Ευρετήριο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Τετάρτη 17 Απριλίου 2019 - Στρασβούργο 
Σύνταξη ή τροποποίηση του τίτλου ψηφίσματος το οποίο έχει κατατεθεί για περάτωση συζήτησης (ερμηνεία του άρθρου 149α παράγραφος 2 του Κανονισμού) (2019/2020(REG))
 Πολιτική δήλωση για τη σύσταση πολιτικής ομάδας (ερμηνεία του άρθρου 32 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίπτωση του Κανονισμού)
 Πρωτόκολλο στη συμφωνία EK-Δανίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου και σχετικά με το «Eurodac» ***
 Θέσπιση του «Ορίζων Ευρώπη» και των κανόνων συμμετοχής και διάδοσής του ***I
 Πρόγραμμα υλοποίησης του «Ορίζων Ευρώπη» ***I
 Εποπτεία της αγοράς και συμμόρφωση των προϊόντων ***I
 Προώθηση της δίκαιης μεταχείρισης και της διαφάνειας για τους επιχειρηματικούς χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ***I
 Καλύτερη επιβολή και εκσυγχρονισμός των κανόνων της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών ***I
 Διαφάνεια και βιωσιμότητα της αξιολόγησης κινδύνου στην αλυσίδα τροφίμων στην ΕΕ ***I
 Συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας για τα φάρμακα ***I
 Διαστημικό πρόγραμμα της Ένωσης και Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το διαστημικό πρόγραμμα ***I
 Πρόγραμμα Ψηφιακή Ευρώπη για την περίοδο 2021-2027 ***I
 Πρόγραμμα «Fiscalis» για τη συνεργασία στον τομέα της φορολογίας ***I
 Πρόγραμμα για το Περιβάλλον και τη Δράση για το Κλίμα (LIFE) ***I
 Πρόγραμμα «Δικαιοσύνη» ***I
 Πρόγραμμα «Δικαιώματα και αξίες» ***I
 Αριθμός των διακοινοβουλευτικών αντιπροσωπειών, των αντιπροσωπειών στις μικτές κοινοβουλευτικές επιτροπές, των αντιπροσωπειών στις επιτροπές κοινοβουλευτικής συνεργασίας και στις πολυμερείς κοινοβουλευτικές συνελεύσεις
 Προσαρμογή διαφόρων νομικών πράξεων οι οποίες προβλέπουν τη χρήση της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο στα άρθρα 290 και 291 ΣΛΕΕ - μέρος ΙΙ ***I
 Προσαρμογή διαφόρων νομικών πράξεων οι οποίες προβλέπουν τη χρήση της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο στα άρθρα 290 και 291 ΣΛΕΕ - τμήμα Ι ***I
 Προσαρμογή διαφόρων νομικών πράξεων στον τομέα της δικαιοσύνης οι οποίες προβλέπουν τη χρήση της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο στο άρθρο 290 ΣΛΕΕ ***I
 Εκτέλεση και χρηματοδότηση του γενικού προϋπολογισμού της ΕΕ για το 2019 σε σχέση με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση ***
 Συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας σε θέματα επιστήμης και τεχνολογίας ***
 Τροποποίηση του καταστατικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων *
 Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή ***I
 Κώδικας θεωρήσεων ***I
 Μέτρα διατήρησης και ελέγχου που εφαρμόζονται στη ζώνη διακανονισμού της Οργάνωσης Αλιείας Βορειοδυτικού Ατλαντικού ***I
 Κανόνες που διευκολύνουν τη χρήση χρηματοοικονομικών και άλλων πληροφοριών ***I
 Ευρωπαϊκό βιομηχανικό, τεχνολογικό και ερευνητικό κέντρο ικανοτήτων στον τομέα της κυβερνοασφάλειας και δίκτυο εθνικών κέντρων συντονισμού ***I
 Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» ***I
 Πρόληψη της διάδοσης τρομοκρατικού περιεχομένου στο διαδίκτυο ***I

Σύνταξη ή τροποποίηση του τίτλου ψηφίσματος το οποίο έχει κατατεθεί για περάτωση συζήτησης (ερμηνεία του άρθρου 149α παράγραφος 2 του Κανονισμού) (2019/2020(REG))
PDF 119kWORD 42k
Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Απριλίου 2019 σχετικά με τη σύνταξη ή τροποποίηση του τίτλου ψηφίσματος το οποίο έχει κατατεθεί για να περατώσει μια συζήτηση (ερμηνεία του άρθρου 149α παράγραφος 2 του Κανονισμού) (2019/2020(REG))
P8_TA-PROV(2019)0392

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την από 3 Απριλίου 2019 επιστολή της Προέδρου της Επιτροπής Συνταγματικών Θεμάτων,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 226 του Κανονισμού του,

1.  αποφασίζει να προσθέσει την κατωτέρω ερμηνεία στο άρθρο 149α παράγραφος 2 του Κανονισμού:"«Η σύνταξη ή η τροποποίηση του τίτλου ψηφίσματος το οποίο έχει κατατεθεί για να περατώσει μια συζήτηση βάσει του άρθρου 123, 128 ή 135 δεν συνιστά αλλαγή στην ημερήσια διάταξη, υπό την προϋπόθεση ότι ο τίτλος παραμένει εντός του πεδίου εφαρμογής του αντικειμένου που συζητείται. »"

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα απόφαση, προς ενημέρωση, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.


Πολιτική δήλωση για τη σύσταση πολιτικής ομάδας (ερμηνεία του άρθρου 32 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίπτωση του Κανονισμού)
PDF 115kWORD 48k
Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Απριλίου 2019 σχετικά με πολιτική δήλωση για τη σύσταση πολιτικής ομάδας (ερμηνεία του άρθρου 32 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίπτωση του Κανονισμού) (2019/2019(REG))
P8_TA-PROV(2019)0393

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την από 3 Απριλίου 2019 επιστολή της Προέδρου της Επιτροπής Συνταγματικών Θεμάτων,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 226 του Κανονισμού του,

1.  αποφασίζει να προσθέσει την κατωτέρω ερμηνεία στο άρθρο 32 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίπτωση του Κανονισμού:"«Η πολιτική δήλωση ομάδας ορίζει τις αξίες τις οποίες αντιπροσωπεύει η ομάδα και τους κύριους πολιτικούς στόχους που τα μέλη της σκοπεύουν να εκπληρώσουν μαζί στο πλαίσιο της άσκησης της εντολής τους. Η δήλωση περιγράφει τον κοινό πολιτικό προσανατολισμό της ομάδας με ουσιαστικό, διακριτό και αυθεντικό τρόπο.»"

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα απόφαση, προς ενημέρωση, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.


Πρωτόκολλο στη συμφωνία EK-Δανίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου και σχετικά με το «Eurodac» ***
PDF 127kWORD 49k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Απριλίου 2019 σχετικά με το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου για τη σύναψη πρωτοκόλλου στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Βασιλείου της Δανίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται στη Δανία ή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και με το «Eurodac», για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου, αναφορικά με την πρόσβαση στο «Eurodac» για σκοπούς επιβολής του νόμου (15822/2018 – C8-0151/2019 – 2018/0423(NLE))
P8_TA-PROV(2019)0394A8-0196/2019

(Έγκριση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου (15822/2018),

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο πρωτοκόλλου στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Βασιλείου της Δανίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται στη Δανία ή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και με το «Eurodac», για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου, αναφορικά με την πρόσβαση στο «Eurodac» για σκοπούς επιβολής του νόμου (15823/2018),

–  έχοντας υπόψη την αίτηση έγκρισης που υπέβαλε το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο α), το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) και το άρθρο 218 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C8-0151/2019),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 99 παράγραφοι 1 και 4, καθώς και το άρθρο 108 παράγραφος 7 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A8-0196/2019),

1.  εγκρίνει τη σύναψη του πρωτοκόλλου·

2.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια του Βασιλείου της Δανίας και των άλλων κρατών μελών.


Θέσπιση του «Ορίζων Ευρώπη» και των κανόνων συμμετοχής και διάδοσής του ***I
PDF 944kWORD 195k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του προγράμματος-πλαισίου έρευνας και καινοτομίας «Ορίζων Ευρώπη» και των κανόνων συμμετοχής και διάδοσής του (COM(2018)0435 – C8-0252/2018 – 2018/0224(COD))
P8_TA(2019)0395A8-0401/2018

Το κείμενο αυτό βρίσκεται στο στάδιο της προετοιμασίας για δημοσίευση στη γλώσσα σας. Η έκδοση PDF ή WORD είναι ήδη διαθέσιμη κάνοντας κλικ στο εικονίδιο πάνω δεξιά.


Πρόγραμμα υλοποίησης του «Ορίζων Ευρώπη» ***I
PDF 751kWORD 264k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ειδικού προγράμματος υλοποίησης του προγράμματος Ορίζων Ευρώπη – Πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας και καινοτομίας (COM(2018)0436 – C8-0253/2018 – 2018/0225(COD))
P8_TA(2019)0396A8-0410/2018

Το κείμενο αυτό βρίσκεται στο στάδιο της προετοιμασίας για δημοσίευση στη γλώσσα σας. Η έκδοση PDF ή WORD είναι ήδη διαθέσιμη κάνοντας κλικ στο εικονίδιο πάνω δεξιά.


Εποπτεία της αγοράς και συμμόρφωση των προϊόντων ***I
PDF 486kWORD 149k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κανόνων και διαδικασιών σχετικά με τη συμμόρφωση με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης για τα προϊόντα και την επιβολή της, καθώς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 305/2011, (ΕΕ) αριθ. 528/2012, (ΕΕ) 2016/424, (ΕΕ) 2016/425, (ΕΕ) 2016/426 και (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και των οδηγιών 2004/42/ΕΚ, 2009/48/ΕΚ, 2010/35/ΕΕ, 2013/29/ΕΕ, 2013/53/ΕΕ, 2014/28/ΕΕ, 2014/29/ΕΕ, 2014/30/ΕΕ, 2014/31/ΕΕ, 2014/32/ΕΕ, 2014/33/ΕΕ, 2014/34/ΕΕ, 2014/35/ΕΕ, 2014/53/ΕΕ, 2014/68/ΕΕ και 2014/90/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (COM(2017)0795 – C8-0004/2018 – 2017/0353(COD))
P8_TA-PROV(2019)0397A8-0277/2018

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2017)0795),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και τα άρθρα 33, 114 και 207 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0004/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη την αιτιολογημένη γνώμη που υποβλήθηκε από το Σουηδικό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με την οποία υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 23ης Μαΐου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 15ης Φεβρουαρίου 2019, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A8-0277/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 17 Απριλίου 2019 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 2004/42/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011

P8_TC1-COD(2017)0353


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 33 και 114 ▌,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Για να κατοχυρωθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων μέσα στην Ένωση, είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί ότι τα προϊόντα συμμορφώνονται με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης και ως εκ τούτου πληρούν απαιτήσεις που εγγυώνται υψηλό επίπεδο προστασίας δημόσιων συμφερόντων, όπως η υγεία και η ασφάλεια γενικά, η υγεία και η ασφάλεια στον χώρο εργασίας, η προστασία των καταναλωτών, η προστασία του περιβάλλοντος, η δημόσια ασφάλεια και η προστασία κάθε άλλου δημοσίου συμφέροντος που προστατεύεται από αυτή τη νομοθεσία. Η αυστηρή επιβολή των απαιτήσεων αυτών έχει ουσιώδη σημασία για την ενδεδειγμένη προστασία των παραπάνω συμφερόντων και για τη δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν να ανθήσει ο θεμιτός ανταγωνισμός στην αγορά προϊόντων της Ένωσης. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί η εν λόγω επιβολή, ανεξάρτητα από το αν τα προϊόντα διατίθενται στην αγορά απογραμμικά ή επιγραμμικά και ανεξάρτητα από το αν κατασκευάζονται ή όχι στην Ένωση.

(2)  Η ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης καλύπτει μεγάλο μέρος των μεταποιημένων προϊόντων. Τα μη συμμορφούμενα και τα ανασφαλή προϊόντα εκθέτουν τους πολίτες σε κίνδυνο και μπορούν να προκαλέσουν στρέβλωση του ανταγωνισμού έναντι των οικονομικών φορέων που πωλούν συμμορφούμενα προϊόντα εντός της Ένωσης.

(3)  Η ενίσχυση της ενιαίας αγοράς αγαθών μέσω της καταβολής περισσότερων προσπαθειών για την αποτροπή της διάθεσης μη συμμορφούμενων προϊόντων στην αγορά της Ένωσης αναγνωρίστηκε ως προτεραιότητα στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 28ης Οκτωβρίου 2015 με τίτλο «Αναβάθμιση της ενιαίας αγοράς: περισσότερες ευκαιρίες για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις». Ο στόχος αυτός θα πρέπει να επιτευχθεί μέσα από την ενίσχυση της εποπτείας της αγοράς, την παροχή σαφών, διαφανών και ολοκληρωμένων κανόνων στους οικονομικούς φορείς, την εντατικοποίηση των ελέγχων συμμόρφωσης και την προώθηση της στενότερης διασυνοριακής συνεργασίας μεταξύ των αρχών επιβολής, περιλαμβανομένης της συνεργασίας με τις τελωνειακές αρχές.

(4)  Το πλαίσιο για την εποπτεία της αγοράς που θεσπίζεται από τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να συμπληρώνει και να ενισχύει αφενός τις υφιστάμενες διατάξεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση προϊόντων και αφετέρου το πλαίσιο για τη συνεργασία με οργανώσεις που εκπροσωπούν οικονομικούς φορείς ή τελικούς χρήστες, για την εποπτεία της αγοράς προϊόντων και για τους ελέγχους των εν λόγω προϊόντων που εισέρχονται στην ενωσιακή αγορά. Ωστόσο, σύμφωνα με την αρχή ότι οι ειδικότερες διατάξεις (lex specialis) υπερισχύουν των γενικοτέρων, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο αν απουσιάζουν ειδικές διατάξεις με ίδιο στόχο, φύση ή αποτέλεσμα στην ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνιση. Συνεπώς, οι αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται στους τομείς που καλύπτονται από τις εν λόγω ειδικές διατάξεις, π.χ. διατάξεις που καθορίζονται στους κανονισμούς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1223/2009(4), (ΕΚ) αριθ. 2017/745(5), (ΕΕ) 2017/746(6), συμπεριλαμβανομένης της χρήσης της βάσης δεδομένων για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα (Eudamed), και (ΕΕ) 2018/858(7).

(5)  Η οδηγία 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(8) καθορίζει τις γενικές απαιτήσεις ασφάλειας για όλα τα καταναλωτικά προϊόντα και προβλέπει ειδικές υποχρεώσεις και εξουσίες των κρατών μελών σε σχέση με τα επικίνδυνα προϊόντα, καθώς και την ανταλλαγή πληροφοριών για τον σκοπό αυτόν μέσω του συστήματος ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών (RAPEX). Οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν τα ειδικότερα μέτρα που τίθενται στη διάθεσή τους βάσει της ανωτέρω οδηγίας. Προκειμένου να επιτευχθεί υψηλότερο επίπεδο ασφάλειας για τα καταναλωτικά προϊόντα, οι μηχανισμοί για τις ανταλλαγές πληροφοριών και τις καταστάσεις ταχείας επέμβασης που προβλέπονται στην οδηγία 2001/95/ΕΚ θα πρέπει να καταστούν αποτελεσματικότεροι.

(6)  Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού που αφορούν την εποπτεία της αγοράς θα πρέπει να καλύπτουν τα προϊόντα τα οποία υπόκεινται στην ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης η οποία παρατίθεται στο παράρτημα Ι σε σχέση με τα μεταποιημένα προϊόντα, εκτός από τα τρόφιμα, τις ζωοτροφές, τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη και για κτηνιατρική χρήση, τα ζώντα φυτά και ζώα, τα προϊόντα ανθρώπινης προέλευσης και τα προϊόντα φυτών και ζώων που σχετίζονται άμεσα με τη μελλοντική αναπαραγωγή τους. Με τον τρόπο αυτόν, διασφαλίζεται ένα ομοιόμορφο πλαίσιο για την εποπτεία της αγοράς όσον αφορά τα εν λόγω προϊόντα σε επίπεδο Ένωσης και διευκολύνεται η αύξηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και των τελικών χρηστών στα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά της Ένωσης. Σε περίπτωση έγκρισης νέας ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης στο μέλλον, θα εναπόκειται στην εν λόγω νομοθεσία να καθοριστεί κατά πόσον ο παρών κανονισμός έχει εφαρμογή και στην εν λόγω νομοθεσία.

(7)  Τα άρθρα 15 έως 29 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9) που ορίζουν το πλαίσιο εποπτείας της κοινοτικής αγοράς και τους ελέγχους στα προϊόντα που εισέρχονται στην κοινοτική αγορά θα πρέπει να απαλειφούν και οι αντίστοιχες διατάξεις θα πρέπει να αντικατασταθούν από τον παρόντα κανονισμό. Το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει επίσης τις διατάξεις για τους ελέγχους στα προϊόντα που εισέρχονται στην αγορά της Κοινότητας, στα άρθρα 27, 28 και 29 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, με εφαρμογή όχι μόνο σε προϊόντα που καλύπτονται από το ανωτέρω πλαίσιο εποπτείας της αγοράς, αλλά σε όλα τα προϊόντα στο βαθμό που άλλη διάταξη του ενωσιακού δικαίου δεν ρυθμίζει ειδικά την οργάνωση ελέγχων σε προϊόντα που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης. Απαιτείται επομένως να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κανονισμού που αφορούν τα προϊόντα που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης σε όλα τα προϊόντα.

(8)  Για τον εξορθολογισμό και την απλούστευση του γενικότερου νομοθετικού πλαισίου και την επίτευξη, παράλληλα, του στόχου για τη βελτίωση της νομοθεσίας, οι κανόνες που εφαρμόζονται στους ελέγχους των προϊόντων που εισέρχονται στην Ένωση θα πρέπει να αναθεωρηθούν και να ενσωματωθούν σε ένα ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο για τη διενέργεια ελέγχων στα προϊόντα στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης.

(9)  Επιφορτισμένα με την ευθύνη της επιβολής της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης θα πρέπει να είναι τα κράτη μέλη, των οποίων οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να είναι υποχρεωμένες να διασφαλίζουν την πλήρη συμμόρφωση με τη νομοθεσία. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθιερώσουν συστηματικές προσεγγίσεις ώστε να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της εποπτείας της αγοράς και άλλων δραστηριοτήτων επιβολής. Στο πλαίσιο αυτό, η μεθοδολογία και τα κριτήρια εκτίμησης των κινδύνων θα πρέπει να εναρμονιστούν περαιτέρω σε όλα τα κράτη μέλη ώστε να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού για όλους τους οικονομικούς φορείς.

(10)  Προς υποστήριξη των αρχών εποπτείας της αγοράς προκειμένου να επιτύχουν περισσότερη συνοχή στις δραστηριότητές τους που αφορούν την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να θεσπιστεί ένα αποτελεσματικό σύστημα αξιολόγησης από ομοτίμους για όσες εκ των αρχών εποπτείας της αγοράς επιθυμούν να συμμετάσχουν.

(11)  Κάποιοι ορισμοί που επί του παρόντος περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τους ορισμούς άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης και, κατά περίπτωση, να αποτυπώνουν την αρχιτεκτονική των σύγχρονων αλυσίδων εφοδιασμού. Στον παρόντα κανονισμό ο ορισμός του «κατασκευαστή» δεν θα πρέπει να απαλλάσσει τους κατασκευαστές από υποχρεώσεις που μπορεί να έχουν με βάση την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, στις περιπτώσεις όπου ειδικοί ορισμοί περί κατασκευαστού έχουν εφαρμογή, που μπορεί να καλύπτουν κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που τροποποιεί ένα προϊόν που ήδη διατίθεται στην αγορά κατά τρόπο ικανό να επηρεάσει τη συμμόρφωση με την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία και το διαθέτει στην αγορά, ή κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διαθέτει στην αγορά ένα προϊόν με τη δική του επωνυμία ή το δικό του εμπορικό σήμα.

(12)  Οι οικονομικοί φορείς σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού αναμένεται να ενεργούν υπεύθυνα και σύμφωνα με τις ισχύουσες νομικές απαιτήσεις όταν διαθέτουν προϊόντα ή καθιστούν προϊόντα διαθέσιμα στην αγορά, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης για τα προϊόντα. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει υποχρεώσεις οι οποίες αντιστοιχούν στους ρόλους κάθε οικονομικού φορέα στη διαδικασία εφοδιασμού και διανομής σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης, ενώ ο κατασκευαστής θα πρέπει να φέρει την τελική ευθύνη για τη συμμόρφωση του προϊόντος με τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης.

(13)  Οι προκλήσεις της παγκόσμιας αγοράς και οι όλο και πιο σύνθετες αλυσίδες εφοδιασμού, όπως και η αύξηση των προϊόντων που προσφέρονται επιγραμμικά προς πώληση στους τελικούς χρήστες εντός της Ένωσης, απαιτούν αυστηρότερα μέτρα επιβολής, για την ασφάλεια των καταναλωτών. Επί πλέον, η έμπρακτη εμπειρία από την εποπτεία της αγοράς έχει δείξει ότι η αλυσίδα εφοδιασμού ενίοτε περιλαμβάνει οικονομικούς φορείς των οποίων η καινοφανής μορφή σημαίνει πως δεν εντάσσονται εύκολα στις παραδοσιακές αλυσίδες εφοδιασμού σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο. Τούτο ισχύει ειδικότερα για τους παρόχους υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών, των οποίων πολλές λειτουργίες είναι ίδιες με των εισαγωγέων, αλλά μπορεί να μην αντιστοιχούν πάντα στον παραδοσιακό ορισμό του εισαγωγέα στο δίκαιο της Ένωσης. Για να διασφαλιστεί ότι οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα ασκούν αποτελεσματικά τις αρμοδιότητές τους και να αποφευχθεί ένα χάσμα στο σύστημα επιβολής, σκόπιμο είναι να συμπεριληφθούν οι πάροχοι υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών στον κατάλογο των οικονομικών φορέων σε βάρος των οποίων οι αρχές εποπτείας της αγοράς μπορούν να λάβουν μέτρα επιβολής. Με την υπαγωγή των παρόχων υπηρεσιών στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα είναι καλύτερα σε θέση να αντιμετωπίζουν νέες μορφές οικονομικής δραστηριότητας ώστε να διασφαλίζουν την ασφάλεια των καταναλωτών και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ακόμη και όταν ο οικονομικός φορέας ενεργεί τόσο ως εισαγωγέας ορισμένων προϊόντων όσο και ως πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών για άλλα προϊόντα.

(14)  Οι σύγχρονες αλυσίδες εφοδιασμού περιλαμβάνουν μεγάλη ποικιλία οικονομικών φορέων, οι οποίοι θα πρέπει να υπόκεινται στην επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης, ενώ θα πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη ο αντίστοιχος ρόλος τους στην αλυσίδα εφοδιασμού, καθώς και ο βαθμός στον οποίο συμβάλλουν στη διαθεσιμότητα προϊόντων στην αγορά της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στους οικονομικούς φορείς τους οποίους αφορά άμεσα η ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης που παρατίθεται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού, π.χ. ο παραγωγός προϊόντος και ο μεταγενέστερος χρήστης, όπως ορίζονται κατά περίπτωση στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(10) και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(11), ο εγκαταστάτης όπως ορίζεται στην οδηγία 2014/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12), ο προμηθευτής όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1222/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(13) ή ο έμπορος όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(14).

(15)  Προϊόν που προσφέρεται προς πώληση επιγραμμικά ή με άλλες μεθόδους εξ αποστάσεως πώλησης, θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει καταστεί διαθέσιμο στην αγορά εάν η προσφορά πώλησης στοχεύει τελικούς χρήστες εντός της Ένωσης. Βάσει της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο θα πρέπει να διενεργείται κατά περίπτωση ανάλυση, για να διαπιστωθεί κατά πόσον μια προσφορά στοχεύει τελικούς χρήστες εντός της Ένωσης,. Προσφορά πώλησης θα πρέπει να θεωρείται στοχευμένη προς τελικούς χρήστες εντός της Ένωσης εάν ο αντίστοιχος οικονομικός φορέας κατευθύνει με οποιονδήποτε τρόπο τις δραστηριότητές του προς κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τις κατά περίπτωση αναλύσεις, πρέπει να συνεκτιμώνται οι αντίστοιχες παράμετροι, π.χ. οι γεωγραφικές περιοχές όπου είναι δυνατή η αποστολή, οι διαθέσιμες γλώσσες που χρησιμοποιούνται στην προσφορά ή στην παραγγελία, ή τα μέσα πληρωμής. Για τις επιγραμμικές πωλήσεις, η απλή προσβασιμότητα των οικονομικών φορέων ή των ενδιάμεσων ιστότοπων στο κράτος μέλος όπου ο τελικός χρήστης είναι εγκατεστημένος, δεν επαρκεί.

(16)  Η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου οφείλεται επίσης σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση του αριθμού των παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών, συνήθως μέσω πλατφορμών και επ’ αμοιβή, οι οποίοι παρέχουν ενδιάμεσες υπηρεσίες αποθηκεύοντας περιεχόμενο τρίτων, χωρίς να ασκούν έλεγχο επί του εν λόγω περιεχομένου και, συνεπώς, χωρίς να ενεργούν εκ μέρους κάποιου οικονομικού φορέα. Η αφαίρεση περιεχομένου που σχετίζεται με μη συμμορφούμενα προϊόντα ή, σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, η απαγόρευση της πρόσβασης σε μη συμμορφούμενα προϊόντα τα οποία παρέχονται μέσω των υπηρεσιών τους θα πρέπει να μη θίγουν τους κανόνες της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(15). Ειδικότερα, δεν θα πρέπει να επιβάλλεται στους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών η γενική υποχρέωση να παρακολουθούν τις πληροφορίες που μεταδίδουν ή αποθηκεύουν, ούτε η γενική υποχρέωση να αναζητούν με δραστήριο τρόπο γεγονότα ή περιστάσεις που υποδεικνύουν παράνομη δραστηριότητα. Επιπλέον, οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας θα πρέπει να απαλλάσσονται από κάθε ευθύνη, αν δεν γνωρίζουν πραγματικά ότι πρόκειται για παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία και δεν γνωρίζουν τα γεγονότα ή τις περιστάσεις από τα οποία προκύπτει η παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία.

(17)  Μολονότι ο παρών κανονισμός δεν αφορά την προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, θα πρέπει, εντούτοις, να λαμβάνεται υπόψη ότι τα προϊόντα παραποίησης/απομίμησης συχνά δεν συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις που ορίζει η ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, εγκυμονούν κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια του τελικού χρήστη, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό, θέτουν σε κίνδυνο δημόσια συμφέροντα και στηρίζουν άλλες παράνομες δραστηριότητες. Θα πρέπει, επομένως, να συνεχίσουν τα κράτη μέλη να λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα για την πρόληψη της εισόδου προϊόντων παραποίησης/απομίμησης στην αγορά της Ένωσης, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 608/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(16).

(18)  Μια δικαιότερη ενιαία αγορά θα πρέπει να διασφαλίζει ισότιμες συνθήκες ανταγωνισμού για όλους τους οικονομικούς φορείς και προστασία από τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Για τον σκοπό αυτόν, είναι αναγκαία η αυστηρότερη επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης για τα προϊόντα. Η καλή συνεργασία μεταξύ κατασκευαστών και αρχών εποπτείας της αγοράς είναι βασικό στοιχείο προκειμένου να καθίσταται εφικτή η άμεση επέμβαση και η λήψη διορθωτικών μέτρων σε σχέση με το προϊόν. Είναι σημαντικό να υπάρχει, για ορισμένα προϊόντα, ένας οικονομικός φορέας εγκατεστημένος στην Ένωση, στον οποίο οι αρχές εποπτείας της αγοράς να μπορούν να απευθύνουν αιτήματα, μεταξύ άλλων και αιτήσεις πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση του προϊόντος με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, και ο οποίος να μπορεί να συνεργάζεται με τις αρχές εποπτείας της αγοράς ώστε να μπορούν να λαμβάνονται άμεσα διορθωτικά μέτρα προς επανόρθωση περιστατικών μη συμμόρφωσης. Οι οικονομικοί φορείς που θα πρέπει να εκτελέσουν αυτές τις ενέργειες είναι ο κατασκευαστής, ή ο εισαγωγέας όταν ο κατασκευαστής δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση, ή ένας εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος που έχει εντολή από τον κατασκευαστή για τον σκοπό αυτό, ή ένας πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών εγκατεστημένος στην Ένωση για παρτίδες προϊόντων που αυτός διεκπεραιώνει όταν κανένας άλλος οικονομικός φορέας δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση.

(19)  Η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου θέτει ορισμένες προκλήσεις για τις αρχές εποπτείας της αγοράς όσον αφορά τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των προϊόντων που προσφέρονται προς πώληση επιγραμμικά και την αποτελεσματική επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης. Ο αριθμός των οικονομικών φορέων που με ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν προϊόντα απευθείας στον καταναλωτή αυξάνεται. Συνεπώς, οι οικονομικοί φορείς που είναι επιφορτισμένοι με καθήκοντα για προϊόντα που υπόκεινται σε ορισμένη ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης έχουν ρόλο θεμελιώδους σημασίας παρέχοντας στις αρχές εποπτείας της αγοράς ένα συνομιλητή εγκατεστημένο στην Ένωση και επιτελώντας εγκαίρως ειδικά καθήκοντα ώστε να διασφαλίζεται ότι τα προϊόντα συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης, προς όφελος των καταναλωτών, των τελικών χρηστών και των επιχειρήσεων εντός της Ένωσης.

(20)  Οι υποχρεώσεις του οικονομικού φορέα που είναι επιφορτισμένος με καθήκοντα για προϊόντα υποκείμενα σε ορισμένη ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης θα πρέπει να ισχύουν με την επιφύλαξη των υφιστάμενων υποχρεώσεων και ευθυνών του κατασκευαστή, του εισαγωγέα και του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου δυνάμει της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης.

(21)  Οι βάσει του παρόντος κανονισμού υποχρεώσεις που απαιτούν να είναι ένας οικονομικός φορέας εγκατεστημένος στην Ένωση προκειμένου να μπορεί να διαθέτει προϊόντα στην αγορά της Ένωσης, θα πρέπει να ισχύουν μόνο σε τομείς όπου έχει εντοπιστεί ανάγκη να υπάρχει ένας οικονομικός φορέας που να ενεργεί ως σύνδεσμος με τις αρχές εποπτείας της αγοράς, στο πλαίσιο μιας προσέγγισης βάσει κινδύνου, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας, και με σκοπό ένα υψηλό επίπεδο προστασίας για τον τελικό χρήστη εντός της Ένωσης.

(22)  Επί πλέον, οι υποχρεώσεις αυτές δεν θα πρέπει να ισχύουν όταν το ίδιο κατ’ ουσίαν αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με ορισμένες νομικές πράξεις που αφορούν προϊόντα, και ειδικά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(17), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1223/2009, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 167/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(18), τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 168/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(19), την οδηγία 2014/28/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(20), την οδηγία 2014/90/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(21), τον κανονισμό (ΕΕ)2016/1628 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(22), τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/745, τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/746, τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1369 και τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/858. Επίσης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη καταστάσεις όπου οι δυνητικοί κίνδυνοι είναι χαμηλοί ή οι περιπτώσεις μη συμμόρφωσης είναι λίγες, ή όπου τα προϊόντα διακινούνται κυρίως μέσω παραδοσιακών αλυσίδων εφοδιασμού, όπως για παράδειγμα προβλέπουν η οδηγία 2014/33/ΕΕ, ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(23) και η οδηγία 2010/35/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(24).

(23)  Τα στοιχεία επικοινωνίας των οικονομικών φορέων που είναι επιφορτισμένοι με καθήκοντα για προϊόντα υποκείμενα σε ορισμένη ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης θα πρέπει να παρέχονται μαζί με το προϊόν, ώστε να διευκολύνονται οι έλεγχοι σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού.

(24)  Οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να συνεργάζονται πλήρως με τις αρχές εποπτείας της αγοράς και με άλλες αρμόδιες αρχές, ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή εκτέλεση της εποπτείας της αγοράς και να μπορούν οι αρχές να ασκούν τα καθήκοντά τους. Τούτο περιλαμβάνει, όποτε το ζητήσουν οι αρχές, την παροχή των στοιχείων επικοινωνίας των οικονομικών φορέων που είναι επιφορτισμένοι με καθήκοντα για προϊόντα υποκείμενα σε ορισμένη ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, εάν αυτά τα στοιχεία είναι διαθέσιμα.

(25)  Οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να έχουν εύκολη πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας ολοκληρωμένες πληροφορίες. Εφόσον η ενιαία ψηφιακή πύλη που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1724 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(25) προβλέπει ένα ενιαίο σημείο επιγραμμικής πρόσβασης στις πληροφορίες, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παροχή στους οικονομικούς φορείς συναφών πληροφοριών σχετικά με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης. Ωστόσο, θα πρέπει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν διαδικασίες που θα παρέχουν πρόσβαση στο σημείο επαφής για τα προϊόντα που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(26)(27), ώστε να υποστηρίζονται οι οικονομικοί φορείς ώστε να διεκπεραιώνουν σωστά τις αιτήσεις πληροφοριών τους. Η καθοδήγηση για ζητήματα που έχουν σχέση με τις τεχνικές προδιαγραφές ή τα εναρμονισμένα πρότυπα ή τον σχεδιασμό συγκεκριμένου προϊόντος δεν θα πρέπει να αποτελεί μέρος των υποχρεώσεων των κρατών μελών κατά την παροχή των πληροφοριών αυτών.

(26)  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς μπορούν να διεξάγουν κοινές δραστηριότητες με άλλες αρχές ή οργανισμούς που εκπροσωπούν οικονομικούς φορείς ή τελικούς χρήστες, για να προωθήσουν τη συμμόρφωση, να εντοπίσουν τυχόν μη συμμόρφωση, να ενημερώσουν και να παράσχουν καθοδήγηση σχετικά με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης και συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προσφέρονται προς πώληση επιγραμμικά.

(27)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν τις δικές τους αρχές εποπτείας της αγοράς. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιλέγουν τις αρμόδιες αρχές που θα ασκούν τα καθήκοντα εποπτείας της αγοράς. Για να διευκολύνεται η διοικητική συνδρομή και συνεργασία, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να διορίσουν ενιαίο γραφείο σύνδεσης. Τα γραφεία σύνδεσης θα πρέπει τουλάχιστον να αντιπροσωπεύουν τη συντονισμένη θέση των αρχών εποπτείας της αγοράς και των αρχών που είναι αρμόδιες για τον έλεγχο των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης.

(28)  Το ηλεκτρονικό εμπόριο θέτει ορισμένα προβλήματα στις αρχές εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την προστασία της υγείας και της ασφάλειας του τελικού χρήστη από μη συμμορφούμενα προϊόντα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επομένως να διασφαλίσουν ότι η εποπτεία της αγοράς τους είναι οργανωμένη το ίδιο αποτελεσματικά τόσο για τα προϊόντα που προσφέρονται επιγραμμικά όσο και για εκείνα που προσφέρονται απογραμμικά.

(29)  Κατά την άσκηση της εποπτείας της αγοράς για προϊόντα που προσφέρονται επιγραμμικά, οι αρχές εποπτείας της αγοράς αντιμετωπίζουν πολυάριθμες δυσκολίες π.χ. για την ανίχνευση των προϊόντων που προσφέρονται επιγραμμικά προς πώληση, τον εντοπισμό των υπεύθυνων οικονομικών φορέων ή τη διενέργεια αξιολογήσεων κινδύνου ή δοκιμών, επειδή δεν διαθέτουν φυσική πρόσβαση στα προϊόντα. Επί πλέον των απαιτήσεων που θεσπίζει ο παρών κανονισμός, τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν συμπληρωματική καθοδήγηση και βέλτιστες πρακτικές για την εποπτεία της αγοράς και για την επικοινωνία με τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές.

(30)  Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στις αναδυόμενες τεχνολογίες, δεδομένου ότι στην καθημερινή τους ζωή οι καταναλωτές χρησιμοποιούν ολοένα και περισσότερο τις συνδεδεμένες συσκευές. Το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης θα πρέπει επομένως να καλύπτει τους νέους κινδύνους, ώστε να προστατεύει την ασφάλεια των τελικών χρηστών.

(31)  Στην εποχή της συνεχούς ανάπτυξης των ψηφιακών τεχνολογιών, θα πρέπει να διερευνηθούν νέες λύσεις ικανές να συμβάλουν στην αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς εντός της Ένωσης.

(32)  Η εποπτεία της αγοράς θα πρέπει να είναι διεξοδική και αποτελεσματική, ώστε να διασφαλίζεται η σωστή εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης. Δεδομένου ότι οι έλεγχοι μπορεί να συνεπάγονται φόρτο για τους οικονομικούς φορείς, οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να οργανώνουν και να διενεργούν δραστηριότητες επιθεώρησης διεπόμενες από προσέγγιση βάσει κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα των ανωτέρω οικονομικών φορέων και περιορίζοντας τον εν λόγω φόρτο στο αναγκαίο για τη διενέργεια αποδοτικών και αποτελεσματικών ελέγχων επίπεδο. Επιπλέον, η εποπτεία της αγοράς θα πρέπει να διενεργείται με τον ίδιο βαθμό επιμέλειας από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, άσχετα με το αν η μη συμμόρφωση του δεδομένου προϊόντος αφορά την επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους ή είναι πιθανό να έχει αντίκτυπο στην αγορά άλλου κράτους μέλους. Θα μπορούσαν να ορισθούν από την Επιτροπή ενιαίες προϋποθέσεις για ορισμένες δραστηριότητες επιθεώρησης που εκτελούνται από τις αρχές εποπτείας της αγοράς όταν κάποια προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων παρουσιάζουν συγκεκριμένους κινδύνους ή παραβιάζουν σοβαρά την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης.

(33)  Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, οι αρχές εποπτείας της αγοράς αντιμετωπίζουν διαφορετικές ελλείψεις σε πόρους, μηχανισμούς συντονισμού, όπως και εξουσίες, απέναντι στα μη συμμορφούμενα προϊόντα. Οι διαφορές αυτές οδηγούν σε κατακερματισμένη επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης και έχουν ως αποτέλεσμα να είναι η εποπτεία της αγοράς πιο αυστηρή σε κάποια κράτη μέλη από ό,τι σε άλλα, υποσκάπτοντας ενδεχομένως τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων και δημιουργώντας επίσης πιθανές ανισορροπίες στο επίπεδο ασφάλειας των προϊόντων σε ολόκληρη την Ένωση.

(34)  Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης για τα προϊόντα επιβάλλεται με ορθό τρόπο, οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να διαθέτουν μια κοινή δέσμη εξουσιών έρευνας και επιβολής, ώστε να είναι εφικτή η ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ των αρχών εποπτείας της αγοράς και η αποτελεσματικότερη αποτροπή των οικονομικών φορέων που παραβιάζουν πρόθυμα την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης. Οι εν λόγω εξουσίες θα πρέπει να είναι αρκούντως ισχυρές ώστε να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις επιβολής της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης, σε συνάρτηση με τις προκλήσεις του ηλεκτρονικού εμπορίου και του ψηφιακού περιβάλλοντος, και να αποτρέπουν τους οικονομικούς φορείς από το εκμεταλλεύονται κενά του συστήματος επιβολής μεταφέροντας την έδρα τους σε άλλο κράτος μέλος, του οποίου οι αρχές εποπτείας της αγοράς δεν είναι εξοπλισμένες για την αντιμετώπιση παράνομων πρακτικών. Συγκεκριμένα, οι εξουσίες θα πρέπει να διασφαλίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών και αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ των αρμόδιων αρχών, ώστε η επιβολή να μπορεί να εφαρμόζεται ισότιμα σε όλα τα κράτη μέλη.

(35)  Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει την ελευθερία των κρατών μελών να επιλέγουν το σύστημα επιβολής που θεωρούν κατάλληλο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να επιλέγουν κατά πόσον οι αρχές εποπτείας της αγοράς μπορούν να ασκήσουν εξουσίες έρευνας και επιβολής απευθείας στο πλαίσιο της δικής τους αρμοδιότητας, μέσω προσφυγής σε άλλες δημόσιες αρχές, ή κατόπιν αίτησης στα αρμόδια δικαστήρια.

(36)  Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να κινούν έρευνες με δική τους πρωτοβουλία, όταν διαπιστώνουν την ύπαρξη μη συμμορφούμενων προϊόντων στην αγορά.

(37)  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε όλα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία, δεδομένα και πληροφορίες που σχετίζονται με το αντικείμενο μιας έρευνας, προκειμένου να διαπιστώνουν κατά πόσον η ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης έχει παραβιαστεί, και ιδίως να προσδιορίζουν τον υπεύθυνο οικονομικό φορέα, ανεξαρτήτως του προσώπου που διαθέτει τα αποδεικτικά στοιχεία, δεδομένα ή πληροφορίες και ανεξαρτήτως του τόπου όπου έχει την έδρα του και της μορφής των εν λόγω στοιχείων. Οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητούν απευθείας από τους οικονομικούς φορείς, συμπεριλαμβανομένων αυτών που δραστηριοποιούνται στην ψηφιακή αλυσίδα αξίας, να παρέχουν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα δεδομένα και τις πληροφορίες που απαιτούνται.

(38)  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργούν τις απαραίτητες επιτόπιες επιθεωρήσεις, και θα πρέπει να διαθέτουν εξουσία πρόσβασης σε κάθε χώρο, έδαφος ή μέσο μεταφοράς που χρησιμοποιεί ο οικονομικός φορέας για σκοπούς που αφορούν την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα.

(39)  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητούν από έναν εκπρόσωπο ή από ένα σχετικό μέλος του προσωπικού του οικείου οικονομικού φορέα να παρέχει διευκρινίσεις ή πραγματικά περιστατικά, πληροφορίες ή έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο της επιτόπιας επιθεώρησης, και να καταχωρίζουν τις απαντήσεις που δίνονται από τον εν λόγω εκπρόσωπο ή το σχετικό μέλος του προσωπικού.

(40)  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν τη συμμόρφωση των προϊόντων που πρόκειται να διατεθούν στην αγορά με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης και να συγκεντρώνουν αποδεικτικά στοιχεία περί μη συμμόρφωσης. Συνεπώς, θα πρέπει να έχουν την εξουσία να αποκτούν προϊόντα και, όταν η συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων δεν είναι εφικτή με άλλο τρόπο, να αγοράζουν αγαθά με καλυμμένη ταυτότητα.

(41)  Ιδίως στο ψηφιακό περιβάλλον, οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να είναι σε θέση να παύουν τη μη συμμόρφωση γρήγορα και αποτελεσματικά, ιδίως όταν ο οικονομικός φορέας που πωλεί το προϊόν αποκρύπτει την ταυτότητά του ή μετεγκαθίσταται εντός της Ένωσης ή σε τρίτη χώρα για να αποφύγει την επιβολή της νομοθεσίας. Όταν υπάρχει κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης σε βάρος των τελικών χρηστών λόγω μη συμμόρφωσης, οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει είναι σε θέση να λαμβάνουν ▌μέτρα, όπου αυτό είναι δεόντως αιτιολογημένο και αναλογικό και όταν δεν υπάρχουν άλλα διαθέσιμα μέσα για την αποτροπή ή τον μετριασμό της εν λόγω βλάβης, μεταξύ άλλων απαιτώντας, εάν χρειαστεί, την αφαίρεση περιεχομένου από την επιγραμμική διεπαφή ή την ανάρτηση προειδοποίησης. Εάν η απαίτηση αυτή δεν ικανοποιηθεί, η σχετική αρχή θα πρέπει να έχει την εξουσία να απαιτήσει από τους παρόχους υπηρεσιών κοινωνίας της πληροφορίας να περιορίσουν την πρόσβαση στην επιγραμμική διεπαφή. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στην οδηγία 2000/31/ΕΚ. ▌

(42)  Η υλοποίηση του παρόντος κανονισμού και η άσκηση εξουσιών κατά την εφαρμογή του θα πρέπει, επίσης, να συνάδουν με το λοιπό ενωσιακό και εθνικό δίκαιο, π.χ. την οδηγία 2000/31/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των ισχυουσών δικονομικών εγγυήσεων και των βασικών αρχών σε θέματα θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η εν λόγω υλοποίηση και η εν λόγω άσκηση εξουσιών θα πρέπει να είναι αναλογική και επαρκής σε συνάρτηση με τη φύση της παράβασης και τη συνολική πραγματική ή δυνητική βλάβη που προκαλείται από αυτή. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συνεκτιμούν όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της υπόθεσης και να επιλέγουν τα πλέον ενδεδειγμένα μέτρα, ήτοι εκείνα που είναι ουσιώδη για την αντιμετώπιση της παράβασης που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να είναι αναλογικά, αποτελεσματικά και αποτρεπτικά. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παραμείνουν ελεύθερα να θεσπίζουν στο εθνικό τους δίκαιο προϋποθέσεις και όρια για την άσκηση των εξουσιών για την εκτέλεση καθηκόντων. Όταν, για παράδειγμα, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, απαιτείται προηγούμενη άδεια της δικαστικής αρχής του οικείου κράτους μέλους για την είσοδο φυσικών προσώπων και νομικών προσώπων στις εγκαταστάσεις, η εξουσία εισόδου στις εγκαταστάσεις αυτές θα πρέπει να ασκείται μόνο αφού χορηγηθεί η εν λόγω άδεια.

(43)  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς ενεργούν προς το συμφέρον των οικονομικών φορέων, των τελικών χρηστών και του κοινού, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα δημόσια συμφέροντα που καλύπτονται από τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης για τα προϊόντα διαφυλάσσονται και προστατεύονται με συνέπεια μέσω κατάλληλων μέτρων επιβολής, και ότι η συμμόρφωση με την εν λόγω νομοθεσία διασφαλίζεται σε όλο το μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού μέσω κατάλληλων ελέγχων, λαμβανομένου υπόψη ότι μόνοι οι διοικητικοί έλεγχοι σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τους φυσικούς και εργαστηριακούς ελέγχους προκειμένου να επαληθευθεί η συμμόρφωση των προϊόντων με τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης. Συνεπώς, οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να επιτυγχάνουν ένα υψηλό επίπεδο διαφάνειας κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους και να δημοσιοποιούν κάθε πληροφορία που κρίνουν συναφή, ώστε να προστατεύουν τα συμφέροντα των τελικών χρηστών εντός της Ένωσης.

(44)  Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τη λειτουργία του RAPEX σύμφωνα με την οδηγία 2001/95/ΕΚ ▌.

(45)  Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τη διαδικασία ρητρών διασφάλισης που προβλέπεται από την τομεακή νομοθεσία εναρμόνισης της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 10 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προκειμένου να διασφαλίζεται ισοδύναμο επίπεδο προστασίας εντός της Ένωσης, τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν ▌μέτρα σε σχέση με προϊόντα που ενέχουν κίνδυνο για την υγεία ή την ασφάλεια ή για άλλες πτυχές προστασίας του δημόσιου συμφέροντος. Επίσης, υποχρεούνται να γνωστοποιούν τα εν λόγω μέτρα στα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή, παρέχοντας στην Επιτροπή τη δυνατότητα να λαμβάνει θέση ως προς το αν δικαιολογούνται τα εθνικά μέτρα που περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων με σκοπό τη διασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.

(46)  Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών εποπτείας της αγοράς, καθώς και η χρήση αποδεικτικών στοιχείων και πορισμάτων ερευνών, θα πρέπει να σέβονται την αρχή της εμπιστευτικότητας. Η διεκπεραίωση των πληροφοριών θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, ώστε να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη διεξαγωγή των ερευνών και να μη θίγεται η καλή φήμη των οικονομικών φορέων.

(47)  Αν, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, κριθεί αναγκαία η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, η επεξεργασία αυτή θα πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Οποιαδήποτε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων δυνάμει του παρόντος κανονισμού υπόκειται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(28) και στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(29), κατά περίπτωση.

(48)  Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα και η συνέπεια των δοκιμών σε ολόκληρη την Ένωση στο πλαίσιο της εποπτείας της αγοράς όσον αφορά συγκεκριμένα προϊόντα ή μια συγκεκριμένη κατηγορία ή ομάδα προϊόντων ή συγκεκριμένους κινδύνους που σχετίζονται με μια κατηγορία ή ομάδα προϊόντων, η Επιτροπή μπορεί να ορίσει ως ενωσιακή εγκατάσταση δοκιμών δικές της εγκαταστάσεις δοκιμών ή δημόσιες εγκαταστάσεις ενός κράτους μέλους. Όλες οι ενωσιακές εγκαταστάσεις δοκιμών θα πρέπει να είναι διαπιστευμένες σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008. Προς αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων, οι ενωσιακές εγκαταστάσεις δοκιμών θα πρέπει να παρέχουν υπηρεσίες μόνο στις αρχές εποπτείας της αγοράς, στην Επιτροπή, στο Ενωσιακό Δίκτυο Συμμόρφωσης των Προϊόντων («το Δίκτυο») και σε άλλες κυβερνητικές ή διακυβερνητικές οντότητες.

(49)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν τη συνεχή διάθεση επαρκών οικονομικών πόρων για την κατάλληλη στελέχωση και τον εξοπλισμό των αρμόδιων αρχών εποπτείας της αγοράς. Προκειμένου η εποπτεία της αγοράς να είναι αποδοτική, απαιτούνται πόροι σταθεροί και σε επίπεδο που θα ανταποκρίνεται ανά πάσα στιγμή στις ανάγκες επιβολής. Θα πρέπει τα κράτη μέλη να έχουν τη δυνατότητα να συμπληρώνουν τη δημόσια χρηματοδότηση μέσω της ανάκτησης από τους σχετικούς οικονομικούς φορείς των δαπανών στις οποίες υποβάλλονται κατά τη διενέργεια εποπτείας της αγοράς σε σχέση με προϊόντα που διαπιστώνεται ότι είναι μη συμμορφούμενα ▌.

(50)  Θα πρέπει να θεσπιστούν μηχανισμοί αμοιβαίας συνδρομής, δεδομένου ότι για την ενωσιακή αγορά εμπορευμάτων είναι επιτακτική ανάγκη να συνεργάζονται αποτελεσματικά μεταξύ τους οι αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών. Οι αρχές θα πρέπει να ενεργούν με καλή πίστη και, ως γενική αρχή, να αποδέχονται τις αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής, ιδίως εκείνες που αφορούν την πρόσβαση σε δήλωση συμμόρφωσης της ΕΕ, σε δήλωση επιδόσεων και σε τεχνικό φάκελο.

(51)  Είναι σκόπιμο τα κράτη μέλη να ορίζουν αρχές αρμόδιες για την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας και τυχόν άλλες αρχές αρμόδιες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, για τον έλεγχο των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης.

(52)  Ένας αποτελεσματικός τρόπος για να διασφαλιστεί ότι τα μη ασφαλή και μη συμμορφούμενα προϊόντα δεν διατίθενται στην αγορά της Ένωσης είναι ο εντοπισμός των εν λόγω προϊόντων προτού αυτά τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Οι ▌ αρχές που είναι αρμόδιες για τον έλεγχο των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης, έχουν πλήρη εικόνα των εμπορικών ροών στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης και, συνεπώς, θα πρέπει να υποχρεούνται να διενεργούν επαρκείς ελέγχους βάσει εκτίμησης κινδύνου, ώστε να συμβάλλουν σε μια ασφαλέστερη αγορά, πράγμα που διασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας του δημόσιου συμφέροντος. Τα κράτη μέλη οφείλουν να ορίσουν τις συγκεκριμένες αρχές που πρέπει να είναι υπεύθυνες για τους κατάλληλους ελέγχους εγγράφων και, όπου απαιτείται, τους φυσικούς ή εργαστηριακούς ελέγχους προϊόντων προτού αυτά τα προϊόντα τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Η ομοιόμορφη επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης για τα προϊόντα μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από συστηματική συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών εποπτείας της αγοράς και των άλλων αρχών που έχουν οριστεί ως αρμόδιες για τον έλεγχο των προϊόντων που εισέρχονται στην ενωσιακή αγορά. Οι εν λόγω αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν εγκαίρως από τις αρχές εποπτείας της αγοράς όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά τα μη συμμορφούμενα προϊόντα ή πληροφορίες σχετικά με οικονομικούς φορείς όπου έχει εντοπιστεί υψηλότερος κίνδυνος μη συμμόρφωσης. Με τη σειρά τους, οι ▌ αρχές που είναι αρμόδιες για τον έλεγχο των προϊόντων που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης θα πρέπει να ενημερώνουν τις αρχές εποπτείας της αγοράς εγκαίρως σχετικά με τη θέση προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία και με τα αποτελέσματα των ελέγχων, αν οι εν λόγω πληροφορίες έχουν σημασία για την επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης για τα προϊόντα. Επιπλέον, αν η Επιτροπή λάβει γνώση σοβαρού κινδύνου που προκαλείται από εισαγόμενο προϊόν, θα πρέπει να ενημερώνει τα κράτη μέλη σχετικά με τον εν λόγω κίνδυνο, προκειμένου να διασφαλίζεται ο συντονισμός και η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της συμμόρφωσης και των ελέγχων επιβολής στα πρώτα σημεία εισόδου στην Ένωση.

(53)  Θα πρέπει να υπενθυμίζεται στους εισαγωγείς ότι τα άρθρα 220, 254, 256, 257 και 258 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(30) προβλέπουν ότι τα προϊόντα που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης και απαιτούν περαιτέρω επεξεργασία προκειμένου να συμμορφωθούν με την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, υπόκεινται στο κατάλληλο τελωνειακό καθεστώς που επιτρέπει την εν λόγω τελειοποίηση από τον εισαγωγέα. Γενικά, η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία δεν θα πρέπει να θεωρείται απόδειξη της συμμόρφωσης με το ενωσιακό δίκαιο, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνει απαραίτητα τον πλήρη έλεγχο συμμόρφωσης.

(54)  Για να χρησιμοποιηθεί για τελωνειακούς σκοπούς το περιβάλλον της ενωσιακής ενιαίας θυρίδας και επομένως να βελτιστοποιηθεί και να ελαφρύνει η διαβίβαση δεδομένων μεταξύ τελωνειακών αρχών και αρχών εποπτείας της αγοράς, απαιτείται η δημιουργία ηλεκτρονικών διεπαφών που θα επιτρέπουν την αυτόματη διαβίβαση δεδομένων. Οι τελωνειακές αρχές και οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να βοηθούν στον προσδιορισμό των προς διαβίβαση δεδομένων. Η πρόσθετη επιβάρυνση για τις τελωνειακές αρχές θα πρέπει να περιοριστεί, οι δε διεπαφές θα πρέπει να είναι άκρως αυτοματοποιημένες και εύχρηστες.

(55)  Είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί το Δίκτυο, στεγαζόμενο στην Επιτροπή, με αποστολή τη διευκόλυνση του διαρθρωμένου συντονισμού και της συνεργασίας ανάμεσα στις αρχές επιβολής των κρατών μελών και την Επιτροπή, και τον εξορθολογισμό των πρακτικών εποπτείας της αγοράς εντός της Ένωσης που διευκολύνουν την εκτέλεση από τα κράτη μέλη κοινών δραστηριοτήτων επιβολής, π.χ. κοινών ερευνών. Η εν λόγω δομή διοικητικής υποστήριξης θα πρέπει να επιτρέπει την κοινή χρήση πόρων και τη διατήρηση ενός συστήματος επικοινωνίας και ενημέρωσης ανάμεσα στα κράτη μέλη και την Επιτροπή, συμβάλλοντας έτσι στην ενίσχυση της επιβολής της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης για τα προϊόντα και στην αποτροπή των παραβάσεων. Η συμμετοχή ομάδων διοικητικής συνεργασίας (ομάδων ADCO) στο δίκτυο δεν θα πρέπει να αποκλείει τη συμμετοχή άλλων παρόμοιων ομάδων που εμπλέκονται στη διοικητική συνεργασία. Η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει στο Δίκτυο την αναγκαία διοικητική και οικονομική στήριξη.

(56)  Θα πρέπει μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής να υπάρχει αποτελεσματική, ταχεία και ακριβής ανταλλαγή πληροφοριών. Ορισμένα υφιστάμενα εργαλεία, όπως το σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας για την εποπτεία της αγοράς (ICSMS) και το RAPEX, επιτρέπουν τον συντονισμό μεταξύ των αρχών εποπτείας της αγοράς στην Ένωση. Τα εργαλεία αυτά, μαζί με μια διεπαφή που επιτρέπει τη διαβίβαση δεδομένων από το ICSMS στο RAPEX, θα πρέπει να διατηρηθούν και να αναπτυχθούν περαιτέρω, ώστε να αξιοποιηθούν πλήρως οι δυνατότητές τους και τα ίδια να συμβάλλουν στη βελτίωση του επιπέδου συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής.

(57)  Στο πλαίσιο αυτό, για τους σκοπούς της συγκέντρωσης πληροφοριών σχετικά με την επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης για τα προϊόντα, το ICSMS θα πρέπει να αναβαθμιστεί και να καταστεί προσβάσιμο στην Επιτροπή, στα ενιαία γραφεία σύνδεσης, ▌στις τελωνειακές αρχές και στις αρχές εποπτείας της αγοράς. Επιπροσθέτως, θα πρέπει να αναπτυχθεί ηλεκτρονική διεπαφή η οποία θα επιτρέπει την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών ▌συστημάτων των τελωνειακών αρχών και των αρχών εποπτείας της αγοράς. Σε περιπτώσεις αιτήσεων αμοιβαίας συνδρομής, τα ενιαία γραφεία σύνδεσης θα πρέπει να παρέχουν κάθε στήριξη που είναι αναγκαία για την μεταξύ αρμοδίων αρχών συνεργασία. Θα πρέπει επομένως το ICSMS να παρέχει λειτουργίες που να επιτρέπουν την αυτόματη επισήμανση στα ενιαία γραφεία σύνδεσης των προθεσμιών που δεν τηρούνται. Εάν μια τομεακή νομοθεσία ήδη προβλέπει ηλεκτρονικά συστήματα συνεργασίας και ανταλλαγής δεδομένων, όπως π.χ. συμβαίνει με το σύστημα EUDAMED στην περίπτωση των ιατροτεχνολογικών προϊόντων, θα πρέπει τα συστήματα αυτά να διατηρούνται σε λειτουργία όταν ενδείκνυται.

(58)  Γενικά, το ICSMS θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την ανταλλαγή πληροφοριών που θεωρούνται χρήσιμες για άλλες αρχές εποπτείας της αγοράς. Τούτο μπορεί να περιλαμβάνει ελέγχους διενεργούμενους στο πλαίσιο έργων εποπτείας της αγοράς, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των δοκιμών. Η ποσότητα των δεδομένων που πρέπει να καταχωρίζονται στο ICSMS θα πρέπει να επιτυγχάνει ισορροπία μεταξύ του υπερβολικά υψηλού φόρτου, εάν η προσπάθεια καταχώρισης των δεδομένων υπερβαίνει την προσπάθεια που γίνεται με τους πραγματικούς ελέγχους, και στο να είναι αρκετά εκτενής ώστε να προσφέρει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα από την πλευρά των αρχών. Επομένως, η ποσότητα των δεδομένων που θα καταχωρίζονται στο ICSMS θα πρέπει να καλύπτει και απλούστερους ελέγχους και όχι μόνο τις εργαστηριακές δοκιμές. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να απαιτείται η καταχώριση απλών σύντομων οπτικών ελέγχων. Ως γενική οδηγία, οι έλεγχοι που τεκμηριώνονται ατομικά θα πρέπει επίσης να καταχωρίζονται στο ICSMS.

(59)  Ενθαρρύνονται τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν το ICSMS για την επικοινωνία μεταξύ τελωνειακών αρχών και αρχών εποπτείας της αγοράς, ως εναλλακτική δυνατότητα αντί των εθνικών συστημάτων. Το ανωτέρω δεν μπορεί να υποκαταστήσει το κοινοτικό σύστημα διαχείρισης κινδύνων (CRMS) που χρησιμοποιούν οι τελωνειακές αρχές. Τα δυο συστήματα θα μπορούσαν να λειτουργούν παράλληλα, αφού έχουν διαφορετικούς, συμπληρωματικούς ρόλους, όπου το μεν ICSMS διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ τελωνειακών αρχών και αρχών εποπτείας της αγοράς με σκοπό την εύρυθμη διεκπεραίωση των τελωνειακών διασαφήσεων στο πεδίο της ασφάλειας προϊόντος και στο πλαίσιο της συμμόρφωσης, το δε CRMS προορίζεται για κοινή διαχείριση κινδύνων και για ελέγχους από τις τελωνειακές αρχές.

(60)  Οι τραυματισμοί από μη συμμορφούμενα προϊόντα είναι σημαντικές πληροφορίες για τις αρχές εποπτείας της αγοράς. Το ICSMS θα πρέπει επομένως να παρέχει τα σχετικά πεδία δεδομένων, ώστε οι αρχές εποπτείας της αγοράς να μπορούν στη διάρκεια της έρευνάς τους να καταχωρίζουν εύκολα διαθέσιμες εκθέσεις που προβλέπονται, διευκολύνοντας έτσι μεταγενέστερες στατιστικές αξιολογήσεις.

(61)  Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσει πληροφορίες σχετικά με την εποπτεία της αγοράς με ρυθμιστικές αρχές τρίτων χωρών ή με διεθνείς οργανισμούς, στο πλαίσιο των συμφωνιών που η Ένωση συνάπτει με τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, με σκοπό τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των προϊόντων προτού αυτά εισαχθούν στην αγορά της Ένωσης.

(62)  Για να επιτευχθεί υψηλός βαθμός συμμόρφωσης με την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης για προϊόντα και ταυτόχρονα να διασφαλιστεί μια αποδοτική κατανομή πόρων και ένας οικονομικά αποδοτικός έλεγχος των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης, θα πρέπει η Επιτροπή να μπορεί να εγκρίνει ειδικά συστήματα προεξαγωγικού ελέγχου. Τα προϊόντα που εντάσσονται σε τέτοια εγκεκριμένα συστήματα μπορούν, στο πλαίσιο της εκτίμησης κινδύνου που διενεργούν οι αρχές οι επιφορτισμένες με τον έλεγχο των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης, να λαμβάνουν υψηλότερο επίπεδο εμπιστοσύνης από ό,τι άλλα συγκρίσιμα προϊόντα που δεν υπόκεινται σε προεξαγωγικό έλεγχο.

(63)  Η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού ως προς τους στόχους που επιδιώκει, συνεκτιμώντας επίσης τις νέες τεχνολογικές, οικονομικές, εμπορικές και νομικές εξελίξεις. Σύμφωνα με το σημείο 22 της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου(31), η αξιολόγηση, βάσει της αποδοτικότητας, της αποτελεσματικότητας, της συνάφειας, της συνεκτικότητας και της προστιθέμενης αξίας, θα πρέπει να αποτελεί τη βάση για τις εκτιμήσεις επιπτώσεων των επιλογών περαιτέρω δράσης, ιδίως σε ό,τι αφορά το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, την εφαρμογή και επιβολή των διατάξεων που αφορούν τα καθήκοντα των οικονομικών φορέων που διαθέτουν προϊόντα στην αγορά, και το σύστημα προεξαγωγικών ελέγχων στα προϊόντα.

(64)  Τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης θα πρέπει να προστατεύονται με αναλογικά μέτρα που να καλύπτουν ολόκληρο τον κύκλο δαπανών, όπου περιλαμβάνονται η πρόληψη, ο εντοπισμός και η διερεύνηση παρατυπιών, η ανάκτηση απολεσθέντων, αχρεωστήτως καταβληθέντων ή κακώς χρησιμοποιηθέντων κονδυλίων και, κατά περίπτωση, η επιβολή διοικητικών και οικονομικών κυρώσεων.

(65)  Η ποικιλομορφία των κυρώσεων ανά την Ένωση είναι ένας από τους λόγους της ανεπαρκούς αποτροπής και της ανομοιόμορφης προστασίας. Οι κανόνες σχετικά με τη θέσπιση κυρώσεων, περιλαμβανομένων των χρηματικών προστίμων, αποτελούν ζήτημα εθνικής δικαιοδοσίας και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο. ▌

(66)  Προκειμένου να διασφαλιστούν ομοιόμορφες συνθήκες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά: τον προσδιορισμό των ομοιόμορφων συνθηκών για ελέγχους, για τα κριτήρια προσδιορισμού της συχνότητας των ελέγχων και της ποσότητας των προς έλεγχο δειγμάτων από τα συγκεκριμένα προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων, εάν εντοπίζονται διαρκώς συγκεκριμένοι κίνδυνοι ή σοβαρές παραβάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης· τον προσδιορισμό των διαδικασιών ορισμού ενωσιακών εγκαταστάσεων δοκιμών· τον καθορισμό των κριτηρίων αναφοράς και τεχνικών για τους ελέγχους με βάση κοινή ανάλυση κινδύνου σε επίπεδο Ένωσης· τον προσδιορισμό των αναλυτικών στοιχείων για τα στατιστικά δεδομένα τα οποία καλύπτουν ελέγχους που διενεργούνται από τις εντεταλμένες αρχές αναφορικά με προϊόντα που υπόκεινται στο ενωσιακό δίκαιο· ▌ τον προσδιορισμό των αναλυτικών στοιχείων για τις ρυθμίσεις εφαρμογής που αφορούν το σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας και τον καθορισμό των δεδομένων που σχετίζονται με την υπαγωγή προϊόντων στην τελωνειακή διαδικασία «θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία», τα οποία διαβιβάζονται από τις τελωνειακές αρχές· και την έγκριση συγκεκριμένων συστημάτων προεξαγωγικού ελέγχου των προϊόντων και την απόσυρση τέτοιων εγκρίσεων ▌. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(32).

