων κεφαλαίων και οι επιλέξιμες υποχρεώσεις δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού ή συμψηφισμού που θα υπονόμευαν την ικανότητα απορρόφησης ζημιών κατά την εξυγίανση. Αυτό δεν θα πρέπει να σημαίνει ότι οι συμβατικές διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις θα πρέπει να περιέχουν ρήτρα που να ορίζει ρητώς ότι το μέσο δεν υπόκειται σε δικαιώματα αλληλοσυμψηφισμού ή συμψηφισμού.

(27)   Λόγω της εξέλιξης του τραπεζικού τομέα σε ένα περιβάλλον με αυξημένο ψηφιακό χαρακτήρα, ενισχύεται η σημασία του λογισμικού ως είδους στοιχείου ενεργητικού. Τα στοιχεία του ενεργητικού στην κατηγορία του λογισμικού που αποτιμώνται κατά συνετό τρόπο, η αξία των οποίων δεν επηρεάζεται σημαντικά από την εξυγίανση, την αφερεγγυότητα ή τη ρευστοποίηση ενός ιδρύματος δεν θα πρέπει να υπόκεινται στην αφαίρεση άυλων στοιχείων ενεργητικού από τα στοιχεία κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Η διευκρίνιση αυτή είναι σημαντική, καθώς το λογισμικό συνιστά ευρεία έννοια που καλύπτει πολλούς διαφορετικούς τύπους στοιχείων του ενεργητικού, που δεν διατηρούν όλοι την αξία τους σε περίπτωση εκκαθάρισης. Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές στην αποτίμηση και την απόσβεση στοιχείων ενεργητικού στην κατηγορία του λογισμικού και των πωλήσεων αυτών των στοιχείων ενεργητικού που έχουν πραγματοποιηθεί. Επιπλέον, θα πρέπει να εξεταστούν οι διεθνείς εξελίξεις και διαφορές στην ρυθμιστική αντιμετώπιση των επενδύσεων σε λογισμικό, οι διαφορετικοί κανόνες προληπτικής εποπτείας που ισχύουν για τα ιδρύματα και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, και η ποικιλομορφία του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των μη ρυθμιζόμενων οντοτήτων, όπως οι εταιρείες χρηματοπιστωτικής τεχνολογίας.

(28)   Προκειμένου να αποφευχθούν τα φαινόμενα κατακρήμνισης («cliff-edge effects»), είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων για τα υφιστάμενα μέσα, σε σχέση με ορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας. Για τις υποχρεώσεις που έχουν εκδοθεί πριν από ... [την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού], θα πρέπει να αρθούν ορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα μέσα ιδίων κεφαλαίων και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις. Η εν λόγω ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων θα πρέπει να εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις που προσμετρώνται, κατά περίπτωση, στο τμήμα μειωμένης εξασφάλισης της TLAC και στο τμήμα μειωμένης εξασφάλισης της MREL, δυνάμει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, καθώς και σε υποχρεώσεις που προσμετρώνται, κατά περίπτωση, στο τμήμα μη μειωμένης εξασφάλισης της TLAC και στο τμήμα μη μειωμένης εξασφάλισης της MREL δυνάμει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Για τα μέσα ιδίων κεφαλαίων, η ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων θα πρέπει να λήγει στις ... [έξι έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

(29)   Τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη του έτους, μπορούν να εξοφληθούν μόνο κατόπιν προηγούμενης άδειας από την αρχή εξυγίανσης. Η εν λόγω προηγούμενη άδεια θα μπορούσε επίσης να συνιστά γενική προηγούμενη άδεια και στην περίπτωση αυτή η εξόφληση θα πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός περιορισμένου χρονικού διαστήματος και για προκαθορισμένο ποσό που καλύπτεται από τη γενική προηγούμενη άδεια.

(30)  Από την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το διεθνές πρότυπο για την προληπτική μεταχείριση των ανοιγμάτων προς τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τροποποιήθηκε, ώστε να βελτιωθεί η μεταχείριση των ανοιγμάτων των ιδρυμάτων προς τους αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Στις σημαντικές αναθεωρήσεις του εν λόγω προτύπου περιλαμβάνονταν η χρήση ενιαίας μεθόδου για τον καθορισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματα που οφείλονται σε εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, ρητό ανώτατο όριο για το σύνολο των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για ανοίγματα έναντι αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλόμενων και πιο ευαίσθητη στους κινδύνους προσέγγιση για τον προσδιορισμό της αξίας των παραγώγων στον υπολογισμό των υποθετικών πόρων ενός αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Ταυτόχρονα, η μεταχείριση των ανοιγμάτων έναντι μη αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων παρέμεινε αμετάβλητη. Δεδομένου ότι τα αναθεωρημένα διεθνή πρότυπα θέσπισαν μεταχείριση που είναι καλύτερα προσαρμοσμένη στο περιβάλλον της κεντρικής εκκαθάρισης, το δίκαιο της Ένωσης θα πρέπει να τροποποιηθεί, προκειμένου να ενσωματωθούν τα εν λόγω πρότυπα.

(31)  Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα θα διαχειριστούν καταλλήλως τα ανοίγματά τους υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων (ΟΣΕ), οι κανόνες που προσδιορίζουν την αντιμετώπιση των εν λόγω ανοιγμάτων θα πρέπει να είναι ευαίσθητοι στον κίνδυνο και θα πρέπει να προωθούν τη διαφάνεια όσον αφορά τα υποκείμενα ανοίγματα σε ΟΣΕ. Η BCBS εξέδωσε, ως εκ τούτου, αναθεωρημένο πρότυπο που καθορίζει σαφή ιεράρχηση των προσεγγίσεων για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων για τα εν λόγω ανοίγματα. H εν λόγω ιεράρχηση αντικατοπτρίζει τον βαθμό της διαφάνειας ως προς τα υποκείμενα ανοίγματα. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να εναρμονιστεί με τους εν λόγω διεθνώς συμφωνηθέντες κανόνες.

(32)   Για ίδρυμα που παρέχει δέσμευση ελάχιστης τιμής προς τελικό όφελος των πελατών λιανικής για επένδυση σε μερίδιο ή μετοχή σε ΟΣΕ, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενου από το κράτος ιδιωτικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος, δεν απαιτείται πληρωμή από το ίδρυμα ή την επιχείρηση που περιλαμβάνεται στο ίδιο πεδίο εφαρμογής της εποπτικής ενοποίησης, εκτός εάν η αξία των μετοχών ή μεριδίων του πελάτη στον ΟΣΕ είναι κατώτερη από το ποσό που καλύπτεται από την εγγύηση σε ένα ή περισσότερα χρονικά σημεία που καθορίζονται στη σύμβαση. Επομένως, η πιθανότητα να εφαρμοστεί η δέσμευση είναι μικρή στην πράξη. Όταν η δέσμευση ελάχιστης τιμής ενός ιδρύματος περιορίζεται σε ένα ποσοστό του ποσού που είχε αρχικά επενδύσει πελάτης σε μετοχές ή μερίδια σε ΟΣΕ (δέσμευση ελάχιστης τιμής καθορισμένου ποσού) ή σε ποσό που εξαρτάται από τις επιδόσεις χρηματοοικονομικών δεικτών ή δεικτών της αγοράς έως ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, οποιαδήποτε επί του παρόντος θετική διαφορά μεταξύ της αξίας των μετοχών ή μεριδίων του πελάτη και της παρούσας αξίας του ποσού που καλύπτεται από την εγγύηση σε συγκεκριμένη ημερομηνία συνιστά απόθεμα ασφαλείας και μειώνει τον κίνδυνο να πρέπει το ίδρυμα να καταβάλει το ποσό που καλύπτεται από την εγγύηση. Όλοι αυτοί οι λόγοι δικαιολογούν τον μειωμένο συντελεστή πιστωτικής μετατροπής.