(67)  Καθώς ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι να βελτιώσει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με την ενίσχυση της εποπτείας της αγοράς προϊόντων που καλύπτονται από την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, δεν μπορεί να επιτευχθεί αρκούντως από τα κράτη μέλη, δεδομένης της ανάγκης για ιδιαίτερα υψηλό βαθμό συνεργασίας, αλληλεπίδρασης και συνεκτικής δράσης όλων των αρμόδιων αρχών σε όλα τα κράτη μέλη, αλλά δύναται, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του, να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(68)  Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες που αναγνωρίζονται κυρίως από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περιλαμβάνονται στις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται σε συμφωνία με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την ελευθερία και τον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης. Ειδικότερα, ο παρών κανονισμός επιδιώκει να διασφαλίσει τον απόλυτο σεβασμό στην προστασία των καταναλωτών, την επιχειρηματική ελευθερία, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, το δικαίωμα ιδιοκτησίας και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Κεφάλαιο Ι

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.  Σκοπός του παρόντος κανονισμού είναι η βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς μέσω της ενίσχυσης της εποπτείας της αγοράς προϊόντων καλυπτόμενων από την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης σύμφωνα με το άρθρο 2, ώστε να διασφαλιστεί ότι στην αγορά της Ένωσης διατίθενται μόνο συμμορφούμενα προϊόντα που πληρούν απαιτήσεις που εγγυώνται υψηλό επίπεδο προστασίας των δημόσιων συμφερόντων, όπως η υγεία και η ασφάλεια γενικά, η υγεία και η ασφάλεια στον χώρο εργασίας, η προστασία των καταναλωτών, η προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας ασφάλειας και κάθε άλλου δημόσιου συμφέροντος που καλύπτεται από την εν λόγω νομοθεσία.

2.  Ο παρών κανονισμός ορίζει κανόνες και διαδικασίες για τους οικονομικούς φορείς σε ό,τι αφορά τα προϊόντα που υπόκεινται σε ορισμένη ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, και θεσπίζει ένα πλαίσιο συνεργασίας με τους οικονομικούς φορείς.

3.   Ο παρών κανονισμός παρέχει επίσης ένα πλαίσιο για τη διενέργεια ελέγχων στα ▌προϊόντα που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.  Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται ▌στα προϊόντα τα οποία υπόκεινται στην ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης που παρατίθεται στο παράρτημα Ι («ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης»), όπου δεν υπάρχουν στην ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης ειδικές διατάξεις με τον ίδιο στόχο οι οποίες να ρυθμίζουν με ειδικότερο τρόπο συγκεκριμένες πτυχές της εποπτείας της αγοράς και της επιβολής.

2.   Τα άρθρα 25 έως 28 εφαρμόζονται στα προϊόντα που καλύπτονται από την ενωσιακή νομοθεσία, όπου δεν υφίστανται στην ενωσιακή νομοθεσία ειδικές διατάξεις σχετικά με την οργάνωση των ελέγχων στα προϊόντα που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης.

3.  Η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού δεν εμποδίζει τις αρχές εποπτείας της αγοράς να λαμβάνουν ειδικότερα μέτρα, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2001/95/ΕΚ.

4.  Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τα άρθρα 12 έως 15 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)  «διαθεσιμότητα στην αγορά»: κάθε προσφορά προϊόντος για διανομή, κατανάλωση ή χρήση στην αγορά της Ένωσης στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν·

2)  «διάθεση στην αγορά»: η πρώτη φορά κατά την οποία ένα προϊόν καθίσταται διαθέσιμο στην αγορά της Ένωσης·

3)  «εποπτεία της αγοράς»: οι δραστηριότητες που διεξάγονται και τα μέτρα που λαμβάνονται από αρχές εποπτείας της αγοράς προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα προϊόντα συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζει η ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης και ότι προστατεύεται το δημόσιο συμφέρον που η νομοθεσία αυτή καλύπτει·

4)  «αρχή εποπτείας της αγοράς»: η αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος βάσει του άρθρου 10 ως αρμόδια να ασκεί εποπτεία της αγοράς στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους·

5)  «αιτούσα αρχή»: η αρχή εποπτείας της αγοράς που υποβάλλει αίτηση αμοιβαίας συνδρομής·

6)  «αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση»: η αρχή εποπτείας της αγοράς που λαμβάνει αίτηση αμοιβαίας συνδρομής·

7)  «μη συμμόρφωση»: οποιαδήποτε μη συμμόρφωση προς οποιαδήποτε απαίτηση της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης ή του παρόντος κανονισμού·

8)  «κατασκευαστής»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει ένα προϊόν ή αναθέτει σε άλλους τον σχεδιασμό ή την κατασκευή του και διοχετεύει στην αγορά το προϊόν αυτό υπό την επωνυμία του ή το εμπορικό σήμα του·

9)  «εισαγωγέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση το οποίο διαθέτει προϊόν τρίτης χώρας στην αγορά της Ένωσης·

10)  «διανομέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αλυσίδα εφοδιασμού, διαφορετικό από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα, το οποίο καθιστά προϊόν διαθέσιμο στην αγορά·

11)  «πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, στην πορεία της εμπορικής δραστηριότητας, προσφέρει δυο τουλάχιστον από τις ακόλουθες υπηρεσίες: αποθήκευση, συσκευασία, διευθυνσιοδότηση και αποστολή, χωρίς να έχει την κυριότητα των εμπλεκόμενων προϊόντων και εξαιρέσει των ταχυδρομικών υπηρεσιών όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1 της οδηγίας 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(33), των υπηρεσιών αποστολής δεμάτων όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/644 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(34), και κάθε άλλης ταχυδρομικής υπηρεσίας ή υπηρεσίας εμπορευματικής μεταφοράς.

12)  «εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ένωση, που έχει λάβει γραπτή εντολή από τον κατασκευαστή να ενεργεί για λογαριασμό του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων σχετικών με τις υποχρεώσεις που υπέχει ο κατασκευαστής βάσει της οικείας ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης ή των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού·

13)  «οικονομικός φορέας»: ο κατασκευαστής, ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, ο εισαγωγέας, ο διανομέας, ο πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών ή κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υπέχει υποχρεώσεις σχετικά με την κατασκευή προϊόντων, τη διαθεσιμότητά τους στην αγορά ή τη θέση τους σε λειτουργία σύμφωνα με τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης·

14)  «πάροχος υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών»: πάροχος υπηρεσίας όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(35)·

15)  «επιγραμμική διεπαφή»: κάθε λογισμικό, όπως και ένας δικτυακός τόπος, ένα μέρος δικτυακού τόπου ή μια εφαρμογή, που διατηρείται σε λειτουργία από έναν οικονομικό φορέα ή για λογαριασμό του και χρησιμεύει για να δίνει στον τελικό χρήστη πρόσβαση στα προϊόντα του οικονομικού φορέα·

16)  «διορθωτικό μέτρο»: κάθε μέτρο που ένας οικονομικός φορέας λαμβάνει για την παύση τυχόν μη συμμόρφωσης, μετά από απαίτηση μιας αρχής εποπτείας της αγοράς ή μετά από ιδία πρωτοβουλία του οικονομικού φορέα·

17)  «προαιρετικό μέτρο»: διορθωτικό μέτρο που δεν απαιτείται από αρχή εποπτείας της αγοράς·

18)  «κίνδυνος»: ο συνδυασμός της πιθανότητας εμφάνισης μιας επικινδυνότητας ικανής να προκαλέσει βλάβη και του βαθμού σοβαρότητας της βλάβης αυτής·

19)  «προϊόν που παρουσιάζει κίνδυνο»: προϊόν ικανό να επηρεάσει αρνητικά την υγεία και την ασφάλεια των προσώπων γενικά, την υγεία και την ασφάλεια στον χώρο εργασίας, την προστασία του καταναλωτή, το περιβάλλον, τη δημόσια ασφάλεια και άλλες εκφάνσεις δημόσιου συμφέροντος, που προστατεύονται από την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, σε βαθμό που υπερβαίνει αυτό που θεωρείται εύλογο και αποδεκτό σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό ή υπό φυσιολογικές ή εύλογα προβλέψιμες συνθήκες χρήσης του συγκεκριμένου προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων που αφορούν τη διάρκεια χρήσης και, κατά περίπτωση, τη θέση σε λειτουργία, την εγκατάσταση και τη συντήρησή του·

20)  «προϊόν που παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο»: προϊόν που παρουσιάζει κίνδυνο για τον οποίο, βάσει εκτίμησης κινδύνου και λαμβανομένης υπόψη της φυσιολογικής και προβλέψιμης χρήσης του προϊόντος, του συνδυασμού της πιθανότητας εμφάνισης μιας επικινδυνότητας ικανής να προκαλέσει βλάβη και του βαθμού σοβαρότητας της βλάβης αυτής, κρίνεται ότι απαιτείται ταχεία επέμβαση των αρχών εποπτείας της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου ο κίνδυνος δεν έχει άμεσες επιπτώσεις ▌

21)  «τελικός χρήστης»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή είναι εγκατεστημένο στην Ένωση, το οποίο είχε πρόσβαση σε ένα προϊόν είτε ως καταναλωτής, εκτός οποιασδήποτε εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας, είτε ως επαγγελματίας τελικός χρήστης στο πλαίσιο των βιομηχανικών ή επαγγελματικών δραστηριοτήτων του·

22)  «ανάκληση»: κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην επιστροφή προϊόντος που έχει ήδη καταστεί διαθέσιμο στον τελικό χρήστη·

23)  «απόσυρση»: κάθε μέτρο που έχει ως στόχο να αποτρέψει τη διαθεσιμότητα στην αγορά προϊόντος που βρίσκεται στην αλυσίδα εφοδιασμού·

24)  «τελωνειακές αρχές»: οι τελωνειακές αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013·

25)  «θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία»: η διαδικασία που θεσπίζεται στο άρθρο 201 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013·

26)  «προϊόντα που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης»: προϊόντα που προέρχονται από τρίτες χώρες και τα οποία προορίζονται να διατεθούν στην αγορά της Ένωσης ή προορίζονται για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης και τίθενται υπό την τελωνειακή διαδικασία της «θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία».

Κεφάλαιο II

Καθήκοντα των οικονομικών φορέων

Άρθρο 4

Καθήκοντα των οικονομικών φορέων που αφορούν προϊόντα υποκείμενα σε ορισμένη ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης

1.  Παρά τις τυχόν υποχρεώσεις που ορίζονται στην ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, ένα προϊόν που υπόκειται στη νομοθεσία που αναφέρεται στην παράγραφο 5 μπορεί να διατεθεί στην αγορά μόνο εάν υπάρχει εντός της Ένωσης εγκατεστημένος οικονομικός φορέας υπεύθυνος για τα καθήκοντα που ορίζονται στην παράγραφο 3 όσον αφορά το εν λόγω προϊόν.

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οικονομικός φορέας κατά την έννοια της παραγράφου 1 είναι ένας από τους εξής:

α)  κατασκευαστής που είναι εγκατεστημένος στην Ένωση ▌·

β)   εισαγωγέας, όπου ο κατασκευαστής δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση·

γ)  εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ο οποίος διαθέτει γραπτή εντολή από τον κατασκευαστή που ορίζει τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο να εκτελεί εξ ονόματος του κατασκευαστή τα καθήκοντα που ορίζονται στην παράγραφο 3·

δ)  πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών εγκατεστημένος στην Ένωση, για τα προϊόντα που διεκπεραιώνει ο ίδιος όταν δεν υπάρχει άλλος οικονομικός φορέας από τους προβλεπόμενους στα στοιχεία α), β) και γ) εγκατεστημένος στην Ένωση.

3.  Με την επιφύλαξη ενδεχόμενων υποχρεώσεων των οικονομικών φορέων δυνάμει της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης, ο οικονομικός φορέας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 επιτελεί τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)  αν η ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης που εφαρμόζεται στο προϊόν προβλέπει δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ ή δήλωση επιδόσεων και τεχνικό φάκελο, διακριβώνει ότι η δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ ή η δήλωση επιδόσεων και ο τεχνικός φάκελος έχουν καταρτιστεί, τηρεί τη δήλωση συμμόρφωσης ή τη δήλωση επιδόσεων στη διάθεση των αρχών εποπτείας της αγοράς για το χρονικό διάστημα που απαιτείται από την εν λόγω νομοθεσία και μεριμνά ώστε ο τεχνικός φάκελος να μπορεί να διαβιβαστεί στις ανωτέρω αρχές, εάν το ζητήσουν·

β)  κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος που υποβάλλεται από αρχή εποπτείας της αγοράς, παρέχει στην εν λόγω αρχή όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συμμόρφωση του προϊόντος, σε γλώσσα που να μπορεί εύκολα να την κατανοήσει η εν λόγω αρχή·

γ)  εάν έχει λόγους να πιστεύει πως ένα προϊόν παρουσιάζει κίνδυνο, ενημερώνει σχετικά τις αρχές εποπτείας της αγοράς·

δ)  συνεργάζεται με τις αρχές εποπτείας της αγοράς, μεταξύ άλλων και μετά από δικό τους αιτιολογημένο αίτημα, μεριμνώντας ώστε να ληφθούν τα αναγκαία άμεσα διορθωτικά μέτρα προς αντιμετώπιση κάθε περίπτωσης μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζει η ισχύουσα για το συγκεκριμένο προϊόν ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης ή, αν αυτό δεν είναι εφικτό, τον περιορισμό των κινδύνων που ενέχει το συγκεκριμένο προϊόν, εάν οι αρχές εποπτείας της αγοράς το ζητήσουν, ή με δική του πρωτοβουλία, εάν ο οικονομικός φορέας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εκτιμήσει ή έχει λόγους να πιστεύει ότι το συγκεκριμένο προϊόν παρουσιάζει κίνδυνο.

4.  Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων υποχρεώσεων των οικονομικών φορέων δυνάμει της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης, το όνομα, η καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα και τα στοιχεία επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της ταχυδρομικής διεύθυνσης του οικονομικού φορέα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αναγράφονται ▌στο προϊόν ή στη συσκευασία του, στο δέμα ή σε συνοδευτικό έγγραφο.

5.  Το παρόν άρθρο ▌εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 305/2011(36), (ΕΕ) 2016/425(37) και (ΕΕ) 2016/426(38) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2000/14/ΕΚ(39), 2006/42/ΕΚ(40), 2009/48/ΕΚ(41), 2009/125/ΕΚ(42), 2011/65/ΕΕ(43), 2013/29/ΕΕ(44), 2013/53/ΕΕ(45), 2014/29/ΕΕ(46), 2014/30/ΕΕ(47), 2014/31/ΕΕ(48), 2014/32/ΕΕ(49), 2014/34/ΕΕ(50), 2014/35/ΕΕ(51), 2014/53/ΕΕ(52) και 2014/68/ΕΕ(53) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Άρθρο 5

Εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 4 παράγραφος 2 στοιχείο γ), o εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος έχει εντολή από τον κατασκευαστή να εκτελεί τα καθήκοντα που απαριθμούνται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, με την επιφύλαξη όλων των άλλων καθηκόντων που επιτάσσει η σχετική ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης.

2.  Ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος εκτελεί τα καθήκοντα που προσδιορίζονται στην εντολή. Παρέχει στις αρχές εποπτείας της αγοράς, κατόπιν αιτήματός τους, αντίγραφο της εντολής σε γλώσσα της Ένωσης που ορίζεται από την αρχή εποπτείας της αγοράς.

3.  Οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα για να μπορούν να διεκπεραιώνουν τα καθήκοντά τους.

Άρθρο 6

Πώληση εξ αποστάσεως

Προϊόν πωλούμενο επιγραμμικά ή με άλλες μεθόδους εξ αποστάσεως πώλησης, θεωρείται ότι καθίσταται διαθέσιμο στην αγορά εάν η προσφορά στοχεύει τελικούς χρήστες εντός της Ένωσης. Προσφορά θα πρέπει να θεωρείται ότι στοχεύει τελικούς χρήστες εντός της Ένωσης εάν ο αντίστοιχος οικονομικός φορέας κατευθύνει με οποιονδήποτε τρόπο τις δραστηριότητές του προς κράτος μέλος.

Άρθρο 7

Υποχρέωση συνεργασίας

1.  Οι οικονομικοί φορείς συνεργάζονται με τις αρχές εποπτείας της αγοράς για μέτρα που θα μπορούσαν να εξαλείψουν ή να μετριάσουν κινδύνους που παρουσιάζουν προϊόντα τα οποία οι φορείς αυτοί έχουν καταστήσει διαθέσιμα στην αγορά.

2.  Οι πάροχοι υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας συνεργάζονται με τις αρχές εποπτείας της αγοράς, μετά από αίτημα των αρχών εποπτείας της αγοράς και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, για να διευκολύνουν κάθε τυχόν μέτρο που λαμβάνεται με σκοπό την εξάλειψη ή, όπου αυτό δεν είναι δυνατό, τον μετριασμό των κινδύνων που παρουσιάζει ένα προϊόν που προσφέρεται ή προσφέρθηκε προς πώληση επιγραμμικά μέσω των δικών τους υπηρεσιών.

Κεφάλαιο III

Παροχή συνδρομής στους οικονομικούς φορείς και συνεργασία με αυτούς

Άρθρο 8

Παροχή πληροφοριών στους οικονομικούς φορείς

1.  Η Επιτροπή, σε συμφωνία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1724, μεριμνά ώστε η δικτυακή πύλη «Η Ευρώπη σου» να παρέχει στους χρήστες επιγραμμική πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικές με τις απαιτήσεις για τα προϊόντα και τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τους κανόνες που απορρέουν από την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης.

2.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διαδικασίες για την δωρεάν παροχή στους οικονομικούς φορείς, μετά από δικό τους αίτημα, πληροφοριών για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που ισχύει για τα προϊόντα. Για τον σκοπό αυτό, εφαρμογή έχει το άρθρο 9 παράγραφοι 1, 4 και 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/...(54).

Άρθρο 9

Κοινές δραστηριότητες για την προώθηση της συμμόρφωσης

1.  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς μπορούν να συμφωνούν με άλλες αρμόδιες αρχές ή σε οργανισμούς που εκπροσωπούν οικονομικούς φορείς ή τελικούς χρήστες για τη διενέργεια ▌ κοινών δραστηριοτήτων που αποσκοπούν ▌ στην προώθηση της συμμόρφωσης, τον εντοπισμό περιπτώσεων μη συμμόρφωσης, την παροχή ενημέρωσης και καθοδήγησης σε σχέση με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης αναφορικά με συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων, ειδικότερα των κατηγοριών προϊόντων που συχνά διαπιστώνεται ότι παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προσφέρονται προς πώληση επιγραμμικά.

2.  Οι ανωτέρω αρχές εποπτείας της αγοράς και τα μέρη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μεριμνούν ώστε η συμφωνία για κοινές δραστηριότητες να μη δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ οικονομικών φορέων, και να μην επηρεάζει την αντικειμενικότητα, ανεξαρτησία και αμεροληψία των μερών.

3.  Μια αρχή εποπτείας της αγοράς μπορεί να χρησιμοποιήσει κάθε πληροφορία που προκύπτει από κοινές δραστηριότητες πραγματοποιούμενες στο πλαίσιο οποιασδήποτε έρευνας για μη συμμόρφωση την οποία αυτή διεξάγει.

4.  Η εν λόγω αρχή εποπτείας της αγοράς καθιστά διαθέσιμη στο ευρύ κοινό την τυχόν συμφωνία περί κοινών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των εμπλεκόμενων μερών, και καταχωρίζει την εν λόγω συμφωνία στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34. Κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους, το συσταθέν βάσει του άρθρου 29 Δίκτυο παρέχει συνδρομή για την σύνταξη των συμφωνιών περί κοινών δραστηριοτήτων.

Κεφάλαιο IV

Οργάνωση, δραστηριότητες και υποχρεώσεις των αρχών εποπτείας της αγοράς και των ενιαίων γραφείων σύνδεσης

Άρθρο 10

Ορισμός των αρχών εποπτείας της αγοράς και των ενιαίων γραφείων σύνδεσης

1.  Τα κράτη μέλη οργανώνουν και διενεργούν εποπτεία της αγοράς κατά τα προβλεπόμενα στον παρόντα κανονισμό.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες αρχές εποπτείας της αγοράς στο έδαφός του. Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή ▌και τα υπόλοιπα κράτη μέλη για τις δικές του αρχές εποπτείας της αγοράς ▌και για το πεδίο αρμοδιοτήτων καθεμιάς από αυτές τις αρχές, χρησιμοποιώντας το σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34.

3.  Κάθε κράτος μέλος ορίζει ένα ενιαίο γραφείο σύνδεσης.

4.  Το ενιαίο γραφείο σύνδεσης ▌είναι αρμόδιο τουλάχιστον για την εκπροσώπηση της συντονισμένης θέσης των αρχών εποπτείας της αγοράς και των αρχών που ορίζονται βάσει του άρθρου 25 παράγραφος 1, και για την κοινοποίηση των εθνικών στρατηγικών κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 13. Το ενιαίο γραφείο σύνδεσης συνδράμει επίσης στη συνεργασία μεταξύ αρχών εποπτείας της αγοράς από διαφορετικά κράτη μέλη, κατά τα προβλεπόμενα στο Κεφάλαιο VI.

5.  Για να διενεργούν εποπτεία της αγοράς με την ίδια αποτελεσματικότητα για όλους τους διαύλους διανομής, στα προϊόντα που καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά επιγραμμικά και απογραμμικά, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εποπτείας της αγοράς και το ενιαίο γραφείο σύνδεσης διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους, μεταξύ άλλων επαρκείς δημοσιονομικούς και λοιπούς πόρους, όπως επαρκή αριθμό καταρτισμένων υπαλλήλων, εμπειρογνωμοσύνη, διαδικασίες και άλλες ρυθμίσεις για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους.

6.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν, όταν υπάρχουν περισσότερες της μίας αρχές εποπτείας της αγοράς στο έδαφός τους, για τον σαφή καθορισμό των αντίστοιχων καθηκόντων των εν λόγω αρχών και για τη δημιουργία κατάλληλων μηχανισμών επικοινωνίας και συντονισμού ώστε να μπορούν οι εν λόγω αρχές να συνεργάζονται στενά και να ασκούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους.

Άρθρο 11

Δραστηριότητες των αρχών εποπτείας της αγοράς

1.  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς εκτελούν τις δραστηριότητές τους με σκοπό να διασφαλίζουν τα εξής:

α)  αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς εντός του εδάφους τους για προϊόντα που καθίστανται διαθέσιμα επιγραμμικά και απογραμμικά σε σχέση με ▌ προϊόντα που υπόκεινται στην ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης ▌·

β)  ▌τη λήψη κατάλληλων και αναλογικών διορθωτικών μέτρων από τους οικονομικούς φορείς για τη συμμόρφωση με την εν λόγω νομοθεσία και τον παρόντα κανονισμό·

γ)  τη λήψη κατάλληλων και αναλογικών μέτρων εάν ο οικονομικός φορέας παραλείψει να λάβει διορθωτικά μέτρα.

2.  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς ασκούν τις αρμοδιότητές τους και εκτελούν τα καθήκοντά τους με ανεξαρτησία, αμεροληψία και χωρίς προκαταλήψεις.

3.  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς διενεργούν, στο πλαίσιο των οριζόμενων στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δραστηριοτήτων τους, κατάλληλους ελέγχους στα χαρακτηριστικά των προϊόντων σε επαρκή κλίμακα, με ελέγχους εγγράφων και, όπου ενδείκνυται, με φυσικούς και εργαστηριακούς ελέγχους βάσει κατάλληλων δειγμάτων, χρησιμοποιώντας πόρους και μέτρα κατά προτεραιότητα για την αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς και συνεκτιμώντας την αντίστοιχη εθνική στρατηγική εποπτείας της αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 13.

Όταν αποφασίζουν ως προς το ποιους ελέγχους θα διενεργήσουν, σε ποιους τύπους προϊόντων και σε ποια κλίμακα, οι αρχές εποπτείας της αγοράς ακολουθούν μια προσέγγιση βασισμένη στις εκτιμήσεις κινδύνου η οποία συνεκτιμά τις ακόλουθες παραμέτρους:

α)  την πιθανή επικινδυνότητα και τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης που έχουν σχέση με τα προϊόντα και, όταν είναι διαθέσιμη, τη συχνότητά τους στην αγορά·

β)  τις δραστηριότητες και τις λειτουργίες που τελούν υπό τον έλεγχο του οικονομικού φορέα·

γ)  το ιστορικό περιπτώσεων μη συμμόρφωσης του οικονομικού φορέα·

δ)  κατά περίπτωση, το προφίλ κινδύνου που έχουν καταρτίσει οι ορισθείσες βάσει του άρθρου 25 παράγραφος 1·αρχές·

ε)  τις καταγγελίες καταναλωτών και άλλες πληροφορίες διαβιβασθείσες από άλλες αρχές, οικονομικούς φορείς, μέσα ενημέρωσης και άλλες πηγές, που μπορεί να υποδηλώνουν μη συμμόρφωση.

4.  Η Επιτροπή, αφού συμβουλευθεί το Δίκτυο, μπορεί να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις για τον προσδιορισμό των ομοιόμορφων συνθηκών διενέργειας των ελέγχων, για τα κριτήρια προσδιορισμού της συχνότητας των ελέγχων και της ποσότητας των προς έλεγχο δειγμάτων για ορισμένα προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων όπου εντοπίζονται συνεχώς συγκεκριμένοι κίνδυνοι ή σοβαρές παραβιάσεις της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης, προκειμένου να διασφαλιστούν ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και της ασφάλειας ή άλλα δημόσια συμφέροντα που προστατεύονται από την εν λόγω νομοθεσία. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2.

5.  Όταν οι οικονομικοί φορείς προσκομίζουν εκθέσεις δοκιμών ή πιστοποιητικά που βεβαιώνουν τη συμμόρφωση των προϊόντων τους με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης και που έχουν εκδοθεί από οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης, διαπιστευμένο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008, οι αρχές εποπτείας της αγοράς λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις ανωτέρω εκθέσεις και πιστοποιητικά.

6.  Τα αποδεικτικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται από αρχή εποπτείας της αγοράς ενός κράτους μέλους μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο ερευνών που διενεργούν αρχές εποπτείας της αγοράς άλλου κράτους μέλους για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης προϊόντων χωρίς περαιτέρω τυπικές προϋποθέσεις.

7.  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς θεσπίζουν τις ακόλουθες διαδικασίες σε σχέση με τα προϊόντα που υπόκεινται στην ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης:

α)  διαδικασίες για την παρακολούθηση της συνέχειας σε καταγγελίες ή εκθέσεις για ζητήματα που αφορούν κινδύνους ή μη συμμόρφωση·

β)  διαδικασίες για την επαλήθευση της δέουσας λήψης διορθωτικών μέτρων από τους οικονομικούς φορείς.

8.  Για να διασφαλίσουν την επικοινωνία και το συντονισμό με τους ομολόγους τους στα άλλα κράτη μέλη, οι αρχές εποπτείας της αγοράς συμμετέχουν ενεργά στις ομάδες διοικητικής συνεργασίας (ομάδες ADCO) που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 2.

9.  Με την επιφύλαξη κάθε ενωσιακής διαδικασίας διασφάλισης σύμφωνης με την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, τα προϊόντα που θεωρούνται μη συμμορφούμενα βάσει απόφασης που έχει ληφθεί από αρχή εποπτείας της αγοράς ενός κράτους μέλους, τεκμαίρονται μη συμμορφούμενα από τις αρχές εποπτείας της αγοράς άλλου κράτους μέλους, εκτός αν η αρμόδια αρχή εποπτείας της αγοράς άλλου κράτους μέλους έχει καταλήξει στο αντίθετο συμπέρασμα βάσει δικής της έρευνας που συνεκτίμησε τα στοιχεία που ενδεχομένως παρασχέθηκαν από οικονομικό φορέα.

Άρθρο 12

Αξιολόγηση από ομοτίμους

1.  Οργανώνονται αξιολογήσεις από ομοτίμους, για όσες αρχές εποπτείας της αγοράς επιθυμούν να συμμετέχουν σε αυτές προκειμένου να βελτιώσουν τη συνοχή των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς σε σχέση με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

2.  Το Δίκτυο αναπτύσσει τη μεθοδολογία και το κυλιόμενο πρόγραμμα των αξιολογήσεων από ομοτίμους μεταξύ των συμμετεχουσών αρχών εποπτείας της αγοράς. Κατά την κατάρτιση της μεθοδολογίας και του κυλιόμενου προγράμματος, το Δίκτυο συνεκτιμά τουλάχιστον τον αριθμό και το μέγεθος των αρχών εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών, τον αριθμό διαθέσιμων υπαλλήλων και τους άλλους πόρους που συμβάλλουν στη διενέργεια των αξιολογήσεων από ομοτίμους, καθώς και άλλα συναφή κριτήρια.

3.  Οι αξιολογήσεις από ομοτίμους καλύπτουν τις βέλτιστες πρακτικές που αναπτύσσονται από κάποιες αρχές εποπτείας της αγοράς και που μπορεί να φανούν χρήσιμες σε άλλες αρχές εποπτείας της αγοράς, καθώς και άλλες συναφείς πτυχές που έχουν σχέση με την αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς.

4.  Τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων από ομοτίμους υποβάλλονται στο Δίκτυο.

Άρθρο 13

Εθνικές στρατηγικές εποπτείας της αγοράς

1.  Κάθε κράτος μέλος χαράσσει μια κεντρική εθνική στρατηγική εποπτείας της αγοράς ανά τέσσερα έτη τουλάχιστον. Κάθε κράτος μέλος χαράσσει την πρώτη τέτοια στρατηγική από ... [τρία έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού]. Η εθνική στρατηγική προάγει μια συνεπή, συνολική και ολοκληρωμένη προσέγγιση στην εποπτεία της αγοράς και στην επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης εντός του εδάφους του κράτους μέλους. Κατά το σχεδιασμό της εθνικής στρατηγικής εποπτείας της αγοράς, συνεκτιμώνται όλοι οι τομείς που καλύπτονται από την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης και όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας των προϊόντων, περιλαμβανομένων των εισαγωγών και των ψηφιακών εφοδιαστικών αλυσίδων. Μπορούν επίσης να ληφθούν υπόψη οι προτεραιότητες που καθορίζονται στο πρόγραμμα εργασιών του Δικτύου.

2.  Η εθνική στρατηγική εποπτείας της αγοράς περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία, όταν αυτό δεν θέτει σε κίνδυνο τις δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς:

α)  τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη συχνότητα εμφάνισης μη συμμορφούμενων προϊόντων, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τους ▌ ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 3 και στο άρθρο 25 παράγραφος 3, και, κατά περίπτωση, τις τάσεις της αγοράς που μπορεί να επηρεάσουν τα ποσοστά μη συμμόρφωσης για τις κατηγορίες προϊόντων, και τις πιθανές απειλές και κινδύνους που σχετίζονται με τις αναδυόμενες τεχνολογίες·

β)  τους τομείς που τα κράτη μέλη προσδιορίζουν ως τομείς προτεραιότητας για την επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης·

γ)  τις δραστηριότητες επιβολής που προβλέπονται με στόχο τον περιορισμό της συχνότητας της μη συμμόρφωσης στους τομείς που έχουν προσδιοριστεί ως τομείς προτεραιότητας, περιλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των ελάχιστων επιπέδων ελέγχων που προβλέπονται για τις κατηγορίες προϊόντων που έχουν σημαντικά επίπεδα μη συμμόρφωσης·

δ)  μια αξιολόγηση της συνεργασίας με αρχές εποπτείας της αγοράς άλλων κρατών μελών, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11 παράγραφος 8 και στο Κεφάλαιο VI.

3.  Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν την εθνική στρατηγική εποπτείας της αγοράς στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη μέσω του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34. Κάθε κράτος μέλος δημοσιεύει περίληψη της στρατηγικής του.

Κεφάλαιο V

Εξουσίες και μέτρα εποπτείας της αγοράς

Άρθρο 14

Εξουσίες των αρχών εποπτείας της αγοράς

1.  Τα κράτη μέλη εκχωρούν στις οικείες αρχές εποπτείας της αγοράς τις εξουσίες εποπτείας της αγοράς, έρευνας και επιβολής που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης ▌.

2.  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς ασκούν τις εξουσίες που ορίζονται στο παρόν άρθρο αποδοτικά και αποτελεσματικά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, στο βαθμό μια τέτοια άσκηση έχει σχέση με το αντικείμενο, τον σκοπό των μέτρων και τη φύση και τις συνολικές πραγματικές ή δυνητικές βλάβες που προκύπτουν από το περιστατικό μη συμμόρφωσης. Οι εξουσίες εκχωρούνται και ασκούνται σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των αρχών του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως και με τις εθνικές δικαιϊκές αρχές που αφορούν την ελευθερία της έκφρασης και την ελευθερία και πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, με τις εφαρμοστέες δικονομικές εγγυήσεις, καθώς και με τους ενωσιακούς κανόνες περί προστασίας των δεδομένων, και ειδικότερα τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679.

3.  Κατά την εκχώρηση εξουσιών σύμφωνα με την παράγραφο 1, ▌τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τη δυνατότητα άσκησης της εξουσίας με έναν από τους εξής τρόπους, κατά περίπτωση:

α)  απευθείας από τις αρχές εποπτείας της αγοράς στο πλαίσιο της δικής τους αρμοδιότητας·

β)  μέσω προσφυγής σε άλλες δημόσιες αρχές, σύμφωνα με την κατανομή εξουσιών και τη θεσμική και διοικητική οργάνωση του συγκεκριμένου κράτους μέλους·

γ)  κατόπιν αίτησης στα δικαστήρια που είναι αρμόδια για την έκδοση της αναγκαίας απόφασης για την έγκριση της άσκησης της εν λόγω εξουσίας, και, εφόσον ενδείκνυται, μέσω της άσκησης προσφυγής σε περίπτωση ανεπιτυχούς έκβασης της αίτησης έκδοσης της αναγκαίας απόφασης.

4.  Στις εξουσίες που εκχωρούνται στις αρχές εποπτείας της αγοράς σύμφωνα με την παράγραφο 1 περιλαμβάνονται τουλάχιστον οι εξής:

α)  η εξουσία να ζητούν από τους οικονομικούς φορείς να παράσχουν συναφή έγγραφα, τεχνικές προδιαγραφές, δεδομένα ή πληροφορίες που σχετίζονται με τη συμμόρφωση και τεχνικές πτυχές του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στο ενσωματωμένο λογισμικό στον βαθμό που η πρόσβαση αυτή είναι απαραίτητη για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του προϊόντος με την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, υπό οιαδήποτε μορφή ή μορφότυπο και ανεξαρτήτως του μέσου ή του τόπου αποθήκευσης των εν λόγω εγγράφων, τεχνικών προδιαγραφών, δεδομένων ή πληροφοριών, και να λαμβάνουν ή να αποκτούν αντίγραφα αυτών ·

β)  η εξουσία να απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να παρέχουν συναφείς πληροφορίες για την αλυσίδα εφοδιασμού, για τις λεπτομέρειες του δικτύου διανομής, για τις ποσότητες προϊόντων στην αγορά και για άλλα μοντέλα του προϊόντος που έχουν τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά με το συγκεκριμένο προϊόν, εφόσον αυτό έχει σημασία σε ό,τι αφορά τη συμμόρφωση με τις ισχύουσες απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης·

γ)  η εξουσία να απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να παρέχουν συναφείς πληροφορίες που απαιτούνται προκειμένου να εξακριβωθεί η κυριότητα των δικτυακών τόπων, εάν οι πληροφορίες αυτές έχουν σχέση με το αντικείμενο της έρευνας·

δ)  η εξουσία να διενεργούν χωρίς προειδοποίηση επιτόπιες επιθεωρήσεις και φυσικούς ελέγχους των προϊόντων·

ε)  η εξουσία να εισέρχονται σε χώρους, εδάφη ή μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιεί ο οικονομικός φορέας για σκοπούς που αφορούν την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική δραστηριότητα του οικονομικού φορέα, προκειμένου να εντοπίζουν τη μη συμμόρφωση και να συγκεντρώνουν αποδεικτικά στοιχεία·

στ)  η εξουσία να κινούν έρευνες ▌ με ιδία πρωτοβουλία των αρχών εποπτείας της αγοράς προκειμένου να εντοπίζουν περιπτώσεις μη συμμόρφωση και να τις παύουν·

ζ)  η εξουσία να απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να παύσουν μια περίπτωση μη συμμόρφωση ή για να εξαλείψουν τον κίνδυνο·

η)  η εξουσία να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, εάν ένας οικονομικός φορέας παραλείπει να λάβει τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα ή εάν παραμένει η μη συμμόρφωση ή ο κίνδυνος, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας να απαγορεύουν ή να περιορίζουν τη διαθεσιμότητα ενός προϊόντος στην αγορά ή να διατάσσουν την απόσυρση ή ανάκληση ή την ανάκληση του προϊόντος·

θ)  η εξουσία να επιβάλλουν κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 41·

ι)  η εξουσία να αγοράζουν δείγματα του προϊόντος, μεταξύ άλλων και με καλυμμένη ταυτότητα, να επιθεωρούν τα εν λόγω δείγματα και να πραγματοποιούν ανάδρομη τεχνική έρευνα ώστε να εντοπίζουν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης και να συγκεντρώνουν αποδεικτικά στοιχεία·

ια)  η εξουσία, όταν δεν υπάρχουν άλλα αποτελεσματικά μέσα για την εξάλειψη ενός σοβαρού κινδύνου:

i)  να απαιτούν την αφαίρεση περιεχομένου που αναφέρεται στα συγκεκριμένα προϊόντα από την επιγραμμική διεπαφή ή να απαιτούν την ανάρτηση ρητής προειδοποίησης προς τους τελικούς χρήστες όταν αυτοί συνδέονται με την επιγραμμική διεπαφή· ή

ii)  όταν μια απαίτηση σύμφωνη με το σημείο i) δεν έχει τηρηθεί, να απαιτούν από τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας να περιορίσουν την πρόσβαση στην επιγραμμική διεπαφή, ακόμη και ζητώντας από αρμόδιους τρίτους να εφαρμόσουν το μέτρο.

5.  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς μπορούν να χρησιμοποιούν πληροφορίες, έγγραφα, ευρήματα, δηλώσεις ή μυστικές πληροφορίες ως αποδεικτικά στοιχεία για τους σκοπούς των ερευνών τους, ανεξάρτητα από τον μορφότυπο και το μέσο αποθήκευσής τους.

Άρθρο 15

Ανάκτηση των εξόδων από τις αρχές εποπτείας της αγοράς

1.  Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις αρχές εποπτείας της αγοράς τους να απαιτήσουν από συγκεκριμένο οικονομικό φορέα το σύνολο των εξόδων για τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν σχετικά με περίπτωση μη συμμόρφωσης.

2.  Στα έξοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να περιλαμβάνεται το κόστος διενέργειας δοκιμών, το κόστος της λήψης μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφοι 1 και 2, και το κόστος αποθήκευσης και το κόστος ενεργειών σε σχέση με προϊόντα που διαπιστώνεται ότι είναι μη συμμορφούμενα και υποκείμενα σε διορθωτικά μέτρα προτού τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία ή διατεθούν στην αγορά..

Άρθρο 16

Μέτρα εποπτείας της αγοράς

1.   Οι αρχές εποπτείας της αγοράς λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση που ένα προϊόν υποκείμενο σε ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, ενώ χρησιμοποιείται για τον προβλεπόμενο σκοπό ή υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες και έχει εγκατασταθεί και συντηρείται σωστά:

α)  έχει πιθανότητες να θέσει σε κίνδυνο την υγεία ή την ασφάλεια των τελικών χρηστών, ή

β)  δεν είναι σύμμορφο με την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης.

2.  Εάν οι αρχές εποπτείας της αγοράς οδηγηθούν σε ευρήματα κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 στοιχεία α) ή β), απαιτούν χωρίς καθυστέρηση από τον ενδιαφερόμενο οικονομικό φορέα να λάβει κατάλληλα και αναλογικά διορθωτικά μέτρα για να παύσει τη μη συμμόρφωση ή να εξαλείψει τον κίνδυνο, κατά περίπτωση, εντός προθεσμίας που ορίζουν.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, τα διορθωτικά μέτρα που πρέπει να λάβει ο οικονομικός φορέας μπορεί μεταξύ άλλων να περιλαμβάνουν τα εξής:

α)  να καταστήσει το προϊόν σύμμορφο, μεταξύ άλλων διορθώνοντας την τυπική μη συμμόρφωση κατά τα οριζόμενα στην ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, ή μεριμνώντας ώστε το προϊόν να μην παρουσιάζει πλέον κίνδυνο·

β)  να αποτρέψει τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά·

γ)  να αποσύρει ή να ανακαλέσει το προϊόν αμέσως και να ειδοποιήσει το κοινό για τον κίνδυνο που παρουσιάζει·

δ)  να καταστρέψει το προϊόν ή να το αχρηστεύσει με άλλους τρόπους·

ε)  να επικολλήσει στο προϊόν κατάλληλες, σαφώς διατυπωμένες, εύκολα κατανοητές προειδοποιήσεις για τους κινδύνους που αυτό μπορεί να παρουσιάζει, στη γλώσσα ή τις γλώσσες που ορίζει το κράτος μέλος στου οποίου την αγορά διατίθεται το προϊόν·

στ)  να ορίσει προϋποθέσεις για τη διάθεση του συγκεκριμένου προϊόντος στην αγορά·

ζ)  να ειδοποιήσει τους κινδυνεύοντες τελικούς χρήστες αμέσως και με την προσήκουσα μορφή, μεταξύ άλλων με τη δημοσίευση ειδικών προειδοποιήσεων στη γλώσσα ή τις γλώσσες που ορίζει το κράτος μέλος στου οποίου την αγορά διατίθεται το προϊόν.

4.  Τα διορθωτικά μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 στοιχεία ε), στ) και ζ) μπορούν να απαιτηθούν μόνο σε περιπτώσεις όπου το προϊόν έχει πιθανότητες να παρουσιάσει κίνδυνο αποκλειστικά υπό ορισμένες συνθήκες ή για ορισμένους τελικούς χρήστες.

5.  Εάν ο οικονομικός φορέας παραλείψει να λάβει τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 διορθωτικά μέτρα ή εάν η μη συμμόρφωση ή ο κίνδυνος που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παραμένει, οι αρχές εποπτείας της αγοράς μεριμνούν ώστε το προϊόν να αποσυρθεί ή να ανακληθεί, ή να απαγορευτεί ή να περιοριστεί η διάθεσή του στην αγορά, να ενημερωθούν δε καταλλήλως το κοινό, η Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.

6.  Οι βάσει της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου πληροφορίες προς την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη τους κοινοποιούνται μέσω του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34. Η εν λόγω κοινοποίηση πληροφοριών τεκμαίρεται ότι εκπληρώνει επίσης τις απαιτήσεις κοινοποίησης για τις εφαρμοστέες διαδικασίες διασφάλισης της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης.

7.  Εάν ένα εθνικό μέτρο θεωρηθεί δικαιολογημένο σύμφωνα με την εφαρμοστέα διαδικασία διασφάλισης, ή εάν καμία αρχή εποπτείας της αγοράς άλλου κράτους μέλους δεν έχει καταλήξει στο αντίθετο συμπέρασμα βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 9, τότε οι αρμόδιες αρχές εποπτείας της αγοράς των άλλων κρατών μελών λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα σε σχέση με το μη συμμορφούμενο προϊόν και καταχωρίζουν τις σχετικές πληροφορίες στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34.

Άρθρο 17

Χρήση των πληροφοριών, επαγγελματικό και εμπορικό απόρρητο

Οι αρχές εποπτείας της αγοράς εκτελούν τα καθήκοντά τους με υψηλό βαθμό διαφάνειας και καθιστούν διαθέσιμες στο κοινό οποιεσδήποτε πληροφορίες θεωρούν συναφείς προκειμένου να προστατεύονται τα συμφέροντα των τελικών χρηστών. Οι αρχές εποπτείας της αγοράς σέβονται την αρχή της αναλογικότητας και το επαγγελματικό και εμπορικό απόρρητο και προστατεύουν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με την ενωσιακή και εθνική νομοθεσία ▌.

Άρθρο 18

Διαδικαστικά δικαιώματα των οικονομικών φορέων

1.  Όλα τα μέτρα, οι αποφάσεις ή οι εντολές που λαμβάνονται ή εκδίδονται από αρχή εποπτείας της αγοράς σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης ή με τον παρόντα κανονισμό ▌προσδιορίζουν με ακρίβεια τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

2.  Όλα τα εν λόγω μέτρα, αποφάσεις ή εντολές κοινοποιούνται χωρίς καθυστέρηση στον οικείο οικονομικό φορέα, ταυτόχρονα δε του γνωστοποιούνται τα ένδικα βοηθήματα που του παρέχει η νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, καθώς και οι προθεσμίες εντός των οποίων έχει δικαίωμα να τα ασκήσει.

3.  Πριν από τη λήψη ή έκδοση μέτρου, απόφασης ή εντολής που αναφέρεται στην παράγραφο 1, παρέχεται στον οικείο οικονομικό φορέα η δυνατότητα να εκθέσει την άποψή του εντός κατάλληλης προθεσμίας, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 10 εργάσιμων ημερών, εκτός αν δεν είναι δυνατόν να δοθεί στον οικονομικό φορέα η δυνατότητα αυτή λόγω της επείγουσας ανάγκης λήψης ή έκδοσης του μέτρου, της απόφασης ή της εντολής, λόγω απαιτήσεων υγείας ή ασφάλειας ή από άλλους λόγους σχετιζόμενους με δημόσια συμφέροντα που καλύπτονται από τη σχετική κοινοτική νομοθεσία εναρμόνισης.

Εάν το μέτρο, η απόφαση ή η εντολή ληφθεί ή εκδοθεί χωρίς να παρασχεθεί η δυνατότητα ακρόασης στον οικονομικό φορέα, τότε δίνεται η δυνατότητα στον οικονομικό φορέα να εκθέσει τις απόψεις του το ταχύτερο δυνατόν, ενώ το εν λόγω μέτρο, η απόφαση ή η εντολή επανεξετάζεται αμέσως μετά από την αρχή εποπτείας της αγοράς.

Άρθρο 19

Προϊόντα που παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο

1.  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς μεριμνούν ώστε τα προϊόντα που παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο να ανακαλούνται ή να αποσύρονται, όταν δεν υπάρχουν άλλα αποτελεσματικά μέσα για την εξάλειψη του σοβαρού κινδύνου, ή όταν έχει απαγορευτεί να διατεθούν στην αγορά. Οι αρχές εποπτείας της αγοράς ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά με αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 20.

2.  Η απόφαση σχετικά με το αν ένα προϊόν παρουσιάζει ή όχι σοβαρό κίνδυνο βασίζεται σε κατάλληλη εκτίμηση κινδύνου, η οποία λαμβάνει υπόψη τη φύση της επικινδυνότητας και την πιθανότητα υλοποίησής της. Η πρακτική δυνατότητα για επίτευξη υψηλότερων επιπέδων ασφάλειας και η διαθεσιμότητα άλλων προϊόντων που παρουσιάζουν μικρότερο κίνδυνο, δεν συνιστούν λόγους για να θεωρηθεί ότι ένα προϊόν παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο.

Άρθρο 20

Σύστημα ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών

1.  Όταν μια αρχή εποπτείας της αγοράς λαμβάνει ή προτίθεται να λάβει μέτρο δυνάμει του άρθρου 19 και θεωρεί ότι οι λόγοι που οδήγησαν στη λήψη του μέτρου ή οι συνέπειες του μέτρου υπερβαίνουν το έδαφος του οικείου κράτους μέλους, κοινοποιεί αμέσως στην Επιτροπή, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, το μέτρο που έλαβε. Η αρχή εποπτείας της αγοράς πληροφορεί επίσης χωρίς καθυστέρηση την Επιτροπή σχετικά με την τροποποίηση ή την ανάκληση οποιουδήποτε τέτοιου μέτρου.

2.  Σε περίπτωση διαθεσιμότητας στην αγορά προϊόντος που παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο, οι αρχές εποπτείας της αγοράς κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή κάθε μέτρο που λαμβάνεται σε εθελοντική βάση και ανακοινώνεται στην αρχή εποπτείας της αγοράς από οικονομικό φορέα.

3.  Οι πληροφορίες που παρέχονται βάσει των παραγράφων 1 και 2 περιέχουν όλες τις διαθέσιμες λεπτομέρειες, ιδίως όσον αφορά τα στοιχεία που απαιτούνται για την ταυτοποίηση του προϊόντος, την καταγωγή και την αλυσίδα διάθεσης του προϊόντος, τον κίνδυνο που συνδέεται με το προϊόν, το είδος και τη διάρκεια των ληφθέντων εθνικών μέτρων και οποιοδήποτε μέτρο ελήφθη σε εθελοντική βάση από τους οικονομικούς φορείς.

4.  Για τους σκοπούς των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, χρησιμοποιείται το σύστημα ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών (RAPEX) που προβλέπεται στο άρθρο 12 της οδηγίας 2001/95/ΕΚ. Οι παράγραφοι 2, 3 και 4 του άρθρου 12 της εν λόγω οδηγίας εφαρμόζονται mutatis mutandis.

5.  Η Επιτροπή παρέχει και συντηρεί μια διεπαφή δεδομένων μεταξύ του RAPEX και του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34, ώστε να αποφεύγεται η διπλή καταχώριση των δεδομένων.

Άρθρο 21

Ενωσιακές εγκαταστάσεις δοκιμών

1.  Οι ενωσιακές εγκαταστάσεις δοκιμών έχουν ως αποστολή να συμβάλλουν στη βελτίωση της εργαστηριακής ικανότητας, καθώς και στη διασφάλιση της αξιοπιστίας και συνοχής στις δοκιμές, για τους σκοπούς της εποπτείας της αγοράς εντός της Ένωσης.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η Επιτροπή μπορεί να ορίσει μια δημόσια εγκατάσταση δοκιμών ενός κράτους μέλους ως ενωσιακή εγκατάσταση δοκιμών για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων ή για συγκεκριμένους κινδύνους που έχουν σχέση με μια κατηγορία προϊόντων.

Η Επιτροπή μπορεί επίσης να ορίσει μια από τις δικές της εγκαταστάσεις δοκιμών ως ενωσιακή εγκατάσταση δοκιμών για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων ή για συγκεκριμένους κινδύνους που σχετίζονται με κατηγορία ▌ προϊόντων, ή για προϊόντα για τα οποία δεν υπάρχει ικανότητα εκτέλεσης δοκιμών ή είναι ανεπαρκής.

3.   Οι ενωσιακές εγκαταστάσεις δοκιμών πρέπει να είναι διαπιστευμένες σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

4.  Ο ορισμός ενωσιακών εγκαταστάσεων δοκιμών δεν επηρεάζει την ελευθερία των αρχών εποπτείας της αγοράς, του Δικτύου και της Επιτροπής να επιλέγουν εγκαταστάσεις δοκιμών για τους σκοπούς των δικών τους δραστηριοτήτων.

5.  Οι ενωσιακές εγκαταστάσεις δοκιμών παρέχουν τις υπηρεσίες τους μόνο στις αρχές εποπτείας της αγοράς, στο Δίκτυο, στην Επιτροπή, και σε άλλες κυβερνητικές ή διακυβερνητικές οντότητες.

6.  Οι ενωσιακές εγκαταστάσεις δοκιμών επιτελούν, εντός του τομέα της αρμοδιότητάς τους, τις ακόλουθες δραστηριότητες:

α)  διενεργούν δοκιμές σε προϊόντα μετά από αίτημα των αρχών εποπτείας της αγοράς, του Δικτύου ή της Επιτροπής·

β)  παρέχουν ανεξάρτητες τεχνικές ή επιστημονικές συμβουλές μετά από αίτημα του Δικτύου·

γ)  αναπτύσσουν νέες τεχνικές και μεθόδους ανάλυσης.

7.  Οι δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου είναι επ’ αμοιβή και μπορούν να χρηματοδοτούνται από την Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 2.

8.  Οι ενωσιακές εγκαταστάσεις δοκιμών μπορούν να λαμβάνουν χρηματοδότηση από την Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 2, για να βελτιώνουν την ικανότητα εκτέλεσης δοκιμών ή να δημιουργούν νέες ικανότητες εκτέλεσης δοκιμών για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων ή για συγκεκριμένους κινδύνους σχετιζόμενους με μια κατηγορία προϊόντων για τα οποία η ικανότητα εκτέλεσης δοκιμών δεν υπάρχει ή είναι ανεπαρκής.

9.  Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που καθορίζουν τις διαδικασίες ορισμού των ενωσιακών εγκαταστάσεων δοκιμών. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2.

Κεφάλαιο VI

Διασυνοριακή αμοιβαία συνδρομή

Άρθρο 22

Αμοιβαία συνδρομή

1.  Υπάρχει αποτελεσματική συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών, καθώς και μεταξύ των αρχών εποπτείας της αγοράς και της Επιτροπής και των αρμόδιων οργανισμών της Ένωσης.

2.  Εάν μια αρχή εποπτείας της αγοράς αδυνατεί να ολοκληρώσει τις έρευνές της επειδή δεν έχει πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες, παρότι έχει καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποκτήσει τις εν λόγω πληροφορίες, μπορεί να υποβάλει αιτιολογημένη αίτηση στην αρχή εποπτείας της αγοράς άλλου κράτους μέλους όπου υπάρχει δυνατότητα να επιβληθεί η πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες. Σε μια τέτοια περίπτωση, η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση παρέχει στην αιτούσα αρχή χωρίς καθυστέρηση, και σε κάθε περίπτωση εντός 30 ημερών, όλες τις πληροφορίες που η αιτούσα αρχή θεωρεί σημαντικές προκειμένου να αποδείξει ότι ένα προϊόν είναι μη σύμμορφο.

3.  Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση διενεργεί τις κατάλληλες έρευνες ή λαμβάνει οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο μέτρο προκειμένου να συλλέξει τις αιτηθείσες πληροφορίες. Όπου απαιτείται, οι εν λόγω έρευνες διενεργούνται με τη συνδρομή άλλων αρχών εποπτείας της αγοράς.

4.  Η αιτούσα αρχή παραμένει υπεύθυνη για κάθε έρευνα που αυτή ξεκίνησε, εκτός αν η αρχή στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση συμφωνεί να αναλάβει την ευθύνη.

5.  Σε δεόντως δικαιολογημένες περιπτώσεις, η αρχή στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση μπορεί να αρνηθεί να ανταποκριθεί σε αίτηση παροχής πληροφοριών υποβαλλόμενη βάσει της παραγράφου 2, εάν:

α)  η αιτούσα αρχή δεν έχει τεκμηριώσει επαρκώς ότι οι αιτούμενες πληροφορίες είναι αναγκαίες για τη διαπίστωση μη συμμόρφωσης·

β)  η αρχή στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση παρουσιάσει βάσιμους λόγους που δείχνουν ότι η συμμόρφωση με την αίτηση θα έθιγε ουσιωδώς την εκτέλεση των δικών της δραστηριοτήτων.

Άρθρο 23

Αιτήσεις για μέτρα επιβολής

1.  Σε περίπτωση που η παύση της μη συμμόρφωσης ενός προϊόντος απαιτεί μέτρα εντός της δικαιοδοσίας άλλου κράτους μέλους, και εάν τα μέτρα αυτά δεν προκύπτουν από τις διατάξεις του άρθρου 16 παράγραφος 7, δύναται μια αιτούσα αρχή να υποβάλει δεόντως αιτιολογημένη αίτηση για μέτρα επιβολής σε αρχή του εν λόγω άλλου κράτους μέλους αρμόδια για την παραλαβή της αίτησης.

2.  Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση λαμβάνει χωρίς καθυστέρηση όλα τα κατάλληλα και απαραίτητα μέτρα επιβολής, ασκώντας τις εξουσίες που της παρέχονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, για να εξασφαλίσει την παύση της περίπτωσης μη συμμόρφωσης, κάνοντας χρήση των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 14 και οιωνδήποτε άλλων εξουσιών της εκχωρούνται βάσει του εθνικού δικαίου.

3.  Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση ενημερώνει την αιτούσα αρχή ▌σχετικά με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 μέτρα που έχουν ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν.

Μια αρχή στην οποία υποβάλλεται αίτηση μπορεί να αρνηθεί να ανταποκριθεί στην αίτηση για μέτρα επιβολής, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  η αρχή στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση φτάνει στο συμπέρασμα ότι η αιτούσα αρχή δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες·

β)  η αρχή στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση εκτιμά ότι η αίτηση αντιβαίνει στην ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης·

γ)  η αρχή στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση παρουσιάσει βάσιμους λόγους που δείχνουν ότι η συμμόρφωση με την αίτηση θα έθιγε ουσιωδώς την εκτέλεση των δικών της δραστηριοτήτων.

Άρθρο 24

Διαδικασία για την υποβολή αιτήσεων αμοιβαίας συνδρομής

1.  Προτού υποβάλει αίτηση δυνάμει των άρθρων 22 ή 23, η αιτούσα αρχή προσπαθεί να διενεργήσει κάθε λογικά δυνατή έρευνα.

2.  Σε περίπτωση υποβολής αίτησης βάσει των άρθρων 22 και 23, η αιτούσα αρχή παρέχει κάθε διαθέσιμη πληροφορία, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε αναγκαίου αποδεικτικού στοιχείου το οποίο μόνο στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής μπορεί να αποκτηθεί, ώστε η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση να μπορέσει να ανταποκριθεί στην αίτηση.

3.  Οι αιτήσεις ▌που υποβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 23 και κάθε επικοινωνία σχετική μ’ αυτές διατυπώνονται σε ηλεκτρονικά, τυποποιημένα έντυπα μέσω του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34.

4.  Η επικοινωνία γίνεται απευθείας μεταξύ των εμπλεκόμενων αρχών εποπτείας της αγοράς ή μέσω των ενιαίων γραφείων σύνδεσης των ενδιαφερόμενων κρατών μελών.

5.  Οι γλώσσες που χρησιμοποιούνται για τις αιτήσεις ▌που υποβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 23 και για κάθε επικοινωνία σχετική μ’ αυτές συμφωνούνται από τις οικείες αρχές εποπτείας της αγοράς.

6.  Αν οι οικείες αρχές εποπτείας της αγοράς δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τις γλώσσες που θα χρησιμοποιηθούν, οι αιτήσεις ▌που υποβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 23 αποστέλλονται στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής και οι απαντήσεις αποστέλλονται στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση. Στην περίπτωση αυτή, η αιτούσα αρχή και η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση μεριμνούν για τη μετάφραση των αιτήσεων, των απαντήσεων και των άλλων εγγράφων που λαμβάνουν από την άλλη αρχή.

7.  Το σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34 παρέχει στα εμπλεκόμενα ενιαία γραφεία σύνδεσης διαρθρωμένες πληροφορίες για τις υποθέσεις αμοιβαίας συνδρομής. Χρησιμοποιώντας αυτές τις πληροφορίες, τα ενιαία γραφεία σύνδεσης παρέχουν κάθε αναγκαία υποστήριξη για να διευκολύνουν την παροχή συνδρομής.

Κεφάλαιο VII

Προϊόντα που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης

Άρθρο 25

Έλεγχοι στα προϊόντα που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν τελωνειακές αρχές, μία ή περισσότερες αρχές εποπτείας της αγοράς ή οποιαδήποτε άλλη αρχή στο έδαφός τους ως αρχές αρμόδιες για τον έλεγχο των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης.

Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη, μέσω του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34, για τις αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο και για τα πεδία αρμοδιοτήτων τους.

2.  Οι αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 διαθέτουν τις εξουσίες και τους πόρους που απαιτούνται για τη σωστή εκτέλεση των καθηκόντων τους κατά τα προβλεπόμενα στην εν λόγω παράγραφο.

3.  Τα προϊόντα που υπόκεινται στο ενωσιακό δίκαιο ▌και πρόκειται να υπαχθούν στην τελωνειακή διαδικασία της «θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία» υπόκεινται σε ελέγχους τους οποίους διενεργούν οι αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω έλεγχοι διενεργούνται βάσει της ανάλυσης των κινδύνων σύμφωνα με τα άρθρα 46 και 47 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 και, κατά περίπτωση, μέσω της προσέγγισης βάσει κινδύνου που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του παρόντος κανονισμού.

4.  Πληροφορίες που σχετίζονται με τον κίνδυνο ανταλλάσσουν μεταξύ τους:

α)  οι αρχές που ορίζονται βάσει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013· και

β)  οι τελωνειακές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013.

Όσον αφορά προϊόντα που υπόκεινται στο ενωσιακό δίκαιο ▌και τα οποία βρίσκονται σε προσωρινή εναπόθεση ή υπάγονται σε τελωνειακή διαδικασία άλλη από τη ‘θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία’, οι τελωνειακές αρχές του πρώτου σημείου εισόδου, αν έχουν λόγο να πιστεύουν ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν συμμορφώνονται με το ισχύον ενωσιακό δίκαιο ή παρουσιάζουν κίνδυνο, διαβιβάζουν όλες τις συναφείς πληροφορίες στο αρμόδιο τελωνειακό γραφείο προορισμού.

5.  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς παρέχουν στις αρχές που ορίζονται στην παράγραφο 1 πληροφορίες σχετικά με τις κατηγορίες προϊόντων ή την ταυτότητα των οικονομικών φορέων, σε περίπτωση διαπίστωσης υψηλότερου κινδύνου μη συμμόρφωσης.

6.  Έως την 31η Μαρτίου κάθε έτους, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή λεπτομερή στατιστικά δεδομένα σχετικά με τους ελέγχους που έχουν διενεργήσει οι αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 σε προϊόντα που υπόκεινται στο ενωσιακό δίκαιο κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος ▌. Τα στατιστικά δεδομένα καλύπτουν τον αριθμό των παρεμβάσεων όσον αφορά ελέγχους σε τέτοια προϊόντα για θέματα ασφάλειας και συμμόρφωσης των προϊόντων·

Κάθε χρόνο η Επιτροπή καταρτίζει έως τις 30 Ιουνίου κάθε έτους έκθεση, η οποία περιλαμβάνει τις πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί από τα κράτη μέλη για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος και μία ανάλυση των δεδομένων που υποβλήθηκαν. Η έκθεση δημοσιεύεται στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34.

7.  Αν η Επιτροπή λάβει γνώση σοβαρού κινδύνου ▌ από προϊόντα που υπόκεινται στο ενωσιακό δίκαιο ▌και τα οποία εισάγονται από τρίτη χώρα, συνιστά στο οικείο κράτος μέλος να λάβει τα κατάλληλα μέτρα εποπτείας της αγοράς.

8.  Η Επιτροπή, αφού ζητήσει τη γνώμη του Δικτύου, μπορεί να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες να καθορίζουν κριτήρια αναφοράς και τεχνικές για τους ελέγχους με βάση κοινή ανάλυση κινδύνου σε επίπεδο Ένωσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής επιβολή του ενωσιακού δικαίου, να ενισχυθούν οι έλεγχοι στα προϊόντα που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης και να εξασφαλιστεί αποτελεσματικό και ενιαίο επίπεδο στους ελέγχους αυτούς. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 43 παράγραφος 2.

9.  Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για να προσδιοριστούν περαιτέρω οι λεπτομέρειες των δεδομένων που πρέπει να υποβάλλονται ▌σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2.

Άρθρο 26

Αναστολή της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία

1.  Οι αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 αναστέλλουν τη θέση ενός προϊόντος σε ελεύθερη κυκλοφορία αν, κατά τη διάρκεια των ελέγχων σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 3, αποδειχτεί ότι:

α)  το προϊόν δεν συνοδεύεται από τα έγγραφα που απαιτεί το ενωσιακό δίκαιο ▌ που ισχύει γι’ αυτό, ή υπάρχουν εύλογες αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα των εν λόγω εγγράφων·

β)  το προϊόν δεν φέρει την απαιτούμενη επισήμανση ή ετικέτα σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο που ισχύει γι’ αυτό ▌·

γ)  η προβλεπόμενη από το ενωσιακό δίκαιο που ισχύει γι’ αυτό ▌ σήμανση CE ή άλλη σήμανση που έχει τοποθετηθεί στο προϊόν είναι πλαστή ή παραπλανητική·

δ)  το όνομα, η καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα και τα στοιχεία επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της ταχυδρομικής διεύθυνσης, ενός οικονομικού φορέα με καθήκοντα σχετικά με το προϊόν που υπόκειται σε ορισμένη ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, δεν υποδεικνύονται ή δεν είναι αναγνωρίσιμα σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4· ή

ε)  υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος να θεωρείται ▌ότι το προϊόν δεν συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο που ισχύει γι’ αυτό ή ότι παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο για την υγεία, την ασφάλεια, το περιβάλλον ή κάθε άλλο δημόσιο συμφέρον που αναφέρεται στο άρθρο 1.