(33)  Για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος των συναλλαγών σε παράγωγα βάσει του πλαισίου του πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 παρέχει επί του παρόντος στα ιδρύματα τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τριών διαφορετικών τυποποιημένων προσεγγίσεων: της τυποποιημένης μεθόδου (SM), της μεθόδου βάσει τρεχουσών τιμών αγοράς (MtMM) και της μεθόδου του αρχικού ανοίγματος (OEM).

(34)  Οι εν λόγω τυποποιημένες προσεγγίσεις, όμως, δεν αναγνωρίζουν επαρκώς τη φύση της εξασφάλισης που μειώνει τον κίνδυνο στα ανοίγματα. Οι βαθμονομήσεις τους είναι παρωχημένες και δεν αντικατοπτρίζουν το υψηλό επίπεδο μεταβλητότητας που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Επιπλέον, δεν αναγνωρίζουν δεόντως τα οφέλη από συμψηφισμούς. Για την αντιμετώπιση των αδυναμιών αυτών η BCBS αποφάσισε να αντικαταστήσει την SM και την MtMM με μια νέα τυποποιημένη προσέγγιση για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος των ανοιγμάτων σε παράγωγα, την αποκαλούμενη τυποποιημένη προσέγγιση για πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου (SA-CCR). Δεδομένου ότι τα αναθεωρημένα διεθνή πρότυπα θέσπισαν μια νέα τυποποιημένη προσέγγιση που είναι καλύτερα προσαρμοσμένη στο περιβάλλον της κεντρικής εκκαθάρισης, το δίκαιο της Ένωσης θα πρέπει να τροποποιηθεί, προκειμένου να ενσωματωθούν τα εν λόγω πρότυπα.

(35)  Η SA-CCR είναι πιο ευαίσθητη σε θέματα κινδύνων σε σχέση με την SM και την MtMM και θα οδηγήσει, ως εκ τούτου, σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αντικατοπτρίζουν καλύτερα τους κινδύνους που σχετίζονται με τις συναλλαγές των ιδρυμάτων σε παράγωγα. Ταυτόχρονα, για ορισμένα από τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν επί του παρόντος την MtMM, η SA-CCR μπορεί να αποδειχθεί υπερβολικά περίπλοκη και επαχθής ως προς την εφαρμογή. Για τα ιδρύματα που πληρούν προκαθορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας και για τα ιδρύματα που αποτελούν μέρος ομίλου που πληροί αυτά τα κριτήρια σε ενοποιημένη βάση πρέπει να θεσπιστεί μια απλοποιημένη έκδοση της SA-CCR («απλοποιημένη SA-CCR»). Δεδομένου ότι η απλοποιημένη έκδοση θα είναι λιγότερο ευαίσθητη σε θέματα κινδύνων σε σχέση με την SA-CCR, θα πρέπει να βαθμονομηθεί κατάλληλα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν υποεκτιμά την αξία ανοίγματος των συναλλαγών σε παράγωγα.

(36)  Για τα ιδρύματα που έχουν ▌περιορισμένα ανοίγματα σε παράγωγα και τα οποία χρησιμοποιούν επί του παρόντος την MtMM ή την OEM, τόσο η SA-CCR όσο και η απλοποιημένη SA-CCR ενδέχεται να είναι πολύ πολύπλοκες για να εφαρμοστούν. Η OEM θα πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά ως εναλλακτική προσέγγιση από τα εν λόγω ιδρύματα που πληρούν προκαθορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας και τα ιδρύματα που αποτελούν μέρος ομίλου ο οποίος πληροί αυτά τα κριτήρια σε ενοποιημένη βάση, αλλά θα πρέπει να αναθεωρηθεί, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι σοβαρές ελλείψεις της.

(37)  Με σκοπό την καθοδήγηση του ιδρύματος κατά την επιλογή των επιτρεπόμενων προσεγγίσεων θα πρέπει να θεσπιστούν σαφή κριτήρια. Τα εν λόγω κριτήρια θα πρέπει να βασίζονται στο μέγεθος των δραστηριοτήτων σε παράγωγα ενός ιδρύματος, που καταδεικνύει τον βαθμό πολυπλοκότητας, τον οποίο θα πρέπει ένα ίδρυμα να είναι σε θέση να τηρεί για να υπολογιστεί η αξία ανοίγματος.

(38)  Κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι απώλειες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για ορισμένα εγκατεστημένα στην Ένωση ιδρύματα ήταν σημαντικές. Για ορισμένα από αυτά, το επίπεδο του απαιτούμενου για την κάλυψη των απωλειών κεφαλαίου αποδείχθηκε ανεπαρκές, με αποτέλεσμα τα εν λόγω ιδρύματα να ζητήσουν έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη. Οι εν λόγω παρατηρήσεις οδήγησαν την BCBS στην εξάλειψη ορισμένων αδυναμιών στην προληπτική εποπτεία των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, που συνίσταται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.

(39)  Το 2009 ολοκληρώθηκε η πρώτη σειρά μεταρρυθμίσεων σε διεθνές επίπεδο και μεταφέρθηκε στο ενωσιακό δίκαιο με την οδηγία 2010/76/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12). Η μεταρρύθμιση του 2009 δεν αντιμετώπισε, ωστόσο, τις διαρθρωτικές αδυναμίες των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα πρότυπα κινδύνου αγοράς. Η έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά την οριοθέτηση μεταξύ των βιβλίων εμπορικών και τραπεζικών συναλλαγών παρείχε τις δυνατότητες για την καταχρηστική επιλογή ευνοϊκότερου πλαισίου προληπτικής εποπτείας, ενώ η έλλειψη ευαισθησίας κινδύνου των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων ως προς τον κίνδυνο αγοράς δεν επέτρεπε την κάλυψη του πλήρους φάσματος των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένα τα ιδρύματα.

(40)  Η BCBS δρομολόγησε τη ριζική αναθεώρηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών (FRTB) για να αντιμετωπιστούν οι διαρθρωτικές αδυναμίες των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα πρότυπα κινδύνου αγοράς. Οι εργασίες αυτές οδήγησαν στη δημοσίευση, τον Ιανουάριο του 2016, αναθεωρημένου πλαισίου για τον κίνδυνο αγοράς. Κατά τη διάρκεια του Δεκεμβρίου 2017, η Ομάδα Διοικητών Κεντρικών Τραπεζών και Επικεφαλής Εποπτείας συμφώνησε να παραταθεί η ημερομηνία εφαρμογής του αναθεωρημένου πλαισίου για τον κίνδυνο αγοράς, προκειμένου να δοθεί στα ιδρύματα επιπλέον χρόνος για την κατάρτιση της απαραίτητης υποδομής συστημάτων και να μπορέσει η BCBS να αντιμετωπίσει ορισμένα ειδικά θέματα που συνδέονται με το πλαίσιο. Αυτό περιλαμβάνει επανεξέταση των βαθμονομήσεων των τυποποιημένων προσεγγίσεων εσωτερικών υποδειγματικών για να εξασφαλιστεί συνοχή με τις αρχικές προσδοκίες της BCBS. Μετά την ολοκλήρωση της επανεξέτασης αυτής, και προτού πραγματοποιηθεί εκτίμηση του αντικτύπου των αναθεωρήσεων που προκύπτουν για το πλαίσιο FRTB σχετικά με τα ιδρύματα στην Ένωση, όλα τα ιδρύματα που θα υπόκεινται στο πλαίσιο FRTB στην Ένωση θα πρέπει να αρχίσουν να υποβάλλουν αναφορές για τους υπολογισμούς που προκύπτουν από την αναθεωρημένη τυποποιημένη προσέγγιση. Για τον σκοπό αυτόν, προκειμένου να καταστούν πλήρως λειτουργικοί οι υπολογισμοί για τις απαιτήσεις υποβολής αναφορών σύμφωνα με τις διεθνείς εξελίξεις, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδώσει πράξη σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει την εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2019. Τα ιδρύματα θα πρέπει να αρχίσουν να υποβάλλουν αναφορές για τον υπολογισμό αυτό το αργότερο ένα έτος μετά την έκδοση της εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης. Επιπλέον, τα ιδρύματα που λαμβάνουν έγκριση να χρησιμοποιούν την αναθεωρημένη προσέγγιση εσωτερικών υποδειγμάτων του πλαισίου FRTB για σκοπούς υποβολής αναφορών θα πρέπει επίσης να υποβάλλουν αναφορές για τον υπολογισμό στο πλαίσιο της προσέγγισης εσωτερικού υποδείγματος τρία έτη από την έναρξη πλήρους λειτουργίας της.