2.  Οι αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 κοινοποιούν αμέσως στις αρχές εποπτείας της αγοράς οποιαδήποτε αναστολή της θέσης σε κυκλοφορία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.  Αν οι αρχές εποπτείας της αγοράς έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι ένα προϊόν δεν συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο εναρμόνισης που ισχύει γι’ αυτό ή ότι παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο, ζητούν από τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 να αναστείλουν τη διαδικασία για τη θέση του προϊόντος σε ελεύθερη κυκλοφορία.

4.  Οι βάσει της παραγράφου 2 κοινοποιήσεις και οι βάσει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου αιτήσεις μπορούν να υποβάλλονται μέσω του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ηλεκτρονικών διεπαφών μεταξύ αυτού του συστήματος και του συστήματος που χρησιμοποιούν οι τελωνειακές αρχές, όποτε είναι διαθέσιμη.

Άρθρο 27

Θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία

Αν η θέση ενός προϊόντος σε ελεύθερη κυκλοφορία έχει ανασταλεί σύμφωνα με το άρθρο 26, το εν λόγω προϊόν τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία αν έχουν εκπληρωθεί όλες οι υπόλοιπες απαιτήσεις και διατυπώσεις που σχετίζονται με τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία και αν πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  εντός τεσσάρων εργάσιμων ημερών από την αναστολή, οι αρχές εποπτείας της αγοράς δεν έχουν ζητήσει από τις αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 να διατηρήσουν την αναστολή·

β)  οι αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 έχουν ενημερωθεί από τις αρχές εποπτείας της αγοράς για την έγκριση που επιτρέπει να τεθεί το προϊόν σε ελεύθερη κυκλοφορία.

Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία δεν θεωρείται απόδειξη συμμόρφωσης με το ενωσιακό δίκαιο.

Άρθρο 28

Απόρριψη της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία

1.  Αν οι αρχές εποπτείας της αγοράς καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ένα προϊόν παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο, λαμβάνουν μέτρα για να απαγορεύσουν τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά και ζητούν από τις αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 να μη θέσουν το προϊόν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Επίσης, ζητούν από τις εν λόγω αρχές να συμπεριλάβουν, στο τελωνειακό σύστημα επεξεργασίας δεδομένων και, κατά περίπτωση, στο εμπορικό τιμολόγιο που συνοδεύει το προϊόν και σε κάθε άλλο σχετικό συνοδευτικό έγγραφο ▌, την ακόλουθη ένδειξη:"

«Επικίνδυνο προϊόν — Δεν επιτρέπεται η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία — Κανονισμός (ΕΕ) 2019/...(55)».

"

Οι αρχές εποπτείας της αγοράς καταχωρίζουν αμέσως τις εν λόγω πληροφορίες στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34.

2.  Αν οι αρχές εποπτείας της αγοράς καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ένα προϊόν δεν μπορεί να διατεθεί στην αγορά διότι δεν συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο ▌ που ισχύει γι’ αυτό, λαμβάνουν μέτρα για να απαγορεύσουν τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά και ζητούν από τις αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 να μη θέσουν το προϊόν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Επίσης, ζητούν από τις εν λόγω αρχές να συμπεριλάβουν, στο τελωνειακό σύστημα επεξεργασίας δεδομένων και, κατά περίπτωση, στο εμπορικό τιμολόγιο που συνοδεύει το προϊόν και σε κάθε άλλο σχετικό συνοδευτικό έγγραφο ▌, την ακόλουθη ένδειξη:"

«Προϊόν μη σύμμορφο — Δεν επιτρέπεται η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία — Κανονισμός (ΕΕ) 2019/...(56)».

"

Οι αρχές εποπτείας της αγοράς καταχωρίζουν αμέσως τις εν λόγω πληροφορίες στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34.

3.  Αν για το προϊόν που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή 2 υποβληθεί εν συνεχεία διασάφηση για υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς διαφορετικό από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, και εφόσον δεν αντιτίθενται οι αρχές εποπτείας της αγοράς, οι ενδείξεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ή 2 περιλαμβάνονται επίσης στα έγγραφα τα οποία αφορούν το εν λόγω καθεστώς, υπό τους ίδιους όρους που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο.

4.  Οι αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 μπορούν να καταστρέψουν ή να αχρηστεύσουν με άλλο τρόπο ένα προϊόν που παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια του τελικού χρήστη, αν η προκείμενη αρχή θεωρεί την ενέργεια αυτή αναγκαία και αναλογική. Το κόστος αυτού του μέτρου επιβαρύνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υποβάλλει τη διασάφηση για θέση του προϊόντος σε ελεύθερη κυκλοφορία.

Εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 197 και 198 ▌του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013.

Κεφάλαιο VIII

Συντονισμένη επιβολή και διεθνής συνεργασία

Άρθρο 29

Ενωσιακό Δίκτυο Συμμόρφωσης των Προϊόντων

1.   Θεσπίζεται Ενωσιακό Δίκτυο Συμμόρφωσης των Προϊόντων («το Δίκτυο»).

2.  Σκοπός του Δικτύου είναι να χρησιμεύει ως πλατφόρμα για διαρθρωμένο συντονισμό και συνεργασία ανάμεσα στις αρχές επιβολής των κρατών μελών και την Επιτροπή και να εξορθολογήσει τις πρακτικές εποπτείας της αγοράς εντός της Ένωσης προκειμένου η εποπτεία της αγοράς να καταστεί αποτελεσματικότερη.

Άρθρο 30

Σύνθεση και λειτουργία του ▌Δικτύου ▌

1.  Το Δίκτυο αποτελείται από εκπροσώπους κάθε κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένου ενός εκπροσώπου από κάθε ενιαίο γραφείο σύνδεσης που αναφέρονται στο άρθρο 10, και ενός προαιρετικού εθνικού εμπειρογνώμονα, των προέδρων των ομάδων ADCO, και από εκπροσώπους της Επιτροπής.

2.  Για την ομοιόμορφη εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης, συγκροτούνται χωριστές ή κοινές ομάδες ADCO. Οι ομάδες ADCO αποτελούνται από εκπροσώπους των εθνικών αρχών εποπτείας της αγοράς και, κατά περίπτωση, εκπροσώπους των ενιαίων γραφείων σύνδεσης.

Στις συνεδριάσεις των ομάδων ADCO παρίστανται μόνο εκπρόσωποι των αρχών εποπτείας της αγοράς και της Επιτροπής.

Συναφείς ενδιαφερόμενοι φορείς όπως οργανώσεις που εκπροσωπούν σε επίπεδο Ένωσης κλαδικά συμφέροντα, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), καταναλωτές, εργαστήρια δοκιμών, φορείς τυποποίησης και αξιολόγησης της συμμόρφωσης, μπορούν να προσκληθούν να παραστούν σε συνεδριάσεις των ομάδων ADCO αναλόγως του συζητούμενου θέματος.

3.  Η Επιτροπή υποστηρίζει και ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ των αρχών εποπτείας της αγοράς μέσω του Δικτύου και συμμετέχει στις συνεδριάσεις του Δικτύου, των υποομάδων του και των ομάδων ADCO.

4.  Το Δίκτυο συνεδριάζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα και, εφόσον είναι αναγκαίο, κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης της Επιτροπής ή κράτους μέλους.

5.  Το Δίκτυο δύναται να συγκροτεί μόνιμες ή προσωρινές υποομάδες για να ασχοληθούν με συγκεκριμένα ζητήματα και καθήκοντα.

6.  Το Δίκτυο δύναται να προσκαλεί εμπειρογνώμονες και άλλα τρίτα μέρη, καθώς και οργανώσεις που εκπροσωπούν κλαδικά συμφέροντα, ΜΜΕ, καταναλωτές, εργαστήρια δοκιμών και φορείς τυποποίησης και αξιολόγησης της συμμόρφωσης σε επίπεδο Ένωσης, για να παραστούν στις συνεδριάσεις ως παρατηρητές ή για να υποβάλουν γραπτές εισηγήσεις.

7.  Το Δίκτυο καταβάλλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να επιτυγχάνεται συναίνεση. Οι αποφάσεις που λαμβάνει το Δίκτυο συνιστούν νομικά μη δεσμευτικές συστάσεις.

8.  Το Δίκτυο καταρτίζει τον εσωτερικό του κανονισμό.

Άρθρο 31

Ρόλος και καθήκοντα του Δικτύου

1.  Κατά την εκτέλεση των οριζόμενων στην παράγραφο 2 καθηκόντων, το Δίκτυο εξετάζει γενικά οριζόντια ζητήματα εποπτείας της αγοράς με σκοπό να διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ ενιαίων γραφείων σύνδεσης όπως και με την Επιτροπή.

2.  Το Δίκτυο έχει τα εξής καθήκοντα:

α)  προετοιμάζει και εγκρίνει το πρόγραμμα εργασιών του και εποπτεύει την εκτέλεσή του·

β)  διευκολύνει τον εντοπισμό κοινών προτεραιοτήτων στις δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς και την διατομεακή ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με αξιολογήσεις προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμήσεων κινδύνου, των μεθόδων και αποτελεσμάτων δοκιμών, των πρόσφατων επιστημονικών εξελίξεων και των νέων τεχνολογιών, των αναδυόμενων κινδύνων και άλλων πτυχών που συνδέονται με τις δραστηριότητες ελέγχου, καθώς και σχετικά με την εφαρμογή εθνικών στρατηγικών και δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς·

γ)  συντονίζει τις ομάδες ADCO και στις δραστηριότητές τους·

δ)  οργανώνει διατομεακά έργα κοινής εποπτείας της αγοράς και δοκιμών, και ορίζει τις προτεραιότητές τους·

ε)  ανταλλάσσει εμπειρογνωσία και βέλτιστες πρακτικές, ιδίως σε ό,τι αφορά την εφαρμογή εθνικών στρατηγικών εποπτείας της αγοράς·

στ)  διευκολύνει την οργάνωση προγραμμάτων κατάρτισης και τις ανταλλαγές υπαλλήλων·

ζ)  οργανώνει, σε συνεργασία με την Επιτροπή, ενημερωτικές εκστρατείες και εθελοντικά προγράμματα αμοιβαίων επισκέψεων μεταξύ αρχών εποπτείας της αγοράς·

η)  συζητά ζητήματα που προκύπτουν από τους μηχανισμούς διασυνοριακής αμοιβαίας συνδρομής·

θ)  συμβάλλει στην ανάπτυξη καθοδήγησης για την αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή του παρόντος κανονισμού·

ι)  προτείνει τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 36·

ια)  συμβάλλει σε ομοιόμορφες διοικητικές πρακτικές εποπτείας της αγοράς στα κράτη μέλη·

ιβ)  παρέχει συμβουλές και υποστήριξη στην Επιτροπή σε θέματα σχετικά με την περαιτέρω ανάπτυξη του RAPEX και του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34·

ιγ)  προωθεί τη συνεργασία και την ανταλλαγή εμπειρογνωσίας και βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των αρχών εποπτείας της αγοράς και των αρχών που είναι αρμόδιες για ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης·

ιδ)  προωθεί και διευκολύνει τη συνεργασία με άλλα συναφή δίκτυα και ομάδες, με σκοπό τη διερεύνηση των δυνατοτήτων χρήσης νέων τεχνολογιών, για σκοπούς εποπτείας της αγοράς και ιχνηλασιμότητας των προϊόντων·

ιε)  κάνει τακτικές αξιολογήσεις των εθνικών στρατηγικών εποπτείας της αγοράς, αρχής γενομένης από τις ... [5 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού]·

ιστ)  εξετάζει κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με δραστηριότητες που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του Δικτύου, με σκοπό να συμβάλλει στην αποτελεσματική λειτουργία της εποπτείας της αγοράς εντός της Ένωσης.

Άρθρο 32

Ρόλος και καθήκοντα των ομάδων διοικητικής συνεργασίας

1.  Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στην παράγραφο 2, οι ομάδες ADCO εξετάζουν συγκεκριμένα ζητήματα που σχετίζονται με την εποπτεία της αγοράς καθώς και τομεακά ζητήματα.

2.  Οι ομάδες ADCO είναι επιφορτισμένες με τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)  διευκολύνουν την ομοιόμορφη εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης εντός του τομέα αρμοδιοτήτων τους, με σκοπό την επαύξηση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας της αγοράς σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά·

β)  προωθούν την επικοινωνία ανάμεσα στις αρχές εποπτείας της αγοράς και το Δίκτυο, και προάγουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ αρχών εποπτείας της αγοράς·

γ)  καθιερώνουν και συντονίζουν κοινά έργα, όπως διασυνοριακές δραστηριότητες κοινής εποπτείας της αγοράς·

δ)  αναπτύσσουν κοινές πρακτικές και μεθοδολογίες για την αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς·

ε)  αλληλοενημερώνονται σχετικά με εθνικές μεθόδους και δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς και αναπτύσσουν και προάγουν βέλτιστες πρακτικές·

στ)  προσδιορίζουν θέματα κοινού ενδιαφέροντος σε σχέση με την εποπτεία της αγοράς και προτείνουν κοινές προσεγγίσεις προς υιοθέτηση·

ζ)  διευκολύνουν τις τομεακές αξιολογήσεις προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμήσεων κινδύνου, των μεθόδων δοκιμής και των αποτελεσμάτων των δοκιμών, των πρόσφατων επιστημονικών εξελίξεων, και άλλων πτυχών σχετικών με τις δραστηριότητες ελέγχου.

Άρθρο 33

Ρόλος και καθήκοντα της Επιτροπής

1.  Η Επιτροπή έχει τα εξής καθήκοντα:

α)  συνδράμει το Δίκτυο, τις υποομάδες του και τις ομάδες ADCO, μέσω μιας εκτελεστικής γραμματείας που παρέχει τεχνική και υλικοτεχνική υποστήριξη·

β)  τηρεί ενημερωμένο κατάλογο των προέδρων των ομάδων ADCO, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων επικοινωνίας τους, και τον διαθέτει στα ενιαία γραφεία σύνδεσης και στους προέδρους των ομάδων ADCO·

γ)  συνδράμει το Δίκτυο για την προετοιμασία και εποπτεία του προγράμματος εργασιών του·

δ)  υποστηρίζει τη λειτουργία των σημείων επαφής για τα προϊόντα, στα οποία τα κράτη μέλη έχουν αναθέσει καθήκοντα σχετικά με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης·

ε)  προσδιορίζει, σε συνεννόηση με το Δίκτυο, τις ανάγκες για πρόσθετη ικανότητα σε θέματα δοκιμών και προτείνει λύσεις προς τον σκοπό αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21·

στ)  εφαρμόζει τα μέσα διεθνούς συνεργασίας που αναφέρονται στο άρθρο 35·

ζ)  παρέχει υποστήριξη για τη συγκρότηση χωριστών ή κοινών ομάδων ADCO·

η)  αναπτύσσει και διατηρεί το σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34, περιλαμβανομένης της διεπαφής ▌που αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 7, όπως και της διεπαφής με τις εθνικές βάσεις δεδομένων για την εποπτεία της αγοράς, και παρέχει πληροφορίες στο κοινό μέσω του εν λόγω συστήματος·

θ)  συνδράμει το Δίκτυο στην εκτέλεση προπαρασκευαστικών ή βοηθητικών εργασιών σε σχέση με την υλοποίηση δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς που συνδέονται με την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης, όπως μελέτες, προγράμματα, αξιολογήσεις, ▌συγκριτικές αναλύσεις, αμοιβαίες κοινές επισκέψεις και προγράμματα επισκέψεων, ανταλλαγή υπαλλήλων, ερευνητικές εργασίες, ▌εργαστηριακό έργο, δοκιμές ικανότητας, διεργαστηριακές δοκιμές και εργασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης ▌·

ι)  προετοιμάζει ενωσιακές εκστρατείες εποπτείας της αγοράς και παρόμοιες δραστηριότητες και συμβάλλει στην υλοποίησή τους·

ια)  οργανώνει κοινά έργα εποπτείας της αγοράς και δοκιμές, καθώς και κοινά προγράμματα κατάρτισης, διευκολύνει τις ανταλλαγές υπαλλήλων μεταξύ αρχών εποπτείας της αγοράς και, κατά περίπτωση, με αρχές εποπτείας της αγοράς τρίτων χωρών ή με διεθνείς οργανισμούς, και οργανώνει ενημερωτικές εκστρατείες και εθελοντικά προγράμματα αμοιβαίων επισκέψεων μεταξύ αρχών εποπτείας της αγοράς·

ιβ)  πραγματοποιεί δραστηριότητες στο πλαίσιο προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας, συνεργασίας με τρίτες χώρες και προώθησης και ενίσχυσης των ενωσιακών πολιτικών και συστημάτων εποπτείας της αγοράς μεταξύ ενδιαφερόμενων μερών σε ενωσιακό και διεθνές επίπεδο·

ιγ)  διευκολύνει την τεχνική ή επιστημονική εμπειρογνωσία με σκοπό την υλοποίηση της διοικητικής συνεργασίας στον τομέα της εποπτείας της αγοράς·

ιδ)  εξετάζει, μετά από αίτηση του Δικτύου ή με δική της πρωτοβουλία, κάθε ζήτημα το οποίο αφορά στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις και βέλτιστες πρακτικές, με σκοπό να ενθαρρύνει τη συνεκτική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ▌.

Άρθρο 34

Σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας

1.  Η Επιτροπή αναπτύσσει περαιτέρω και διατηρεί σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας για τη συλλογή, την επεξεργασία και την αποθήκευση πληροφοριών, σε δομημένη μορφή, για θέματα που αφορούν την επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης, με στόχο τη βελτίωση του διαμοιρασμού δεδομένων μεταξύ κρατών μελών, μεταξύ άλλων και για τους σκοπούς των αιτήσεων παροχής πληροφοριών, ώστε να υπάρχει μια συνολική επισκόπηση των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς, των αποτελεσμάτων και των τάσεων. Πρόσβαση στο εν λόγω σύστημα έχουν η Επιτροπή, οι αρχές εποπτείας της αγοράς, τα ενιαία γραφεία σύνδεσης και οι αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1. Η Επιτροπή αναπτύσσει και συντηρεί τη δημόσια διεπαφή χρήστη του συστήματος αυτού, το οποίο παρέχει στον τελικό χρήστη βασικές πληροφορίες για τις δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς.

2.  Ακόμη, η Επιτροπή αναπτύσσει και συντηρεί ηλεκτρονικές διεπαφές μεταξύ του συστήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και των εθνικών συστημάτων εποπτείας της αγοράς.

3.  Τα ενιαία γραφεία σύνδεσης καταχωρίζουν τις ακόλουθες πληροφορίες στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας:

α)  την ταυτότητα των αρχών εποπτείας της αγοράς στο εκάστοτε κράτος μέλος και τα πεδία αρμοδιοτήτων των εν λόγω αρχών σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2·

β)  την ταυτότητα των αρχών που ορίζονται δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφος 1·

γ)  την εθνική στρατηγική εποπτείας της αγοράς που καταρτίζεται από το κράτος μέλος τους βάσει του άρθρου 13, και τα αποτελέσματα από την επανεξέταση και την αξιολόγηση της στρατηγικής εποπτείας της αγοράς.

4.  Οι αρχές εποπτείας της αγοράς καταχωρίζουν στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας ▌σε σχέση με προϊόντα τα οποία καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά και για τα οποία έχει διενεργηθεί εμπεριστατωμένος έλεγχος συμμόρφωσης, με την επιφύλαξη του άρθρου 12 της οδηγίας 2001/95/ΕΚ και του άρθρου 20 του παρόντος κανονισμού και, κατά περίπτωση, σε σχέση με προϊόντα εισερχόμενα στην αγορά της Ένωσης για τα οποία η διαδικασία θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία στο δικό τους έδαφος έχει ανασταλεί δυνάμει του άρθρου 26 του παρόντος κανονισμού, καταχωρίζουν τις ακόλουθες πληροφορίες για:

α)  μέτρα ληφθέντα από τη συγκεκριμένη αρχή εποπτείας της αγοράς βάσει του άρθρου 16 παράγραφος 5·

β)  εκθέσεις δοκιμών που διενεργήθηκαν από τις ίδιες·

γ)  διορθωτικά μέτρα ληφθέντα από τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς·

δ)  ήδη διαθέσιμες εκθέσεις για τραυματισμούς προκληθέντες από το συγκεκριμένο προϊόν·

ε)  οποιαδήποτε ένσταση ασκηθείσα από κράτος μέλος σύμφωνα με την εφαρμοστέα διαδικασία διασφάλισης της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που ισχύει για το προϊόν, και οποιαδήποτε επακόλουθη συνέχεια·

στ)  κατά περίπτωση, τυχόν μη τήρηση του άρθρου 5 παράγραφος 2 από εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους·

ζ)  κατά περίπτωση, τυχόν μη τήρηση του άρθρου 5 παράγραφος 1 από κατασκευαστές.

5.  Εάν οι αρχές εποπτείας της αγοράς το κρίνουν χρήσιμο, δύνανται να καταχωρίζουν στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τους ελέγχους που διενεργούν και τα αποτελέσματα των δοκιμών που διενεργούνται από τις ίδιες ή κατόπιν παραγγελίας τους.

6.  Αν κριθεί σκόπιμο για την επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης και για τους σκοπούς της ελαχιστοποίησης του κινδύνου ▌, οι τελωνειακές αρχές αντλούν από τα εθνικά τελωνειακά συστήματα πληροφορίες για προϊόντα που υπάγονται στο τελωνειακό καθεστώς της «θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία» σε σχέση με την επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης και τις διαβιβάζουν στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας.

7.  Η Επιτροπή αναπτύσσει ηλεκτρονική διεπαφή που επιτρέπει τη διαβίβαση δεδομένων ανάμεσα στα εθνικά τελωνειακά συστήματα και στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας. Η διεπαφή αυτή τίθεται σε λειτουργία εντός τεσσάρων ετών από την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής εκτελεστικής πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 8.

8.  Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες καθορίζονται οι λεπτομέρειες των ρυθμίσεων εφαρμογής των παραγράφων 1 έως 7 του παρόντος άρθρου, ειδικά σε ό,τι αφορά την επεξεργασία που υφίστανται τα δεδομένα που συλλέγονται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, και προσδιορίζονται τα δεδομένα προς διαβίβαση σύμφωνα με τις παραγράφους 6 και 7 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2.

Άρθρο 35

Διεθνής συνεργασία

1.  Προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της εποπτείας της αγοράς στην Ένωση, η Επιτροπή μπορεί, στο πλαίσιο συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών, να συνεργάζεται με ρυθμιστικές αρχές τρίτων χωρών ή με διεθνείς οργανισμούς ▌, και να ανταλλάσσει μαζί τους εμπιστευτικές πληροφορίες που σχετίζονται με την εποπτεία της αγοράς. Κάθε τέτοια συμφωνία θεμελιώνεται στην αμοιβαιότητα, περιέχει διατάξεις περί εμπιστευτικότητας αντίστοιχες προς τις ισχύουσες εντός της Ένωσης, και εγγυάται ότι κάθε ανταλλαγή πληροφοριών είναι σύμφωνη με το ισχύον ενωσιακό δίκαιο.

2.  ▌Η συνεργασία ή η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να αφορά, μεταξύ άλλων, τα εξής:

α)  τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους εκτίμησης κινδύνου και τα αποτελέσματα των δοκιμών σε προϊόντα·

β)  τις συντονισμένες ανακλήσεις προϊόντων ή άλλες παρόμοιες ενέργειες·

γ)  τα μέτρα που λαμβάνονται από αρχές εποπτείας της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 16.

3.  Η Επιτροπή δύναται να εγκρίνει ένα ειδικό σύστημα προεξαγωγικού ελέγχου προϊόντων διενεργούμενου από τρίτη χώρα σε προϊόντα ακριβώς προτού εξαχθούν στην Ένωση, ούτως ώστε να εξακριβώνεται ότι τα εν λόγω προϊόντα πληρούν τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που έχει εφαρμογή σε αυτά. Η έγκριση μπορεί να χορηγείται για ένα ή περισσότερα προϊόντα, για μία ή περισσότερες κατηγορίες προϊόντων ή για προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων που κατασκευάζονται από συγκεκριμένους κατασκευαστές.

4.  Η Επιτροπή καταρτίζει και ενημερώνει έναν κατάλογο με αυτά τα προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων που έχουν λάβει έγκριση κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3, και τον καθιστά διαθέσιμο για το κοινό.

5.  Έγκριση μπορεί να χορηγηθεί σε τρίτη χώρα δυνάμει της παραγράφου 3 μόνο εάν πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

α)  η τρίτη χώρα διαθέτει αποτελεσματικό σύστημα επαλήθευσης της συμμόρφωσης των προϊόντων που εξάγονται στην Ένωση και οι διενεργούμενοι σε αυτή την τρίτη χώρα έλεγχοι είναι επαρκώς αποτελεσματικοί και αποδοτικοί ώστε να υποκαταστήσουν ή να μειώσουν τους ελέγχους κατά την εισαγωγή·

β)  οικονομικοί έλεγχοι εντός της Ένωσης και, κατά περίπτωση, στην τρίτη χώρα αποδεικνύουν ότι τα προϊόντα που εξάγονται στην Ένωση από την εν λόγω τρίτη χώρα πληρούν τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης.

6.  Αν η εν λόγω έγκριση χορηγηθεί, η εκτίμηση κινδύνου που εφαρμόζεται επί των ελέγχων εισαγωγής των εν λόγω προϊόντων ή κατηγοριών προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης, που αναφέρονται στην παράγραφο 3, συμπεριλαμβάνει τη χορηγηθείσα έγκριση.

Ωστόσο, οι προβλεπόμενες στο άρθρο 25 παράγραφος 1 αρχές μπορούν να διενεργούν ελέγχους στα εν λόγω προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης, ώστε μεταξύ άλλων να διασφαλίζεται ότι οι προεξαγωγικοί έλεγχοι που διενεργούνται από την τρίτη χώρα είναι αποτελεσματικοί όσον αφορά τον προσδιορισμό της συμμόρφωσης με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης.

7.  Στην έγκριση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 προσδιορίζεται η αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας υπό την ευθύνη της οποίας πρέπει να διενεργούνται οι προεξαγωγικοί έλεγχοι και η εν λόγω αρμόδια αρχή είναι ο ομόλογος θεσμός για κάθε επικοινωνία με την Ένωση.

8.  Η αρμόδια αρχή, που αναφέρεται στην παράγραφο 7, διασφαλίζει την επίσημη επαλήθευση των προϊόντων πριν από την είσοδό τους στην Ένωση.

9.  Όταν οι προβλεπόμενοι στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου έλεγχοι των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης αποκαλύπτουν σημαντική μη συμμόρφωση, τότε οι αρχές εποπτείας της αγοράς ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή μέσω του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στην παράγραφο 34 και αναπροσαρμόζουν το επίπεδο των ελέγχων στα συγκεκριμένα προϊόντα.

10.  Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για την έγκριση κάθε συγκεκριμένου συστήματος προεξαγωγικών ελέγχων σε προϊόντα σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2.

11.  Η Επιτροπή παρακολουθεί τακτικά την ορθή λειτουργία της έγκρισης που χορηγείται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες αποσύρει την εν λόγω έγκριση εάν αποκαλυφθεί ότι τα προϊόντα που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης δεν συμμορφώνονται με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2. Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα σχετικά.

12.  Κάθε σύστημα προεξαγωγικού ελέγχου σε προϊόντα υπόκειται σε αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 4.

Κεφάλαιο IX

Δημοσιονομικές διατάξεις

Άρθρο 36

Χρηματοδοτικές δραστηριότητες

1.  Η Ένωση χρηματοδοτεί την εκτέλεση των καθηκόντων του Δικτύου που αναφέρονται στο άρθρο 31 και τις προβλεπόμενες στο άρθρο 12 αξιολογήσεις από ομοτίμους.

2.  Η Ένωση μπορεί να χρηματοδοτήσει τις ακόλουθες δραστηριότητες σε σχέση με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού:

α)  τη λειτουργία των σημείων επαφής για τα προϊόντα ▌·

β)  τη σύσταση και τη λειτουργία των ενωσιακών εγκαταστάσεων δοκιμών που αναφέρονται στο άρθρο 21·

γ)  την ανάπτυξη των μέσων διεθνούς συνεργασίας που αναφέρονται στο άρθρο 35·

δ)  τη σύνταξη και επικαιροποίηση των εισηγήσεων για κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εποπτεία της αγοράς·

ε)  τη διάθεση τεχνικής ή επιστημονικής εμπειρογνωσίας στην Επιτροπή, ώστε να τη συνδράμει στην εφαρμογή της διοικητικής συνεργασίας στο πεδίο της εποπτείας της αγοράς·

στ)  την υλοποίηση εθνικών στρατηγικών εποπτείας της αγοράς, που αναφέρονται στο άρθρο 13·

ζ)   τις εκστρατείες εποπτείας της αγοράς και τις συνδεδεμένες δραστηριότητες των κρατών μελών και της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των πόρων και του εξοπλισμού, των εργαλείων ΤΠ και της κατάρτισης·

η)  την εκτέλεση προπαρασκευαστικών ή βοηθητικών εργασιών σε σχέση με δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς που συνδέονται με την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης, όπως μελέτες, προγράμματα, αξιολογήσεις, κατευθυντήριες γραμμές, συγκριτικές αναλύσεις, αμοιβαίες κοινές επισκέψεις και προγράμματα επισκέψεων, ανταλλαγή υπαλλήλων, ερευνητικές εργασίες, δραστηριότητες κατάρτισης, εργαστηριακό έργο, δοκιμές ικανότητας, διεργαστηριακές δοκιμές και εργασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης·

θ)  δραστηριότητες που διενεργούνται στο πλαίσιο προγραμμάτων παροχής τεχνικής βοήθειας, συνεργασίας με τρίτες χώρες και προώθησης και ενίσχυσης των πολιτικών και συστημάτων εποπτείας της αγοράς της Ένωσης μεταξύ ενδιαφερόμενων μερών σε ενωσιακό και διεθνές επίπεδο.

3.  Η Ένωση χρηματοδοτεί την ηλεκτρονική διεπαφή που αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 7, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34 που του επιτρέπει να λαμβάνει αυτόματες ροές ηλεκτρονικών δεδομένων από τα εθνικά τελωνειακά συστήματα.

4.  Η Ένωση χρηματοδοτεί την προβλεπόμενη στο άρθρο 34 παράγραφος 2 ηλεκτρονική διεπαφή που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34 και των εθνικών συστημάτων εποπτείας της αγοράς.

5.  Η χρηματοδοτική ενίσχυση της Ένωσης σε σχέση με τις δραστηριότητες υποστήριξης του παρόντος κανονισμού υλοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(57), είτε άμεσα είτε μέσω της ανάθεσης καθηκόντων εκτέλεσης του προϋπολογισμού στις οντότητες που απαριθμούνται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού.

6.  Οι πιστώσεις που διατίθενται για τις δραστηριότητες οι οποίες αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό καθορίζονται ετησίως από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εντός των ορίων του ισχύοντος δημοσιονομικού πλαισίου.

7.  Οι πιστώσεις που καθορίζονται από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς μπορούν επίσης να καλύψουν δαπάνες που αφορούν τις δραστηριότητες προπαρασκευαστικών εργασιών, παρακολούθησης, ελέγχου, οικονομικού ελέγχου και αξιολόγησης, οι οποίες είναι αναγκαίες για τη διαχείριση των δραστηριοτήτων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό και για την επίτευξη των στόχων τους. Στις εν λόγω δαπάνες περιλαμβάνονται οι δαπάνες για τη διενέργεια μελετών, για τη διοργάνωση συνεδριάσεων εμπειρογνωμόνων, για δραστηριότητες πληροφοριών και επικοινωνίας, περιλαμβανομένης της επικοινωνίας εταιρικού τύπου σχετικά με τις πολιτικές προτεραιότητες της Ένωσης, στο μέτρο που σχετίζονται με τους γενικούς στόχους των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς, οι δαπάνες για δίκτυα τεχνολογίας πληροφοριών που επικεντρώνονται στην επεξεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και κάθε άλλη δαπάνη την οποία πραγματοποιεί η Επιτροπή για τεχνική και διοικητική βοήθεια.

Άρθρο 37

Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης

1.  Κατά την υλοποίηση δραστηριοτήτων που χρηματοδοτούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίζει την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, με την εφαρμογή προληπτικών μέτρων κατά της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας, με τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων και, αν διαπιστωθούν παρατυπίες, με την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, καθώς επίσης, όταν κρίνεται σκόπιμο, με την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών διοικητικών και οικονομικών κυρώσεων.

2.  Η Επιτροπή ή οι εκπρόσωποί της και το Ελεγκτικό Συνέδριο έχουν την εξουσία να ελέγχουν, βάσει δικαιολογητικών καθώς και επιτόπιων ελέγχων, όλους τους δικαιούχους επιχορηγήσεων, τους εργολάβους και τους υπεργολάβους που έχουν λάβει ενωσιακά κονδύλια κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

3.  Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) δύναται να διενεργεί έρευνες, συμπεριλαμβανομένων επιτόπιων ελέγχων και επιθεωρήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις και τις διαδικασίες που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(58) και τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου(59), με στόχο τη διαπίστωση τυχόν απάτης, διαφθοράς ή οποιασδήποτε άλλης παράνομης ενέργειας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σε σχέση με συμφωνία ή απόφαση επιχορήγησης ή με σύμβαση χρηματοδοτούμενη δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

4.  Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1, 2 και 3, οι συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες και με διεθνείς οργανισμούς, οι συμβάσεις, οι συμφωνίες και αποφάσεις επιχορήγησης που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού περιέχουν διατάξεις οι οποίες εξουσιοδοτούν ρητά την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο και την OLAF να διεξάγουν τους εν λόγω λογιστικούς ελέγχους και έρευνες, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.

Κεφάλαιο X

Τροποποιήσεις

Άρθρο 38

Τροποποιήσεις στην οδηγία 2004/42/ΕΚ

Τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 2004/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(60) απαλείφονται.

Άρθρο 39

Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008

1.  Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 τροποποιείται ως εξής:

1)  Ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93».

"

2)  Στο άρθρο 1, οι παράγραφοι 2 και 3 απαλείφονται.

3)  Στο άρθρο 2 οι παράγραφοι 1, 2, 14, 15, 17, 18 και 19 απαλείφονται.

4)  Το Κεφάλαιο III, το οποίο περιλαμβάνει τα άρθρα 15 έως 29, απαλείφεται.

5)  Στο άρθρο 32, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)  το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«γ) κατάρτιση και επικαιροποίηση των συνεισφορών για κατευθυντήριες γραμμές στους τομείς της διαπίστευσης, της κοινοποίησης οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης στην Επιτροπή, της αξιολόγησης της συμμόρφωσης·»·

"

β)  τα στοιχεία δ) και ε) απαλείφονται·

γ)  τα στοιχεία στ) και ζ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:"

«στ) πραγματοποίηση προκαταρκτικών ή βοηθητικών εργασιών σε σχέση με την εφαρμογή της αξιολόγησης της συμμόρφωσης, τη μετρολογία, και τις εργασίες διαπίστευσης που συνδέονται με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας, όπως μελέτες, προγράμματα, αξιολογήσεις, κατευθυντήριες γραμμές, συγκριτικές αναλύσεις, αμοιβαίες επισκέψεις, ερευνητικές εργασίες, ανάπτυξη και ενημέρωση βάσεων δεδομένων, δραστηριότητες κατάρτισης, εργαστηριακές εργασίες, δοκιμές επάρκειας, διεργαστηριακές δοκιμές και εργασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης·

   ζ) δραστηριότητες που διεξάγονται βάσει προγραμμάτων παροχής τεχνικής βοήθειας, συνεργασίας με τρίτες χώρες και προώθησης και ενίσχυσης των ευρωπαϊκών πολιτικών και συστημάτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης, και διαπίστευσης μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, τόσο σε κοινοτικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.».

"

2.  Οι παραπομπές στις καταργούμενες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 νοούνται ως παραπομπές στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος κανονισμού και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος ΙΙ του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 40

Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 305/2011

Στο άρθρο 56 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«1. Εάν οι αρχές εποπτείας της αγοράς ενός κράτους μέλους έχουν επαρκείς λόγους να πιστεύουν ότι προϊόν του τομέα των δομικών κατασκευών που καλύπτεται από εναρμονισμένο πρότυπο ή για το οποίο έχει εκδοθεί ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση δεν επιτυγχάνει τις δηλωθείσες αποδόσεις και παρουσιάζει κίνδυνο για την εκπλήρωση των βασικών απαιτήσεων δομικών κατασκευών που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό, διενεργούν αξιολόγηση για το εν λόγω προϊόν που καλύπτει τις αντίστοιχες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Οι σχετικοί οικονομικοί φορείς συνεργάζονται καθ’ οιονδήποτε αναγκαίο τρόπο με τις αρχές επιτήρησης της αγοράς.».

"

Κεφάλαιο XI

Τελικές διατάξεις

Άρθρο 41

Κυρώσεις

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ που επιβάλλουν υποχρεώσεις στους οικονομικούς φορείς ▌και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή των κανόνων αυτών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

2.  Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

3.   Τα κράτη μέλη έως τις ... [27 μήνες από την ημερομηνία έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] κοινοποιούν τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή, εάν δεν τις έχουν ήδη κοινοποιήσει, και την ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση για κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση που τις επηρεάζει.

Άρθρο 42

Αξιολόγηση, αναθεώρηση και κατευθυντήριες γραμμές

1.   Έως την 31η Δεκεμβρίου 2026 και στη συνέχεια κάθε πέντε έτη, η Επιτροπή προβαίνει σε αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού σε σχέση με τους στόχους που επιδιώκει και υποβάλλει σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

2.  Η έκθεση αξιολογεί κατά πόσον ο παρών κανονισμός έχει επιτύχει τους στόχους του, ιδίως όσον αφορά τη μείωση του αριθμού των μη συμμορφούμενων προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αποδοτικής επιβολής της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης εντός της Ένωσης, την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και την ενίσχυση των ελέγχων στα προϊόντα που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις επιπτώσεις στις επιχειρήσεις και ιδίως στις ΜΜΕ. Επιπροσθέτως, αξιολογείται το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η αποτελεσματικότητα τόσο του συστήματος της αξιολόγησης από ομοτίμους όσο και των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς που λαμβάνουν χρηματοδότηση από την Ένωση, υπό το πρίσμα των απαιτήσεων των πολιτικών και του δικαίου της Ένωσης και των δυνατοτήτων περαιτέρω βελτίωσης της συνεργασίας ανάμεσα στις αρχές εποπτείας της αγοράς και τις τελωνειακές αρχές.

3.  Το αργότερο έως .... [τέσσερα έτη από την ημερομηνία έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή εκπονεί έκθεση αξιολόγησης της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 4. Η έκθεση αξιολογεί ειδικότερα το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, τα αποτελέσματά του και το κόστος και τα οφέλη του. Την έκθεση συνοδεύει, εάν είναι σκόπιμο, νομοθετική πρόταση.

4.  Εντός τεσσάρων ετών από την πρώτη έγκριση ενός ειδικού συστήματος προεξαγωγικού ελέγχου προϊόντων κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 35 παράγραφος 3, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση των επιπτώσεών του και της απόδοσής του σε σχέση με το κόστος του.

5.  Προς διευκόλυνση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή εκπονεί κατευθυντήριες γραμμές για την έμπρακτη εφαρμογή του άρθρου 4 για τους σκοπούς των αρχών εποπτείας της αγοράς και των οικονομικών φορέων.

Άρθρο 43

Διαδικασία επιτροπής

1.  Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.  Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Εάν η επιτροπή δεν διατυπώσει γνώμη, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης περί εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 4, στο άρθρο 21 παράγραφος 9, στο άρθρο 25 παράγραφος 8, στο άρθρο 35 παράγραφος 10 και στο άρθρο 35 παράγραφος 11 του παρόντος κανονισμού, και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 44

Έναρξη ισχύος και εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις ... [δύο έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού]. Ωστόσο, τα άρθρα 29, 30, 31, 32, 33 και 36 έχουν εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2021.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Κατάλογος της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης

1.  Οδηγία 69/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1969, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα προϊόντα εκ κρυστάλλου (ΕΕ L 326 της 29.12.1969, σ. 36)·

2.  Οδηγία 70/157/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1970, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αναφέρονται στο αποδεκτό ηχητικό επίπεδο και στη διάταξη εξατμίσεως των οχημάτων με κινητήρα (ΕΕ L 42 της 23.2.1970, σ. 16)·

3.  Οδηγία 75/107/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις φιάλες που χρησιμοποιούνται ως μετροδοχεία (ΕΕ L 42 της 15.2.1975, σ. 14)·

4.  Οδηγία 75/324/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις συσκευές αερολυμάτων (αεροζόλ) (ΕΕ L 147 της 9.6.1975, σ. 40)·

5.  Οδηγία 76/211/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στην προπαρασκευή σε μάζα ή όγκο ορισμένων προϊόντων σε προσυσκευασία (ΕΕ L 46 της 21.2.1976, σ. 1)·

6.  Οδηγία 80/181/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις μονάδες μετρήσεως και καταργήσεως της οδηγίας 71/354/ΕΟΚ (ΕΕ L 39 της 15.2.1980, σ. 40)·

7.  Οδηγία 92/42/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, σχετικά με τις απαιτήσεις απόδοσης για τους νέους λέβητες ζεστού νερού που τροφοδοτούνται με υγρά ή αέρια καύσιμα (ΕΕ L 167 της 22.6.1992, σ. 17)·

8.  Οδηγία 94/11/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1994, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών των σχετικών με την επισήμανση των υλικών που χρησιμοποιούνται στα κύρια μέρη των υποδημάτων που προορίζονται να πωληθούν στον καταναλωτή (ΕΕ L 100 της 19.4.1994, σ. 37)·

9.  Οδηγία 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ L 365 της 31.12.1994, σ. 10)·

10.  Οδηγία 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 350 της 28.12.1998, σ. 58)·

11.  Οδηγία 98/79/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1998, για τα ιατροτεχνολογικά βοηθήματα που χρησιμοποιούνται στη διάγνωση in vitro (ΕΕ L 331 της 7.12.1998, σ. 1)·

12.  Οδηγία 2000/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την εκπομπή θορύβου στο περιβάλλον από εξοπλισμό προς χρήση σε εξωτερικούς χώρους (ΕΕ L 162 της 3.7.2000, σ. 1)·

13.  Οδηγία 2000/53/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, για τα οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους (ΕΕ L 269 της 21.10.2000, σ. 34)·

14.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τα λιπάσματα (ΕΕ L 304 της 21.11.2003, σ. 1)·

15.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 648/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, σχετικά με τα απορρυπαντικά (ΕΕ L 104 της 8.4.2004, σ. 1)·

16.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 850/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τους έμμονους οργανικούς ρύπους και την τροποποίηση της οδηγίας 79/117/ΕΟΚ (ΕΕ L 158 της 30.4.2004, σ. 7)·

17.  Οδηγία 2004/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τον περιορισμό των εκπομπών πτητικών οργανικών ενώσεων που οφείλονται στη χρήση οργανικών διαλυτών σε χρώματα διακόσμησης και βερνίκια και σε προϊόντα φανοποιΐας αυτοκινήτων και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/13/ΕΚ (ΕΕ L 143 της 30.4.2004, σ. 87)·

18.  Οδηγία 2005/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την έγκριση τύπου οχημάτων με κινητήρα όσον αφορά τη δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης, ανακύκλωσης και ανάκτησής τους, καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 310 της 25.11.2005, σ. 10)·

19.  Οδηγία 2006/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, σχετικά με τα μηχανήματα και την τροποποίηση της οδηγίας 95/16/EK (ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σ. 24)·

20.  Οδηγία 2006/40/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τις εκπομπές των συστημάτων κλιματισμού των μηχανοκίνητων οχημάτων και για την τροποποίηση της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 161 της 14.6.2006, σ. 12)·

21.  Οδηγία 2006/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, σχετικά με τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές και τα απόβλητα ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών και με την κατάργηση της οδηγίας 91/157/ΕΟΚ (ΕΕ L 266 της 26.9.2006, σ. 1)·

22.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1)·

23.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 715/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2007, που αφορά την έγκριση τύπου μηχανοκινήτων οχημάτων όσον αφορά εκπομπές από ελαφρά επιβατηγά και εμπορικά οχήματα (Euro 5 και Euro 6) και σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων (ΕΕ L 171 της 29.6.2007, σ. 1)·

24.  Οδηγία 2007/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τις ονομαστικές ποσότητες για προσυσκευασμένα προϊόντα, για την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 75/106/ΕΟΚ και 80/232/ΕΟΚ και για την τροποποίηση της οδηγίας 76/211/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 247 της 21.9.2007, σ. 17)·

25.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 (ΕΕ L 353 της 31.12.2008, σ. 1)·

26.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 78/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με την έγκριση τύπου μηχανοκίνητων οχημάτων όσον αφορά την προστασία των πεζών και άλλων ανεπαρκώς προστατευόμενων χρηστών των οδών, για την τροποποίηση της οδηγίας 2007/46/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2003/102/ΕΚ και 2005/66/ΕΚ (ΕΕ L 35 της 4.2.2009, σ. 1)·

27.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 79/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με την έγκριση τύπου υδρογονοκίνητων μηχανοκίνητων οχημάτων και την τροποποίηση της οδηγίας 2007/46/ΕΚ (ΕΕ L 35 της 4.2.2009, σ. 32)·

28.  Οδηγία 2009/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με τις κοινές διατάξεις για τα όργανα μετρήσεως και για τις μεθόδους μετρολογικού ελέγχου (ΕΕ L 106 της 28.4.2009, σ. 7)·

29.  Οδηγία 2009/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την ασφάλεια των παιχνιδιών (ΕΕ L 170 της 30.6.2009, σ. 1)·

30.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 595/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την έγκριση τύπου των μηχανοκίνητων οχημάτων και κινητήρων όσον αφορά τις εκπομπές των βαρέων επαγγελματικών οχημάτων (Euro VI) και σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων, καθώς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2007 και της οδηγίας 2007/46/ΕΚ, και για την κατάργηση των οδηγιών 80/1269/ΕΟΚ, 2005/55/ΕΚ και 2005/78/ΕΚ (ΕΕ L 188 της 18.7.2009, σ. 1)·

31.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 661/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τις απαιτήσεις έγκρισης τύπου και γενικής ασφαλείας των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά (ΕΕ L 200 της 31.7.2009, σ. 1)·

32.  Οδηγία 2009/125/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα (ΕΕ L 285 της 31.10.2009, σ. 10)·

33.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1005/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος (ΕΕ L 286 της 31.10.2009, σ. 1)·

34.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1222/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων αναφορικά με την εξοικονόμηση καυσίμου και άλλες ουσιώδεις παραμέτρους (ΕΕ L 342 της 22.12.2009, σ. 46)·

35.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για τα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ L 342 της 22.12.2009, σ. 59)·

36.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 66/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με το οικολογικό σήμα της ΕΕ (EU Ecolabel) (ΕΕ L 27 της 30.1.2010, σ. 1)·

37.  Οδηγία 2010/35/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 2010, σχετικά με τον μεταφερόμενο εξοπλισμό υπό πίεση και την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 76/767/ΕΟΚ, 84/525/ΕΟΚ, 84/526/ΕΟΚ, 84/527/ΕΟΚ και 1999/36/ΕΚ (ΕΕ L 165 της 30.6.2010, σ. 1)·

38.  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, για τη θέσπιση εναρμονισμένων όρων εμπορίας δομικών προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 88 της 4.4.2011, σ. 5)·

39.  Οδηγία 2011/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, για τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων επικίνδυνων ουσιών σε ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 88)·

40.  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1007/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, για τις ονομασίες των υφανσίμων ινών και τη συναφή επισήμανση και τη σήμανση της σύνθεσης των ινών των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 73/44/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 96/73/ΕΚ και 2008/121/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 272 της 18.10.2011, σ. 1)·

41.  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 528/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση βιοκτόνων (ΕΕ L 167 της 27.6.2012, σ. 1)·

42.  Οδηγία 2012/19/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τα απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΑΗΗΕ) (ΕΕ L 197 της 24.7.2012, σ. 38)·

43.  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 167/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 2013, για την έγκριση και την εποπτεία της αγοράς γεωργικών και δασικών οχημάτων (ΕΕ L 60 της 2.3.2013, σ. 1)·

44.  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 168/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2013, για την έγκριση και την εποπτεία της αγοράς δίκυκλων ή τρίκυκλων οχημάτων και τετράκυκλων (ΕΕ L 60 της 2.3.2013, σ. 52)·

45.  Οδηγία 2013/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά ειδών πυροτεχνίας (ΕΕ L 178 της 28.6.2013, σ. 27)·

46.  Οδηγία 2013/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, για τα σκάφη αναψυχής και τα ατομικά σκάφη και την κατάργηση της οδηγίας 94/25/ΕΚ (ΕΕ L 354 της 28.12.2013, σ. 90)·

47.  Οδηγία 2014/28/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί της διαθεσιμότητας στην αγορά και του ελέγχου των εκρηκτικών υλών εμπορικής χρήσης (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 96 της 29.3.2014 σ. 1)·

48.  Οδηγία 2014/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διάθεση στην αγορά απλών δοχείων πίεσης (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 45)·

49.  Οδηγία 2014/30/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 79)·

50.  Οδηγία 2014/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά οργάνων ζύγισης μη αυτόματης λειτουργίας (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 107)·

51.  Οδηγία 2014/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα των οργάνων μετρήσεων στην αγορά (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 149)·

52.  Οδηγία 2014/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τους ανελκυστήρες και τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφάλειας για ανελκυστήρες (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 251)·

53.  Οδηγία 2014/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις συσκευές και τα συστήματα προστασίας που προορίζονται για χρήση σε εκρήξιμες ατμόσφαιρες (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 309)·

54.  Οδηγία 2014/35/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά ηλεκτρολογικού υλικού που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί εντός ορισμένων ορίων τάσης (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 357)·

55.  Οδηγία 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ (ΕΕ L 127 της 29.4.2014, σ. 1)·

56.  Οδηγία 2014/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα ραδιοεξοπλισμού στην αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/5/ΕΚ (ΕΕ L 153 της 22.5.2014, σ. 62)·

57.  Οδηγία 2014/68/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διάθεση στην αγορά απλών δοχείων πίεσης (ΕΕ L 189 της 27.6.2014, σ. 164)·

58.  Οδηγία 2014/90/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τον εξοπλισμό πλοίων και για την κατάργηση της οδηγίας 96/98/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 146)·

59.  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 517/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για τα φθοριούχα αέρια του θερμοκηπίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 842/2006 (ΕΕ L 150 της 20.5.2014, σ. 195)·

60.  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 540/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με την ηχοστάθμη των μηχανοκίνητων οχημάτων και την αντικατάσταση των σιγαστήρων τους, την τροποποίηση της οδηγίας 2007/46/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 70/157/ΕΟΚ (ΕΕ L 158 της 27.5.2014, σ. 131)·

61.  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τις εγκαταστάσεις με συρματόσχοινα και την κατάργηση της οδηγίας 2000/9/ΕΚ (ΕΕ L 81 της 31.3.2016, σ. 1)·

62.  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/425 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τα μέσα ατομικής προστασίας και για την κατάργηση της οδηγίας 89/686/ΕΚ (ΕΕ L 81 της 31.3.2016, σ. 51)·

63.  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/426 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τις συσκευές με καύση αέριων καυσίμων και την κατάργηση της οδηγίας 2009/142/ΕΚ (ΕΕ L 81 της 31.3.2016, σ. 99)·

64.  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1628 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, σχετικά με τις απαιτήσεις που αφορούν τα όρια εκπομπών για τους αέριους και σωματιδιακούς ρύπους και την έγκριση τύπου για κινητήρες εσωτερικής καύσης για μη οδικά κινητά μηχανήματα, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 και (ΕΕ) αριθ. 167/2013 και για την τροποποίηση και κατάργηση της οδηγίας 97/68/ΕΚ (ΕΕ L 252 της 16.9.2016, σ. 53)·

65.  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/745 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2017, για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/EΚ, του κανονισμού (EΚ) αριθ. 178/2002 και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1223/2009 και για την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 90/385/ΕΟΚ και 93/42/ΕΟΚ (ΕΕ L 117 της 5.5.2017, σ. 1)·

66.  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/746 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2017, σχετικά με τα in vitro διαγνωστικά ιατροτεχνολογικά προϊόντα και για την κατάργηση της οδηγίας 98/79/ΕΚ και της απόφασης 2010/227/ΕΕ της Επιτροπής (ΕΕ L 117 της 5.5.2017, σ. 176)·

67.  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2017, για τον υδράργυρο και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1102/2008 (ΕΕ L 137 της 24.5.2017, σ. 1)·

68.  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2017, σχετικά με τον καθορισμό ενός πλαισίου για την ενεργειακή σήμανση και για την κατάργηση της οδηγίας 2010/30/ΕΕ (ΕΕ L 198 της 28.7.2017, σ. 1)·

69.  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/858 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για την έγκριση και την εποπτεία της αγοράς μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 715/2007 και (ΕΚ) αριθ. 595/2009 και για την κατάργηση της οδηγίας 2007/46/ΕΚ (ΕΕ L 151 της 14.6.2018, σ. 1)·

70.  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1139 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2018, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και την ίδρυση Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Αεροπορική Ασφάλεια, και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2111/2005, (ΕΚ) αριθ. 1008/2008, (ΕΕ) αριθ. 996/2010, (ΕΕ) αριθ. 376/2014 και των οδηγιών 2014/30/ΕΕ και 2014/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και για την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 552/2004 και (ΕΚ) αριθ. 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3922/91 του Συμβουλίου (ΕΕ L 212 της 22.8.2018, σ. 1), στο βαθμό που έχει σχέση με σχεδιασμό, παραγωγή και διάθεση στην αγορά αεροσκαφών αναφερόμενων στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) εφόσον πρόκειται για μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τους κινητήρες, έλικες, εξαρτήματά τους και εξοπλισμό για τον εξ αποστάσεως χειρισμό τους.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Κατάλογος της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης χωρίς διατάξεις περί κυρώσεων

1.  Οδηγία 69/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1969, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα προϊόντα εκ κρυστάλλου (ΕΕ L 326 της 29.12.1969, σ. 36)·

2.  Οδηγία 70/157/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1970, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αναφέρονται στο αποδεκτό ηχητικό επίπεδο και στη διάταξη εξατμίσεως των οχημάτων με κινητήρα (ΕΕ L 42 της 23.2.1970, σ. 16)·

3.  Οδηγία 75/107/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις φιάλες που χρησιμοποιούνται ως μετροδοχεία (ΕΕ L 42 της 15.2.1975, σ. 14)·

4.  Οδηγία 75/324/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις συσκευές αερολυμάτων (αεροζόλ) (ΕΕ L 147 της 9.6.1975, σ. 40)·

5.  Οδηγία 76/211/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στην προπαρασκευή σε μάζα ή όγκο ορισμένων προϊόντων σε προσυσκευασία (ΕΕ L 46 της 21.2.1976, σ. 1)·

6.  Οδηγία 92/42/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, σχετικά με τις απαιτήσεις απόδοσης για τους νέους λέβητες ζεστού νερού που τροφοδοτούνται με υγρά ή αέρια καύσιμα (ΕΕ L 167 της 22.6.1992, σ. 17)·

7.  Οδηγία 94/11/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1994, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών των σχετικών με την επισήμανση των υλικών που χρησιμοποιούνται στα κύρια μέρη των υποδημάτων που προορίζονται να πωληθούν στον καταναλωτή (ΕΕ L 100 της 19.4.1994, σ. 37)·

8.  Οδηγία 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ L 365 της 31.12.1994, σ. 10)·

9.  Οδηγία 2000/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την εκπομπή θορύβου στο περιβάλλον από εξοπλισμό προς χρήση σε εξωτερικούς χώρους (ΕΕ L 162 της 3.7.2000, σ. 1)·

10.  Οδηγία 2000/53/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, για τα οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους (ΕΕ L 269 της 21.10.2000, σ. 34)·

11.  Οδηγία 2005/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την έγκριση τύπου οχημάτων με κινητήρα όσον αφορά τη δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης, ανακύκλωσης και ανάκτησής τους, καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 310 της 25.11.2005, σ. 10)·

12.  Οδηγία 2006/40/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τις εκπομπές των συστημάτων κλιματισμού των μηχανοκίνητων οχημάτων και για την τροποποίηση της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 161 της 14.6.2006, σ. 12)·

13.  Οδηγία 2007/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τις ονομαστικές ποσότητες για προσυσκευασμένα προϊόντα, για την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 75/106/ΕΟΚ και 80/232/ΕΟΚ και για την τροποποίηση της οδηγίας 76/211/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 247 της 21.9.2007, σ. 17)·

14.  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1222/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων αναφορικά με την εξοικονόμηση καυσίμου και άλλες ουσιώδεις παραμέτρους (ΕΕ L 342 της 22.12.2009, σ. 46)·

15.  Οδηγία 2010/35/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 2010, σχετικά με τον μεταφερόμενο εξοπλισμό υπό πίεση και την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 76/767/ΕΟΚ, 84/525/ΕΟΚ, 84/526/ΕΟΚ, 84/527/ΕΟΚ και 1999/36/ΕΚ (ΕΕ L 165 της 30.6.2010, σ. 1)·

16.  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, για τη θέσπιση εναρμονισμένων όρων εμπορίας δομικών προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 88 της 4.4.2011, σ. 5)·

17.  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1007/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, για τις ονομασίες των υφανσίμων ινών και τη συναφή επισήμανση και τη σήμανση της σύνθεσης των ινών των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 73/44/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 96/73/ΕΚ και 2008/121/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 272 της 18.10.2011, σ. 1)·

18.  Οδηγία 2014/90/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τον εξοπλισμό πλοίων και για την κατάργηση της οδηγίας 96/98/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 146)·

19.  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 540/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με την ηχοστάθμη των μηχανοκίνητων οχημάτων και την αντικατάσταση των σιγαστήρων τους, την τροποποίηση της οδηγίας 2007/46/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 70/157/ΕΟΚ (ΕΕ L 158 της 27.5.2014, σ. 131).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Πίνακας αντιστοιχίας

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1 παράγραφος 2

Άρθρο 1 παράγραφος 1

Άρθρο 1 παράγραφος 3

Άρθρο 1 παράγραφος 3

Άρθρο 2 σημείο 1

Άρθρο 3 σημείο 1

Άρθρο 2 σημείο 2

Άρθρο 3 σημείο 2

Άρθρο 2 σημείο 14

Άρθρο 3 σημείο 22

Άρθρο 2 σημείο 15

Άρθρο 3 σημείο 23

Άρθρο 2 σημείο 17

Άρθρο 3 σημείο 3

Άρθρο 2 σημείο 18

Άρθρο 3 σημείο 4

Άρθρο 2 σημείο 19

Άρθρο 3 σημείο 25

Άρθρο 15 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 2 παράγραφος 1

Άρθρο 15 παράγραφος 3

Άρθρο 2 παράγραφος 3

Άρθρο 15 παράγραφος 4

-

Άρθρο 15 παράγραφος 5

Άρθρο 2 παράγραφος 2

Άρθρο 16 παράγραφος 1

Άρθρο 10 παράγραφος 1

Άρθρο 16 παράγραφος 2

Άρθρο 16 παράγραφος 5

Άρθρο 16 παράγραφος 3

-

Άρθρο 16 παράγραφος 4

—  

Άρθρο 17 παράγραφος 1

Άρθρο 10 παράγραφος 2

Άρθρο 17 παράγραφος 2

Άρθρο 34 παράγραφος 1 τελευταία περίοδος και άρθρο 34 παράγραφος 3 στοιχείο α)

Άρθρο 18 παράγραφος 1

Άρθρο 10 παράγραφος 6

Άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 11 παράγραφος 7 στοιχείο α)

Άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχείο β)

-

Άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 11 παράγραφος 7 στοιχείο β)

Άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχείο δ)

-

Άρθρο 18 παράγραφος 3

Άρθρο 10 παράγραφος 5 και άρθρο 14 παράγραφος 1

Άρθρο 18 παράγραφος 4

Άρθρο 14 παράγραφος 2

Άρθρο 18 παράγραφος 5

Άρθρο 13

Άρθρο 18 παράγραφος 6

Άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο ιε)

Άρθρο 19 παράγραφος1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 3

Άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχεία α), β), ε) και ι)

Άρθρο 19 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 5

Άρθρο 19 παράγραφος 2

Άρθρο 16 παράγραφος 3 στοιχείο ζ)

Άρθρο 19 παράγραφος 3

Άρθρο 18 παράγραφος 2

Άρθρο 19 παράγραφος 4

Άρθρο 11 παράγραφος 2

Άρθρο 19 παράγραφος 5

Άρθρο 17

Άρθρο 20 παράγραφος 1

Άρθρο 19 παράγραφος 1

Άρθρο 20 παράγραφος 2

Άρθρο 19 παράγραφος 2

Άρθρο 21 παράγραφος 1

Άρθρο 18 παράγραφος 1

Άρθρο 21 παράγραφος 2

Άρθρο 18 παράγραφος 2

Άρθρο 21 παράγραφος 3

Άρθρο 18 παράγραφος 3

Άρθρο 21 παράγραφος 4

-

Άρθρο 22 παράγραφος 1

Άρθρο 20 παράγραφος 1

Άρθρο 22 παράγραφος 2

Άρθρο 20 παράγραφος 2

Άρθρο 22 παράγραφος 3

Άρθρο 20 παράγραφος 3

Άρθρο 22 παράγραφος 4

Άρθρο 20 παράγραφος 4

Άρθρο 23 παράγραφοι 1 και 3

Άρθρο 34 παράγραφος 1

Άρθρο 23 παράγραφος 2

Άρθρο 34 παράγραφος 4

Άρθρο 24 παράγραφος 1

Άρθρο 22 παράγραφος 1

Άρθρο 24 παράγραφος 2

Άρθρο 22 παράγραφοι 2 έως 5

Άρθρο 24 παράγραφος 3

-

Άρθρο 24 παράγραφος 4

-

Άρθρο 25 παράγραφος 1

-

Άρθρο 25 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο στ) και άρθρο 33 παράγραφος 1 στοιχεία θ) και ια)

Άρθρο 25 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχεία ζ) και ιγ) και άρθρο 33 παράγραφος 1 στοιχεία θ) και ια)

Άρθρο 25 παράγραφος 3

-

Άρθρο 26

-

Άρθρο 27 παράγραφος 1 πρώτη πρόταση

Άρθρο 25 παράγραφος 2

Άρθρο 27 παράγραφος 1 δεύτερη πρόταση

Άρθρο 25 παράγραφος 3

Άρθρο 27 παράγραφος 2

Άρθρο 25 παράγραφος 4

Άρθρο 27 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 26 παράγραφος 1

Άρθρο 27 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 26 παράγραφος 2

Άρθρο 27 παράγραφος 4

-

Άρθρο 27 παράγραφος 5

-

Άρθρο 28 παράγραφος 1

Άρθρο 27 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)

Άρθρο 28 παράγραφος 2

Άρθρο 27 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)

Άρθρο 29 παράγραφος 1

Άρθρο 28 παράγραφος 1

Άρθρο 29 παράγραφος 2

Άρθρο 28 παράγραφος 2

Άρθρο 29 παράγραφος 3

Άρθρο 28 παράγραφος 3

Άρθρο 29 παράγραφος 4

Άρθρο 28 παράγραφος 4

Άρθρο 29 παράγραφος 5

Άρθρο 25 παράγραφος 5

Άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

-

Άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο ε)

Άρθρο 36 παράγραφος 2 στοιχείο ε)

(1) ΕΕ C 283 της 10.8.2018, σ. 19.
(2)ΕΕ C 283 της 10.8.2018, σ. 19.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Απριλίου 2019.
(4)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για τα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ L 342 της 22.12.2009, σ. 59).
(5)Κανονισμός (ΕΕ) 2017/745 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2017, για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/EΚ, του κανονισμού (EΚ) αριθ. 178/2002 και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1223/2009 και για την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 90/385/ΕΟΚ και 93/42/ΕΟΚ (ΕΕ L 117 της 5.5.2017, σ. 1).
(6)Κανονισμός (ΕΕ) 2017/746 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2017, σχετικά με τα in vitro διαγνωστικά ιατροτεχνολογικά προϊόντα και για την κατάργηση της οδηγίας 98/79/ΕΚ και της απόφασης 2010/227/ΕΕ της Επιτροπής (ΕΕ L 117 της 5.5.2017, σ. 176).
(7)Κανονισμός (ΕΕ) 2018/858 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για την έγκριση και την εποπτεία της αγοράς μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 715/2007 και (ΕΚ) αριθ. 595/2009 και για την κατάργηση της οδηγίας 2007/46/ΕΚ (ΕΕ L 151 της 14.6.2018, σ. 1).
(8)Οδηγία 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 2001, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΕΕ L 11 της 15.1.2002, σ. 4).
(9)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30).
(10) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/EΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1).
(11) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 (ΕΕ L 353 της 31.12.2008, σ. 1).
(12) Οδηγία 2014/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τους ανελκυστήρες και τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφάλειας για ανελκυστήρες (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 251).
(13) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1222/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων αναφορικά με την εξοικονόμηση καυσίμου και άλλες ουσιώδεις παραμέτρους (ΕΕ L 342 της 22.12.2009, σ. 46).
(14) Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2017, σχετικά με τον καθορισμό ενός πλαισίου για την ενεργειακή σήμανση και για την κατάργηση της οδηγίας 2010/30/ΕΕ (ΕΕ L 198 της 28.7.2017, σ. 1).
(15)Οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ L 178 της 17.07.2000, σ. 1).
(16) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 608/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την τελωνειακή επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1383/2003 του Συμβουλίου (ΕΕ L 181 της 29.6.2013, σ. 15).
(17) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 648/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, σχετικά με τα απορρυπαντικά (ΕΕ L 104 της 8.4.2004, σ. 1)·
(18) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 167/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 2013, για την έγκριση και την εποπτεία της αγοράς γεωργικών και δασικών οχημάτων (ΕΕ L 60 της 2.3.2013, σ. 1)·
(19) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 168/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2013, για την έγκριση και την εποπτεία της αγοράς δίκυκλων ή τρίκυκλων οχημάτων και τετράκυκλων (ΕΕ L 60 της 2.3.2013, σ. 52)·
(20) Οδηγία 2014/28/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί της διαθεσιμότητας στην αγορά και του ελέγχου των εκρηκτικών υλών εμπορικής χρήσης (ΕΕ L 96 της 29.3.2014 σ. 1).
(21) Οδηγία 2014/90/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τον εξοπλισμό πλοίων και για την κατάργηση της οδηγίας 96/98/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 146).
(22) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1628 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, σχετικά με τις απαιτήσεις που αφορούν τα όρια εκπομπών για τους αέριους και σωματιδιακούς ρύπους και την έγκριση τύπου για κινητήρες εσωτερικής καύσης για μη οδικά κινητά μηχανήματα, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 και (ΕΕ) αριθ. 167/2013 και για την τροποποίηση και κατάργηση της οδηγίας 97/68/ΕΚ (ΕΕ L 252 της 16.9.2016, σ. 53).
(23) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τις εγκαταστάσεις με συρματόσχοινα και την κατάργηση της οδηγίας 2000/9/ΕΚ (ΕΕ L 81 της 31.3.2016, σ. 1).
(24) Οδηγία 2010/35/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 2010, σχετικά με τον μεταφερόμενο εξοπλισμό υπό πίεση και την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 76/767/ΕΟΚ, 84/525/ΕΟΚ, 84/526/ΕΟΚ, 84/527/ΕΟΚ και 1999/36 (ΕΕ L 165 της 30.6.2010, σ. 1).
(25) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1724 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 2ας Οκτωβρίου 2018 για τη δημιουργία ενιαίας ψηφιακής θύρας με σκοπό την παροχή πρόσβασης σε πληροφορίες, σε διαδικασίες και σε υπηρεσίες υποστήριξης και επίλυσης προβλημάτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 1).
(26) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των προϊόντων που κυκλοφορούν νόμιμα στην αγορά άλλου κράτους μέλους και κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 764/2008 (ΕΕ L ...).
(27)+OJ: να εισαχθούν στο μεν κείμενο ο αριθμός, στην δε υποσημείωση ο αριθμός, η ημερομηνία και ο αριθμός δημοσίευσης του εγγράφου PE-CONS 70/18 - COD 2017/0354.
(28)Κανονισμός (EE) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).
(29)Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39).
(30)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 269 της 10.10.2013, σ. 1).
(31)ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.
(32)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(33) Οδηγία 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών (ΕΕ L 15 της 21.1.1998, σ. 14).
(34) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/644 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Απριλίου 2018, σχετικά με τις υπηρεσίες διασυνοριακής παράδοσης δεμάτων (ΕΕ L 112 της 2.5.2018, σ. 19).
(35) Οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (EE L 241 της 17.9.2015, σ. 1).
(36) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, για τη θέσπιση εναρμονισμένων όρων εμπορίας δομικών προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 88 της 4.4.2011, σ. 5).
(37) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/425 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τα μέσα ατομικής προστασίας και για την κατάργηση της οδηγίας 89/686/ΕΟΚ (ΕΕ L 81 της 31.3.2016, σ. 51).
(38) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/426 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τις συσκευές με καύση αέριων καυσίμων και την κατάργηση της οδηγίας 2009/142/ΕΚ (ΕΕ L 81 της 31.3.2016, σ. 99).
(39) Οδηγία 2000/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την εκπομπή θορύβου στο περιβάλλον από εξοπλισμό προς χρήση σε εξωτερικούς χώρους (ΕΕ L 162 της 3.7.2000, σ. 1).
(40) Οδηγία 2006/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, σχετικά με τα μηχανήματα και την τροποποίηση της οδηγίας 95/16/EK (ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σ. 24).
(41) Οδηγία 2009/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την ασφάλεια των παιχνιδιών (ΕΕ L 170 της 30.6.2009, σ. 1).
(42) Οδηγία 2009/125/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα (ΕΕ L 285 της 31.10.2009, σ. 10).
(43) Οδηγία 2011/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, για τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων επικίνδυνων ουσιών σε ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 88).
(44) Οδηγία 2013/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα των οργάνων μετρήσεων στην αγορά (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 178 της 28.6.2013 σ. 27).
(45) Οδηγία 2013/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, για τα σκάφη αναψυχής και τα ατομικά σκάφη και την κατάργηση της οδηγίας 94/25/ΕΚ (ΕΕ L 354 της 28.12.2013, σ. 90).
(46) Οδηγία 2014/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διάθεση στην αγορά απλών δοχείων πίεσης (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 45).
(47) Οδηγία 2014/30/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 79).
(48) Οδηγία 2014/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά οργάνων ζύγισης μη αυτόματης λειτουργίας (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 107).
(49) Οδηγία 2014/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα των οργάνων μετρήσεων στην αγορά (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 149).
(50) Οδηγία 2014/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις συσκευές και τα συστήματα προστασίας που προορίζονται για χρήση σε εκρήξιμες ατμόσφαιρες (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 309).
(51) Οδηγία 2014/35/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά ηλεκτρολογικού υλικού που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί εντός ορισμένων ορίων τάσης (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 357).
(52) Οδηγία 2014/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα ραδιοεξοπλισμού στην αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/5/ΕΚ (ΕΕ L 153 της 22.5.2014, σ. 62).
(53) Οδηγία 2014/68/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διάθεση στην αγορά απλών δοχείων πίεσης (ΕΕ L 189 της 27.6.2014, σ. 164).
(54)+ΕΕ: να αναγραφεί ο αριθμός από το κείμενο του εγγράφου PE-CONS 70/18 - COD 2017/0354.
(55)+ΕΕ: να προστεθεί ο αριθμός και η ημερομηνία από το κείμενο στο έγγραφο PE-CONS 45/19 - COD 2017/0353.
(56)+ΕΕ: να αναγραφούν ο αριθμός και η ημερομηνία από το κείμενο στο έγγραφο PE-CONS 45/19 - COD 2017/0353.
(57)Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1).
(58)Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1).
(59)Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (ΕΕ L 292 της 15.11.1996, σ. 2).
(60)Οδηγία 2004/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τον περιορισμό των εκπομπών πτητικών οργανικών ενώσεων που οφείλονται στη χρήση οργανικών διαλυτών σε χρώματα διακόσμησης και βερνίκια και σε προϊόντα φανοποιΐας αυτοκινήτων και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/13/ΕΚ (ΕΕ L 143 της 30.4.2004, σ. 87).