(41)   Η θέσπιση των υποχρεώσεων υποβολής αναφορών για τις προσεγγίσεις FRTB θα πρέπει να θεωρείται ως πρώτο βήμα προς την πλήρη εφαρμογή του πλαισίου FRTB στην Ένωση. Λαμβανομένων υπόψη των τελικών αναθεωρήσεων του πλαισίου FRTB που πραγματοποίησε η BCBS, των αποτελεσμάτων των επιπτώσεων των αναθεωρήσεων αυτών επί των ιδρυμάτων στην Ένωση και των προσεγγίσεων FRTB που ορίζονται ήδη στον παρόντα κανονισμό για τις απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει, όπου κρίνεται σκόπιμο, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις 30 Ιουνίου 2020 σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εφαρμοστεί το πλαίσιο FRTB στην Ένωση για να καθιερωθούν οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.

(42)  Μια ανάλογη μεταχείριση για τον κίνδυνο αγοράς θα πρέπει να εφαρμόζεται, επίσης, στα ιδρύματα με περιορισμένες δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών και να επιτρέπει την εφαρμογή του πλαισίου πιστωτικού κινδύνου για θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου σε περισσότερα ιδρύματα με μικρές δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών, όπως ορίζεται στο αναθεωρημένο κείμενο της παρέκκλισης για τις επιχειρήσεις με μικρές δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Η αρχή της αναλογικότητας θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη όταν η Επιτροπή επανεξετάζει τον τρόπο με τον οποίο τα ιδρύματα με μεσαίου μεγέθους δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών θα πρέπει να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς. Συγκεκριμένα, η βαθμονόμηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για τα ιδρύματα με μεσαίου μεγέθους δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών θα πρέπει να επανεξετάζεται υπό το πρίσμα των εξελίξεων σε διεθνές επίπεδο. Εν τω μεταξύ, τα ιδρύματα με μεσαίου μεγέθους δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών, καθώς και τα ιδρύματα με μικρές δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών, θα πρέπει να απαλλάσσονται από τις απαιτήσεις υποβολής αναφορών βάσει του FRTB.

(43)  Το πλαίσιο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων θα πρέπει να ενισχυθεί, προκειμένου να βελτιωθεί η ικανότητα των ιδρυμάτων να απορροφούν ζημίες και να συμμορφώνονται περισσότερο με τα διεθνή πρότυπα. Προς τον σκοπό αυτό, η βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως κεφαλαιακή βάση για τον υπολογισμό του ορίου για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τα ανοίγματα προς τα πιστωτικά παράγωγα θα πρέπει να υπολογίζονται σύμφωνα με την SA-CCR. Επιπλέον, το όριο για τα ανοίγματα που τα G-SII μπορεί να διαθέτουν προς άλλα G-SII θα πρέπει να ελαττωθεί για τη μείωση των συστημικών κινδύνων που συνδέονται με τις διασυνδέσεις μεταξύ των μεγάλων ιδρυμάτων και για τη μείωση των επιπτώσεων που μπορεί να επιφέρει η αθέτηση υποχρεώσεων εκ μέρους αντισυμβαλλομένου G-SII στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