Προώθηση της δίκαιης μεταχείρισης και της διαφάνειας για τους επιχειρηματικούς χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ***I
PDF 358kWORD 103k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προώθηση της δίκαιης μεταχείρισης και της διαφάνειας για τους επιχειρηματικούς χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης (COM(2018)0238 – C8-0165/2018 – 2018/0112(COD))
P8_TA-PROV(2019)0398A8-0444/2018

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0238),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0165/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 19ης Σεπτεμβρίου 2018(1),

–  αφού ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 20ής Φεβρουαρίου 2019, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων, της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας καθώς και της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (A8-0444/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 17 Απριλίου 2019 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προώθηση της δίκαιης μεταχείρισης και της διαφάνειας για τους επιχειρηματικούς χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης

P8_TC1-COD(2018)0112


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2),

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Οι επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης αποτελούν βασικούς καταλυτικούς παράγοντες που διευκολύνουν την επιχειρηματικότητα και τα νέα επιχειρηματικά μοντέλα, το εμπόριο και την καινοτομία, το οποίο μπορεί επίσης να βελτιώσει την ευημερία των καταναλωτών, και χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο τόσο από τον ιδιωτικό όσο και από τον δημόσιο τομέα. Προσφέρουν πρόσβαση σε νέες αγορές και εμπορικές ευκαιρίες που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να αξιοποιούν τα οφέλη της εσωτερικής αγοράς. Προσφέρουν τη δυνατότητα αξιοποίησης των εν λόγω οφελών ▌ στους καταναλωτές στην Ένωση, ιδίως αυξάνοντας το εύρος επιλογής προϊόντων και υπηρεσιών όπως και συμβάλλοντας στην προσφορά ανταγωνιστικών τιμών επιγραμμικά, όμως επίσης θέτουν ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν, ώστε να υπάρχει ασφάλεια δικαίου.

(2)  Οι επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης μπορούν να έχουν ζωτική σημασία για την εμπορική επιτυχία των επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν τις εν λόγω υπηρεσίες για να προσεγγίσουν τους καταναλωτές. Για να αξιοποιηθούν πλήρως τα οφέλη της οικονομίας των επιγραμμικών πλατφορμών, είναι επομένως σημαντικό να μπορούν οι επιχειρήσεις να εμπιστεύονται τις επιγραμμικές πλατφόρμες διαμεσολάβησης με τις οποίες συνάπτουν εμπορικές σχέσεις. Τούτο έχει σημασία κυρίως διότι η αυξανόμενη διαμεσολάβηση των συναλλαγών μέσω επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, η οποία απορρέει από τα ισχυρά έμμεσα αποτελέσματα δικτύου βάσει δεδομένων, οδηγεί σε αυξημένη εξάρτηση των εν λόγω επιχειρηματικών χρηστών, ιδίως των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων, από τις εν λόγω υπηρεσίες, προκειμένου να μπορέσουν να προσεγγίσουν τους καταναλωτές. Δεδομένης της εν λόγω αυξανόμενης εξάρτησης, οι πάροχοι των εν λόγω υπηρεσιών έχουν συχνά ανώτερη διαπραγματευτική ισχύ, γεγονός που τους επιτρέπει πρακτικώς να συμπεριφέρονται με τρόπο μονομερή και ενδεχομένως άδικο και επιβλαβή για τα νόμιμα συμφέροντα των επιχειρηματικών χρηστών τους και, εμμέσως, των καταναλωτών στην Ένωση. Για παράδειγμα, μπορούν να επιβάλουν μονομερώς στους επιχειρηματικούς χρήστες πρακτικές που αποκλίνουν έντονα από την ορθή εμπορική συμπεριφορά ή είναι αντίθετες προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Ο παρών κανονισμός καλύπτει αυτά τα πιθανά σημεία τριβών στην οικονομία των επιγραμμικών πλατφορμών.

(3)  Οι καταναλωτές έχουν ενστερνιστεί τη χρήση των επιγραμμικών πλατφορμών. Ένα ανταγωνιστικό, δίκαιο και διαφανές επιγραμμικό οικοσύστημα μέσα στο οποίο οι εταιρείες συμπεριφέρονται με υπευθυνότητα είναι επίσης απαραίτητο για την ευημερία των καταναλωτών. Η διασφάλιση της διαφάνειας και της εμπιστοσύνης στην οικονομία των επιγραμμικών πλατφορμών στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων θα μπορούσε να συμβάλει έμμεσα στη βελτίωση της εμπιστοσύνης του καταναλωτή προς την οικονομία των επιγραμμικών πλατφορμών. Όμως, οι απευθείας επιπτώσεις που η ανάπτυξη της οικονομίας των πλατφορμών αυτών έχει για τους καταναλωτές καλύπτονται από άλλους τομείς του ενωσιακού δικαίου, και ειδικότερα από το κεκτημένο σε θέματα προστασίας των καταναλωτών.

(4)  Ομοίως, οι επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης μπορούν να αποτελέσουν σημαντικές πηγές διαδικτυακής κίνησης για τις επιχειρήσεις που προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες στους καταναλωτές μέσω ιστότοπων και μπορούν, επομένως, να επηρεάσουν σημαντικά την εμπορική επιτυχία των εν λόγω χρηστών εταιρικών ιστότοπων που προσφέρουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τους επιγραμμικά στην εσωτερική αγορά. Εν προκειμένω, η κατάταξη των δικτυακών τόπων από τους παρόχους επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, συμπεριλαμβανομένων των δικτυακών τόπων στους οποίους οι χρήστες εταιρικών ιστότοπων προσφέρουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους στους καταναλωτές, έχει σημαντικό αντίκτυπο στην επιλογή των καταναλωτών και την εμπορική επιτυχία των εν λόγω χρηστών εταιρικών ιστότοπων. Συνεπώς, ακόμα και ελλείψει συμβατικής σχέσης με τους χρήστες εταιρικών ιστότοπων, οι πάροχοι επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης μπορούν πρακτικώς να συμπεριφέρονται μονομερώς κατά τρόπο άδικο και επιβλαβή για τα νόμιμα συμφέροντα των χρηστών εταιρικών ιστότοπων και, έμμεσα, των καταναλωτών στην Ένωση.

(5)  Η φύση της σχέσης μεταξύ των χρηστών επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και των επιχειρηματικών χρηστών θα μπορούσε να οδηγήσει επίσης σε καταστάσεις όπου οι επιχειρηματικοί χρήστες έχουν συχνά περιορισμένες δυνατότητες να υποβάλλουν προσφυγή σε περίπτωση που μονομερείς ενέργειες των παρόχων αυτών των υπηρεσιών οδηγήσουν σε διαφορά. Σε πολλές περιπτώσεις, οι εν λόγω πάροχοι δεν προσφέρουν προσιτά και αποτελεσματικά εσωτερικά συστήματα διεκπεραίωσης καταγγελιών. Οι υφιστάμενοι εναλλακτικοί μηχανισμοί εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών ενδέχεται επίσης να είναι αναποτελεσματικοί για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων η έλλειψη εξειδικευμένων διαμεσολαβητών και ο φόβος των επιχειρηματικών χρηστών για αντίποινα.

(6)  Οι επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης και οι επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, καθώς και οι ▌συναλλαγές που διευκολύνουν αυτές οι υπηρεσίες, έχουν εγγενές διασυνοριακό δυναμικό και έχουν ιδιαίτερη σημασία για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης στη σημερινή οικονομία. Οι δυνητικά αθέμιτες και επιβλαβείς εμπορικές πρακτικές ορισμένων παρόχων των εν λόγω υπηρεσιών και η έλλειψη αποτελεσματικών μηχανισμών προσφυγής εμποδίζουν την πλήρη αξιοποίηση αυτού του δυναμικού και επηρεάζουν αρνητικά την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. ▌

(7)  Θα πρέπει να θεσπιστεί ένα στοχευμένο σύνολο υποχρεωτικών κανόνων σε επίπεδο Ένωσης, ώστε να διασφαλιστεί ένα δίκαιο, προβλέψιμο, βιώσιμο και αξιόπιστο επιγραμμικό επιχειρηματικό περιβάλλον εντός της εσωτερικής αγοράς. Ειδικότερα, θα πρέπει να παρέχονται στους χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης κατάλληλη διαφάνεια, καθώς και αποτελεσματικές δυνατότητες προσφυγής σε ολόκληρη την Ένωση ώστε να διευκολύνεται η άσκηση διασυνοριακών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων εντός της Ένωσης και έτσι να βελτιωθεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να αντιμετωπιστεί οποιοσδήποτε πιθανός αναδυόμενος κατακερματισμός στους συγκεκριμένους τομείς που καλύπτει ο παρών κανονισμός.

(8)  ▌Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει επίσης να προβλέπουν κατάλληλα κίνητρα που θα προάγουν την αμεροληψία και τη διαφάνεια, ειδικά όσον αφορά την κατάταξη των χρηστών εταιρικών ιστότοπων στα αποτελέσματα αναζήτησης που δημιουργούνται από τις επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης. Ταυτόχρονα, οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να είναι τέτοιοι ώστε να αναγνωρίζουν και να διαφυλάσσουν το σημαντικό δυναμικό καινοτομίας της ευρύτερης οικονομίας των επιγραμμικών πλατφορμών και να επιτρέπουν έναν υγιή ανταγωνισμό που θα οδηγεί σε περισσότερες επιλογές για τους καταναλωτές. Σκόπιμο είναι να διευκρινισθεί ότι ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει το εθνικό αστικό δίκαιο, και ιδίως το δίκαιο των συμβάσεων, π.χ. τους κανόνες σχετικά με την ισχύ, την κατάρτιση, τα αποτελέσματα ή τη λύση μιας σύμβασης, στο μέτρο που οι εθνικοί κανόνες του αστικού δικαίου είναι σύμφωνοι με το ενωσιακό δίκαιο και στον βαθμό που οι σχετικές πτυχές δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παραμένουν ελεύθερα να εφαρμόζουν εθνικούς νόμους που απαγορεύουν ή τιμωρούν τις μονομερείς ενέργειες ή τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές όταν οι πτυχές αυτές δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

(9)  Δεδομένου ότι οι επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης και οι επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης έχουν κατά κανόνα παγκόσμια διάσταση, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται στους παρόχους των εν λόγω υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το εάν είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος ή εκτός της Ένωσης, υπό τον όρο ότι πληρούνται δύο σωρευτικές προϋποθέσεις. Πρώτον, οι επιχειρηματικοί χρήστες ή οι χρήστες εταιρικών ιστότοπων θα πρέπει να είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση. Δεύτερον, οι επιχειρηματικοί χρήστες ή οι χρήστες εταιρικών ιστότοπων θα πρέπει, μέσω της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών, να προσφέρουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τους σε καταναλωτές που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση τουλάχιστον για μέρος της συναλλαγής. Για να προσδιοριστεί κατά πόσο ένας επιχειρηματικός χρήστης ή ένας χρήστης εταιρικών ιστότοπων προσφέρει προϊόντα ή υπηρεσίες σε καταναλωτές εγκατεστημένους στην Ένωση, είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί κατά πόσο είναι εμφανές ότι οι ανωτέρω κατευθύνουν τις δραστηριότητές τους σε καταναλωτές εγκατεστημένους σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. Το κριτήριο αυτό θα πρέπει να ερμηνεύεται βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το άρθρο 17 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(4) και το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(5). Οι εν λόγω καταναλωτές θα πρέπει να είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση, αλλά δεν χρειάζεται να έχουν τόπο διαμονής στην Ένωση ούτε να έχουν την ιθαγένεια οποιουδήποτε κράτους μέλους. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν οι επιχειρηματικοί χρήστες ή οι χρήστες εταιρικών ιστότοπων δεν είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση ή είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση, αλλά χρησιμοποιούν επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης ή επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης για να προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες αποκλειστικά σε καταναλωτές που είναι εγκατεστημένοι εκτός Ένωσης ή σε πρόσωπα που δεν είναι καταναλωτές. Επιπλέον, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του δικαίου που αλλιώς θα εφαρμοζόταν σε μια σύμβαση.

(10)  Μεγάλο εύρος ▌ σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών πραγματοποιούνται με επιγραμμική διαμεσολάβηση από παρόχους που προσφέρουν πολύπλευρες υπηρεσίες βασισμένες ουσιαστικά στο ίδιο επιχειρηματικό μοντέλο δημιουργίας οικοσυστήματος. Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι σχετικές υπηρεσίες, οι επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης θα πρέπει να καθορίζονται με ακριβή και τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο. Συγκεκριμένα, οι υπηρεσίες θα πρέπει να αποτελούνται από υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, οι οποίες χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι έχουν ως στόχο να διευκολύνουν την έναρξη άμεσων συναλλαγών μεταξύ επιχειρηματικών χρηστών και καταναλωτών, ανεξάρτητα από το εάν οι συναλλαγές διενεργούνται τελικά στο διαδίκτυο, στην επιγραμμική πύλη του παρόχου των εν λόγω επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, σε αυτή του επιχειρηματικού χρήστη, ▌ εκτός διαδικτύου ή στην πράξη καθόλου, με την έννοια ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία απαίτηση για οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ επιχειρηματικών χρηστών και καταναλωτών ως προϋπόθεση για επιγραμμική υπηρεσία διαμεσολάβησης εμπίπτουσα στο πεδίο του παρόντος κανονισμού. Η απλή συμπερίληψη μιας υπηρεσίας περιθωριακού και μόνο χαρακτήρα δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι αποδεικνύει πως σκοπός του ιστότοπου ή της υπηρεσίας είναι να διευκολύνει συναλλαγές με την έννοια της επιγραμμικής υπηρεσίας διαμεσολάβησης. Επιπλέον, οι υπηρεσίες θα πρέπει να παρέχονται βάσει συμβατικών σχέσεων μεταξύ των παρόχων και των επιχειρηματικών χρηστών που προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες στους καταναλωτές. Μια τέτοια συμβατική σχέση θα πρέπει να θεωρείται ότι υφίσταται όταν αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη εκφράζουν την πρόθεσή τους να δεσμευτούν με τρόπο ρητό σε σταθερό μέσο, χωρίς να απαιτείται απαραιτήτως ρητή γραπτή συμφωνία.

(11)  Στα παραδείγματα επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει, συνεπώς, να συμπεριλαμβάνονται οι αγορές ηλεκτρονικού εμπορίου, οι συνεργατικές αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται επιχειρηματικοί χρήστες, οι επιγραμμικές υπηρεσίες εφαρμογών λογισμικού όπως καταστήματα εφαρμογών, και οι επιγραμμικές υπηρεσίες μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ανεξαρτήτως της τεχνολογίας που χρησιμοποιείται για την παροχή αυτών των υπηρεσιών. Κατά την ίδια έννοια, επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης θα μπορούσαν να παρασχεθούν και μέσω της τεχνολογίας φωνητικής υποστήριξης. Δεν θα πρέπει επίσης να έχει σημασία αν οι εν λόγω συναλλαγές μεταξύ επιχειρηματικών χρηστών και καταναλωτών αφορούν καταβολή χρημάτων ή αν οι συναλλαγές συνάπτονται εν μέρει εκτός διαδικτύου. Ωστόσο, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης μεταξύ ομοτίμων χωρίς την παρουσία επιχειρηματικών χρηστών, σε αμιγείς επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης μεταξύ επιχειρήσεων που δεν προσφέρονται στους καταναλωτές, σε επιγραμμικά εργαλεία διανομής διαφημίσεων και σε επιγραμμικά δίκτυα ανταλλαγής διαφημίσεων που δεν παρέχονται με σκοπό τη διευκόλυνση της έναρξης άμεσων συναλλαγών και τα οποία δεν συνεπάγονται συμβατική σχέση με τους καταναλωτές. Για τον ίδιο λόγο, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να καλύπτει υπηρεσίες λογισμικού βελτιστοποίησης των μηχανών αναζήτησης ούτε και υπηρεσίες που εστιάζονται σε λογισμικό φραγής διαφημίσεων. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να καλύπτει τεχνολογικές λειτουργίες και διεπαφές που απλώς συνδέουν υλικό και εφαρμογές, δεδομένου ότι κατά κανόνα δεν πληρούν τις απαιτήσεις περί επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης. Ωστόσο, οι εν λόγω λειτουργίες ή διεπαφές μπορούν να συνδέονται άμεσα ή να είναι επικουρικές ορισμένων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και, σε αυτή την περίπτωση, οι αντίστοιχοι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει να πληρούν απαιτήσεις διαφάνειας ως προς τη διαφοροποιημένη μεταχείριση που στηρίζεται σε αυτές τις λειτουργίες και διεπαφές. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται στις επιγραμμικές υπηρεσίες πληρωμών, δεδομένου ότι δεν πληρούν τις ισχύουσες απαιτήσεις, αλλά είναι εγγενώς βοηθητικές στις συναλλαγές για την παροχή προϊόντων και υπηρεσιών στους οικείους καταναλωτές.

(12)  Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεδομένου ότι η εξάρτηση των επιχειρηματικών χρηστών παρατηρείται κυρίως στις επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης που χρησιμεύουν ως πύλη για τους καταναλωτές που είναι φυσικά πρόσωπα, η έννοια του καταναλωτή που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να νοείται ότι αφορά αποκλειστικά τα φυσικά πρόσωπα, όταν ενεργούν για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές τους δραστηριότητες.

(13)  Δεδομένου του γρήγορου ρυθμού των καινοτομιών, ο ορισμός περί επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης που χρησιμοποιείται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να είναι τεχνολογικά ουδέτερος. Ειδικότερα, ο ορισμός θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι καλύπτει και τις φωνητικές αναζητήσεις.

(14)  Οι χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβηση τείνουν να χρησιμοποιούν προδιατυπωμένους γενικούς όρους και προϋποθέσεις και, προκειμένου να προστατεύονται αποτελεσματικά οι επιχειρηματικοί χρήστες, όπου απαιτείται, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν οι όροι και οι προϋποθέσεις μιας συμβατικής σχέσης, ανεξάρτητα από το όνομα ή τη μορφή τους, ορίζονται μονομερώς από τον πάροχο των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης. Το κατά πόσον οι όροι και οι προϋποθέσεις έχουν οριστεί μονομερώς θα πρέπει να αξιολογείται για κάθε περίπτωση χωριστά με βάση συνολική εκτίμηση. Για την εν λόγω συνολική εκτίμηση το σχετικό μέγεθος των ενδιαφερόμενων μερών, το γεγονός ότι υπήρξε διαπραγμάτευση, ή ότι ορισμένες από τις διατάξεις της ενδέχεται να έχουν αποτελέσει αντικείμενο μιας τέτοιας διαπραγμάτευσης και να έχουν οριστεί από κοινού από τον πάροχο και τον επιχειρηματικό χρήστη, δεν θα πρέπει να είναι από μόνο του καθοριστικό. Επί πλέον, η υποχρέωση για τον πάροχο επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης να προσφέρει στους επιχειρηματικούς χρήστες εύκολη πρόσβαση στους όρους και τις προϋποθέσεις του, ακόμη και κατά το προσυμβατικό στάδιο της εμπορικής τους σχέσης, σημαίνει ότι οι επιχειρηματικοί χρήστες δεν θα στερηθούν της διαφάνειας που προκύπτει από τον παρόντα κανονισμό ως αποτέλεσμα του ότι είναι με κάθε τρόπο σε θέση να διαπραγματευτούν επιτυχώς.

(15)  Για να διασφαλίζεται ότι οι γενικοί όροι και οι προϋποθέσεις μιας συμβατικής σχέσης δίνουν τη δυνατότητα στους επιχειρηματικούς χρήστες να καθορίζουν τους εμπορικούς όρους χρήσης, διακοπής και αναστολής των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και να επιτυγχάνουν προβλεψιμότητα όσον αφορά την επιχειρηματική τους σχέση, οι εν λόγω όροι και προϋποθέσεις θα πρέπει να συντάσσονται με απλή και κατανοητή διατύπωση ▌. Οι όροι και οι προϋποθέσεις δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι έχουν συνταχθεί με απλή και κατανοητή διατύπωση, όταν είναι ασαφείς, μη συγκεκριμένοι ή μη λεπτομερείς όσον αφορά σημαντικά εμπορικά ζητήματα και, συνεπώς, δεν παρέχουν στους επιχειρηματικούς χρήστες εύλογο βαθμό προβλεψιμότητας όσον αφορά τις σημαντικότερες πτυχές της συμβατικής σχέσης. Επί πλέον, η παραπλανητική διατύπωση δεν θα πρέπει να θεωρείται απλή και κατανοητή διατύπωση.

(16)  Για να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρηματικοί χρήστες γνωρίζουν με επαρκή σαφήνεια πού και σε ποιον προωθούνται τα εμπορεύματα ή οι υπηρεσίες τους, θα πρέπει οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης να εξασφαλίζουν διαφάνεια στους επιχειρηματικούς χρήστες τους σε ό,τι αφορά κάθε πρόσθετο δίαυλο προώθησης ή πιθανό πρόγραμμα επιγραμμικής διαφήμισης (affiliate program) που οι επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης ενδέχεται να χρησιμοποιήσουν για να προωθήσουν τα εν λόγω εμπορεύματα ή υπηρεσίες. Οι πρόσθετοι δίαυλοι και τα προγράμματα επιγραμμικής διαφήμισης θα πρέπει να νοούνται κατά τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο αλλά μπορούν, μεταξύ άλλων, να περικλείουν άλλους ιστότοπους, εφαρμογές ή άλλες επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης που χρησιμοποιούνται για την προώθηση των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσφέρει ο επιχειρηματικός χρήστης.

(17)  Η κυριότητα και ο έλεγχος επί των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επιγραμμικά μπορεί να έχουν σημαντική οικονομική σημασία και για τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και για τους επιχειρηματικούς χρήστες τους. Για να διασφαλιστεί σαφήνεια και διαφάνεια απέναντι στους επιχειρηματικούς χρήστες και για να έχουν αυτοί καλύτερη κατανόηση, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει στους γενικούς όρους και τις προϋποθέσεις τους να προσθέτουν γενικές ή λεπτομερέστερες εάν το επιθυμούν πληροφορίες σχετικά με τις τυχόν συνολικές επιπτώσεις των εν λόγω όρων και προϋποθέσεων ως προς την κυριότητα και τον έλεγχο επί των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας του επιχειρηματικού χρήστη. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν μεταξύ άλλων να περιλαμβάνουν πληροφορίες όπως η γενική χρήση λογοτύπων, εμπορικών σημάτων ή εμπορικών ονομασιών.

(18)  Η διασφάλιση της διαφάνειας στους γενικούς όρους και προϋποθέσεις μπορεί να είναι ουσιώδης για την προώθηση βιώσιμων επιχειρηματικών σχέσεων και για την πρόληψη αθέμιτης συμπεριφοράς εις βάρος των επιχειρηματικών χρηστών. Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει επομένως να διασφαλίζουν ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις είναι εύκολα διαθέσιμοι σε όλα τα στάδια της εμπορικής σχέσης, μεταξύ άλλων, σε μελλοντικούς επιχειρηματικούς χρήστες κατά το προσυμβατικό στάδιο, και ό,τι τυχόν τροποποιήσεις των όρων αυτών κοινοποιούνται με σταθερό μέσο στους επιχειρηματικούς χρήστες που αφορά εντός εύλογης και αναλογικής καθορισμένης προθεσμίας προειδοποίησης σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις η οποία είναι τουλάχιστον 15 ημέρες. Αναλογικά μεγαλύτερες προθεσμίες προειδοποίησης άνω των 15 ημερών θα πρέπει να δίδονται όταν οι προτεινόμενες αλλαγές με αναθεωρημένους όρους και προϋποθέσεις απαιτούν από τους επιχειρηματικούς χρήστες να κάνουν τεχνικές ή εμπορικές προσαρμογές για να συμμορφωθούν με την τροποποίηση, π.χ. σημαντικές τεχνικές προσαρμογές των προϊόντων ή υπηρεσιών τους. Η εν λόγω προθεσμία προειδοποίησης δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν και στον βαθμό που ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματικός χρήστης παραιτείται από αυτήν κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτησης ή όταν και στον βαθμό που η ανάγκη εφαρμογής της τροποποίησης χωρίς την τήρηση της προθεσμίας προειδοποίησης απορρέει από νομική ή κανονιστική υποχρέωση που υπέχει ο πάροχος υπηρεσιών βάσει του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου. Ωστόσο, ο όρος «τροποποίηση» δεν θα πρέπει να καλύπτει τις προτεινόμενες συντακτικές αλλαγές στο μέτρο που αυτές δεν μεταβάλλουν το περιεχόμενο ή την έννοια των όρων και προϋποθέσεων. Η απαίτηση του να κοινοποιούνται οι προτεινόμενες αλλαγές με σταθερό μέσο θα πρέπει να επιτρέψει στους επιχειρηματικούς χρήστες να αναθεωρούν αποτελεσματικά τις αλλαγές αυτές σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι επιχειρηματικοί χρήστες θα πρέπει να έχουν δικαίωμα να καταγγείλουν τη σύμβασή τους εντός 15 ημερών από την παραλαβή προειδοποίησης για οποιαδήποτε αλλαγή, εκτός κι αν στη σύμβαση ισχύει συντομότερη προθεσμία, π.χ. δυνάμει του εθνικού αστικού δικαίου.

(19)  Γενικά, η υποβολή νέων προϊόντων ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων εφαρμογών λογισμικού, στις επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης, θα πρέπει να θεωρείται σαφής θετική πράξη παραιτήσεως εκ μέρους του επιχειρηματικού χρήστη από την προθεσμία προειδοποίησης που απαιτείται για αλλαγές των όρων και προϋποθέσεων. Ωστόσο, εάν η εύλογη κα αναλογική προθεσμία προειδοποίησης είναι μεγαλύτερη των 15 ημερών επειδή οι αλλαγές των όρων και προϋποθέσεων απαιτούν να προβεί ο επιχειρηματικός χρήστης σε σημαντικές τεχνικές ή εμπορικές προσαρμογές των προϊόντων ή υπηρεσιών του, τότε η προθεσμία προειδοποίησης δεν θα πρέπει να θεωρείται ως αυτομάτως αρθείσα όταν ο επιχειρηματικός χρήστης υποβάλει νέα προϊόντα και υπηρεσίες. Ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει να αναμένει ότι οι αλλαγές των όρων και προϋποθέσεων θα απαιτήσουν από τον επιχειρηματικό χρήστη να κάνει σημαντικές τεχνικές προσαρμογές όταν για παράδειγμα αφαιρούνται ολόκληρες λειτουργίες των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης στις οποίες ο επιχειρηματικός χρήστης είχε πρόσβαση ή όταν προστίθενται νέες ή όταν οι επιχειρηματικοί χρήστες χρειαστεί ενδεχομένως να αναπροσαρμόσουν τα προϊόντα τους ή να αναπρογραμματίσουν τις υπηρεσίες τους ώστε να μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν χρησιμοποιώντας τις επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης.

(20)  Προκειμένου να προστατεύονται οι επιχειρηματικοί χρήστες και να παρέχεται ασφάλεια δικαίου για αμφότερες τις πλευρές, μη συμμορφούμενοι όροι και προϋποθέσεις θα πρέπει να είναι άκυροι και χωρίς, δηλαδή σαν να μην υπήρχαν ποτέ με έννομα αποτελέσματα erga omnes και ex tunc. Οι υπόλοιπες διατάξεις θα πρέπει να παραμένουν έγκυρες και εκτελεστές, στον βαθμό που διακρίνονται από τις μη συμμορφούμενες διατάξεις. Οι αιφνιδιαστικές αλλαγές των υφιστάμενων όρων και προϋποθέσεων ενδέχεται να διαταράξουν σημαντικά τη δραστηριότητα των επιχειρηματικών χρηστών. Προκειμένου να περιοριστούν οι εν λόγω αρνητικές επιπτώσεις στους επιχειρηματικούς χρήστες και να αποθαρρυνθεί αυτή η συμπεριφορά, οι αλλαγές που πραγματοποιούνται κατά παράβαση της υποχρέωσης καθορισμένης προειδοποίησης θα πρέπει να είναι άκυρες, δηλαδή θα θεωρείται ότι δεν υπήρχαν ποτέ με έννομα αποτελέσματα erga omnes και ex tunc.

(21)  Για να μπορούν οι επιχειρηματικοί χρήστες να αξιοποιούν πλήρως τις εμπορικές ευκαιρίες που προσφέρουν οι επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης, οι πάροχοι αυτών των υπηρεσιών δεν θα πρέπει να εμποδίζουν εντελώς τους επιχειρηματικούς χρήστες τους από το να προβάλλουν την εμπορική τους ταυτότητα ως μέρος της προσφοράς τους ή της παρουσίας τους στις συγκεκριμένες επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης. Ωστόσο, αυτή η απαγόρευση παρέμβασης δεν θα πρέπει να νοείται ως δικαίωμα των επιχειρηματικών χρηστών να καθορίζουν μονομερώς την παρουσίαση της προσφοράς τους ή την παρουσία τους στις συγκεκριμένες επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης.

(22)  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ενδέχεται να έχουν νόμιμους λόγους να αποφασίσουν να περιορίσουν, να αναστείλουν ή να διακόψουν την παροχή των υπηρεσιών τους ▌σε συγκεκριμένο επιχειρηματικό χρήστη, συμπεριλαμβανομένης της διαγραφής μεμονωμένων προϊόντων ή υπηρεσιών συγκεκριμένου επιχειρηματικού χρήστη ή της ουσιαστικής αφαίρεσης των αποτελεσμάτων αναζήτησης. Πέραν της αναστολής, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης μπορούν επίσης να περιορίσουν μια ατομική εγγραφή ενός επιχειρηματικού χρήστη· για παράδειγμα μέσω υποβιβασμού της ή αρνητικής παρουσίασής της, που μπορεί να περιλαμβάνει και την υποβάθμισή της. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι αποφάσεις αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τα συμφέροντα των εκάστοτε επιχειρηματικών χρηστών, θα πρέπει να τους παρέχεται, κατά περίπτωση, πριν ή κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του περιορισμού ή της αναστολής ή διακοπής, αιτιολόγηση της εν λόγω απόφασης σε σταθερό μέσο. Προς ελαχιστοποίηση του αρνητικού αντίκτυπου αυτών των αποφάσεων στους επιχειρηματικούς χρήστες, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει επίσης να τους προσφέρουν μια δυνατότητα να διευκρινίσουν τα περιστατικά που οδήγησαν σε μια τέτοια απόφαση, στο πλαίσιο της εσωτερικής διαδικασίας διεκπεραίωσης παραπόνων, ώστε να βοηθούν τον επιχειρηματικό χρήστη, όποτε είναι δυνατό, να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση. Επί πλέον, εάν ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ανακαλέσει την απόφασή του περί περιορισμού, αναστολής ή διακοπής, π.χ. επειδή η απόφαση ελήφθη κατά λάθος ή επειδή η παράβαση των όρων και προϋποθέσεων που οδήγησε στην απόφαση δεν διεπράχθη κακόπιστα και διορθώθηκε με ικανοποιητικό τρόπο, τότε οφείλει να επαναφέρει χωρίς καθυστέρηση τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματικό χρήστη, καθώς και να παρέχεται στον επιχειρηματικό χρήστη κάθε πρόσβαση σε προσωπικά ή άλλα δεδομένα, ή και τα δύο, που ήταν διαθέσιμα πριν από την έκδοση της απόφασης. Η αιτιολόγηση για τη λήψη αποφάσεων για τον περιορισμό, την αναστολή ή τον τερματισμό της παροχής επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει επ’ αυτού να επιτρέπει στους επιχειρηματικούς χρήστες να εξακριβώνουν κατά πόσον υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησης της απόφασης, βελτιώνοντας έτσι τις δυνατότητες των επιχειρηματικών χρηστών να αναζητούν αποτελεσματική προσφυγή, όταν είναι απαραίτητο. ▌Η αιτιολόγηση θα πρέπει να προσδιορίζει ▌ τους λόγους που δικαιολογούν την απόφαση, με βάση τους λόγους τους οποίους ο πάροχος έχει καθορίσει εκ των προτέρων στους όρους και τις προϋποθέσεις του και να παραπέμπει αναλογικά στις σχετικές ειδικές περιστάσεις που οδήγησαν στην απόφαση αυτή, συμπεριλαμβανομένων των κοινοποιήσεων τρίτων. Ωστόσο, ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης δεν θα πρέπει υποχρεωτικώς να δίνει την αιτιολογία όταν περιορίζει, αναστέλλει ή τερματίζει διότι αυτό θα παραβίαζε μια νομική ή κανονιστική υποχρέωση. Επιπλέον, αιτιολογία δεν θα πρέπει να απαιτείται και όταν ο πάροχος αυτός μπορεί να αποδείξει ότι ο συγκεκριμένος επιχειρηματικός χρήστης παραβίασε κατ' επανάληψη τους εφαρμοστέους όρους και προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα τον τερματισμό ολόκληρης της παροχής υπηρεσιών επιγραμμικής διαμεσολάβησης.

(23)  Η διακοπή του συνόλου των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και η σχετική διαγραφή δεδομένων που παρέχονται για τη χρήση επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή που προκύπτουν από την παροχή τους συνιστούν απώλεια σημαντικών πληροφοριών, που θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις για τους επιχειρηματικούς χρήστες, ενώ θα μπορούσε επίσης να μειώσει την δυνατότητά τους να ασκήσουν με τον δέοντα τρόπο άλλα δικαιώματα που τους παρέχει ο παρών κανονισμός. Ως εκ τούτου, ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει να παρέχει στον ενδιαφερόμενο επιχειρηματικό χρήστη αιτιολόγηση με σταθερό μέσο, τουλάχιστον 30 ημέρες προτού τεθεί σε ισχύ η διακοπή της παροχής του συνόλου των οικείων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης. Ωστόσο, όταν νομική ή κανονιστική υποχρέωση επιβάλλει στον πάροχο επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης να διακόψει την παροχή του συνόλου των επιγραμμικών του υπηρεσιών διαμεσολάβησης προς συγκεκριμένο χρήστη, η εν λόγω προθεσμία προειδοποίησης δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται. Ομοίως, η 30ήμερη προθεσμία προειδοποίησης δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης επικαλείται δικαιώματα διακοπής βάσει εθνικής νομοθεσίας σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο τα οποία επιτρέπουν την άμεση διακοπή εάν, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων στη συγκεκριμένη περίπτωση και σταθμίζοντας τα συμφέροντα αμφότερων των μερών, δεν είναι εύλογο να αναμένεται να συνεχιστεί η συμβατική σχέση έως τη συμφωνηθείσα λύση της ή έως τη λήξη της προθεσμίας προειδοποίησης. Τέλος, η 30ήμερη προθεσμία προειδοποίησης δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης μπορεί να αποδείξει μια επαναλαμβανόμενη παράβαση των όρων και προϋποθέσεων. Οι διάφορες εξαιρέσεις από την 30ήμερη προθεσμία προειδοποίησης μπορούν ειδικότερα να προκύψουν σε σχέση με παράνομο ή ακατάλληλο περιεχόμενο, την ασφάλεια ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, απομίμηση/παραποίηση, απάτη, κακόβουλο λογισμικό, ανεπιθύμητα ηλεκτρονικά μηνύματα, παραβιάσεις δεδομένων, άλλους κινδύνους για την κυβερνοασφάλεια ή καταλληλότητα του προϊόντος ή της υπηρεσίας για ανηλίκους. Για λόγους αναλογικότητας, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει, όπου είναι εύλογο και τεχνικά εφικτό, να διαγράφουν μόνο μεμονωμένα προϊόντα ή μεμονωμένες υπηρεσίες ενός επιχειρηματικού χρήστη. Η διακοπή του συνόλου των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης συνιστά το αυστηρότερο από όλα τα μέτρα.

(24)  Η κατάταξη των προϊόντων και των υπηρεσιών από τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης έχει σημαντικό αντίκτυπο στην επιλογή των καταναλωτών και, κατά συνέπεια, στην εμπορική επιτυχία των επιχειρηματικών χρηστών που προσφέρουν τα εν λόγω προϊόντα και τις εν λόγω υπηρεσίες στους καταναλωτές. Η κατάταξη αναφέρεται στη σχετική προβολή που δίδεται στις προσφορές των επιχειρηματικών χρηστών ή στη συνάφεια που αποδίδεται σε αποτελέσματα αναζήτησης όπως παρουσιάζονται, οργανώνονται ή κοινοποιούνται από παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή από παρόχους επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, και προκύπτουν από τη χρήση αλγοριθμικών αλληλουχιών, μηχανισμών αξιολόγησης ή γνωμοδότησης, οπτικών επισημάνσεων ή άλλων μέσων προεκβολής ή συνδυασμών τους. Η προβλεψιμότητα συνεπάγεται ότι οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης καθορίζουν την κατάταξη κατά τρόπο μη αυθαίρετο. Οι πάροχοι θα πρέπει, επομένως, να περιγράφουν εκ των προτέρων τις κύριες παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη, προκειμένου οι επιχειρηματικοί χρήστες να έχουν βελτιωμένη προβλεψιμότητα, να κατανοούν καλύτερα τη λειτουργία του μηχανισμού κατάταξης και να μπορούν να συγκρίνουν τις πρακτικές κατάταξης που εφαρμόζουν οι διάφοροι πάροχοι. Ο ειδικός σχεδιασμός αυτής της υποχρέωσης διαφάνειας είναι σημαντικός για τους επιχειρηματικούς χρήστες, δεδομένου ότι συνεπάγεται τον προσδιορισμό μιας μικρής δέσμης παραμέτρων ως των πλέον συναφών, μέσα από ένα πολύ ευρύτερο φάσμα παραμέτρων με κάποια επίδραση στην κατάταξη. Η αιτιολογημένη αυτή περιγραφή εκτιμάται ότι θα βοηθάει τους επιχειρηματικούς χρήστες να βελτιώνουν την παρουσίαση των προϊόντων ή υπηρεσιών τους ή ορισμένα εγγενή χαρακτηριστικά των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών. Η έννοια της κύριας παραμέτρου θα πρέπει να θεωρείται ότι αναφέρεται σε γενικά κριτήρια, διαδικασίες, συγκεκριμένα σήματα που ενσωματώνονται σε αλγόριθμους ή σε άλλους μηχανισμούς προσαρμογής ή υποβιβασμού που χρησιμοποιούνται σε σχέση με την κατάταξη. ▌

(25)  Η περιγραφή των κύριων παραμέτρων που καθορίζουν την κατάταξη θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει επεξήγηση κάθε δυνατότητας των επιχειρηματικών χρηστών να επηρεάζουν ενεργά την κατάταξη έναντι αμοιβής, καθώς και μία επεξήγηση των σχετικών επιπτώσεων. Η αμοιβή είναι δυνατόν, στο πλαίσιο αυτό, να αφορά πληρωμές με κύριο ή αποκλειστικό σκοπό τη βελτίωση της κατάταξης, καθώς και έμμεση αμοιβή υπό τη μορφή αποδοχής από έναν επιχειρηματικό χρήστη κάθε είδους πρόσθετων υποχρεώσεων με το ίδιο πρακτικό αποτέλεσμα, όπως η χρήση παρεπόμενων υπηρεσιών ή υπηρεσιών κορυφαίων χαρακτηριστικών. Το περιεχόμενο της περιγραφής, μεταξύ άλλων ο αριθμός και το είδος των κύριων παραμέτρων, μπορεί συνεπώς να ποικίλλει ευρέως ανάλογα με τις συγκεκριμένες επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης, αλλά θα πρέπει να παρέχει στους επιχειρηματικούς χρήστες επαρκή κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ο μηχανισμός κατάταξης λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά των πραγματικών προϊόντων ή υπηρεσιών που προσφέρονται από τον επιχειρηματικό χρήστη και τη συνάφειά τους για τους καταναλωτές των συγκεκριμένων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης. Οι δείκτες που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της ποιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών των επιχειρηματικών χρηστών, η χρήση επιμελητών και η ικανότητά τους να επηρεάζουν την κατάταξη των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, ο αντίκτυπος που έχουν στην κατάταξη η αμοιβή και στοιχεία που καθόλου ή ελάχιστα μόνο αφορούν το ίδιο το προϊόν ή την υπηρεσία –π.χ. στοιχεία από την επιγραμμική παρουσίαση της προσφοράς– είναι πιθανά παραδείγματα κύριων παραμέτρων που, όταν περιλαμβάνονται σε μια γενική περιγραφή του μηχανισμού κατάταξης σε απλή και κατανοητή γλώσσα, εκτιμάται ότι θα βοηθά τους επιχειρηματικούς χρήστες να διαμορφώσουν την απαιτούμενη επαρκή κατανόηση της λειτουργίας του μηχανισμού.

(26)  Ομοίως, η κατάταξη των δικτυακών τόπων από τους παρόχους επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, ιδίως εκείνων των δικτυακών τόπων μέσω των οποίων οι επιχειρήσεις προσφέρουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους στους καταναλωτές, έχει σημαντικό αντίκτυπο στην επιλογή των καταναλωτών και στην εμπορική επιτυχία των χρηστών των εν λόγω εταιρικών ιστότοπων. Οι πάροχοι επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει, επομένως, να παρέχουν περιγραφή των κύριων παραμέτρων που καθορίζουν την κατάταξη όλων των ευρετηριασμένων ιστότοπων, και τη σχετική σημασία των εν λόγω κύριων παραμέτρων κατ’ αντιδιαστολή προς άλλες παραμέτρους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των χρηστών εταιρικών ιστότοπων, καθώς και άλλων ιστότοπων. Εκτός από τα χαρακτηριστικά των προϊόντων και των υπηρεσιών και τη σημασία τους για τους καταναλωτές, αυτή η περιγραφή, στην περίπτωση των επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, θα πρέπει επίσης να επιτρέπει στους χρήστες εταιρικών ιστότοπων να κατανοούν επαρκώς κατά πόσον, με ποιον τρόπο και σε ποιο βαθμό συνυπολογίζονται ορισμένα χαρακτηριστικά σχεδιασμού του ιστότοπου που χρησιμοποιούν, όπως η βελτιστοποίηση της απεικόνισης σε κινητές συσκευές τηλεπικοινωνιών. Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει επεξήγηση κάθε δυνατότητας των χρηστών εταιρικών ιστοτόπων να επηρεάζουν ενεργά την κατάταξη έναντι αμοιβής, καθώς και των σχετικών επιπτώσεων. Ελλείψει συμβατικής σχέσης μεταξύ παρόχων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης και χρηστών εταιρικών ιστότοπων, η περιγραφή αυτή θα πρέπει να είναι διαθέσιμη στο κοινό σε προφανή και εύκολα προσβάσιμη θέση στη σχετική επιγραμμική μηχανή αναζήτησης. Χώροι δικτυακών τόπων που απαιτούν από τους χρήστες σύνδεση ή εγγραφή, δεν θα πρέπει να νοούνται ως εύκολα διαθέσιμοι στο κοινό κατ’ αυτήν την έννοια. Προκειμένου να εξασφαλίζεται προβλεψιμότητα για τους χρήστες εταιρικών ιστότοπων, η περιγραφή θα πρέπει επίσης να είναι επικαιροποιημένη, καθώς και να προβλέπεται η δυνατότητα να καθίστανται εύκολα αναγνωρίσιμες τυχόν αλλαγές στις κύριες παραμέτρους. Η ύπαρξη μιας επικαιροποιημένης περιγραφής των κυρίων παραμέτρων θα είναι επίσης προς όφελος και άλλων χρηστών πέρα από τους χρήστες εταιρικών ιστότοπων που χρησιμοποιούν την επιγραμμική μηχανή αναζήτησης. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι πάροχοι επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης μπορούν να αποφασίζουν να επηρεάσουν την κατάταξη σε μία συγκεκριμένη περίπτωση ή να αφαιρέσουν ένα συγκεκριμένο ιστότοπο από την κατάταξη, βάσει κοινοποιήσεων από τρίτα μέρη. Σε αντίθεση με τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, οι πάροχοι επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης δεν μπορούν να υποχρεωθούν, εν απουσία οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης μεταξύ των μερών, να ειδοποιήσουν αυτοί απευθείας έναν χρήστη εταιρικών ιστότοπων για τη διαγραφή ή την αλλαγή στην κατάταξη που έχει γίνει λόγω κοινοποίησης τρίτου μέρους. Εντούτοις, ένας χρήστης εταιρικών ιστότοπων θα πρέπει να μπορεί να επαληθεύσει τα περιεχόμενα της κοινοποίησης που οδήγησε στη συγκεκριμένη περίπτωση αλλαγή κατάταξης ή διαγραφή συγκεκριμένου ιστότοπου, εξετάζοντας τα περιεχόμενα της κοινοποίησης μέσα από μια δημόσια προσβάσιμη επιγραμμική βάση δεδομένων. Τούτο θα μπορούσε να συμβάλει στον περιορισμό των πιθανών καταχρηστικών κοινοποιήσεων εκ μέρους ανταγωνιστών με σκοπό τη διαγραφή.

(27)  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης δεν θα πρέπει να υποχρεούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού να αποκαλύπτουν τη λεπτομερή λειτουργία των μηχανισμών κατάταξής τους, συμπεριλαμβανομένων των αλγορίθμων. Η ικανότητά τους να αντιδρούν στην κακόπιστη χειραγώγηση της κατάταξης από τρίτους, μεταξύ άλλων και προς το συμφέρον του καταναλωτή, ομοίως δεν θα πρέπει να επηρεαστεί αρνητικά. Κάθε γενική περιγραφή των κύριων παραμέτρων κατάταξης θα πρέπει να διαφυλάσσει αυτά τα συμφέροντα, παρέχοντας παράλληλα στους επιχειρηματικούς χρήστες και στους χρήστες εταιρικών ιστοτόπων επαρκή κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της κατάταξης κατά την χρήση συγκεκριμένων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης. Για να επιτευχθεί ο στόχος του παρόντος κανονισμού, συνεπώς, η συνεκτίμηση των εμπορικών συμφερόντων των παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης δεν θα πρέπει ποτέ να οδηγεί σε άρνηση αποκάλυψης των κύριων παραμέτρων που καθορίζουν την κατάταξη. Σε σχέση με τα ανωτέρω, αν και ο παρών κανονισμός δεν θίγει την οδηγία (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(6), η περιγραφή θα πρέπει να βασίζεται τουλάχιστον σε πραγματικά δεδομένα σχετικά με τη συνάφεια των χρησιμοποιούμενων παραμέτρων κατάταξης.

(28)  Η Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξει κατευθυντήριες γραμμές για να βοηθά τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και τους παρόχους επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης να τηρούν τις απαιτήσεις διαφάνειας που καθορίζει ο παρών κανονισμός. Η προσπάθεια αυτή θα συμβάλει στη βελτιστοποίηση του τρόπου με τον οποίο προσδιορίζονται και παρουσιάζονται στους επιχειρηματικούς χρήστες και στους χρήστες εταιρικών ιστότοπων οι κύριες παράμετροι που καθορίζουν την κατάταξη.

(29)  Παρεπόμενα προϊόντα και υπηρεσίες θα πρέπει να κατανοούνται ως προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρθηκαν στον καταναλωτή αμέσως πριν την πρωτοβουλία για περάτωση συναλλαγής σε επιγραμμική υπηρεσία διαμεσολάβησης για να συμπληρώσουν το αρχικό προϊόν ή υπηρεσία που προσφέρθηκε από τον επιχειρηματικό χρήστη. Τα παρεπόμενα προϊόντα και υπηρεσίες που αναφέρονται σε προϊόντα που τυπικά εξαρτώνται και είναι άμεσα συνδεδεμένα με το αρχικό προϊόν ή υπηρεσία ώστε να λειτουργήσουν. Επομένως, ο όρος θα πρέπει να αποκλείει προϊόντα και υπηρεσίες που απλώς πουλήθηκαν επιπρόσθετα με το αρχικό εκάστοτε προϊόν ή υπηρεσία αντί να είναι συμπληρωματικό στη φύση τους. Παραδείγματα παρεπόμενων υπηρεσιών συμπεριλαμβάνουν υπηρεσίες επιδιόρθωσης που αφορούν συγκεκριμένο προϊόν ή οικονομικά προϊόντα, όπως η ασφάλιση ενοικίασης αυτοκινήτου που προσφέρονται για να συμπληρώσουν τα συγκεκριμένα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προσφέρονται από τον επιχειρηματικό χρήστη. Παρομοίως, τα παρεπόμενα προϊόντα μπορεί να συμπεριλαμβάνουν προϊόντα που συμπληρώνουν συγκεκριμένο προϊόν που προσφέρθηκε από επιχειρηματικό χρήστη συνιστώντας μία αναβάθμιση ή ένα εργαλείο προσαρμογής συνδεδεμένο με αυτό το συγκεκριμένο προϊόν. Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης που προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες σε καταναλωτές που συνδέονται με ένα πωληθέν προϊόν ή πωληθείσα υπηρεσία από επιχειρηματικό χρήστη που χρησιμοποίησε την επιγραμμική υπηρεσία διαμεσολάβησης, θα πρέπει να ορίζουν στους όρους και προϋποθέσεις μία περιγραφή με τον τύπο των παρεπόμενων προϊόντων και υπηρεσιών που προσφέρονται. Η εν λόγω περιγραφή θα πρέπει να είναι διαθέσιμη στους όρους και προϋπόθεσες ανεξάρτητα με το εάν το παρεπόμενο αγαθό ή υπηρεσία παρέχεται από τον ίδιο τον πάροχο της επιγραμμικής υπηρεσίας διαμεσολάβησης ή από τρίτο μέρος. Η εν λόγω περιγραφή θα πρέπει να είναι αρκετά διεξοδική ώστε να επιτρέψει σε έναν επιχειρηματικό χρήστη να κατανοήσει εάν κάποιο προϊόν ή υπηρεσία έχει πωληθεί ως παρεπόμενο με το προϊόν η την υπηρεσία του επιχειρηματικού χρήστη. Η περιγραφή δεν θα πρέπει απαραίτητα να συμπεριλαμβάνει το συγκεκριμένο προϊόν η την υπηρεσία, αλλά τον τύπο του προϊόντος που προσφέρθηκε ως συμπληρωματικό στο αρχικό προϊόν του επιχειρηματικού χρήστη. Επιπροσθέτως, η εν λόγω περιγραφή θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να περιλαμβάνει το εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις επιτρέπεται σε έναν επιχειρηματικό χρήστη να προσφέρει τα δικό του παρεπόμενο προϊόν ή υπηρεσία επιπροσθέτως με το αρχικό προϊόν ή υπηρεσία που προσφέρει μέσω της επιγραμμικής υπηρεσίας διαμεσολάβησης.

(30)  Όταν ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης προσφέρει ο ίδιος ορισμένα προϊόντα ή υπηρεσίες σε καταναλωτές μέσω δικών του επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή μέσω επιχειρηματικού χρήστη τον οποίο ελέγχει, ο εν λόγω πάροχος μπορεί να ανταγωνιστεί απευθείας άλλους επιχειρηματικούς χρήστες των επιγραμμικών του υπηρεσιών διαμεσολάβησης οι οποίοι δεν ελέγχονται από αυτόν, πράγμα που μπορεί να προσφέρει στον πάροχο ένα οικονομικό κίνητρο και την ικανότητα να χρησιμοποιεί τον έλεγχό του επί των υπηρεσιών επιγραμμικής διαμεσολάβησης ώστε να παρέχει τεχνικά ή οικονομικά πλεονεκτήματα στη δική του προσφορά ή στην προσφορά που προσφέρει μέσω επιχειρηματικού χρήστη που αυτός ελέγχει, που θα μπορούσε να αρνηθεί σε ανταγωνιστές επιχειρηματικούς χρήστες. Μια τέτοια συμπεριφορά θα μπορούσε να υπονομεύσει τον θεμιτό ανταγωνισμό και να περιορίσει τις επιλογές των καταναλωτών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ειδικότερα, είναι σημαντικό ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης να ενεργεί κατά τρόπο διαφανή και να παρέχει την κατάλληλη περιγραφή και τις παραμέτρους πίσω από κάθε διαφοροποιημένη μεταχείριση, με τη χρήση νομικών, εμπορικών ή τεχνικών μέσων, π.χ. ρυθμίσεων στα συστήματα λειτουργίας, που ευνοεί προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρει ο ίδιος ο πάροχος σε σύγκριση με προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρουν οι επιχειρηματικοί χρήστες. Για να εξασφαλίζεται η αναλογικότητα, η υποχρέωση αυτή θα πρέπει να ισχύει στο επίπεδο των συνολικών επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και όχι στο επίπεδο μεμονωμένων προϊόντων ή υπηρεσιών που προσφέρονται μέσω αυτών των υπηρεσιών.

(31)  Όταν πάροχος επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης προσφέρει ο ίδιος ορισμένα προϊόντα ή υπηρεσίες σε καταναλωτές μέσω των δικών του επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης ή μέσω χρήστη εταιρικού ιστοτόπου τον οποίο ελέγχει, ο εν λόγω πάροχος μπορεί να ανταγωνιστεί απευθείας άλλους μη ελεγχόμενους από αυτόν χρήστες εταιρικών ιστοτόπων που χρησιμοποιούν τις δικές του επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ειδικότερα, είναι σημαντικό ο πάροχος επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης να ενεργεί κατά τρόπο διαφανή και να παρέχει, με τη χρήση νομικών, εμπορικών ή τεχνικών μέσων, περιγραφή κάθε τυχόν διαφοροποιημένης μεταχείρισης των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσφέρει ο ίδιος, ή μέσω χρήστη εταιρικού ιστοτόπου υπό τον έλεγχό του, σε σύγκριση με προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρουν οι χρήστες ανταγωνιστικών εταιρικών ιστοτόπων. Για λόγους αναλογικότητας, η υποχρέωση αυτή θα πρέπει να έχει εφαρμογή σε επίπεδο επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης συνολικά και όχι σε επίπεδο μεμονωμένων προϊόντων ή υπηρεσιών προσφερόμενων μέσω αυτών των υπηρεσιών.

(32)  Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καλύπτει τους ειδικούς συμβατικούς όρους, ειδικά σε καταστάσεις άνισης διαπραγματευτικής ισχύος, ώστε οι συμβατικές σχέσεις να λειτουργούν σε πλαίσιο καλής πίστης και χρηστών συναλλακτικών ηθών. Η προβλεψιμότητα και η διαφάνεια απαιτούν να παρέχεται στους επιχειρηματικούς χρήστες μια πραγματική ευκαιρία να εξοικειωθούν με τις αλλαγές στους όρους και τις προϋποθέσεις, που θα πρέπει επομένως να μην επιβάλλονται με αναδρομική ισχύ, εκτός κι αν βασίζονται σε νομική ή κανονιστική υποχρέωση ή είναι επωφελείς για αυτούς. Θα πρέπει επί πλέον να εξηγηθούν στους επιχειρηματικούς χρήστες με σαφήνεια οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να λυθεί η συμβατική σχέση τους με παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης. Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει να μεριμνούν ώστε οι προϋποθέσεις λύσης να είναι πάντα αναλογικές και να μπορούν να ενεργοποιηθούν χωρίς αδικαιολόγητη δυσκολία. Τέλος, οι επιχειρηματικοί χρήστες θα πρέπει να λαμβάνουν πλήρη ενημέρωση για κάθε πρόσβαση που μετά τη λήξη της σύμβασης οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης διατηρούν σε πληροφορίες που ο επιχειρηματικός χρήστης παρέχει ή δημιουργεί στο πλαίσιο της χρήσης των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης.

(33)  Η δυνατότητα πρόσβασης και χρήσης δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μπορεί να καταστήσει εφικτή τη δημιουργία σημαντικής αξίας στην οικονομία των επιγραμμικών πλατφορμών, τόσο εν γένει όσο και για τους επιχειρηματικούς χρήστες και τις επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης που εμπλέκονται. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης να παρέχουν στους επιχειρηματικούς χρήστες σαφή περιγραφή του πεδίου εφαρμογής, της φύσης και των όρων πρόσβασης και χρήσης ορισμένων κατηγοριών δεδομένων. Η περιγραφή θα πρέπει να είναι αναλογική και ενδεχομένως να αναφέρεται στις γενικές συνθήκες πρόσβασης και όχι σε εξαντλητική ταυτοποίηση πραγματικών δεδομένων ή κατηγοριών δεδομένων. Ωστόσο, η περιγραφή θα μπορούσε να περιλαμβάνει την ταυτοποίηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων πρόσβασης σε ορισμένους τύπους πραγματικών δεδομένων που ίσως είναι εξαιρετικά σημαντικά για τους επιχειρηματικούς χρήστες. Τα δεδομένα αυτά θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν αξιολογήσεις και επισκοπήσεις που οι επιχειρηματικοί χρήστες συγκεντρώνουν στις επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης. Συνολικά, η περιγραφή θα πρέπει να επιτρέπει στους επιχειρηματικούς χρήστες να ▌ κατανοούν κατά πόσον δύνανται να χρησιμοποιούν τα δεδομένα για να ενισχύσουν τη δημιουργία αξίας τους, ενδεχομένως διατηρώντας υπηρεσίες δεδομένων τρίτων μερών ▌.