(44)  Ενώ ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) διασφαλίζει ότι τα ιδρύματα θα μπορούν να δέχονται σοβαρές πιέσεις σε βραχυπρόθεσμη βάση, δεν διασφαλίζει ότι τα εν λόγω ιδρύματα αυτά θα διαθέτουν μια σταθερή χρηματοδοτική δομή σε έναν πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Κατέστη, συνεπώς, σαφές ότι θα πρέπει να αναπτυχθεί σε επίπεδο Ένωσης λεπτομερής δεσμευτική απαίτηση σταθερής χρηματοδότησης, η οποία θα πρέπει πάντα να τηρείται με σκοπό να αποφευχθούν οι υπερβολικές αναντιστοιχίες ληκτότητας μεταξύ στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και η υπερβολική εξάρτηση από βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση χονδρικής.

(45)  Σύμφωνα με το πρότυπο σταθερής χρηματοδότησης της BCBS, θα πρέπει, επομένως, να εγκριθούν κανόνες που να καθορίζουν την απαίτηση σταθερής χρηματοδότησης ως αναλογία του ποσού της διαθέσιμης σταθερής χρηματοδότησης, που διαθέτει ένα ίδρυμα, προς το ποσό της απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησής του σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους. Αυτή η ▌δεσμευτική απαίτηση θα πρέπει να ονομάζεται «απαίτηση του δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης» (NSFR). Το ποσό της διαθέσιμης σταθερής χρηματοδότησης θα πρέπει να υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό των υποχρεώσεων του ιδρύματος και των ιδίων κεφαλαίων επί τους κατάλληλους συντελεστές που αντικατοπτρίζουν τον βαθμό αξιοπιστίας τους στον ορίζοντα ενός έτους του NSFR. Το ποσό της απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης θα πρέπει να υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό των στοιχείων του ενεργητικού του ιδρύματος και των εκτός ισολογισμού ανοιγμάτων επί τους κατάλληλους συντελεστές που αντικατοπτρίζουν τα χαρακτηριστικά ρευστότητας και τις εναπομένουσες ληκτότητες στον ορίζοντα ενός έτους του NSFR.

(46)  Ο NSFR θα πρέπει να εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό και να οριστεί τουλάχιστον στο επίπεδο του 100 %, γεγονός που καταδεικνύει ότι το ίδρυμα διατηρεί επαρκή σταθερή χρηματοδότηση για την κάλυψη των χρηματοδοτικών του αναγκών σε ορίζοντα ενός έτους τόσο σε κανονικές όσο και σε ακραίες συνθήκες. Εάν ο NSFR είναι κάτω από το επίπεδο του 100 %, το ίδρυμα θα πρέπει να συμμορφώνεται με τις ειδικές απαιτήσεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για την έγκαιρη επαναφορά του NSFR του στο ελάχιστο επίπεδο. Η εφαρμογή εποπτικών μέτρων σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με την απαίτηση NSFR δεν θα πρέπει να γίνεται αυτόματα ▌. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει αντιθέτως να εκτιμούν τους λόγους για τη μη συμμόρφωση με την απαίτηση του NSFR πριν από τον καθορισμό πιθανών μέτρων εποπτείας.

(47)  Σύμφωνα με τις συστάσεις που έγιναν από την ΕΑΤ στην έκθεσή της, της 15ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με τις απαιτήσεις καθαρής σταθερής χρηματοδότησης βάσει του άρθρου 510 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι κανόνες για τον υπολογισμό του NSFR θα πρέπει να είναι στενά ευθυγραμμισμένοι με τα πρότυπα της BCBS, συμπεριλαμβανομένων των εξελίξεων στα εν λόγω πρότυπα σε ό, τι αφορά τη μεταχείριση των συναλλαγών σε παράγωγα. Η αναγκαιότητα να ληφθούν υπόψη ορισμένες ευρωπαϊκές ιδιαιτερότητες, ώστε να εξασφαλιστεί ότι η απαίτηση NSFR δεν εμποδίζει τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής πραγματικής οικονομίας, δικαιολογεί, ωστόσο, την έγκριση ορισμένων προσαρμογών του NSFR που έχει αναπτύξει η BCBS για τον καθορισμό ευρωπαϊκής απαίτησης NSFR. Οι προσαρμογές αυτές που οφείλονται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο συνιστώνται από την ΕΑΤ και αφορούν κυρίως ειδικές μεταχειρίσεις για: μοντέλα άμεσης επανεκχώρησης γενικά και έκδοση καλυμμένων ομολόγων ειδικότερα· χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες στον τομέα του διεθνούς εμπορίου· κεντρικές καταθέσεις ταμιευτηρίου· εγγυημένα δάνεια κατοικίας· ▌πιστωτικές ενώσεις· κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και κεντρικά αποθετήρια τίτλων (ΚΑΤ) που δεν αναλαμβάνουν σημαντική μετατροπή ληκτότητας. Οι εν λόγω προτεινόμενες ειδικές μεταχειρίσεις αντικατοπτρίζουν σε μεγάλο βαθμό την ευνοϊκή μεταχείριση που χορηγείται σε αυτές τις δραστηριότητες ως προς τον ευρωπαϊκό LCR σε σύγκριση με τον LCR που έχει αναπτύξει η BCBS. Επειδή ο NSFR συμπληρώνει τον LCR, οι δύο αυτοί δείκτες θα πρέπει να είναι συνεπείς ως προς τον ορισμό και τη βαθμονόμησή τους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση των συντελεστών απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης που εφαρμόζονται στα υψηλής ποιότητας ρευστά στοιχεία ενεργητικού του LCR για τον υπολογισμό του NSFR που θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τους ορισμούς και τις περικοπές του ευρωπαϊκού LCR, ανεξάρτητα από τη συμμόρφωση με τις γενικές και λειτουργικές απαιτήσεις που ορίζονται για τον υπολογισμό του LCR οι οποίες δεν ενδείκνυνται για τον υπολογισμό του NSFR σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους.

(48)  Πέραν των ευρωπαϊκών ιδιαιτεροτήτων, η ▌μεταχείριση των συναλλαγών σε παράγωγα στον NSFR που έχει αναπτύξει η BCBS θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις δραστηριότητες σε παράγωγα των ιδρυμάτων και, κατά συνέπεια, στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές και στην πρόσβαση σε ορισμένες πράξεις για τους τελικούς χρήστες. Οι συναλλαγές σε παράγωγα και ορισμένες αλληλένδετες συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων των εκκαθαριστικών δραστηριοτήτων, θα μπορούσαν να επηρεάζονται αδικαιολόγητα και δυσανάλογα από την εισαγωγή του NSFR που έχει αναπτύξει η BCBS χωρίς να έχουν υποβληθεί σε εκτεταμένες μελέτες ποσοτικών επιπτώσεων και σε δημόσια διαβούλευση. Η πρόσθετη απαίτηση να κατέχουν ποσοστό μεταξύ 5 % και 20 % της σταθερής χρηματοδότησης έναντι του ακαθάριστου ποσού υποχρεώσεων σε παράγωγα θεωρείται ευρύτατα ως κατά προσέγγιση μέτρο για την εκτίμηση των επιπλέον κινδύνων χρηματοδότησης που συνδέονται με την ενδεχόμενη αύξηση των υποχρεώσεων σε παράγωγα για χρονικό ορίζοντα ενός έτους και τελεί υπό επανεξέταση στο επίπεδο