(34)  Στο ίδιο πνεύμα, είναι σημαντικό να κατανοούν οι επιχειρηματικοί χρήστες κατά πόσον ο πάροχος διαμοιράζεται με τρίτους δεδομένα που ο επιχειρηματικός χρήστης δημιουργεί με τη χρήση της υπηρεσίας διαμεσολάβησης. Οι επιχειρηματικοί χρήστες θα πρέπει ειδικότερα να λαμβάνουν γνώση κάθε διαμοιρασμού δεδομένων με τρίτους που γίνεται για σκοπούς που είναι αναγκαίοι όχι για την εύρυθμη λειτουργία των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, π.χ. για να εξαργυρώσει ο πάροχος τα δεδομένα για εμπορικούς λόγους. Για να έχουν οι επιχειρηματικοί χρήστες τη δυνατότητα να ασκούν πλήρως τα διαθέσιμα δικαιώματα επηρεασμού του εν λόγω διαμοιρασμού δεδομένων, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει επίσης να είναι ξεκάθαροι ως προς οποιαδήποτε δυνατότητα μη συμμετοχής σε διαμοιρασμό δεδομένων, εάν υπάρχει τέτοια επιλογή στη συμβατική σχέση με τον επιχειρηματικό χρήστη.

(35)  Οι απαιτήσεις αυτές δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως οποιαδήποτε υποχρέωση των παρόχων των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης να διαδίδουν ή να μη διαδίδουν προσωπικά ή μη προσωπικά δεδομένα στους επιχειρηματικούς χρήστες τους. Ωστόσο, τα μέτρα διαφάνειας θα μπορούσαν να συμβάλουν σε ένα μεγαλύτερο διαμοιρασμό δεδομένων και να ενισχύσουν, ως βασική πηγή καινοτομίας και οικονομικής μεγέθυνσης, τους στόχους για τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού χώρου δεδομένων. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το ενωσιακό νομικό πλαίσιο για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και για τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, και ιδίως σύμφωνη με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679(7), την οδηγία (ΕΕ) 2016/680(8), και την οδηγία 2002/58/ΕΚ(9) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

(36)  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να περιορίσουν στους όρους και τις προϋποθέσεις τους τη δυνατότητα των επιχειρηματικών χρηστών να προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες στους καταναλωτές υπό ευνοϊκότερους όρους με μέσα διαφορετικά από τις εν λόγω επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης. Στις περιπτώσεις αυτές, οι ενδιαφερόμενοι πάροχοι οφείλουν να αναφέρουν τους λόγους που δικαιολογούν τους εν λόγω περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις κύριες οικονομικές, εμπορικές ή νομικές πτυχές των περιορισμών. Ωστόσο, η εν λόγω υποχρέωση διαφάνειας δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι επηρεάζει την εκτίμηση νομιμότητας των προαναφερόμενων περιορισμών βάσει άλλων πράξεων του δικαίου της Ένωσης ή του δικαίου των κρατών μελών που τηρεί το δίκαιο της Ένωσης, μεταξύ άλλων, στους τομείς του ανταγωνισμού και των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, καθώς και την εφαρμογή του εν λόγω δικαίου.

(37)  Για να είναι σε θέση οι επιχειρηματικοί χρήστες, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν υποστεί περιορισμό, αναστολή ή διακοπή της χρήσης των σχετικών επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, να έχουν πρόσβαση σε άμεσες, κατάλληλες και αποτελεσματικές δυνατότητες προσφυγής, οι πάροχοι των υπηρεσιών αυτών θα πρέπει να προβλέπουν εσωτερικό σύστημα διεκπεραίωσης καταγγελιών. Το εν λόγω εσωτερικό σύστημα διεκπεραίωσης καταγγελιών θα πρέπει να είναι θεμελιωμένο στις αρχές της ίσης μεταχείρισης σε αντίστοιχες καταστάσεις, και να αποσκοπεί στο να διασφαλίζει ότι σημαντικό ποσοστό των καταγγελιών μπορεί να επιλύεται διμερώς από τον πάροχο των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και από τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματικό χρήστη μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης μπορούν να διατηρήσουν σε ισχύ κατά τη διάρκεια της καταγγελίας την απόφαση που έχουν λάβει. Κάθε προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας μέσα από την εσωτερική διαδικασία διεκπεραίωσης καταγγελιών δεν επηρεάζει το δικαίωμα των παρόχων των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή των επιχειρηματικών χρηστών να κινήσουν δικαστικές διαδικασίες ανά πάσα στιγμή κατά ή μετά την εσωτερική διαδικασία διεκπεραίωσης καταγγελιών. Επιπλέον, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει να δημοσιεύουν και να επαληθεύουν τουλάχιστον μια φορά κατ’ έτος πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του εσωτερικού τους συστήματος διεκπεραίωσης καταγγελιών για να βοηθούν τους επιχειρηματικούς χρήστες να κατανοούν τους κύριους τύπους ζητημάτων που ενδέχεται να προκύψουν στο πλαίσιο της παροχής διαφορετικών επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και τη δυνατότητα επίτευξης γρήγορης και αποτελεσματικής διμερούς λύσης.

(38)  Στόχος των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού που αφορούν τα εσωτερικά συστήματα διεκπεραίωσης καταγγελιών είναι η εξασφάλιση περιθωρίου ευελιξίας για τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης κατά τη λειτουργία των εν λόγω συστημάτων και την αντιμετώπιση μεμονωμένων καταγγελιών, ώστε να ελαχιστοποιείται ο διοικητικός φόρτος. Επιπλέον, τα εσωτερικά συστήματα διεκπεραίωσης καταγγελιών θα πρέπει να επιτρέπουν στους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης να αντιμετωπίζουν, όταν είναι απαραίτητο, κατά αναλογικό τρόπο τυχόν κακόπιστη χρήση των προαναφερόμενων συστημάτων που ενδέχεται να επιδιώξουν ορισμένοι επιχειρηματικοί χρήστες. ▌ Υπό το πρίσμα των δαπανών δημιουργίας και λειτουργίας τέτοιων συστημάτων, είναι σκόπιμο να εξαιρεθούν από τις υποχρεώσεις αυτές οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης που συνιστούν μικρές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής(10). Οι κανόνες ενοποίησης που καθορίζονται στην εν λόγω σύσταση διασφαλίζουν ότι αποτρέπεται οποιαδήποτε καταστρατήγηση. Από την απαλλαγή αυτή δεν θα πρέπει να θίγεται το δικαίωμα των εν λόγω επιχειρήσεων να δημιουργήσουν, σε προαιρετική βάση, εσωτερικό σύστημα διεκπεραίωσης καταγγελιών, το οποίο να συμμορφώνεται με τα κριτήρια που ορίζει ο παρών κανονισμός.

(39)  Η χρήση της λέξης «εσωτερικά» δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι εμποδίζει την ανάθεση εσωτερικού συστήματος διεκπεραίωσης καταγγελιών σε εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών ή άλλη εταιρική δομή, εάν ο πάροχος υπηρεσιών ή άλλη εταιρική δομή έχει πλήρη εξουσιοδότηση και ικανότητα να διασφαλίζει τη συμμόρφωση του εσωτερικού συστήματος διεκπεραίωσης καταγγελιών με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

(40)  Η διαμεσολάβηση μπορεί να προσφέρει στους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και στους επιχειρηματικούς τους χρήστες ένα μέσο για ικανοποιητική επίλυση διαφορών, χωρίς να χρειάζεται να προσφύγουν σε δικαστικές διαδικασίες που μπορεί να είναι μακροχρόνιες και δαπανηρές. Ως εκ τούτου, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει να διευκολύνουν τη διαμεσολάβηση, ιδίως με τον καθορισμό τουλάχιστον δύο δημόσιων ή ιδιωτικών διαμεσολαβητών με τους οποίους είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν. Ο ελάχιστος αριθμός των διαμεσολαβητών που καθορίζονται αποσκοπεί στη διασφάλιση της ουδετερότητάς τους. Ο καθορισμός διαμεσολαβητών που παρέχουν τις υπηρεσίες τους από τοποθεσία εκτός της Ένωσης θα πρέπει να επιτρέπεται, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται ότι η χρήση των εν λόγω υπηρεσιών δεν στερεί με κανέναν απολύτως τρόπο από τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματικούς χρήστες οποιαδήποτε έννομη προστασία που τους προσφέρεται βάσει του δικαίου της Ένωσης ή του δικαίου των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού και του εφαρμοστέου δικαίου σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και του εμπορικού απορρήτου. Προκειμένου να είναι προσβάσιμοι, δίκαιοι και όσο το δυνατόν πιο γρήγοροι, αποτελεσματικοί και αποδοτικοί, οι εν λόγω διαμεσολαβητές θα πρέπει να πληρούν ορισμένα καθορισμένα κριτήρια. Ωστόσο, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και οι επιχειρηματικοί χρήστες τους θα πρέπει να παραμένουν ελεύθεροι να καθορίζουν από κοινού οποιονδήποτε διαμεσολαβητή της επιλογής τους όταν ανακύψει διαφορά μεταξύ τους. Σύμφωνα με την οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(11), η προβλεπόμενη στον παρόντα κανονισμό διαμεσολάβηση θα πρέπει να αποτελεί εθελοντική διαδικασία με την έννοια ότι τα ίδια τα μέρη είναι υπεύθυνα για τη διαδικασία και μπορούν να την εκκινήσουν και να την τερματίσουν ανά πάσα στιγμή. Παρά τον προαιρετικό χαρακτήρα της, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει να εξετάζουν καλόπιστα τις αιτήσεις προσφυγής στη διαμεσολάβηση την οποία προβλέπει ο παρών κανονισμός.

(41)  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει να αναλαμβάνουν εύλογο ποσοστό των συνολικών δαπανών της διαμεσολάβησης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της εκάστοτε υπόθεσης. Για τον σκοπό αυτό, ο διαμεσολαβητής θα πρέπει να προτείνει το εύλογο για την εκάστοτε υπόθεση ποσοστό. Λόγω των δαπανών και του διοικητικού φόρτου που συνδέονται με την ανάγκη να καθορίζουν οι όροι και οι προϋποθέσεις τους διαμεσολαβητές, σκόπιμο είναι να εξαιρεθούν από την υποχρέωση αυτή οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης που αποτελούν μικρές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής. Οι κανόνες ενοποίησης που καθορίζονται στην εν λόγω σύσταση διασφαλίζουν ότι αποτρέπεται οποιαδήποτε καταστρατήγηση της εν λόγω υποχρέωσης. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα πρέπει να θίγεται το δικαίωμα των εν λόγω επιχειρήσεων να καθορίζουν στους όρους και τις προϋποθέσεις τους διαμεσολαβητές που να συμμορφώνονται με τα κριτήρια που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(42)  Εφόσον οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει πάντα να καθορίζουν τους διαμεσολαβητές με τους οποίους επιθυμούν να συνεργαστούν, και θα πρέπει να ενεργούν καλόπιστα κατά τη διάρκεια κάθε προσπάθειας διαμεσολάβησης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, οι υποχρεώσεις αυτές θα πρέπει να τεθούν κατά τρόπο που να αποτρέπει την κατάχρηση του συστήματος διαμεσολάβησης από τους επιχειρηματικούς χρήστες. Οι επιχειρηματικοί χρήστες θα πρέπει επίσης να υποχρεούνται να προσφεύγουν σε διαμεσολάβηση με καλή πίστη. Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να προσφύγουν σε διαμεσολάβηση όταν ο επιχειρηματικός χρήστης ασκεί αίτηση διαμεσολάβησης για θέμα το οποίο αυτός είχε παλαιότερα υποβάλει σε διαμεσολάβηση και ο διαμεσολαβητής είχε κρίνει ότι σε εκείνη την υπόθεση ο επιχειρηματικός χρήστης δεν είχε ενεργήσει καλόπιστα. Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης επίσης δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να προσφύγουν σε διαμεσολάβηση για επιχειρηματικούς χρήστες που έχουν υποβάλει στον διαμεσολαβητή επανειλημμένες ανεπιτυχείς αιτήσεις διαμεσολάβησης. Οι εν λόγω εξαιρετικές καταστάσεις δεν θα πρέπει να περιορίζουν τη δυνατότητα του επιχειρηματικού χρήστη να υποβάλει για διαμεσολάβηση μια υπόθεση εάν, όπως θα εξακριβώσει ο διαμεσολαβητής, το θέμα της διαμεσολάβησης δεν σχετίζεται με τις προηγούμενες υποθέσεις.

(43)  Προκειμένου να διευκολύνεται η επίλυση διαφορών που σχετίζονται με την παροχή επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης στην Ένωση, η Επιτροπή θα πρέπει, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη, να ενθαρρύνει τη σύσταση εξειδικευμένων οργανισμών διαμεσολάβησης, οι οποίοι προς το παρόν δεν υπάρχουν. Η συμμετοχή διαμεσολαβητών που διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις στις επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης, καθώς και στους ειδικούς τομείς του κλάδου εντός των οποίων παρέχονται οι εν λόγω υπηρεσίες, αναμένεται ότι θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη αμφότερων των συμβαλλόμενων μερών στη διαδικασία διαμεσολάβησης και ότι θα αυξήσει την πιθανότητα ταχείας, δίκαιης και ικανοποιητικής έκβασης της διαδικασίας.

(44)  Διάφοροι παράγοντες, όπως περιορισμένα οικονομικά μέσα, ο φόβος αντιποίνων και ρήτρες στους όρους και τις προϋποθέσεις περί αποκλειστικής επιλογής δικαίου και αρμοδίου δικαστηρίου, μπορούν να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων δυνατοτήτων προσφυγής, ιδίως εκείνων που απαιτούν από τους επιχειρηματικούς χρήστες ή τους χρήστες εταιρικών ιστότοπων να ενεργούν μεμονωμένα και επώνυμα. Για την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στις οργανώσεις, τις ενώσεις που εκπροσωπούν επιχειρηματικούς χρήστες ή χρήστες εταιρικών ιστότοπων καθώς και σε ορισμένους δημόσιους οργανισμούς που είναι εγκατεστημένοι στα κράτη μέλη, να προσφεύγουν στα εθνικά δικαστήρια σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών διαδικαστικών απαιτήσεων. Η εν λόγω προσφυγή ενώπιον εθνικών δικαστηρίων θα πρέπει να αποσκοπεί στη διακοπή ή την απαγόρευση των παραβιάσεων των κανόνων του παρόντος κανονισμού και στην πρόληψη μελλοντικών ζημιών που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τις βιώσιμες επιχειρηματικές σχέσεις στην οικονομία των επιγραμμικών πλατφορμών. Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω οργανώσεις ή ενώσεις θα ασκούν το δικαίωμα αυτό αποτελεσματικά και με κατάλληλο τρόπο, θα πρέπει να πληρούν ορισμένα κριτήρια. Ειδικότερα, πρέπει να έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, να μην έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα και να επιδιώκουν τους στόχους τους σε μόνιμη βάση. Σκοπός των απαιτήσεων αυτών είναι να αποτρέπουν οποιαδήποτε ad hoc σύσταση οργανώσεων ή ενώσεων με σκοπό κάποια συγκεκριμένη ενέργεια ή ειδικές δράσεις, ή την αποκόμιση κερδών. Επί πλέον θα πρέπει να υπάρχει μέριμνα ώστε στις αποφάσεις που λαμβάνουν οι εν λόγω οργανώσεις ή ενώσεις να μην ασκείται αθέμιτη επιρροή από τρίτους παρόχους χρηματοδότησης. Προς αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, θα πρέπει ειδικότερα να αποτραπεί το ενδεχόμενο να υπόκεινται οι οργανώσεις ή ενώσεις που εκπροσωπούν επιχειρηματικούς χρήστες ή χρήστες εταιρικών ιστότοπων σε αθέμιτη επιρροή από παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης. Η πλήρης και δημόσια κοινοποίηση πληροφοριών περί μελών και πηγής της χρηματοδότησης εκτιμάται ότι θα διευκολύνει τα εθνικά δικαστήρια να αξιολογούν κατά πόσον πληρούνται τα κριτήρια επιλεξιμότητας. Λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου καθεστώτος των αρμόδιων δημόσιων φορέων στα κράτη μέλη όπου έχουν συσταθεί τέτοιοι φορείς, θα πρέπει μόνο να απαιτείται να έχει ανατεθεί ειδικά στους εν λόγω φορείς, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου, να ασκούν προσφυγές που είτε εξυπηρετούν το συλλογικό συμφέρον των ενδιαφερόμενων μερών είτε εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον, χωρίς όμως να απαιτείται η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών στους εν λόγω δημόσιους φορείς. Οποιεσδήποτε τέτοιες ενέργειες δεν θα πρέπει επ’ ουδενί να επηρεάζουν τα δικαιώματα των επιχειρηματικών χρηστών και των χρηστών εταιρικών ιστότοπων να προσφεύγουν μεμονωμένα στα δικαστήρια.

(45)  Η ταυτότητα των οργανώσεων, των ενώσεων και των δημοσίων οργανισμών που, κατά την άποψη των κρατών μελών, θα πρέπει να νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή. Κατά τη διάρκεια της κοινοποίησης αυτής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να κάνουν ειδική αναφορά στις σχετικές εθνικές διατάξεις βάσει των οποίων συστάθηκε η οργάνωση, η ένωση ή ο δημόσιος φορέας και, ανάλογα με την περίπτωση, να παραπέμπουν στο σχετικό δημόσιο μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένη η οργάνωση ή η ένωση. Η εν λόγω επιπρόσθετη επιλογή ορισμού από τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπει ένα συγκεκριμένο επίπεδο ασφάλειας δικαίου και προβλεψιμότητας στο οποίο να μπορούν οι επιχειρηματικοί χρήστες και οι χρήστες εταιρικών ιστοτόπων να βασιστούν. Συγχρόνως, αποσκοπεί στο να καταστήσει τις δικαστικές διαδικασίες αποτελεσματικότερες και συνοπτικότερες, κάτι που κρίνεται σκόπιμο στο πλαίσιο αυτό. Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει τη δημοσίευση του καταλόγου αυτών των οργανώσεων, ενώσεων και δημόσιων φορέων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο κατάλογος θα πρέπει να χρησιμεύει ως μαχητό τεκμήριο της νομικής ικανότητας της προσφεύγουσας οργάνωσης, ένωσης ή δημόσιου φορέα. Σε περίπτωση αμφισβήτησης όσον αφορά κάποιον ορισμό, το κράτος μέλος που προέβη στον ορισμό οργάνωσης, ένωσης ή δημόσιου φορέα οφείλει να διερευνήσει την αμφισβήτηση αυτή. Οι οργανώσεις, οι ενώσεις και οι δημόσιοι φορείς που δεν έχουν ορισθεί από κράτος μέλος πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν στα εθνικά δικαστήρια, μετά από εξέταση της νομικής ικανότητας σύμφωνα με τα κριτήρια του παρόντος κανονισμού.

(46)  Θα πρέπει να υποχρεούνται τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την επαρκή και αποτελεσματική επιβολή του παρόντος κανονισμού. Δεδομένου ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ήδη διαφορετικά συστήματα επιβολής, δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να συγκροτήσουν νέους εθνικούς φορείς επιβολής. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αναθέσουν σε υφιστάμενες αρχές, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, την επιβολή του παρόντος κανονισμού. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν αυτεπάγγελτη επιβολή ή να επιβάλλουν πρόστιμα.

(47)  Η Επιτροπή θα πρέπει να εποπτεύει διαρκώς την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη. Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει η Επιτροπή να επιδιώξει τη δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου ανταλλαγής πληροφοριών αξιοποιώντας ήδη υφιστάμενους φορείς εμπειρογνωμοσύνης, κέντρα αριστείας, καθώς και το Παρατηρητήριο για την οικονομία των επιγραμμικών πλατφορμών. Στο πλαίσιο αυτό τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατόπιν παραγγελίας, να παράσχουν στην Επιτροπή κάθε συναφή πληροφορία που διαθέτουν. Τέλος, το έργο αυτό εκτιμάται ότι θα ωφεληθεί από τη συνολική αυξημένη διαφάνεια που ο παρών κανονισμός επιδιώκει να επιτύχει στις εμπορικές σχέσεις μεταξύ επιχειρηματικών χρηστών και παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και μεταξύ χρηστών εταιρικών ιστότοπων και οι επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης. Για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων της παρακολούθησης και της επανεξέτασης βάσει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να επιδιώξει να συλλέξει πληροφορίες από τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης. Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης θα πρέπει να συνεργάζονται καλόπιστα διευκολύνοντας τη συλλογή αυτών των δεδομένων, κατά περίπτωση.

(48)  Οι κώδικες δεοντολογίας που καταρτίζονται είτε από τους οικείους παρόχους υπηρεσιών είτε από οργανώσεις ή ενώσεις που τους εκπροσωπούν, μπορούν να συμβάλλουν στην ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και θα πρέπει, συνεπώς, να ενθαρρύνονται. Κατά την κατάρτιση των εν λόγω κωδίκων δεοντολογίας, σε συνεννόηση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των σχετικών τομέων, καθώς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων. Οι εν λόγω κώδικες δεοντολογίας θα πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο.

(49)  Η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα τον παρόντα κανονισμό και να παρακολουθεί στενά τα αποτελέσματά του στην οικονομία των επιγραμμικών πλατφορμών, ιδίως προκειμένου να καθορίζεται η ανάγκη τροποποιήσεων υπό το πρίσμα σχετικών τεχνολογικών ή εμπορικών εξελίξεων. Η ανωτέρω αξιολόγηση θα πρέπει να περιλαμβάνει τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στους επιχειρηματικούς χρήστες από τη γενική χρήση των περί δικαίου και αρμοδίου δικαστηρίου διατάξεων που προσδιορίζονται μονομερώς στους όρους και τις προϋποθέσεις από τον πάροχο των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης. Για να αποτυπώνει μια ευρεία εικόνα των εξελίξεων στον κλάδο, η αξιολόγηση θα πρέπει να συνεκτιμά τις εμπειρίες των κρατών μελών και των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών. Η ομάδα εμπειρογνωμόνων για το Παρατηρητήριο της οικονομίας των επιγραμμικών πλατφορμών που συστάθηκε βάσει της απόφασης C(2018)2393 της Επιτροπής έχει κεντρικό ρόλο στην εκπόνηση της αξιολόγησης του παρόντος κανονισμού από την Επιτροπή. Θα πρέπει συνεπώς η Επιτροπή να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις γνώμες και τις εκθέσεις που της υποβάλλει η ανωτέρω ομάδα. Μετά από κάθε τέτοια αξιολόγηση, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα. Περαιτέρω μέτρα, μεταξύ άλλων και νομοθετικής φύσης, ενδέχεται να ενδείκνυνται εάν και όταν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού αποδειχθούν ανεπαρκείς για την κατάλληλη αντιμετώπιση τυχόν συνεχιζόμενων ανισορροπιών και αθέμιτων εμπορικών πρακτικών στον κλάδο.

(50)  Κατά την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν περισσότερο υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες, σύμφωνα με τους στόχους της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες(12).

(51)  Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η διασφάλιση δίκαιου, προβλέψιμου, βιώσιμου και αξιόπιστου επιγραμμικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος εντός της εσωτερικής αγοράς δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να αποφασίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(52)  Ο παρών κανονισμός επιδιώκει να διασφαλίσει τον πλήρη σεβασμό του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης όπως ορίζεται στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και να προωθήσει την εφαρμογή της ελεύθερης άσκησης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων όπως ορίζεται στο άρθρο 16 του Χάρτη,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.  Σκοπός του παρόντος κανονισμού είναι να συμβάλει στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς θεσπίζοντας κανόνες που εξασφαλίζουν κατάλληλη διαφάνεια, αμεροληψία και δυνατότητα αποτελεσματικής προσφυγής σε επιχειρηματικούς χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και χρήστες εταιρικών ιστότοπων, σε σχέση με επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης.

2.  Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης και τις επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης που παρέχονται ή προσφέρονται προς παροχή στους επιχειρηματικούς χρήστες και τους χρήστες εταιρικών ιστότοπων, αντίστοιχα, που είναι εγκατεστημένοι ή διαμένουν στην Ένωση και οι οποίοι προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες, μέσω των εν λόγω επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, σε καταναλωτές που βρίσκονται στην Ένωση, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασης ή διαμονής των παρόχων των εν λόγω υπηρεσιών και ανεξαρτήτως του κατά τα άλλα εφαρμοστέου δικαίου.

3.  Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε υπηρεσίες επιγραμμικών πληρωμών ή σε εργαλεία επιγραμμικής διαφήμισης ή σε επιγραμμικές δημοπρασίες διαφημίσεων που δεν παρέχονται με σκοπό τη διευκόλυνση της έναρξης άμεσων συναλλαγών και δεν συνεπάγονται συμβατική σχέση με τους καταναλωτές.

4.  Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τους εθνικούς νόμους που, σε συμφωνία με το ενωσιακό δίκαιο, απαγορεύουν ή τιμωρούν τις μονομερείς ενέργειες ή τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές όταν οι πτυχές αυτές δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει το εθνικό αστικό δίκαιο, και ιδιαίτερα το δίκαιο των συμβάσεων, όπως τους κανόνες σχετικά με την ισχύ, την κατάρτιση, τα αποτελέσματα ή τη λύση μιας σύμβασης, στο μέτρο που οι εθνικοί κανόνες του αστικού δικαίου είναι σύμφωνοι με το ενωσιακό δίκαιο και στον βαθμό που οι σχετικές πτυχές δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

5.  Ο παρών κανονισμός δεν θίγει το ενωσιακό δίκαιο και ειδικότερα το ενωσιακό δίκαιο που ισχύει στους τομείς της δικαστικής συνεργασίας επί αστικών υποθέσεων, του ανταγωνισμού, της προστασίας των δεδομένων, της προστασίας των εμπορικών απορρήτων, της προστασίας των καταναλωτών, του ηλεκτρονικού εμπορίου και των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)  «επιχειρηματικός χρήστης»: κάθε φυσικό πρόσωπο που ενεργεί υπό εμπορική ή επαγγελματική ιδιότητα ή κάθε νομικό πρόσωπο το οποίο προσφέρει προϊόντα ή υπηρεσίες, μέσω επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, σε καταναλωτές για σκοπούς σχετικούς με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα·

2)  «επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης»: υπηρεσίες που πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  αποτελούν υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(13)·

β)  επιτρέπουν στους επαγγελματικούς χρήστες να προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες σε καταναλωτές προκειμένου να διευκολύνουν την έναρξη άμεσων συναλλαγών μεταξύ των εν λόγω επιχειρηματικών χρηστών και των καταναλωτών, ανεξαρτήτως του τόπου όπου διενεργούνται τελικά οι εν λόγω συναλλαγές·

γ)  παρέχονται σε επιχειρηματικούς χρήστες βάσει συμβατικής σχέσης μεταξύ ▌του παρόχου των εν λόγω υπηρεσιών και ▌ των επιχειρηματικών χρηστών οι οποίοι προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες σε καταναλωτές·

3)  «πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει ή προσφέρεται να παρέχει επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης σε επιχειρηματικούς χρήστες·

4)  «καταναλωτής»: κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα·

5)  «επιγραμμική μηχανή αναζήτησης»: ψηφιακή υπηρεσία που επιτρέπει στους χρήστες να υποβάλλουν ερωτήματα για να πραγματοποιούν αναζητήσεις κατ’ αρχήν σε όλους τους ιστότοπους ή σε όλους τους ιστότοπους συγκεκριμένης γλώσσας βάσει ερωτήματος για οποιοδήποτε θέμα, με τη μορφή λέξης-κλειδιού, φωνητικής εντολής, φράσης ή άλλων εισερχόμενων δεδομένων, και επιστρέφει υπό οιαδήποτε μορφή αποτελέσματα όπου μπορούν να ανευρεθούν πληροφορίες σχετικές με το περιεχόμενο που έχει ζητηθεί·

6)  «πάροχος επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει ή προσφέρεται να παρέχει υπηρεσίες επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης σε καταναλωτές·

7)  «χρήστης εταιρικού ιστότοπου»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί μια επιγραμμική διεπαφή, ήτοι οποιοδήποτε λογισμικό, συμπεριλαμβανομένου ενός ιστότοπου ή μέρους αυτού, και εφαρμογές, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμογών για κινητές συσκευές, για να προσφέρει προϊόντα ή υπηρεσίες σε καταναλωτές για σκοπούς σχετικούς με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα·

8)  «κατάταξη»: η σχετική προβολή που δίδεται σε προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται ▌ μέσω επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, ή ο βαθμός συνάφειας που απονέμεται από τις επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης στα αποτελέσματα αναζήτησης, όπως παρουσιάζονται, οργανώνονται ή κοινοποιούνται ▌ από παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή από παρόχους επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, αντίστοιχα, ανεξαρτήτως των τεχνολογικών μέσων που χρησιμοποιούνται για την παρουσίαση, την οργάνωση ή την κοινοποίηση·

9)  «έλεγχος»: η κυριότητα ή δυνατότητα καθοριστικού επηρεασμού μιας επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου(14)·

10)  «όροι και προϋποθέσεις»: όλοι οι όροι και οι προϋποθέσεις ή προδιαγραφές, ανεξάρτητα από την ονομασία ή τη μορφή τους, που διέπουν τη συμβατική σχέση μεταξύ του παρόχου επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και των επιχειρηματικών τους χρηστών και καθορίζονται μονομερώς από τον πάροχο επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης. Το κατά πόσον οι όροι και οι προϋποθέσεις έχουν οριστεί μονομερώς εκτιμάται με βάση μια συνολική αξιολόγηση όπου το σχετικό μέγεθος των ενδιαφερόμενων μερών, το γεγονός ότι υπήρξε διαπραγμάτευση, ή ότι ορισμένες από τις διατάξεις της ενδέχεται να έχουν αποτελέσει αντικείμενο μιας τέτοιας διαπραγμάτευσης και να έχουν οριστεί από κοινού από τον πάροχο και τον επιχειρηματικό χρήστη, δεν είναι από μόνο του καθοριστικό·

11)  «παρεπόμενα προϊόντα και υπηρεσίες»: τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που, πριν από την ολοκλήρωση μιας συναλλαγής που ξεκίνησε στην επιγραμμική υπηρεσία διαμεσολάβησης, προσφέρονται στον καταναλωτή επιπροσθέτως και συμπληρωματικώς προς το κύριο προϊόν ή υπηρεσία που προσφέρεται από τον επιχειρηματικό χρήστη μέσω της επιγραμμικής υπηρεσίας διαμεσολάβησης·

12)  «διαμεσολάβηση»: κάθε διαρθρωμένη διαδικασία, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2008/52/ΕΚ

13)  «σταθερό μέσο»: κάθε μέσο που επιτρέπει στον επιχειρηματικό χρήστη να αποθηκεύει πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά σε αυτόν, κατά τρόπο προσπελάσιμο για μελλοντική πρόσβαση επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών.

Άρθρο 3

Όροι και προϋποθέσεις

1.  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης εξασφαλίζουν ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις τους:

α)  συντάσσονται με απλή και κατανοητή διατύπωση·

β)  είναι εύκολα διαθέσιμες στους επιχειρηματικούς χρήστες σε όλα τα στάδια της εμπορικής τους σχέσης με τον πάροχο επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, συμπεριλαμβανομένου του προσυμβατικού σταδίου·

γ)  καθορίζουν τους λόγους των αποφάσεων αναστολής ή διακοπής ή επιβολής οποιουδήποτε άλλου είδους κυρώσεων, εν όλω ή εν μέρει, στην παροχή επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης σε επιχειρηματικούς χρήστες·

δ)  περιέχουν πληροφορίες για κάθε πρόσθετο δίαυλο διανομής και πιθανό πρόγραμμα επιγραμμικής διαφήμισης (affiliate program) μέσω των οποίων οι πάροχοι των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης μπορούν να διαθέσουν προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρουν οι επιχειρηματικοί χρήστες·

ε)  περιέχουν γενικές πληροφορίες σχετικά με τις επιπτώσεις των όρων και προϋποθέσεων σε ό,τι αφορά την κυριότητα και τον έλεγχο των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των επιχειρηματικών χρηστών.

2.  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης κοινοποιούν με σταθερό μέσο στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματικούς χρήστες κάθε προτεινόμενη αλλαγή των όρων και προϋποθέσεών τους.

Οι προτεινόμενες αλλαγές δεν εφαρμόζονται πριν από την λήξη προθεσμίας προειδοποίησης η οποία είναι εύλογη και αναλογική προς τη φύση και την έκταση των προβλεπόμενων αλλαγών και τις συνέπειές τους για τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματικό χρήστη. Η προειδοποίηση πραγματοποιείται τουλάχιστον 15 ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ενημερώνει τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματικούς χρήστες σχετικά με τις προτεινόμενες αλλαγές. Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης παρέχουν μεγαλύτερες προθεσμίες όποτε τούτο είναι αναγκαίο προκειμένου να μπορέσει ο επιχειρηματικός χρήστης να προβεί σε τεχνικές ή εμπορικές προσαρμογές για να συμμορφωθεί με τις αλλαγές.

Ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματικός χρήστης έχει δικαίωμα να λύσει τη σύμβαση με τον πάροχο των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης πριν από τη λήξη της προθεσμίας προειδοποίησης. Η λύση επέρχεται εντός 15 ημερών από την παραλαβή της προειδοποίησης του πρώτου εδαφίου, εκτός κι αν ισχύει μικρότερη προθεσμία για τη σύμβαση.

Ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματικός χρήστης δύναται, είτε με γραπτή δήλωση είτε με σαφή θετική πράξη, να παραιτηθεί από την προθεσμία προειδοποίησης που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο ανά πάσα στιγμή μετά την παραλαβή της κοινοποίησης του πρώτου εδαφίου.

Όσο διαρκεί η προθεσμία προειδοποίησης, η υποβολή νέων προϊόντων ή υπηρεσιών στην επιγραμμική υπηρεσία διαμεσολάβησης θεωρείται σαφής θετική πράξη άρσης της προθεσμίας προειδοποίησης, εξαιρέσει των περιπτώσεων όπου η εύλογη και αναλογική προθεσμία προειδοποίησης είναι μεγαλύτερη των 15 ημερών επειδή οι αλλαγές στους όρους και τις προϋποθέσεις απαιτούν να προβεί ο επιχειρηματικός χρήστης σε σημαντικές τεχνικές προσαρμογές των προϊόντων ή των υπηρεσιών του. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το ότι ο επιχειρηματικός χρήστης υποβάλλει νέα προϊόντα ή νέες υπηρεσίες δεν θεωρείται ότι αίρει αυτομάτως την προθεσμία προειδοποίησης.

3.  Οι όροι και οι προϋποθέσεις, ή οι ειδικές διατάξεις τους, που δεν τηρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 1, καθώς και οι αλλαγές των όρων και προϋποθέσεων τις οποίες εφαρμόζει ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και οι οποίες είναι αντίθετες με τις διατάξεις της παραγράφου 2, είναι άκυρες.

4.  Η προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο, προθεσμία προειδοποίησης δεν εφαρμόζεται όταν ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης:

α)   υπέχει νομική ή κανονιστική υποχρέωση βάσει της οποίας υποχρεούται να τροποποιεί τους όρους και τις προϋποθέσεις του κατά τρόπο που δεν του επιτρέπει να τηρήσει την προθεσμία προειδοποίησης η οποία προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

β)  οφείλει κατ’ εξαίρεση να τροποποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις του για να αντιμετωπίσει έναν απρόβλεπτο και επικείμενο κίνδυνο και να προστατεύσει τις επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης, τους καταναλωτές του ή επιχειρηματικούς χρήστες από απάτες, κακόβουλα λογισμικά, ανεπιθύμητα μηνύματα, παραβιάσεις δεδομένων ή άλλους κινδύνους για την κυβερνοασφάλεια.

5.  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης μεριμνούν ώστε η ταυτότητα του επιχειρηματικού χρήστη που παρέχει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μέσω της επιγραμμικής υπηρεσίας διαμεσολάβησης να είναι εμφανώς ορατή.

Άρθρο 4

Περιορισμός, αναστολή και διακοπή

1.  Όταν πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης αποφασίζει να περιορίσει ή να αναστείλει την παροχή των οικείων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης σε συγκεκριμένο επιχειρηματικό χρήστη σε σχέση με μεμονωμένα προϊόντα ή μεμονωμένες υπηρεσίες που προσφέρονται από τον εν λόγω επιχειρηματικό χρήστη, παρέχει στον ενδιαφερόμενο επιχειρηματικό χρήστη, πριν ή κατά την έναρξη ισχύος του περιορισμού ή της αναστολής, αιτιολόγηση της εν λόγω απόφασης με σταθερό μέσο.

2.  Όταν πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης αποφασίζει να διακόψει εν όλω την παροχή των οικείων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης σε συγκεκριμένο επιχειρηματικό χρήστη, παρέχει στον ενδιαφερόμενο επιχειρηματικό χρήστη, τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την έναρξη ισχύος της διακοπής, αιτιολόγηση της εν λόγω απόφασης με σταθερό μέσο.

3.  Σε περίπτωση περιορισμού, αναστολής ή διακοπής, ο πάροχος των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης προσφέρει στον επιχειρηματικό χρήστη την ευκαιρία να διευκρινίσει τα περιστατικά και τις περιστάσεις, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης στο άρθρο 11 εσωτερικής διαδικασίας διεκπεραίωσης καταγγελιών. Εάν ο πάροχος των υπηρεσιών διαμεσολάβησης ανακαλέσει τον περιορισμό, την αναστολή ή τη διακοπή, επαναφέρει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον επιχειρηματικό χρήστη, καθώς και την παροχή στον επιχειρηματικό χρήστη με κάθε πρόσβαση σε προσωπικά ή άλλα δεδομένα ή και στα δυο, που είχαν δημιουργηθεί με την εκ μέρους αυτού του τελευταίου χρήση των συγκεκριμένων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης πριν από τον περιορισμό, την αναστολή ή τη διακοπή.

4.  Η προθεσμία προειδοποίησης της παραγράφου 2 δεν ισχύει, όταν ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης:

α)  υπέχει νομική ή κανονιστική υποχρέωση βάσει της οποίας υποχρεούται να διακόψει την παροχή σε συγκεκριμένο επιχειρηματικό χρήστη του συνόλου των οικείων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης κατά τρόπο που δεν του επιτρέπει να τηρήσει την εν λόγω προθεσμία προειδοποίησης, ή

β)  ασκεί δικαίωμα διακοπής για επιτακτικό λόγο βάσει της εθνικής νομοθεσίας σε συμφωνία με το ενωσιακό δίκαιο·

γ)  μπορεί να αποδείξει ότι ο συγκεκριμένος επιχειρηματικός χρήστης έχει επανειλημμένα παραβιάσει τους ισχύοντες όρους και προϋποθέσεις με αποτέλεσμα τη διακοπή εκ μέρους του της παροχής του συνόλου των εν λόγω επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης.

Στις περιπτώσεις που η προθεσμία προειδοποίησης της παραγράφου 2 δεν έχει εφαρμογή, ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης παρέχει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στον συγκεκριμένο επιχειρηματικό χρήστη μια αιτιολόγηση της απόφασης αυτής σε σταθερό μέσο.

5.  Η αιτιολόγηση που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 και στην παράγραφο 4 δεύτερο εδάφιο περιλαμβάνει αναφορά στα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή τις περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένου του περιεχομένου κοινοποιήσεων από τρίτους, που οδήγησαν στην απόφαση του παρόχου των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, καθώς και αναφορά στους λόγους της εν λόγω απόφασης, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

Ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης δεν υποχρεούται να παράσχει αιτιολόγηση εάν υπέχει νομική ή κανονιστική υποχρέωση να μην αναφέρει τα συγκεκριμένα περιστατικά ή περιστάσεις ή να μην αναφέρει τον λόγο ή τους λόγους, ή εάν μπορεί να αποδείξει ότι ο συγκεκριμένος επιχειρηματικός χρήστης έχει επανειλημμένα παραβιάσει τους ισχύοντες όρους και προϋποθέσεις με αποτέλεσμα την διακοπή της παροχής του συνόλου των συγκεκριμένων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης.

Άρθρο 5

Κατάταξη

1.  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης καθορίζουν στους όρους και τις προϋποθέσεις τους τις κύριες παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη και τους λόγους της σχετικής σημασίας των εν λόγω κυρίων παραμέτρων, σε αντίθεση με άλλες παραμέτρους.

2.  Οι πάροχοι επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης καθορίζουν ▌ τις κύριες παραμέτρους που μεμονωμένα ή συλλογικά είναι πιο σημαντικές στη διαμόρφωση της κατάταξης και τη σχετική σημασία των εν λόγω κυρίων παραμέτρων, παρέχοντας εύκολα προσβάσιμη και δημοσίως διαθέσιμη περιγραφή με απλή και κατανοητή διατύπωση στις επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης των εν λόγω παρόχων. Οφείλουν να διατηρούν την εν λόγω περιγραφή αυτή επικαιροποιημένη.

3.  Εάν οι κύριες παράμετροι περιλαμβάνουν δυνατότητα επηρεασμού της κατάταξης έναντι οποιασδήποτε άμεσης ή έμμεσης αμοιβής που καταβάλλεται από επιχειρηματικούς χρήστες ή χρήστες εταιρικών ιστοτόπων στον αντίστοιχο πάροχο, ο εν λόγω πάροχος παρέχει επίσης περιγραφή αυτών των δυνατοτήτων και των επιπτώσεών των εν λόγω αμοιβών στην κατάταξη σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2.

4.  Εάν ένας πάροχος επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης έχει αλλάξει τη σειρά κατάταξης σε συγκεκριμένη περίπτωση ή διαγράψει έναν συγκεκριμένο ιστότοπο μετά από κοινοποίηση τρίτου, τότε προσφέρει στον επιχειρηματικό χρήστη τη δυνατότητα να εξετάσει τα περιεχόμενα της κοινοποίησης.

5.  Οι περιγραφές που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 επαρκούν ώστε οι επιχειρηματικοί χρήστες ή οι χρήστες εταιρικών ιστότοπων να μπορούν να κατανοούν επαρκώς κατά πόσον και σε ποιον βαθμό ο μηχανισμός κατάταξης λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:

α)  τα χαρακτηριστικά των προϊόντων και των υπηρεσιών που προσφέρονται στους καταναλωτές μέσω των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή της επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης·

β)  τη σημασία των εν λόγω χαρακτηριστικών για αυτούς τους καταναλωτές·

γ)  όσον αφορά τις επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, τα χαρακτηριστικά σχεδιασμού του ιστότοπου που χρησιμοποιούν οι χρήστες εταιρικών ιστότοπων.

6.  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και οι πάροχοι επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης δεν υποχρεούνται, για τους σκοπούς της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου, να αποκαλύπτουν αλγορίθμους ή οποιαδήποτε άλλη πληροφορία που με εύλογη βεβαιότητα θα είχε ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα να παραπλανηθούν ή να υποστούν βλάβη οι καταναλωτές μέσα από τη χειραγώγηση των αποτελεσμάτων της αναζήτησης. Το παρόν άρθρο δεν θίγει τις διατάξεις της οδηγίας (ΕΕ) 2016/943.

7.  Για να διευκολυνθεί η συμμόρφωση των παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και των παρόχων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης με τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και να διευκολυνθεί η επιβολή τους, η Επιτροπή πλαισιώνει με κατευθυντήριες γραμμές τις περί διαφάνειας απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 6

Παρεπόμενα προϊόντα και υπηρεσίες

Εάν στους καταναλωτές προσφέρονται παρεπόμενα προϊόντα ή υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, μέσω επιγραμμικής υπηρεσίας διαμεσολάβησης είτε από τον πάροχο της επιγραμμικής υπηρεσίας διαμεσολάβησης είτε από τρίτους, ο πάροχος της επιγραμμικής υπηρεσίας διαμεσολάβησης περιλαμβάνει στους όρους και τις προϋποθέσεις του μια περιγραφή του τύπου των προσφερόμενων παρεπόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και μια περιγραφή του κατά πόσον και υπό ποιες προϋποθέσεις επιτρέπεται και στον επιχειρηματικό χρήστη να προσφέρει τα δικά του παρεπόμενα προϊόντα και υπηρεσίες μέσω της επιγραμμικής υπηρεσίας διαμεσολάβησης.

Άρθρο 7

Διακριτική μεταχείριση

1.  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης περιλαμβάνουν στους όρους και τις προϋποθέσεις τους περιγραφή τυχόν διακριτικής μεταχείρισης που παρέχουν ή επιτρέπεται να παρέχουν σε σχέση, αφενός, με προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται σε καταναλωτές με τις εν λόγω επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης μέσω είτε του ίδιου του παρόχου είτε των επιχειρηματικών χρηστών που ελέγχει ο πάροχος και, αφετέρου, με άλλους επιχειρηματικούς χρήστες. Η εν λόγω περιγραφή αναφέρει τους βασικούς οικονομικούς, εμπορικούς ή νομικούς λόγους αυτής της διακριτικής μεταχείρισης.

2.  Οι πάροχοι επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης παρέχουν περιγραφή κάθε τυχόν διακριτικής μεταχείρισης την οποία επιφυλάσσουν ή ενδέχεται να επιφυλάξουν, αφενός σε σχέση με προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται σε καταναλωτές μέσω αυτών των επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης είτε από τον ίδιο τον πάροχο είτε από οποιονδήποτε χρήστη εταιρικών ιστοτόπων που ελέγχεται από τον πάροχο και, αφετέρου, σε σχέση με άλλους χρήστες εταιρικών ιστοτόπων.

3.  Η περιγραφή που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 καλύπτει ειδικότερα, κατά περίπτωση, οποιαδήποτε διακριτική μεταχείριση με τη μορφή ειδικών μέτρων που λαμβάνει ο πάροχος των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή ο πάροχος επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, ή συμπεριφοράς αυτού, σε σχέση με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)  την πρόσβαση την οποία ο πάροχος ή οι επιχειρηματικοί χρήστες ή οι χρήστες εταιρικών ιστότοπων που ελέγχει ο εν λόγω πάροχος επιτρέπεται να έχουν σε οποιαδήποτε προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα ή άλλα δεδομένα, ή και τα δύο, τα οποία οι επιχειρηματικοί χρήστες, οι χρήστες εταιρικών ιστότοπων ή οι καταναλωτές παρέχουν για τη χρήση των σχετικών επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή των επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης ή τα οποία παράγονται κατά την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών·

β)  την κατάταξη ή άλλες ρυθμίσεις που εφαρμόζει ο πάροχος και οι οποίες επηρεάζουν την πρόσβαση των καταναλωτών στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προσφέρονται μέσω των εν λόγω επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης από άλλους επιχειρηματικούς χρήστες ή μέσω των εν λόγω επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης από άλλους χρήστες εταιρικών ιστότοπων·

γ)  κάθε άμεση ή έμμεση αμοιβή που χρεώνεται για τη χρήση των σχετικών επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης·

δ)  την πρόσβαση στους όρους χρήσης ή σε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση αμοιβή που χρεώνεται για τη χρήση υπηρεσιών ή λειτουργιών ή τεχνικών διεπαφών που έχουν σχέση με τον επιχειρηματικό χρήστη ή τον χρήστη εταιρικών ιστότοπων και που συνδέονται άμεσα ή παρεπόμενα με τη χρήση των σχετικών επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης.

Άρθρο 8

Ειδικοί συμβατικοί όροι

Προκειμένου οι συμβατικές σχέσεις μεταξύ παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και επιχειρηματικών χρηστών να λειτουργούν σε κλίμα καλής πίστης και χρηστών συναλλακτικών ηθών, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης οφείλουν:

α)  να μην επιβάλλουν αναδρομικές αλλαγές στους όρους και τις προϋποθέσεις, εκτός κι αν υποχρεούνται να τηρήσουν μια νομική ή κανονιστική υποχρέωση ή οι αναδρομικές αλλαγές είναι επωφελείς για τους επιχειρηματικούς χρήστες·

β)  να μεριμνούν ώστε στους όρους και τις προϋποθέσεις να περιλαμβάνονται πληροφορίες για τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι επιχειρηματικοί χρήστες μπορούν να διακόψουν τη συμβατική σχέση με τον πάροχο των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης· και

γ)  να περιλαμβάνουν στους όρους και τις προϋποθέσεις τους μια περιγραφή της τεχνικής και συμβατικής πρόσβασης, ή μη πρόσβασης, στις πληροφορίες που παρέχει ή δημιουργεί ο επιχειρηματικός χρήστης και που εκείνοι διατηρούν μετά τη λήξη της σύμβασης με τον επιχειρηματικό χρήστη.

Άρθρο 9

Πρόσβαση σε δεδομένα

1.  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης περιλαμβάνουν στους όρους και τις προϋποθέσεις τους την περιγραφή της τεχνικής και συμβατικής πρόσβασης, ή μη πρόσβασης, επιχειρηματικών χρηστών σε οποιαδήποτε προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα ή άλλα δεδομένα, ή και τα δύο, τα οποία οι επιχειρηματικοί χρήστες ή οι καταναλωτές παρέχουν για τη χρήση των σχετικών επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή τα οποία παράγονται κατά την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών.

2.  Με την περιγραφή της παραγράφου 1, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ενημερώνουν επαρκώς τους επιχειρηματικούς χρήστες ιδίως για τα ακόλουθα:

α)  κατά πόσον ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης έχει πρόσβαση σε προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα ή άλλα δεδομένα, ή και τα δύο, τα οποία επιχειρηματικοί χρήστες ή καταναλωτές παρέχουν για τη χρήση των εν λόγω υπηρεσιών ή τα οποία παράγονται κατά την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών και, εάν ναι, σε ποιες κατηγορίες των εν λόγω δεδομένων και υπό ποιους όρους·

β)  κατά πόσον οι επιχειρηματικοί χρήστες έχουν πρόσβαση σε προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα ή άλλα δεδομένα, ή και τα δύο, τα οποία παρέχει ο συγκεκριμένος επιχειρηματικός χρήστης σε σχέση με την εκ μέρους του χρήση των εκάστοτε επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή τα οποία παράγονται κατά την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών στον εν λόγω επιχειρηματικό χρήστη και τους καταναλωτές των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτού και, εάν ναι, σε ποιες κατηγορίες των εν λόγω δεδομένων και υπό ποιους όρους·

γ)  επί πλέον του στοιχείου β), κατά πόσον οι επιχειρηματικοί χρήστες έχουν πρόσβαση σε προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα ή άλλα δεδομένα, ή και τα δύο, μεταξύ άλλων, σε συγκεντρωτική μορφή, τα οποία παρέχονται ή παράγονται κατά την παροχή των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης σε όλους τους επιχειρηματικούς χρήστες και τους καταναλωτές και, εάν ναι, σε ποιες κατηγορίες των εν λόγω δεδομένων και υπό ποιους όρους· και

δ)  κατά πόσον οποιοδήποτε από τα δεδομένα του στοιχείου α) παρέχεται σε τρίτους, καθώς και όταν η παροχή τέτοιων δεδομένων σε τρίτους δεν είναι αναγκαία για την ορθή λειτουργία των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, πληροφορίες που διευκρινίζουν τον σκοπό αυτού του διαμοιρασμού δεδομένων, όπως και δυνατότητες για την εξαίρεση του επιχειρηματικού χρήστη από τον εν λόγω διαμοιρασμό.

3.  Το παρόν άρθρο δεν επηρεάζει την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 και της οδηγίας 2002/58/ΕΚ.

Άρθρο 10

Περιορισμοί όσον αφορά την προσφορά διαφορετικών όρων με άλλα μέσα

1.  Όταν, κατά την παροχή των υπηρεσιών τους, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης περιορίζουν τη δυνατότητα των επιχειρηματικών χρηστών να προσφέρουν τα ίδια προϊόντα και τις υπηρεσίες σε καταναλωτές υπό διαφορετικές συνθήκες με διαφορετικά μέσα πλην των εν λόγω υπηρεσιών, περιλαμβάνουν στους οικείους όρους και τις προϋποθέσεις τους λόγους για τον εν λόγω περιορισμό και καθιστούν αυτούς τους λόγους εύκολα διαθέσιμους στο κοινό. Οι λόγοι αυτοί περιλαμβάνουν τις κύριες οικονομικές, εμπορικές ή νομικές πτυχές των εν λόγω περιορισμών.

2.  Η υποχρέωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν θίγει τυχόν απαγορεύσεις ή περιορισμούς όσον αφορά την επιβολή τέτοιων περιορισμών που απορρέουν από την εφαρμογή άλλων πράξεων του δικαίου της Ένωσης ή του δικαίου των κρατών μελών που τηρεί το δίκαιο της Ένωσης και στους οποίους υπόκεινται οι φορείς των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης.

Άρθρο 11

Εσωτερικό σύστημα διεκπεραίωσης καταγγελιών

1.  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης παρέχουν εσωτερικό σύστημα για τη διεκπεραίωση καταγγελιών από επιχειρηματικούς χρήστες.

Το εν λόγω εσωτερικό σύστημα διεκπεραίωσης καταγγελιών είναι εύκολα προσβάσιμο και δωρεάν για τους επιχειρηματικούς χρήστες, και εξασφαλίζει τη διεκπεραίωση μέσα σε λογικό χρονικό διάστημα. Στηρίζεται στις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης σε αντίστοιχες καταστάσεις και αντιμετωπίζει τις καταγγελίες κατά τρόπο αναλογικό προς τη σημασία και την πολυπλοκότητά τους. Επιτρέπει στους επιχειρηματικούς χρήστες να υποβάλλουν καταγγελίες απευθείας στον ενδιαφερόμενο πάροχο για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα ζητήματα:

α)  την εικαζόμενη μη συμμόρφωση του εν λόγω παρόχου με τυχόν ▌ υποχρεώσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό η οποία επηρεάζει ▌τον καταγγέλλοντα επιχειρηματικό χρήση («καταγγέλλων»)·

β)  τεχνολογικά ζητήματα που συνδέονται άμεσα με την παροχή επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και τα οποία επηρεάζουν ▌τον καταγγέλλοντα ▌·

γ)  μέτρα που λαμβάνει ο εν λόγω πάροχος ή συμπεριφορά του εν λόγω παρόχου που συνδέονται άμεσα με την παροχή επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και τα οποία επηρεάζουν ▌τον καταγγέλλοντα ▌.

2.  Στο πλαίσιο του εσωτερικού τους συστήματος διεκπεραίωσης καταγγελιών, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης:

α)  εξετάζουν δεόντως τις καταγγελίες που υποβάλλονται και τη συνέχεια που ενδεχομένως χρειαστεί να δοθεί στην καταγγελία, ώστε να αντιμετωπίζεται επαρκώς το ζήτημα που τέθηκε ▌·

β)  επεξεργάζονται τις καταγγελίες ταχέως και αποτελεσματικά, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία και την πολυπλοκότητα του ζητήματος που τέθηκε·

γ)  γνωστοποιούν στον καταγγέλλοντα την έκβαση της εσωτερικής διαδικασίας διεκπεραίωσης παραπόνων με εξατομικευμένο τρόπο και με απλή και κατανοητή διατύπωση.

3.  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης παρέχουν μαζί με τους όρους και τις προϋποθέσεις τους όλες τις σχετικές πληροφορίες σχετικά με την πρόσβαση στο εσωτερικό τους σύστημα διεκπεραίωσης καταγγελιών και τον τρόπο λειτουργίας αυτού.

4.  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης παρέχουν ▌και καθιστούν εύκολα διαθέσιμες στο ευρύ κοινό πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του εσωτερικού τους συστήματος διεκπεραίωσης καταγγελιών. Επαληθεύουν τις πληροφορίες τουλάχιστον σε ετήσια βάση και όταν απαιτούνται σημαντικές αλλαγές επικαιροποιούν τις εν λόγω πληροφορίες.

Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν τον συνολικό αριθμό των κατατεθεισών καταγγελιών, τους κυριότερους τύπους καταγγελιών, το μέσο χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για τη διεκπεραίωση των καταγγελιών και συγκεντρωτικές πληροφορίες για το αποτέλεσμα των καταγγελιών.

5.  Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης οι οποίοι αποτελούν μικρές επιχειρήσεις κατά την έννοια του παραρτήματος της σύστασης 2003/361/ΕΚ.

Άρθρο 12

Διαμεσολάβηση

1.  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ορίζουν στους όρους και τις προϋποθέσεις τους δύο ή περισσότερους διαμεσολαβητές με τους οποίους είναι διατεθειμένοι να συνεργαστούν για να επιδιώξουν την επίτευξη συμφωνίας με επιχειρηματικούς χρήστες σχετικά με την εξωδικαστική επίλυση τυχόν διαφορών μεταξύ του παρόχου και του επιχειρηματικού χρήστη οι οποίες προκύπτουν σε σχέση με την παροχή των σχετικών επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, συμπεριλαμβανομένων των καταγγελιών που δεν κατέστη εφικτό να επιλυθούν με το εσωτερικό σύστημα διεκπεραίωσης καταγγελιών του άρθρου 11.

Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης δύνανται να ορίζουν διαμεσολαβητές για την παροχή των οικείων υπηρεσιών διαμεσολάβησης από τοποθεσία εκτός της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιχειρηματικοί χρήστες δεν στερούνται επί της ουσίας του πλεονεκτήματος τυχόν έννομων διασφαλίσεων που κατοχυρώνονται από το δίκαιο της ΕΕ ή το δίκαιο των κρατών μελών, ως συνέπεια της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών από τους διαμεσολαβητές εκτός της Ένωσης.

2.  Οι διαμεσολαβητές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τηρούν όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)  είναι αμερόληπτοι και ανεξάρτητοι·

β)  οι υπηρεσίες διαμεσολάβησης που παρέχουν είναι οικονομικά προσιτές για τους επιχειρηματικούς χρήστες των εκάστοτε επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης·

γ)  είναι σε θέση να παρέχουν υπηρεσίες διαμεσολάβησης στη γλώσσα των όρων και των προϋποθέσεων που διέπουν τη συμβατική σχέση μεταξύ του παρόχου των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και του ενδιαφερόμενου επιχειρηματικού χρήστη·

δ)  είναι εύκολα προσβάσιμοι είτε με φυσική παρουσία στον τόπο εγκατάστασης ή διαμονής του επιχειρηματικού χρήστη, είτε εξ αποστάσεως με τη χρήση τεχνολογιών επικοινωνιών·

ε)  είναι σε θέση να παρέχουν υπηρεσίες διαμεσολάβησης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση·

στ)  έχουν επαρκή κατανόηση των γενικών εμπορικών σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων και, ως εκ τούτου, μπορούν να συμβάλλουν αποτελεσματικά στην προσπάθεια επίλυσης των διαφορών.

3.  Παρά τον προαιρετικό χαρακτήρα της διαμεσολάβησης, οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και οι επιχειρηματικοί χρήστες συμμετέχουν καλόπιστα σε κάθε προσπάθεια διαμεσολάβησης πραγματοποιούμενη σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

4.  Οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης αναλαμβάνουν εύλογο ποσοστό των συνολικών εξόδων της διαμεσολάβησης στην εκάστοτε υπόθεση. Το εύλογο ποσοστό των προαναφερόμενων συνολικών εξόδων καθορίζεται βάσει πρότασης του διαμεσολαβητή, στην οποία λαμβάνονται υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της εκάστοτε υπόθεσης, ιδίως το βάσιμο των ισχυρισμών των μερών που εμπλέκονται στη διαφορά, η συμπεριφορά των μερών, καθώς και το μέγεθος και η μεταξύ των μερών οικονομική ισχύς. ▌

5.  Κάθε προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας μέσω διαμεσολάβησης για την επίλυση διαφοράς σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν θίγει τα δικαιώματα των παρόχων των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και των ενδιαφερόμενων επιχειρηματικών χρηστών να κινούν δικαστικές διαδικασίες ανά πάσα στιγμή πριν, κατά ή μετά τη διαδικασία διαμεσολάβησης.

6.  Εάν ένας επιχειρηματικός χρήστης το ζητήσει, πριν την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης, ο πάροχος των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης του παρέχει πληροφορίες για τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα της διαμεσολάβησης σε σχέση με τις δραστηριότητές του.

7.  Η υποχρέωση που καθορίζεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει για παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης οι οποίοι αποτελούν μικρές επιχειρήσεις κατά την έννοια του παραρτήματος της σύστασης 2003/361/ΕΚ.

Άρθρο 13

Εξειδικευμένοι διαμεσολαβητές

Η Επιτροπή σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη ενθαρρύνει τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, καθώς και τις οργανώσεις και τις ενώσεις που τους εκπροσωπούν, να συστήσουν είτε μεμονωμένα είτε από κοινού έναν ή περισσότερους οργανισμούς που παρέχουν υπηρεσίες διαμεσολάβησης, οι οποίοι τηρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2, με συγκεκριμένο σκοπό τη διευκόλυνση της εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών με επιχειρηματικούς χρήστες οι οποίες προκύπτουν σε σχέση με την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τον διασυνοριακό χαρακτήρα των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης.

Άρθρο 14

Δικαστικές διαδικασίες από αντιπροσωπευτικές οργανώσεις ή ενώσεις και από δημόσιους φορείς

1.  Οργανώσεις και ενώσεις που έχουν έννομο συμφέρον να εκπροσωπούν επαγγελματικούς χρήστες ή να εκπροσωπούν χρήστες εταιρικών ιστότοπων, καθώς και δημόσιοι φορείς που έχουν συσταθεί στα κράτη μέλη, έχουν το δικαίωμα να προσφεύγουν ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων της Ένωσης, σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο ασκείται η προσφυγή, να διακόπτουν ή να απαγορεύουν τυχόν μη συμμόρφωση παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή παρόχων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης προς τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.  Η Επιτροπή ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές και πληροφορίες μεταξύ τους βάσει μητρώων παράνομων πράξεων για τις οποίες έχει εκδοθεί δικαστική εντολή από εθνικά δικαστήρια, εκεί όπου έχουν δημιουργηθεί τέτοια μητρώα από αρμόδιους δημόσιους φορείς ή αρμόδιες αρχές.

3.  Οι οργανισμοί ή ενώσεις έχουν το δικαίωμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μόνον όταν ▌πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)  έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους·

β)  επιδιώκουν σκοπούς που εξυπηρετούν το συλλογικό συμφέρον της ομάδας επιχειρηματικών χρηστών ή χρηστών εταιρικών ιστότοπων που εκπροσωπούν σε μόνιμη βάση·

γ)  είναι μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα·

δ)  η διαδικασία λήψης των αποφάσεών τους δεν επηρεάζεται αδικαιολόγητα από τρίτους χρηματοδότες, και ειδικότερα από παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης.

Για τον σκοπό αυτό, οι οργανώσεις ή ενώσεις δημοσιοποιούν πλήρως πληροφορίες σχετικά με τα μέλη τους και τις πηγές χρηματοδότησής τους.

4.  Στα κράτη μέλη όπου έχουν συσταθεί ▌δημόσιοι φορείς, αυτοί έχουν το δικαίωμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, υπό την προϋπόθεση ότι τους έχει ανατεθεί η υπεράσπιση των συλλογικών συμφερόντων επιχειρηματικών χρηστών ή χρηστών εταιρικών ιστότοπων ή η διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου του οικείου κράτους μέλους.

5.  Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν:

α)  οργανώσεις ή ενώσεις με έδρα στην επικράτειά τους που πληρούν τουλάχιστον τις απαιτήσεις της παραγράφου 3 κατόπιν αιτήματος των εν λόγω οργανισμών ή ενώσεων·

β)  δημόσιους φορείς που έχουν συσταθεί στην επικράτειά τους που πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 4.

στους οποίους χορηγείται το δικαίωμα της παραγράφου 1. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή την ονομασία και τον σκοπό των εν λόγω ορισμένων οργανώσεων, ενώσεων ή δημόσιων φορέων.

6.  Η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο των οργανώσεων, ενώσεων και δημόσιων φορέων που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 5. Ο εν λόγω κατάλογος προσδιορίζει τον σκοπό των εν λόγω των οργανώσεων, ενώσεων ή δημόσιων φορέων. Ο κατάλογος αυτός δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αλλαγές αυτού του καταλόγου δημοσιεύονται αμελλητί και εν πάση περιπτώσει, ο ενημερωμένος κατάλογος ανανεώνεται και δημοσιεύεται ανά εξάμηνο.

7.  Τα δικαστήρια δέχονται τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 6 ως απόδειξη της νομικής ικανότητας της οργάνωσης, της ένωσης ή του δημόσιου φορέα, με την επιφύλαξη του δικαιώματος του δικαστηρίου να εξετάσει σε συγκεκριμένη περίπτωση εάν ο προσφεύγων νομιμοποιείται να εγείρει αξίωση.

8.  Αν ένα κράτος μέλος ή η Επιτροπή εκφράσει αμφιβολίες σχετικά με τη συμμόρφωση οργάνωσης ή ένωσης, με τα κριτήρια της παραγράφου 3 ή σχετικά με τη συμμόρφωση, δημόσιου φορέα, με τα κριτήρια της παραγράφου 4, το κράτος μέλος που έχει ορίσει την εν λόγω οργάνωση, ένωση ή φορέα κατά την παράγραφο 5 διερευνά τις αμφιβολίες και, όπου αρμόζει, ανακαλεί τον ορισμό, αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με ένα ή περισσότερα κριτήρια.

9.  Το δικαίωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν θίγει τα δικαιώματα των επιχειρηματικών χρηστών και των χρηστών εταιρικών ιστότοπων να προσφεύγουν ▌ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο ασκείται η προσφυγή, η οποία αφορά μεμονωμένα δικαιώματα και αποσκοπεί στη διακοπή τυχόν μη συμμόρφωσης εκ μέρους των παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης ή των παρόχων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης προς τις σχετικές απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 15

Επιβολή

1.  Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει την κατάλληλη και αποτελεσματική επιβολή της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

2.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες με τους οποίους θεσπίζουν τα μέτρα που έχουν εφαρμογή σε περίπτωση παραβίασης του παρόντος κανονισμού και διασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Τα προβλεπόμενα μέτρα είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

Άρθρο 16

Παρακολούθηση

Η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη, παρακολουθεί στενά τον αντίκτυπο του παρόντος κανονισμού στις σχέσεις ανάμεσα στις επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης και στους επιχειρηματικούς χρήστες τους και ανάμεσα στις επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης και στους χρήστες εταιρικών ιστότοπων. Προς το σκοπό αυτό, η Επιτροπή συλλέγει σχετικές πληροφορίες και παρακολουθεί τις αλλαγές στις ανωτέρω σχέσεις, μεταξύ άλλων εκπονώντας και σχετικές μελέτες. Τα κράτη μέλη επικουρούν την Επιτροπή παρέχοντας, όποτε τους ζητηθεί, κάθε συλλεγείσα σχετική πληροφορία, μεταξύ άλλων και για συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η Επιτροπή δύναται, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 18, να επιδιώξει να συλλέξει πληροφορίες από παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης.

Άρθρο 17

Κώδικες δεοντολογίας

1.  Η Επιτροπή ενθαρρύνει την κατάρτιση κωδίκων δεοντολογίας από τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και από οργανώσεις και ενώσεις που τους εκπροσωπούν, μαζί με τους επιχειρηματικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και των πολύ μικρών επιχειρήσεων και των αντιπροσωπευτικών οργανώσεών τους, κωδίκων οι οποίοι προορίζονται να συμβάλλουν στην ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, και στους οποίους λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διαφόρων τομέων παροχής των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, καθώς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων.

2.  Η Επιτροπή ενθαρρύνει την εκπόνηση κωδίκων δεοντολογίας από τους παρόχους επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης και από οργανώσεις και ενώσεις που τους εκπροσωπούν, οι οποίοι επιδιώκουν συγκεκριμένα την ορθή εφαρμογή του άρθρου 5 ▌.

3.  Η Επιτροπή ενθαρρύνει τους παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης να υιοθετούν και να εφαρμόζουν τομεακούς κώδικες δεοντολογίας, εκεί όπου υπάρχουν και χρησιμοποιούνται ευρέως τέτοιοι τομεακοί κώδικες δεοντολογίας.

Άρθρο 18

Επανεξέταση

1.  Έως τις ... [18 μήνες μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], και εν συνεχεία ανά τριετία, η Επιτροπή αξιολογεί τον παρόντα κανονισμό και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

2.  Η πρώτη αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού διεξάγεται ιδίως με σκοπό τα εξής:

α)   την αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στα άρθρα 3 έως 10·

β)  την αξιολόγηση του αντικτύπου και της αποτελεσματικότητας κάθε καθιερωμένου κώδικα συμπεριφοράς, με σκοπό μια μεγαλύτερη αμεροληψία και διαφάνεια·

γ)  την περαιτέρω διερεύνηση των προβλημάτων που προκαλεί η εξάρτηση των επιχειρηματικών χρηστών από τις επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης και των προβλημάτων που προκαλούν οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, και τον περαιτέρω προσδιορισμό του βαθμού στον οποίο οι πρακτικές αυτές εξακολουθούν να είναι διαδεδομένες·

δ)  την διερεύνηση του βαθμού στον οποίο ο ανταγωνισμός μεταξύ προϊόντων ή υπηρεσιών προσφερομένων από επιχειρηματικό χρήστη και προϊόντων ή υπηρεσιών προσφερομένων ή ελεγχομένων από πάροχο υπηρεσιών επιγραμμικών διαμεσολάβησης συνιστά θεμιτό ανταγωνισμό, και του βαθμού στον οποίο οι πάροχοι επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης κάνουν κακή χρήση προστατευμένων δεδομένων στο θέμα αυτό·

ε)  την αξιολόγηση της επίδρασης του παρόντος κανονισμού σε κάθε πιθανή ανισορροπία στις σχέσεις μεταξύ των παρόχων λειτουργικών συστημάτων και των επιχειρηματικών χρηστών τους·

στ)  την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, ιδίως όσον αφορά τον ορισμό του «επιχειρηματικού χρήστη», είναι κατάλληλο εφόσον δεν ενθαρρύνει την ψευδή αυτοαπασχόληση.

Η πρώτη και οι εν συνεχεία αξιολογήσεις καθορίζουν κατά πόσον ενδέχεται να απαιτηθούν πρόσθετοι κανόνες, μεταξύ άλλων, για την επιβολή του νόμου, ώστε να εξασφαλίζεται δίκαιο, προβλέψιμο, βιώσιμο και αξιόπιστο επιγραμμικό επιχειρηματικό περιβάλλον εντός της εσωτερικής αγοράς. Μετά τις αξιολογήσεις, η Επιτροπή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, μεταξύ των οποίων μπορεί να είναι και νομοθετικές προτάσεις.

3.  Τα κράτη μέλη παρέχουν κάθε χρήσιμη πληροφορία που διαθέτουν και που ενδέχεται να χρειαστεί η Επιτροπή για τους σκοπούς της σύνταξης της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

4.  Κατά την αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τις γνώμες και τις εκθέσεις που υποβάλλει ενώπιόν της η ομάδα εμπειρογνωμόνων του Παρατηρητηρίου της οικονομίας των επιγραμμικών πλατφορμών. Λαμβάνει επίσης υπόψη, κατά περίπτωση, το περιεχόμενο και τη λειτουργία τυχόν κωδίκων δεοντολογίας που αναφέρονται στο άρθρο 17.

Άρθρο 19

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

1.  Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.  Εφαρμόζεται από τις … [δώδεκα μήνες μετά την ημερομηνία δημοσίευσής του].

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 440 της 6.12.2018, σ. 177.
(2)ΕΕ C 440 της 6.12.2018, σ. 177.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Απριλίου 2019.
(4) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351 της 20.12.2012, σ. 1).
(5) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ L 177 της 4.7.2008, σ. 6).
(6)Οδηγία (EE) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, περί προστασίας της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν έχουν αποκαλυφθεί (εμπορικό απόρρητο) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψή τους (ΕΕ L 157 της 15.6.2016, σ. 1).
(7)Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).
(8) Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 89).
(9) Οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37).
(10)Σύσταση της Επιτροπής 2003/361/ΕΚ, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36).
(11) Οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008, για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 136 της 24.5.2008, σ. 3).
(12)Απόφαση 2010/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη σύναψη, από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες (ΕΕ L 23 της 27.1.2010, σ. 37).
(13)Οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ L 241 της 17.9.2015, σ. 1).
(14)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (Κοινοτικός κανονισμός συγκεντρώσεων) (ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1).


Καλύτερη επιβολή και εκσυγχρονισμός των κανόνων της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών ***I
PDF 381kWORD 114k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, της οδηγίας 98/6/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της οδηγίας 2005/29/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την καλύτερη επιβολή και τον εκσυγχρονισμό των κανόνων της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών (COM(2018)0185 – C8-0143/2018 – 2018/0090(COD))
P8_TA-PROV(2019)0399A8-0029/2019

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0185),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0143/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τις αιτιολογημένες γνώμες που υποβλήθηκαν από το Αυστριακό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο και το Σουηδικό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με τις οποίες υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 20ής Σεπτεμβρίου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 29ης Μαρτίου 2019, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A8-0029/2019),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 17 Απριλίου 2019 εν όψει της έγκρισης οδηγίας (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ ▌, του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, της οδηγίας 98/6/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της οδηγίας 2005/29/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την καλύτερη επιβολή και τον εκσυγχρονισμό των κανόνων της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών(2)

P8_TC1-COD(2018)0090


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(3),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(4),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Το άρθρο 169 παράγραφος 1 και το άρθρο 169 παράγραφος 2 στοιχείο α) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζουν ότι η Ένωση συμβάλλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή, με μέτρα που θεσπίζει κατʼ εφαρμογή του άρθρου 114 ΣΛΕΕ. Το άρθρο 38 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι οι πολιτικές της Ένωσης διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή.

(2)  Η νομοθεσία για την προστασία του καταναλωτή θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ολόκληρη την Ένωση. Εντούτοις, σύμφωνα με τον εκτενή έλεγχο καταλληλότητας των οδηγιών για τους καταναλωτές και την εμπορία, που διενήργησε η Επιτροπή το 2016 και το 2017 στο πλαίσιο του προγράμματος βελτίωσης της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου (REFIT), συνάχθηκε ότι η αποτελεσματικότητα της ενωσιακής νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών διακυβεύεται λόγω έλλειψης ενημέρωσης τόσο των εμπόρων όσο και των καταναλωτών, και, ως εκ τούτου, τα υπάρχοντα μέσα επανόρθωσης θα μπορούσαν να αξιοποιούνται πιο συχνά.

(3)  Η Ένωση έχει ήδη λάβει μια σειρά μέτρων για τη βελτίωση της ενημέρωσης των καταναλωτών, των εμπόρων και των επαγγελματιών του νομικού κλάδου σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών και για την καλύτερη επιβολή των δικαιωμάτων και των μέσων επανόρθωσης που έχουν στη διάθεσή τους οι καταναλωτές. Εντούτοις, εξακολουθούν να υφίστανται κενά ▌ όσον αφορά την απουσία από τις εθνικές νομοθεσίες πραγματικά αποτελεσματικών και αναλογικών ποινών για την αποτροπή ενδοενωσιακών παραβάσεων και την επιβολή κυρώσεων για αυτές, τα ανεπαρκή ατομικά μέσα έννομης προστασίας για καταναλωτές που βλάπτονται από παραβιάσεις της εθνικής νομοθεσίας που μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο την οδηγία 2005/29/ΕΚ(5), καθώς και ανεπάρκειες της διαδικασίας αγωγών παραλείψεων βάσει της οδηγίας 2009/22/EΚ(6). Η αναθεώρηση της διαδικασίας αγωγών παραλείψεων θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστού νομικού μέσου για την τροποποίηση και την αντικατάσταση της οδηγίας 2009/22/ΕΚ.

(4)  Οι οδηγίες 98/6/EΚ(7), 2005/29/EΚ και 2011/83/EΕ(8) περιέχουν την υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν, στις εθνικές διατάξεις που μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο τις εν λόγω οδηγίες, αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις για την αντιμετώπιση των παραβάσεων. Επιπλέον, το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394(9) σχετικά με τη συνεργασία για την προστασία των καταναλωτών (ΣΠΚ) απαιτεί από τα κράτη μέλη τη λήψη μέτρων εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής κυρώσεων, με αποτελεσματικό, αποδοτικό και συντονισμένο τρόπο ώστε να επιτευχθεί η παύση ή η απαγόρευση εκτεταμένων παραβάσεων ή εκτεταμένων παραβάσεων με ενωσιακή διάσταση.

(5)  Οι ισχύοντες εθνικοί κανόνες για τις κυρώσεις διαφέρουν σημαντικά σε ολόκληρη την Ένωση. Ειδικότερα, η δυνατότητα επιβολής αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών προστίμων για εμπόρους που διαπράττουν εκτεταμένες παραβάσεις ή εκτεταμένες παραβάσεις με ενωσιακή διάσταση δεν διασφαλίζεται από όλα τα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να βελτιωθούν οι υφιστάμενοι κανόνες για τις κυρώσεις στις οδηγίες 98/6/EΚ, 2005/29/EΚ και 2011/83/EΕ και, ταυτόχρονα, να θεσπιστούν νέοι κανόνες για τις κυρώσεις στο πλαίσιο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ(10).

(6)   Θα πρέπει να εξακολουθήσει να εναπόκειται στα κράτη μέλη να επιλέγουν το είδος των επιβαλλομένων κυρώσεων και να θεσπίζουν στο εθνικό τους δίκαιο τις σχετικές διαδικασίες επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης των οδηγιών που τροποποιούνται από την παρούσα οδηγία.

(7)  Προκειμένου να διευκολυνθεί η συνεκτική εφαρμογή των κυρώσεων, ιδίως όσον αφορά τις ενδοενωσιακές παραβάσεις, τις εκτεταμένες παραβάσεις και τις εκτεταμένες παραβάσεις με ενωσιακή διάσταση που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2394, θα πρέπει να οριστούν κοινά, μη εξαντλητικά και ενδεικτικά κριτήρια για την επιβολή κυρώσεων. Τα εν λόγω κριτήρια θα πρέπει να περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, τη φύση, τη σοβαρότητα, την έκταση και τη διάρκεια της παράβασης, καθώς και κάθε μέσο επανόρθωσης που παρέχει ο έμπορος στον καταναλωτή για την προκληθείσα βλάβη ▌. Η περίπτωση υποτροπής από τον ίδιο παραβάτη καταδεικνύει προδιάθεση για διάπραξη ανάλογων παραβάσεων και συνεπώς συνιστά σημαντική ένδειξη της σοβαρότητας της συμπεριφοράς και, επομένως, της ανάγκης αύξησης του επιπέδου της κύρωσης προκειμένου να επιτευχθεί αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Τα ▌οικονομικά οφέλη που αποκομίζονται ή οι ζημίες που αποφεύγονται λόγω της παράβασης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη εφόσον είναι διαθέσιμα τα σχετικά στοιχεία. Μπορεί επίσης να λαμβάνεται υπόψη κάθε άλλο επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό στοιχείο που προκύπτει από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης.

(8)  Αυτά τα κοινά, μη εξαντλητικά και ενδεικτικά κριτήρια για την επιβολή των κυρώσεων ενδέχεται να μην είναι κατάλληλα όσον αφορά τις αποφάσεις επιβολής κυρώσεων για κάθε παράβαση, ιδίως σχετικά με ήσσονες παραβάσεις. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να λάβουν υπόψη και άλλες γενικές αρχές δικαίου που ισχύουν στην επιβολή κυρώσεων, όπως η αρχή non bis in idem.

(9)  Σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών τις οποίες αφορά η συντονισμένη δράση λαμβάνουν εντός της δικαιοδοσίας τους, κάθε απαραίτητο μέτρο εκτέλεσης σε βάρος του εμπόρου που ευθύνεται για την εκτεταμένη παράβαση ή την εκτεταμένη παράβαση με ενωσιακή διάσταση, ώστε να επιτευχθεί η παύση ή η απαγόρευση της εν λόγω παράβασης. Κατά περίπτωση, επιβάλλουν στον έμπορο που είναι υπεύθυνος για την εκτεταμένη παράβαση ή την εκτεταμένη παράβαση με ενωσιακή διάσταση κυρώσεις, όπως πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές. Τα μέτρα εκτέλεσης λαμβάνονται με αποτελεσματικό, αποδοτικό και συντονισμένο τρόπο ώστε να επιτευχθεί η παύση ή η απαγόρευση της εκτεταμένης παράβασης ή της εκτεταμένης παράβασης με ενωσιακή διάσταση. Οι αρμόδιες αρχές τις οποίες αφορά η συντονισμένη δράση επιδιώκουν την ταυτόχρονη λήψη μέτρων εκτέλεσης στα κράτη μέλη τα οποία αφορά η εν λόγω παράβαση.

(10)  Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αρχές των κρατών μελών επιβάλλουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις για εκτεταμένες παραβάσεις της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών και εκτεταμένες παραβάσεις με ενωσιακή διάσταση που αποτελούν αντικείμενο συντονισμένης διερεύνησης και εφαρμογής της νομοθεσίας σύμφωνα με τον κανονισμό (EΕ) 2017/2394, θα πρέπει τα πρόστιμα να θεσπιστούν ως στοιχείο των κυρώσεων για ανάλογες παραβάσεις. Προκειμένου να διασφαλιστεί το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των προστίμων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν στην εθνική τους νομοθεσία το μέγιστο πρόστιμο για ανάλογες παραβάσεις σε επίπεδο που ισούται τουλάχιστον με το 4 % του ετήσιου κύκλου εργασιών του εμπόρου στο οικείο κράτος μέλος ή στα οικεία κράτη μέλη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο έμπορος μπορεί επίσης να είναι όμιλος εταιρειών.

(11)  Όπως ορίζεται στα άρθρα 9 και 10 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394, κατά την επιβολή κυρώσεων θα πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη, κατά περίπτωση, η φύση, η σοβαρότητα και η διάρκεια της εν λόγω παράβασης. Η επιβολή κυρώσεων θα πρέπει να έχει αναλογικό χαρακτήρα και να συνάδει με το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβάνοντας τις ισχύουσες διαδικαστικές εγγυήσεις και τις αρχές του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τέλος, οι θεσπιζόμενες κυρώσεις θα πρέπει να είναι κατάλληλες για τη φύση και τη συνολική πραγματική ή δυνητική βλάβη που συνεπάγεται η παράβαση της ενωσιακής νομοθεσίας για την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών. Η εξουσία επιβολής κυρώσεων ασκείται είτε απευθείας από τις αρμόδιες αρχές υπό δική τους ευθύνη είτε, ανάλογα με την περίπτωση, με προσφυγή σε άλλες αρμόδιες αρχές ή άλλες δημόσιες αρχές, ή ενδεχομένως με διαβίβαση εντολών σε εντεταλμένους φορείς ή μέσω αίτησης στα δικαστήρια που είναι αρμόδια για την έκδοση της αναγκαίας απόφασης, περιλαμβανομένης, εφόσον ενδείκνυται, της άσκησης έφεσης στην περίπτωση ανεπιτυχούς έκβασης της αίτησης έκδοσης της αναγκαίας απόφασης.

(12)  Εφόσον, ως αποτέλεσμα του συντονισμένου μηχανισμού που προβλέπεται στον κανονισμό (EΕ) 2017/2394, μια μεμονωμένη εθνική αρμόδια αρχή υπό την έννοια του εν λόγω κανονισμού επιβάλει πρόστιμο στον υπεύθυνο έμπορο για την εκτεταμένη παράβαση ή την εκτεταμένη παράβαση με ενωσιακή διάσταση, θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλει πρόστιμο ίσο με τουλάχιστον το 4 % του ετήσιου κύκλου εργασιών του εμπόρου σε όλα τα κράτη μέλη τα οποία αφορά η συντονισμένη δράση επιβολής της νομοθεσίας.

(13)  Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να διατηρούν ή να θεσπίζουν στην εθνική τους νομοθεσία υψηλότερα μέγιστα πρόστιμα βάσει του κύκλου εργασιών για εκτεταμένες παραβάσεις και εκτεταμένες παραβάσεις με ενωσιακή διάσταση της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών, όπως αυτές ορίζονται στον κανονισμό (EΕ) 2017/2394. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να βασίζουν τα πρόστιμα αυτά στον παγκόσμιο κύκλο εργασιών του εμπόρου ή να επεκτείνουν τους κανόνες για την επιβολή προστίμων σε άλλες παραβάσεις που δεν καλύπτονται από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και σχετίζονται με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394. Επιπλέον, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τον ετήσιο κύκλο εργασιών του εμπόρου, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να διατηρούν ή να θεσπίζουν άλλους κανόνες που προβλέπουν την επιβολή προστίμων. Η υποχρέωση καθορισμού του προστίμου σε επίπεδου που ισούται τουλάχιστον με το 4 % του κύκλου εργασιών του εμπόρου δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε άλλους κανόνες των κρατών μελών για περιοδικές χρηματικές ποινές, όπως τα ημερήσια πρόστιμα, για τη μη συμμόρφωση με οποιαδήποτε απόφαση, διαταγή, προσωρινό μέτρο, δέσμευση του εμπόρου ή άλλο μέτρο που λαμβάνεται με στόχο τον τερματισμό της παράβασης.

(14)  Θα πρέπει να προβλεφθούν κανόνες για τις κυρώσεις στην οδηγία 93/13/ΕΟΚ, με σκοπό την ενίσχυση του αποτρεπτικού αποτελέσματός της. Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να αποφασίζουν σχετικά με τη διοικητική ή τη δικαστική διαδικασία επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Συγκεκριμένα, οι διοικητικές αρχές ή τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις κατά τον προσδιορισμό του καταχρηστικού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών, μεταξύ άλλων βάσει δικαστικών διαδικασιών που κινούνται από διοικητική αρχή. Οι κυρώσεις μπορούν επίσης να επιβάλλονται από τα εθνικά δικαστήρια ή τις διοικητικές αρχές όταν ο έμπορος χρησιμοποιεί συμβατικούς όρους οι οποίοι ορίζονται ρητώς ως καταχρηστικοί σε όλες τις περιπτώσεις σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, καθώς και όταν ο έμπορος χρησιμοποιεί συμβατική ρήτρα που κρίθηκε καταχρηστική με οριστική και δεσμευτική απόφαση. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι οι διοικητικές αρχές έχουν επίσης το δικαίωμα να θεμελιώνουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών. Τα εθνικά δικαστήρια ή οι διοικητικές αρχές μπορούν επίσης να επιβάλλουν την κύρωση με την ίδια απόφαση με την οποία θεμελιώνεται ο καταχρηστικός χαρακτήρας των συμβατικών όρων. Εναπόκειται επίσης στα κράτη μέλη να θεσπίσουν τους κατάλληλους μηχανισμούς συντονισμού τυχόν δράσεων σε εθνικό επίπεδο σχετικά με τα ατομικά μέσα έννομης προστασίας και τις κυρώσεις.

(15)  Όταν αποδίδουν τα έσοδα από την επιβολή προστίμων ▌, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάζουν τις δυνατότητες ενίσχυσης της προστασίας του γενικού συμφέροντος των καταναλωτών, καθώς και άλλων προστατευόμενων δημόσιων συμφερόντων. ▌

(16)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι καταναλωτές που βλάπτονται από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές έχουν στη διάθεσή τους μέσα έννομης προστασίας, προκειμένου να εξαλειφθούν οι συνέπειες των εν λόγω αθέμιτων πρακτικών. Η εισαγωγή ενός σαφούς πλαισίου ατομικών μέσων έννομης προστασίας θα διευκολύνει την ιδιωτική επιβολή. Ο καταναλωτής θα πρέπει να έχει δυνατότητα αποζημίωσης για την πρόκληση ζημιών και, κατά περίπτωση, μείωσης της τιμής ή καταγγελίας της σύμβασης, κατά τρόπο αναλογικό και αποτελεσματικό. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να διατηρούν ή να θεσπίζουν δικαιώματα σε άλλα μέσα έννομης προστασίας όπως η επισκευή ή η αντικατάσταση για τους καταναλωτές που βλάπτονται από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, προκειμένου να διασφαλίσουν την πλήρη εξάλειψη των συνεπειών ανάλογων πρακτικών. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να καθορίζουν τους όρους εφαρμογής και τις επιπτώσεις των μέσων έννομης προστασίας για τους καταναλωτές. Κατά την εφαρμογή των μέσων αυτών θα μπορούσαν να λαμβάνονται υπόψη, κατά περίπτωση,η σοβαρότητα και η φύση της αθέμιτης εμπορικής πρακτικής, οι ζημίες που υπέστη ο καταναλωτής και άλλες σχετικές περιστάσεις, όπως το παράπτωμα του εμπόρου ή η παράβαση της σύμβασης.

(17)  Από τον έλεγχο καταλληλότητας της νομοθεσίας για τους καταναλωτές και την εμπορία και την παράλληλη αξιολόγηση της οδηγίας 2011/83/EΕ προσδιορίστηκαν επίσης ορισμένοι τομείς στους οποίους θα πρέπει να εκσυγχρονιστούν οι κανόνες για την προστασία των καταναλωτών ▌. Στο πλαίσιο της συνεχούς ανάπτυξης ψηφιακών εργαλείων, είναι απαραίτητη η διαρκής προσαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών.

(18)  Η υψηλότερη κατάταξη ή η τυχόν προβεβλημένη τοποθέτηση εμπορικών προσφορών μεταξύ των αποτελεσμάτων διαδικτυακής αναζήτησης, εκ μέρους των παρόχων επιγραμμικών υπηρεσιών αναζήτησης, έχει σημαντικό αντίκτυπο στους καταναλωτές.

(19)  Η κατάταξη αναφέρεται στη σχετική προβολή που δίδεται στις προσφορές των εμπόρων ή στη συνάφεια που αποδίδεται σε αποτελέσματα αναζήτησης όπως παρουσιάζονται, οργανώνονται ή κοινοποιούνται από παρόχους επιγραμμικών υπηρεσιών αναζήτησης, μεταξύ άλλων όπως προκύπτουν από τη χρήση αλγοριθμικών αλληλουχιών, μηχανισμών αξιολόγησης ή γνωμοδότησης, οπτικών επισημάνσεων ή άλλων μέσων προεκβολής ή συνδυασμών τους.

(20)  Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να προστεθεί ένα νέο σημείο στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2005/29/ΕΚ, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι απαγορεύονται οι πρακτικές κατά τις οποίες ο έμπορος παρέχει πληροφορίες σε καταναλωτή υπό μορφή αποτελεσμάτων αναζήτησης μετά την υποβολή ερωτήματος επιγραμμικής αναζήτησης εκ μέρους του καταναλωτή χωρίς να κοινοποιούνται οι διαφημίσεις επί πληρωμή ή η καταβολή τιμήματος ειδικά για την επίτευξη υψηλότερης κατάταξης προϊόντων μεταξύ των αποτελεσμάτων αναζήτησης. Όταν ένας έμπορος έχει καταβάλει άμεσο ή έμμεσο τίμημα στον πάροχο επιγραμμικών υπηρεσιών αναζήτησης για την υψηλότερη κατάταξη ενός προϊόντος μεταξύ των αποτελεσμάτων αναζήτησης, ο πάροχος επιγραμμικών υπηρεσιών αναζήτησης θα πρέπει να ενημερώνει σχετικά τους καταναλωτές υπό συνοπτική, εύκολη και κατανοητή μορφή. Η καταβολή έμμεσου τιμήματος θα μπορούσε να έχει τη μορφή αποδοχής από τον έμπορο κάθε είδους πρόσθετων υποχρεώσεων έναντι του παρόχου των επιγραμμικών υπηρεσιών αναζήτησης που έχουν ως συγκεκριμένο αποτέλεσμα την υψηλότερη κατάταξη. Η καταβολή έμμεσου τιμήματος μπορεί να συνίσταται σε αυξημένη προμήθεια ανά συναλλαγή, καθώς και σε διαφορετικά συστήματα αποζημίωσης που οδηγούν ειδικά σε υψηλότερη κατάταξη. Οι καταβολές τιμήματος για γενικές υπηρεσίες, όπως αμοιβές για συμπερίληψη στον κατάλογο αποτελεσμάτων ή συνδρομές μελών, οι οποίες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών που προσφέρονται από τον πάροχο επιγραμμικών υπηρεσιών αναζήτησης στον έμπορο, δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως καταβολή τιμήματος ειδικά για την επίτευξη υψηλότερης κατάταξης των προϊόντων, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω καταβολές τιμήματος δεν προορίζονται συγκεκριμένα για την επίτευξη υψηλότερης κατάταξης. Επιγραμμικές υπηρεσίες αναζήτησης μπορούν να παρέχονται από διαδικτυακούς εμπόρους διαφόρων ειδών, συμπεριλαμβανομένων των ενδιάμεσων φορέων, όπως οι επιγραμμικές αγορές, οι μηχανές αναζήτησης και οι ιστότοποι σύγκρισης.

(21)  Οι απαιτήσεις διαφάνειας όσον αφορά τις βασικές παραμέτρους της κατάταξης ρυθμίζονται επίσης από τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(11)(12) για την προώθηση της δίκαιης μεταχείρισης και της διαφάνειας για τους επιχειρηματικούς χρήστες επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης. Οι απαιτήσεις διαφάνειας βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2019/...(13)++ καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα διαδικτυακών ενδιάμεσων φορέων, συμπεριλαμβανομένων των επιγραμμικών αγορών, αλλά εφαρμόζονται μόνο μεταξύ εμπόρων και διαδικτυακών ενδιάμεσων φορέων. Συνεπώς, θα πρέπει να εισαχθούν παρόμοιες απαιτήσεις στην οδηγία 2005/29/ΕΚ με στόχο τη διασφάλιση επαρκούς διαφάνειας έναντι των καταναλωτών, εκτός από την περίπτωση των παρόχων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης που οφείλουν ήδη, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/...++ να καθορίζουν τις βασικές παράμετροι οι οποίες, μεμονωμένα ή συλλογικά, είναι οι πλέον σημαντικές για τη διαμόρφωση της κατάταξης και τη σχετική σημασία των εν λόγω βασικών παραμέτρων, παρέχοντας εύκολα προσβάσιμη και δημοσίως διαθέσιμη περιγραφή με απλή και κατανοητή διατύπωση στις επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης των εν λόγω παρόχων.

(22)  Οι έμποροι που παρέχουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να αναζητούν αγαθά και υπηρεσίες, όπως οι δραστηριότητες που σχετίζονται με τα ταξίδια, τη διαμονή και την ψυχαγωγία, που προσφέρονται από διαφορετικούς εμπόρους ή από καταναλωτές, θα πρέπει να ενημερώνουν τους καταναλωτές όσον αφορά τις βασικές παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη των προσφορών οι οποίες παρουσιάζονται στον καταναλωτή ως αποτέλεσμα του ερωτήματος αναζήτησης και τη σχετική τους σημασία έναντι άλλων παραμέτρων. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να είναι σύντομες και να καθίστανται εύκολα, εμφανώς και άμεσα διαθέσιμες. Ως παράμετροι που καθορίζουν την κατάταξη νοούνται τυχόν γενικά κριτήρια, διαδικασίες, συγκεκριμένα σήματα που ενσωματώνονται σε αλγόριθμους ή σε άλλους μηχανισμούς προσαρμογής ή υποβάθμισης που χρησιμοποιούνται σε σχέση με την κατάταξη.

(23)  Η υποχρέωση ενημέρωσης σχετικά με τις βασικές παραμέτρους της κατάταξης δεν θίγει την οδηγία (ΕΕ) 2016/943(14). Οι έμποροι δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να αποκαλύπτουν τη λεπτομερή λειτουργία των μηχανισμών κατάταξής τους, συμπεριλαμβανομένων των αλγορίθμων. Οι έμποροι θα πρέπει να παρέχουν μια γενική περιγραφή των βασικών παραμέτρων κατάταξης προκειμένου να εξηγούν τις βασικές προκαθορισμένες παραμέτρους που χρησιμοποιούνται από τον έμπορο και τη σχετική σημασία τους έναντι άλλων παραμέτρων, αλλά δεν είναι απαραίτητο να παρουσιάζονται με εξατομικευμένο τρόπο για κάθε επιμέρους ερώτημα αναζήτησης.

(24)  Κατά την προσφορά προϊόντων μέσω επιγραμμικών αγορών στους καταναλωτές, τόσο η επιγραμμική αγορά όσο και οι τρίτοι προμηθευτές συμμετέχουν στην παροχή της προσυμβατικής ενημέρωσης που απαιτείται βάσει της οδηγίας 2011/83/EΕ. Κατά συνέπεια, οι καταναλωτές που χρησιμοποιούν την επιγραμμική αγορά μπορεί να μην αντιλαμβάνονται σαφώς ποιοι είναι οι αντισυμβαλλόμενοί τους και πώς επηρεάζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους.

(25)  Για τους σκοπούς της οδηγίας 2011/83/EΕ οι επιγραμμικές (ηλεκτρονικές) αγορές θα πρέπει να οριστούν με ανάλογο τρόπο όπως στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 524/2013(15) και στην οδηγία 2016/1148/EΕ(16). Ωστόσο, ο ορισμός θα πρέπει να επικαιροποιηθεί και να καταστεί πιο ουδέτερος από τεχνολογική άποψη, προκειμένου να καλύπτει τις νέες τεχνολογίες. Συνεπώς, κρίνεται σκόπιμο να γίνεται αναφορά, αντί σε «ιστότοπο», σε λογισμικό, συμπεριλαμβανομένου ιστοτόπου, μέρους ιστοτόπου ή εφαρμογής, το οποίο διαχειρίζεται έμπορος ή άλλος εξ ονόματος του εμπόρου, σύμφωνα με την έννοια της «επιγραμμικής διεπαφής», όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2394 και στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/302(17).

(26)  Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλεφθούν ειδικές απαιτήσεις διαφάνειας για τις επιγραμμικές αγορές στην οδηγία 2005/29/ΕΕ και στην οδηγία 2011/83/ΕΕ, ώστε να ενημερώνονται οι καταναλωτές που χρησιμοποιούν τις επιγραμμικές αγορές σχετικά με τις βασικές παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη των προσφορών, αν συνάπτουν σύμβαση με έμπορο ή μη έμπορο (π.χ. με άλλον καταναλωτή) ▌ .

(27)  Οι επιγραμμικές αγορές θα πρέπει να ενημερώνουν τους καταναλωτές κατά πόσον ο τρίτος που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο είναι έμπορος ή όχι, με βάση τη δήλωση του εν λόγω τρίτου στην επιγραμμική αγορά. Όταν ο τρίτος που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο δηλώνει ότι δεν έχει την ιδιότητα του εμπόρου, οι επιγραμμικές αγορές θα πρέπει να προβαίνουν σε σύντομη δήλωση διευκρινίζοντας ότι τα δικαιώματα των καταναλωτών που απορρέουν από το δίκαιο της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών δεν εφαρμόζονται στη συναπτόμενη σύμβαση. Επιπλέον, οι καταναλωτές θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον τρόπο επιμερισμού των υποχρεώσεων που σχετίζονται με τη σύμβαση μεταξύ του τρίτου που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο και του παρόχου της επιγραμμικής αγοράς. Η ενημέρωση θα πρέπει να παρέχεται με σαφή και κατανοητό τρόπο και όχι μόνο μέσω παραπομπής στους γενικούς όρους και προϋποθέσεις ή παρόμοιο συμβατικό έγγραφο. Οι υποχρεώσεις ενημέρωσης για τις επιγραμμικές αγορές θα πρέπει να είναι αναλογικές και να στοχεύουν στην εξεύρεση ισορροπίας μεταξύ υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και ανταγωνιστικότητας στις επιγραμμικές αγορές. Δεν θα πρέπει να απαιτείται από τις επιγραμμικές αγορές να απαριθμούν συγκεκριμένα δικαιώματα των καταναλωτών όταν τους ενημερώνουν σχετικά με το εάν αυτά ισχύουν ή όχι. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων ενημέρωσης των καταναλωτών που προβλέπονται στην οδηγία 2011/83/ΕΕ, και ιδίως του άρθρου 6 παράγραφος 1. Η παρεχόμενη ενημέρωση σχετικά με την ευθύνη για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των καταναλωτών εξαρτάται από τις συμβατικές ρυθμίσεις μεταξύ της επιγραμμικής αγοράς και των οικείων τρίτων εμπόρων. Οι επιγραμμικές αγορές μπορεί να αναφέρονται στον τρίτο έμπορο ως τον αποκλειστικά υπεύθυνο για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των καταναλωτών ή να περιγράφουν τις συγκεκριμένες ευθύνες του όταν συνάγεται ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για ορισμένες πτυχές της σύμβασης, όπως η παράδοση ή η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης.

(28)  Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ(18), οι επιγραμμικές αγορές δεν θα πρέπει να υποχρεούνται σε επαλήθευση της νομικής κατάστασης των τρίτων προμηθευτών. Αντιθέτως, η επιγραμμική αγορά θα πρέπει να απαιτεί από τους τρίτους προμηθευτές προϊόντων στην επιγραμμική αγορά να δηλώνουν αν έχουν την ιδιότητα του εμπόρου ή όχι για τους σκοπούς της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών και προκειμένου να παράσχουν αυτή την πληροφορία στην επιγραμμική αγορά.

(29)  Λαμβάνοντας υπόψη τις ταχείες τεχνολογικές εξελίξεις όσον αφορά τις επιγραμμικές αγορές και την ανάγκη διασφάλισης υψηλότερου επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν ή να διατηρούν ειδικά πρόσθετα μέτρα για τον σκοπό αυτό. Οι λόγω διατάξεις θα πρέπει να είναι αναλογικές, να μην εισάγουν διακρίσεις και να εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της οδηγίας 2003/31/ΕΚ.

(30)  Οι ορισμοί του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών στην οδηγία 2011/83/ΕΕ θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τους αντίστοιχους ορισμούς της οδηγίας (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(19)(20). Το ψηφιακό περιεχόμενο που καλύπτεται από την οδηγία (ΕΕ) 2019/...(21)++ καλύπτει μία ενιαία πράξη προμήθειας, σειρά επιμέρους πράξεων προμήθειας ή συνεχόμενη προμήθεια για ορισμένο χρονικό διάστημα. Συνεχόμενη προμήθεια δεν θα πρέπει κατ’ ανάγκη να σημαίνει μακροπρόθεσμη προμήθεια. Περιπτώσεις όπως η διαδικτυακή μετάδοση βιντεοκλίπ θα πρέπει να θεωρούνται συνεχόμενη προμήθεια για ορισμένο χρονικό διάστημα, ανεξαρτήτως της πραγματικής διάρκειας του οπτικοακουστικού αρχείου. Συνεπώς, μπορεί να είναι δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ ορισμένων τύπων ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών, δεδομένου ότι αμφότεροι μπορούν να συνεπάγονται συνεχή προμήθεια εκ μέρους του εμπόρου κατά τη διάρκεια της σύμβασης ▌. Μεταξύ των παραδειγμάτων ψηφιακών υπηρεσιών συγκαταλέγονται οι υπηρεσίες διαμοιρασμού βίντεο και ήχου και άλλες υπηρεσίες φιλοξενίας αρχείων, η επεξεργασία κειμένου ή παιχνίδια που προσφέρονται σε περιβάλλον υπολογιστικού νέφους, η αποθήκευση στο νέφος, το διαδικτυακό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι εφαρμογές υπολογιστικού νέφους. Η διαρκής δραστηριοποίηση του παρόχου των υπηρεσιών δικαιολογεί την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης που προβλέπεται στην οδηγία 2011/83/ΕΕ, οι οποίοι ουσιαστικά επιτρέπουν στον καταναλωτή να δοκιμάζει την υπηρεσία και να αποφασίζει, εντός περιόδου 14 ημερών από τη λήξη της σύμβασης, εάν θα συνεχίσει να τη χρησιμοποιεί ή όχι. ▌Οι συμβάσεις για την παροχή ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο χαρακτηρίζονται από ενιαία πράξη προμήθειας στον καταναλωτή συγκεκριμένου προϊόντος ή προϊόντων ψηφιακού περιεχομένου, όπως συγκεκριμένα αρχεία μουσικής ή βίντεο. Εξακολουθούν να υπόκεινται στην εξαίρεση από το δικαίωμα υπαναχώρησης δυνάμει του άρθρου 16 στοιχείο ιγ), το οποίο προβλέπει ότι ο καταναλωτής χάνει το δικαίωμα υπαναχώρησης όταν ξεκινήσει η εκτέλεση της σύμβασης, όπως η μεταφόρτωση ή η μετάδοση ροής του ▌περιεχομένου, με την επιφύλαξη της προηγούμενης ρητής συγκατάθεσης του καταναλωτή να ξεκινήσει η εκτέλεση στη διάρκεια της περιόδου ισχύος του δικαιώματος υπαναχώρησης και της εκ μέρους του αναγνώρισης ότι χάνει συνεπακόλουθα το δικαίωμα υπαναχώρησης. Σε περίπτωση αμφιβολίας για το κατά πόσον η σύμβαση είναι σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή σύμβαση για την παροχή ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι κανόνες που διέπουν το δικαίωμα υπαναχώρησης για τις υπηρεσίες.

(31)  Συχνά το ψηφιακό περιεχόμενο και οι ψηφιακές υπηρεσίες παρέχονται επιγραμμικά, στο πλαίσιο συμβάσεων στις οποίες ο καταναλωτής δεν καταβάλλει χρήματα αλλά παρέχει προσωπικά δεδομένα στον έμπορο. Η οδηγία 2011/83/ΕΕ εφαρμόζεται ήδη σε συμβάσεις προμήθειας ψηφιακού περιεχομένου το οποίο δεν παρέχεται σε υλικό μέσο (δηλ. προμήθειας επιγραμμικού ψηφιακού περιεχομένου), ανεξάρτητα από το εάν ο καταναλωτής καταβάλλει χρηματικό τίμημα ή παρέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Αντιθέτως, η οδηγία 2011/83/ΕΕ εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων ψηφιακών υπηρεσιών, βάσει των οποίων ο καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει τίμημα. Κατά συνέπεια, η εν λόγω οδηγία δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις ψηφιακών υπηρεσιών βάσει των οποίων ο καταναλωτής παρέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον έμπορο χωρίς να καταβάλει τίμημα. Δεδομένων των ομοιοτήτων και της εναλλαξιμότητας των επ’ αμοιβή ψηφιακών υπηρεσιών και των ψηφιακών υπηρεσιών που παρέχονται έναντι της παροχής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οι εν λόγω υπηρεσίες θα πρέπει να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες που προβλέπονται στην οδηγία 2011/83/ΕΕ.

(32)  Θα πρέπει να διασφαλιστεί η συνέπεια μεταξύ του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2011/83/ΕΕ και της οδηγίας (ΕΕ) 2019/...(22), η οποία εφαρμόζεται σε συμβάσεις προμήθειας ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακών υπηρεσιών βάσει των οποίων ο καταναλωτής παρέχει ή αναλαμβάνει να παρέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον έμπορο.

(33)  Ως εκ τούτου, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2011/83/ΕΕ θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να καλύπτει και τις συμβάσεις βάσει των οποίων ο προμηθευτής παρέχει ή αναλαμβάνει την υποχρέωση να παράσχει ψηφιακή υπηρεσία στον καταναλωτή, και ο καταναλωτής παρέχει ή αναλαμβάνει την υποχρέωση να παράσχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Κατά τρόπο ανάλογο με τις συμβάσεις για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο, η οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται όποτε ο καταναλωτής παρέχει ή αναλαμβάνει την υποχρέωση να παράσχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον έμπορο, εκτός της περίπτωσης κατά την οποία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που παρέχει ο καταναλωτής υποβάλλονται σε επεξεργασία από τον έμπορο με αποκλειστικό σκοπό την παροχή ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακής υπηρεσίας, και ο έμπορος δεν επεξεργάζεται τα εν λόγω δεδομένα για οποιονδήποτε άλλο σκοπό. Οποιουδήποτε είδους επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να συμμορφώνεται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679.

(34)  Με σκοπό την πλήρη ευθυγράμμιση με την οδηγία (ΕΕ) 2019/...(23), σε περίπτωση παροχής ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών χωρίς την καταβολή τιμήματος, η οδηγία 2011/83/ΕΕ δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται ούτε και σε καταστάσεις στις οποίες ο έμπορος συλλέγει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ▌με αποκλειστικό σκοπό τη συμμόρφωση με διατάξεις του νόμου που διέπουν τον έμπορο. Στις εν λόγω καταστάσεις μπορούν να περιλαμβάνονται περιπτώσεις όπου η εγγραφή του καταναλωτή απαιτείται βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας για λόγους ασφάλειας και ταυτοποίησης ▌.

(35)  Η οδηγία 2011/83/ΕΕ δεν θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται σε καταστάσεις κατά τις οποίες ο έμπορος συλλέγει μόνο μεταδεδομένα, όπως πληροφορίες για τη συσκευή του καταναλωτή ή το ιστορικό περιήγησης ▌, εκτός εάν η εν λόγω κατάσταση θεωρείται σύμβαση σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Επίσης, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε καταστάσεις όπου ο καταναλωτής, χωρίς να έχει συνάψει σύμβαση με τον έμπορο, εκτίθεται σε διαφημίσεις αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρήσουν το δικαίωμα να επεκτείνουν την εφαρμογή των κανόνων της οδηγίας 2011/83/ΕΕ στις εν λόγω καταστάσεις ή να ρυθμίζουν με άλλον τρόπο τις εν λόγω καταστάσεις που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης οδηγίας.

(36)  Η έννοια της λειτουργικής δυνατότητας θα πρέπει να αφορά τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία. Για παράδειγμα, η απουσία ή η παρουσία τυχόν τεχνικών περιορισμών, όπως η προστασία μέσω ψηφιακής διαχείρισης δικαιωμάτων ή κωδικών περιοχής, μπορεί να επηρεάζει τη δυνατότητα του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να εκτελεί όλες τις λειτουργίες του έχοντας υπόψη τον σκοπό του. Η έννοια της διαλειτουργικότητας περιγράφει κατά πόσον και σε ποιο βαθμό το ψηφιακό περιεχόμενο ή η ψηφιακή υπηρεσία μπορεί να λειτουργήσει με υλισμικό ή λογισμικό διαφορετικό από εκείνα με τα οποία χρησιμοποιούνται συνήθως ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακές υπηρεσίες ιδίου τύπου. Η επιτυχής λειτουργία περιλαμβάνει, για παράδειγμα, την ικανότητα του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να ανταλλάσσει πληροφορίες με το εν λόγω διαφορετικό λογισμικό ή υλισμικό και να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται. Η έννοια της συμβατότητας ορίζεται στην οδηγία (ΕΕ) 2019/...(24).

(37)  Βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 3 και του άρθρου 8 παράγραφος 8 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ απαιτείται από τους εμπόρους, όσον αφορά τις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος και τις συμβάσεις εξ αποστάσεως αντίστοιχα, να λαμβάνουν την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή ώστε να ξεκινήσει η εκτέλεση πριν από τη λήξη της περιόδου ισχύος του δικαιώματος υπαναχώρησης. Στο άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχείο α) προβλέπεται η επιβολή συμβατικής κύρωσης σε περίπτωση που ο έμπορος δεν εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωση, δηλαδή ο καταναλωτής δεν είναι υποχρεωμένος να πληρώσει για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, η υποχρέωση λήψης της ρητής συγκατάθεσης του καταναλωτή αφορά μόνο υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών υπηρεσιών, που παρέχονται έναντι της καταβολής του τιμήματος. Συνεπώς, η τροποποίηση του άρθρου 7 παράγραφος 3 και του άρθρου 8 παράγραφος 8 είναι απαραίτητη προκειμένου η υποχρέωση των εμπόρων να λαμβάνουν την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή να εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις υπηρεσιών βάσει των οποίων ο καταναλωτής υποχρεούται να καταβάλει τίμημα.

(38)  Στο άρθρο 16 στοιχείο ιγ) της οδηγίας 2011/83/ΕΕ προβλέπεται εξαίρεση από το δικαίωμα υπαναχώρησης όσον αφορά ψηφιακό περιεχόμενο που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο, σε περίπτωση που ο καταναλωτής έχει παράσχει την προηγούμενη συγκατάθεσή του να ξεκινήσει η εκτέλεση πριν από τη λήξη της περιόδου ισχύος του δικαιώματος υπαναχώρησης και έχει επιβεβαιώσει ότι διά της συγκατάθεσής του χάνει το δικαίωμα υπαναχώρησης. Στο άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/83/ΕΕ προβλέπεται η επιβολή συμβατικής κύρωσης σε περίπτωση που ο έμπορος δεν εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωση, δηλαδή ο καταναλωτής δεν είναι υποχρεωμένος να πληρώσει για το καταναλωθέν ψηφιακό περιεχόμενο. Ως εκ τούτου, η υποχρέωση λήψης της ρητής συγκατάθεσης και επιβεβαίωσης από τον καταναλωτή ισχύει μόνο για ψηφιακό περιεχόμενο που παρέχεται έναντι της καταβολής του τιμήματος. Συνεπώς, η τροποποίηση του άρθρου 16 στοιχείο ιγ) είναι απαραίτητη προκειμένου η υποχρέωση των εμπόρων να λαμβάνουν την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση και επιβεβαίωση του καταναλωτή να εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις βάσει των οποίων ο καταναλωτής υποχρεούται να καταβάλει τίμημα.

(39)  Στο άρθρο 7 παράγραφος 4 της οδηγίας 2005/29/ΕΚ καθορίζονται οι υποχρεώσεις ενημέρωσης όσον αφορά την «πρόσκληση για αγορά» προϊόντος σε συγκεκριμένη τιμή. Οι εν λόγω υποχρεώσεις ενημέρωσης εφαρμόζονται ήδη στο στάδιο της διαφήμισης, ενώ η οδηγία 2011/83/ΕΕ επιβάλλει τις ίδιες και άλλες πιο αναλυτικές υποχρεώσεις ενημέρωσης στο μεταγενέστερο προσυμβατικό στάδιο (δηλ. μόλις πριν ο καταναλωτής συνάψει σύμβαση). Κατά συνέπεια, οι έμποροι μπορεί να υποχρεωθούν να παρέχουν τις ίδιες πληροφορίες στο στάδιο της διαφήμισης (π.χ. επιγραμμική διαφήμιση σε ιστότοπο μέσων ενημέρωσης) και στο προσυμβατικό στάδιο (π.χ. στις σελίδες των επιγραμμικών διαδικτυακών καταστημάτων τους).

(40)  Στις υποχρεώσεις ενημέρωσης βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 4 της οδηγίας 2005/29/ΕΚ περιλαμβάνεται η ενημέρωση του καταναλωτή σχετικά με την πολιτική του εμπόρου για την αντιμετώπιση παραπόνων. Τα πορίσματα του ελέγχου καταλληλότητας καταδεικνύουν ότι οι εν λόγω πληροφορίες είναι ιδιαίτερα χρήσιμες στο προσυμβατικό στάδιο, το οποίο διέπεται από την οδηγία 2011/83/ΕΕ. Ως εκ τούτου, η υποχρέωση παροχής της εν λόγω ενημέρωσης στις προσκλήσεις αγοράς κατά το στάδιο της διαφήμισης σύμφωνα με την οδηγία 2005/29/ΕΚ θα πρέπει να απαλειφθεί.

(41)  Βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο η) της οδηγίας 2011/83/ΕΕ απαιτείται από τους εμπόρους να παρέχουν στους καταναλωτές προσυμβατική ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης, συμπεριλαμβανομένου του υποδείγματος εντύπου υπαναχώρησης που καθορίζεται στο παράρτημα I τμήμα B της οδηγίας. Στο άρθρο 8 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ προβλέπονται απλούστερες υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης σε περίπτωση που η σύμβαση συνάπτεται με τη χρήση μέσου εξ αποστάσεως επικοινωνίας, το οποίο παρέχει περιορισμένο χώρο ή χρόνο για την παροχή των πληροφοριών, όπως μέσω τηλεφώνου, φωνητικών υπηρεσιών υποβοηθήσης της πραγματοποίησης αγορών ή σύντομου μηνύματος (SMS). Στις υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης που πρέπει να παρέχεται διά του συγκεκριμένου μέσου εξ αποστάσεως επικοινωνίας περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο η). Ως εκ τούτου, στις εν λόγω πληροφορίες περιλαμβάνεται επίσης η παροχή του υποδείγματος εντύπου υπαναχώρησης που καθορίζεται στο παράρτημα I τμήμα B της οδηγίας. Ωστόσο, η παροχή του υποδείγματος του εντύπου υπαναχώρησης δεν είναι εφικτή όταν η σύμβαση συνάπτεται με τη χρήση μέσων όπως το τηλέφωνο ή οι φωνητικές υπηρεσίες υποβοηθήσης της πραγματοποίησης αγορών και ενδέχεται να μην είναι τεχνικά εφικτή με τρόπο που να διευκολύνει τον χρήστη με τη χρήση των υπόλοιπων μέσων εξ αποστάσεως επικοινωνίας που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 4. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να εξαιρεθεί η παροχή του υποδείγματος του εντύπου υπαναχώρησης από την ενημέρωση που υποχρεούνται να παρέχουν σε κάθε περίπτωση οι έμποροι διά του συγκεκριμένου μέσου εξ αποστάσεως επικοινωνίας που χρησιμοποιείται για τη σύναψη της σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ.

(42)  Στο άρθρο 16 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/83/ΕΕ προβλέπεται η δυνατότητα εξαίρεσης από το δικαίωμα υπαναχώρησης όσον αφορά συμβάσεις υπηρεσιών των οποίων η εκτέλεση έχει ολοκληρωθεί, εάν η εκτέλεση άρχισε με την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή, και με την εκ μέρους του αναγνώριση ότι θα απολέσει το δικαίωμα υπαναχώρησης μόλις η σύμβαση εκτελεσθεί πλήρως από τον έμπορο. Αντιθέτως, βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 3 και του άρθρου 8 παράγραφος 8 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ, που αφορούν τις υποχρεώσεις του εμπόρου σε καταστάσεις στις οποίες η εκτέλεση της σύμβασης ξεκινά πριν από τη λήξη της περιόδου ισχύος του δικαιώματος υπαναχώρησης, το μόνο που απαιτείται από τους εμπόρους είναι να λαμβάνουν την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή αλλά όχι την εκ μέρους του αναγνώριση ότι με την ολοκλήρωση της σύμβασης θα απολέσει το δικαίωμα υπαναχώρησης. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέπεια μεταξύ των προαναφερθεισών νομοθετικών διατάξεων, είναι απαραίτητο να προστεθεί στο άρθρο 7 παράγραφος 3 και στο άρθρο 8 παράγραφος 8 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ μία υποχρέωση του εμπόρου προκειμένου να λαμβάνει επίσης την εκ μέρους του καταναλωτή αναγνώριση ότι με την ολοκλήρωση της σύμβασης θα απολέσει το δικαίωμα υπαναχώρησης. Επιπλέον, η διατύπωση του άρθρου 16 παράγραφος 3 θα πρέπει να προσαρμοστεί στις αλλαγές που εισάγονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 και στο άρθρο 8 παράγραφος 8, σύμφωνα με τις οποίες η υποχρέωση των εμπόρων να λαμβάνουν την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις υπηρεσιών βάσει των οποίων ο καταναλωτής υποχρεούται να καταβάλει τίμημα. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να μην εφαρμόζουν την υποχρέωση να λαμβάνεται η εκ μέρους του καταναλωτή αναγνώριση ότι με την ολοκλήρωση της σύμβασης θα απολέσει το δικαίωμα υπαναχώρησης σε συμβάσεις υπηρεσιών κατά τις οποίες ο καταναλωτής έχει ζητήσει ειδικά επίσκεψη από τον έμπορο με σκοπό την πραγματοποίηση επιδιορθώσεων. Στο άρθρο 16 στοιχείο γ) της οδηγίας 2011/83/ΕΕ προβλέπεται η δυνατότητα εξαίρεσης από το δικαίωμα υπαναχώρησης σε περίπτωση προμήθειας αγαθών που κατασκευάζονται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του καταναλωτή ή σαφώς εξατομικευμένων. Η εξαίρεση αυτή καλύπτει, για παράδειγμα, την κατασκευή και την εγκατάσταση εξατομικευμένων επίπλων στην οικία του καταναλωτή, όταν η προμήθειά τους πραγματοποιείται βάσει ενιαίας σύμβασης πώλησης.

(43)  Η εξαίρεση από το δικαίωμα υπαναχώρησης που προβλέπεται στο άρθρο 16 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/83/ΕΕ θα πρέπει επίσης να θεωρείται ότι ισχύει για τις συμβάσεις μεμονωμένων παραδόσεων ενέργειας εκτός δικτύου διότι η τιμή της εξαρτάται από διακυμάνσεις των αγορών πρώτων υλών ή των αγορών ενέργειας τις οποίες δεν είναι δυνατόν να ελέγξει ο έμπορος και οι οποίες ενδέχεται να συμβούν εντός της περιόδου υπαναχώρησης.

(44)  Το άρθρο 14 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ ορίζει τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων, σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης, ο καταναλωτής δεν επιβαρύνεται με το κόστος εκτέλεσης των υπηρεσιών, της προμήθειας υπηρεσιών κοινής ωφελείας και της προμήθειας ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο. Όταν πληρούται οποιαδήποτε από τις εν λόγω προϋποθέσεις, ο καταναλωτής δεν υποχρεούται να καταβάλει το τίμημα της υπηρεσίας, των υπηρεσιών κοινής ωφελείας ή του ψηφιακού περιεχομένου που έλαβε προτού ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης. Όσον αφορά το ψηφιακό περιεχόμενο, μία από τις εν λόγω μη σωρευτικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχείο β) σημείο iii) είναι η μη παροχή της επιβεβαίωσης της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της επιβεβαίωσης της προηγούμενης ρητής συγκατάθεσης του καταναλωτή να ξεκινήσει η εκτέλεση της σύμβασης πριν από τη λήξη της περιόδου ισχύος του δικαιώματος υπαναχώρησης και την εκ μέρους του αναγνώριση της συνεπακόλουθης απώλειας του δικαιώματος υπαναχώρησης. Ωστόσο, η εν λόγω προϋπόθεση δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προϋποθέσεων για την απώλεια του δικαιώματος υπαναχώρησης που ορίζονται στο άρθρο 16 στοιχείο ιγ), δημιουργώντας αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα του καταναλωτή να επικαλεστεί το άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχείο β) σημείο iii) όταν πληρούνται οι δύο άλλες προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχείο β), με συνεπακόλουθη απώλεια του δικαιώματος υπαναχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 16 στοιχείο ιγ). Ως εκ τούτου, η προϋπόθεση που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχείο β) σημείο iii) θα πρέπει να προστεθεί στο άρθρο 16 στοιχείο ιγ) ώστε να μπορεί ο καταναλωτής να ασκεί το δικαίωμα υπαναχώρησης όταν αυτή η προϋπόθεση δεν πληρείται και, κατά συνέπεια, να διεκδικεί τα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 4.

(45)  Οι έμποροι μπορούν να εξατομικεύουν την τιμή των προσφορών τους για συγκεκριμένους καταναλωτές ή συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών βάσει αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων και κατάρτισης προφίλ για την ανάλυση της συμπεριφοράς του καταναλωτή, αποκτώντας έτσι τη δυνατότητα να αξιολογούν την αγοραστική δύναμη του καταναλωτή. Ως εκ τούτου, οι καταναλωτές θα πρέπει να ενημερώνονται σαφώς όταν η τιμή που τους παρουσιάζεται εξατομικεύεται βάσει αυτοματοποιημένης λήψης απόφασης, ώστε να λαμβάνουν υπόψη τους δυνητικούς κινδύνους κατά τη λήψη των αποφάσεών τους. Κατά συνέπεια, στην οδηγία 2011/83/ΕΕ θα πρέπει να προστεθεί ειδική υποχρέωση ενημέρωσης του καταναλωτή όταν η τιμή εξατομικεύεται βάσει αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων. Η εν λόγω υποχρέωση ενημέρωσης δεν θα πρέπει να ισχύει για τεχνικές όπως η «δυναμική» τιμολόγηση ή τιμολόγηση «σε πραγματικό χρόνο», η οποία συνεπάγεται τη διαφοροποίηση της τιμής με πολύ ευέλικτο και γρήγορο τρόπο ως ανταπόκριση στις απαιτήσεις της αγοράς, όταν αυτή δεν συνεπάγεται εξατομίκευση βάσει αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων. Η εν λόγω υποχρέωση ενημέρωσης δεν θίγει τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(25), ο οποίος προβλέπει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα ενός ατόμου να μην υπόκειται σε αυτοματοποιημένη ατομική λήψη αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ.

(46)  Λαμβανομένων υπόψη των τεχνολογικών εξελίξεων, είναι απαραίτητο να απαλειφθεί η αναφορά σε αριθμό τηλεομοιοτυπίας από τον κατάλογο των μέσων επικοινωνίας που περιλαμβάνεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 2011/83/ΕΕ, δεδομένου ότι η τηλεομοιοτυπία χρησιμοποιείται σπάνια και έχει καταστεί σε μεγάλο βαθμό παρωχημένη.

(47)  Οι καταναλωτές βασίζονται όλο και περισσότερο σε αξιολογήσεις και συστάσεις άλλων καταναλωτών όταν λαμβάνουν αποφάσεις αγοράς. Επομένως, όταν οι έμποροι παρέχουν πρόσβαση σε αξιολογήσεις προϊόντων από καταναλωτές, θα πρέπει να ενημερώνουν εάν υπάρχουν διεργασίες ή διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι οι δημοσιευόμενες αξιολογήσεις προέρχονται από καταναλωτές που αγόρασαν ή χρησιμοποίησαν τα προϊόντα. Εάν υπάρχουν τέτοιες διεργασίες ή διαδικασίες, αυτές θα πρέπει να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι έλεγχοι και να ενημερώνουν σαφώς τους καταναλωτές σχετικά με τον τρόπο πραγματοποίησης των αξιολογήσεων, για παράδειγμα, κατά πόσον όλες οι θετικές ή αρνητικές αξιολογήσεις όντως αναρτώνται ή κατά πόσον αυτές οι αξιολογήσεις έχουν λάβει χορηγία ή επηρεάζονται από συμβατική σχέση με έναν έμπορο. Επιπλέον, θα πρέπει να θεωρείται αθέμιτη εμπορική πρακτική η παραπλάνηση των καταναλωτών με τη χρήση δηλώσεων σύμφωνα με τις οποίες οι αξιολογήσεις ενός προϊόντος υποβάλλονται από καταναλωτές που όντως χρησιμοποίησαν ή αγόρασαν το προϊόν, χωρίς να έχουν ληφθεί εύλογα και αναλογικά μέτρα που να διασφαλίζουν ότι προέρχονται από τους εν λόγω καταναλωτές. Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, τεχνικά μέσα που θα επαληθεύουν την αξιοπιστία του προσώπου που αναρτά την αξιολόγηση, ζητώντας του πληροφορίες για να επαληθεύσουν κατά πόσον ο καταναλωτής όντως αγόρασε ή χρησιμοποίησε το προϊόν.

(48)  Οι διατάξεις σχετικά με τις αξιολογήσεις και τις θετικές κριτικές των καταναλωτών ισχύουν υπό την επιφύλαξη της κοινής και θεμιτής διαφημιστικής πρακτικής της διατύπωσης δηλώσεων που ενέχουν υπερβολές ή δηλώσεων οι οποίες δεν αναμένεται να εκληφθούν, ως έχουν, εν τη κυριολεξία τους.

(49)  Οι έμποροι θα πρέπει επίσης να απαγορεύεται να δημοσιεύουν ψευδείς αξιολογήσεις και θετικές κριτικές των καταναλωτών, όπως «like» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ή να αναθέτουν σε άλλους να το πράξουν για την προώθηση των προϊόντων τους, καθώς και να αλλοιώνουν τις αξιολογήσεις και τις θετικές γνώμες των καταναλωτών, όπως με τη δημοσίευση μόνο των θετικών κριτικών και τη διαγραφή των αρνητικών. Κάτι ανάλογο μπορεί επίσης να συμβεί με την παρέκταση των θετικών κριτικών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όταν η θετική αλληλεπίδραση ενός χρήστη με συγκεκριμένο επιγραμμικό περιεχόμενο συνδέεται ή μεταφέρεται σε διαφορετικό αλλά συναφές περιεχόμενο, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο χρήστης αντιμετωπίζει επίσης θετικά το συναφές περιεχόμενο.

(50)  Οι έμποροι θα πρέπει να απαγορεύεται να μεταπωλούν στους καταναλωτές εισιτήρια για πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις τα οποία απέκτησαν χρησιμοποιώντας λογισμικό, όπως τα «bots» (αυτοματοποιημένοι λογαριασμοί), που τους παρέχει τη δυνατότητα να αγοράζουν εισιτήρια πέραν των τεχνικών ορίων που επιβάλλονται από τον αρχικό πωλητή των εισιτηρίων ή να παρακάμπτουν τυχόν άλλα τεχνικά μέσα που θέτει σε εφαρμογή ο αρχικός πωλητής προκειμένου να διασφαλίσει τη δυνατότητα πρόσβασης όλων των ατόμων στα εισιτήρια. Αυτή η ειδική απαγόρευση δεν θίγει άλλα εθνικά μέτρα που μπορούν να λαμβάνουν τα κράτη μέλη για την προστασία των θεμιτών συμφερόντων των καταναλωτών και για τη διασφάλιση της πολιτιστικής πολιτικής και της ευρείας πρόσβασης όλων των ατόμων σε πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις, όπως η ρύθμιση της τιμής μεταπώλησης των εισιτηρίων.

(51)  Το άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ εγγυάται την επιχειρηματική ελευθερία σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές. Ωστόσο, η εμπορία στα διάφορα κράτη μέλη αγαθών ως πανομοιότυπων, ενώ, στην πραγματικότητα, έχουν σαφώς διαφορετική σύσταση ή χαρακτηριστικά μπορεί να παραπλανήσει τους καταναλωτές και να τους οδηγήσει σε συναλλαγή στην οποία δεν προέβαιναν ειδάλλως.

(52)  Ως εκ τούτου, η εν λόγω πρακτική μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται στην οδηγία 2005/29/ΕΚ, με βάση αξιολόγηση των συναφών στοιχείων κατά περίπτωση. Προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας από τις αρμόδιες για την προστασία των καταναλωτών και τα τρόφιμα αρχές των κρατών μελών, παρασχέθηκαν κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των ισχυόντων κανόνων της ΕΕ σχετικά με καταστάσεις τροφίμων ▌δύο ποιοτήτων στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 26.9.2017, «σχετικά με την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας περί τροφίμων και περί προστασίας των καταναλωτών σε ζητήματα προϊόντων δύο ποιοτήτων — Η περίπτωση των τροφίμων».(26) Σε αυτό το πλαίσιο, το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Επιτροπής υπέβαλε κοινή προσέγγιση ως προς τις συγκριτικές δοκιμές των τροφίμων ▌(27).

(53)  Ωστόσο, η εμπειρία όσον αφορά την επιβολή του νόμου έχει καταδείξει ότι, ελλείψει ρητής διάταξης, ενδέχεται να μην είναι σαφές στους καταναλωτές, τους εμπόρους και τις εθνικές αρμόδιες αρχές ποιες εμπορικές πρακτικές μπορεί να αντίκεινται στην οδηγία 2005/29/ΕΚ. Ως εκ τούτου, η οδηγία 2005/29/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου για τους εμπόρους και τις αρχές επιβολής του νόμου μέσω της αντιμετώπισης ειδικά της προώθησης ενός αγαθού ως πανομοιότυπου με αγαθό που διατίθεται σε αγορές σε ▌διάφορα άλλα κράτη μέλη, στον βαθμό που το αγαθό αυτό έχει σαφώς διαφορετική σύσταση ή χαρακτηριστικά. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν και να αντιμετωπίζουν κατά περίπτωση τις εν λόγω πρακτικές, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας. Στο πλαίσιο της εν λόγω αξιολόγησης, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά πόσον η εν λόγω διαφοροποίηση μπορεί να αναγνωρίζεται εύκολα από τους καταναλωτές, το δικαίωμα ενός εμπόρου να προσαρμόζει τα αγαθά της ίδιας εμπορικής επωνυμίας σε διαφορετικές γεωγραφικές αγορές λόγω θεμιτών και αντικειμενικών παραγόντων, όπως η εθνική νομοθεσία, η διαθεσιμότητα ή η εποχικότητα των πρώτων υλών ▌ή οι προαιρετικές στρατηγικές που αποσκοπούν στη βελτίωση της πρόσβασης σε υγιή και θρεπτικά τρόφιμα, καθώς και το δικαίωμα του εμπόρου να προσφέρει αγαθά της ίδιας εμπορικής επωνυμίας σε συσκευασίες διαφορετικού βάρους ή όγκου σε διαφορετικές γεωγραφικές αγορές. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν κατά πόσον η εν λόγω διαφοροποίηση μπορεί να αναγνωρίζεται εύκολα από τους καταναλωτές εξετάζοντας τη διαθεσιμότητα και την επάρκεια των πληροφοριών. Είναι σημαντικό οι καταναλωτές να ενημερώνονται σχετικά με τη διαφοροποίηση των αγαθών λόγω θεμιτών και αντικειμενικών παραγόντων. Οι έμποροι θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να παρέχουν τις εν λόγω πληροφορίες με διάφορους τρόπους που παρέχουν στους καταναλωτές δυνατότητα πρόσβασης στις απαραίτητες πληροφορίες. Θα πρέπει γενικά να προτιμώνται από τους εμπόρους εναλλακτικές λύσεις για την αναγραφή πληροφοριών στην ετικέτα των αγαθών. Θα πρέπει να τηρούνται οι σχετικοί τομεακοί κανόνες της Ένωσης και οι κανόνες σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών.

(54)  Παρότι οι πωλήσεις εκτός εμπορικού καταστήματος αποτελούν νόμιμο και εδραιωμένο δίαυλο πωλήσεων, όπως οι πωλήσεις στο εμπορικό κατάστημα ενός εμπόρου και οι εξ αποστάσεως πωλήσεις, ορισμένες ιδιαίτερα επιθετικές ή παραπλανητικές τεχνικές προώθησης ή πώλησης στο πλαίσιο επισκέψεων στην οικία του καταναλωτή ▌ή ▌στη διάρκεια εκδρομών όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 8 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ, μπορεί να ασκούν πίεση στους καταναλωτές να προβούν σε αγορές αγαθών ή υπηρεσιών που δεν θα αγόραζαν ειδάλλως ή/και αγορές σε υπερβολικά υψηλές τιμές, οι οποίες συχνά εμπεριέχουν την υποχρέωση άμεσης πληρωμής. Οι εν λόγω πρακτικές συχνά έχουν στόχο ηλικιωμένους ή άλλους ευάλωτους καταναλωτές. Ορισμένα κράτη μέλη θεωρούν τις εν λόγω πρακτικές ανεπιθύμητες και θεωρούν απαραίτητο τον περιορισμό ορισμένων μορφών και πτυχών των πωλήσεων εκτός εμπορικού καταστήματος κατά την έννοια της οδηγίας 2011/83/ΕΕ, όπως το επιθετικό και παραπλανητικό μάρκετινγκ ή πώληση ενός προϊόντος στο πλαίσιο μη προγραμματισμένων επισκέψεων στην οικία καταναλωτή ή ▌εκδρομών. Όταν τίθενται τέτοιοι περιορισμοί για λόγους άλλους από την προστασία των καταναλωτών, όπως για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή σεβασμού της ιδιωτικής ζωής που προστατεύεται από το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, αυτοί δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2005/29/ΕΚ.

(55)  Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας και με σκοπό να διευκολυνθεί η επιβολή, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι η οδηγία 2005/29/ΕΚ δεν θίγει την ελευθερία των κρατών μελών να θεσπίζουν εθνικές διατάξεις, ώστε να προστατεύσουν περαιτέρω τα νόμιμα συμφέροντα των καταναλωτών από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές όσον αφορά τις μη προγραμματισμένες επισκέψεις εμπόρου στην οικία τους με σκοπό την προσφορά ή την πώληση προϊόντων ή όσον αφορά εκδρομές που διοργανώνει έμπορος με στόχο ή αποτέλεσμα την προώθηση ή την πώληση προϊόντων στους καταναλωτές, σε περίπτωση που οι εν λόγω διατάξεις αιτιολογούνται για λόγους προστασίας των καταναλωτών. Κάθε παρόμοια διάταξη θα πρέπει να είναι αναλογική και να μην εισάγει διακρίσεις, αλλά ούτε και να απαγορεύει τους εν λόγω διαύλους πωλήσεων αυτούς καθ’ εαυτούς. Οι εθνικές διατάξεις που θεσπίζουν τα κράτη μέλη θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να καθορίζουν τις ώρες της ημέρας κατά τις οποίες δεν επιτρέπονται επισκέψεις στην οικία των καταναλωτών χωρίς ρητή αίτημά τους ή να απαγορεύουν τις εν λόγω επισκέψεις όταν ο καταναλωτής έχει υποδείξει εμφανώς ότι οι εν λόγω επισκέψεις δεν είναι αποδεκτές ή να ορίζουν τη διαδικασία πληρωμής. Επιπλέον, οι εν λόγω διατάξεις θα μπορούσαν να θεσπίζουν πιο προστατευτικούς κανόνες στους τομείς που εναρμονίζονται με την οδηγία 2011/83/ΕΕ. Ως εκ τούτου, η οδηγία 2011/83/ΕΕ θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να επιτραπεί στα κράτη μέλη να θεσπίζουν εθνικά μέτρα που θα προβλέπουν μεγαλύτερη περίοδο για το δικαίωμα υπαναχώρησης και να παρεκκλίνουν από ειδικές εξαιρέσεις από το δικαίωμα υπαναχώρησης. Θα πρέπει να απαιτείται από τα κράτη μέλη να κοινοποιούν τυχόν εθνικές διατάξεις που θεσπίζουν σε αυτό το πλαίσιο στην Επιτροπή, ούτως ώστε η Επιτροπή να μπορεί να καθιστά τις εν λόγω πληροφορίες διαθέσιμες σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και να παρακολουθεί τον αναλογικό χαρακτήρα και τη νομιμότητα των εν λόγω μέτρων.

(56)  Όσον αφορά τις επιθετικές και παραπλανητικές πρακτικές στο πλαίσιο εκδηλώσεων που διοργανώνονται εκτός εμπορικού καταστήματος, η οδηγία 2005/29/ΕΚ δεν θίγει τους τυχόν όρους εγκατάστασης ή τα καθεστώτα αδειοδότησης που μπορούν να επιβάλλουν τα κράτη μέλη στους εμπόρους. Επιπλέον, η οδηγία 2005/29/ΕΚ ισχύει υπό την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου περί συμβάσεων και, ιδίως, των κανόνων εγκυρότητας, διαμόρφωσης ή αποτελέσματος μιας σύμβασης. Οι επιθετικές και παραπλανητικές πρακτικές στο πλαίσιο εκδηλώσεων που διοργανώνονται εκτός εμπορικού καταστήματος μπορούν να απαγορευθούν βάσει κατά περίπτωση αξιολόγησης σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 9 της οδηγίας 2005/29/ΕΚ. Επιπλέον, το παράρτημα Ι της οδηγίας 2005/29/ΕΚ περιλαμβάνει μια γενική απαγόρευση πρακτικών κατά τις οποίες ο έμπορος δημιουργεί την εντύπωση ότι δεν ενεργεί για σκοπούς που αφορούν το επάγγελμά του, καθώς και πρακτικών που δημιουργούν την εντύπωση ότι ο καταναλωτής δεν μπορεί να εγκαταλείψει το κατάστημα έως ότου συναφθεί η σύμβαση. Η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσον οι ισχύοντες κανόνες παρέχουν επαρκές επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και εργαλεία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των εν λόγω πρακτικών από τα κράτη μέλη.

(57)  Επομένως, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει την εθνική νομοθεσία στον τομέα του δικαίου των συμβάσεων για πτυχές του δικαίου των συμβάσεων που δεν ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία. Κατά συνέπεια, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να επηρεάζει την εθνική νομοθεσία που ρυθμίζει για παράδειγμα τη σύναψη ή την εγκυρότητα μιας σύμβασης, όπως σε περίπτωση απουσίας συγκατάθεσης ή η μη εξουσιοδοτημένης εμπορικής δραστηριότητας.

(58)  Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πολίτες έχουν πρόσβαση σε επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών και τα μέσα επανόρθωσης στην Ένωση, το επιγραμμικό σημείο εισόδου που θα αναπτυχθεί από την Επιτροπή θα πρέπει να είναι, στο μέτρο του δυνατού, φιλικό προς τον χρήστη, κατάλληλο για κινητές συσκευές, εύκολα προσβάσιμο και εύχρηστο για όλους, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με αναπηρία («σχεδιασμός για όλους»).

(59)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα της 28ης Σεπτεμβρίου 2011(28), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύσουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα μέρη των νομικών πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη.

(60)  Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας για τη βελτίωση της επιβολής και τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας σχετικά με την προστασία των καταναλωτών δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της ενωσιακής διάστασης του προβλήματος, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων αυτών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2005/29/EΚ

Η οδηγία 2005/29/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

(1)  Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 τροποποιείται ως εξής:

α)  το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«γ) «προϊόν»: κάθε αγαθό ή υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης της ακίνητης περιουσίας, της ψηφιακής υπηρεσίας και του ψηφιακού περιεχομένου, καθώς και των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων·»·

"

β)  Προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:"

«ιγ) «κατάταξη»: η σχετική προβολή που δίδεται σε προϊόντα όπως παρουσιάζονται, οργανώνονται ή κοινοποιούνται από τον έμπορο, ανεξαρτήτως των τεχνολογικών μέσων που χρησιμοποιούνται για την εν λόγω παρουσίαση, οργάνωση ή κοινοποίηση·

   ιδ) «επιγραμμική αγορά»: πάροχος υπηρεσιών που παρέχει τη δυνατότητα στους καταναλωτές να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με άλλους εμπόρους ή καταναλωτές χρησιμοποιώντας λογισμικό, συμπεριλαμβανομένου ιστοτόπου, μέρους ιστοτόπου ή εφαρμογής , το οποίο διαχειρίζεται έμπορος ή άλλος εξ ονόματος του εμπόρου.»·

"

(2)  Στο άρθρο 3, οι παράγραφοι 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: ▌"

«5. Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις για την προστασία των νόμιμων συμφερόντων των καταναλωτών όσον αφορά ορισμένες επιθετικές ή παραπλανητικές πρακτικές μάρκετινγκ ή πώλησης στο πλαίσιο μη προγραμματισμένων επισκέψεων εμπόρου στην οικία καταναλωτή ή ▌όσον αφορά εκδρομές που διοργανώνει έμπορος με στόχο ή αποτέλεσμα την προώθηση ή την πώληση προϊόντων στους καταναλωτές. ▌Οι εν λόγω διατάξεις είναι αναλογικές,δεν εισάγουν διακρίσεις και αιτιολογούνται για λόγους προστασίας των καταναλωτών.

6.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή τις ενδεχόμενες εθνικές διατάξεις που εφαρμόζονται βάσει της παραγράφου 5, καθώς και τυχόν επακόλουθες αλλαγές. Η Επιτροπή καθιστά τις εν λόγω πληροφορίες εύκολα προσβάσιμες από τους καταναλωτές και τους εμπόρους σε ειδικό ιστότοπο.»·

"

(3)  Στο άρθρο 6 παράγραφος 2, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:"

«γ) κάθε μάρκετινγκ αγαθού, σε ένα κράτος μέλος, ως πανομοιότυπου με αγαθό που αποτελεί αντικείμενο εμπορίας ▌σε διάφορα άλλα κράτη μέλη, ενώ το εν λόγω αγαθό έχει σαφώς διαφορετική σύσταση ή χαρακτηριστικά, εκτός εάν αιτιολογείται από θεμιτούς και αντικειμενικούς παράγοντες.»·

"

(4)   ▌ Το άρθρο 7 ▌τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

(i)  το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«δ) οι ρυθμίσεις για την πληρωμή, παράδοση και εκτέλεση, εφόσον αποκλίνουν από τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας·»·

"

(ii)  προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:"

«στ) για τα προϊόντα που προσφέρονται σε επιγραμμικές αγορές, κατά πόσον ο τρίτος που προσφέρει τα προϊόντα είναι έμπορος ή όχι, με βάση τη δήλωση του εν λόγω τρίτου στην επιγραμμική αγορά.»·

"

β)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:"

«4α. Όταν παρέχεται στους καταναλωτές η δυνατότητα αναζήτησης προϊόντων που προσφέρονται από διαφορετικούς εμπόρους ή από καταναλωτές βάσει ερωτήματος υπό μορφή λέξης-κλειδιού, φράσης ή άλλου στοιχείου, ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίο διενεργούνται τελικά οι εν λόγω συναλλαγές, θεωρείται ουσιώδους σημασίας η παροχή γενικών πληροφοριών σε ειδικό τμήμα της επιγραμμικής διεπαφής, άμεσα και εύκολα προσβάσιμου από τη σελίδα όπου παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της αναζήτησης, όσον αφορά τις βασικές παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη των προϊόντων τα οποία παρουσιάζονται στον καταναλωτή ως αποτέλεσμα του ερωτήματος αναζήτησης και τη σχετική σημασία των εν λόγω παραμέτρων έναντι άλλων. Η παράγραφος αυτή δεν ισχύει για τους παρόχους επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/...*(29).

__________________

* Κανονισμός (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της ...(ΕΕ ...).»·

"

γ)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:"

«6. Όταν ο έμπορος παρέχει πρόσβαση σε αξιολογήσεις προϊόντων από καταναλωτές, θεωρείται ουσιώδους σημασίας η παροχή πληροφοριών σχετικά με το κατά πόσον και με ποιον τρόπο ο έμπορος διασφαλίζει ότι οι δημοσιευόμενες αξιολογήσεις προέρχονται από καταναλωτές που αγόρασαν ή χρησιμοποίησαν το προϊόν.

"

(5)  Παρεμβάλλεται ▌το ακόλουθο άρθρο:"

«Άρθρο 11α

Μέσα επανόρθωσης

1.  ▌Οι καταναλωτές που έχουν υποστεί βλάβη από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές έχουν πρόσβαση σε αναλογικά και αποτελεσματικά μέσα έννομης προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας αποζημίωσης για την πρόκληση ζημιών στον καταναλωτή και, κατά περίπτωση, μείωσης της τιμής ή καταγγελίας της σύμβασης. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν τους όρους εφαρμογής και τις επιπτώσεις των εν λόγω μέσων έννομης προστασίας. Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη, κατά περίπτωση, τη σοβαρότητα και τη φύση της αθέμιτης εμπορικής πρακτικής, τις ζημίες που υπέστη ο καταναλωτής και άλλες σχετικές περιστάσεις.

2.  Τα εν λόγω ένδικα μέσα δεν θίγουν την εφαρμογή άλλων μέσων έννομης προστασίας που είναι διαθέσιμα στους καταναλωτές βάσει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.»·

"

(6)  Το άρθρο 13 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Άρθρο 13

Κυρώσεις

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ▌, για την επιβολή κυρώσεων λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα μη εξαντλητικά και ενδεικτικά κριτήρια, κατά περίπτωση:

   α) η φύση, η σοβαρότητα, η έκταση και ηδιάρκεια ▌της παράβασης·

   β) τυχόν ενέργειες του εμπόρου με σκοπό τον μετριασμό ή την επανόρθωση της ζημίας που υπέστησαν οι καταναλωτές·

   γ) τυχόν προηγούμενες παραβάσεις του εμπόρου·
   δ) τα οικονομικά οφέλη που αποκόμισε ή τις ζημίες που απέφυγε ο έμπορος λόγω της παράβασης, εφόσον είναι διαθέσιμα τα σχετικά στοιχεία·
   ε) οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στον έμπορο για την ίδια παράβαση σε άλλα κράτη μέλη σε διασυνοριακές υποθέσεις, όπου οι πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις είναι διαθέσιμες μέσω του μηχανισμού που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2394·
   στ) κάθε άλλο επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό στοιχείο που είναι εφαρμοστέο στις περιστάσεις της υπόθεσης.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όταν πρόκειται να επιβληθούν κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2934, περιλαμβάνεται η δυνατότητα είτε επιβολής προστίμων μέσω διοικητικών διαδικασιών είτε κίνησης δικαστικών διαδικασιών για την επιβολή προστίμων, ή αμφότερες, το μέγιστο ύψος των οποίων είναι τουλάχιστον ίσο με το 4 % του ετήσιου κύκλου εργασιών του εμπόρου στο οικείο κράτος μέλος ή στα οικεία κράτη μέλη. Με την επιφύλαξη του εν λόγω κανονισμού, για εθνικούς συνταγματικούς λόγους, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν την επιβολή προστίμων στις εξής περιπτώσεις:

   α) παραβάσεις των άρθρων 6, 7, 8, 9 και του παραρτήματος Ι· και
   β) συνεχιζόμενη χρήση εκ μέρους του εμπόρου εμπορικής πρακτικής που θεωρείται καταχρηστική από την αρμόδια εθνική αρχή ή το δικαστήριο, όταν η παράβαση δεν καλύπτεται από το στοιχείο α).

4.  Για περιπτώσεις κατά τις οποίες επιβάλλεται πρόστιμο σύμφωνα με την παράγραφο 3, αλλά δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τον ετήσιο κύκλο εργασιών του εμπόρου, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τη δυνατότητα επιβολής προστίμων, το μέγιστο ύψος των οποίων είναι τουλάχιστον 2 εκατομμύρια ευρώ.

5.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τους κανόνες τους σχετικά με τις κυρώσεις στην Επιτροπή, έως τις ... [ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας στο εθνικό δίκαιο], και κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση κάθε επακόλουθη τροποποίηση που τους επηρεάζει.»·

"

(7)  ▌ Το παράρτημα I τροποποιείται ως εξής:

α)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:"

«11α. Παροχή αποτελεσμάτων αναζήτησης καταναλωτή μετά την υποβολή ερωτήματος επιγραμμικής αναζήτησης εκ μέρους του καταναλωτή χωρίς να κοινοποιείται σαφώς τυχόν διαφήμιση επί πληρωμή ή καταβολή τιμήματος ειδικά για την επίτευξη υψηλότερης κατάταξης προϊόντων μεταξύ των αποτελεσμάτων αναζήτησης.»·

"

β)  παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:"

«23α. Η μεταπώληση εισιτηρίων εκδηλώσεων στους καταναλωτές εάν ο έμπορος τα απέκτησε χρησιμοποιώντας αυτοματοποιημένα μέσα για να παρακάμψει οποιοδήποτε επιβαλλόμενο όριο στον αριθμό των εισιτηρίων που επιτρέπεται να αγοράσει κάποιος ή οποιουσδήποτε άλλους κανόνες ισχύουν για την αγορά εισιτηρίων.

23β.  Με τη δήλωση ότι οι αξιολογήσεις ενός προϊόντος υποβάλλονται από καταναλωτές που όντως χρησιμοποίησαν ή αγόρασαν το προϊόν. χωρίς να έχουν ληφθεί εύλογα και αναλογικά μέτρα προκειμένου να ελεγχθεί ότι προέρχονται από τους εν λόγω καταναλωτές.

23γ.  Η υποβολή ή η ανάθεση σε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο της υποβολής ψευδών αξιολογήσεων ή θετικών κριτικών καταναλωτών ή η διαστρέβλωση των αξιολογήσεων ή των θετικών κριτικών καταναλωτών, με σκοπό την προώθηση προϊόντων.».

"

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2011/83/EΕ

Η οδηγία 2011/83/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

(1)  το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)  το σημείο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«3) "αγαθά": αγαθά, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 5) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/ ... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*(30)·

__________________

* Οδηγία (EE) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... (ΕΕ ...).»·

"

β)   παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο ▌:"

«4α) "δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα": δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 1) ▌του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679·»·

"

γ)   τα σημεία 5) και 6) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:"

«5) "σύμβαση πώλησης": κάθε σύμβαση βάσει της οποίας ο έμπορος μεταβιβάζει ή αναλαμβάνει να μεταβιβάσει την κυριότητα αγαθών στον καταναλωτή, καθώς και κάθε σύμβαση που έχει ως αντικείμενο ταυτόχρονα την παροχή αγαθών και υπηρεσιών·

   (6) "σύμβαση παροχής υπηρεσιών": κάθε σύμβαση πλην σύμβασης πώλησης βάσει της οποίας ο έμπορος παρέχει ή αναλαμβάνει να παράσχει υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης ψηφιακής υπηρεσίας, στον καταναλωτή ▌·»·

"

δ)   το σημείο 11) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«11) «ψηφιακό περιεχόμενο»: ψηφιακό περιεχόμενο, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/ ... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*(31)·»·

__________________

* Οδηγία (EE) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... (ΕΕ ...).»·

"

ε)   Προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:"

« ▌ 16) "ψηφιακή υπηρεσία": η ψηφιακή υπηρεσία, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/...(32)++·

   (17) επιγραμμική αγορά: πάροχος υπηρεσιών ▌που παρέχει τη δυνατότητα στους καταναλωτές να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με άλλους εμπόρους ή καταναλωτές χρησιμοποιώντας λογισμικό, συμπεριλαμβανομένου ιστοτόπου, μέρους ιστοτόπου ή εφαρμογής, το οποίο διαχειρίζεται έμπορος ή άλλος εξ ονόματος του εμπόρου·
   (18) «πάροχος επιγραμμικής αγοράς»: κάθε πάροχος υπηρεσιών ο οποίος παρέχει επιγραμμική αγορά στους καταναλωτές·

   (19) «συμβατότητα»: συμβατότητα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 10) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/...(33)·
   (20) «δυνατότητες λειτουργίας»: δυνατότητες λειτουργίας όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 11) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/...+·
   (21) «διαλειτουργικότητα»: η διαλειτουργικότητα όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 12) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/...+.»·

"

(2)  το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται, βάσει των όρων και στον βαθμό που ορίζεται στις διατάξεις της, σε οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται μεταξύ ενός εμπόρου και ενός καταναλωτή, όπου ο καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα. Εφαρμόζεται σε συμβάσεις προμήθειας νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας ή τηλεθέρμανσης, μεταξύ άλλων και από δημόσιους παρόχους, στον βαθμό που τα προϊόντα αυτά παρέχονται σε συμβατική βάση.»·

"

β)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:"

«1α. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται επίσης όταν ο έμπορος προμηθεύει ή αναλαμβάνει να προμηθεύσει ψηφιακό περιεχόμενο που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο ή ψηφιακή υπηρεσία προς τον καταναλωτή και ο καταναλωτής παρέχει ή αναλαμβάνει να παράσχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον έμπορο, εξαιρουμένης της περίπτωσης κατά την οποία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που παρέχει ο καταναλωτής υποβάλλονται σε επεξεργασία από τον έμπορο με αποκλειστικό σκοπό την παροχή ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο ή ψηφιακής υπηρεσίας σε συμφωνία με την παρούσα οδηγία, ή προκειμένου ο έμπορος να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του νόμου στις οποίες υπόκειται, και ο έμπορος δεν επεξεργάζεται τα εν λόγω δεδομένα για κανέναν άλλο σκοπό.»·

"

γ)  η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

θ)  το στοιχείο ια) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«ια) για υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών, με την εξαίρεση του άρθρου 8 παράγραφος 2 και των άρθρων 19, 21 και 22·»·

"

ii)  προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:"

«ιδ) για οποιαδήποτε αγαθά που πωλούνται στο πλαίσιο αναγκαστικής εκτέλεσης ή με άλλο τρόπο από δικαστική αρχή.»·

"

(3)  το ▌άρθρο 5, παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)  το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«ε) επιπλέον της υπενθύμισης περί ύπαρξης νομικής εγγύησης για τη συμμόρφωση των αγαθών, του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών, την υπενθύμιση περί ύπαρξης εξυπηρέτησης μετά την πώληση και, κατά περίπτωση, εμπορικών εγγυήσεων, μαζί με τους σχετικούς όρους εφαρμογής·»·

"

β)  τα στοιχεία ζ) και η) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:"

«ζ) κατά περίπτωση, τις δυνατότητες λειτουργίας, μαζί με τα ισχύοντα τεχνικά μέτρα προστασίας, των αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών·

   η) κατά περίπτωση, κάθε αξιόλογη συμβατότητα και διαλειτουργικότητα αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών ▌ της οποίας ο έμπορος έχει γνώση ή ευλόγως αναμένεται να έχει γνώση.»·

"

(4)  ▌το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

θ)  το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«γ) τη γεωγραφική διεύθυνση όπου ο έμπορος είναι εγκατεστημένος καθώς και τον αριθμό τηλεφώνου και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του. Επιπλέον, όταν ο έμπορος παρέχει άλλα μέσα επιγραμμικής επικοινωνίας που διασφαλίζουν ότι ο καταναλωτής μπορεί να διατηρήσει οποιαδήποτε γραπτή επικοινωνία με τον έμπορο σε σταθερό μέσο, , συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας και της ώρας της εν λόγω επικοινωνίας, η ενημέρωση περιλαμβάνει επίσης λεπτομέρειες σχετικά με αυτά τα άλλα μέσα. Όλα αυτά τα μέσα επικοινωνίας που παρέχει ο έμπορος διασφαλίζουν ότι μπορεί ο καταναλωτής να επικοινωνήσει με τον έμπορο γρήγορα και αποτελεσματικά. Ανάλογα με την περίπτωση, ο έμπορος παρέχει τη γεωγραφική διεύθυνση και τα στοιχεία ταυτότητας του εμπόρου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί.»·

"

ii)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:"

«6α) όπου ενδείκνυται, ότι η τιμή εξατομικεύτηκε βάσει αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων·»·

"

iii)  το στοιχείο ιβ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«ιβ) υπενθύμιση της ύπαρξης νομικής εγγύησης για τη συμμόρφωση των αγαθών, του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών·»·

"

iv)  τα σημεία ιη) και ιθ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:"

«ιη) κατά περίπτωση, τις δυνατότητες λειτουργίας, μαζί με τα ισχύοντα τεχνικά μέτρα προστασίας, των αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών·

   ιθ) κατά περίπτωση, κάθε αξιόλογη συμβατότητα και διαλειτουργικότητα αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών ▌της οποίας ο έμπορος έχει γνώση ή ευλόγως αναμένεται να έχει γνώση.»·

"

β)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«4. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία η), θ) και ι) μπορούν να παρέχονται με το υπόδειγμα οδηγιών για την υπαναχώρηση που παρατίθεται στο παράρτημα I τμήμα Α). Ο έμπορος έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία η), θ) και ι), εφόσον έχει παράσχει τις εν λόγω οδηγίες, σωστά συμπληρωμένες, στον καταναλωτή. Οι αναφορές στην περίοδο υπαναχώρησης 14 ημερών στο οδηγιών για την υπαναχώρηση που παρατίθεται που παρατίθεται στο παράρτημα I τμήμα Α) αντικαθίστανται από αναφορές σε περίοδο υπαναχώρησης 30 ημερών σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει κανόνες σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α).»·

"

(5)  παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο ▌:"

«Άρθρο 6α

Πρόσθετες ειδικές υποχρεώσεις ενημέρωσης για συμβάσεις που συνάπτονται σε επιγραμμικές αγορές

1.  Προτού ο καταναλωτής δεσμευτεί από εξ αποστάσεως σύμβαση, ή οποιαδήποτε αντίστοιχη προσφορά, σε επιγραμμική αγορά, ο πάροχος της επιγραμμικής αγοράς, με την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας 2005/29/ΕΚ, παρέχει τις ακόλουθες πληροφορίες με τρόπο σαφή και κατανοητό, αλλά και κατάλληλο για τα μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως:

   α) γενικές πληροφορίες που είναι διαθέσιμες σε ειδικό τμήμα της επιγραμμικής διεπαφής, άμεσα και εύκολα προσβάσιμου από τη σελίδα όπου παρουσιάζονται οι προσφορές, σχετικά με τις βασικές παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) της οδηγίας 2005/29/ΕΚ, των προσφορών που παρουσιάζονται στον καταναλωτή ως αποτέλεσμα του ερωτήματος αναζήτησης και τη σχετική σημασία των εν λόγω παραμέτρων έναντι άλλων·
   β) κατά πόσον ο τρίτος που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο είναι έμπορος ή όχι, με βάση τη δήλωση του εν λόγω τρίτου στην επιγραμμική αγορά·
   γ) όταν ο τρίτος που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο δεν είναι έμπορος, ότι τα δικαιώματα των καταναλωτών που απορρέουν από την ενωσιακή νομοθεσία περί καταναλωτών δεν ισχύουν ▌για τη σύμβαση ▌· ▌
   δ) κατά περίπτωση, τον τρόπο επιμερισμού των υποχρεώσεων που σχετίζονται με τη σύμβαση μεταξύ του τρίτου που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο και του παρόχου της επιγραμμικής αγοράς. Η εν λόγω ενημέρωση δεν θίγει την ευθύνη που ενδέχεται να φέρει η επιγραμμική αγορά ή ο έμπορος σε σχέση με τη σύμβαση δυνάμει άλλης ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας.

2.  Με την επιφύλαξη της οδηγίας 2000/31/ΕΚ, το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν πρόσθετες υποχρεώσεις ενημέρωσης για τις επιγραμμικές αγορές. Οι εν λόγω διατάξεις είναι αναλογικές, δεν εισάγουν διακρίσεις και αιτιολογούνται για λόγους προστασίας των καταναλωτών.»·

"

(6)   Στο άρθρο 7, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«3. Εφόσον ο καταναλωτής επιθυμεί η παροχή υπηρεσιών ή η παροχή νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, όταν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή σε καθορισμένη ποσότητα, ή η παροχή τηλεθέρμανσης να άρχεται στη διάρκεια της περιόδου υπαναχώρησης που προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2, και η σύμβαση υποχρεώνει τον καταναλωτή να καταβάλει τίμημα, ο έμπορος απαιτεί από τον καταναλωτή να καταθέσει τη ρητή αίτησή του πάνω σε σταθερό μέσο. Ο έμπορος ζητεί επίσης από τον καταναλωτή να αναγνωρίσει ότι, μόλις η σύμβαση εκτελεσθεί πλήρως από τον έμπορο, ο καταναλωτής θα απολέσει το δικαίωμα υπαναχώρησης.»·

"

(7)  το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

(a)  η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«4. Εάν η σύμβαση συνάπτεται με μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως το οποίο παρέχει περιορισμένο χώρο ή χρόνο για την απεικόνιση των πληροφοριών, ο έμπορος παρέχει, πάνω στο συγκεκριμένο μέσο ή διά του συγκεκριμένου μέσου πριν από τη σύναψη αυτής της σύμβασης, τουλάχιστον τις προσυμβατικές πληροφορίες που αφορούν τα βασικά χαρακτηριστικά των αγαθών ή των υπηρεσιών, την ταυτότητα του εμπόρου, τη συνολική τιμή, το δικαίωμα υπαναχώρησης, τη διάρκεια της σύμβασης και, εάν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, τις προϋποθέσεις καταγγελίας της σύμβασης, κατά τα οριζόμενα, αντίστοιχα, στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), ε), η) και ιε), εξαιρουμένου του υποδείγματος του εντύπου υπαναχώρησης που καθορίζεται στο παράρτημα Ι τμήμα Β που αναφέρεται στο στοιχείο η).υ καθορίζεται στο παράρτημα Ι τμήμα Β που αναφέρεται στο στοιχείο η). Οι λοιπές πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένου του εντύπου υπαναχώρησης, παρέχονται από τον έμπορο στον καταναλωτή κατά κατάλληλο τρόπο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.»·

"

(b)  η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«8. Εφόσον ο καταναλωτής επιθυμεί η παροχή υπηρεσιών ή η παροχή νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, όταν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή σε καθορισμένη ποσότητα, ή η παροχή τηλεθέρμανσης να άρχεται στη διάρκεια της περιόδου υπαναχώρησης που προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2, και η σύμβαση υποχρεώνει τον καταναλωτή να καταβάλει τίμημα, ο έμπορος απαιτεί από τον καταναλωτή να καταθέσει ρητή αίτηση. Ο έμπορος ζητεί επίσης από τον καταναλωτή να αναγνωρίσει ότι, μόλις η σύμβαση εκτελεσθεί πλήρως από τον έμπορο, ο καταναλωτής θα απολέσει το δικαίωμα υπαναχώρησης.»·

"

(8)  το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:"

«1α. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν κανόνες σύμφωνα με τους οποίους η περίοδος υπαναχώρησης των 14 ημερών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παρατείνεται σε 30 ημέρες για τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο μη προγραμματισμένων επισκέψεων εμπόρου στην οικία καταναλωτή ή εκδρομών που διοργανώνει έμπορος με στόχο ή αποτέλεσμα την προώθηση ή την πώληση προϊόντων στους καταναλωτές, με σκοπό την προστασία των θεμιτών συμφερόντων των καταναλωτών έναντι επιθετικών ή παραπλανητικών πρακτικών προώθησης ή πώλησης. Οι εν λόγω κανόνες είναι αναλογικοί, δεν εισάγουν διακρίσεις και αιτιολογούνται για λόγους προστασίας των καταναλωτών.»·

"

β)  στην παράγραφο 2, το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, η περίοδος υπαναχώρησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου λήγει μετά από 14 ημέρες, ή 30 ημέρες σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει κανόνες σύμφωνα με την παράγραφο 1α του παρόντος άρθρου, από:»·

"

(9)  στο άρθρο 10, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«2. Εάν ο έμπορος έχει παράσχει στον καταναλωτή τις πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εντός 12 μηνών από την ημέρα που ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2, η περίοδος υπαναχώρησης λήγει 14 ημέρες, ή 30 ημέρες σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει κανόνες σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1α, μετά από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής λαμβάνει τις εν λόγω πληροφορίες.»·

"

(10)  στο άρθρο 13 προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:"

«4. Όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του καταναλωτή, ο έμπορος συμμορφώνεται με τις ισχύουσες υποχρεώσεις βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

5.  Ο έμπορος δεν χρησιμοποιεί κανένα περιεχόμενο, εκτός από δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που παρασχέθηκε ή δημιουργήθηκε από τον καταναλωτή κατά τη χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που παρέχεται από τον έμπορο, εκτός εάν το εν λόγω περιεχόμενο:

   α) δεν έχει καμία χρησιμότητα εκτός του πλαισίου του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που παρέχεται από τον έμπορο·
   β) αφορά μόνο τη δραστηριότητα του καταναλωτή κατά τη χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που παρέχεται από τον έμπορο·
   γ) έχει ομαδοποιηθεί με άλλα δεδομένα από τον έμπορο και δεν μπορεί να διαχωριστεί ή μπορεί να διαχωριστεί μόνο με δυσανάλογες προσπάθειες· ή
   δ) έχει δημιουργηθεί από τον καταναλωτή από κοινού με άλλα πρόσωπα, και άλλοι καταναλωτές είναι σε θέση να συνεχίσουν να το χρησιμοποιούν.

6.  Με την εξαίρεση των περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 στοιχεία α), β) ή γ), ο έμπορος, κατόπιν αιτήματος του καταναλωτή, θέτει στη διάθεση του καταναλωτή οποιοδήποτε περιεχόμενο δεν είναι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο παρασχέθηκε ή δημιουργήθηκε από τον καταναλωτή κατά τη χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας που παρέχεται από τον έμπορο.

7.  Ο καταναλωτής δικαιούται να ανακτά το εν λόγω ψηφιακό περιεχόμενο δωρεάν, χωρίς να παρεμποδίζεται από τον έμπορο, σε εύλογο χρονικό διάστημα και σε κοινώς χρησιμοποιούμενο και αναγνώσιμο από μηχάνημα μορφότυπο.

8.  Σε περίπτωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση, ο έμπορος μπορεί να εμποδίζει κάθε περαιτέρω χρήση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας από τον καταναλωτή, συγκεκριμένα καθιστώντας το ψηφιακό περιεχόμενο ή την ψηφιακή υπηρεσία μη προσβάσιμα στον καταναλωτή ή απενεργοποιώντας τον λογαριασμό χρήστη του καταναλωτή, με την επιφύλαξη της παραγράφου 6.»·

"

(11)  το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:

α)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:"

«2α. Σε περίπτωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση, ο καταναλωτής δεν χρησιμοποιεί το ψηφιακό περιεχόμενο ή την ψηφιακή υπηρεσία, ούτε τα θέτει στη διάθεση τρίτων.»·

"

β)  στην παράγραφο 4, το στοιχείο β) σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«i) ο καταναλωτής δεν έδωσε την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή του για να αρχίσει η εκτέλεση της σύμβασης πριν από το τέλος της 14ήμερης ή 30ήμερης περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 9·»·

"

(12)  το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής:

α)  το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«(α) συμβάσεις υπηρεσιών μετά την πλήρη παροχή της υπηρεσίας και, εφόσον προβλέπεται στη σύμβαση η υποχρέωση του καταναλωτή να καταβάλει τίμημα, εάν η εκτέλεση άρχισε με την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή, και με την εκ μέρους του αναγνώριση ότι θα απολέσει το δικαίωμά του υπαναχώρησης μόλις η σύμβαση εκτελεσθεί πλήρως από τον έμπορο·»·

"

β)  το στοιχείο ιγ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«ιγ) συμβάσεις προμήθειας ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο, εφόσον η εκτέλεση έχει ξεκινήσει, και, εφόσον προβλέπεται στη σύμβαση η υποχρέωση του καταναλωτή να καταβάλει τίμημα, σε περίπτωση που:

   θ) ο καταναλωτής έδωσε την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή του ώστε να ξεκινήσει η εκτέλεση της σύμβασης στη διάρκεια της περιόδου ισχύος του δικαιώματος υπαναχώρησης·
   ii) ο καταναλωτής αναγνώρισε ότι χάνει συνεπακόλουθα το δικαίωμα υπαναχώρησης· και
   iii) ο έμπορος πρόεβη στην παροχή της επιβεβαίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 8 παράγραφος 7.»·

"

γ)  προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:"

«Τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα υπαναχώρησης που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β), γ) και ε) για τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο μη προγραμματισμένων επισκέψεων εμπόρου στην οικία καταναλωτή ή εκδρομών που διοργανώνει έμπορος με στόχο ή αποτέλεσμα την προώθηση ή την πώληση προϊόντων στους καταναλωτές, με σκοπό την προστασία των θεμιτών συμφερόντων των καταναλωτών έναντι επιθετικών ή παραπλανητικών πρακτικών προώθησης ή πώλησης. Οι εν λόγω διατάξεις είναι αναλογικές, δεν εισάγουν διακρίσεις και αιτιολογούνται για λόγους προστασίας των καταναλωτών.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι ο καταναλωτής χάνει το δικαίωμα υπαναχώρησης στην περίπτωση συμβάσεων υπηρεσιών μετά την πλήρη παροχή της υπηρεσίας και συμβάσεων κατά τις οποίες ο καταναλωτής έχει ζητήσει ειδικά επίσκεψη από τον έμπορο με σκοπό την πραγματοποίηση επιδιορθώσεων, εάν η εκτέλεση ξεκίνησε με την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή και εφόσον προβλέπεται στη σύμβαση η υποχρέωση του καταναλωτή να καταβάλει τίμημα.»·

"

(13)  Το άρθρο 24 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Άρθρο 24

Κυρώσεις

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ▌, για την επιβολή κυρώσεων λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα μη εξαντλητικά και ενδεικτικά κριτήρια, κατά περίπτωση:

   α) η φύση, η σοβαρότητα, η έκταση και η διάρκεια ▌της παράβασης·

   β) τυχόν ενέργειες του εμπόρου με σκοπό τον μετριασμό ή την επανόρθωση της ζημίας που υπέστησαν οι καταναλωτές·

   γ) τυχόν προηγούμενες παραβάσεις του εμπόρου·
   δ) τα οικονομικά οφέλη που αποκόμισε ή τις ζημίες που απέφυγε ο έμπορος λόγω της παράβασης, εφόσον είναι διαθέσιμα τα σχετικά στοιχεία·
   ε) οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στον έμπορο για την ίδια παράβαση σε άλλα κράτη μέλη σε διασυνοριακές υποθέσεις, όπου οι πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις είναι διαθέσιμες μέσω του μηχανισμού που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2394·
   στ) κάθε άλλο επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό στοιχείο που είναι εφαρμοστέο στις περιστάσεις της υπόθεσης.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όταν πρόκειται να επιβληθούν κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/293421, περιλαμβάνεται η δυνατότητα είτε επιβολής προστίμων μέσω διοικητικών διαδικασιών είτε κίνησης δικαστικών διαδικασιών για την επιβολή προστίμων, ή αμφότερες, το μέγιστο ύψος των οποίων είναι τουλάχιστον ίσο με το 4 % του ετήσιου κύκλου εργασιών του εμπόρου στο οικείο κράτος μέλος ή στα οικεία κράτη μέλη.

4.  Για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιβάλλεται πρόστιμο σύμφωνα με την παράγραφο 3, αλλά δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τον ετήσιο κύκλο εργασιών του εμπόρου, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τη δυνατότητα επιβολής προστίμων, το μέγιστο ύψος των οποίων είναι τουλάχιστον 2 εκατομμύρια ευρώ.

5.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τους κανόνες τους σχετικά με τις κυρώσεις στην Επιτροπή, έως τις ... [ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας στο εθνικό δίκαιο], και κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση κάθε επακόλουθη τροποποίηση που τους επηρεάζει.»·

"

(14)  στο άρθρο 29, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«1. Εάν κράτος μέλος κάνει χρήση οποιασδήποτε των ρυθμιστικών επιλογών του άρθρου 3 παράγραφος 4, του άρθρου 6 παράγραφοι 7 και 8, του άρθρου 7 παράγραφος 4, του άρθρου 8 παράγραφος 6, του άρθρου 9 παράγραφοι 1α και 3 και του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 16, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή μέχρι τις ... [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο που προβλέπεται στο άρθρο 5 της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας]. Το ίδιο πράττει και για οποιαδήποτε άλλη συνακόλουθη αλλαγή.

"

(15)  Το παράρτημα I τροποποιείται ως εξής:

α)  Το τμήμα Α τροποποιείται ως εξής:

i)  το τρίτο εδάφιο ▌στον τίτλο «Δικαίωμα υπαναχώρησης» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

Προκειμένου να ασκήσετε το δικαίωμα υπαναχώρησης, οφείλετε να μας [2] ενημερώσετε για την απόφασή σας να υπαναχωρήσετε από την παρούσα σύμβαση με μια ξεκάθαρη δήλωση (π.χ. επιστολή που θα σταλεί με ταχυδρομείο ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο). Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το συνημμένο υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης, χωρίς τούτο να είναι υποχρεωτικό. [3]»·

"

ii)  το δεύτερο εδάφιο στον τίτλο «Οδηγίες για τη συμπλήρωση του εντύπου» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

« [2.] Αναγράψτε το ονοματεπώνυμό σας, τη γεωγραφική διεύθυνσή σας, τον αριθμό του τηλεφώνου σας και τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σας.»·

"

β)  Στο τμήμα Β, η πρώτη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Προς [ο έμπορος οφείλει να αναγράψει εδώ το όνομά του, τη γεωγραφική του διεύθυνση και ▌ τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του]:».

"

Άρθρο 3

Τροποποιήσεις της οδηγίας 93/13/EΚ

Η οδηγία 93/13/ΕΟΚ τροποποιείται ως εξής:

Παρεμβάλλεται ▌το ακόλουθο άρθρο:"

«Άρθρο 8β

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τις εν λόγω κυρώσεις σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι συμβατικοί όροι ορίζονται ρητώς ως καταχρηστικοί σε κάθε περίσταση από το εθνικό δίκαιο ή κατά τις οποίες ένας πωλητής ή προμηθευτής εξακολουθεί να χρησιμοποιεί συμβατικούς όρους οι οποίοι κρίθηκαν καταχρηστικοί με οριστική απόφαση που ελήφθη σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ▌, για την επιβολή κυρώσεων λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα μη εξαντλητικά και ενδεικτικά κριτήρια, κατά περίπτωση:

   α) η φύση, η σοβαρότητα, η έκταση και η διάρκεια ▌της παράβασης·

   β) τυχόν ενέργειες του πωλητή ή προμηθευτή με σκοπό τον μετριασμό ή την επανόρθωση της ζημίας που υπέστησαν οι καταναλωτές·

   γ) τυχόν προηγούμενες παραβάσεις του πωλητή ή προμηθευτή·
   δ) τα οικονομικά οφέλη που αποκόμισε ή τις ζημίες που απέφυγε ο πωλητής ή ο προμηθευτής λόγω της παράβασης, εφόσον είναι διαθέσιμα τα σχετικά στοιχεία·
   ε) οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στον πωλητή ή προμηθευτή για την ίδια παράβαση σε άλλα κράτη μέλη σε διασυνοριακές υποθέσεις, όπου οι πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις είναι διαθέσιμες μέσω του μηχανισμού που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2394·
   στ) κάθε άλλο επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό στοιχείο που είναι εφαρμοστέο στις περιστάσεις της υπόθεσης.

4.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όταν πρόκειται να επιβληθούν κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394, περιλαμβάνεται η δυνατότητα είτε επιβολής προστίμων μέσω διοικητικών διαδικασιών είτε κίνησης δικαστικών διαδικασιών για την επιβολή προστίμων, ή αμφότερες, το μέγιστο ύψος των οποίων είναι τουλάχιστον ίσο με το 4 % του ετήσιου κύκλου εργασιών του πωλητή ή προμηθευτή στο οικείο κράτος μέλος ή στα οικεία κράτη μέλη.

5.  Για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιβάλλεται πρόστιμο σύμφωνα με την παράγραφο 4, αλλά δεν υπάρχουν όμως πληροφορίες σχετικά με τον ετήσιο κύκλο εργασιών του πωλητή ή προμηθευτή, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τη δυνατότητα επιβολής προστίμων, το μέγιστο ύψος των οποίων είναι τουλάχιστον 2 εκατομμύρια ευρώ.

6.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τους κανόνες τους σχετικά με τις κυρώσεις στην Επιτροπή, έως τις ... [ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας στο εθνικό δίκαιο], και κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση κάθε επακόλουθη τροποποίηση που τους επηρεάζει.».

"

Άρθρο 4

Τροποποιήσεις της οδηγίας 98/6/EΚ

Η οδηγία 98/6/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

α)  Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:"

«Άρθρο 6α

1.  Σε κάθε ανακοίνωση περί μείωσης της τιμής υποδεικνύεται η προγενέστερη τιμή που εφάρμοζε ο έμπορος για καθορισμένο χρονικό διάστημα πριν από την εφαρμογή της μείωσης της τιμής.

2.  Ως «προγενέστερη τιμή» νοείται η χαμηλότερη τιμή που εφάρμοζε ο έμπορος κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος το οποίο δεν μπορεί να είναι συντομότερο του ενός μηνός πριν από την εφαρμογή της μείωσης της τιμής.

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν διαφορετικούς κανόνες για τα αγαθά τα οποία μπορούν να αλλοιωθούν ή λήγουν σύντομα.

4.  Όταν το προϊόν κυκλοφορεί στην αγορά για λιγότερο από 30 ημέρες, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν συντομότερο χρονικό διάστημα από εκείνο που ορίζεται στην παράγραφο 2.

5.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν η μείωση της τιμής αυξάνεται σταδιακά, η προγενέστερη τιμή είναι η τιμή χωρίς τη μείωση της τιμής πριν από την πρώτη εφαρμογή της μείωσης της τιμής.»·

"

β)   Το άρθρο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Άρθρο 8

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ▌, για την επιβολή κυρώσεων λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα μη εξαντλητικά και ενδεικτικά κριτήρια, κατά περίπτωση:

   α) η φύση, η σοβαρότητα, η έκταση και η διάρκεια ▌της παράβασης·

   β) τυχόν ενέργειες του εμπόρου με σκοπό τον μετριασμό ή την επανόρθωση της ζημίας που υπέστησαν οι καταναλωτές·

   γ) τυχόν προηγούμενες παραβάσεις του εμπόρου·
   δ) τα οικονομικά οφέλη που αποκόμισε ή τις ζημίες που απέφυγε ο έμπορος λόγω της παράβασης, εάν τα σχετικά στοιχεία είναι διαθέσιμα·
   ε) οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στον έμπορο για την ίδια παράβαση σε άλλα κράτη μέλη σε διασυνοριακές υποθέσεις, όπου οι πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις είναι διαθέσιμες μέσω του μηχανισμού που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2394·
   στ) κάθε άλλο επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό στοιχείο που είναι εφαρμοστέο στις περιστάσεις της υπόθεσης.

3.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τους κανόνες τους σχετικά με τις κυρώσεις στην Επιτροπή, έως τις ... [ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας στο εθνικό δίκαιο], και κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση κάθε επακόλουθη τροποποίηση που τους επηρεάζει.».

"

Άρθρο 5

Πληροφορίες για τα δικαιώματα των καταναλωτών

Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι οι πολίτες που αναζητούν πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματά τους ως καταναλωτές ή επιδιώκουν εξωδικαστική επίλυση διαφορών επωφελούνται από επιγραμμικό σημείο εισόδου μέσω της ενιαίας ψηφιακής θύρας που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1724 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(34) που τους παρέχει δυνατότητα:

α)  πρόσβασης σε επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματά τους ως καταναλωτών της Ένωσης με σαφή, κατανοητό και εύκολα προσβάσιμο τρόπο· και

β)  υποβολής καταγγελίας μέσω της πλατφόρμας ηλεκτρονικής επίλυσης διαφορών που έχει συσταθεί βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 524/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(35) και προς το αρμόδιο Ευρωπαϊκό Κέντρο Καταναλωτών, αναλόγως των εμπλεκόμενων μερών.

Άρθρο 6

Υποβολή εκθέσεων από την Επιτροπή και επανεξέταση

Έως την ... [2 έτη από την ημερομηνία εφαρμογής], η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει, κυρίως, αξιολόγηση των διατάξεων της παρούσας οδηγίας που αφορούν:

α)  εκδηλώσεις που διοργανώνονται εκτός εμπορικού καταστήματος· και

β)  περιπτώσεις εμπορίας αγαθών ως πανομοιότυπων, ενώ έχουν σαφώς διαφορετική σύσταση ή χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον οι εν λόγω περιπτώσεις θα πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρότερες απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2005/29/ΕΚ και συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον απαιτούνται λεπτομερέστερες διατάξεις για την ενημέρωση σχετικά με τη διαφοροποίηση των αγαθών.

Η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται, εφόσον απαιτείται, από νομοθετική πρόταση.

Άρθρο 7

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο εντός ... [24 μηνών μετά την έκδοση], τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές μετά την πάροδο ... [6 μηνών από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο].

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 8

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 9

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

O Πρόεδρος O Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 440 της 6.12.2018, σ. 66.
(2)* ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΥΠΟΣΤΕΙ ΝΟΜΙΚΗ-ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ.
(3)ΕΕ C 440 της 6.12.2018, σ. 66.
(4) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Απριλίου 2019.
(5)Οδηγία 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 149 της 11.6.2005, σ. 22).
(6)Οδηγία 2009/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών (ΕΕ L 110 της 1.5.2009, σ. 30).
(7)Οδηγία 98/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, περί της προστασίας των καταναλωτών όσον αφορά την αναγραφή των τιμών των προϊόντων που προσφέρονται στους καταναλωτές (ΕΕ L 80 της 18.3.1998, σ. 27).
(8)Οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 64).
(9)Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2394 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών και με την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 (ΕΕ L 345 της 27.12.2017, σ. 1).
(10)Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ L 95 της 21.4.1993, σ. 29).
(11) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της ... (ΕΕ ...).
(12)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο σειριακός αριθμός του κανονισμού που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS αριθ./έτος (2018/0112(COD)) και να συμπληρωθούν ο αριθμός, η ημερομηνία, ο τίτλος και τα στοιχεία ΕΕ της εν λόγω οδηγίας στην υποσημείωση.
(13)++ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο σειριακός αριθμός του κανονισμού που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS αριθ./έτος (2018/0112(COD)).
(14) Οδηγία (EE) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, περί προστασίας της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν έχουν αποκαλυφθεί (εμπορικό απόρρητο) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψή τους (ΕΕ L 157 της 15.6.2016, σ. 1).
(15)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 524/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για την ηλεκτρονική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (κανονισμός για την ΗΕΚΔ) (ΕΕ L 165 της 18.6.2013, σ. 1).
(16)Οδηγία (EE) 2016/1148 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, σχετικά με μέτρα για υψηλό κοινό επίπεδο ασφάλειας συστημάτων δικτύου και πληροφοριών σε ολόκληρη την Ένωση (ΕΕ L 194 της 19.7.2016, σ. 1).
(17)Κανονισμός (ΕΕ) 2018/302 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2018, για την αντιμετώπιση του αδικαιολόγητου γεωγραφικού αποκλεισμού και άλλων μορφών διακριτικής μεταχείρισης με βάση την ιθαγένεια, τον τόπο διαμονής ή τον τόπο εγκατάστασης των πελατών εντός της εσωτερικής αγοράς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και (ΕΕ) 2017/2394 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (ΕΕ L 60 I της 2.3.2018, σ. 1).
(18)Οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ L 178 της 17.7.2000, σ. 1).
(19) Οδηγία (EE) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... (ΕΕ ...).
(20)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο σειριακός αριθμός της οδηγίας που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS 26/19 (2015/0287(COD)) και να συμπληρωθούν ο αριθμός, η ημερομηνία, ο τίτλος και τα στοιχεία ΕΕ της εν λόγω οδηγίας στην υποσημείωση.
(21)++ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο σειριακός αριθμός της οδηγίας που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS 26/19 (2015/0287(COD)).
(22)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο σειριακός αριθμός της οδηγίας που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS 26/19 (2015/0287(COD)).
(23)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο σειριακός αριθμός της οδηγίας που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS 26/19 (2015/0287(COD)).
(24)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο σειριακός αριθμός της οδηγίας που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS 26/19 (2015/0287(COD)).
(25)Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).
(26)C(2017)6532.
(27) https://ec.europa.eu/jrc/sites/jrcsh/files/eu_harmonised_testing_methodology__framework_for_selecting_and_testing_of_food_products_to_assess_quality_related_characteristics.pdf
(28)ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.
(29)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο σειριακός αριθμός του κανονισμού που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS αριθ./έτος (2018/0112(COD)) και να συμπληρωθούν ο αριθμός, η ημερομηνία, ο τίτλος και τα στοιχεία ΕΕ του εν λόγω κανονισμού στην υποσημείωση.
(30)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο σειριακός αριθμός της οδηγίας που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS 27/19 (2015/0288(COD)) και να συμπληρωθούν ο αριθμός, η ημερομηνία, ο τίτλος και τα στοιχεία ΕΕ της εν λόγω οδηγίας στην υποσημείωση.
(31)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο σειριακός αριθμός της οδηγίας που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS 26/19 (2015/0287(COD)) και να συμπληρωθούν ο αριθμός, η ημερομηνία, ο τίτλος και τα στοιχεία ΕΕ της εν λόγω οδηγίας στην υποσημείωση.
(32)++ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο σειριακός αριθμός της οδηγίας που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS 26/19 (2015/0287(COD)).
(33)+ ΕΕ: Να προστεθεί στο κείμενο ο σειριακός αριθμός της οδηγίας που περιλαμβάνεται στο έγγραφο PE-CONS 26/19 (2015/0287(COD)).
(34) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1724 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 2ας Οκτωβρίου 2018 για τη δημιουργία ενιαίας ψηφιακής θύρας με σκοπό την παροχή πρόσβασης σε πληροφορίες, σε διαδικασίες και σε υπηρεσίες υποστήριξης και επίλυσης προβλημάτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 1).
(35) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 524/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για την ηλεκτρονική επίλυση καταναλωτικών διαφορών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (κανονισμός για την ΗΕΚΔ) (ΕΕ L 165 της 18.6.2013, σ. 1).


Διαφάνεια και βιωσιμότητα της αξιολόγησης κινδύνου στην αλυσίδα τροφίμων στην ΕΕ ***I
PDF 376kWORD 118k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Απριλίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διαφάνεια και τη βιωσιμότητα της αξιολόγησης κινδύνου στην αλυσίδα τροφίμων στην ΕΕ και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 [σχετικά με τη γενική νομοθεσία για τα τρόφιμα], της οδηγίας 2001/18/ΕΚ [για τη σκόπιμη ελευθέρωση ΓΤΟ στο περιβάλλον], του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 [για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές], του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 [για τις πρόσθετες ύλες στις ζωοτροφές], του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2065/2003 [για τα αρτύματα καπνιστών τροφίμων], του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1935/2004 [σχετικά με τα υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα], του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1331/2008 [για την ενιαία διαδικασία έγκρισης για τα πρόσθετα τροφίμων, τα ένζυμα τροφίμων και τις αρωματικές ύλες τροφίμων], του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 [σχετικά με τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα] και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2283 [σχετικά με τα νέα τρόφιμα] (COM(2018)0179 – C8-0144/2018 – 2018/0088(COD)
P8_TA-PROV(2019)0400A8-0417/2018

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0179),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και τα άρθρα 43, 114 και 168 παράγραφος 4 στοιχείο β) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0144/2018),

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων επί της προτεινόμενης νομικής βάσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 19ης Σεπτεμβρίου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών, της 10ης Οκτωβρίου 2018(2),

–  έχοντας υπόψη την προσωρινή συμφωνία που εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 69στ παράγραφος 4 του Κανονισμού του και τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου, με επιστολή της 15ης Φεβρουαρίου 2019, να εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 59 και 39 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Αλιείας και της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A8-0417/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω(3)·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 17 Απριλίου 2019 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) 2019/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διαφάνεια και τη βιωσιμότητα της αξιολόγησης κινδύνου στην αλυσίδα τροφίμων στην ΕΕ και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 178/2002, (ΕΚ) αριθ. 1829/2003, (ΕΚ) αριθ. 1831/2003, (ΕΚ) αριθ. 2065/2003, (ΕΚ) αριθ. 1935/2004, (ΕΚ) αριθ. 1331/2008, (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 (ΕΕ) 2015/2283 και της οδηγίας 2001/18/ΕΚ

P8_TC1-COD(2018)0088


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 43 παράγραφος 2, το άρθρο 114 και το άρθρο 168 παράγραφος 4 στοιχείο β),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(4),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(5),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(6),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(7) καθορίζει τις γενικές αρχές και απαιτήσεις της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, με σκοπό να διαμορφωθεί μια κοινή βάση για τα μέτρα που διέπουν τη νομοθεσία για τα τρόφιμα τόσο σε επίπεδο Ένωσης όσο και σε εθνικό επίπεδο. Μεταξύ άλλων προβλέπει ότι η νομοθεσία για τα τρόφιμα πρέπει να βασίζεται στην ανάλυση του κινδύνου, πλην των περιπτώσεων όπου αυτό δεν αρμόζει στις υφιστάμενες συνθήκες ή στη φύση του μέτρου.

(2)  Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 ορίζει την «ανάλυση του κινδύνου» ως μια διαδικασία με τρεις αλληλένδετες συνιστώσες: αξιολόγηση του κινδύνου, διαχείριση του κινδύνου και ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο. Για τους σκοπούς της αξιολόγησης του κινδύνου σε ενωσιακό επίπεδο, ιδρύει την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων («η Αρχή») ως το αρμόδιο όργανο της Ένωσης για την αξιολόγηση του κινδύνου σε θέματα ασφάλειας των τροφίμων και των ζωοτροφών.

(3)  Η ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο αποτελεί ουσιώδες μέρος της διαδικασίας ανάλυσης του κινδύνου. ▌ Η αξιολόγηση REFIT της γενικής νομοθεσίας για τα τρόφιμα (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002) του 2018 («έλεγχος καταλληλότητας της γενικής νομοθεσίας για τα τρόφιμα») διαπίστωσε ότι η ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο δεν θεωρείται, συνολικά, αρκετά αποτελεσματική. Αυτό έχει αντίκτυπο στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών στο αποτέλεσμα της διαδικασίας ανάλυσης του κινδύνου.

(4)  Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί η καθιέρωση μιας διαφανούς, διαρκούς και χωρίς αποκλεισμούς ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο σε όλα τα στάδια της ανάλυσης του κινδύνου, με τη συμμετοχή ενωσιακών και εθνικών αξιολογητών του κινδύνου και διαχειριστών του κινδύνου. Η εν λόγω ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο θα πρέπει να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών ότι ολόκληρη η ανάλυση του κινδύνου υποστηρίζεται από τον στόχο διασφάλισης υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας και των συμφερόντων των καταναλωτών. Η εν λόγω ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο θα πρέπει επίσης να μπορεί να συμβάλει στη διεξαγωγή συμμετοχικού και ανοικτού διαλόγου μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων μερών προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η κυριαρχία του δημοσίου συμφέροντος, και η ακρίβεια, η περιεκτικότητα, η διαφάνεια, η συνέπεια και η λογοδοσία λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάλυσης του κινδύνου.

(5)  Η ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο θα πρέπει να δίδει ιδιαίτερη έμφαση στην ακριβή, σαφή, ολοκληρωμένη, συνεπή, κατάλληλη και έγκαιρη επεξήγηση όχι μόνο των ίδιων των πορισμάτων της αξιολόγησης του κινδύνου, αλλά και του τρόπου με τον οποίο τα πορίσματα αυτά χρησιμοποιούνται για να συμβάλουν στην τεκμηρίωση των αποφάσεων για τη διαχείριση του κινδύνου σε συνδυασμό με άλλους κατάλληλους παράγοντες, κατά περίπτωση. Θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με το πώς ελήφθησαν οι αποφάσεις για τη διαχείριση του κινδύνου και σχετικά με τους παράγοντες, εκτός των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης κινδύνου, τους οποίους εξέτασαν οι διαχειριστές του κινδύνου, καθώς και το πώς οι παράγοντες αυτοί σταθμίστηκαν μεταξύ τους.

(6)  Δεδομένης της ασάφειας που επικρατεί στην αντίληψη του κοινού σχετικά με τη διαφορά μεταξύ πηγής κινδύνου και κινδύνου, η ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο θα πρέπει να επιδιώκει να αποσαφηνίσει αυτήν την διάκριση και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να διασφαλίσει την καλύτερη κατανόησή της από το ευρύ κοινό.

(7)  Όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι ένα τρόφιμο ή μια ζωοτροφή ενέχει κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων ή των ζώων λόγω μη συμμόρφωσης που οφείλεται σε διεθνείς παραβιάσεις του ισχύοντος ενωσιακού δικαίου, οι οποίες έχουν διαπραχθεί μέσω δόλιων ή παραπλανητικών πρακτικών, οι δημόσιες αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν το κοινό αναλόγως το συντομότερο δυνατό, προσδιορίζοντας τα σχετικά προϊόντα και τον κίνδυνο που ενδεχομένως ενέχουν.

(8)  Για τον σκοπό αυτόν, είναι απαραίτητο να καθοριστούν γενικοί στόχοι και γενικές αρχές της ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο, λαμβανομένων υπόψη των αντίστοιχων ρόλων των αξιολογητών και των διαχειριστών του κινδύνου, διασφαλίζοντας παράλληλα την ανεξαρτησία τους.

(9)  Με βάση τους εν λόγω ▌γενικούς στόχους και αρχές, θα πρέπει να καταρτιστεί γενικό σχέδιο για την ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο, σε στενή συνεργασία με την Αρχή και τα κράτη μέλη και κατόπιν διενέργειας σχετικών δημόσιων διαβουλεύσεων. Το εν λόγω γενικό σχέδιο θα πρέπει να προωθεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο για όλους τους αξιολογητές του κινδύνου και τους διαχειριστές του κινδύνου σε ενωσιακό και σε εθνικό επίπεδο αναφορικά με κάθε θέμα που σχετίζεται με την αλυσίδα τροφίμων. Θα πρέπει επίσης να παρέχει την αναγκαία ευελιξία και να μην εξετάζει καταστάσεις που καλύπτονται συγκεκριμένα από το γενικό σχέδιο για τη διαχείριση κρίσεων.

(10)  Το γενικό σχέδιο για την ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο θα πρέπει να προσδιορίζει τους βασικούς παράγοντες που πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την εξέταση του είδους και του επιπέδου των απαιτούμενων δραστηριοτήτων ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο, όπως τα διαφορετικά επίπεδα κινδύνου, η φύση του κινδύνου και ο δυνητικός του αντίκτυπος στη δημόσια υγεία, την υγεία των ζώων και, κατά περίπτωση, στο περιβάλλον, τα πρόσωπα και τα αντικείμενα που επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από τον κίνδυνο, τα επίπεδα έκθεσης σε πηγή κινδύνου, ο βαθμός επείγουσας ανάγκης και η ικανότητα ελέγχου του κινδύνου και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την αντίληψη του κινδύνου, μεταξύ των οποίων ▌το ισχύον νομικό πλαίσιο και το σχετικό πλαίσιο της αγοράς.

(11)  Το γενικό σχέδιο για την ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο θα πρέπει επίσης να προσδιορίζει τα εργαλεία και τους διαύλους που πρέπει να χρησιμοποιούνται, καθώς και να προβλέπει κατάλληλους μηχανισμούς συντονισμού και συνεργασίας μεταξύ των αξιολογητών του κινδύνου και των διαχειριστών του κινδύνου σε ενωσιακό και σε εθνικό επίπεδο που συμμετέχουν στη διαδικασία ανάλυσης του κινδύνου, ιδίως όταν διάφοροι οργανισμοί της Ένωσης παρέχουν επιστημονικά αποτελέσματα για το ίδιο θέμα ή για συναφή θέματα, με σκοπό την εξασφάλιση συνεκτικής ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο και ανοικτού διαλόγου μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων μερών.

(12)  Η διαφάνεια στη διαδικασία αξιολόγησης του κινδύνου προσδίδει στην Αρχή μεγαλύτερη νομιμοποίηση κατά την αντίληψη των καταναλωτών και του ευρύτερου κοινού όσον αφορά την εκπλήρωση της αποστολής της, αυξάνει την εμπιστοσύνη τους στο έργο της και ενισχύει τη λογοδοσία της Αρχής έναντι των πολιτών της Ένωσης σε ένα δημοκρατικό σύστημα. Για τον λόγο αυτόν, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη του ευρύτερου κοινού και άλλων ενδιαφερόμενων μερών στη διαδικασία ανάλυσης του κινδύνου στην οποία βασίζεται η ενωσιακή νομοθεσία για τα τρόφιμα και, ειδικότερα, στην αξιολόγηση του κινδύνου, καθώς και στην οργάνωση, τη λειτουργία και την ανεξαρτησία της Αρχής και στη διαφάνεια.

(13)  Είναι σκόπιμο να ενισχυθούν ο ρόλος των κρατών μελών, καθώς και η προσπάθεια και η προσήλωση όλων των μερών που συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο της Αρχής («το διοικητικό συμβούλιο») ▌.

(14)  Η πείρα καταδεικνύει ότι ο ρόλος του διοικητικού συμβουλίου επικεντρώνεται σε διοικητικές και οικονομικές πτυχές και δεν έχει αντίκτυπο στην ανεξαρτησία του επιστημονικού έργου το οποίο επιτελεί η Αρχή. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί η συμμετοχή εκπροσώπων από όλα τα κράτη μέλη, από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Επιτροπή, καθώς και από την κοινωνία των πολιτών και τις οργανώσεις του κλάδου στο διοικητικό συμβούλιο ▌, προβλέποντας παράλληλα ότι οι εκπρόσωποι αυτοί θα πρέπει να διαθέτουν πείρα και εμπειρογνωσία όχι μόνο στους τομείς της νομοθεσίας και της πολιτικής για την αλυσίδα τροφίμων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης του κινδύνου, αλλά και όσον αφορά διαχειριστικά, διοικητικά, οικονομικά και νομικά θέματα, και εξασφαλίζοντας ότι ενεργούν ανεξάρτητα προς το δημόσιο συμφέρον.

(15)  Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου θα πρέπει να επιλέγονται και να διορίζονται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζονται τα υψηλότερα δυνατά επίπεδα ικανοτήτων, καθώς και ευρύ φάσμα σχετικής πείρας.

(16)  Στο πλαίσιο του ελέγχου καταλληλότητας της γενικής νομοθεσίας για τα τρόφιμα διαπιστώθηκαν ορισμένες αδυναμίες στη μακροπρόθεσμη ικανότητα της Αρχής να διατηρήσει την υψηλού επιπέδου εμπειρογνωσία της. Ειδικότερα, έχει παρατηρηθεί μείωση στον αριθμό των υποψηφίων που υποβάλλουν αίτηση συμμετοχής στις επιστημονικές ομάδες της Αρχής. Ως εκ τούτου, το σύστημα πρέπει να ενισχυθεί και τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο προκειμένου να διασφαλιστεί η διαθεσιμότητα επαρκούς αριθμού εμπειρογνωμόνων για την κάλυψη των αναγκών του συστήματος αξιολόγησης κινδύνου της Ένωσης, από πλευράς υψηλού επιπέδου επιστημονικής εμπειρογνωσίας, ανεξαρτησίας και διεπιστημονικής εμπειρογνωσίας.

(17)  Για τη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας της αξιολόγησης του κινδύνου από τη διαχείριση του κινδύνου και από άλλα συμφέροντα σε επίπεδο Ένωσης, είναι σκόπιμο η επιλογή από τον διευθύνοντα σύμβουλο της Αρχής και ο διορισμός από το διοικητικό συμβούλιο των μελών της επιστημονικής επιτροπής της Αρχής και επιστημονικών ομάδων ▌να βασίζονται σε αυστηρά κριτήρια τα οποία διασφαλίζουν την αριστεία και την ανεξαρτησία των εμπειρογνωμόνων, εξασφαλίζοντας παράλληλα την απαιτούμενη διεπιστημονική εμπειρογνωσία για κάθε επιστημονική ομάδα. Για τον σκοπό αυτόν, ο διευθύνων σύμβουλος, καθήκον του οποίου είναι η προάσπιση των συμφερόντων της Αρχής και, ειδικότερα, της ανεξαρτησίας της εμπειρογνωσίας της, πρέπει επίσης να συμμετέχει στην επιλογή ▌αυτών των επιστημονικών εμπειρογνωμόνων. Το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να επιδιώκει να διασφαλίσει, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, ότι οι εμπειρογνώμονες ως μέλη των επιστημονικών ομάδων είναι επιστήμονες οι οποίοι ασχολούνται επίσης ενεργά με την πραγματοποίηση ερευνών και δημοσιεύουν τα πορίσματα των ερευνών τους σε επιστημονικά περιοδικά που αξιολογούνται από ομοτίμους, με την προϋπόθεση ότι πληρούν τα αυστηρά κριτήρια αριστείας και ανεξαρτησίας. Θα πρέπει επίσης να διασφαλίζεται η κατάλληλη οικονομική αποζημίωση των εμπειρογνωμόνων. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθούν περαιτέρω μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι οι επιστημονικοί εμπειρογνώμονες έχουν στη διάθεσή τους τα απαραίτητα μέσα για να ενεργούν ανεξάρτητα.

(18)  Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η αποδοτική λειτουργία της Αρχής και να βελτιωθεί η βιωσιμότητα της εμπειρογνωσίας της. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η υποστήριξη που παρέχεται από την Αρχή και τα κράτη μέλη στις εργασίες της επιστημονικής επιτροπής και των επιστημονικών ομάδων. Ειδικότερα, η Αρχή θα πρέπει να οργανώνει τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την υποστήριξη των καθηκόντων των επιστημονικών ομάδων, μεταξύ άλλων ζητώντας από το προσωπικό της Αρχής ή από εθνικούς επιστημονικούς οργανισμούς δικτυωμένους με την Αρχή να καταρτίζουν σχέδια προπαρασκευαστικών επιστημονικών γνωμοδοτήσεων προς αξιολόγηση από ομοτίμους και έγκριση από τις εν λόγω επιστημονικές ομάδες. Αυτό δεν θα πρέπει να θίγει την ανεξαρτησία των επιστημονικών αξιολογήσεων της Αρχής.

(19)  Οι διαδικασίες έγκρισης βασίζονται στην αρχή σύμφωνα με την οποία εναπόκειται στον αιτούντα ή στον κοινοποιούντα να αποδείξει ότι το αντικείμενο μιας αίτησης ή κοινοποίησης συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις ▌της Ένωσης. Η αρχή αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι η υγεία ανθρώπων και ζώων και, κατά περίπτωση, το περιβάλλον προστατεύονται καλύτερα όταν ο αιτών ή ο κοινοποιών φέρει το βάρος της απόδειξης, εφόσον καλείται να αποδείξει ότι το αντικείμενο της κοινοποίησης είναι ασφαλές προτού το διαθέσει στην αγορά, παρά όταν οι δημόσιες αρχές είναι εκείνες που οφείλουν να αποδείξουν ότι ένα αντικείμενο υπό αξιολόγηση δεν είναι ασφαλές για να μπορούν να απαγορεύσουν τη διάθεσή του στην αγορά. ▌ Σύμφωνα με την αρχή αυτή και τις ισχύουσες κανονιστικές απαιτήσεις, οι αιτούντες ή οι κοινοποιούντες υποχρεούνται να υποβάλλουν, προς υποστήριξη των αιτήσεων ή των κοινοποιήσεων βάσει της ενωσιακής τομεακής νομοθεσίας, σχετικές μελέτες, συμπεριλαμβανομένων δοκιμών, προκειμένου να αποδείξουν την ασφάλεια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την αποτελεσματικότητα ενός αντικειμένου.

(20)  Το περιεχόμενο των αιτήσεων και των κοινοποιήσεων προβλέπεται από την ενωσιακή νομοθεσία. Είναι απαραίτητο η αίτηση ή η κοινοποίηση η οποία υποβάλλεται στην Αρχή προς αξιολόγηση του κινδύνου να πληροί τις ισχύουσες προδιαγραφές ώστε να διασφαλίζεται η διενέργεια της βέλτιστης –από άποψη ποιότητας– επιστημονικής αξιολόγησης από την Αρχή. Οι αιτούντες ή οι κοινοποιούντες και ιδίως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δεν κατανοούν πάντοτε σαφώς τις προδιαγραφές αυτές. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο, όταν η Αρχή κληθεί ενδεχομένως να παράσχει επιστημονικά αποτελέσματα, να παρέχει συμβουλές σε έναν δυνητικό αιτούντα ή κοινοποιούντα, κατόπιν αιτήματος, πριν υποβληθεί επισήμως η αίτηση ή η κοινοποίηση. Οι εν λόγω συμβουλές πριν την υποβολή θα πρέπει να αφορούν τους ισχύοντες κανόνες και το απαιτούμενο περιεχόμενο μιας αίτησης ή κοινοποίησης και δεν θα πρέπει να υπεισέρχονται στον σχεδιασμό των μελετών που πρέπει να υποβληθούν, οι οποίες παραμένουν ευθύνη του αιτούντος. ▌

(21)  Όταν η Αρχή κληθεί ενδεχομένως να παράσχει επιστημονικά αποτελέσματα, θα πρέπει να λαμβάνει γνώση ▌όλων των μελετών που εκπονούνται από έναν αιτούντα με σκοπό την υποστήριξη αίτησης ▌βάσει της ενωσιακής ▌νομοθεσίας. Για τον σκοπό αυτόν, είναι αναγκαίο και σκόπιμο όταν οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων αναθέτουν ή εκπονούν μελέτες με σκοπό την υποβολή αίτησης ή κοινοποίησης να κοινοποιούν τις μελέτες αυτές στην Αρχή. Η υποχρέωση κοινοποίησης των εν λόγω μελετών θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται στα εργαστήρια και σε άλλες εγκαταστάσεις δοκιμών που εκπονούν τις μελέτες. Πληροφορίες σχετικά με τις κοινοποιηθείσες μελέτες θα πρέπει να δημοσιοποιούνται μόνο μετά τη δημοσιοποίηση της αντίστοιχης αίτησης ▌σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες διαφάνειας. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή της εν λόγω υποχρέωσης, είναι σκόπιμο να προβλεφθούν ορισμένες διαδικαστικές συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Η Αρχή θα πρέπει, στο πλαίσιο αυτό, να καθορίσει πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των υποχρεώσεων κοινοποίησης, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών προκειμένου να μπορεί να ζητηθεί και να δημοσιοποιηθεί η αιτιολόγηση της μη συμμόρφωσης.

(22)  Σύμφωνα με την οδηγία 2010/63/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(8), οι δοκιμές σε ζώα θα πρέπει να αντικατασταθούν, να μειωθούν ή να βελτιωθούν. Επομένως, εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η επανάληψη των δοκιμών σε ζώα θα πρέπει να αποφεύγεται, όπου είναι εφικτό.

(23)  Στην περίπτωση των αιτήσεων ή κοινοποιήσεων με τις οποίες ζητείται η ανανέωση άδειας ή έγκρισης, η αδειοδοτημένη ή εγκεκριμένη ουσία ή προϊόν διατίθεται ήδη στην αγορά επί κάποια έτη. Ως εκ τούτου, υπάρχει ήδη πείρα και γνώση σχετικά με τη συγκεκριμένη ουσία ή το προϊόν. Όταν η Αρχή κληθεί ενδεχομένως να παράσχει επιστημονικά αποτελέσματα, είναι ▌σκόπιμο οι μελέτες που προγραμματίζονται για την υποστήριξη των αιτήσεων ανανέωσης, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών για τον προτεινόμενο σχεδιασμό, που έχουν κοινοποιηθεί από τον αιτούντα ή τον κοινοποιούντα στην Αρχή, να υποβάλλονται σε διαβούλευση με τρίτα μέρη. Η Αρχή θα πρέπει να παρέχει συστηματικά συμβουλές στους αιτούντες ή κοινοποιούντες σχετικά με το περιεχόμενο της προβλεπόμενης αίτησης ανανέωσης ή κοινοποίησης, καθώς και σχετικά με τον σχεδιασμό των μελετών, λαμβάνοντας υπόψη τα σχόλια που ελήφθησαν.

(24)  Εκφράζονται από το κοινό ορισμένες ανησυχίες σχετικά με το γεγονός ότι η αξιολόγηση της Αρχής στον τομέα των διαδικασιών έγκρισης βασίζεται κυρίως σε μελέτες της βιομηχανίας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό η Αρχή να πραγματοποιεί αναζητήσεις σε επιστημονική βιβλιογραφία ώστε να συνεκτιμά και άλλα δεδομένα και μελέτες που υπάρχουν σχετικά με το αντικείμενο που έχει υποβληθεί προς αξιολόγηση. Προκειμένου να παρέχεται ένα πρόσθετο επίπεδο εγγύησης ώστε να διασφαλίζεται ότι η Αρχή διαθέτει πρόσβαση σε όλα τα συναφή επιστημονικά δεδομένα και τις μελέτες που υπάρχουν σχετικά με το αντικείμενο μιας αίτησης ή κοινοποίησης έγκρισης ή ανανέωσης έγκρισης ή αδειοδότησης, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η διεξαγωγή διαβούλευσης με τρίτα μέρη προκειμένου να διαπιστώνεται αν υπάρχουν άλλα διαθέσιμα συναφή επιστημονικά δεδομένα ή μελέτες. Για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς της, η διαβούλευση θα πρέπει να διεξάγεται αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση των μελετών που υποβάλλονται από τη βιομηχανία και συμπεριλαμβάνονται στην αίτηση ή κοινοποίηση, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες διαφάνειας. Όταν υπάρχει κίνδυνος τα αποτελέσματα δημόσιας διαβούλευσης να μην μπορούν να τύχουν της δέουσας εξέτασης λόγω των ισχυουσών προθεσμιών, είναι σκόπιμο να παρέχεται περιορισμένη παράταση των εν λόγω προθεσμιών.

(25)  Η ασφάλεια των τροφίμων αποτελεί ευαίσθητο ζήτημα μείζονος ενδιαφέροντος για όλους τους πολίτες της Ένωσης. Τηρουμένης της αρχής σύμφωνα με την οποία η βιομηχανία είναι εκείνη που φέρει την ευθύνη να αποδείξει τη συμμόρφωση με τις ενωσιακές απαιτήσεις, είναι σημαντικό να αναπτυχθεί ένα πρόσθετο εργαλείο επαλήθευσης για την εξέταση συγκεκριμένων περιπτώσεων μεγάλης κοινωνικής σημασίας όπου υπάρχουν έντονες αντιπαραθέσεις ή αντικρουόμενα αποτελέσματα, και συγκεκριμένα η ανάθεση πρόσθετων μελετών με στόχο την επαλήθευση των αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται στην αξιολόγηση κινδύνου. Δεδομένου ότι αυτές οι μελέτες επαλήθευσης θα χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης και ότι η χρήση τους θα πρέπει να γίνεται αποκλειστικά σε αναλογική βάση, αρμόδια για την ενεργοποίηση της ανάθεσης τέτοιων μελετών επαλήθευσης θα πρέπει να είναι η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις που εκφράζουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη μέλη. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, το αντικείμενο των μελετών επαλήθευσης που ανατίθενται ίσως χρειαστεί να είναι ευρύτερο από αυτό των επίμαχων αποδεικτικών στοιχείων (για παράδειγμα, όταν καθίστανται διαθέσιμες νέες επιστημονικές εξελίξεις).

(26)  Ο έλεγχος καταλληλότητας της γενικής νομοθεσίας για τα τρόφιμα κατέδειξε ότι, παρότι η Αρχή έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στον τομέα της διαφάνειας, η διαδικασία αξιολόγησης του κινδύνου, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των διαδικασιών έγκρισης που καλύπτουν τη διατροφική αλυσίδα, δεν θεωρείται πάντοτε πλήρως διαφανής. Αυτό οφείλεται επίσης εν μέρει στους διαφορετικούς κανόνες διαφάνειας και εμπιστευτικότητας που προβλέπονται όχι μόνο στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 αλλά και σε άλλες ενωσιακές τομεακές νομοθετικές πράξεις ▌. Η αλληλεπίδρασή αυτών των πράξεων μπορεί να έχει αντίκτυπο στην αποδοχή της αξιολόγησης του κινδύνου από το ευρύ κοινό.

(27)  Η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πολιτών με τίτλο «Απαγόρευση του glyphosate και προστασία των πολιτών και του περιβάλλοντος από τα τοξικά φυτοφάρμακα» επιβεβαίωσε περαιτέρω τις ανησυχίες όσον αφορά τη διαφάνεια των μελετών που εκπονούνται κατ’ ανάθεση της βιομηχανίας και υποβάλλονται σε διαδικασίες έγκρισης ▌.

(28)  Είναι, επομένως, απαραίτητο να ενισχυθεί η διαφάνεια της διαδικασίας αξιολόγησης του κινδύνου με προδραστικό τρόπο. Όλα τα επιστημονικά δεδομένα και όλες οι επιστημονικές πληροφορίες που υποστηρίζουν τις αιτήσεις έγκρισης ή άδειας βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας ▌, καθώς και άλλα αιτήματα για επιστημονικά αποτελέσματα θα πρέπει να δημοσιοποιούνται προδραστικά και να είναι εύκολα προσβάσιμα, σε όσο το δυνατόν πιο πρώιμο στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης του κινδύνου. Ωστόσο, μια τέτοια αποκάλυψη στο κοινό θα πρέπει να γίνεται με την επιφύλαξη τυχόν κανόνων σχετικά με τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας ή τυχόν διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας ▌οι οποίες προστατεύουν τις επενδύσεις στις οποίες προβαίνουν καινοτόμες επιχειρήσεις για τη συγκέντρωση των πληροφοριών και των δεδομένων που υποστηρίζουν τις σχετικές αιτήσεις ή κοινοποιήσεις. Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι αυτή η αποκάλυψη στο κοινό δεν θεωρείται άδεια για περαιτέρω χρήσεις ή εκμετάλλευση, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο ο προδραστικός χαρακτήρας της αποκάλυψης στο κοινό και η εύκολη πρόσβαση στα δεδομένα και τις πληροφορίες που αποκαλύπτονται.

(29)   Για τη διασφάλιση της διαφάνειας της διαδικασίας αυτής, η περίληψη των συμβουλών που παρέχονται πριν από την υποβολή θα πρέπει να δημοσιοποιείται μόνο μετά τη δημοσιοποίηση της αντίστοιχης αίτησης ή κοινοποίησης σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες διαφάνειας.

(30)  Όταν ζητείται η γνώμη της Αρχής σε σχέση με αιτήσεις ή κοινοποιήσεις που υποβάλλονται βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας ▌και λαμβανομένης υπόψη της υποχρέωσής της να διασφαλίζει την πρόσβαση του κοινού σε όλες τις συνοδευτικές πληροφορίες που συνδέονται με την παροχή των επιστημονικών της αποτελεσμάτων, η Αρχή θα πρέπει να είναι αρμόδια για την αξιολόγηση των αιτημάτων εμπιστευτικότητας.

(31)  Προκειμένου να εξακριβωθεί το επίπεδο προδραστικής αποκάλυψης στοιχείων στο κοινό με το οποίο επιτυγχάνεται η κατάλληλη ισορροπία, τα σχετικά δικαιώματα του κοινού όσον αφορά τη διαφάνεια στη διαδικασία αξιολόγησης του κινδύνου θα πρέπει να σταθμίζονται έναντι των δικαιωμάτων των αιτούντων ή κοινοποιούντων ▌, λαμβανομένων υπόψη των στόχων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002.

(32)  Όσον αφορά τις διαδικασίες αίτησης ή κοινοποίησης οι οποίες προβλέπονται στην ενωσιακή νομοθεσία ▌, η μέχρι στιγμής πείρα έχει καταδείξει ότι ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία θεωρούνται εν γένει ευαίσθητα και θα πρέπει να παραμένουν εμπιστευτικά στις διάφορες τομεακές διαδικασίες ▌. Είναι σκόπιμο να συμπεριληφθεί στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 ένας οριζόντιος κατάλογος πληροφοριακών στοιχείων των οποίων η αποκάλυψη αποδεικνύεται από τον αιτούντα ή τον κοινοποιούντα ότι μπορεί να θίξει τα ενεχόμενα εμπορικά συμφέροντα σε σημαντικό βαθμό και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να δημοσιοποιούνται. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει μεταξύ άλλων να περιλαμβάνουν τη διαδικασία παρασκευής και παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων της μεθόδου και των καινοτόμων πτυχών αυτής, καθώς και των τεχνικών και βιομηχανικών προδιαγραφών, όπως προσμείξεις συνυφασμένες με την εν λόγω διαδικασία εκτός από πληροφορίες που είναι χρήσιμες για την αξιολόγηση της ασφάλειας. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να αποκαλύπτονται μόνο σε πολύ περιορισμένες και εξαιρετικές περιπτώσεις που αφορούν προβλέψιμες συνέπειες για την υγεία ή, όταν απαιτείται περιβαλλοντική αξιολόγηση βάσει της ενωσιακής τομεακής νομοθεσίας, συνέπειες για το περιβάλλον ή όταν οι σχετικές αρχές έχουν προσδιορίσει επείγουσες ανάγκες προστασίας της ανθρώπινης υγείας, της υγείας των ζώων ή του περιβάλλοντος.

(33)  Για σκοπούς σαφήνειας και για την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου, είναι απαραίτητο να καθοριστούν οι ειδικές διαδικαστικές απαιτήσεις οι οποίες θα πρέπει να τηρούνται από τον αιτούντα ή τον κοινοποιούντα σε περίπτωση αιτήματος για εμπιστευτική μεταχείριση πληροφοριών που υποβάλλονται για την υποστήριξη αίτησης ή κοινοποίησης βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας ▌.

(34)  Είναι επίσης απαραίτητο να καθοριστούν ειδικές απαιτήσεις σχετικά με την προστασία και την εμπιστευτικότητα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς της διαφάνειας της διαδικασίας αξιολόγησης του κινδύνου, λαμβανομένων υπόψη των κανονισμών (ΕΕ) 2018/1725(9) και (ΕΕ) 2016/679(10) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Κατά συνέπεια, δυνάμει του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει ποτέ να δημοσιοποιούνται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο και αναλογικό για τους σκοπούς της διασφάλισης της διαφάνειας, της ανεξαρτησίας και της αξιοπιστίας της διαδικασίας αξιολόγησης του κινδύνου, καθώς και της πρόληψης των συγκρούσεων συμφερόντων. Ειδικότερα, προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφάνεια και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων, είναι απαραίτητο να δημοσιεύονται τα ονόματα των συμμετεχόντων και των παρατηρητών σε ορισμένες συνεδριάσεις της Αρχής.

(35)  Για τον σκοπό της ενίσχυσης της διαφάνειας και προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική επεξεργασία των αιτημάτων για επιστημονικά αποτελέσματα που λαμβάνει η Αρχή, θα πρέπει να αναπτυχθούν τυποποιημένοι μορφότυποι δεδομένων.

(36)  Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Αρχή θα υποχρεούται να αποθηκεύει επιστημονικά δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων εμπιστευτικών δεδομένων και δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι η αποθήκευση αυτή πραγματοποιείται με υψηλό επίπεδο ασφάλειας.

(37)  Επιπλέον, προκειμένου να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα των διαφόρων νομικών διατάξεων που ισχύουν για την Αρχή, είναι επίσης σκόπιμο να προβλεφθεί η διενέργεια αξιολόγησης της Αρχής από την Επιτροπή ▌. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης θα πρέπει, ειδικότερα, να εξετάζονται οι διαδικασίες επιλογής των μελών της επιστημονικής επιτροπής και των επιστημονικών ομάδων, ο βαθμός διαφάνειας, η οικονομική αποδοτικότητα και η καταλληλότητά τους για τη διασφάλιση ανεξαρτησίας και επάρκειας ικανοτήτων, καθώς και για την πρόληψη των συγκρούσεων συμφερόντων.

(38)  Οι μελέτες, συμπεριλαμβανομένων των δοκιμών, που υποβάλλονται από τους υπεύθυνους επιχειρήσεων προς υποστήριξη αιτήσεων ▌, συνήθως συμμορφώνονται με διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές, οι οποίες παρέχουν μια ομοιόμορφη βάση για την εκτίμηση της ποιότητάς τους, ιδίως όσον αφορά την αναπαραγωγιμότητα των αποτελεσμάτων. Ωστόσο, ζητήματα συμμόρφωσης με τα ισχύοντα πρότυπα, όπως αυτά της οδηγίας 2004/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(11), ή τα πρότυπα που έχουν αναπτυχθεί από τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης ενδέχεται να ανακύψουν σε ορισμένες περιπτώσεις και, για τον λόγο αυτό, έχουν θεσπιστεί διεθνή και εθνικά συστήματα τα οποία επαληθεύουν τη συμμόρφωση αυτή. Είναι ως εκ τούτου σκόπιμο η Επιτροπή να διενεργεί διερευνητικές αποστολές για την αξιολόγηση της εφαρμογής, από εργαστήρια και άλλες εγκαταστάσεις δοκιμών, των σχετικών προτύπων για την εκτέλεση δοκιμών και την εκπόνηση μελετών που υποβάλλονται στην Αρχή στο πλαίσιο αίτησης. Οι εν λόγω διερευνητικές αποστολές Με αυτόν τον τρόπο θα επιτρέψουν στην Επιτροπή να εντοπίσει είναι δυνατό να εντοπιστούν πιθανές αδυναμίες των συστημάτων και περιπτώσεις μη συμμόρφωσης και, να επιδιώξει τη διόρθωσή τους και να προβλεφθεί παράσχει ένα πρόσθετο επίπεδο εγγυήσεων προκειμένου να βεβαιώνεται το ευρύ κοινό για την ποιότητα των μελετών. Με βάση τα συμπεράσματα αυτών των διερευνητικών αποστολών, η Επιτροπή θα μπορούσε να προτείνει κατάλληλα νομοθετικά μέτρα με σκοπό τη βελτίωση της συμμόρφωσης με τα εν λόγω σχετικά πρότυπα.

(39)  Για την εξασφάλιση συνέπειας με τις προτεινόμενες προσαρμογές στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002, θα πρέπει να τροποποιηθούν οι διατάξεις σχετικά με την πρόσβαση του κοινού και την προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 1829/2003(12), (ΕΚ) αριθ. 1831/2003(13), (ΕΚ) αριθ. 2065/2003(14), (ΕΚ) αριθ. 1935/2004(15), (ΕΚ) αριθ. 1331/2008(16), (ΕΚ) αριθ. 1107/2009(17) (ΕΕ) 2015/2283 Συμβουλίου(18) και στην οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(19).

(40)  Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεκτίμηση τομεακών ιδιαιτεροτήτων που αφορούν τις εμπιστευτικές πληροφορίες, είναι αναγκαίο να σταθμιστούν τα σχετικά δικαιώματα του κοινού όσον αφορά τη διαφάνεια της διαδικασίας αξιολόγησης του κινδύνου ▌έναντι των δικαιωμάτων των αιτούντων ή κοινοποιούντων ▌, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών στόχων της ενωσιακής τομεακής νομοθεσίας καθώς και της κτηθείσας πείρας. Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητο να γίνουν συγκεκριμένες τροποποιήσεις στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 1829/2003, (ΕΚ) αριθ. 1831/2003, (ΕΚ) αριθ. 1935/2004, (ΕΚ) αριθ. 1331/2008, (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, (ΕΕ) 2015/2283 και στην οδηγία 2001/18/ΕΚ, ώστε να προβλεφθούν πρόσθετα εμπιστευτικά στοιχεία πέραν εκείνων που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002.

(41)   Τα δικαιώματα πρόσβασης στα έγγραφα που κατοχυρώνονται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(20) και, σε ό,τι αφορά τις περιβαλλοντικές πληροφορίες, τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1367/2006(21) και την οδηγία 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(22) δεν θίγονται από τον παρόντα κανονισμό. Τα δικαιώματα που προβλέπονται στις εν λόγω πράξεις δεν θα πρέπει με κανέναν τρόπο να περιορίζονται από τις διατάξεις σχετικά με την προδραστική διάδοση που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και τη σχετική αξιολόγηση του αιτήματος τήρησης της εμπιστευτικότητας.

(42)  Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 όσον αφορά την έγκριση γενικού σχεδίου ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο και την υιοθέτηση τυποποιημένων μορφοτύπων δεδομένων, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(23).

(43)  Προκειμένου η Επιτροπή, τα κράτη μέλη, η Αρχή και οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων να είναι σε θέση να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και να διασφαλιστεί παράλληλα η συνέχιση της ομαλής λειτουργίας της Αρχής, είναι απαραίτητο να προβλεφθούν μεταβατικά μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(44)  Δεδομένου ότι ο διορισμός των μελών της επιστημονικής επιτροπής και των επιστημονικών ομάδων εξαρτάται από την ανάληψη καθηκόντων από το νέο διοικητικό συμβούλιο, είναι απαραίτητο να προβλεφθούν ειδικές μεταβατικές διατάξεις που να επιτρέψουν την παράταση της τρέχουσας θητείας των μελών της επιστημονικής επιτροπής και των επιστημονικών ομάδων.

(45)  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων κλήθηκε να γνωμοδοτήσει σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(24),

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 τροποποιείται ως εξής:

1)  Στο άρθρο 6 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:"

«4. Η ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο πληροί τους στόχους και γενικές αρχές των άρθρων 8α και 8β.».

"

2)  Στο κεφάλαιο II παρεμβάλλεται το ακόλουθο τμήμα:"

«ΤΜΗΜΑ 1α

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ

Άρθρο 8α

Στόχοι της ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο

Λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τους αντίστοιχους ρόλους των αξιολογητών του κινδύνου και των διαχειριστών του κινδύνου, η ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο επιδιώκει τους ακόλουθους στόχους:

   α) ευαισθητοποίηση και κατανόηση των ειδικών ζητημάτων υπό εξέταση, μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις αποκλίσεων στην επιστημονική αξιολόγηση, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ανάλυσης του κινδύνου·
   β) διασφάλιση της συνέπειας, της διαφάνειας και της σαφήνειας στη διατύπωση συστάσεων και αποφάσεων σχετικά με τη διαχείριση του κινδύνου·
   γ) παροχή ισχυρής βάσης, συμπεριλαμβανομένης, όπου αρμόζει, επιστημονικής βάσης, για την κατανόηση των αποφάσεων για τη διαχείριση του κινδύνου·
   δ) βελτίωση της συνολικής αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας της διαδικασίας ανάλυσης του κινδύνου·
   ε) προώθηση της κατανόησης της διαδικασίας ανάλυσης του κινδύνου από τους πολίτες, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων καθηκόντων και αρμοδιοτήτων των αξιολογητών του κινδύνου και των διαχειριστών του κινδύνου, από το κοινό, ώστε να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στα αποτελέσματά της·
   στ) διασφάλιση της δέουσας συμμετοχής των καταναλωτών, των επιχειρήσεων τροφίμων και ζωοτροφών, της ακαδημαϊκής κοινότητας και όλων των άλλων ενδιαφερόμενων μερών· ▌
   ζ) διασφάλιση της δέουσας και διαφανούς ανταλλαγής πληροφοριών με τα ενδιαφερόμενα μέρη σε σχέση με τους κινδύνους που συνδέονται με την ▌αλυσίδα τροφίμων·
   η) διασφάλιση της ενημέρωσης των καταναλωτών σχετικά με τις στρατηγικές για την πρόληψη του κινδύνου· και
   θ) συμβολή στην καταπολέμηση της διάδοσης ψευδών πληροφοριών και των πηγών ψευδούς πληροφόρησης.

Άρθρο 8β

Γενικές αρχές της ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο

Λαμβανομένων υπόψη των αντίστοιχων ρόλων των αξιολογητών του κινδύνου και των διαχειριστών του κινδύνου, η ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο:

   α) διασφαλίζει τη διαδραστική και έγκαιρη ανταλλαγή ορθών και όλων των κατάλληλων ▌πληροφοριών με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, με βάση τις αρχές της διαφάνειας, της ειλικρίνειας και της ανταπόκρισης·
   β) παρέχει διαφανείς πληροφορίες σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ανάλυσης του κινδύνου, από τη διατύπωση αιτημάτων παροχής επιστημονικών συμβουλών μέχρι την παροχή αξιολόγησης του κινδύνου και τη λήψη αποφάσεων για τη διαχείριση του κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με το πώς ελήφθησαν οι αποφάσεις για τη διαχείριση του κινδύνου και τους παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη·
   γ) λαμβάνει υπόψη τις αντιλήψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με τον κίνδυνο·
   δ) διευκολύνει την κατανόηση και τον διάλογο μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων μερών· και
   ε) είναι σαφής και προσβάσιμη, ακόμη και σε όσους δεν συμμετέχουν άμεσα στη διαδικασία ούτε διαθέτουν επιστημονικό υπόβαθρο, ενώ σέβεται δεόντως τις ισχύουσες διατάξεις σχετικά με την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 8γ

Γενικό σχέδιο για την ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο

1.  Η Επιτροπή εγκρίνει, με εκτελεστικές πράξεις, γενικό σχέδιο για την ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο προκειμένου να επιτύχει τους ▌στόχους που ορίζονται στο άρθρο 8α, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που ορίζονται στο άρθρο 8β. Η Επιτροπή επικαιροποιεί το εν λόγω γενικό σχέδιο, λαμβάνοντας υπόψη την τεχνική και επιστημονική πρόοδο και την πείρα που έχει αποκτηθεί. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία η οποία αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 2. Κατά την προετοιμασία των εν λόγω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή διαβουλεύεται με την Αρχή.

2.  Το γενικό σχέδιο για την ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο προωθεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο το οποίο πρέπει να ακολουθείται τόσο από τους αξιολογητές του κινδύνου όσο και από τους διαχειριστές του κινδύνου με συνεκτικό και συστηματικό τρόπο σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο. Στο εν λόγω γενικό σχέδιο:

   α) προσδιορίζονται οι βασικοί παράγοντες που πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την εξέταση του είδους και του επιπέδου των απαιτούμενων δραστηριοτήτων ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο·
   β) προσδιορίζονται τα διάφορα είδη και επίπεδα των δραστηριοτήτων ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο, και τα κατάλληλα βασικά εργαλεία και οι δίαυλοι που πρέπει να χρησιμοποιούνται για σκοπούς ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών των σχετικών στοχευόμενων ομάδων του κοινού· ▌
   γ) θεσπίζονται κατάλληλοι μηχανισμοί συντονισμού και συνεργασίας για την ενίσχυση της συνοχής της ενημέρωσης σχετικά με τον κίνδυνο μεταξύ των αξιολογητών του κινδύνου και των διαχειριστών του κινδύνου· και
   δ) θεσπίζονται κατάλληλοι μηχανισμοί για να διασφαλιστεί η διεξαγωγή ανοικτού διαλόγου μεταξύ των καταναλωτών, των επιχειρήσεων τροφίμων και ζωοτροφών, της ακαδημαϊκής κοινότητας και όλων των άλλων ενδιαφερόμενων μερών, καθώς και η δέουσα συμμετοχή τους.».

"

3)  Στο άρθρο 22 παράγραφος 7, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Ενεργεί σε στενή συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς στα κράτη μέλη, οι οποίοι εκτελούν καθήκοντα παρεμφερή με αυτά της Αρχής και, κατά περίπτωση, με τους σχετικούς οργανισμούς της Ένωσης.».

"

4)  Το άρθρο 25 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«1. Κάθε κράτος μέλος ορίζει ένα μέλος και ένα αναπληρωματικό μέλος ως εκπροσώπους του για το διοικητικό συμβούλιο. Τα μέλη και τα αναπληρωματικά μέλη που ορίζονται με τον τρόπο αυτό διορίζονται από το Συμβούλιο και έχουν δικαίωμα ψήφου.»·

"

β)  παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:"

«1α. Πέραν των μελών και των αναπληρωματικών μελών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το διοικητικό συμβούλιο περιλαμβάνει:

   α) δύο μέλη και δύο αναπληρωματικά μέλη τα οποία διορίζονται από την Επιτροπή ως εκπρόσωποι, με δικαίωμα ψήφου·
   β) δύο μέλη που διορίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με δικαίωμα ψήφου·
   γ) τέσσερα μέλη και τέσσερα αναπληρωματικά μέλη με δικαίωμα ψήφου ως εκπρόσωποι των συμφερόντων της κοινωνίας των πολιτών και της αλυσίδας τροφίμων, και συγκεκριμένα ένα μέλος και ένα αναπληρωματικό μέλος από οργανώσεις καταναλωτών, ένα μέλος και ένα αναπληρωματικό μέλος από περιβαλλοντικές μη κυβερνητικές οργανώσεις, ένα μέλος και ένα αναπληρωματικό μέλος από οργανώσεις γεωργών και ένα μέλος από οργανώσεις της βιομηχανίας.

Τα μέλη και αναπληρωματικά μέλη που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου διορίζονται από το Συμβούλιο ύστερα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, βάσει καταλόγου ο οποίος καταρτίζεται από την Επιτροπή και διαβιβάζεται στο Συμβούλιο. Ο κατάλογος περιλαμβάνει περισσότερα ονόματα από τον αριθμό των θέσεων που πρόκειται να καλυφθούν. Ο κατάλογος που καταρτίζεται από την Επιτροπή διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από το Συμβούλιο μαζί με τα σχετικά έγγραφα τεκμηρίωσης. Το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός τριών μηνών από την παραλαβή του εν λόγω καταλόγου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να υποβάλει τις απόψεις του για να εξεταστούν από το Συμβούλιο, το οποίο εν συνεχεία διορίζει τα εν λόγω μέλη.

1β.  Τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου ορίζονται και διορίζονται με βάση τη σχετική τους πείρα και εμπειρογνωσία στον τομέα της νομοθεσίας και της πολιτικής για την αλυσίδα τροφίμων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης του κινδύνου, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται ότι εντός του διοικητικού συμβουλίου υπάρχει σχετική εμπειρογνωσία σε διαχειριστικά, διοικητικά, οικονομικά και νομικά θέματα.»·

"

γ)  η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«2. Η θητεία των μελών και των αναπληρωματικών μελών είναι τετραετής και μπορεί να ανανεωθεί. Ωστόσο, ▌η θητεία των τακτικών και αναπληρωματικών μελών που αναφέρονται στην παράγραφο 1α πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) μπορεί να ανανεωθεί μόνον άπαξ.»·

"

δ)  στην παράγραφο 5, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία των μελών του, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά. Τα αναπληρωματικά μέλη εκπροσωπούν τα μέλη που απουσιάζουν και ψηφίζουν εκ μέρους τους.».

"

5)  Το άρθρο 28 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«5. Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής που δεν είναι μέλη επιστημονικής ομάδας και τα ▌μέλη των επιστημονικών ομάδων διορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο ενεργεί ύστερα από πρόταση του διευθύνοντος συμβούλου, για πενταετή θητεία που μπορεί να ανανεωθεί, αφού δημοσιευθεί πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συναφή σημαντικά επιστημονικά περιοδικά και στον δικτυακό τόπο της Αρχής. Η Αρχή δημοσιεύει αυτήν την πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος κατόπιν ενημέρωσης των κρατών μελών σχετικά με τα κριτήρια και τους τομείς εμπειρογνωσίας. Τα κράτη μέλη:

   α) δημοσιεύουν την πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος στους δικτυακούς τόπους των αρμόδιων αρχών τους και των αρμόδιων φορέων τους που αναλαμβάνουν καθήκοντα παρεμφερή με εκείνα της Αρχής·
   β) ενημερώνουν σχετικούς επιστημονικούς οργανισμούς που βρίσκονται στο έδαφός τους·
   γ) ενθαρρύνουν πιθανούς υποψηφίους να υποβάλουν υποψηφιότητα· και
   δ) λαμβάνουν κάθε άλλο ενδεδειγμένο μέτρο για την υποστήριξη της πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος.»·

"

β)   παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:"

«5α. Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής που δεν είναι μέλη επιστημονικών ομάδων και τα μέλη των επιστημονικών ομάδων επιλέγονται και διορίζονται ▌σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία:

   α) με βάση τις αιτήσεις που λαμβάνονται κατόπιν πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος, ο διευθύνων σύμβουλος καταρτίζει σχέδιο καταλόγου με κατάλληλους υποψηφίους που περιλαμβάνει τουλάχιστον τον διπλάσιο αριθμό των υποψηφίων που απαιτούνται για την πλήρωση των θέσεων στην Επιστημονική Επιτροπή και στις Επιστημονικές Ομάδες και αποστέλλει το σχέδιο καταλόγου στο διοικητικό συμβούλιο, υποδεικνύοντας την ειδική διεπιστημονική εμπειρογνωσία που απαιτείται σε κάθε επιστημονική ομάδα ▌·
   β) με βάση το σχέδιο καταλόγου, το διοικητικό συμβούλιο διορίζει τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής που δεν είναι μέλη επιστημονικής ομάδας και τα μέλη των επιστημονικών ομάδων και καθορίζει τον εφεδρικό κατάλογο υποψηφίων για την επιστημονική επιτροπή και τις επιστημονικές ομάδες·

   γ) η διαδικασία επιλογής και οι διορισμοί των μελών της επιστημονικής επιτροπής που δεν είναι μέλη επιστημονικής ομάδας και των μελών των επιστημονικών ομάδων πραγματοποιούνται με βάση τα ακόλουθα κριτήρια:
   i) υψηλού επιπέδου επιστημονική εμπειρογνωσία·
   ii) ανεξαρτησία και απουσία σύγκρουσης συμφερόντων σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 2, καθώς και την πολιτική ανεξαρτησίας της Αρχής και την εφαρμογή της εν λόγω πολιτικής όσον αφορά τα μέλη των επιστημονικών ομάδων·
   iii) κάλυψη των αναγκών για ειδική διεπιστημονική εμπειρογνωσία της ομάδας στην οποία θα διοριστούν και τήρηση του ισχύοντος γλωσσικού καθεστώτος·
   δ) όταν οι υποψήφιοι έχουν ισοδύναμη επιστημονική εμπειρογνωσία, το διοικητικό συμβούλιο διασφαλίζει ότι με τους ▌ διορισμούς επιτυγχάνεται η ευρύτερη δυνατή γεωγραφική κατανομή.

5β.  Εάν η Αρχή διαπιστώσει έλλειψη ειδικής εμπειρογνωσίας σε μία ή σε περισσότερες επιστημονικές ομάδες, ο διευθύνων σύμβουλος προτείνει ▌ στο διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 5 και 5α, τον διορισμό επιπρόσθετων μελών στην οικεία επιστημονική ομάδα.

5γ.  Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει, βάσει πρότασης του διευθύνοντος συμβούλου, κανόνες σχετικά με τη λεπτομερή οργάνωση και το χρονοδιάγραμμα των διαδικασιών που προβλέπονται στις παραγράφους 5α και 5β.

5δ.  ▌ Τα κράτη μέλη και οι εργοδότες των μελών της επιστημονικής επιτροπής και των επιστημονικών ομάδων αποφεύγουν να δώσουν στα εν λόγω μέλη, ή στους εξωτερικούς εμπειρογνώμονες που συμμετέχουν στις ομάδες εργασίας της επιστημονικής επιτροπής ή των επιστημονικών ομάδων, καμία οδηγία που αντίκειται στα επιμέρους καθήκοντα των εν λόγω μελών και εμπειρογνωμόνων, ή στα καθήκοντα, τις αρμοδιότητες και την ανεξαρτησία της Αρχής.

5ε.  ▌ Η Αρχή υποστηρίζει τα καθήκοντα της επιστημονικής επιτροπής και των επιστημονικών ομάδων μεριμνώντας για την οργάνωση των εργασιών τους, ιδίως των προπαρασκευαστικών εργασιών οι οποίες εκτελούνται από το προσωπικό της Αρχής ή από τους ορισθέντες εθνικούς επιστημονικούς οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 36, μεταξύ άλλων και με την οργάνωση της δυνατότητας κατάρτισης επιστημονικών γνωμών προς αξιολόγηση από ομοτίμους, την οποία διενεργούν οι επιστημονικές ομάδες πριν προβούν στην έγκρισή τους.

5στ.  Κάθε επιστημονική ομάδα απαρτίζεται από 21 μέλη κατ’ ανώτατο όριο.

5ζ.  Τα μέλη των επιστημονικών ομάδων έχουν πρόσβαση σε ολοκληρωμένη κατάρτιση σχετικά με την αξιολόγηση του κινδύνου.»·

"

γ)  στην παράγραφο 9, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«β) τον αριθμό των μελών σε κάθε επιστημονική ομάδα, αλλά όχι περισσότερο από τον μέγιστο αριθμό που προβλέπεται στην παράγραφο 5στ.».

"

6)  Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:"

«Άρθρο 32α

Συμβουλές πριν από την υποβολή

1.  Όταν η ενωσιακή νομοθεσία προβλέπει ότι η Αρχή παρέχει επιστημονικά αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένης επιστημονικής γνώμης, το προσωπικό της Αρχής, κατόπιν αιτήματος δυνητικού αιτούντος ή κοινοποιούντος, παρέχει συμβουλές σχετικά με τους εφαμοστέους κανόνες και το απαιτούμενο περιεχόμενο της αίτησης ή της κοινοποίησης, πριν από την υποβολή της. Οι εν λόγω συμβουλές που παρέχονται από το προσωπικό της Αρχής δεν επηρεάζουν ούτε είναι δεσμευτικές για τυχόν μεταγενέστερη αξιολόγηση των αιτήσεων ή των κοινοποιήσεων από τις επιστημονικές ομάδες. Το προσωπικό της Αρχής που παρέχει τις συμβουλές δεν συμμετέχει σε καμία προπαρασκευαστική επιστημονική ή τεχνική εργασία που σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με την αίτηση ή την κοινοποίηση που αποτελεί το αντικείμενο των συμβουλών.

2.  Η Αρχή δημοσιεύει γενικές οδηγίες στον δικτυακό τόπο της σχετικά με τους εφαρμοστέους κανόνες και το απαιτούμενο περιεχόμενο των αιτήσεων και των κοινοποιήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση, και γενικές οδηγίες για τον σχεδιασμό των απαιτούμενων μελετών.

Άρθρο 32β

Κοινοποίηση των μελετών

1.  Η Αρχή καταρτίζει και διαχειρίζεται βάση δεδομένων μελετών που ανατίθενται ή εκπονούνται από υπεύθυνους επιχειρήσεων με σκοπό την υποστήριξη αίτησης ή κοινοποίησης σε σχέση με την οποία η ενωσιακή νομοθεσία προβλέπει ότι η Αρχή παρέχει επιστημονικά αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένης επιστημονικής γνώμης.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων κοινοποιούν, χωρίς καθυστέρηση, στην Αρχή τον τίτλο και το πεδίο εφαρμογής κάθε μελέτης που ανατίθεται ή εκπονείται από αυτούς προς υποστήριξη αίτησης ή κοινοποίησης, καθώς και το εργαστήριο ή την εγκατάσταση δοκιμών που εκπονεί την εν λόγω μελέτη, και τις ημερομηνίες έναρξης και προγραμματισμένης ολοκλήρωσης.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα εργαστήρια και λοιπές εγκαταστάσεις δοκιμής που ευρίσκονται στην Ένωση κοινοποιούν επίσης χωρίς καθυστέρηση στην Αρχή τον τίτλο και το πεδίο κάθε μελέτης που παραγγέλλουν οι επιχειρηματίες και διεξάγονται από τα ανωτέρω εργαστήρια και εγκαταστάσεις προς υποστήριξη αίτησης ή κοινοποίησης, την ημερομηνία έναρξης και προγραμματισμένης ολοκλήρωσης καθώς και το όνομα του επιχειρηματία που παρήγγειλε τη μελέτη.

Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται επίσης κατ’ αναλογία σε εργαστήρια και άλλες εγκαταστάσεις δοκιμών που βρίσκονται σε τρίτες χώρες στον βαθμό που ορίζεται σε σχετικές συμφωνίες και ρυθμίσεις με τις εν λόγω τρίτες χώρες, καθώς και όπως αναφέρεται στο άρθρο 49.

4.  Μια αίτηση ή κοινοποίηση δεν κρίνεται έγκυρη ή αποδεκτή, όταν υποστηρίζεται από μελέτες που δεν έχουν κοινοποιηθεί προηγουμένως σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3, εκτός εάν ο αιτών ή ο κοινοποιών παράσχει έγκυρη αιτιολόγηση για τη μη κοινοποίηση των εν λόγω μελετών.

Όταν δεν έχουν κοινοποιηθεί προηγουμένως μελέτες σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 και όταν δεν έχει παρασχεθεί έγκυρη αιτιολόγηση, αίτηση ή κοινοποίηση μπορεί να υποβληθεί εκ νέου, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών ή ο κοινοποιών κοινοποιεί στην Αρχή τις εν λόγω μελέτες, συγκεκριμένα, τον τίτλο και το πεδίο εφαρμογής τους, το εργαστήριο ή την εγκατάσταση δοκιμών που τις εκπονεί, καθώς επίσης και τις ημερομηνίες έναρξης και προγραμματισμένης ολοκλήρωσής τους.

Η αξιολόγηση της εγκυρότητας ή του παραδεκτού της εν λόγω νέας αίτησης ή κοινοποίησης ξεκινά έξι μήνες μετά την κοινοποίηση των μελετών σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο.

5.  Μια αίτηση ή κοινοποίηση δεν κρίνεται έγκυρη ή παραδεκτή, όταν οι μελέτες που έχουν προηγουμένως κοινοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 δεν συμπεριλαμβάνονται στην αίτηση ή την κοινοποίηση, εκτός εάν ο αιτών ή ο κοινοποιών παράσχει έγκυρη αιτιολόγηση για τη μη συμπερίληψη των εν λόγω μελετών.

Όταν οι μελέτες που κοινοποιήθηκαν προηγουμένως σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 δεν έχουν περιληφθεί στην αίτηση ή κοινοποίηση και δεν έχει παρασχεθεί έγκυρη αιτιολόγηση, η αίτηση ή κοινοποίηση μπορεί να υποβληθεί εκ νέου, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών ή ο κοινοποιών υποβάλλει όλες τις μελέτες που έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3.

Η αξιολόγηση της εγκυρότητας ή του παραδεκτού της νέας αίτησης ή κοινοποίησης ξεκινά έξι μήνες μετά την υποβολή των μελετών σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο.

6.  Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης κινδύνου που διενεργεί η Αρχή εντοπίσει ότι μελέτες που έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 δεν συμπεριλαμβάνονται πλήρως στην αντίστοιχη αίτηση ή κοινοποίηση χωρίς να υπάρχει έγκυρη αιτιολόγηση εκ μέρους του αιτούντος ή κοινοποιούντος, οι εφαρμοστέες προθεσμίες εντός των οποίων η Αρχή υποχρεούται να παράσχει τα επιστημονικά της αποτελέσματα αναστέλλονται. Η αναστολή αυτή λήγει έξι μήνες μετά την υποβολή όλων των δεδομένων των εν λόγω μελετών.

7.  Η Αρχή δημοσιοποιεί τις κοινοποιηθείσες πληροφορίες μόνον εφόσον έχει ληφθεί αντίστοιχη αίτηση ή κοινοποίηση ▌και αφού η Αρχή αποφανθεί σχετικά με την αποκάλυψη των συνοδευτικών μελετών σύμφωνα με τα άρθρα 38 έως 39ε.

8.  Η Αρχή καθορίζει ▌τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων ρυθμίσεων προκειμένου να μπορεί να ζητηθεί και να δημοσιοποιηθεί η έγκυρη αιτιολόγηση στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 6. Οι εν λόγω ρυθμίσεις ▌συνάδουν με τον παρόντα κανονισμό και άλλη σχετική ενωσιακή νομοθεσία ▌.

Άρθρο 32γ

Διαβούλευση με τρίτα μέρη

1.  Εάν η σχετική ενωσιακή νομοθεσία προβλέπει ότι μια έγκριση ή άδεια, ακόμα και αν έγινε με κοινοποίηση, μπορεί να ανανεωθεί, ο δυνητικός αιτών ή ο κοινοποιών με σκοπό την ανανέωση κοινοποιεί στην Αρχή τις μελέτες τις οποίες σκοπεύει να εκπονήσει για τον σκοπό αυτόν, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με το πώς πρόκειται να πραγματοποιηθούν οι διάφορες μελέτες προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις κανονιστικές απαιτήσεις. Κατόπιν της εν λόγω κοινοποίησης μελετών η Αρχή δρομολογεί διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη και το κοινό σχετικά με τις προγραμματιζόμενες μελέτες προς εκπόνηση στο πλαίσιο της αίτησης ανανέωσης, μεταξύ άλλων και για τον προτεινόμενο σχεδιασμό των μελετών. Λαμβάνοντας υπόψη τα σχόλια που υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους και το κοινό, τα οποία αφορούν την αξιολόγηση κινδύνου της προβλεπόμενης ανανέωσης, η Αρχή παρέχει συμβουλές σχετικά με το περιεχόμενο της προβλεπόμενης αίτησης ανανέωσης ή κοινοποίησης, καθώς και σχετικά με τον σχεδιασμό των μελετών. Οι συμβουλές που παρέχονται από την Αρχή δεν επηρεάζουν ούτε είναι δεσμευτικές για τη μεταγενέστερη αξιολόγηση των αιτήσεων ή κοινοποιήσεων ανανέωσης από τις επιστημονικές ομάδες.

2.  Η Αρχή διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη και το κοινό με βάση τη μη εμπιστευτική εκδοχή της αίτησης ή κοινοποίησης που δημοσιοποιείται από την Αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 38 έως 39ε, και αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχουν άλλα διαθέσιμα συναφή επιστημονικά δεδομένα ή μελέτες σχετικά με το αντικείμενο της αίτησης ή κοινοποίησης. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, όταν υπάρχει κίνδυνος τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης που πραγματοποιείται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο να μην μπορούν να τύχουν της δέουσας εξέτασης λόγω των ισχυουσών προθεσμιών εντός των οποίων η Αρχή πρέπει να παράσχει τα επιστημονικά της αποτελέσματα, οι εν λόγω ισχύουσες προθεσμίες μπορούν να παραταθούν για μέγιστη περίοδο επτά εβδομάδων. Η παρούσα παράγραφος δεν θίγει τις υποχρεώσεις της Αρχής βάσει του άρθρου 33 και δεν εφαρμόζεται στην υποβολή τυχόν συμπληρωματικών πληροφοριών από τους αιτούντες ή κοινοποιούντες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αξιολόγησης του κινδύνου.

3.  Η Αρχή καθορίζει ▌τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των διαδικασιών που αναφέρονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 32α.

Άρθρο 32δ

Μελέτες επαλήθευσης

Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης που επιβάλλεται στους αιτούντες ▌να αποδείξουν την ασφάλεια αντικειμένου που υπόκειται σε σύστημα έγκρισης, η Επιτροπή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις έντονων αντιπαραθέσεων ή αντικρουόμενων αποτελεσμάτων, μπορεί να ζητήσει από την Αρχή να αναθέσει επιστημονικές μελέτες με σκοπό την επαλήθευση των αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται στην οικεία διαδικασία αξιολόγησης του κινδύνου. Το πεδίο των κατ’ ανάθεση μελετών μπορεί να είναι ευρύτερο από αυτό των αποδεικτικών στοιχείων που υπόκεινται σε επαλήθευση.».

"

7)  Το άρθρο 38 τροποποιείται ως εξής:

α)  η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«1. Η Αρχή διεξάγει τις δραστηριότητές της με υψηλό βαθμό διαφάνειας. Δημοσιοποιεί ιδίως:

   α) τις ημερήσιες διατάξεις, τους καταλόγους συμμετεχόντων και τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου, του συμβουλευτικού σώματος, της επιστημονικής επιτροπής και των επιστημονικών ομάδων, καθώς και των ομάδων εργασίας τους·
   β) όλα τα επιστημονικά αποτελέσματά της, μεταξύ των οποίων οι γνώμες της επιστημονικής επιτροπής και των επιστημονικών ομάδων κατόπιν της έγκρισής τους, συμπεριλαμβανομένων πάντοτε των απόψεων της μειοψηφίας, καθώς και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αξιολόγησης του κινδύνου·
   γ) επιστημονικά δεδομένα, μελέτες και άλλες πληροφορίες που υποστηρίζουν τις αιτήσεις ▌, συμπεριλαμβανομένων συμπληρωματικών πληροφοριών που παρέχονται από τους αιτούντες, καθώς και άλλα επιστημονικά δεδομένα και πληροφορίες που υποστηρίζουν αιτήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και των κρατών μελών για επιστημονικά αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένης επιστημονικής γνώμης, λαμβάνοντας υπόψη την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τα άρθρα 39 έως 39ε·
   δ) τις πληροφορίες στις οποίες βασίζονται τα επιστημονικά αποτελέσματά της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι επιστημονικές γνώμες, λαμβάνοντας υπόψη την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών και την προστασία των προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με τα άρθρα 39 έως 39ε·
   ε) τις ετήσιες δηλώσεις συμφερόντων στις οποίες προβαίνουν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ο διευθύνων σύμβουλος και τα μέλη του συμβουλευτικού σώματος, η επιστημονική επιτροπή, και οι επιστημονικές ομάδες καθώς και τα μέλη των ομάδων εργασίας και τις δηλώσεις συμφερόντων που διατυπώνονται σχετικά με τα θέματα ημερήσιας διάταξης των συνεδριάσεων·
   στ) τις επιστημονικές μελέτες της σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 32δ·
   ζ) την ετήσια έκθεση των δραστηριοτήτων της·
   η) αιτήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής ή κράτους μέλους για επιστημονικές γνώμες τα οποία έχουν απορριφθεί ή τροποποιηθεί, καθώς και την αιτιολόγηση της απόρριψης ή της τροποποίησης ▌·
   θ) περίληψη των συμβουλών που παρέχονται ▌σε δυνητικούς αιτούντες στο στάδιο πριν από την υποβολή σύμφωνα με τα άρθρα 32α και 32γ.

Οι πληροφορίες του πρώτου εδαφίου δημοσιοποιούνται χωρίς καθυστέρηση, με εξαίρεση τις πληροφορίες που αναφέρονται στο στοιχείο γ), σε ό,τι αφορά τις αιτήσεις, και στο στοιχείο θ), τα οποία δημοσιοποιούνται χωρίς καθυστέρηση μόλις η αίτηση κριθεί έγκυρη ή παραδεκτή.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο δημοσιοποιούνται σε ειδική ενότητα του δικτυακού τόπου της Αρχής. Η ειδική αυτή ενότητα είναι διαθέσιμη στο κοινό και εύκολα προσβάσιμη. Οι εν λόγω πληροφορίες είναι διαθέσιμες για μεταφόρτωση, εκτύπωση και αναζήτηση σε ηλεκτρονική μορφή.»·

"

β)  παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:"

«1α. Η αποκάλυψη των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία γ), δ) και θ) στο κοινό πραγματοποιείται με την επιφύλαξη:

   α) ▌ τυχόν υφιστάμενων κανόνων σχετικά με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που ορίζουν περιορισμούς για ορισμένες χρήσεις των αποκαλυφθέντων εγγράφων ή του περιεχομένου τους· και
   β) τυχόν διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας ▌οι οποίες προστατεύουν τις επενδύσεις στις οποίες προβαίνουν καινοτόμες επιχειρήσεις για τη συγκέντρωση των πληροφοριών και των δεδομένων που υποστηρίζουν τις σχετικές αιτήσεις έγκρισης («κανόνες για την αποκλειστικότητα των δεδομένων»).

Η δημοσιοποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) στο κοινό δεν θεωρείται ρητή ή σιωπηρή έγκριση ή άδεια για τη χρήση, αναπαραγωγή ή με άλλον τρόπο εκμετάλλευση των σχετικών δεδομένων και πληροφοριών και του περιεχομένου τους κατά παράβαση τυχόν δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας ή κανόνων για την αποκλειστικότητα των δεδομένων, και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν φέρει ευθύνη για τη χρήση τους από τρίτους. Η Αρχή διασφαλίζει ότι για τον σκοπό αυτό παρέχονται σαφείς δεσμεύσεις ή υπογεγραμμένες δηλώσεις από όσους έχουν πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες, πριν από την αποκάλυψή τους.»·

"

γ)  η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«3. Η Αρχή καθορίζει ▌τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των κανόνων διαφάνειας που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 1α και 2 του παρόντος άρθρου, λαμβανομένων υπόψη των άρθρων 39 έως 39ζ και 41.».

"

8)  Το άρθρο 39 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Άρθρο 39

Εμπιστευτικότητα

1.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 38, η Αρχή δεν δημοσιοποιεί πληροφορίες για τις οποίες έχει ζητηθεί εμπιστευτική μεταχείριση υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

2.  Κατόπιν του αιτήματος αιτούντος, η Αρχή μπορεί να χορηγήσει εμπιστευτική μεταχείριση μόνο σε σχέση με τα ακόλουθα στοιχεία, όταν ο αιτών αποδεικνύει ότι η αποκάλυψη των πληροφοριών αυτών μπορεί να βλάψει τα συμφέροντά του σε σημαντικό βαθμό:

   α) η διαδικασία παρασκευής ή παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων της μεθόδου και των καινοτόμων πτυχών αυτής, καθώς και άλλων τεχνικών και βιομηχανικών προδιαγραφών συνυφασμένων με τη διαδικασία ή τη μέθοδο αυτή, εκτός από πληροφορίες που είναι χρήσιμες για την αξιολόγηση της ασφάλειας·
   β) εμπορικές διασυνδέσεις μεταξύ παραγωγού ή εισαγωγέα και του αιτούντος ή του κατόχου της έγκρισης, κατά περίπτωση·
   γ) εμπορικές πληροφορίες που αποκαλύπτουν τις πηγές εφοδιασμού, τα μερίδια αγοράς ή την επιχειρηματική στρατηγική του αιτούντος· και
   δ) ποσοτική σύνθεση του αντικειμένου του αιτήματος, εκτός αν πρόκειται για πληροφορίες που είναι σημαντικές για την αξιολόγηση της ασφάλειας.

3.  Ο κατάλογος των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 παρατίθεται με την επιφύλαξη τυχόν ενωσιακής τομεακής νομοθεσίας.

4.  Παρά τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 2 και 3:

   α) σε περιπτώσεις που είναι αναγκαία η ανάληψη επείγουσας δράσης για την προστασία της υγείας του ανθρώπου, της υγείας των ζώων ή του περιβάλλοντος, όπως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, η Αρχή μπορεί να αποκαλύπτει τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 ▌